ΜΠΑ!!! (Μέρος Δ) Το Κτίσμα (2)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΦΥΠΝΙΣΤΙΚΟ
Όπου ο Κίμωνας και ο Παύλος ξυπνούν
Ένας συριστικός ήχος ηχεί επίμονα στο σαλόνι. Τελικά τα καταφέρνει να τρυπήσει τα αυτιά του Δέλτα και να του χαλάσει τα μεθυσμένα νοσταλγικά όνειρα.
Ο δημοσιογράφος κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του που ζυγίζει μερικούς τόνους κι ανασηκώνεται στην πολυθρόνα. Συνειδητοποιεί ότι η νύχτα τέλειωσε και θυμάται ότι ήταν μια νύχτα μάλλον ενδιαφέρουσα.
Σηκώνεται, προσπερνάει τον καναπέ όπου ο Αμάρος ανακλαδίζεται με τα μάτια ακόμη κλειστά και, κουτουλώντας, φτάνει ως το θυροσκόπιο. Βλέπει κάτω, στο κατώφλι της εξώπορτας μια δυσδιάκριτη μούρη με μαύρα γυαλιά και καπέλο ως τα φρύδια που χτυπάει αλύπητα το κουδούνι.
«Τι τρέχει;» ρωτάει.
Η φάτσα απομακρύνεται λίγο απ’ τη κάμερα που εποπτεύει την πόρτα και ο Δέλτας διακρίνει ότι είναι τοποθετημένη (η φάτσα, όχι η κάμερα) πάνω σε μια παλιοκαιρίσια καπαρντίνα.
Μετά, η οθόνη του θυροσκόπιου καλύπτεται από μια κάρτα αναγνώρισης. Ανάμεσα στις πρωινές τσίμπλες ο Δέλτας βλέπει ότι η κάρτα είναι διακοσμημένη με ένα στρογγυλό μούτρο που ξεκαρδίζεται.
«Ωχ», κάνει. «Οι ευτυχισμένοι. Μας τσίμπησαν!»
«Μια στιγμή», λέει στ’ ακουστικό. «Ξυπνάω κι ανοίγω, περίμενε».
Μετά γυρίζει στον καναπέ που φιλοξενεί τον Αμάρο και τον σκουντάει.
«Ξύπνα» του φωνάζει. «Μας ήρθανε οι τράπελοι. Εσύ καλύτερα να πας μέσα. Εγώ θα τους φέρω βόλτα, μην ανησυχείς».
Ο Κίμωνας δε δείχνει να ανησυχεί καθόλου, απλώς χασμουριέται και με υπνοβατική ευελιξία αποσύρεται προς αναζήτηση άλλης οριζόντιας επιφάνειας, σε ένα από τα πίσω δωμάτια.
Ο Δέλτας μαζεύει ο, τι μπορεί από τα άδεια μπουκάλια και τα ποτήρια που είναι παραπεταμένα τριγύρω και μετά πατάει το κουμπί που απελευθερώνει την εξώπορτα.
Μέχρι να ανεβεί ο μάκαρ επόπτης, έχει πλήρως θυμηθεί τα καμώματα της χτεσινής νύχτας και έχει φορέσει την έκπληκτη, αλλά και ζόρικη, έκφραση που νομίζει ότι ταιριάζει στην περίπτωση.
Όχι ότι χτες είχε συμβεί τίποτα το τρομερό.
Απλώς, τα ήπιαν και το ’ριξαν έξω.
Κι όταν λέμε έξω εννοούμε έξω, στην Πόλη, τη νύχτα.
Δηλαδή να: σε μια στιγμή κι ενώ έκαναν απανωτές σπονδές στην περασμένη αλλά όχι ξεχασμένη νιότη τους και στα μάγια της, ο Δέλτας είχε πει: «Ας πάει και το παλιάμπελο!» και πήγε κι έφερε μια μεγάλη νταμιτζάνα που κάπου την είχε φυλαγμένη από τον παλιό καιρό και η οποία απέπνεε μια μόλις υποφερτή μυρουδιά.
«Τώρα», είπε, «θα καταναλώσουμε ετούτη εδώ!»
Ο Αμάρος κοίταξε τη νταμιτζάνα κι όσο κι αν βρισκόταν κι αυτός πλέον σε κατάσταση ευφορίας, όσο κι ο φίλος του, δε μπόρεσε παρά να εκφέρει έναν ερωτηματικό λόξυγκα: «Ούγκ;»
Αλλά μετά το φιλοσόφησε το πράγμα και πρότεινε στωικά το ποτήρι του. Ο Δέλτας του το γέμισε, αλλά όχι από την νταμιτζάνα, παρά από το παρακείμενο μπουκάλι με το διαφανές και εύοσμο υγρό.
«Όχι», είπε κουνώντας το τεράστιο δοχείο κάτω απ’ τη μύτη του Κίμωνα. «Αυτό εδώ θα το καταναλώσουμε, αλλά δε θα το πιούμε. Θα το πιει κάποιος άλλος».
Μια μεθυσμένη λάμψη στα μάτια του Αμάρου έδειξε πως ανθίστηκε πλήρως περί τίνος επρόκειτο.
Σηκώθηκε.
«Ναι;»
«Ναι!», τον διαβεβαίωσε ο Δέλτας και σήκωσε πανηγυρικά ψηλά τη δύσοσμη νταμιτζάνα.
Κατέβηκαν κάτω. Το υγρό μπορεί να μην ήταν τόσο φλογερό όσο εκείνο που έπιναν πριν, ήταν όμως πολύ πιο εύφλεκτο και εξ ίσου ενεργοφόρο. Πότισαν λοιπόν καλά τη μοτοσικλέτα που ήταν αραγμένη στην πρασιά, η οποία άφησε αμέσως ένα παρατεταμένο όσο κι ευχαριστημένο γουργουρητό.
Και μετά ξεκίνησαν για βόλτα νυχτερινή, θορυβώδη, και πολιτικώς απαράδεκτη.
Και παφ και πουφ και τα –τα- τα, κατέβηκαν ως την παραλία και γλίστρησαν στην έρημη άσφαλτο παράλληλα με το ολεώδες κύμα…
Και τσαφ και τσούφ, σκαρφάλωσαν ως στους λόφους για να δουν από ψηλά τα καράβια να λαμπιρίζουν στα νερά του κόλπου…
Και μπρρρρρρρ, φουλάρισαν στην κατηφόρα ανάμεσα στα χώματα και τις λούμπες που ’χε αφήσει οι χτεσινή λασποπλημμύρα.
Και λάου λάου και στη ζούλα, πήγαν ως το υπόγειο παράρτημα, το μεταμφιεσμένο σε νόμιμο τεκέ, όπου στους δύσκολους αυτούς καιρούς της νέας ποτοαπαγόρευσης (κατά τους οποίους το οινόπνευμα ανακατεμένο με δύσγευστες ουσίες χρησιμοποιούταν μονο στις μηχανές και στις εντριβές), ο Δέλτας προμηθευόταν με καθαρό υγρό καύσιμο για θολά όνειρα και γέμισαν με μπουκάλια τις δύο εκατέρωθεν τσάντες της μηχανής.
Και στο γυρισμό, τους πήρε χαμπάρι μια νυχτερινή περιπολία από ηλεκτροκίνητους τράπελους.
Και ο επικεφαλής ευτράπελος είπε: «Πιάστε τους και τσακίστε τους, αλλά με τη δέουσα ευθυμία».
Αλλά από ευθυμία, απόψε, οι τράπελοι ήταν κάτι ψιλο-παρασάγγες πίσω. Οι νυχτερινοί μπάτσοι μπορεί να ήταν μακάριοι με επαγγελματικό και ευσυνείδητο τρόπο, αλλά τούτοι δω καβάλα στα πενήντα τόσα άλογα της μηχανής ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι!
Έτσι, μπορεί μεν οι τράπελοι, με τα ηλεκτρικά καβουρδιστίρια τους, να πήραν τη μοτό από πίσω και να προσπάθησαν να τη σταματήσουν, πλην όμως το αποτέλεσμα υπήρξε τζίφος. Η Μοτοσικλέτα του Δέλτα, η πάλαι ποτέ αποκαλούμενη και Μπιρμπίλω, δε μάσαγε!
Και βρρρ από δω, και βρρρ από κει, τους έκανε κάτι οχτάρια που δεν τα είχανε ξαναδεί σε κανένα εγχειρίδιο αριθμητικής!
Και μια από δω, και μια από κει, οι δυο φίλοι τρύπωσαν στα σοκάκια της παλιάς Πόλης και οι be happy τους χάσανε.
Χάραζε πια όταν γύρισαν σπίτι και κρύψανε το τρεχούμενο στο γκαράζ.
Μετά ανέβηκαν απάνω, βάλανε τα μπουκάλια σε ασφαλές μέρος και πέσανε επί τόπου, έτσι ντυμένοι όπως ήταν, σε λήθαργο βαρύ κι εκτονωμένο.
Έτσι λοιπόν, ο δημοσιογράφος έχει σκοπό να κάνει σα να μην τρέχει τίποτα και να αντιμετωπίσει τον τράπελο που ανεβαίνει, ως εάν δεν ήτο παρά περιστερά αγουροξυπνημένη από τον δίκαιο ύπνο των αθώων περιστερών.
Ανοίγει την απάνω πόρτα και τον βάζει μέσα, ενώ μουρμουρίζει..
«Τι τρέχει πρωί πρωί τράπελε; Γιατί ενοχλείς τους συνανθρώπους σου τέτοια ώρα;»
«Πρώτον, δεν είναι πρωί», λέει ο νεοφερμένος. «Δεύτερον, εδώ μυρίζει προϊόντα αμπέλου και τρίτον, όπως θα είδες και στην κάρτα προηγουμένως, δεν είμαι απλός τράπελος».
Ο Δέλτας ψάχνει το ρολόι του, το βρίσκει, το κοιτάζει και παραδέχεται: «Εντάξει, πέρασε κάπως η ώρα. Και έχουμε και δουλειές…» Μετά γυρίζει προς τον μπάτσο και δικαιολογείται. «Ναι, πράγματι υπήρξε εδώ μια κάποια ποσότητα οινοπνεύματος, η οποία χρησιμοποιήθηκε σ’ ένα ντοκυμαντέρ κοινωνικού περιεχομένου που γύρισα για το Μεγαδίκτυο. Εδώ έχω και τη σχετική άδεια. Θέλεις να στη δείξω τράπελε; Εεε, συγνώμη, ευτράπελε ήθελα να πω».
«Δεν είμαι ευτράπελος» επιμένει ο άλλος.
«Τότε τι;», απορεί ο Δέλτας.
Ο άλλος βγάζει τα γυαλιά και το καβουράκι.
«Ευθυμίαρχος Άρης Καζμίρ, τέως Καραμούζος. Στις διαταγές σου αγαπητέ Παύλε».
Ο Δέλτας μένει ξερός, αλλά μόνον για μια στιγμή. Αναγνωρίζει τώρα τον παλιό Καραμούζο. Δεν έχει αλλάξει και πολύ κάτω από τα μαύρα γυαλιά.
Μετά, το σοκ υποχωρεί και μπορούμε να παρακολουθήσουμε μια δεύτερη φάση (αγκάλιασματα, κτηπήματα στη πλάτη) συνάντησης παλιών φίλων που ’χουν καιρό να ιδωθούν.
«Είναι ο καιρός των εκπλήξεων!», μονολογεί ο Δέλτας. «Για κοίτα βρε παιδί μου! Ξαφνικά οι παλιοί φίλοι ξαναβρίσκονται. Μετά είκοσι έτη; Όχι, κάτι τι λιγότερο. Αλλά πάντα με όρεξη και κέφι για νέες περιπέτειες…, αρκεί βέβαια να μου επιτρέψεις να πάρω κάτι για το κεφάλι μου που κάνει ντιν νταν σαν τις καμπάνες του παρελθόντος».
«Πάρε ο, τι θέλεις και βάλε μου κι έμένα ένα ποτήρι», τον ενθαρρύνει ο Καζμίρ.
Ο Δέλτας ετοιμάζει δυο ποτά δίνει το ένα στον ευθυμίαρχο και τον κοιτάζει ερωτηματικά.
«Τον Κίμωνα τον Αμάρο τον βλέπεις;», ρωτάει εκείνος.
«Είχα καιρό να τον δω. Όπως και ’σένα άλλωστε. Όμως …»
«Θέλω να του πεις ορισμένα πράγματα», τον διακόπτει ο Άρης. «Εκ μέρους μου.»
«Σου ’λεγα ότι είχα καιρό να τον δω. Ειδωθήκαμε όμως χτες. Και είπαμε πολλά. Για τα παλιά και για τα τωρινά. Μιλήσαμε και για σένα. Τελικά γιορτάσαμε τη συνάντηση και το ξενυχτήσαμε. Βγήκαμε μέχρι και βόλτα με τη μοτό, τη Μπιρμπίλω, σχεδόν ως τα χαράματα. Μάλιστα κάτι δικοί σου μας πήραν από πίσω, αλλά δε φτούρησαν.
Αλλά αν θες να μιλήσεις στον Κίμωνα, τίποτα το ευκολότερο. Είναι εδώ. Μπορείς να του τα πεις μόνος σου. Αρκεί βέβαια πρώτα να τον ξυπνήσουμε.».
«Εδώ είμαι κι εγώ», ακούγεται κάπως αλλοιωμένη η φωνή του Αμάρου από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. «Πείτε μου: είμαι ακόμη τάβλα ή πράγματι άκουσα σαλπίσματα από Καραμούζες του παρελθόντος να ηχούν στον γύρο; Και πείτε μου ακόμη, βλέπω όνειρο ή όντως ετούτος εδώ είναι ο Άρης ο Καραμούζος το περίφημο λαγωνικό των παλιών και των νέων καιρών;»
Ένα ακόμα αγκάλιασμα με χτυπήματα στη πλάτη, και η φάση «συνάντηση παλιών φίλων» ολοκληρώνεται.
Τώρα βρίσκονται και οι τρεις γύρω από το τραπέζι της κουζίνας.
«Ήρθα για σένα», λέει ο Καζμίρ στον Κίμωνα. «Αδελφέ μου, το πώς τα καταφέρνεις και μπλέκεις είναι πραγματικό μυστήριο».
«Αυτό ξαναπές το», λέει ο Δέλτας. «Ανέκαθεν είχε αυτό το ταλέντο».
«Δεν έχω μπλέξει πουθενά», δηλώνει ο Αμάρος. «Είμαι πια μόνον ένας απλός παρατηρητής των καιρών που αλλάζουν».
«Έτσι λες εσύ. Και ίσως εγώ προσωπικά να συμφωνούσα μαζί σου. Έλα όμως που τα υψηλά κλιμάκια της Πειθωργάνωσης έχουν τελείως διαφορετική γνώμη».
«Η Πειθωργάνωση; Θα ’χει σίγουρα να κάνει με καμώματα του Γιάννου και των φίλων του. Ξέρω ότι ο Μελανιάδης τους έχει βάλει στο μάτι».
«Και μ’ αυτά. Στην Πειθωργάνωση όμως πιστεύουν ότι πίσω από το Φύρδην Μίγδην, υπάρχει ανώτερος αρχηγός και συντονιστής και αυτός δεν είναι άλλος από εσένα. Σαν παλιός αντιρρησίας είσαι ότι πρέπει γι αυτόν τον ρόλο.
Επομένως με σένα στα παρασκήνια η φοιτητική λέσχη είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη απ’ ότι φαίνεται. Και δεν αποκλείεται να ενέχεται σε πολλές από τις πρόσφατες πράξεις ανταρσίας.
Το δε γεγονός ότι έχουν μεταφέρει τον εξοπλισμό και τ’ αρχεία τους στα παλιά νταμάρια, κάτω από το μέρος όπου έγινε η έκρηξη, θεωρείται άκρως επιβαρυντικό».
«Σαχλαμάρες. Δεν είναι δυνατό να έχουν πάρει στα σοβαρά τα παιδιαρίσματα μερικών φοιτητών».
«Κοίτα. Θέλησα να σε δω για να μου πεις τι υπάρχει πίσω από όλα αυτά. Αλλά ακόμα και εάν πρόκειται για υπερβολές του Μελανιάδη, ήθελα να σε ειδοποιήσω ώστε να προσέχεις».
«Αυτά είναι όλα όσα έχουν εις βάρος μου;»
«Όχι. Εδώ και λίγες μέρες είσαι υπό παρακολούθηση. Εγώ βέβαια με τους δικούς μου παρακολουθώ τους παρακολουθητές. Όσο μπορώ. Όμως ξέρεις ότι με τη Πειθωργάνωση δε τα βγάζει κανένας πέρα εύκολα».
«Αυτό μπορώ να στο επιβεβαιώσω και εγώ που τους ξέρω από αρκετά κοντά», υπερθεματίζει ο Δέλτας.
