Η επικοινωνιακή εξουσία και οι Ιδιώτες (1)
Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών
1. Συνοπτική παρουσίαση
Τα βασικά σημεία επί των οποίων αρθρώνεται το παρόν κείμενο (διατυπωμένα υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων) είναι τα εξής:
Με ποιο έναυσμα συντάχθηκε το κείμενο;
Την κρίση στις σχέσεις μεταξύ κύκλων της πολιτικής και κύκλων της επικοινωνιακής εξουσίας, που παρατηρείται κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Γιατί;
Γιατί, αν και ασαφής ως προς τους όρους που την περιγράφουν, είναι έντονη και κατά τη γνώμη μας ενδεικτική μιας σειράς σημαντικών μεταβολών ευρύτερης σημασίας.
Υπάρχει γενικότερο ενδιαφέρον για το θέμα;
Ναι, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές πεδίο, ιδιαίτερα στις χώρες όπου είναι ήδη αισθητές οι συνέπειες και οι παρενέργειες της ισχύουσας παγκοσμιοποιητικής πολιτικής.
Πρόκειται για μια καινοφανή κατάσταση ή για ένα φαινόμενο που έχει επανεμφανιστεί στο παρελθόν, έστω υπό διαφορετικούς όρους;
Θα υποστηρίξουμε ότι, έστω και εάν παρατηρούνται ανέκαθεν τάσεις αυτονόμησης της γενικώς επικοινωνιακής από την καθαυτό πολιτική εξουσία, η σημερινή κατάσταση ρήξης οφείλεται σε έναν νέο συνδυασμό πρωτογενών παραγόντων.
Έχουν εντοπιστεί αυτοί οι παράγοντες;
Εν πολλοίς, ναι. Εκείνο που διαφέρει είναι η σημασία που τους αποδίδεται από τους διάφορους μελετητές. Επίσης, διαπιστώνεται μια ευρέως διαδεδομένη τάση, ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες να θεωρούνται ως πλέον οριστικά δεδομένοι και άνευ προσεχών εναλλακτικών διαφοροποιήσεων. Πρόκειται για το ρεύμα που καταλήγει στο να διατυπώνει απόψεις περί του τέλους της ιστορίας. [1]
Ποιοι είναι οι παράγοντες των οποίων οι επιπτώσεις και οι παρενέργειες, σύμφωνα με το παρόν κείμενο, θα πρέπει να εξεταστούν εκτενέστερα;
Οι ισχύουσες διαδικασίες παγκοσμιοποίησης και ο ρόλος των ιδιωτών σε αυτές. Κυρίως οι λόγοι για τους οποίους οι ιδιώτες κατά την τρέχουσα περίοδο επελαύνουν. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί αναλυτικότερα η πορεία και η σημερινή σύνθεση των ομάδων που ασκούν επικοινωνιακή εξουσία.
Ποιοι είναι αυτοί οι ιδιώτες; Μια άλλη λέξη για να αποκαλέσει κανείς τους καπιταλιστές;
Όχι ακριβώς. Οι καπιταλιστές δεν στράφηκαν ανέκαθεν κατά του κράτους. Το αντίθετο, υπήρξαν οι συνδημιουργοί (μαζί με ποικίλους κοινοτιστές της νεωτερικής επικοινωνιακής εξουσίας) του νεότερου εθνικού κράτους. Ο εμπορικός και ο βιομηχανικός καπιταλισμός αξιοποίησαν και συχνά καταχράστηκαν τις οργανωτικές ιδιότητες της πολιτείας. Ωστόσο, υπήρξαν πάντοτε κάποιοι ακραίοι αντικοινοτικοί, ατομικιστές ιδιώτες, εχθροί της πολιτείας και της ένταξης της πολιτικής στα πολιτειακά πλαίσια, οι οποίοι όμως, σπάνια έγιναν τόσο ισχυροί ώστε να μπορέσουν να απειλήσουν την οργανωμένη πολιτεία και τις κοινωνικές της λειτουργίες.
Υπέρ ποιας βασικής ερμηνευτικής υπόθεσης συνηγορεί η παρούσα εργασία;
Ότι η κρίση που βιώνουμε σήμερα μεταξύ πολιτικής και επικοινωνιακής εξουσίας, η οποία συνηθέστερα γίνεται αντιληπτή ως ένταση και διαμάχη μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, εντάσσεται στην ουσία σε μια γενικότερη κοινωνική και πολιτική κρίση, που οφείλεται με τη σειρά της στην δημιουργία μιας νέας αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά παρατάσσονται οι όλο και ισχυρότερες ιδιωτικές δυνάμεις και από την άλλη ό,τι εξακολουθεί να αντιστέκεται από την οργανωμένη κατά τα νεωτερικά πρότυπα πολιτεία, δηλαδή άνθρωποι και θεσμοί νοούμενοι ως θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος. Η αντιπαράθεση έχει επίσης τα κλασικά χαρακτηριστικά μιας ακόμη σύγκρουσης μεταξύ ατομισμού και κοινοτισμού.
Γιατί οι ιδιώτες παρουσιάζονται ξαφνικά τόσο ισχυροί;
Γιατί χάρη σε μια σειρά ιστορικών συγκυριών κατάφεραν να ιδιοποιηθούν δύο βασικά πράγματα:
Πρώτον, τη δυνατότητα χειρισμού μεγάλων ποσοτήτων – πληθυσμών (μέσω της απομνημόνευσης και του χειρισμού όλο και μεγαλύτερου πλήθους πληροφοριών, ευχέρεια που παρέχεται από τους υπολογιστές νέας τεχνολογίας). Αυτή η ιδιοποίηση τους επιτρέπει να μην έχουν πλέον ανάγκη τις οργανωτικές διαχειριστικές γραφειοκρατίες, άρα στην ουσία να μη χρειάζονται το ισχυρό οργανώνον κράτος (σήμερα ένας φορητός υπολογιστής μπορεί να κάνει τη δουλειά ολόκληρης της Ναπολεόντειας γραφειοκρατίας σε λιγότερο χρόνο).
Δεύτερον, ένα σημαντικό υποκατάστατο της πάλαι ποτέ επικοινωνιακά πανίσχυρης εκκλησίας: τα ΜΜΕ και ιδίως τα ηλεκτρονικά. Τα νέα μέσα φάνηκαν ικανά να υποκαταστήσουν τις εκκλησίες σε πολλές από τις παλιές συλλογικές κοινωνικοποιητικές, επικοινωνιακές τους λειτουργίες[2].
Έτσι οι ιδιώτες αισθάνονται ισχυρότεροι από το παραδοσιακό νεωτερικό κράτος, το οποίο καταλήγει να (τους) είναι ενοχλητικό υπό την φορολογούσα, δασμολογούσα, ελεγκτική, διαιτητική και (με προτεραιότητα) κοινωνικώς εξισορροπούσα ιδιότητά του.
Επομένως, η κρίση δεν είναι τόσο μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, όσο μεταξύ ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων που αμφισβητούν την νεωτερική κρατική οργάνωση (ιδιωτών) από τη μία πλευρά και των (έστω κατά παράδοση ή έστω κατά ισχύουσα ακόμη σύμβαση) εκφραστών της δημόσιας αντίληψης, από την άλλη.
Η διχοτόμηση αυτή σχετίζεται άμεσα και με τους άλλους προεξάρχοντες δυϊσμούς της τρέχουσας περιόδου: παρεμβατισμός – νεοφιλελευθερισμός, κοινοτισμός – ατομικισμός, μοντερνισμός – μεταμοντερνισμός. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι που να διεκδικούν την εκφραστική τους αυτονομία ή ότι εξέλειψαν οι επικοινωνητές που να εξακολουθούν να στηρίζουν νεωτερικές ή ακόμη και αρχαϊκές θεωρήσεις, ούτε πως δεν υπάρχουν πολιτικοί, (κάθε άλλο) που να μην έχουν ήδη ενδώσει στις πολιτικές των ιδιωτών.
Σε κάθε περίπτωση, γίνεται όλο και πιο ορατή η ανάγκη να διερευνηθούν εκτενέστερα οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται σήμερα η επικοινωνιακή εξουσία.
Έχει υπάρξει άλλη ιστορική περίοδος κατά την οποία οι ιδιώτες να παρουσιάζονται τόσο ισχυροί;
Ναι, χαρακτηριστική όσον αφορά την αυξημένη δύναμη των ιδιωτών υπήρξε η μεσαιωνική περίοδος στον δυτικό κόσμο. Και τότε είχαν καταφέρει, χάρη σε μια σειρά ιστορικών συγκυριών, να ιδιοποιηθούν τη βασική οικονομική λειτουργία της περιόδου (που δεν ήταν η «νέα οικονομία», αλλά η γεωργική εκμετάλλευση του εδάφους -οι άλλες οικονομικές λειτουργίες είχαν συγκυριακά υποβαθμιστεί), και τότε είχαν επιτύχει, αν όχι τον έλεγχο, τουλάχιστον έναν αμοιβαία επωφελή συνεταιρισμό με την κεντρική επικοινωνιακή δύναμη της εποχής, την καθολική εκκλησία. Η σχέση στηρίχτηκε και μακροημέρευσε, μεταξύ άλλων, χάρη σε ένα σύστημα κληρονομικής διανομής των αξιωμάτων (ο πρωτότοκος γιος φεουδάρχης, ο δευτερότοκος καρδινάλιος ή επίσκοπος).
Είναι αυτή η μόνη αξιοπρόσεκτη ομοιότητα ανάμεσα στις σημερινές τάσεις και την μεσαιωνική συγκυρία;
Οχι. Πέρα από τη συμβολική ομοιότητα μεταξύ των θυρεών και των κατατεθέντων εμπορικών σημάτων, τώρα όπως και τότε η εδαφικότητα ως σημείο αναφοράς υποχωρεί: τότε προς όφελος αναθέσεων, συμβάσεων και συμφωνιών που ανεξαρτητοποιούσαν το φεουδάρχη από τη συγκεκριμένη γη που διοικούσε, ενώ σήμερα η επίθεση στην εδαφικότητα εντάσσεται στο πλαίσιο της κατεδάφισης του νεωτερικού εθνικού κράτους.
Επίσης συνέπεσε και ενδεχομένως ευνόησε τις εξελίξεις, το γεγονός ότι τότε, όπως και τώρα, ο «παγκόσμιος» διαθέσιμος χώρος έμοιαζε περιορισμένος, τότε από απροσπέλαστους ωκεανούς και ερήμους, σήμερα από ένα απροσπέλαστο (επί του παρόντος) αστρικό διάστημα.
Και στις δύο περιπτώσεις η επικοινωνιακή εξουσία μπόρεσε να δημιουργήσει και να χειριστεί ένα φαντασιακό υποκατάστατο του χώρου, τότε το υπερπέραν, τώρα το χώρο της αποκαλούμενης εικονικής πραγματικότητας.
Η διαπίστωση αυτών των ομοιοτήτων έχει κάποια συγκεκριμένη επίπτωση στην κατανόηση της σημερινής κατάστασης;
Θα μπορούσε ίσως να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ότι, παρά τις συχνές δηλώσεις των μεταμοντέρνων νεοφιλελεύθερων παγκοσμιοποιητών πως ο κύριος στόχος των καταιγιστικών αλλαγών που προτείνουν και που υλοποιούν είναι οι αρχαϊκές επιβιώσεις, αντίθετα, ενδέχεται ο στόχος να μην είναι άλλος από τον (μεταμεσαιωνικό) μοντερνισμό.
Είναι δυνατό και επιτρεπόμενο να μιλάει κανείς, έστω mutatis mutandis, για ιστορικές αντιστοιχίες και να κάνει συγκρίσεις με φαινόμενα του απώτατου παρελθόντος, όταν ζούμε σε μια εποχή που μοιάζει να φετιχοποιεί την (κάποτε προς αποκλειστική χρήση των ενιστάμενων και των καταπιεσμένων) ιδέα της προόδου και που λατρεύει, με καθεστωτικό πλέον τρόπο, την καινοτομία;
Ναι, αν αποδεχθεί απόψεις όπως αυτές που διατυπώνει ο Regis Debray, σύμφωνα με τις οποίες η πρόοδος είναι υπαρκτή και ουσιαστικά μη αντιστρέψιμη στις σχέσεις του ανθρώπου με τα πράγματα (διαρκώς αυξανόμενη γνώση του φυσικού κόσμου), όχι όμως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τομέα όπου είναι δυνατές παλινδρομήσεις, εμμονές και επανεμφανίσεις.
Η ελληνική εκδοχή της προκείμενης κρίσης παρουσιάζει αξιοπρόσεκτες ιδιομορφίες;
Αν και οι καθοριστικοί παράγοντες της κρίσης είναι διεθνούς χαρακτήρα, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει όντως αξιοπρόσεκτες ιδιαιτερότητες, χάρη στις ιδιομορφίες του κοινωνικού και του πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι αλλαγές.
2. Το πρόβλημα
Το παρόν κείμενο διαπραγματεύεται το θέμα της κρίσης των σχέσεων μεταξύ επικοινωνίας και πολιτικής, με αφορμή, μεταξύ άλλων, τις έντονες καταγγελίες περί διαπλοκής που εμφανίστηκαν στο ελληνικό προσκήνιο τα τελευταία χρόνια.
Πράγματι, μετά το τέλος της δεκαετίας του ’80, οπότε και άρχισε η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, όλο και συχνότερα γίνεται λόγος για άνομες συναλλαγές ανάμεσα σε κύκλους της οικονομίας και της πολιτικής, με άξονα το χώρο της μαζικής επικοινωνίας.
Το θέμα, πέρα από τους άμεσα ενδιαφερόμενους ανθρώπους της πολιτικής και της επικοινωνίας (οι άνθρωποι της οικονομίας κατά κανόνα σιωπούν επί του προκειμένου) απασχολεί και το ευρύτερο κοινό, το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές μετρήσεις, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις αναφορές των μέσων στο ζήτημα (σχόλια και συζητήσεις), ακόμη και όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ουδετερότητα της προσέγγισης.
Επί πλέον, δεδομένου ότι (φαινομενικά) η διαπλοκή διενεργείται μεταξύ εξουσιών εν ενεργεία, το θέμα χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα και από την πλευρά της (εκάστοτε) αντιπολίτευσης, ως σημαντικό επιχείρημα αντικυβερνητικής κριτικής.
Όμως, το ζήτημα της κρίσης στις σχέσεις πολιτικής και επικοινωνίας δεν εξαντλείται στις διαπλεκόμενες συναλλαγές, αλλά παρουσιάζεται πολύ ευρύτερο, ενώ παράλληλα αντικατοπτρίζει τις ριζικές αλλαγές που υπέστησαν κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η επικοινωνία, η πολιτική και, κυρίως, η οικονομία, τόσο τοπικά όσο και διεθνώς.
Η παρατήρηση της ελληνικής περίπτωσης δίνει αρκετά στοιχεία σχετικά με το νέο σκηνικό, αρχίζοντας από την ριζική και εκ πρώτης όψεως απροσδόκητη αλλαγή του κλίματος στα ίδια τα μέσα. Παρά τις επιπτώσεις της καταγγελόμενης διαπλοκής, τα ηλεκτρονικά μέσα δεν κολακεύουν πλέον (όπως την εποχή του κρατικού μονοπωλίου) τη δημόσια εξουσία. Αντίθετα , έχουν περάσει στο αντίθετο άκρο και δε χάνουν ευκαιρία να της επιτεθούν, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας γενικότερης απαξίας που δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς, αλλά επεκτείνεται χωρίς αναστολές στην γενικότερη έννοια της πολιτικής.
