Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ
e LIBRI RECENTI DI AMICI
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουλίου, 2011
Αυτή τη φορά ξεκίνησε (πάνω κάτω) ως ακολούθως:
Λέω στο Θάνο: Μάλλον είμαι σε φάση. (Δηλαδή προσωρινά κολλημένος σε μια δραστηριότητα που με διασκεδάζει).
Μου λέει ο Θάνος: Ωχ κατάλαβα! (ή κάπως έτσι).
Ο Θάνος είναι ο γιος μου και τα λέμε στο τηλέφωνο μια που αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Αθήνα.
Ναι, του επαναλαμβάνω απτόητος. Και δέχομαι και ¨παραγγελιές¨.
Ά τόσο! μου κάνει. Τότε για δοκίμασε με το Next. Υπάρχει μια καταπληκτική εκτέλεση με την Sensational Alex Harvey Band.
Με τα αγγλοσαξονικά αποκλείεται του λέω, Το ξέρεις. Αυτά είναι δική σου αρμοδιότητα.
Είναι ένα τραγούδι του Brel, με διαβεβαιώνει…
Au suivant; απορώ.
Au suivant. μου απαντά.
Τα επακόλουθα της παραπάνω κουβεντούλας βρίσκονται εδώ παρακάτω.
Σε ήχο:
1. Au suivant στίχοι και μουσική του Brel (για εικόνα στο You tube εδώ)
2. Next με τους Sensational Alex Harvey Band (για εικόνα στο You tube εδώ)
3. Ο επόμενος (ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά)
Σε κείμενο:
1. Η απόδοση στα ελληνικά (αφιερωμένη φυσικά στον Θάνο)
2. Το γαλλικό πρωτότυπο (1964)
3. Η αγγλική απόδοση
Ο επόμενος
Τσίτσιδος στην πετσέτα που / φόραγα ως σκελέα,
κόκκινος ως το κούτελο, / σαπούνι ανά χείρας,
είκοσι ήμουνα χρονών / κι ήμασταν εκατόν είκοσι
που φτιάχναμε μακριά ουρά/ του επομένου [οι] επόμενοι
Ήμουνα μόνο είκοσι / και ξεπαρθενευόμουνα
σ’ ένα μπουρδέλο του στρατού / μπουρδέλο περιοδεύον
Εγώ πολύ θα ήθελα / μια στάλα τρυφερότητα
μονάχα ένα χαμόγελο / ή λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν ήτανε το Βατερλώ / μήτε κι ο Μαραθώνας
ήτανε που βλαστήμησα / που άφησα το σχολείο
και τον λοχία π’ άκουσα /εκείνον τον μαλάκα.
Αυτά είναι κόλπα να φτιαχτούν/ στρατιές από ανικάνους.
Στ΄ όνομα σας ορκίζομαι / της πρώτης μου βλεννόρροιας
συνέχεια στο κεφάλι μου / στραβή φωνή βαράει
φωνή με βρώμα από κρασί / κι ιδρώτα της μασχάλης
φωνή απ’ εχθρικούς λαούς / και δρόμους του θανάτου
Κι έτσι από τότε, κάθε φορά / γυναίκα π’ αγκαλιάζω
νομίζω πως αδύναμα / στ’ αφτί μου ψιθυρίζει:
[ο επόμενος , ο επόμενος]
Οι επόμενοι στον κόσμο αυτό / ας δώσουνε τα χέρια
Έτσι στον εφιάλτη μου / φωνάζω και πετιέμαι
κι όταν ξυπνάω σκέπτομαι / κάλλιο να είσαι επόμενος
παρά ένα τσούρμο ανόητους / ακόλουθους να έχεις
Μήτε αρχηγός μήτε οπαδός / ουτ’ έσχατος ούτε πρώτος
Γκουρού θα γινώ στα βουνά / στο πουθενά ερημίτης
Μόνο να πάψει να αντηχεί / αυτή η κραυγή στα αυτιά μου
[ο επόμενος, ο επόμενος]
Au suivant
Tout nu dans ma serviette qui me servai de pagne J’avais le rouge au front le savon à la main Au suivant, au suivant, J’avais juste 20 ans, et nous étions 120 À être le suivant de celui qu’on suivait Au suivant, au suivant, J’avais juste 20 ans et je me déniésait Au bordel ambulant d’une armée en campagne Au suivant, au suivant.
Moi j’aurais bien aimé, un peu plus de tendresse Ou alors un sourire ou bien avoir le temps mais Au suivant, au suivant, Ce n’ fut pas Watterloo, mais ce n’fut pas Arcoles Ce fut l’heure où l’on r’grete d’avoir manqué l’école Au suivant, au suivant, Mais je jure que d’entendre, cet adjudent d’mes fesses, C’est des coups à vous faire, des armées d’impuissants Au suivant, au suivant.
Je jure sur la tête de ma 1ère vérole Que cette voix depuis je l’entends tout le temps Au suivant, au suivant, Cette voix qui sentait l’ail et le mauvais alcool C’est la voix des nations et c’est la voix du sang Au suivant, au suivant, Et depuis chaque femme à l’heure de succomber, Entre mes bras trop maigre semble me murmurer Au suivant, au suivant
Tous les suivants du monde devraient s’donner la main Voila ce que la nuit je cris dans mon délire Au suivant, au suivant, Et quand je n’ délire pas, j’en arrive à me dire Qu’il est plus humiliant d’être suivi qu’suivant Au suivant, au suivant, Un jour j’me ferai cul d’jatte ou bonne sœur ou mandiant, Enfin un d’ces machins ou je n’serai jamais plus Le suivant suivant suivant Jamais plus le suivant suivant suivant suivant
Sensational Alex Harvey Band
Next
Naked as sin an army towel, covering my belly Some of us weep, some of us howl Knees turn to jelly But Next! Next! I was just a child A hundred like me I followed a naked body a naked body followed me Next! Next! I was just a child when my innocence was lost in a mobile army whorehouse a gift of the army, free of cost Next! Next! Next! Me, I really would have liked a little bit of tenderness Maybe a word, maybe a smile, maybe some happiness But Next! Next! Oh it was not so tragic and heaven did not fall But how much at that time I hated being there at all Next! Next! I still recall the brothel trucks, the flying flags The queer lieutenant slapped our arses thinking we were fags Next! Next! Next!
I swear on the wet head of my first case of gonorrhea It is his ugly voice that I forever fear Next! Next! A voice that stinks of whiskey of corpses and of mud The voice of nations the thick voice of blood Next! Next! Since then each woman I have taken into bed they seem to lie in my arms and they whisper in my head Next! Next!
All the naked and the dead could hold each other’s hands as they watch me dream at night in a dream that nobody understands and though I am not dreaming in a voice grown dry and hollow I stand on endless naked lines of the following and the followed Next! Next!
One day I’ll cut my legs off I’ll burn myself alive I’ll do anything to get out of life to survive not ever to be next Next! Next! not ever to be next, not ever
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουλίου, 2011
Από τη στιγμή που ανακάλυψα (πρόσφατα) ότι το να ψάχνεις λέξεις για να αποδώσεις στα ελληνικά ένα τραγούδι που σ’ αρέσει είναι πιο διασκεδαστική (και σίγουρα πιο δημιουργική) δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο από το να λύνεις σταυρόλεξα, έστω κι από τα δύσκολα, και, βέβαια, από τη στιγμή που βάλαμε ήχο και μουσική στο ιστολογοφόρο, έχουμε, όπως θα είδατε, συνεχή ροή έμμετρων μελοποιημένων κειμένων.
Μην ανησυχείτε, η ροή οσονούπω θα κοπάσει και θα πάμε γι άλλα.
Πάντως, προς το παρόν, σας έχω ετοιμάσει μερικά τραγούδια ακόμη.
Το σημερινό λέγεται Το Λούσιμο
Το λούσιμο (Lo Shampoo) είναι ένα τραγούδι του Τζιόρτζιο Γκάμπερ γραμμένο το 1973 και συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ ¨Ας προσποιηθούμε ότι είμαστε υγιείς¨. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης θεατρικής παράστασης, τα κείμενα της οποίας ο Γκάμπερ έγραψε μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι. Εδώ σας έχω:
Σε ήχο:
1. Το Τραγούδι του Γκάμπερ
2. Η ανάγνωση της απόδοσης που σας έφτιαξα
Σε κείμενο:
1. Το τραγούδι στα ιταλικά, Το β΄ τμήμα σε πεζό λόγο ποικίλει λίγο, ανάλογα με το αν είναι από το δίσκο ή την παράσταση. Εγώ, για την απόδοση στα ελληνικά πήρα λέξεις κι από τις δύο εκδοχές.
2. Η εκδοχή στα ελληνικά. έτσι που, άμα λάχει, να μπορείτε να το ψιθυρίσετε…
Lo Shampoo
Una brutta giornata,
chiuso in casa a pensare,
una vita sprecata,
non c’è niente da fare,
non c’è via di scampo,
quasi quasi mi faccio uno shampoo.
Uno shampoo?
Una strana giornata,
non si muove una foglia,
ho la testa ovattata,
non ho neanche una voglia,
non c’è via di scampo:
sì, devo farmi per forza uno shampoo.
Uno shampoo? Sì, uno shampoo.
schhh… scende l’acqua, scroscia l’acqua calda, fredda, calda… giusta!
Shampoo rosso, giallo, quale marca mi va meglio… questa!
Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…
La schiuma è una cosa buona, come la mamma,
che ti accarezza la testa quando sei triste e stanco,
una mamma enorme, una mamma in bianco!
Sciacquo, sciacquo, sciacquo…
Seconda passata.
Son convinto che sia meglio quello giallo senza… canfora!
I migliori son più cari perchè sono anti… forfora!
Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…
La schiuma è una cosa sacra, è una cascata di latte,
che assopisce questa smania tipica italiana,
è una cosa sacra: come una vacca indiana!
Sciacquo, sciacquo, sciacquo…
Fffffff… fon!
Σε άλλη εκδοχή (ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης) La schiuma è una cosa pura, come il latte: purifica di dentro. La schiuma è una cosa sacra che pulisce la persona meschina, abbattuta, oppressa. È una cosa sacra. Come la Santa Messa.
Το λούσιμο
Μα τι άσχημη μέρα
μες το σπίτι κλεισμένος
η ζωή μου μια ξέρα
κι εγώ ναυαγισμένος
έχω ανάγκη [αδελφέ μου] ένα πλάνο
Μα! Ένα λούσιμο λέω να το κάνω.
Λούσιμο;
Μα τι μέρα γρουσούζα
δεν κουνιέται ένα φύλλο
το κεφάλι χαβούζα
κι ες-ο-ες πού να στείλω;
κάτι πρέπει [επιτέλους] να κάνω…
Ναι! ένα λούσιμο! Ίσως προκάνω…
Λούσιμο; Ναι λούσιμο!
Φςςςςς
Το νεράκι ρέει,
παγώνει, καίει, παγώνει, καίει…
Τέλειο!
Ποιο σαμπουάν να προτιμήσω;
αυτό; εκείνο; τ’ άλλο;
Ετούτο!
Αφ-ρος!
Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει
μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.
Είναι ωραίο πράγμα ο αφρός! Όπως η μαμά, που σου χαϊδεύει το κεφάλι σαν είσαι λυπημένος κι αποκαμωμένος: μια μαμά τεράστια, μια μαμά κατάλευκη.
Ξξξξέβγαλμα, ξξέβγαλμα, ξέβγαλμα.
Δεύτερο χέρι.
Προτιμώ το μπλέ γιατί δεν περιέχει διόλου κάμφορα
Τα καλύτερα κοστίζουν, φτάνουν ως τις ρίζες ευκολότερα
Αφ-ρος!
Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει
μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.
Ο αφρός είναι ένα πράγμα αγνό, όπως το γάλα: καθαρίζει από τα μέσα. Ο αφρός είναι ένα πράγμα ιερό που εξαγνίζει τους κακομοίρηδες, τους βαρεμένους, τους καταπιεσμένους. Είναι ένα πράγμα άγιο. Σαν μια Ινδική αγελάδα
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Ιουνίου, 2011
Ο Ζακ Μπρελ έγραψε τους ¨Μεγαλοαστούς¨ το 1961 εγκαινιάζοντας μια σειρά τραγουδιών με σατυρικό και σαρκαστικό ύφος. Προσπάθησα να το αποδώσω στα ελληνικά, διεκδικώντας βέβαια κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το πρωτότυπο. Για παράδειγμα η κυρά χοντρο- Adrienne de Montalant έγινε απλώς ¨κυρά Άννα¨, για λόγους μετρικούς. Άλλωστε, όπως έμαθα (πάντα στο διαδίκτυο) η πραγματική κυρά Αντριάνα λεγόταν du Mont-à-Leux, ήταν ιδιοκτήτρια ενός καφέ στο Mouscron (γαλλόφωνο Βέλγιο) και ο Μπρέλ της άλλαξε λίγο το όνομα για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Για τους ίδιους λόγους το ¨Οτέλ: Οι τρεις φασιανοί¨ έγιναν εδώ ¨Οτέλ Στάτους¨ και ο χορευτής βικάριος /πάστορας απόκτησε άλλη υπόσταση. Όσο για το ρεφρέν μπορεί να έχασε κάτι από την διαδοχική εξέλιξη των αστών(Plus ça devient vieux plus ça devient bête) , κέρδισε όμως κάτι σε οικολογική διάσταση ε;
Σημείωση: Τυχόν μικροδιαφορές ανάμεσα στην ηχητική ανάγνωση και το γραπτό κείμενο της απόδοσης
σημαίνουν απλώς ότι η επεξεργσία (ψάξιμο καταλληλότερων λέξεων) συνεχίζεται.
Σας παραθέτω παρακάτω το κείμενο του τραγουδιού του Μπρελ και την απόδοση στα ελληνικά.
Αλλά πρώτα, σε ήχο:
1. Η αρχική ηχογράφηση των ¨Μπουρζουάδων¨
2. Μια ανάγνωση της απόδοσης
Les bourgeois
Le cœur bien au chaud Les yeux dans la bière Chez la grosse Adrienne de Montalant Avec l’ami Jojo Et avec l’ami Pierre On allait boire nos vingt ans Jojo se prenait pour Voltaire Et Pierre pour Casanova Et moi, moi qui étais le plus fier Moi, moi je me prenais pour moi Et quand vers minuit passaient les notaires Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans” On leur montrait notre cul et nos bonnes manières En leur chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c…
Le cœur bien au chaud Les yeux dans la bière Chez la grosse Adrienne de Montalant Avec l’ami Jojo Et avec l’ami Pierre On allait brûler nos vingt ans Voltaire dansait comme un vicaire Et Casanova n’osait pas Et moi, moi qui restait le plus fier Moi j’étais presque aussi saoul que moi Et quand vers minuit passaient les notaires Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans” On leur montrait notre cul et nos bonnes manières En leur chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c… Le cœur au repos Les yeux bien sur terre Au bar de l’hôtel des “Trois Faisans” Avec maître Jojo Et avec maître Pierre Entre notaires on passe le temps Jojo parle de Voltaire Et Pierre de Casanova Et moi, moi qui suis resté le plus fier Moi, moi je parle encore de moi Et c’est en sortant vers minuit Monsieur le Commissaire Que tous les soirs de chez la Montalant De jeunes “peigne-culs” nous montrent leur derrière En nous chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011
Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande
H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.
Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:
Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.
Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.
Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.
Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.
Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.
Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.
Εδώ παρακάτω σας έχω:
Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)
και σε ήχο:
Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα
Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο
Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί
Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ
FERNANDE
Une mani’ de vieux garçon,
Moi. j’ai pris l’habitude
D’agrémenter ma solitude
Aux accents de cette chanson:
[Refrain]
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
C’est cette mâle ritournelle,
Cette antienne virile,
Qui retentit dans la guérite
De la vaillante sentinelle:
[Au refrain]
Afin de tromper son cafard,
De voir la vi’ moins terne,
Tout en veillant sur la lanterne
Chante ainsi le gardien de phar’:
[Au refrain]
Après la prière du soir,
Comme il est un peu triste,
Chante ainsi le séminariste
A genoux sur son reposoir:
[Au refrain]
A l’Étoile, où j’étais venu
Pour ranimer la flamme,
J’entendis, ému jusqu’aux larmes,
La voix du Soldat inconnu:
[Au refrain]
Et je vais mettre un point final
A ce chant salutaire,
En suggérant aux solitaires
D’en faire un hymne national:
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
Η Φερνάρδα (Το ανασήκωμα)
Κάθε φορά που μού ’ρχεται
βαριά μελαγχολία
τη μοναξιά μου ξεγελώ
κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:
Σα σκέφτομαι τη Μένη
ετούτος σκληραίνει
κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή
φουσκώνει πολύ
κι αν πάει τυχόν στην Ελένη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Και στης σκοπιάς τη μοναξιά
απ’ το κουβούκλιο μέσα
ο φανταράκος τραγουδά
αντρίκιες στροφές φωναχτά:
Αναπολώ την Νόνη
κι ετούτος τυλώνει
κι αν σκέπτομαι την Αθηνά
σκληραίνει ξανά
κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη
αυτός πιο πολύ μεγαλώνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Κι ο φαροφύλακας, που λες,
εκεί πάνω στο φανάρι
ρεφάρει τους παλιούς καημούς
τραγουδώντας στους ωκεανούς:
Σα σκέφτομαι τη Εύη
φουσκώνει, θεριεύει
κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή
σκληραίνει πολύ
κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά
Μα κι ο υποψήφιος μοναχός
δε θα τα καταφέρει
αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ
στο μυαλό το τροπάρι αυτό:
Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη
φαγούρα με πιάνει
και την Ευτέρπη αν σκεφτώ
με τέρπει κι αυτό
κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη
αυτή η φαγούρα επαυξάνει
μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά
η φαγούρα ξαφνικά σταματά [δεν την αισθάνομαι πια}
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Ιουνίου, 2011
Είχα ένα θείο που τον έλεγαν Γιάκη.
Θόδωρο τον έλεγαν, αλλά όλοι εμείς οι κοντινοί κι οι συγγενείς τον φωνάζαμε Γιάκη.
Γιάκης Σταματόπουλος, αδελφός της μητέρας μου. Ήταν ο πιο εύστροφος και διασκεδαστικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Ήταν ωραίο να έχεις έναν τέτοιο θείο. Ιδιαιτέρα εκείνο τον παλιό καιρό που οι σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους ¨μεγάλους¨, κατά κανόνα, δεν ήταν και τόσο φιλικές.
Τον θυμάμαι συχνά τον Γιάκη. Σήμερα τον θυμήθηκα ενώ σκάλιζα το βιογραφικό του Μπρασένς, μια που σκόπευα να ανεβάσω στο ιστολογοφόρο ακόμα ένα τραγούδι του τροβαδούρου. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τον Μπρασένς, όπως και τον Γιάκη, τον είχαν στείλει στη Γερμανία, σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας.
Ο Γιάκης με πολύ πιο ζόρικες συνθήκες, μια που τον είχαν συλλάβει στην Αθήνα το Μάρτη του ’43 -παιδί γύρω στα είκοσι θα έπρεπε να ήταν τότε, στη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης που επιχείρησαν οι Γερμανοί. Του είχαν βρει κι ένα πιστόλι πάνω του και θα μπορούσε να του είχαν συμβεί και χειρότερα πράγματα. Έτσι τουλάχιστον υποθέτω ότι θα σκεφτόταν η γιαγιά μου η Μαριγώ, για να παρηγοριέται.
