Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Αρχείο για την κατηγορία ‘ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ’

Το 23 έχει τις καλύτερες!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Για πείτε μου τώρα εσείς: υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που τα περιμένεις με ανυπομονησία και αυτά, τις πιο πολλές φορές, έρχονται;

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που εντέλει σε οδηγούν πάνω κάτω εκεί που είχες σκοπό να πας;

Είναι πολλά τα πράγματα που φέρνουν (αδυσώπητα) τους ανθρώπους κοντά –πολύ κοντά (έως ασφυκτικά κοντά) τον ένα με τον άλλο;

Απαντώ εγώ για σας: Δεν είναι πολλά, αλλά ναι υπάρχουν. Είναι μεγάλα, ελαφρώς χοντροκομμένα, έχουν χοντρά μαύρα ελαστικά και εκτελούν δημόσια δρομολόγια.

Όταν ήμουν μικρός περίμενα συστηματικά ένα τέτοιο έξω από το περίπτερο της γειτονιάς μου. Το έλεγαν (τότε) 108 και με πήγαινε από την Ηλιούπολη στη Δάφνη (για το γυμνάσιο) ή και ως την Ακαδημία για μεγαλύτερες εξερευνήσεις στον  ιστό της Πρωτεύουσας.

Η μέρα που πρωτοπλήρωσα το αντίτιμο της διαδρομής με φοιτητικό κουπόνι (τέτοια είχαμε τότε) ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ιστορία των μετακινήσεών μου. Εξ ίσου σημαντική με εκείνη, την ίδια περίπου εποχή,  που (πάντα μέσα στο 108, κεντρικός διάδρομος) κάποιος,  όχι όποιος κι όποιος –η αυτού προεξέχουσα φυσιογνωμία ο εισπράκτορας, αντί για ¨προχώρα μικρέ¨ μου είπε ¨προχωρήστε κύριε!¨

Βέβαια, η απώτερη επιδίωξη την εποχή εκείνη (τι επιδίωξη, όνειρο ήθελα να πω) ήταν να χειραφετηθείς από τον χοντρό πολύτροχο μεταφορέα και να αποκτήσεις μέσο μετακίνησης ιδιόκτητο και ιδιοκατευθυνόμενο, με δύο ή τέσσερεις ρόδες αδιάφορο. Εκείνο που είχε πρωταρχική σημασία ήταν να μπορεί να σε οδηγήσει, μαζί με το κορίτσι σου, σε μέρη απόμερα, σκιερά και διακριτικά.

Ένα τέτοιο μέσο φιγουράριζε συχνά στην πρώτη σελίδα των ¨Νέων¨, κάτω αριστερά, δίπλα στο χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά. Μια υπέροχη Βέσπα! Αλλά μέχρις ότου αυτό το όνειρο μπορέσει να υλοποιηθεί, υπήρχε πάντα το 108 και τα περιεκτικά του αδέλφια που κούτσα κούτσα σε πήγαιναν (θεωρητικά) παντού.

Αργότερα απόκτησα λογιών λογιών οχήματα, και φρόντισα εγκαίρως να πάρω στον γιό μου μια βέσπα για τις πρώτες του αυτόνομες μετακινήσεις. (Θυμάμαι τι ωραία που περνούσαμε όταν ανεβαίναμε στο άκαφτο   ακόμη Σέιχ Σου για τα μαθήματα οδήγησης).

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση πόσο δεμένος παρέμεινε  κι αυτός με το 23, το λεωφορειάκι της Θεσσαλονίκης, όχι τεραστίων διαστάσεων, ικανό να ελίσσεται στην Πάνω Πόλη, που το χρησιμοποιούσε μαθητής για να κατεβεί ως το κέντρο –πήγαινε στο 10ο  γυμνάσιο της Ικτίνου. Ακόμη και σήμερα , αν του δείξεις καμιά ωραία στο δρόμο και έχει διαφορετική αισθητική εκτίμηση, θα σου πει: ¨Μπα, στο 23 είχε πολύ καλύτερες!¨

Θα ήθελα να είχα μια εικόνα από το 108, αλλά αυτό ανήκει σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Γι αυτό μια μέρα που είχα κέφια, αποθανάτισα το 23 (στάση Αναστροφή-Πλάτανος) και το κρέμασα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου.

Λεωφορείο το 2 – Αρλέτα – Σάννυ Μπαλτζή



ΥΓ. Γράφοντας αυτό το κειμενάκι και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογράφηση σε τι πέφτω απάνω; Σε ένα 108 να κόβει βόλτες στο Σύνταγμα, σε εποχή μάλλον πρόσφατη, ως περήφανη αντίκα! Να το!

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς  πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά  το Φθινόπωρο.

Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν  οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).

Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨:   την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί  την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας  ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.

Βέβαια,  θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται  από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.

Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).

Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)

………………

(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.

(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει  ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…

……………..

Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:

Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με  πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν  πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.

Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.

Και τώρα οι ήχοι:

1. Το τραγούδι από τον δημιουργό


Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)



Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά


Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν με αφήσατε μόνο.

Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω

τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.

Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.

Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς!

Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα

αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα

κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…

Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,

ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,

χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,

γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…

Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,

δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς

Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει

Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.

Τα’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά

Θα τα δώσω, αν περάσει, κανένας μακαρίτης

Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,

δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,

τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.

Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…

Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς

….

…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!

LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).

Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

……

Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έχω απόψε ραντεβού μαζί σας

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 9 Ιουλίου, 2011

Δεν είπα πως κλείνω (προσωρινά) τον κύκλο Μπρασένς; Είπα. Κι όταν το  είπα, δεν εννοούσα τόσο προσωρινά. Αλλά λέω να υπαναχωρήσω. Το ¨Εχω ραντεβού μαζί σας¨, απλή και εύηχη  μελωδία με τέσσερεις μόνο στροφές (μετά ανακάλυψα πως υπάρχει και πέμπτη), με έκαναν στην αρχή να κοντοσταθώ, μετά να πω: α, μπορεί και να πάει κάπως έτσι, μετά να τυπώσω τους γαλλικούς στίχους, να πάρω μολύβι και να αρχίσω να σημειώνω στο λευκό περιθώριο φράσεις που να μπορούν να καθίσουν στις νότες χωρίς να προδίδουν τελείως την (όμορφη) αίσθηση που προκαλεί το πρωτότυπο κείμενο. Βέβαια, έστω κι αν όλα γίνονται χάριν παιδιάς, θα πρέπει να πω ότι είμαι εν γνώσει του ότι άλλο ¨j’m'en fous¨ και άλλο ¨αδιαφορώ¨, άλλο ταβερνιάρισσα και άλλο ταβερνιάρης, και τα λοιπά, και τα λοιπά, αλλά τι  να κάνουμε, αν μείνουμε πιστοί στις λέξεις δύσκολα θα προκύψει κάτι που να τραγουδιέται. Άσε που μπορεί να χάσουμε και σε ατμόσφαιρα.

Αυτά.

Α ναι. Η παραπανίσια στροφή, η πέμπτη, δεν υπάρχει στην ηχογράφηση του Μπρασένς, αλλά σε εκείνη της Πατασού. Ετσι τουλάχιστον προέκυψε από τη σχετική έρευνα στο διαδίκτυο.

Εδώ έχουμε:

Σε ήχο:

1. Τον Ζορζ Μπρασένς να τραγουδά  J’ai rendez-vous avec vous.


2. Μια διαφορετική εκτέλεση από συγκρότημα


3. Μια παιδική χορωδία


4. Την ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά


 Και σε κείμενο: 1.Την πλήρη (5 στροφές) εκδοχή του τραγουδιού και 2. Την απόδοση στα ελληνικά 

 

 J’ai rendez-vous avec vous

Monseigneur l’astre solaire
Comm’ je n’l'admir’ pas beaucoup
M’enlèv’ son feu, oui mais, d’son feu, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La lumièr’ que je préfère
C’est cell’ de vos yeux jaloux
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Monsieur mon propriétaire
Comm’ je lui dévaste tout
M’chass’ de son toit, oui mais, d’son toit, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La demeur’ que je préfère
C’est votre robe à froufrous
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Madame ma gargotière
Comm’ je lui dois trop de sous
M’chass’ de sa tabl’, oui mais, d’sa tabl’, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
Le menu que je préfère
C’est la chair de votre cou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Sa Majesté financière
Comm’ je n’fais rien à son goût
Garde son or, or, de son or, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La fortun’ que je préfère
C’est votre cœur d’amadou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

 Mon patron, le vieux notaire,
Comme je n’en fiche pas un clou,
M’vire du bureau, mais du bureau, moi, j’m'en fous,
J’ai rendez-vous avec vous,
Le travail que je préfère,
C’est chanter rien que pour vous,
Tout le restant m’indiffère,
J’ai rendez-vous avec vous.

