Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Η επικοινωνιακή εξουσία και οι Ιδιώτες (2)

  

Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών (συνέχεια)

5. Διερευνώντας την επάρκεια των όρων

 5α. Παγκοσμιοποίηση και παγκοσμιότητα

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, τα προβλήματα των σχέσεων πολιτικής και επικοινωνίας εξετάζονται όλο και πιο συχνά σε συνάρτηση με το φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης».

Δηλαδή λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ριζικές αλλαγές που παρατηρούνται ήδη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα (και που εξακολουθούν να υλοποιούνται καταιγιστικά κατά την έναρξη του 21ου), στην οικονομική, την πολιτική και την πολιτισμική σφαίρα, με άξονα σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες και δημογραφικές ανακατατάξεις. Φαινόμενα,  που από τη μία πλευρά καθιστούν εφικτή την δυνατότητα πλανητικής θεώρησης προβλημάτων, λύσεων και προοπτικών, ενώ από την άλλη αναδεικνύουν την συρρίκνωση του προσιτού χώρου.

Η «παγκοσμιοποίηση» όμως,  (λέξη που χρησιμοποιείται συχνότατα στην τρέχουσα πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση) ανήκει στους όρους εκείνους που πάσχουν από έντονη πολυσημία, αρχίζοντας από την (συνήθη) σύγχυση ανάμεσα στο περιγραφικό και το δεοντολογικό τους περιεχόμενο. 

  Επί πλέον, όπως παρατηρείται από σύγχρονους μελετητές πρόκειται για μία από τις «πιο τετριμμένες έννοιες των καιρών(…) που είναι στα χείλη όλων, (…) που επαναλαμβάνεται χωρίς να αποσαφηνίζεται»[1], ενώ παράλληλα, σε αντίθεση με άλλες νεοεισαχθείσες και εξ ίσου ασαφείς έννοιες, όπως πχ η «απορύθμιση», ο όρος «παγκοσμιοποίηση» παρουσιάζεται ιστορικά βεβαρυμένος.

  Πράγματι, έχουν υπάρξει ήδη περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει γίνει επίκληση σε λογής λογής οικουμενικότητες, είτε επειδή εκ των πραγμάτων είχε δημιουργηθεί μια αίσθηση παγκοσμιότητας (όπως πχ κατά την τελευταία περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) είτε γιατί, τόσο οι μονοθεϊστικές θρησκείες όσο και οι μεγάλες μοντέρνες αφηγήσεις υποστήριξαν με αυτονόητη και  ενσωματωμένη βεβαιότητα, την οικουμενική εμβέλεια και ισχύ των βασικών τους αρχών.

Παρ’ όλα αυτά, πολλές από τις αναλύσεις που επικαλούνται σήμερα την παγκοσμιοποίηση, δεν διακρίνουν ανάμεσα στις (ενδεχομένως απελευθερωτικές) δυνατότητες  που εμπεριέχονται στις νέες επικοινωνιακές δομές που την στηρίζουν και στον τρόπο με τον οποίο οι δυνατότητες αυτές υλοποιούνται στην πράξη, με βάση τον σημερινό συσχετισμό των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

 Στα πλαίσια του παρόντος σημειώματος θεωρούμε χρήσιμο να διακρίνουμε αφενός τις νέες προοπτικές οικουμενικής κατανόησης και παρέμβασης που εξυπηρετούνται από τις νέες επικοινωνιακές επινοήσεις και που υπόσχονται μια νέα αντίληψη περί παγκοσμιότητας και αφετέρου στις διάφορες πολιτικές που είναι δυνατό να αναπτυχθούν από τις οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις, έτσι ώστε αυτές να  επωφεληθούν κατά το μέγιστο δυνατό από τις διαγραφόμενες νέες συνολικές ισορροπίες. Αυτές οι πολιτικές αποτελούν τις διάφορες και διαφορετικές προτάσεις «παγκοσμιοποίησης»

Η παγκοσμιοποίηση, ακόμη και ετυμολογικά, τόσο στην ελληνική όσο και στις λατινογενείς γλώσσες περιγράφει μια «ποίηση», μια δράση, άρα μια πολιτική από τις πολλές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διατυπωθούν και να υλοποιηθούν σε συνάρτηση με τις νέες δυνατότητες παγκοσμιότητας που εξασφαλίζουν οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες.

Βέβαια, από τις πολλές εν δυνάμει «παγκοσμιοποιήσεις» εκείνη που επικράτησε χάρη στην σύμπτωση μια σειράς γεγονότων και ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων και η οποία εξακολουθεί να επικρατεί μονοπωλώντας την απροκάλυπτη ή λανθάνουσα σημασιοδότηση του προκείμενου όρου, είναι εκείνη που εκφράζεται στον διεθνή τομέα με την ατλαντική επεκτατικότητα, στην οικονομία με τον  ιδιωτικοποιούντα νεοφιλελευθερισμό και στην πολιτιστική σφαίρα με τον μεταμοντέρνο σχετικισμό.

Μια τεκμηριωμένη παράθεση των απόψεων που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα για το φαινόμενο που αποκλήθηκε «παγκοσμιοποίηση» (που όμως εδώ συμπίπτει με αυτό που εμείς ονομάζουμε νέα παγκοσμιότητα), καθώς και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση σχετικά με  το αν αποτελεί ή όχι μια αλλαγή βαθμού ή μια αλλαγή είδους υπάρχει στο πρόσφατο σύγγραμμα της Σοφίας Καϊτατζή Γουίτλοκ  «Η επικράτεια των Πληροφοριών» [2].

«Υποστηρίζουμε», γράφει η Καϊτατζή «ότι η τεκταινόμενη ¨παγκόσμια ολοκλήρωση¨ αποτελεί ένα νέο και ιδιότυπο φαινόμενο. Ένα φαινόμενο σαφώς ξεχωριστό και ιδιόρρυθμο, το οποίο συνιστά, επομένως, μια αυτόνομη κατηγορία. Ισχυριζόμαστε ακόμη ότι η γένεση αυτού του φαινομένου αποτελεί την πηγή μιας σειράς πρωτόγνωρων προκλήσεων, που δημιουργούν αμηχανία στα άτομα, αλλά και στις ηγετικές ελίτ, ενώ είναι σαφές ότι καλούμαστε να τοποθετηθούμε απέναντί τους και να τις αντιμετωπίσουμε»[3].    

5 β. Η «προοδευτική» παγκοσμιότητα και η «παλινδρομούσα» παγκοσμιοποίηση

Επειδή το θεωρώ χρήσιμο για την παραπέρα ανάπτυξη των συλλογισμών που παρατίθενται στο παρόν κείμενο, αλλά και επειδή ως και ο όρος «πρόοδος» έπαψε πλέον να έχει την εμφαντική μονοσημία της νεωτερικής περιόδου, θα ήθελα στο σημείο αυτό να επικαλεστώ τις απόψεις του Regis Debray σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατό να θεωρήσει κανείς την ιστορία και, κατ’ επέκτασιν, τα σχετικά με την γραμμικότητα ή μη της «προόδου».

Ο γάλλος μελετητής υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς την ιστορία είναι διττός[4]. Από τη μία πλευρά είναι δυνατό να την αντιμετωπίσει ως  διαχρονική εξέλιξη των σχέσεων του ανθρώπου με τα πράγματα, ενώ από την άλλη η ιστορία εμπεριέχει τις διαχρονικές μεταβολές των σχέσεων του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Οι δύο ¨πορείες¨, αν και αλληλοεπηρεάζονται, είναι εφικτό και χρήσιμο να θεωρηθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη.

Στην πρώτη περίπτωση παρατηρείται θετική μετεξέλιξη χαρακτηριζόμενη από την αύξηση των γνώσεων που συσσωρεύονται και αποθηκεύονται από τις ανθρώπινες κοινωνίες, άρα υπάρχει πρόοδος. Πράγματι, σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για το «φυσικό κόσμο|» από όσα ξέραμε κατά τη διάρκεια της λίθινης περιόδου ή της εποχής του χαλκού, επομένως η σχέση μας με τα πράγματα έχει αδιαμφισβήτητα θετικό πρόσημο.

Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι τόσο απλή. Διαχρονικά, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων χαρακτηρίζονται από παλινδρομικότητα και, εν πολλοίς, επανάληψη ανάλογων καταστάσεων. Το στοιχείο της προόδου εδώ δεν θεωρείται αυτονόητο, αλλά τίθεται υπό την αίρεση «υποκειμενικών» θρησκευτικών, φιλοσοφικών, ιδεολογικών ή ακόμη και αισθητικών απόψεων και πεποιθήσεων.

Το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι δυνατό να επαναλαμβάνονται, είναι, μεταξύ άλλων, η αιτία που ορισμένα καλλιτεχνήματα είναι δυνατό να θεωρηθούν ως ¨κλασικά¨, μια που ο βασικός τους προβληματισμός γύρω από την ανθρώπινη υπόσταση εξακολουθεί να ενδιαφέρει παρά την παρέλευση αιώνων ή και χιλιετιών από την εποχή της δημιουργίας τους.

 Αποδεχόμενοι την παραπάνω θεώρηση μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πρόοδος της επικοινωνιακής, κυρίως, τεχνολογίας επιτάχυνε τις διαδικασίες που αυξάνουν δυνητικά τις επαφές μεταξύ των ανθρώπων και οδηγούν σε μια νέα αντίληψη περί οικουμενικότητας.

 Ενισχύθηκε έτσι μία εν δυνάμει θετική παγκοσμιότητα η οποία μπορεί να αποτελέσει ελπίδα για την αντιμετώπιση των πολλών νέων πλανητικών προβλημάτων που διαγράφονται απειλητικά πέρα από το κατώφλι του 21ου αιώνα, από τη δημογραφική έκρηξη ως την οικολογική κατάρρευση.

Παράλληλα όμως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρήσουμε ούτε ως αυτονόητα θετική ούτε ως μοιραία και άνευ εναλλακτικών λύσεων την σημερινή (ή όποια άλλη) παγκοσμιοποιητική πολιτική. Η σημερινή συγκυρία έχει, βέβαια, σχέση με το επίπεδο του ελέγχου των «πραγμάτων», αλλά ουσιαστικά είναι προϊόν των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των κοινωνικών ομάδων στις οποίες αυτοί ανήκουν. Και αυτές οι σχέσεις αφενός είναι αναλύσιμες χωρίς τεχνοκρατικό ντετερμινισμό και «επιστημονικό» φαταλισμό, ενώ αφετέρου η πορεία τους παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένη.      

6. Πολιτεία, ιδιώτες , επικοινωνία

6α. Η Πολιτεία στο στόχαστρο;  

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει διατυπωθεί μεγάλο πλήθος θεωριών σχετικά με το τι ακριβώς είναι κράτος, τον τρόπο με τον οποίο  δημιουργήθηκε και τους λόγους που προκάλεσαν τη εμφάνισή του.

Ακόμη και αν καταφύγει κανείς στην λεξικογραφημένη γνώση θα παρατηρήσει ότι οι πολιτειολογικές, κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, νομικές και άλλες προσεγγίσεις αφθονούν και ποικίλουν.

Εδώ θα αρκεσθούμε σε ορισμένες μόνο παρατηρήσεις που θεωρούμε χρήσιμες για την παραπέρα προσέγγιση του θέματος των σχέσεων ανάμεσα σε αμιγώς πολιτικές και ευρύτερες επικοινωνιακές εξουσίες.

Παρατήρηση πρώτη:

Η δημιουργία των πρώτων πολιτειών, δηλαδή η εγκαθίδρυση σταθερών και διαρκών σύνθετων κοινωνικών ομάδων, δεν οφείλεται μόνον στο πλεόνασμα τροφίμων που δημιουργήθηκε χάρη στην εφαρμογή της τεχνολογίας των μεταλλικών εργαλείων (την εποχή της γεωργικής επανάστασης), αλλά και στην ενίσχυση της συλλογικής μνημονικής δυνατότητας που εξασφαλίστηκε από την επικοινωνιακή επινόηση της γραφής.

Παρατήρηση δεύτερη:

Εάν εξαιρέσει κανείς τον πρώιμο μοντερνισμό που εμφανίζεται στις πόλεις – κράτη της κλασσικής ελληνικής περιόδου, καθώς και τις αντίστοιχες περιπτώσεις της ευρωπαϊκής πρώιμης αναγέννησης, θα χρειαστεί η δημιουργία των εθνικών κρατών (μια διαδικασία που ολοκληρώνεται κατά τον 19ο αι. αλλά που αρχίζει να προετοιμάζεται ήδη από την εποχή του Μακιαβέλι), για να απομακρυνθεί η έννοια του υπηκόου και να αντικατασταθεί  από τις έννοιες του κυρίαρχου λαού και του πολίτη[5]. 

Μία από τις βασικές  προϋποθέσεις για αυτήν την εξέλιξη αποτέλεσε η διάδοση της επικοινωνιακής επινόησης της τυπογραφίας  και η συνεπακόλουθη δημιουργία μιας νέας ισχυρής επικοινωνιακής εξουσίας η οποία στήριξε τις νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

 Παρατήρηση τρίτη:

Οι περισσότερες από τις κοινωνιολογικές διερευνήσεις του πολιτειακού φαινομένου, αρχίζοντας από εκείνες που διατυπώθηκαν ήδη κατά την κλασική αρχαιότητα, τονίζουν ότι η παροχή του δικαιώματος άσκησης διακριτικής εξουσίας στα πολιτειακά όργανα, δηλαδή η δημιουργία και η αποδοχή της πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια του κράτους, δεν θα είχε διάρκεια εάν δεν συνοδευόταν από ισχυρά νομιμοποιητικά στοιχεία.

Όντως, από τον καιρό που εμφανίστηκαν οι πρώτες μορφές πολιτείας, ελάχιστες υπήρξαν οι φορές  που αμφισβητήθηκε συνολικά η χρησιμότητά της. Η πολιτεία θεωρήθηκε αυτονόητα ωφέλιμη, τόσο για τον συντονισμό των επιμέρους ομάδων που δημιουργήθηκαν από τον καταμερισμό των παραγωγικών διαδικασιών, όσο  και για την άσκηση διαιτησίας στις ενδεχόμενες προστριβές μεταξύ τους, ενώ παράλληλα φάνηκε ως η μόνη ικανή για την αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών και τον έλεγχο των εσωτερικών αντικοινωνικών στοιχείων.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρήθηκε αυτονόητο και ότι η πολιτεία ήταν η μόνη που μπορούσε να συντονίσει την κατασκευή μεγάλων κατασκευαστικών έργων, καθώς επίσης ότι ήταν η κατ’ εξοχήν αρμόδια στο να έχει τον τελευταίο λόγο σε θέματα σχετικά με την κοινωνικοποίηση των νέων, τον καθορισμό της ταυτότητας της ομάδας και την προβολή αυτής της ταυτότητας στο μέλλον[6].

Παρατήρηση τέταρτη:

Όσο και αν διαχρονικά σπανίζουν  οι συνολικές ενστάσεις κατά της πολιτείας ως θεσμού, αντίθετα υπήρξε συχνή αμφισβήτηση των πολιτικών εξουσιών που την διαχειρίστηκαν.

Ενάντια σ’ αυτές ακριβώς τις εξουσίες υπήρξαν έντονες επιθέσεις, ιδιαίτερα όταν γινόταν αντιληπτό ότι εγκατέλειπαν τον συνθετικό διαιτητικό τους ρόλο και μεταβάλλονταν σε εξουσιαστικό όργανο που μεροληπτούσε υπέρ κάποιας επί μέρους ομάδας, προφανώς της πιο ισχυρής αν και σπανίως της πιο πολυπληθούς.

Όμως υπήρξαν περιπτώσεις όπου δημιουργήθηκε (ηθελημένη ή μη) σύγχυση μεταξύ του οργανωτικού και του αυθαίρετα εξουσιαστικού στοιχείου της κρατικής δομής. Επομένως επιθέσεις που κατευθύνονταν στην ουσία κατά κάποιου πολιτειακού σχήματος πήραν την μορφή επιθέσεων κατά της πολιτείας γενικά. (Η αλήθεια είναι ότι οι εννοιολογικές συγχύσεις παρουσιάζονται άφθονες όταν οι επικοινωνιακές δυνάμεις βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η ίδια η εννοιολογική ασάφεια αποτελεί αποτελεσματικό επικοινωνιακό όπλο).

Σε κάθε περίπτωση όμως, κατά το μέγιστο τμήμα της έως τώρα ιστορίας, οποιαδήποτε επιμέρους κοινωνική ομάδα (τάξη) έκρινε ότι πρέπει να αλλάξει η ισχύουσα συνολική πολιτική, ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στην  κατάληψη της πολιτειακής εξουσίας  και όχι στην κατάργησή της. Με βασιλοκτονία, με επανάσταση, με πραξικόπημα, με κατάληψη θερινών ή χειμερινών ανακτόρων ή με δημοκρατικές διαδικασίες, η όποια πολιτική αλλαγή, περνούσε κατ’ ανάγκην μέσα από την κατάκτηση του κράτους.

Παρατήρηση πέμπτη:

Υπήρξαν καταγγελίες με συνολική αντικρατική διατύπωση που προήλθαν κατά καιρούς από υποστηρικτές της εξηρμένης ατομικής ελευθερίας και οι οποίες πήραν μορφή «φιλελεύθερων» αντικοινοτικών ή ακόμη και ατομικιστικών αναρχικών ρευμάτων, όπως υπήρξαν και καταγγελίες κατά του κράτους προερχόμενες από τους κατ’ εξοχήν κοινοτιστές, σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικούς κοινοτιστές.

Οι αναρχικοί αντικρατικοί οραματισμοί έμειναν μέχρι στιγμής στα πλαίσια των ουτοπικών διατυπώσεων, οι σοσιαλιστικοί αναμετρήθηκαν με την πραγματικότητα μετά από μια σειρά επαναστάσεων οι οποίες κατά κανόνα οδήγησαν στην επιβολή ορισμένων από τα πιο παρεμβατικά κράτη που δημιουργήθηκαν ποτέ, παραπέμποντας την κατάργηση του κράτους σε κάποιο απροσδιόριστο μελλοντικό χρόνο, οι ατομικιστικές τέλος φιλελεύθερες ενστάσεις που δεν απέδωσαν στην περίοδο του εμπορικού και του βιομηχανικού καπιταλισμού επανήλθαν εντονότερες την εποχή του χρηματιστηριακής μεταβιομηχανικής κεφαλαιοκρατίας για να κορυφωθούν στην τρέχουσα περίοδο της «νέας οικονομίας».

Η ταυτόχρονη όμως εμφάνιση ορισμένων νέων παραγόντων και νέων συνθηκών συντελεί ώστε οι νέες επιθέσεις να μην είναι μια ακόμη, έστω ακραία, προέκταση των ατομικισμών και των φιλελευθερισμών που εμπεριέχονται από την αρχή στα νεωτερικά κινήματα, αλλά για κάτι το ποιοτικά διαφορετικό. Παρά την ασάφεια των διατυπώσεων και παρά το γεγονός ότι οι σημερινές αντικρατικές διατυπώσεις δανείζονται κάποια στοιχεία ως και από κλασσικές αναρχικές θεωρίες,  φαίνεται ότι στόχος των επιθέσεων των ατομικιστών ιδιωτών δεν είναι γενικά η εξουσιαστική δομή της κοινωνικής οργάνωσης, όσο αυτό καθεαυτό το νεωτερικό εθνικό  κράτος[7].Στη θέση του προτείνεται μια παγκόσμια διακυβέρνηση ή οποία δημιουργείται  de facto έξω από τα μέχρι στιγμής διεθνή όργανα, ανατρέποντας τις μέχρι τώρα αρχές του δημοσίου δικαίου και εγκαθιστώντας άλλες.

Οι νέες επικοινωνιακές ιεραρχίες, χωρίς την συμβολή των οποίων η εφαρμογή αυτών των καινοτομιών θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αναλαμβάνουν την καθιέρωση και την αναγωγή σε αρχή δικαίου, ασαφών (για τους πολίτες) πολιτικών, όπως η απορύθμιση.

Η απορύθμιση (θα μπορούσε ίσως να περιγραφεί ως εσκεμμένη αποδόμηση του ισχύοντος –¨παλαιού¨- προκειμένου να αντικατασταθεί από το επιθυμητό -¨νέο¨) ανάγεται σε αιτιολογούσα νομική αρχή, ανάλογη με την πάλαι ποτέ «επανάσταση» και πολλές νέες ρυθμίσεις που επιβάλλονται απουσία των πολιτών, παρουσιάζονται ως αιτιολογούμενες όχι «επαναστατικώ» αλλά «απορυθμιστικώ» δικαίω .   

6β. Ισορροπίες και αντιθέσεις στo νέο επικοινωνιακό πλαίσιο 

Όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχουν μελετητές που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διατυπώνουν την άποψη ότι τα νέα φαινόμενα δεν αποτελούν παρά αναπόφευκτη εξέλιξη του μοντερνισμού, όπως υπάρχουν και άλλοι που για να ερμηνεύσουν τα τεκταινόμενα καταλήγουν στην άποψη ότι, απλούστερα, ο μοντερνισμός, ανίσχυρος μπροστά στις νέες απρόσμενες εξελίξεις, τις οποίες δεν αισθάνεται σε θέση να χειριστεί, αποφάσισε εν τέλει να αυτοκτονήσει[8].

Αντίθετα, στο παρόν κείμενο συνηγορούμε υπέρ της άποψης α) ότι η επικράτηση του νέου ισχυρού οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλέγματος, στρέφεται κυρίως κατά του μοντερνισμού σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις του, (εκτός ίσως από μια κοινή λατρεία προς την καινοτομία, που, όμως, οφείλεται σε διαφορετικά κίνητρα και εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο) και β) ότι αυτή η επικράτηση οφείλεται στο συγκυριακό συνδυασμό ορισμένων (ανιχνεύσιμων) καταστάσεων.

 Οι καταστάσεις που συνέδραμαν στη δημιουργία και την ενίσχυση αυτού του πλέγματος θα μπορούσαν να σκιαγραφηθούν ως εξής:

1. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και με κορύφωση τις τελευταίες δεκαετίες του, δημιουργήθηκαν όντως οι προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας νέας παγκοσμιότητας. Οι κυριότερες αλλαγές ήταν γενικού επικοινωνιακού χαρακτήρα, αλλά σε συνάρτηση με τον ισχύοντα (τότε, αλλά και τώρα) συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, επέφεραν συγκεκριμένες οικονομικές και  πολιτικές επιπτώσεις. Πρόκειται, όπως περιγράφει η Καϊτατζή, για τη σύγκλιση τριών επικοινωνιακών τομέων που αρχίζει να δρομολογείται τεχνολογικά και πρακτικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Είναι «μια διαδικασία σύζευξης και ενοποίησης, ολοκλήρωσης και ομογενοποίησης» που αφορά «τρεις επικοινωνιακές υποδομές: την τηλεπικοινωνιακή, την πληροφορική και την οπτικοακουστική»[9] και που έχει ως αφετηρία μια σειρά νέων εφευρέσεων και επινοήσεων στα πλαίσια αυτών των τριών τομέων.

«Εν αρχή Ην η τεχνολογία» γράφει η Σ. Καϊτατζή. «Η σύγκλιση επιτεύχθηκε χάρη σε ένα κύμα τεχνολογικών καινοτομιών, που οδήγησε στην αιφνίδια κατάργηση της σπάνης και της ανεπάρκειας στη χωρητικότητα των δικτύων. Οι καινοτομίες συνίστανται, καταρχάς, στην επινόηση των οπτικο- ινικών συστημάτων μετάδοσης και στην εκλαΐκευση και εμπορική εκμετάλλευση των δορυφορικών συστημάτων μεταδόσεων στο μεταίχμιο της δεκαετίας 1970-1980. Η ξαφνική διαπλάτυνση του φάσματος συχνοτήτων και, κατά συνέπεια, η αύξηση της χωρητικότητας και του δυναμικού μετάδοσης σήματος υπήρξαν από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του 20ου αιώνα. Εξάλλου η ψηφιοποίηση τόσο του σήματος εκπομπής, όσο και των εξοπλισμών επεξεργασίας και εγγραφής περιεχομένου, καθώς και η ανάπτυξη της μικροηλεκτρονικής, συνέβαλαν στην ποιοτική ευελιξία και ορθολογικοποίηση της διαχείρισης του σήματος. Η μκροηλεκτρονική βοήθησε στην εμφύτευση Η/Σ στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, βελτιώνοντας δραστικά τις λειτουργίες τους. Η διασταύρωση των μικρο-ηλεκτρονικών Υ/Σ και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων αποτελεί τον πυρήνα των γενεσιουργών αιτίων αυτής της επανάστασης»[10].

Οι επιπτώσεις της σύγκλισης καθώς και οι προοπτικές που αυτή καθιστά ορατές, δημιουργούν την αναγκαιότητα επιλογής πολιτικών αντιμετώπισης και σχεδιασμού. Ήδη κατά τη δεκαετία του ’80, όπως αναφέρει η Καϊτατζή, συγκρούονται στα πλαίσια του ΟΟΣΑ, δύο αντιλήψεις: η γαλλική που προβλέπει «έναν ισχυρό αλλά και εξισορροπημένο ρόλο στο κράτος, σε σχέση με τους άλλους δρώντες, στην κατάστρωση, διαχείριση και προετοιμασία του λαού στα θέματα των νέων τεχνολογιών» και η αγγλοαμερικανική που με σύνθημα ¨Κάτω τα χέρια από τη Νέα οικονομία¨, συνίσταται στην επιβολή των τριών αρχών του νεοφιλελευθερισμού: την κατάργηση των (κυρίως κρατικών) μονοπωλίων, τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων οργανισμών με τη συνεπαγόμενη κατάργηση της έννοιας της δημόσιας ωφέλειας και  την πολιτική της απορύθμισης[11].

Ο συσχετισμός των δυνάμεων οδήγησε στην επιβολή των αγγλοαμερικανικών θέσεων που, εξάλλου, εξέφραζαν τη θέληση και τις πιεστικές προτροπές των  ιδιωτικών δυνάμεων  ¨της αγοράς¨. Λίγο αργότερα, η συνειδητοποίηση των συνεπαγόμενων προβλημάτων από την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων θα οδηγήσει στη δημιουργία ποικίλων κινημάτων βάσης, με στόχο τη καταπολέμηση αυτού του είδους της παγκοσμιοποίησης.  

2. Έστω και εάν, μισό αιώνα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τα οικονομικά μεγέθη των ιδιωτικών επιχειρήσεων ήσαν τέτοια που μπορούσαν άνετα να συγκριθούν με  τους προϋπολογισμούς πολλών μικρών και μεσαίων κρατών, οι ιδιωτικές δυνάμεις δύσκολα θα επιχειρούσαν μια εκτεταμένη αντικρατική εκστρατεία, αν δεν είχαν καταφέρει να ιδιοποιηθούν τις δυνατότητες των νέων υπολογιστικών μηχανών.

Οι πελώριες δυνατότητες απομνημόνευσης και χειρισμού πληροφοριών των ¨ηλεκτρονικών εγκεφάλων¨ δημιουργούν μια νέα τομή στην ιστορία της συλλογικής μνήμης, εξίσου σημαντική με εκείνη της γραφής ή της τυπογραφίας. Ο έλεγχος της νέας μνημονικής-επικοινωνιακής τεχνολογίας, όπως ακριβώς συνέβη και με τις αντίστοιχες παλαιότερες, προσδίδει τεράστια εξουσιαστικά πλεονεκτήματα.

Τώρα πλέον, ο προγραμματισμός και η υλοποίηση μεγάλων έργων και μεγάλων μεταρρυθμίσεων γίνεται εφικτός και χωρίς τη στήριξη των δυσκίνητων γραφειοκρατικών μηχανισμών, οι οποίοι εξ άλλου αναπτύσσουν νοοτροπίες που δεν συμβαδίζουν πάντα με τα ¨ιδιωτικο-οικονομικά¨ κριτήρια.Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι οι επικοινωνητές-χειριστές των νέων μέσων δεν έχουν (ακόμη) διαμορφωθεί σε ανεξάρτητη εξουσιαστική ομάδα έτσι ώστε να μπορούν να επιβάλουν όρους και απόψεις αντίθετες από εκείνες των ιδιοκτητών. 

3. Εξ ίσου δύσκολη θα ήταν η επίθεση κατά των νεωτερικών κρατικών  αντιλήψεων, εάν δεν υπήρχαν διαθέσιμα μέσα που να είναι σε θέση, όχι μόνον να προπαγανδίσουν αποτελεσματικά υπέρ της συγκεκριμένης επιχείρησης, αλλά και -το σημαντικότερο- να εγγυηθούν την εξασφάλιση ενός minimum κοινωνικής συνοχής, καθώς επίσης την κοινωνικοποίηση, τη διαπαιδαγώγηση και την υπόμνηση των απώτερων στόχων της κοινωνίας, λειτουργίες απαραίτητες για την ύπαρξη οποιασδήποτε κοινωνικής οντότητας, έστω και μαζικής.

 Αρμοδιότητες δηλαδή που στο μεν αρχαϊκό κράτος αφορούσαν κυρίως την εκκλησιαστική οργάνωση, στο δε μοντέρνο (μαζί με μια λίγο πολύ νεωτερίζουσα εκκλησία) τη διανόηση που συσπειρώθηκε γύρω από τον έντυπο λόγο. Τέτοιες δυνατότητες είχαν εντοπισθεί, ήδη από την εποχή της κηνσόρων της μαζικής κοινωνίας, στα σύγχρονα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στα οπτικοακουστικά. Όμως, εκτός από τον Τύπο, ο οποίος είχε ιστορικούς δεσμούς με τον μοντερνισμό, τα οπτικοακουστικά μέσα (με εξαίρεση τις ΗΠΑ), τελούσαν υπό καθεστώς άμεσου κρατικού-κοινωνικού ελέγχου. 

Ο σκόπελος υπερκεράστηκε όταν, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι ιδιώτες κατάφεραν να οικειοποιηθούν τις συχνότητες επίγειας αναμετάδοσης των ερτζιανών, ιδιωτικοποιώντας το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.  Τώρα πλέον, χάρη στον έλεγχο των οπτικοακουστικών μέσων, μπορούσαν να επιβάλουν την εμπορευματοποιημένη εκδοχή της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά και να πληροφορήσουν, να διαπαιδαγωγήσουν, να αιτιολογήσουν και να κοινωνικοποιήσουν κατά το δοκούν.

Με αυτόν τον τρόπο απλουστεύεται και η καθοδήγηση των φαντασιακών αναγκών του μαζικού κοινού: ως και ¨θαύματα¨ θα μπορούσε επιτέλους να  προβάλει ¨ζωντανά¨ η νέα οπτικοακουστική ¨θρησκεία¨, βρίσκοντας χαμένους συγγενείς και αναζωπυρώνοντας χαμένους έρωτες στα πλαίσια εκπομπών τύπου reality.Η επικοινωνιακή εξουσία που δημιουργείται με άξονα τα οπτικοακουστικά μέσα αν και συνδεδεμένη με εκείνη του παλαιότερου μαζικού μέσου, του Τύπου, δεν απέκτησε μέχρι στιγμής την αυτονομία που χαρακτήρισε την κλασική δημοσιογραφία.

4. Η ίδια περίοδος, τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, τυχαίνει να συμπίπτει με την εμφάνιση έντονων κρίσεων (παραγωγικών, ιδεολογικών και άλλων) στις χώρες του αποκαλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή με την κρίση μιας μορφής κρατικού καπιταλισμού στηριγμένου σε σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές προθέσεις και οράματα.

Ο ¨υπαρκτός σοσιαλισμός¨ που επικράτησε σε πολλές χώρες υπό την επιρροή της ισχυρής Σοβιετικής Ένωσης, απετέλεσε, κατά τη μεταπολεμική εποχή, το αντίπαλο δέος των δυτικών καθεστώτων. Στις χώρες αυτές, οι ηγεσίες που είχαν άλλοτε νομιμοποιηθεί λόγω της συμμετοχής τους στις επαναστατικές διαδικασίες είχαν πλέον εκλείψει για ηλικιακούς λόγους, οι νεοδημιουργημένες μικροαστικές τάξεις απαιτούσαν δημοκρατία, ει δυνατόν καταναλωτική, ενώ τα ατομικιστικά στοιχεία, ελλείψει ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και παραοικονομίας, είχαν ικανοποιήσει μέρος των βλέψεών τους εντασσόμενα στον προνομιούχο κρατικό και κομματικό μηχανισμό, προκαλώντας έτσι μια γενικευμένη απαξία για την πολιτική.

Η κατάρρευση του σοβιετικού τύπου σοσιαλισμού αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, μια μεγάλη ήττα για την εκεί επικοινωνιακή εξουσία, που δεν κατάφερε να ανανεώσει τους κώδικές της και, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε συχνά τελετές  και συνθήματα ¨εκκλησιαστικού-μεταφυσικού, τύπου  δεν στάθηκε ικανή να χειριστεί τις φαντασιακές ανάγκες του ¨κοινού¨ της.

Με την πτώση της Μεγάλης Αρκούδας και των συμμάχων της, ένα μεγάλο τμήμα της διεθνούς ομάδας των επικοινωνητών που την είχαν στηρίξει άλλαξε προσανατολισμό, αντικαθιστώντας την προβολή  του προλεταριακού διεθνισμού με την στήριξη των παγκοσμιοποιητικών εγχειρημάτων. Η ομάδα αυτή στάθηκε πολύτιμος συμπαραστάτης στις νεοφιλελεύθερες, παγκοσμιοποιητικές και μεταμοντέρνες εκστρατείες της ¨νέας εποχής¨. 

5. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τεκταινόμενα στο τελευταίο διάστημα του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα, συμβαίνουν σε έναν κόσμο όλο και πιο μικρό, ο οποίος τελεί υπό δημογραφική έκρηξη, στον οποίο οι παραδοσιακές πρώτες ύλες εξαντλούνται και όπου η μόλυνση του περιβάλλοντος μειώνει όλο και περισσότερο (τον ούτως ή άλλως πεπερασμένο) πλανητικό χώρο,  δε θα πρέπει να αγνοήσουμε ακόμη ένα από τα εντελώς νέα πλεονέκτηματα που διαθέτουν όσοι είναι σε θέση να χειριστούν τις φαντασιακές ανάγκες της κοινωνίας: την δημιουργία από τις κυβερνητικές μηχανές ενός εικονικού χώρου, ο οποίος μπορεί να προβληθεί ως λειτουργικό υποκατάστατο του πραγματικού, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τα μεταμοντέρνα δόγματα, ο πραγματικός κόσμος απλώς δεν υπάρχει.   

6γ. Intermezzo: Déjà vu ή περί ιστορικών αντιστοιχιών

Σε πρόσφατο δημοσίευμά του, ένας αμερικανός ιστορικός, οπαδός της παγκοσμιοποιητικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο Niall Fergeson[12] προειδοποιεί ότι το προσεχές μέλλον του πλανήτη ενδέχεται να επιφυλάσσει την έλευση ενός νέου μεσαίωνα.

Φυσικά, η δυσοίωνη πρόβλεψη του Fergeson δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε καταγγελία κατά των ενδεχόμενων παρενεργειών της σημερινής παγκοσμιοποιητικής πολιτικής. Κάθε άλλο. Αυτό που τον προβληματίζει είναι η πιθανότητα να δημιουργηθεί ένας πολύ-πολικός κόσμος. Συγκεκριμένα εκφράζει το φόβο ότι οι σκοτεινοί χρόνοι θα επιστρέψουν σε περίπτωση που θα μειωθεί (για οποιοδήποτε λόγο) η παν-επιβλέπουσα αμερικανική ισχύς, οπότε οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και προβλέψιμες : ελλείψει ισχυρού κατευθύνοντος καθεστώτος θα πάρουν πάνω τους οι θρησκευτικοί φονταμενταλισμοί, θα επανεμφανισθούν οι οχυρωμένες πόλεις, θα γενικευτούν οι άναρχες μεταναστεύσεις, ενώ ο πλανήτης θα καταλήξει σε ένα γενικευμένο χάος.

Με αφορμή τις καταστροφικές προβλέψεις του Fergeson θα θέλαμε να προσθέσουμε κάποιες παρατηρήσεις που οδηγούν, γιατί όχι, στην ίδια ανησυχία, ύστερα όμως από διαφορετικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις, αποδοχές και εκτιμήσεις.

Πράγματι, ανάμεσα στη κατάσταση όπως παρουσιάζεται σήμερα σε πλανητική κλίμακα και σε εκείνη που επικρατούσε κατά τη διάρκεια των ¨μέσων σκοτεινών χρόνων¨ υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες. Η κυριότερη από αυτές αναδείχτηκε όταν αναζητήσαμε άλλες παρελθούσες ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες, σε αναλογία με τα όσα συμβαίνουν σήμερα,  ισχυρές ιδιωτικές δυνάμεις να είναι σε θέση να αμφισβητήσουν, να ελέγξουν ή να θέσουν σε καθεστώς ομηρίας  την κεντρική εξουσία :  πλησιέστερη στην σημερινή κατάσταση προέκυψε εκείνη που χαρακτήρισε την Ευρώπη, ανάμεσα στη πτώση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την έλευση της Αναγέννησης και του μοντερνισμού. 

Τότε όπως και σήμερα, βασική προϋπόθεση για την επιβολή των απορυθμιστικών πολιτικών των ιδιωτών στάθηκε ο από μέρος τους έλεγχος της βασικής παραγωγικής-οικονομικής διαδικασίας, έστω και εάν τότε αυτή ήταν ακόμη η γεωργική παραγωγή (αποτέλεσμα ενός συγκυριακού ιστορικού άλματος ¨προς τα πίσω¨) ενώ σήμερα το φαινόμενο συνέπεσε με την εμφάνιση της λεγόμενης Νέας οικονομίας (αποτέλεσμα ενός κοινωνικά ανεξέλεγκτου άλματος ¨προς τα εμπρός¨).

Η γεωργία, μετά τη Ρωμαϊκή παρακμή, τις βαρβαρικές εισβολές, την κατάρρευση των εμπορικών δρόμων και τον συνεπαγόμενο περιορισμό της βιοτεχνίας, αποτέλεσε και πάλι τη σημαντικότερη  παραγωγική δραστηριότητα. Οι καλά εξοπλισμένοι ιδιώτες που κατάφεραν να ιδιοποιηθούν τη καλλιεργήσιμη γη, φρόντισαν παράλληλα να εμποδίσουν την ανάπτυξη άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ανταγωνιστικές τάξεις, και για ένα διάστημα αρκετών αιώνων το κατάφεραν. 

Όμως, και τότε, το εγχείρημα θα είχε μικρές πιθανότητες διάρκειας εάν δεν διέθετε μια ικανή επικοινωνιακή κάλυψη. Πράγματι, αυτή η κάλυψη δόθηκε από την ισχυρότερη επικοινωνιακή εξουσία της εποχής, την καθολική εκκλησία. Μια από τις πρώτες αποφάνσεις της κραταιάς εκκλησιαστικής οργάνωσης αφορούσε στην ανακήρυξη του εμπορίου ως δραστηριότητας μη συμβατής με τα χριστιανικά ήθη και στην ανάθεση του σε μη καθολικές μειονότητες χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Έτσι η δημιουργία μέσων τάξεων θα καθυστερήσει, όπως θα καθυστερήσουν και τα αιτήματα για δημοκρατία και για εθνικές συσπειρώσεις.

Βέβαια, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα, τότε, η επικοινωνιακή εξουσία δεν ήταν μόνο πανίσχυρη, αλλά και αρκούντως αυτόνομη ώστε να έχει ίδιες πολιτικές βλέψεις. Σύμφυτη με τη μονοθεϊστική υφή των δογμάτων της εκκλησίας υπήρξε και η οικουμενο-ποιητική της πολιτική, μια πολιτική που ενώ δημιουργούσε εντάσεις και προστριβές με όσες εξουσίες θα ήθελαν να παίξουν κεντρικό ρόλο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, αντίθετα δεν φαίνεται ότι ενοχλούσε τους φεουδάρχες.

Η σχέση της εκκλησίας με τους ιδιώτες, κυρίους της γης, βασιζόταν κυρίως σε διαδικασίες νομής αξιωμάτων και σε κοινές μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Η αποδοχή μεταξύ των ανώτατων εκκλησιαστικών στελεχών, των (δευτερότοκων) γιων των φεουδαρχών εξασφάλιζε τον αμοιβαίο συντονισμό, ενώ ή πάγια αντιπαράθεση με τον ¨αυτοκράτορα¨ ή με όποιον βασιλιά συγκέντρωνε υπερβολική ισχύ, συνέπιπτε με τις ¨απορυθμιστικές¨ πολιτικές των ιδιωτών κατόχων γης. 

Όμως υπήρξε και μια άλλη σημαντική επικοινωνιακή λειτουργία, που ασκήθηκε με αποτελεσματικότητα από την καθολική εκκλησία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε μια περίοδο ¨πεπερασμένου προσιτού χώρου¨ όπως αυτή του μεσαίωνα, η επικοινωνιακή εξουσία της εκκλησίας κατάφερε να χειριστεί με μεγάλη πειστικότητα στην αρχή, αλλά με πολύ λιγότερη στη συνέχεια, τις φαντασιακές ανάγκες των ανθρώπων, προτείνοντας και διαχειριζόμενη το Υπερπέραν, ως χώρο όπου οι προβληματισμοί μιας σκληρής εποχής έβρισκαν πειστικές απαντήσεις. Εάν σήμερα η προσοχή των κοινωνιών ωθείται προς τις οθόνες, τότε, οι οξείες γωνίες του γοτθικού ρυθμού έστρεφαν τα βλέμματα προς τον ουρανό, όπου και έδρευε η μελλοντική ευτυχία[13].

Ένα ακόμη αξιοσημείωτο σημείο ομοιότητας ανάμεσα στην σημερινή και την μεσαιωνική περίοδο κυριαρχίας των ιδιωτών αφορά στην έννοια της εδαφικότητας. Όπως διαπιστώνει ο Bertrand Badie[14], στο φεουδαρχικό σύστημα η πολιτική εξουσία βασίζεται σε δικαιώματα (παραχωρήσεις, παροχές, αναθέσεις, συμβάσεις) που δεσμεύουν τα άτομα ανεξάρτητα από το εάν ανήκουν ή όχι σε μια εδαφική ενότητα. Ο πολέμαρχος μπορεί να ανταμειφθεί με την αναγνώριση των κατακτημένων εδαφών ή να του παραχωρηθούν άλλα, αλλού. Οι μόνοι που είναι απολύτως δεσμευμένοι με τη γη είναι οι δουλοπάροικοι.

Εξάλλου, τα μεσαιωνικά σύνορα είναι συνήθως ασαφή, ενώ αυτή καθαυτή η λέξη ¨σύνορο¨, με τη σημερινή της έννοια, εμφανίζεται στην Φλάνδρα μόλις το 1315[15].Για τον Badie η σύγκριση των σημερινών εξελίξεων με τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα, μπορεί μεν να αποτελεί μια μεταφορά, όμως οδηγεί σε μια προφανή αλήθεια: ο σημερινός πολλαπλασιασμός των ταυτοτήτων σε συνδυασμό με την κρίση στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και θεσμών, αποδυναμώνει και πάλι την αρχή της εδαφικότητας, διασπά την έννοια της ηγεμόνευσης και θρυμματίζει το υπάρχον κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο.

Ο Bertrand Badie χρησιμοποιεί την μεταφορά αυτή για να δείξει ότι η σημερινή τάση κατά της εδαφικότητας, δεν είναι πρωτόγνωρη αλλά έχει επανεμφανιστεί άλλοτε στον ευρωπαϊκό χώρο. 

Εμείς απλώς θα σημειώσουμε μια φαινομενική παραδοξότητα: Οι αιχμές των δοράτων των μεταμοντέρνων υποστηρικτών της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα όσων εκφράζονται μέσω των ΜΜΕ, σπάνια στοχεύουν με σαφήνεια τον μοντερνισμό ή το εθνικό κράτος, την  εδαφικότητά και τον κοινωνικό του ρόλο. Συνήθως αρέσκονται στο να παρουσιάζονται ως μάχιμος μοντερνισμός και να παραβλέπουν οποιαδήποτε ομοιότητα με προνεωτερικές καταστάσεις. Ακόμη και οι επιθέσεις κατά των πολιτικών σπάνια αιτιολογούνται ως επιθέσεις κατά των εκπροσώπων μιας πολιτειακής μορφής που θεωρείται ξεπερασμένη. Αντίθετα, οι επιθέσεις κατά των εκκλησιαστικών παραγόντων (δηλ. των εκπροσώπων μιας προγενέστερης επικοινωνιακής εξουσίας) συνοδεύονται συχνά με υπομνήσεις και κατηγορίες περί αναχρονισμού και οπισθοδρόμησης.

Βέβαια αν προσέξει κανείς λίγο περισσότερο θα παρατηρήσει ότι κύριος στόχος των επιθέσεων είναι κυρίως οι εκκλησιαστικοί που (με καθυστέρηση σε πολλές περιπτώσεις) προσπαθούν να εκμοντερνιστούν. 

Παράλληλα όλα δείχνουν ότι σήμερα οι ιδιώτες,  καθώς και οι νέες μορφές επικοινωνιακής εξουσίας που βρίσκονται σε διαδικασία σχηματισμού γύρω από τα ΜΜΕ, ευνοούν άλλες, νεόκοπες θρησκευτικές εκδοχές, που θεωρούνται ως περισσότερο συνάδουσες με τα νέα μορφώματα εξουσίας.     

Ολίγα περί της ελληνικής ιδιαιτερότητας

Στην Ελλάδα, η κρίση στις σχέσεις μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων ή ακριβέστερα η κρίση μεταξύ των εκπροσώπων της  νεωτερικής πολιτειακής μορφής (ή, εν πάση περιπτώσει, του ό,τι έχει απομείνει από αυτή) και των ιδιωτικών δυνάμεων που δρουν απορυθμιστικά, δεν διαφέρει πολύ από την κρίση που βιώνουν άλλες χώρες υποκείμενες σε διαδικασίες παγκοσμιοποιητικού νεοφιλελευθερισμού.

Και εδώ όπως και εκεί, αν και κατά γενική ομολογία οι πολιτικοί, στην πλειονότητά τους, παρουσιάζονται περισσότερο προσιτοί και ¨διαβασμένοι¨ απ’ ότι στο παρελθόν, υπόκεινται σε πρωτοφανείς επιθέσεις που συν-υποβαθμίζουν, όχι τυχαία, και την γενικότερη έννοια της πολιτικής.

Και εδώ όπως και εκεί, η αλλαγή των ισορροπιών έγινε με τη συγκατάθεση των ίδιων των πολιτικών ηγεσιών, αλλά χωρίς το θέμα να τεθεί σε δημόσιο διάλογο και χωρίς να ζητηθεί η άποψη των πολιτών.

Και εδώ όπως και εκεί, βασικό τμήμα του οπτικοακουστικού τομέα έχει παραδοθεί σε ένα ιδιωτικό ολιγοπώλιο που ελέγχεται από ανθρώπους που δεν ανήκουν στον χώρο της επικοινωνίας, αλλά της οικονομίας και των επιχειρήσεων.

Και εδώ όπως και εκεί, αναπτύσσεται μια νέα επικοινωνιακή εξουσία γύρω από τα ΜΜΕ, κυρίως τα οπτικοακουστικά, που παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την παραδοσιακή τέταρτη εξουσία και που θα πρέπει να μελετηθεί στην εξέλιξή της.

Και εδώ όπως και εκεί, μεγάλο τμήμα της νέας επικοινωνιακής εξουσίας στελεχώθηκε από τέως ενιστάμενους ή και εξεγερμένους διεθνιστές που άλλαξαν στρατόπεδο πριν ή, πολύ περισσότερο, μετά τη πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, οι νομοθετικές ρυθμίσεις επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της απορύθμισης του χώρου και ευνοούν την εξάπλωση της επιρροής των ιδιωτών, ενώ παράλληλα επιβιώνουν ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στον στοιχειώδη έλεγχο της μαζικής επικοινωνίας. (Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, κρατικά οπτικοακουστικά δίκτυα).

Ειδικά στην Ελλάδα, στους μη θεράποντες της νέας κατάστασης θα πρέπει να προστεθούν κάποια συνδικαλιστικά όργανα της παραδοσιακής δημοσιογραφίας  (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΗΕΜΘ), κάποια τμήματα της νεωτερικής διανόησης που εν μέρει ακόμη ανθίστανται, τμήμα της παραδοσιακής επικοινωνιακής εξουσίας της εκκλησίας, καθώς και το εξοπλισμένο με ανθεκτική δυσπιστία απέναντι στη (διαφημιστικού χαρακτήρα) σαγήνη της ¨νέας εποχής¨ τμήμα της νεοελληνικής κοινωνίας.

Αυτή η ανθεκτική δυσπιστία και επιφυλακτικότητα του νεοελληνικού κοινού απέναντι στα μαζικά μηνύματα και την οπτικοακουστική πειθώ, αποτελεί ίσως την κυριότερη ιδιομορφία της ¨ελληνικής περίπτωσης¨  Ίσως επειδή η Ελλάδα δημιούργησε τη σύγχρονη φυσιογνωμία της χωρίς την καθοριστική παρουσία καστών ανάλογων με εκείνες τις Δυτικής Ευρώπης, ίσως επειδή οι εθνικές και κοινωνικο-πολιτικές περιπέτειες οδήγησαν κατά καιρούς το λαό σε οικονομική ισοπέδωση, ίσως επειδή η χώρα, χωρίς να φτάσει ποτέ στην έσχατη ένδεια ώστε να μη μπορεί να σκέφτεται και να αμφισβητεί, ανάπτυξε τη κριτική της σκέψη χωρίς ιμπεριαλιστικές ενοχές, ίσως επειδή αστικοποιήθηκε πρόσφατα και ιδιόμορφα, ίσως επειδή μπήκε αργά και ανισόρροπα στον κύκλο των ευδαιμόνων καταναλωτών, ίσως επειδή η μικρή διάδοση της γλώσσας δεν επιτρέπει την άνετη εξοικείωση με τα διεθνή ρεύματα, ίσως επειδή οι εθνικές περιπέτειες έχουν δημιουργήσει βαθιές ρίζες σκεπτικισμού απέναντι σε ό,τι έρχεται απ’ έξω, ίσως επειδή είμαστε μικρή κοινωνία και λίγο πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας, πράγμα που δυσκολεύει τις μυθοποιήσεις, το γεγονός είναι, (και πολλοί ειδικοί περί της πειθούς επικοινωνιολόγοι το αναγνωρίζουν και ενίοτε το επικρίνουν), ότι   στην Ελλάδα η Πολιτική αντιστέκεται περισσότερο από ότι αλλού. 

Επειδή κατά τη γνώμη μας η Ιστορία στην Ελλάδα και στον Κόσμο εξακολουθεί να καταγράφει αλλαγές και επειδή όλα δείχνουν ότι πολλοί κόμποι (σχετικοί με το περιβαλλοντικό, αλλά και το ηθικό όριο του τριωνύμου: νεοφιλελευθερισμός, μεταμοντερνισμός, παγκοσμιοποίηση) θα φτάσουν σύντομα στο χτένι, αξίζει τον κόπο οι μελετητές των επικοινωνιακών φαινομένων να παρακολουθήσουν με προσοχή την πορεία των υπαρχουσών και των υπό διαμόρφωση επικοινωνιακών εξουσιών.

Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε, για παράδειγμα, αν αυτοί οι τελευταίοι θα εξακολουθήσουν να επικαλούνται την πολιτική ορθότητα ή θα παραδώσουν τη σκυτάλη σε κάποιο είδος κοινωνικού δαρβινισμού (όπου αρένα της ¨φυσικής επιλογής¨ θα είναι πλέον η αγορά). Ούτως ή άλλως ο κοινωνικός δαρβινισμός έχει αναζωπυρωθεί τελευταία και καιροφυλακτεί. Δεν νομίζω ότι θα εκπλαγεί κανείς ιδιαίτερα εάν οι σημερινοί πολιτικώς ορθοί, χρήσιμοι στους ιδιώτες σε αυτήν τη φάση που ο πόλεμος κατά της πολιτείας γίνεται με ¨φιλάνθρωπα¨ ατομικιστικά επιχειρήματα, μεταμορφωθούν πολύ σύντομα σε κοινωνικούς νεοδαρβινιστές, με την ίδια ευκολία που ορισμένοι ¨αριστεροί¨ προσχώρησαν στον οικονομικό φιλελευθερισμό ή ορισμένοι αμερικανοί τροτσκιστές στελέχωσαν τη διοίκηση Μπους.  

Βασίλης Νόττας

(τέλος του β΄τμήματος)


[1] Μ. Gurevitch, «H Παγκοσμιοποίηση της Ηλεκτρονικής Δημοσιογραφίας», στη συλλογή κειμένων «ΜΜΕ και Κοινωνία», οπ.π. σελ 290.

[2] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ «Η Επικράτεια των πληροφοριών», Κριτική, Αθήνα, 2003. Μια εμπεριστατωμένη περιγραφή των επικοινωνιακών αλλαγών που προηγούνται των νέων πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών φαινομένων, καθώς και οι επιπτώσεις της σύγκλισης μεταξύ ορισμένων επικοινωνιακών τομέων.

 [3] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ, οπ.π. σελ. 361-362

[4] Regis Debray, «Critique de la raison politique ou l’ inconscient religieux» Gallimard, 1987. Βλέπε επίσης R.Debray, «Η επιστήμη της Επικοινωνίας» Λιβάνης –Νέα σύνορα, Αθήνα 1997 σελ. 57 και επ.

[5]  Δ.Γ. Τσαούση «Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας» Εκ. Gutenberg Αθήνα 1989

[6] Εκ ούτων ουν φανερόν ότι των φύσει η πόλις εστί, και ότι άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον, […] διότι δε πολιτικόν ο άνθρωπος ζώον πάσης μελέτης και παντός αγελαίου ζώου μάλλον, δήλον. Ουθέν γαρ, ως φαμέν, μάτιν η φύσις ποιεί[…] Φυσει μεν ουν η ορμή εν πασιν επί τοιαύτην, κοινωνίαν, ο δε πρώτος συστήσας μεγίστων αγαθών αίτιος..ωσπε ργαρ και τελεωθέν βέλτιστον των ζώων άνθρωπος εστιν, ούτω και χωρισθέν δίκης χείριστον πάντων. Αριστοτέλους Πολιτικά Ι 1,9 (1253α 1)

[7] Σχετικά με τις αντιστάσεις του σύγχρονου νεωτερικού κράτους απέναντι στο κύμα του παγκοσμιοποιούντος νεοφιλελευθερισμού βλ. και Manuel Castels  «L’ère de l’information, tome 1 :
La société en réseaux
» 
Fayard, 1998, Manuel Castells «L’ère de l’information, tome 2 :
Le pouvoir de l’identité
»
Fayard, 1999,  Κώστας Βεργόπουλος «Παγκοσμιοποίηση : Η μεγάλη Χίμαιρα». 

[8] Ο Ulrich Beck (όπως τον επικαλείται η Σοφία Καϊτατζή, οπ.π. σελ386) υπογραμμίζει την ειρωνεία του να επιζητούν οι πολιτικοί ¨αγορά και περισσότερη αγορά¨ χωρίς να κατανοούν ότι έτσι οι ίδιοι  απονεκρώνουν τα ζωτικά τους νεύρα, στερεύουν την πηγή χρημάτων και εξουσίας. Και αναρωτιέται ¨έχουμε άραγε ξαναζήσει έστω και μια φορά, ένα ανάλογο απερίσκεπτο και φαιδρό εγχείρημα δημόσιας αυτοκτονίας;¨.

[9] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ, οπ.π., σελ. 158. 

[10] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ ,οπ.π. σελ. .  159-160.

[11] Σοφία Καϊτατζή  Γουίτλοκ οπ.π. σελ. 176

[12] Niall Fergeson, «A world without powe»r, στο περιοδικό Foreign Policy, Ιούλιος-Αύγουστος 2004

[13] Για τους συμβολισμούς της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, βλ. Umberto Eco «La struttura assente», Bompiani, Milano 1968, ιδιαίτερα το κεφάλαιο «La funzione e il segno», σελ. 189-250

 [14] Bertrand Badie, «La fin des territoires: Essai sur le désordre international et sur l utilité sociale du respect», Fayard, Paris, 1995, σελ. 30-33.

[15] Bertrand Badie, οπ.π. σελ.31 

Υποβολή απάντησης

XHTML: Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις ετικέτες: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <pre> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>