Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Άρθρα με ετικέτες ‘μυθιστόρημα’

Σιγκουάπα ή ένα σχεδόν αυτοτελές απόσπασμα με τα όλα του…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 4 Ιουλίου, 2013

images (11)

Να μια μικρή, σχεδόν αυτοτελής, ιστορία, παρμένη κι αυτή από το ΜΠΑ!!!, πέμπτο μέρος (¨Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις¨), δηλαδή εκεί που οι δύο δαιμονικές κλίκες, οι Νεοδαίμονες και οι Παλαιοδαίμονες, χωρίς να αμελήσουν τις μεταξύ τους τρικλοποδιές, (αν έγραφα σήμερα το ΜΠΑ!!! μάλλον θα τους έβαζα να στήσουν συγκυβέρνηση), αγωνίζονται να επιφέρουν, επιτέλους, το Τέλος. 

Συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 6ο κεφάλαιο του 5ου μέρους, όπου ο πράκτορας Σος Μορς  επισκέπτεται την αποσυρμένη δαιμόνισσα Σιγκουάπα και επιχειρεί να την πείσει να ενταχθεί με το μέρος των Νεοδαιμόνων (μεταξύ των οποίων έχει διαπιστωθεί έλλειψη επαρκούς πάθους).

Εδώ μια απόπειρα ανάγνωσης μετά μουσικής και ήχων



Στην υπόκρουση χρησιμοποίησα, μεταξύ άλλων, το Φάντο Chuva τραγουδισμένο από τη Mariza



και το Frenetico-tango-argentino


Porto-01

Μέρη μαγικά, καταραμένα

Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες στη νότια άκρη του μεγάλου εμπορικού λιμα­νιού σουρουπώνει.

Η ένταση του τροπικού ήλιου έχει ήδη μειωθεί στο ελάχιστο και ο όρμος με το νεκροταφείο των πλοίων σταμάτησε να φλέγεται.

Τώρα, ο ουράνιος προβολέας, τεράστιος, βυσσινής και ανώδυνος κατρακυ­λάει προς του χαμηλούς δασωμένους λόφους στα δυ­τικά.

Οι οδοντωτές στέγες των Φαβέλας  γύρω από τον όρμο μπαίνουν σιγά σιγά στη ζώνη της σκιάς και το ξυσμένο μίνιο στα πλευρά των παροπλισμένων καραβιών αποκτά, για μια φευγαλέα στιγμή, την ευκαιρία να λάμψει με την τελευταία κοκκινωπή ανταύγεια της μέρας.

Απέναντι, στον ουρανό της Ανατολής, μια παράξενη σκοτεινιά με κίτρινες και ερυθρές ραβδώσεις παίρνει να φουσκώνει και ετοιμάζεται να απλωθεί πάνω απ’ τη θάλασσα.

Σηκώνεται αέρας.

Ένας αέρας άλλοτε αδύναμος και παραχωρητικός κι άλλοτε απειλητικός και ζόρικος που αρχίζει να στριφογυρίζει ταρακουνώντας τα ξάρτια και τις σπασμένες αντένες των πλοίων.

Μεταλλικά σφυρίγματα, ραπίσματα χαλαρών σχοινιών και ντενεκεδένιοι ήχοι ανακατεύονται με αποσπάσματα από καθημερινές κραυγές που ο άνεμος αρπάζει από τη λιμανίσια φτωχογειτονιά -ίσως και απ’ το τροπικό δάσος πάρα έξω- φτιάχνοντας μηνύματα παράξενα, σε κώδικες εξωτικούς και δυσεπίλυτους.

Ένα ουρλιαχτό παρατεταμένο, αγωνιώδες,  υψώνεται για λίγο πάνω από τις στέγες με τις λαμαρίνες και ύστερα εξαερώνεται και εξαφανίζεται χωρίς να τραβήξει την προσοχή κανενός. Οι ναύτες και οι καταβροχθιστές δασών που κατηφορίζουν ως εδώ από το γειτονικό εμπο­ρικό λιμάνι και από τη ζούγκλα ψάχνουν για φτηνό ποτό και γι ανήλικα ευκαιρίας (που και τα δυο παράγονται άφθονα στις γύρω παράγκες) και δεν ενδιαφέρονται  για  τα αδέσποτα ουρλιαχτά.

Ούτε οι πόρνες που παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους μπροστά στις πόρτες με τις χρωματιστές κουρτίνες και με τις σήτες για τα κουνούπια, ενδιαφέρονται.

DSCN0716

Ύστερα από λίγο, σε ένα από τα παραπήγματα που είναι αραδιασμένα στην προκυμαία, ανοίγει μια παράπλευρη πόρτα.  Ένα ζευγάρι μικρόσωμων όντων -παιδιά, ίσως νάνοι-, βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο σακί. Δυσκολεύονται καθώς προσπαθούν να το μετακινήσουν σέρνοντάς το στο στενό χωμάτινο πέρασμα ανάμεσα στην “Ταβέρνα της Μεθυσμένης Γοργόνας” από όπου βγήκαν και το διπλανό υπόστεγο όπου, εδώ και καιρό, ένα μεγάλο κομμάτι βαπόρι αποσυναρμολογείται σε σιδερένια τεμάχια ανεξακρίβωτης χρησιμότητας και άγνωστου προορισμού.

Οι δύο μικρούληδες κατευθύνονται αγκομαχώντας προς τη θάλασσα, περνούν τον παράλιο τσιμεντένιο δρόμο και  κατεβαίνουν στην αποβάθρα. Τραβώντας και σπρώχνοντας καταφέρνουν να ρίξουν το τσουβάλι σε μια μικρή μαύρη βάρκα που λικνίζεται εκεί μπροστά.

Ύστερα, το ένα από τα δύο  μικροκαμωμένα όντα ψάχνει λίγο τριγύρω και βρίσκει μια μαυριδερή αλυσίδα. Ο άλλος κοντούλης ξετρυπώνει έναν τσιμεντόλιθο.

Τα ρίχνουν κι αυτά στη βάρκα και αποπλέουν γλιστρώντας στη ταραγμένη επιφάνεια των νερών προς την έξοδο του όρμου και τον Ωκεανό.

images (7)

Καθώς προσπερνούν το φάρο που έχει κιόλας αρχίσει τον νυκτερινό του λόξυγκα, ένα άλλο πλεούμενο διαγράφεται απέναντί τους με φόντο την κίτρινο­κόκκινη σκοτεινιά της ανατολής και μεγαλώνει ραγδαία καθώς έρχεται γοργά προς το μέρος τους. Είναι ένα κομψό, μικρό σκάφος που τους φτάνει γρήγορα και τους προσπερνά αγέρωχα κάνοντας τη βαρκούλα να τρικλίσει και σχεδόν να μπατάρει.

Οι δύο μικρούληδες προλαβαίνουν να δουν στο τιμόνι του σκάφους έναν ψηλό άνδρα. Δεν μπορούν, βέβαια, στο ημίφως του δειλινού να προσέξουν ούτε το άψογο βραδινό του κουστούμι που δεν έχει τίποτα το ναυτικό, ούτε το παράξενο κοροϊδευτικό χαμόγελο που κρέμεται από τα λεπτά, σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του, ούτε το παράξενα χλωμό του δέρμα, ούτε τα μάτια του που έτσι κι αλλιώς κρύβονται πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά.

Την ώρα που οι δυο κοντοί πετούν τον σάκο στη θάλασσα, αφού πρώτα τον δέσουν γερά με την αλυσίδα στον τσιμεντόλιθο, έχει πια σκοτεινιάσει για τα καλά και ο άνδρας με το μαύρο γυαλιστερό κουστούμι, το δαντελωτό πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά έχει ήδη αποβιβαστεί στην κεντρική αποβάθρα του Όρμου.

Η παρουσία του καλοντυμένου τύπου κάτω από τα βρώμικα  φανάρια της προκυμαίας δεν φαίνεται να παραξενεύει κανέναν. Στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες έρχονται συχνά  πλούσιοι σικάτοι  τύποι κυνηγώντας απολαύσεις που να είναι ακόμα απαγορευμένες (πράγμα αρκετά δύσκολο την εποχή εκείνη).

Οπωσδήποτε, το να σου τύχει ένα τέ­τοιο φρούτο για ξεζούμισμα είναι μάννα εξ ουρανού για τους προξενητές της Μπαία. Γι αυτό καμιά ντουζίνα απ’ αυτούς τον περιτριγυρίζουν  αμέσως, προσφέροντάς του υποσχέσεις που θα ικανοποιούσαν και τους πιο εξεζητημένους διδάκτορες Περιπεπλεγμένης Διαστροφι­κής. Ο ψηλός όμως τους παραμερίζει και κατευθύνεται με σιγουριά προς τη ¨Μεθυσμένη Γοργόνα¨.

Οι προξενητές δεν επιμένουν. Τον τελευταίο καιρό στην πιάτσα του λιμανιού έχει βγει βρώμα ότι στη “Γοργόνα” συμβαίνουν πράγματα καινούργια, πρωτότυπα, ακατονόμαστα. Λεπτομέρειες δεν κυκλοφόρησαν ακόμη, όμως τα σαΐνια του λιμανιού κάτι ξέρουν. Και αυτό το κάτι είναι ότι ένα πανέμορφο σούπερ θηλυκό πολλών οκτανίων, έχει εγκατασταθεί στο μαγαζί  της προκυμαίας. Και μια έλξη που σχεδόν την μυρίζεις τρα­βάει όλους τους αρσενικούς προς τα ‘κει.

Η γκόμενα όμως φαίνεται πως ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλα τα μυστικά και τ’ απόκρυφα της γοητείας και δε δίνεται ούτε με τη πρώτη ούτε σ’ όποιον κι όποιον. Ούτε καν βγαίνει ποτέ από το παράπηγμα της Ταβέρνας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι οι άντρες της Ακτής έχουνε τρελαθεί μαζί της, αλλά κανένας δεν έχει ακόμη μπορέσει να διηγηθεί στη πιάτσα λεπτομέρειες για τις μυστικές χάρες της Όμορφης. Και τώρα -ήτανε να το περιμένουνε οι μάγκες της Προκυμαίας- να που άρχισαν να ενδιαφέρονται και οι Απέξω.

Mauritania2005FOTON.21

Μια ριπή τ’ ανέμου ταρακουνάει το καλώδιο και τα πολύχρωμα λαμπάκια που κρέμονται γύρω από την είσοδο της “Γοργόνας” αναβοσβήνουν για μια στιγμή σπινθηρίζοντας. Ο  άνδρας περ­νάει κάτω από τη χρωματιστή ηλεκτρική γιρλάντα και σπρώχνει το πορτόφυλλο της ταβέρνας.

Μέσα, οι λιγοστοί λαμπτήρες που φωτίζουν την αίθουσα κρέμονται μελαγχολικά από το ταβάνι, γύρω από τον πάγκο του μπαρ. Από τους πελάτες του μαγαζιού διακρίνονται μόνο τα σκοτεινά  περιγράμματα ανάμεσα στους πηχτούς καπνούς που αναβλύζουν από τα τραπέζια και που μαρτυρούν το κάψιμο λογής λογής ουσιών.

Μόνο στο βάθος, πίσω από έναν τραβηγμένο μπερντέ, ένας ασθενικός προβολέας φωτίζει τρεις μουσικούς που με κιθάρες διαφορετικού μεγέθους, μια κανονική μια τεράστια και μια τόση δα μικρούτσικη, παίζουν ένα νοσταλγικό φάντο.

Ο καλοντυμένος άντρας πλησιάζει το πάγκο. Ένα ξυρισμένο κεφάλι με σκουλαρίκι, που προφανώς ανήκει στον μπάρμαν, τέλεια καμουφλαρισμένο ανάμεσα στα μισοάδεια μπουκάλια, αποκτά ξαφνικά αυτοτέλεια και τον ρωτά τι επιθυμεί.

Ο μαυροφορεμένος (για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα) θέλει ρούμι. Ύστερα σκύβει και κάτι λέει στ’ αυτί του γλόμπου.

Τι άλλο θέλει; Δεν είναι μυστήριο. Αυτό που θέλουν όλοι αυτή τη στιγμή στη Μπαία ντε Λος Σερπέντες και πάρα πέρα σ’ όλη την Ακτή.

Ένα πρασινωπό χαρτονόμισμα μετακομίζει από το κροταλίσιο πορτοφόλι του ψηλού, στην κωλότσεπη του ξυρισμένου.

Ο μπάρμαν απαντάει κι αυτός ψιθυριστά. Ναι, η Γόησσα, αυτή για την οποία όλοι μιλάνε, είναι εδώ. Σε λίγο θα τραγουδήσει. Ναι, είναι καλύτερη από οποιαδήποτε περιγραφή.  Όμως, εκείνος δε μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, η Όμορφη αποφασίζει από μόνη της.

Έπειτα, βγαίνει από το κουβούκλιό του και οδηγεί τον ασπριδερό Ψηλό σ’ ένα τραπέζι φυλαγ­μένο για τα δυνατά πουρμπουάρ.

FADO_baixa

Η ώρα ήρθε. Ο μπερντές που το παίζει αυλαία τραβιέται ξανά και από πίσω δε βρίσκονται τώρα μόνο οι τρεις μουζικάντηδες με τις ανισομεγέθεις κιθάρες, αλλά και ένας μικρός μαύρος μ’ ένα τουμπελέκι, καθώς και μια άλλη φιγούρα, ακίνητη, που σιγά σιγά φωτίζεται, καθώς ο προβολέας λες και καρδάμωσε ξαφνικά.

Μια γυναίκα.

Η γυναίκα!

Μέσα στην αίθουσα απλώνεται ξαφνική σιγή.

Ακόμα και οι γυμνόστηθες μελαψές κοπέλες που τριγυρνάν από τραπέζι σε τραπέζι παύουν να φλυαρούν και προσηλώνονται στο πάλκο μαζί με τους αρσενικούς.

Το ταμπούρλο δίνει το ρυθμό και η γυναίκα τραγουδάει. Δίχως να κινείται πολύ, στηριγμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, με το κόκκινο φόρεμά της να φτάνει ως κάτω, στο σανίδι της εξέδρας, με τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της να κυματίζουν απαλά σε κάθε της κίνηση.

Πίσω απ’ τη βαθιά, ίσως λίγο τραχιά φωνή της οι κιθάρες απλώνουν ένα χαλί  πλεγμένο με αισθησιακές ηδυπαθείς αρμονίες. Και μετά η φωνή εκείνης, παίρνει  τις μουσικές φράσεις και πότε τις πλέκει σε συνδυασμούς γεμάτους υπαινιγμούς άφατων ηδονών, πότε τις ανεβάζει σε ορμητικά, άγρια κρεσέντο που μαγεύουν και φοβίζουν.

Ωστόσο τα τσακάλια της Ακτής που μαζεύτηκαν απόψε στη “Γοργόνα” δεν είναι από τη φωνή της Ωραίας που ακινητοποιούνται και χαζεύουν.

Είναι η εικόνα της που ξυπνάει μέσα τους ό, τι το πιο άγιο και πιο αμαρτωλό. Η εικόνα της, που για τον καθένα είναι διαφορετική.

Οι πιο απίθανες επιθυμίες τους αγκιστρώνονται πάνω της.

Πάθη που ζητούν κορεσμό, ενοχές που θέλουν εξιλέωση, μοναξιές που θέλουν απάντηση. Οι πιο απίθανες φαντασιώσεις θέλουν τη Γυναίκα της ¨Γοργόνας¨ για ηρωίδα τους.

Ο μαυροφορεμένος είναι κι αυτός ακινητοποιημένος ή έτσι θα νόμιζε κανείς βλέποντας το πρόσωπό του, χλωμό στις αντανακλάσεις του προβολέα, με τα σκούρα γυαλιά και τα ίχνη απ’ το ειρωνικό χαμόγελο να εξακολουθεί να κρέμεται απ’ τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη του.

Η γυναίκα τραγουδώντας μετακινείται αργά προς το μέρος των θαμώνων. Η κίνησή της έχει κάτι το παράξενο, σαν κάτι να την τραβάει προς τη γη (άραγε μια μικρή γυναικεία αδυναμία ώστε να γίνει τέλεια η έλξη της πάνω στους αρσενικούς του λιμανιού; άραγε μια κρυφή σύνδεση με τη γυναικεία υπόσταση της μάνας Γαίας;), αλλά αυτή αντιστέκεται σ’ αυτό το κάτι, το ελέγχει  και, γλιστρώντας περισσότερο παρά περπατώντας, φτάνει στο κέντρο της αίθουσας.

Εκεί το τραγούδι της τελειώνει και πίσω του σβήνουν οι κτύποι του ταμπούρλου και το άρπισμα των χορδών.

Οι μάγκες του λιμανιού μένουν για λίγο άφωνοι, αλλά μετά σηκώνονται όρθιοι, χειροκροτούν, επευφημούν, παραδέχονται, ουρλιάζουν, συναινούν, εγκρίνουν επικροτούν, ποδοκροτούν, καθομολογούν, λένε καλά λόγια, μετανοούν (για ότι κακό έχουν πει μέχρι τότε για τις γυναίκες), επιδοκιμάζουν, δοξάζουν, θέλουν κι άλλο, τα θέλουν όλα, θέλουν εκείνη!

