Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Απο τον Άμβωνα στην Οθόνη (2)

Β.  Εννοιολογικές διευκρινίσεις και επιλογές θεωρητικών προσεγγίσεων

Σε μια περίοδο ¨στροφής με ιλιγγιώδη ταχύτητα¨, όπως μερικοί χαρακτηρίζουν τη σημερινή φάση της ανθρώπινης ιστορίας, ή υπό ¨καθεστώς επικοινωνιακής καταιγίδας¨, όπως μερικοί άλλοι περιγράφουν τη σημερινή επικοινωνιακή κατάσταση, είναι φυσικό οι όροι να φθείρονται, να χάνουν σαφήνεια και νόημα ή και να αποκτούν νέες σημασίες.

 Γι’ αυτό  θεωρούμε απαραίτητες μερικές εισαγωγικές διευκρινίσεις, όπου γίνεται προσπάθεια να περιγραφεί η έννοια που αποδίδεται στο παρόν κείμενο, σε ορισμένους (γνωστούς κατά τα άλλα) όρους, καθώς και να αποσαφηνιστεί η οπτική γωνία υπό την οποία αντιμετωπίζονται εδώ ορισμένα αμφιλεγόμενα σημεία της επικοινωνιακής θεωρίας.

Επίσης, η μελέτη της διαχρονικής παρουσίας και δράσης των κοινωνικών επικοινωνητών σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια συνεπάγεται ευθύς εξ αρχής τη χρήση όρων όπως ¨αρχαϊκότητα¨, ¨νεοτερισμός¨ και ¨μετανεοτερισμός¨, όροι που κατ’ αρχήν χαρακτηρίζουν μεγάλες περιόδους πολιτισμικής παραγωγής, αλλά για το επακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία των μελετητών. Θεωρήσαμε λοιπόν χρήσιμο να συμπεριλάβουμε ορισμένες επεξηγήσεις για την έννοια που τους αποδίδουμε στη παρούσα μελέτη. 

1. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου ¨Επικοινωνία¨

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν για ¨επικοινωνία¨.  Η κοινή έννοια του όρου εμπλέκεται συνήθως με διαπιστώσεις σχετικές με την έλλειψη αλληλεγγύης και την μοναξιά που χαρακτηρίζει το σύγχρονο τρόπο ζωής. Με αυτή την έννοια ¨επικοινωνία¨ είναι αυτό που λείπει, κάτι που συνήθως δε διαφέρει από την, χαμένη πια, κοινωνικότητα του παρελθόντος.  Σύμφωνα πάλι με ορισμένους στοχαστές, καλλιτέχνες ή φιλοσόφους, η επικοινωνία θα μπορούσε να οριστεί ως ένα σπάνιο, ευχάριστο, φευγαλέο συναίσθημα που αποκομίζουμε όταν μοιραζόμαστε κάτι με τους άλλους.

Ωστόσο, η εμφάνιση νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών  κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οδήγησε στην ανάγκη υιοθέτησης ορισμών που να περιέχουν μετρήσιμα μεγέθη. Έτσι, από τις επικοινωνιακές έρευνες του 20ου αιώνα προέκυψαν οι διαδικαστικοί ορισμοί της επικοινωνίας.

Στο παρόν κείμενο υιοθετείται ένας από τους ορισμούς αυτούς, ίσως ο απλούστερος, σύμφωνα με τον οποίο επικοινωνία είναι η αποστολή μηνυμάτων με σκοπό την πρόκληση μιας απάντησης[1]. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, για να εκδηλωθεί ένα οποιοδήποτε επικοινωνιακό φαινόμενο είναι απαραίτητος κάποιος (ή κάποιοι) που θα πάρει την επικοινωνιακή πρωτοβουλία, ένα μήνυμα (σύνολο πληροφοριών) προς μετάδοση και ένα μέσο που θα μεταφέρει τις πληροφορίες που εκπέμπονται. Προβλέπεται επίσης η εν δυνάμει παρουσία κάποιου ή κάποιων παραληπτών του μηνύματος, στους οποίους ο αποστολέας απευθύνεται και οι οποίοι πρέπει να θεωρούνται  υπαρκτοί, τουλάχιστον για αυτόν που εκπέμπει το μήνυμα[2].

Με αφετηρία αυτόν τον στοιχειώδη διαδικαστικό ορισμό θα διευρύνουμε τις παρατηρήσεις μας στον χώρο της κοινωνικής διαχρονικής επικοινωνίας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψιν την παρατήρηση του Régis Debray, ότι η μετάδοση ή μεταφορά των πληροφοριών στον χρόνο, δεν συμπίπτει απολύτως με την επικοινωνία ή μεταφορά των πληροφοριών στον χώρο, αν και στην πράξη οι δύο αυτές μεταφορές συνδυάζονται μεταξύ τους[3]. 

2. Διευκρινίσεις για τη χρήση των όρων ¨επικοινωνητές¨, ¨επικοινωνούμενοι¨

Ο όρος ¨επικοινωνητής¨ εισάγεται στην εξειδικευμένη ορολογία ως συνώνυμο ενός από τους παράγοντες του στοιχειώδους επικοινωνιακού σχήματος (αποστολέας- μήνυμα – μέσο -παραλήπτης), όπως αυτό προκύπτει από τον διαδικαστικό ορισμό της επικοινωνίας: του αποστολέα. Είναι μία από τις λέξεις, ίσως η πιο γενική, που χρησιμοποιείται ενίοτε προκειμένου να αποκληθεί αυτός που παίρνει την επικοινωνιακή πρωτοβουλία και αποστέλλει μηνύματα επιδιώκοντας την απάντηση των παραληπτών.

Στο παρόν κείμενο ο όρος χρησιμοποιείται με αναφορά, όχι στη διαπροσωπική, αλλά στη γενικότερη κοινωνική κλίμακα. Ως επικοινωνητές νοούνται τα μέλη των κοινωνικών ομάδων που, στα πλαίσια του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων,  έχουν επιφορτισθεί με την άσκηση λειτουργιών κοινωνικής επικοινωνίας.

Στις σημερινές κοινωνίες, τα καθήκοντα των επικοινωνητών θα μπορούσαν να περιγραφούν ως εξής[4]: 

- αναλαμβάνουν την ανεύρεση, συλλογή, διαφύλαξη και διακίνηση πληροφοριών αρθρωμένων σε ειδήσεις, απόψεις, σχόλια (λειτουργία πληροφόρησης)

- ασχολούνται με την παροχή του κατάλληλου πληροφοριακού και γνωστικού υπόβαθρου, ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο (λειτουργία κοινωνικοποίησης)

- υπενθυμίζουν τους άμεσους, αλλά και τους απώτερους στόχους (ιδεώδη) τους οποίους κάθε κοινωνία πιστεύει ότι εξυπηρετεί (λειτουργία αιτιολόγησης)

- συμβάλλουν στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επί μέρους οντοτήτων, ρευμάτων και τάσεων που σχηματίζονται στο εσωτερικό των κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε να διευκολύνεται η λήψη αποφάσεων πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, χωρίς να δημιουργούνται συνθήκες ρήξης και διάσπασης της ομάδας (λειτουργία συζήτησης και διαλόγου)

- αποθησαυρίζουν τη γνώση, την επεξεργάζονται και την αναπαράγουν προς όφελος των νέων γενεών (ερευνητική, εκπαιδευτική, μορφωτική λειτουργία) 

- αναδεικνύουν τον πολιτισμό και τις τέχνες που παράγονται από το κοινωνικό σύνολο (πολιτισμική λειτουργία, καθορισμός πολιτισμικής ταυτότητας)

- ψυχαγωγούν και διασκεδάζουν δημιουργώντας και διαδίδοντας σημεία (σύμβολα, εικόνες)  που συμβάλλουν στην αναψυχή και την καλλιτεχνική απόλαυση των μελών της κοινωνίας, μέσω των τεχνών, του αθλητισμού ή των παιχνιδιών (λειτουργία ψυχαγωγίας)- εκτός από την αντιμετώπιση (με επικοινωνιακούς τρόπους) των εσωτερικών αντιθέσεων, (συνοχή, ενσωμάτωση) συμμετέχουν στη διαμόρφωση της εικόνας των άλλων ομάδων  και των ¨άλλων¨ γενικότερα.  