Παράλληλα εμφανίζεται μια κατηγορία χρυσοπληρωμένων επικοινωνητών που αναλαμβάνουν τον ρόλο των «Ρομπέν των ερτζιανών» καταγγέλλοντας “υπερήφανα και ανυποχώρητα” την πολιτεία για την παραμικρή της ατασθαλία.
Μια πρώτη, εξ ίσου αισιόδοξη όσο και αφελής, ερμηνεία του φαινομένου αυτού, θα μπορούσε να είναι ότι, επιτέλους, οι επικοινωνιακοί λειτουργοί χειραφετήθηκαν από τους παραδοσιακούς τους εργοδότες και πήραν το μέρος του «λαού». Ότι οι (κρατικοί) εξουσιαστές μπήκαν πια στην γωνία και ότι τα ιδιωτικά μέσα μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο για λογαριασμό του «πολίτη». Ότι ο λαός, (έστω υπό την ιδιότητα του κοινού ή, εν πάση περιπτώσει, του καταναλωτή), διαθέτει ένα ακατάβλητο σύμμαχο στην αντιπαράθεσή του με τις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Ότι, μ’ άλλα λόγια, επιστρέψαμε στη χρυσή εποχή των νεωτερικών αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων, όταν το πρώτο από τα ΜΜΕ, ο τύπος, αποτελούσε το σημαντικότερο όπλο των μοντέρνων στην αντιπαράθεσή τους με τους αρχαϊκούς.
Εντούτοις, μια λίγο προσεκτικότερη διερεύνηση της υπάρχουσας κατάστασης, αρκεί για να μειώσει τον αρχικό ενθουσιασμό και να τον μεταβάλλει (τουλάχιστον) σε απορούντα σκεπτικισμό: οι ιδιοκτήτες των μέσων δεν είναι πια οι παλιοί γνωστοί εκδότες, αλλά (οι όλο και συχνότερα καταγγελλόμενοι για διαπλοκή) απροκατάληπτοι επιχειρηματίες, ο κώδικας δεν είναι πλέον ο γραπτός λόγος με όλη την νοητική επεξεργασία που απαιτεί η σύλληψή του, αλλά η συγκινησιακά παντοδύναμη εικόνα, και, εν τέλει, η περιέχουσα τις επικοινωνιακές διαδικασίες κατάσταση παρουσιάζεται τελείως διαφορετική στην τεχνολογική, οικονομική και πολιτισμική της διάσταση απ’ ό,τι έως τώρα νομίζαμε γνωστό, απαιτώντας τον επαναπροσδιορισμό του περιεχόμενου όρων που θεωρούνταν μέχρι στιγμής βασικοί και τη διεξαγωγή νέων ερευνών και αναλύσεων.
Στην Ελλάδα, ίσως λόγω της δύναμης της αδράνειας, (μπήκαμε πρόσφατα στον κύκλο των παγκοσμιοποιητικών εξελίξεων και στον καταναλωτισμό της πρώτης γραμμής και διατηρούμε πολλά από τα παλιά εθνοκεντρικά μας αντανακλαστικά, με όλα τα στραβά και τα καλά που συνεπάγεται κάτι τέτοιο), αγνοούμε συχνά τις διεθνείς παραμέτρους των προβλημάτων.
Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, εάν μείνει κανείς στις απόψεις και τις κριτικές που φιλοξενούνται στα μαζικά μέσα, θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι το ζήτημα εξαντλείται στον προσδιορισμό των ευθυνών του άλφα ή του βήτα πολιτικού ή, το πολύ, του άλφα ή του βήτα εκδοτικού συγκροτήματος.
Και όμως, αρκεί μια προσεκτικότερη θεώρηση των υπαρχόντων στοιχείων για να γίνει φανερό ότι (παρά το γεγονός ότι οι τοπικές ιδιομορφίες προφανώς υπάρχουν) οι παρατηρούμενες εξελίξεις εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο και ότι ανάλογα φαινόμενα εκδηλώνονται και αλλού, ως αποτέλεσμα των ίδιων διεθνών αιτίων.
Πράγματι, μια ματιά στην διεθνή επικοινωνιακή βιβλιογραφία, αλλά και σε κείμενα ελλήνων μελετητών, οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κρίση μεταξύ επικοινωνιακής και πολιτικής σφαίρας είναι ένα επίμαχο θέμα που συζητείται και προβληματίζει όλον τον παγκοσμιοποιούμενο κόσμο.
Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε ορισμένες μελέτες που αντιμετώπισαν το πρόβλημα των νεότερων επικοινωνιακών εξουσιών και των κοινωνικών τους επιπτώσεων, αλλά πρώτα θα χρειαστούν μερικές διευκρινίσεις σχετικές με τη χρήση του όρου «επικοινωνιακές εξουσίες».
3. Μορφές επικοινωνιακής εξουσίας
Οι σχέσεις ανάμεσα στην αμιγώς πολιτική εξουσία (είτε αυτή προκύπτει πολιτειακά επακριβώς καθορισμένη είτε όχι) και την ευρύτερη επικοινωνιακή εξουσία (με τις διάφορες ονομασίες που πήρε κάθε φορά: πνευματική, θρησκευτική, ιδεολογική, φιλοσοφική, εκπαιδευτική, πολιτιστική, intellighenzia, διανόηση, κλπ) έχουν πάρει διαχρονικά πολλές μορφές, καθώς, τόσο η μια όσο και η άλλη, διαφοροποιούνται στην προσπάθειά τους να προσαρμοσθούν στις συνθήκες και τους συσχετισμούς των κοινωνικών δυνάμεων της κάθε ιστορικής περιόδου.
Η πρώτη, νομιμοποιούμενη ως η συλλογική δύναμη που μπορεί να οργανώσει το παρόν και να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά προβλήματα του ορατού μέλλοντος, η δεύτερη, εξ ίσου σημαντική για την συλλογική ισορροπία, ως έκφραση της ανθρώπινης ανάγκης να εκμαιεύει απαντήσεις, όχι μόνον στα ερωτήματα που εντάσσονται στις γνωστικές δυνατότητες της κάθε εποχής, αλλά και στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα.
Στο βαθμό που αναφέρονται στο μέλλον και προσπαθούν να οργανώσουν τμήματά του, (η μία του εγγύς , η άλλη του απώτερου) και οι δύο αυτές εξουσίες δεν χειρίζονται μόνον την υπάρχουσα «επαληθευμένη» γνώση, αλλά (μέσω οραματισμών, εμπνεύσεων, υπερβάσεων και «αποκαλύψεων») χειρίζονται και την φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών στις οποίες δρουν. Γραφείς, μάγοι, ιερείς, φιλόσοφοι, επιστήμονες, δάσκαλοι, καλλιτέχνες και ποιητές εναλλάχθηκαν κατά τη διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων ως επικεφαλής της επικοινωνιακής εξουσίας.
Είναι αυτονόητο ότι αντιφάσεις και συγκρούσεις υπάρχουν και στο εσωτερικό των εξουσιών αυτών : ακριβώς όπως συμβαίνει ανάμεσα στις ποικίλες προτάσεις που αντιπαρατίθενται στον κατ’ εξοχήν πολιτικό στίβο, εκφράζοντας διαφορετικά συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων, το ίδιο παρατηρείται και ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές επικοινωνιακής εξουσίας, οι οποίες είναι δυνατό να εκφράζουν γενικότερες (των συγκεκριμένων πολιτικών) ιδεολογικές, φιλοσοφικές, και θρησκευτικές απόψεις που δημιουργούνται και διαδίδονται μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Στην ευρωπαϊκή δύση είναι κλασσική η διχοτόμηση της επικοινωνιακής εξουσίας, ανάμεσα στο μεταφυσικό και τον ανθρωποκεντρικό άξονα που άρχισε να δημιουργείται ήδη στο τέλος της μεσαιωνικής περιόδου, όταν ένα τμήμα της, μικρό στην αρχή, όλο και πιο πολυπληθές στους αιώνες που ακολούθησαν, άρχισε να εγκαταλείπει την φεουδαρχική κληρική διάταξη, να εκλαϊκεύεται και να συμπαρατάσσεται με τις προτεραιότητες των ανερχόμενων εμπορικών και βιομηχανικών αστικών τάξεων.
Παράλληλα, είδαμε την επικοινωνιακή εξουσία της καθολικής εκκλησίας να αντιπαρατίθεται επί μακρό χρονικό διάστημα στις διαμαρτυρόμενες ομάδες, επικαλούμενη όχι τα απτά επίγεια συμφέροντα των πιστών, αλλά εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως «χειρισμό της φαντασιακής αναπλήρωσης» των κοινωνιών της εποχής. Σήμερα ξέρουμε ότι ο χειρισμός του φαντασιακού χώρου, πέρα από τη σημασία του για τη συλλογική ψυχική ισορροπία, έχει άμεσες καθαρά υλικές επιπτώσεις[3].
Είδαμε επίσης τα δύο μεγάλα πολιτικο-ιδεολογικά μπλοκ του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα να χρησιμοποιούν κατά τη διεξαγωγή του πρώτου παγκόσμιου επικοινωνιακού πολέμου της ιστορίας, του πολέμου που αποκλήθηκε «ψυχρός», όλες τις υπό την επιρροή τους επικοινωνιακές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές αντιπαρατάχθηκαν, προτάσσοντας τόσο ιδεολογικά σχήματα (όπλα), όσο και τις επικοινωνιακές τεχνολογίες που είχαν στη διάθεσή τους ή που επινοούσαν επί τούτου, προκειμένου να διαδώσουν τα οικεία μηνύματα και να παρεμποδίσουν τα αλλότρια.
Θα πρέπει εξ άλλου να ληφθεί υπόψη ότι οι επικοινωνιακές εξουσίες διαφοροποιούνται και με αναφορά στα μέσα που τις εξυπηρετούν: Άλλου είδους εξουσίες διαμορφώθηκαν επί χιλιετίες γύρω από το μέσο της χειρογραφίας και άλλου είδους προέκυψαν από την τεχνολογία του τυπωμένου λόγου. Είναι γνωστό ότι το χρονολογικά πρώτο μέσο μαζικής επικοινωνίας, ο τύπος, δημιούργησε μια νέα μορφή εξουσίας, (που αποκλήθηκε «τέταρτη») η οποία αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για την τελική επικράτηση των νεωτεριστών και την υποχώρηση των αρχαϊκών μορφών επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος κατά τους τελευταίους αιώνες της δεύτερης χιλιετίας.
Αναφέρομαι στις παραπάνω εκδοχές της επικοινωνιακής εξουσίας θέλοντας να υπογραμμίσω πως είναι δυνατό να υπάρξουν ή και να συνυπάρξουν κατά την ίδια χρονική περίοδο, διαφορετικές (ή και αντιπαρατιθέμενες μεταξύ τους) μορφές επικοινωνιακής ισχύος, καθώς επίσης ότι οι σχέσεις ανάμεσα στην πολιτειακή και την επικοινωνιακή εξουσία μπορούν να ποικίλουν από την σχεδόν ταύτιση, όταν η επικοινωνιακή εξουσία καταλήγει να δρα προπαγανδιστικά υπέρ της πολιτικής, έως την πλήρη ρήξη, όταν, για παράδειγμα, φτάνει στο σημείο να την αμφισβητεί ως και στην πολιτειακή της υπόσταση.
Η επικοινωνιακή εξουσία, κατά κανόνα διαρκέστερη των καθέκαστα μορφών της πολιτειακής και προσκολλημένη άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο στην καθαυτό πολιτική εξουσία, έπαιξε πάντα αποφασιστικό ρόλο στην αποδοχή ή μη της κεντρικής πολιτειακής ηγεμόνευσης καθώς και στην νομιμοποίησή της στα μάτια του κοινωνικού συνόλου.
Ας σημειωθεί ότι, αν εξαιρέσουμε κάποιες φιλοσοφικές ουτοπικές διατυπώσεις (όπως του Πλάτωνα για μια πολιτεία όπου θα διοικούν οι φιλόσοφοι) και κάποιες μυστικιστικά διατυπωμένες θρησκευτικές ουτοπίες, στην πραγματικότητα, η επικοινωνιακή εξουσία διεκδίκησε σπάνια την αυτόνομη διακυβέρνηση οργανωμένων πολιτειών (όπως, για παράδειγμα, η αλλοτινή διακυβέρνηση της κεντρικής Ιταλίας από τον πάπα, ή το προκομμουνιστικό Θιβέτ). Αντίθετα, υπήρξαν συχνές οι περιπτώσεις όπου ενσωματώθηκαν ουσιαστικά ή συμβολικά στα κυρίαρχα πολιτικά σχήματα, καθώς και οι περιπτώσεις όπου η επικοινωνιακή εξουσία χωρίς να αμφισβητεί τη χρησιμότητα του κράτους καθεαυτού, ενίσχυσε ή κάλυψε επικοινωνιακά ποικίλες προσπάθειες κοινωνικών αλλαγών, επαναστατικών ή μεταρρυθμιστικών[4].
Είναι λοιπόν αιτιολογημένο να αναρωτηθεί κανείς σε ποιο βαθμό οι νέες παραγωγικές και επικοινωνιακές καταστάσεις που χαρακτήρισαν τον κυριολεκτικά συγκλονιστικό εικοστό αιώνα, επέφεραν νέες αναπροσαρμογές στην υφή της επικοινωνιακής εξουσίας και ως ποιο σημείο αυτές οι ανακατατάξεις σχετίζονται με τις προαναφερθείσες τριβές και έριδες ανάμεσα στις σημερινές μορφές της επικοινωνιακής και της πολιτικής εξουσίας.
Με άλλα λόγια αξίζει τον κόπο να διερευνηθεί
α) εάν γύρω από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και τηλεματικά μέσα διαμορφώνεται μια εξουσία με ιδιάζοντα, νέα χαρακτηριστικά και, εάν η απάντηση είναι θετική,
β) εάν και κατά πόσο αυτή διαφοροποιείται, τόσο από την αμέσως προγενέστερη έντυπη δημοσιογραφική εξουσία, όσο και από τις ακόμη ενεργές άλλου είδους επικοινωνιακές δυνάμεις (πχ θρησκευτικές) που εξακολουθούν να επηρεάζουν το κοινωνικό σύνολο και, τέλος,
γ) εάν οι σχέσεις της με τις πολιτειακά θεσμοθετημένες μορφές επηρεάζονται από την ύπαρξη και τη δράση άλλων κοινωνικά ενεργών δυνάμεων με κυριότερη την οικονομική.
4. Σχετικά με μερικά από όσα έχουν λεχθεί
4α. Η τομή και οι απολογισμοί της δεκαετίας του ’60
Για τις σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική αφενός και την επικοινωνία στην ευρεία της έννοια αφετέρου, και ιδιαίτερα για τις σχέσεις αυτές κατά την περίοδο της έλευσης και καθιέρωσης των ποικίλων μέσων μαζικής επικοινωνίας, έχει δημοσιευτεί μέγα πλήθος θεωρητικών και πρακτικών προσεγγίσεων, αναλύσεων, και ερμηνειών.
Έχουν επίσης υπάρξει, κατά καιρούς, απόπειρες συνολικής κριτικής παρουσίασης των μελετών που πραγματεύονται τις επιπτώσεις των νέων, μαζικών μορφών επικοινωνίας (στην ουσία του πλέγματος εξουσίας που δημιουργείται γύρω από αυτές), επί του κοινωνικού συνόλου .
Μια από αυτές τις προσπάθειες, σημαντική και λόγω της εποχής κατά την οποία συντάσσεται, είναι εκείνη που παρουσίασε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο νεαρός τότε Umberto Eco, στο κλασσικό πλέον «Κήνσορες και θεράποντες»[5].
Ο Eco γράφει σε μια εποχή κατά την οποία τίκτονται σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Είναι η εποχή που, στις βιομηχανοποιημένες χώρες, διεκδικεί το λόγο μια γενιά που έχει δύο τελείως νέες ιδιότητες: Πρώτον είναι συνομήλικη με τη ατομική βόμβα, την πρώτη χειροπιαστή δυνατότητα συνολικής αυτοκτονίας του ανθρώπινου είδους και δεύτερον είναι η πρώτη γενιά που απόκτησε συνολική «κοσμική» αντίληψη παρακολουθώντας τα νέα οπτικοακουστικά μέσα και ιδιαίτερα το τηλεοπτικό.
Αντιπροσωπευτική του απομυθοποιητικού και ταυτόχρονα διεκδικητικού κλίματος της εποχής, ή μελέτη του Eco, αρχίζει παραθέτοντας τις (καταστροφολογικές) απόψεις, τόσο των παλιών αριστοκρατών (φόβος μπροστά στις κοινωνικές επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης και στις νέες κοινωνικές ομάδες που αυτή έφερε στο προσκήνιο), όσο και των μελών της σχολής της Φρανκφούρτης, δηλαδή εκείνων των μελετητών που, ήδη απογοητευμένοι από την εξάρτηση των μέσων μαζικής επικοινωνίας από τις δικτατορικές πολιτικές εξουσίες της Ευρώπης του μεσοπολέμου, απογοητεύτηκαν και πάλι όταν, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ, διαπίστωσαν την εξ ίσου αντικοινωνική εμπορευματική χρήση των μέσων που γινόταν εκεί.
Και στις δυο περιπτώσεις η μαζική επικοινωνία νοείται ως μια νέα, επίφοβη επικοινωνιακή εξουσία, και στις δύο περιπτώσεις τα ΜΜΕ και οι χειριστές τους κατηγορούνται ότι απομακρύνουν τους πολίτες από τα υψηλά πολιτειακά ιδανικά.
Στη δεύτερη περίπτωση τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ κατηγορούνται επιπλέον για συνειδητή παρεμπόδιση της συμμετοχής των πολιτών στις δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες, την πολιτική εξουδετέρωσή τους και τη μετατροπή τους σε μονοδιάστατους καταναλωτές.
< Πρόκειται για τις πρώτες καταγγελίες ότι τα νέα μέσα έχουν ήδη απομακρυνθεί από τον ρόλο του αυτονόητου στηρίγματος της κλασικής αστικής δημοκρατίας, άποψη που είχε επί μακρόν επικρατήσει σχετικά με τον τύπο, ή μάλλον, ότι τα νέα μέσα δημιουργούν δυναμικές που αντιφάσκουν με πολλές από τις μοντέρνες αρχές και ότι αρχίζουν να μετατρέπονται σε κάτι καινούργιο και ανησυχητικό.
Στη συνέχεια παρατίθενται οι απόψεις των «θεραπόντων», από τους αμερικανούς φιλελεύθερους διανοητές των αρχών του 20ου αιώνα, ως τις σχετικά πρόσφατες τότε, αισιόδοξες απόψεις του Mac Luhan σχετικά με τις απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων μέσων επικοινωνίας.
Και για τους αισιόδοξους «ενσωματωμένους» η νέα κατάσταση εμπεριέχει την παρουσία μιας νέας επικοινωνιακής εξουσίας, μόνο που αυτή θεωρείται τώρα σύμμαχος σε μια διαδικασία απελευθέρωσης δημιουργικών κοινωνικών δυνάμεων.
Ο Εco αντιπαρέρχεται το θέμα του ποια από τις δύο σειρές απόψεων είναι πλησιέστερη προς την αλήθεια και προτιμά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υπό το πρίσμα μιας άλλης επικοινωνιακής εξουσίας, υπαρκτής και εξαιρετικά ενεργού τη δεκαετία του ’60, της αντιπολιτευόμενης εξουσίας που τον καιρό εκείνο, υπό την επιρροή των μαρξιστικών γκραμσιανών θεωριών, ονομάζεται προοδευτική ή οργανική διανόηση. Το ερώτημα λοιπόν γίνεται τώρα, πώς από τη μία μεριά θα γίνει σωστή εκμετάλλευση των θετικών δυνατοτήτων που εμπεριέχονται στο νέο επικοινωνιακό σκηνικό, και αφετέρου πώς θα καταπολεμηθεί η νέα πανίσχυρη ιεραρχία που εμφανίζεται να διοικεί τα νέα μέσα, αποτρέποντας την κοινωνικώς επωφελή χρήση τους.
Ο Eco, όπως ο ίδιος παραδέχεται στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου του, θα αλλάξει αρκετές φορές άποψη[6]. Άλλοτε θα μιλήσει για επικοινωνιακό «σημειολογικό» ανταρτοπόλεμο, άλλοτε για τη θεωρία των ρωγμών (σύμφωνα με την οποία οι «προοδευτικοί επικοινωνητές» μπορούν να αλώσουν ή, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσουν τις νέες μαζικές εξουσίες, διεισδύοντας στο εσωτερικό των νέων επικοινωνιακών οργανισμών), και άλλοτε θα υποστηρίξει την εγγενή «προοδευτικότητα» ορισμένων πλευρών των νέων μέσων.
Το γεγονός είναι, ότι τα οπτικοακουστικά μέσα της εποχής εκείνης βρίσκονται ακόμη (με εξαίρεση τις ΗΠΑ) υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της κρατικής εξουσίας. Επομένως, οι κριτικές που απευθύνονται στα μέσα αυτά συμπίπτουν εν πολλοίς με την κριτική που ασκείται στις τότε κυβερνήσεις. Και επειδή πολλοί (ακόμη και οπαδοί της αντιπολιτευόμενης επικοινωνιακής εξουσίας «προοδευτικοί διανοούμενοι») προτιμούν να αγνοήσουν την εμπειρία της σχολής της Φρανκφούρτης, η απελευθέρωση των μέσων αρχίζει να ταυτίζεται με την χειραφέτήσή τους από την κρατική εξουσία, χωρίς να γίνεται η δέουσα διάκριση ανάμεσα σε ενδεχόμενη κοινωνικοποίηση ή ιδιωτικοποίησή τους.
Όπως θα διαφανεί αργότερα, στην επίθεση κατά του κρατικού ελέγχου των μέσων που ξεκινά εκείνη την περίοδο από την πλευρά των ιδιωτών, θα χρησιμοποιηθούν, ως δούρειος ίππος, διάφορες δημοφιλείς τότε απόψεις υπέρ της επικοινωνιακής αυτοδιαχείρισης και του ραδιοφωνικού ερασιτεχνισμού.
Τα ίδια φαινόμενα θα επαναληφθούν στην Ελλάδα περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα , όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 θα ξεκινήσει η δημόσια συζήτηση κατά του κρατικού μονοπωλίου στα ηλεκτρονικά μέσα, αρχίζοντας από το ραδιόφωνο [7].
4β. Πιο πρόσφατοι απολογισμοί και επισημάνσεις
Από την εποχή που ο Eco έκανε τους παραπάνω επικοινωνιακούς απολογισμούς και προβληματιζόταν για το δέον γενέσθαι έχουν περάσει περίπου σαράντα χρόνια, περισσότερος από το χρόνο μιας γενιάς. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τόσο στο χώρο της επικοινωνίας, όσο και σε εκείνον της πολιτικής και της κοινωνίας γενικότερα.
Ήδη το 1970 θα αναδειχθεί ως έτος τομή στην πορεία της τεχνογνωστικής ανάπτυξης των κοινωνιών, μια που θεωρείται ως ο χρόνος κατά τον οποίο οι δορυφορικές επικοινωνίες διαφοροποίησαν ριζικά το υπάρχον σκηνικό, υλοποιώντας τις βασικότερες επικοινωνιακές προϋποθέσεις για την επερχόμενη νέα παγκοσμιότητα.
Στο επίπεδο των πολιτικών εξελίξεων πολλές από τις αλλαγές έχουν ως συμβολική χρονολογική αναφορά το 1989, όταν κορυφώνονται οι κοσμογονικές πολιτικές ανακατατάξεις που θα οδηγήσουν στην κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και στην κατάργηση του διπολικού κόσμου της μεταπολεμικής εποχής.
Αρκετές από τις αλλαγές αυτές υπήρξαν απρόσμενες, με αποτέλεσμα να γίνει σαφές ότι απαιτείται επαναπροσαρμογή πολλών θεωρήσεων και ερμηνειών που εθεωρούντο κλασικές. Το πρώτο απαραίτητο βήμα για την κατανόηση των νέων καταστάσεων υπήρξε, βέβαια, η καταγραφή των αλλαγών στους επιμέρους τομείς.
Μια ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία περιγράφει τις επικοινωνιακές και κοινωνικές μεταβολές της τελευταίας περιόδου αναζητώντας τις μεταξύ τους τομές, είναι εκείνη των Jay Blumler και Michael Gurevitch[8]. Η μελέτη, αν και δημοσιευμένη σχετικά πρόσφατα (το 1996, τριάντα περίπου χρόνια μετά από τους απολογισμούς του Εco), δεν είναι ακόμη σε θέση να δει να υλοποιούνται τα παγκόσμια δίκτυα στη μορφή που θα πάρουν τα τελευταία χρόνια.
Παρ’ όλα αυτά πρόκειται για μια σημαντική χαρτογράφηση των νέων καταστάσεων και τάσεων.
Στην μελέτη αυτή, οι κυριότερες αλλαγές που εντοπίζονται στον επικοινωνιακό τομέα είναι οι ακόλουθες[9]:
α. Έχει ενισχυθεί ο ρόλος των οικονομικών και των εμπορικών παραγόντων στη δομή και τη λειτουργία των μέσων. Η επιρροή των οικονομικών παραγόντων επί των μέσων μετατίθεται από το εθνικό προς το υπερεθνικό επίπεδο. Οι δημόσιοι φορείς ραδιοτηλεόρασης ιδιωτικοποιούνται ή αντιμετωπίζουν ισχυρό ανταγωνισμό από τους ιδιωτικούς. Σε πολλές χώρες η αύξηση των εμπορικών μέσων συνοδεύεται από σχετική αποπολιτικοποίηση, που αντανακλάται στη μειωμένη κάλυψη των πολιτικών ζητημάτων, στην μειωμένη στήριξη των πολιτικών θεσμών και στην εντονότερα κριτική απέναντι στα πολιτικά προγράμματα και τις πολιτικές θέσεις.
β. Έχουν πολλαπλασιαστεί τα μέσα και ιδιαίτερα οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί. Αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων στις δυνατότητες που παρέχει η δορυφορική τεχνολογία. Ως συνέπεια, αυξάνεται ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση του κοινού και ευνοείται η εμφάνιση λαϊκιστικού λόγου.
γ. Έχει διεθνοποιηθεί η οργάνωση και η ροή της μαζικής επικοινωνίας Ένας μικρός αριθμός συγκροτημάτων αγωνίζεται για την υπερεθνική κυριαρχία. Εδώ, οι δύο μελετητές επικαλούμενοι τον Mac Quail προσθέτουν την (ενδεχόμενη) εμφάνιση μιας διεθνούς «κουλτούρας των μέσων»[10].
δ. Έχει αυξηθεί η τεχνική πολυπλοκότητα με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τόσο οι διαδικασίες παραγωγής του μαζικού μηνύματος (νέες διαδικασίες συλλογής, σύνταξης και μετάδοσης των ειδήσεων) όσο και οι συνθήκες πρόσληψής του (εκτεχνολογισμός του ελεύθερου χρόνου).
ε. Το κοινό κατακερματίζεται σε μικρότερες ομάδες εξειδικευμένου γούστου.
Παράλληλα στην κοινωνία…
α. Καταρρέουν οι παραδοσιακοί φορείς εξουσίας που κάποτε αποτελούσαν πόλο ταυτότητας και αφοσίωσης πολλών ανθρώπων (κόμματα, εκκλησία, συνδικάτα, τοπικές κοινότητες), ενώ παράλληλα μειώνεται ο σεβασμός και αυξάνεται ο σκεπτικισμός απέναντι στους ηγέτες και τις μορφές εξουσίας.
β. Εξασθενούν οι αντίστοιχοι φορείς κοινωνικοποίησης και δημόσιας τάξης, όπως η οικογένεια και το σχολείο. Οι λειτουργίες κοινωνικοποίησης μεταφέρονται στις ομάδες συνομηλίκων στους δρόμους των πόλεων.
γ. Εμφανίζεται ένας ατομικιστικός, καταναλωτικός τρόπος ζωής που συνδέεται με αυξημένες προσδοκίες, με την επιθετική διαφήμιση και με τη δημιουργία μιας κοσμοθεωρίας που προωθεί τον καταναλωτισμό.
δ. Πέρα από την γεωγραφική, την επαγγελματική και την κοινωνική κινητικότητα, εμφανίζεται αυξημένη και η ψυχολογική, δεδομένου ότι προσφέρονται περισσότερα πρότυπα προς ταύτιση και περισσότερες πολιτισμικές επιλογές.
ε. Μεταβάλλεται, αν και διαφιλονικούμενη, η κοινωνική θέση ορισμένων στρωμάτων όπως οι νέοι και οι γυναίκες.
ζ. Στη δημόσια σφαίρα εμφανίζονται δυσεπίλυτα προβλήματα όπως τα προβλήματα οικονομικής διαχείρισης, της προστασίας του περιβάλλοντος, των απαιτήσεων για κοινωνικές δαπάνες, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών καθώς και άλλες εκδηλώσεις της κοινωνικής διάλυσης.
Μετά από τον εντοπισμό αυτών των τάσεων οι δύο μελετητές δεν μπορούν παρά να διαπιστώσουν μερικές παρεπόμενες συνέπειες, τις οποίες όμως περιορίζονται να χαρακτηρίσουν ως «παράδοξα».
«Όλες αυτές οι τάσεις βρίθουν παραδόξων» γράφουν. «Καλλιεργούν υψηλότερες κοινωνικές προσδοκίες και συνάμα ζοφερότερες κοινωνικές προοπτικές. Προβάλλουν αυξημένες απαιτήσεις από τις αρχές, ενώ η ικανότητα παρέμβασης των αρχών έχει μειωθεί. Έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία περισσότερο εξαρτημένη από τις επικοινωνίες, ενώ την ίδια στιγμή –λόγω των δυνάμεων της εμπορευματοποίησης, της παγκοσμιοποίησης και του πολλαπλασιασμού των μέσων- εξασθενεί η δύναμή της όσον αφορά την παρέμβαση και τη ρύθμιση των βασικών μέσων και φορέων επικοινωνίας»[11].
Εδώ οι δύο αναλυτές απέχουν μόλις ένα βήμα από το να εικάσουν έστω, ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι δυνάμεις εμπορευματοποίησης και παγκοσμιοποίησης που επικαλούνται και ποια είναι η λογική των παρεμβάσεών αυτών των δυνάμεων στις περιγραφόμενες διαδικασίες. Αν σ’ αυτό το σημείο γινόταν αναλυτικότερος λόγος για την (ούτως ή άλλως εύκολα παρατηρούμενη) αυξημένη δύναμη των ιδιωτών και τις επιπτώσεις αυτής της αύξησης επί των κοινωνικών και των επικοινωνιακών τάσεων της εποχής μας, η όλη ανάλυση θα προέκυπτε πιο λειτουργική και πιο κατανοητή, ενώ οι συνέπειες των παρατηρούμενων τάσεων θα έμοιαζαν λιγότερο παράδοξες.
Όμως οι Blumler και Gurevitch δεν οδηγούν τους συλλογισμούς τους στην αναζήτηση των προεξαρχόντων αιτίων ούτε όταν αποφασίζουν να ασχοληθούν με ένα από τα βασικότερα σημεία τομής μεταξύ κοινωνικών και επικοινωνιακών αλλαγών, την πολιτική επικοινωνία[12].
Διερευνώντας αυτόν το χώρο δεν μπορούν παρά να διαπιστώσουν την ύπαρξη πολιτικών και δημοσιογράφων που ανταγωνίζονται μέσα «σε μια κατάσταση ακήρυχτου πολέμου», εξ αιτίας της οποίας «πλήττεται η πίστη στο κύρος της πολιτικής». Διαπιστώνουν επίσης ότι «ο πολιτικός λόγος των μέσων αναφέρεται όλο και συχνότερα στην απογοήτευση του κοινού από τους ηγέτες και τους πολιτικούς θεσμούς» και ότι «τα ειδησεογραφικά ΜΜΕ προβάλλουν διαρκώς μια θέση που ασκεί επιρροή στο σύστημα, δηλαδή ότι ο σεβασμός των ψηφοφόρων προς τους πολιτικούς ηγέτες και τους θεσμούς πέφτει κατακόρυφα» έτσι, «τα ΜΜΕ ερμηνεύουν για λογαριασμό του κοινού τους πως αυτό αντιλαμβάνεται -και επομένως πρέπει να αντιλαμβάνεται- την πολιτική και τους θεσμούς».
Στις καταλήξεις τους, όμως σε σχέση με την εν γένει πολιτική επικοινωνία αρκούνται στο να διαπιστώσουν τις εξής τάσεις:
1. «Την απομάκρυνση της δημοσιογραφίας από τους πολιτικούς στόχους». Προφανώς εννοούν την απομάκρυνσή της από την πολιτική όπως αυτή νοείται στα νεωτερικά αστικοδημοκρατικά πλαίσια ή όπως περιγράφεται στα περίφημα κείμενα περί ¨δημόσιας σφαίρας¨ του Χάμπερμας[13].
Την απομάκρυνση αυτή την αποδίδουν στις παρεμβάσεις των επαγγελματιών της επικοινωνίας (επικοινωνιολόγων που δρουν πλέον για λογαριασμό των πολιτικών ενοχλώντας τους δημοσιογράφους), στην υποτιθέμενη (όπως οι ίδιοι σημειώνουν) εξασθένηση του ενδιαφέροντος του κοινού για την πολιτική και στις οικονομικές πιέσεις που ασκούνται επί των μέσων (τα οποία εδώ νοούνται ακόμη ως αυτόνομες οικονομικές επιχειρήσεις, μη συνδεδεμένες με άλλες επιχειρησιακές δραστηριότητες, άρα υποκείμενες εύκολα σε οικονομικούς εκβιασμούς).
2. Την αποσταθεροποίηση των (πολιτικών) ελίτ. Αυτή αποδίδεται σε τρεις λόγους: α) την αύξηση των αρνητικών ειδήσεων που αναφέρονται σ’ αυτές (η οποία όμως, όπως είδαμε, και για τους ίδιους τους συγγραφείς προκύπτει εσκεμμένη), β) την περιορισμένη και «διαμεσολαβημένη» πρόσβαση σ’ αυτές, γ) την ευρύτατη διάδοση λαϊκιστικών σχημάτων επικοινωνίας που υποστηρίζουν υπόρρητα την ανωτερότητα του κοινού νου του μέσου ανθρώπου και δ) την λίγο πολύ τυποποιημένη παρουσίαση των πολιτικών θεμάτων, με τρόπο που υποδηλώνει την απογοήτευση του κοινού από τις ελίτ.
3. Την μερική φθορά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (και εδώ θα έλεγε κανείς ότι δε μένει παρά να προσδιοριστεί ποιος έχει το συμφέρον και τη δύναμη να προκαλέσει τη φθορά της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά οι δύο μελετητές ήδη διαπιστώνουν κάτι μη κατανοητό τουλάχιστον στους έχοντες ευρωπαϊκή πολιτική παιδεία, δηλαδή ότι οι παραπάνω διαπιστούμενες τάσεις αποβαίνουν…) προς όφελος της άμεσης δημοκρατίας.
Δεδομένου ότι δε γίνεται νύξη στις διαδραστικές ιδιότητες των δικτύων (για τις οποίες πολλά θα λεχθούν τα τελευταία χρόνια ως σήμερα), προφανώς ως άμεση δημοκρατία νοείται εδώ η θεωρητική δυνατότητα των ακροατών-θεατών να τηλεφωνήσουν κατά τη διάρκεια των εκπομπών και η εκμετάλλευση αυτού του φαινομένου από την πλευρά των μέσων προκειμένου να υποστηρίξουν ότι μπορούν να επιτύχουν αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό τους, περίπτωση για την οποία, ήδη την εποχή των κηνσόρων και των θεραπόντων του Eco, οι ειδήμονες έχουν συμφωνήσει ότι δεν είναι παρά ένα φτωχό και φαινομενικό υποκατάστατο επικοινωνιακής ανάδρασης.
Και η παγκοσμιοποίηση; Η παγκοσμιοποίηση σύμφωνα με τους Blumler και Gurevitch είναι ένα άλλο σημείο τομής μεταξύ επικοινωνίας και κοινωνίας, αλλά εδώ ως παγκοσμιοποίηση νοείται μόνον η νέα παγκόσμια διάσταση της εμβέλειας των μέσων και όχι μια γενικότερη πολιτική. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μελετηθεί, χρησιμοποιώντας τις διάφορες ήδη υπάρχουσες θεωρίες που επιδιώκουν την ερμηνεία της μαζικής επικοινωνίας.
Στο ίδιο περίπου πνεύμα, δηλαδή αντιμετωπίζοντας την νέα κοινωνική και επικοινωνιακή κατάσταση ναι μεν ως ανησυχητική, αλλά όχι ως ποιοτικά διαφορετική από την ήδη υπάρχουσα, βρίσκονται και οι αναλύσεις άλλων μελετητών κυρίως του αγγλοσαξονικού χώρου. Για τους μελετητές αυτούς ο ακραίος παγκοσμιοποιητικός νεοφιλελευθερισμός και η μεταμοντέρνα πολιτισμική του επικάλυψη θεωρούνται λιγότερο ή περισσότερο ως προεκτάσεις του μοντερνισμού στη σύγχρονη επικοινωνιακή εποχή[14].
Κατά συνέπεια, οι βασικές νεωτερικές αρχές εξακολουθούν να λειτουργούν και, για να αντιμετωπισθούν τα νέα προβλήματα, αρκεί οι αρχές αυτές να διορθωθούν και να προσαρμοστούν.
‘Έτσι, μελετητές όπως ο James Curran προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις ανησυχητικές καινοτομίες της νέας περιόδου διατυπώνοντας αμυντικές δεοντολογίες, όπως για παράδειγμα την επαναξιοποίηση της δημόσιας τηλεόρασης.[15] Για τους μελετητές αυτούς υπάρχει ακόμη στα ΜΜΕ μια ισχυρή παρουσία νεωτερικής επικοινωνιακής εξουσίας που είναι σε θέση να αντισταθεί αποτελεσματικά στις μεταμοντέρνες νοηματικές κονιορτοποιήσεις.
Η στάση αυτών των συγγραφέων είναι κατανοητή στο βαθμό που, στις επιθετικές καινοτομίες της παγκοσμιοποίησης, του ιδιωτικοποιούντος οικονομικού φιλελευθερισμού και του «επικοινωνιακού» μεταμοντερνισμού, σπάνια εμπεριέχεται η παραδοχή ότι στρέφονται κατά του «πατρός» αστικού δημοκρατικού μοντερνισμού. Αντίθετα, συνήθως δηλώνουν ως στόχους κάποιες, όχι κατ’ ανάγκην ιδιαίτερα επικίνδυνες σήμερα, αρχαϊκές επιβιώσεις (θρησκευτικούς και άλλους φονταμενταλισμούς, κλπ, ιδιαίτερα όταν έχουν εγκαταλείψει τις παλιές (αρχαϊκές) τους απαιτήσεις για οικουμενικότητα και έχουν «εκμοντερνιστεί» -με καθυστέρηση- συμφιλιωνόμενοι με τις ιδέες και τις τάσεις των εθνικών ομάδων μέσα στις οποίες δρουν).
Οι ανοικτές επιθέσεις κατά του πρωτότοκου και αγαπημένου παιδιού του διαφωτισμού και του ουμανισμού, του εθνικού κράτους, είναι φαινόμενο τελείως πρόσφατο, και δεν δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν προκύπτει ιδιαίτερα κατανοητό σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, όπου το υπάρχον κράτος, υπό τη σημερινή συγκυρία, έχει κάθε λόγο να οικειοποιείται τις παγκοσμιοποιητικές αυτοκρατορικές προοπτικές.
Επίσης, οι επιθέσεις κατά του κοινωνικού κράτους ακόμη και σήμερα καλύπτονται πίσω από μάλλον «μεταφυσικές» αναγκαιότητες σχετικές με τη φαταλιστική έλλειψη εναλλακτικών λύσεων απέναντι σε μια απροσδιόριστη γενική οικονομική κρίση.
Ωστόσο, σε αντίθεση με το τι συνέβαινε μόλις δέκα χρόνια πριν, υπάρχουν πλέον σημαντικές μελέτες που αναγνωρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι καθοριστικά διαφορετικό σε πολλές και σημαντικές του εκφάνσεις αρχίζοντας από την επικοινωνιακή.
Βασίλης Νόττας (βλέπε β΄ μέρος)
[1]. Το επιχείρημα περί τέλους της Ιστορίας, παρά το ότι χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα μέσα μαζικής πειθούς δεν αποτέλεσε σοβαρό επιχείρημα στη συζήτηση μεταξύ των ειδημόνων. Εντέλει, μετά τις επανειλημμένες διαψεύσεις που προκλήθηκαν από την τρέχουσα Ιστορία, ακόμη και ο επινοητής των ισχυρισμών περί του ¨τέλους¨ Francis Fukuyama τροποποίησε αισθητά τις αρχικές του διατυπώσεις. Βλέπε και το ενδιαφέρον άρθρο του Daniele Archibugi, «La grande illusione della pace, l‘olocausto nucleare, la fine della storia: tre profezie smentite dagli orrori del secolo breve» (Η μεγάλη ψευδαίσθηση της ειρήνης, του πυρηνικού ολοκαυτώματος, του τέλους της ιστορίας : τρεις προφητείες που διαψεύστηκαν από τη φρίκη του σύντομου αιώνα) Il manifesto-22 Aυγούστου 1999. [2] Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο φιλανθρωπικός και κοινωνικά εξισορροπητικός ρόλος που παραδοσιακά ασκούσαν οι εκκλησιαστικές οργανώσεις, μετατίθεται τώρα προς ορισμένες από τις αποκαλούμενες «μη κυβερνητικές οργανώσεις».
[3] Ήδη από την εποχή του Max Weber και του κλασσικού συγγράμματός του για την ¨προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού¨ (Γαλλ. έκδ. Pion, Paris, 1964), είναι γνωστό ότι η εκάστοτε επικρατούσα οικονομική δομή και η παραγωγή επιχειρησιακών θρησκευτικών δογμάτων αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεξυπηρετούνται.
[4] Στην ιδιάζουσα περίπτωση του μαρξισμού, το κράτος καταγγέλλεται μεν ως καταπιεστικός ταξικός μηχανισμός, αλλά η κατάργησή του παραπέμπεται στις καλένδες μιας μελλοντικής αταξικής κοινωνίας, ενώ παράλληλα, στην πράξη, εν ονόματι του μαρξισμού εγκαθιδρύθηκαν μερικά από τα πιο παρεμβατικά κράτη της νεώτερης εποχής.
[5] Umberto Eco, «Apokalittici e integrati. Comunicazioni di massa e teorie della cultura di massa», Valentino Bompiani, Milano, 1964.
[6] U. Εco οπ.π., εκδόσεις 1977 και 78, 2001, πάντα από τον εκδ. οίκο Bompiani.
[7] Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η συζήτηση περί ΜΜΕ που διοργάνωσε το περιοδικό ΑΝΤΙ στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 1986. Στις περισσότερες εισηγήσεις διακρίνεται τόσο το ενδιαφέρον για τους «πρωτοπόρους ραδιοερασιτέχνες» που πρέπει να πάρουν το λόγο και να τους αποδοθούν κάποιες συχνότητες, όσο και η επιθυμία για τη άμεση δημιουργία ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών. Εν τέλει, λίγα χρόνια αργότερα, οι ιδιωτικοί σταθμοί θα εξαφανίσουν από ερτζιανά όλες τις κατηγορίες των ερασιτεχνών (τους εραστές της πειραματικής επικοινωνίας, της νέας, τότε, ραδιοφωνικής τεχνολογίας και τους ραδιοπειρατές).
[8] Έκδοση στην ελληνική γλώσσα: Jay Blumler, Michael Gurevitch, «Μεταβολή στα μέσα και κοινωνική μεταβολή», στην, υπό την επιμέλεια των Jamew Curran και Michael Gurevitch συλλογή κειμένων «ΜΜΕ και Κοινωνία», Πατάκης, Αθήνα, 2001 σελ. 176-200.
[9] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π σελ. 181-185.
[10] Denis McQuail, «Media Performance: Mass Communication and the public Interest», Sage, London, Newbury Park και New Delhi, 1992.
[11] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π. σελ. 185
[12] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π. σελ. 187
[13] J. Habermas, «The Structural Transformation of thw Public Sphere», Polity, Cambridge, 1980.
[14] Ο Antony Giddens, για παράδειγμα, διευθυντής σπουδών στο London School of Economics και σύμβουλος του Tony Blair, υποστηρίζει ότι δε ζούμε σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο, αλλά ότι, αντίθετα, ζούμε σε μια εποχή υψηλής νεωτερικότητας πιο ριζοσπαστικής από ό,τι στο παρελθόν Βλ. Antony Giddens, «Οι συνέπειες της Νεωτερικότητας» , Κριτική, Αθήνα, 2001
[15] James Curran, «Μαζικά Μέσα και Δημοκρατία», στη συλλογή κειμένων σε επιμέλεια J. Curran και M. Gurevitch, «ΜΜΕ και Δημοκρατία», οπ.π. σελ123