Εκείνη χαμογελάει, αλλά δεν υποκλίνεται, παρά μόνο κάνει να υποχωρήσει, πάντα με το συρτό της βήμα, σα ρωσίδα Πριγκίπισσα- Χορεύτρια, προς το βάθος της αίθουσας. Δεν προλαβαίνει. Καθώς βρίσκεται κοντά στον μαυροφορεμένο, αυτός με μια φιδίσια κίνηση την αρπάζει απ’ το λευκό μπράτσο και την τραβάει προς το μέρος του.

ciguapa (1)

Η Ωραία βρίσκεται τώρα στα γόνατά του.

Τα μάτια της αστράφτουν με μια στιγμιαία λάμψη θανάσιμης έχθρας.

Τα κόκκινα νύχια της στοχεύουν το χλωμό του πρόσωπο, αλλά εκείνος, πιο γρήγορος, την ακινητοποιεί.

Ανάμεσά τους λαμπυρίζουν αστραπές έντασης.

Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ένταση που γιγαντώνεται στην αίθουσα.

Ο ξένος είναι απαράδεκτος, εγκληματίας, ιερόσυλος!

Οι θαμώνες θυμώνουν.

Βγάζουν χατζάρια, μασέτες, γιαταγάνια, μαχαίρια, στιλέτα, ο μπάρμαν βγάζει από τα έγκατα του πάγκου του ένα μπαλτά και ο μάγειρας εμφανίζεται στην πόρτα της κουζίνας μ’ ένα εγχειρίδιο (μαγειρικής).

Ο χλωμός άνδρας δεν δείχνει  να πτοείται.

Ανασηκώνεται κρατώντας με το ένα χέρι σφικτά στην αγκαλιά του τη γυναίκα.

Εκείνη σπαρταράει, αλλά αυτός πιέζει το πρόσωπό της στρίβοντάς το προς το στήθος του, έτσι ώστε να μη μπορεί να δει τι θα συμβεί στην αίθουσα.

Μετά κάνει μια κίνηση πολύ απλή, αλλά και άκρως αποτελεσματική -όπως θα αποδειχθεί αμέσως τώρα. Σηκώνει το άλλο ασπριδερό χέρι και βγάζει τα σκούρα γυαλιά.

Οι μάγκες της Μπαία ντε Λος Σερ­πέντες δεν συνηθίζουν να κοιτούν τα μελλοντικά τους θύματα στα μάτια. Τώρα όμως δεν μπορούν να το αποφύγουν.

Το βλέμμα τους μοιραία, αναπόφευκτα, μαγνητίζεται από αυτό που βρίσκεται κάτω από τα μαύρα κρύσταλλα του μαυροφορεμένου τύπου: δυο άδειες κόγχες  που εκπέμπουν κιτρινοκόκκινες γλώσσες φωτιάς.

Από κάποιον στο βάθος, πολύ μεθυσμένο για να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, ξεφεύγει μια κραυγή: “Φάτε τον το Μούργο”, αλλά ξαφνικά βρίσκεται να κρατάει στο χέρι, αντί για το σπασμένο μπουκάλι που κράδαινε μια στιγμή πριν, το κεφάλι του, ενώ στην παραδοσιακή θέση του κεφαλιού του βρίσκεται τώρα ένα φιάσκο κρασιού και μάλιστα άδειο.

Ένας άλλος, που από κεκτημένη ταχύτητα ξαπόστελνε στον Χλωμό ένα μαχαίρι, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τόσο το μαχαίρι όσο και το χέρι του έχουν μεταβληθεί σε μια πρασινωπή οχιά που τώρα τον κοιτάζει με ύφος όχι και τόσο φιλικό.

Οι θαμώνες ξεθυμώνουν και κατακάθονται στα τραπέζια τους.

"fado"-playing a tradicional portuguese guitar

Ο δαίμονας χαλαρώνει τη λαβή και η γυναίκα γυρίζει προς την αίθουσα για να διαπιστώσει ότι το πλήθος έχει δαμαστεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει πως ακριβώς έγινε αυτό.

Χαλαρώνει κι αυτή. Χώνει το γό­νατό της ανάμεσα στα σκέλια του μαυροντυμένου και  σφίγγεται πάνω του.

Μετά τον παρασέρνει μαζί της σε μια μικρή πόρτα, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

Στην Ταβέρνα της Γοργόνας φαίνεται ότι οι δαίμονες είτε ξορκίζονται γρήγορα και πάνε γι άλλα αλλού, είτε γίνονται αποδεκτοί κι ενσωματώνονται στον ανθρώπινο παραλογισμό του τόπου.

Το γεγονός είναι πάντως ότι στην αίθουσα όλα μοιάζουν να ‘χουν καταλαγιάσει.

Τα κορίτσια κυκλοφορούν και πάλι ανάμεσα στους μάγκες, δυο τρία παράταιρα σώματα που περίσσεψαν από το επεισόδιο με τον Χλωμό Δαίμονα έχουν ήδη σταλεί να κάνουν παρέα στα μεταλλαγμένα ψάρια του ωκεανού  και, στο πάλκο, οι κιθάρες συνοδεύουν τώρα έναν μυστακοφόρο δεξιοτέχνη ακορντεονίστα που επιδίδεται στην εκτέλεση ενός παθιασμένου ταγκό.

Στο μικρό δωματιάκι στο βάθος, οι ήχοι του ταγκό φτάνουν ανακατεμένοι με το βουητό του ανέμου που έχει σηκωθεί και πάλι σφοδρός και σαρώνει τα μαγαζιά της αποβάθρας.

Αλλά ούτε η γυναίκα ούτε ο δαίμονας προσέχουν τον άνεμο.

Η γυναίκα έχει πια διαλέξει και τώρα έχει πάρει την πρωτοβουλία της συνάντησης. Έχει τραβήξει το κορδόνι που σβήνει τη λάμπα και το δωματιάκι φωτίζεται ελάχιστα από τις χαραμάδες της πόρτας. Το κόκκινο φόρεμα βρίσκεται στο πάτωμα μαζί με τα δαντελένια εσώρουχα και εκείνη στέκεται τώρα γυμνή, όρθια, ακουμπισμένη στην σαραβαλιασμένη πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι.

Ξέρει τη δύναμή της και ξέρει τη μοίρα της.

Ξέρει ακόμη τη μοίρα αυτού του άνδρα που τόλμησε να την προσβάλει, αλλά συνάμα να τη διεκδικήσει και που είναι τώρα εκεί, μπροστά της, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακόμη ντυμένος και με το αδιόρατο σαρκαστικό του χαμόγελο να γίνεται αισθητό παρά το ημίφως.

Η γυναίκα τον πλησιάζει και αρχίζει να τον γδύνει με αισθησιακή σοφία που θα έκανε μια βετεράνα γκέισα να αισθανθεί αδέξια γράσο-πρωτάρα (debu­tante).

Κάτω από το σκούρο κουστούμι είναι άσπρος όσο και το νταντελωτό του πουκάμισο. Είναι πιο άσπρος από οποιονδήποτε έχει γνωρίσει ως τότε, αλλά η γυναίκα δεν έχει προκαταλήψεις και ξέρει από πείρα ότι οι άνθρωποι ξεφουρνίζονται σε πλήθος ράτσες και παραλλαγές.

Τα πλευρά του ξένου είναι στενά  και παρακάτω το πέος του, στο άγγιγμά της τινάζεται και ανασηκώνεται σαν ερπετό.

Η γυναίκα για μια στιγμή σταματά έκπληκτη. Δεν της έχει ξανατύχει τέτοια αντίδραση. Το όργανο του χλωμού άντρα είναι στενό και μακρύ και παρά τη σκληράδα του ευλύγιστο.

Η έκπληξή της κρατά ένα τίποτα. Σκέφτεται: ¨Έ, και τι έγινε;¨, και το χέρι της μπαίνει κάτω από το στρώμα και ξαναβγαίνει αμέσως κρατώντας ένα μακρύ ξυράφι μπαρμπέρη.

ββ

Με μια κίνηση γρηγορότερη απ’ όσο χρειάζεται μια βρώμικη φήμη για να διαδοθεί παντού (ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του Μουμουεδώνα) το ξυράφι επιτίθεται στο πέος και το κόβει σε δύο ισομεγέθη κομμάτια.

Ένα σιντριβάνι αίμα πλημμυρίζει το μικρό δωμάτιο.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρώτη εντύπωση, γιατί, ενώ το σιντριβάνι είναι πραγματικό, έχει δηλαδή τη συμμετρική τελειότητα μιας αναγεννησιακής φοντά­νας, το αίμα δεν είναι ακριβώς αίμα, άλλα ένα αμέτρητο πλήθος κατακόκκινες λαμπερές μύγες που αφού ολοκληρώσουν το ρόλο τους σαν σταγόνες, αρχίζουν να κάθονται παντού κατακοκκινίζοντας το μικρό χώρο.

Η γυναίκα δείχνει ξαφνικά απελπισμένη και άσχημη. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβιούνται σε μια φρικιαστική γκριμάτσα κακίας, ενώ τα νύχια της μακραίνουν και το δεξί της χέρι χώνεται στο αριστερό μέρος του άσπρου στήθους του δαίμονα.

Ψάχνει, κάτι βρίσκει, και τραβιέται ξανά έξω.

Αυτό όμως που πάλλεται στην παλάμη της δεν είναι η καρδιά του άνδρα, αλλά ένα σαραβαλιασμένο μηχανικό ξυπνητήρι που, μάλιστα, αρχίζει ξαφνικά να κουδουνίζει μ’ έναν εξοργιστικά κοροϊδευτικό ήχο.

“Πάκο, Πακίτα”, φωνάζει υστερικά η γυναίκα.

Ο Δαίμονας έχει τώρα σηκωθεί και ξαναφοράει το παντελόνι του χώνοντας μέσα και το κομμάτι του πέους που περίσσεψε.

Η φωνή του είναι λεπτή, ένρινη, αλλά ήρεμη.

“Μη φωνάζεις άδικα”, της λέει. “Οι δύο κοντοστούπηδες βοηθοί σου, γυρίζοντας από το θέλημα που τους έστειλες, παρασύρθηκαν από μια ριπή απροσδιοριστίας και τώρα υπολογίζω ότι πρέπει να έχουν εξοκείλει σε  κάποια βραχονησίδα στη μέση του ωκεανού”.

“Πάκο, Πακίτα, θα σας γδάρω τέρατα”, εξακολουθεί να ουρλιάζει η γυναίκα.

“Μη τα βάζεις μαζί τους Σιγκουάπα. Οι κοντοπίθαροι, σου είναι πάντα πιστοί. Μάλιστα, πριν τους τύχει αυτή η μικρή αναποδιά, πρόλαβαν και ξαπόστειλαν  στα βάθη του Ωκεανού το τελευταίο σου θύμα, τον καταβροχθιστή δασών από τη ζούγκλα”.

Εκείνη ακινητοποιείται. Γυρίζει, τον παρατηρεί προσεκτικά. “Δεν ξέρω τι μου λες”, λέει.

Ο Δαίμονας τραβάει το σκοινάκι και ο λαμπτήρας φωτίζει  και πάλι το δωμάτιο, ενώ οι κόκκινες μύγες εξαφανίζονται. Μετά την κοιτάζει από τη κορυφή ως τα νύχια.

Η γυναίκα είναι πάντα γυμνή και είναι και πάλι εκπληκτικά όμορφη.

Ο λαιμός της, τα στήθη της, η κοιλιά της, οι μηροί της, οι γάμπες της  δεν είναι απλά τέλειες. Τέλειες ανατομίες μπορείς να βρεις κάθε μέρα, σε κάθε φτηνό περιοδικό γεμάτο μοντελάκια των τρεις κι εξήντα.

Είναι κάτι παραπάνω: είναι ελκυστικές κι αυτό είναι που μετράει, για όλους, ακόμα και για το δαίμονα που την παρατηρεί με θαυμασμό.

Μετά τα μάτια του καρφώνονται στα πόδια της.

Εδώ υπάρχει το Σημάδι.

Της το δείχνει για να την κάνει να καταλάβει ότι αυτός ξέρει και ότι οι διαμαρτυρίες της είναι περιττές.

Η Όμορφη έχει δύο πόδια αριστερά, άρα η Όμορφη είναι η Σιγκουάπα.

Η Σιγκουάπα, η Δαιμόνισα που εκδικήθηκε για αιώνες τη θρασύτητα των ανδρών, η ακαταμάχητη Λάμια που μπορούσε να πάρει την όψη και τον ξεχωριστό χαρακτήρα της γυναίκας που ο κάθε άνδρας ονειρεύεται, πριν τον μακελέψει.

Η εκδικήτρα που όμως, μόλις πήραν το πάνω χέρι οι μοντέρνες μάγισσες, εκείνες που πάλευαν τους άντρες με τα δικά τους αρσενικά μέσα, αποσύρθηκε πεισμωμένη στα δάση του Αμαζόνιου.

Όμως δεν στέριωσε ούτε εκεί η Σι­γκουάπα. Πρόσφατα έφτασαν και στα τελευταία παρθένα δάση οι καταβροχθι­στές δασών με τις αδηφάγες μπουλντόζες τους.

Και η Σιγκουάπα κατηφόρισε στη παραλία πιο απελπισμένη κι οργισμένη από πριν.

Αυτήν αναζητούσε ο Σος Μορς, μεταμφιεσμένος σε κοσμοπολίτη μεγαλομέτοχο για να μην τον εντοπίσουν οι παλαι­οδαίμονες.

φγ

Η αποστολή του είναι να της εξηγή­σει την σοβαρότητα της κατάστασης, να  την προσηλυτίσει και να την πείσει να περάσει στο νεοδαιμονικό στρατόπεδο.

Στο γενικό επιτελείο των Νεοδαιμό­νων είχαν καταλήξει ότι οι τελευταίες επιχειρήσεις δεν πήγαιναν και τόσο καλά επειδή, όντως, από τους νεωτεριστές  έλειπε μια επαρκής δόση πάθους. Μετά έψαξαν στα αρχεία για να δουν αν υπήρχε κανένας παθιασμένος δαίμονας που να μην είχε ήδη προσχωρήσει στους αντίπαλους. Εκεί ο Μανατζέριους και ο Ελεκτρόνικους ανακάλυψαν τη Σι­γκου­άπα με τα δυο αριστερά πόδια.

Υπήρξαν βέβαια μερικές μουστακο­φόρες νεοδαιμόνισες, σπονσόρισες του τέταρτου και του πέμπτου φύλου, που είχαν κάποιες αντιρρήσεις και που δήλωσαν ότι θεωρούν τη Σιγκουάπα ξεπερασμένη, αν όχι κάπως ύποπτη για μανι­χαϊκό σεξιστικό αυθορμητισμό. Όμως οι ενστάσεις αυτές τελικά ξεπεράστηκαν, ο Μουμουεδώνας έδωσε τη συγκατάθεσή του, και ο Σος Μορς ξεκίνησε για το νότιο ημισφαίριο.

Νάτος λοιπόν τώρα που (ύστερα από ένα συνηθισμένο δαιμονικό σκέρτσο από εκείνα που συνηθίζονται ανάμεσα στα ξωτικά γιατί τα διασκεδάζουν και τους επιτρέπουν να αλληλοαναγνωρίζονται πέρα από κάθε αμφιβολία), προσπαθεί να εξιστορήσει στη Σιγκουάπα τις τελευταίες εξελίξεις, (σύμφωνα πάντα με τη νεοδαιμονική εκ­δοχή) και να της εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να μπει στον αγώνα με το μέρος των Νεωτεριστών.

Ο Μορς επιμένει ιδιαίτερα στα νεώτερα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η Ιστορική Πτώση και το κατρακύλισμα των δαιμόνων στα κάτω πατώματα, δεν οφειλόταν ακριβώς στην περίφημη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία! (ΜΠΑ!), αλλά ήταν το αποτέλεσμα της παρενόχλησης των θνητών γυναικών από τους ερωτύλους παλαιοδαίμονες.

Η κουβέντα ανάμεσα στην Σι­γκουάπα και τον Σος Μορς κράτησε μια ολόκληρη μακριά νύχτα, κατά τη διάρ­κεια της οποίας ο κιτρινοκόκκινος τυφώνας της Ανατολής έφτασε μέχρι την Μπαία και σάρωσε πέρα ως πέρα την Ακτή, μη αφήνοντας τίποτα όρθιο εκτός από το δωματιάκι όπου γινόταν η συνομιλία.

Το πρωί, η Σιγκουάπα ακολού­θησε τον Σος Μορς στις προστατευμένες περιοχές.

Νύχτα έκτη

… Τη νύχτα εκείνη όλες οι δευτερότοκες χελώνες καρέτα- καρέτα βγήκαν από τα αυγά τους και άρχισαν να κολυμπούν σε πελάγη ευτυχίας με το καύκαλό τους διακοσμημένο με φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές σε ακατανόητη διάλεκτο…

Ίσως γι αυτό κανένας δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή.

Την ίδια νύχτα, όσοι λέο­ντες επιζούσαν ακόμη, απέκτη­σαν χαίτη με χωρίστρα στη μέση και λαμέ μες, ενώ, χωρίς κανέ­νας να το προσέξει, οι χαμαι­λέοντες ανακηρύχτηκαν βασιλείς της ζούγκλας.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Περί κηφήνων (και πάλι)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Ιουνίου, 2013

images (3)
Tον περασμένο Απρίλη είχα αναρτήσει ένα ποιητικό κείμενο του Νίκου Μοσχοβάκου με τίτλο: ¨Ο βίος και η πολιτεία ενός σωστού κηφήνα¨. Εκτός από τη γραφή του Νίκου, μου άρεσε και ο ήρωας (το παρεξηγημένο έντομο) και σας είχα μάλιστα προτρέψει, αν έχετε κάποιο αφήγημα σχετικό με κηφήνες, να μου το στείλετε για δημοσίευση.

Εν τέλει είχα εγώ ένα μικρό τέτοιο κείμενο, δημοσιευμένο στο μυθιστόρημά μου ¨ΜΠΑ!!!¨ (μια ιστορία φαντασίας που εκδόθηκε τον Οκτώβρη του 2002 και που θα αποτολμούσα, μετά τα όσα μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα, να χαρακτηρίσω ως αρκούντως ¨προφητική¨).
Συγκεκριμένα στο πέμπτο μέρος (σελίδες 301-355, τίτλος: Διακόπτουμε για αποδομήσεις, απορυθμίσεις, αποσυνθέσεις και αποσαρθρώσεις), όπου οι εξαποδώ, ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους, ετοιμάζονται να εκτελέσουν το δαιμονικό τους καθήκον, υπάρχουν στο τέλος κάθε επιμέρους κεφαλαίου επτά μικρά ένθετα κείμενα, έξω από την άμεση πλοκή. Ένα από αυτά, εκείνο που παρατίθεται αμέσως μετά την εξιστόρηση των όσων συμβαίνουν την Δεύτερη Νύχτα, μιλάει για κηφήνες και έχει ως εξής:

αρχείο λήψης

Νύχτα δεύτερη
… Τη νύχτα εκείνη στα πίσω διαμερίσματα των κυψελών συνήλθε μυστική γενική συνέλευση των κηφήνων.
Η τελική απόφαση πάρθηκε με σχετική πλειοψηφία γιατί υπήρξαν πολλές αποχές, αλλά αυτό, σε μια συνέλευση κηφήνων, είναι κάτι το αναμενόμενο.
Αποφασίστηκε ότι ήρθε ο καιρός να μπει μια νέα τάξη στο σμήνος και να παρθούν τα απαραίτητα εκσυγχρονιστικά μέτρα που θα κατέβαζαν τον πληθωρισμό και θα ανέβαζαν την (ανά κεραία) παραγωγική ικανότητα της κυψέλης.
Οι κηφήνες από την επόμενη μέρα θα σταματούσαν να το παίζουν κηφήνες και θα άρχιζαν να συμβάλουν ενεργά στις παραγωγικές διαδικασίες, έτσι ώστε να σταματήσει η δυσφημιστική εκστρατεία που εδώ και πολλά χρόνια τους περιγελούσε και τους υποβάθμιζε κοινωνικά.
Και εάν αυτό σήμαινε ότι, ταυτόχρονα, θα έπρεπε σταματήσουν να το παίζουν ¨ματσό¨ στο παραδοσιακό ανοιξιάτικο παιχνίδι, ε, υπομονή!
Θα το έκαναν κι αυτό.
Αυτοί μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς αυτήν την απαρχαιωμένη τελετή που οι ξεθεωμένες οι εργαζόμενες ετοίμαζαν όλο το χρόνο.
Εννοούσαν το μοναδικό πανηγύρι κατά τη διάρκεια του οποίου αυτές, οι φανατικές εργασιομανείς, τους έδιναν κάποια προσοχή. Εκείνο όπου παρατάσσονταν όλοι στην αφετηρία και, όταν το αυταρχικό, φιλόδοξο και ειδικά εκπαιδευμένο θηλυκό ξεπεταγόταν και κουνώντας πέρα δώθε τον κώλο της, έπαιρνε τον ανήφορο βουίζοντας και κάνοντας τάχα ότι δε τα θέλει, αυτοί ορμούσαν όλοι μαζί ποιος θα την πρωτοπηδήξει, με αποτέλεσμα, στο τέλος, ο καλύτερος και πιο πηδηχταράς κηφήνας να πηδάει μεν, πλην όμως να γίνεται ταυτοχρόνως και απαρεγκλίτως μακαρίτης.
Είπαν: από δω και μπρος φτάνει!
Τέρμα με τις φιγούρες και τους επικίνδυνους φαλλοκρατικούς ελιγμούς. Τέρμα με τα σοβινιστικά καμώματα που στο τέλος βγαίνουνε σε βάρος μας.
Από δω κι εμπρός κηφήνας θα σημαίνει εργασία και οργάνωση, υγιής ανταγωνισμός και χαριτωμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία, όχι σκουντιές και αγκωνιές πίσω από το οπισθόβουλο κεντρί των θηλυκών.

Οι επιπτώσεις και οι παρενέργειες του εκσυγχρονισμού των κηφήνων πάνω στον κόσμο των ¨Χα!¨ Σάπιενς, έγιναν αισθητές αρκετά αργότερα.
Όταν οι μετοχές της μελισσοκομικής βιομηχανίας πήραν τον κατήφορο μόλις έγινε αντιληπτό ότι στις κυψέλες έπεσε οριστική δημογραφική παρακμή.
Ύστερα στην κατρακύλα παρασύρθηκε ολόκληρη ή η βιομηχανία των γλυκισμάτων με αποτέλεσμα μία εκτεταμένη επιδημία υπογλυκαιμίας.
Μετά, καθώς στο χρηματιστηριακό παιχνίδι μπήκαν σωρηδόν οι διεθνείς κερδοσκόποι, ακολούθησε η κρίση των τροφίμων που θα έμενε γνωστή ως η περίφημη Κρίση του Μέλιτος, η πρώτη χρηματιστηριακή κρίση πραγματικά μεγάλης κλίμακας της Νέας Εποχής…

Ape_regina1

Τον πίνακα τον πήρα από το ιστολόγιο του ζωγράφου Έντι Μπρανκολίνι

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Η Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων – Εισαγωγή (σχεδίασμα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Εισαγωγή (ζουμερή)

Το λένε Ζούμ.

Πρώτα απομακρύνεσαι, όσο μπορείς, όσο να βρεις την αφετηρία όπου η θέα να είναι πανοραμική και το οπτικό πεδίο ευρυγώνιο.

Μετά λες στον χρόνο να κάτσει καλά, ακίνητος και να σ’ αφήσει απερίσπαστο να δουλέψεις με τον χώρο… Εντάξει, διορθώνω, με την εικόνα του χώρου.

Μετά στοχεύεις το σημείο που σ’ ενδιαφέρει.

Και αρχίζεις να ζουμάρεις…

Και εκεί που ήσουν, ας πούμε, καβάλα στην πλάτη ενός Άγγελου φύλακα-ξεναγού ή (αν έχεις λιγότερο υπερβατική διάθεση) καβάλα στον δορυφόρο υπηρεσίας, να τα βλέπεις όλα σφαιρικά και περιεκτικά, να που αρχίζεις να κατεβαίνεις κάθετα και σβουριχτά ίσα κάτω.

Ο στόχος, αργά στην αρχή, παίρνει να μεγαλώνει, ενώ τα περιθώρια όλο κατρακυλούν  έξω απ’ το οπτικό σου πεδίο, πέφτουν και εξαφανίζονται.

Πάει η σφαίρα με την θεωρητική της τελειότητα!

Τώρα έχεις να κάνεις με ένα χαλί, λίγο πολύ επίπεδο, αλλού μπλέ, αλλού κίτρινο ή καφετί, ή με λίγο πράσινο στις άκρες. Και κάτι ανέμελα στριφογυριστά βαρομετρικά χαμηλά να προσθέτουν εδώ και κει λευκά νεφελώματα.

Εσύ, είπαμε, απερίσπαστος, αξιόπιστος αφηγητής, στον στόχο σου!

Ίσα πάνω στην γκρίζα κηλίδα, εκεί όπου το γαλανό εφάπτεται με το καστανοκίτρινο, ακριβώς δίπλα στην ελισσόμενη γυαλιστερή κορδέλα που -αενάως- καταλήγει να χύνεται στο απέραντο αρχέγονο υγρό του πελάγους.

Η γκρίζα κηλίδα μεγαλώνει: είναι μια πόλη.

[Αν εσείς οι αναγνώστες συνέπεσε να είστε από Αλλού, να σας διευκρινίσω ότι έτσι ονομάζουν οι (αυτό-προσδιοριζόμενοι ως έμφρονες) κάτοικοι αυτής της σφαίρας, τις φωλιές τους, όταν είναι στριμωγμένες σε μεγάλα σύνολα].

 Ζουμ!

Τώρα φαίνονται καθαρά τα πλοκάμια της πόλης, καθώς απλώνονται στις κοιλάδες ανάμεσα στα γύρω βουνά ή σκαρφαλώνουν απειλητικά στα βουνά τα ίδια.

Για στάσου λίγο σε κλίμακα πόλης.

Παραθαλάσσια, με λιμάνι, γκρίζα, με λιγοστές πρασινωπές πινελιές εδώ κι εκεί.

Στις άκρες της, καμινάδες. Λίγες καπνίζουν ακόμη, οι πιο πολλές το ’κοψαν πρόσφατα λόγω κρίσης, όπως θα ανακαλύψουμε σε λίγο. Ωστόσο είναι αρκετές για να υφαίνουν το φαιό πέπλο που της σφίγγει το λαιμό.

Ας είν’ καλά οι απαστράπτουσες επιφάνειες της θάλασσας που την εξωραΐζουν κάπως.

Θες να την εξωραΐσεις κάπως και εσύ;

Σπρώξε τον μοχλό κι άσε το χρόνο να κυλίσει, λίγο. Καμιά δεκαριά ώρες φτάνουν.

Βλέπεις; είναι πια νύχτα. Από την πόλη, στο σκοτάδι, είναι ορατό μόνο ένα σπινθηροβόλο δίχτυ. Και η αντανάκλασή του στα νερά! Όμορφο.

Όχι, μην επαναφέρεις το μοχλό, άσε το χρόνο εδώ.

Η ιστορία μας ας αρχίσει νύχτα. Νύχτα βαθειά. Κοντά στο ξημέρωμα.

Κάνε μόνο λίγο ζουμ ακόμη. Στο κέντρο, στην παλιά Πόλη όπου οι δρόμοι διασταυρώνονται με τρόπο άτακτο και λαβυρινθώδη.

Φτάσαμε.

Κτίσμα παλιό. Στο ισόγειο. Κατεβασμένα ρολά πρώην καταστήματος. Μια τελευταία εστίαση στην τοιχοκολλημένη επιγραφή «Ενοικιάζεται-Πωλείται- Παραχωρείται» διαγραμμένη με μια μαρκαδοριά.

Τέλος του Ζούμ.

Ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα άλμα στο εσωτερικό του οικήματος.

Μπορείς τώρα να ξεκουμπώσεις τον χρόνο και να τον αφήσεις να κυλήσει. Εδώ μέσα κατοικεί ένας από τους ήρωες αυτής της ιστορίας.

Ο εναρκτήριος Όσιος.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Από το ημερολόγιο καταστρώματος: αλλαγή πορείας

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Ιουλίου, 2012

Για να σας τα πω όλα, τα αρχικά σχέδιά μου για το προσεχές χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένου και (τμήματος) του καλοκαιριού, ήταν άλλα.

Έλεγα, είχα μάλιστα ήδη αρχίσει να μαζεύω τα σχετικά στοιχεία, να ασχοληθώ με την περιγραφή και την ανάλυση του μεσαιωνικού σταδίου της ¨πορείας¨  των ανθρώπων της επικοινωνίας, (των επικοινωνητών, όπως τους ονομάζω στο σχετικό σύγγραμμα) από τον Βωμό και τον Άμβωνα, στην Οθόνη.

Στο ομώνυμο βιβλίο, αφού περιέγραφα την βασική υπόθεση εργασίας([i]), ανέλυα διεξοδικά μόνο την πρώτη φάση αυτής της πορείας: την περίοδο που οι επικοινωνητές ήταν ¨μάγοι¨, μάντεις, σαμάνοι, και άλλα παρόμοια, δηλαδή την περίοδο της Προφορικότητας, η οποία συμπίπτει κατά αρχήν με την προϊστορική εποχή..

Αυτή τη φορά είχα επιλέξει την μεσαιωνική περίοδο, όχι γιατί οι άλλες ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσες.

Είναι, για παράδειγμα, ελκυστικά ενδιαφέρουσα η τρέχουσα εποχή του ¨διαδικτύου¨: τηλεματική, ¨μετανεωτερική¨, μη ακόμη ολοκληρωμένη, άρα με δόσεις εκκρεμότητας και σασπένς.

Ή η παρεμβαλλόμενη στην Αρχαϊκότητα περίοδος του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού, όπου θα ήταν ενδιαφέρον να ψάξει κανείς, τώρα που υπάρχει εντονότερη ροή στοιχείων,  αντιστοιχίες και αντιστίξεις με τις εξελίξεις στην τότε Άπω Ανατολή.

Εν τέλει κατέληξα στην εποχή του μεσαίωνα γιατί, όπως είχα εικάσει σε ένα άλλο κείμενό μου,([ii]) υπάρχουν ορισμένες σημαίνουσες ομοιότητες ανάμεσα στη σημερινή και την τότε εποχή, με κυριότερη την αυξημένη εξουσία των Ιδιωτών .([iii])

Εξάλλου, από ό, τι φαίνεται, η παλιά διένεξη, έχθρα, αντιδικία, ανάμεσα στους Αρχαϊκούς (ιερατείο) και τους εκκολαπτόμενους τότε Νεωτερικούς επικοινωνητές (ιντελιγκέντσια), που θα πρωτοεμφανιστεί στο τέλος της μεσαιωνικής περιόδου, μοιάζει να επαναλαμβάνεται σήμερα (έστω ως φάρσα, μια που κανείς δεν είναι πια αυτό που ήταν) με χρήση νέων επικοινωνιακών όπλων, όπως, παραδείγματος χάριν, κωδίκων Ντα Βίντσι ή άλλων κινηματογραφικών Παθών.

Έχοντας λοιπόν αποσαφηνίσει τη γραμμή έρευνας, και αφού είναι καμιά εικοσαριά χρόνια που δεν κάνω χρήση της διευκόλυνσης που προβλέπεται για τους πανεπιστημιακούς, προκειμένου να συγγράψουν, ζήτησα να απαλλαγώ, για το νομίμως προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, από το λοιπό διοικητικό και διδακτικό έργο, προκειμένου να αφιερωθώ σ’ αυτήν τη δουλειά.

Μου είπαν ναι, ευχαρίστως, αλλά αμέσως μετά ανακάλυψα (ένα βράδυ, καθώς πίναμε τσίπουρα στην Καλαμαριά και τα λέγαμε με παλιούς φίλους-καθηγητές, από την εποχή που ήμουν στην Αρχιτεκτονική), ότι ο (εν τω μεταξύ σε τυπική ισχύ) νέος αρχοντοχωριάτικος όσο και δυσεφάρμοστος νόμος, στερεί αυτή τη δυνατότητα σε όποιον είναι κοντά στη σύνταξη (τι είναι αυτό; υπάρχει ακόμη;), όπως ο υποφαινόμενος.

Άρα άκυρον και ελαφρά τροποποίηση των σχεδίων για το προσεχές μέλλον: Αποφάσισα να μην αφιερωθώ από τώρα στη συγγραφή της εν λόγω μελέτης, αλλά να την αφήσω για χρόνους πιο άνετους.

Και μια που για την ώρα διανύουμε αισίως εποχή θέρους, είπα ότι υπάρχει (ελεύθερος) χρόνος για να ασχοληθώ με κάτι λιγότερο δεσμευτικό, ας πούμε με μια ακόμη μυθοπλασία.

Έτσι δημιουργήθηκε η ιδέα για την ¨Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων¨

Η ¨Μπαλάντα¨ τελεί ήδη υπό καθεστώς προκαταρκτικής προετοιμασίας. Στους φακέλους των εγγράφων μου υπάρχουν ήδη κείμενα με τίτλους όπως ¨Μπαλάντα: σημειώσεις για τη βασική πλοκή¨ ή ¨Μπαλάντα: ενδεχόμενοι ήρωες¨ ή ακόμη ¨Μπαλάντα: τραγούδια και άλλα λυρικά¨ και ούτω καθεξής.

Ήδη στην προηγούμενη ανάρτηση σας έδωσα κάποια ιδέα για τις υπό εκκόλαψη πλοκές και προθέσεις, με το σχεδίασμα ¨Πόσο στ’ αλήθεια αξίζει η Ιθάκη¨ μια που ο βασικός μου Όσιος θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ένας Οδυσσέας στον ¨πηγαιμό¨.

Νεώτερα, οσονούπω.


([i]) Ένα τμήμα του βιβλίου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Στο τέλος της καταχώρησης θα βρείτε και έναν -ελπίζω- διαφωτιστικό πίνακα.

Περισσότερο περιληπτικά η βασική θεώρηση είναι η εξής:

Η ιστορία της επικοινωνίας ή τουλάχιστον η κοινωνική της διάσταση, είναι δυνατό να διερευνηθεί και να γίνει εναργέστερα κατανοητή εξετάζοντας αναλυτικά  τις δραστηριότητες και την εξέλιξη διακριτών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες αναλαμβάνουν κάθε φορά επικοινωνιακές κοινωνικές δραστηριότητες και ως εκ τούτου αποκτούν και ασκούν εκείνη την ιδιαίτερη μορφή θεσμοποιημένης (λιγότερο ή περισσότερο) εξουσίας που αποκαλείται ¨επικοινωνιακή¨.

Οι επικοινωνητές εξετάζονται θεωρούμενοι ως κύριοι χειριστές της  ¨φαντασιακής σφαίρας¨ των κοινωνιών, τόσο σε σχέση με τους εκάστοτε κατόχους των άλλων μορφών εξουσίας (οικονομικής, πολιτικής κλπ), όσο και σε σχέση με τις συγκρούσεις ή συμπλεύσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες επικοινωνητών που συνυπάρχουν την ίδια εποχή.

Η διερεύνηση μπορεί να διεξαχθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν, πέρα από τις κλασικές ιστορικές περιόδους και εκείνες που προκύπτων από την     κατάτμηση της Ιστορίας με αμιγώς επικοινωνιακά κριτήρια,

δηλαδή:

προφορικότητα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: μάγοι,

χειρογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: ιερείς,

τυπογραφία-κυρίαρχοι επικοινωνητές: διανοούμενοι,

οπτικοακουστικά μέσα -κυρίαρχοι επικοινωνητές: οι χειριστές των μαζικών μέσων και κυρίως αυτοί που χειρίζονται την μαζική εικόνα

διαδίκτυο -εμφάνιση και προοδευτική κυριάρχηση των μετανεωτερικών επικοινωνητών: χειριστές εικονικής πραγματικότητας, διαφημιστές, κα.

αλλά και εκείνες που προκύπτουν από την διαίρεση του ιστορικού συνεχούς με βάση τα εκάστοτε ευρέα πολιτισμικά ρεύματα, σε

αρχαϊκότητα (βασικός ενδιάμεσος συντελεστής για κάθε μορφή επικοινωνίας: οι υπερφυσικές οντότητες) με παρεμβαλλόμενη την περίοδο του πρώιμου ελληνορωμαϊκού μοντερνισμού (και εμφάνιση των πρώτων πρώιμων ανθρωποκεντρικών επικοινωνητών),

μοντερνισμό, (στροφή στον ανθρωποκεντρισμό, περικλεισμός του  απόλυτου με νέα όρια που θα αποκληθούν ¨λογική¨ και ¨επιστήμη¨) και

μεταμοντερνισμό (για μερικούς πρόκειται απλώς η για την περίοδο γήρατος του μοντερνισμού, ενώ για  άλλους είναι ο κύριος σημερινός αντίπαλός του, χαρακτηρισμένος από οξυμένο σχετικισμό, ατομικισμό, πραγματισμό, λατρεία της εικόνας).

([ii]) ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (Στο βιβλίο ΜΜΕ, Κοινωνία και Πολιτική, εκδ. Ι. Σιδέρη) Το κείμενο και εδώ

([iii]) Σχετικά πρόσφατη μετάλλαξη του ηγετικού τμήματος των κλασικών καπιταλιστών. (Αλλαγή σχεδόν ανθρωπολογικής διάστασης). Στην νέα αυτή κατηγορία  κυριαρχούν νέα (μεταλλαγμένα) προτάγματα, με κυριότερο την ακυρωτική στάση απέναντι στο Κράτος.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Στη Γιορτή του Βιβλίου, το Σάββατο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Μαΐου, 2012

Η πρόσκληση προέρχεται από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρης και NOVELBOOKS και λέει τα ακόλουθα:

35η Γιορτή Βιβλίου, στο Πεδίον του Άρεως, Περίπτερο 21

 

Σάββατο 19 Μαΐου
18:30 – 20:00

«Ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί στον μαγικό χώρο της μυθοπλασίας»: οι εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ και NOVELBOOKS σας προσκαλούν να γνωρίσετε από κοντά τους συγγραφείς των νέων μυθιστορημάτων τους.

Οργάνωση: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης & NOVELBOOKS

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το Πολυτεχνείο (που τρέμει) ξανακυκλοφόρησε

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Απριλίου, 2012

Το ¨Πολυτεχνείο τρέμει¨ -μυθιστόρημα περιπετειώδες- δις εξαμαρτεί και ως εκ τούτου πήρε και πάλι δρόμο και κυκλοφορεί ανά τα βιβλιοπωλεία, αυτή τη φορά από την Novel Books (των εκδόσεων ¨Σιδέρης¨).

Εδώ παρακάτω σας έχω το σημείωμα του συγγραφέα που συνοδεύει τη Β΄ έκδοση, ενώ εδώ  θα βρείτε μια συνέντευξη στην Λένα Χουρμούζη της Athens Voice.

Διερωτώμενος αν έχει να προσθέσει κάτι σχετικά με τη δεύτερη έκδοση, ο συγγραφέας είπε τα ακόλουθα:

Στη  πρώτη έκδοση ήμασταν ένας!

Εγώ και ο Ανώνυμος Ένας σε μία ενιαία συσκευασία.

Αυτός μπροστά και εγώ πίσω, να μην φαίνομαι και να παρατηρώ (με μια ιδέα φόβο και μπόλικη περιέργεια) πως πάει το πράγμα.

Ο Ανώνυμος Ένας είχε προκύψει ως ιδανικό προκάλυμμα των μυθοπλαστικών συγγραφικών μου αβεβαιοτήτων. Τον έβαλα λοιπόν μπροστά και, αφού πρώτα τον αναγνώρισα ως το όχι απόλυτα νόμιμο τέκνο εμού του ιδίου και της Φαντασίας μου, τον εξαπέλυσα σε δοκιμαστική πτήση στο συγγραφικό Σύμπαν.

Στην πρώτη έκδοση, του είχα μάλιστα φτιάξει στο ¨αυτί¨ του εξώφυλλου (δίπλωμα όπου συνήθως φιλοξενούνται πληροφορίες για τους συγγραφείς), την απαραίτητη παρουσίαση που έλεγε τα εξής:

 «Ο Ανώνυμος Ένας στην αρχή ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Κάποτε όμως διαπίστωσε ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα γύρω του είχαν αρχίσει να παίρνουν λάθος στροφές.

Στο παραπέντε συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει ο καιρός να πάρει ριζοσπαστικές αποφάσεις.

Είχε κάνει κι άλλες φορές ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του.

Μόνο που τούτη  τη φορά του βγήκε κάπως αλλιώς.

Κάπως σαν μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις.

Έτσι πέρασε στην ανωνυμία».

 Ο Ένας, καβάλα στο ¨Πολυτεχνείο¨ (που έτρεμε) έριχνε τις διακριτικές βόλτες του ανάμεσα στα λόγο και τα παραλογο-τεχνικά παρασκευάσματα (που γυρόφερναν αλληλοσυγκρουόμενα στις μυστηριώδεις σκοτεινές λεκτικές εκτάσεις) χωρίς να ενοχλεί κυριολεκτικά κανένα, όταν νέες ανακατατάξεις πρόβαλαν στον ορίζοντα, ή μάλλον όχι στον ορίζοντα παρά στη Φαντασία μου, η οποία  προέκυψε και πάλι εγκυμονούσα!

Όχι έναν Ανώνυμο Άλλο, αλλά μια ακόμη ιστορία φαντασίας! 

Κι έτσι πριν να πεις ¨κύμινο¨ (πράγματι δεν το είπε κανείς), από το αυγό, με ένα μπαμ, βγήκε ένα ΜΠΑ!!! Σα να λέμε ένα μυθιστόρημα (αρκούντως προφητικό, όπως θα καταδειχθεί αργότερα) σχετικό με τη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία!

Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε ποιος θα διεκδικήσει την πατρότητα του νεογνού, εγώ ή ο Ανώνυμος, την απόφαση την πήρε, με ένα κτύπημα της επιχειρησιακής του ουράς, ο τότε εκδότης μας, που χωρίς καλά καλά να μας ενημερώσει πήγε και άρχισε τη διαφήμιση του πονήματος στις εφημερίδες, προβάλλοντάς μας και τους δυο, στα πλαίσια μιας υπερμεταμοντέρνας, ευρείας, διασταυρούμενης άνευ αναστολών, οικογενειακής συγγραφικής σχέσης! Ο ένας να γράφει δια χειρός του άλλου! Πρόσθεσε μάλιστα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ένα δικό μου βιογραφικό (αρκετά χαζογραμμένο) που δεν το είχα γράψει για να μπει στο βιβλίο, αλλά του το είχα αφήσει για να πάρει μια ιδέα για μένα ο ίδιος, μια που δεν γνωριζόμασταν.

 Πάντως αυτό ήταν.

Έκτοτε αποτελούμε συγγραφικό δίδυμο. Γράφω τα παραλογοτεχνικά μου πονήματα δια χειρός Ανωνύμου Ενός, ενώ του έχω παραχωρήσει και ειδική σελίδα στο ιστολογοφόρο μου (μπλογκ).

Στο αντίτυπο που κρατάτε στα χέρια σας θα τον βρείτε, αν δεν κάνω λάθος, κάπου στο οπισθόφυλλο, καθώς και στο σημείωμα που έγραψε για τη δεύτερη έκδοση ο φίλος Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Και έτσι ο καιρός παρήλθε και το ¨Πολυτεχνείο¨ εξαντλήθηκε εντελώς.

Αλλά, προς χαρά και τέρψη των συγγραφέων (και ενίοτε των αναγνωστών) υπάρχουν και οι επανεκδόσεις.  

 Ας αφήσουμε όμως τις νοσταλγικές ανασκοπήσεις κι ας έρθουμε στο ¨Πολυτεχνείο¨ που επανεκδίδεται.

Ποιο είναι το ερώτημα;

Αν η πρώτη του έκδοση άφησε κάποιο ανεξίτηλο σημάδι οπουδήποτε;

Ναι, αν δεν απατώμαι υπήρξε ένα (1): η περιγραφή της Πύλης του Σεπτού Ιδρύματος που κάνω στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους συνετέλεσε (θέλω να ελπίζω) στην ανακατασκευή της κεντρικής Πύλης της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου της Θεσσαλονίκης σε πιο αποδεκτές διαστάσεις, πράγμα που συνέβη κανα δυο χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του Πολυτεχνείου. Είναι κάτι!

Άλλο;

Για τι πράγμα πρόκειται εν τέλει;

Πρόκειται για  μια φανταστική αφήγηση με  αστυνομική πλοκή σε ελαφρώς παραληρηματικό ύφος, που διαδραματίζεται σε μία (φανταστική) παραθαλάσσια πόλη. Θα έλεγα ότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για να θωρηθεί ως Campus Novel (αστυνομικό σε πανεπιστημιακό περιβάλλον -ένα από τα πρώτα δείγματα του είδους στην ελληνική μυθοπλασία), αλλά αυτό μάλλον διέφυγε της προσοχής των αρμοδίων τακτοποιητών. Έτσι μπορεί να εξακολουθήσει ανενόχλητα να είναι ό, τι ήθελε προκύψει στην προσωπική εκτίμηση των αναγνωστών!

 Οδηγίες προς τους ¨ναυτιλλόμενους¨ στις σελίδες του βιβλίου;

Ναι, μία: Δεν χρειάζεται εξ αιτίας του ¨Πολυτεχνείου¨ να αναπτύξετε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Μπαμπινιώτη. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω ακόμη ενημερώσει για την ακριβή σημασία των νεολογισμών που καραδοκούν στο κείμενο. Άλλωστε δεν προορίζονται τόσο για να αποδώσουν σημασίες, όσο για να αποπνεύσουν λεκτικά αρώματα. Απολαύστε λοιπόν ανέμελα την ατμόσφαιρα.

Αν και, εάν διαβάζετε τα βιβλία με τον τρόπο που τα διαβάζω εγώ, (πρώτα το κύριο μέρος και μετά οι εισαγωγές, οι πρόλογοι, τα προοίμια), τότε είναι αργά για να σας δώσω συμβουλές. Μάλλον θα πρέπει να μου δώσετε εσείς.

Καλή διασκέδαση.

Ο συγγραφέας

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Αυγούστου, 2011

Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.

Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.

Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…

Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…

Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.

Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).

Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).

Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:

Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου  βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή

είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:

α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα  πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.

β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.

γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.

Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.

(συνεχίζεται)

Υστερόηχοι:  πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.

1.


2.



3.


4.


5.


6.


7.


Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιουνίου, 2011

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

(ή …και οι Μάγκλ έχουν ψυχή) (1)

 

 «Η πρώτη αιρετική αρχή της κυβέρνησης του Τρίτου Κύματος είναι η αρχή της δύναμης της μειοψηφίας. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αντίληψη πως η πλειοψηφία κυβερνά, βασική νομοθετική αρχή της περιόδου του Δευτέρου Κύματος, είναι πια ξεπερασμένη, Δεν είναι οι πλειοψηφίες εκείνες που έχουν σημασία αλλά οι μειοψηφίες. Και τα πολιτικά μας συστήματα πρέπει να αρχίσουν ν’ αντανακλούν αυτό το γεγονός».

Αλβιν Τόφφλερ (¨Το Τρίτο Κύμα¨, εκδ. Κάκτος 1982, σελ 490)

 

Κατ’ αρχήν να σας εκμυστηρευτώ ότι τον ήρωα της κας Ρόουλινγκ  τον διάβασα. Τις τέσσερεις πρώτες του περιπέτειες. (Ο γιος μου, ρεαλιστικότερος εμού, μάλλον όχι).

Για να αυτοαιτιολογηθώ δεν θα επικαλεστώ το επιστημονικό (επικοινωνιακό) ενδιαφέρον για την οργανωμένη προβολή και την εκπληκτική παγκόσμια διάδοση ενός ακόμη προϊόντος της πολιτισμικής βιομηχανίας. Απλά θα ομολογήσω ότι εμένα τα παραμύθια μ’ αρέσουν: ενεργοποιούν εκείνη τη θαυματουργή φαντασιακή ικανότητα που ενυπάρχει σε όλους μας και  που, όχι μόνο ξεπερνάει εγκαίρως την (έτσι κι αλλιώς προσωρινή) δικτατορία των νομοτελειών (πριν αργά ή γρήγορα αναιρεθούν από μόνες τους), όχι μόνο αναπληρώνει τις αναπόφευκτες απώλειες από τη φθείρουσα τριβή με την πραγματικότητα, αλλά και καταφέρνει να ζωντανεύει ανεπαίσθητες απουσίες και άλλα πράγματα φευγαλέα, απροσδιόριστα και πολύτιμα, όπως οι παιδικές αναμνήσεις.

Τα παραμύθια μ’ αρέσουν επίσης γιατί σπάνια είναι ανιαρώς μονοσήμαντα και αθώα με πληκτικό τρόπο. Αντίθετα, έτσι και τα σκαλίσεις λίγο, ανακαλύπτεις εναλλακτικές εκδοχές, καμιά φορά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες…

Κατανάλωσα λοιπόν μια ικανή δόση Χάρι Πότερ και μετά, έχοντας σχηματίσει μια πρώτη άποψη, παρακολούθησα τα πολλά και διάφορα που γράφτηκαν γι αυτόν.

Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν παρά ματσάκια από τον κλασικό μαϊντανό που συνοδεύει τις προωθητικές εκστρατείες όλων των βιομηχανικών πολιτισμικών προϊόντων: πώς οι απανταχού πιτσιρικάδες (και κάμποσοι μεγαλύτεροι) ξετρελάθηκαν, πώς κάποιοι θρησκευόμενοι αντέδρασαν συμβάλλοντας στον διαφημιστικό σαματά, πόσα λεφτά έβγαλε η συγγραφέας, πώς για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι σήμερα πλέον ό,τι πουλάει αυτοδικαιώνεται (και καλλιτεχνικά)… και δώσ’ του σωροί από νούμερα να τεκμηριώνουν πόσο εξαιρετική υπήρξε η επιτυχία της κας Ρόουλινγκ και του πνευματικού της τέκνου Χάρι Πότερ…

Παράλληλα γράφτηκαν και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Όπως, λόγου χάρη, για κάτι που άφησε άναυδους τους μάνατζερ της καθοδηγούμενης κατανάλωσης: το γεγονός πώς το τελευταίο καιρό οι πιτσιρίκοι το ’χαν ρίξει αποκλειστικά στην κατανάλωση παραμυθιών και παιχνιδιών με εικόνες, δεν ήταν η μοιραία και αναπότρεπτη συνέπεια του ¨εικονικού¨ πολιτισμού των νέων μέσων, αλλά μάλλον οφειλόταν στο ότι τέτοια ήταν η προσφορά. Εικόνες τους έδιναν, εικόνες κατανάλωναν. Όταν υπήρξε και πάλι διαθέσιμο το κλασσικό περιπετειώδες γραπτό παραμύθι, οι μικροί το πρόσεξαν και το αγάπησαν πάλι.

Ή, ακόμη, η (σωστή) παρατήρηση ότι η εκστρατεία προώθησης ήταν πλανητικά διαρθρωμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με εκείνον που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές για οποιοδήποτε εμπόρευμα και όμοια, ας πούμε, με τις τραγουδιστικές εκστρατείες της Μαντόνα ή της Γκάγκα: δίπλα στην οικουμενική αλαφράδα της ποπ,  ιδού και το πρώτο παγκοσμιοποιητικά προωθούμενο παραμύθι. (Θυμηθείτε: ο Χάρυ προηγήθηκε του Μπραούν-ειου Κώδικα).

Αυτά ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν σε κάθε νέα έκδοση των βιβλίων με τις περιπέτειες του νεαρού μάγου, προκειμένου να ενισχύσουν ή να εξηγήσουν την επιτυχία του.

Τι άλλο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;

Ίσως ένα πράγμα. Μια ακόμη μικρή συμπληρωματική ερμηνευτική υπόθεση…

Μήπως, άραγε, ο Χάρυ εντάσσεται σε ένα νέο είδος ήρωα (ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος που είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε) που δεν εκπροσωπεί τα κλασικά κοινωνικά σύνολά ή ομάδες (αδικημένες κοινωνικές τάξεις, ανερχόμενα ή καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα διαμορφούμενες εθνότητες), αλλά ταυτίζεται με μια νέα κατηγορία κοινωνικών μορφωμάτων, μειονοτικών και ισχυρών μαζί, που ταυτόχρονα ενδιαφέρονται να επηρεάσουν (να ¨σώσουν¨) το κοινωνικό σύνολο, με άλλα λόγια μ’ αυτά που το τελευταίο καιρό αρχίσαμε να αποκαλούμε «λόμπυ» ή οργανωμένες παραθεσμικές (ή και εξωθεσμικές) ομάδες πίεσης;

Σας θυμίζω εν συντομία τον βασικό μύθο.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και δρα ο Χάρυ Πότερ είναι μανιχαϊκά μοιρασμένος στα δύο.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πολλοί, η πλειονότητα (άπαντες πλην των μάγων): αποτελείται από τύπους αντιπαθητικούς, κοντόθωρους, άσχημους, βλάκες, ζηλιάρηδες, ανεπαρκείς γενικώς, σαδιστικών τάσεων, ανίκανους να αυτοδιοικηθούν (τυπικό δείγμα  οι Ντάρσλι, η οικογένεια που φιλοξενεί τον Πότερ πριν αρχίσει τις μαγικές του σπουδές). Υποτίθεται ότι δεν  κατέχουν από μαγεία, ίσως να έχουν λίγη επιστήμη, αλλά τίποτα δεν αποκλείει σε μια μελλοντική εξέλιξη η ιστορία να ξαναγραφτεί και να αποκαλυφτεί ότι και την επιστήμη την χρωστάνε στους μάγους! Στο βιβλίο η ανίκανη και καταδικαστέα αυτή πλειονότητα έχει όνομα (έτσι τουλάχιστον τους αποκαλούν περιφρονητικά οι μάγοι): είναι οι Μαγκλ! Οι Μάγκλ διέπονται από με μια βασική και αδικαιολόγητη (σχεδόν μεταφυσική) εμμονή: αντιπαθούνε τους μάγους!

Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μάγοι. Αυτοί φυσικά είναι λίγοι και εκλεκτοί. Ζουν σε ένα κόσμο παράλληλο και ημίκρυπτο, που ωστόσο τέμνεται με εκείνον της ¨κακής και ηλίθιας¨ πλειονότητας.

Οι μάγοι κρύβονται, γιατί οι Μαγκλ τους αντιπαθούν τόσο, που δεν τους επιτρέπουν να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης (και να ¨σώζουν¨ όποτε κρίνουν ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται τους φουκαράδες πλειονοτικούς Μαγκλ). Ωστόσο οι μάγοι είναι καλά οργανωμένοι, διαθέτουν παράλληλες μυστικές δομές εξουσίας, και όλα δείχνουν πως σκοπεύουν να σώσουν τους Μαγκλ, θέλουν δε θέλουν.

Στο κόσμο του Πότερ η δημοκρατία (το πολιτικό σύστημα που δίνει δίκιο στους περισσότερους) είναι μια ξεπερασμένη, ύποπτη ή και επικίνδυνη υπόθεση. Οι πλειοψηφούντες ζηλόφθονοι Μαγκλ δε χρειάζονται την δημοκρατία (κατά βάθος, ούτε καν την πολιτική): χρειάζονται εποπτεία.

Αντίθετα οι μάγοι διαθέτουν την πολυτέλεια της πολιτικής και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής διαφωνίας. Πράγματι, είναι διαιρεμένοι σε δύο φράξιες. Με άξονα το επίμαχο θέμα των σχέσεων με τους Μαγκλ είναι χωρισμένοι στους Διαλλακτικούς και τους Φονταμενταλιστές. Οι πρώτοι θέλουν λίγο-πολύ καλές σχέσεις με τους βλάκες της πλειονότητας και φτάνουν στο σημείο να είναι ανεκτικοί ακόμη και σε περιπτώσεις μικτών γάμων, οι δεύτεροι είναι τόσο ρατσιστές που καταδικάζουν κάθε περίπτωση επιμιξίας με τους Μαγκλ ενώ αποστρέφονται (μετά βδελυγμίας) τους τυχόν ¨ημίαιμους¨.

Ο Πότερ ανήκει στην πρώτη φράξια, άλλωστε η κολλητή του, η Ερμιόνη, είναι μεν ταλαντούχος μαθητευόμενη μάγισσα, αλλά είναι και ημίαιμη. Οι εχθροί του Πότερ ανήκουν στους μάγους φονταμενταλιστές. Αυτοί είναι που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους. Οι Μάγκλ (ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά πανηγυρικώς ανίκανοι), σε αυτό το παιχνίδι απλώς δεν παίζουν.

Εάν θα επέμενε κανείς να απαριθμήσει συνοπτικά τα παραπάνω ως υπαινισσόμενες αξίες, θα μπορούσε να σημειώσει ότι:

α. επιβεβαιώνεται η παλιά γνωστή (αντιδημοκρατική) ρήση ότι όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα. Εδώ όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: ναι μεν τα μικρά  δάχτυλα περιγράφονται ως πολλά και ανίκανα, τα μεγάλα όμως δεν είναι πια κάποιες ηρωικές μονάδες που αντιπαραθέτουν την ατομική τους ιδιοφυία στην καταπίεση του πλήθους (όπως στην κλασική εκδοχή), αλλά ανήκουν σε μια οργανωμένη μειοψηφία. Έμμεση παρότρυνση προς τους μικρούς αναγνώστες: αν θέλετε να ξεφύγετε από την τυραννία της μαζικής κοινωνίας φροντίστε να ενταχθείτε σε μια προνομιούχα μειονότητα. Μην δυσπιστείτε, γιατί αυτή κατά βάθος μπορεί να είναι καλή και χρήσιμη. Αν δεν σας κάνουν εύκολα μέλος, αρκεστείτε να τα έχετε καλά μαζί της. Είναι οι προνομιούχες μειονότητες που κάνουν πλέον παιχνίδι.

β. Οι εν λόγω μειονότητες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται πλέον να αιτιολογούν την παρουσία, τη δράση και την εξουσία τους με ορθολογικό τρόπο. Το κενό καλύπτεται από μια υπερφυσική-μαγική εκδοχή περί καλού και κακού.

γ. Οι εν λόγω μειονότητες δεν είναι (όλες/ακόμη) αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να απαιτούν προνόμια στα φανερά. Αν το έκαναν θα αντιμετώπιζαν ακόμη πιο έντονα τη δυσαρέσκεια που ήδη υφέρπει ανάμεσα στη μάζα/τέως λαό (Μαγκλ). Γι αυτό δικαιούνται (για την ώρα) να δρουν εν κρυπτώ.

Αυτό είναι το βασικό σκηνικό. Μέσα του πλέκονται οι επιμέρους μύθοι που έχουν απ’ όλα! Και δράκους, και τέρατα, και κακούς που είναι κακοί ως το κόκαλο και καλούς που είναι επιτήδειοι και ωραίοι. (Η Ρόουλινγκ δεν χρησιμοποιεί τις υποδείξεις της πολιτικής ορθότητας -που όλα τα δικαιολογεί / όλα τα εξωραΐζει- και αυτός είναι ίσως ένας από τους βασικούς λόγους της πλατιάς επιτυχίας του πονήματος).

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μερικές παρατηρήσεις που ξεκινούν από μια μικρή συμπληρωματική υπόθεση και οδηγούν σε ένα είδος ¨ανάγνωσης¨. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε μήνυμα με ευρεία διάδοση και αποδοχή, είναι δυνατές και αρκετές άλλες διαφορετικές ¨αναγνώσεις¨.

Στην προφανέστερη έχουμε να κάνουμε με μία καλοδιαμορφωμένη φανταστική ιστορία με  πλοκή, περιπέτεια και  ανατροπές, στην οποία ¨παίζουν¨ αρκετές ευρέως αναγνωρισμένες αξίες, όπως η οικογένεια, η φιλία, η γενναιοφροσύνη απέναντι στους εχθρούς, η αλληλεγγύη (μεταξύ ομοίων) και άλλες.

Τι θα μείνει από τον Χάρυ Πότερ;

Είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι το κοινό έχει τους δικούς του μηχανισμούς αποδοχής και αφομοίωσης των όσων του προσφέρονται (μπουχτιστικά) από  τους μηχανισμούς της απόδρασης και της (έμμεσης) πειθούς.

Ο Μίκυ Μάους κυριάρχησε και παράμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο, μάλλον ως ένα συμπαθητικό ποντίκι παρά ως ένας εθελοντής συνεργάτης των  απανταχού σερίφηδων.

Ο Σούπερμαν πήρε θέση στις παιδικές αναμνήσεις μάλλον σαν ένας ακόμη καλόβολος γίγαντας, παρά ως ο ιδανικός υπάλληλος αμερικανού εργοδότη, πρόθυμος να κάνει θελήματα χωρίς να ανακατεύεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο.

Ακόμη και ο Ράμπο πλασαρίστηκε στις χώρες της Μέσης Ανατολής  απογυμνωμένος από όλες τις ψυχροπολεμικές και αντι-ισλαμικές του αποχρώσεις για να ¨πιάσει¨ και να πουλήσει ως παραμύθι ακόμη και εκεί.

Επιμύθιο: οι ήρωες (και οι σκοπιμότητες) αλλάζουν, η περιπέτεια μένει.

Και στο κάτω κάτω, όπως λέει και η (διαλλακτική) μάγισσα – καθηγήτρια κα Μακ Γκόναγκλ στο πρώτο βιβλίο της Ρόουλινγκ, ¨Ο Χάρυ Πότερ και η φιλοσοφική λίθος¨ (σελίδα 21): «ας μη ξεχνάμε πως οι Μαγκλ δεν είναι και εντελώς ηλίθιοι…»

——-

(1) Κείμενο που έγραψα πριν δυο-τρία χρόνια, όταν γινόταν και πάλι ντόρος με αφορμή την προώθηση κάποιας από τις ταινίες του διοπτροφόρου μάγου. Είχα μάλιστα την (ατυχήσασα) έμπνευση να το στείλω προς δημοσίευση σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Εκεί, κατ’ αρχήν άρεσε, μετά άρεσε λιγότερο και όταν πάρθηκε η -αρνητική- τελική απόφαση, το θέμα δεν ήταν πια στην επικαιρότητα και έτσι έμεινε στα αρχεία μου μέχρι σήμερα.Σήμερα Κυριακή ξεφυλλίζοντας την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έπεσα πάνω στο νιοστό αφιέρωμα (προβολή νέας ταινίας του Χάρι) στον ήρωα της Ρόουλινγκ και θυμήθηκα ότι κάτι έχω γράψει σχετικά.


 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Ημίφως. Θαλασσόσκονη. Αλμύρα. Μέχρι να βρω κάτι πιο φρέσκο, ανασύρω ακόμη ένα κομμάτι ¨ΜΠΑ!!!¨…  Κι ένα κομμάτι από ¨Το Πολυτεχνείο¨ (που κάποτε απλώς έτρεμε!)

Θα τα κουβαλήσω στο κατάστρωμα, θα τα αφήσω να λιαστούν λίγο, θα τα ξεσκονίσω (έχω τα κείμενα όπως γράφτηκαν, χωρίς την επιμέλεια των εκδοτών, επομένως ίσως θέλουν λίγο συγύρισμα) και θα σας τα αναρτήσω εδώ δίπλα στις σελίδες.

Ας δούμε που είμαστε.

ΜΠΑ!!! Μέρος τέταρτο: Το Κτίσμα.

Τι τρέχει;  Πάνω κάτω τα εξής: Οι τρεις φοιτητές προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα τρυπώνοντας στην κοιλιά του Κεκραγμένου Λόφου. Εκεί θα συναντηθούν μεταξύ άλλων με τον Ψηφάρπαγα (ποντικό με πληροφορικές ικανότητες) και την Μαρίκα (γοητευτικό ανδροειδές θηλυκών προδιαγραφών). Το μαντζούνι που τους έχει προμηθεύσει ο Αέναος θα δημιουργήσει απρόσμενες συναισθηματικές περιπλοκές…

Ένα δείγμα (το πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους) εδώ παρακάτω …

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΟΒΕΡΟ

Ο φόβος

 

Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Πό­λης έχουν αλλάξει.

Δεν είναι πια οι φτωχοί, ωραίοι και ευθαρσείς τύποι που υπήρξαν κάποτε.

Η συμπεριφορά τους, εδώ και καιρό, έχει γίνει κάπως αλλόκοτη, αλλά αυτό δε μπορεί να το διακρίνει παρά μόνο όποιος έχει λείψει για πολύ καιρό από την Πόλη και γυρίζει και την ξαναβλέπει χωρίς να είναι προετοιμασμένος για τις αλλαγές που θα συναντήσει.

Ένα από τα καινούργια χαρακτηρι­στικά της Πόλης είναι ο φόβος.

Ο φόβος που κόβει βόλτες πάνω από τις ταράτσες με τις αγκαθωτές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα.

Ο φόβος που πλανιέται στους δρό­μους, ανάμεσα στις διαφημιστικές γιγα­ντοαφίσες και τους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου. 

Ο φόβος που μπαίνει από τα παρά­θυρα στις κρεβατοκάμαρες των ερωτευ­μένων και τους κόβει στα δύο το τελευ­ταίο εκτονωτικό ¨βαχ¨. 

Ο φόβος που την στήνει στα φανάρια του δρόμου και εμποδίζει τους αυτοκι­νούμενους να απογειωθούν με την επιτά­χυνση των τροχών τους.

Ο φόβος που τρυπώνει απ’ τις τρύπες του κλιματισμού στα γραφεία των επιχει­ρήσεων και εμποδίζει τα στελέχη να χα­ρούν τα πριμ παραγωγικότητας που τους χαρίζει κάθε τόσο η ευαρέσκεια της Εταιρείας.

Ο φόβος που τρυπώνει στα πορτοφό­λια των καταναλωτών και τους ελαττώνει την τέρψη από τις τελευταίες πανηγυρι­κές προσφορές της δωροκάρτας τους.

Κι όμως, εκ πρώτης όψεως, η Πόλη δεν θα έπρεπε να φοβάται.

Όσο και αν την περιβάλλει ο φτωχός, βάρβαρος  και ανασφαλής ¨Άλλος Κό­σμος¨, η ίδια ανήκει πια στην Προστα­τευμένη Περιοχή.

Εξάλλου η Πόλη δεν δείχνει να πο­λυενδιαφέρεται για τα πάθη των  Άλλων ή, γενικότερα, για την απώτερη τύχη του Κόσμου.

Η Πόλη, βασικά, έχει κολλήσει ¨γηρατειά¨ και φοβάται μήπως αρρωστή­σει βαριά και πεθάνει.

Και αυτός είναι ένας φόβος που οι νέο-προστατευμένοι κάτοικοι της Πόλης τον αποδέχονται με μαζοχιστική ικανο­ποίηση, δεδομένου ότι είναι ένας φόβος ευγενούς προέλευσης, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζει την αξιότιμη κατηγορία των καλοπερασάκηδων και τις κοινωνίες των προνομιούχων.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, αν και κα­νείς δεν έδωσε στο γεγονός ιδιαίτερη προσοχή, τα κύματα του φόβου πάνω από την Πόλη έχουν ξαφνικά οξυνθεί και πληθύ­νει.