Η σφαίρα από την οποία αντλούνται τα βασικά επιχειρήματα (η πειθώς) των επικοινωνητών, σήμερα όπως και στο παρελθόν, μπορεί να είναι, τόσο η αποκαλούμενη «ορθολογική σφαίρα» των ¨αναφορικών¨ διατυπώσεων[5], όσο και η φαντασιακή σφαίρα των λειτουργικών μύθων (παραδοσιακές πίστεις, μοντέρνες ουτοπίες, μεταμοντέρνοι ¨εικονισμοί¨).

Επίσης θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ακριβώς όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις διοικητικές λειτουργίες ή με τις λειτουργίες που σχετίζονται με την άμυνα της ομάδας, οι επικοινωνιακές λειτουργίες , θεσμοθετούμενες, αποκτούν εξουσιαστική διάσταση. Έχει κατά συνέπεια ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς συγχρονικά, αλλά και (είναι η περίπτωση της παρούσας εργασίας) διαχρονικά, το πώς ασκείται αυτή η εξουσία. Θα πρέπει δηλαδή να διερευνηθούν οι σχέσεις επικοινωνητών – επικοινωνούμενων, οι τρόποι με τους οποίους νομιμοποιείται κάθε φορά η ασκούμενη επικοινωνιακή εξουσία, οι ποικίλες σχέσεις (σύμπλευσης, ανταγωνισμού, ρήξης), μεταξύ των κατόχων της εξουσίας αυτής και των ομάδων που κάθε φορά κατέχουν και διαχειρίζονται άλλες μορφές εξουσίας, όπως η αμιγώς πολιτική, η οικονομική, η στρατιωτική κλπ..

Εκτός αυτών, είναι σημαντικές οι εντάσεις, οι ρήξεις ή οι συμμαχίες μεταξύ των διαφόρων εκφάνσεων και φορέων αυτής της ίδιας της επικοινωνιακής εξουσίας, δεδομένου ότι κάθε ¨διαφορά τάσης¨ στο κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο, αλλά και κάθε νέα επικοινωνιακή τεχνολογία,  δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση νέων,  ιδιαίτερων επικοινωνιακών ρευμάτων και ομαδοποιήσεων, που ενδεχομένως συνυπάρχουν είτε συνεργαζόμενες είτε ανταγωνιζόμενες.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένες ομάδες επικοινωνητών, η ενδελεχέστερη μελέτη των οποίων θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την καλύτερη κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας της επικοινωνίας

Περίοδος προφορικότητας: μάγοι, σαμάνοι, μάντεις, ιερείς

Περίοδος χειρογραφίας (και δευτερογενούς προφορικότητας): ιερείς, ιεροκήρυκες, γραφείς, λογιστές, δάσκαλοι, ραψωδοί, μανδαρίνοι (Κίνα)

υποπερίοδος ελληνικής εξαίρεσης και πρώιμου ελληνικού-ρωμαϊκού  νεοτερισμού: φιλόσοφοι, πρώιμοι διαφωτιστές, σοφιστές, ρήτορες, θεατρικοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, ιστορικοί, επιστήμονες

υποπερίοδος μέσων αιώνων (δυτική Ευρώπη): ιερείς, προφήτες, μοναχοί, αντιγραφείς, αιρεσιάρχες και αιρετικοί κήρυκες, αλχημιστές

Περίοδος τυπογραφίας:  καλλιτέχνες, επιστήμονες, διαμαρτυρόμενοι αιρεσιάρχες και αιρετικοί κήρυκες, στελέχη της καθολικής αντιμεταρρύθμισης (Ιησουίτες κ.α.), συγγραφείς, καθηγητές, διαφωτιστές, εγκυκλοπαιδιστές,  σοσιαλιστές ουτοπιστές, πολιτικοί διαμορφωτές,  διανοούμενοι των ποικίλων κλάδων (ρευμάτων, κινημάτων, ¨ιδεολογιών¨ του μοντερνισμού), δημοσιογράφοι.

Περίοδος μέσων μαζικής επικοινωνίας:

α. πριν την σύγκλιση: Άνθρωποι του κινηματογράφου, του ραδιόφωνου, της τηλεόρασης, διαφημιστές, στελέχη των δημοσίων σχέσεων

β μετά τη σύγκλιση: διαδικτυακοί επικοινωνητές, επαγγελματίες επικοινωνιολόγοι, διαφημιστές, μεταμοντέρνοι διανοητές, χειριστές της εικονικής πραγματικότητας, νέοι εικονολάτρες, χάκερς.

Οι επικοινωνούμενοι.  Στο παρόν κείμενο ¨επικοινωνούμενοι¨ θεωρούνται τα μέλη των κοινωνικών ομάδων στα οποία απευθύνονται τα μηνύματα των επικοινωνητών, τα μέλη των ομάδων που προσλαμβάνουν τα μηνύματα αυτά, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται κατ’ ανάγκην στους επικοινωνιακούς στόχους των επικοινωνητών, καθώς και τα μέλη των μεταγενέστερων κοινωνιών που προσλαμβάνουν τα μεταδοθέντα μηνύματα με διαφορά χρόνου και κατά κανόνα μέσα σε μια διαφορετική ¨πολιτισμική οικολογία[6]¨.

3. Διευκρινίσεις για τη χρήση των όρων ¨φαντασιακό¨, ¨φαντασιακή σφαίρα¨ των κοινωνιών

Όπως είναι γνωστό, ένας από τους πρώτους διανοητές που διέκρινε έναν δυισμό  στο περιβάλλον από το οποίο αντλείται η γνώση για τα όντα και τον κόσμο, υπήρξε ο Πλάτων. Με τη διαφορά ότι στον Πλάτωνα, σε σχέση με τις αντιλήψεις που θα επικρατήσουν στο μέλλον, οι χώροι είναι αντεστραμμένοι: είναι το περιβάλλον που ανταποκρίνεται και ενεργοποιεί τις αισθήσεις εκείνο που προκαλεί τις λανθασμένες εντυπώσεις, ενώ υπάρχει κάποιο άλλο, πιο έγκυρο, προσιτό μέσω του βαθύτερου στοχασμού,  που μπορεί να δώσει πληροφορίες για τον πραγματικό κόσμο. Για τον Πλάτωνα ο κόσμος που δημιουργείται από τις ανιχνεύσεις και τις διαπιστώσεις των αισθήσεων είναι μη ορθός/ορθολογικός, (φαντασιακός θα έλεγαν κάποιοι σήμερα), ένας κόσμος που θα μπορούσε να μοιάζει με το πρόγραμμα Μάτριξ της γνωστής κινηματογραφικής ταινίας. Πιθανώς δεν είναι τυχαίο ούτε ότι ο Πλάτων ζει σε μια εποχή διαφοροποιήσεων της επικοινωνιακής τεχνολογίας[7], ούτε ότι την εποχή αυτή ο πρώιμος ελληνικός νεοτερισμός[8] δείχνει τα πρώτα σημάδια κρίσης, καθώς στο χώρο της σοφιστικής αναδεικνύονται ήδη τα ίχνη ενός, εξ ίσου πρώιμου, ¨μεταμοντέρνου σχετικισμού¨, που ωθεί τους πρώτους -κατά τα άλλα ορθολογιστές- φιλοσόφους σε ιδεαλιστικές άμυνες. Γεγονός είναι, ότι η ύπαρξη αφενός μιας σφαίρας από όπου είναι δυνατό να αντληθούν τα αληθή και αφετέρου μιας σφαίρας από όπου είναι δυνατό να αντληθούν ψευδείς εντυπώσεις για τον κόσμο, απασχολεί ευθύς εξ αρχής τη δυτική σκέψη.

Πέρα από τις πολλές και διαφορετικές φιλοσοφικές εντρυφήσεις που θα ακολουθήσουν, τόσο από τον πρώιμο, όσο και από τον μεταμεσαιωνικό μοντερνισμό (η θεοκρατική σκέψη θα χειριστεί τη φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών με αποτελεσματικά δογματικό τρόπο σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα) και πέρα από τις επιχειρησιακές προσπάθειες εμβολισμού της φαντασιακής σφαίρας από προσεγγίσεις όπως η ψυχαναλυτική, ο προβληματισμός σχετικά με τις κοινωνικές επιπτώσεις του φαντασιακού θα επανέλθει στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, με τη διάδοση των θεωριών του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ο Καστοριάδης αρχικά περιγράφει το ¨φαντασιακό¨ ως ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των καταπιεστικών αρχουσών τάξεων και ως ένα στοιχείο που διαιωνίζει την ¨ετερονομία¨ και την εξάρτηση. Οι εξουσιαζόμενοι δεν αντιδρούν στην εκμετάλλευση επειδή έχουν πειστεί (μέσω των κατάλληλων χειρισμών της ¨μαγματικής¨ σφαίρας του θεσμοποιημένου φαντασιακού από την πλευρά των εξουσιαστών), ότι η  καταπίεση έχει μεταφυσική, μη αποδείξιμη αλλά υπαρκτή, αφετηρία, άρα είναι μοιραία και μόνιμη.

Ο ίδιος ο Καστοριάδης όμως, πείθεται στη συνέχεια ότι ο κατάλληλος χειρισμός της φαντασιακής σφαίρας είναι απαραίτητος προκειμένου να παραχθούν όχι μόνο εξουσιαστικές ετερονομίες αλλά και κοινωνικά επωφελή αποτελέσματα.

«Το ζητούμενο», γράφει στο ¨La Montée de linsignifiance¨ το  1996, «είναι η δημιουργία ενός νέου φαντασιακού, Κάτι τέτοιο είναι σήμερα τόσο σπουδαίο όσο δεν ήταν ποτέ στο παρελθόν. Μια δημιουργία που θα θέτει στο επίκεντρο της ανθρώπινης ζωής νοήματα διαφορετικά από εκείνα της επέκτασης, της παραγωγής και της κατανάλωσης και  που θα θέτει διαφορετικούς στόχους  ζωής, οι οποίοι θα πρέπει να μπορούν να αναγνωριστούν από τα ανθρώπινα όντα ως χρήσιμοι (…) Αυτή είναι μια τεράστια δυσκολία που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να φανταστούμε μια κοινωνία όπου οι οικονομικές αξίες θα πάψουν να είναι κεντρικές (ή μοναδικές), όπου η οικονομία θα περιοριστεί στον ρόλο της, του απλού εργαλείου της ανθρώπινης ζωής και δε θα θεωρείται πια ως τελικός σκοπός: μια κοινωνία όπου θα απαρνηθούμε αυτήν την τρελή πορεία  προς τη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης. Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο όχι μόνο για να αποφύγουμε την οριστική καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος, αλλά και για να ξεφύγουμε από τη ψυχική και ηθική μιζέρια της σύγχρονης ανθρωπότητας[9]».

Στο παρόν κείμενο η φαντασιακή σφαίρα προσεγγίζεται ως ένα από τα κύρια αντικείμενα (και, συμφωνώντας με τον Καστοριάδη, εκείνο με τις εντονότερες εξουσιαστικές παρενέργειες) της δραστηριότητας των ποικίλων ομάδων επικοινωνητών. Καθώς οι επικοινωνητές αναλαμβάνουν ευθύς εξ αρχής την ¨επαφή¨ των ανθρώπινων κοινωνιών με το ¨άγνωστο¨, προκειμένου να αρθρώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις θα χρησιμοποιήσουν πρώτα τη φαντασία (την εγκεφαλική δραστηριότητα που επιτρέπει την προβολή στο μέλλον και την οικειοποίησή του) και στη συνέχεια τη “λογική επεξεργασία” (που βασίζεται στο συσχετισμό μεταξύ των ήδη παρατηρημένων κανονικοτήτων προκειμένου να προβλεφθούν οι μελλοντικές καταστάσεις). Επομένως, δεν πρέπει να εκπλήττει ότι στην ιστορία της επικοινωνίας θα εμφανιστεί πρώτα ο επικοινωνητής-μάγος (κυρίως ως χειριστής της φαντασιακής σφαίρας, αλλά όχι μόνο) και πολύ αργότερα ο ορθολογικός του απόγονος, ο επιστήμονας.

4. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Αρχαϊκότητα

Ό όρος ¨αρχαϊκότητα¨ χρησιμοποιείται συνήθως προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι περίοδοι της ιστορίας που προηγείται των κλασικών πολιτισμών και ιδιαίτερα του ελληνικού και του ρωμαϊκού. Έτσι γίνεται συχνά λόγος για την αρχαϊκή και την κλασική Ελλάδα, ή για την αρχαϊκή και την κλασική Ρώμη. Εμείς θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο και με αναφορά στη μεσαιωνική περίοδο, και γενικότερα σε κάθε περίπτωση όπου θα εμφανίζονται κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές καταστάσεις χαρακτηρισμένες από την παραμέληση της ορθολογικής σκέψης και τον περιορισμό της διερεύνησης της πραγματικότητας σε δογματικά υπερφυσικά πλαίσια. Καταστάσεις που συνήθως συνοδεύονται από έντονους και (εν τοις πράγμασι) αποτελεσματικούς χειρισμούς του συλλογικού φαντασιακού από θεσμοποιημένες ομάδες επικοινωνητών με ιερατικές αρμοδιότητες. Σημειώνουμε ότι, εάν οι συγκυρίες το επιτρέψουν ή οι συλλογικές ανάγκες το απαιτήσουν, μορφές αρχαϊκών αντιλήψεων επιβιώνουν ή και αναβιώνουν σε περιόδους όπου κυριαρχούν άλλου τύπου πολιτισμικές εκδοχές και κοσμοθεωρήσεις.

5. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Μοντερνισμός ή Νεοτερισμός

Η πρόσφατα διαδεδομένη και όχι ακόμη πλήρως αποσαφηνισμένη χρήση του όρου ¨μεταμοντερνισμός¨ (και ο συσχετισμός του με τις πρόσφατες επικοινωνιακές εξελίξεις) επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διευκρινίσεων για τον όρο-αφετηρία ¨μοντερνισμός¨ ή ¨νεοτερισμός¨

Στο παρόν κείμενο, ως μοντερνισμός νοείται το πολιτισμικό και πολιτικό ρεύμα που πρωτοεκδηλώνεται στη δυτική Ευρώπη ήδη κατά τον όψιμο μεσαίωνα και την Αναγέννηση και το οποίο, αν και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα μπήκε σε οξεία κρίση, εξακολουθεί να υφίσταται ως τις μέρες μας, σε ρητή ή υποβόσκουσα αντιπαράθεση με τον επελαύνοντα μεταμοντερνισμό. Στο κείμενο γίνεται επίσης αναφορά στον πρώιμο νεοτερισμό της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας.

Ο νεότερος μοντερνισμός θεωρείται συνδεδεμένος με την διάδοση της τεχνολογίας της τυπογραφίας, και επιβιώνει, όχι χωρίς κάποια προβλήματα, κατά την περίοδο των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Ο πρώιμος αρχαιοελληνικός μοντερνισμός εκδηλώνεται την εποχή της γραφής και της δευτερεύουσας προφορικότητας, αλλά  η εναρκτήρια και περισσότερο δημιουργική του εμφάνιση γίνεται μόνο σε κοινωνίες που είναι μεν αρκετά αυτόνομες ώστε να μπορούν να επιλέξουν το πολίτευμα τους, αλλά  και αρκετά περιορισμένες πληθυσμιακά ώστε τα υπάρχοντα μέσα επικοινωνίας να μπορούν να εγγυηθούν την απαραίτητη για το εγχείρημα πληροφόρηση.

Ο μοντερνισμός ή νεοτερισμός χαρακτηρίζεται κυρίως από την εμπιστοσύνη στις ικανότητες του ανθρώπου και την αισιοδοξία για το μέλλον του. Ο μοντερνισμός υιοθετεί και αναδεικνύει την ορθολογική προσέγγιση στην διερεύνηση της πραγματικότητας και αντιπαρατίθεται στις προγενέστερες αρχαϊκές μορφές κοινωνικής οργάνωσης που στηρίζονται συνήθως στις ανορθολογικές προεκτάσεις των  (αναπόφευκτων) μεταφυσικών προβληματισμών των κοινωνιών και των ατόμων.

Ιστορικά, ο μοντερνισμός δημιουργείται από τα ανερχόμενα στρώματα των πόλεων (αστικά), αλλά σ’ αυτόν είναι δυνατό να ενταχθούν ποικίλα πολιτιστικά και πολιτικά ρεύματα που υιοθετούν διαφορετικές μεταξύ τους προτεραιότητες σχετικά με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και τις προτεινόμενες μορφές πολιτειακής οργάνωσης. Επομένως, εκτός από τις διάφορες μορφές πολιτικής δημοκρατίας που εστιάζονται στις αρχές της ισονομίας και της πολιτικής ελευθερίας, στον μοντερνισμό εντάσσονται και τα κινήματα που πρόταξαν την κοινωνική-οικονομική ισότητα (σοσιαλιστικά) καθώς και εκείνα που (παρά τα ρομαντικά-ανορθολογικά στοιχεία που περιέχουν) πρόταξαν τις εθνικιστικές μορφές κοινωνικής συνοχής. (Εξ άλλου η έννοια του έθνους είναι ένα κατεξοχήν νεοτερικό δημιούργημα, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την χειραφέτηση των μέσων τάξεων από τις μεσαιωνικές -θεοκρατικές ή και κοσμικές- αυτοκρατορίες).

Σύμφωνα με ορισμένες προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν το πολιτειακό κριτήριο, η μοντέρνα περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας αρχίζει την περίοδο κατά την οποία τα αστικά στρώματα καταλαμβάνουν αυτοτελώς την πολιτική εξουσία, οπότε και θεσμοποιούνται οι νεοτερικές πολιτειακές καινοτομίες. Κατά συνέπεια η έναρξη του πολιτειακού μοντερνισμού συμπίπτει με τις μεγάλες αστικο-δημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα (γαλλική, αμερικανική). Όμως ο μοντερνισμός ως πολιτιστικό κίνημα, ως πολιτική κατεύθυνση (που αντιπολιτεύεται ή απλά επηρεάζει την ισχύουσα μορφή εξουσίας)  και ως σύνθετο πολυδύναμο ιδεολογικό ρεύμα, είναι κατά πολύ προγενέστερος. Πέρα από τα νεοτερικά ρεύματα του ουμανισμού, του διαφωτισμού ή του εγκυκλοπαιδισμού, που δημιούργησαν μια σειρά παρένθετων φιλοαστικών ηγεμονιών  και προετοίμασαν την γαλλική επανάσταση και πέρα από τις βαθμιαίες ανανεώσεις της αγγλικής πολιτικής ζωής, οι μοντέρνες αντιλήψεις αποκτούν εμφανή επιρροή στις μικρές ανεξάρτητες δημοκρατίες της Ιταλίας και των Κάτω Χωρών, ήδη από την περίοδο της πρώιμης Αναγέννησης. Άλλωστε αυτή καθαυτή η Αναγέννηση, έστω και αν εκδηλώνεται κυρίως με καλλιτεχνικούς και σπάνια με αμιγώς πολιτικούς «μακιαβελικούς» κώδικες,  δεν είναι άλλο παρά η θεαματική και ενθουσιώδης επαναφορά του ανθρώπου στο προσκήνιο του κοινωνικού ενδιαφέροντος και η αναζήτηση νέων ορθολογισμών.

Όμως, αν μιλάμε για επαναφορά του ανθρωποκεντρισμού και αν χρησιμοποιούμε τον όρο Αναγέννηση, είναι ακριβώς επειδή υπάρχει ένα τουλάχιστον ένδοξο ιστορικό προηγούμενο: Ο πρώιμος μοντερνισμός της αρχαιοελληνικής περιόδου. Πρόκειται και εδώ για ένα πολιτιστικό και πολιτικό ρεύμα που αναπτύσσεται ύστερα από μια σειρά κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων και σχετίζεται με τη άνοδο νέων κοινωνικών ομάδων (εμπορικών, βιοτεχνικών) που διεκδικούν πρώτα το λόγο και μετά την εξουσία. Ο λόγος των ανερχόμενων αυτών στρωμάτων θα είναι επικοινωνιακά καινοτόμος. Η ισχυροποίηση των νέων τάξεων συνοδεύεται από ιδεολογικοπολιτική (φιλοσοφική) ζύμωση που, σε αντιπαράθεση με τα παλιά ιερατεία[10], φέρνει για πρώτη φορά στο ιστορικό προσκήνιο ένα ανθρωποκεντρικό σύμπαν.

Αυτός ο πρώιμος μοντερνισμός, ο οποίος κατόρθωσε να κατοχυρωθεί πολιτειακά με την επινόηση της δημοκρατίας (αλλά και με τη βοήθεια ενδιάμεσων αναδιανεμητικών «σοσιαλιζουσών» τυραννιών), θα υποκύψει τελικά υπό τη διαβρωτική επιρροή μιας σειράς εγγενών προβλημάτων (μεταξύ των οποίων η δουλοκτησία, που δεν δίνει κίνητρα για την ανάπτυξη της τεχνολογίας[11]), αλλά και άλλων ιστορικών συγκυριών.  Ο πρώιμος ελληνικός μοντερνισμός μαζί με την διοικητική ρωμαϊκή του εκδοχή, θα ανασυρθεί από το παρελθόν και θα μετατραπεί από τους νεότερους μοντέρνους επικοινωνητές σε ιδεολογικό και πολιτικό «παράδειγμα», γεμίζοντας την Ευρώπη με μετώπες και κίονες και εγκαθιδρύοντας το πρώτο και ένα από τα ισχυρότερα διανοητικά-καλλιτεχνικά παρακλάδια του μοντερνισμού, που, (παρά την φαινομενική αντίφαση όρων) αποκλήθηκε ¨κλασικισμός¨.