 

Έχω ραντεβού μαζί σας

Ο Ήλιος ο κατεργάρης

που ακτίνες μου στέλνει καυτές,

με σιγοψήνει, [ναι,] μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Η αύρα που μου ταιριάζει; Το πρόσωπό σας το αβρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω

 

Μα κι ο σπιτό-νοικοκύρης

που όλα του τα χαλώ,

έξωση μου ’κανε, μα εγώ αδιαφορώ,

με εσάς απόψε θα βγω.

Το σπίτι που μου ταιριάζει; Η φούστα σας, το φουρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ακόμα κι ο ταβερνιάρης

που κάμποσα του χρωστώ,

το τζάμπα μου ’κοψε, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Το γεύμα που μου ταιριάζει; Είν’ στον λευκό σας λαιμό.

Για τα λοιπά δε με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Να κι ο λεφτάς παρταόλας

που του ’κατσα στο λαιμό,

δε με χωνεύει, ναι, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Ο πλούτος που μου ταιριάζει; Πάθος για σας φλογερό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ως και το αφεντικό μου

-που δεν πεθαίνω για αυτό-

χτες με απόλυσε, μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Το έργο που μου ταιριάζει; Για σας είν’ να τραγουδώ.

Για τα λοιπά δεν  με νοιάζει

με σας απόψε θα βγω.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ξεγελώντας τον μπάρμπα-Χάρο

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Ιουνίου, 2011

Είχα ένα θείο που τον έλεγαν Γιάκη.

Θόδωρο τον έλεγαν, αλλά όλοι εμείς οι κοντινοί κι οι συγγενείς τον φωνάζαμε Γιάκη.

Γιάκης Σταματόπουλος, αδελφός της μητέρας μου. Ήταν ο πιο εύστροφος και διασκεδαστικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Ήταν ωραίο να έχεις έναν τέτοιο θείο. Ιδιαιτέρα εκείνο τον παλιό καιρό που οι σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους ¨μεγάλους¨, κατά κανόνα, δεν ήταν και τόσο  φιλικές.

Τον θυμάμαι συχνά τον Γιάκη. Σήμερα τον θυμήθηκα ενώ σκάλιζα το βιογραφικό του Μπρασένς, μια που σκόπευα να ανεβάσω στο ιστολογοφόρο ακόμα ένα τραγούδι του τροβαδούρου. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τον Μπρασένς, όπως και τον Γιάκη, τον είχαν στείλει στη Γερμανία, σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας.

Ο Γιάκης με πολύ πιο ζόρικες συνθήκες, μια που τον είχαν συλλάβει στην Αθήνα το Μάρτη του ’43 -παιδί γύρω στα είκοσι θα έπρεπε να ήταν τότε, στη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης που επιχείρησαν οι Γερμανοί. Του είχαν βρει κι ένα πιστόλι πάνω του  και θα μπορούσε να του είχαν συμβεί και χειρότερα πράγματα. Έτσι τουλάχιστον υποθέτω ότι θα σκεφτόταν η γιαγιά μου η Μαριγώ, για να παρηγοριέται.

Ο Μπρασένς κατάφερε να γυρίσει στη Γαλλία και να μείνει κρυμμένος ωσπου να τελειώσει η σύγκρουση. Ο Γιάκης έμεινε ως το τέλος εκεί και τα κατάφερε να μείνει ζωντανός.

 Όχι μόνο. Γύρισε στο τέλος του πολέμου κουβαλώντας μαζί του δύο Γερμανίδες, μάνα και κόρη, που δε ξέρω πόσο τις είχε γοητεύσει, υποθέτω πολύ, που τον είχαν βοηθήσει και, τρομοκρατημένες όταν μπήκαν οι σύμμαχοι, θέλησαν να φύγουν από την ηττημένη χώρα.

Και όχι μόνο. Γύρισε έχοντας καταλάβει κάτι από το νόημα της ζωής. Κάτι ας πούμε, σαν την ικανότητα να ανιχνεύεις και να γεύεσαι τη  χαρά της ζωής της ίδιας.

 Είμαι σίγουρος πως εάν ο Μπρασένς είχε γνωρίσει το Γιάκη θα είχε γράψει κι ένα τραγούδι γι αυτόν.

Το τραγούδι που ακολουθεί τιτλοφορείται Trompe la morte, κάτι σαν ¨Ο Χαρομαχητής¨ και δεν έχει άμεση σχέση με τους συνειρμούς που παρατίθενται παραπάνω. Η απόπειρα απόδοσης των στίχων στα ελληνικά είναι απολύτως ερασιτεχνική, την έκανα με τη βοήθεια διαδικτυακών λεξικών και με κύρια φροντίδα να μπορεί να ταιριάξει (χωρίς πολύ ζόρι) με τη μουσική.

Ακολουθούν:

Σε κείμενο:

1. Οι στίχοι του Μπρασένς στα γαλλικά

2. Η προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά  

Σε ήχο:

1. Ο ίδιος ο τροβαδούρος (Συμπεριλαμβάνεται στο τελευταίο άλμπουμ του Μπρασένς, που κυκλοφόρησε το 1976)


2. Μια ανάγνωση της απόδοσης που σκάρωσα


3. Μία πιο πρόσφατη εκτέλεση από τις πολλές που οι φίλοι του Μπρασένς ανεβάζουν στο διαδίκτυο (Gustave Nadaud)



 

TROMPE LA MORT

Avec cette neige à foison
Qui coiffe, coiffe ma toison
On peut me croire à vue de nez
Blanchi sous le harnais
Eh bien, Mesdames et Messieurs
C’est rien que de la poudre aux yeux
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

C’est pour tenter de couper court
A l’avance du temps qui court
De persuader ce vieux goujat
Que tout le mal est fait déjà
Mais dessous la perruque j’ai
Mes vrais cheveux couleur de jais
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si j’ai l’air moins guilleret
Moins solide sur mes jarrets
Si je chemine avec lenteur
D’un train de sénateur
N’allez pas dire “Il est perclus”
N’allez pas dire “Il n’en peut plus”
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Histoire d’endormir le temps
Calculateur impénitent
De tout brouiller, tout embrouiller
Dans le fatidique sablier
En fait, à l’envers du décor
Comme à vingt ans, je trotte encore
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si mon coeur bat moins souvent
Et moins vite qu’auparavant
Si je chasse avec moins de zèle
Les gentes demoiselles
Pensez pas que je sois blasé
De leurs caresses, leurs baisers
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Pour convaincre le temps berné
Qu’mes fêtes galantes sont terminées
Que je me retire en coulisse
Que je n’entrerai plus en lice
Mais je reste un sacré gaillard
Toujours actif, toujours paillard
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si jamais au cimetière
Un de ces quatre, on porte en terre
Me ressemblant à s’y tromper
Un genre de macchabée
N’allez pas noyer le souffleur
En lâchant la bonde à vos pleurs
Ce sera rien que comédie
Rien que fausse sortie

Et puis, coup de théâtre, quand
Le temps aura levé le camp
Estimant que la farce est jouée
Moi tout heureux, tout enjoué
J’m'exhumerai du caveau
Pour saluer sous les bravos
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

  

ΞΕΓΕΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΧΑΡΟ

(Ο Χαρομαχητής)

Με τις νιφάδες του χιονιά

να  μου σκεπάζουν τα μαλλιά

μπορεί να μοιάζω στην αρχή

χωρίς πυγμή, χωρίς ορμή. [Χωρίς πυγμή κι ορμή]

Κι όμως, κυρίες, κύριοι,

πρόκειται για παραλλαγή.

Θέατρο είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

Για να μην τα πολυλογώ,

μου  λεν’ πως πρέπει να πειστώ,

εγώ, το γέρικο κωθώνι,

το μέλλον πια να μη μ’ αγχώνει.

 Μα στην περούκα μου αποκάτω

μαλλί έχω μαύρο κορακάτο

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Τι  κι αν δεν είμαι ζωηρός

και στα κανιά μου σταθερός

τι κι αν κινούμαι πιο αργά

κι απ’ Άγιο σε περιφορά,

μη πείτε ¨έμεινε ξερός¨

μη πείτε ¨τέλειωσε αυτός¨

Θέατρο θα είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία.

Τον Χρόνο θα τον  ξεγελώ

τον λογιστή, τον πονηρό,

που ανακατεύει και θολώνει,

π’ ούτε κι η Μοίρα τού γλυτώνει.

Θα του αποδείξω πως τον αντέχω.

Σαν εικοσάρης θα τον τρέχω.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Κι αν πια η καρδιά μου δε χτυπά

το ίδιο συχνά και δυνατά,

τι κι αν τις νιες δεν κυνηγώ

σαν τον παλιό καιρό.

Μη πείτε πως αδιαφορώ,

φιλιά και χάδια πως ξεχνώ.

Θέατρο θα είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

Κι αν ο προδότης ο Καιρός

κρίνει πως τέλειωσε ο Χορός,

πως πρέπει πια ν’ αποσυρθώ

τον έρωτα να απαρνηθώ,

εγώ θα μείνω ζωντανός,

ασίκης, μάγκας, τολμηρός.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Κι αν κάποτε στα μνήματα

μια νεκροφόρα κουβαλά

κάποιον με μένανε φτυστό,

πείτε, δεν είμαι εγώ.

Μη σας κοπεί η αναπνοή,

μη σας ξεφύγει μια κραυγή…

Θέατρο θα είναι, κωμωδία.

Μόνο μια παρωδία.

Κι όταν ο Χρόνος βαρεθεί

κι η φάρσα ολοκληρωθεί,

ιδού η μεγάλη Ανατροπή:

Εγώ με όψη ευτυχή

από τη γη θα ξεθαφτώ

και σ’ όλους θα υποκλιθώ!

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Νοσταλγικό Ιντερμέτζο: Οι στίχοι ενός τραγουδιού

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011

Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το  1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

 1. Γραπτά:

α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,

β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,

γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,

δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.

και

2. Σε ήχο:

α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),


β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,


γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά



… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις



 

Les passantes

(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή  Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)

 Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connaît à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais

A celle qu’on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s’évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu’on en demeure épanoui

A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu’on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu’on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré sa main

A la fine et souple valseuse
Qui vous sembla triste et nerveuse
Par une nuit de carnaval
Qui voulut rester inconnue
Et qui n’est jamais revenue
Tournoyer dans un autre bal

A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d’un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D’un avenir désespérant

A ces timides amoureuses
Qui restèrent silencieuses
Et portent encor votre deuil
A celles qui s’en sont allées
Loin de vous, tristes esseulées
Victimes d’un stupide orgueil.

Chères images aperçues
Espérances d’un jour déçues
Vous serez dans l’oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu’on se souvienne
Des épisodes du chemin

Mais si l’on a manqué sa vie
On songe avec un peu d’envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Aux coeurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu’on n’a jamais revus

Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lèvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l’on n’a pas su retenir

Le passanti

(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)

Io dedico questa canzone
ad ogni donna pensata come amore
in un attimo di libertà
a quella conosciuta appena
non c’era tempo e valeva la pena
di perderci un secolo in più.

A quella quasi da immaginare
tanto di fretta l’hai vista passare
dal balcone a un segreto più in là
e ti piace ricordarne il sorriso
che non ti ha fatto e che tu le hai deciso
in un vuoto di felicità.

Alla compagna di viaggio
i suoi occhi il più bel paesaggio
fan sembrare più corto il cammino
e magari sei l’unico a capirla
e la fai scendere senza seguirla
senza averle sfiorato la mano.

A quelle che sono già prese
e che vivendo delle ore deluse
con un uomo ormai troppo cambiato
ti hanno lasciato, inutile pazzia,
vedere il fondo della malinconia
di un avvenire disperato.

Immagini care per qualche istante
sarete presto una folla distante
scavalcate da un ricordo più vicino
per poco che la felicità ritorni
è molto raro che ci si ricordi
degli episodi del cammino.

Ma se la vita smette di aiutarti
è più difficile dimenticarti
di quelle felicità intraviste
dei baci che non si è osato dare
delle occasioni lasciate ad aspettare
degli occhi mai più rivisti.

Allora nei momenti di solitudine
quando il rimpianto diventa abitudine,
una maniera di viversi insieme,
si piangono le labbra assenti
di tutte le belle passanti
che non siamo riusciti a trattenere.

Οι περαστικές

(Το κείμενο της  απόδοσης των ¨περαστικών¨   που σας διαβάζω παραπάνω)

Αφιερώνω αυτό το τραγούδι

στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι

έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,

στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν

που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν

και που δεν τις ξανάδαμε πια.

Σε εκείνη, των ονείρων ουσία

στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία

 αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,

μένει μόνο το χαμόγελό της

μες της θύμησης τα απωθημένα

που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα

Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι

που η ματιά της σαν θείο τοπίο

πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη

που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…

κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει

δίχως καν να της πιάσεις το χέρι

Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει

ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι

που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη

και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει

και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει

να χορέψει μαζί σου και πάλι

Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει

και που άδειες περνούνε τις ώρες

πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει

και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-

να διακρίνεις τη μελαγχολία

των στιγμών που δεν είχες αδράξει

Και στις ντροπαλές εκείνες

σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες

που για σένα μπορεί να πονέσαν

αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,

ίσως μόνο για ένα γινάτι

και που δεν ξαναφάνηκαν πια.

Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις

που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω

να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια

την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω

είναι δύσκολο πια να αναστήσω

περασμένης ζωής επεισόδια.

Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις

με περισσή γυρνάς επιθυμία

στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,

στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις

-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-

και στα μάτια που δεν ξαναείδες

Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια

μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια

θα ειν’ φαντάσματα, σκιές,  αναμνήσεις

που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες

κι όλες οι όμορφες περαστικές

που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις

Κώστας Ουράνης: Περαστικές

 (Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)

 Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’
γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Εξατάξιο Γυμνάσιο Δάφνης

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2009

 

Οι νυχτερινές βόλτες τραγουδώντας

Τα τσιμεντένια πεζούλια

Το νοικιασμένο γυμνάσιο

Ο καθηγητής Παπακωνσταντίνου

Ο γυμνασιάρχης Σερίφης (το πραγματικό το ‘φαγε η Λήθη)

Η Κύπρος

Το δεκαπέντε τα εκατό

Οι πολιτικοποιημένοι στο σπίτι του Θανασέκου

Τα γυμνάσια από το Παγκράτι να κατεβαίνουν το λόφο και να ενώνονται με εμάς

Όλοι μαζί στο Σύνταγμα

Οι φοιτητές να μη μας κουνιούνται πολύ (μπορούμε κι από μόνοι μας)

Οι βόλτες με τα νοικιασμένα ποδήλατα

Το λάχανο, η χελιδονοφωλιά, η αλογοουρά

Το φουρό

Κανένα μηχανάκι (¨φλορέτα¨) στη ζούλα

Οι κοπάνες στο άλσος της Νέας Σμύρνης

(Γεια σου Γιάννη Βλαβιανέ που μου γράφεις ακόμα)

Ο φούρνος του Μπέλου

Οι βόλτες στην Πλάκα (ιδιαίτερα τις αποκριές)

Οι βόλτες τις νύχτες (με φεγγάρι) τραγουδώντας

Οι αυτοσχέδιες εκδρομές στον Υμηττό

Τα ραντεβού στου Φιλοπάππου

Τα ραντεβού στην παραλία

Το φροντιστήριο του Νικήτα

Τα θερινά τα σινεμά

Η άφτιαχτη Βουλιαγμένης

Τα ερωτικά τηλεφωνήματα από το θάλαμο του δρόμου

Η επιστροφή στο σπίτι με το τελευταίο λεωφορείο

Η επιστροφή στο σπίτι μετά το τελευταίο λεωφορείο, με τα πόδια

Οι πορείες ειρήνης

Ένα το χελιδόνι

Όμορφη πόλη

Καινούργιες σόλες στα παπούτσια

Τα πρώτα (“γυρισμένα”) κοστούμια

Τα πάρτυ στο υπόγειο

Τα δισκάκια

Το βερμούτ και το πίπερμαν

Τα ντολμαδάκια και τα κεφτεδάκια

Το μάκρος των μαλλιών και το φάρδος της ζώνης

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Στον Αη Γιάννη, το βράδυ, μετά την εκδρομή της έκτης

 

(Οι παρακάτω θα με καταλάβουν)

 

  

http://www.youtube.com/watch?v=G_N_dqVUsoY

 

http://www.youtube.com/watch?v=iZ78HXuOCLk

 

http://www.youtube.com/watch?v=Mb998U3q83c

http://www.youtube.com/watch?v=-sAeA_bdvp0

http://www.youtube.com/watch?v=zrfDDogsyYg

 

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 1 σχόλιο »

… αφού οι καιροί αλλάζουν…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2009

…φθινοπωρινά φύλλα

http://www.youtube.com/watch?v=JWfsp8kwJto

http://www.youtube.com/watch?v=PPHtQn1t1n4

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Αφήστε Σχόλιο »

Μικρέ μου ήρωα, Γιώργο Θαλάσση (με την ευκαιρία της 28ης)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 27 Οκτωβρίου, 2007

  

mikros-hros21.jpg

 

 

 

 

Ο μικρός ήρωας ήταν έφηβος, αλλά φορούσε κοντά παντελόνια.

Ο μικρός ήρωας αντιστεκόταν στους αυταρχικούς τύπους της εποχής του, όσο δυνατοί κι αν φαίνονταν.

Ο μικρός ήρωας δεν ήταν πραγματιστής.

Ο μικρός ήρωας αγαπούσε την πατρίδα του.

Ο μικρός ήρωας αγαπούσε την Κατερίνα, αλλά δεν της το είπε ποτέ καθαρά. Περίμενε τους αίσιους καιρούς που -πού θα πήγαιναν;- κάποτε θα έρχονταν… και θα ήταν, τότε, καιροί ειρήνης, αγάπης, έρωτα…

Και αν μετά την κατοχή και την αντίσταση ήρθαν οι καιροί του εμφύλιου εφιάλτη, ο μικρός ήρωας δεν το ήξερε, ούτε θα ’θελε να το ξέρει…

 

 

Ο μικρός ήρωας είχε ένα φίλο, τον Σπίθα, που πεινούσε. Πάντα!

Ο μικρός ήρωας είχε πολλούς σατανικούς εχθρούς, και τους νικούσε. Πάντα.

Ο μικρός ήρωας είχε σφεντόνα και κλεμμένο από τους κατακτητές αυτόματο.

Ο μικρός ήρωας ήξερε να μεταμφιέζεται και να ξεγελάει τους κακούς.

Ο μικρός ήρωας ήξερε να κρύβεται σε στρώματα, μπαούλα, και άλλους απίθανους κρυψώνες και να ξεγελάει τις ανήσυχες για το μέλλον μαμάδες.

 

Ο μικρός ήρωας έκανε παρέα στα σκοτεινά βάθη του μπαούλου με τον Γκαούρ, με την μελαψή Ταταμπού, με τον Έλληνα Υπεράνθρωπο, με τον Ποκοπίκο, με την Χουχού, με τον Κοντοστούπη…

Ο μικρός ήρωας μπορούσε να τρυπώνει ανάμεσα στα νομιμόφρονα εκπαιδευτικά βιβλία και να φτάνει παντού, ακόμα και στη σχολική τάξη παραπλανώντας δασκάλους και παιδονόμους επιστάτες.

 

Ο μικρός ήρωας μπορούσε να ανταλλαγεί. Ως σκληρό νόμισμα!

Με γκαζές, βώλους γαλατάδες, κλασσικά εικονογραφημένα, Καραγκιόζηδες, παραμύθια, Πηνελόπη Δέλτα, Ιούλιο Βερν και -στις καθώς πρέπει συνοικίες- ακόμη και με τη Διάπλαση των Παίδων.

 

Ο μικρός ήρωας ήταν έφηβος με κοντά παντελόνια.

Ο μικρός ήρωας έζησε έφηβος εκατοντάδες επεισόδια.

Ο μικρός ήρωας έφυγε έφηβος.

 

Εμείς μεγαλώσαμε.

 

 

Βασίλης Νόττας 

         

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 4 σχόλια »

Θες μια ιστορία για τότε; Θα σου πω για το διαβατήριο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2007

 

(Εκτελούνται εργασίες αποσυμφόρησης της Αρχικής Σελίδας)

Το αφήγημα ¨το διαβατήριο¨ θα το βρείτε κάνοντας “κλικ” δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨ υπό τον τίτλο Vivere pericolosamente.

Εδώ παραμένουν τα μέχρι στιγμής σχόλια. 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 σχόλια »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

 

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

 

 

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

 

 

 

 

 

 

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

 

Βασίλης Νόττας                                               

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 σχόλια »