Και μάλιστα, αν και όχι αμέσως, κά­ποιοι φοβοειδήμονες αντιλήφθηκαν την ασυνήθιστη κάθετη άνοδο του φοβοδεί­κτη.

Αυτοί οι φοβοειδικοί δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, οι συνήθεις θεράπο­ντες της Οριζόντιας Ψυχοβγαλτικής, παρά  είναι κάτι οξύνοες ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι μάλιστα, στην αρχή, κράτησαν την ανακάλυψη για τον εαυτό τους και τους εργοδότες τους.

Ο πρώτος πρώτος, μάλιστα, που κατάφερε να εντο­πίσει ότι η εστία του φαινομένου βρισκό­ταν στην άκρη της Πόλης γύρω από τον Κεκραμένο Λόφο, είχε τη δέουσα ανα­γνώριση από την Εταιρεία του και εισέ­πραξε ειδικό βραβείο για την ανακάλυψή του κατά τη διάρκεια μυστικής πανηγυ­ρικής τελετής.

Αυτός εδώ ο νέος φόβος δεν είναι τόσο υπονοούμενος και διαχεόμενος όσο ο φόβος που έχει συνηθίσει η Πόλη, παρά είναι πιο άμεσος, πιο όξινος και πιο διεισδυτικός.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εμπεριέχει όλα τα γνωστά είδη του φόβου: ένα φόβο ανακατεμένο με πε­ριέργεια, έναν φόβο ρίγος και ανατριχίλα, έναν φόβο φυσιολογικό, έναν φόβο δια­κοσμημένο με νυχιές τρόμου,  έναν φόβο ανακατεμένο με μεταφυσικό δέος, έναν φόβο ενστικτώδη, έναν φόβο υποχόνδριο, έναν φόβο που προσπαθεί να εκλογικευ­τεί, έναν φόβο από κείνους που βαράνε στο στομάχι, έναν φόβο που παραλύει τα άκρα και τα μέσα, έναν φόβο που ενερ­γοποιεί, έναν φόβο που δημιουργεί θύ­ματα κι έναν φόβο που δημιουργεί ήρωες, μια που, όπως είναι γνωστό, ο ηρωισμός είναι ένας θεμιτός και κοινω­νικά χρήσιμος τρόπος για να καταπολε­μήσεις τον φόβο σου.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει περάσει καιρός πολύς από τότε που εντοπίστηκε η πηγή του νέου φόβου, και να που ξεφύ­τρωσαν παντού σειρές από διαφημιστικές γιγαντοαφίσες των ασφαλιστικών εται­ρειών που, αν τις ακολουθήσει κανείς,  θα καταλήξει απαρεγκλίτως εκεί: στους πρόποδες του Κεκραμένου Λόφου.

Πίσω λοιπόν από κάμποσους αυθόρ­μητους περίλυπους ψιθυριστές που έχουν έρθει αυτοβούλως στο λόφο και σιγο­ψέλνουν συγκεντρωμένοι σε ομάδες έξω από το σημείο όπου ανακαλύφτηκε το Κτίσμα, μπορεί  κανείς να διακρίνει πά­γκους και περίπτερα με τα εμβλήματα των γνωστότερων εξασφαλιστικών πολυ-εταιριών.

Οι φοβοπράκτορες που έχουν σπεύσει εδώ, προσπαθούν με διάφορες προφάσεις να παρασύρουν την πελατεία τους προς τους πάγκους των εγγραφών και των συμβολαίων στην ενισχυμένη  φοβοφόρο ζώνη.

Και, πράγματι, φαίνεται ότι ο φόβος ως εμπορεύσιμο προϊόν, θα μπορούσε να αποφέρει εκπληκτικά κέρδη, στους επι­νοητικούς πωλητές, αν δεν πλήττονταν και οι ίδιοι από τα διαχεόμενα φοβοκύ­ματα και έτσι μπερδεύονται  και δεν μπορούν να αρθρώσουν πειστικά το αι­σιόδοξο και το υποσχετικό μέρος των επιχειρημάτων τους.

Έτσι, εν τέλει, πέρα από το φόβο, γύρω από τον Κεκραμένο υπάρχει και κάμποσο άγχος και κάμποσα φορητά φαρμακεία  και κάμποσοι περιφερόμενοι οριζόντιοι ψυχοβγάλτες, πτυχιούχοι και πρακτικοί.

Α ναι, υπάρχουν επίσης και κάμποσοι περιπλανώμενοι μικροπωλητές φτηνών αρωμάτων και αντι-οσμητικών σπρέι γιατί στον τόπο αυτό, εκτός απ’ το φόβο δια­χέεται και μια απροσδιόριστη αλλά πά­ντως υπαρκτή δυσωδία.

 

 

 

Ένα κομμάτι από το ΜΠΑ!!! (περισσότερα εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨) γραμμένο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Το ΜΠΑ!!! εκδόθηκε τον Οκτώβρη του  2002

Αν. Εν.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨, νέα κεφάλαια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2009

Πέντε νέα κεφάλαια, από το 11ο έως 15ο από το ¨καλοκαιρινό ανάγνωσμα¨, μαζί με όλα τα παλαιότερα σχετικά κείμενα, (όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου) δημοσιεύονται εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨ .

Η μεταφορά έγινε επιδιώκοντας κάποια αποσυμφόρηση στην αρχική σελίδα.

Θα τα πούμε σύντομα. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 10

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  10.  Επιτόπια έκρηξη (συναισθημάτων)

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

    

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | 2 Comments »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 9

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  9.  Αημαρκσίδης: Κάτι κάνει κλικ μέσα μου

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 8

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  8.  Την ίδια ώρα,

              αρκετά μέτρα πιο κάτω.

Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

     

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 7

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  7. …και (ενώ ο Χαράλαμπος φτιάχνει Χαράλαμπους)

              ο Δέλτας παίρνει μια πρώτη γεύση από τα

              τεκτενόμενα

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 6

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουλίου, 2009

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ  6. Κυλικείο.

             Όπου ο Αημαρκσίδης

             και ο Δέλτας τα λένε…

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινά αναγνώσματα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

 Σας έχω εδώ παρακάτω  -σπονδή στην αυξανόμενη ζέστη- τα πρώτα κεφάλαια από «Το πολυτεχνείο τρέμει». Πιο κάτω θα βρείτε και την (ήδη αναρτημένη) εισαγωγή και, στις σελίδες αριστερά, τα περιεχόμενα και τα βασικά πρόσωπα. Καλές δροσιές.

Β.Ν.  

 

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 5

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Στοπ καρέ στον Βαρωνάκο.

    Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

 

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 4

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  4. Όπου ο Tομέας ΑΠΑΣ συνεδριάζει…

    Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨ 

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 3

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  3.  Γραφεία του ΤΑΠΑΣ ([1])

                          Λίγο  αργότερα…

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 2

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  2. Δόνηση πρώτη

                        Απαλά, απαλά

                        Από τα δεξιά προς τ’ αριστερά

                        Κι αντίστροφα.

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 1

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ:  Δευτέρα

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1  

          Ώρα 05.30, Στρούμφειο

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨ 

   

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το πολυτεχνείο (όπως άλλωστε και το πανεπιστήμιο) τρέμει…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουλίου, 2009

Όπως σας είχα υποσχεθεί, ιδού μερικά αποσπάσματα από “Το Πολυτεχνεί τρέμει…”, ένα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας, πρώτη έκδοση: εκδόσεις Παραπέντε -1995. (Έχει εξαντληθεί – Ψάχνω εκδότη για επανέκδοση).

(Μιάμιση δεκαετία μετά ίσως και να τρέμει πιο πολύ!).

Αρχίζουμε με την εισαγωγή

 Σημείωμα2 002

EΙΣΑΓΩΓΗ

      Τον καιρό εκείνο ο Τόπος άλλαζε και μαζί του άλλαζε και

η Πόλη.

     Μια νέα εποχή ήταν να γεννοβοληθεί στον πλανήτη, αλλά

κανείς δεν ήξερε,  ούτε μπορούσε να προβλέψει πώς θα ’ταν.

     Άλλοι έλεγαν πως θα ΄ναι μια καλή εποχή και όλα εκείνα τα

αυθεντικά που ως τότε έλειπαν (αν και κανείς δε μπορούσε να

τα ονοματίσει ρητά) θα έπαυαν να λείπουν.

     Άλλοι πάλι φοβόντουσαν και προφήτευαν μύρια κακά.

     Στο μεταξύ οι παλιές παραδοσιακές εποχές τα ΄χαν παίξει.

     Το καλοκαίρι μύριζε πετρέλαιο και μούχλα.

     O ήλιος κρυφογελούσε περιπαικτικά και είχε αρχίσει να

φοράει μαύρα γυαλιά. Κάθε τόσο αμολούσε περίεργες ακτίνες που

έκαιγαν και άφηναν στα δέρματα μυστηριώδη και ανεξίτηλα

σύμβολα.

     Ο χειμώνας ήταν απρόβλεπτος και η άνοιξη και το

φθινόπωρο δεν αποτελούσαν πια εποχές αλλαγής, αλλά, γεμάτες

με αλλεπάλληλα ξεσπάσματα και νάζια, έμοιαζαν περισσότερο με

αναμνήσεις από ένα καλύτερο παρελθόν.

     Μαζί με τις εποχές τα ΄χαν παίξει κι οι άνθρωποι.

 

     Τον καιρό εκείνο στον Τόπο επικρατούσε Σύγχυση.

     Αόρατα δίχτυα με πυκνή ύφανση και ανθεκτικούς αν και

αόρατους ιστούς πολλαπλασιάζονταν στον αέρα του πλανήτη.  Με

χοντρούς κορμούς και λεπτεπίλεπτα άκρα, κάλυπταν όλο και πιο

πολύ τις πόλεις και τα χωριά, προκαλώντας στους ανθρώπους

ξαφνικές αλλαγές συμπεριφοράς χωρίς οι ίδιοι να

συνειδητοποιούν το γιατί.

     Άλλοι άρχισαν να εθίζονται στην σφικτή αγκαλιά των

διχτυών και να ονομάζουν την κάθε απρόσμενη αλλαγή Ελευθερία.

     Στον Άφαντο δημιουργό της νέας Ελευθερίας, που απάλλασσε

από παλιές υποχρεώσεις και νέες ενοχές, αφιέρωσαν ειδικές

τελετές, ιδιωτικά αυτοκαταναλωνόμενες, κυρίως τα βράδια από

τις οκτώ μέχρι τις δώδεκα.

     Σε άλλους πάλι, τα δίχτυα προκαλούσαν ζαλάδες και

πονοκεφάλους, αλλά και στομαχόπονους καμιά φορά.

     Τέλος, μερικοί ιερόσυλοι προσπαθούσαν να τα διερευνήσουν

και να τα αναλύσουν, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.

 

     Οι αόρατες παραφυάδες είχαν περιτυλίξει πρόσφατα τον

Τόπο της ιστορίας μας.  Οι αντιδράσεις των ντόπιων ήταν ακόμη

μπερδεμένες και δεν  μπορούσε κανείς να τις ταξινομήσει με

ευκολία.

     Εξάλλου ο Τόπος είχε ανέκαθεν τις ιδιομορφίες του,

θετικές και αρνητικές, χάρη στις οποίες, λίγο-πολύ, τα ‘χε

βγάλει πέρα στις εξετάσεις της Ιστορίας.

     Η σύγχυση δεν τους ήταν άγνωστη ως παράμετρος της ζωής

και ήξεραν ότι ένα από τα αντίδοτά της ήταν το Ζόρι.

     Όταν ζορίζονταν έβλεπαν τα πράγματα πιο απλά και πιο

καθαρά.

     Τα δίχτυα όμως δεν ζόριζαν.

     Ή τουλάχιστον δεν ζόριζαν ζόρικα.

     Τα δίχτυα πίεζαν μόνο με ανεπαίσθητους συμβουλευτικούς

υπαινιγμούς, ενώ ταυτόχρονα στηρίζονταν σε υποστηρίγματα

ορατά, καθ’ όλα αξιοσέβαστα και καθώς πρέπει.

     Όπως, μεταξύ άλλων, η ελευθερία να αγαπάς τον εαυτό σου,

όσο μικρός και ταπεινός κι αν είναι, αρκεί να συμβιβάζεται με

ορισμένες -καθόλου δύσκολες και προπαντός καθόλου ηρωικές-

προδιαγραφές.

     Κι ακόμη, η ελευθερία να λατρεύεις τον μικρό σου εαυτό

σε μεγάλα αντίγραφα που, π.χ.  τραγουδούσαν άσχημα, που

υποκρίνονταν με αφοπλιστική ατεχνία, ή και που διοικούσαν

όπως ακριβώς θα διοικούσες και εσύ.

 

     Μερικοί, για να τα βγάλουν πέρα και να βρουν καταφύγιο

άρχισαν να ψάχνουν μέσα τους.

     Εκεί τους είχανε πει, από παλιά, πως υπάρχει ελπίδα,

όταν απέξω όλα αλλοιώνονται και χαλάνε.

     Ήταν μια σοφή συμβουλή το να μάθεις ποιος είσαι.

     Αλλά για να μάθεις κάτι χρήσιμο από σένα έπρεπε να

κοιτάς ευρυγώνια και από κάποια απόσταση.

     Άμα κολλούσες το κεφάλι στο πετσί σου ή, ακόμα

χειρότερα, άμα το έχωνες στις σάρκες σου δεν έβλεπες παρά

παραμορφωμένα τέρατα, όμοια με εκείνα που σου δείχνανε κάθε

βράδυ στον κάθετο  βωμό των κινουμένων ειδώλων.

     Στο τέλος βέβαια συμφιλιωνόσουνα με τα δικά σου τέρατα

καθώς και με τα τέρατα των άλλων.

     Ύστερα, αυτά έπαιρναν αέρα και σιγά σιγά βγαίνανε στην

επιφάνεια, έκαναν το δικό τους σόου και είχανε και εμπορική

επιτυχία.

     “Και τι τρέχει;” έλεγαν.  “Τέρατα είμαστε, είναι

φυσιολογικό τα κακά και οι ματσακωνιές να μας αρέσουν.  Και

άμα λάχει είμαστε και πλειοψηφία στους καλοφαγωμένους και

στους καλοφαγάδες”.

     Ήταν, τέλος, κι εκείνοι που βλέποντας πως όταν τρυπούσαν

το αύριο έβγαινε έξω καταχνιά, προτιμούσαν να τρυπάνε τη μάνα

Γη, ψάχνοντας για ελπίδες και για γνώσεις κρυμμένες σε

καλύτερα παρελθόντα.

 

     Στον Τόπο υπήρχαν από παλιά ορισμένα Ιδρύματα αναζήτησης

και διατήρησης της γνώσης, φτιαγμένα και καθαγιασμένα πολύ

προτού δημιουργηθούν τα δίχτυα.

     Εκεί η Σύγχυση που προκαλούσε το γεννοβόλημα της Νέας

Εποχής στον Τόπο προσλάμβανε ιδιόμορφες όψεις, μερικές φορές

αλλόκοτες, που και που διασκεδαστικές…

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες Συγγραφής ΙV: Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει για το ¨Πολυτεχνείο Τρέμει¨

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 12 Απριλίου, 2009

  

Στρουμφίζοντας το κέλυφος

 

 

    Ο Ανώνυμος Ένας γράφει ένα μυθιστόρημα που αποφλοιώνει το ¨Στρούμφειον¨ Πολυτεχνείον: διαλύει το δήθεν φωτοστέφανο του μεγάλου Ιδρύματος που υποτίθεται προσπορίζει γνώση, ραμφίζει την σοβαροφάνεια,  τους κώδικες επιβολής, τις ρητορικές της εξουσίας, τους ρόλους των μεγαλο-καθηγητάδων,  τις πόζες, τα διαχειριζόμενα ιδεολογήματα προς ανέλιξιν, τον αμοραλισμό, τον καριερισμό, την κενότητα, τον γλύψιμο, την μεγαλοστομία.

     Οι ήρωες- ρόλοι είναι αντιπροσωπευτικοί και εμβληματικοί ενός κόμικ, με αντίστοιχα, σημαντικά και παρασημαντικά ονόματα, που μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι απομυθοποίησης, στο οποίο τίποτε δεν μένει όρθιο – ούτε και η περισφρέουσα έξωθεν δημοσιογραφία και αστυνομία.

     Η υπόδυση, το στιλάκι, η αυταρέσκεια, τα συνθηματικά και η αργκό μιας ένδον κατασκευασμένης ιεραρχίας και μιας διαρκούς, μάταιης διαπάλης συνθέτουν ένα μικροσύμπαν ανθρωπαρίων, μια πινακοθήκη μονοδιάστατων, επιβλητικών και φαιδρών αντι-ηρώων που αγωνίζονται για την επιβίωση, την επικυριαρχία και την δόξα διαγκωνιζόμενοι όπως τα γουρουνάκια στην ταϊστρα.

     Με γνώση πολύχρονη, εκ των ένδον, ο Ανώνυμος, βιτριολίζει ανελέητα όλους και όλες εκείνους, που οχυρωμένοι πίσω από την παρένυση του «επιστήμονος» και του καθηγητού, πίσω από αξιοπρεπή και ιδιάζοντα λεκτικά ισχύος και συμπεριφορές ενός ιδιόμορφου ιερατείου, κρατικοδίαιτοι  και – συνήθως- εκ του  ασφαλούς προοδευτικοί, πασκίζουν να υπάρξουν και να νικήσουν, ως Στρουμφάκια που φοβούνται μήπως κάποιος, απ’ τους κοντινούς ή από τους έξω, τους αρπάξει το κουβαδάκι που παίζουν.

     Έτσι γίνεται, όπως τα λέει ο Ανώνυμος και μάλλον έτσι θα γίνεται, σ’ αυτούς τους χώρους – που από μια άποψη μπορεί να είναι και χειρότεροι της λαχαναγοράς-  πάντα, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, βεβαίως, που κι αυτές τείνουν να γίνουν είδος προς εξαφάνισιν.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

 

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για να συνοδέψει τη 2η έκδοση

του Μυθιστορήματος Πανεπιστημιακής Φαντασίας ¨ Το Πολυτεχνείο τρέμει¨.  Η επανέκδοση προς το παρόν παίζεται, αλλά τα καλά λόγια μένουν (χρωματίζοντας τις αίσιες φάσεις των ¨περιπετειών συγγραφής¨). Ηλεκτρονικά αποσπάσματα από το βιβλίο στο εγγύς μέλλον. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (ΙΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2009

Μετά τα σημειώματα Ι και ΙΙ (βλέπε εδώ παρακάτω -και, όλα μαζί, αριστερά, στις ¨σελίδες¨), τα οποία με διαφορετικούς τίτλους αναφέρονται στο πως (στην περίπτωσή μου) γράφτηκε ένα μυθιστόρημα, ιδού το σημείωμα νούμερο ΙΙΙ όπου, επιτέλους, το εν λόγω δημιούργημα έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στη φάση αναζήτησης εκδότη.

 

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο εκείνο όπου ο μπόγος που εξέβρασε ο εκτυπωτής συμπτύσσεται  σε έναν εμφανίσιμο, αξιοπρεπή φάκελο, ο τίτλος, έστω προσωρινός, παίρνει θέση στο εξώφυλλο και η ώρα της αυτό-έκθεσης πλησιάζει αδυσώπητα.

 Πάντως, το γεγονός ότι το κείμενο τελείωσε και είναι εκεί, μπροστά σου, καταγεγραμμένο, ολοκληρωμένο, δομημένο, αρτιμελές, με αρχή, μέση και τέλος, ήδη σε γεμίζει με αισιοδοξία. Το κοιτάς που σου βγήκε πιο μεγάλο απ’ όσο έλπιζες και λες: ¨Για δες πως γεμίζουν οι λευκές σελίδες έτσι και πάψεις να προβληματίζεσαι για το αν θα γεμίσουν ή όχι!¨  

Όμως, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο στοίχημα το κέρδισες. Ο τοκετός ολοκληρώθηκε, ο γεννήτορας επέζησε,  και για το πόνημα ελπίζουμε τα καλύτερα!

Είναι μάλιστα τόση η αισιοδοξία σου, που αποφασίζεις να εμπιστευτείς το πνευματικό σου τέκνο απ’ ευθείας στους ¨μεγάλους¨ εκδότες. Και μάλιστα μένοντας Ανώνυμος. Δεν τηλεφωνείς λοιπόν στους παλιούς σου συμφοιτητές, μερικοί εκ των οποίων σταδιοδρομούν στον εκδοτικό χώρο, άλλοι ως σύμβουλοι εκδόσεων, άλλοι ως πολιτισμικοί πολύ-παράγοντες, αλλά προβαίνεις στο διάβημα προς τους ¨μεγάλους¨, ταχυδρομικώς, αφ εαυτού και άνευ ενδιάμεσων κρίκων. 

Αφελές!

Τότε δεν ήξερα ότι οι ¨μεγάλοι¨ σε τέτοιου είδους περιπτώσεις:

α . δε σου απαντούν καθόλου

β . σου απαντούν ύστερα από έξι μήνες για να σου πουν ότι για να το διαβάσουν πρέπει να τους διαβεβαιώσεις γραπτώς ότι δεν το έδωσες (για διάβασμα) και σε άλλο εκδότη (έτσι, για να το δείξεις σε τρεις τέσσερεις από αυτούς, χρειάζεσαι περίπου τρία τέσσερα τέρμινα).

γ. διαθέτουν ¨ομάδες αναγνωστών¨ οι οποίες δεν ελέγχουν απλώς αν το κείμενο ¨διαβάζεται¨, αλλά που συχνά συμπεριλαμβάνουν εκπροσώπους διαφόρων ¨τάσεων¨ και ¨δυνάμεων¨ που ελέγχουν την (ανά περίπτωση) ¨πολιτική ορθότητα¨ των κειμένων.  Η πλάκα είναι ότι αν απορριφθείς για λόγους μη επαρκούς πολιτικής ορθότητας, ουδέποτε θα το μάθεις. Σε αυτή την περίπτωση γυρνάμε στο πρώτο σημείο α΄: δε σου απαντούν καθόλου.

 

Εδώ νομίζω ότι χρειάζεται μια διευκρινιστική υποσημείωση:

Αν τύχει και είσαι εν ενεργεία πανεπιστημιακός, τότε ο κόσμος των εκδοτών μπορεί να χωριστεί σε δύο ομάδες.

Υπάρχουν:

α. Αυτοί που εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό και που ενδιαφέρονται για σένα, σου στέλνουν ευχητήριες κάρτες, σου αποστέλλουν τους καταλόγους τους, σε αγαπάνε, σου χαμογελάνε, σε κολακεύουν και -κυρίως- είναι έτοιμοι να εκδώσουν τις (επιδοτούμενες, τουλάχιστον όσο αφορά την κυκλοφορία) διδακτικές πανεπιστημιακές σου συγγραφές, και  

β. Αυτοί που δεν εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό, παρά παρουσιάζονται ταμένοι (από μικροί)  γενικώς ή κυρίως στη λογοτεχνία και τα παρακλάδια της και οι οποίοι -εκ προοιμίου, φίλε ανώνυμε- ποσώς ενδιαφέρονται και για τις δικές σου λογοτεχνικές ανησυχίες.

Αυτοί οι δεύτεροι μπορούν να χωριστούν σε:

β1. Μικρο Μεγάλους, (δηλαδή την ελληνική εκδοχή του όρου ¨μεγάλος¨) , για τους οποίους είπαμε παραπάνω

β2. Μικρο Μεσαίους, για τους οποίους θα πούμε παρακάτω, και

β3. Μικρο Ανύπαρκτους, που επιβιώνουν κυρίως από την εκμετάλλευση των αυτοεπιδοτούμενων συγγραφικών ονείρων μερικών πρωτοεμφανιζόμενων λογοπλόκων, πρόθυμων να επιδοτήσουν την έκδοση και τον εκδότη από τη τσέπη τους.

Αυτούς τους αποκλείουμε από την αρχή και ξεμπερδεύουμε.

 

Όταν  οι μέν ¨μικροί¨ είναι εκ προοιμίου αποκλεισμένοι, οι δε ¨μεγάλοι¨ τσιμουδιά (κάποτε βαριέσαι να τους περιμένεις), δε μας απομένουν παρά αυτοί που δεν χρησιμοποιούν ομάδες και συμβούλους, ούτε περιμένουν από σένα να χρηματοδοτήσεις το εγχείρημα,  και κατά συνέπεια εύλογα υποθέτεις ότι βασίζονται, όσο αφορά τις εκδοτικές τους επιλογές, στο ένστικτο και τη μύτη τους: οι ¨Μεσαίοι¨.

Αποφάσισα να απευθυνθώ σ’ αυτούς.

 

Έτσι λοιπόν, μία ωραία πρωία πήρα υπό μάλης τέσσερα αντίγραφα (που λέει ο λόγος, -αν τα έβαζα υπό μάλης θα με δυσκόλευαν στην οδήγηση-, η αλήθεια είναι ότι τα έβαλα σε μικρό ταξιδιωτικό σάκο και τα πέταξα στο πορτ μπαγκάζ) και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να ¨χτυπήσω¨ ισαρίθμους εκδότες ανήκοντες στην σωστή εκδοτική κλίμακα.

Για να μη σας τα πολυλογώ, τα αποτελέσματα υπήρξαν τα εξής:

·        οι δύο το έπαιξαν αφυψηλούδες ή άσχετοι και δεν απάντησαν

·        ο ένας πρότεινε σύντμηση του πρωτόλειου δημιουργήματος στο μισό περίπου, γιατί ύστερα από μακρόχρονη παρατήρηση του εκδοτικού του κοινού είχε καταλήξει ότι οι νεοέλληνες από βιβλία διαβάζουν  μόνο τα μισά.

και…

·        ένας ενθουσιάστηκε!

 

Επρόκειτο για τον Γιώργο Μπαζίνα εκδότη βιβλίων επιστημονικής φαντασίας και κόμικς, συγγραφέα ¨παράλογων ιστοριών¨ συγγενών κατά κάποιο τρόπο με τις δικές μου.

Περιττό να σας πω ότι (όχι μόνον κατόπιν τούτου) οι Αφοι Μπαζίνα, (υπάρχει και ο Νίκος, επί των οικονομικών-οργανωτικών) μου προέκυψαν αμέσως συμπαθέστατοι. Εξ  άλλου ο Γιώργος έσπευσε ευθύς εξ αρχής να μου εξηγήσει ότι οι καλές σχέσεις ανάμεσα σε συγγραφέα και εκδότη αποτελούν τη μόνη σοβαρή εγγύηση, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα του κοινού εγχειρήματος, αλλά και για την τελική έκβαση εκείνης της (επί του παρόντος δευτερεύουσας αν και όχι αμελητέας) όψεως αυτών των σχέσεων που θα μπορούσαμε (με τη δέουσα σεμνότητα) να αποκαλέσουμε “οικονομική”.

Πράγματι, ο Γιώργος μου επεσήμανε ότι, όπως και να το κάνουμε, ¨ο εκδότης δεν ελέγχεται¨. Έτσι εγώ (σε επαφή αργότερα και με άλλους, λιγότερο συμπαθείς εκδότες) συμπληρώνοντας τις κοινωνιολογικές μου παρατηρήσεις επί του προκειμένου, κατάλαβα ότι στις πρώτες απόπειρες έκδοσης, ο συγγραφέας μάλλον δεν πρόκειται να λάβει απάντηση στα ακόλουθα (σεξπηρικά) ερωτήματα:

α. Πόσα ακριβώς αντίτυπα του έργου του τυπώθηκαν;

β. Πόσα από αυτά πωλήθηκαν μέσα σε ένα ¨άλφα¨ χρονικό διάστημα;

γ. Σε ποια ακριβώς τιμή πωλήθηκαν;

δ. Ποια θα μπορούσε να είναι η δική του απολαβή από αυτά τα έσοδα (αν δεν ήταν αυτή που τελικά ήταν, αν ήταν…)

 Όμως οι δικοί μου πρώτοι εκδότες υπήρξαν -επαναλαμβάνω- συμπαθείς και ειλικρινείς. Αυτό σημαίνει  ότι όταν, ένα χρόνο περίπου μετά, έλαβα από τον εκδοτικό οίκο μία επιταγή (ήμουν τότε στη Ρώμη, αλλά αυτή είναι μια ιστορία που θα σας διηγηθώ άλλοτε), αντί να την εξαργυρώσω και να την δηλώσω στην εφορία,  θα έπρεπε μάλλον να την είχα κορνιζώσει και αναρτήσει μεταξύ των πολυτίμων κειμηλίων/παραγώγων  της  πνευματικής μου ζωής.

 

Αλλά

μέχρι να συμβεί αυτό, αλλά και ύστερα από αυτό, θα συμβούν και κάμποσα άλλα ενδιαφέροντα συγγραφικά, που θα σας εξιστορήσω προσεχώς…

Β.Ν. 

 

(συνεχίζεται…)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Πώς έγραψα ένα μυθιστόρημα (ΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Ιανουαρίου, 2009

(ή) Περιπέτειες και εμπειρίες ενός ακόμη επίδοξου συγγραφέα, μέρος β.

 

Σας έλεγα λοιπόν (σε προηγούμενο κείμενο, εδώ παρακάτω) πώς συνέβη και η συγγραφή της διατριβής μπορεί να προκαλέσει συγγραφικές παρενέργειες: ένα δεξί χέρι ¨λυμένο¨, ξεαγκυλωμένο, εν τινι μέτρω χειραφετημένο, μπορείς να το πεις και ξεκολλημένο και ξεκωλωμένο και προπονημένο και σε φόρμα και σε ¨όρμα¨, κι έξω απ’ τη νόρμα, ενώ  ταυτόχρονα  φουντώνει μέσα σου μία έντονη εκφραστική ανάγκη, επί μακρόν καταπιεσμένη από την τυπικότητα του ύφους που χαρακτηρίζει τις επιστημονικές εργασίες και ειδικότερα τις διατριβές.  

Έτσι κι εγώ, που σε μυθοπλασία ίσαμε τότε δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα και που οι γραφές μου εξαντλούνταν σε μερικά δοκίμια (για την κοινωνία, τον χώρο και την επικοινωνία -τα αγαπημένα μου θέματα), συν κάποιες νεανικές ερωτικές επιστολές και μερικές μαθητικές εκθέσεις ιδεών,  άρχισα να σκέπτομαι (και αμέσως μετά να υλοποιώ) τη συγγραφή μιας εκτεταμένης μυθιστορίας.

 

Αναζητώντας δακτυλογράφο

Ας προσθέσω όμως ότι στο μεταξύ (δευτερεύον ίσως, αλλά καθόλου αμελητέον για τις νέες μου δραστηριότητες), είχε συντελεστεί γύρω μου μια σημαντική ¨γραφική¨ επανάσταση.

Δηλαδή:

*είχα αρχίσει να γράφω τη  διατριβή στο χέρι, με μολύβι, καθώς αγνοούσα το χειρισμό της γραφομηχανής (αν και είμαστε ήδη στην τελευταία δεκαετία του εικοστού)

*έδωσα τα πρώτα χειρόγραφα σε επαγγελματία δακτυλογράφο με γραφείο στο κέντρο της πόλης

*τα ξαναπήρα μετά από εκνευριστικά μακρύ  χρονικό διάστημα και τα επέστρεψα πίσω μόλις διαπίστωσα ότι ο αριθμός των λαθών ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο.

Οδηγίες: επαναλάβετε αυτό το πήγαινε/έλα επί το ¨κάμποσες φορές¨, πολλαπλασιάστε το αποτέλεσμα επί ικανό αριθμό κεφαλαίων και θα κατανοήσετε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο, τον παλιό εκείνο τον καιρό, τόσο οι μυθοπλασίες όσο και οι επιστημονικές διατριβές ήταν εγχειρήματα δύσκολα, γεμάτα δοκιμασίες, απογοητεύσεις, μουτζούρες, παραπομπές, παροράματα, διορθωτικές παρεμβάσεις με γόμα, με ξυραφάκι, με σκολορίνη, με λεξικά, με υπομονή, στο περιθώριο,  στο τέλος, ή στην επόμενη έκδοση (επαυξημένη, αναθεωρημένη, ανακαινισμένη, εξωραϊσμένη και προπαντός διορθωμένη). 

 

Όμως ο μικρός μου αδελφός, ο Μάριος, με λυπήθηκε και μου ενεχείρισε μικρή μαγνητική δισκέτα με πρόγραμμα εκμάθησης πληκτρολογίου, μαζί με πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ονόματι first choice, πρωτόγονο για τα σημερινά μέτρα, αλλά θαυματουργό για τα τότε. Έτσι, ο Άλλος, ο επιλεγόμενος Ατίθασος καθώς επίσης και Ανυστερόβουλος Υπολογιστής, μπήκε στη ζωή μου. Μετά από μια λογική περίοδο άσκησης, τα κείμενα μου άρχισαν να σουλουπώνονται, τουλάχιστον οπτικά, και η εποπτεία μου πάνω τους ήτανε πλέον εφικτή χωρίς ζόρι και, κυρίως, χωρίς ανακατέματα τρίτων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η συνταγή συγγραφής (τι να ρίξεις στο καζάνι όπου βράζουν οι καλές σου προθέσεις για την σύνταξη μιας λογό ή παρά λογο-τεχνικής παραγωγής) στην περίπτωσή μου περιλαμβάνει: α) χέρι λυμένο (το είπαμε), β) εκφραστική συμπίεση (την περιγράψαμε), και γ) την υιοθέτηση μιας τεχνολογικής καινοτομίας σχετικής με τα εργαλεία γραφής (την συμπληρώσαμε κι αυτή).

Άρα όλα είναι έτοιμα για να πάμε παρακάτω: στην αναζήτηση του στοιχειώδους εναρκτήριου μύθου προς επεξεργασία.