5α. Οι επικοινωνητές του μοντερνισμού

Οι ομάδες των επικοινωνητών που κατά καιρούς (και κατά τόπους) στήριξαν τον μοντερνισμό είναι πολλές. Σε μια πρώτη προσέγγιση θα μπορούσαμε να διακρίνουμε α) τους επικοινωνητές που βρέθηκαν σε άμεση σχέση με την εξουσία διεκδικώντας την ή ασκώντας την εκ του σύνεγγυς (ελίτ διανοουμένων, γνωστοί συγγραφείς, δημοσιογράφοι του έντυπου τύπου, γνωστοί καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί, κομματικά στελέχη υπεύθυνα για τα ιδεολογικά ή επικοινωνιακά ή πολιτισμικά θέματα κ.α.) και β) τους πολλούς «μικρότερους» και πλέον άσημους σκεπτόμενους και ομιλούντες πολίτες, οι οποίοι συμμετέχουν στην πολιτισμική, πολιτική και κοινωνική ζωή από χαμηλότερες βαθμίδες. Πρόκειται για εκείνους που αποκλήθηκαν ¨διανοούμενοι του καφενείου¨ και των οποίων η σφαίρα επιρροής περιορίζεται στα πλαίσια των τοπικών πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης (οι αποκληθέντες και ¨μικροί διανοούμενοι¨).

Θα μπορούσαμε επίσης να κατατάξουμε τους επικοινωνητές του νεοτερισμού:

α) στις ομάδες επικοινωνητών που στήριξαν το μοντερνισμό στη φάση της ανόδου του (αναγεννησιακοί διανοητές και καλλιτέχνες, ουτοπικοί σοσιαλιστές, έντυποι δημοσιογράφοι, ομάδες  διανοητών που προετοίμασαν την γαλλική και άλλες αντίστοιχες αστικές επαναστάσεις, προεπαναστατικοί κομματικοί θεωρητικοί και  ινστρούχτορες των σοσιαλιστικών επαναστάσεων κ. ά.)

β) στις ομάδες που  διαμορφώθηκαν όταν ο μοντερνισμός αποτέλεσε την κυρίαρχη πολιτιστική τάση και δημιουργήθηκαν οι διάφορες επί μέρους μορφές των μοντέρνων καθεστώτων (ακαδημαϊκοί, καθηγητές, διανοούμενοι των αστικών καθεστώτων, ιδεολογική και πολιτισμική νομενκλατούρα των σοσιαλιστικών κρατών του 20ου αι.  κ.α.)

γ) στις ομάδες που αντιπολιτεύτηκαν τις ποικίλες μορφές της μοντέρνας εξουσίας, χωρίς όμως να απαρνιούνται τις βασικές αρχές και αξίες του μοντερνισμού (οι ποικίλες ομάδες διαμαρτυρόμενων πολιτικο-καλλιτεχνικών ρευμάτων στις αστικές δημοκρατίες, ορισμένες από τις ομάδες των αντιφρονούντων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, κ.α.)

δ) Θα είχε επίσης ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς εκείνες τις ομάδες επικοινωνητών που, αν και ανήκουν σε διαφορετικά πολιτισμικά συστήματα, συμμάχησαν με τους μοντέρνους επικοινωνητές όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν ή το επέβαλαν (όπως για παράδειγμα οι διαμαρτυρόμενοι κατά της καθολικής εκκλησίας μεταρρυθμιστές, οι οποίοι εξ αντικειμένου συνέπλευσαν με ορισμένους από τους μοντερνιστές της πρώτης περιόδου ή ορισμένες οργανώσεις της καθολικής αντιμεταρρύθμισης, οι οποίοι επίσης συνέπλευσαν κατά διαστήματα με άλλα νεοτερικά ρεύματα).

5β. Ο φαντασιακός χώρος του μοντερνισμού

Οι επικοινωνητές –χειριστές της φαντασιακής σφαίρας του μοντερνισμού συνέβαλαν με ποικίλους τρόπους στη δημιουργία των κοινωνικών αξιών που θεωρήθηκαν λειτουργικές για τη στήριξη των εκάστοτε εκδοχών του νεοτερικού κινήματος. Πράγματι, υπάρχουν αξιομνημόνευτες διαφορές ανάμεσα στις αξίες που προωθούνται από τους επικοινωνητές του πρώτου μαχόμενου αναγεννησιακού μοντερνισμού (που θα αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τον εμπορικό καπιταλισμό) και εκείνες που θα προωθηθούν από τους επικοινωνητές του μοντέρνου κινήματος την εποχή της κυριαρχίας του βιομηχανικού, του καταναλωτικού, του κρατικού ή του χρηματιστηριακού καπιταλισμού.

Η εμφάνιση του πρώτου ¨εμπορικού¨ μοντερνισμού, συμπίπτει με τις γεωγραφικές «ανακαλύψεις», την εδαφική επέκταση της ευρωπαϊκής δύσης και τη θεμελίωση των πρώτων ιμπεριαλιστικών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Είναι η εποχή που συμπίπτει με την ανάπτυξη στην Ευρώπη εκείνου του ενθουσιώδους ρεύματος ορθολογικής αυτοπεποίθησης και καλλιτεχνικής δημιουργίας που θα πάρει το όνομα ¨αναγέννηση¨ .  Η περίοδος αυτή προωθεί τις «αναγεννησιακές» αξίες της πολυπραγμοσύνης και της σφαιρικής προσέγγισης, της περιέργειας και της περιπέτειας, της αποδοχής των νέων ιδεών και της ευαισθησίας απέναντι στους καλλιτεχνικούς κώδικες, (οι οποίοι εξάλλου μπορούν να πουν έμμεσα, όσα αδυνατεί να εκφράσει ρητά η αδιαμόρφωτη ακόμη ιδεολογία)  Πρόκειται για την εποχή που -εξωραϊσμένη- θα χαρακτηριστεί ως εποχή του «είναι».

Ο χειρισμός του φαντασιακού κατά την περίοδο του βιομηχανικού μοντερνισμού θα πλαισιώσει τις περιόδους των βιομηχανικών επαναστάσεων με επαινετικά πορτρέτα του Χόμο Φάμπερ, θα εξυμνήσει την δημιουργική εξειδίκευση και, καθώς η βιομηχανική έκρηξη απαιτεί τη διαθεσιμότητα όλο και μεγαλύτερων κεφαλαίων, θα προωθήσει αρχικά αξίες, όπως εκείνη της αποταμίευσης και της αυστηρής διαβίωσης[12]. Οι αρχές της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης θα χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών που θα δώσουν αποφασιστικά κτυπήματα στις (ακόμη πολύ ισχυρές) αρχαϊκές επιβιώσεις. Παράλληλα αρχίζουν να συντάσσονται και να διαδίδονται οι (κατά κανόνα σοσιαλιστικές)  ουτοπίες, οι οποίες υπόσχονται τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνικών για τη θεμελίωση δικαιότερων κοινωνιών.

Η δεύτερη φάση της βιομηχανικής περιόδου, θα χαρακτηρισθεί, αντίθετα, από την εγκαθίδρυση ενός συστήματος βασισμένου στην κατανάλωση των βιομηχανικών προϊόντων και όχι τόσο στην καθέκαστα  αποταμίευση κεφαλαίων από τους πολίτες. Και στις δύο φάσεις κοινωνικά έγκριτος αναδεικνύεται ο κάτοχος: χρήματος στην πρώτη περίπτωση, καταναλωτικών αγαθών στην δεύτερη. Είναι η εποχή που, όσον αφορά στην κοινωνική αναγνώριση, ο χειρισμός του φαντασιακού παραπέμπει προς το θρίαμβο του ρήματος «έχειν».

Η πρόσφατη περίοδος της κυριαρχίας του χρηματιστηριακού καπιταλισμού ( η περίφημη εποχή του «φαίνεσθαι») συμπίπτει με την εμφάνιση μιας εντονότατης εσωτερικής κρίσης του μοντερνισμού. Έχει  μεσολαβήσει η άνοδος και η φθορά ενός (θεωρητικά προσωρινού) κρατικού καπιταλισμού, που επιβλήθηκε στο όνομα των εργαζομένων, επαγγέλθηκε την ουσιαστική ισότητα και  παρέμεινε στην εξουσία εν αναμονή εκείνου του παραγωγικού πλεονάσματος που θα επέτρεπε την εγκαθίδρυση ενός γνήσιου καθεστώτος κοινοκτημοσύνης.

Δεδομένου ότι ο σοσιαλισμός, όχι μόνο ως θεωρητική διατύπωση, αλλά και ως υπαρκτό καθεστώς, είχε προβληθεί ως η εν τοις πράγμασι απάντηση στα τρωτά σημεία του έως τότε μοντερνισμού, ήταν αναμενόμενο η κατάρρευση της σοβιετικής εκδοχής, καθώς και η βαθμιαία αποδοχή από τον κινεζικό υπαρκτό σοσιαλισμό των νόμων της (διεθνούς) αγοράς, να βάλει σε κρίση πολλά, όχι μόνο από τα σοσιαλιστικά αλλά και ορισμένα από τα ευρύτερα μοντέρνα ιδεολογικά προτάγματα, που έως τότε δεν έμπαιναν καν σε συζήτηση.

Αδιαμφισβήτητα, η άσκηση εξουσίας στο όνομα των διάφορων νεοτερικών προταγμάτων (αστικοδημοκρατικών, σοσιαλιστικών κ.α.) αποτελεί συνήθως τον πρώτο λόγο για τον οποίο οι υποστηρικτικές φαντασιακές ουτοπίες, αναμετρούμενες με την πραγματικότητα, τραυματίζονται και δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το συνολικό σύστημα. Ωστόσο, πέρα από τη γραφειοκρατικοποίηση[13] των μοντέρνων καθεστώτων, και την παράλληλη πολυδιάσπαση σε ανταγωνιστικούς κλάδους, ο μοντερνισμός είχε να αντιμετωπίσει πολλά άλλα προβλήματα μεταξύ των οποίων η εμφάνιση των οικολογικών ορίων της παραγωγικότητάς του. Το γεγονός ότι, παράλληλα, υπήρξε μια βαθμιαία ταύτιση του νεοτερικού ορθολογισμού με οικονομίστικες αρχές και προτεραιότητες, συνέβαλε στην αποφασιστική αποδυνάμωση των νεοτερικών ουτοπιών και στη δημιουργία ενός εδάφους κατάλληλου για την εμφάνιση κάθε είδους σχετικισμού. Αν λάβει επίσης κανείς υπ’ όψιν ότι ο μοντέρνος ορθολογισμός δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τη σχέση του με την έννοια του τυχαίου, μπορεί ίσως να κατανοήσει την πρόσφατη επιτυχία  μιας  μετα-μοντέρνας εκδοχής, που, μέσα σε μια γενικότερη αίσθηση αποσπασματικότητας και απώλειας νοήματος, αντί να επιλύσει αποδέχεται και  νομιμοποιεί το αδιέξοδο.

6. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Μεταμοντερνισμός

Στην παρούσα εργασία ο μεταμοντερνισμός δεν είναι η (μοιραία ή μη) κατάληξη ενός φθίνοντος μοντερνισμού[14], αλλά ο κυριότερος νέος εχθρός του.

Όπως είναι γνωστό, ο όρος «μεταμοντέρνο κίνημα»  πρωτοπαρουσιάζεται στην Ευρώπη (κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία) και χρησιμοποιείται καταρχήν στην Αρχιτεκτονική τέχνη ως διεκδίκηση ελευθερίας χειρισμού του χώρου, απέναντι σε έναν κατεστημένο, πλην όμως φθαρμένο μοντερνισμό, του οποίου οι επαναστατικές, «λειτουργικές» εμπνεύσεις (βλ. Μπαουχάουζ) είχαν πλέον καταλήξει σε κακέκτυπα,  άχαρα κατασκευάσματα, τύπου ¨ελληνική πολυκατοικία¨ ή σε δημιουργήματα παρεξηγήσιμου συμβολισμού, όπως τα κτίρια  Λε Κορμπιζιανής έμπνευσης στη Μπραζίλια [15]. Ο αρχιτεκτονικός μεταμοντερνισμός διεκδίκησε ελευθερία έκφρασης και αρχικά αναζήτησε τρόπους φαντασιακού εμπλουτισμού του κατασκευασμένου χώρου με κτίσματα κυρίως ρομαντικού τύπου, άρα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς  ότι η επαναστατικότητά του αφορούσε σε ενδο-νεοτερικές έριδες, όπως παλιότερα είχε συμβεί με το Μπαρόκ, το Ροκοκό ή τις νεογοτθικές ρομαντικές τάσεις που συνόδευσαν την ανάπτυξη των εθνοτήτων στη δυτική Ευρώπη. Όμως, σε μια δεύτερη φάση, διείσδυσαν και στην αρχιτεκτονική εκδοχή οι αποδομητικές θεωρίες που τη συντόνισαν με τον γενικότερο μεταμοντερνισμό, καθώς και με τις έννοιες του σχετικισμού και της εικονολατρίας, στις οποίες ήδη παρέπεμπε ο μεταμοντερνισμός στην κοινωνική και την ευρύτερη πολιτισμική γραμματεία.

Στο πλαίσιο των επιστημών του ανθρώπου, ο όρος «μεταμοντερνισμός» χρησιμοποιείται πλέον για να καταδειχθεί το πολιτισμικό ρεύμα που συγκεκριμενοποιείται στα τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο της μεγάλης κρίσης του μοντερνισμού. Ο μεταμοντερνισμός, αντλώντας επιχειρήματα από την θεαματική ενίσχυση της οπτικής εικονογραφικής  επικοινωνίας, την κρίση των μεγάλων μοντέρνων αφηγήσεων, την άνοδο της ιδιωτικότητας και του ατομικισμού  στην οικονομία και την κοινωνία, αλλά και απολυτοποιώντας τις προεκτάσεις κάποιων  διαπιστώσεων της κβαντικής φυσικής[16], καταλήγει σε έναν (παρά την προφανή αντίφαση των όρων) ¨απόλυτο¨ γνωστικό και ηθικό σχετικισμό. Έτσι, καταλήγει στο να συμπαρατάσσεται, αιτιολογεί και εξαγιάζει μια σειρά νέων προταγμάτων και μια «νέα τάξη πραγμάτων», όπου κυριαρχούν στη, μεν οικονομία  νεοφιλελεύθερες αντικρατικές και αντικοινοτικές αντιλήψεις, στη δε πολιτική, η αυτοκρατορική διευθέτηση της παγκοσμιότητας, συνήθως υπό το ψευδώνυμο «παγκοσμιοποίηση». Είναι ακριβώς ο συνδυασμός και η συνεργία  αυτών των τριών ρευμάτων (που εκδηλώνονται περίπου ταυτόχρονα και σε αντιστοιχία με τη σύγκλιση των επικοινωνιακών εξελίξεων στους χώρους των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και των οπτικοακουστικών μέσων), του πολιτισμικού ακραίου σχετικισμού, του οικονομικού ακραίου ιδιωτισμού και της μετατροπής των δυνατοτήτων για (επωφελή) παγκοσμιότητα σε μια αυτοκρατορική παγκοσμιοποίηση, που μας ωθεί στο να προσλάβουμε τον μεταμοντερνισμό όχι απλά σαν ακόμη μία φάση  του μοντερνισμού αλλά σαν κάτι αυτοτελές, νέο και μη συμβατό με τον ιστορικά διαμορφωμένο και εν μέρει ακόμη αμυνόμενο νεοτερισμό. 

6α. Οι επικοινωνητές του μεταμοντερνισμού

Σε συνάρτηση με τον ορισμό του μεταμοντερνισμού που υιοθετείται στο παρόν κείμενο, το «ιερατείο» του μεταμοντερνισμού δεν μπορεί παρά να αποτελείται από ανθρώπους της ιδιωτικής επαγγελματικής επικοινωνίας και της πολιτισμικής βιομηχανίας (διαφημιστές, επικοινωνιολόγους, δημοσιοσχετίστες, ανθρώπους των ΜΜΕ, χειριστές της εικονικής πραγματικότητας, ραδιοτηλεοπτικές persone, ¨δημοσκόπους¨ χειριστές της κοινής γνώμης), καθώς και από θεωρητικούς και πολιτικούς  υπερασπιστές της εκ των άνω καθοριζόμενης μεταψυχροπολεμικής «νέας τάξης πραγμάτων»[17].

Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέραμε, γύρω από τους όρους και το ακριβές τους περιεχόμενο υπάρχει σύγχυση, είναι ακόμη πολύ πιθανό να συναντήσει κανείς σήμερα  επικοινωνητές, όπως για παράδειγμα ο Γάλλος Serge Latouche[18] οι οποίοι δηλώνουν μεταμοντέρνοι ακριβώς επειδή αντιτίθενται στην άκρα εμπορευματοποίηση, στον άγριο, ανεξέλεγκτο καπιταλισμό ή στην παγκοσμιοποίηση, φαινόμενα τα οποία όμως, οι διανοητές αυτοί, θεωρούν ως ακραίες εκδηλώσεις του ίδιου του μοντερνισμού.

Ανάμεσα στα νέα ρεύματα που δημιουργήθηκαν μαζί με τις νέες επικοινωνίες, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και φαινόμενα όπως ο περίφημος Luther Blissett, ο οποίος όμως, σε αντίθεση με τη μεταμοντέρνα νοοτροπία, μάχεται για την επίτευξη νέων μορφών κοινωνικότητας. Ωστόσο, ο Luther Blissett διαθέτει μια μεταμοντέρνα διάσταση και αυτή είναι το ότι … δεν υπάρχει.  Πρόκειται για ένα συλλογικό όνομα για όσους (χάκερς και άλλους) μάχονται στο διαδίκτυο για την κατάργηση του copyright και, παράλληλα, για τη δημιουργία (στη θέση του ατόμου) ενός νέου ¨συν-ατόμου¨ και  μιας νέας ¨συνατομικότητας¨.

6β.  Ο φαντασιακός χώρος του μεταμοντερνισμού

Ακριβώς όπως ο φαντασιακός χώρος του Μεσαίωνα στηρίχτηκε στην τεχνολογία της γραφής, στους γραπτούς θρησκευτικούς μύθους και τον χειρισμό τους από το επικοινωνιακό ιερατείο της εποχής και ακριβώς όπως ο φαντασιακός χώρος του μοντερνισμού στηρίχτηκε στην αρωγή της τεχνολογίας του τυπωμένου λόγου και το χειρισμό του από τους διανοούμενους της νεοτερικής ιντελιγκέντσιας, ο φαντασιακός χώρος τον οποίο χειρίζονται οι μεταμοντέρνοι επικοινωνητές συγκεκριμενοποιείται και αυτή τη φορά με τη βοήθεια της επικοινωνιακής τεχνολογίας.

Ωστόσο, σήμερα, η επικοινωνιακή τεχνολογία είναι σε θέση όχι μόνο να χειραγωγεί πλήρως την εικόνα και τον ήχο, (και να διαδίδει τους νέους μύθους μέσω των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας), αλλά και να επαγγέλλεται τη δημιουργία υποκατάστατων προσλαμβανουσών παραστάσεων που να άπτονται όλων των αισθήσεων, έτσι ώστε να συγκροτείται μια (ορατή, ακουστική, εν δυνάμει οσφρητική, γευστική, απτική, κλπ) εικονική πραγματικότητα. Ο μεταμοντερνισμός είναι σε θέση  να χειρίζεται έναν ολόκληρο εικονικό (φαντασιακό)  κόσμο και να επαγγέλλεται, μια νέου τύπου ου-τοπία με επιπτώσεις που δεν είναι ακόμη δυνατό να προβλεφθούν με ακρίβεια.

Βασίλης Νόττας


[1] Αναφέρουμε εδώ έναν από τους πιο συνθετικούς διαδικαστικούς ορισμούς της επικοινωνίας, όπως διατυπώθηκε από τον J. L. Aranguren στο Sociologia de la comunicacion. Ιταλική έκδοση:  Sociologia della comunicazione,  Il saggiatore, Milano, 1967.

[2] Θεωρώντας την ύπαρξη των παραληπτών όχι αντικειμενικά, χειροπιαστά και αποδείξιμα απαραίτητη, αλλά απαραίτητη μόνο ως προς τον αποστολέα (αυτός θα πρέπει να πιστεύει στην ύπαρξή τους), μπορεί να συμπεριλάβει κανείς στην επικοινωνιακή ανάλυση φαινόμενα όπως για παράδειγμα την προσευχή, όπου είναι δύσκολο να αναλύσεις τον παραλήπτη (θεότητα) με τον τρόπο που θα ανέλυες μια οποιαδήποτε άλλη μη μεταφυσική οντότητα, πλην όμως η παρουσία του και οι απαντήσεις του θεωρούνται απόλυτα υπαρκτές για τον επικοινωνούντα πιστό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πλήθος απολύτως πραγματικών ατομικών και κοινωνικών επιπτώσεων.

[3][3] Σύμφωνα με τον Γάλλο μελετητή η μετάδοση των πληροφοριών στο χρόνο αποτελεί ένα από τα διακριτικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Εάν ο άνθρωπος είναι το ζώο που διαθέτει ιστορία, σημειώνει  ο Debray, τότε η μη βιολογική, η τεχνητή μετάδοση των αποκτημένων χαρακτηριστικών είναι το άλλο όνομα της ανθρώπινης κουλτούρας. Για τον Debray, συγχρονικές επικοινωνιακές δυνατότητες διαθέτουν και τα ζώα και οι μηχανές, όμως για τη διαχρονική επικοινωνία (ή ¨μετάδοση¨, όπως την ονομάζει) είναι ικανός μόνο ο άνθρωπος.Régis Debray ¨Cours de médiologie générale¨ Ελλ. έκδοση: Η επιστήμη της επικοινωνίας. Ιδέες γενικής μεσολογίας. Νέα σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1991.

[4] Για μία ενδελεχέστερη παρουσίαση των λειτουργιών της κοινωνικής επικοινωνίας βλ. την έκθεση που συνέταξε ο Sean MacBride για λογαριασμό της Unesco το 1980. Communication et société aujourd’hui et demain . Vois multiples un seul monde. Rapport de la commission internationale d‘ étude des problèmes de la communication. Ιταλική έκδοση: Comunicazione e società oggi e domani Εκδόσεις RAI, Torino 1982

[5] Στην επικοινωνιακή ορολογία ¨αναφορικά¨ είναι τα μηνύματα που θεωρούνται ως αληθή είτε γιατί προκύπτουν από τις άμεσες εμπειρίες μας είτε γιατί δηλώνονται ως  αξιώματα είτε, τέλος, γιατί είναι δυνατό να αποδειχτούν, πάντοτε  μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς.

[6] Ο όρος ¨πολιτισμική οικολογία¨ χρησιμοποιείται από τον Régis Debray    όταν αυτός περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες, τα νέα μέσα, συμβάλλουν στη δημιουργία νέων πολιτισμικών (οικο)συστημάτων και νέων τρόπων ανάγνωσης των διατυπωμένων (στο παρελθόν) μηνυμάτων. Βλ. Régis Debray  ¨Manifestes mediologiques¨, Edition Gallimard, Paris, 1990  

[7] Σχετικά με τις ενστάσεις του Πλάτωνα κατά της γραφής όπως εκφράζονται στο ¨Φαίδρο¨, θα αναφερθούμε αναλυτικά στη συνέχεια.

[8] Βλέπε στις επόμενες παραγράφους διευκρινίσεις, τόσο για τον πρώιμο και τον μεταμεσαιωνικό ¨μοντερνισμό¨, όσο και για τη χρήση του όρου ¨μεταμοντερνισμός¨.

[9] Cornélius Castoriadis, «La Montée de l’insignifiance» στο, Les Carrefours du labyrinthe ΙV, Seuil, Paris, 1996 

[10] Αντιπαράθεση πολύ μικρότερης έντασης  από την σύγκρουση που εκδηλώθηκε ανάμεσα στην καθολική εκκλησία και τους μοντέρνους διανοητές κατά τους μεταμεσαιωνικούς  χρόνους,  μια που ο εστιασμένος στην πόλη αρχαϊκός πολυθεϊσμός, δεν επέτρεπε τη δημιουργία ισχυρής συγκεντρωτικής εκκλησιαστικής οργάνωσης.

[11] Ο Αριστοτέλης θεωρεί τους δούλους ως τις καλύτερες μηχανές.

[12]  Σε αυτή την περίοδο ο μοντερνισμός θα έχει την (φαινομενικά μόνον παράδοξη, όπως απέδειξε ο Weber κυρίως το έργο του ¨προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού¨ Γαλλ. έκδ. Pion, Paris, 1964) συνεπικουρία των διαμαρτυρόμενων εκκλησιαστικών μεταρρυθμιστών, που, διαφοροποιούμενοι από την ορθόδοξη-καθολική παράδοση, θα  συμβάλουν στη δημιουργία ενός φαντασιακού συμβατού με τον αναπτυσσόμενο καπιταλισμό.

[13] Εδώ ο όρος ¨Γραφειοκρατικοποίηση¨  χρησιμοποιείται με την κοινωνιολογική έννοια, δηλαδή ως η σειρά των παρενεργειών που παρουσιάζεται όταν τα μέλη του διοικούντος μηχανισμού μιας κοινωνικής ομάδας, αρχίζουν να θεωρούν δευτερεύουσα την επίτευξη των στόχων που αρχικά έχει θέσει η ομάδα (για τη υλοποίηση του οποίου υποτίθεται ότι συστήθηκαν) και σημαντικότερο το να εξακολουθήσουν να δρέπουν τα προνόμια που συνεπάγεται η ηγετική τους θέση.

[14] Όπως ισχυρίζονται διάφοροι σύγχρονοι αναλυτές, όπως για παράδειγμα ο A. Giddens, για τον οποίο η νεοτερικότητα αρχίζει μετά τον 17ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τη μορφή μιας ¨υψηλής νεοτερικότητας¨. Βλ. Antony Giddens ¨Οι συνέπειες της νεοτερικότητας¨, Κριτική, Αθήνα 2001.

[15] Βλέπε τις παρατηρήσεις για την τελείως διαφορετική, σε σχέση με την αναμενόμενη, αποκωδικοποίηση της νέας πρωτεύουσας της Βραζιλίας από τους τελικούς αποδέκτες –κατοίκους, όπως την περιγράφει ο Umberto Eco στο ¨La struttura assente¨, Bompiani, Milano, 1968, σελ.246-250.

[16] Οι κβαντικές αρχές, όπως για παράδειγμα εκείνες της απροσδιοριστίας ή του στατιστικού σύμπαντος, ήταν φυσικό να κλονίσουν τους ντετερμινισμούς και τις απολυτότητες που κυριαρχούσαν σε ορισμένες εκδοχές του μοντέρνου φαντασιακού και, σε συνδυασμό με την εξαπλούμενη ατομικότητα και ιδιωτικότητα, να δώσουν λαβή για την ανάπτυξη διάφορων σχετικισμών.

[17] Πολλοί από τους οποίους προέρχονται από τα επικοινωνιακά επιτελεία του κρατικού καπιταλισμού, οι οποίοι μετακόμισαν στον πολιτικό μεταμοντερνισμό μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και προσαρμόστηκαν σχετικά εύκολα στις παγκοσμιοποιητικές παραμέτρους, ίσως λόγω του ¨διεθνιστικού¨ τους παρελθόντος.

[18] Περιγράφοντας τον μεταμοντερνισμό δεοντολογικά,  όπως ο ίδιος θα τον ήθελε, ο Serge Latouche γράφει: «Ένας τέτοιος μεταμοντερνισμός  δε μπορεί παρά να στοχεύει στην επανένταξη της τεχνικής και της οικονομίας στην κοινωνία. Δεν πρόκειται για την κατάργηση ή τον αποκλεισμό των αγορών, αλλά για την περιχάραξη της επεκτατικότητας της Αγοράς, παλεύοντας ενάντια στην υπερβολική της επιρροή, Θα πρέπει να αναδυθεί μια νέα κουλτούρα, που να περιλαμβάνει την αναγέννηση της πολιτικής, μια νέα σχέση με το περιβάλλον, μια νέα ηθική. Θα είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας, όχι ο καρπός ενός τεχνοκρατικού εθελοντισμού, είτε λαϊκίστικου, είτε εθνικιστικού, είτε θεοκρατικού, είτε αυτοαποκαλούμενου της δεξιάς είτε της αριστεράς, είτε αντιδραστικού είτε προοδευτικού. Serge Latouche: ¨Décoloniser l’imaginaire¨, Paris, Parangon 2003. 

Μία Απάντηση προς “Απο τον Άμβωνα στην Οθόνη (2)”

  1. [...] Απο τον Άμβωνα στην Οθόνη (2) – Βασίλης Νόττας blog “…Ο Καστοριάδης αρχικά [...]

Υποβολή απάντησης

XHTML: Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις ετικέτες: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <pre> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>