«Ας τους να παρακολουθούνε. Αυτοί χάνουν τον καιρό τους. Τώρα μάλιστα που μου το είπες, μπορώ να τους κάνω και κανένα χουνέρι: αν όχι τίποτα άλλο, να τους βγάλω τη πίστη στο περπάτημα και στο ξενύχτι»
«Βλέπεις που σου λέω ότι είναι ανεπίδεκτος. Πάει πάντα γυρεύοντας», αυτο-επιβεβαιώνεται ο Δέλτας.
«Θα σου τα πω όλα», συνεχίζει ο Καζμίρ. «Χτες εντόπισα στο ειδικό κανάλι του διαδίκτυου, εκείνο που χρησιμοποιούν οι Πειθωργανωμένοι, ένα μήνυμα -αναφορά προς τον Μελανιάδη από το Συνεργείο Τεκμηρίωσης Ανυποταξιών και Λοιπών Ανατρεπτικών Τάσεων. Ο Ευτράπελος Καραλούλης, που είναι μανούλα σ’ αυτά, το υπέκλεψε και το αντέγραψε».
«Λοιπόν;»
«Λοιπόν χτες, μετά που βγήκες, μάλλον για να έρθεις εδώ, το Συνεργείο μπήκε και ερεύνησε το σπίτι σου».
«Τζάμπα κόπος, υποθέτω».
«Δε θα το ’λεγα. Για κοίτα εδώ».
Ο Καραμούζος βγάζει από τη τσάντα του μερικές φωτοτυπίες.
«Αυτά εδώ δείχνουν ότι, όχι μόνο ασχολείσαι με επικίνδυνες συνήθειες του παρελθόντος όπως η συγγραφή ιστοριών, αλλά και ότι έχεις σκοπό να δαιμονολογήσεις. Να μιλήσεις για συνωμοσίες και άλλα τέτοια που η Πειθωργάνωση τα μισεί και τα μισούσε ανέκαθεν.
Έχεις μπλέξει άσχημα φίλε μου».
Ο Κίμωνας παίρνει τα χαρτιά και τα κοιτάζει.
Είναι όντως δικά του.
********
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΟ
«Μου επιτρέπετε;» λέει ο Δέλτας και παίρνει απ’ τα χέρια του Αμάρου τις φωτοτυπίες από τα έγγραφα που κατέσχεσε το Συνεργείο της Πειθωργάνωσης.
Τα κοιτάζει με προσοχή. Γράφουνε:
Το πρώτο έγγραφο:
Αίτηση
του Κίμωνα Αμάρου
τέως Κίμωνα Αημαρκσίδη
(αλλά που θα μπορούσε και να είναι, ας πούμε),
Α Ι Τ Η Σ Η
ενός Ανωνύμου
Του Αναπόφευκτου
Και της Συγκυρίας
Το γένος Ενπάση-Περιπτώση
Γεννηθέντος
και ου ποιηθέντος
(σε σωλήνα – χωνί – αμπούλα ή αγωγό)
μηδέ κλωνισθέντος
(από τις αρραγείς του αρχές και πίστεις)
Οδός: Ευτυχίας Αναζητουμένης
Και Καιρού Επιτρέποντος (γωνία)
Αριθμός: Πληθυντικός
Τηλέφωνο: ακίνητο (τοίχου)
Φαξ: Νιξ
Προς
τους Απανταχού Δύσκολους
τους Πολιτικώς Ορθούς (και μη καθούμενους)
τους Ενημερωμένους αλλά μη Διαβασμένους (από παπά)
τους Έχοντες και Κατέχοντες
τους Ψυχρό-αιμους (αλλά όχι ψύχραιμους)
τους Που παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά
τους Που παίρνουν τους άλλους σβάρνα
τους Που δε θα τα πάρουν μαζί τους
τους Ξανά-φτιαγμένους και γόνο-ποιημένους αλλά μη
αναζωογονημένους
τους Diktyomenous
τους Που ξέρουν προσωπικά όλους τους Επώνυμους
τους Επώνυμους αυτούς καθ΄ Εαυτούς
τους Διαθέτοντες Εξουσία
τους Μη έχοντες Ηλικία
τους “Ας μη δαιμονολογούμε!”,
τους επ’ αμοιβή Ψυχοβγάλτες,
τους παντός είδους Ειδήμονες,
τους φοβοτρόφους Εξασφαλιστές,
τους ανεπίγνωστους Νταβατζήδες,
τους Πατέρες Αφέντες,
τις Μάνες Ματρόνες,
τους Πετυχυμένους (σε καλούπια) γενικώς,
αλλά και
τους Άλλους
(που είναι ακριβώς εκεί
-από πίσω-
και Δεν φαίνονται).
Ο ιππογράφων,
ΑΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΔΗΜΟΣΙΩΣ:
1. ότι άπασες οι Αρχές, εγκόσμιες και υπερβατικές, επιδεικνύουν (ανέκαθεν) καλή και μόνον καλή διαγωγή και πρόθεση
2. ότι απαξάπαντες οι κακοί βρίσκονται στη φυλακή, άρα ούτε υπερβατικές ούτε άλλες συνωμοσίες υπάρχουν (και ως εκ τούτου πάσα αναφορά σ’ αυτές απαγορεύεται δια ροπάλου)
3. ότι, ύστερα από επίμονες και αξιέπαινες ενέργειες των διανοουμένων, τα κατά συνθήκην ψέματα μας τελείωσαν
-πλέον- και
4. ότι κατά την Νέα Εποχή ουδείς τολμά να επινοήσει Nέα Ψεύδη
(έτσι οι αγνοούμενοι -συγγνώμη: οι διανοούμενοι- μπορούν απερίσπαστοι πλέον να ασχοληθούν με τη σύνταξη διεισδυτικών ομφαλο-διαπεραστικών διανυσμάτων και διαφημιστικών μηνυμάτων κοινωνικής χρησιμότητας και αλληλεγγύης)
αιτείται
την άδεια όπως
Δ Α Ι Μ Ο Ν Ο Λ Ο Γ Η Σ Ε Ι
Εξάλλου, είναι διατεθειμένος, ευθύς εξ αρχής και εκ προοιμίου να απευθύνει τις κατάλληλες προειδοποιήσεις
(Βλέπε συνημμένο έγγραφο 2)
Το δεύτερο έγγραφο έγραφε:
Π ρ ο ε ι δ ο Π ο ι η σ η
Με όλη την απαραίτητη
Σοβαρότητα
(Που απαιτούν οι καιροί
Και οι χρόνοι),
Δηλώνω υπευθύνως
Ότι
Στην πραγματική πραγματικότητα
Συμβαίνουν
Ακριβώς το αντίθετα
Από αυτά
Που περιγράφονται
Στις επόμενες σελίδες.
Γι αυτό
Τα όσα εξιστορούνται στο παρόν τερατούργημα
Είναι απλώς
ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΕΣ
Και επομένως
Ουδείς υπάρχει λόγος
Ανησυχίας
Και πανικού.
Ή Ώρα είναι πέντε
-Παρά Πέντε-
Και όλα πάνε καλά!
Στο κάτω μέρος είχε προστεθεί και ένα σχόλιο σε υπηρεσιακή ιδιόλεκτο:
Σημείωση: Κατόπιν επισταμένων ερευνών του αρμόδιου Συνεργείου, τα παραπάνω έγγραφα ανευρέθησαν στο ντουλάπι όπου ο Κίμων Αμάρος (τ. Αημαρκσίδης) κρεμούσε τους σκελετούς και τις μάσκες του για να μη τσαλακώνονται.
Δεδομένου ότι η περιεχόμενη αίτηση ουδέποτε υποβλήθηκε στις αρμόδιες αρχές και κατά συνέπεια ουδέποτε εγκρίθηκε, η τυχόν χρήση της από την Υπεράσπιση ως ελαφρυντικού δέον όπως θεωρηθεί νομικώς ανυπόστατος.
«Είναι δικά σου;», ρωτάει ο Δέλτας.
«Δικά μου», παραδέχεται ο Αμάρος, «αλλά δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα. Μια ιδέα που έλεγα να την ενσωματώσω σε μια ιστορία που γράφω τώρα. Δε θα είναι παρά ο προβληματισμός ενός από τους ήρωές μου. Ο οποίος μάλιστα δεν είναι καν σίγουρο ότι θα έχει δίκιο. Που προβληματίζεται εννοώ».
«Όπως και να ’χει το πράγμα, εκείνο που μετράει για τους Πειθωργανωτές είναι ότι αυτά τα κείμενα βρέθηκαν στο ντουλάπι σου και ότι προκύπτουν γραμμένα από εσένα. Και σε συνδυασμό με όλα όσα σου είπα πριν, σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Πολύ δύσκολη».
Ο ευθυμίαρχος κουνάει με σοβαρότητα το κεφάλι του.
«Γι αυτό ήρθα εδώ incognito. Ακόμη κι αν δεν έχεις στην πραγματικότητα ανάμιξη, κι εγώ το πιστεύω -αν είχες θα το ήξερα γιατί ο, τι κι αν λέει ο Μελανιάδης οι Ευτυχισμένες Μονάδες δεν τρώνε κουτόχορτο- ακόμα λέω κι αν όλα αυτά οφείλονται στο ότι αναζητούν ένα εξιλαστήριο θύμα και σου ’λαχε εσένα αυτός ο ρόλος, ακόμα και τότε, ένας λόγος παραπάνω για να προσέχεις».
«Θα προσέχω, θα προσέχω, εντάξει!» βεβαιώνει ο Κίμωνας που εξακολουθεί να έχει την εντύπωση ότι ο φίλος του υπερβάλει κάπως.
«Και πρέπει να προσέχουν και τα παιδιά. Η λέσχη τους παρακολουθείται και δεν αποκλείεται να έχουν παρεισφρήσει εκεί μέσα άνθρωποι του Μελανιάδη»
«Θα τους το πω».
«Να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Ιδιαίτερα σε όσους τους πλησιάζουν και δε τους γνωρίζουν καλά. Α, εκτός από έναν κρεμανταλά που φτιάχνει ομοιοκαταληξίες. Αυτός είναι δικός μου».
«Σχετικά με τα παιδιά…» λέει ο Δέλτας.
«Ναι;»
«Τους ανέθεσαν ως εργασία από το Πανεπιστήμιο να εξερευνήσουν το Κτίσμα του Κεκραμένου Λόφου».
«Ζήτησαν τη βοήθειά μας και είπαμε να τους δώσουμε ένα χέρι, αλλά για να μπούμε εκεί μέσα χρειάζεται ειδική άδεια», συμπληρώνει ο Αμάρος. «Χτες που το κουβεντιάζαμε σκεφτήκαμε εσένα. Είπαμε μήπως θα …»
Ο Καζμίρ δείχνει ξαφνιασμένος.
«Ο Γιάνος ο δικός σου ανάλαβε την εξερεύνηση στον Κεκραμένο;»
«Ναι, γιατί;»
«Δε ξέρω ακριβώς. Όμως είμαι σίγουρος ότι κάτι δε πάει καλά σ’ αυτήν την ιστορία. Υπάρχει δάκτυλος του Μελανιάδη. Ανέθεσε αυτή τη δουλειά στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο γιατί θέλει να τους βγάλει από το καβούκι τους και να τους εκθέσει. Μου το ανέφερε ο ίδιος. Πότε αρχίζουν τα παιδιά;»
«Μα, σήμερα. Σήμερα το πρωί μπήκαν για μια πρώτη εξερεύνηση. Αυτήν την ώρα πρέπει να είναι ήδη μέσα στο Λόφο».
«Θα φροντίσω να πάρετε άδειες και θα σας δώσω και κάποιον ή μάλλον θα ’ρθω …»
Μια περίεργη σπαστική δόνηση αναταράζει τα ρούχα του Κασμίρ
«Συγγνώμη είναι το ενοχλόφωνο», λέει και ανασύρει τη μικρή συσκευή που εκτός από προειδοποιητικός δονητής, είναι επί πλέον (μέσω της τηλεσκοπικής της κεραίας) και μια άψογη ξύστρα για τη πλάτη, καθώς και ένας τρόπος άμεσης σύνδεσης του ευθυμίαρχου με τους στενούς συνεργάτες του.
Ο Άρης ενεργοποιεί τη θαυματουργή συσκευή, της λέει ότι είναι έτοιμος να προσλάβει μηνύματα και ακούει προσεκτικά αυτά που εκείνη του μεταδίδει.
Το πρόσωπό του γίνεται ξαφνικά σοβαρό. Απαράδεκτα σοβαρό για ένα τόσο υψηλόβαθμο στέλεχος των Ευτυχισμένων Μονάδων.
«Πες. Τι είναι;» ρωτάει με επαγγελματική περιέργεια ο δημοσιογράφος.
«Ή είναι κάτι που εμάς δε μας αφορά…», κάνει διακριτικός πάντα ο Κίμων.
Ο Ευθυμίαρχος κλείνει το κινούμενο. «Αυτή η ιστορία μας αφορά πλέον όλους» μουρμουρίζει.
Μένει για μια στιγμή σιωπηλός. Οι εσωτερικοί πληροφοριοδότες του τον ενημέρωσαν για δύο πράγματα: Το ένα (Ευτράπελος Καραλούλης) είναι ότι ο Φρίξος Μελανιάδης κατευθύνεται μεταμφιεσμένος προς μια ακόμη μυστική του συνάντηση με την Άρχουσα Κύρα της Λέσχης του Φιόγκου. Το άλλο, (Ευτράπελος Καραχάνος) ότι οι Πειθωργανωτές παρακάμπτοντας γι ακόμα μια φορά τις Ευτυχισμένες Μονάδες πήραν δικές τους εξωθεσμικές πρωτοβουλίες: Μόλις πριν λίγο αποφάσισαν τη σύλληψη και την άμεση μεταγωγή του Κίμωνα Αμάρου στο Πειθωμέγαρο για ανάκριση.
Ο ευθυμίαρχος Καζμίρ οργίζεται αλλά δε το δείχνει. «Υπάρχουν εξελίξεις» λέει, Στρέφεται προς τον Αμάρο.
«Κίμωνα, φαίνεται ότι οι πειθωργανωτές αποφάσισαν να σε συλλάβουν για ανάκριση. Και επειδή στο αυτοκίνητό σου έχει μπει κοριός, είναι πιθανό να σκάσουν μύτη από λεπτό σε λεπτό. Ίσως θα μπορούσα να αποτρέψω προσωρινά τη σύλληψη αλλά θα πρέπει να τους δώσω κάποια εξήγηση για το λόγο που βρίσκομαι εδώ και έτσι θα μπούμε σε χρονοβόρες διαδικασίες με αβέβαιη έκβαση.
Γι αυτό νομίζω ότι πρέπει να φύγουμε αμέσως. Και ότι εσύ είναι καλύτερα εσύ να έρθεις μαζί μου. Έτσι θα αποφύγουμε απρόοπτες εξελίξεις κι αν τυχόν παρουσιαστεί κίνδυνος είτε από τους πειθωργανωτές είτε από όποιους άλλους θα μπορέσω να επέμβω αμέσως. Μόνο που θα χρειαστεί να αλλάξεις για λίγο ταυτότητα».
«Ούτε που να το σκεφτείς», παρεμβαίνει ο Δέλτας. «Αν πάρεις μαζί σου τον Κίμωνα θα ’ρθω και ’γω. Όπως και να το κάνουμε εκπροσωπώ τον παλιό καλό και αδιάκριτο Τύπο και αποκλείεται να μείνω έξω από τις εξελίξεις».
«Εντάξει, εντάξει…» συγκατανεύει ο Καζμίρ.
Όμως είναι ο Αμάρος που αρχίζει να έχει ενστάσεις.
«Ναι αλλά… Τι ταυτότητα;».
Ο Άρης τον κόβει μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού, ενώ παράλληλα σχηματίζει έναν από τους δικούς του, ιδιαίτερους, κωδικούς στο καντράν του κινούμενου.
«Μην ανησυχείς Κίμωνα. Θα σας παραγγείλω τώρα αμέσως δύο στολές Ευτράπελων. Φορέστε κι ένα κάποιο χαμόγελο και δε θα σας πάρει χαμπάρι κανένας».
*******
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ
Όπου μια γουλιά από το φλασκί του Παραγινωμένου όχι μόνο διώχνει τους φόβους, αλλά και προκαλεί απρόσμενες συναισθηματικές ανακατατάξεις
Εντάξει. Ο Γιάνος Αμάρος δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση για την εποχή του.
Αντίθετα, της εποχής του της πήγαινε κόντρα.
Είχε φτιάξει τα δικά του ιδανικά και τους είχε δώσει θεωρητική υπόσταση, κανονιστικό πλαίσιο και απόλυτη προτεραιότητα.
Για να το καταφέρει είχε αναπόφευκτα παραμελήσει ορισμένα άλλα πράγματα. Όμως, αυτά τα καταπιεσμένα άλλα πράγματα προκαλούσαν δυνατή εσωτερική πίεση που δε θα αργούσε, έτσι ή αλλιώς, να εκραγεί.
Μ’ άλλα λόγια, αργά ή γρήγορα -μάλλον γρήγορα- η ορμονική καταιγίδα θα ξεσπούσε ακάθεκτη και οι αγάπες θα έπρεπε να πάρουν λιγότερο θεωρητική μορφή. Ας πούμε τη χειροπιαστή καμπυλόγραμμη μορφή ενός κοριτσιού.
Όμως μεσολάβησε η κατάποση του φίλτρου που τους είχε προμηθεύσει ο Αειθαλής. Και η έκρηξη έγινε σήμερα.
Και το αξιοπρόσεκτο αυτό μείγμα από αγάπη και επιθυμία, κατέλαβε τον νεαρό Αμάρο εξ απήνης μεν, αλλά στην ουσία εξαιρετικά πεινασμένο για έρωτα.
Βέβαια, ο έρωτας δεν έρχεται μόνος. Όπως είχε προβλέψει και ο Αιώνιος, ο έρωτας έχει ορισμένες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρενέργειες.
Όπως το αισιόδοξο ρόδινο χρώμα που βάφει ξαφνικά τα πέριξ.
Όπως αυτό το αυθεντικό κάτι τι που βγαίνει από μέσα σου και, χωρίς να χάσει τίποτα από την πηγαία του βαρβαρότητά, εξευγενίζεται ξαφνικά σε βαθμό Ποίησης.
Όπως η αλλόκοτη ευεξία που απλώνεται στο κορμί σου, σκαρφαλώνει στις διασυνδέσεις των νευρώνων σου και σου αλλάζει τους τρόπους πρόσβασης στη ζωή.
Όπως οι αισθήσεις σου που γίνονται όλο και πιο οξείες και σου επιτρέπουν να προσλαμβάνεις καινούργια μηνύματα και να τα αφομοιώνεις χωρίς μεμψίμοιρες ανασφάλειες.
Όπως οι νέες αρμονίες των ήχων που καμπανίζουν στα αφτιά σου.
Όπως τ’ αρώματα που παίρνουν να μυρμηγκιάζουν τη μύτη σου.
Όπως οι μυριάδες κεραίες που αρχίζουν να εκπέμπουν μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα σήματα από τη ραχοκοκαλιά σου προς το σύμπαν.
Ο Γιάνος συνειδητοποιεί ότι είναι είκοσι χρονών και έχει δικαίωμα να αισθάνεται αθάνατος.
Ότι, μπορεί να αρπάξει τη ζωή από τα βυζιά και να αρμέξει τους χυμούς της χωρίς εσωτερικευμένες προσγειώσεις και ασφαλιστικές ρήτρες.
Ότι μπορεί να παίξει με τις απιθανότητες περισσότερο για να χάσει και να μάθει, παρά για να κερδίσει και να αποθηκεύσει.
Γιατί τώρα διαθέτει αυτήν την σπάνια πολυτέλεια που δικαιώνει τους ωραίους χαμένους μπροστά στους επηρμένους νικητές.
Είναι ερωτευμένος.
Ο Γιάνος, βέβαια, δε ξεχνάει την υψηλή αποστολή που έχει θέσει στον εαυτό του. Ούτε την ενθουσιώδη του διάθεση να συνεργαστεί στο συμπαντικό σχέδιο για την αέναη αρμονία. Μόνο που τώρα είναι πρόθυμος να αρκεστεί στην είσπραξη της ηδονής του αγώνα, χωρίς υστερόβουλες αναμονές και στρατηγικούς υπολογισμούς.
Κι όλα αυτά τα ωραία πράγματα έχουν ξαφνικά πάρει για το νεαρό φοιτητή τη μορφή της μικρής Ευγενείας που είναι εκεί δίπλα του και που μόλις μέχρι ένα λεπτό πριν τον λάτρευε απεγνωσμένα και ανέλπιδα.
Και η οποία τώρα κοιτάζει με εξ ίσου αφοσιωμένη προσήλωση προς το μέρος του Βρασίδα.
Αλλά αυτός δεν της δίνει πια προσοχή. Γιατί είναι κι αυτός εκ νέου ερωτοχτυπημένος. Μόνο που αυτός, υπό την επιρροή του θαυματουργού φίλτρου έχει τώρα αφοσιωθεί σ’ ένα είδωλο. Ένα είδωλο που μαζί του είναι ερωτευμένοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι οι κάτοικοι της Πόλης.
Ο Βρας είναι τώρα ερωτευμένος με τη Μπάρμπυ Μπότον που, από το ύψος της νεανικής της αυθεντίας, τους περιπαίζει και τους περιγελάει όλους.
Ευτυχώς για την εκπλήρωση της εξερευνητικής αποστολής που έχουν αναλάβει οι τρεις φίλοι, η νέα σύνθεση των αμοιβαίων προσηλώσεων ανάμεσά τους δεν έχει άμεσες ανταγωνιστικές συνέπειες. Όπως άλλωστε δεν είχε και η παλιά.
Έτσι, έστω και με κάποια έκδηλη αλλά και δικαιολογημένη αφηρημάδα παρακάμπτουν τους εξασφαλιστές, τους ψυχοβγάλτες και τους περίλυπους αυτοσχέδιους ψάλτες και, φορτωμένοι τους σάκους με τον εξοπλισμό, πλησιάζουν τη σχισμή του Λόφου.
Ένας τύπος με τη χαρακτηριστική στολή των Φουσκωτών της Οικιστικής Εταιρείας τους σταματάει.
«Χαίρε φύλακα», του πετάει αισιόδοξα ο Γιάνος.
«Χαίρε και χαίρε… που την βρήκες τη χαρά ανόητε μικρέ; Κι από υγεία … Να, δε το βλέπεις αυτό εδώ το φούσκωμα….; Τι είναι ; Άσε,… καλύτερα. Και τώρα τέρμα οι σάχλες και στρίβετε. Εδώ απαγορεύεται».
«Μη στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά», τον διαβεβαιώνει παρηγορητικά η Ευγενία.
«Δε ξέρω που θα πάνε όλα. Εγώ, αν μου το επέτρεπε η υπηρεσία, θα έλεγα ότι πάνε κατά διαβόλου. Εσείς, όμως, δε θα πάτε πουθενά. Είπαμε. Εδώ απαγορεύεται η είσοδος. Δεν είδατε τις επιγραφές;».
Ο Βρασίδας βγάζει και του δείχνει τις άδειες. Ο Σικιουριτάς τις εξετάζει και κάνει ακόμη μία δυσαρεστημένη γκριμάτσα.
«Γαμώ τις εξαιρέσεις», λέει επιγραμματικά και τους κάνει χώρο να περάσουν.
Οι τρεις φίλοι και η Μαρίκα περνούν ανάμεσα απ’ τα προεξέχοντα μάρμαρα και μπαίνουν στα σπλάχνα του λόφου.
Λίγο μετά, ένας τύπος που μοιάζει ταλαίπωρος, απ’ αυτούς που συνήθως αποκαλούνται κακομοίρηδες ή και φουκαράδες, πλησιάζει τάχα αδιάφορα την Σχισμή.
Στον στραβομουτσουνιασμένο φρουρό που εξακολουθεί να είναι αραγμένος εκεί μπροστά, ο τύπος, δεν επιδεικνύει κάποια ειδική εξερευνητική άδεια, αλλά το πανίσχυρο Πειθω-αντικλείδι που ως γνωστόν ανοίγει όλες τις πόρτες και τα περάσματα.
*******
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΥΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΧΑΜΕΡΠΕΣ
Ο Λεωνίδας Χαμούρης, ο μετονομασθείς Χαμαί Λεόν δεν ήταν ανέκαθεν ¨παρακολουθητής¨ για λογαριασμό της Πειθωργάνωσης. Έως πρόσφατα κατείχε μια κατώτατη θέση γενικών καθηκόντων στην Εταιρεία Οικιστικής Επέκτασης. Ο Χαμούρης όμως είχε φιλοδοξίες και μάλιστα κρυφές, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί σημαντικό προσόν από όποιον το ήξερε, δηλαδή μόνον από αυτόν τον ίδιο.