 

Αναζητώντας τον μύθο

Ένθετη συμβουλή προς νέους συμπάσχοντες: Ακόμη και αν έχετε αδυναμία στις φανταστικές αφηγήσεις, όπως ο υπο(μη)φαινόμενος, διαλέξτε μια θεματολογία αγκυρωμένη στις άμεσες εμπειρίες σας. Έτσι θα πατάτε σε στέρεο έδαφος και η αφήγηση θα δέσει καλύτερα. Όσο αφορά εμένα, τον καιρό εκείνο οι πιο επίκαιρες, (αν και όχι οι πιο συναρπαστικές) εμπειρίες μου αφορούσαν στην πανεπιστημιακή ζωή. Έτσι σιγά σιγά οι μυθοπλαστικές μου ιδέες άρχισαν να διαμορφώνονται και να περιπλέκονται ως εξής:

*Ας πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, υποθετικό μεν, αλλά με πραγματικά χαρακτηριστικά.

*όπου ξαφνικά οι καθηγητές του αρχίζουν ένας ένας να κιτρινίζουν, να αποδημούν, ενώ ταυτόχρονα ο, τι απομένει από αυτούς εξαφανίζεται…

*ας φτιάξουμε κι έναν νεαρό ήρωα, χαμηλόβαθμο πανεπιστημιακό και ας τον κάνουμε βασικό ύποπτο, (έχει κίνητρο μια που του κλέβουν συστηματικά τις εργασίες οι οποίες υπογράφονται από ολιγόνοες ανωτέρούς του, έτσι ώστε να αποκτήσουν κι αυτοί ένα λαμπερό curriculum vitae. Αυτόν τον Ήρωα ας τον ονομάσουμε Αημαρξίδη, όχι, Αημαρκξύδη… ή καλυτέρα Αημαρκσίδη. Κίμωνας Αημαρκσίδης, ποντιακής καταγωγής,  χωρισμένος με παιδί και πεθερά.

*ας του δημιουργησουμε κι έναν φίλο, δημοσιογράφο, για να εμπλέξουμε και τα ΜΜΕ και ας του δώσουμε το όνομα ενός γράμματος της αλφαβήτου. Δέλτας.

*ας φιλοτεχνήσουμε και έναν ευαίσθητο αστυνομικό από χωριό, και ας τον αποκαλέσουμε Καραμούζο, έτσι, για να δώσουμε στην ιστορία μία αστυνομική απόχρωση

* ας προσθέσουμε και κάμποσους άλλους περιφερειακούς ήρωες, κατά βούληση…

και ας τους αφήσουμε να δράσουν, να ερωτευτούν, να ερευνήσουν, να καταδιωχθούν και να καταδιώξουν.

Τα άλλα θα διαμορφωθούν στην ανηφορική φάση της αφήγησης, αναζητώντας τους αυτό- και έτερο- καθορισμούς τους, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Όλα αυτά σε ένα τοπίο  κάπως θολό, με μια φύση που παραπονιέται καθώς κάποια περίεργα γεωφυσικά φαινόμενα εκδηλώνονται αναπάντεχα, για να μπερδέψουν ακόμη περισσότερο τα νήματα της παραμυθίας.

Και μετά, από ένα σημείο και πέρα, ο αφηγητής-Θεός παύει να κάνει τα πάντα, οι ήρωες χειραφετούνται και κάνουν του κεφαλιού τους, οπότε η ¨λύση¨ έχει όλο και λιγότερες εναλλακτικές και η ιστορία αρχίζει να κατρακυλάει προς το Τέλος της. Αν και κινδυνεύεις να χάσεις τον έλεγχο, κακά τα ψέματα, είναι το πιο ευχάριστο και παραγωγικό μέρος της συγγραφής.

 

Αναζητώντας όνομα και τίτλο

Καθώς, ευτυχισμένος, το ατενίζεις έτοιμο, φρεσκοξεφουρνισμένο από τον εκτυπωτη, δεν αποφεύγεις να αναρωτηθείς ¨τι ακριβώς είναι τούτο¨;

Προϊόν φαντασίας (ενδεχομένως αχαλίνωτης); σίγουρα. Περιπέτεια; εν μέρει… Αστυνομικό; στις άκρες. Κάτι σαν αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν campus roman (μυθιστορία πανεπιστημιακής θεματολογίας); ίσως, αλλά τότε το είδος δεν μου ήταν γνωστό, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

Φτιάχνεις έναν προσωρινό τίτλο, και επειδή ¨ουδέν μονιμότερον¨, σου μένει μέχρι το τέλος: “Το πολυτεχνείο τρέμει”. Και για να μη το μπερδέψει κανείς με το γνωστό Μετσόβιο και απαιτήσει άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, προσθέτεις τη διευκρίνιση που κρίνεις καταλληλότερη σε υπότιτλο: Μυθιστόρημα Πανεπιστημιακής Φαντασίας με Αστυνομικές Αποχρώσεις.

Εντάξει, αλλά ¨Υπό¨; που έλεγαν κάποτε; Υπό ποίου ετελέσθη το αδίκημα. Ποίος ο υπεύθυνος λογοπλόκος;

¨Εγώ¨, απαντάει ένα τμήμα του εαυτού μου που δεν το γνωρίζω καλά, γιατί μιλάει αλλιώτικα από το πώς μιλάω συνήθως εγώ, γελάει πιο πολύ, ενίοτε παραληρεί και   βγάζει γλώσσα. ¨Εντάξει¨,  του λέω, ¨αλλά ανώνυμα, τουλάχιστον μέχρι να γνωριστούμε¨.

Λάθος. Εκ των υστέρων είμαι σίγουρος ότι πρόκειται περί λάθους. Οι ανωνυμίες κάνουν κακό. Σου δημιουργούν (όπως οι μάσκες μια βραδιά καρναβαλιού) μια ψεύτικη ευεξία που κρατάει λίγο (έως ότου ο εκδότης του επόμενου βιβλίου σου σε αποκαλύψει) και τελικά θα σου βγουν σε κακό. Κάτι ξέρω.

Εν πάση περιπτώσει, τότε είπα: υπογραφή: ένας ανώνυμος. Μετά το αντέστρεψα στο πιο εμφαντικό: Ανώνυμος Ένας (με τ’ όνομα!)

Και για την απαραίτητη βιογραφική αναφορά που προορίζεται για το αυτί του εξώφυλλου, σημείωσα τα ακόλουθα (προφητικά):

 

Ο Ανώνυμος Ένας

στην Αρχή ήταν ένας

φυσιολογικός άνθρωπος

 

κάποτε όμως διαπίστωσε

ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα

γύρω του είχαν

αρχίσει να παίρνουν

λάθος στροφές

 

Στο Παρά Πέντε

συνειδητοποίησε τότε

πως ξανάρθε ο καιρός να πάρει

ριζοσπαστικές αποφάσεις

 

Είχε κάνει κι άλλες φορες

ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του

 

Μόνο που τούτη τη φορά

του βγήκε κάπως αλλιώς

 

Κάπως σα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής

φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις

 

Έτσι πέρασε

στην Ανωνυμία.

 

(συνεχίζεται μόλις βρω χρόνο… )

(προσεχώς μεταξύ άλλων: ο Α.Ε.

σε αναζήτηση εκδότη και ο Α.Ε.

σε αναζήτηση κοινού)

Δημοσιεύθηκε στο Ω ...και τα λοιπά | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Περί συγγραφής διατριβών (ή πώς αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα) (Ι)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2008

 

Σε κάποια στιγμή του απομακρυσμένου (όχι πολύ, αλλά αρκετά) παρελθόντος, συνέβαιναν τα εξής:

α. Είχα μόλις ξεμπερδέψει με τη συγγραφή της επί διδακτορία διατριβής μου

β. Στο πανεπιστήμιο στο οποίο ήδη εργαζόμουν, παρουσιάστηκαν τα κλασσικά πανεπιστημιακά απρόοπτα, μπερδέματα, γραφειοκρατήματα  και άλλα, με αποτέλεσμα η πανεπιστημιακή μου δραστηριότητα να μπει για ένα μεγάλο (όχι πολύ, αλλά αρκετά) χρονικό διάστημα σε παρένθεση.

Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα!

 

Αλλά ας γίνω σαφέστερος.

α 1. Τα περί διατριβής

Η διατριβή είναι (ήταν ανέκαθεν, πιθανότατα είναι ακόμη) μια εν μέρει τελετουργική, μυητική πράξη.

Από τη μια μεριά, υποτίθεται ότι συγγράφεις με όλους τους κανόνες της (διανοητικής) εντιμότητας κάτι το οποίο αποτελεί συνεισφορά στην εξέλιξη της οικείας επιστήμης, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεις ότι το κατέχεις το θέμα, ξέρεις τι έχει ειπωθεί γι αυτό, και μπορείς έτσι να συνδέσεις το ήδη γνωστό με εκείνο που εσύ διερεύνησες και προτείνεις. Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος.

Από την άλλη, την τυπική, την τελετουργικά επιβεβαιούμενη, η αποδοχή της διατριβής (με ποδοκρότημα, τραπεζοκρότημα, χειροκρότημα, χειροτόνημα, ή ανευ) πιστοποιεί  ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τους κανόνες, ρητούς και υπονοούμενους, που καθορίζουν την ιδιαίτερη πανεπιστημιακή γλώσσα, αλλά επίσης ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τις σχέσεις και συμπεριφορές που ισχύουν μεταξύ του πανεπιστημιακού προσωπικού.

Αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά σημαντικό ιδιαίτερα στην περίπτωση που αποσκοπείς  να ενταχθείς στο (ή είσαι ήδη συνεργαζόμενος με το) ευαγές πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο υποβάλλεις τη διατριβή σου.

Με άλλα λόγια πρέπει να αποδείξεις, αν μη τι άλλο, ότι είσαι και θα είσαι ¨συνεργάσιμος¨.

Προσωπικά, για να αποφύγω τις πολλές υποχρεώσεις, αλλά και γιατί είχα διπλή επιστημονική ταυτότητα, διάλεξα ένα ευαγές διαφορετικό από εκείνο με το οποίο συνεργαζόμουν. Πάντως, στην Τριμελή Επιβλέπουσα είχα μέλη και από τα δύο πανεπιστήμια, άρα θα έπρεπε να μιλάω (γράφω) σε δύο παράλληλα γλωσσάρια, αλλά δε τρέχει τίποτα, αυτό δεν είναι πρόβλημα για κάποιον που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί ως ειδήμων σε θέματα επικοινωνίας…

 

α 2. Περί όγκου της διατριβής.

Ω επίδοξοι διδακτορούχοι των θετικών επιστημών, σας ζήλεψα. Εσείς που παίρνετε ένα αμφισβητούμενο ή μη επαρκώς γνωστό φαινόμενο,  το βάζετε στον υαλοσωλήνα των παρατηρήσεων και το παρακολουθείτε για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να βγάλει (ξεζουμίσει) τη ζητούμενη επιστημονική αλήθεια, και μετά καταγράφετε τις παρατηρήσεις και τα πορίσματα σας σε καμιά πενηνταριά, το πολύ, σελίδες, τις παραδίδετε, τις υποστηρίζετε, σας τις εγκρίνουν και πάει τελειώσατε.

 Άντε να επιχειρήσεις κάτι το ανάλογο με ένα κοινωνικό, επικοινωνιακό ή, άντε, πολεοδομικό θέμα! Χρειάζεσαι τόμους! Για να μη σας τα πολυλογώ, εμένα μου χρειάστηκαν μόνο οκτακόσιες δακτυλογραφημένες σελίδες, μετά από γραφή, διόρθωση, ξεσκαρτάρισμα, πολύ περισσότερων.

Όμως, και αυτό μετράει (και θα το χρωστάω στην Αλέξανδρο που με αλεξανδρινή επιμονή και υπομονή καλούπιαζε τις δραπετεύσεις μου) για τις μελλοντικές συν/γραφικές μου δραστηριότητες, ¨ουδέν επίπονον αμιγές θετικών επιπτώσεων¨: όταν γράψεις 800 εγκεκριμένες σελίδες, το χέρι λύνεται, το άσπρο χαρτί δεν σε τρομάζει πια, τη γραφή την έχεις δαμάσει και δε σου κουνιέται πλέον!

 

α 3. Περί του ύφους των επί διδακτορική διατριβή λόγων και γραφών.

Όπως (δεν ξέρω αν) διευκρίνισα επαρκώς παραπάνω, το ύφος των διατριβών δεν αποτελεί θεμιτό στοιχείο εκφραστικής αναζήτησης, αλλά ένα ακόμη τεκμήριο εσωτερίκευσης και αφομοίωσης από την πλευρά του υποψηφίου, της τελετουργικής όψεως της πανεπιστημιακής ιδιολέκτου και των παρεπο/συνεπαγο/μένων της.

Πράγματι, από ένα σημείο και μετά, δε μετράει το τι λες, αλλά αν το λες με επαρκή (επιστημονική) σεμνότητα, σοβαρότητα, ενδελέχεια, περιεκτικότητα, τακτ, και βάλε. Ενδεχομένως, σε κάποιο σημείο των 800 σελίδων, σου τη δίνει, καθώς διαπιστώνεις ότι το γλίστρημα από τη σοβαρότητα στη σοβαροφάνεια, από την διεξοδική παράθεση στο σχολαστικισμό, από την θεμιτή αμφισβήτηση στη ανέξοδη γκρίνια είναι παραπάνω από πιθανό!

Τότε τι κάνεις; Δεν έχεις πολλές επιλογές, ή μάλλον δεν έχεις καθόλου. Προσπάθησα, και το μόνο που βρήκα, ήταν η επί τούτου υπερβολή: αν η διατύπωση έπρεπε να είναι ¨περιδιαγραμμάτων¨ μία, εγώ μπορούσα να την κάνω, τόσο χάριν παιδείας όσο και χάριν παιδιάς, δύο ή και δυόμιση. Ευτυχώς κανένας δε πρόσεξε την περιρρέουσα περιπαικτική μου διάθεση (που κατά τη γνώμη μου, εδώ που τα λέμε, ουδόλως έβλαπτε την παράθεση των βασικών νοημάτων) και έτσι μου ενέκριναν την διατριβή με άριστα.

 

 β. Οι αναβολές, οι καθυστερήσεις και τα απρόοπτα στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον ειδών: αυτές που αφορούν στους φοιτητές (διανομή συγγραμμάτων, έκδοση αποτελεσμάτων, έκδοση πιστοποιητικών κ.α.) και αυτές που αφορούν στο διδακτικό προσωπικό. Στη δεύτερη περίπτωση [μπάρμπα από την Κορώνη, μέσου, άκρης, κονέ, δοντιού, κλπ (πόσο πλούσια που είναι η νεοελληνική γλώσσα σε πράγματα που ξέρει καλά)  μη συνυπολογιζομένου] οι διαδικασίες είναι υπερχρονοβόρες. Πολύ περισσότερο εάν, όπως συνέβη σε ‘μένα, πέσεις ταυτόχρονα σε τροποποίηση του νομοθετικού πλαίσιου, περίοδο φοιτητικών καταλήψεων και πανεπιστημιακού λοκ-άουτ. Τότε ο συνυπολογισμός του διδακτορικού διπλώματος στα προσόντα σου μπορεί να καθυστερήσει ως και τρία χρόνια. Και εσύ ενώ περίμένεις τι κάνεις;

Πρόταση: εκμεταλλεύεσαι το λυμένο χέρι και την συμπιεσμένη εκφραστικότητα και γράφεις μυθιστόρημα.

 

(συνεχίζεται – μόλις βρω χρόνο)

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Οι διακοπές, έτσι κι αλλιώς, πλησιάζουν: πίσω ολοταχώς στη Φαντασία.

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 27 Νοεμβρίου, 2008

Ήρθε, πιστεύω, καιρός να δώσουμε και πάλι για λίγο το πηδάλιο στον Ανώνυμο Ένα και τις  φανταστικές του μυθιστορίες (λέγε με «ΜΠΑ!!!, μέρος 2ο », αλλά ίσως σας δώσω και λίγο από «Το πολυτεχνείο τρέμει…» που ο αξιότιμος όσο και φίλτατος κύριος Μπαζίνας των εκδόσεων ¨Παρά Πέντε¨ προτίθεται -πανδιαστημικής οικονομικής κρίσης επιτρεπούσης- να επανεκδώσει τους πρώτους μήνες του ’09).

Έτσι, δημοσιεύονται (εδώ δίπλα, αριστερά, στις ¨σελίδες¨) τα περιεχόμενα του ΜΠΑ!!! και μαζί μ’ αυτά ένας οδηγός ανάγνωσης, όπου παρουσιάζονται οι ήρωες, καθώς  και οι βασικές καταστάσεις αυτής της (λίγο πολύ παραληρηματικής) ιστορίας κοινωνικής φαντασίας. Αμέσως μετά, παρατίθεται ολόκληρο το Β΄ Μέρος, το οποίο μας εισάγει στο επίγειο τμήμα της αφήγησης και έχει ως τίτλο ¨Οι θνητοί¨.

Καλή διασκέδαση.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »