Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Αρχείο για την κατηγορία ‘ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ’

Στη Γιορτή του Βιβλίου, το Σάββατο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Μαΐου, 2012

Η πρόσκληση προέρχεται από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρης και NOVELBOOKS και λέει τα ακόλουθα:

35η Γιορτή Βιβλίου, στο Πεδίον του Άρεως, Περίπτερο 21

 

Σάββατο 19 Μαΐου
18:30 – 20:00

«Ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί στον μαγικό χώρο της μυθοπλασίας»: οι εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ και NOVELBOOKS σας προσκαλούν να γνωρίσετε από κοντά τους συγγραφείς των νέων μυθιστορημάτων τους.

Οργάνωση: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης & NOVELBOOKS

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το Πολυτεχνείο (που τρέμει) ξανακυκλοφόρησε

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Απριλίου, 2012

Το ¨Πολυτεχνείο τρέμει¨ -μυθιστόρημα περιπετειώδες- δις εξαμαρτεί και ως εκ τούτου πήρε και πάλι δρόμο και κυκλοφορεί ανά τα βιβλιοπωλεία, αυτή τη φορά από την Novel Books (των εκδόσεων ¨Σιδέρης¨).

Εδώ παρακάτω σας έχω το σημείωμα του συγγραφέα που συνοδεύει τη Β΄ έκδοση, ενώ εδώ  θα βρείτε μια συνέντευξη στην Λένα Χουρμούζη της Athens Voice.

Διερωτώμενος αν έχει να προσθέσει κάτι σχετικά με τη δεύτερη έκδοση, ο συγγραφέας είπε τα ακόλουθα:

Στη  πρώτη έκδοση ήμασταν ένας!

Εγώ και ο Ανώνυμος Ένας σε μία ενιαία συσκευασία.

Αυτός μπροστά και εγώ πίσω, να μην φαίνομαι και να παρατηρώ (με μια ιδέα φόβο και μπόλικη περιέργεια) πως πάει το πράγμα.

Ο Ανώνυμος Ένας είχε προκύψει ως ιδανικό προκάλυμμα των μυθοπλαστικών συγγραφικών μου αβεβαιοτήτων. Τον έβαλα λοιπόν μπροστά και, αφού πρώτα τον αναγνώρισα ως το όχι απόλυτα νόμιμο τέκνο εμού του ιδίου και της Φαντασίας μου, τον εξαπέλυσα σε δοκιμαστική πτήση στο συγγραφικό Σύμπαν.

Στην πρώτη έκδοση, του είχα μάλιστα φτιάξει στο ¨αυτί¨ του εξώφυλλου (δίπλωμα όπου συνήθως φιλοξενούνται πληροφορίες για τους συγγραφείς), την απαραίτητη παρουσίαση που έλεγε τα εξής:

 «Ο Ανώνυμος Ένας στην αρχή ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Κάποτε όμως διαπίστωσε ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα γύρω του είχαν αρχίσει να παίρνουν λάθος στροφές.

Στο παραπέντε συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει ο καιρός να πάρει ριζοσπαστικές αποφάσεις.

Είχε κάνει κι άλλες φορές ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του.

Μόνο που τούτη  τη φορά του βγήκε κάπως αλλιώς.

Κάπως σαν μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις.

Έτσι πέρασε στην ανωνυμία».

 Ο Ένας, καβάλα στο ¨Πολυτεχνείο¨ (που έτρεμε) έριχνε τις διακριτικές βόλτες του ανάμεσα στα λόγο και τα παραλογο-τεχνικά παρασκευάσματα (που γυρόφερναν αλληλοσυγκρουόμενα στις μυστηριώδεις σκοτεινές λεκτικές εκτάσεις) χωρίς να ενοχλεί κυριολεκτικά κανένα, όταν νέες ανακατατάξεις πρόβαλαν στον ορίζοντα, ή μάλλον όχι στον ορίζοντα παρά στη Φαντασία μου, η οποία  προέκυψε και πάλι εγκυμονούσα!

Όχι έναν Ανώνυμο Άλλο, αλλά μια ακόμη ιστορία φαντασίας! 

Κι έτσι πριν να πεις ¨κύμινο¨ (πράγματι δεν το είπε κανείς), από το αυγό, με ένα μπαμ, βγήκε ένα ΜΠΑ!!! Σα να λέμε ένα μυθιστόρημα (αρκούντως προφητικό, όπως θα καταδειχθεί αργότερα) σχετικό με τη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία!

Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε ποιος θα διεκδικήσει την πατρότητα του νεογνού, εγώ ή ο Ανώνυμος, την απόφαση την πήρε, με ένα κτύπημα της επιχειρησιακής του ουράς, ο τότε εκδότης μας, που χωρίς καλά καλά να μας ενημερώσει πήγε και άρχισε τη διαφήμιση του πονήματος στις εφημερίδες, προβάλλοντάς μας και τους δυο, στα πλαίσια μιας υπερμεταμοντέρνας, ευρείας, διασταυρούμενης άνευ αναστολών, οικογενειακής συγγραφικής σχέσης! Ο ένας να γράφει δια χειρός του άλλου! Πρόσθεσε μάλιστα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ένα δικό μου βιογραφικό (αρκετά χαζογραμμένο) που δεν το είχα γράψει για να μπει στο βιβλίο, αλλά του το είχα αφήσει για να πάρει μια ιδέα για μένα ο ίδιος, μια που δεν γνωριζόμασταν.

 Πάντως αυτό ήταν.

Έκτοτε αποτελούμε συγγραφικό δίδυμο. Γράφω τα παραλογοτεχνικά μου πονήματα δια χειρός Ανωνύμου Ενός, ενώ του έχω παραχωρήσει και ειδική σελίδα στο ιστολογοφόρο μου (μπλογκ).

Στο αντίτυπο που κρατάτε στα χέρια σας θα τον βρείτε, αν δεν κάνω λάθος, κάπου στο οπισθόφυλλο, καθώς και στο σημείωμα που έγραψε για τη δεύτερη έκδοση ο φίλος Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Και έτσι ο καιρός παρήλθε και το ¨Πολυτεχνείο¨ εξαντλήθηκε εντελώς.

Αλλά, προς χαρά και τέρψη των συγγραφέων (και ενίοτε των αναγνωστών) υπάρχουν και οι επανεκδόσεις.  

 Ας αφήσουμε όμως τις νοσταλγικές ανασκοπήσεις κι ας έρθουμε στο ¨Πολυτεχνείο¨ που επανεκδίδεται.

Ποιο είναι το ερώτημα;

Αν η πρώτη του έκδοση άφησε κάποιο ανεξίτηλο σημάδι οπουδήποτε;

Ναι, αν δεν απατώμαι υπήρξε ένα (1): η περιγραφή της Πύλης του Σεπτού Ιδρύματος που κάνω στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους συνετέλεσε (θέλω να ελπίζω) στην ανακατασκευή της κεντρικής Πύλης της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου της Θεσσαλονίκης σε πιο αποδεκτές διαστάσεις, πράγμα που συνέβη κανα δυο χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του Πολυτεχνείου. Είναι κάτι!

Άλλο;

Για τι πράγμα πρόκειται εν τέλει;

Πρόκειται για  μια φανταστική αφήγηση με  αστυνομική πλοκή σε ελαφρώς παραληρηματικό ύφος, που διαδραματίζεται σε μία (φανταστική) παραθαλάσσια πόλη. Θα έλεγα ότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για να θωρηθεί ως Campus Novel (αστυνομικό σε πανεπιστημιακό περιβάλλον -ένα από τα πρώτα δείγματα του είδους στην ελληνική μυθοπλασία), αλλά αυτό μάλλον διέφυγε της προσοχής των αρμοδίων τακτοποιητών. Έτσι μπορεί να εξακολουθήσει ανενόχλητα να είναι ό, τι ήθελε προκύψει στην προσωπική εκτίμηση των αναγνωστών!

 Οδηγίες προς τους ¨ναυτιλλόμενους¨ στις σελίδες του βιβλίου;

Ναι, μία: Δεν χρειάζεται εξ αιτίας του ¨Πολυτεχνείου¨ να αναπτύξετε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Μπαμπινιώτη. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω ακόμη ενημερώσει για την ακριβή σημασία των νεολογισμών που καραδοκούν στο κείμενο. Άλλωστε δεν προορίζονται τόσο για να αποδώσουν σημασίες, όσο για να αποπνεύσουν λεκτικά αρώματα. Απολαύστε λοιπόν ανέμελα την ατμόσφαιρα.

Αν και, εάν διαβάζετε τα βιβλία με τον τρόπο που τα διαβάζω εγώ, (πρώτα το κύριο μέρος και μετά οι εισαγωγές, οι πρόλογοι, τα προοίμια), τότε είναι αργά για να σας δώσω συμβουλές. Μάλλον θα πρέπει να μου δώσετε εσείς.

Καλή διασκέδαση.

Ο συγγραφέας

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Μια μέρα θεάτρου

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Μαρτίου, 2012

Δεν είναι ότι έχω αδυναμία στις παγκοσμιοποιημένες ¨Ημέρες¨.

 Εδώ που τα λέμε, ακόμη δεν πρόλαβα καλά καλά να μάθω ότι ο Άη Νικόλας γιορτάζει με τους ναυτικούς, η Αγία Βαρβάρα με το πυροβολικό και πως ο άγιος Φανούριος φανερώνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες στις ανύπαντρες σε συγκεκριμένη ημερομηνία… Kατά συνέπεια,  δεν έχω πολλή διάθεση να ξαναμάθω απ’ την αρχή τις ρυθμίσεις της διεθνούς των διαφημιστών πάνω στο νέο ιερό εορτολόγιο.

Εξάλλου, φαίνεται πως όποιες απ’ τις ημέρες αυτές δεν έχουν ¨στηθεί¨ για λόγους απλής κατανάλωσης των σχετικών προϊόντων (μαμά, μπαμπάς, παππούς, ερωτευμένοι διάφοροι), έχουν στηθεί από κάποιες (κάθε άλλο παρά) μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες κατά την επίμαχη μέρα φροντίζουν να καταθέσουν μέρος από τα έσοδα και τις προσφορές των καλοπροαίρετων (και μη) ενισχυτών τους στο βωμό των παντοδύναμων ΜΜΕ, με τα οποία τελούν σε συμβιωτική σχέση.

Έτσι δεν είναι ότι, τις προάλλες,  ενθουσιάστηκα ή παρασύρθηκα από το εορταστικό κλίμα που (θα ήθελε να) δημιουργήσει μια ακόμα τέτοια μέρα, αφιερωμένη αυτή τη φορά στο Θέατρο. Το θέατρο, ο έρωτας, το ναυτικό,  γιορτάζουν για μένα τη μέρα (ή τις αλλεπάλληλες μέρες) που η μαγεία (ή η λογική) τους μ’ αγγίζει, κι αυτό μπορεί να συμβεί ακριβώς οποτεδήποτε!

Γι αυτό το λόγο και δεν επωφελήθηκα από την ημερολογιακή συγκυρία και δεν έγραψα (ούτε σκέφτηκα) τίποτα το ιδιαίτερο την μέρα του Θεάτρου ανήμερα!

Έλα όμως που πάνω κάτω την ημέρα αυτή (συμπτωματικά) έζησα ως θεατής μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία: μια παράσταση (για την οποία οι φίλοι του ιστολογοφόρου είχαν έγκαιρα ειδοποιηθεί, και πολλοί ήταν παρόντες) της οποίας  το πιο όμορφο  και (για μένα) ενθουσιώδες, ήταν το ¨ερασιτεχνικό¨ της στοιχείο. Ερασιτεχνισμός στην ετυμολογική του μεγαλοπρέπεια: αγάπη για την τέχνη. Και μάλιστα όχι όποια κι όποια τέχνη, παρά εκείνη που συμπαρασύρει, και προβληματίζει, και εμπλέκει, και ενθουσιάζει (στην κυριολεξία) τους ανθρώπους της γειτονιάς, της συνοικίας, τους πραγματικούς ανθρώπους κάνοντάς τους λιγότερο πραγματιστές και περισσότερο ¨ποιητές¨ της μοίρας τους.

Αγάπη για την τέχνη που οδηγεί κάποιους από τους μύστες να τα δίνουν όλα καθοδηγώντας τους απλούς ¨ερασιτέχνες¨ σε επιτεύγματα που  σπανίζουν και εκπλήττουν.

Για μένα, όπως αγάπη για τον αθλητισμό δεν είναι  να ταυτίζεσαι και να ξεσκίζεσαι για την ομάδα που αγόρασε ο εκάστοτε χοντρέμπορος για να αποκτήσει επιρροή και αναγνώριση, αλλά ο αγώνας που στήνουν στη γειτονιά οι ανύπαντροι κατά των παντρεμένων και που τελειώνει με από κοινού (ρεφενέ) θριαμβευτικά τσίπουρα, έτσι και αγάπη για το θέατρο δεν σημαίνει παρακολούθηση πολυδιαφημισμένων υπερπαραγωγών, αλλά κάτι σαν κι αυτό που συντελέστηκε την περασμένη Παρασκευή  στο δήμο της Πυλαίας.

Σε έναν χώρο που δεν είναι θέατρο, όμως θέατρο έγινε, από ανθρώπους που δεν είναι ηθοποιοί, όμως υποδύθηκαν, με καθοδηγητές που δεν είναι καλλιτέχνες γενικά και αόριστα, αλλά καλλιτέχνες που έχουν ανακαλύψει εκείνα τα δύσβατα μονοπάτια που μεταφέρουν την μαγεία και την αλήθεια στη βάση, στη γειτονιά, στον δρόμο, και που βοηθούν τους ανθρώπους να είναι πρωταγωνιστές και επικοινωνητές, και συμπάσχοντες.

 Μιλάω για τον ¨Αφανισμό της Μήλος¨ του Γιάννη Ρίτσου, όπως παρουσιάστηκε στις 23 του Μάρτη στο Πέτρινο του Δήμου Πυλαίας (και επαναλήφτηκε ύστερα από γενική απαίτηση στις 27 του Μάρτη), έργο που δίδαξε και σκηνοθέτησε η Όλγα Αλεξανδροπούλου, επιμελήθηκε σκηνικά ο Κώστας Χαλκιάς και παρουσίασε η θεατρική ομάδα Πυλαίας : Εύη Αρβανιτίδου, Μαρία Καρπούζη, Αθανασία Κελεσίδου, Μαρία Κώνστα, Λίνα Σωτίδου, Κλεοπάτρα Μπαμπαράτσα, Σοφία Κασούρη, Λέανδρος Κλιφόπουλος, Τάσος Παπαγεωργίου, Αντώνης ΤζέλοςΚιθάρα έπαιξε ο Κώστας Ματσίγκος και τραγούδησε η Λίνα Σωτίδου. Στη σκηνοθεσία βοήθησε η Ελένη Σιταρά.

 Ακολουθούν εικόνες από τα παρασκήνια, την παράσταση, τα χειροκροτήματα…

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Θεατρικά, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , , , | 2 σχόλια »

Η έβδομη (και τελευταία) σκηνή του Λυσίστρατου

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 16 Μαρτίου, 2012

Σκηνή έβδομη

 [ η σκηνή φωτίζεται και ο προβολέας επικεντρώνεται στον Δία, που έχει πάρει κεντρική ανυψωμένη θέση]



Δίας

[γυρισμένος στο πλάι, ελαφρά εκνευρισμένος και  μιλώντας στον εαυτό του]

Τώρα, τα ’πε όλα ετούτος, του τρανού του συγγραφέα

ο ειδικός μαντατοφόρος, κι αυτό είναι ζαβολιά,

κόλπο και μπαγαποντιά.

Μου ’κλεψε λίγο το ρόλο, αλλά όπως και να έχει,

έχω πράγματα να κάνω, και ο λόγος μου προέχει…

[γυρίζει από την άλλη πλευρά και απευθύνεται στους Αθηναίους]

Άκουσα τι λένε οι μοίρες, κι όπως είναι φυσικό

ξέρω και το μυστικό.

Πάει να πει ότι μπορώ, δίχως να καθυστερώ

να ερμηνέψω το χρησμό, κι αυτό κάνω τώρα αμέσως:

Κείνη που ήταν, μα δεν είναι, και την έχετε ανάγκη,

σεις ω άντρες Αθηναίοι, της Παλλάδας οπαδοί,

είναι η έρμη η Ουτοπία, όνειρο κι ιδανικό σας

και μυστήρια ελπίδα.

Που χωρίς σταλιά χαμπάρι, να το πάρετε κορόϊδα,

σας την βούτηξε ο Ερμής, κι είναι τώρα κλειδωμένη,

χειροπόδαρα δεμένη.

Και στη θέση της με κόλπο, σας πασάρει εικονικές

ονειροκαταληψίες, και αιώνιες αυταπάτες,

εκσυγχρονισμένες πλέον και εικονογραφημένες:

πότε τάχα σε παιχνίδια, παραμύθια και ειδήσεις,

μελανές διαφημίσεις και ατελείωτες σειρές,

τέλεια ανακατωμένα, να μην έχεις πια ιδέα

τι να πάρεις, τι να αφήσεις.

 

Μα όλα αυτά δεν είναι ελπίδα,

έστω αχνή, έστω στο βάθος,

παρά μόνο μια παγίδα, που γυρνάει στριφογυρνάει,

μα κουράγιο δε γεννάει, παρά μαύρη απελπισία

και βαθιά σε μαύρη τρύπα, κατευθείαν σε τραβάει

 

Που πάει να πει: καταλαβαίνω: Και για να σας κάνω χάρη

λέω να τη λευτερώσω, την χλωμή την Ουτοπία,

κι εδώ δα να την καλέσω, ο χρησμός να εκπληρωθεί.

[χτυπάει τα δάχτυλα και φωτίζεται η Ουτοπία. Μοιάζει ξόανο, αλλά σε λίγο θα ζωντανέψει…]

Όμως, σα θεός που είμαι, κι έτσι που μ’ έχετε φτιάξει,

μ’ όλα τα δικά σας πάθη, και με των θνητών τα βίτσια,

τελικά δίκιο δεν δίνω, σε κανέναν απ’ τους δύο

Μήτε άντρες μήτε γυναίκες:

Ούτε στον Παρά τον τρύπιο, ούτε και στην Ουτοπία

(πού όνειρο και ευτυχία, πως σας δίνουνε θαρρείτε,

 και ο ένας και η μία!)

 

Κι αφού εγώ είμαι ο Δίας, κι αφού κάνω ό, τι θέλω…

[γυρίζει από την πλευρά των συλλογισμών, χάνει τον ειρμό, αναλογίζεται και μονολογεί:]

 

(ή τουλάχιστον νομίζουν,  κάτι τέτοιο οι θνητοί,

γιατί έχω και την Ήρα, με την κρεβατομουρμούρα,

και να αντιμετωπίσω, θεϊκές συνομωσίες,

σκοτεινές δολοπλοκίες…

Τα ηνία να κρατήσω, κι όλες τις ισορροπίες 

που έχει ανάγκη η εξουσία.

Κι όλο μία από τα ίδια…

κι όλα αυτά μ’ έχουνε σκάσει

και μου σπάσανε τ’ αρχίδια!)

[επανέρχεται σοβαρός προς τους Αθηναίους]

Επαναλαμβάνω:

…Και αφού είμαι ο Ζευς,

λέω και αποφασίζω:

πως την πρόκληση αυγατίζω, και τ’ αναποδογυρίζω

όσα θα ’πρεπε να κάνω:

δεν σας ανασκολοπίζω, -θα ’τανε το πιο σωστό -

παρά σας αναβαθμίζω.

Έτσι, να ‘χετε ευθύνη, σαν θα δείτε τι θα γίνει!

 

Λέω λοιπόν:

Σεις ω άντρες Αθηναίοι, αλλά και εσείς Ατθίδες

Που σας έχουν καλομάθει

οι θεοί

και δικαίωμα σας δίνουν, να ’χετε άποψη και λόγο

-αλλά είσαστε κι ατσίδες-

(όπως χρόνια πριν, ας πούμε, τότε που ο Ποσειδώνας

-το μικρό μου τ’ αδελφάκι –

για να γίνει πολιούχος, υποσχέθηκε νερό

-για να λέμε την αλήθεια, βγήκε λίγο αρμυρό-

Αλλά εσείς είχατε γνώμη, του το βγάλατε ξινό,

και εδώσατε την ψήφο στο δεντράκι της ελιάς,

προσφορά της Αθηνάς…)

 

Ε λοιπόν το ξανακάνω!

Πλειοδοσία προκηρύττω!

Και ας έλθει ο Παράς, να σας πει και να σας τάξει.

Τι θα κάνει, τι θα πράξει, τι καλούδια θα σας δώσει

αν αυτόν εμπιστευτείτε.

[χτυπάει τα δάχτυλα και φωτίζεται ο ευτραφής Παράς, ως ξόανο αρχικά κι αυτός]

Αλλά πριν, το λόγο ας πάρει, -οι κυρίες προηγούνται -

(μα τι λέω! ο Μεγάλος!)

Η αιθέρια Ουτοπία, πού ήτανε αποδιωγμένη

και στα σίδερα κλεισμένη, με την Ιστορία αντάμα

ακινη-τοποι-ημένη

Κι έχει χρόνια να μιλήσει, ας σας πει κι αυτή τι δίνει.

 

Κι ύστερα εσείς ψηφίστε, όπως είστε μαθημένοι.

Και εγώ μα τους Ολύμπιους, και τους δώδεκα μαζί,

ό, τι κι αν αποφασίστε, ίσως να το επιτρέψω.

Με μονάχα έναν όρο: Πως πιστοί σ’ εμέ θα είστε,

όποιος απ’ αυτούς [απ’ τους δυο]  κερδίσει.

 

Θέλω:

Τάματα κι αφιερώσεις, με τις τακτικές τους δόσεις.

Επικλήσεις, λιτανείες, σταθερές τελετουργίες.

Θησαυρούς στα ιερά μου, και τα σφάγια δικά μου!

Να με αποκαλείτε πάντα, Παντοδύναμο Αφέντη

και Ουράνιο Αστραποβρόντη!

Και στις ιερές γιορτές μου, θέλω τις πομπές με ουρές,

και παιάνες και παρθένες, όμορφες και δροσερές.

 

Και να έχετε στο νου σας: Θεός είμαι όμοιός σας.

Δε με φτιάξατε, το ξέρω, για να ’ρθω και να υποφέρω,

σα σωτήρας να ξεπλένω, τις δικές σας αμαρτίες…

 

Ήρθα για να κάνω λάθη. Όπως κάνετε και εσείς.

Και να έχω τα ίδια πάθη!

Στα ουράνια να βολτάρω, και να κάνω ό, τι γουστάρω

Όπως μόνο στα όνειρά σας, θα τολμούσατε ποτέ

Γιατί με θελήσατε έτσι, κι έτσι χρησιμεύω κάτι!

[κάνει γκριμάτσα σα να είπε πολλά, και μετά κάνει νόημα προς την Ουτοπία η οποία «ζωντανεύει» και αρχίσει να μιλάει]


 

Ουτοπία

Έχω χρόνια να μιλήσω, συγχωρήστε με αδέλφια

και για σας να ζωγραφίσω, όνειρα υπερβατικά!

Όλα όσα ξεπερνάνε την ανθρώπινη μιζέρια,

απ’ την ύλη ξεκινάνε, όμως φτάνουνε στα αστέρια!

κι έτσι λίγο από το Θείο, τ’ άγ-ι-ο το ιερό

το ουράνιο στοιχείο

-με απλό ενθουσιασμό -

μεσ’ τον άνθρωπο μπολιάζουν.

 


Με της ποίησης τα λόγια, κέρδιζα την αφθαρσία
Μόνο εγώ για αθανασία σας μιλούσα
Μόνον εγώ τιθάσευα την σαρκοβόρα τύψη
και στη μνήμη σας κεντούσα,
με του έρωτα τα βέλη
ξόρκια ενάντια στη θλίψη.

 

Με χορό και με τραγούδια και με της ζωής το πάθος

ήξερα να απογειώνω,

τα μελλούμενα να πλάθω και τα τωρινά να εμπνέω

την χαρά να ανακυκλώνω και το άγχος να μειώνω.

 

Για ξανά-αναλογιστείτε τις καλές τις εποχές,

κλασικές, ηρωικές, που ’ζησε η ανθρωπότης

και να! δείτε!, θα με δείτε: πάντα ήμουνα παρούσα

και βασίλισσα οδηγούσα των καλλιτεχνών εμπνεύσεις:

Και ποιητών, μα και ζωγράφων, συγγραφέων, τροβαδούρων

και ηθοποιών, και όλων, των ευαίσθητων ανθρώπων.

 

Και μετά: Νόμος και Δίκιο

Που απ’ τα ζωντανά της πλάσης, ειν’ προνόμιο και καθήκον

όσων θέλουνε να λένε, πως διαθέτουν λογική:

Και αυτά, χάρη σε εμένα, μπόρεσαν να σχεδιαστούνε

κι έστω κι αν δεν τα τηρούνε, παραμένουνε πυξίδες

για να ξέρουν οι ανθρώποι, που πατάν και που τραβούνε.

 

Της υπέρβασης βλαστάρι, μόνη ορατή ελπίδα,

με όνειρο και λογική, δίνω νόημα στον κόσμο

Δίνω γεύση στη ζωή

Και με το Αιώνιο Σύμπαν, μόνο εγώ έχω επαφή!

 

Μα κι εσείς άνδρες / γυναίκες, ευτυχία που ζητάτε

στην πραγματική αγάπη, που είναι πάνω απ’ τα εγκόσμια

τα φτηνά τα ταπεινά…

ξαναφέρτε με στην πλάση και να δείτε πως  με εμένα

θάβρετε την αρμονία, την υπέρτατη, τη σπάν-ι-α,

του φθαρτού και του αιώνιου,

όταν δένουνε μαζί.

 

Παράς [που ενώ μιλούσε η Ουτοπία έκανε (ως ξόανο) μόνο γκριμάτσες κοροϊδευτικές και αποδοκιμασίας, τώρα ζωντανεύει κι αυτός]

Μα τι λες αλλοπαρμένο;!

Αιθεροβαμόνων βάρκα!

Που δεν ξέρεις τι στην πράξη είναι εκείνο που μετράει!

 

Ουτοπία

Μη μου πεις ¨ό, τι πουλάει¨…

 

Παράς

Μα και βέβαια μουρλέγκω, δίκιο έχει, ό, τι πουλάει

κι ό, τι ευτυχία δίνει σ’ όποιον έχει να αγοράσει!

 

Για δες πόσα προϊόντα, με εμένα θα αποκτήσεις!

Πέρνα κόσμε να τα δεις! Όχι λόγια του αέρα,

όπως ήταν τα δικά σου.

 

Δες κουζινοσυσκευές. Δες ηλεκτρικά καλούδια,

δες  κονσόλες, χειριστήρια, δες για κινητά, τραγούδια.

δες και μόνιτορ, οθόνες, δες δισκάκια με εικόνες,

δες και τις ταινίες όλες και τρισδιάστατα παιχνίδια!

 

Κι από περιττό ό, τι θέλεις: Να αγοράζεις να πετάς,

να θριαμβεύει ο Παράς

 

Ό, τι να ΄ναι πλαστικό, το διαθέτω μόνο εγώ

Πλαστικά άμα θέλεις πιάτα, και κανάτες και καριέρες

και μπουκάλια και αγάπες,

Τα πουλάω πέρα ως πέρα, στης υδρόγειου την άκρη!

Και χειρούργους πλαστικούς, έχω αν θέλεις κι απ’ αυτούς!

 

Έχω βίντεο ¨τραβηγμένα¨, έχω τράπεζες εμβρύων

και γονίδια παγωμένα!

 

Έχω σνομπ, έχω εστέτ, και για όλους έχω όπλα

Έχω κλώνους και κλωνάρια, έχω και μεταλλαγμένα

Για να φάνε κι οι φτωχοί, προσφορά από εμένα.

 

Τελευταία έχω πάλι, βάλει στην κυκλοφορία

Μία νέα μου πατέντα:

Δούλους που έρχονται μονάχοι και ζητάνε να δουλέψουν

τρώγοντας τα αποφάγια!

Τι μυαλό! Και τι ιδέες!

 

Μα τι λέτε Αθηναίοι και ωραίες μου Αθηναίες

Είναι να το συζητάμε;

Εγώ θα ’μαι ο σπόνσοράς σας, χορηγός, νουνός, κουμπάρος…

 

Ουτοπία [κοροϊδευτικά]

Κι όποιον θέλει ας πάρει ο χάρος…

 

Παράς [δε δίνει σημασία]

Α, ναι.

Μια που πήρε το αφτί μου κάτι για προβληματάκια

Που ανάμεσα στα φύλα παρουσιάστηκαν προσφάτως,

προσοχή! μη γελαστείτε, πέσετε σε ουτοπίες

και του σεξ τις λειτουργίες

-τις καινούργιες εννοώ-

προπαντός μην αρνηθείτε:

 

Μόνο εγώ μπορώ να φτιάξω, όλες τις δια-σταυρώσεις,

ζευγαρώματα καινούργια, και γεμάτα φαντασία,

όλα στη σωστή τιμή!

Και τα παραδοσιακά;

Άφθονα έχω κι απ’ αυτά:

Άμα θέλεις δονητές, ή και κούκλες φουσκωτές

εγώ μόνο τα διαθέτω, σ’ όλες τους τις ποικιλίες

Κι όχι εκείνη η τρελή.

 

Αφηγητής

Αυτά είπαν, κι είπαν κι άλλα, η αιθέρια Ουτοπία

κι ο πραγματιστής Παράς.

Κι αν οι Αθηναίοι πολίτες, κατά βάθος μπερδευτήκαν,

η αλήθεια είναι ότι, δεν το μάθαμε ποτέ,

κι αυτό γιατί όταν ο Δίας -άρχων της πλειοδοσίας,

έκρινε πως όλα τούτα, εκρατήσανε πολύ,

κι ότι παν να μας ζαλίσουν,

διέταξε να σταματήσουν, των θεών οι προσφορές,

και οι ψήφοι να αρχινήσουν.

 

Και πώς έγινε ακριβώς;

Μα με τρόπο θεϊκό. Χωρίς ένσταση καμία,

μα και δίχως αντιρρήσεις.

Οι θεοί αποφασίσαν κι αναθέσανε σε μένα,

που το παίζω στο απέξω -τάχα αντικειμενικός-

να μετρήσω προτιμήσεις.

 

Αλλά!

[γκονγκ]

Ω!

Μια ανατροπή καινούργια, που το νήμα περιπλέκει

και το δίδαγμα μπερδεύει, αναφαίνεται και πάλι:

 

Πρέπει να εξομολογηθώ,

πως εγώ δεν είμαι εγώ!

Τώρα μόλις κάτι μού ’ρθε! Μού ’γινε μια εισβολή

ένδο-εσω-τερική!

Κάτι μούρθε σαν ταμπλάς!   Κάτι άλλαξε εντός μου

και δεν είμαι ο εαυτός μου

πια!!!

 

Που σημαίνει πως δεν είμαι, πλέον ο αφηγητής

του τρανού του συγγραφέα, πληρεξούσιος κριτής

Αλλά είμαι….

Ο Κεκλιμένος

Δόκτωρ εκσυγχρονισμένος!

[Βγάζει την τήβεννο και μετατρέπεται στον γνωστό δόκτορα του προοιμίου]

Τώρα πρέπει να επέμβω και νέο-επιστημονική

να εφαρμόσω εκδοχή!

 

[γκονγκ]

Κεκλιμένος

Δώστε φως και δώστε ήχο!

Τώρα να σας αναγγείλω, τ’ αποτέλεσμα απ’ την ψήφο

[γκούχου γκούχου]

[γκονγκ]

[Ειρωνικά, περιπαικτικά]

Μα τι βλέπω εδώ πέρα;

Η διαφορά δεν είν’ μεγάλη. Μ’ αν μετρώ, ξαναμετράω,

πάλι έρχονται μπροστά, οι υποσχέσεις του Παρά!

[Περιπαικτικά]

Η κακόμοιρη Ουτοπία, νάτη που ξανά χλομιάζει

Ενώ, δείτε πως ξανάβει, και ευτυχισμένος κλάνει [ακούγεται η εκτόνωση)

ο δημοφιλής Παράς!

 

Να λοιπόν που επιτέλους, φτάσαμε κι εμείς στο τέλος

του πειράματος  [διορθώνει ειρωνικά] –συγγνώμη-

της αρχαίας παροδίας, στις παρόδους που συμβαίνει

της Μεγάλης Ιστορίας

 

Να που ο Δίας σκεφτικός, τα μαζεύει για να φύγει…

Να που κι ο Παράς κηρύττει, το μεγάλο πανηγύρι!

Τον μεγάλο το χορό!

Ας πιαστούμε χέρι χέρι…

[πιάνονται όλοι χέρι χέρι, ο δόκτωρ τελευταίος, εκτός από τρεις αρσενικούς  που θα είναι οι φιλόσοφοι.

Καθώς χορεύουν, μετατρέπονται και πάλι σε εργαζόμενους και, καθώς φτάνουν στην άκρη της σκηνής, ο πρώτος πηδάει κάτω, και ο χορευτικός γύρος επαναλαμβάνεται με τους υπόλοιπους]

 

[μουσική]

Χορός

Έχετε γεια βρυσούλες,

μόνον εμφιαλωμένο

Θα είναι πλέον το νερό, σε μπουκάλι πλαστικό!

 

Στη στεριά δεν ζουν τα ψάρια, αλλά ούτε στα νερά…

Αμμουδιά πια δεν υπάρχει, μόνο πίσσα και σκουριά.

 

Έχετε γεια ραχούλες: δεν υπάρχει γιατρικό

Το τοπίο τώρα θα είναι, μόνο βιομηχανικό! 

 

Γεια σας λόγγοι και βουνά

και παραμυθένια δάση, που τελειώσατε και τώρα

πάει, ο κόσμος έχει σκάσει!

 

Η πλαστικοποιημένη επανάσταση αρχίζει,

μα προθέσεων καλών και πολιτικώς ορθία.

Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ την αβλεψία

θνητών, δαιμόνων και θεών!

 

Έχετε γεια Αθηνιώτισσες, μη ξανακαμωμένες

Με τις ρυτίδες ζωντανές, και όχι τσιτωμένες

που από  γενιές των γενεών

ήσασταν λατρεμένες!

 

Ελάτε να χορέψουμε χορό ευδαιμονίας

κι ας πάει και το παλιάμπελο και η ξανθιά ρετσίνα!

Στης νέας κοινωνίας, τους δρόμους ταξιδεύουμε

με άλλα, νέα εθιστικά, κι όχι τσιγάρα και κρασιά

Και ζήτω ζήτω στον Παρά: Αφέντη στην Αθήνα!

 

Αφηγητής /Κεκλιμένος [αφήνει το χορό, του α-λόγου - που συνεχίζεται,

καθώς ακούγονται οι πτώσεις με πάταγο των συμμετεχόντων  και στρέφεται πονηρά προς το κοινό:]

Προτού να φύγουμε από ’δω, ας ρίξουμε ένα βλέφαρο,

να δούμε οι χαμένοι, πως πήρανε την ήττα.

[Ο Φωτισμός εστιάζει στο σημείο όπου βρίσκονται οι 3 φιλόσοφοι]

Για κοιτάξτε εκεί στο πλάι  –στο ιγκόγνιτο νομίζω…-

Τους αναγνωρίζω: είναι

τρεις φιλόσοφοι που υπήρξαν, εραστές της Ουτοπίας

Πού ’φτασαν από παρόδους, χωριστές της ιστορίας

Για να μάθουνε το τέλος, τούτης εδώ της παροδίας.

Ένας είναι της εκκλησίας, και την ¨Πόλη του Θεού¨

είχε για ιδανικό του!

Ο άλλος σοσιαλιστής που τις τάξεις καταργούσε!

Και ο τρίτος, απ’ τους πρώτους, εραστές της Ουτοπίας

είναι ο Πλάτων ο μεγάλος, που είχε φτιάξει Πολιτεία

άψογη (μες το μυαλό του!)

Για να δούμε, πώς σχολιάζουν τ’ αποτέλεσμα της ψήφου…

 

Ρασοφόρος

Έλα τώρα φίλε Πλάτων και κατάκαρδα μην παίρνεις

της πλατείας τα τερτίπια, και του όχλου τις βουλές.

Άλλωστε εσύ δεν είπες, ότι μόνον οι σοφοί

γνώμες έχουνε ορθές κι όλα τ’ άλλα είναι σκιές;

[γκουπ, πτώση από τη σκηνή]

Πλάτωνας

Έχεις δίκιο ρασοφόρε λίγο να με αποπαίρνεις.

Να σου πω όμως κι εγώ: Η δική σου ουτοπία

είναι εύκολη στα λόγια,

γιατί παίρνεις το Θεό, σαν εγγυητή για όλα.

Αλλά μήτε στον Θεό τους  

τούτοι εδώ πια δεν πιστεύουν…

[γκουπ, πτώση από τη σκηνή]

Σοσιαλιστής

Τι να πω κι εγώ,  ω φίλοι, αιώνιοι συνοδοιπόροι!

Που ως τα χτες ήμουν στ’ απάνω, και σχεδόν χειροπιαστή

πρότεινα την Ουτοπία.

Κι όμως, έχω καταρρεύσει, έχω ιδρώσει κι έχω ρέψει…

[γκουπ, πτώση από τη σκηνή]

Πλάτωνας

Περπατήστε ω αδέλφια

Και αντάμα ας σκεφτούμε

Για μια ουτοπία νέα

Στους καιρούς ανθεκτική

Και ας πέσει η αυλαία!

 

[ Αυλαία]

 

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Από υπόγειο θεατράκι αναβλύζει παράσταση

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Μαρτίου, 2012

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να κάνω φίλους στο χώρο του θεάτρου. Την αρχή-αρχή, βέβαια, την είχα κάνει πολλά χρόνια πριν, όταν γνώρισα τον Κώστα Χαλκιά και τη γυναίκα του την Όλγα δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς και γενικότερα δημιουργικούς καλλιτέχνες, αλλά  από τότε ίσαμε τώρα παράμεναν οι μόνοι μου γνωστοί σε αυτόν τον γοητευτικό χώρο.  Πρόσφατα όμως, εξ αιτίας του ¨Λυσίστρατου¨, μέσω του Κώστα γνώρισα κι άλλους ενδιαφέροντες ανθρώπους  του θεατρικού σανιδιού, την Πέννυ, τον Άγγελο, τον Νίκο, τον Βαγγέλη, την Πέγκυ

Αυτά ως σύντομη εισαγωγή, γιατί θέλω να σας μιλήσω για ένα θεατράκι στην οδό Φιλίππου 36, που μπορεί να περάσεις από μπροστά και να μην το πάρεις χαμπάρι, το ενώνει με το δρόμο μια μικρή τζαμόπορτα και το καταδείχνει ένα όχι ιδιαίτερα εμφανές μικρό λάβαρο στο πεζοδρόμιο, με την επιγραφή: ¨Θέατρο 90 μοιρών¨Πίσω από την τζαμόπορτα μια σκάλα σε μεταφέρει ίσα κάτω σε μια μικρή αίθουσα δύο πτερύγων που διασταυρώνονται μέσω του πάλκου.

Οι παλιοί λάτρεις της θεατρικής τέχνης το ξέρουν το μέρος, μια που έχει ήδη φιλοξενήσει θεατρικά εγχειρήματα, αλλά τώρα, ανανεωμένο, ξεκινάει μια νέα περίοδο παραστάσεων που άρχισε την περασμένη Παρασκευή με το έργο του  John Guare ¨Cop-out¨.

Ο Κώστας σκηνοθετεί και εμψυχώνει, ο Άγγελος και η Πέννυ υποδύονται εναλλάξ ρόλους που παραπέμπουν στην εξουσία, την αντιεξουσία, την παραεξουσία καθώς αντιπαρατίθενται ή αλληλοεμπλέκονται στις πιο στοιχειώδεις ¨αστυνομικές¨ τους μορφές. Μαζί τους μια μικρή ομάδα καλλιτεχνών που συμμετέχουν στο να δοθεί άρωμα και μαγεία θεάτρου στο κείμενο του συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα είναι επικοινωνιακά άμεσο. Είχα την ευκαιρία να τους δω και να τους συγχαρώ στην πρεμιέρα. Θα είναι εκεί Παρασκευές, Σάββατα και Κυριακές, για μερικές ακόμη παραστάσεις. Δείτε τους.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όπου στην Πνύκα αρχίζει η συνέλευση (Λυσίστρατος – σκηνή έκτη)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Μαρτίου, 2012

Σκηνή Έκτη

[κάτω από την Ακρόπολη, έξω από το σπίτι του Κλεόβουλου] 

Συνοδευτική μουσική: D. Scarlatti – Fandango in modo dorico



Αφηγητής

Αφού πήρατε μια ιδέα, τι συμβαίνει εκεί πάνω,

στα ανάκτορα του Δία, που απόλυτη έχουν θέα

στων ανθρώπων τα τοπία,

στην Αθήνα ας πάμε πάλι, για να δούμε τι θα γίνει,

τώρα που θα μάθουν όλοι, η αποστολή πως πήγε

και τι βγάλαν τούτοι οι δύο από το μακρύ ταξίδι

στης Βοιωτίας το μαντείο.

Τώρα, που θα μαζευτούνε, κει, στο ίσιωμα της Πνύκας,

αποφάσεις για να πάρουν, όπως στις δημοκρατίες

είναι ταιριαστό και πρέπον:

με συζήτηση και κόντρες, φασαρίες και συγκρούσεις

έριδες, συμβιβασμούς, «χτύπησέ με, μα άκουσέ με»

που ’λεγε ο Θεμιστοκλής,

κι άλλα τέτοια λαϊκά, μα και δημοκρατικά.

 (Γιατί αυτός είναι ο δρόμος, για την εξουσία του Δήμου

Έστω κι αν θα ’ναι παρόντες, αρσενικοί μόνο πολίτες,

όπως ήταν τότε νόμος).

[γκονγκ- Φωνή σιδηροδρομικού σταθμού [από χωνί]: Ειδοποιούνται οι κυρίες και κύριοι θεατές ότι τώρα επί σκηνής θα τελεστεί μικροπαράβαση  -γκονγκ]

 Αφηγητής

Θαρρώ πως έφτασε η ώρα

-και δείξτε συγκατάβαση -

για μια μικροπαράβαση.

Όπως έκαναν οι αρχαίοι, που όταν τους τη βάραγε,

εγκατέλειπαν το νήμα, της πλοκής που αφηγούνταν

-κι όλα τα παραπανίσια -

και με το κοινό μιλούσαν, απ’ ευθείας και στα ίσια:

Εδώ που τα λέμε, τώρα,

-απροπό και μεταξύ μας -

τα ’χουμε ανακατέψει στην αφήγηση ετούτη,

λιγουλάκι, μια ιδέα, τα αρχαία με τα νέα.

Αλλά, τι τα θέλεις φίλε, οι καιροί τι κι αν αλλάζουν

κι αν αλλάζει η ιστορία;

Μία είναι η ουσία :

των θνητών τα πάθη, οι πόθοι, οι βαθιοί κι αληθινοί

δεν αλλάζουνε ταχέως, όπως οι τεχνολογίες

κι οι εφήμερες οι μόδες,

αλλά πάνε μπρος και πίσω, μέσα σε αργή πορεία.

Κι έτσι βάσανα κι πάθη των ηρώων των αρχαίων,

επικά ή ελεεινά, όταν είναι εκ βαθέων,

ενδιαφέρουνε ακόμη, σαν να είναι σημερινά!

Κι ενώ νομίζετε εσείς ότι μπροστά  πηγαίνετε,

κι ορκίζεστε στην Πρόοδο και στην αέναη αλλαγή,

με του Ηρακλή τα βάσανα

(Μα και του Οδυσσέα, του Μάκβεθ, του Οιδίποδα,

του ωραίου Δον Κιχώτη),

ακόμα ασχολείστε και με αυτά παθιάζεστε.

Γιατί μπορεί να είστε, θνητοί τετελεσμένοι,

όμως με πάθη αιώνια, είστε συνυφασμένοι,

όπως κι εγώ εξ άλλου!

Χα!

[γκονγκ

Φωνή: Τέλος της παραβάσεως –τις ζώνες ξεμπλοκάρετε -γυρίζουμε στο θέμα μας γκονγκ] 

Αφηγητής

Πού ήμουνα; Τι έλεγα; Α, ναι!

 Και να που τώρα φτάσαμε στη μέρα την επόμενη

-από το πισωγύρισμα  των δύο απεσταλμένων

(που ’γινε μεσ’ τη νύχτα).

Και όπως έλεγα και πριν, απ’ το πρωί, πολύ νωρίς,

όλοι εκεί στο πλάτωμα,  πιο κάτω απ’ τα Προπύλαια

μαζεύτηκαν και πάλι. 

Κι όλοι θέλουν ν’ ακούσουνε τι είπε ο Τειρεσίας

κι αν της θυσίας οι καπνοί καινούργια δείξανε τροπή.

Όμως, ας τους αφήσουμε, εκεί πάνω να συμπλέκονται,

να συζητούν, να αρπάζονται και να μην συμμαζεύονται

κι ας πάμε εδώ πιο κάτω, στο σπίτι του Κλεόβουλου,

όπου  ο συνοδοιπόρος, του τελευταίου ταξιδιού

τώρα φιλοξενείται.

 Γιατί…

…Μ’ όλα όσα συνέβησαν  στην πόλη αυτήν τη μέρα,

τον φίλο τον περιηγητή,  ο Στράτος και ο Βούλης,

λίγο παραμελήσανε.

Και μια που οι ξένοι δεν μπορούν στην Πνύκα να παρίστανται

μόνο του τον αφήσανε.

Καθώς όμως βραδιάζει…

Βραδιάζει;

Ναι βραδιάζει!

Ποιητική αδεία!.  Tη μέρα την εφάγαμε

για να τ’ αφηγηθούμε, όλα μαζί όσα έγιναν

-κι αυτό το κόλπο είναι παλιό και καταχωρημένο,

τη δράση ξεμπλοκάρει και τις σκηνές τις δύσκολες, 

με πλήθη και με σκηνικά, εύκολα σκαπουλάρει-

Ας είναι!

[επαναλαμβάνει]

Όμως καθώς βραδιάζει,

κι ο ήλιος έριξε βουτιά,  πίσω απ’ το Φαληράκι,

να που ο Κλεόβουλος γυρνά, πίσω στο σπιτικό του.

 Κλεόβουλος

Ώ φίλε οδοιπόρε,

συγγνώμη που σ’ αφήσαμε μονάχο όλη μέρα.

 Οδοιπόρος

Μη νοιάζεσαι δικέ μου.

Το ήξερα, μου το ’πατε, πως πρέπει στη συνέλευση

αναφορά να δώσετε.

Τώρα μονάχα πες μου: Πώς ’πήγανε τα πράγματα;

 Κλεόβουλος

Θα σου τα πω, θα σου τα πω.

Έτσι, αν τυχόν συμπέσει κι ανάλογα προβλήματα

παρουσιαστούν στον τόπο σου, να έχεις μια ιδέα

εδώ τι μέτρα πήραμε (αν τελικά τα πάρουμε)

για να αντιμετωπίσουμε τα γυναικεία καμώματα.

 Οδοιπόρος

Για πες λοιπόν τι έγινε;

Κλεόβουλος

Θα σου τ’ αρχίσω απ’ την αρχή:

Μεγάλη κοσμοσυρροή! Απ’ όλη την Αθήνα!

Ως κι απ’ την Ελευσίνα, το Λαύριο, κι άλλες μεριές

μαζεύτηκαν πολίτες.

Οι φαλοψάχτες στήθηκαν

στην είσοδο,

στο έμπα της πλατείας.

Χούφτωναν κι αποφαίνονταν αν είναι όλοι άντρες

εκείνοι που προσέρχονταν, γιατί πολλά παθήματα

τραβήξαμε στο παρελθόν  -μας γίνηκαν μαθήματα-

και Πραξαγόρες άλλες, στ’ αλήθεια δεν γουστάρουμε

να μπαίνουνε στη ζούλα κι όλα να τα’ ανατρέπουνε

στην εκκλησία του Δήμου.

Μετά το λόγο δώσανε, πρώτα σε εμάς τους δύο,

που όλα τ’ αφηγηθήκαμε.

Και τέλος, αναγνώσαμε του Τειρεσία το χρησμό

που έδωσε η Τειρεζίνα. 

Οδοιπόρος

Και τελικά τι έγραφε;

Ποια είναι η οδηγία, που στην Αθήνα θα ’φερνε 

πάλι την ευτυχία;

Κλεόβουλος

Δεν είναι πλέον μυστικό. Τον είπαμε δημόσια

Μπορώ και σένα να τον πω, του Τειρεσία τον χρησμό

Τον θες με λόγια λό-γι-α

και εξεζητημένα;

Άκου τον:

«Κομίζειν ουκ έτι ούσαν»

Στη λαϊκή τη γλώσσα, ο Τειρεσίας παράγγειλε:

«Φέρτε αυτή που ειν’ άφαντη, που πλέον δεν υπάρχει.

Κι έτσι θα ευτυχίσετε!»

Κι όπως καταλαβαίνεις,

κανένας δεν κατάλαβε, ποια είν’ ακριβώς ετούτη

και πού θε να την ψάξουμε, και πού θε να τη βρούμε

και πώς θα μας βοηθήσει…

Αφού,

το μόνο που διευκρίνισε, του Τειρεσία   ο χρησμός,

είναι πως η λεγάμενη και η αναζητούμενη

μπορεί και να υπήρχε, μα τώρα δεν υπάρχει!

 Οδοιπόρος

Χ α χά! Χα χά! Μα τι μου λες!;

Κλεόβουλος

Να μη γελάς.

Μ’ αυτό το χούι που ’χουνε, οι μάντισσες κι οι μάντεις,

-να μας τα λένε δύσκολα -

απένταροι θα  μείνουνε και δίχως πελατεία

(και απορώ πως τούτο δα / μόνοι τους δε μαντέψανε).

 Οδοιπόρος

Για λέγε παρακάτω…

Κλεόβουλος

Ας είναι…

Αφού οι συμπολίτες μου, είδανε πως με το χρησμό

απόφαση δεν βγαίνει, άρχισαν να προτείνουνε

καθένας άλλη λύση.

Άλλοι είπαν να γυρίσουμε  πίσω στο ζοριλίκι

και ο πάτερ ο φαμίλιας, να ’ναι ξανά ο αφέντης.

Όμως αυτό δεν πάει πια, γιατί κι εμείς αλλάξαμε

όπως κι η κοινωνία

Κι έπειτα…

Όλες αυτές οι ευθύνες, στους ώμους μας που φέρναμε

όταν το παίζαμε αρχηγοί,  αφέντες και σατράπες…

Τώρα μας φαίνονται βαριές.

 Οδοιπόρος

Και ύστερα; Τι έγινε;

 Κλεόβουλος

Μετά βγήκε ο Κλεάνθης, ο ταρακουνημένος

κι είπε ότι τα φύλα πια,  μας έχουν ξεπεράσει.

Διότι άνδρες και γυναίκες, είναι φαινόμενα του Τότε!

Τώρα έχει νέα φύλα: τρίτο, τέταρτο και πέμπτο

έκτο, έβδομο και βάλε…

(Κι ο χορός καλά κρατεί)

Που φυτρώνουν και ξεπέφτουν, όπως όλοι οι συρμοί.

Οδοιπόρος

Και τι έγινε στο τέλος,  με το λόγο του Κλεάνθη

πού είναι και πολύ προχώ;

 Κλεόβουλος

Τον σφυρίξανε λιγάκι, για να σου τα λέω όλα,

και γυρίσανε και πάλι στην παλιά καλή διχόνοια!

Οδοιπόρος

Ξανά άνδρες ή γυναίκες…;

Κλεόβουλος

Άλλοι πάλι προτείνανε, ξανά να δοκιμάσουμε

με εκείνο που οι γυναίκες, παλιά μας απειλούσανε…

 Οδοιπόρος

Δηλαδή;

Κλεόβουλος

Την απεργία στον έρωτα. Το όχι στο κρεβάτι,

Αλλά αντιστραμμένο: οι απεργοί θα ’μαστε εμείς

 Οδοιπόρος

Ποιος το ’πε; Πώς το είπε;

Κλεόβουλος

Εγώ ξέρω, πως ο Στράτος αγαπάει την Κινησία,

μα θαρρώ αυτός το είπε.

Και αμέσως ήταν κι άλλοι,  που για να υποστηρίξουν

του έρωτα την απεργία, πήρανε τον λόγο κι είπαν :

[χορός ανδρών που έχει σιγά σιγά μαζευτεί πίσω από τους συνομιλητές:]

Άμα είναι οι γυναίκες  να το παίζουν τσαμπουκάδες

και να θες να τις πηδήσεις, είναι δύσκολο πολύ!

Εκτός κι αν είσαι φύσει θύμα, με τον βούρδουλα αν την βρίσκεις

και τον πόνο τον γουστάρεις.

[ένας:]

Αλλιώς ένα θα μου μείνει

Κλεόβουλος

-λέει ένας ακολούθως –

[ένας]

Μα την πίστη μου τον κόβω  και στην τράπεζα τον βάνω

Μπας και ξαναχρειαστεί, αν αλλάξουν οι καιροί!

Κλεόβουλος

Κι ύστερα όλοι μαζί, βάλθηκαν να ξεφωνίζουν:

[χορός:]

Τώρα δα κάνουμε τάμα, μα τον Δία τον μεγάλο

να τον κόψουμε τελείως, γιατί πια δε πάει άλλο

και με μάρτυρα τον Δία:  Απεργία! Απεργία!

Απεργία στο κρεβάτι  μέχρι να τους βγει το μάτι!

Γιατί άμα να πηδήξω,  πρέπει έναν βεληγκέκα

(άντε κι έναν καρατέκα –με βυζιά), είναι μαράζι!

τότε στρίβω προς αλλού,  και πηδάω τη φτερού

πού ’χει κούνημα και νάζι.

Από την Παναγιώταινα

τη ζόρικη την γκόμενα

καλύτερα ολότελα

Ολότελα, ολότελα

Κλεόβουλος

Εφωνάζανε με πάθος  από το κοινό καμπόσοι

 Οδοιπόρος

Όλα αυτά,  αν και στο βάθος, τις γυναίκες αγαπούν

είπες, αν δεν κάνω λάθος;

Κλεόβουλος

Έτσι είναι οδοιπόρε,  και εάν όλα όσα είπε

το παράξενο δαιμόνιο, ο τρελός ο Παπαράσιος,

κι εμείς όντας καυλωμένοι, τα νομίζαμε παπάρες

άρες μάρες κουκουνάρες

είναι αλήθειες…

Μα τον Δία!

Τότε άλλο ειν’ το παιχνίδι, που μας θέλει χωρισμένους

Χώρια νέοι, χώρια γέροι

Χώρια απ’τις γυναίκες οι άντρες

Κι είμαστε όλοι κυκλωμένοι, από του Παρά τα κόλπα,

του Ερμή την πανουργία 

 Οδοιπόρος

Και στο τέλος τι συνέβη;

Κλεόβουλος

Προς το τέλος ήταν χάος. Φασαρία  και αγωνία!

Ο Λυσίστρατος σαν είδε, πως το πράγμα αγριεύει

είπε: πριν την απεργία, τις γυναίκες να καλέσουν

τελευταία ευκαιρία, να τους δώσουμε άλλη μία.

Έτσι στείλαμε μαντάτο  και το απογευματάκι

καταφτάσαν οι γυναίκες.

Κι έγινε το έλα να δεις!

Ήτανε κι αυτές σε ομάδες  χωρισμένες –άλλα αντ’ άλλων

Διαφορετικές παρέες: 

Άλλες πιο φανατισμένες, άλλες πιο διαλλακτικές,

μα αποτέλεσμα κανένα…

Κι οι θεοί αν δεν βάλουν χέρι…

Μα για κοίτα, να κι ο Στράτος

Καταφτάνει. Να κι οι άλλοι.

Φαίνεται πως τη διαλύσαν την συνέλευση εκεί πάνω

(πλησιάζουν ο Λυσίστρατος κι η Κινησία )

 Λυσίστρατος

Γεια χαρά σου οδοιπόρε

Θα τα έμαθες τα νέα.

Οι χρησμοί δεν εφτουρήσαν κι είμαστε στο ίδιο πάντα,

το σημείο.

 Οδοιπόρος

Μην το λες, ω φίλε Στράτο. 

Μόνο πες μου, το κορίτσι, που κρατάς από το χέρι,

σαν τι λέει για όλα ετούτα;

 Κινησία

Κι εγώ είμαι λυπημένη. Οι καιροί είναι μπερδεμένοι.

Χειραφέτηση ζητήσαν, οι γυναίκες και την παίρνουν

κι όλοι πρέπει να ’ναι ίσοι.

Όμως όλα αυτά αξίζουν, μοναχά αν αγαπημένοι

ενωμένοι, ερωτευμένοι, θα τραβήξουμε το δρόμο

Κι όχι

ο καθένας μοναχός του κι ο καθείς κατά των πάντων

όπως πάει να γίνει τώρα.

Οδοιπόρος

Κι ο Λυσίστρατος τι λέει

 Λυσίστρατος

Ναι, βεβαίως συμφωνώ. Κι αν ο ρόλος μου  τελειώνει

όπως βλέπω, κάπου εδώ,

το διαισθάνομαι το ξέρω, πως υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι,

για να βρούμε την ειρήνη στις καρδιές και στις ψυχές μας,

κι αν το θέλει η ειμαρμένη,

ύστερα, σε άλλους στόχους, πιο σημαντικούς κι ωραίους,

να στραφούμε ενωμένοι.

Οδοιπόρος

Θα σας πώ ότι με πείσατε…

Και ήρθε η ώρα να μιλήσω και να σας ανακοινώσω:

Ξέρω του χρησμού τη λύση

-που από μόνη της δεν φτάνει-

μα έχω κι άλλα να προτείνω.

Όμως πριν ανοίξω στόμα, την εισαγωγή ας κάνει

ο εκπρόσωπος της μοίρας, αλλά και του συγγραφέα

η φωνή: ο αφηγητής.

 Αφηγητής

Να λοιπόν που ο οδοιπόρος ξαφνικά αλλάζει χρώμα

Παίρνει να φεγγοβολάει…

Να υψώνει, να φουσκώνει, σα θεριό να μεγαλώνει…

[ο οδοιπόρος φοράει ψηλά υποδήματα και ανεβαίνει σε ένα αυτοσχέδιο βάθρο – η φωνή του από ηχείο, την δοκιμάζει με ¨ένα¨, ¨δύο¨ ¨γκούχου¨]

Κι η φωνή του πια δε μοιάζει, με εκείνη που ’χε πρώτα

Αλλά είναι βροντερή!

Γιατί σε αυτήν τη φάση  της αρχαίας παρωδίας

έχουμε ανατροπή:

Άνευ μηχανής θεό!

Που για να υπάρξει λύση, πρέπει πρώτα να μιλήσει

κι ύστερα τάξη να βάλει, με τις υπερφυσικές δυνάμεις

που μονάχα αυτός κατέχει.

Και θνητός να μην τολμήσει, δαχτυλάκι να κουνήσει

κόντρα στου Θεού τη χάρη!

Κι όπως έχει καταλάβει,  κάθε ξύπνιος θεατής,

ο οδοιπόρος δεν είν’ άλλος, παρά μόνο αυτοπροσώπως

ο μεγάλος Αρχηγός, των θεών και των ανθρώπων

Των απάντων βασιλέας,

που ως μέγας προβολέας, είπε να ’ρθει και να ρίξει

φως στις σκοτεινές πτυχές, πού έστησε ο γιος της Μαίας

ο Ερμής ο πονηρός.

Κι αφού άκουσε και είδε, πως εισπράττουν οι ανθρώποι,

των θεών τους τα καπρίτσια,

τώρα θα αποκαλυφτεί!

Για να δούμε: θα μπορέσει, πλήρως το θεό να παίξει;

Ή οι μοίρες έχουν πάρει αποφάσεις ολικές

που μονάχα αυτές γεννάνε, 

και μαζί θεούς κι ανθρώπους  προς το άγνωστο τραβάνε;!

[Εμφαντική μουσική και χαμηλά έως σβηστά φώτα, καθώς ο οδοιπόρος μεταμορφώνεται στο Δία]

(τέλος έκτης σκηνής – συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όπου οι θεοί συνεδριάζουν εκτάκτως (η πέμπτη σκηνή του Λυσίστρατου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 4 Μαρτίου, 2012

Σκηνή Πέμπτη 

[Στον Όλυμπο, στα ¨γραφεία¨ του Δία]

Μουσικούλα (Ντανιέλε Σέπε)



 

Αφηγητής

Μα πρέπει εδώ να κάνουμε, αστραπιαίως όπισθεν

(¨Φλάς μπακ¨ που λέν’ κι οι βάρβαροι, στης  Αλβιώνας το νησί).

Γιατί, αφού ξεκίνησαν, οι δύο Αθηναίοι,

να πάν’ πίσω στον τόπο τους, είχαμε εξελίξεις

κι εκεί, ψηλά,

στου Όλυμπου τα θεϊκά παλάτια.

Διότι, απ’ ό,τι φαίνεται, των Ολυμπίων ο αρχηγός

άρχισε να ψυλλιάζεται:

Κάτι καλά δε πάει, κάτι δεν του κολλάει,

και η ευδαιμονία του άρχισε να χαλάει.

Δεν ξέρουμε αν άκουσε τι είπε ο Παπαράσιος…

ή πάλι από μόνος του αν συνειδη-το-ποίησε,

πως όλα παν να αλλάξουν

με τρόπο μη αναστρέψιμο…

Ότι κι ο ίδιος ρίσκαρε το θρόνο του να χάσει

αν δεν ενε-ργο-ποι-ηθεί, και αν δεν λάβει μέτρα…

Για αυτό και αποφάσισε να συγκαλέσει σύσκεψη

και μερικούς πιο έμπιστους, έστειλε να φωνάξουνε

[εμπιστευτικά στο κοινό]

Να λέμε την αλήθεια, Είναι όλοι συγγενείς του:

Τα αδέλφια του, η γιαγιά του, και ή Ήρα η γυναίκα του.

Αλλά κι οι άλλοι θα μου πεις, ίδιο δεν είναι σόι;

Χέστα.

Έχει πολύ νεποτισμό στον Όλυμπο απάνω!

Και έτσι νάτοι, όλοι εδώ στην αίθουσα του θρόνου

είναι συγκεντρωμένοι.

Δεν τους αναγνωρίζετε;

Η μαύρη αλήθεια είναι, ότι έχουνε τα χάλια τους

τον τελευταίο τον καιρό.

Μα εγώ θα σας βοηθήσω:

και θα σας λέω τ’ όνομα, όποιου τον λόγο παίρνει

Ιδού, η Γαία είναι αυτή, που πρώτη θα μιλήσει…

  Γαία

Ακόμη και οι δαίμονες, πλέον το καταλάβανε,

που πνεύματα κατώτερα είναι του μέσου όρου,

τι αρρώστια με  βρήκε!

Μ’ είδαν και με λυπήθηκαν, πως έχω καταντήσει

κι αν ως τα τώρα φώναζα κι όλο παραπονιόμουν,

κανένας δε με άκουγε, ούτε κι εσύ ω Δία!

Που με άλλα ασχολιόσουνα, κι ας είσαι εγγονός μου.

 Δίας

Καλά, ω γραία Γαία!

 Γαία

Γραία;!

Γραία να πεις τη μάνα σου!

Εγώ ήμουν ωραία! Ως τη στιγμή που άρχισαν

να με δηλητηριάζουν,

τα δέντρα να μου κόβουνε, τα δάση να μου καίνε,

στο όνομα της Ανάπτυξης, της Παραγωγικότητας,

του Εκσυγχρονισμού…

 Κατάρα!

Ποιοι είναι τούτοι;

Νέοι θεοί στην πιάτσα;

Και από πού ξεφύτρωσαν; Πότε ήρθανε; Από πού ήρθανε;

Που να με ψήσουν ζωντανή

πάνε

Και να με φάνε;

 Δίας

Μ’ όλο το σεβασμό, στ’ αλήθεια που σου πρέπει

ω Γαία (ας πούμε νέα)

ας δούμε την κατάσταση πιο ολοκληρωμένα

κι οι άλλοι ας μιλήσουνε

κι ας πούνε αν τα πράγματα, είναι όντως τόσο τραγικά,

ως άκουσα να λένε,

ή τα παραφουσκώνουνε, να με κατηγορήσουνε.

 Αφηγητής

Ετούτος που σηκώνεται, το λόγο για να πάρει

Είναι ο….

δεν είναι δυνατόν!

Κρατάει ψαροτούφεκο ο μέγας Ποσειδώνας;

 Ποσειδώνας

Μα βλέπεις: το πετάω, τ’ άτιμο ψαροτούφεκο

Και πια δε την πατάω.

Θέλω ξανά την τρίαινα,

αλλά την έχω χάσει.

Πυρηνικά απόβλητα την έχουνε σκεπάσει.

Κι άσε που με γλυκό νερό, από λιωμένους πάγους

έχουνε πλημμυρίσει απέραντους ωκεανούς

κι έφτασα στο σημείο, εγώ, θεός του υγρού στοιχείου

να τρέμω και να αναρριγώ, να βήχω να φτερνίζομαι

και ν’ ανεβάζω πυρετό!

Άργησα μα κατάλαβα, τα ψάρια μου ψοφάνε

κι εγώ έπαθα τυμπανισμό, φουσκώνουν τα νερά μου

και τη γριά τη Γαία μας, σπρώχνω όλο προς τα πίσω

 Γαία

Α να σου πω!

Γριά να πας να πεις κι εσύ, τη μάνα σου τη Ρέα.

Μα και την Αμφιτρίτη, την δόλια τη γυναίκα σου!

(στο Δία)

Κι ο Κρόνος μου παράγγειλε, πως αν δεν κάνεις κάτι

μονάχος του θα ξεθαφτεί και όλους θα μας καταπιεί

χωρίς να μας μασήσει!

Δίας  [στον Ποσειδώνα]

Ησύχασε αδέλφι.

[στη Γαία]

Και συ να μη πετάγεσαι,  ω γαία (τέως νέα).

[στην Ήρα]

Κι έλα εσύ γυναίκα,

επίσημα να μας τα πεις, κι όχι όπως σ’ αρέσει

(με κρεβατομουρμούρα).

 Αφηγητής

Αυτή εδώ που βλέπετε, είναι η Ήρα, η άνασσα.

Ήρα

Τη γλώσσα μου εγάτσιασα, καιρό να σου τα λέω

και να στα ξαναλέω…

Τα ήθη παν’ χαλάσανε!

Κι η δόλια η Εστία, που συντροφιά μου έκανε

στο σπιτικό το βίο,

που τα τσουκάλια στη φωτιά

 επέβλεπε ,

καθώς εγώ εφρόντιζα των σύζυγων το στρώμα,

και την κρεβατοκάμαρα…

Πάει έπεσε σε κώμα!

Ακόμη και η Άρτεμη, σαν είδε κι αποείδε

τα δάση πως τελειώνουνε, όπως και τ’ άγρια ζώα,

μπήκε σε μοναστήρι!

Η Δήμητρα μονάχα, ακόμα δεν κατάλαβε

αν τα μεταλλαγμένα, αξίζουν να ’χουνε Θεά,

για να τα προστατεύει,

ή θα ’τανε καλύτερα,

παρά να τα αποδεχτεί και τα καταχωρήσει,

να πάει να αυτοκτονήσει!

Η Αθηνά η καψερή,

με λίγους ορθολογιστές που έχουν απομείνει

κάνει κι αυτή ό, τι μπορεί.

Κι ας την κατηγορούνε ότι είν’ παλιομοδίτισσα 

κι όχι μεταμοντέρνα, ξεσκολισμένη αρκετά!

Κι η λάγνα η Αφροδίτη, στο πάνδημο το σπίτι

με τον παμπόνηρο Ερμή

τα βρήκε

κι είναι απασχολημένη, να σκαρώνει νέα ράτσα

γονίδια βάζοντας μαζί, λαγνείας και πονηράδας!

Δίας

Κι ο άλλος μου αδελφός; Ο Πλούτωνας τι λέει;

 Αφηγητής

Αυτός είναι ο Πλούτωνας.

Μη σας γελάει το όνομα, με τον επίγειο Πλούτο

σχέση καμιά δεν έχει.

Συνήθως ζει στου Άδη τα σκοτεινά τα σπήλαια.

Μυστικιστής λιγάκι;

Ναι!

Αλλά χαζός δεν είναι. Κάθε άλλο.

Αντίθετα,

από κάθε μακαρίτη, πληροφορίες παίρνει

και για τα πάντα όλα, είναι διαρκώς ενήμερος

 Πλούτων

 Κοίτα: Να δεις πως βλέπω τα πράγματα εγώ,

με το δικό μου μάτι.

Σε λίγο μετακόμιση θα γίνει απ’ το παλάτι

-Του Όλυμπου-

 Και όλοι σας θα ’ρθείτε, σε εμέ μουσαφιραίοι

Διότι…

Κοίτα να δεις, το βλέπω:

Του Ήφαιστου οι φάμπρικες δουλεύουν νύχτα μέρα

και ο κουτσός με έπαρση, νέες τεχνολογίες

όλο κι επεξεργάζεται, ολέθρου και θανάτου.

Κι εάν ο Άρης ευνουχίστηκε κι είν’ εξουδετερωμένος

πρόσκαιρα – ο καημένος-

τα δυο παιδιά του τ’ άμυαλα, ο Δείμος και ο Φόβος,

είναι ξαμολημένα.

Δέος και τρόμο σπέρνουνε, στα ακραία τα βασίλεια

με ζήλο υπερβάλλοντα

γιατί άμαθοι είναι μάγοι!

Κι αφού και ο Απόλλων, δεν αντιδρά,

αλλά βαράει τη λύρα του

σε συναυλίες μαζικές, αλλά κι από-χαυνω-τικές

Και σύ ω Δία τίποτα, δεν κάνεις ως τα τώρα…

Σε λίγο

κανείς δε θα υπάρχει  θυσία να προσφέρει

σε όλους εμάς

-μονάχα οι μακαρίτες, ίσως ψελλίζουν που και που

τα έρμα ονόματά μας.

Κι έτσι σε μένα τελικά, θε να κουβαληθείτε

όλοι σας!

Στα βάθη τα απύθμενα  των σκοτεινών Ταρτάρων

θεοί μα και ανθρώποι!

Γι αυτό

καινούργιες επεκτάσεις, πρέπει να κάνω σύντομα

νέα να χτίσω σπίτια, και πτέρυγες καινούργιες

όλοι μας να χωρέσουμε, στου Άδη το βασίλειο.

Γιατί εκεί κάτω, μόνο εγώ,

διευθύνω κι αρχηγεύω.

 Δίας

Μη γλείφεσαι ω Πλούτωνα, κι αρχηγιλίκια  θέλεις.

Ακόμη υπάρχει χρόνος.

Μπορεί οι υπηρεσίες μου, να ’χουν σκουριάσει λίγο

κι όλα να μην τα έμαθα, εγκαίρως κι όπως πρέπει,

πάντως μέτρα θα πάρω!

Θα μείνω δε θα φύγω!

Κι οι φονταμενταλιστές θεοί, που βγήκαν στην ανατολή

-αν αληθεύουν όσα, μου έλεγε ο άλλος

-ο θεομπαίχτης ο Ερμής-

που  όλο καραδοκούνε

και αποκλειστικότητα απ’ τους πιστούς ζητούνε,

πολύ θα περιμένουνε,

αιώνες των αιώνων,

προτού χέρι να βάλουνε στου Όλυμπου το θρόνο.

Τώρα!

Καμία συμβουλή έχετε να μου δώσετε;

Ω συνεργάτες μου πιστοί;

 Γαία

Εμένα άκουσε μικρέ:

Εκείνοι που αμφισβητούν τους φυσικούς τους νόμους

όσο κι αν είν’ παράδοξο, είναι οι άνθρωποι οι θνητοί

που όσο στραβοί κι αόμματοι

κι αν είναι,

θέλουν να επεμβαίνουνε

στης πλάσης την εξέλιξη

μαζί και στη δικιά μου

-ίσως να είναι ακριβώς, αυτή η στραβομάρα τους

στο βάθος η αιτία.

Γι αυτό και μα τον Δία (Μα, δηλαδή, εσένανε)

όλα τα ανακατεύουνε, δεν ξέρουν τι γυρεύουνε

και ανικανοποίητοι, στου παραδόπιστου Ερμή

τα χέρια όλο ξεπέφτουν.

 Ποσειδώνας

Καλά τα λέει η γραία.

 Γαία

Σκασμός !

[στο Δία]

Γι αυτό κατέβα στων θνητών, τον κόσμο τον επίγειο

ίχνη ελπίδας ψάξε.

Κι αν όλα δεν τελειώσανε, κι αν η απογοήτευση

δεν στέγνωσε όλες τις ψυχές, ένα σε συμβουλεύω:

Πάρε ένα ζευγάρι: αρσενικό και θηλυκό

-αιώνια αντίθεση-

(αυτό το κόλπο είναι παλιό, μα πάντοτε λειτούργησε)

Παρ’ τους και ένωσέ τους.

Και φτιάξε νέα σύνθεση

Μετά επένδυσε σ’ αυτούς

(«επένδυσε;»

τη γλώσσα μας πως χάλασε, ο Ερμής ο κατεργάρης

ο νεωτεριστής, ο φραγγοπουλημένος!)

Ας είναι: ενδιαφέρσου!

Μπορεί και να δουλέψει!

Μια νέα αρχή να γίνει, κι όλα να μπούνε τώρα

σ’ ένα σύμπαν παράλληλο, μα πιο ευτυχισμένο.

Δίας

Θα το σκεφτώ ω Γαία,

(που αν τα καταφέρουμε, θα γίνεις πάλι νέα

και δροσερή κι αφράτη…)

[σκέφτεται]

Ίσως και άλλη λύση μπορεί και να υπάρχει…

Για να μην ξαναρχίσουμε πάλι από το Άλφα,

άσε να δω…

Και τώρα φέρτε νέκταρ!

 Αφηγητής

Αυτά είπε ο Δίας.

Τι είπες;

Στον ύπνο μου τα είδα;

Λες;

Ό ,τι ο Δίας ξύπνησε, ενώ εγώ κοιμόμουν;

Θα δούμε!

Και όπως έλεγαν συχνά και οι παλιοί οι αριστεροί

-οι γνήσιοι – και όχι τα κοσμικά κακέκτυπα-

Ο χρόνος θ’ αποδείξει, ότι το δίκιο υπάρχει

κι ότι αργά ή γρήγορα, στον κόσμο θριαμβεύει.

[μικρή παύση]

Ακόμα κι αν θα χρειαστεί, σ’ άλλο σύμπαν να πάμε

παράλληλο, αλλιώτικο, και προπαντός καλύτερο!

(τέλος πέμπτης σκηνής – συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όπου ο Λυσίστρατος και ο Κλεόβουλος επιστρέφουν στην Αθήνα (Λυσίστρατος σκηνή τέταρτη)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 1 Μαρτίου, 2012


Σκηνή τέταρτη

[στον δρόμο προς την Αθήνα, μια ελιά, πουλάκια που κελαηδούν,  ο ήχος από ένα ποταμάκι]

 

Αφηγητής

Ο Λυσίστρατος ή Στράτος κι ο Κλεόβουλος ή Βούλης

είδανε τον Τειρεσία, που ’ναι μάντης με ουσία

-θηλυκιά κι αρσενικιά-

και αφού τους τα ’πε όλα, πήρανε το δρόμο πάλι

να γυρίσουν στην Αθήνα, τη καργιόλα τη μαργιόλα,

λύση να βρουν εν τω άμα, ’ρσενικοί,  μικροί μεγάλοι

μπας και δώσουν οι θεοί, της πατρίδας αυθωρί

να διορθώσουνε το χάλι.

 

Κι ενώ γυρίζαν πίσω, όσα είπε ο Παπαράσιος,

τα σκεφτόντουσαν και πάλι.

Eσκέφτονταν και έφριτταν, μα και καταλαβαίνανε

καλύτερα τι τρέχει.

Γιατί ο ποδαρόδρομος κάνει καλό στη σκέψη.

Το ’παν οι Περιπατητές, φιλόσοφοι μεγάλοι!

Που όλο βόλτες κόβανε  [σκέφτεται λίγο πώς μπορεί να γίνεται κάτι τέτοιο και καταλήγει:]

Μετράγανε τα βήματα

και ’λύναν τα προβλήματα!

[Ο Λυσίστρατος κρατάει δόρυ και φοράει περικεφαλαία, ενώ ο Κλεόβουλος κουβαλάει τις αποσκευές –δισάκι στον ώμο, δεμένο στην άκρη ενός μπαστουνιού]

 Λυσίστρατος

Βούλη τα πόδια κούνα

είδες, πως ειν’ τα πράγματα κι αν θέλουμε να αλλάξουν,

πίσω στο άστυ γρήγορα, πρέπει να επιστρέψουμε,

στους άντρες να μιλήσουμε, απόφαση να πάρουμε

την πόλη να γιατρέψουμε.

 Κλεόβουλος

Το ξέρω ότι βιαζόμαστε.

Μα μαραθωνοδρόμος, ποτέ μου δεν διατέλεσα

κι οι κάλοι με πονάνε, και πιάστηκε κι ο ώμος μου

απ’ το βαρύ δισάκι

-και άσε που πεινάω-

Γι αυτό λέω καλύτερα να πάρουμε μια ανάσα.

Στο σταυροδρόμι εκεί δα, βλέπω μια γέρικη ελιά,

με πλούσιο τον ίσκιο και δίπλα της μια ρεματιά,

με δροσερό νεράκι.

Ας κάτσουμε λιγάκι…

 Λυσίστρατος

Μα, αν δε κάνω λάθος, στον ίσκιο της γερο- ελιάς

και άλλος ξαποσταίνει…

Κι είναι οδοιπόρος σα και μας, αν κρίνω από τις μπότες

Που ναι φθαρμένες…

 Οδοιπόρος

Χαίρετε, Έλληνες πατριώτες!

 Λυσίστρατος

Γεια και χαρά σου φίλτατε.

Πηγαίνεις για Αθήνα;

Όπως και μεις;

 Οδοιπόρος
Στην Λακωνία πάω, μα η Αθήνα είναι στο δρόμο μου

και λέγω να περάσω, να δω τι γίνεται κι εκεί

κι απέ θα συνεχίσω, στου Πέλοπα τη νήσο.

 Λυσίστρατος

Μη σε παρεξηγήσω… Μα αν κατάλαβα καλά,

δε μοιάζεις να ανήκεις, σε Λακεδαίμονα γενιά

Οδοιπόρος

Και πού ’θε το κατάλαβες; 

 Λυσίστρατος

Απ’ τη λαλιά, που δωρική δεν είναι.

Κι είσαι και ευπροσήγορος, όχι σα τους Σπαρτιάτες,

που λέξη λένε μοναχά μία …

 Κλεόβουλος

…Την εβδομάδα

 Οδοιπόρος

Είμαι από τόπο μακρινό      

 -βουνήσιο –                          

κι ήρθα να περιηγηθώ τις πόλεις της Ελλάδας.

Μα ελάτε, ο ίσκιος της ελιάς, άπαντες  μάς χωράει.

Θέλω να σας τρατάρω.

Και έχω εδώ τυρί χλωρό και κρέας  ξεραμένο.

 Κλεόβουλος

(κάθεται και ανοίγει το δισάκι του)

Πολύ ευχαρίστως. Να κι εγώ προσφέρω κρεμμυδάκι

που απ’ του μαντείου τον μπαξέ, ξερίζωσα λιγάκι.

Και το βαρύ δισάκι μου καιρός να ξαλαφρώνω

Γι αυτό, ιδού ένα φλασκί, που τώρα ξεβουλώνω.

Ιδού και κάλυκες σωστοί να βάλουμε τον οίνο.

(Μοιράζει τσίγκινα ποτήρια)

Στων οδοιπόρων τους θεούς,

ξανθό κρασάκι πίνω (τσουγκρίζουν).

Οδιπόρος :

Ευοί!

Λυσίστρατος:

Ευάν !

Κλεόβουλος

Γιαχαραντάν ![στο κοινό:] Το λέω για τη ρίμα.

Οδοιπόρος

Και τώρα που φροντίσαμε την άτιμη τη πείνα

-την όρεξη που αυξάνεται σε κάθε ταξιδιώτη-

για πείτε μου πουθ’ έρχεστε;

Άκουσα για μαντείο;

Γιατί κι εγώ πριν από δω, επέρασα απ’ τους Δελφούς

του Χρυσοστόμου Απόλλωνα, να ακούσω τους χρησμούς.

 Κλεόβουλος

Όχι, εμείς ερχόμαστε από του Τειρεσία,

για το δικό μας πρόβλημα, δεν κάνει η Πυθία.

Οδοιπόρος

Και ποιο είναι το πρόβλημα, εάν δεν είμαι αδιάκριτος;

 Κλεόβουλος

 Προβλήματα έχουμε πολλά. Τι να σου πρωτοπούμε!

Ποιο θα ’πρεπε απ’ όλα αυτά, να βάλουμε επί τάπητος

πρώτο, δε το γνωρίζω.

 Λυσίστρατος

Να, στην αρχή νομίζαμε πως είναι το γαμήσι

Πως φταίνε οι γυναίκες μας…

 Κλεόβουλος

- Μας έχουνε πηδήσει…! -

 Λυσίστρατος

Που έχουνε αλλάξει, και ανικανοποίητες

μας έχουν ξεπετάξει.

Και τα ηνία θέλουνε σε όλα να κρατούνε

κι ό, τι σε μας προσάπτανε (βία και ζοριλίκι),

τώρα το κάνουνε αυτές.

 

Οδοιπόρος

Τι λες δικέ μου; Τι μας λες!

 Λυσίστρατος

Μα τώρα ο Τειρεσίας και το δαιμόνιό του…

Οδοιπόρος

Ο Παπαράσιος;

 Λυσίστρατος

Ναι αυτός !

Που ξέρει πόρτες σφαλιστές, να ανοίγει δίχως βία

και που της κλειδαρότρυπας είναι ο εφευρέτης

 Κλεόβουλος

Κι ο εραστής!

 Λυσίστρατος

Μας είπε για τις διαπλοκή και τη δολοπλοκία

Στου Ολύμπου τα παλάτια

Οδοιπόρος

Συν-ωμο-σιό-λο-γί-α;

Λυσίστρατος

Κι εγώ έτσι τ’ ονόμαζα, προτού νοήσω ότι

έτσι το λένε σήμερα, οι  άλλοι, οι μεγάλοι,

σα θέλουνε να κρύψουνε πράγματα που από μόνα τους

σου βγάζουνε το μάτι

-πιο φανερά δε γίνεται-

μα αν πας να τα πιστέψεις, αμέσως κρώζουν: «κίνδυνος»

και «λόγια του αέρα»,

που συνωμότες τρομεροί τα βάζουνε στο γύρο

για να πλανέψουν του λαού την εύστοχη τη κρίση.

 Οδοιπόρος

Για πέσ’ τα όλα φίλε μου.

Αν τελικά δεν ήτανε τ’ άτιμο το γαμήσι

το βασικό το πρόβλημα, τότε τι άλλο ήτανε ;

Γιατί στις αποικίες, «πυρ και γυνή και θάλασσα»

λένε οι παροιμίες,

πως είν’ τα τρία τα κακά, του βάσανου οι αιτίες!

 Λυσίστρατος

Δεν ήτανε μονάχα αυτό κι αν θέλεις πίστεψέ το!

Στη μέση είναι τα τάλαντα, το χρήμα, ο Παράς,

που ο Ερμής κατάφερε με πονηριά κι απάτη

Θεό να ανακηρύξει.

Στη ζούλα!

Και εκεί ψηλα, στου Ολύμπου τις κορφάδες,

ναούς έφτιαξε νέους: Φαντασμαγορικούς!

Με τζόγο εθιστικό!

Κι όλοι οι θεοί εμάθανε να παίζουν με τους κύβους!

Και ένα άλλο παίγνιο –στρογγυλό- με ένα μπαλάκι απάνω.

Και των θνητών τα ριζικά, μονά ζυγά τζογάρουνε,

και τα αποτιμάνε

μόνο σε χρήμα…

Οδοιπόρος

Ω μεγα Ζευ, Θεούλη μου, τι λάθος και τι κρίμα!

 Λυσίστρατος

Ενώ εδώ, στον κόσμο των θνητών,

να αποδομήσει προσπαθεί κάθε ανδρεία κι αρετή

μ’ όπλο τους σοφιστάδες,

που χρη-ματο-δοτεί

Και όχι μόνο αυτό…

Οδοιπόρος

Και άλλο τι;

 Κλεόβουλος

Ο Ερμής κάνει απορρύθμιση, κι αλλάζει ερμηνεία

σε λέξεις που πιστεύαμε πως είχαν μόνο μία

παντοτινή και σίγουρη και καίρια σημασία.

 Οδοιπόρος:

Τι δηλαδή σας άλλαξε και τι σας αναδόμησε;

 Λυσίστρατος

Πρώτα απ’ όλα η ευτυχία με τα λεφτά ταυτίστηκε  

όσο ποτέ πρωτύτερα …

μα κι η Δημοκρατία, έπαψε να (εί)ναι των πολλών

ο λόγος,

παρά το δήμο άρχισαν στη ζούλα να ρωτάνε

του μπαγαπόντη του Ερμή οι νέοι υπαλληλίσκοι

-οι δημοσκόποι-

και μ’ ερωτήσεις πονηρές, στραβοδιατυπωμένες,

το δίκιο πάντα δίνουνε σε κάθε ανθρωπάκι

τα προϊόντα του Ερμή, όπου καταναλώνει.

Οδοιπόρος

Κατάλαβα!

Κι η όρεξη των πολιτών όλο να μεγαλώνει,

η αγορά να ανοίγει, το χρήμα να κυκλοφορεί,

κι αφού φέρει μια βόλτα,

στις τσέπες του κερδώου Ερμή, πίσω να καταλήγει!

 Κλεόβουλος

Μα κι οι σοφοί λιγόστεψαν, στην πιάτσα βγήκαν άλλοι

-ιδιωτικοί -

Που τη σοφία δίνουνε μόνο σ’ όποιον πληρώνει

Κι άλλοι ακόμη, ρήτορες  – και κεφαλές ασώματες -

Πού ξέρουνε την τέχνη, το μαύρο, άσπρο να κάνουνε

Χωρίς βαφή –με λόγια.

 Λυσίστρατος

Κι όλα πως είναι σχετικά, τούτοι υποστηρίζουνε.

Οι αρχές δε μας χρειάζονται ούτε οι φιλοσοφίες…

Κι οι νόμοι μόνον είναι, να τους παραβιάζουμε.

Αν έχουμε τα μέσα!

 Οδοιπόρος

Πω! Πω! τι λέτε βρε παιδιά!

 Λυσίστρατος

Και των αντρών η μπέσα, σίγουρα δε χρειάζεται

για τις κρυφές κομπίνες, τα αόρατα τα ομόλογα

και τις δοσοληψίες.

Γι αυτό και ετοιμάσανε, μας το ’πε ο Τειρεσίας,

άλλα στελέχη κι αρχηγούς, να πάρουν τα ηνία.

Με το μυαλό πιο θηλυκό.

με οίστρο και μανία

νέα πόλη να φτιάξουνε παγκό-σμίο-ποιημένη,

για αυτό και ’μεις ω φίλτατε, την έχουμε βαμμένη…

 Κλεόβουλος

Και πεσμένη.

 Λυσίστρατος

Έτσι μας είπε ο ιερεύς, μάντης, οιωνοσκόπος

που πτερωτά πετούμενα, στον ουρανό ατενίζει…

 Κλεόβουλος (μασουλώντας)

Αλλά και σπλάχνα νόστιμα: πρώτα τα τηγανίζει,

με λάδι και κρομμύδι  

και του καπνού τους τη τροχιά, ύστερα μελετάει.

Αλλά και φύλα πράσινα και κίτρινα μασάει

κι ύστερα δαίμονες καλεί

-όπως ο Παπαράσιος -

κι αυτοί του μολογάνε, ποιες οι αιτίες του κακού

κι οι Μοίρες πού μας πάνε.

 Οδοιπόρος

Α,

πρέπει να το παραδεχτώ:  Κι ’μένα μου αρέσουνε

της θυσίας οι μεζέδες, των μαντείων οι λιχουδιές

και οι τσίκνες οι ιερές, οι καλοψημένες πέτσες

οι αχτύπητες μπριζόλες,  τα κοψίδια, τα παΐδια

τ’ αμελέτητα τα ίδια,

γιατί μια καλή θυσία

θέλγει ανθρώπους και θεούς!

Κλεόβουλος

Ας παραδεχτούμε πάντως, ότι τα μαντεία έχουν

ψήστες εξειδικευμένους.

Που στο μέλλον θα διαπρέψουν  και να μου το θυμηθείτε:

όταν οι απόγονοί τους, είμαι σίγουρος αδέλφια,

στο απώτερο το μέλλον, ψήνουν χοιρινά σουβλάκια

-οβελίδια δηλαδή-,

στης Ελλάδας τα σοκάκια,

θα έρχονται απ’ τον κόσμο όλο, πλήθος περιηγητές

τα οβελίδια να γευτούνε  και ξανθό κρασί να πιούνε

με άρωμα από ρετσίνι,

την ζωή αλλιώς να δούνε και να το ευχαριστηθούνε!

 

Αφηγητής

Αυτά και άλλα λέγανε, καθώς αφήναν της ελιάς

το δροσερό τον ίσκιο,

και δρόμο πάλι παίρνανε, προς το κλεινόν το Άστυ,

οι δύο Αθηναίοι.

Μαζί  κι ο οδοιπόρος, ο νέος τους ο φίλος

που όλο για όλα ρώταγε, φιλομαθής, περίεργος

και καλλιεργημένος.

Τον συμπαθήσανε πολύ κι είπανε να τον πάρουνε

μαζί τους στο ταξίδι, να τον φιλοξενήσουνε,

και τα αξιοθέατα της όμορφης Αθήνας,

μαζί να τριγυρίσουνε.

Να πάνε να θαυμάσουνε τα έργα του Φειδία

του Καλλικράτη το ναό, τους κίονες του Ικτίνου

καθώς κι ενός καινούργιου, από την Ιβηρία:

τον λενε Καλατράβιο,

και με σκοινιά και σύρματα, να στήνει έχει μανία

καμπύλες και υπερβολές που έχουνε και πλάκα

Κι ύστερα από τις βόλτες,

ρετσίνα και μαρίδα στο Φάληρο ή στην Πλάκα,

τους έταξε ο Κλεόβουλος, ότι θα τους κεράσει

Αλλά, -είπε ο Λυσίστρατος: Καλές είναι οι τσάρκες,

μα πρώτα, όμως, έπρεπε, να λύσουν τα σπουδαία…

Αυτά και άλλα τέτοια, λέγαν καθώς προχώραγαν,

περνώντας κάμπους και βουνά, ρυάκια και ποτάμια,

στο δρόμο -ισια κάτω:

ξανάπαν για γυναίκες, είπανε για πολιτική

οικονομία, αθλητικά…

Τις τέχνες και τα γράμματα, δεν άφησαν απ’ έξω

και προπαντός το θέατρο,

η ώρα να περνάει, μαζί και τα χιλιόμετρα,

μαζί κι οι παρασάγγες.

Κι έτσι καθώς ενύχτωνε κι έβγαινε το φεγγάρι

απ’ τον τρελό τον Υμηττό,

Έφτασαν επιτέλους

στα τείχη της Αθήνας

Κι εδώ θαρρώ πώς πρέπει, να κάνουμε ένα διάλειμμα.

Να πάρουμε μια ανάσα!

Γιατί όπου να ’ν, σε λίγο, με του ποιητή την άδεια

και του τρελού το θράσος,

σε μέρη πιο απίθανα μαζί μου θα σας πάρω

Αγάντα  και υπομονή.

Να δούμε τι θα γίνει…

(τέλος τέταρτης σκηνής – συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Παπαράσιος λέει κι άλλα… (Λυσίστρατος, σκηνή τρίτη, β’)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Φεβρουαρίου, 2012

[Είμαστε εδώ: Λέει ο Τειρεσίας ο Νεώτερος στον Παπαράσιο, να βιαστεί να πει ό, τι έχει να πει, γιατί εγκυμονούνται εξελίξεις και αλλαγές (φύλου). Ο Λυσίστρατος και ο Κλεόβουλος συμφωνούν.  Έτσι ο φλύαρος Παπαράσιος, αφού τους τυραννίσει ακόμη λίγο, θα τους πει τι τρέχει με τους άντρες και τις γυναίκες την εποχή της Ερμοποίησης]
Συνοδευτική μουσική ragtime



Λυσίστρατος

Σίγουρα να μας πηδήσει…

Κλεόβουλος

Θα θελήσει.

Σκηνή τρίτη (δύο-η υπόλοιπη)

Παπαράσιος

Ναι τα ξέρω όλα ετούτα, αλλά για να καταλάβεις

τι συμβαίνει στα παλάτια και στα στέκια τ’ ουρανού,

πρέπει να σου περιγράψω με δυο λόγια παραπάνω,

τον διεκδικητή του θρόνου, τον πανούργο τον Ερμή,

που ίσως να τα καταφέρει

κι αύριο είναι ο Αρχηγός των θεών και των ανθρώπων,

 και μαζί με τον Παρά, κυβερνάει την πλάση όλη.

 Τειρεσίας

Άιντε πεθ το μας κι αυτό, γρήγορα παρακαλώ

 Παπαράθιε κουτθομπόλη 

και καργιόλη

Παπαράσιος

Σαν θεός ήτανε νέος,

στην αρχή,  

ήταν ενδιαφέρων τύπος, λίαν περιπετειώδης,

που όλο αρμάτωνε καράβια και για μακρινά ταξίδια

ξεκινούσε δίχως φόβο.

Έφτανε σε νέα μέρη, νέους γνώριζε ανθρώπους,

το μυαλό του; Ανοιχτό!

Ήθελε όλα να τα ζήσει, ήθελε όλα να τα ξέρει

και οι οπαδοί του ήταν

άνθρωποι εύθυμοι κι ωραίοι

πού ’καναν ανταλλαγές:  ίσα παίρνω, ίσα δίνω,

της ανάγκης τη μιζέρια καταφέρνω και τη σβήνω.

Όμως ύστερα, σαν είδε ότι οι περιπέτειές του

έφτιαχναν νέο παρά   [λέμε: χρήμα με ουρά]

κι ο παράς είναι εξουσία και η εξουσία νοιάζει

και πονάει και κεντρίζει  και ανθρώπους και θεούς

ήρθε κι άλλαξε μυαλά.

Με το μαζεμένο χρήμα, έστησε βιοτεχνίες

εργοστάσια, κομπανίες,  για να φτιάχνει προϊόντα

που ζητάει η αγορά.

Κι άλλαξε στο χαρακτήρα. Πήγε κι έγινε τσιγκούνης

χρήμα, να σωρεύσει κι άλλο και να κάνει επενδύσεις

τώρα πια σε μηχανές,

που στην προγιαγιά τη Γαία χάραζαν βαθιές πληγές

κι άρχισε η κακομοίρα, να αρρωσταίνει, να ασθμαίνει,

να βογκάει και να σκούζει.

 Τειρεθίας

Α, τον μπαγάθα…!  Α, τον γρουθούδη!!

Παπαράσιος

Κι επειδή η βιομηχανία θέλει καταναλωτές,

νάτος πάλι να αλλάζει, με τη φύση να τα βάζει

-μάνα ανθρώπων και θεών-.

Ύλες πρώτες να αρμέγει, να παράγει καυσαέρια,

πλαστικά να επινοεί

και λογιών λογιών σκουπίδια

Τειρεσίας

Ναι! μαθ δάλιθε τα αρχίδια!

Παπαράσιος

Μα δεν έμειν’ ουτ’ εκεί.

Τώρα άλλαξε και πάλι:  τον Παρά τον κολλητό του

ανακήρυξε θεό  και βοηθούς επήρε νέους:

τον Χρημαμυστήριο,  δαίμονα πλυντήριο

για τα κέρδη του Παρά,

τον Μουμουεδόνιο, δαίμονα των τελάληδων,

των πανηγυριτζήδων  κι όλων των αμετροεπών,

και τον Καταλώνιο με τον Λάιφστάλιο,

που πάνε πάντοτε μαζί, ως Δάμων και Φυντίας

[ή ως δαίμων και ως φιδίας κολοβός]

Στήσανε παντού Εταιρίες,  εν τω άμα και τω θάμα

με καινούργιες συμφωνίες,  νέα καταστατικά

νέα συμβόλαια, νέες συμβάσεις,

κι από τους θνητούς ζητάνε,

με ψιλόγραμμένες ρήτρες  κι  ασφαλιστικές παγίδες,

να δουλεύουνε στο τζάμπα.

Και τους νέους τους δαιμόνους, διόλου δε τους ενδιαφέρουν

οι πραγματικές ανάγκες  των ανθρώπων,

παρά μόνον οι σκιές κι οι πλασματικές εικόνες,

που ευρήκαν νέους τρόπους, ψεύτικους κι εικονικούς

στα κεφάλια να φυτεύουν,

 Τειρεσίας

Μη μου πειθ! Αυτό μ’ αρέθει!

 Παπαράσιος

Κι όλους  να τους διαφεντεύουν!

Τειρεσίας

Μα Καλά Κι ο γέρο Δίαθ;

Δε τα κθ(ξ)έρει όλα αυτά;

 Παπαράσιος

Όχι, γιατί με σνομπάρει και ποτέ δεν με ρωτάει

να τα πω όλα στην αράδα, να τα βγάλω και στα φόρα

τι σκαρώνουν και τι τρέχει, απ’ τη μύτη του από κάτω,

ο Ερμής κι οι νέοι δαιμόνοι…

Κλεόβουλος [διακόπτει]

Τειρεσία πάρε θέση!

 Λυσίστρατος

Καλές είναι οι ιστορίες, κι οι συνω-μοσιο-λογίες

που αυτός μας  περιγράφει.

Ναι, δε λέω, κάτι τρέχει, κάτι αλλάζει στο κουρμπέτι…

Κάτι πήραμε χαμπάρι!

Αλλά εδώ ήρθαμε γι άλλο, κι εσύ είπες πως τον ξέρεις

τον καημό μας τον μεγάλο, το μεγάλο μας το ντέρτι.

Τειρεσίας [δείχνει κατανόηση]

Τι έγινε με τις γυναίκεθ των θνητών ω Παπαρέθιε ;

Τι συνέβη κι όλα αλλάκθαν κι αντί απ’ τις αλλαγέθ

νάναι ευχαριστημένεθ,

 που εβγήκαν απ τα θπίτια και εμπήκαν στις δουλειές,

όλο σκούδουν και γκρινιάδουν;

[ο Τειρεσίας αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει: του πέφτει το γένι, του φουσκώνουν τα βυζιά, κουνιέται πιο πολύ πέρα δώθε και η φωνή του αρχίζει να γίνεται πιο ναζιάρα του συνήθους]

Παπαράσιος

Θα στα πω με δύο λόγια,  έτσι, να μην υποφέρεις

κι ύστερα…. θα μου επιτρέψεις, λίγο να στα αναλύσω…

 Λυσίστρατος

Όχι !


Κλεόβουλος

Φτάνει ! Κόψ’ το! Κάνε πίσω!

 Τειρεσίας/ινα

Και μένανε με έπιαθε μια ανυπομονηθία

κάτι θαν κάπθ(ψ)α εδώδα!

Για έλα θτην ουθία !

Μη θε γαμήθω  (τι είπα η άτιμη;)

Παπαράσιος [στον Τειρεσία]

Λιγουλάκι; Μια σταλίτσα;

Όχι; Τίποτα; Καλά!

Τότε θα τ’ απαριθμήσω: με το ένα, δύο, τρία.

 Τειρεσίας

Άντε μπράβο

Παπαράσιος

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Ένα: Ο Ερμής κι οι δαίμονες,  σ’ όλες τις εταιρείες,

Την ηγεσία άλλαξαν  και τα μεσαία στελέχη.

Δύο: Στη θέση των αρσενικών, που είχαν αποτύχει

να φέρουν Νέα Εποχή, να στήσουν Νέα Τάξη,

βάλανε τις γυναίκες.

Τειρεσίας /ζίνα

Γιατί καλέ; Δεν είχε  τόοοθα στελέχη άκθια;

Τόοοθους φτασθμένους (Γ)Ιάπειθ; Απ’ την προηγούμενη γενιά;

Παπαράσιος

Δεν ξέραν από φούσκες  – όχι αρκετά – όχι όσο χρειάζεται

σε εποχές ανατροπών,  χρόνους απορρυθμίσεων…

Κι έπειτα, χούγια αρσενικά, κρύβανε από κάτω

απ΄ τα μισά χαμόγελα, τα δημο-σιό-σχετίστικα

Τειρεζίνα

Κι αυτό τι τονε πείρα(ζ)δε, εμένανε μ’ αρέθουν,

τ’ αντράκια τα πολύ βαριά, σαν Τειρεδίνα γίνομαι

τα πάω δίχωθ άλλο!

Παπαράσιος

Όσο κι αν προσπαθούσανε  να εκσυγχρονιστούνε

παιδιά του Άρη μένανε και τσαμπουκά πουλάγανε

Όμως τι να το κάνεις;!

Άλλο το ξεσυνέρισμα, τα ψευτονταηλίκια,

οι ανδρικοί οι πόλεμοι, και το ιπποτηλίκι

κι άλλο η επιθετικότητα  η εκσυγχρονισμένη

με ζόρικες πολιτικές, πωλήσεις με το ζόρι

και ζόρικες εξαγορές…

 Τειρεζίνα

Εντάκθει. Έχει και τρίτο;

 Παπαράσιος

Τρία: Τον αντρικό τον τσαμπουκά,  (και την τεστοτερόνη

-ό, τι είχε απομείνει-)

Τον πολεμήσαν ύπουλα,  Με οιστρογόνα χημικά

που βάλανε στα πλαστικά, όπου πίναν οι άντρες.

-Μια εφεύρεσή τους νέα, που επιτυχία είχε τρανή!

Έστω και εάν τη Γαία,  σφόδρα την ενοχλούσανε

και βόγκαγε η καψερή, και αναταραζότανε.

Μα και  τα νέα θηλυκα, τα στε-λεχο-ποιημένα,

με τα παλιά, τα ατελή, τα απαρχαιωμένα,

δεν έπρεπε να μοιάζουν.

Γι αυτό τους κόψαν ριζικά  τα αγαπητηλίκια,

και τους πολλούς αλτρουϊσμούς

-Πού άλλωστε ήταν άχρηστοι-.

Έτσι κι αλλιώς δε θα ’πρεπε  μανάδες να το παίξουν,

παρά στελέχη ζόρικα, του ιδιωτικού τομέα.

Για να τις κολακέψουνε και να μην αντιδράσουνε

την αλαφράδα τη δροσερή, που από πάντα διέθεταν

οι όμορφες γυναίκες, πρώτα την θεσμοποίησαν

την έντα-τίκο-ποίησαν

κι ως υψηλή κουλτούρα,  την εξεπούλησαν παντού

σε όλο τον πλανήτη!

 Λυσίστρατος

Ποια; Την Αλαφράδα;

Παπαράσιος

Μα το Δία! Να μη σώσω, αν σας λέγω κουταμάρα!

Κλεόβουλος

Μας το ’κλεισαν το σπίτι.

Αλί σε μας!

Λυσίστρατος

Μη τον διακόπτεις Βούλη.

Τώρα που μόλις άρχισε να εξηγεί τι τρέχει…

[στον Παπαράσιο]

Ω δαίμονα ενήμερε, μα και δικτυωμένε,

το στόμα σου τ’ απύθμενο, ας το ανοιχτό ακόμη

για λίγο, να νοήσουμε, ποιος φταίει κατά βάση

εμείς, εκείνες ή ο Ερμής κι οι νεο-δαίμο-νές του,

που μας ετάραξαν το νου  και πια δεν λειτουργούμε;

 Τειρεσίας /Τειρεζίνα

Αχ όχι! Παπαράθιε!

Εδώ κάνε ένα διάλειμμά,

να πάρουμε μια ανάθα, γιατί όλα αυτά με κθ(ξ)άναπθ(ψ)αν…

Και θειθ ω ομορφόπαιδα, λιγάκι χαλαρώθτε

και μια που κάνει ζέθτη, βγάλτε κανα ιμάτιο

να βάλουμε και μουθική, να παίκθει η καραμού(ζ)δα

κι αθ έρθουν και τα ού(ζ)δα

μπας τελικά μια απίθανη  σκαρώθουμε παρτού(ζ)δα

Κλεόβουλος

Ωιμέ! Ετούτος μεταλλάχθηκε κι εγίνηκε ετούτη!

Λυσίστρατος [στον Κλεόβουλο]

Εγώ λέω να την κάνουμε,

τα πράγματα αγριεύουν…

Κλεόβουλος

Δεν είναι κι ασχημούλα!

Λυσίστρατος

Έλα σου λέω, πάμε…

 Παπαράσιος

Μα τι βλέπω; Εδώ έχει δράση

Α! αυτή είναι ωραία φάση!

Να τη καταγράψω πρέπει,

στους αιώνες (των αιώνων)

να περάσει!

[βάζει μπρος τα καταγραφικά του μηχανήματα]

Τερεζίνα  [τους τραβάει από τα ιμάτια]

Βρέ, Καθήθτε ακόμη λίγο, τι βία έχει, κρατηθείτε

και το δώρο μου δεχτείτε.

 Κλεόβουλος

Δώρο;

 Τερεζίνα 

Ναι! δελτίο θα θας βγάλω,  μετεώ-ρολό-γικό

για να κθέρετε εγκαίρωθ, κατά την επιθτροφή σας,

αν θα βρέχει συνεχώθ  ή απ τον ήλιο θα καείτε.

Κλεόβουλος

Ε Λυσίστρατε, τι λές; Παραμένουμε λιγάκι

στης Τειρεζίνας το κονάκι ;

 Λυσίστρατος [του δείχνει τον Παπαράσιο που καταγράφει τη σκηνή]

Για δες τονα εκείνον:  γράφει.

Κι αύριο οι τελάληδες, σ’ όλα τα πανηγύρια 

για σένανε θα ιστορούν.

Το  μόνο που δε ξέρω,  είναι εάν θα λένε πως εσύ

την Τειρεζίνα πήδηξες

ή πως ο Τειρεσίας  σε έκανε σουβλάκι…

 Κλεόβουλος

Μα δεν τα μάθαμε όλα, για τις γυναίκες και για μας…

 Λυσίστρατος

Μας είπανε τα βασικά.

 Κλεόβουλος

Τότε καλά, ας πηγαίνουμε…

Λυσίστρατος [στην Τειρεζίνα]

Μη μας τραβολογάς  ωραία Τειρεζίνα.

Εμείς τώρα σ’ αφήνουμε, πρέπει να ηρεμήσουμε

και να ξανασκεφτούμε πάνω σ αυτά που μάθαμε,

και πάλι θα επιστρέψουμε,  εάν έχουμε απορίες,

να μας τις διευκρινίσεις.

Κλεόβουλος

Πολύ σε ευχαριστούμε -ως γκόμενα είσαι πρώτη,

γεμάτη συγκινήσεις.

Λυσίστρατος

Και ακόμη να σου πούμε,

ότι καλύτερός σου, δεν είναι ο Τειρεσίας

που (ει)ν και σπαγκοραμμένος

κι ότι σε προτιμούμε.

Γι αυτό την άλλη τη φορά, σε σένανε  θα έρθουμε

ίσια  και απ’ ευθείας, πεζοί ή Καβαλαραίοι

Τειρεζίνα: [τους αφήνει]

Ωοοο

Γεά θαθ και ώρα σαθ καλή, ωραίοι μου Αθηναίοι  

Ααααααχ! Βαααααχ!

Ωθτόθο μην κθεχάθετε  να πάρετε ετούτο.

Λυσίστρατος

Ετούτο τι;

Τειρεζίνα:

Μα, τον χρηθμό, βεβαίωθ!

Λυσίστρατος

Μα πώς; Από τα πριν τον έφτιαξες;

Τειρεζίνα:

Είναι εδώ μέθα, θτο κουτί,  γραμμένοθ θε περγαμηνή

πολύ προτού να ρθείτε.

Και να μην απορείτε:

Εδώ ήμεθα  Μάντειθ και όπωθ λέει το ρητόν:

[εμφατικά σε ρυθμό διαφημιστικό]

« Το ημέτερον μαντείον

είναι εκ των καλυτέρων.

Στους χρηθμούς δε καταλήγει

αθφαλώθ εκ των προτέρων

Και εν μέθω φαινομένων

θκοτεινών και παραταίρων

την αλήθ-ει-α διακρίνει

σε χρηθμό την καταγράφει

κι έγκαιρα την παραδίνει».

(τέλος τρίτης σκηνής  - συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όπου εμφανίζεται ο επικοινωνιακός δαίμων Παπαράσιος (η τρίτη σκηνή του Λυσίστρατου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Φεβρουαρίου, 2012

 (Στη σκηνή αυτή  εμφανίζονται θεοί και τετρακέρατοι δαίμονες, και επειδή είναι λίγο μεγαλούτσικη λέω να σας την αναρτήσω σε δύο μέρη)

Σκηνή τρίτη (ένα)

[Μέσα από τους ατμούς ξεπροβάλλει δαίμονας. Ο προβολέας επικεντρώνεται στο προϊόν της μαγικής επίκλησης του Τειρεσία junior: τον επικοινωνιακό δαίμονα Παπαράσιο!]

Παπαράσιος

Είμαι ο Παπαράσιος!

Τειρεσίας [τινάζει το γιακά του]

Είναι ο Παπαράθιοθ !!!

Παπαράσιος [ενοχλημένος επαναλαμβάνει]

 Είμαι ο Παπαράσιος!

Ο Δαίμονας ο αδιάκριτος. Ο Μυθοπλαστικός.

Δε μου ξεφεύγει  τίποτα

-μέλλον ή παρελθόν-

και διασυνδέσεις έχω, και είμαι πάντα άξιος

και πανταχού παρών!

Ποιος μπήκε στης Ελένης την κρεβατοκάμαρα;

Εγώ!

Ποιος πήρε τον Ορφέα από πίσω ως τα Τάρταρα

Εγώ!

Ποιος του Οιδiπόδου τ’ άπλυτα κατάφερε να μάθει

Εγώ!

Ποιανού δε του ξεφεύγουνε οι πόθοι και τα πάθη

θεών, θνητών κι ημίθεων;

Μα φυσικά Εμένα!

Άλλα τα πιάνω με το αφτί.

Άλλα τα βλέπω στα κρυφά.

Μα έχω κι ένα χούι:

δεν τα κρατάω μυστικά!

…Και άμα πέσουν οβολοί,

μνες και δραχμές και τάλαντα

σας λέω

ως και τα κάλαντα

Εγώ ξέρω ποιος πήδησε,

ποια πήδησε

κι αν τελικά τη γκάστρωσε…

Εγώ ξέρω

ποιος τα ’ριξε σε ποια

και ξέρω και ποιος χώρισε,

ποιαν χώρισε…

Κι όχι μόνο αυτά.

Εγώ ακόμη ξέρω:

ποιος έκλασε,

πως μύριζε,

και το βρακί της Άρτεμης

αν έχει καμιά τρύπα.

Του Απόλλωνα τις ρίμες

πρώτος εγώ θα σας τις πω.

Και του Ήφαιστου τα κόλπα,

που με την τεχνολογία

φοβερή έχει μανία

και που σίδερα όλο λιώνει

και κολλάει και διορθώνει

τις μυστήριες μηχανές

μέσ’ στο εργαστήριό του,

μόνο εγώ ξέρω σε βάθος

τι σκαρώνει!

[συνοδευτική μουσικούλα ragtime]


Τειρεσίας

Άθε τις θάλτθες δαίμονα. Και έμπα θτην ουθία.

Τι το καινούργιο έγινε  θτη θεία κοινωνία

των αθανάτων;

Παπαράσιος

Τι  έγινε εκεί ψηλά

-στην κορυφή του Ολύμπου -

και γιατί άλλαξαν πολλά, αναφανδόν  και ξαφνικά;

Μόνον εγώ το ξέρω.

Μα μια και με καλέσατε και σίγουρα τυγχάνω

Δαιμόνιος Ερευνητής και επαγγελματίας,

με νι, σίγμα, και ύψιλον, τις φάσεις των πραγμάτων

-λιανά θα σας τις κάνω -

Τειρεσίας

Έλεκθε (έλεγξε) όμωθ τη γλώθθα σου κι άθε τις φλυαρίεθ.

Παπαράσιος [παίρνει βαθειά ανάσα]

Πετούσε μια φορά που λες,

με τα χρυσά σανδάλια του, που  ’χουν απάνω τους φτερά,

ο ταξιδιάρης ο Ερμής: Μέγας κομπιναδόρος,

αγγελιοφόρος του Διός!

Θεός αντάμα των κλεφτών, μα και του εμπορίου.

Πετούσε και σκεφτότανε: Πως άλλαξε ο κόσμος!

Και μήπως είναι πια καιρός κι ο Όλυμπος ν’ αλλάξει…

Τειρεσίας

Και πούθε  τα κθέρεις όλα αυτά,  αδιάκριτο δαιμόνιο;

Παπαράσιος

Μα από πίσω του έτρεχα, για να τα καταγράψω,

όλα όσα σκεφτότανε, στο ειδικό κατάστιχο

που πάντα κουβαλάω.

Γιατί δουλειά μου είναι,  σ’ αυτό  να σημειώνω

όλα όσα συμβαίνουνε, και πράξεις, μα και σκέψεις.

[Μικρή παύση]

Και ψέματα αν λέω, -μα το Δία, -

να μη σώσω,

μία μέρα να εκδώσω

Βιογραφίες των θεών,  εικό-νογρά-φη-μέ-νες.

Τειρεσίας

Άντε τώρα, προχώρα.

Παπαράσιος

Αν θέλεις όλα να στα πω, μη με ξανά-διακόψεις.

Ο Ερμής λοιπόν… [βρίσκει τη ροή του λόγου]

Πετούσε και σκεφτότανε:  Πως πέρασαν τα χρόνια!

Αλλά ο Δίας έμενε ατράνταχτος στη θέση του

εκεί, ο ίδιος πάντα: Όμοιος και απαράλλαχτος!

Να παίζει με τους κεραυνούς  και τ’ αστραπόβροντά του

και να πηδάει που και που καμιά θνητή στη ζούλα

ντυμένος αγριόχοιρος  ή κύκνος ή βουβάλι!

Και βολεμένος έτσι δα  στο θρόνο του απάνω,

ν’ αρνιέται κάθε αλλαγή στα θεία και στα εγκόσμια.

Τειρεσίας

Ετθι είναι; Κατά λέκθ(ξ)η;

Παπαράσιος

Να ανοίξω το μηχάνημα –τον έχω καταγράψει-

να πάρετε λίγες φλασιές,  απ’ του Ερμή την σκέψη.

[εμφανίζεται ο Ερμής- επί σκηνής ή επί της οθόνης]

Ερμής

Εδώ θέλει ανανέωση,  κι αν όχι εγώ, ποιος άλλος

διαθέτει πιότερο νιονιό  -διαρκώς αερισμένο

απ’ τα πολλά ταξίδια μου, στο πέρα και στο δώθε; –

Ποιος ο καταλληλότερος  τα πράγματα ν’ αλλάξει

και στον ντουνιά που γέρασε,  να βάλει νέα τάξη;

[προβληματίζεται]

Όμως, μονάχος δε μπορώ  τον Δία να εκθρονίσω

χρειάζομαι βοήθεια  και οπαδούς καμπόσους…

Κι ακόμη ειν’ απαραίτητη  μια νέα θεωρία

α-πο-δο-μη-τι-κή!

για να τους πείσω όλους αυτούς, το Δία να αρνηθούνε

και δίχως τζιριτζάντζουλες, με μένανε να ρθούνε.

[σκέφτεται]

Μια νέα θεωρία! Λές;

[σκέφτεται]

Καλά θα ’τανε να ’βγαινα  και να ’λεγα σε όλους,

ότι πολύ εκράτησε η απολυταρχία

του Δία

(γαμώ την ατυχία μου!)

Καιρός και ’δω να στήσουμε  μία Δημοκρατία

μαζί να αποφασίζουμε και όταν θα διαφωνούμε

τις ψήφους να μετρούμε!

Τειρεσίας

Μα τι ακούω; Τι έγινε;

με τα καμώματά τουθ και τιθ δημοκρατίεθ τουθ

ακόμη και τον Ουρανό  χαλάθαν οι Αθηναίοι;

Ερμής [συνεχίζει]

Ωστόσο αυτό δεν γίνεται, για δύο καίριους λόγους.

Τειρεσίας

Α!!!δεν γίνεται;  Ευτυχώθ! Ηθυχάθα! 

Ερμής

Πρώτον: Ο Δίας σίγουρα  δε θα καθυστερούσε

και κεραυνό θα έριχνε  στο δόλιο μου κεφάλι!

Το κράνος μου θα έλιωνε  και πίτα θα γινόταν

και ’γω για τρία τέρμινα, ’δώ ’κεί θα γυροβόλαγα

σαν αποσβολωμένος!

Δεύτερον: Διόλου δεν είμαι σίγουρος

πως η Δημοκρατία στα μέτρα μου ταιριάζει…

Τειρεσίας

Α! καθηθυχάθτηκα μωρέ!  Δεν ταιριάδει!

Ερμής [συνεχίζει]

…κι ότι εμένα γι αρχηγό / θα ψήφιζαν οι άλλοι

[αναλογίζεται]

Την Αθηνά; Ίσως, μπορεί να την εκλέγανε…

Ίσως τον Ποσειδώνα.

Ακόμη κι ο Απόλλωνας  μπορεί να τους τραβήξει

με τα χαζά τραγούδια του, που παίζει με την λύρα

εγώ που του τη χάρισα

και τους αποκοιμίζει κάνοντας συναυλίες…

Άρα;

Άκυρον, λέω, άκυρον! Κάτι άλλο πρέπει νά ’βρω. 

Τειρεσίας

Μπράβο Παιδί μου, μπράβο!

Ερμής

Έχω μια ιδέα!

Τειρεσίας

Αυτόθ έχει μια ιδέα!

Έρμης

Κι αν πάλι επι-κα-λεστώ,  αντί την ψήφο των πολλών

σαν μέτρο εξουσίας

Πόσο μεγάλη επιρροή  καθένας από μας ασκεί

στον κόσμο των ανθρώπων;

Ας το σκεφτώ κι αυτό καλά, να ’δώ αν με συμφέρει.

[Παίρνει πόζα σκεπτόμενου]

Έχουμε και λέμε:

[μίμος/ακόλουθος του Ερμή παρωδεί με κωμικές κινήσεις και μορφασμούς την αφήγηση του Ερμή- ο Ερμής ενδεχομένως τον διορθώνει μόνο με κινήσεις]

Τον Δία λατρεύουν οι αρχηγοί, οι ηγέτες, οι αφεντάδες,

γιατί μ’ αυτόν ταυτίζονται  και θέλουν να του μοιάζουν.

[στρέφεται προς το κοινό] Λίγοι!

Και τον κομψό Απόλλωνα / θέλουν οι καλλιτέχνες

[στο κοινό] Δεν είν’ πολλοί.

Την Άρτεμη οι κυνηγοί, λίγοι και τούτοι είναι

και μερικές παρθένες.

Αυτές κι αν είναι λίγες την σήμερον ημέρα!

Ο Πλούτων έχει τους νεκρούς στου Άδη το βασίλειο.

Είναι πολλοί, πάρα πολλοί, μα δεν ανακατεύονται,

γιατί μαζί με τη ζωή, στερήθηκαν τα κίνητρα

ενέργεια που δίνουνε

στην πράξη την πολιτική.

Στο όνομα της Δήμητρας ορκίζονται οι γεωργοί

-είναι πολλοί μα αδύναμοι –

για αυτό, στο μοίρασμα της γης, είναι ο Άρης ο νταής

που κάνει το παιχνίδι.

Μα ο Άρης είναι μπουνταλάς, κι έτσι τον θέλουν μόνο

καραβανάδες της σειράς,  π’ άλλο μέσο δεν έχουνε

παρά διαρκείς πολέμους,  καριέρα για να κάνουνε

(και όχι για το κέρδος, να αλληλοσκοτώνονται,

που κίνητρο είναι μια χαρά, κι αξίζει και τον κόπο! )

[στο κοινό] Λίγοι και τούτοι / ευτυχώς!

Η Αθηνά έχει τους σοφούς και τους δια-νο-ουμέ-νους

-πολλοί ποτέ δεν ήτανε-

και σήμερα λιγότεροι  από ποτέ απομείνανε

Από -δεκά -τιστή –κανε από της Νέας Εποχής

την οργιώδη έλευση: Το ρίξαν στη διαφήμιση,

σε χορηγών προγράμματα

και… [καταλήγει]

Κοίτα τι φέρνουν οι καιροί! Μάλλον εμένα προτιμούν,

παρά την κουκουβάγια…!

Την Αφροδίτη πάλι, την καμπυλογραμμούσα,

οι αρσενικοί την θέλουνε, άδικο δε τους δίνω.

Και εγώ θα τη γαμούσα!

Μα εκείνη ένα θέλει,  -ετούτο εδώ- κι όταν το βρει

στα σκέλια της ανάμεσα, γι άλλο δεν ενδιαφέρεται.

Κι όσο για την πολιτική, τις νίκες και τις ήττες της

τις έχει γράψει η Άφρω, πάνω στις ωοθήκες της!

Ο τεχνολόγος Ήφαιστος έχει τους σιδεράδες

-συμπάθεια του έχουνε και κάτι κερατάδες-

και τεχνουργούς, μηχανουργούς  μετράει στους οπαδούς του

Καλά παιδιά – μέλλον λαμπρό-  αλλά ακόμη είναι νωρίς

ρόλο να παίξουν σοβαρό  σε θέματα εξουσίας…

Αργότερα ίσως.  Θα το δω!

Την Ήρα οι νοικοκυρές λατρεύουνε στο σπίτι, μαζί με την Εστία

είναι πολλές , μα δε μετρούν, στης εξουσίας τις πλοκές

καθώς η απιστία  κυρίως τις απασχολεί:

τον άντρα τους να ελέγξουνε, να μη τις απατήσει,

σαν δεν τον απατούν αυτές.

[στο κοινό] Είναι πολλές μα άχρηστες

[συμπερασματικά]

Έτσι έχει η κατάσταση μ’ όλους τους συναδέλφους

Εξέχασα κανένα;

Τειρεσίας

Τον Διόνυθθο και εθένα

Ερμής

Ο φουκαράς ο Διόνυσος, έμεινε στην απέξω,

μέσα στη λέσχη την κλειστή  των δώδεκα δε μπήκε.

Μα τι να πεις για δαύτονε; Που σουρωμένος τριγυρνά

από το βράδι ως το πρωί κι απ’ το πρωί ως το βράδι;

Αστον! [το ξανασκέπτεται]

Όμως αργότερα θα ’δώ, αν σώσει κι εκσυγχρονιστεί

κι αντι τ’ αρχαίο το κρασί, διαδώσει τίποτ’ άλλο,

πιο δραστικό, θα το σκεφτώ στο κόλπο να τον βάλω…

Τειρεσίας

Κι εθύ;

Ερμής

Τώρα για μένανε να πω,  τι δύναμη διαθέτω.

Ψύχραιμα να αναλογιστώ, πόσους θνητούς χειραγωγώ

πόσους επηρεάζω:

Είπαμε: κλέφτες, έμπορους, κανένα ταχυδρόμο…

Παλιά δε μέτραγαν πολύ, για να τα λέμε όλα.

Όμως…

Τον τελευταίο τον καιρό, τα πράγματα αλλάζουν…

Η εμπορευματοποίηση, άρχισε να περνάει!

Μαζί το λάιφ στάιλ (τι είπα ο δόλιος;

τι βαρβαρισμούς έμαθα τελευταίως

στα μακρινά ταξίδια μου στη γηραιά Αλβιώνα;)

Μα επιτέλους: ευτυχώς ! Οι κόποι μου ανταμείβονται!

Τον κόσμο επηρεάζω!

Καιρός κι εδώ να επιβληθώ/

και ΌΛΑ

αφού τα απορυθμίσω,  και τα αποδομήσω

την γενική Ερ’μοποίηση στον κόσμο θα κηρύξω!

Κι όλα θα τα γαμη…θα τα αλλάξω!

[γκονγκ]

Παπαράσιος

Και να που κατακέφαλα  η έμπνευση του ήρθε!

[γκονγκ]

Ερμής

Και να που κατακέφαλα η έμπνευση μου ήρθε!

Αφού δεν έχω σύμμαχο, καιρός είναι να φτιάξω

κανέναν από μόνος μου, κάποιον να μου ταιριάζει.

Κι αφού από τους έντεκα, πιστός δεν είν’ κανένας,

μα ούτε αρκετά ισχυρός,

στον Δία θα εισηγηθώ  -αφού τον καλοπιάσω –

ακόμη ένα νέο θεό, να μπάσουμε στον Όλυμπο.

Έτσι λέω να αρχίσω,  την νέα μου πορεία.

Λυσίστρατος

Έλα βρε Τειρεσία, το δαιμόνιο νομίζω

άλλες ιστορίες λέει  

κι όχι εκείνες που ενδιαφέρουν

της Αθήνας τους πολίτες, δηλαδή εμάς τους δύο!

Τειρεσίας

Θκάθε [σκάσε] νέε Αθηναίε

 [και]

πέραθέ μου κάνα φύλλο,  γιατί πάλι θα κθυπνήθω

και θα εκ-θαφά-νιθτεί  ο δικτυωμένοθ δαίμων…

Κλεόβουλος

Δος του για να μη ξυπνήσει και είτε αλήθεια είτε ψέμα,

κάτι θα μας ξεφουρνίσει, ο δαιμόνιος Παπαράσιος.

[Ο Λυσίστρατος δίνει στον Τειρεσία νέο σακουλάκι με φύλλα]

Τειρεσίας

Είπεθ άκθιε Παπαράθιε, πωθ αυτή είναι η αρχή.

Πεθ μαθ όμωθ παρακάτω, τι μα την ευχή θυμβαίνει; 

Ο καπάτθος ο Ερμής τον κατάφερε τον  Δία

νέο θεό να ειθαγάγει θτου Ολύμπου τα παλάτια

κι εκεί δώδεκα που ήταν, να γινούνε δέκα τρειθ;

Παπαράσιος

Εν τω άμα κι επί τόπου,  την απόφαση σαν πήρε,

και το σχέδιο στο μυαλό του  άρχισε μορφή να παίρνει,

πάει και βρίσκει τον Μεγάλο, και με επιτήδειο τρόπο

να του ψιθυρίζει αρχίζει, ότι όλο και πιο λίγοι

-από τους πρωτοκλασάτους-  στο βουνό ψηλά συχνάζουν

και αυτό πολλούς κινδύνους, για τη ράτσα των Ολύμπιων

σίγουρα εγκυμονεί!

Ότι ο Ποσειδώνας λείπει, όλο πιο συχνά στα βάθη,

της απύθμενης θαλάσσης.

Και ο Πλούτων, απ’ την άλλη, πια ποδάρι δε πατάει

αλλά μοναχά του Αδη  τα σκοτάδια προτιμάει.

Αλλά και πως όλοι οι άλλοι, μία στη μέσα, μία στην έξω.

 Ερμής

Ω μέγιστε Ζευ,

Παπαράσιος

του λέει

Ερμής

ακόμη και εγώ ο ίδιος

-μόνος δικαιολογημένος –

σε αποστολές πηγαίνω  κι όλο λείπω από εδώ.

Και με αυτήν την ευκαιρία, να σου πω:

Πέρα πίσω από την Τροία, στη βαθειά Ανατολή

νέοι γεννηθήκαν θεοί, ζόρικοι, απειλητικοί,

κι όλο προς δυσμάς κοιτάζουν, κι όλο θέλουν να μας φάνε

κι άμα δεν οργανωθούμε και σε νούμερο αυξηθούμε,

θα μας κάνουν μια χαψιά,

όπου να ’ναι!

Δίας

Μα τι θέλεις επιτέλους; 

Παπαράσιος

λέει ο Δίας

Δίας

Όλο το συγκενολόι, από ήρωες κι ημιθέους

εδώ πέρα έχω μαζέψει, θέλεις να μαζέψω κι άλλους;

Ερμής

Όχι.

Παπαράσιος

λέει ο Ερμής.

Ερμής

Πρέπει να προσλάβεις έναν,  πλήρους απασχόλησης

και με ειδικά προσόντα

και να πάρει μετοχές,  απ’ του Ολύμπου τις κορφές.

Δίας

Έχεις κάποιον να προτείνεις;

Ερμής

Έχω.

Δίας

Και πώς τονε λένε;

Ερμής

Κοίτα,

Μπορεί και να μη τον ξέρεις, γιατί εσύ αν θέλεις κάτι

δε ζορίζεσαι καθόλου, μόνο σκύβεις και το παίρνεις.

Μα στον κόσμο των θνητών, έχει πέραση μεγάλη

και τον αγαπάνε όλοι,

γιατί μοναχά μ’ αυτόν, αγαθά μπορείς να έχεις.

Δίας

Τι μου λες; Στα σοβαρά;

Ερμής

Σοβαρά! Τον λεν’ Παρά!

Και τον έχω για βοηθό μου  και για εμπιστευτικό μου,

και μπορώ να εγγυηθώ, πως όπου πατάει πόδι

βασιλεύει η Αφθονία.

Δίας

Μα εσύ δεν είχες φτιάξει, έναν άλλο… πώς τον λένε;

Που κι αυτός για Αφθονία  τσαμπουνούσε συνεχώς…

Πώς τον λέγαν; … Θαρρώ Πλούτο!

Ερμής

Ναι.

Αλλά αυτόν μου τον στραβώσαν  και γυρίζει με μπαστούνι

μη προσά-νατό-λισμένος

τους ανθρώπους τους μπερδεύει, τους θεούς δεν ξεχωρίζει

κάνει λάθη απανωτά…

και δε μοιάζει του Παρά, που στην Αγορά θερίζει…

Παπαράσιος

Απ’ την μια κι από την άλλη,  τον κατάφερε τον Δία

τον Παρά να τον προσλάβει και να τον ανακηρύξει

ως θεό πλήρους ισχύος –με αριθμό το δέκα τρία –

Κι έπειτα Παράς κι Ερμής, στήσανε μια εταιρεία

νέα, πολυεθνική και γεμάτη παρακλάδια

που εζώσανε τη Γαία, απ’ την μια άκρη ως την άλλη.

Τειρεσίας

Κι οι άλλοι οι Ολύμπιοι;

Πώς αντέδραθαν θαν είδαν

νέους θεούθ,  νέα ιθχύ,  νέες θχέθεις εκ(ξ)θουθίας;

Παπαράσιος

Ο καθένας το βιολί του,  ζουν στον κόσμο τους αυτοί!

Κι άσε που στο άψε σβήσε, ο Παράς ο θεομπαίχτης,

τους οργάνωσε καζίνα.

Κι από τότε με τα ζάρια, γίνονται μαλλιά κουβάρια

κάθε βράδι.

Μόνο ο Ήφαιστος τα βρήκε  με τη Νέα Κομπανία

και πατέντες καινοτόμες, για κομπίνες κερδοφόρες

άρχισε να αναλαμβάνει.

Κι όσο για το φουκαρά τον Άρη, είναι στο νοσοκομείο

-των θεών –

και στη πάπια κατουράει!

Γιατί του πλασάραν όπλα, τάχα με καινούργια κόλπα,

με εμβέλεια μεγάλη  και βαρύ θανατικό.

Πήγε να τα δοκιμάσει, σε μια έρημο εκεί κάτω

κάπου στην ανατολή,  μα αποδείχτηκαν μπιντόνια

και απλοί τσουτσουνοκόφτες,

ελειτούργησαν στραβά, και τον βγάλαν εκτός μάχης!

Κλεόβουλος [ανυπόμονος]

Τι θα γίνει δε θα φτάσει μέχρι το δικό μας θέμα;

Τειρεσίας

Κοίτα, λέγε τα με βιάθη, γιατί έχει πια βραδιάθει

κι άλλη μέρα πάει να αρχίθει, κι η τρελή η Τειρεδίνα

έτοιμη να εφορμίθει

είναι,

και δεν εγκυόμαι τι μπερδέματα θα στείθει

[μασουλάει μια χούφτα φύλα]

Μάλιθτα αν είν φτιαγμένη,  από το (ζ)δαλιθτικό ετούτο

που μαθ ήρθε από τη Δύθη, και βαράει θτο κεφάλι…

Λυσίστρατος

Σίγουρα να μας πηδήσει…

Κλεόβουλος

Θα θελήσει.

(Συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Λυσίστρατος στο Βαφοπούλειο (στιγμιότυπα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2012

Βαφοπούλειο 20 Φεβρουαρίου 2012 ώρα 20:00

Οι φίλοι αρχίζουν να μαζεύονται…

Εδώ ο Κώστας με την Πέννυ και την Πέγκυ μιλάνε στη τοπική δημοτική τηλεόραση

Ο χαιρετισμός της κας Λειψιστινού

Αρχίζει η ανάγνωση. Οι φίλοι ηθοποιοί τα δίνουν όλα…

Ο Κώστας Χαλκιάς, που είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια

Ο Νίκος Κολοβός

Ο Βαγγέλης Χαλκιαδάκης

Η Πέννυ Γραικού

Ο Αγγελος Ρούσσος

Η Πέγκυ Ασλιχανίδου

Όλοι μαζί

Ο συγγραφέας ευχαριστεί τους συντελεστές και το κοινό.

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Λυσίστρατος, σκηνή δεύτερη (στο Τροφώνιο μαντείο)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2012

Χτες το βράδυ, φίλοι πολλοί, ήρθαν στο θεατράκι του Βαφοπούλειου και γνώρισαν από κοντά τον Λυσίστρατο, διαβασμένο με θεατρική επιδεξιότητα απ’  τον Κώστα, τον Νίκο, τον Βαγγέλη, τον Αγγελο την Πέννυ και την Πέγκυ. Τους ευχαριστώ θερμά όλους,

Σήμερα σας έχω το κείμενο της δεύτερης σκηνής.  Την πρώτη σκηνή και το προοίμιο θα τα βρείτε εδώ παρακάτω.

Σκηνή δεύτερη

[Το εσωτερικό του Τροφώνειου Μαντείου. Ατμόσφαιρα σκοτεινή και μυστηριώδης. Ο βωμός όπου θυσιάζει ο Τειρεσίας, ο θρόνος από τον οποίο εκφέρει τους χρησμούς ]

 

Αφηγητής

Μακρύ δρόμο επήρανε, μακρύ δρόμο αφήσανε

-ο Στράτος και ο Βούλης-

τα σύνορα περάσανε, στη Βοιωτία φτάσανε

κι εκεί κοντά στης Λειβαδιάς το Άλσος,

του Αγαμίδη βρήκανε, τον γαμημένο λάκκο.

Οπού ’πεσε  ο Τροφώνιος, τ’ αδέλφι του Αγαμίδη

και ζωντανός ρουφήχτηκε, στα άδυτα του Άδη

και δεν ξανα-εφάνηκε!

Κι όπου μαντείο στήσανε -οι Βοιωτοί-

στη μνήμη του Τροφώνιου

του εξαφανισμένου.

 

Εκεί ’χαν πληροφορηθεί πώς έχει καταφύγει

τους τελευταίους τους καιρούς

ο νέος Τειρεσίας,

ο μάντης ο περίφημος!

Ο τελευταίος γόνος

του γένους των Τειρεσιδών!

Που όπως όλοι ξέρουν, από τα χρόνια τα παλιά

φύλο μπορούν να αλλάζουνε

-μια άντρες, μια γυναίκες -

και έτσι καλά γνωρίζουνε, τα μυστικά αμφοτέρων.

 

Σκεφτήκανε λοιπόν, αυτός,

ο νέος Τειρεσίας,

θα ναι ο πιο κατάλληλος για την περίπτωσή τους.

Μα να προσέξουν έπρεπε, την ημερομηνία,

να τον πετύχουν δηλαδή τη μέρα τη κατάλληλη,

που διέθετε αρχίδια,

και των αντρών το πρόβλημα,  θα το κατανοούσε

καλύτερα,

κι όχι τις μέρες που ’τανε φτιαγμένος Τειρεζίνα.

 

Τώρα θα πρέπει να σας πω, ότι τα βρήκαν σκούρα

σα φτάσαν στου Τροφώνειου το σκοτεινό μαντείο.

Γιατί προτού αντικρίσουνε το διάσημο το μάντη,

δοκιμασίες τρομαχτικές έπρεπε να περάσουνε:

Φίδια να αγκαλιάσουνε,

σκουλήκια να μασήσουνε,

και να ακροβατήσουνε πάνω από μαύρη τρύπα,

απύθμενη,

(κι άλλα πολύ φρικιαστικά, χειρότερα ακόμη

που φέρνουν αναγούλα, αλλά δε πρέπει να τα πω

γιατί ο νόμος του ιερού, ρητά τ’ απαγορεύει!)

Και όταν τα κατάφεραν

- άντρες ήταν γενναίοι –

Η τελευταία έκπληξη:

Τα τιμολόγια του ναού, στα ύψη είχαν ανέβη,

γιατί όπως ανάφερε και μία πινακίδα,

τον τελευταίο τον καιρό, έχει η ζωή ακριβύνει

και οι μισθοί και τα αγαθά, πτερόεντα έχουν γίνει.

Και είπαν οι δύο φίλοι:

μπας

οι πονηροί οι Βοιωτοί, επίτηδες το κάνουν

τους Αθηναίους γείτονες για να περιγελάσουν,

γιατί έχουν άχτι ιστορικό, επάνω τους να βγάλουν;

 

Το θέμα είναι ότι,

δώσε από δω, δώσε από κει,

ως και τον Πριαπάκη – τον Πάκη, το γαϊδούρι–

ενέχυρο τον άφησαν  για να τα βγάλουν πέρα

κι ως τις πηγές να φτάσουν.

 

Κι έτσι –μην τα πολυλογώ, 

της Μνημοσύνης το νερό

αφού ήπιαν, και της Λήθης,

στο τέλος τα κατάφεραν,  τον ένδοξο το μάντη

να δουν αυτοπροσώπως.

 

Ήτανε επιβλητικός!

Δαιμονικός!  Διεισδυτικός! Είχε πολλή σαγήνη!

 Ήταν ψηλός τα μάλα

-και ψεύδιζε μια στάλα.

Μα ήταν σαφής απ’ την αρχή:

 

Τειρεσίας

[Μακρύς χιτώνας και μακρύ μπαστούνι στο μπόι του-πίσω του ένας θρόνος- μπροστά του ο βωμός των θυσιών. Προφέρει το σ=θ και το ζ=δ]

Για να πιάθω επαφέθ, με του Ολύμπου τιθ κορφέθ,

βγάλτε έ(ξ)κθω τα βαλάντια, για να θτήθουμε θυθία.

Και δε θέλω οβολούθ, θκουριαθμένουθ και βαριούθ.

Οι θεοί και οι δαιμόνοι, δεν γουθτάρουν τθιγκουνιέθ.

 

Γι αυτό των Ελλήνων παίδεθ, για να έχετε αποκρίθειθ,

κι όλα να μην πάνε θτράφι,

βάλτε αθήμι και χρυθάφι εδώ πάνω θτην εθτία

και δε θέλω αντιρρήθειθ!

 

Λυσίστρατος

Θα σου δώσουμε ό, τι θέλεις,

δηλαδή ό, τι έχει μείνει στων θυλακίων μας τον πάτο,

μα την πίστη την αγία, φτάνει να τα καταφέρεις

να μας δώσεις απαντήσεις, παραινέσεις, συμβουλές.

Συ που διερευνάς και ξέρεις, των Ολύμπιων τις βουλές

και τι τρέχει αυτές τις μέρες, στις ουράνιες τις σφαίρες.

Όμως πρέπει να σου πούμε:

Τα ’χουμε δοσμένα  όλα,

όσα ως τώρα μας ζητήσαν  του μαντείου οι ανθρώποι,

πού πολύ μας βασανίσαν, μέρες τώρα αναμονή…

 

Κλεόβουλος

Και μελόπητες αφράτες

Και αρνάκι για θυσία

Και μοσχάρι και κριάρι

που αγοράσαμε βαρβατο

και πληρώσαμε αλμηρό

στο παζάρι εδώ πιο κάτω!

 

Λυσίστρατος 

-Αμέ!

 

Τειρεσίας

Ήταν προκαταρκτικά, όλα τούτα που μου λέτε,

για να δούμε αν οι θεοί, δέχονται να θαθ μιλήθουν

Μα αφήθτε τα αυτά -αν τελειώθαν τα λεφτά

Κατεβάδ(ζ)ω τα ρολά!

Τέλειωθε κι βίδ(ζ)ιτά θαθ!

 

Λυσίστρατος

Τειρεσία κάνε κάτι.

Δέξου αύριο να ρθούμε,

μα το Δία, τον παντογνώστη

 

Κλεόβουλος

Κάτι θε να σοφιστούμε…

Κι άλλους παράδες,

-ικανούς-

μα τη πίστη μου θα βρούμε.

 

Τειρεσίας

Αύριο θα ’μαι γυναίκα… Και θα μείνω με φουθτάνια

ένα μήνα πάνω κάτω, να ολοκληρωθεί ο κύκλοθ.

Άμα θέλετε ελάτε,

μα θα είναι η Τειρεδίνα που θα θαθ υποδεχτεί.

Κι επείδη θαθ βλέπω λαύρουθ, ρωμαλαέουθ και βαρβάτουθ,

ίθωθ άλλη γνώμη να’χει κι ίθωθ να θαθ απαντήθει,

αν και δεν το αποκλείω

και τον κώλο να κουνήθει…

 

Κλεόβουλος

Α!, το βύθθινο… χμ… το βύσσινο ας λείπει!

 

Τειρεσίας

Τότε ω άντρεθ Αθηναίοι, θτην πατρίδα θαθ γυρίθτε.

Δίχωθ του πθητού τη τθίκνα και χωρίθ θηκωταριά

χάνω τ’ ουρανού τα ίχνη

και δεν έρχονται οι δαιμόνοι

να μαθ πουν το τι θυμβαίνει.

Γιατί εδώ, θε μαθ, δεν είναι, θαν το θτέκι της Πυθίαθ,

που το δρόμο τηθ για νάβρει και θε έκθταθη να πέθει,

φύλλα πρέπει να μαθάει, θαν να ήτανε κατθίκα!

 

Λυσίστρατος [στο κοινο]

Φύλλα; Φύλλα!

Βρήκα; Βρήκα!

Μα τι έμπνευση! Τι λύση!

Μου ’ρθε τώρα στο κεφάλι.

Φτάνει να τον καταφέρω…

[στον Τειρεσία]

Φεύγουμε μεγάλε μάντη.

Μόνο θέλω να σου πω,

πως για έκσταση αν μιλάμε, στο δισάκι μου εδώ

ξεχασμένα από παλιά, έχω φύλλα από Κοκία

που μου δώσαν κάτι ναύτες, που τους πήρε ένα μπουρίνι

και τους πήγε μακριά, ως του ωκεανού τις άκρες.

Και να ξέρεις:

Απ’ τις δάφνες που μασάει η Πυθία,

το ταξίδι με Κοκία

είναι ανώτερο πολύ!

Τειρεσίας [με ξαφνικό ζωηρό ενδιαφέρον]

Τι λέθθθθ;!

Κάτι έχω ακουθτά.

Φέρε για να δοκιμάθω, κι αν το βότανο δουλεύει

τιθ θυχνότητεθ αν πιάθω, τότεθ επωφεληθείτε

Γιατί δαίμονεθ θα δείτε, που ’ναι πληροφορημένοι

και που θα τα πούνε όλα.

 

Λυσίστρατος και Κλεόβουλος [μαζί]

Είμαστε έτοιμοι ω μάντη.

Να σου πούμε τι ζητάμε;

 

Τειρεσίας

Δε χρειάζεται, το κθέρω!

Ειδαλλιώθ τι μάντηθ θάμαι!

Τώρα άνθρωποι θιγήθτε:

Να μιλήθουν οι θεοί!

[προς τα παρασκήνια-φωναχτά:]

Ατμόθφαιρα!

[Ακολουθούν ηχητικά και φωτιστικά εφέ (τύμπανα, πιάτα, μουσική, ατμοί κλπ) που φτάχνουν ατμόσφαιρα, ο Τειρεσίας σφίγγεται, αλλάζει χρώματα,  στο τέλος επικρατεί σκότος]

(τέλος δεύτερης σκηνής -συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής (περί Λυσίστρατου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Φεβρουαρίου, 2012

(όταν έχεις φίλους ειδήμονες, μπορεί να πάρεις και καμιά -πολύτιμη-  καλή κουβέντα)

Η Χαριτωμένη Σβαλίγκου είναι συνδέλφισσα στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ, όπου μεταξύ άλλων διδάσκει ¨Σημειωτική του Θεάματος¨, ¨Θεατρικό Λόγο και Επικοινωνία¨ και ¨Θέατρο του 20ού αιώνα¨.

 Ήταν λοιπόν φυσικό να απευθυνθώ σ’ αυτήν και να της πω: ¨Χάρις, κοίτα, έχω εδώ ένα πρωτόλειο θεατρικό, ρίξε μια ματιά και πες μου τι γίνεται. Να το ξανακάνω ή να ασχοληθώ καλύτερα με οτιδήποτε άλλο;¨

Μου είπε ¨ευχαρίστως¨, της έδωσα τον Λυσίστρατο χειρόγραφο, και ενώ περίμενα (και θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος) ότι μετά από λίγες μέρες μου θα έλεγε, ας πούμε: ¨Άντε καλά¨ ή ¨Προσπάθησε λίγο περισσότερο¨, ή ¨καλό¨ ή ¨κακό¨ ή εν πάση περιπτώσει μια προφορική απόφανση, η Χάρις μου έκανε τη τιμή να μου στείλει  τις απόψεις της γραπτά.

Να τες:   

Το θεατρικό έργο Ο Λυσίστρατος τον καιρό της ερ’μοποίησης του Βασίλη Νόττα είναι μια παρωδία, σε διακειμενική αντιστοιχία με τις παρωδίες ή σατιρικές κωμωδίες του Αριστοφάνη.  Γραμμένο με ρίμα, ρυθμό και ομοιοκαταληξία, ανακαλεί έργα του ευρωπαϊκού και του διεθνούς ρεπερτορίου, τα οποία διαθέτουν το στοιχείο αυτό του μέτρου, που επιπλέον συνηθίζεται ιδιαίτερα συχνά στον κωμικό θεατρικό λόγο καθώς τονίζει τη χιουμοριστική χροιά και τη χλευαστική διάθεση, τα κύρια χαρακτηριστικά της κωμωδίας.

Η εν λόγω παρωδία προσδιορίζεται εν πολλοίς από το φαινόμενο «θέατρο μέσα στο θέατρο», το οποίο αποτελεί την πεμπτουσία της θεατρικής τέχνης, συνιστά δηλαδή την κατ’ εξοχήν θεατρικότητα που δομείται πάνω στην πολυφωνία των πολλαπλών σημείων και δη των αισθητικών σημείων, τα οποία με τη σειρά τους ρυθμίζουν το συνολικό φάσμα της πλοκής του έργου. Εξάλλου το μήνυμα του κειμένου είναι απότοκο των δυνάμεων που εκπροσωπούν οι ήρωες-ρόλοι και τα πρόσωπα που αλληλεπιδρούν στις βαθείες δομές της πλοκής.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του φαινομένου αυτού τα πρόσωπα, ο χρόνος και ο χώρος χαρακτηρίζονται επίσης από τη θεατρικότητα, ιδιότητα που δηλώνει την υπερ-αλήθεια του θεατρικού λόγου και κυρίως της παραστάσεως και της δια-παραστάσεως. Έχουμε δηλαδή πάνω στη σκηνή ηθοποιούς που γίνονται θεατές των ηθοποιών μιας άλλης παραστάσεως που εκτυλίσσεται μπροστά τους, ενώ οι ηθοποιοί απευθύνονται άμεσα στους θεατές καταργώντας τη θεατρική ψευδαίσθηση, π.χ. ο Θίασος «ό,τι ήθελε προκύψει» παρουσιάζει, απευθυνόμενος στους θεατές, το έργο που θα παιχθεί. Παρατηρείται δε η εισαγωγή θεατρολογικού λεξιλογίου κατά κόρον:  «Θίασος, μονό­πρακτη παροδία», «θεατροθεραπεία» κλπ., στα εσκεμμένα ορθογραφικά λάθη των οποίων υπάρχουν επεξηγήσεις στις ντιρεκτίβες του συγγραφέα.

Αυτό το θεατρικό παιχνίδι μπορεί να συνεχιστεί στο διηνεκές. Εδώ η δράση υπογραμμίζει τη διαλεκτική σχέση της με τη θέαση και δεν εκδηλώνεται πάντα το φαινόμενο της εξέλιξης καταστάσεων, καθώς δίνεται η εντύπωση του στατικού εν σχέσει προς το χρόνο της πλοκής· τονίζεται, ωστόσο, η υπερ-πραγματικότητα κάποιων προβληματισμών και αφορισμών: «εάν αναμείξω νέα μηχανολογία με αρχαίες πρακτι­κές, θεατρο-μιμητικές», «να θεατροποιήσουμε», «το φάρμακο είναι το θέατρο». Τα πρόσωπα του έργου που ειδοποιούν την πλοκή με εξάρχοντα τον Αφηγητή, ο οποίος αποτελεί ένα είδος συνδέσμου μεταξύ των ενοτήτων και των προσώπων, εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο, διεκδικώντας τη θέση τους στο θεατρικό σύστημα, δηλαδή στην παράσταση, προκειμένου να σηματοδοτήσουν θεματικές όπως την αντιστροφή των ρόλων των δύο φύλων και την ουτοπική θα λέγαμε βελτίωση της θέσης της γυναίκας μετά την αλλαγή αυτή.

Παράλληλα με το αδιέξοδο των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνική σκηνή, τα πρόσωπα του θεατρικού έργου «κατασκευάζουν» με κάποιο τρόπο την πλοκή θέτοντας με γλαφυρότητα προβληματισμούς, τόσο για τον άνθρωπο σε σχέση με το παντοδύναμο καθεστώς του Πλούτου, του Παρά, της Αφθονίας, όσο και για την αλλοιωμένη και παρηκμασμένη εικόνα του κόσμου.  Στη νέα πραγματικότητα επισημαίνεται η αντικατάσταση των ανδρών ως ηγετικών στελεχών από τις γυναίκες σε επιχειρήσεις και εταιρείες και η γενικότερη ανακατάταξη του κοινωνικού πλαισίου μέσω της διαφορο­ποίησης της ηθικής και ιδεολογικής αντίληψης στο πλαίσιο της πολυ-πολιτισμικότητας.

Ο Λυσίστρατος είναι η μετωνυμία της σύγχρονης μορφής κοινωνίας, που δεικνύει τον άνδρα να παραγκωνίζεται από τη γυναίκα εντός της νέας τάξης πραγμάτων, όπου επικρατούν η δύναμη του χρήματος, η ανακατανομή της εξουσίας και, παρεπόμενα, η πλασματική εικόνα των καταστάσεων του κόσμου στην οποία παραπέμπει η συμβολική αντιστροφή της μυθολογικής Λυσιστράτης στην αρσενική, επίκαιρη σε μας έκδοσή της. Τον ίδιο προβληματισμό στοιχειοθετεί και η παρουσία του μάντη «Τειρεσία-Τειρεζίνας», παρωδιοποίηση της διπλής φυλικότητας του αρχαίου μάντη Τειρεσία, προβληματισμό που αναδύεται μέσα από τη χιουμοριστική αποδόμηση του αρχαιοελληνικού θεατρικού μύθου.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, που περιλαμβάνει το προοίμιο και επτά σκηνές, παρακολουθούμε τον Αφηγητή – ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τη φωνή του συγγραφέα – να οργανώνει τις σκηνές μεταξύ τους, τη διαπλοκή των προσώπων αλλά και τους διαφορετικούς «χρόνους» που υπεισέρχονται στο έργο.  Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι δεν πρόκειται για γραμμική αφήγηση γεγονότων, αλλά για εναλλαγή χρονικοτήτων, για μια χρονική και χωρο-χρονική ας πούμε «διασάλευση» της δραματικής εξέλιξης που εκφράζεται με τον μηχανισμό της παλινδρομήσεως ή ανα-λήψεως. Παρατηρούμε δηλαδή μια χωρο-χρονική αμφιδρόμηση από τη σύγχρονη εποχή στη μυθολογική αρχαιοελληνική εποχή, από την αίθουσα συγκεντρώσεως της τεχνολογικής σημερινής εταιρείας στο Τροφώνειο μαντείο χρησμών του Τειρεσία, και από τον Όλυμπο, την κατοικία των θεών στην Ακρόπολη, στην Πλάκα και στην Πνύκα. Η αμοιβαία αυτή μετατόπιση που διενεργείται εκατέρωθεν του δομικού πυρήνα του έργου, καταφάσκοντας στην παρωδιοποίηση της σύγχρονης μεσολογικής και τεχνολογικής «ερ’μοποίησης» μέσω της αναφοράς (διαμεσολάβησης) στον αρχαίο κόσμο, αποτελεί την ουσία του θεατρικού παιχνιδιού.

Επομένως, καθώς με τις πρώτες «ατάκες» και προαναγγελίες αρχίζει να τίθεται σε λειτουργία το «θέατρο μέσα στο θέατρο», όλα τα επιμέρους στοιχεία του θεατρικού λόγου μετατρέπονται σε αισθητικά σημεία, ενώ η διάβρωση που σημειώνεται στον δραματικό χρόνο μεταλλάσσεται επί σκηνής σε εστία σημασιών που απορρέουν με τη σειρά τους από τη συνάφεια, τόσο των διανοητικών, όσο και των αισθητικών-συγκινησιακών στοιχείων.

Τέλος, η παρουσίαση των προσώπων-ηθοποιών εν είδει cartoons συμβάλλει, ταυτόχρονα με τα λόγια του Ερμή, στη δημιουργία μιας πλασματικής πραγματικότητας, η οποία εντούτοις φέρει ενισχυμένο φορτίο προθετικότητας εκ μέρους του συγγραφέα, καθώς επιτυγχάνει να αποκαλύψει τη «γυμνή» αλήθεια:  τη βιομηχανοποίηση των πάντων στην εποχή μας, τον προσδιορισμό του σύγχρονου πολιτισμού από το καθεστώς του κέρδους και της εμπορευματοποίησης, τη γεωπολιτική διεύρυνση του πεδίου της είδησης, με άλλα λόγια την αποδόμηση του μύθου γενικότερα, δια της απομυθοποίησης των παραδοσιακών μορφών και αντιλήψεων.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η μεσολογική εποχή μας – το όνομα του δαίμονα Παπαράσιο τα λέει όλα:  το «μέσον» (μεσολογικό, που μεσολαβεί) «δαίμων» (δαιμονική ισχύς), Παπαράσιο (παπαράτσι – δημοσιογράφοι που κυνηγούν την είδηση με κάθε τρόπο) συντελεί στην απομυθοποίηση των μέχρι τούδε παραδεδεγμένων αρχών εισάγοντας καινοτομίες ρηξικέλευθες και, εν πολλοίς, ανατρεπτικές, επιβάλλοντας νέες, θεσμικές ανακατα­τάξεις σε όλους τους τομείς του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Ποια είναι η λύση;  Εμφανίζεται η ΟΥΤΟΠΙΑ που είναι, βέβαια, μια ψευδαί­σθηση.  Τελικά την απάντηση δεν δίνει η θρησκεία, ούτε η πολιτική, ούτε η φιλοσοφία, ούτε και ο πλούτος ή η εξουσία, αλλά η Τέχνη, ειδικότερα η θεατρική τέχνη μέσω της μαγικής επενέργειας της κάθαρσης που μπορεί να αποβεί ελπιδοφόρα ανοίγοντας προοπτικές για μια διαφορετική φυσιογνωμία του πλανήτη μας.

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΡΜΟΠΟΙΗΣΗΣ (μετά το προοίμιο, ιδού η πρώτη σκηνή)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Φεβρουαρίου, 2012

Σκηνή πρώτη 

[Φωτίζεται το τμήμα της σκηνής όπου είναι συγκεντρωμένοι οι  εργαζόμενοι: οι γυναίκες και παραδίπλα η ομάδα των ανδρών]

Αφηγητής

Ποιανού του ήρθε έμπνευση ;

Ποιος θέλει να προτείνει,

θέμα, ζήτημα, πρόβλημα να θεατροποιήσουμε;

[Σηκώνεται μία γυναίκα, αλλά αμέσως την πλαισιώνουν κι άλλες και γίνονται κάτι σαν χορός γυναικών. Επίσης, ενώ μιλάνε, αλλάζουν ρούχα, φοράνε τα κατάλληλα σεντόνια, -πριν, απλωμένα εν είδη μπουγάδας ή σκηνικού χωρίσματος- ανασηκώνουν τα μαλλιά και μετατρέπονται σε αρχαίες]

Γυναίκα Α

Εγώ θέλω να πω κάτι,  κι ένα θέμα να προτείνω…

Γιατί ζήτημα υπάρχει, κι είναι μάλιστα επείγον!

Φωνές από κάτω:

Τι; Πες; Πές το!

Γυναίκα Α  

Ποοοού επήγανε οι άντρες; (κοιτάζει διερευνητικά)

Πού επήγαν οι ιππότες;

που σου άνοιγαν τις πόρτες, κι έκαναν στο πλάι πάντα,

να περάσει μια κυρία; [γυρνάει στις άλλες]

Μου το έλεγ’ η γιαγιά μου: «Λίγο χαμηλοβλεπούσα

με τακούνι και με τσάντα και το σύζυγο στην μπάντα!» [επιδοκιμασίες]

Γυναίκα Β

Πού πήγαν οι αρσενικοί; 

Που απλώναν τα σακάκια τους τις λάσπες να περάσεις (στις άλλες)

-Κι αυτό μου τόπε η γιαγιά: ότι στα χρόνια τα παλιά

συνήθιζαν οι άντρες, γυναίκα για να ρίξουνε…

Όλες μαζί:

Εδώ υπάρχει πρόβλημα

και πρέπει να το θίξουμε (λύσουμε)

Γυναίκα Γ

Πού επήγανε τα αγόρια;

Που για τα μισοφόρια,

μπορούσανε να τσακωθούν ;

Και στο νοσοκομείο…

(την διακόπτει μια άλλη:)

Ακόμη και στης φυλακής

τα σίδερα! (μαζί:) να μπουν;

Γυναίκα Α

Ναι, πρέπει να το πω  και να το’ μολογήσω:

Δώσαμε τους αγώνες μας και κάμποσα κερδίσαμε.

Όμως, καθώς παλεύαμε [γυρίζει προς τις άλλες που συμφωνούν

] -και δε γυρνάμε πίσω-

είχαμε στόχους νόμιμους και ξεκαθαρισμένους:

Αυτούς τους άντρες τους σκληρούς, τους κακομαθημένους

να τους αλλάξουμε μυαλά…

Αλλά… [γελάει πονηρά στις άλλες που υπερθεματίζουν]

έτσι και  είχανε και μερικά καλά,

αυτά να μη τα χάσουμε,

γιατί τι να τον κάνουμε

τον άντρα τον λαπά, τον αποτριχωμένο;


Όλες μαζί:

Ω τι κακό είναι πια να ζεις

Καιρό ξεθωριασμένο

Κι άλλους καιρούς πιο ζόρικούς

Κι όχι ξενερωμένους

Να νοσταλγείς….

Γυναίκα Δ (η πιο μικρή και ξαναμμένη σε ρυθμό ραπ)

Που είναι η βαρβαρίλα;

Και οι παλιές αξίες;

Που είν’ τα νταηλίκια;

Που πήγαν τα καμάκια ;

Πού είναι οι εφαψίες;

Κορυφαία (Γυναίκα Α) [–την τραβάει απ’ την κοτσίδα]

Μωρή κάθισε κάτω!

Και άσε τις αηδίες!

Όλες μαζί: [ολίγον υστερικά]

Θέλω  μαμά μου ένα αντρούλη

Λίγο ζορικούλη

Λίγο μασκαρά

Μία Να πληρώνει στην ταβέρνα

Άλλη Στο ταξί στο σινεμά

Άλλη Και να έχει λίγη μπέσα

Όλες Να περάσουμε καλά!

Θέλω να με προστατεύει

Όλα να τα κουβαλά…

Τις γυναίκες να αγαπάει

Να λατρεύει τα μωρά…

[Συμβαίνει κάτι σαν μπουμπουνητό, ξαφνική βροντή Φωτίζεται η τεράστια οθόνη. Εμφανίζεται η επιγραφή Χέρμες Κόμπανυς Στην οθόνη εμφανίζεται παραταγμένη σειρά επιτυχημένων στημένων γυναικών σε στιλ Γιάπα! Κωμικός χορός: κάτι ανάμεσα σε ρομπότ/παρέλαση με γόβα/πασαρέλα (εκδοχή: εκθηλυμένος και πολιτικώς ορθός αυταρχισμός)

Φωνή από μεγάφωνο: [το ρ=γ]

Εδώ Χέγμες Κόμπανυς πα(ρ)γακαλούνται τα στελέχη να αφοσιωθούν αμέσως στην αύξηση της πα(ρ)γαγωγικότητας. Σκέψεις αναπα(ρ)γαγωγής αποκλείονται. Διανομή δονητών στο διάλειμμα. Π(ρ)γόζακ με μέτ(ρ)γο και όχι σε π(ρ)γόζα στο τέλος του ωα(ρ)γίου

[Εμφανίζονται στην οθόνη, σε γκρο πλάν, εμφανώς ξαναφτιαγμένες, οι δυο γριές των ¨εκκλησιαζουσών¨ (που δε θέλουν να αλλάξει τίποτα κι είναι ευχαριστημένες από την νέα την τροπή των πραγμάτων)].

Γριά στην οθόνη

Μα τι θέλουν επιτέλους –μα την Θεία Πραξαγόρα -

τούτες οι μαλακισμένες, τώρα που οι καιροί αλλάξαν;

κι έχουμε το πάνω χέρι;

Δεύτερη γριά

Τώρα που καταφέραμε τόσα ταμπού να ρίξουμε

Τόσες προκαταλήψεις!!!

Κι αντί για όσα έγιναν, με των θεών τη χάρη

και των πλαστικών χειρούργων

το θαυματουργό νυστέρι

να ναι ευχαριστημένες…

αυτές δες,  γκρινιάζουν πάλι!

Πρώτη γριά

Τώρα που τα κωλομέρια απ’ τη θέση τους δε πέφτουν.

Τώρα που και τα βυζιά, σηκωθήκανε ψηλά,

και κοιτάζουνε τα αστέρια…

Δεύτερη γριά

Τώρα που οι ελπίδες οι κρυφές και οι ανο-μολό-γητες

βρήκανε ανταπόκριση

Ας ειν’ καλά η διαφώτιση

-μη κυβερνητική-

Κι η- λίπο-άναρ-ρό-φηση

Πρώτη γριά

Τώρα τι θέλουνε αυτές;

Να μας κάνουνε χουνέρι;

Και οι αρσενικοί ξανά,

να χουνε το πάνω χέρι;

[Και οι δύο]  Άπα-πάπα παπαπά

Δεύτερη γριά

Τώρα Που ως και η γέννα, υποχρεωτική δεν είναι

κι έτσι κι έχεις το Παρά, και δε θέλεις την ευθύνη

πας, νοικιάζεις μια κοιλιά, και γλυτώνεις μια χαρά

κι από την εγκυμοσύνη

κι από τις επιπλοκές …

Χορός γυναικών

Μία είναι η εταιρία!

Μία είναι η μητρική!

Και πολλές και πιο μικρές

είναι οι θυγατρικές.

Κι είναι όλες θηλυκές!

Και εμείς κόρες μπιστικές

του πανέξυπνου Ερμή!

[Οι δικές μας ενώ τραγουδούν, μπαίνουν στη σειρά και απομακρύνονται από το προσκήνιο με βιομηχανικό ρυθμό. -Η οθόνη με τις δύο γριές σβήνει σιγά σιγά] Αφηγητής

Κι όμως θα ’λεγε κανένας πως τα πάνε μια χαρά!

Κι είναι κι επιτυχημένες.

Μα τι θέλουν οι γυναίκες επιτέλους;

Λέτε να ’ναι αυτή εδώ

-Άραγε-

η Αρχή του Τέλους;;;

[Σηκώνεται ένας από τους Άντρες (Λυσίστρατος), και μετά άλλοι, φτιάχνοντας τον χορό των ανδρών - φορούν και αυτοί, καθώς μιλούν, ιμάτια και μεταμορφώνονται σε αρχαίους]

Άνδρας/Λυσίστρατος

Καλά τά ’παν οι γυναίκες. Όμως όλα δε τα λένε.

Γιατί αυτές που ’χουν αλλάξει

είναι εκείνες κι όχι εμείς.

Κλεόβουλος

Αδελφέ μου τι τα θες;

Γίνανε επιθετικές!

Χορός

Μα το Δία! Τι μας λες!

Λυσίστρατος

Και αντί στην Αφροδίτη, την καυτή την ερωτιάρα,

που λατρεύαν μέχρι χτες,

θυσιάζουν στου Ερμή, την πανούργα πονηράδα!

Χορός

Άς τα είναι να τα κλαις!

Λυσίστρατος

Τώρα βγήκαν απ’ τα σπίτια κι ήρθανε στην Αγορά

και ζητάνε με τερτίπια, να διευθύνουν τον παρά…

Κι όλη την οικονομία…

Κορυφαίος Χορού ή όλος ο χορός

Πού  ’νε η γυναίκα η μάνα;

Κι η καυτή  η ερωμένη;

Κι η καλόκαρδη πουτάνα;

Κι η ναζιάρα κι η μουσίτσα;

Κι  η τρελή καμωματού;

Απαλή και ερωτιάρα;

Που να κρυφτήκανε μου λες;

Τώρα είναι του συρμού

η γυναίκα η τσιτωμένη,

ζόρικη κι εκνευρισμένη.

[όλοι μαζί]

Στο είπα: είναι να τα κλαις!

Λυσίστρατος

Γίνανε όλες τους στελέχη. Αγοράζουν και πουλάνε

και για των αντρών τις κάψες

(όλοι μαζί: Πέρα βρέχει, πέρα βρέχει…) 

Ήμασταν κι εμείς, δε λέω, και αφέντες και τσογλάνια

Το ’χαμε παρατραβήξει, το σκοινί, το παλαμάρι…

Κλεόβουλος

Παραλίγο να μας πνίξει .

Λυσίστρατος

Με πολέμους και συγκρούσεις, μ’ άρματα τρομακτικά

Του θανάτου είχαμε γίνει όργανα.

-Αλλά κι εκείνη

–η Λυσιστράτη-

άλλα είχε υποσχεθεί.

Είπε: αν σταματήσουμε πολέμους να σκαρώνουμε

κι αντί να σκοτωνόμαστε και να ξεκοιλιαζόμαστε,

σπίτια μας αν γυρίσουμε, και στη γλυκιά παστάδα…

Χορός

Άιντε, και στη μπουγάδα, αν είναι αυτό το τίμημα.

Λυσίστρατος

Τότε του έρωτα οι θεοί, αυτοί θα αναλάβουνε.

Κορυφαίος χορού

Η Λυσιστράτη το ’λεγε, μα εμείς δεν την ακούγαμε.

Τον πόλεμο τον κάναμε, και ω τι μοίρα σκοτεινή!

Τον πόλεμο τον χάσαμε!

Λυσίστρατος

Το δίδαγμα το πήραμε, -αργά ήτανε βέβαια.

Τις επιθέσεις πάψαμε, τσακώματα κι αρπάγματα.

Βίαιοι πια δεν είμαστε…

Κι αν οι γυναίκες θέλουνε τα πράγματα να αλλάξουνε,

με αγάπη και με έρωτα

-τι πράγματα ευεπίφορα! και τι ελπίδες νέες !-

την πόλη ας διοικήσουνε,

αντίρρηση δεν έχουμε…

Χορός

Είναι καλοδεχούμενες,

Είπαμε… Τότε.

Κλεόβουλος

Μέχρι και την Πραξαγόρα με τις εκκλή-σιά-ζουσές της

Που ντυθήκανε σαν άντρες, μες την εκκλησία του Δήμου

και κοτσάρανε και γένια,μα και ξύλινα τσουτσούνια

Και που νέους νόμους φτιάξαν…

Κι εμάς μας υποχρέωσαν

-δήθεν της πόλης το καλό, πως το υπαγορεύει-

γριές να καβαλήσουμε, ξερές σταφιδιασμένες…

ως κι αυτό, το ανεχτήκαμε

Αλλά….

Χορός

…τούτες εδώ δε τρώγονται, με εμάς πάλι τα βάζουνε,

Και μας κατηγορούνε…

Κορυφαίος χορού

Πρόταση έχετε καμιά;

Πώς να το ξεπεράσουμε ;


Λυσίστρατος

Να μη τα παρατήσουμε κι απ’ τους θεούς ν’ αρχίσουμε.

Να πάμε στα μαντεία που επι-κοι-νωνία

έχουν με τις Δυνάμεις.

Δε ξέρω αν με πιάνεις;

Χορός

Ναι, το είπες, είναι η λύση:

Για να γίνει το γαμήσι πάλι άπιαστη ηδονή,

πρέπει να πάμε στα μαντεία, και εκεί -καλού κακού-

θα την βρούμε την αιτία του κακού μας ριζικού.

Κορυφαίος

Τότε, τι λες για την Πυθία;

Λυσίστρατος

Σ’ αυτήν όχι.

Χορός

Γιατί όχι;

Λυσίστρατος

Πρώτα απ’ όλα είναι γυναίκα.

Άλλα κι όπως όλοι ξέρουν, άλλα αντ’ άλλων ξεφουρνίζει.

Του ξεκάθαρου του λόγου δεν κατέχει την αξία

και χρειάζεται ερμη-νείες.

Δηλαδή πάλι ο Ερμής, βάζει την ουρά του μέσα

κι ο Ερμής δεν έχει μπέσα.

Κορυφαίος

Τότε πού;

Λυσίστρατος

Έμαθα στη Βοιωτία, στου Τροφώνιου το πηγάδι

έφτασε καινούργιος μάντης.

Είναι από τρανή γενιά και με επάξια θητεία.

Εγώ λέω σε αυτόν να πάμε, διόλου μην καθυστερούμε

κι ύστερα, αφού απ’ το μάντη έγκυρα διαφώ-τιστούμε

για τα αίτια των βασάνων που μας κάτα-τύραν-νούνε,

κι αφού μάθουμε τι τρέχει, εδώ δα στην Εκκλησία

α ξαναβρεθούμε πάλι, αποφάσεις να ληφθούνε

άπο-τέλε-σμάτι-κές,

για του βίου μας το χάλι.

Μέλη Χορού

Χαλάλι!  

Συμφωνώ.  - Κι εγώ κι εγώ!

Κορυφαίος

Και ποιος λέτε να αναλάβει 

την αποστολή ετούτη;

Μέλος χορού

Λέω να ’ναι ο Λυσίστρατος.

Που ίσα με τα τώρα, τα πε καλά -και ήτανε

σωστός μα και  λαλίστατος.

Άλλο μέλος χορού

Κι έπειτα, αμερόληπτος στα σίγουρα θα είναι.

Γιατί τις αγαπάει στο βάθος τις γυναίκες

Τουλάχιστον μιαν απ’ αυτές… [γελάνε πονηρά]

Λυσίστρατος

Εντάξει. Είμαι μέσα.

Και λέω να πάμε δύο,  

δώρα να κουβαλήσουμε στον ήρωα Τροφώνιο,

μα και στον Αγαμίδη, τον αδικοχαμένο.

Κι όσο για τους Βοιωτούς,

που μας αντί-παθούνε

κι αν μάθουνε τα χάλια μας, σίγουρα θα χαρούνε:

δώρα!: στάχτη στα μάτια…

Κορυφαίος

Ας πάει στα κομμάτια!

Και ποιον προτείνεις δεύτερο;

Λυσίστρατος

Το φίλο τον Κλεόβουλο.

Είναι λίγο χοντρούλης, μα στις πορείες αντέχει!

Κορυφαίος

Την έγκριση την έχει.

Λυσίστρατος

Τότε άντρες τι καθόμαστε και επαναπαυόμαστε

στις δάφνες τις παλιές; [στον Κλεόβουλο]

Παίρνουμε το ραβδάκι μας, μαζί και το δισάκι μας…

Κλεόβουλος

Και σε ένα γαϊδουράκι φορτώνουμε τα δώρα

Και ξεκινάμε…τώρα.

Λυσίστρατος  Άιντε, πάμε! (τέλος πρώτης σκηνής )

(συνεχίζεται)

………………………………..

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Συνειρμικές μουσικούλες

1.  Tango του 1932 σε μουσική Bobby Collazzo και στίχους Πωλ Μενεστρέλ. 


2.Mama, yo quiero un novio


3.Εγώ είμαι η νέα γυναίκα. ”Παναθήναια του 1908″.  Στίχοι: Γιώργος Τσοκόπουλος & Μπάμπης Άννινος Μουσική: Vincenzo Di Chiara Eκτέλεση: Κατερίνα Κούκα


4.  Αχ Βαλεντίνα Στίχοι: Γιώργος Μητσάκης Μουσική: Γιώργος Μητσάκης Πρώτη εκτέλεση: Μαρίκα Νίνου & Γιώργος Μητσάκης & Γιάννης Τατασσόπουλος ( Τερτσέτο )


ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Θέλω μαμά έναν αντρούλη (1931)

Θέλω μαμά έν’ αντρούλη
λίγο νοστιμούλη
με ξανθά μαλλιά
να μην έχει ερωμένη
και να μη φορεί γυαλιά
για να είμαι ευτυχισμένη
και να μη μου αντιμιλά
να’ μαστε οι δυο μονιασμένοι
κι όλο να περνούμε με φιλιά τρελά.

Εν πρώτοις να μη καπνίζει
να πίνει μόνο νεράκι
στα κέντρα να μη γυρίζει
και να χορεύει λιγάκι.

Να έχει άκρα υγεία
στα σπορ να έχει μανία
να ξέρει και πυγμαχία
για τις δικές μας σκηνές.

Θέλω να έχει παράδες
να’ χει θείους και θειάδες
για κληρονομιά.

Απαραίτητος δε όρος
να μη μου ζητά παιδί
να μην είναι δικηγόρος,
δεν τον θέλω ποιητή.

Θέλω μαμά έν’ αντρούλη
λίγο νοστιμούλη
με ξανθά μαλλιά
να ξέρει γλώσσας πεντ-έξη
να έχει γλώσσα δεν πρέπει,
σαν του μιλώ, ούτε λέξη,
πολλές φορές να μη βλέπει.

Μετάλλια να ‘χει ανδρείας
να είν’ αβρός στας κυρίας
να μην αρνείται αγγαρείας
και να ‘ναι και τρυφερός.

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα

Κάτω τα βέλα και τα καπέλα
και οι ουρές και τα πομ – πομ και τα φτερά
δεν θέλω φούστες, κορσέδες, σούστες
και οι καυγάδες, οι κουζίνες, τα μωρά.

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα
που θα καπνίζω και θα σφυρίζω, [ψηφίζω]
η καθεμιά μας αξίζει για δέκα
δε δίνω γι’ άντρες έναν παρά,
η καθεμιά μας αξίζει για δέκα
δε δίνω γι’ άντρες έναν παρά.

Δεν θέλω άντρες, κουμπιά και χάντρες
και παραιτούμαι από το νοικοκυριό,
δεν θα γυρεύω να μαγειρεύω
και εις τον άντρα μου θα κάνω το θεριό.

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα
που θα καπνίζω και θα σφυρίζω,
η καθεμιά μας αξίζει για δέκα
δε δίνω γι’ άντρες έναν παρά,
η καθεμιά μας αξίζει για δέκα
δε δίνω γι’ άντρες έναν παρά.

Αχ Βαλεντίνα

Αχ Βαλεντίνα αχ βρε τσαχπίνα
μόρτικα κομμένα τα μαλλιά σου
σαν αγοροκόριτσο η μηλιά σου
‘έχεις κούρσα και σωφάρεις
κι όπου θέλεις ρεμιζάρεις
‘έγινες και σωφερίνα
κι όπως πας σε λίγα χρόνια Ι
θα φορέσεις παντελόνια Ι
Βαλεντίνα Βαλεντίνα Ι Δις

Αχ Βαλεντίνα αχ βρε τσαχπίνα
είσαι μια μποέμισσα σπουδαία
κάνεις την πιο όμορφη παρέα
στα μπουζούκια σαν πηγαίνεις
και χασάπικο χορεύεις
ξετρελαίνεις την Αθήνα
κι όλοι οι μάγκες σ’ αγαπούνε ι
και παντού σε συζητούνε Ι
Βαλεντίνα Βαλεντίνα Ι Δις

‘Έχεις κούρσα και σωφάρεις
κι όπου θέλεις ρεμιζάρεις
‘έγινες και σωφερίνα
κι όπως πας σε λίγα χρόνια Ι
θα φορέσεις παντελόνια Ι
Βαλεντίνα Βαλεντίνα Ι Δις

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΡΜΟΠΟΙΗΣΗΣ (αρχίζει κάπως έτσι…)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Φεβρουαρίου, 2012

Συνοδευτική μουσικούλα: SCOTT JOPLIN The Ragtime Dance ( γράφτηκε το 1906)





 

Προοίμιο

[Η σκηνή αναπαριστά το κεντρικό σημείο της αίθουσας συγκεντρώσεων μιας μεγάλης εταιρείας, όπου έχουν τοποθετηθεί, παράξενα μηχανήματα με πολύχρωμους δείκτες και φωτάκια.

Υπάρχει συνεργείο τηλεόρασης που ετοιμάζεται να ¨τραβήξει¨ στιγμιότυπα.

Με το άνοιγμα της αυλαίας μπαίνουν τα στελέχη Α (άνδρας) και Γ (γυναίκα).

 

Στέλεχος Α

Είναι όλα εδώ εντάξει; Γιατί όπου να ’ναι φτάνουν…

 Στέλεχος Γ

Ναι. Νομίζω ότι μπορούμε και να τους υποδεχτούμε…

 Στέλεχος Α

Καλωδιώσεις; Διασυνδέσεις;

 Στέλεχος Γ

Όλα εντάξει!

Όλα μπήκανε απ’ τους ίδιους, τους στενούς τους συνεργάτες

του διασήμου ερευνητή Μιχαλάκη Κελκλιμένου,

της ψυχής αναλυτή, διανοητή και εφευρέτη,

και της Νέας Εποχής, ήρωα διακεκριμένου.

[δείχνει τις παράξενες μηχανές τριγύρω]

Φέρανε υπολογιστές, μηχανήματα μυστήρια,

και οθόνες και κονσόλες,

πρίζες, βύσματα, καλώδια

και τις διασυνδέσεις όλες,

τις εκάναν μοναχοί τους.

 Στέλεχος Α

Α, εντάξει! [εμπιστευτικά]

Κοίτα, είναι σοβαρό!  Και πολλές είναι οι καριέρες

που απολύτως εξαρτώνται, απ’ το πείραμα αυτό.

 Στέλεχος Γ

Το καταλαβαίνω πλήρως. Είναι κατανοητό

πως μετά τη νέα κρίση και τ’ αδιέξοδα τα νέα,

είναι η τελευταία ελπίδα.

Κι αν το πείραμα αποτύχει…

 Στέλεχος Α

Όχι, μη το λες. Δεν θέλω

να ακούω εικασίες,

πρόωρους πεσιμισμούς και απαισιοδοξίες,

Παρά λέγε:

Βγήκε ανακοίνωση σ’ όλους τους εργαζόμενους;

Και κυρίως προς εκείνους, που συμπτώματα εμφανίσαν

πως την ίωση την νέα, ενδεχόμενα κολλήσαν;

 Στέλεχος Γ

Ναι, αρχίζουμε απ’ αυτούς.

Έχουν όλοι προσκληθεί, κι έχει υπογραμμιστεί,

και με bold και δια ροπάλου:

Ολονών η παρουσία, είναι υποχρεωτική!

 Στέλεχος Α

Έτσι πρέπει. [ψάχνει τις τσέπες του]

Για να δω.

Δεν τις ξέχασα, είναι εδώ…

Λέω για τις σημειώσεις, γιατί πρέπει να εκφωνήσω

επίσημο χαιρετισμό.

 Στέλεχος Γ

Ετοιμάσου,

γιατί ήρθαν οι δικοί μας. Έφτασε η πρώτη ομάδα…

[Εύθυμη αλλά εμφαντική μουσική: Μπαίνει η ομάδα των εργαζόμενων -άνδρες και γυναίκες- παραπατώντας κωμικά και σκουντουφλώντας ο ένας στον άλλον]

Η ασφάλεια τους φέρνει

σηκωτούς,

δες, κινούνται σαν χαμένοι, όλοι καταπλακωμένοι,

έρμαια της νέας αρρώστιας…

Αλλά κοίτα κι απ’ την άλλη, έφτασε κι ο Κεκλιμένος…

[Μπαίνει ο καθηγητής, κάπως σαν του Κάλκουλους (Τουρνεζόλ) του κόμικ Τεν Τέν: Μακριά επιστημονική ρόμπα, στρογγυλά γυαλιά, παπιγιόν, φαλάκρα με πέριξ αχτένιστη φουντωτή κώμη, μουστακάκι και μούσι].

 Στέλεχος Α [σπεύδει προς τον καθηγητή και του δίνει το χέρι]

Χαίρετε καθηγητά!

Είναι ομολογουμένως

ευχαρίστηση μεγάλη, η παρουσία σας εδώ.

Και προσωπικά δική μου, αλλά και της εταιρείας…

Κεκλιμένος [δίνει το χέρι του στα δύο στελέχη]

Είμαι ο δόκτωρ Κεκλιμένος,

της ψυχο-τεχνολογίας, άσος αναγνωρισμένος,

[προς το στέλεχος Γ]

κι από την υποδοχή σας ασφαλώς γοητευμένος,

έτοιμος να απαντήσω, σ’ ερωτήσεις και απορίας

ευχαρίστως και ασμένως!

Στέλεχος Γ [χαιρετάει κι αυτή τον καθηγητή]

Η συνεργασία μαζί σας και την άξια ομάδα

διαπρεπών επιστημόνων, που επάξια οδηγείτε

είναι πλέον μόνη ελπίδα…

Στέλεχος Α (την διακόπτει και βγάζει τις σημειώσεις του)

Επιτρέψατέ μου δόκτωρ, να αναφέρω εν συντομία

τα κυριότερα σημεία, που τη νέα επιδημία

αφορούν και περιγράφουν

-Μια που ήρθε κι η Τι Βι-

του πειράματος αυτού, για να γίνει αντιληπτή,

από κάθε θεατή, η μεγάλη σημασία.

 Κεκλιμένος

Παρακαλώ.

 Στέλεχος Α

Που λέτε,

απ’ εκεί που ήμασταν όλοι,

(εργοδότες, εταιρείες), κατά-ενθουσιασμένοι

που κοπήκαν οι παλιές κι αντιπαραγωγικές,

σκορποχέρες παροχές,

και που φτιάξαμε μια νέα γενεά εργαζομένων,

ημι-απασχολουμένων,

με ωράριο ελαστικό, αμοιβές συντετμημένες,

-και με τα συμφέροντά μας, και τη Νέα Εποχή,

τέλεια συγχρονισμένες-

Να σου που απρόσμενα…

εμφανίστηκε ιός!

Φοβερός και τρομερός!

Πλήττει τους εργαζομένους!

Και η παραγωγικότης πέφτει, πιο πολύ κι από παλιά.

Και η ύφεση αρχίζει, σαν θηρίο που ξυπνά,

όλα να τα απειλεί.

Και… χωρίς σήμα να δώσει και να προειδοποιήσει

ξαφνικά, η επιδημία,

γίνεται απειλητική!

Κι οι εργαζόμενοι τα χάνουν…

Πιο πολύ οι ελαστικοί, κι οι μισό-ασφαλισμένοι.

Σκουντουφλούν, παραπατάνε, σ’ έναν λόξυγκα κολλάνε

κάθε τόσο.

Κάθε αίσθηση δικαίου, κι αν την είχανε την χάνουν.

Κι αν η κρίση ωριμάσει;

Ή φουσκώνουνε και σκάνε, σαν ελαστικοί που είναι,

μ’ ένα παταγώδες ¨Μπαμ¨!

Ή εάν την προσπεράσουν, γίνονται σκληρόπετσοι

μ’ ελαστική συνείδηση, και πολύ επικίνδυνοι.

Στέλεχος Γ

Και δεν ξέρεις τι να κάνεις, μήτε και υπάρχουν λύσεις.

Δεν τους προσέλαβες ποτέ, κι έτσι τώρα δεν μπορείς,

ούτε  να τους απολύσεις…!

 Στέλεχος Α

Αγαπητέ καθηγητά.

ξέρετε κι εσείς καλά, ότι κάτι δε πηγαίνει

κι ότι η πραγματικότης, τις προβλέψεις αντιβαίνει…

 Κεκλιμένος

Ακούσατέ με αγαπητοί.

Ενεδίφησα αρκούντως, εμβριθώς, σχολαστικώς,

εις το πρόβλημα το νέον –τον ατίθασον ιόν-

που ανεφάνη απροβλέπτως, αλλά και ακαριαίως

Όμως,

Εγώ και η ομάδα μου, η επι-στημο-νική

πάντα σε συνεργασία, αμοιβαίως ωφελή,

με την Μέγιστη Εταιρεία,

πρόγραμμα εκπονήσαμε και επινοήσαμε

μία νέα θεραπεία.

 Στέλεχος Α και Γ

Μπράβο, προφεσόρε, μπράβο [χειροκροτούν]

 Κεκλιμένος

Και ελπίζω ότι τώρα, θα μπορέσω ν’ αποδείξω

Ότι εάν αναμείξω, νέα μηχανολογία,

με αρχαίες πρακτικές, θεατρο-μιμητικές,

το παιχνίδι θα κερδίσω και θα αποκαταστήσω,

την εργασιακή ηρεμία!

Δείτε τώρα τι θα γίνει:

Ένας, ένας, οι ασθενείς, το κεφάλι τους θα βάλουν

μεσ’ την κάσκα εκεί πέρα, που αχνο-φεγγοβολάει.

Έτσι, θα υποβληθούνε σε λογο-ακτινοβολία

και θα τους λυθεί η γλώσσα

–σίγουρα θα πουν καμπόσα!

Παραλλήλως, θα εισπνεύσουν, εκεί δα στον ψεκαστήρα

μια ουσία καινοτόμο,

αμιγώς χειροφτιαγμένη εις τα εργαστήριά μου

κι ένα φάρμακο θα πιούνε, που θε να τους απαλλάξει

από τις ψευδο-αναστολές.

Τότε,

μία τεχνική παλιά, κι απελεύθ-ερωτική,

σίγουρη, δοκιμασμένη σε παλιές τελετουργίες,

παραστάσεις, τελετές

-την θεατροθεραπεία-

θα τους κάνω, να μιλήσουν.

Όχι ασυνάρτητα, αλλά μέσα σ’ ένα κύκλο

νοημάτων και πλοκής.

(Και το μόνο που δεν ξέρω, αλλά σύντομα θα δείξει,

είναι τι θέμα θα διαλέξουν, αυθορμήτως, αυτομάτως,

-κι ασφαλώς ασυνειδήτως-

καί αυτό-σχεδιασμούς, γύρω του θα επιχειρήσουν).

Κι όταν φτάσουν στον πυρήνα, και να πάρουνε θελήσουν

αποφάσεις για το μέλλον,

τότε παρεμβαίνω εγώ, κι όλα τα καθοδηγώ

για της νέας κοινωνίας το πραγματικό συμφέρον

(αλλά και της Εταιρείας).

Είμαστε έτοιμοι;

Στέλεχος Α

Βεβαίως!

[οι υπόλοιποι, τηλε -συνεργείο, νεύουν καταφατικά]

 Κεκλιμένος

Ας αρχίσουμε λοιπόν!

[Μουσική: αρχίζει ο χορός της κάσκας, κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι μπαίνουν εναλλάξ κάτω από την κάσκα (κάτι αν ανάμεσα σε κάσκα εξερευνητή και σε κάσκα κομμωτηρίου), εισπνέουν από τον ψεκαστήρα, και παίρνουν, σε πλαστικό ποτηράκι, το μαντζούνι, από έναν αυτόματο διανομέα υγρών , ψιθυρίζοντας ρυθμικά και όλο πιο δυνατά: «κάσκα, ψεκασμός, μαντζούνι –κάσκα, ψεκασμός, μαντζούνι».

Σε κάποιο σημείο, ο Κεκλιμένος τραβάει ένα μοχλό και στην οθόνη εμφανίζεται ένας μονόχειρας ληστής του οποίου περιστρέφονται οι ροδέλες: η περιστροφή σταματά σε τριπλή ζωγραφιά αρχαίας γυναίκας, ή στην επιγραφή ¨Λυσίστρατος¨ οπότε οι εργαζόμενοι αποκτούν και περιφέρουν ένα μικρό πλακάτ, όπου αναγράφεται ο ρόλος ή οι ρόλοι που θα παίξουν στο παιχνίδι. Οι υπόλοιποι κινούνται επίσης ρυθμικά.

Μετά η σκηνή σκοτεινιάζει αργά, η μουσική χαμηλώνει, και εμφανίζεται στην οθόνη η εναρκτήρια επιγραφή (–ίσως και σχετικό σκίτσο) που προβάλλεται όσο διαρκεί η μουσική, περίπου τη διάρκεια ενός μικρού διαλείμματος, όσο χρειάζεται για να διαβαστεί το κείμενο και οι υποσημειώσεις.]

Επιγραφή:

Ο Θίασος «ό, τι ήθελε προκύψει» και ο συγγραφέας

(άλλοι συντελεστές)

Παρουσιάζουν

την μονόπρακτη παροδία (*)

Ο Λυσίστρατος

τον καιρό της Ερ’μοποίησης(**)

 

Σκηνικό παιχνίδι

πολιτικώς καθήμενο και επαναπαυμένο

(στις δάφνες του)

Τόπος: Ελλάδα-Ευρώπη

Χρόνος : στο παρακάτι

 ………………………. 

(*) Προς ορθογραφικώς ορθίους:

Παροδία: αφήγηση των δρώμενων στις παρόδους και τις παραπαρόδους της Ιστορίας

(**) Κατόπιν εμβριθών μελετών:

Ερ’μοποίηση: χειροποίητος νεολογισμός, που μπορεί εδώ να νοηθεί ως προερχόμενος:

1. Όσο αφορά στο πρώτο σκέλος από:

α) το όνομα του αρχαίου θεού Ερμή

β) το επίθετο έρμος(-η) = μονάχος, κακομοίρης, φουκαράς

γ) το ουσιαστικό (η) έρημος (στην συγκεκομμένη εκδοχή ¨ερ’μος¨) = μεγάλη άγονη έκταση,

και, (με λίγο ζόρι),

δ) το επίθετο έρμαιος (α) =παρασυρμένος, χωρίς δική του βούληση, ετεροκινούμενος

2. Όσο αφορά το δεύτερο σκέλος,

από τη λέξη ¨ποίηση¨, νοούμενη ως ¨φτιάξιμο¨ 

(πρβλ τη γνωστή φράση: ¨με την ποίηση φτιάχνομαι¨ )

  

(τέλος προοιμίου- συνεχίζεται…)

Δημοσιεύθηκε στο Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

20 του Φλεβάρη, ημέρα Δευτέρα: εμφανίζεται – επιτέλους- ο Λυσίστρατος

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2012

Εδώ δίπλα, αριστερά, σας έχω μια πρόσκληση. Εδώ παρακάτω προσπαθώ να σας τα κάνω λίγο πιο λιανά.

 

Η 20η του Φλεβάρη πέφτει Δευτέρα, μια βδομάδα πριν τη καθαρή ομώνυμή της και ως εκ τούτου θα είναι ντάλα απόκριες.

Τόσο το καλύτερο.

Θα βρεθούμε στο Βαφοπούλειο κατά τις οκτώ το βράδυ, εγώ θα έχω υπό μάλης τον Λυσίστρατο και την παρέα του, δακτυλογραφημένους και φωτοτυπημένους, και μαζί μου θα είναι ο Κώστας ο Χαλκιάς (παλιός φίλος, το μόνο μου κονέ με το θεατρικό χώρο) εθελοντής για την καλλιτεχνική επιμέλεια και φιλικά προσφερθείς στο εγχείρημα. Μαζί του η Πέννυ (Γραικού) και ο Άγγελος (Ρούσσος) νεαροί και ταλαντούχοι. Στο πιάνο δήλωσε παρούσα η Θεανώ (Φιγκιώρη) Της είπα να βγάλει ό, τι νότες θέλει. Πήρε ένα αντίγραφο και είπε ότι θα το σκεφτεί.

Εσείς πάρτε μαζί λίγη καλή διάθεση και μια (μικρή) ποσότητα επιείκεια –μπορεί να χρειαστεί. Πάρτε επίσης αγκαζέ το πρόσωπο (συμβία/ο ή άλλη/ο), γιατί το θέμα της βραδιάς σηκώνει δύο,  και σκάστε μύτη στο θεατράκι της πρώην Ανθέων και Βαφοπούλου γωνία.

Με επίκληση στις φαντασιακές μας ικανότητες σκοπεύουμε να εμπλακούμε σε ένα σκηνικό παιχνίδι και να προσπαθήσουμε να βρούμε άκρη, μεταξύ άλλων, και στα ακόλουθα αδυσώπητα ερωτήματα:

* Τι σόι ιός έχει πλήξει τελευταία τους εργαζόμενους και ξαφνικά πήραν να σκουντουφλάνε, να παραπατάνε, να κουτουλάνε στο ίσωμα, με σοβαρές συνέπειες για την Αγία Παραγωγικότητα, και ποια είναι η θεραπευτική αγωγή που προτείνει ο διάσημος Δόκτωρ Κεκλιμένος;

* Γιατί ενώ οι Αθηναίοι, θέλανε δεν θέλανε, ακολούθησαν τελικά τις προτροπές της Λυσιστράτης, οι Αθηναίες εξακολουθούν να παραπονιούνται και να γκρινιάζουν;

* Ποιος ο χρησμός που έδωσε ο Μάντης Τειρεσίας/Τειρεζίνα  junior στην αποστολή των Αθηναίων που μπερδεμένοι από τις αναπάντεχες εξελίξεις ζήτησαν τη συμβουλή του;

* Είναι άραγε αλήθεια ότι ο Ερμής ετοιμάζει πραξικόπημα στον Όλυμπο ή πρόκειται για υπερβολές και συνωμοσιολογίες που διαδίδει ο τετρακέρατος επικοινωνιακός δαίμων Παπαράσιος;

* Και τι γνωρίζουν για όλα αυτά οι μυστικές υπηρεσίες του Δία;

Θα εμβαθύνουμε εμβριθώς στα παραπάνω ερωτήματα και μετά, έτσι και μας απομείνει όρεξη για θεωρία, προτού λύσουμε τους ζυγούς, μπορούμε και να στήσουμε μια ψιλή (καταληκτική ή μη) κουβεντούλα.

Για να πάρετε μια πιο συγκεκριμένη προκαταρκτική ιδέα, αρχίζω οσονούπω να σας δημοσιεύω το προοίμιο και τις πρώτες σκηνές

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής (θεατρικού κειμένου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2012

Μικρή προαιρετική συνοδευτική μουσική: Sidney Bechet Petite Fleur Ζωντανή ηχογράφηση στο Ολυμπιά. Παρίσι 8 Δεκεμβρίου 1954



Εξομολογήσεις ενός πρωτάρη…

Όλοι, λέω όλοι, και οι παλιοί, και οι πεπειραμένοι, και οι κωλοπετσωμένοι, και οι δόκιμοι, και οι καθιερωμένοι και οι (εν τέλει) έγκριτοι, είχαν αναπόφευκτα τη Πρώτη τους Φορά!

Την είχαν βεβαίως και οι άλλοι, οι αδόκιμοι, οι ήρθα είδα έφυγα, οι ερασιτέχνες χωρίς επιμονή, οι δοκιμαστές χωρίς μεράκι, οι απαισιόδοξοι πειραματιστές ή ακόμη και εκείνοι, οι απλώς άτυχοι, που το μεράκι τους, η Πρώτη Φορά, το πετσόκοψε ή το απόκοψε οριστικά.

Γιατί η Πρώτη Φορά, όπως και να το κάνουμε, αφήνει ίχνη.

(Γι αυτό, σχετικά με  τις πολλαπλές Πρώτες Φορές που σηματοδοτούν τη ζωή μας, θα πρέπει ίσως να μιλήσουμε εκτενέστερα μια άλλη φορά).

Η πρώτη μου (και προς το παρόν τελευταία) φορά στην οποία αναφέρομαι εδώ, έχει να κάνει με εκείνο το ιδιαίτερο είδος συν-γραφικής απόπειρας, όπου οι ιστορίες που φτιάχνεις απαρτίζονται από ήρωες/χαρακτήρες που μονολογούν, διαλέγονται, συνδιαλέγονται, ενίοτε συν-άδουν και που προσπαθούν να τα πουν όλα μόνοι τους, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο, χωρίς ο συγγραφέας να πολυπαρεμβαίνει για να προσδιορίσει και να σχολιάσει.

 Όχι ότι δε μπορεί να πει δυο λόγια κι αυτός, δεν απαγορεύεται δια ροπάλου, αλλά όπως και να το κάνουμε το θεατρικό κείμενο -γι αυτό μιλάμε- είναι το συγγραφικό είδος που βασίζεται κυρίως στο διάλογο.

Ο διάλογος, τώρα, έχει τη δική του ακαταμάχητη γοητεία.

Θυμάμαι όταν ήμουν πιτσιρικάς και νεόφυτος αναγνώστης αφηγημάτων, με γοήτευαν ιδιαιτέρα εκείνες οι παυλίτσες που, η μια κάτω από την άλλη στα αριστερά της σελίδας, υποδήλωναν κουβεντούλα, όσο πιο ψιλή τόσο καλύτερα! Ξεφύλλιζα το βιβλίο και ακόμη περισσότερο από το τεστ εικονογράφησης με ενδιέφερε να περάσει  το τεστ των διαλόγων. (Για να τα λέμε όλα, εκείνη την εποχή υπήρχε τέτοια πενία αφηγημάτων –πού η τύχη των σημερινών παιδιών με τα οπτικοακουστικά τους!- που τελικά καταβρόχθιζες και το πιο άχρωμο και στερημένο από εικόνες και διαλόγους ανάγνωσμα).

Όμως ο διάλογος, να τον γράψεις, ακόμη και στα μυθιστορήματα, θέλει ειδική μαστοριά. Πολύ περισσότερο αν επιχειρήσεις να φτιάξεις θέατρο!

Και δεν είναι μόνο υπόθεση καλοδιατυπωμένης διαλεκτικής, είναι και οι ήρωες- χαρακτήρες, που δεν πρέπει να φιλοτεχνηθούν για να παραμείνουν ες αεί ανάμεσα στις χάρτινες (ή άλλου είδους) σελίδες, εικονογραφημένοι μόνο από την φαντασία των αναγνωστών την οποία θα πρέπει να υποδαυλίσεις με επαρκή δεξιοτεχνία, αλλά που τους φτιάχνεις για να αποκτήσουν αργά ή γρήγορα ενσάρκωση και εικόνα, την οποία ελέγχεις ελάχιστα έως καθόλου!

Θα μου πείτε: αυτά και άλλα παρόμοια είναι λεπτομέρειες για έναν ερασιτέχνη στο θεατρικό είδος. Αν αρχίσει να μπερδεύεται με τέτοιους προβληματισμούς πριν να καθίσει να γράψει, το ’καψε το φαί!

Έχετε δίκιο.

Κι εγώ μετά άρχισα να τα σκέφτομαι όλα αυτά.

Στην πραγματικότητα, τον Ιούλιο του 2009 απλά είχα όρεξη για γράψιμο…

…και είπα: καλύτερα όχι μυθιστόρημα, κάτι πιο σύντομο… Ίσως ένα ακόμη διήγημα  από εκείνα τα βιωματικά, όπως το ¨Διαβατήριο¨, που τα έχω στο συρτάρι ως σημειώσεις και που κάποτε θα πρέπει να γραφτούν…

Αλλά όχι, δεν είχα κέφι να αναστήσω αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το καλοκαίρι είχα σκοπό να επισκεφτώ τον φίλο μου τον Κλάουντιο και την γυναίκα του την Λεονάρντα στην Φλωρεντία  και θέλοντας και μη θα έπαιρνα μια ισχυρή δόση από ξαναζωντανεμένες παλιές γλυκόπικρες εικόνες.

Γιατί όχι ένα θεατρικό; είπα.

Ναι, αλλά τι ακριβώς; ζήτησε να μάθει  ο άλλος μου εαυτός, που συνήθως έχει σοβαρότερες αντιρρήσεις στις πρωτοβουλίες μου, αλλά αυτή τη φορά μου φάνηκε κάπως συγκαταβατικός.

Θα βρούμε, του είπα, αλλά η αλήθεια είναι πώς είχα ήδη κάτι στο μυαλό μου.

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Αυγούστου, 2011

Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.

Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.

Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…

Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…

Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.

Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).

Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).

Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:

Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου  βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή

είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:

α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα  πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.

β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.

γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.

Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.

(συνεχίζεται)

Υστερόηχοι:  πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.

1.


2.



3.


4.


5.


6.


7.


Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨, νέα κεφάλαια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2009

Πέντε νέα κεφάλαια, από το 11ο έως 15ο από το ¨καλοκαιρινό ανάγνωσμα¨, μαζί με όλα τα παλαιότερα σχετικά κείμενα, (όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου) δημοσιεύονται εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨ .

Η μεταφορά έγινε επιδιώκοντας κάποια αποσυμφόρηση στην αρχική σελίδα.

Θα τα πούμε σύντομα. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το πολυτεχνείο (όπως άλλωστε και το πανεπιστήμιο) τρέμει…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουλίου, 2009

Όπως σας είχα υποσχεθεί, ιδού μερικά αποσπάσματα από “Το Πολυτεχνεί τρέμει…”, ένα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας, πρώτη έκδοση: εκδόσεις Παραπέντε -1995. (Έχει εξαντληθεί – Ψάχνω εκδότη για επανέκδοση).

(Μιάμιση δεκαετία μετά ίσως και να τρέμει πιο πολύ!).

Αρχίζουμε με την εισαγωγή

 Σημείωμα2 002

EΙΣΑΓΩΓΗ

      Τον καιρό εκείνο ο Τόπος άλλαζε και μαζί του άλλαζε και

η Πόλη.

     Μια νέα εποχή ήταν να γεννοβοληθεί στον πλανήτη, αλλά

κανείς δεν ήξερε,  ούτε μπορούσε να προβλέψει πώς θα ’ταν.

     Άλλοι έλεγαν πως θα ΄ναι μια καλή εποχή και όλα εκείνα τα

αυθεντικά που ως τότε έλειπαν (αν και κανείς δε μπορούσε να

τα ονοματίσει ρητά) θα έπαυαν να λείπουν.

     Άλλοι πάλι φοβόντουσαν και προφήτευαν μύρια κακά.

     Στο μεταξύ οι παλιές παραδοσιακές εποχές τα ΄χαν παίξει.

     Το καλοκαίρι μύριζε πετρέλαιο και μούχλα.

     O ήλιος κρυφογελούσε περιπαικτικά και είχε αρχίσει να

φοράει μαύρα γυαλιά. Κάθε τόσο αμολούσε περίεργες ακτίνες που

έκαιγαν και άφηναν στα δέρματα μυστηριώδη και ανεξίτηλα

σύμβολα.

     Ο χειμώνας ήταν απρόβλεπτος και η άνοιξη και το

φθινόπωρο δεν αποτελούσαν πια εποχές αλλαγής, αλλά, γεμάτες

με αλλεπάλληλα ξεσπάσματα και νάζια, έμοιαζαν περισσότερο με

αναμνήσεις από ένα καλύτερο παρελθόν.

     Μαζί με τις εποχές τα ΄χαν παίξει κι οι άνθρωποι.

 

     Τον καιρό εκείνο στον Τόπο επικρατούσε Σύγχυση.

     Αόρατα δίχτυα με πυκνή ύφανση και ανθεκτικούς αν και

αόρατους ιστούς πολλαπλασιάζονταν στον αέρα του πλανήτη.  Με

χοντρούς κορμούς και λεπτεπίλεπτα άκρα, κάλυπταν όλο και πιο

πολύ τις πόλεις και τα χωριά, προκαλώντας στους ανθρώπους

ξαφνικές αλλαγές συμπεριφοράς χωρίς οι ίδιοι να

συνειδητοποιούν το γιατί.

     Άλλοι άρχισαν να εθίζονται στην σφικτή αγκαλιά των

διχτυών και να ονομάζουν την κάθε απρόσμενη αλλαγή Ελευθερία.

     Στον Άφαντο δημιουργό της νέας Ελευθερίας, που απάλλασσε

από παλιές υποχρεώσεις και νέες ενοχές, αφιέρωσαν ειδικές

τελετές, ιδιωτικά αυτοκαταναλωνόμενες, κυρίως τα βράδια από

τις οκτώ μέχρι τις δώδεκα.

     Σε άλλους πάλι, τα δίχτυα προκαλούσαν ζαλάδες και

πονοκεφάλους, αλλά και στομαχόπονους καμιά φορά.

     Τέλος, μερικοί ιερόσυλοι προσπαθούσαν να τα διερευνήσουν

και να τα αναλύσουν, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.

 

     Οι αόρατες παραφυάδες είχαν περιτυλίξει πρόσφατα τον

Τόπο της ιστορίας μας.  Οι αντιδράσεις των ντόπιων ήταν ακόμη

μπερδεμένες και δεν  μπορούσε κανείς να τις ταξινομήσει με

ευκολία.

     Εξάλλου ο Τόπος είχε ανέκαθεν τις ιδιομορφίες του,

θετικές και αρνητικές, χάρη στις οποίες, λίγο-πολύ, τα ‘χε

βγάλει πέρα στις εξετάσεις της Ιστορίας.

     Η σύγχυση δεν τους ήταν άγνωστη ως παράμετρος της ζωής

και ήξεραν ότι ένα από τα αντίδοτά της ήταν το Ζόρι.

     Όταν ζορίζονταν έβλεπαν τα πράγματα πιο απλά και πιο

καθαρά.

     Τα δίχτυα όμως δεν ζόριζαν.

     Ή τουλάχιστον δεν ζόριζαν ζόρικα.

     Τα δίχτυα πίεζαν μόνο με ανεπαίσθητους συμβουλευτικούς

υπαινιγμούς, ενώ ταυτόχρονα στηρίζονταν σε υποστηρίγματα

ορατά, καθ’ όλα αξιοσέβαστα και καθώς πρέπει.

     Όπως, μεταξύ άλλων, η ελευθερία να αγαπάς τον εαυτό σου,

όσο μικρός και ταπεινός κι αν είναι, αρκεί να συμβιβάζεται με

ορισμένες -καθόλου δύσκολες και προπαντός καθόλου ηρωικές-

προδιαγραφές.

     Κι ακόμη, η ελευθερία να λατρεύεις τον μικρό σου εαυτό

σε μεγάλα αντίγραφα που, π.χ.  τραγουδούσαν άσχημα, που

υποκρίνονταν με αφοπλιστική ατεχνία, ή και που διοικούσαν

όπως ακριβώς θα διοικούσες και εσύ.

 

     Μερικοί, για να τα βγάλουν πέρα και να βρουν καταφύγιο

άρχισαν να ψάχνουν μέσα τους.

     Εκεί τους είχανε πει, από παλιά, πως υπάρχει ελπίδα,

όταν απέξω όλα αλλοιώνονται και χαλάνε.

     Ήταν μια σοφή συμβουλή το να μάθεις ποιος είσαι.

     Αλλά για να μάθεις κάτι χρήσιμο από σένα έπρεπε να

κοιτάς ευρυγώνια και από κάποια απόσταση.

     Άμα κολλούσες το κεφάλι στο πετσί σου ή, ακόμα

χειρότερα, άμα το έχωνες στις σάρκες σου δεν έβλεπες παρά

παραμορφωμένα τέρατα, όμοια με εκείνα που σου δείχνανε κάθε

βράδυ στον κάθετο  βωμό των κινουμένων ειδώλων.

     Στο τέλος βέβαια συμφιλιωνόσουνα με τα δικά σου τέρατα

καθώς και με τα τέρατα των άλλων.

     Ύστερα, αυτά έπαιρναν αέρα και σιγά σιγά βγαίνανε στην

επιφάνεια, έκαναν το δικό τους σόου και είχανε και εμπορική

επιτυχία.

     “Και τι τρέχει;” έλεγαν.  “Τέρατα είμαστε, είναι

φυσιολογικό τα κακά και οι ματσακωνιές να μας αρέσουν.  Και

άμα λάχει είμαστε και πλειοψηφία στους καλοφαγωμένους και

στους καλοφαγάδες”.

     Ήταν, τέλος, κι εκείνοι που βλέποντας πως όταν τρυπούσαν

το αύριο έβγαινε έξω καταχνιά, προτιμούσαν να τρυπάνε τη μάνα

Γη, ψάχνοντας για ελπίδες και για γνώσεις κρυμμένες σε

καλύτερα παρελθόντα.

 

     Στον Τόπο υπήρχαν από παλιά ορισμένα Ιδρύματα αναζήτησης

και διατήρησης της γνώσης, φτιαγμένα και καθαγιασμένα πολύ

προτού δημιουργηθούν τα δίχτυα.

     Εκεί η Σύγχυση που προκαλούσε το γεννοβόλημα της Νέας

Εποχής στον Τόπο προσλάμβανε ιδιόμορφες όψεις, μερικές φορές

αλλόκοτες, που και που διασκεδαστικές…

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες Συγγραφής ΙV: Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει για το ¨Πολυτεχνείο Τρέμει¨

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 12 Απριλίου, 2009

  

Στρουμφίζοντας το κέλυφος

 

 

    Ο Ανώνυμος Ένας γράφει ένα μυθιστόρημα που αποφλοιώνει το ¨Στρούμφειον¨ Πολυτεχνείον: διαλύει το δήθεν φωτοστέφανο του μεγάλου Ιδρύματος που υποτίθεται προσπορίζει γνώση, ραμφίζει την σοβαροφάνεια,  τους κώδικες επιβολής, τις ρητορικές της εξουσίας, τους ρόλους των μεγαλο-καθηγητάδων,  τις πόζες, τα διαχειριζόμενα ιδεολογήματα προς ανέλιξιν, τον αμοραλισμό, τον καριερισμό, την κενότητα, τον γλύψιμο, την μεγαλοστομία.

     Οι ήρωες- ρόλοι είναι αντιπροσωπευτικοί και εμβληματικοί ενός κόμικ, με αντίστοιχα, σημαντικά και παρασημαντικά ονόματα, που μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι απομυθοποίησης, στο οποίο τίποτε δεν μένει όρθιο – ούτε και η περισφρέουσα έξωθεν δημοσιογραφία και αστυνομία.

     Η υπόδυση, το στιλάκι, η αυταρέσκεια, τα συνθηματικά και η αργκό μιας ένδον κατασκευασμένης ιεραρχίας και μιας διαρκούς, μάταιης διαπάλης συνθέτουν ένα μικροσύμπαν ανθρωπαρίων, μια πινακοθήκη μονοδιάστατων, επιβλητικών και φαιδρών αντι-ηρώων που αγωνίζονται για την επιβίωση, την επικυριαρχία και την δόξα διαγκωνιζόμενοι όπως τα γουρουνάκια στην ταϊστρα.

     Με γνώση πολύχρονη, εκ των ένδον, ο Ανώνυμος, βιτριολίζει ανελέητα όλους και όλες εκείνους, που οχυρωμένοι πίσω από την παρένυση του «επιστήμονος» και του καθηγητού, πίσω από αξιοπρεπή και ιδιάζοντα λεκτικά ισχύος και συμπεριφορές ενός ιδιόμορφου ιερατείου, κρατικοδίαιτοι  και – συνήθως- εκ του  ασφαλούς προοδευτικοί, πασκίζουν να υπάρξουν και να νικήσουν, ως Στρουμφάκια που φοβούνται μήπως κάποιος, απ’ τους κοντινούς ή από τους έξω, τους αρπάξει το κουβαδάκι που παίζουν.

     Έτσι γίνεται, όπως τα λέει ο Ανώνυμος και μάλλον έτσι θα γίνεται, σ’ αυτούς τους χώρους – που από μια άποψη μπορεί να είναι και χειρότεροι της λαχαναγοράς-  πάντα, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, βεβαίως, που κι αυτές τείνουν να γίνουν είδος προς εξαφάνισιν.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

 

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για να συνοδέψει τη 2η έκδοση

του Μυθιστορήματος Πανεπιστημιακής Φαντασίας ¨ Το Πολυτεχνείο τρέμει¨.  Η επανέκδοση προς το παρόν παίζεται, αλλά τα καλά λόγια μένουν (χρωματίζοντας τις αίσιες φάσεις των ¨περιπετειών συγγραφής¨). Ηλεκτρονικά αποσπάσματα από το βιβλίο στο εγγύς μέλλον. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής (ΙΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2009

Μετά τα σημειώματα Ι και ΙΙ (βλέπε εδώ παρακάτω -και, όλα μαζί, αριστερά, στις ¨σελίδες¨), τα οποία με διαφορετικούς τίτλους αναφέρονται στο πως (στην περίπτωσή μου) γράφτηκε ένα μυθιστόρημα, ιδού το σημείωμα νούμερο ΙΙΙ όπου, επιτέλους, το εν λόγω δημιούργημα έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στη φάση αναζήτησης εκδότη.

 

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο εκείνο όπου ο μπόγος που εξέβρασε ο εκτυπωτής συμπτύσσεται  σε έναν εμφανίσιμο, αξιοπρεπή φάκελο, ο τίτλος, έστω προσωρινός, παίρνει θέση στο εξώφυλλο και η ώρα της αυτό-έκθεσης πλησιάζει αδυσώπητα.

 Πάντως, το γεγονός ότι το κείμενο τελείωσε και είναι εκεί, μπροστά σου, καταγεγραμμένο, ολοκληρωμένο, δομημένο, αρτιμελές, με αρχή, μέση και τέλος, ήδη σε γεμίζει με αισιοδοξία. Το κοιτάς που σου βγήκε πιο μεγάλο απ’ όσο έλπιζες και λες: ¨Για δες πως γεμίζουν οι λευκές σελίδες έτσι και πάψεις να προβληματίζεσαι για το αν θα γεμίσουν ή όχι!¨  

Όμως, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο στοίχημα το κέρδισες. Ο τοκετός ολοκληρώθηκε, ο γεννήτορας επέζησε,  και για το πόνημα ελπίζουμε τα καλύτερα!

Είναι μάλιστα τόση η αισιοδοξία σου, που αποφασίζεις να εμπιστευτείς το πνευματικό σου τέκνο απ’ ευθείας στους ¨μεγάλους¨ εκδότες. Και μάλιστα μένοντας Ανώνυμος. Δεν τηλεφωνείς λοιπόν στους παλιούς σου συμφοιτητές, μερικοί εκ των οποίων σταδιοδρομούν στον εκδοτικό χώρο, άλλοι ως σύμβουλοι εκδόσεων, άλλοι ως πολιτισμικοί πολύ-παράγοντες, αλλά προβαίνεις στο διάβημα προς τους ¨μεγάλους¨, ταχυδρομικώς, αφ εαυτού και άνευ ενδιάμεσων κρίκων. 

Αφελές!

Τότε δεν ήξερα ότι οι ¨μεγάλοι¨ σε τέτοιου είδους περιπτώσεις:

α . δε σου απαντούν καθόλου

β . σου απαντούν ύστερα από έξι μήνες για να σου πουν ότι για να το διαβάσουν πρέπει να τους διαβεβαιώσεις γραπτώς ότι δεν το έδωσες (για διάβασμα) και σε άλλο εκδότη (έτσι, για να το δείξεις σε τρεις τέσσερεις από αυτούς, χρειάζεσαι περίπου τρία τέσσερα τέρμινα).

γ. διαθέτουν ¨ομάδες αναγνωστών¨ οι οποίες δεν ελέγχουν απλώς αν το κείμενο ¨διαβάζεται¨, αλλά που συχνά συμπεριλαμβάνουν εκπροσώπους διαφόρων ¨τάσεων¨ και ¨δυνάμεων¨ που ελέγχουν την (ανά περίπτωση) ¨πολιτική ορθότητα¨ των κειμένων.  Η πλάκα είναι ότι αν απορριφθείς για λόγους μη επαρκούς πολιτικής ορθότητας, ουδέποτε θα το μάθεις. Σε αυτή την περίπτωση γυρνάμε στο πρώτο σημείο α΄: δε σου απαντούν καθόλου.

 

Εδώ νομίζω ότι χρειάζεται μια διευκρινιστική υποσημείωση:

Αν τύχει και είσαι εν ενεργεία πανεπιστημιακός, τότε ο κόσμος των εκδοτών μπορεί να χωριστεί σε δύο ομάδες.

Υπάρχουν:

α. Αυτοί που εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό και που ενδιαφέρονται για σένα, σου στέλνουν ευχητήριες κάρτες, σου αποστέλλουν τους καταλόγους τους, σε αγαπάνε, σου χαμογελάνε, σε κολακεύουν και -κυρίως- είναι έτοιμοι να εκδώσουν τις (επιδοτούμενες, τουλάχιστον όσο αφορά την κυκλοφορία) διδακτικές πανεπιστημιακές σου συγγραφές, και  

β. Αυτοί που δεν εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό, παρά παρουσιάζονται ταμένοι (από μικροί)  γενικώς ή κυρίως στη λογοτεχνία και τα παρακλάδια της και οι οποίοι -εκ προοιμίου, φίλε ανώνυμε- ποσώς ενδιαφέρονται και για τις δικές σου λογοτεχνικές ανησυχίες.

Αυτοί οι δεύτεροι μπορούν να χωριστούν σε:

β1. Μικρο Μεγάλους, (δηλαδή την ελληνική εκδοχή του όρου ¨μεγάλος¨) , για τους οποίους είπαμε παραπάνω

β2. Μικρο Μεσαίους, για τους οποίους θα πούμε παρακάτω, και

β3. Μικρο Ανύπαρκτους, που επιβιώνουν κυρίως από την εκμετάλλευση των αυτοεπιδοτούμενων συγγραφικών ονείρων μερικών πρωτοεμφανιζόμενων λογοπλόκων, πρόθυμων να επιδοτήσουν την έκδοση και τον εκδότη από τη τσέπη τους.

Αυτούς τους αποκλείουμε από την αρχή και ξεμπερδεύουμε.

 

Όταν  οι μέν ¨μικροί¨ είναι εκ προοιμίου αποκλεισμένοι, οι δε ¨μεγάλοι¨ τσιμουδιά (κάποτε βαριέσαι να τους περιμένεις), δε μας απομένουν παρά αυτοί που δεν χρησιμοποιούν ομάδες και συμβούλους, ούτε περιμένουν από σένα να χρηματοδοτήσεις το εγχείρημα,  και κατά συνέπεια εύλογα υποθέτεις ότι βασίζονται, όσο αφορά τις εκδοτικές τους επιλογές, στο ένστικτο και τη μύτη τους: οι ¨Μεσαίοι¨.

Αποφάσισα να απευθυνθώ σ’ αυτούς.

 

Έτσι λοιπόν, μία ωραία πρωία πήρα υπό μάλης τέσσερα αντίγραφα (που λέει ο λόγος, -αν τα έβαζα υπό μάλης θα με δυσκόλευαν στην οδήγηση-, η αλήθεια είναι ότι τα έβαλα σε μικρό ταξιδιωτικό σάκο και τα πέταξα στο πορτ μπαγκάζ) και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να ¨χτυπήσω¨ ισαρίθμους εκδότες ανήκοντες στην σωστή εκδοτική κλίμακα.

Για να μη σας τα πολυλογώ, τα αποτελέσματα υπήρξαν τα εξής:

·        οι δύο το έπαιξαν αφυψηλούδες ή άσχετοι και δεν απάντησαν

·        ο ένας πρότεινε σύντμηση του πρωτόλειου δημιουργήματος στο μισό περίπου, γιατί ύστερα από μακρόχρονη παρατήρηση του εκδοτικού του κοινού είχε καταλήξει ότι οι νεοέλληνες από βιβλία διαβάζουν  μόνο τα μισά.

και…

·        ένας ενθουσιάστηκε!

 

Επρόκειτο για τον Γιώργο Μπαζίνα εκδότη βιβλίων επιστημονικής φαντασίας και κόμικς, συγγραφέα ¨παράλογων ιστοριών¨ συγγενών κατά κάποιο τρόπο με τις δικές μου.

Περιττό να σας πω ότι (όχι μόνον κατόπιν τούτου) οι Αφοι Μπαζίνα, (υπάρχει και ο Νίκος, επί των οικονομικών-οργανωτικών) μου προέκυψαν αμέσως συμπαθέστατοι. Εξ  άλλου ο Γιώργος έσπευσε ευθύς εξ αρχής να μου εξηγήσει ότι οι καλές σχέσεις ανάμεσα σε συγγραφέα και εκδότη αποτελούν τη μόνη σοβαρή εγγύηση, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα του κοινού εγχειρήματος, αλλά και για την τελική έκβαση εκείνης της (επί του παρόντος δευτερεύουσας αν και όχι αμελητέας) όψεως αυτών των σχέσεων που θα μπορούσαμε (με τη δέουσα σεμνότητα) να αποκαλέσουμε “οικονομική”.

Πράγματι, ο Γιώργος μου επεσήμανε ότι, όπως και να το κάνουμε, ¨ο εκδότης δεν ελέγχεται¨. Έτσι εγώ (σε επαφή αργότερα και με άλλους, λιγότερο συμπαθείς εκδότες) συμπληρώνοντας τις κοινωνιολογικές μου παρατηρήσεις επί του προκειμένου, κατάλαβα ότι στις πρώτες απόπειρες έκδοσης, ο συγγραφέας μάλλον δεν πρόκειται να λάβει απάντηση στα ακόλουθα (σεξπηρικά) ερωτήματα:

α. Πόσα ακριβώς αντίτυπα του έργου του τυπώθηκαν;

β. Πόσα από αυτά πωλήθηκαν μέσα σε ένα ¨άλφα¨ χρονικό διάστημα;

γ. Σε ποια ακριβώς τιμή πωλήθηκαν;

δ. Ποια θα μπορούσε να είναι η δική του απολαβή από αυτά τα έσοδα (αν δεν ήταν αυτή που τελικά ήταν, αν ήταν…)

 Όμως οι δικοί μου πρώτοι εκδότες υπήρξαν -επαναλαμβάνω- συμπαθείς και ειλικρινείς. Αυτό σημαίνει  ότι όταν, ένα χρόνο περίπου μετά, έλαβα από τον εκδοτικό οίκο μία επιταγή (ήμουν τότε στη Ρώμη, αλλά αυτή είναι μια ιστορία που θα σας διηγηθώ άλλοτε), αντί να την εξαργυρώσω και να την δηλώσω στην εφορία,  θα έπρεπε μάλλον να την είχα κορνιζώσει και αναρτήσει μεταξύ των πολυτίμων κειμηλίων/παραγώγων  της  πνευματικής μου ζωής.

 

Αλλά

μέχρι να συμβεί αυτό, αλλά και ύστερα από αυτό, θα συμβούν και κάμποσα άλλα ενδιαφέροντα συγγραφικά, που θα σας εξιστορήσω προσεχώς…

Β.Ν. 

 

(συνεχίζεται…)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περί συγγραφής διατριβών (ή πώς αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα) (Ι)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2008

 

Σε κάποια στιγμή του απομακρυσμένου (όχι πολύ, αλλά αρκετά) παρελθόντος, συνέβαιναν τα εξής:

α. Είχα μόλις ξεμπερδέψει με τη συγγραφή της επί διδακτορία διατριβής μου

β. Στο πανεπιστήμιο στο οποίο ήδη εργαζόμουν, παρουσιάστηκαν τα κλασσικά πανεπιστημιακά απρόοπτα, μπερδέματα, γραφειοκρατήματα  και άλλα, με αποτέλεσμα η πανεπιστημιακή μου δραστηριότητα να μπει για ένα μεγάλο (όχι πολύ, αλλά αρκετά) χρονικό διάστημα σε παρένθεση.

Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα!

 

Αλλά ας γίνω σαφέστερος.

α 1. Τα περί διατριβής

Η διατριβή είναι (ήταν ανέκαθεν, πιθανότατα είναι ακόμη) μια εν μέρει τελετουργική, μυητική πράξη.

Από τη μια μεριά, υποτίθεται ότι συγγράφεις με όλους τους κανόνες της (διανοητικής) εντιμότητας κάτι το οποίο αποτελεί συνεισφορά στην εξέλιξη της οικείας επιστήμης, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεις ότι το κατέχεις το θέμα, ξέρεις τι έχει ειπωθεί γι αυτό, και μπορείς έτσι να συνδέσεις το ήδη γνωστό με εκείνο που εσύ διερεύνησες και προτείνεις. Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος.

Από την άλλη, την τυπική, την τελετουργικά επιβεβαιούμενη, η αποδοχή της διατριβής (με ποδοκρότημα, τραπεζοκρότημα, χειροκρότημα, χειροτόνημα, ή ανευ) πιστοποιεί  ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τους κανόνες, ρητούς και υπονοούμενους, που καθορίζουν την ιδιαίτερη πανεπιστημιακή γλώσσα, αλλά επίσης ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τις σχέσεις και συμπεριφορές που ισχύουν μεταξύ του πανεπιστημιακού προσωπικού.

Αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά σημαντικό ιδιαίτερα στην περίπτωση που αποσκοπείς  να ενταχθείς στο (ή είσαι ήδη συνεργαζόμενος με το) ευαγές πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο υποβάλλεις τη διατριβή σου.

Με άλλα λόγια πρέπει να αποδείξεις, αν μη τι άλλο, ότι είσαι και θα είσαι ¨συνεργάσιμος¨.

Προσωπικά, για να αποφύγω τις πολλές υποχρεώσεις, αλλά και γιατί είχα διπλή επιστημονική ταυτότητα, διάλεξα ένα ευαγές διαφορετικό από εκείνο με το οποίο συνεργαζόμουν. Πάντως, στην Τριμελή Επιβλέπουσα είχα μέλη και από τα δύο πανεπιστήμια, άρα θα έπρεπε να μιλάω (γράφω) σε δύο παράλληλα γλωσσάρια, αλλά δε τρέχει τίποτα, αυτό δεν είναι πρόβλημα για κάποιον που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί ως ειδήμων σε θέματα επικοινωνίας…

 

α 2. Περί όγκου της διατριβής.

Ω επίδοξοι διδακτορούχοι των θετικών επιστημών, σας ζήλεψα. Εσείς που παίρνετε ένα αμφισβητούμενο ή μη επαρκώς γνωστό φαινόμενο,  το βάζετε στον υαλοσωλήνα των παρατηρήσεων και το παρακολουθείτε για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να βγάλει (ξεζουμίσει) τη ζητούμενη επιστημονική αλήθεια, και μετά καταγράφετε τις παρατηρήσεις και τα πορίσματα σας σε καμιά πενηνταριά, το πολύ, σελίδες, τις παραδίδετε, τις υποστηρίζετε, σας τις εγκρίνουν και πάει τελειώσατε.

 Άντε να επιχειρήσεις κάτι το ανάλογο με ένα κοινωνικό, επικοινωνιακό ή, άντε, πολεοδομικό θέμα! Χρειάζεσαι τόμους! Για να μη σας τα πολυλογώ, εμένα μου χρειάστηκαν μόνο οκτακόσιες δακτυλογραφημένες σελίδες, μετά από γραφή, διόρθωση, ξεσκαρτάρισμα, πολύ περισσότερων.

Όμως, και αυτό μετράει (και θα το χρωστάω στην Αλέξανδρο που με αλεξανδρινή επιμονή και υπομονή καλούπιαζε τις δραπετεύσεις μου) για τις μελλοντικές συν/γραφικές μου δραστηριότητες, ¨ουδέν επίπονον αμιγές θετικών επιπτώσεων¨: όταν γράψεις 800 εγκεκριμένες σελίδες, το χέρι λύνεται, το άσπρο χαρτί δεν σε τρομάζει πια, τη γραφή την έχεις δαμάσει και δε σου κουνιέται πλέον!

 

α 3. Περί του ύφους των επί διδακτορική διατριβή λόγων και γραφών.

Όπως (δεν ξέρω αν) διευκρίνισα επαρκώς παραπάνω, το ύφος των διατριβών δεν αποτελεί θεμιτό στοιχείο εκφραστικής αναζήτησης, αλλά ένα ακόμη τεκμήριο εσωτερίκευσης και αφομοίωσης από την πλευρά του υποψηφίου, της τελετουργικής όψεως της πανεπιστημιακής ιδιολέκτου και των παρεπο/συνεπαγο/μένων της.

Πράγματι, από ένα σημείο και μετά, δε μετράει το τι λες, αλλά αν το λες με επαρκή (επιστημονική) σεμνότητα, σοβαρότητα, ενδελέχεια, περιεκτικότητα, τακτ, και βάλε. Ενδεχομένως, σε κάποιο σημείο των 800 σελίδων, σου τη δίνει, καθώς διαπιστώνεις ότι το γλίστρημα από τη σοβαρότητα στη σοβαροφάνεια, από την διεξοδική παράθεση στο σχολαστικισμό, από την θεμιτή αμφισβήτηση στη ανέξοδη γκρίνια είναι παραπάνω από πιθανό!

Τότε τι κάνεις; Δεν έχεις πολλές επιλογές, ή μάλλον δεν έχεις καθόλου. Προσπάθησα, και το μόνο που βρήκα, ήταν η επί τούτου υπερβολή: αν η διατύπωση έπρεπε να είναι ¨περιδιαγραμμάτων¨ μία, εγώ μπορούσα να την κάνω, τόσο χάριν παιδείας όσο και χάριν παιδιάς, δύο ή και δυόμιση. Ευτυχώς κανένας δε πρόσεξε την περιρρέουσα περιπαικτική μου διάθεση (που κατά τη γνώμη μου, εδώ που τα λέμε, ουδόλως έβλαπτε την παράθεση των βασικών νοημάτων) και έτσι μου ενέκριναν την διατριβή με άριστα.

 

 β. Οι αναβολές, οι καθυστερήσεις και τα απρόοπτα στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον ειδών: αυτές που αφορούν στους φοιτητές (διανομή συγγραμμάτων, έκδοση αποτελεσμάτων, έκδοση πιστοποιητικών κ.α.) και αυτές που αφορούν στο διδακτικό προσωπικό. Στη δεύτερη περίπτωση [μπάρμπα από την Κορώνη, μέσου, άκρης, κονέ, δοντιού, κλπ (πόσο πλούσια που είναι η νεοελληνική γλώσσα σε πράγματα που ξέρει καλά)  μη συνυπολογιζομένου] οι διαδικασίες είναι υπερχρονοβόρες. Πολύ περισσότερο εάν, όπως συνέβη σε ‘μένα, πέσεις ταυτόχρονα σε τροποποίηση του νομοθετικού πλαίσιου, περίοδο φοιτητικών καταλήψεων και πανεπιστημιακού λοκ-άουτ. Τότε ο συνυπολογισμός του διδακτορικού διπλώματος στα προσόντα σου μπορεί να καθυστερήσει ως και τρία χρόνια. Και εσύ ενώ περίμένεις τι κάνεις;

Πρόταση: εκμεταλλεύεσαι το λυμένο χέρι και την συμπιεσμένη εκφραστικότητα και γράφεις μυθιστόρημα.

 

(συνεχίζεται – μόλις βρω χρόνο)

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Vivere pericolosamente και άλλα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2007

36155272.jpg

Μια που δύσκολα θα τα ξαναπούμε μέχρι το Σεπτέμβρη, σας ανέβασα τα εξής:

Εδώ παρακάτω, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα. Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο Vivere pericolosamente που περιλαμβάνει ιστορίες Ελλήνων που έζησαν στην Ιταλία.

Επίσης, τις τελευταίες συνέχειες (9η και 10η) του πρώτου μέρους του ΜΠΑ!!! (Οι δαίμονες).

Από Σεπτέμβρη, το δεύτερο (Οι θνητοί) και τα υπόλοιπα μέρη.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Αφήστε Σχόλιο »

Θες μια ιστορία για τότε; Θα σου πω για το διαβατήριο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2007

 

(Εκτελούνται εργασίες αποσυμφόρησης της Αρχικής Σελίδας)

Το αφήγημα ¨το διαβατήριο¨ θα το βρείτε κάνοντας “κλικ” δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨ υπό τον τίτλο Vivere pericolosamente.

Εδώ παραμένουν τα μέχρι στιγμής σχόλια. 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 σχόλια »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

 

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

 

 

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

 

 

 

 

 

 

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

 

Βασίλης Νόττας                                               

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 σχόλια »

Στα Τάρταρα εγκυμονείται Ανταρσία…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιουνίου, 2007

Όπως ελπίζω ότι παρατηρήσατε, σας έχω ήδη αναρτήσει δύο ακόμη συνέχειες του ΜΠΑ!!! (μοναδικό έπος των μελλούμενων χρόνων): τις υπ’ αριθμόν 5 και 6.

Στην πέμπτη, συνεχίζεται η περιγραφή της θρυλικής Παραμάζωξης των δυσαρεστημένων Νεοδαιμόνων, η οποία ως γνωστόν εγκυμονεί Ανταρσία κατά των παραγινομένων συντηρητικοφρόνων Παλαιών.

Ωστόσο, όπως διακηρύττει η Παράδοση και επιβεβαιώνει ο Ανυστερόβουλος Υπολογιστής, από ανταρσίες μπορεί να γίνει μόνο μία και αυτή έχει ήδη τελεστεί στην αρχή των Χρόνων, όταν με αρχηγό τον Πρώτο τα βάλανε με την εξουσία των Αποπάνω και, τι να γίνει παιδιά, χάσαμε! (στα πέναλτι).

Έλα όμως που το μήνυμα

(που, όπως ήδη ξέρετε, βρέθηκε στο Κεκραμένο Λόφο στο σημείο που η φαγάνα Ούρσουλα Στάγιερ και ο ερωτευμένος Αγάθωνας προσέκρουσαν αγκαλιασμένοι και το οποίο φτάνει στον Μουμουεδώνα από τον επίγειο πράκτορα Σος Μορς),

  λέει άλλα…

Θα αλλάξει άραγε γνώμη ο Ανυστερόβουλος ύστερα από τις αναπάντεχες αυτές εξελίξεις;

Α!, να λάβουμε επίσης υπ’ όψιν κάτι που οι Νεοδαίμονες αγνοούν: η Παραμάζωξη παρακολουθείται και υποκλέπτεται από τον παραδοσιακό μικροπράκτορα Αυτιά.

Μετά θα κάνουμε ένα μικρό άλμα (ΜΠΑ!!! 6) για να δούμε τι συμβαίνει στην Ταβέρνα των Αποδομημένων Ελπίδων, όπου έχουν συγκεντρωθεί οι εγκυρότεροι Παραγινομένοι Παλαιοφρονούντες Παλαιοδαίμονες.

Εδώ θα πληροφορηθούμε εάν έχουν πάρει χαμπάρι ότι κάτι το νεοδιαβολικό αναδύεται στο Πανδαιμόνιο ή εάν εξακολουθούν να  επαναπαύονται και να βαυκαλίζονται με τα παλιά τους μεγαλεία.

Τέλος, σε τούτη τη συνέχεια, χάρη σε μία (βιβλιογραφικά) τεκμηριωμένη σφήνα, θα μάθουμε πώς ο Αξιοκατάκριτος παλαιοδαίμονας Μακιαβέλιος Εξ Ουσίας προσχώρησε οικιοθελώς στο δαιμονικό περιβάλλον.

Βασίλης Νόττας 

  mpa1.jpg 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Αφήστε Σχόλιο »

Δαίμονες σε ολομέλεια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Ιουνίου, 2007

Το Νιοστό Τακτικό Πανδαιμόνιο συνεδριάζει.

Παρόντες, τόσο οι Παραδοσιακοί Παλαιοδαίμονες με ηγέτη  τον  Άρχοντα Λιμοκτονώχ, αλλά και τον Μακιαβέλιο Εξ Ουσία, τον Μποχαδοραδότατο Τρανό Σιφυλίδιο και άλλες ηγετικές φυσιογνωμίες έγκυρης παλαιάς κοπής,

όσο και η ανερχόμενη Κλίκα  των Νεοδαιμόνων με επικεφαλής τον Μουμουεδώνα, και από κοντά τον Εξασφαλισμένο Εξαποδώ Εξανδραποδιστή (τον επιλεγόμενο και Τρία Εξ) και άλλους εξ ίσου εκσυγχρονιστές και καινοτόμους.

 Βασικό θέμα στην παρούσα Αιωνία Διάταξη, ο βασανισμός των ταλαίπωρων θνητών ¨Χα!¨ Σάπιενς και ιδιαίτερα το ποιος εκτελεί αποτελεσματικότερα το δαιμονικό του καθήκον (να τους ξεθεώνει). Αλλά, βέβαια υπάρχουν και πολλές άλλες παρασκηνιακές αντιπαραθέσεις και έριδες.

Θα παρακολουθήσετε επίσης πώς ο Φρίξος Μελανιάδης, (βασικό στέλεχος του Μεγαδίκτυου και της Πειθοργάνωσης), υπό την επιρροή του Σος Μορς (έκτακτου απεσταλμένου του Μουμουεδώνα στον πλάνήτη των ¨Χα¨) ανακαλύπτει πράγματα που μπορούν να επηρεάσουν ανατρεπτικά την εξέλιξη της Συνέλευσης αλλά και τη μοίρα του πλανήτη!

 Αυτά, (μαζί με ένα ιντερμέτζο τόσο άμπελο όσο και φιλοσοφικό), και όλο το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ από την Παραμάζωξη των Νεοδαιμόνων,  στη νέα συνέχεια του ΜΠΑ!!! (ένα  free μυθιστόρημα στο διαδίκτυο) που ιστολογήθηκε χτες το βράδυ (εδώ δίπλα, ως ΜΠΑ!!! 3 και 4 – υποσελίδες στον «Φανταστικό Κόσμο του Ανωνύμου Ένός»).

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Αφήστε Σχόλιο »

Από τον Άμβωνα στην Οθόνη

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουνίου, 2007

…και κάτι ακόμη…

 -για όσους ενδιαφέρονται για τις (διαχρονικές) σχέσεις Κοινωνίας και Επικοινωνίας

-για τους φοιτητές μου:

Στη νέα σελίδα: ¨Από τον Άμβωνα στην Οθόνη¨ θα βρείτε δύο εισαγωγικά κείμενα, παρμένα από την (υπό δημοσίευση)  μελέτη με τον ίδιο τίτλο, η οποία αναφέρεται στην Κοινωνική Ιστορία της Επικοινωνίας και εστιάζει στη διαχρονική εξέλιξη των ομάδων που ασκούν επικοινωνιακή εξουσία.

Δημοσιεύθηκε στο ΜΕΛΕΤΕΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »