Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Δ) Το Κτίσμα (2)

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΦΥΠΝΙΣΤΙΚΟ

Όπου ο Κίμωνας και ο Παύλος ξυπνούν  

 Ένας συριστικός ήχος ηχεί επίμονα στο σαλόνι. Τελικά τα καταφέρνει να τρυπήσει τα αυτιά του Δέλτα και να του χαλάσει τα μεθυσμένα νοσταλγικά όνειρα.

Ο δημοσιογράφος κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του που ζυγίζει μερικούς τό­νους κι ανασηκώνεται στην πολυθρόνα. Συνειδητοποιεί ότι η νύχτα τέλειωσε και θυμάται ότι ήταν μια νύχτα μάλλον εν­διαφέρουσα.

Σηκώνεται, προσπερνάει τον καναπέ όπου ο Αμάρος ανακλαδίζεται με τα μά­τια ακόμη κλειστά και, κουτουλώντας, φτάνει ως το θυροσκόπιο. Βλέπει κάτω, στο κατώφλι της εξώπορτας μια δυσδιά­κριτη μούρη με μαύρα  γυαλιά και κα­πέλο ως τα φρύδια που χτυπάει αλύπητα το κουδούνι.

«Τι τρέχει;» ρωτάει.

Η φάτσα απομακρύνεται λίγο απ’ τη κάμερα που εποπτεύει την πόρτα και ο Δέλτας διακρίνει ότι είναι  τοποθετημένη (η φάτσα, όχι η κάμερα) πάνω σε μια πα­λιοκαιρίσια καπαρντίνα.

Μετά, η οθόνη του θυροσκόπιου κα­λύπτεται από μια κάρτα αναγνώρισης. Ανάμεσα στις πρωινές τσίμπλες ο Δέλτας βλέπει ότι η κάρτα είναι διακοσμημένη με ένα στρογγυλό μούτρο που ξεκαρδίζε­ται.

«Ωχ», κάνει. «Οι ευτυχισμένοι. Μας τσίμπησαν!»

«Μια στιγμή», λέει στ’ ακουστικό. «Ξυπνάω κι ανοίγω, περίμενε».

Μετά γυρίζει στον καναπέ που φιλο­ξενεί τον Αμάρο και τον σκουντάει.

«Ξύπνα» του φωνάζει. «Μας ήρθανε οι τράπελοι. Εσύ καλύτερα να πας μέσα. Εγώ θα τους φέρω βόλτα, μην ανησυ­χείς».

Ο Κίμωνας δε δείχνει να ανησυχεί κα­θόλου, απλώς χασμουριέται και με υπνο­βατική ευελιξία αποσύρεται προς αναζή­τηση άλλης οριζόντιας επιφάνειας, σε ένα από τα πίσω δωμάτια.

Ο Δέλτας μαζεύει ο, τι μπορεί από τα άδεια μπουκάλια και τα ποτήρια που εί­ναι παραπεταμένα τριγύρω και μετά πα­τάει το κουμπί που απελευθερώνει την εξώπορτα.

Μέχρι να ανεβεί ο μάκαρ επόπτης, έχει πλήρως θυμηθεί τα καμώματα της χτεσινής νύχτας και έχει φορέσει την έκ­πληκτη, αλλά και ζόρικη,  έκφραση που νομίζει ότι ταιριάζει στην περίπτωση.

Όχι ότι χτες είχε συμβεί τίποτα το τρομερό.

Απλώς, τα ήπιαν και το ’ριξαν έξω.

Κι όταν λέμε έξω εννοούμε έξω,  στην Πόλη, τη νύχτα.

Δηλαδή να: σε μια στιγμή κι ενώ έκα­ναν απανωτές σπονδές στην περασμένη αλλά όχι ξεχασμένη νιότη τους και στα μάγια της, ο Δέλτας είχε πει: «Ας πάει και το παλιάμπελο!» και πήγε κι έφερε μια μεγάλη νταμιτζάνα που κάπου την είχε φυλαγμένη από τον παλιό καιρό και η οποία απέπνεε μια μόλις υποφερτή μυρουδιά.

«Τώρα», είπε, «θα καταναλώσουμε ετούτη εδώ!»

Ο Αμάρος κοίταξε τη νταμιτζάνα κι όσο κι αν βρισκόταν κι αυτός πλέον σε κατάσταση ευφορίας, όσο κι ο φίλος του, δε μπόρεσε παρά να εκφέρει έναν ερω­τηματικό λόξυγκα: «Ούγκ;»

Αλλά μετά το φιλοσόφησε το πράγμα και πρότεινε στωικά το ποτήρι του. Ο Δέλτας του το γέμισε, αλλά όχι από την νταμιτζάνα, παρά από το παρακείμενο μπουκάλι με το διαφανές και εύοσμο υγρό.

«Όχι», είπε κουνώντας το τεράστιο δοχείο κάτω απ’ τη μύτη του Κίμωνα. «Αυτό εδώ θα το καταναλώσουμε, αλλά δε θα το πιούμε. Θα το πιει κάποιος άλ­λος».

Μια μεθυσμένη λάμψη στα μάτια του Αμάρου έδειξε πως ανθίστηκε πλήρως περί τίνος επρόκειτο.

Σηκώθηκε.

«Ναι;»

«Ναι!», τον διαβεβαίωσε ο  Δέλτας και σήκωσε πανηγυρικά ψηλά τη δύσο­σμη νταμιτζάνα.

Κατέβηκαν κάτω. Το υγρό μπορεί να μην ήταν τόσο φλογερό όσο εκείνο που έπιναν πριν, ήταν όμως πολύ πιο εύφλε­κτο και εξ ίσου ενεργοφόρο. Πότισαν λοιπόν καλά τη μοτοσικλέτα που ήταν αραγμένη στην πρασιά, η οποία  άφησε αμέσως ένα παρατεταμένο όσο κι ευχα­ριστημένο γουργουρητό.

Και μετά ξεκίνησαν για βόλτα νυχτε­ρινή, θορυβώδη, και πολιτικώς απαράδε­κτη.

 

Και παφ και πουφ και τα –τα- τα, κα­τέβηκαν ως την παραλία και γλίστρησαν στην έρημη άσφαλτο παράλληλα με το ολεώδες κύμα…

Και τσαφ και τσούφ, σκαρφάλωσαν ως στους λόφους για να δουν από ψηλά τα καράβια να λαμπιρίζουν στα νερά του κόλπου…

Και μπρρρρρρρ, φουλάρισαν στην κα­τηφόρα ανάμεσα στα χώματα και τις λούμπες που ’χε αφήσει οι χτεσινή λα­σποπλημμύρα.

Και λάου λάου και στη ζούλα, πήγαν ως το υπόγειο παράρτημα, το μεταμφιε­σμένο σε νόμιμο τεκέ,  όπου στους δύ­σκολους αυτούς καιρούς της νέας ποτοα­παγόρευσης (κατά τους  οποίους το οινό­πνευμα ανακατεμένο με δύσγευστες ου­σίες χρησιμοποιούταν μονο στις μηχανές και στις εντριβές), ο Δέλτας προμηθευό­ταν με καθαρό υγρό καύσιμο για θολά όνειρα και γέμισαν με μπουκάλια τις δύο εκατέρωθεν τσάντες της μηχανής.

Και στο γυρισμό, τους πήρε χαμπάρι μια νυχτερινή περιπολία από ηλεκτροκί­νητους τράπελους.

Και ο επικεφαλής ευτράπελος είπε: «Πιάστε τους και τσακίστε τους, αλλά με τη δέουσα ευθυμία».

Αλλά από ευθυμία, απόψε, οι τράπελοι ήταν κάτι ψιλο-παρασάγγες πίσω. Οι νυ­χτερινοί μπάτσοι μπορεί να ήταν μακά­ριοι με επαγγελματικό και ευσυνείδητο τρόπο, αλλά τούτοι δω καβάλα στα πενή­ντα τόσα άλογα της μηχανής  ήταν πραγ­ματικά ευτυχισμένοι!

Έτσι, μπορεί μεν οι τράπελοι, με τα ηλεκτρικά καβουρδιστίρια τους, να πή­ραν τη μοτό από πίσω και να προσπάθη­σαν να τη σταματήσουν, πλην όμως το αποτέλεσμα υπήρξε τζίφος. Η Μοτοσι­κλέτα του Δέλτα, η πάλαι ποτέ αποκα­λούμενη και Μπιρμπίλω,  δε μάσαγε!

Και βρρρ από δω, και βρρρ από κει, τους έκανε κάτι οχτάρια που δεν τα εί­χανε ξαναδεί σε κανένα εγχειρίδιο αριθ­μητικής!

Και μια από δω, και μια από κει, οι δυο φίλοι τρύπωσαν στα σοκάκια της πα­λιάς Πόλης και οι be happy τους χάσανε.

 

Χάραζε πια όταν γύρισαν σπίτι και κρύψανε το τρεχούμενο στο γκαράζ.

Μετά ανέβηκαν απάνω, βάλανε τα μπουκάλια σε ασφαλές μέρος και πέσανε επί τόπου, έτσι ντυμένοι όπως ήταν, σε λήθαργο βαρύ κι εκτονωμένο.

  Έτσι λοιπόν, ο δημοσιογράφος έχει σκοπό να κάνει σα να μην τρέχει τίποτα και να αντιμετωπίσει τον τράπελο που ανεβαίνει, ως εάν δεν ήτο παρά περι­στερά αγουροξυπνημένη από τον δίκαιο ύπνο των αθώων περιστερών.

Ανοίγει την απάνω πόρτα και τον βά­ζει μέσα, ενώ μουρμουρίζει..

«Τι τρέχει πρωί πρωί τράπελε; Γιατί ενοχλείς τους συνανθρώπους σου τέτοια ώρα;»

«Πρώτον, δεν είναι πρωί», λέει ο νεο­φερμένος. «Δεύτερον, εδώ μυρίζει προϊό­ντα αμπέλου και τρίτον, όπως θα είδες και στην κάρτα προηγουμένως, δεν είμαι απλός τράπελος».

Ο Δέλτας ψάχνει το ρολόι του, το βρί­σκει, το κοιτάζει και παραδέχεται: «Εντάξει, πέρασε κάπως η ώρα. Και έχουμε και δουλειές…» Μετά γυρίζει προς τον μπάτσο και δικαιολογείται. «Ναι, πράγματι υπήρξε εδώ μια κάποια ποσότητα οινοπνεύματος, η οποία χρησι­μοποιήθηκε  σ’ ένα ντοκυμαντέρ κοινω­νικού περιεχομένου που γύρισα για το Μεγαδίκτυο. Εδώ έχω και τη σχετική άδεια. Θέλεις να στη δείξω τράπελε; Εεε, συγνώμη,  ευτράπελε ήθελα να πω». 

«Δεν είμαι ευτράπελος» επιμένει ο άλλος.

«Τότε τι;», απορεί ο Δέλτας.

Ο άλλος βγάζει τα γυαλιά και το κα­βουράκι.

«Ευθυμίαρχος Άρης Καζμίρ, τέως Καραμούζος.  Στις διαταγές σου αγαπητέ Παύλε».

Ο Δέλτας μένει ξερός, αλλά μόνον για μια στιγμή. Αναγνωρίζει τώρα τον παλιό Καραμούζο. Δεν έχει αλλάξει και πολύ κάτω από τα μαύρα γυαλιά.

Μετά, το σοκ υποχωρεί και μπορούμε να παρακολουθήσουμε μια δεύτερη φάση (αγκάλιασματα, κτηπήματα στη πλάτη) συνάντησης παλιών φίλων που ’χουν καιρό να ιδωθούν.

«Είναι ο καιρός των εκπλήξεων!», μο­νολογεί ο Δέλτας. «Για κοίτα βρε παιδί μου! Ξαφνικά οι παλιοί φίλοι ξαναβρί­σκονται. Μετά είκοσι έτη; Όχι, κάτι τι λιγότερο. Αλλά πάντα με όρεξη και κέφι για νέες περιπέτειες…, αρκεί βέβαια να μου επιτρέψεις να πάρω κάτι για το κε­φάλι μου που κάνει ντιν νταν σαν τις κα­μπάνες του παρελθόντος».

«Πάρε ο, τι θέλεις και βάλε μου κι έμένα ένα ποτήρι», τον ενθαρρύνει ο Καζμίρ. 

Ο Δέλτας ετοιμάζει δυο ποτά δίνει το ένα στον ευθυμίαρχο και τον κοιτάζει ερωτηματικά.

«Τον Κίμωνα τον Αμάρο τον βλέ­πεις;», ρωτάει εκείνος.

«Είχα καιρό να τον δω. Όπως και  ’σένα άλλωστε. Όμως …»

«Θέλω να του πεις ορισμένα πράγ­ματα», τον διακόπτει ο Άρης. «Εκ μέρους μου.»

«Σου ’λεγα ότι είχα καιρό να τον δω. Ειδωθήκαμε όμως χτες. Και είπαμε πολλά. Για τα παλιά και για τα τωρινά. Μιλήσαμε και για σένα. Τελικά γιορτά­σαμε τη συνάντηση και το ξενυχτήσαμε. Βγήκαμε μέχρι και βόλτα με τη μοτό, τη Μπιρ­μπίλω, σχεδόν ως τα χαράματα. Μάλιστα κάτι δικοί σου μας πήραν από πίσω, αλλά δε φτούρησαν.

Αλλά αν θες να μιλήσεις στον Κί­μωνα, τίποτα το ευκολότερο. Είναι εδώ. Μπορείς να του τα πεις μόνος σου. Αρκεί βέβαια πρώτα να τον ξυπνήσουμε.».

«Εδώ είμαι κι εγώ», ακούγεται κάπως αλλοιωμένη η φωνή του Αμάρου από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. «Πείτε μου: είμαι ακόμη τάβλα ή πράγματι άκουσα σαλπίσματα από Καραμούζες του παρελ­θόντος να ηχούν στον γύρο; Και πείτε μου ακόμη, βλέπω όνειρο ή όντως ετού­τος εδώ είναι ο Άρης ο Καραμούζος το περίφημο λαγωνικό των παλιών και των νέων καιρών;»

Ένα ακόμα αγκάλιασμα με χτυπήματα στη πλάτη, και η φάση «συνάντηση πα­λιών φίλων» ολοκληρώνεται.

Τώρα βρίσκονται και οι τρεις γύρω από το τραπέζι της κουζίνας.

«Ήρθα για σένα», λέει ο Καζμίρ στον Κίμωνα. «Αδελφέ μου, το πώς τα κατα­φέρνεις και μπλέκεις  είναι πραγματικό μυστήριο».

«Αυτό ξαναπές το», λέει  ο Δέλτας. «Ανέκαθεν είχε αυτό το ταλέντο».

«Δεν έχω μπλέξει πουθενά», δηλώνει ο Αμάρος. «Είμαι πια μόνον ένας απλός παρατηρητής των καιρών που αλλά­ζουν».

«Έτσι λες εσύ. Και ίσως εγώ προσω­πικά να συμφωνούσα μαζί σου. Έλα όμως που τα υψηλά κλιμάκια της Πει­θωργάνωσης έχουν τελείως διαφορετική γνώμη».

«Η Πειθωργάνωση; Θα ’χει σίγουρα να κάνει με καμώματα του Γιάννου και των φίλων του. Ξέρω ότι ο Μελανιάδης τους έχει βάλει στο μάτι».

«Και μ’ αυτά. Στην Πειθωργάνωση όμως πιστεύουν ότι πίσω από το Φύρδην Μίγδην, υπάρχει ανώτερος αρχηγός και συντονιστής και αυτός δεν είναι άλλος από εσένα. Σαν παλιός αντιρρησίας είσαι ότι πρέπει γι αυτόν τον ρόλο.

Επομένως με σένα στα παρασκήνια η φοιτητική λέσχη είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη απ’ ότι φαίνεται. Και δεν αποκλείεται να ενέχεται σε πολλές από τις πρόσφατες πράξεις ανταρσίας.

Το δε γεγονός ότι έχουν μεταφέρει τον εξοπλισμό και τ’ αρχεία τους στα παλιά νταμάρια, κάτω από το μέρος όπου έγινε η έκρηξη, θεωρείται άκρως επιβαρυντικό».

«Σαχλαμάρες. Δεν είναι δυνατό να έχουν πάρει στα σοβαρά τα παιδιαρί­σματα μερικών φοιτητών».

«Κοίτα. Θέλησα να σε δω για να μου πεις τι υπάρχει πίσω από όλα αυτά. Αλλά ακόμα και εάν πρόκειται για υπερβολές του Μελανιάδη, ήθελα να σε ειδοποιήσω ώστε να προσέχεις».

«Αυτά είναι όλα όσα έχουν εις βάρος μου;»

«Όχι. Εδώ και λίγες μέρες είσαι υπό παρακολούθηση. Εγώ βέβαια με τους δι­κούς μου παρακολουθώ τους παρακο­λουθητές. Όσο μπορώ. Όμως ξέρεις ότι με τη Πειθωργάνωση δε τα βγάζει κανέ­νας πέρα εύκολα».

«Αυτό μπορώ να στο επιβεβαιώσω και εγώ που τους ξέρω από αρκετά κοντά», υπερθεματίζει ο Δέλτας.

«Ας τους να παρακολουθούνε. Αυτοί χάνουν τον καιρό τους. Τώρα μάλιστα που μου το είπες, μπορώ να τους κάνω και κανένα χουνέρι:  αν όχι τίποτα άλλο, να τους βγάλω τη πίστη στο περπάτημα και στο ξενύχτι»

«Βλέπεις που σου λέω ότι είναι ανεπί­δεκτος. Πάει πάντα γυρεύοντας», αυτο-επιβεβαιώνεται ο Δέλτας.

«Θα σου τα πω όλα», συνεχίζει ο Καζμίρ. «Χτες εντόπισα στο ειδικό κα­νάλι του διαδίκτυου, εκείνο  που χρησι­μοποιούν οι Πειθωργανωμένοι, ένα μή­νυμα -αναφορά προς τον Μελανιάδη από το Συνεργείο Τεκμηρίωσης Ανυποταξιών και Λοιπών Ανατρεπτικών Τάσεων. Ο Ευτράπελος Καραλούλης, που είναι μα­νούλα σ’ αυτά, το υπέκλεψε και το αντέ­γραψε».

«Λοιπόν;»

«Λοιπόν χτες, μετά που βγήκες, μάλ­λον για να έρθεις εδώ, το Συνεργείο μπήκε και ερεύνησε το σπίτι σου».

«Τζάμπα κόπος, υποθέτω».

«Δε θα το ’λεγα. Για κοίτα εδώ».

Ο Καραμούζος βγάζει από τη τσάντα του μερικές φωτοτυπίες.

«Αυτά εδώ δείχνουν ότι, όχι μόνο ασχολείσαι με επικίνδυνες συνήθειες του παρελθόντος όπως η συγγραφή ιστοριών, αλλά και ότι έχεις σκοπό να δαιμονολο­γήσεις. Να μιλήσεις για συνωμοσίες και άλλα τέτοια που η Πειθωργάνωση τα μισεί και τα μι­σούσε ανέκαθεν.

Έχεις μπλέξει άσχημα φίλε μου».

Ο Κίμωνας παίρνει τα χαρτιά και τα κοιτάζει.

Είναι όντως δικά του.

********

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΚΜΗΡΙΩ­ΜΕΝΟ

 «Μου επιτρέπετε;»  λέει ο Δέλτας και παίρνει απ’ τα χέρια του Αμάρου τις φωτοτυπίες από τα έγγραφα που κατέ­σχεσε το Συνεργείο της Πειθωργάνωσης.

Τα κοιτάζει με προσοχή. Γράφουνε:

Το πρώτο έγγραφο: 

           Αίτηση

του Κίμωνα Αμάρου

τέως Κίμωνα Αημαρκσίδη

(αλλά που θα μπορούσε και να είναι, ας πούμε),

 

Α Ι Τ Η Σ Η

ενός Ανωνύμου

Του Αναπόφευκτου 

Και της Συγκυρίας

Το γένος Ενπάση-Περιπτώση

Γεννηθέντος

       και ου ποιηθέντος

       (σε σωλήνα – χωνί – αμπούλα ή αγωγό)

       μηδέ κλωνισθέντος

       (από τις αρραγείς του αρχές και πί­στεις)

Οδός: Ευτυχίας Αναζητουμένης

           Και Καιρού Επιτρέποντος (γω­νία)             

Αριθμός: Πληθυντικός

Τηλέφωνο: ακίνητο (τοίχου)

Φαξ: Νιξ

 

Προς

τους Απανταχού Δύσκολους

τους Πολιτικώς Ορθούς (και μη κα­θούμενους)

τους Ενημερωμένους αλλά μη Διαβα­σμένους (από παπά)

τους Έχοντες και Κατέχοντες

τους Ψυχρό-αιμους (αλλά όχι ψύχραι­μους)

τους Που παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά

τους Που παίρνουν τους άλλους σβάρνα

τους Που δε θα τα πάρουν μαζί τους

τους Ξανά-φτιαγμένους και γόνο-ποιημένους αλλά μη

αναζωογονημένους

τους Diktyomenous

τους Που ξέρουν προσωπικά όλους τους Επώνυμους

τους Επώνυμους αυτούς καθ΄ Εαυτούς

τους Διαθέτοντες Εξουσία

τους Μη έχοντες Ηλικία

τους “Ας μη δαιμονολογούμε!”,

τους επ’ αμοιβή Ψυχοβγάλτες,

τους παντός είδους Ειδήμονες,

τους φοβοτρόφους Εξασφαλιστές,

τους ανεπίγνωστους Νταβατζήδες,

τους Πατέρες Αφέντες,

τις Μάνες Ματρόνες,

τους Πετυχυμένους  (σε καλούπια) γε­νικώς,

αλλά και

τους Άλλους

(που είναι ακριβώς εκεί

                   -από πίσω-

και Δεν φαίνονται).

   

 Ο ιππογράφων,

ΑΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΩΣ:

1. ότι  άπασες οι Αρχές, εγκόσμιες και υπερβατικές, επιδεικνύουν (ανέκα­θεν) καλή και μόνον καλή διαγωγή και πρόθεση

2. ότι απαξάπαντες οι κακοί βρίσκο­νται στη φυλακή, άρα ούτε υπερβατικές ούτε άλλες συνωμοσίες υπάρχουν (και ως εκ τούτου πάσα αναφορά σ’ αυτές απα­γορεύεται δια ροπάλου)

3. ότι, ύστερα από επίμονες και αξιέ­παινες ενέργειες των διανοουμένων, τα κατά συνθήκην ψέματα μας τελείωσαν

-πλέον- και                                                                         

4. ότι κατά την Νέα Εποχή ουδείς τολμά να επινοήσει Nέα Ψεύδη

(έτσι οι αγνοούμενοι -συγγνώμη: οι διανοούμε­νοι- μπορούν απερίσπαστοι πλέον να ασχοληθούν με τη σύνταξη διεισδυτικών ομ­φαλο-διαπεραστικών δια­νυσμάτων και διαφημιστι­κών μηνυ­μάτων κοινωνι­κής χρησιμότητας και αλ­ληλεγγύης)

αιτείται

 την άδεια όπως

 Δ Α Ι Μ Ο Ν Ο Λ Ο Γ Η Σ Ε Ι

Εξάλλου, είναι διατεθειμένος, ευθύς εξ αρχής και εκ προοιμίου να απευθύνει τις κατάλληλες προειδοποιήσεις

                                            (Βλέπε συ­νημμένο έγγραφο 2)

 

 Το δεύτερο έγγραφο έγραφε:        

 

 Π ρ ο ε ι δ ο Π ο ι η σ η

 

Με όλη την απαραίτητη

Σοβαρότητα

(Που απαιτούν οι καιροί

Και οι χρόνοι),

Δηλώνω υπευθύνως

Ότι

Στην πραγματική πραγματικότητα

Συμβαίνουν

Ακριβώς το αντίθετα

Από αυτά

Που περιγράφονται

Στις επόμενες σελίδες.

 

Γι αυτό

Τα όσα εξιστορούνται στο παρόν  τερατούργημα                                                                                          

Είναι απλώς

ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΕΣ

Και επομένως

Ουδείς υπάρχει λόγος

Ανησυχίας

Και πανικού.

 

 Ή Ώρα είναι πέντε

-Παρά Πέντε-

Και όλα πάνε καλά!

 

Στο κάτω μέρος είχε προστεθεί και ένα σχόλιο σε υπηρεσιακή ιδιόλεκτο:

Σημείωση:  Κατόπιν επισταμένων ερευνών του αρμόδιου Συνεργείου, τα παραπάνω έγγραφα ανευρέθησαν στο ντουλάπι όπου ο Κίμων Αμάρος (τ. Αη­μαρκσίδης) κρεμούσε τους σκελετούς και τις μάσκες του για να μη τσαλακώνονται.

Δεδομένου ότι η περιεχόμενη αίτηση ουδέποτε υποβλήθηκε στις αρμόδιες αρ­χές και κατά συνέπεια ουδέποτε εγκρί­θηκε, η τυχόν χρήση της από την Υπερά­σπιση ως ελαφρυντικού δέον όπως θεω­ρηθεί νομικώς ανυπόστατος.

 

 

«Είναι δικά σου;», ρωτάει ο Δέλτας.

«Δικά μου», παραδέχεται ο Αμάρος, «αλλά δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα. Μια ιδέα που έλεγα να την ενσωματώσω σε μια ιστορία που γράφω τώρα. Δε θα είναι παρά ο προβληματισμός ενός από τους ήρωές μου. Ο οποίος μάλιστα δεν είναι καν σίγουρο ότι θα έχει δίκιο. Που προβληματίζεται εννοώ».

«Όπως και να ’χει το πράγμα, εκείνο που μετράει για τους Πειθωργανωτές εί­ναι ότι αυτά τα κείμενα βρέθηκαν στο ντουλάπι σου και ότι προκύπτουν γραμ­μένα από εσένα. Και σε συνδυασμό με όλα όσα σου είπα πριν, σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Πολύ δύσκολη».

Ο ευθυμίαρχος κουνάει με σοβαρό­τητα το κεφάλι του.

«Γι αυτό ήρθα εδώ incognito. Ακόμη κι αν δεν έχεις στην πραγματικότητα ανάμιξη, κι εγώ το πιστεύω -αν είχες θα το ήξερα γιατί ο, τι κι αν λέει ο Μελανιά­δης οι Ευτυχισμένες Μονάδες δεν τρώνε κουτόχορτο- ακόμα λέω κι αν όλα αυτά οφείλονται στο ότι αναζητούν ένα εξιλα­στήριο θύμα και σου ’λαχε εσένα αυτός ο ρόλος, ακόμα και τότε, ένας λόγος παρα­πάνω για να προσέχεις».

«Θα προσέχω, θα προσέχω, εντάξει!» βεβαιώνει ο Κίμωνας που εξακολουθεί να έχει την εντύπωση ότι ο φίλος του υπερβάλει κάπως.

«Και πρέπει να προσέχουν και τα παι­διά. Η λέσχη τους παρακολουθείται και δεν αποκλείεται να έχουν παρεισφρήσει εκεί μέσα άνθρωποι του Μελανιάδη»

«Θα τους το πω».

«Να έχουν τα μάτια τους δεκατέσ­σερα. Ιδιαίτερα σε όσους τους πλησιά­ζουν και δε τους γνωρίζουν καλά. Α, εκτός από έναν κρεμανταλά που φτιάχνει ομοιοκαταληξίες. Αυτός είναι δικός μου».

«Σχετικά με τα παιδιά…» λέει ο Δέλ­τας. 

«Ναι;»

«Τους ανέθεσαν ως εργασία από το Πανεπιστήμιο να εξερευνήσουν το Κτί­σμα του Κεκραμένου Λόφου».

«Ζήτησαν τη βοήθειά μας και είπαμε να τους δώσουμε ένα χέρι, αλλά για να μπούμε εκεί μέσα χρειάζεται ειδική άδεια», συμπληρώνει ο Αμάρος. «Χτες που το κουβεντιάζαμε σκεφτήκαμε εσένα. Είπαμε μήπως θα …»

Ο Καζμίρ δείχνει ξαφνιασμένος.

«Ο Γιάνος ο δικός σου ανάλαβε την εξερεύνηση στον Κεκραμένο;»

«Ναι, γιατί;»

«Δε ξέρω ακριβώς. Όμως είμαι σίγου­ρος ότι κάτι δε πάει καλά σ’ αυτήν την ιστορία. Υπάρχει δάκτυλος του Μελα­νιάδη. Ανέθεσε αυτή τη δουλειά στο Δη­μόσιο Πανεπιστήμιο γιατί θέλει να τους βγάλει από το καβούκι τους και να τους εκθέσει. Μου το ανέφερε ο ίδιος. Πότε αρχίζουν τα παιδιά;»

«Μα, σήμερα. Σήμερα το πρωί μπή­καν για μια πρώτη εξερεύνηση. Αυτήν την ώρα πρέπει να είναι ήδη μέσα στο Λόφο».

«Θα φροντίσω να πάρετε άδειες και θα σας δώσω και κάποιον ή μάλλον θα ’ρθω …»

Μια περίεργη σπαστική δόνηση ανα­ταράζει τα ρούχα του Κασμίρ

«Συγγνώμη είναι το ενοχλόφωνο», λέει και ανασύρει τη μικρή συσκευή που εκτός από προειδοποιητικός δονητής, εί­ναι επί πλέον (μέσω της τηλεσκοπικής της κεραίας) και μια άψογη ξύστρα για τη πλάτη, καθώς και ένας τρόπος άμεσης σύνδεσης του ευθυμίαρχου με τους στε­νούς συνεργάτες του.

Ο Άρης ενεργοποιεί τη θαυματουργή συ­σκευή, της λέει ότι είναι έτοιμος να προσλάβει μηνύματα και ακούει προσε­κτικά αυτά που εκείνη του μεταδίδει.

Το πρόσωπό του γίνεται ξαφνικά σοβαρό. Απαράδεκτα σοβαρό για ένα τόσο υψηλόβαθμο στέλεχος των Ευτυχισμένων Μονάδων.

«Πες. Τι είναι;» ρωτάει με επαγγελματική περιέργεια ο δημοσιογράφος.

«Ή είναι κάτι που εμάς δε μας αφορά…», κάνει διακριτικός πάντα ο Κίμων.

Ο Ευθυμίαρχος κλείνει το κινούμενο.  «Αυτή η ιστορία μας αφορά πλέον όλους» μουρμουρίζει.

Μένει για μια στιγμή σιωπηλός. Οι εσωτερικοί πληροφοριοδότες του  τον ενημέρωσαν για δύο πράγματα: Το ένα (Ευτράπελος Καραλούλης) είναι ότι ο Φρίξος Μελανιάδης κατευθύνεται μεταμφιεσμένος προς μια ακόμη μυστική του συνάντηση με την Άρχουσα Κύρα της Λέσχης του Φιόγκου. Το άλλο, (Ευτράπελος Καραχάνος) ότι  οι Πειθωργανωτές παρακάμπτοντας γι ακόμα μια φορά τις Ευτυχισμένες Μονάδες πήραν δικές τους εξωθεσμικές πρωτοβουλίες: Μόλις πριν λίγο αποφάσισαν τη σύλληψη και την άμεση μεταγωγή του Κίμωνα Αμάρου  στο Πειθωμέγαρο για ανάκριση.

Ο ευθυμίαρχος Καζμίρ οργίζεται αλλά δε το δείχνει. «Υπάρχουν εξελίξεις» λέει, Στρέφεται προς τον Αμάρο.

«Κίμωνα, φαίνεται ότι οι πειθωργανωτές αποφάσισαν να σε συλλάβουν για ανάκριση. Και επειδή στο αυτοκίνητό σου έχει μπει κοριός, είναι πιθανό να σκάσουν μύτη από λεπτό σε λεπτό. Ίσως θα μπορούσα να αποτρέψω προσωρινά τη σύλληψη αλλά θα πρέπει να τους δώσω κάποια εξήγηση για το λόγο που βρίσκομαι εδώ και έτσι θα μπούμε σε χρονοβόρες διαδικασίες με αβέβαιη έκβαση.

Γι αυτό νομίζω ότι πρέπει να φύγουμε αμέσως. Και ότι εσύ είναι καλύτερα εσύ να έρθεις μαζί μου. Έτσι θα αποφύγουμε απρόοπτες εξελίξεις κι αν τυχόν παρουσιαστεί κίνδυνος είτε από τους πειθωργανωτές είτε από όποιους άλλους θα μπορέσω να επέμβω αμέσως. Μόνο που θα χρειαστεί να αλλάξεις για λίγο ταυτότητα».

«Ούτε που να το σκεφτείς», παρεμβαίνει ο Δέλτας. «Αν πάρεις μαζί σου τον Κίμωνα θα ’ρθω και ’γω. Όπως και να το κάνουμε εκπροσωπώ τον παλιό καλό και αδιάκριτο Τύπο και αποκλείεται να μείνω έξω από τις εξελίξεις».

«Εντάξει, εντάξει…» συγκατανεύει ο Καζμίρ.

Όμως είναι ο Αμάρος που αρχίζει να έχει ενστάσεις. 

«Ναι αλλά… Τι ταυτότητα;».

Ο Άρης τον κόβει μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού, ενώ παράλληλα σχηματίζει έναν από τους δικούς του, ιδιαίτερους, κωδικούς στο καντράν του κινούμενου.

«Μην ανησυχείς Κίμωνα. Θα σας παραγγείλω τώρα αμέσως δύο στολές Ευτράπελων. Φορέστε κι ένα κάποιο χαμόγελο και δε θα σας πάρει χαμπάρι κανένας».

 *******

  

   

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ

Όπου μια γουλιά από το φλα­σκί του Παραγινωμένου όχι μόνο διώχνει τους φόβους, αλλά και προκαλεί απρόσμενες συναισθη­ματικές ανακατατάξεις

 Εντάξει. Ο Γιάνος Αμάρος δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση για την εποχή του.

Αντίθετα, της εποχής του της πήγαινε κόντρα.

Είχε φτιάξει τα δικά του ιδανικά και τους είχε δώσει θεωρητική υπόσταση, κανονιστικό πλαίσιο  και απόλυτη προτε­ραιότητα.

Για να το καταφέρει είχε αναπόφευκτα παραμελήσει ορισμένα άλλα πράγματα. Όμως, αυτά τα καταπιεσμένα άλλα πράγ­ματα  προκαλούσαν δυνατή εσωτερική πίεση που δε θα αργούσε, έτσι ή αλλιώς, να εκραγεί.

Μ’ άλλα λόγια, αργά ή γρήγορα -μάλλον γρήγορα- η ορμονική καταιγίδα θα ξεσπούσε ακάθεκτη και οι αγάπες θα έπρεπε να πάρουν λιγότερο θεωρητική μορφή. Ας πούμε τη χειροπιαστή καμπυ­λόγραμμη μορφή ενός κοριτσιού.

Όμως μεσολάβησε η κατάποση του φίλτρου που τους είχε προμηθεύσει ο Αειθαλής. Και η έκρηξη έγινε σήμερα. 

Και το αξιοπρόσεκτο αυτό μείγμα από αγάπη και επιθυμία, κατέλαβε τον νεαρό Αμάρο εξ απήνης μεν, αλλά στην ουσία εξαιρετικά πεινασμένο για έρωτα. 

Βέβαια, ο έρωτας δεν έρχεται μόνος. Όπως είχε προβλέψει και ο Αιώνιος, ο έρωτας έχει ορισμένες εξαιρετικά ενδια­φέρουσες παρενέργειες.

Όπως το αισιόδοξο ρόδινο χρώμα που βάφει ξαφνικά τα πέριξ.

Όπως αυτό το αυθεντικό κάτι τι που βγαίνει από μέσα σου και, χωρίς να χάσει τίποτα από την πηγαία του βαρβαρότητά, εξευγενίζεται ξαφνικά σε βαθμό Ποίη­σης.

Όπως η αλλόκοτη ευεξία  που απλώ­νεται στο κορμί σου, σκαρφαλώνει στις διασυνδέσεις των νευρώνων σου  και σου αλλάζει τους τρόπους πρόσβασης στη ζωή.

Όπως οι αισθήσεις σου που γίνονται όλο και πιο οξείες και σου επιτρέπουν να προσλαμβάνεις καινούργια μηνύματα και να τα αφομοιώνεις χωρίς μεμψίμοιρες ανασφάλειες.

Όπως οι νέες αρμονίες των ήχων που καμπανίζουν στα αφτιά σου.

Όπως τ’ αρώματα που παίρνουν να μυρμηγκιάζουν τη μύτη σου.

Όπως οι μυριάδες κεραίες που αρχί­ζουν να εκπέμπουν μυστηριώδη και ανε­ξέλεγκτα σήματα από τη ραχοκοκαλιά σου προς το σύμπαν.

Ο Γιάνος συνειδητοποιεί ότι είναι εί­κοσι χρονών και έχει δικαίωμα να αισθά­νεται αθάνατος.

Ότι, μπορεί να αρπάξει τη ζωή από τα βυζιά και να αρμέξει τους χυμούς της χωρίς εσωτερικευμένες προσγειώσεις και ασφαλιστικές ρήτρες.

Ότι μπορεί να παίξει με τις απιθανότη­τες περισσότερο για να χάσει και να μά­θει, παρά για να κερδίσει και να αποθη­κεύσει.

Γιατί τώρα διαθέτει αυτήν την σπάνια πολυτέλεια που δικαιώνει τους ωραίους χαμένους μπροστά στους επηρμένους νικητές.

Είναι ερωτευμένος.

Ο Γιάνος, βέβαια, δε ξεχνάει την υψηλή αποστολή που έχει θέσει στον εαυτό του. Ούτε την ενθουσιώδη του διάθεση να συνεργαστεί στο συμπαντικό σχέδιο για την αέναη αρμονία. Μόνο που τώρα είναι πρόθυμος να αρκεστεί στην είσπραξη της ηδονής του αγώνα, χωρίς υστερόβουλες αναμονές και στρατηγι­κούς υπολογισμούς.

Κι όλα αυτά τα ωραία πράγματα έχουν ξαφνικά πάρει για το νεαρό φοιτητή τη μορφή της μικρής Ευγενείας που είναι εκεί δίπλα του και που μόλις μέχρι ένα λεπτό πριν τον λάτρευε απεγνωσμένα και ανέλπιδα.

Και η οποία τώρα κοιτάζει με εξ ίσου αφοσιωμένη προσήλωση προς το μέρος του Βρασίδα.

Αλλά αυτός δεν της δίνει πια προσοχή. Γιατί είναι κι αυτός εκ νέου ερωτοχτυπη­μένος. Μόνο που αυτός, υπό την επιρροή του θαυματουργού φίλτρου  έχει τώρα αφοσιωθεί σ’ ένα είδωλο. Ένα είδωλο που μαζί του είναι ερωτευμένοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι οι κάτοικοι της Πόλης.

Ο Βρας είναι τώρα ερωτευμένος με τη Μπάρμπυ Μπότον που, από το ύψος της νεανικής της αυθεντίας, τους περιπαίζει και τους περιγελάει όλους.

Ευτυχώς για την εκπλήρωση της εξε­ρευνητικής αποστολής που έχουν αναλά­βει οι τρεις φίλοι, η νέα σύνθεση των αμοιβαίων προσηλώσεων ανάμεσά τους δεν έχει άμεσες ανταγωνιστικές συνέ­πειες. Όπως άλλωστε δεν είχε και η πα­λιά.

Έτσι, έστω και με κάποια έκδηλη αλλά και δικαιολογημένη αφηρημάδα παρακάμπτουν τους εξασφαλιστές, τους ψυχοβγάλτες και τους περίλυπους αυτο­σχέδιους ψάλτες και, φορτωμένοι τους σάκους με τον εξοπλισμό, πλησιάζουν τη σχισμή του Λόφου.

Ένας τύπος με τη χαρακτηριστική στολή των Φουσκωτών της Οικιστικής Εταιρείας τους σταματάει.

«Χαίρε φύλακα», του πετάει αισιό­δοξα ο Γιάνος.

«Χαίρε και χαίρε… που την  βρήκες τη χαρά ανόητε μικρέ; Κι από υγεία … Να, δε το βλέπεις αυτό εδώ το φού­σκωμα….; Τι είναι ; Άσε,… καλύτερα.  Και τώρα τέρμα οι σάχλες και στρίβετε. Εδώ απαγορεύεται».

 «Μη στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά», τον διαβεβαιώνει παρηγορητικά η Ευγενία.

«Δε ξέρω που θα πάνε όλα. Εγώ, αν μου το επέτρεπε η υπηρεσία, θα έλεγα ότι πάνε κατά διαβόλου. Εσείς, όμως, δε θα πάτε πουθενά. Είπαμε. Εδώ απαγορεύε­ται η είσοδος. Δεν είδατε τις επιγραφές;».

 Ο Βρασίδας βγάζει και του δείχνει τις άδειες. Ο Σικιουριτάς τις εξετάζει και  κάνει ακόμη μία δυσαρεστημένη γκρι­μάτσα.

«Γαμώ τις εξαιρέσεις», λέει επιγραμ­ματικά και τους κάνει χώρο να περάσουν.

Οι τρεις φίλοι και η Μαρίκα περνούν ανάμεσα απ’ τα προεξέχοντα μάρμαρα και μπαίνουν στα σπλάχνα του λόφου.

Λίγο μετά, ένας τύπος που μοιάζει  ταλαίπωρος, απ’ αυτούς που συνήθως αποκαλούνται κακομοίρηδες ή και φου­καράδες, πλησιάζει τάχα αδιάφορα την Σχισμή.

Στον στραβομουτσουνιασμένο φρουρό που εξακολουθεί να είναι αραγ­μένος εκεί μπροστά, ο τύπος, δεν επιδει­κνύει κάποια ειδική εξερευνητική άδεια, αλλά το πανίσχυρο Πειθω-αντικλείδι που ως γνωστόν ανοίγει όλες τις πόρτες και τα περάσματα.

 *******

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΥΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΧΑΜΕΡΠΕΣ

  Ο Λεωνίδας Χαμούρης, ο μετονομα­σθείς Χαμαί Λεόν δεν ήταν ανέκαθεν ¨παρακολουθητής¨ για λογαριασμό της Πειθωργάνωσης. Έως πρόσφατα κατείχε μια κατώτατη θέση γενικών καθηκόντων στην Εταιρεία Οικιστικής Επέκτασης. Ο Χαμούρης όμως είχε φιλοδοξίες και μά­λιστα κρυφές, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί σημαντικό προσόν από όποιον το ήξερε, δηλαδή μόνον από αυ­τόν τον ίδιο.  

Στην παλιά του θέση μπορεί να μην έλυνε προβλήματα, αλλά δεν δημιουρ­γούσε κιόλας -τουλάχιστον στους ανωτέ­ρους του. Τους οποίους κοιτούσε με αφοσίωση, όταν δεν κατέβαζε το βλέμμα με περισσή αιδημοσύνη,  μήπως και τους ενοχλήσει με την παραπανίσια επίδειξη λατρείας

Ο Χαμαί δεν ήταν κακός, και αυτό γιατί την Εποχή εκείνη όλοι οι κακοί εί­χαν καταργηθεί με ειδικό διάταγμα που έδινε νομική υπόσταση στο σχετικό πά­γιο και ανυποχώρητο αίτημα των πολιτι­κώς ορθίων. Στον κόρφο του, μάλιστα, είχε πάντα το φυλλάδιο με τις ορθές συ­μπεριφορικές οδηγίες της Μητρικού Ομί­λου των Αναπτυκτών Επεκτατών -όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι υπάλληλοι των απανταχού θυγατρικών εταιρειών. Και τις τηρούσε με ψυχωτική ευλάβεια

Ο Χαμαί έβλεπε με δαιμονική ευχαρί­στηση το που κατέληγαν οι αμφισβητίες και όσοι βραχυκύκλωναν την αρμονία του συστήματος. Έκανε και ο ίδιος ό,τι μπορούσε (κατά κανόνα χαφιεδισμούς μικρής κλίμακας) για να ξαποστείλει τους αντιδραστικούς εκεί που τους άρ­μοζε:  στο σιχαμερό απροστάτευτο περι­θώριο

Μόνο που, μερικές φορές -μάλλον σπάνιες- τύχαινε οι προϊστάμενοί του, αντί να ξεπαστρέψουν κάποιον απεί­θαρχο αμφισβητία, αντίθετα, να τον προ­αγάγουν, γιατί έκριναν ότι αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τον εξουδετε­ρώσουν. 

Τότε ο Χαμαί τα έβαφε από σκούρα μελανά έως ερεβώδη, πάθαινε κρίση οξείας στρεσίτιδας, και δε μίλαγε σε κα­νέναν για μέρες. Τελικά  όμως το κατά­πινε κι αυτό και  ξανάβρισκε την χαμη­λής πτήσης -σούρσιμο- ισορροπία του. 

Ο Λεόν Χαμαί τα ’κανε όλα αυτά γιατί θεωρούσε ότι ήταν η καλύτερη συ­νταγή επιβίωσης και όχι βέβαια γιατί τα πίστευε.   Αν τα πίστευε δε θα ήταν ένας γνήσιος χαμαιλέων -δηλαδή ένα θαύμα της υποκριτικής τέχνης της Μάνας Φύ­σης- αλλά απλώς ένας μαλάκας.

Όμως ο Χαμαί, όπως είπαμε, είχε στό­χους που δεν εξαντλούνταν στους διοικη­τικούς μικροχαφιεδισμούς.

Και να που τελικά, η επίμονη προσή­λωσή του στην κρατούσα τάξη πραγμά­των άρχισε να ανταμείβεται:  Η Πειθωρ­γάνωση, αναγνωρίζοντας την έως τότε προσφορά του στη διακίνηση εμπιστευ­τικών πληροφοριών, τον προσέλαβε ως δόκιμο παρακολουθητή.

Και να τον τώρα στην πρώτη του απο­στολή, πίσω από τα αντιδραστικά αυτά παλιόπαιδα, μέσα σ’ αυτόν τον βρωμερό λόφο και μάλιστα χωρίς να έχει μαζί του τις αρωματικές παστίλιες που συνηθίζει να πιπιλίζει όταν τον πιάνει το έξτρα στρες.

Λίγα μόνο βήματα μετά τη σχισμή οι τρεις φίλοι κοντοστέκονται για να συνη­θίσουν τα μάτια τους στο ημίφως.  Η λε­πίδα φωτός που τρυπώνει από τη ρωγμή του περάσματος μόλις που καταφέρνει να σπάσει τη πένθιμη μαυρίλα που κυριαρ­χεί εκεί μέσα. Οι νεαροί απιθώνουν χάμω τους σά­κους και κοιτάζουν γύρω τους με προ­σοχή.

Ο χώρος είναι υγρός και μεγάλος αλλά όχι χαώδης. Οι τοίχοι που τον ορίζουν είναι φτιαγμένοι με ογκώδεις επεξεργα­σμένους βράχους. Στους αρμούς έχουν εγκατασταθεί γλοιώδη παράσιτα που αντανακλούν το λιγοστό φως με εμετικές σκουροπράσινες ανταύγειες. Τα μάρμαρα, στο σημείο όπου προσέ­κρουσε η φαγάνα, δείχνουν ότι μάλλον εκεί πρέπει να υπήρχε ένα άνοιγμα του αρχαίου οικοδομήματος, ίσως μια πύλη.

Το δάπεδο είναι κι αυτό στρωμένο με πέτρες και μόνον η οροφή δε διακρίνεται ή δεν υπάρχει. Στη θέση της κάπου ψηλά πάνω από τα κεφάλια τους χάσκει ένα ασαφές σκοτεινό κενό απ’ όπου σκάνε απειλητικά μύτη κάτι μυτερές γλώσσες, που θυμίζουν αιχμές από νεαρούς σταλα­κτίτες.

Ο Γιάνος βγάζει από το σάκο του ένα φορητό φωτιστικό σώμα και το ανάβει. Όμως, το φως που αναβλύζει είναι πολύ λιγότερο από όσο θα έπρεπε. Κι αρχίζει να μειώνεται κι άλλο.

Ο νεαρός Αμάρος ελέγχει τις ηλεκτρι­κές επαφές. Και επειδή δεν διαπιστώνει τίποτα το ανώμαλο, αλλάζει τις μπατα­ρίες. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο. Οπότε, κάνει νόημα στον Βράς ο οποίος ψάχνει στο δικό του σάκο και τε­λικά τραβάει έξω μια λάμπα υγραερίου. Την ανάβουν. Τώρα, το αποτέλεσμα είναι κάπως καλύτερο.

Η Τζένη παρατηρεί τη Μα­ρίκα.

«Γλυκέ μου Βρας, για ρίξε μια μα­τιά σ’ αυτήν την ανεπρόκοπη», λέει. «Το βλέμμα της είναι αποχαυνωμένο και μου φαίνεται ότι βγάζει ένα ελαφρύ βουητό».

Ο Βρασίδας εξετάζει τη μικρή οθόνη ελέγχου που είναι ενσωματωμένη στο περιδέραιο της ανθρωπόμορφης βοηθού.

«Θα στοιχημάτιζα εκατό βολτ αντί για μια βόλτα στο πάρκο ότι έχουμε μετα­βολή του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου», διαπιστώνει. «Ίσως και παρουσία χαοτι­κών βρόγχων. Η Μαρίκα έχει ζαλιστεί Ας ελπίσουμε ότι θα καταφέρει να προσαρ­μόσει τις εξισώσεις της στις νέες παραμέ­τρους, χωρίς να έχουμε απρόβλεπτες επι­πτώσεις».

«Δε την βάζεις καλύτερα στο stand by», λέει ο Γιάνος. «Μη την πιάσει καμιά ανεξέλεγκτη κρίση»

«Ναι, Βρας. Έτσι θα πάψει να σε κοι­τάζει μ’ αυτό το ξελιγωμένο ύφος», υπερθεματίζει η Τζένη.

«Μην ανησυχείτε. Η Μαρίκα δεν έχει ανάγκη. Λέω να την αφήσω αναμμένη για να δω πως θα τα πάει. Αν δε τα κατα­φέρει να προσαρμοστεί θα επιχειρήσω να τη διορθώσω εγώ».

«Μμμμ…, αυτή είναι διαρκώς ¨αναμμέν稻, μουρμουρίζει αποδοκιμα­στικά η Τζένη.

«Καλά», λέει ο Γιάνος και  σκέφτεται μα πώς είναι δυνατό να μην έχει προσέξει ίσαμε τώρα πόσο γοητευτικά υπέροχη είναι η φωνή της νεαρής συμφοιτήτριάς του. Μετά, δείχνει προς την άλλη άκρη του χώρου. «Πάμε προς τα εκεί. Νομίζω ότι διακρίνω κάτι το αλλιώτικο εκεί κάτω».

Διασχίζουν την αίθουσα. Φτάνουν ¨εκεί κάτω¨ και διακρίνουν, ένθετο στον πέτρινο τοίχο, κάτι που μοιάζει με σωμα­τώδες μαρμάρινο ξόανο.

«Για κοίτα. Αυτός εδώ σου μοιάζει κάπως», πειράζει τον Βρας ο φίλος του.

«Ναι, ναι! είναι υπέροχος», εκστασιά­ζεται η Τζένη.

Ο Αμάρος δείχνει παραδίπλα, περίπου δυο μέτρα δεξιά από το πρώτο ξόανο. «Κοιτάξτε εδώ έχει ακόμα ένα, σχεδόν ίδιο!»

«Εμένα μου θυμίζουν τον Φώτη. Τον θυρωρό της Πρυτανείας»,  παρατηρεί ο Βρας.

«Λες να παίζουν τον ίδιο ρόλο; Τότε ανάμεσα στα δύο ξόανα πρέπει να υπάρ­χει πέρασμα».

«Εκεί!», παρεμβαίνει η Τζένη. «Κοι­τάξτε ανάμεσα στα κεφάλια τους: Υπάρ­χουν κάτι σημάδια».

«Ναι. Τα διακρίνω κι εγώ. Μπορεί να είναι γράμματα…»

«Είναι σίγουρα σύμβολα. Δε μοιάζουν με απλά διακοσμητικά σχήματα. Ανα­γνωρίζεις τίποτα Βρας;»

«Όχι. Αν λειτουργούσε σωστά η Μα­ρίκα ίσως να μας βοηθούσε. Της έχω πε­ράσει ένα πρόγραμμα του Αέναου το οποίο περιέχει πολλούς παλιούς κώδι­κες».

Ο Γιάνος σηκώνει τη λάμπα και εξε­τάζει προσεκτικά τον τοίχο. «Αν εδώ υπάρχει δίοδος, θα πρέπει να την ανοί­ξουμε» αποφαίνεται.

«Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όλα τα πε­ριπετειώδη βιβλία λένε ότι πρέπει να βρεις και να πατήσεις κάποιο κουμπί» λέει η Τζένη. «Κάποια εσοχή ή προε­ξοχή»

«Προεξοχή… προεξοχή… Βλέπω ου­σιαστικά μία ή μάλλον δύο, τις μύτες τους. Ας δοκιμάσουμε μ’ αυτές».

«Πρόσεχε, ε. Η βιβλιογραφία λέει ότι προβλέπονται παγίδες».

«Καλά», συμφωνεί ο Γιάνος, «Απο­μακρυνθείτε. Θα πατήσω αυτήν εδώ αρι­στερά».

Την πατάει.

Δε συμβαίνει τίποτα.

Την τραβάει.

Idem!

«Η σειρά μου» λέει ο Βρας. «Τραβή­ξου Γιάνο», και πατάει τη μύτη του ξό­ανου στα δεξιά.

Οπότε συμβαίνουν τα εξής!:

Η προεξοχή υποχωρεί.

Ακούονται κάτι υπόκωφα τριξίματα

Η Τζένη κοιτάζει προς τα πάνω και στριγκλίζει «Μηηηη!»

Η Μαρίκα παύει να βουίζει, κάνει ένα ξαφνικό άλμα που θα μπορούσε να τις εξασφαλίζει μια πρώτη θέση στους ετή­σιους αγώνες μηχανικών καγκουρώ και πέφτει πάνω στον Βρας παρασύροντάς τον μερικά μέτρα πιο πέρα.

Από τη σκοτεινή  οροφή αποσπώνται οι αιχμηρές γλώσσες και πέφτουν. Μία ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν ως ένα δευτερόλεπτο πριν ο Βρας. Οι άλλες διάσπαρτα εδώ κι εκεί σε διάφορα σημεία της αίθουσας.

Οι τρεις φίλοι αποδεικνύονται τυχεροί και μένουν αλώβητοι.

Η Μαρίκα όχι και τόσο. Ένα πέτρινο θραύσμα την χτυπάει στο στήθος. Δε δη­μιουργείται ορατό τραύμα μια που η Μα­ρίκα είναι κατασκευασμένη με πολύ αν­θεκτικά υλικά, αλλά η μηχανική βοηθός ξαναπέφτει σε κατάσταση ημιλειτουρ­γίας.

Όμως, η πτώση των πέτρινων αιχμών δημιουργεί ακόμα ένα θύμα.

Πρόκειται για τον Λεόν Χαμαί, ο οποίος μόλις έχει μπει σκυφτός στον σπηλαιώδη χώρο. Για να είμαστε ακριβείς, θύμα δεν είναι το ηθικό του, το οποίο όντας από μόνο του επαρκώς ελαστικό απλώς έχει λυγίσει λίγο περισσότερο. Θύμα είναι ένα τμήμα από τα μαλακά του μόρια. Καθώς και το παντελόνι του, που σχίζεται στα δύο από μια κοφτερή πέτρα που τον παίρνει οπίσθια και ξυστά.

 *********

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΕΡΕΥΝΗ­ΤΙΚΟ

Με αινίγματα και κόλπα

 Η πτώση των σουβλερών λίθων θα μπορούσε αδιαμφισβήτητα να αρκέσει ώστε να δημιουργηθεί σε οποιονδήποτε ένα ισχυρό, όσο και αποτρεπτικό σοκ. Και οποιοσδήποτε δεν ήταν εκ γενετής ένας Ιντιάνα  Αποτέτοιος θα έπρεπε στο σημείο αυτό να κάνει επιτόπια μεταβολή και τακτική υποχώρηση.

Οι δικοί μας όμως, όπως είναι γνωστό,  έχουν κάνει χρήση του αισιόδοξου φίλ­τρου του Αέναου. Και δεν πτοούνται ου­δαμώς από την κατάπτωση της οροφής.

Αντίθετα, έχοντας διαπιστώσει ότι τα ξόανα αντιδρούν, άρα έχουν σχέση με μηχανισμούς προστασίας, συμπεραίνουν ότι κάπου εκεί βρίσκεται αυτό από το οποίο θα ήθελαν να αποτρέψουν τους τυχόν απρόσκλητους επισκέπτες οι κατα­σκευαστές της κατολίσθησης.

Γι αυτό επιστρέφουν στα κατά προ­σέγγιση ανθρωπόμορφα ανάγλυφα και συ­νεχίζουν να τα περιεργάζονται και να τα ψαχουλεύουν.

Ώσπου, εν τέλει, οι δοκιμές καρποφο­ρούν.

Η ταυτόχρονη τριπλή ημιπεριστροφή των δύο ρινικών προεξοχών, του μεν αριστερού γλυπτού προς τα δεξιά και του δε δεξιού προς τα ευώνυμα, φέρνουν επί τέλους το ποθούμενο αποτέλεσμα. 

Το τμήμα του τοίχου ανάμεσα στα δύο ξόανα, αρχίζει να ανασηκώνεται από τα κάτω προς τα πάνω ως λαιμητόμος που αποφάσισε να μετανοήσει και να συγχω­ρεθεί. 

Ο Γιάνος περνάει πρώτος το άνοιγμα και δίνει το χέρι του στην Τζένη που προσπαθεί να τραβήξει πίσω της τον Βρασίδα.

Ο Βρασίδας καθυστερεί, αφε­νός για να περάσει πρώτα η Μαρίκα που κινείται κάπως αργά και γέρνει λίγο, αλλά και γιατί θέλει να σιγουρευτεί ότι η πόρτα δε θα ξανακλείσει από μόνη της πίσω τους.

Και πράγματι, έχει δίκιο,  γιατί η λαι­μητόμος το ξαναμετανοιώνει και αρχίζει και πάλι την κάθοδο. Ο Βρασίδας μόλις που καταφέρνει και την μπλοκάρει χώνο­ντας όρθια από κάτω τη σπηλαιολογική του σκαπάνη.

Οι νεαροί εξερευνητές προχωρούν κρατώντας σφικτά ο ένας το χέρι του άλ­λου στον χώρο που φρουρούσαν (αναποτε­λεσματικά) τα δύο σκαλιστά ξόανα. Ξέρουν ότι από δω και πέρα βρίσκονται σε μέρη τε­λείως ανεξερεύνητα, όπου δεν έχει πατή­σει πόδι καμία επιτροπή ειδικών.

Το σκηνικό έχει τώρα μεταβληθεί και το στόμα τους μένει ανοικτό.

Από κάτι σα δέος.

Εδώ ο χώρος είναι αλλιώτικος.

Υποβλητικός.

Μοιάζει κάπως με το εσωτερικό ενός τεράστιου γοτθικού καθεδρικού ναού. Πολύ τεράστιου και πολύ γοτθικού.

Στην ατμόσφαιρα που εξακολουθεί να είναι βαριά αν και δεν μυρίζει πια δυσά­ρεστα διαχέεται ένα παράξενο θαμπό φως.

Έτσι μπορούν να δουν ότι οι κάθετες επιφάνειες είναι επενδυμένες με κάτι που μοιάζει με σκουρόχρωμο μάρμαρο και ότι το δάπεδο είναι καλυμμένο με μαύρο γρανίτη.

Κάπου, πολύ ψηλά, οι οξείες γωνίες της κατασκευής χάνονται μέσα στις σάρ­κες του λόφου, ενώ, πιο χαμηλά, σα να κρέμονται από δυσδιάκριτα νήματα σε διαφορετικά μεταξύ τους ύψη, αιωρού­νται φωσφορίζοντας αγάλματα τερατω­δών όντων.

Όντων που θα μπορούσαν να έχουν γεννηθεί από ανόσιες διασταυρώσεις ετερόκλητων ειδών.

 Ή να έχουν δημιουργηθεί στο εργα­στήριο ψυχοπαθούς γενετικού επιστή­μονα.

Ή να αποτελούν τη σκαρταδούρα από μια αποτυχημένη απόπειρα παραγωγής ενός υποφερτού κόσμου.

Στο βάθος, στο κέντρο του χώρου υψώνεται κάτι σα βωμός. Ένας μαύρος γυμνός λείος κύβος.

Ο Γιάνος, ο Βρασίδας και η Τζένη παύουν να παρατηρούν με θαυμασμό την συνολική κατασκευή και η προσοχή τους έλκεται από τον μαύρο όγκο.

«Ένα βάθρο!» λέει ο Γιάνος. «Πελώ­ριο! Σα να περιμένει να φιλοξενήσει το κολοσσιαίο ομοίωμα ενός αναμενόμενου Θεού».

«Ή που φιλοξένησε ήδη το άγαλμα ενός Θεού που κατέπεσε», συμπληρώνει την εικασία ο Βρας.

«Ή που είναι το ίδιο ένας Θεός. Ή το ζάρι του», κλείνει την απαρίθμηση των ενδεχομένων η Τζένη. Και ρωτάει: «Λοι­πον;»

«Λοιπόν τίποτα, καλή μου» αποφασί­ζει ο Γιάνος. «Προχωράμε».

Και προχωρούν.

Πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον Χαμαί να περάσει έρποντας το άνοιγμα, παρασύροντας τη σκαπάνη του Βράς και προκαλώντας το οριστικό κλείσιμο της φρεσκο-παραβιασμένης ξοανο-εισόδου. 

Με προσεκτικά βήματα διασχίζουν  την απόσταση ως το κέντρο της αχανούς αίθουσας.

Ο κύβος από κοντά εξακολουθεί να είναι μαύρος και λείος, μόνο που τώρα φαντάζει μεγαλύτερος. Παρατηρώντας τον προσεκτικά στο φως του γκαζοφάνα­ρου βλέπουν ότι στην έδρα που βρίσκεται προς το μέρος τους υπάρχει ένα χάραγμα. Σε σχήμα ορθογώ­νιο και παραλληλόγραμμο. Σα να βρίσκεται εκεί κά­ποιο συρτάρι. Σε μέγεθος φέρετρου.

Γυροφέρνουν τον κύβο.  Εκτός από την απάνω έδρα που είναι ψηλά και δε μπορούν να την παρατηρήσουν, δεν βλέ­πουν άλλες χαρακιές.

«Να κι άλλος ένας γρίφος», λέει ο Βρας.

«Βέβαια. Αυτό εδώ το ορθογώνιο θα πρέπει να ανοίγει με κάποιο τρόπο. Θα πρέπει να το σύρουμε έξω», συμφωνεί ο Γιάνος.

«Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν προε­ξοχές για να τις πατήσουμε ή να τις στρί­ψουμε. Ο μηχανισμός του θα πρέπει να λειτουργεί διαφορετικά».

«Ας το σκεφτούμε».

«Μόνο», παρεμβαίνει η Τζένη, «που πρέπει να προσέξουμε πιο πολύ αυτή τη φορά. Δείτε όλα αυτά τα τρομερά αγάλ­ματα που επικρέμονται. Ελπίζω να μη μας πέσουν στο κεφάλι όπως οι πέτρινες λόγχες στον προθάλαμο».

«Εντάξει. Όμως δεν είναι όλα τρομερά μικρή μου» την καθησυχάζει ο Γιάνος. «Για κοίτα εκεί κάτω, χαμηλά, εκείνο που με το ένα πόδι αγγίζει το έδαφος. Εκείνο, το ξεβράκωτο, σε πόζα μπαλαρί­νας. Δεν είναι αστείο;»

«Καλά λες», λέει ο Βρας. «Ο γλύπτης που τα έφτιαξε είχε φαίνεται ολοκληρω­μένη αντίληψη περί διαστροφής. Από το εμετικά φρικτό ως το τραγικά κωμικό»

Το κωμικοτραγικό κατασκεύασμα που προκαλεί προς στιγμήν την ιλαρότητα των τριών φίλων δεν είναι βέβαια άλλο από τον ικανό,  αν και δόκιμο, παρακο­λουθητή Λεόν Χαμαί, ο οποίος τους έχει πλησιάσει έτσι ώστε να ακούει τι λένε και, μη έχοντας κάποια άλλη πρόχειρη κρυψώνα, αναγκάζεται να καμουφλαριστεί υποδυόμενος με επιτυχία το άγαλμα.

Περνάει ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου τα δοκίμαζουν όλα.

Αρχίζοντας με ό,τι εκπορθητικά ξόρ­κια έχουν μάθει στη σχολή: από το παρα­δοσιακό ¨Σουσάμι Άνοιξε¨ έως την εξ ίσου παραδοσιακή ¨Υπόσχεση Γάμου¨.

Συνεχίζοντας με συνειρμικούς συν­δυασμούς λέξεων, από κείνους που έχουν μαζεμένους στο αρχείο του Φύρδην Μί­γδην- ως και αποσπάσματα από Ιονέσκο του απαγγέλλουν του κύβου.

Στο τέλος του τραγουδάνε κιόλας: από παλιά δημοτικά άσματα έως πρόσφατα διαφημιστικά τζινγκλς.

Τίποτα!

 Μετά, στο μυαλό του Γιάνου έρχεται το χτεσινό επίτευγμα του φίλου του με τον δύστροπο θυρωρό της πρυτανείας. «Βρε συ, Βρας. Μήπως θέλει κι αυτό τα­ρακούνημα και κατραπακιά , όπως χτες, ο Φώτης;»

Ο Βρασίδας  είναι τσαντισμένος.

Κάνει δυο βήματα πίσω και λέει: Θα του δώσω μια κουτουλιά που θα είναι όλη δική του!».

Αλλά η Τζένη πανικοβάλλεται: «Μη! Θα τραυματίσεις το ωραίο σγουρομάλ­λικο κεφαλάκι σου. Ας αρχίσουμε λίγο πιο απαλά».

Πλησιάζει τον κύβο και τον αγγίζει μόλις, με μια  χαϊδευτική κίνηση.

Και ω του θαύματος! 

Το χάδι της Τζένης δεν ανοίγει την χαραμάδα. Όμως ξαφνικά το ορθογώνιο παραλληλόγραμμο αποκτά ένα ζωντανό μαβί χρώμα και ανάβει σα να το βάλανε στη πρίζα.

Πάνω του σχηματίζονται μια σειρά από μικρότερα φωτεινά τετραγωνάκια. Σε κάθε ένα από αυτά μικρές γαλαζωπές φλογίτσες σχηματίζουν μια σειρά από περίεργα σημάδια. Που φέρνουν κάπως σε ανορθόδοξα ιερογλυφικά, κάπως σε ανορθόγραφα ιδεογράμματα και κάπως σε σκίτσα του Βολίνσκι..

«Ένα αρχαίο κόμικ!», λέει έκθαμβος ο Βρασίδας.

«Τριτώσαμε», αναστενάζει ο Γιάνος. «Ιδού και ο Γρίφος νούμερο τρία. Τι να λέει άραγε ετούτη η ταμπέλα;»

«Νομίζω ότι τώρα θα πρέπει να εξε­τάσω λίγο τη Μαρίκα. Αν βοηθήσει είμαι σίγουρος ότι θα το αποκωδικοποιή­σουμε».

«Βέβαια. Πριν λίγο, παρά τη ζαλάδα της, σ’ έσωσε»

«Πουφ! αν δε στρίγκλιζα εγώ…»  μουρμουρίζει η Τζένη.

«Ας δούμε τι ζημιά της προξένησε η κοτρόνα. Δώσε μου την λάμπα».

Η Μαρίκα στέκεται πειθήνια μπροστά στον κατασκευαστή και αποκλειστικό επιδιορθωτή της. Εκείνος της δίνει τη λάμπα και αυτή την κρατάει με το σωστό τρόπο ώστε να διευκολύνεται το ιαματικό του έργο.

Ο Βρασίδας εξετάζει πρώτα τον πί­νακα ελέγχου. Μετά βγάζει από την τσέπη της φούστας της ορισμένα μικρο­σκοπικά εργαλεία και ετοιμάζεται να επέμβει.

Η Μαρίκα, παρά το απλανές της ύφος, σκύβει και κάτι του λέει στ’ αυτί.

Ο Βρας γυρίζει προς τους φίλους του με εξομολογητική διάθεση.

«Παιδιά, κοιτάξτε. Στο προγραμματι­σμό της Μαρίκας έχω βάλει, τελείως πει­ραματικά, κάτι σαν συστολή».

«Και λοιπόν;»

«Δουλεύει! Δηλαδή όσο κι αν σας φα­νεί απίστευτο, τώρα που πρόκειται να τη χειρουργήσω σας παρακαλεί να κοιτά­ζετε αλλού. Ντρέπεται».

«Αυτό πάει πολύ!» λέει η Τζένη και χτυπάει το πόδι της στο έδαφος.

Όμως ο Γιάνος την αγκαλιάζει, γυρί­ζουν από την άλλη μεριά και μένουν να παρατηρούν τα επικρεμάμενα φωσφορί­ζοντα τερατώδη αγάλματα.

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s