Στην παλιά του θέση μπορεί να μην έλυνε προβλήματα, αλλά δεν δημιουργούσε κιόλας -τουλάχιστον στους ανωτέρους του. Τους οποίους κοιτούσε με αφοσίωση, όταν δεν κατέβαζε το βλέμμα με περισσή αιδημοσύνη, μήπως και τους ενοχλήσει με την παραπανίσια επίδειξη λατρείας
Ο Χαμαί δεν ήταν κακός, και αυτό γιατί την Εποχή εκείνη όλοι οι κακοί είχαν καταργηθεί με ειδικό διάταγμα που έδινε νομική υπόσταση στο σχετικό πάγιο και ανυποχώρητο αίτημα των πολιτικώς ορθίων. Στον κόρφο του, μάλιστα, είχε πάντα το φυλλάδιο με τις ορθές συμπεριφορικές οδηγίες της Μητρικού Ομίλου των Αναπτυκτών Επεκτατών -όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι υπάλληλοι των απανταχού θυγατρικών εταιρειών. Και τις τηρούσε με ψυχωτική ευλάβεια
Ο Χαμαί έβλεπε με δαιμονική ευχαρίστηση το που κατέληγαν οι αμφισβητίες και όσοι βραχυκύκλωναν την αρμονία του συστήματος. Έκανε και ο ίδιος ό,τι μπορούσε (κατά κανόνα χαφιεδισμούς μικρής κλίμακας) για να ξαποστείλει τους αντιδραστικούς εκεί που τους άρμοζε: στο σιχαμερό απροστάτευτο περιθώριο
Μόνο που, μερικές φορές -μάλλον σπάνιες- τύχαινε οι προϊστάμενοί του, αντί να ξεπαστρέψουν κάποιον απείθαρχο αμφισβητία, αντίθετα, να τον προαγάγουν, γιατί έκριναν ότι αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τον εξουδετερώσουν.
Τότε ο Χαμαί τα έβαφε από σκούρα μελανά έως ερεβώδη, πάθαινε κρίση οξείας στρεσίτιδας, και δε μίλαγε σε κανέναν για μέρες. Τελικά όμως το κατάπινε κι αυτό και ξανάβρισκε την χαμηλής πτήσης -σούρσιμο- ισορροπία του.
Ο Λεόν Χαμαί τα ’κανε όλα αυτά γιατί θεωρούσε ότι ήταν η καλύτερη συνταγή επιβίωσης και όχι βέβαια γιατί τα πίστευε. Αν τα πίστευε δε θα ήταν ένας γνήσιος χαμαιλέων -δηλαδή ένα θαύμα της υποκριτικής τέχνης της Μάνας Φύσης- αλλά απλώς ένας μαλάκας.
Όμως ο Χαμαί, όπως είπαμε, είχε στόχους που δεν εξαντλούνταν στους διοικητικούς μικροχαφιεδισμούς.
Και να που τελικά, η επίμονη προσήλωσή του στην κρατούσα τάξη πραγμάτων άρχισε να ανταμείβεται: Η Πειθωργάνωση, αναγνωρίζοντας την έως τότε προσφορά του στη διακίνηση εμπιστευτικών πληροφοριών, τον προσέλαβε ως δόκιμο παρακολουθητή.
Και να τον τώρα στην πρώτη του αποστολή, πίσω από τα αντιδραστικά αυτά παλιόπαιδα, μέσα σ’ αυτόν τον βρωμερό λόφο και μάλιστα χωρίς να έχει μαζί του τις αρωματικές παστίλιες που συνηθίζει να πιπιλίζει όταν τον πιάνει το έξτρα στρες.
Λίγα μόνο βήματα μετά τη σχισμή οι τρεις φίλοι κοντοστέκονται για να συνηθίσουν τα μάτια τους στο ημίφως. Η λεπίδα φωτός που τρυπώνει από τη ρωγμή του περάσματος μόλις που καταφέρνει να σπάσει τη πένθιμη μαυρίλα που κυριαρχεί εκεί μέσα. Οι νεαροί απιθώνουν χάμω τους σάκους και κοιτάζουν γύρω τους με προσοχή.
Ο χώρος είναι υγρός και μεγάλος αλλά όχι χαώδης. Οι τοίχοι που τον ορίζουν είναι φτιαγμένοι με ογκώδεις επεξεργασμένους βράχους. Στους αρμούς έχουν εγκατασταθεί γλοιώδη παράσιτα που αντανακλούν το λιγοστό φως με εμετικές σκουροπράσινες ανταύγειες. Τα μάρμαρα, στο σημείο όπου προσέκρουσε η φαγάνα, δείχνουν ότι μάλλον εκεί πρέπει να υπήρχε ένα άνοιγμα του αρχαίου οικοδομήματος, ίσως μια πύλη.
Το δάπεδο είναι κι αυτό στρωμένο με πέτρες και μόνον η οροφή δε διακρίνεται ή δεν υπάρχει. Στη θέση της κάπου ψηλά πάνω από τα κεφάλια τους χάσκει ένα ασαφές σκοτεινό κενό απ’ όπου σκάνε απειλητικά μύτη κάτι μυτερές γλώσσες, που θυμίζουν αιχμές από νεαρούς σταλακτίτες.
Ο Γιάνος βγάζει από το σάκο του ένα φορητό φωτιστικό σώμα και το ανάβει. Όμως, το φως που αναβλύζει είναι πολύ λιγότερο από όσο θα έπρεπε. Κι αρχίζει να μειώνεται κι άλλο.
Ο νεαρός Αμάρος ελέγχει τις ηλεκτρικές επαφές. Και επειδή δεν διαπιστώνει τίποτα το ανώμαλο, αλλάζει τις μπαταρίες. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο. Οπότε, κάνει νόημα στον Βράς ο οποίος ψάχνει στο δικό του σάκο και τελικά τραβάει έξω μια λάμπα υγραερίου. Την ανάβουν. Τώρα, το αποτέλεσμα είναι κάπως καλύτερο.
Η Τζένη παρατηρεί τη Μαρίκα.
«Γλυκέ μου Βρας, για ρίξε μια ματιά σ’ αυτήν την ανεπρόκοπη», λέει. «Το βλέμμα της είναι αποχαυνωμένο και μου φαίνεται ότι βγάζει ένα ελαφρύ βουητό».
Ο Βρασίδας εξετάζει τη μικρή οθόνη ελέγχου που είναι ενσωματωμένη στο περιδέραιο της ανθρωπόμορφης βοηθού.
«Θα στοιχημάτιζα εκατό βολτ αντί για μια βόλτα στο πάρκο ότι έχουμε μεταβολή του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου», διαπιστώνει. «Ίσως και παρουσία χαοτικών βρόγχων. Η Μαρίκα έχει ζαλιστεί Ας ελπίσουμε ότι θα καταφέρει να προσαρμόσει τις εξισώσεις της στις νέες παραμέτρους, χωρίς να έχουμε απρόβλεπτες επιπτώσεις».
«Δε την βάζεις καλύτερα στο stand by», λέει ο Γιάνος. «Μη την πιάσει καμιά ανεξέλεγκτη κρίση»
«Ναι, Βρας. Έτσι θα πάψει να σε κοιτάζει μ’ αυτό το ξελιγωμένο ύφος», υπερθεματίζει η Τζένη.
«Μην ανησυχείτε. Η Μαρίκα δεν έχει ανάγκη. Λέω να την αφήσω αναμμένη για να δω πως θα τα πάει. Αν δε τα καταφέρει να προσαρμοστεί θα επιχειρήσω να τη διορθώσω εγώ».
«Μμμμ…, αυτή είναι διαρκώς ¨αναμμέν稻, μουρμουρίζει αποδοκιμαστικά η Τζένη.
«Καλά», λέει ο Γιάνος και σκέφτεται μα πώς είναι δυνατό να μην έχει προσέξει ίσαμε τώρα πόσο γοητευτικά υπέροχη είναι η φωνή της νεαρής συμφοιτήτριάς του. Μετά, δείχνει προς την άλλη άκρη του χώρου. «Πάμε προς τα εκεί. Νομίζω ότι διακρίνω κάτι το αλλιώτικο εκεί κάτω».
Διασχίζουν την αίθουσα. Φτάνουν ¨εκεί κάτω¨ και διακρίνουν, ένθετο στον πέτρινο τοίχο, κάτι που μοιάζει με σωματώδες μαρμάρινο ξόανο.
«Για κοίτα. Αυτός εδώ σου μοιάζει κάπως», πειράζει τον Βρας ο φίλος του.
«Ναι, ναι! είναι υπέροχος», εκστασιάζεται η Τζένη.
Ο Αμάρος δείχνει παραδίπλα, περίπου δυο μέτρα δεξιά από το πρώτο ξόανο. «Κοιτάξτε εδώ έχει ακόμα ένα, σχεδόν ίδιο!»
«Εμένα μου θυμίζουν τον Φώτη. Τον θυρωρό της Πρυτανείας», παρατηρεί ο Βρας.
«Λες να παίζουν τον ίδιο ρόλο; Τότε ανάμεσα στα δύο ξόανα πρέπει να υπάρχει πέρασμα».
«Εκεί!», παρεμβαίνει η Τζένη. «Κοιτάξτε ανάμεσα στα κεφάλια τους: Υπάρχουν κάτι σημάδια».
«Ναι. Τα διακρίνω κι εγώ. Μπορεί να είναι γράμματα…»
«Είναι σίγουρα σύμβολα. Δε μοιάζουν με απλά διακοσμητικά σχήματα. Αναγνωρίζεις τίποτα Βρας;»
«Όχι. Αν λειτουργούσε σωστά η Μαρίκα ίσως να μας βοηθούσε. Της έχω περάσει ένα πρόγραμμα του Αέναου το οποίο περιέχει πολλούς παλιούς κώδικες».
Ο Γιάνος σηκώνει τη λάμπα και εξετάζει προσεκτικά τον τοίχο. «Αν εδώ υπάρχει δίοδος, θα πρέπει να την ανοίξουμε» αποφαίνεται.
«Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όλα τα περιπετειώδη βιβλία λένε ότι πρέπει να βρεις και να πατήσεις κάποιο κουμπί» λέει η Τζένη. «Κάποια εσοχή ή προεξοχή»
«Προεξοχή… προεξοχή… Βλέπω ουσιαστικά μία ή μάλλον δύο, τις μύτες τους. Ας δοκιμάσουμε μ’ αυτές».
«Πρόσεχε, ε. Η βιβλιογραφία λέει ότι προβλέπονται παγίδες».
«Καλά», συμφωνεί ο Γιάνος, «Απομακρυνθείτε. Θα πατήσω αυτήν εδώ αριστερά».
Την πατάει.
Δε συμβαίνει τίποτα.
Την τραβάει.
Idem!
«Η σειρά μου» λέει ο Βρας. «Τραβήξου Γιάνο», και πατάει τη μύτη του ξόανου στα δεξιά.
Οπότε συμβαίνουν τα εξής!:
Η προεξοχή υποχωρεί.
Ακούονται κάτι υπόκωφα τριξίματα
Η Τζένη κοιτάζει προς τα πάνω και στριγκλίζει «Μηηηη!»
Η Μαρίκα παύει να βουίζει, κάνει ένα ξαφνικό άλμα που θα μπορούσε να τις εξασφαλίζει μια πρώτη θέση στους ετήσιους αγώνες μηχανικών καγκουρώ και πέφτει πάνω στον Βρας παρασύροντάς τον μερικά μέτρα πιο πέρα.
Από τη σκοτεινή οροφή αποσπώνται οι αιχμηρές γλώσσες και πέφτουν. Μία ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν ως ένα δευτερόλεπτο πριν ο Βρας. Οι άλλες διάσπαρτα εδώ κι εκεί σε διάφορα σημεία της αίθουσας.
Οι τρεις φίλοι αποδεικνύονται τυχεροί και μένουν αλώβητοι.
Η Μαρίκα όχι και τόσο. Ένα πέτρινο θραύσμα την χτυπάει στο στήθος. Δε δημιουργείται ορατό τραύμα μια που η Μαρίκα είναι κατασκευασμένη με πολύ ανθεκτικά υλικά, αλλά η μηχανική βοηθός ξαναπέφτει σε κατάσταση ημιλειτουργίας.
Όμως, η πτώση των πέτρινων αιχμών δημιουργεί ακόμα ένα θύμα.
Πρόκειται για τον Λεόν Χαμαί, ο οποίος μόλις έχει μπει σκυφτός στον σπηλαιώδη χώρο. Για να είμαστε ακριβείς, θύμα δεν είναι το ηθικό του, το οποίο όντας από μόνο του επαρκώς ελαστικό απλώς έχει λυγίσει λίγο περισσότερο. Θύμα είναι ένα τμήμα από τα μαλακά του μόρια. Καθώς και το παντελόνι του, που σχίζεται στα δύο από μια κοφτερή πέτρα που τον παίρνει οπίσθια και ξυστά.
*********
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ
Με αινίγματα και κόλπα
Η πτώση των σουβλερών λίθων θα μπορούσε αδιαμφισβήτητα να αρκέσει ώστε να δημιουργηθεί σε οποιονδήποτε ένα ισχυρό, όσο και αποτρεπτικό σοκ. Και οποιοσδήποτε δεν ήταν εκ γενετής ένας Ιντιάνα Αποτέτοιος θα έπρεπε στο σημείο αυτό να κάνει επιτόπια μεταβολή και τακτική υποχώρηση.
Οι δικοί μας όμως, όπως είναι γνωστό, έχουν κάνει χρήση του αισιόδοξου φίλτρου του Αέναου. Και δεν πτοούνται ουδαμώς από την κατάπτωση της οροφής.
Αντίθετα, έχοντας διαπιστώσει ότι τα ξόανα αντιδρούν, άρα έχουν σχέση με μηχανισμούς προστασίας, συμπεραίνουν ότι κάπου εκεί βρίσκεται αυτό από το οποίο θα ήθελαν να αποτρέψουν τους τυχόν απρόσκλητους επισκέπτες οι κατασκευαστές της κατολίσθησης.
Γι αυτό επιστρέφουν στα κατά προσέγγιση ανθρωπόμορφα ανάγλυφα και συνεχίζουν να τα περιεργάζονται και να τα ψαχουλεύουν.
Ώσπου, εν τέλει, οι δοκιμές καρποφορούν.
Η ταυτόχρονη τριπλή ημιπεριστροφή των δύο ρινικών προεξοχών, του μεν αριστερού γλυπτού προς τα δεξιά και του δε δεξιού προς τα ευώνυμα, φέρνουν επί τέλους το ποθούμενο αποτέλεσμα.
Το τμήμα του τοίχου ανάμεσα στα δύο ξόανα, αρχίζει να ανασηκώνεται από τα κάτω προς τα πάνω ως λαιμητόμος που αποφάσισε να μετανοήσει και να συγχωρεθεί.
Ο Γιάνος περνάει πρώτος το άνοιγμα και δίνει το χέρι του στην Τζένη που προσπαθεί να τραβήξει πίσω της τον Βρασίδα.
Ο Βρασίδας καθυστερεί, αφενός για να περάσει πρώτα η Μαρίκα που κινείται κάπως αργά και γέρνει λίγο, αλλά και γιατί θέλει να σιγουρευτεί ότι η πόρτα δε θα ξανακλείσει από μόνη της πίσω τους.
Και πράγματι, έχει δίκιο, γιατί η λαιμητόμος το ξαναμετανοιώνει και αρχίζει και πάλι την κάθοδο. Ο Βρασίδας μόλις που καταφέρνει και την μπλοκάρει χώνοντας όρθια από κάτω τη σπηλαιολογική του σκαπάνη.
Οι νεαροί εξερευνητές προχωρούν κρατώντας σφικτά ο ένας το χέρι του άλλου στον χώρο που φρουρούσαν (αναποτελεσματικά) τα δύο σκαλιστά ξόανα. Ξέρουν ότι από δω και πέρα βρίσκονται σε μέρη τελείως ανεξερεύνητα, όπου δεν έχει πατήσει πόδι καμία επιτροπή ειδικών.
Το σκηνικό έχει τώρα μεταβληθεί και το στόμα τους μένει ανοικτό.
Από κάτι σα δέος.
Εδώ ο χώρος είναι αλλιώτικος.
Υποβλητικός.
Μοιάζει κάπως με το εσωτερικό ενός τεράστιου γοτθικού καθεδρικού ναού. Πολύ τεράστιου και πολύ γοτθικού.
Στην ατμόσφαιρα που εξακολουθεί να είναι βαριά αν και δεν μυρίζει πια δυσάρεστα διαχέεται ένα παράξενο θαμπό φως.
Έτσι μπορούν να δουν ότι οι κάθετες επιφάνειες είναι επενδυμένες με κάτι που μοιάζει με σκουρόχρωμο μάρμαρο και ότι το δάπεδο είναι καλυμμένο με μαύρο γρανίτη.
Κάπου, πολύ ψηλά, οι οξείες γωνίες της κατασκευής χάνονται μέσα στις σάρκες του λόφου, ενώ, πιο χαμηλά, σα να κρέμονται από δυσδιάκριτα νήματα σε διαφορετικά μεταξύ τους ύψη, αιωρούνται φωσφορίζοντας αγάλματα τερατωδών όντων.
Όντων που θα μπορούσαν να έχουν γεννηθεί από ανόσιες διασταυρώσεις ετερόκλητων ειδών.
Ή να έχουν δημιουργηθεί στο εργαστήριο ψυχοπαθούς γενετικού επιστήμονα.
Ή να αποτελούν τη σκαρταδούρα από μια αποτυχημένη απόπειρα παραγωγής ενός υποφερτού κόσμου.
Στο βάθος, στο κέντρο του χώρου υψώνεται κάτι σα βωμός. Ένας μαύρος γυμνός λείος κύβος.
Ο Γιάνος, ο Βρασίδας και η Τζένη παύουν να παρατηρούν με θαυμασμό την συνολική κατασκευή και η προσοχή τους έλκεται από τον μαύρο όγκο.
«Ένα βάθρο!» λέει ο Γιάνος. «Πελώριο! Σα να περιμένει να φιλοξενήσει το κολοσσιαίο ομοίωμα ενός αναμενόμενου Θεού».
«Ή που φιλοξένησε ήδη το άγαλμα ενός Θεού που κατέπεσε», συμπληρώνει την εικασία ο Βρας.
«Ή που είναι το ίδιο ένας Θεός. Ή το ζάρι του», κλείνει την απαρίθμηση των ενδεχομένων η Τζένη. Και ρωτάει: «Λοιπον;»
«Λοιπόν τίποτα, καλή μου» αποφασίζει ο Γιάνος. «Προχωράμε».
Και προχωρούν.
Πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον Χαμαί να περάσει έρποντας το άνοιγμα, παρασύροντας τη σκαπάνη του Βράς και προκαλώντας το οριστικό κλείσιμο της φρεσκο-παραβιασμένης ξοανο-εισόδου.
Με προσεκτικά βήματα διασχίζουν την απόσταση ως το κέντρο της αχανούς αίθουσας.
Ο κύβος από κοντά εξακολουθεί να είναι μαύρος και λείος, μόνο που τώρα φαντάζει μεγαλύτερος. Παρατηρώντας τον προσεκτικά στο φως του γκαζοφάναρου βλέπουν ότι στην έδρα που βρίσκεται προς το μέρος τους υπάρχει ένα χάραγμα. Σε σχήμα ορθογώνιο και παραλληλόγραμμο. Σα να βρίσκεται εκεί κάποιο συρτάρι. Σε μέγεθος φέρετρου.
Γυροφέρνουν τον κύβο. Εκτός από την απάνω έδρα που είναι ψηλά και δε μπορούν να την παρατηρήσουν, δεν βλέπουν άλλες χαρακιές.
«Να κι άλλος ένας γρίφος», λέει ο Βρας.
«Βέβαια. Αυτό εδώ το ορθογώνιο θα πρέπει να ανοίγει με κάποιο τρόπο. Θα πρέπει να το σύρουμε έξω», συμφωνεί ο Γιάνος.
«Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν προεξοχές για να τις πατήσουμε ή να τις στρίψουμε. Ο μηχανισμός του θα πρέπει να λειτουργεί διαφορετικά».
«Ας το σκεφτούμε».
«Μόνο», παρεμβαίνει η Τζένη, «που πρέπει να προσέξουμε πιο πολύ αυτή τη φορά. Δείτε όλα αυτά τα τρομερά αγάλματα που επικρέμονται. Ελπίζω να μη μας πέσουν στο κεφάλι όπως οι πέτρινες λόγχες στον προθάλαμο».
«Εντάξει. Όμως δεν είναι όλα τρομερά μικρή μου» την καθησυχάζει ο Γιάνος. «Για κοίτα εκεί κάτω, χαμηλά, εκείνο που με το ένα πόδι αγγίζει το έδαφος. Εκείνο, το ξεβράκωτο, σε πόζα μπαλαρίνας. Δεν είναι αστείο;»
«Καλά λες», λέει ο Βρας. «Ο γλύπτης που τα έφτιαξε είχε φαίνεται ολοκληρωμένη αντίληψη περί διαστροφής. Από το εμετικά φρικτό ως το τραγικά κωμικό»
Το κωμικοτραγικό κατασκεύασμα που προκαλεί προς στιγμήν την ιλαρότητα των τριών φίλων δεν είναι βέβαια άλλο από τον ικανό, αν και δόκιμο, παρακολουθητή Λεόν Χαμαί, ο οποίος τους έχει πλησιάσει έτσι ώστε να ακούει τι λένε και, μη έχοντας κάποια άλλη πρόχειρη κρυψώνα, αναγκάζεται να καμουφλαριστεί υποδυόμενος με επιτυχία το άγαλμα.
Περνάει ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου τα δοκίμαζουν όλα.
Αρχίζοντας με ό,τι εκπορθητικά ξόρκια έχουν μάθει στη σχολή: από το παραδοσιακό ¨Σουσάμι Άνοιξε¨ έως την εξ ίσου παραδοσιακή ¨Υπόσχεση Γάμου¨.
Συνεχίζοντας με συνειρμικούς συνδυασμούς λέξεων, από κείνους που έχουν μαζεμένους στο αρχείο του Φύρδην Μίγδην- ως και αποσπάσματα από Ιονέσκο του απαγγέλλουν του κύβου.
Στο τέλος του τραγουδάνε κιόλας: από παλιά δημοτικά άσματα έως πρόσφατα διαφημιστικά τζινγκλς.
Τίποτα!
Μετά, στο μυαλό του Γιάνου έρχεται το χτεσινό επίτευγμα του φίλου του με τον δύστροπο θυρωρό της πρυτανείας. «Βρε συ, Βρας. Μήπως θέλει κι αυτό ταρακούνημα και κατραπακιά , όπως χτες, ο Φώτης;»
Ο Βρασίδας είναι τσαντισμένος.
Κάνει δυο βήματα πίσω και λέει: Θα του δώσω μια κουτουλιά που θα είναι όλη δική του!».
Αλλά η Τζένη πανικοβάλλεται: «Μη! Θα τραυματίσεις το ωραίο σγουρομάλλικο κεφαλάκι σου. Ας αρχίσουμε λίγο πιο απαλά».
Πλησιάζει τον κύβο και τον αγγίζει μόλις, με μια χαϊδευτική κίνηση.
Και ω του θαύματος!
Το χάδι της Τζένης δεν ανοίγει την χαραμάδα. Όμως ξαφνικά το ορθογώνιο παραλληλόγραμμο αποκτά ένα ζωντανό μαβί χρώμα και ανάβει σα να το βάλανε στη πρίζα.
Πάνω του σχηματίζονται μια σειρά από μικρότερα φωτεινά τετραγωνάκια. Σε κάθε ένα από αυτά μικρές γαλαζωπές φλογίτσες σχηματίζουν μια σειρά από περίεργα σημάδια. Που φέρνουν κάπως σε ανορθόδοξα ιερογλυφικά, κάπως σε ανορθόγραφα ιδεογράμματα και κάπως σε σκίτσα του Βολίνσκι..
«Ένα αρχαίο κόμικ!», λέει έκθαμβος ο Βρασίδας.
«Τριτώσαμε», αναστενάζει ο Γιάνος. «Ιδού και ο Γρίφος νούμερο τρία. Τι να λέει άραγε ετούτη η ταμπέλα;»
«Νομίζω ότι τώρα θα πρέπει να εξετάσω λίγο τη Μαρίκα. Αν βοηθήσει είμαι σίγουρος ότι θα το αποκωδικοποιήσουμε».
«Βέβαια. Πριν λίγο, παρά τη ζαλάδα της, σ’ έσωσε»
«Πουφ! αν δε στρίγκλιζα εγώ…» μουρμουρίζει η Τζένη.
«Ας δούμε τι ζημιά της προξένησε η κοτρόνα. Δώσε μου την λάμπα».
Η Μαρίκα στέκεται πειθήνια μπροστά στον κατασκευαστή και αποκλειστικό επιδιορθωτή της. Εκείνος της δίνει τη λάμπα και αυτή την κρατάει με το σωστό τρόπο ώστε να διευκολύνεται το ιαματικό του έργο.
Ο Βρασίδας εξετάζει πρώτα τον πίνακα ελέγχου. Μετά βγάζει από την τσέπη της φούστας της ορισμένα μικροσκοπικά εργαλεία και ετοιμάζεται να επέμβει.
Η Μαρίκα, παρά το απλανές της ύφος, σκύβει και κάτι του λέει στ’ αυτί.
Ο Βρας γυρίζει προς τους φίλους του με εξομολογητική διάθεση.
«Παιδιά, κοιτάξτε. Στο προγραμματισμό της Μαρίκας έχω βάλει, τελείως πειραματικά, κάτι σαν συστολή».
«Και λοιπόν;»
«Δουλεύει! Δηλαδή όσο κι αν σας φανεί απίστευτο, τώρα που πρόκειται να τη χειρουργήσω σας παρακαλεί να κοιτάζετε αλλού. Ντρέπεται».
«Αυτό πάει πολύ!» λέει η Τζένη και χτυπάει το πόδι της στο έδαφος.
Όμως ο Γιάνος την αγκαλιάζει, γυρίζουν από την άλλη μεριά και μένουν να παρατηρούν τα επικρεμάμενα φωσφορίζοντα τερατώδη αγάλματα.
/>
H jota (λαϊκός ισπανικός χορός) των φοιτητών. Zarzuela 1875









