Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Άρθρα με ετικέτες ‘Ζωή’

Μέρες που είναι… (ημερολογιακός μονόλογος)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Μαΐου, 2012

Αυτές τις μέρες είμαι κι εγώ κολλημένος στην πλαστική διαφάνεια της τηλεόρασης και την εξ ίσου πλαστικοποιημένη διαφάνεια του ανυστερόβουλου υπολογιστή μου – ανυστερόβουλος; μάλλον πρόκειται για ευφημισμό… πιο πολύ προκύπτει πολύβουλος, εξ ου και πολύφωνος και για να τον κάνεις ζάφτι πρέπει να τον μάθεις καλά και, βέβαια, να του πάρεις τον αέρα!

Στήνομαι λοιπόν στην δέουσα απόσταση από την φωσφορίζουσα εστία και παρακολουθώ τις εξελίξεις, τις ζυμώσεις, τις δηλώσεις, τις ανακοινώσεις, τις αποσχίσεις, τις ενώσεις, τις εκκενώσεις, τα κενά, τις κινήσεις, τις μετακινήσεις (από ιδέες και ιδεολογίες), τις μετατοπίσεις (από χώρους, παρέες και κλίκες), τις μετακομίσεις (από κόμμα σε κώμα), τα ολισθήματα, τις τούμπες, τις κωλοτούμπες, τις ζαβολιές, τις αλλαξοκωλιές, τα ξέφυγ’ς, τα ντεμπά, τις αλληλοδιακοπές, τις αλληλοεπικαλύψεις,  τις ανατροπές, τα τραλαλά, τα ζαβά και τα σοβαρά που διανθίζουν την ανανεωμένη (χάρη στην λαϊκή βούληση) πολιτική σκηνή της χώρας.

Γιατί η χώρα, χρόνια τώρα γκαστρωμένη από αδηφάγους νεοφιλελευθερισμούς, στραβοχυμένους μετανεωτερισμούς, αυτοκρατορικές παγκοσμιοποιήσεις, κι όποιος βγάλει το μάτι του αλλουνού είναι κύριος, και πραγματιστής, και επαρκώς εικονολάτρης, η χώρα λοιπόν η γκαστρωμένη, σφίχτηκε, πίεσε και ξεγέννησε με οδύνη και ζόρι, νέες προδιαγραφές και οδηγίες, κι έτσι τώρα οι παλιές καραβάνες της ιδιοτελούς πολιτικής και της χειραγωγούσας δημοσιογραφίας ζορίζονται κι αυτές για να φτιάξουν καινούργια προσωπεία, αλλά δεν τα καταφέρνουν, κι έτσι εν τέλει, από μέσα, πίσω από τις μάσκες, διακρίνονται τα γνήσια σουβλερά δόντια και τα γνωστά διαβολικά (διαβάλλοντα) κεραιόσχημα κέρατα.

Είμαι λοιπόν, που λέτε, κολλημένος στις αχνογάλανες φωσφορίζουσες οθόνες και νοιώθω κάποιες ενοχές γιατί, να σας το ομολογήσω, ίσως να ’μουν καλύτερα στους δρόμους και στις πλατείες, να συμμετέχω στα τεκταινόμενα με τον παλιό καλό τρόπο, αλλά βλέπεις οι καιροί άλλαξαν, κι έτσι κι αλλιώς τώρα πρέπει (πάλι) να σκάψουμε τα χαλάσματα αναζητώντας νέους ορίζοντες κι επειδή τα παθήματα απαιτούν μαθήματα χρειαζόμαστε πιο πολύ σκέψη από τρέξιμο, κι η σκέψη για να δουλέψει και να φτιάξει γνώση έχει ανάγκη από πληροφορίες, και αφού ο παλιός άσπονδος φίλος, ο Τύπος, έχει λακίσει σχεδόν ολοσούμπιτος (συμπούρμπουλος) στην μνημειώδη μνημονιακή μονομέρεια των ¨νοικοκυραίων¨, τον έκοψα μαχαίρι, και να ’μαι τώρα να πλέω (και που και που να πνίγομαι) ανεβάζοντας ιστία σε διαδικτυακούς ιστούς και να βαράω ανηλεώς μαύρα πλήκτρα: Με ενδιαφέρον (αυτονόητο), με περιέργεια (δικαιολογημένη), με ανησυχία (αναμενόμενη, αλλά προς το παρόν ελεγχόμενη) και με ελπίδα, εκείνη που αποδημεί τελευταία κι έτσι είναι ακόμη εκεί, να σου σκάει μισό χαμόγελο…  