Ο Μπρασένς κατάφερε να γυρίσει στη Γαλλία και να μείνει κρυμμένος ωσπου να τελειώσει η σύγκρουση. Ο Γιάκης έμεινε ως το τέλος εκεί και τα κατάφερε να μείνει ζωντανός.
Όχι μόνο. Γύρισε στο τέλος του πολέμου κουβαλώντας μαζί του δύο Γερμανίδες, μάνα και κόρη, που δε ξέρω πόσο τις είχε γοητεύσει, υποθέτω πολύ, που τον είχαν βοηθήσει και, τρομοκρατημένες όταν μπήκαν οι σύμμαχοι, θέλησαν να φύγουν από την ηττημένη χώρα.
Και όχι μόνο. Γύρισε έχοντας καταλάβει κάτι από το νόημα της ζωής. Κάτι ας πούμε, σαν την ικανότητα να ανιχνεύεις και να γεύεσαι τη χαρά της ζωής της ίδιας.
Είμαι σίγουρος πως εάν ο Μπρασένς είχε γνωρίσει το Γιάκη θα είχε γράψει κι ένα τραγούδι γι αυτόν.
Το τραγούδι που ακολουθεί τιτλοφορείται Trompe la morte, κάτι σαν ¨Ο Χαρομαχητής¨ και δεν έχει άμεση σχέση με τους συνειρμούς που παρατίθενται παραπάνω. Η απόπειρα απόδοσης των στίχων στα ελληνικά είναι απολύτως ερασιτεχνική, την έκανα με τη βοήθεια διαδικτυακών λεξικών και με κύρια φροντίδα να μπορεί να ταιριάξει (χωρίς πολύ ζόρι) με τη μουσική.
Ακολουθούν:
Σε κείμενο:
1.Οι στίχοι του Μπρασένς στα γαλλικά
2.Η προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά
Σε ήχο:
1. Ο ίδιος ο τροβαδούρος (Συμπεριλαμβάνεται στο τελευταίο άλμπουμ του Μπρασένς, που κυκλοφόρησε το 1976)
2. Μια ανάγνωση της απόδοσης που σκάρωσα
3. Μία πιο πρόσφατη εκτέλεση από τις πολλές που οι φίλοι του Μπρασένς ανεβάζουν στο διαδίκτυο (Gustave Nadaud)
TROMPE LA MORT
Avec cette neige à foison
Qui coiffe, coiffe ma toison
On peut me croire à vue de nez
Blanchi sous le harnais
Eh bien, Mesdames et Messieurs
C’est rien que de la poudre aux yeux
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie
C’est pour tenter de couper court
A l’avance du temps qui court
De persuader ce vieux goujat
Que tout le mal est fait déjà
Mais dessous la perruque j’ai
Mes vrais cheveux couleur de jais
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux
Et si j’ai l’air moins guilleret
Moins solide sur mes jarrets
Si je chemine avec lenteur
D’un train de sénateur
N’allez pas dire “Il est perclus”
N’allez pas dire “Il n’en peut plus”
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie
Histoire d’endormir le temps
Calculateur impénitent
De tout brouiller, tout embrouiller
Dans le fatidique sablier
En fait, à l’envers du décor
Comme à vingt ans, je trotte encore
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux
Et si mon coeur bat moins souvent
Et moins vite qu’auparavant
Si je chasse avec moins de zèle
Les gentes demoiselles
Pensez pas que je sois blasé
De leurs caresses, leurs baisers
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie
Pour convaincre le temps berné
Qu’mes fêtes galantes sont terminées
Que je me retire en coulisse
Que je n’entrerai plus en lice
Mais je reste un sacré gaillard
Toujours actif, toujours paillard
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux
Et si jamais au cimetière
Un de ces quatre, on porte en terre
Me ressemblant à s’y tromper
Un genre de macchabée
N’allez pas noyer le souffleur
En lâchant la bonde à vos pleurs
Ce sera rien que comédie
Rien que fausse sortie
Et puis, coup de théâtre, quand
Le temps aura levé le camp
Estimant que la farce est jouée
Moi tout heureux, tout enjoué
J’m'exhumerai du caveau
Pour saluer sous les bravos
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011
Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το 1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.
Εδώ παρακάτω σας έχω:
1. Γραπτά:
α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,
β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,
γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,
δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.
και
2. Σε ήχο:
α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),
β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,
γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά
… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις
Les passantes
(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)
Je veux dédier ce poème A toutes les femmes qu’on aime Pendant quelques instants secrets A celles qu’on connaît à peine Qu’un destin différent entraîne Et qu’on ne retrouve jamais
A celle qu’on voit apparaître Une seconde à sa fenêtre Et qui, preste, s’évanouit Mais dont la svelte silhouette Est si gracieuse et fluette Qu’on en demeure épanoui
A la compagne de voyage Dont les yeux, charmant paysage Font paraître court le chemin Qu’on est seul, peut-être, à comprendre Et qu’on laisse pourtant descendre Sans avoir effleuré sa main
A la fine et souple valseuse Qui vous sembla triste et nerveuse Par une nuit de carnaval Qui voulut rester inconnue Et qui n’est jamais revenue Tournoyer dans un autre bal
A celles qui sont déjà prises Et qui, vivant des heures grises Près d’un être trop différent Vous ont, inutile folie, Laissé voir la mélancolie D’un avenir désespérant
A ces timides amoureuses Qui restèrent silencieuses Et portent encor votre deuil A celles qui s’en sont allées Loin de vous, tristes esseulées Victimes d’un stupide orgueil.
Chères images aperçues Espérances d’un jour déçues Vous serez dans l’oubli demain Pour peu que le bonheur survienne Il est rare qu’on se souvienne Des épisodes du chemin
Mais si l’on a manqué sa vie On songe avec un peu d’envie A tous ces bonheurs entrevus Aux baisers qu’on n’osa pas prendre Aux coeurs qui doivent vous attendre Aux yeux qu’on n’a jamais revus
Alors, aux soirs de lassitude Tout en peuplant sa solitude Des fantômes du souvenir On pleure les lèvres absentes De toutes ces belles passantes Que l’on n’a pas su retenir
Le passanti
(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)
Io dedico questa canzone ad ogni donna pensata come amore in un attimo di libertà a quella conosciuta appena non c’era tempo e valeva la pena di perderci un secolo in più.
A quella quasi da immaginare tanto di fretta l’hai vista passare dal balcone a un segreto più in là e ti piace ricordarne il sorriso che non ti ha fatto e che tu le hai deciso in un vuoto di felicità.
Alla compagna di viaggio i suoi occhi il più bel paesaggio fan sembrare più corto il cammino e magari sei l’unico a capirla e la fai scendere senza seguirla senza averle sfiorato la mano.
A quelle che sono già prese e che vivendo delle ore deluse con un uomo ormai troppo cambiato ti hanno lasciato, inutile pazzia, vedere il fondo della malinconia di un avvenire disperato.
Immagini care per qualche istante sarete presto una folla distante scavalcate da un ricordo più vicino per poco che la felicità ritorni è molto raro che ci si ricordi degli episodi del cammino.
Ma se la vita smette di aiutarti è più difficile dimenticarti di quelle felicità intraviste dei baci che non si è osato dare delle occasioni lasciate ad aspettare degli occhi mai più rivisti.
Allora nei momenti di solitudine quando il rimpianto diventa abitudine, una maniera di viversi insieme, si piangono le labbra assenti di tutte le belle passanti che non siamo riusciti a trattenere.
Οι περαστικές
(Το κείμενο της απόδοσης των ¨περαστικών¨ που σας διαβάζω παραπάνω)
Αφιερώνω αυτό το τραγούδι
στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι
έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,
στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν
που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν
και που δεν τις ξανάδαμε πια.
Σε εκείνη, των ονείρων ουσία
στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία
αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,
μένει μόνο το χαμόγελό της
μες της θύμησης τα απωθημένα
που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα
Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι
που η ματιά της σαν θείο τοπίο
πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη
που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…
κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει
δίχως καν να της πιάσεις το χέρι
Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει
ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι
που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη
και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει
και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει
να χορέψει μαζί σου και πάλι
Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει
και που άδειες περνούνε τις ώρες
πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει
και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-
να διακρίνεις τη μελαγχολία
των στιγμών που δεν είχες αδράξει
Και στις ντροπαλές εκείνες
σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες
που για σένα μπορεί να πονέσαν
αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,
ίσως μόνο για ένα γινάτι
και που δεν ξαναφάνηκαν πια.
Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις
που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω
να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια
την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω
είναι δύσκολο πια να αναστήσω
περασμένης ζωής επεισόδια.
Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις
με περισσή γυρνάς επιθυμία
στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,
στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις
-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-
και στα μάτια που δεν ξαναείδες
Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια
μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια
θα ειν’ φαντάσματα, σκιές, αναμνήσεις
που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες
κι όλες οι όμορφες περαστικές
που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις
Κώστας Ουράνης: Περαστικές
(Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)
Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’ γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’ γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο, ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε: να ξέρατε με πόση νοσταλγία, στα δειλινά τα βροχερά και κρύα, σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου, γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!
Ο Cecco Angiolieri υπήρξε ένας ενδιαφέρων τύπος, ποιητής και ιππότης, που έζησε στην Τοσκάνη (Σιένα, από το 1260 ως περίπου το 1312) την ίδια πάνω κάτω εποχή με τον Δάντη. Το σονέτο του ¨Αν ήμουν φωτιά¨ τραγουδάει εδώ ο Fabrizio de Andre. Έκανα μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά, αλλά για καλό και για κακό σας παραθέτω και το πρωτότυπο. Σε ήχο:
α) το τραγούδι του Φαμπρίτσιο,
β) μια σπάνια απαγγελία από τον Βιτόριο Γκάσμαν και
γ) μία ανάγνωση στα ελληνικά.
S’i fosse fuoco
S’i fosse fuoco, arderei ‘l mondo; s’i fosse vento, lo tempestarei; s’i fosse acqua, i’ l’annegherei; s’i fosse Dio, mandereil’ en profondo;
s’i fosse papa, allor serei giocondo, ché tutti cristiani imbrigarei; s’i fosse ‘mperator, ben lo farei; a tutti tagliarei lo capo a tondo.
S’i fosse morte, andarei a mi’ padre; s’i fosse vita, non starei con lui; similemente faria da mi’ madre. Si fosse Cecco com’i’ sono e fui, torrei le donne giovani e leggiadre: le zoppe e vecchie lasserei altrui.
Φωτιά αν ήμουν
Φωτιά αν ήμουν, θα ’καιγα την Πλάση, νερό αν ήμουν θα ’πνιγα τη Γη κι αν ήμουν άνεμος με ίδια οργή, Θεούς κι ανθρώπους θα ’στελνα στη Χάση
Αν ήμουν Πάπας, τότε θα ’χα κέφια και θα κορόιδευα όλους τους πιστούς και βασιλιάς αν ήμουνα αδέλφια κεφάλια θα ’χα κόψει σε αρκετούς.
Χαμός αν ήμουν, πρώτα τον πατέρα θα είχα πάει να επισκεφτώ, το ίδιο θα ’κανα και στη μητέρα που με ξεφούρνισε στον κόσμο αυτό.
Αλλά αφού ’μαι αυτός (κι αυτός θα μείνω) τις νιες και όμορφες μονάχα κυνηγώ και γριές και άσχημες στους άλλους τις αφήνω.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 31 Οκτωβρίου, 2010
…γιατί την παρατραβήξαμε την αφήγηση και ελαφρώς ξεχείλωσε, γι αυτό και λέω να αρθρώσω τη σημερινή τελευταία συνέχεια σε γραφή ¨ελλειπτική με εκλάμψεις¨ (φλασιές).
…σύνδεση με τα προηγούμενα
Είμαι στη φάση «πού πάμε;» Στην ουσία με έχουν κατ’ αρχήν δεχτεί και στο Παπαγεωργίου, νοσοκομείο καινούργιο ¨τσίλικο¨, ευάερο, ευήλιο και με πανεπιστημιακή κλινική ενσωματωμένη, και στο Αχέπα, νοσοκομείο πανεπιστημιακό, παλιό και εμπειροπόλεμο. Αποφασίζω για Αχέπα κυρίως γιατί για εκεί (χάρη στον καρδιολόγο Β) παίρνω εγκαίρως τις συγκεκριμένες οδηγίες που, αφού είμαι πρωτάρης, μου είναι απαραίτητες.
Οι οδηγίες
Πρέπει να παρουσιαστώ Πέμπτη πρωί, νηστικός, χωρίς να έχω πάρει κανένα φάρμακο, με όλες τις πρόσφατες αναλύσεις στο χέρι, και, γενικότερα, ετοιμασμένος για τρεις πιθανές διανυκτερεύσεις.
Α ναι, και κάτι άλλο: θα διευκόλυνα τη διαδικασία αν έχω προβεί (από μόνος μου) σε αποψίλωση της Βουβωνικής Χώρας, η οποία ως γνωστόν βρίσκεται νοτίως της Κοιλιακής Χώρας με την οποία και συναπαρτίζει τις λεγόμενες Κάτω χώρες.
Είσοδος στο Αχέπα
Μέρα συννεφιασμένη με ψιλόβροχο. Μαζί μου η Σόφη και ο Θάνος που βρίσκεται αυτό τον καιρό στην Αθήνα και έχει αυτοβούλως αποφασίσει να ανηφορίσει για να ¨συμπαρασταθεί πατέρα¨.
Πρώτα τα γραφειοκρατικά, μετά αναμονή διεκπεραίωσης σε τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Σκαρφαλωμένα στους γκριζοπράσινους τοίχους διέρχονται εμφανή καλώδια που διακόπτονται που και που από μυστηριώδεις διακόπτες και ταμπελίτσες με το γνωστό σήμα της ραδιενέργειας και τη φράση ¨ελεγχόμενη περιοχή¨. Κάτω μωσαϊκό, πάνω ανεμιστήρες. Προσωρινό βόλεμα σε θάλαμο και αναμονή για την είσοδο στα ενδότερα.
Η επέμβαση
Η κλασική μεταφορά ανάσκελα με φορείο σου δίνει την ευκαιρία να μην αφήσεις παραπονεμένο το ταβάνι (ως αντικείμενο παρατήρησης) που δένει άψογα με το γενικό θριλεροειδές κλίμα.
Άφιξη στην αίθουσα. Βιομηχανική αισθητική κάποιου περασμένου αιώνα. Καλώδια που τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις διασταυρούμενα χωρίς εν τούτοις να συγκρούονται, μυστήρια μηχανήματα που βουίζουν με μηδενική ευθυμία, μόνιτορς, πάγκοι, σωλήνες και λοιπές αποφύσεις από παλλόμενες συσκευές. Προβολείς που φωτίζουν συγκεκριμένα σημεία ενώ άλλα, τα πιο πολλά, τους αφήνουν αδιάφορους. Μια τζαμαρία και από πίσω κι άλλα μηχανήματα άγνωστου προορισμού και άλλες οθόνες και ανθρώπινες φιγούρες ανάμεσα στις οποίες διακρίνω τη Σόφη και το Θάνο. Μυρουδιά απροσδιόριστη (για μένα τον αμύητο), αλλά διαπεραστική.
Εγκαταλείπω τα ρούχα μου που θα διαγράψουν μια δική τους πορεία και δε θα τα ξαναφορέσω παρά κατά την έξοδο τρεις μέρες μετά. Τσιτσίδι στη γωνία (φοράω ένα μανίκι από μία μπλούζα -ειδικό μοντέλο- αλλά μετά μου το βγάζουν κι αυτό) και ύστερα οριζοντίωση σε ένα στενό πάγκο. Τελώ σε πλήρη συστολή παντός είδους. Με επιθεωρούν. Ψάχνουν είσοδο για την ηλεκτρονική ανιχνευτική κεφαλή που θα με ψάξει (χωρίς να με ψέξει, ελπίζω). Ύστερα με σκεπάζουν με διάφορα πράσινα πανιά αφήνοντας εμφανή δύο επίμαχα σημεία: τον καρπό του δεξιού μου χεριού και το πάνω μέρος του μηρού.
Με έχουν αναλάβει δύο Αντώνηδες. Όχι, δεν θα μου κάνουν ολική αναισθησία όπως νόμιζα, αλλά δε θα πονέσω, κι αν πονέσω να τους το πω, γιατί θα είμαι σε εγρήγορση. Αρχίζουμε με το χέρι. Αποφασίζω ότι είναι μια χαρά Αντώνηδες και ότι τους εμπιστεύομαι πλήρως.
Δε βλέπω με ακρίβεια τι σκαρώνουν γιατί προτιμώ να κοιτάζω το ταβάνι και έτσι κι αλλιώς ανάμεσα στα μάτια μου και τα σημεία όπου κατά τις δύο επόμενες ώρες θα μπαινοβγαίνουν διάφορα, υπάρχει ένα είδος ημιδιαφανούς χωρίσματος που αλλοιώνει αποφασιστικά τη θέα. Εγώ δεν καλοβλέπω, αλλά εμένα με παρατηρεί με το διαπεραστικό της βλέμμα μια μηχανή με ένα σπαστό βραχίονα που περιφέρεται γύρω από το στήθος μου, πρώτη ξάδελφη εκείνης που μου έκανε το σπινθηρογράφημα. Νομίζω ότι εντοπίζω τη μυρουδιά: ραδιενέργεια.
Αισθάνομαι με τη σειρά: ένα σφίξιμο, μια ζέστη, κάτι να δονείται (και να προχωράει;) Κάθε τόσο με ρωτάνε αν πονάω, απαντάω όχι και εκείνοι παρατηρούν μια οθόνη στο ύψος της κοιλιάς μου και δηλώνουν ευχαριστημένοι.
Μετά από περίπου μισή ώρα (αντικειμενικός χρόνος που τον μαθαίνω μετά, γιατί η προσωπική μου αντίληψη τάχει μπερδέψει με τους χρόνους) έχουμε διάλειμμα. Ο επικεφαλής Αντώνης έχει εντοπίσει τις εστίες του κακού και με ρωτάει: επεμβαίνουμε τώρα ή θες χρόνο να το σκεφτείς. Το μόνο που δεν θέλω είναι αναβολή. Όρμα Αντώνη! θέλω να του πω, και μάλλον του το λέω, γιατί αφού μιλήσει για λίγο και με το Θάνο και τη Σόφη ξαναστρώνεται στη δουλειά μαζί με τον Αντώνη 2. Αυτή τη φορά επιλέγουν την (ανετότερη) αρτηριολεωφόρο της κάτω γραμμής. Θα δουλέψουν εκεί ακόμα μιάμιση ώρα ίσως και παραπάνω. Εγώ ζεσταίνομαι, κρυώνω, δονούμαι, πάλλομαι αλλά δεν πονάω. Οι Αντώνηδες μοιάζουν και δηλώνουν ευχαριστημένοι, άρα είμαι κι εγώ. Ζήτω η απόφραξη!
Στην εντατική light
Οι εντατικές, αν κατάλαβα καλά, είναι εξοπλισμένες αίθουσες παραταγμένες εν σειρά μετά τον χώρο των επεμβάσεων, και χαμηλώνουν σε ένταση καθώς απομακρύνονται απ’ αυτόν. Με άλλα λόγια συμφέρει να είσαι υπό εντατική παρακολούθηση, αλλά όσο γίνεται πιο κοντά προς την έξοδο και όχι προς το χειρουργείο. Εγώ τοποθετούμαι κοντά στην έξοδο, αν και βασικά θέλω να πάω σπίτι μου όσο γίνεται πιο γρήγορα, δηλαδή αμέσως, αλλά με πείθουν να τα αφήσω αυτά και να υπομείνω τους κανόνες που με θέλουν εκεί , υπό παρατήρηση για τρεις τουλάχιστον μέρες.
Έτσι κι αλλιώς, στην αρχή δεν μου επιτρέπουν να κουνηθώ καν. Ή μάλλον όχι: μπορώ να κουνήσω το αριστερό χέρι και το αριστερό πόδι, όμως τα υπόλοιπα πρέπει να μένουν ασάλευτα! Αποδέχομαι το καθεστώς (να είμαι υπό παρατήρηση) και, μια που δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, αρχίζω να παρατηρώ και εγώ.
Η εντατική έχει χάζι και άλλα προτερήματα. Τα άλλα προτερήματα είναι ότι οι γείτονες είναι λίγοι (δυο τρεις) και αυτοί υπό διαδικασία αποδέσμευσης, ότι δεν επιτρέπονται αρμένικες βίζιτες συγγενών, ότι παρά τα καλώδια και τους σωλήνες που σε συνδέουν με αμπούλες και μόνιτορς (ή χάρη σ’ αυτά), σου δημιουργείται μία αίσθηση ασφάλειας. Το χάζι προκαλείται από το γεγονός ότι μπαινοβγαίνουν (σχολιάζοντας διάφορα) γιατροί χειρούργοι, γιατροί ειδικευμένοι (σε χρήσιμες ειδικότητες), γιατροί ανειδίκευτοι (που όμως ειδικεύονται τώρα), νοσοκόμες, μεταφορείς ασθενών, μεταφορείς διαφόρων ιαματικών υλικών, διανομείς ακατονόμαστων μαγειρικών επινοήσεων, καθαρίστριες, και, που και πού, σκάνε μύτη προς στιγμήν μέχρι να καταλάβουν ότι πρέπει να πάνε άλλού, κάτι περίεργοι τύποι με κουστουμάκι και γραβάτα, μη πάει ο νου σας στο κακό, εγώ τους έκοψα μάλλον για ιατρικούς επισκέπτες και προμηθευτές παρά για κοράκια σε άγρα πελατών.
Περισσότερα για την εντατική μια άλλη φορά γιατί η καταχώρηση παραμεγάλωσε. Εδώ θα σας πω μόνο ότι, τρεις μέρες αργότερα, Κυριακή πρωί, αποχαιρετούσα τις νέες μου γνωριμίες και όδευα προς το σπίτι (από τις λίγες φορές που οδηγούσε η Σόφη), rectifie και ευχαριστημένος. Εδώ μόνο λίγες γενικές παρατηρήσεις
Καταλήγοντας (επιτέλους!)
Θα σημειώσω μόνο μερικά γενικά πράγματα.
Στην εντατική γνώρισα συμπαθείς ανθρώπους. Ανθρώπους που μου φάνηκαν ικανοί, παρά τη φαινομενική αναμπουμπούλα, να κάνουν δουλειά. Ανθρώπους χωρίς σχολαστικότητες που καταφέρνουν μάλιστα να διατηρούν ένα κλίμα ευ-θυμίας, που εγώ, προσωπικά, θεωρώ πολύτιμο. Αναφέρομαι στο σύνολο όσων κυκλοφορούσαν εκεί, από τον επικεφαλής καθηγητή, στους δύο Αντώνηδες, στο νεαρό φοιτητή που δούλευε και ως νοσοκόμος, στις νοσοκόμες και στις ειδικευόμενες γιατρίνες. Νομίζω, και ελπίζω να μη κάνω λάθος, ότι οι καλύτερες στιγμές των ανθρώπων της χώρας μου σήμερα, είναι όταν τα βγάζουν πέρα εκ των ενόντων, βάζοντας πάνω απ’ όλα επινοητικότητα και καλή διάθεση.
Υστερόγραφο
Ονοματολογία: Ας πούμε, για την Ιστορία, ότι ο καρδιολόγος Α στον οποίο με παρέπεμψε ο Γιάννης ο Καρμπόνης, και ο οποίος με τη σειρά του με έστειλε για άμεση επιδιόρθωση λέγεται Αλέξανδρος Αμασλίδης, ότι ο ευγενής καρδιολόγος Β που με βοήθησε να προσεγγίσω τη Δημόσια Ιατρική περίθαλψη και μού έδωσε απαραίτητες συμβουλές, λέγεται Βασίλης Βασιλικός, ότι ο Αντώνης 1 που δούλεψε με αποτελεσματικότητα μέσα στις αρτηρίες μου λέγεται Αντώνης Ζιάκας, ότι ο επικεφαλής καθηγητής γιατρός, μυστακοφόρος και άνετος, λέγεται Σταύρος Γαβριηλίδης, ότι δυστυχώς δεν έμαθα ακόμη το επώνυμο του Αντώνη2, ούτε εκείνο της νοσηλεύτριας Ευαγγελίας με τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, ή των άλλων γιατρών και νοσηλευτριών που με ανέχτηκαν. Τα όσα έζησα μαζί τους στη μικρή ¨περιπέτεια καρδιάς¨, τα θεωρώ αίσια και ευοίωνα (όχι μόνο για ‘μένα).
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Οκτωβρίου, 2010
…και έτσι, άμα έχεις την τύχη να μην έχεις προγενέστερη εμπειρία από Ιδρύματα Υγείας, κάπου εδώ προκύπτει το ερώτημα: δημόσιο νοσοκομείο ή ιδιωτική κλινική;
Λάβε υπόψη σου ότι το Ταμείο μου (που είναι ακόμη εκείνο των μηχανικών, στο οποίο πληρώνω τις σχετικές εισφορές επί δεκαετίες) ανταποκρίνεται σε ένα τμήμα των εξόδων, ακόμη και σε ορισμένες συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές. Ή μήπως όχι; Το πρόλαβα ή το καταργήσανε; Το πρόλαβα! (μάλλον στο τσακ!)
Εντάξει, σκέφτομαι. Έχω ακούσει πολλά για τα στραβά των δημόσιων νοσοκομείων και της δημόσιας υγείας γενικότερα (και από τους θεράποντες γιατρούς). Δεν είναι άραγε αυτή εδώ μια καλή ευκαιρία να δω άμεσα και προσωπικά τι ακριβώς συμβαίνει;
Είναι, απαντάω στον εαυτό μου.
Ναι, αλλά είναι τώρα ώρα για πειραματισμούς; ενίσταται εκείνος.
Μα και η εκδοχή της ιδιωτικής κλινικής έχει τα ρίσκα της, του απαντάω. Δε μας είπανε ότι του αλλουνού του κάνανε ένα σωρό ¨προληπτικές¨ επεμβάσεις, ενώ δεν τις χρειαζότανε;
Ναι, όμως οι καλοί γιατροί πάνε στα ιδιωτικά ινστιτούτα, επιμένει εκείνος , επηρεασμένος από το (ανισόρροπο) πνεύμα των καιρών και από τις προτροπές των θεραπόντων. Είναι ο νόμος της πανίσχυρης αγοράς.
Όχι, του ανταπαντάω, οι πραγματικά καλοί γιατροί δεν είναι αργυρώνητοι. Και τους βρίσκεις, όχι μόνο στις ανθρωπιστικές αποστολές, αλλά και στα ελληνικά νοσοκομεία.
Και πώς θα τους εντοπίσεις; Στην τύχη;
Θα προσπαθήσω του το κόβω, και, μια που μας έχουν πλέον διαβεβαιώσει ότι το πράγμα επείγει, αρχίζω αμέσως τις προσπάθειες.
Παίρνω τηλέφωνο, και στο πρώτο νοσοκομείο που διαθέτει ελεύθερη γραμμή, διατυπώνω το ερώτημα: έτσι κι έτσι, έχω πρόβλημα και έγκυρη παραπομπή, τι πρέπει να κάνω; Στα εξωτερικά ιατρεία για επαλήθευση, μου λένε. Και πώς πάω εκεί; Με ραντεβού φυσικά. Και πώς το κλείνω;
Με παραπέμπουν (ω τι εκσυγχρονισμός!) σε έναν τηλεφωνικό αριθμό, τετραψήφιο, όπου συνομιλώ με ένα μαγνητόφωνο. Η συνδιάλεξη, εμφανώς σουρεαλιστική, γίνεται και κάπως κωμική όταν το μαγνητόφωνο με ρωτάει αν κατάλαβε καλά το αίτημά μου, επαναλαμβάνοντας (φυσικά μαγνητοφωνημένη) τη φωνή μου. Εν τάξει. Συνεννοηθήκαμε! Είμαι τυχερός! Δεν έχει πέσει πολλή δουλειά στα καρδιολογικά! Το ραντεβού σε ένα μήνα! Το κλείνω.
Ναι, αλλά ένας μήνας δεν περνάει εύκολα όταν οι (κατά τεκμήριο) ειδήμονες σού έχουν πει ότι το πράγμα επείγει.
Συνεχίζω λοιπόν τις προσπάθειες. Αυτή τη φορά μπαίνω στο διαδίκτυο και εντοπίζω τα νοσοκομεία που διαθέτουν πανεπιστημιακές κλινικές με αγγειοχειρουργικό τμήμα. Βρίσκω αμέσως δύο: Φυσικά το ΑΧΕΠΑ που κατοικοεδρεύει μέσα στο Αριστοτέλειο, και μια αντίστοιχη κλινική στο Παπαγεωργίου. Τηλεφωνώ στο ΑΧΕΠΑ, κατ’ ευθείαν στο νούμερο της καρδιολογικής και δηλώνω την πανεπιστημιακή ιδιότητά μου. Με πληροφορούν ότι για να μπω αμέσως πρέπει να παρουσιαστώ στα επείγοντα την ημέρα της σχετικής εφημερίας. Αν και, το θέμα είναι δυνατό να ρυθμιστεί και ύστερα από επαφή με έναν από τους γιατρούς της κλινικής. Δέχονται τα απογεύματα, αλλά τα ραντεβού τα κλείνει κι αυτά το μαγνητόφωνο.
Εντάξει, σκέφτομαι ότι αυτοί οι γιατροί θα έχουν και ιατρεία έξω από το Ίδρυμα. Έχω δίκιο. Τηλεφωνώ σε έναν στην τύχη. Η γραμματέας με πληροφορεί ότι έχει πέσει πολλή δουλειά, και ότι θα με ενημερώσει εκείνη για το πότε μπορώ να δω τον γιατρό.
Τηλεφωνώ και στην αντίστοιχη κλινική του Παπαγεωργίου. Είμαι τυχερός. Πέφτω σε συνάδελφο, που αν και δεν ανήκει στο χειρουργικό, μου λέει ότι μπορώ να περάσω από εκεί και να ρυθμίσω το θέμα με τους αρμόδιους γιατρούς. Μου υποδεικνύει και την κατάλληλη μέρα.
Προτού φτάσει η μέρα αυτή, λίγες μέρες μετά, έχω τηλεφώνημα από τη γραμματέα του πρώτου γιατρού. Ας τον πούμε καρδιολόγο Β. Με δέχεται. Και σ’ αυτή την επίσκεψη όπως και στις προηγούμενες με συνοδεύει η γυναίκα μου, περισσότερο ανήσυχη απ’ ότι εγώ, έτοιμη να με προτρέψει να σταματήσω τις σαχλαμάρες και να μπω σε μια καλή ιδιωτική κλινική.
Ο γιατρός μοιάζει νεότερος απ’ τον προηγούμενο, συμπαθής κι αυτός, του εξηγώ τι τρέχει και του λέω ότι θέλω μια δεύτερη γνώμη και ενδεχομένως την αποφυγή μακράς αναμονής για την εισαγωγή.
Η δεύτερη γνώμη συμφωνεί με την πρώτη. Χρειάζεται η εν λόγω ¨-γραφία¨ και ενδεχομένως άμεση επέμβαση. Όσο αφορά στο δεύτερο αίτημά μου, μια που αυτόν τον καιρό δεν χειρουργεί, θα δει τι μπορεί να κάνει. Αν όλα πάνε καλά θα μου τηλεφωνήσουν από το νοσοκομείο. Μετά πιάνουμε μια μεγάλη κουβέντα περί ανέμων, υδάτων, ιατρικής, πολιτικής και κοινωνίας, αλλά δεν κάνουμε κανέναν να περιμένει στην αίθουσα αναμονής, γιατί είναι αργά και είμαστε οι τελευταίοι.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 16 Οκτωβρίου, 2010
Λίγες μέρες μετά, συστημένος από τον Γιάννη, να ’μαι στο ιατρείο του καρδιολόγου Α.
Μου φαίνεται ότι όλα τα ιδιωτικά ιατρεία στο κέντρο της πόλης μοιάζουν πολύ μεταξύ τους: τοίχοι σε χρώμα ¨ώχρα¨ αναιμικό, καθίσματα σε ταλαιπωρημένο δέρμα, τραπεζάκι με παλιά νούμερα από εικονογραφημένα περιοδικά (ένας ολόκληρος ¨άλλος κόσμος¨, με τα γεγονότα του και τους ήρωές του), τηλεόραση διαρκώς αναμμένη -αλλά σε χαμηλούς τόνους, ενίοτε γραμματέας στην είσοδο (ο Α. δεν έχει, τα βγάζει πέρα μόνος του).
Τον κόβω συμπαθή. Δεν έχει το σύνηθες ύφος των γιατρών ¨μάγων¨ (εγώ ξέρω, εσύ δε ξέρεις, σώπα και εκτέλεσε τις εντολές) που δεν τους πάω με τίποτα. Προτιμώ εκείνους που σου εξηγούν. Με υπομονή, όπως όταν απευθύνεσαι σε άτομα (εν δυνάμει) σε αδυναμία. Και με κατανοητές λεπτομέρειες, όχι με άμπρα κατάμπρα.
Έχω μια άποψη για τους γιατρούς που ανήκουν σε ορισμένες, σχετικά πρόσφατες, γενιές. Μπορεί να υπερβάλλω, αλλά έχω καταλήξει ότι, όπως στις δεκαετίες του ’50, και του ’60, (άντε και του ’70), πολλοί φερέλπιδες νέοι έγιναν αρχιτέκτονες και πολιτικοί μηχανικοί, όχι γιατί τους γοήτευε ιδιαίτερα ο χώρος και τα προβλήματά του ούτε γιατί είχαν κατασκευαστική κλίση και ταλέντο, αλλά επειδή το ¨επάγγελμα¨ τότε έβγαζε λεφτά, έτσι και κατά τις πιο πρόσφατες δεκαετίες το ενδιαφέρον όσων επεδίωκαν ένα επάγγελμα επιστημονικό μεν, πλην όμως στα σίγουρα κερδοφόρο, στράφηκε προς την ιατρική. Τα αποτελέσματα από το έργο των χρηματοκινούμενων μηχανικών είναι ορατά ακόμη και με μια απλή, συνοπτική ματιά στο θλιβερό αστικό τοπίο. Τα αποτελέσματα των αργυροκίνητων γιατρών, μάλλον δυσάρεστα για την δημόσια υγεία, μπορεί να μην είναι τόσο εμφανή στις πέριξ φάτσες των συνελλήνων, αλλά είναι δυνατό να τα ανιχνεύσει κανείς σε κάποιες (λίγες) αξιόπιστες στατιστικές, καθώς και με μια προσεκτικότερη ματιά στο τι συμβαίνει στα συνέδρια που χρηματοδοτούν οι φαρμακευτικές εταιρίες.
Την παραπάνω άποψη, (για το πρώτο σκέλος της οποίας έχω προσωπική εμπειρία εκ των ένδον, μια που διατέλεσα αρχιτέκτονας που τα παράτησε) την ξεφουρνίζω εν είδει τεστ στους γιατρούς που πρωτογνωρίζω. Για να μη σας τα πολυλογώ, ο προκείμενος περνάει τη δοκιμασία μια που δεν δείχνει διάθεση για ωραιοποιήσεις και βαυκαλισμούς.
Ωραία. Τώρα το ιστορικό. Το αφηγούμαι όσο μπορώ πιο αντικειμενικά. Α, δείχνω και κάτι παλιότερες αναλύσεις που κουβαλάω μαζί μου. Δεν αρκούν. Χρειάζονται κι άλλες εξετάσεις: αίμα, μια ενσταντανέ υπερηχο-γραφία, καθώς και κάτι καινούργιο (για μένα) που ονομάζεται σπινθηρογράφημα κι έχει να κάνει με ακτινοβολίες.
Διατυπώνω κάποιες (σεμνές) επιφυλάξεις για τις ραδιενεργές εξετάσεις και εισπράττω την απάντηση ότι, τι τα θες, τώρα με την κινητή τηλεφωνία, ούτως ή άλλως ζούμε μέσα σε διασταυρούμενες ακτίνες. Μα εγώ δεν έχω καν κινητό, πάω να πω, αλλά αντιμετωπίζω την αδυσώπητη άποψη/θεώρημα του μικρότερου κακού (η δόση της ακτινοβολίας -καμιά δεκαριά χιλιάδες φορές εκείνη μια απλής ακτινογραφίας, αποτελεί το έλασσον σε σχέση με αυτά που μπορεί να σου επιφυλάσσει μια χαλασμένη καρδιά).
Έτσι παύω τις ενστάσεις, ευχαριστώ τον γιατρό, και, την άλλη μέρα, κλείνω ραντεβού με τον ραδιενεργό φούρνο.
Εν τέλει δεν είναι φούρνος όπως νόμιζα, το ραδιενεργό υλικό είναι ρευστό και σου το βάζουν με ένεση. Έτσι, ένα στραβό μηχάνημα με βραχίονες και με μια κινητή κεφαλή [που σε περιτριγυρίζει και σε παρατηρεί διαπεραστικά (στην κυριολεξία) καθώς στέκεσαι οριζόντιος και ακούνητος σε μια τάβλα], μπορεί να δει τι γίνεται μέσα σου και να το καταγράψει σε ένα είδος έγχρωμης σειράς εικόνων. Όλα αυτά δύο φορές: μία αμέσως μετά ένα επιτόπιο τροχάδην κοπώσεως και μια άλλη, λίγες ώρες μετά, σε ¨ηρεμία¨.
Παίρνω μια πρώτη γεύση του αποτελέσματος από τον ¨πυρηνικό¨ γιατρό που έχει επιμεληθεί το σπινθηρογράφημα. Κούνημα κεφαλιού, εδώ κάποιο πρόβλημα υπάρχει, για λεπτομέρειες στον θεράποντα..
ΟΚ, κλείνω ραντεβού και (ξανα)πάω στο καρδιολόγο γιατρό προετοιμασμένος. Ακούω τα αναμενόμενα: Στεφανιογραφία επιβεβλημένη (πληροφορούμαι ότι σημαίνει ένα ηλεκτρονικό μάτι στην άκρη ενός ¨καλωδίου¨ που μπαίνει από μια αρτηρία σε κάποιο σημείο του σώματος, κάνει μια βόλτα γύρω από την κεντρική αντλία, και δίνει αναφορά σε ορισμένα περιμετρικά μόνιτορ). Εισπράττεις και εδώ μια γερή δόση ακτινοβολίας, αλλά είπαμε: το μη χείρον βέλτιστον.
Τώρα θα πρέπει, να αποφασίσω αν θα πάω σε δημόσιο νοσοκομείο ή σε ιδιωτική κλινική. Στη δεύτερη περίπτωση να διερευνήσω αν το ταμείο μου με καλύπτει εν μέρει ή καθόλου (στα νέα ελληνικά σημαίνει μηδέν).
Και να μην επιστρέψω αν δεν έχω υλοποιήσει τα (παραπάνω) δέοντα.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Οκτωβρίου, 2010
Αυτή τη φορά η φάση αρχίζει στον ΩΡιΛα. (Με ωριλάδες διατηρώ στενές επαφές εδώ και καιρό, με καρδιολόγους τις οικοδομώ τώρα). Η αιτία είναι ότι πάνω από μια δεκαετία το ωτορινολαρυγγολογικό μου κάνει νερά. Ευτυχώς υπάρχει η τεχνολογία και οι ωριλάδες.
Γιάννης Καρμπόνης, μου τον σύστησε πολύ παλιά μια συνάδελφος και από τότε έχουμε γίνει φίλοι, αν και για ένα διάστημα τον ¨εγκατέλειψα¨ υποκύπτοντας στα τεχνολογικά θέλγητρα ενός σούπερ μάρκετ υγείας.
Μιλάω για τις ιδιωτικές συνδρομητικές ιατρικές ασφάλειες που γίνονται δελεαστικές όταν φτάσεις στην ηλικία των τεστ.
Στα υπέρ τους θα κατέγραφα μια αίσθηση εκσυγχρονισμένης παστερίωσης, τη μη αναμονή στα ραντεβού και τις α βολοντέ αναλύσεις μέσω μηχανημάτων.
Κατά, ότι οι γιατροί σε γνωρίζουν λιγότερο από τους υπάλληλους μιας απομακρυσμένης Υπεραγοράς. Γι αυτούς μετράνε τα ¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, ενώ το προσωπικό ιστορικό και το υποκειμενικό στοιχείο τους αφήνει αδιάφορους. Κι έτσι και αλλιώς οι καλύτεροι κάθε τόσο βρίσκουν υψηλότερες αμοιβές και την κάνουν για αλλού.
Αλλά τώρα έχω επιστρέψει στον Γιάννη που, ας σημειώσουμε ότι, εκτός που είναι καλός γιατρός και τον εμπιστεύομαι, έχει και ένα άλλο βασικό προτέρημα: του αρέσουν τα βιβλία μου.
Φτάνω λοιπόν στο ιατρείο του απεγνωσμένος.
Κάνε ό,τι μπορείς του λέω. Βάλε μαχαίρι, ψαλίδι, εκρηκτικά, αρκεί να επιδιορθώσεις τον αερισμό. Η μύτη μου βουλώνει. Ιδιαίτερα τις νύχτες. Άπνοια, ταχυκαρδία, δυσφορία. Και τελευταία όχι μόνο τη νύχτα αλλά και την ημέρα με τις ταχυκαρδίες και τη δυσφορία να αρχίζουν να αυτονομούνται από τη μύτη και να παρουσιάζονται στα καλά καθούμενα όποτε να ’ναι.
Ο Γιάννης την ξέρει καλά τη μύτη μου: Ότι το διάφραγμα είναι κάπως στραβό, ότι οι κόγχες είναι κάπως πρησμένες, ότι μια ελαφρά καταρροή πιθανότατα αλλεργικής προέλευσης, που τη μέρα άμα είσαι όρθιος κατεβαίνει και φεύγει, τη νύχτα σκαλώνει κάπου στη ρινική κοιλότητα και τη βουλώνει.
Δεν ξέρω αν αυτή τη φορά έχει να μου προτείνει κάποια ριζικότερη λύση για το πρόβλημα, γιατί τον βλέπω ξαφνικά να κολλάει στις ταχυκαρδίες.
Με ρωτάει για τους ¨δείκτες¨ μου και του λέω ότι (άμα τους μετράω -όχι πολύ συχνά) κυμαίνονται κάπου προς το απάνω άκρο, άλλοτε λίγο μέσα και άλλοτε λίγο έξω από τα αποδεκτά όρια. Κατά τα άλλα ότι εφαρμόζω την πολιτική ¨δεν τους ενοχλώ για να μη με ενοχλούνε¨, ή του ¨αν τα πράγματα δεν είναι επιτακτικά οχληρά, κάνε ότι δε καταλαβαίνεις και μπορεί να περάσει και από μόνο του¨, δηλαδή την αισιόδοξη εκδοχή που προσπάθησα να σας περιγράψω πιο πάνω.
Πρώτα στον καρδιολόγο, μου λέει.
Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως βασικά χρειάζομαι αέρα. Άλλωστε τις ταχυκαρδίες τις σταματάω με ένα είδος αναπνευστικών ασκήσεων.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 12 Οκτωβρίου, 2010
Σημείωση: …από ένα σημείο και ύστερα τα προβλήματα καρδιάς δεν αφορούν μόνο στα συναισθήματα (δυστυχώς), άλλα και ένα παλλόμενο ενίοτε ατίθασο μη γραμμωτό ποντίκι (με το οποίο -πάντα από ένα σημείο και μετά- οφείλεις να τα (το) έχεις καλά).
Είχα μία ¨φιλοσοφία¨ σχετικά με τις αρρώστιες, (την έχω ακόμη, αλλά λέω να της κάνω μια μικρή δοκιμαστική διαδικτυακή εξαίρεση), που, με λίγα λόγια, υποστήριζε τα εξής:
Εάν το κακό με τις ασθένειες έχει δύο σκέλη, ένα ¨φυσικό¨, για το οποίο χρειάζονται γιατροί και φάρμακα και έναν ψυχολογικό που βασικά χρειάζεται ψυχραιμία και κατάλληλο τρόπο σκέψης, τότε για το πρώτο πήγαινε στο γιατρό (αυτονόητο) και για το δεύτερο προσπάθησε να αποφύγεις τις μεγαλοποιήσεις και προπαντός τον καραδοκούντα πανικό.
Δηλαδή όχι υπερβολική ανησυχία πριν οι ενδείξεις αποκτήσουν βάρος, όχι εμπλοκή σε γενικές και ειδικές συζητήσεις ιατρικού περιεχομένου, όχι καταφυγή στις ιατρικές εγκυκλοπαίδειες που επαπειλούν συνήθως υποχονδριασμούς, όχι τηλεφωνήματα στον θείο που τα πέρασε κι αυτός και ξέρει.
Αν κάνεις την δυσλειτουργία το κέντρο της καθημερινότητάς σου (και προπαντός της καθημερινότητας των άλλων) την πάτησες! Η αυθυποβολή παρεμβάλλεται, το κακό διπλασιάζεται, οι άλλοι δε φταίνε τίποτα να ακούν τα παθολογικά σου βάσανα (αλλά και να φταίνε, υπάρχουν λιγότερο μαζοχιστικοί τρόποι για να τους το υπενθυμίσεις).
Αυτή είναι η γενικότερη φιλοσοφία που βρίσκει απολύτως σύμφωνο το υπερεγώ μου (εκείνο το κομμάτι της ψυχής που σύμφωνα με τον μπάρμπα Σιζιγμούνδο ρυθμίζει τα θέματα αυτοεκτίμησης και την αίσθηση αξιοπρέπειας) και ίσως είναι κάπως αντιφατικό που λέω να αναρτήσω στο ιστολόγιο, μερικές φάσεις μιας πρόσφατης ¨περιπέτειας¨ καρδιάς.
Ωστόσο έκρινα ότι η ¨κατάθεση¨ ταιριάζει με τους τρέχοντες καιρούς των λογής λογής ¨δικαιωμάτων¨ (τα δικαιώματα της καρδιάς: ωραίος τίτλος!) και βέβαια θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα καταγραφή μιας έστω μη ενδεικτικής περίπτωσης.
Στο κάτω κάτω αναρρωνύω, έχω χρόνο για τους (εθελοντές) αναγνώστες του ιστολόγιου, και οι πιο πρόσφατες εμπειρίες μου έχουν να κάνουν με ¨περιπέτειες καρδιάς¨.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2009
Ο 16άρης μέσα μου ζεικουρνιασμένος σε σκιερά κλαδιά, στο δάσος των μακρινών αναμνήσεων.
Με τον 16άρη μέσα μου δεν έχω κακές σχέσεις, κάθε άλλο -δεν του το λέω, αλλά μου είναι πολύτιμος:
Με τηλετροφοδοτείμε αναδρομικές χρωματιστές ανταύγειες από την ικμάδα του και του ανταποδίδω πακεταρισμένη ¨σοφία¨ (να ‘χει να αμφισβητεί) και σταγόνες από (αμφισβητούμενα) κατασταλάγματα.
Ο 16άρης μέσα μου ξέρει από λάθη. Εγώ του λέω το τίμημα. Ξέρει από ένταση, εγώ του λέω την αμοιβή.
Ο 16άρης μέσα μου έχει έναν πυρήνα ασυμπίεστο, και να ‘τος που, τέτοιες μέρες, αναφλέγεται και ζητά να αναδυθεί στη Χώρα του Τώρα.
Να ‘τος που ενθουσιάζεταικαι συστρέφεται και δυσανασχετεί και ξεσηκώνεται και θέλει να πάρει τους δρόμους (που δεν αναγνωρίζει) και θέλει να επινοήσει συνθήματα (που ριζώνουν αλλού) και θέλει να τρέξει, να φωνάξει, να διεκδικήσει…
Ο 16άρης μέσα σου δε θέλει πολύ για να πάρει αέρα. Αν τον συντηρείς, πρέπει να τον ελέγχεις.
Του σηκώνωαπαγορευτικές ταμπέλες, του φτιάχνω νοητικά οδοφράγματα, του βάζω τρικλοποδιές… Του επιτρέπω μόνο καμιά ειρωνεία, άντε μια στάλα σαρκασμό.
Τελικά τον ξαποστέλνω στη Χώρα του Τότε.
Ο 16άρης μέσα μου περνάει καλά στη Χώρα του Τότε.
Εδώ παρακάτω ταξιδεύει χοροπηδώντας στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Την ξέρει, περνάει καλά. Περιμένω να δω με τι διάθεση θα επιστρέψει…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2008
Είμαι 16άρης. Όχι πια παιδί… Μεγάλωσα, μου το λένε όλοι. Αγαπώ τον κόσμο, αν και δεν τον καταλαβαίνω πολύ. Μέσα μου έχω κάτι σα φωτιά, είναι η νιότη μου λένε οι μεγάλοι. Αγαπώ τον κόσμο αλλά δε ξέρω αν με χωράει. Αγαπώ τον κόσμο αλλά δε μ’ αρέσει όπως τον έχουν καταντήσει. Θέλω πράγματα, αγάπη, σχέσεις με τους άλλους, αλλά δε ξέρω αν θα προλάβω να τα έχω. Στιγμές, στιγμές, θέλω να ψιθυρίσω πως η ζωή είν’ ωραία, αλλά (σουτ!) δεν είναι της μόδας. Στιγμές, στιγμές, θέλω να φωνάξω πως η ζωή είναι σκατά: Κάτι ρέει ανάποδα. Τα μούτρα των μεγάλων μου κρύβουν κάτι. Μια μαύρη αυλαία μου κρύβει το μέλλον…
Κατεβαίνω στους δρόμους.
Και σκοτώνομαι.
Είμαι μπάτσος. Το μακρύ χέρι του νόμου. Η μπουνιά του. Δεν με πληρώνουν καλά, ούτε μου τα εξηγούν όλα, αλλά έχω όπλο. Δεν έχουν όλοι όπλο. Εγώ έχω. Άλλοι έχουν λεφτά, άλλοι εξουσία, εγώ έχω όπλο. Όποιος μου κουνιέται τα βάζει με μια εξουσία πιο μεγάλη από εκείνον, μια εξουσία που στηρίζεται σε μένα. Μου τη δίνουν οι εξυπνάκηδες που τα βάζουν με το Νόμο, αλλά δεν τους έχω όλους του χεριού μου. Κάθε άλλο. (Μερικούς με βάζουν να τους φυλάω).Αλλά, πιο πολύ δεν τα πάω τα κωλόπαιδα του μπαμπά τους. Που με βρίζουν και με τσαντίζουν και μου πετάνε φωτιές. Ανάβω.
Κατεβαίνω από το περιπολικό
Και σκοτώνω.
Δεν είμαι ούτε 16αρης ούτε μπάτσος
Δεν ήμουν σ’ αυτούς τους δρόμους, δεν είδα το φόνο. Είμαι παλιός. Απ’ αυτούς που στα σπάνε γιατί δε προλαβαίνεις να τους πεις κάτι, καιόλο και κάτι παρόμοιο έχουν ζήσει. Αποστασιοποίηση. Ήμουν έφηβος στα Ιουλιανά και στις αποστασίες. Θυμάμαι το Σωτήρη Πέτρουλα/τραγούδι να απλώνεται και να καλύπτει τους καπνισμένους δρόμους της Αθήνας.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Νοεμβρίου, 2008
Και για να μη μείνουν παραπονεμένοι οι αγγλόφωνοι, φρόντισε και πάλι η Μισέλ. Μόλις έφτασε…
If the global crisis continues, by the end of the year only two banks will be operational, the Blood Bank and the Sperm Bank! Then these 2 banks will merge and it will be called ‘The Bloody Fucking Bank’
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Μαρτίου, 2008
Κάποτε τα ιδανικά και οι μεγάλες, ευγενείς ιδέες κυκλοφορούσαν άφθονα στο γύρο, δεν ήταν είδος σε εξάλειψη.
Και υπήρχαν λογιών λογιών: από ιδέες και ιδανικά που δένανε με τη κατεστημένη εξουσία, τη συντηρούσαν και την αναπαλαίωναν, ως άλλα, νεότερα, που την αμφισβητούσαν και την περιπαίζανε.
Έτσι κι αλλιώς ¨καρφί διώχνει καρφί¨: μοναχά μ’ ένα όμορφο, ζωντανό, νέο ιδανικό, μπορούσες να αντιπαλέψεις τα φθαρμένα, τα ρητορικά και τα καλοβολεμένα.
Μόνο που τα ιδανικά, κι εκείνα και τούτα, σε θέλουν στη τσίτα, τεντωμένο να προσαρμόζεις τη ζωή στον αγώνα. Είναι ένα παιχνίδι συναρπαστικό κι επικίνδυνο.
Κι αν κρατήσεις το καλούπι στενό τρελαίνεσαι, κι αν το κάνεις ευρύχωρο, δε φτιάχνεις ούτε την κοινωνία ούτε το μέλλον: φτιάχνεις σούπα.
Τον καιρό εκείνο, όπου τα ιδανικά κυκλοφορούσαν στολισμένα με μεγάλα λόγια, καμιά φορά, χωρίς να το καταλάβεις, σκόνταφτες σε ¨πράγματα¨ απλά και γήινα, που σ’ αλείφανε με άλλου είδους χαρά και αισιοδοξία. Που σου χάριζαν μια ανάσα. Τότε το καλύτερο που ’χες να κάνεις ήταν να τα κρύψεις κάπου για μια ώρα ανάγκης.
Χτες το βράδυ βάλθηκα για ώρες να ψάχνω τα αποσυρμένα χαρτιά μου. Μια απελπισμένη τελειόφοιτη είχε ανακαλύψει ότι η γραμματεία δεν είχε καταχωρήσει τη βαθμολογία ενός μαθήματός μου, ενώ επρόκειτο να ορκιστεί. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω σε παλιούς φακέλους και ακατονόμαστες στοίβες, μπας και βρω ίχνη που θα έλυναν το πρόβλημα. Λυπάμαι, αλλά από τότε που έδωσε το μάθημα έχουν περάσει τρία, τέσσερα χρόνια, δε τα κατάφερα. Ελπίζω να βρεθεί κάποια άλλη λύση…
Ψάχνοντας, βρήκα μια από τις παλιές ανάσες: Αντιγραμμένη σ’ ένα κίτρινο πλέον χαρτί, ¨Η Ωδή στις τηγανητές πατάτες¨ του Πάμπλο Νερούδα.Δίστασα πριν την αντιγράψω εδώ. Μπας και βάλω ιδέες σε κανένα (αδίστακτο) διαφημιστή φαστφουντάδικων
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 27 Οκτωβρίου, 2007
Δεν ξέρω αν άλλος λαός έχει στο εορτολόγιό του μια μέρα αφιερωμένη στην ¨πρέπουσα άρνηση¨.
Δε μου προκύπτει.
Εμείς ναι. Εμείς γιορτάζουμε ακόμη το ¨όχι¨.
Έστω κι αν οι καιροί έχουν καταντήσει πια μαζικοί.
Έστω κι αν η εμπορευματική παγκοσμιοποίηση επελαύνει ισοπεδώνοντας αντιρρησίες και ενιστάμενους.
Έστω κι αν οι συνδιαλλαγές συνιστώνται πλέον ως πιο ¨καθώς πρέπει¨ από τις αμφισβητήσεις.
Έστω κι αν ένα ¨ίσως¨, ένα ¨μπορεί¨, ένα ¨θα δούμε¨ φαντάζουν πολύ πιο πολιτικώς ορθά από τη ρητή απόρριψη των ¨τελεσιγράφων¨ των εκάστοτε δυνατών.
Έστω κι αν σήμερα οι αρνητές, ακόμη και οι προσήκοντες, κινδυνεύουν να θεωρηθούν αντικαθεστωτικά στοιχεία και να απομονωθούν ή να εξοβελιστούν.
Ή ίσως πάλι να είναι ακριβώς γι αυτό που μπαφιασμένοι από τους λογής λογής καθημερινούς συμβιβασμούς, θα επιθυμούσαμε ενδόμυχα να κραυγάσουμε ¨όχι¨.
Έστω συμβολικά.
Έστω με την ευκαιρία μιας εθνικής γιορτής.
Και να πανηγυρίσουμε προς τιμήν των ωραίων και δίκαιων αρνητών, που τότε μπορεί να εξέφραζαν αισθήματα πατριωτικά, σήμερα όμως θα έλεγαν ¨όχι¨ σε ένα σωρό πιο ύπουλες απειλές.
Γιατί δε θα είναι βέβαια σε βάρος των Ιταλών ή των Γερμανών εισβολέων που θα καλοντυθούμε, θα παρελάσουμε, θα γιορτάσουμε.
Αυτοί είναι πλέον καλοί φίλοι και -ως συνευρωπαίοι- συμμέτοχοι του μέλλοντός μας.
Ούτε στήνουμε την επέτειο μόνο για να θυμόμαστε την ήττα των τότε αυταρχικών καθεστώτων τους – άλλωστε και η δική μας χώρα είχε τότε προσβληθεί από την ίδια πολιτική αρρώστια.
Όχι, εκείνο που κάνει τη γιορτή διαχρονική είναι η αναφορά της στην απλή, ρητή άρνηση των καιροσκοπικών συμβιβασμών.
Η άρνηση ως αξιοπρέπεια, ως αυτοσεβασμός, ως πραγματική ελευθερία.
Το καίριο σημείο δεν είναι στην άνιση μάχη ούτε στην τελική νίκη, αν οι συγκυρίες το επιτρέψουν.
Η καίρια στιγμή, η δύσκολη στιγμή είναι όταν κανείς αποφασίζει να αντισταθεί, παρόλο που οι συσχετισμοί τον αδικούν, παρόλο που οι καιροσκόποι ήδη λακίζουν στην κατηφόρα της κατάφασης.
Αυτή είναι η στιγμή που αξίζει τη μνήμη και την επέτειο.
Και αφού μέχρι τώρα κανένας δε τόλμησε να προτείνει μια γιορτή για το ¨ναι¨, ένα πανηγύρι για το ¨μάλιστα¨, ένα πάρτι για το ¨γιες σερ¨, ένα συμπόσιο για το ¨οπωσδήποτε¨, για το ¨δίχως άλλο¨, για το ¨ό,τι πεις (αφεντικό)¨, μπορούμε ενδεχομένως με αφορμή την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου να συζητήσουμε δημόσια τι πάει να πει σήμερα το ¨όχι¨.
Και σε ποιες περιπτώσεις θα άξιζε τον κόπο να το ξαναπροφέρουμε και να το υπερασπιστούμε.