 ΥΓ. Να πω όμως ακόμη, ότι στις 6 του Μάη πήρα μια ανάσα, βαθειά, ζωογόνο, γιατί (πέρα από ποιος κέρδισε και ποιος έχασε στις εκλογές) η μακριά γλίστρα πάνω στην μπανανόφλουδα των τοκογλυφικών δανείων, της επίπλαστης ευημερίας και των νομιμοποιημένων εθνικών και ιδιωτικών αρπαχτών, μοιάζει να τέλειωσε. Οι κλινικές εξετάσεις δείχνουν ότι τα σύνδρομα εξάρτησης μάλλον υποχωρούν, πως οι πανικοί των δοσομανών μάλλον ξεπερνιούνται σιγά σιγά και πως η αξιοπρέπεια γίνεται και πάλι αξία με ένα ελάχιστο κοινής αναγνώρισης…

(κι εδώ βάζω αποσιωπητικά, γιατί έχει κι άλλο, η ζωή και η αφήγηση συνεχίζονται –ευτυχώς, και εάν στην κατηφόρα πιάσαμε πάτο, η ζωή, λέει ο ποιητής, ξέρει να τραβάει την ανηφόρα).

 Β. Νόττας

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Γράφω για σας και για σένα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Απριλίου, 2012

Γράφω για όλους εσάς

που συναντηθήκαμε κάποτε στο λεωφορείο

ή κοιταχτήκαμε από το παράθυρο του αυτοκινήτου

όταν μας σταμάτησε το κόκκινο στο δρόμο.

Γράφω για όλους εσάς

που λησμόνησα τις φυσιογνωμίες σας

κι ας πορευτήκαμε μαζί σε διαδηλώσεις

κι ας πανηγυρίσαμε μαζί στο γήπεδο.

 

Η καταρρακτώδης στιγμιαία βροχή

αλλά κι η σιγανή, του χρόνου που πέρασε,

έσβησε με ευκολία τις λεπτομέρειες των εικόνων.

 

Γράφω ακόμα χωρίς να ξεχνώ εσένα

που για λίγο διασταυρωθήκαμε

το μακρινό εκείνο καλοκαιρινό απομεσήμερο

στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ

ανάμεσα στο πλήθος λευκών και μαύρων

και καθώς προσπεράσαμε

ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω

πως μίλαγες Ισπανικά στη διπλανή σου

κι αναρωτιόμουν από τότε αν ήσουν

από την Αλμερία ή τη Σεβίλλη.

Στο βάθος του χρόνου όμως αποφάσισα

ότι είχες κάτι από το Μπουένος Άιρες.

 

Γράφω λοιπόν και μέσα

στο αβέβαιο τοπίο του χρόνου

ανακαλώ στη μνήμη μου

χρώματα και χαραμάδες

απ’ όπου διακρίνω

όλους εσάς που υπήρξατε

η άγνωστη κοίτη του ποταμού της ζωής μου.

 

Είναι ένα ακόμη από τα πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου, Λάκωνα ποιητή, φίλου, κωδικοποιητή της ευαισθησίας της γενιάς μου.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η μήτρα σου

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Απριλίου, 2012

Ήταν εδώ ο Νίκος κι η Ιωάννα. Ταξίδι αστραπή με το τρένο. Ήρθαν και απολαύσαμε μαζί την Παρασκευή το βράδυ  τον Μιχάλη, τον Παντελή, τον Σπύρο να τραγουδάνε γάλλους ποιητές. Το Σάββατο έφυγαν (Ναυσικούλα να τα χιλιάσεις). Ο Νίκος μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου φέρει νέα ποιήματά του,  η υπόσχεση τηρήθηκε και ιδού το πρώτο:

(Domenico Scarlatti, Sonata in d minor, K. 1)


Νίκος Μοσχοβάκος.

 

Η μήτρα σου

Πιστεύω στη μήτρα σου

κι ας μη εξυπηρετεί πια τη γονιμότητα.

Τις ασέληνες νύχτες του χειμώνα

όταν τα νυχτοπούλια σωπαίνουν

κι οι καμινάδες υψώνουν τους καπνούς τους

στον ουρανό, εσύ παραδομένη

στον άλλο κόσμο του ύπνου

φλυαρείς μες του ονείρου τη δίνη

μα η μήτρα σου υγρή κι αμήχανη

σωπαίνει αινιγματικά

σαν άρπα ξεχασμένη

όταν την ρωτούν για το μέλλον.

Στη μόνιμη σκιά του νόστου

αγέρωχη αποπειράται

να αντιπαρέλθει το μοιραίο

που ολοένα πλησιάζει.

Μέχρι το τέλος αντιστέκεται

τυλιγμένη στης μοναξιάς την αδιαλλαξία.

Όμως εγώ πιστεύω στη μήτρα σου

αφού ό, τι γύρω με ορίζει

είναι δικό της δημιούργημα.

ΥΓ1. Όπου ναναι θα σας πω περισσότερα για την εκδήλωση στο Βαφοπούλειο. Περιμένω τις φωτογραφίες που τράβηξε η Τιτίκα.

ΥΓ2. Έχω όμως ένα από τα τραγούδια της βραδιάς που τα παιδιά πρόλαβαν και ανέβασαν στο διαδίκτυο (η επόμενη ανάρτηση)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το 23 έχει τις καλύτερες!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Για πείτε μου τώρα εσείς: υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που τα περιμένεις με ανυπομονησία και αυτά, τις πιο πολλές φορές, έρχονται;

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που εντέλει σε οδηγούν πάνω κάτω εκεί που είχες σκοπό να πας;

Είναι πολλά τα πράγματα που φέρνουν (αδυσώπητα) τους ανθρώπους κοντά –πολύ κοντά (έως ασφυκτικά κοντά) τον ένα με τον άλλο;

Απαντώ εγώ για σας: Δεν είναι πολλά, αλλά ναι υπάρχουν. Είναι μεγάλα, ελαφρώς χοντροκομμένα, έχουν χοντρά μαύρα ελαστικά και εκτελούν δημόσια δρομολόγια.

Όταν ήμουν μικρός περίμενα συστηματικά ένα τέτοιο έξω από το περίπτερο της γειτονιάς μου. Το έλεγαν (τότε) 108 και με πήγαινε από την Ηλιούπολη στη Δάφνη (για το γυμνάσιο) ή και ως την Ακαδημία για μεγαλύτερες εξερευνήσεις στον  ιστό της Πρωτεύουσας.

Η μέρα που πρωτοπλήρωσα το αντίτιμο της διαδρομής με φοιτητικό κουπόνι (τέτοια είχαμε τότε) ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ιστορία των μετακινήσεών μου. Εξ ίσου σημαντική με εκείνη, την ίδια περίπου εποχή,  που (πάντα μέσα στο 108, κεντρικός διάδρομος) κάποιος,  όχι όποιος κι όποιος –η αυτού προεξέχουσα φυσιογνωμία ο εισπράκτορας, αντί για ¨προχώρα μικρέ¨ μου είπε ¨προχωρήστε κύριε!¨

Βέβαια, η απώτερη επιδίωξη την εποχή εκείνη (τι επιδίωξη, όνειρο ήθελα να πω) ήταν να χειραφετηθείς από τον χοντρό πολύτροχο μεταφορέα και να αποκτήσεις μέσο μετακίνησης ιδιόκτητο και ιδιοκατευθυνόμενο, με δύο ή τέσσερεις ρόδες αδιάφορο. Εκείνο που είχε πρωταρχική σημασία ήταν να μπορεί να σε οδηγήσει, μαζί με το κορίτσι σου, σε μέρη απόμερα, σκιερά και διακριτικά.

Ένα τέτοιο μέσο φιγουράριζε συχνά στην πρώτη σελίδα των ¨Νέων¨, κάτω αριστερά, δίπλα στο χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά. Μια υπέροχη Βέσπα! Αλλά μέχρις ότου αυτό το όνειρο μπορέσει να υλοποιηθεί, υπήρχε πάντα το 108 και τα περιεκτικά του αδέλφια που κούτσα κούτσα σε πήγαιναν (θεωρητικά) παντού.

Αργότερα απόκτησα λογιών λογιών οχήματα, και φρόντισα εγκαίρως να πάρω στον γιό μου μια βέσπα για τις πρώτες του αυτόνομες μετακινήσεις. (Θυμάμαι τι ωραία που περνούσαμε όταν ανεβαίναμε στο άκαφτο   ακόμη Σέιχ Σου για τα μαθήματα οδήγησης).

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση πόσο δεμένος παρέμεινε  κι αυτός με το 23, το λεωφορειάκι της Θεσσαλονίκης, όχι τεραστίων διαστάσεων, ικανό να ελίσσεται στην Πάνω Πόλη, που το χρησιμοποιούσε μαθητής για να κατεβεί ως το κέντρο –πήγαινε στο 10ο  γυμνάσιο της Ικτίνου. Ακόμη και σήμερα , αν του δείξεις καμιά ωραία στο δρόμο και έχει διαφορετική αισθητική εκτίμηση, θα σου πει: ¨Μπα, στο 23 είχε πολύ καλύτερες!¨

Θα ήθελα να είχα μια εικόνα από το 108, αλλά αυτό ανήκει σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Γι αυτό μια μέρα που είχα κέφια, αποθανάτισα το 23 (στάση Αναστροφή-Πλάτανος) και το κρέμασα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου.

Λεωφορείο το 2 – Αρλέτα – Σάννυ Μπαλτζή



ΥΓ. Γράφοντας αυτό το κειμενάκι και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογράφηση σε τι πέφτω απάνω; Σε ένα 108 να κόβει βόλτες στο Σύνταγμα, σε εποχή μάλλον πρόσφατη, ως περήφανη αντίκα! Να το!

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011

Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το  τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε  να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.

 Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας  λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).

Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν  επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.

Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία,  άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία,  και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.

Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω,  να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨

Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που  συχνά γίνεται  λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.

Αρχίζοντας από όσους από τους  εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους  ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!

Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι  δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ  σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.

Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ.   Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι

Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας

Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης  πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο   ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.

ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ. 

Ιδού λοιπόν η μουσική


Ιδού και οι στίχοι:

Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.

Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion

Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)

Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες

Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει

Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία

Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει

Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία

Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περί βλακείας κεφάλαιον δεύτερον (χρηματιστηριακόν)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Αυγούστου, 2011

Μια που είναι ακόμη Αύγουστος, κάνει ζέστη, και το Πνεύμα των Διακοπών ως εξωτικό ξωτικό εξακολουθεί απτόητο, ανέμελο και ηλιοκαμένο να κόβει βόλτες πάνω από πόλεις και εξοχές, βγάζοντας γλώσσα στην κρίση, την ανησυχία, την αμφιβολία, το άγχος, και την (προσωρινά καταλαγιασμένη) οργή, λέω να μην αλλάξουμε θέμα και να μείνουμε (με καλή θερινή διάθεση) στα όσα (διαπιστωτικά και αυτοκριτικά) λέγαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα.

Πολύ περισσότερο που ξετρύπωσα ακόμα ένα σχετικό τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς. [Λέω φίλου και τον φαντάζομαι γεννημένο κανα παράλληλο πιο κάτω(*), σε κάποιο  ελληνικό νησί, να τον λένε (ας πούμε) Γιώργη Μπρασένη, να έχει τα ίδια μουστάκια, την ίδια κιθάρα (ίσως κι ένα μπουζούκι στο πλάι) και να μιλάει λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα (τον έρωτα, τις γυναίκες, τους καλούς απλούς ανθρώπους, την ενδημική ανθρώπινη βλακεία) με το χιούμορ που μπορεί να αναπτύξει εν τέλει μόνο ο παθών (από τον έρωτα, τις γυναίκες, την ανθρώπινη βλακεία) και με την συμπάθεια που μπορεί να νοιώσει μόνον ο συμπάσχων (με τους απλούς καλούς ανθρώπους)].

Το τραγουδάκι αυτό ο Μπρασένς δεν πρόλαβε να το ηχογραφήσει, και έτσι κυκλοφόρησε τελικά, μαζί με μερικά άλλα, μετά την αναχώρησή του (προς εκείνον τον κατά τεκμήριο καλόβολο θεό, μια που ανεχόταν τις ενστάσεις, αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που ο ποιητής του απηύθυνε απανωτά).

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Quand les cons sont braves (Όταν οι βλάκες/μαλάκες είναι καλοί, ικανοί, εν τάξει) και το ερμηνεύει ο φίλος του Μπρασένς Jean Bertola. Εδώ η ανάλυση της ανθρώπινης βλακείας προχωρεί στον εντοπισμό  της πρώτης μεγάλης διχοτόμησης: τους απλούς (μέσους, κοινούς, καλούς) βλάκες και τους βλάκες που χειρίζονται εξουσία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης, εδώ που τα λέμε, δεν εκπλήττει: οι πρώτοι (οι απλοί βλάκες) αν και πλειονότητα, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνοι από τους δεύτερους (τους βλάκες με την περικεφαλαία της Εξουσίας) και αξίζουν αν μη τι άλλο, ένα τραγούδι!

(*) Ο Μπρασένς γεννήθηκε στη μεσογειακή παραθαλάσσια γαλλική πόλη Cette  (Sète) από πατέρα γάλλο εργοδηγό οικοδομών και μητέρα νοτιοιταλίδα μετανάστρια.

 Σημείωση 1. Σας παραθέτω επίσης μια πρόσφατη ιταλική εκδοχή. [Είναι πολλοί οι νεαροί Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί που τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον (και πάλι) για τον Μπρασένς. Θα είναι που η εποχή, μπαϊλντισμένη από σλόγκαν, μότο, και λοιπές κερδοσκοπικές αερολογίες, έχει ανάγκη από απλό, ειλικρινή, ανεπιτήδευτο λόγο;]

 Σημείωση 2. Βρήκα στο διαδίκτυο ένα κολάζ από Μπρασένς τραγουδισμένο από διάφορους ετεροεθνείς τραγουδιστές. Έχει ενδιαφέρον.

Σημείωση 3. Στην απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά, είναι προφανές (και σχεδόν αναπόφευκτο) ότι διολίσθησε μια σταλιά  από το προσωπικό μου άχτι, λίγο πολύ σχετικό με τα τρέχοντα, που το περιιπτάμενο   Πνεύμα των Διακοπών δεν κατάφερε να εξορκίσει.

Έχουμε λοιπόν: Σε ήχο

1.     Quand les cons sont braves. Στίχοι μουσική του Μπρασένς, τραγουδάει ο  Jean Bertola.


2.     ¨I bravi coglioni¨, τραγουδάει ο Alessio Lega


3.     Ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά.


4.     Κολάζ εκδοχών ¨Μπρασένς¨ από γωνιές της γης.


Και σε κείμενο

  1. Οι αρχικοί γαλλικοί στίχοι
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά
  3. Η προσαρμογή στα ιταλικά.

 

 

Quand les cons sont braves.  1982  Georges Brassens – Les dernières chansons inédites par Jean Bertola

Sans être tout à fait un imbécile fini,
Je n’ai rien du penseur, du phénix, du génie.
Mais je n’suis pas le mauvais bougre et j’ai bon coeur,
Et ça compense à la rigueur.

(Refrain)
Quand les cons sont braves
Comme moi,
Comme toi,
Comme nous,
Comme vous,
Ce n’est pas très grave.
Qu’ils commettent,
Se permettent
Des bêtises,
Des sottises,
Qu’ils déraisonnent,
Ils n’emmerdent personne.
Par malheur sur terre
Les trois quarts
Des tocards
Sont des gens
Très méchants,
Des crétins sectaires.
Ils s’agitent,
Ils s’excitent,
Ils s’emploient,
Ils déploient
Leur zèle à la ronde,
Ils emmerdent tout l’monde.

Si le sieur X était un lampiste ordinaire,
Il vivrait sans histoire avec ses congénères.
Mais hélas ! Il est chef de parti, l’animal :
Quand il débloque, ça fait mal !

(Refrain)

Si le sieur Z était un jobastre sans grade,
Il laisserait en paix ses pauvres camarades.
Mais il est général, va-t-en-guerre, matamore.
Dès qu’il s’en mêle, on compte les morts.

(Refrain)

Mon Dieu, pardonnez-moi si mon propos vous fâche
En mettant les connards dedans des peaux de vaches,
En mélangeant les genres, vous avez fait d’la terre
Ce qu’elle est : une pétaudière !

(Refrain)

 

Οι απλοί μαλάκες

 

Χωρίς να είμαι κι ένας βλάκας και μισός

Δεν θα έλεγα πως είμαι ο μέγιστος σοφός

Μα στην παρέα είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά

Κι αυτό [εν μέρει] με αποκαθιστά

 

Οι απλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι όταν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς ειν’ πολλοί, οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 κι οι στριμμένοι

που παράγουν, προάγουν, αλλά κι όλα τα αποδομούν με μανία

έρημη κοινωνία

 

Εάν ο μίστερ Χι ήτανε ταξιτζής

Να αυξάνει την ταρίφα θα ‘ταν ευτυχής

Μα γούσταρε, το ζώο, για  πρωθυπουργός

Κι όταν τα χώνει γίνεται χαμός

 

Οι κοινοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι αν κάνουν «πατάτες»

Κι αν φωνάζουν, γκρινιάζουν, ταράζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, μολύνουν, διευθύνουνε και Συντονίζουν

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Εάν ο Ψι ήταν της σειράς καραβανάς

Χωρίς βαθμούς κι αστέρια, μέσος γαλονάς

Τις γκάφες του θα τις  πληρώναν λιγοστοί

Και θα γλυτώναν άμαχοι αρκετοί

 

Οι μέσοι μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

(σαν δεν έχουνε πλάτες)

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, γκρινιάζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που διαπλέκουν εμπλέκουν, σκευωρούν, αλλά κι απορυθμίζουν 

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Ήμαρτον Θεέ μου για τη σκέψη μου αυτή

Μα εάν στους μαλάκες έδωσες χοντρό πετσί

Μαζί με πόστα, θώκους, πλούτη και εξουσία

Τι φταίω εγώ που χάνω την ουσία;

 

Οι καλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κ αν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, λανσάρουν κι όλα τα’ αποδομούν με μανία

Έρημη κοινωνία!

I BRAVI COGLIONI

Senza esser definibile
un perfetto idiota,
non sono uno scienziato, un genio,
una cometa,
ma son di buon carattere,
di compagnia
e ciò compensa tuttavia…

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il signor Tizio fosse solo un ragioniere
ragionerebbe in ogni caso col sedere,
ma è quadro di partito
è capo gabinetto
fa una cazzata
e salta tutto!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il generale Caio non avesse gradi
un paio di stronzate avrebbero rimedi
ma è capo divisione
gioca con le bombe
lui sbaglia e accade un’ecatombe!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

O dio del cielo hai fatto proprio un bel casino
hai messo i ciechi alla guida del destino
se non ci fossi stato
o fossi un po’ più sveglio
non t’incazzare, ma era meglio!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.


Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όταν είναι κανείς Βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Αυγούστου, 2011

Περί βλακείας έχουν γραφτεί πολλές εξυπνάδες. Και βλακείες επίσης. Θα αποτολμούσα, ίσως, να πω ότι η βλακεία αποτελεί προνομιούχο πεδίο για τη διατύπωση «εξυπνακισμών», δηλαδή μιας εννοιολογικής κατηγορίας που ακροβατεί ανάμεσα στο μέτριο/κακό χιούμορ και την αμιγή βλακεία. Δεν το λέω όμως γιατί διαισθάνομαι ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο από την ίδια τη ζωή. Ο μπάρμπα Φιοντόρ (Ντοστογιέφσκι) εμπλούτισε τη λογοτεχνία με την περιγραφή ενός υπέροχου ηλίθιου, ενώ, αντίστροφα,  αν επιχειρήσετε μια (ας πούμε κοινωνιολογική) διερεύνηση γύρω από το  ποια είναι η μέση εικόνα του ¨μη βλάκα¨ [ξύπνιου, καπάτσου, καταφερτζή, σπίρτου, γατονίου, σαϊνίου, ανοικτομάτη, αετονύχη, ευέλικτου, πονηρού-με-την–καλή(!)-έννοια],  στη σημερινή κοινωνία, θα εκπλαγείτε από την τάση για αυτοχειριασμό της εν λόγω κοινωνίας, η οποία προκρίνει ως πιο ¨έξυπνα¨ (άρα έγκριτα)  τα αντικοινωνικότερα από τα στοιχεία (στοιχειά) που διαθέτει.

Ας περάσουμε όμως στην γελοιογραφική μεγέθυνση της βλακείας, που, σε μία από της ελληνικές της εκδοχές έχει τις (ονοματοποιητικές) ρίζες στο αρχαιοελληνικό ρήμα ¨μαλάσσω¨.  Επί του προκειμένου θα πρότεινα το εξής πείραμα: πληκτρολογήστε στον Γκούγκλη (ή άλλη ανιχνεύουσα μηχανή) την πιο παγκοσμιοποιημένη από τις λέξεις του νεοελληνικού ρεπερτορίου  [¨μαλάκας¨(*)], περιδιαβείτε τα ευρήματα και θαυμάστε το πλήθος και την ποικιλία των καλλιτεχνικών και μη επιτευγμάτων που έχουν κατασκευαστεί/στηριχτεί  απάνω της.  Είναι περισσότερα από όσα φαντάζεστε.

Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι εντέλει απολύτως αναμενόμενο μια που η λέξη, στην εξελισσόμενη νεοελληνική, δεν σημαίνει απαραιτήτως ¨βλάκας¨, αλλά (ενίοτε) και ¨δικός μου¨, ¨έμπιστος¨, ¨δικαιολογημένος¨, ¨έντιμος¨, φορολογικώς εν τάξει¨, ¨φιλότιμος¨  και πιθανώς και άλλα, υπό διαμόρφωση. Συμφωνώ. Γι’ αυτό εξ άλλου η περιήγηση στην αυτοκρατορία Του  έχει ενδιαφέρον.

Ας σημειώσουμε επίσης ότι μερικά από τα βασισμένα στον περί ου ο λόγος όρο (¨μαλάκας¨) πονήματα διαθέτουν το σωσίβιο του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού, επομένως αξίζουν επισήμανση και αναπροβολή.

Σε αυτό το σημείο οι πιο υποψιασμένοι από τους επισκέπτες του ιστολογοφόρου(**) θα έχουν ήδη ψυλλιαστεί ότι επίκειται η παρουσίαση ακόμη ενός τραγουδιού του Μπρασένς (ενός από τα κάμποσα επί του θέματος). Και έχουν δίκιο. Πρόκειται για το γνωστό ¨Quand on est  con¨ (1961), όπου ο όρος ¨con¨ έχει μεν διαφορετική ετυμολογία, αλλά ανάλογο εννοιολογικό περιεχόμενο.

Πρώτα όμως μερικές διευκρινιστικές σημειώσεις

  1. Ο Μπρασένς έχει μελοποιήσει  τμήμα δικού του ποιήματος δημοσιευμένου με τίτλο Le temps ne fait rien à l’affaire  Το ποίημα, όπως και το μελοποιημένο απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη βλακεία των ηλικιακών άκρων (νέοι, γέροι), στην αναμεταξύ τους ¨αντιπαράθεση¨  και τη δημιουργία του περιβόητου ¨χάσματος των γενεών¨.
  2. Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γ. Βαρβέρη   (Georges Brassens «Ο Γορίλας και άλλα ποιήματα», εκδόσεις “Ύψιλον”, 1983) και προσαρμοστεί για της ανάγκες της (δικής του) μελοποίησης από τον  τραγουδοποιό Θόδωρο Αναστασίου ( δίσκος “Μικρή ζωή”, 1997). Το βιβλίο δεν κατάφερα να το βρω στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, το παράγγειλα και ελπίζω να βρεθεί. Το τραγούδι και το κείμενο το παραθέτω όπως το βρήκα στο διαδίκτυο.

(*)Ο αυτόματος διορθωτής του word (κάνει ότι) αγνοεί τη λέξη ¨μαλάκας¨, σου τη βγάζει λάθος και σε προσκαλεί να την προσθέσεις στη λίστα με δική σου πρωτοβουλία και ευθύνη, πράγμα που σημαίνει ή ότι προέρχεται από άλλο πλανήτη (μια που η λέξη προκύπτει παγκοσμίως γνωστή) ή ότι είναι ένας ανεπανορθώτως σεμνότυφος ηλεκτροδιορθωτής.

(**) Χαίρομαι που η λέξη ¨ιστολογοφόρο¨ άρχισε να υιοθετείται και από άλλα ιστολόγια. Η λέξη πλάστηκε για να δηλώνει την προτεραιότητα του λόγου ακόμα κι όταν αυτός συνοδεύεται από εικόνες και ήχους

Ακολουθούν 1. Σε ήχο:

1. Το τραγούδι Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con) από τον δημιουργό  του (1961)


2.  Quand on est eletrocon (διασκευή)


3. Σε διασκευή Τζαζ (κουαρτέτο Plein Jazz)


4. Ανάγνωση της απόδοσης των στίχων στα ελληνικά που σας έφτιαξα


5. Το τραγούδι ¨Οι μαλάκες¨  (Brassens, Γ.Βαρβέρης, Θόδωρος Αναστασίου ¨Μικρή Ζωή¨ 1997).  (Ο Γ. Βαρβέρης -χάθηκε πρόσφατα- είναι εξαιρετικός ποιητής, και ο Αναστασίου ευαίσθητος τραγουδοποιός, επομένως αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε).


 

Και σε κείμενο:

  1. Οι στίχοι του τραγουδιού (δεν βρήκα το συνολικό ποίημα στα γαλλικά)
  2. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά
  3. Οι στίχοι (Μπρασένς, Βαρβέρης) προσαρμοσμένοι από τον Αναστασίου.

Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con)

Quand ils sont tous neufs,

Qu’ils sortent de l’œuf,

du cocon.

Tous les jeunes blancs becs

prennent les vieux mecs

pour des cons.

Quand ils sont venus les têtes chenues,

les grisons.

Tous les vieux fourneaux prennent les jeunots

pour des cons.

Moi qui balance entre deux âges Je leur adresse à tous un message.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Vous les cons naissant, les cons innocents,

les jeunes cons,

Qui, ne le niez pas, prenez les papas pour des cons.

Vous les cons âgés, les cons usagés,

les vieux cons.

Qui, confessez-le, prenez les p’tits bleus pour des cons.

Méditez l’impartial message d’un qui balance entre deux âges.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Όταν είναι κανείς βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Πριν βγουν απ’ τ’ αυγό, το είδα και εγώ,

κάτι μικροί

λεν πως όλοι οι μεγάλοι έχουνε χάλι

κι είναι χαζοί.

Μα όταν θα ωριμάσουν, στάση θα αλλάξουν

κάποια στιγμή

θα λένε οι μπουνταλάδες: οι πιτσιρικάδες

πως ειν’ οι χαζοί

Μα εμένα ακούστε με ηρεμία, που είμαι στη μέση ηλικία

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ.

Μαλάκες νέας εσοδείας, μαλάκες της παλιάς γενιάς

κάντε μια νέα συμμαχία, γιατί ο καυγάς είναι μπελάς

κάντε μια νέα συμμαχία, κακός μπελάς  ο καυγάς.

Βλάκες περιωπής, βλάκες της στιγμής

νέοι ζαβοί

που να πουν για πλάκα, τον μπαμπά μαλάκα

ζητούν αφορμή.

Ηλικιωμένοι, ελαφρά φθαρμένοι

γέρο στραβοί

που δεν υποχωρείτε και για όλα θαρρείτε

πως φταιν’ οι μικροί.

Εγώ, της μέσης ηλικίας, σας στέλνω μήνυμα ομονοίας:

Αδέλφια κόψτε τις αηδίες,

βλάκες παλιοί ή του κουτιού,

μαλάκες  νέας εσοδείας,

μαλάκες του παλιού καιρού

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας θα μένει βλαξ

Οι Μαλάκες

Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε

Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας

Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:

Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες

Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας

Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα

Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας

Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Κρόνος και ο Χρόνος

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Ιουλίου, 2011


Το γεγονός ότι από τα λατινογενή αλφάβητα λείπει ο φθόγγος χι, δημιούργησε στην Δύση, ήδη από την εποχή του κλασικισμού και της λατρείας για τους ελληνικούς μύθους, μια μικρή παρεξήγηση.
Μπέρδεψαν (όχι μόνο το πλατύ κοινό, αλλά και μερικοί λόγιοι), τον Κρόνο (ταυτισμένο με τον ρωμαϊκό Saturnus) με τον Χρόνο (Chronos). Έτσι στον Κρόνο/Σατούρνο αποδόθηκε η αρμοδιότητα να ελέγχει, ως ο αρμόδιος θεός, τα της ροής των καιρών που αλλάζουν, εξοπλισμένος με κλεψύδρα και δρεπάνι.
Αυτή η ιστορία, που κρατάει τώρα πια μερικούς αιώνες, έχει επηρεάσει διάφορα καλλιτεχνήματα. Ένα από αυτά και ο ¨Σατούρνος¨ του Μπρασένς, ο μεγαλοπρεπής και αδυσώπητος θεός-Χρόνος, του οποίου σας έφτιαξα (ακόμη μία) ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά.
Σημείωση 1. Επειδή η ελληνική γλώσσα είναι περισσότερο περιφραστική από τη γαλλική, επωφελήθηκα από την επανάληψη του δεύτερου δίστιχου της κάθε στροφής, διαφοροποιώντας τo στην απόδοση, έτσι ώστε να προσθέσω κάποιες αποχρώσεις που αλλιώς δεν θα χώραγαν.
Σημείωση 2. Η γιορτή του Άγιου Μαρτίνου -11 Νοεμβρίου συμπίπτει (για τους ιθαγενείς) με ένα μετεωρολογικό «μικρό καλοκαιράκι», κάτι ανάλογο με τις αλκυονίδες ημέρες των δικών μας τόπων.
Σημείωση 3. Το «κατουρλού» είναι αρκετά πιστό στο «pisseuse», αν και οι Γάλλοι φαίνεται ότι το χρησιμοποιούν γενικότερα για την μικρή άγουρη γυναίκα, (πιτσιρίκα, πιπίνι; γκομενάκι;)

Αλλά πρώτα ο ήχος:
Με τον Μπρασένς


Με την Chloe Lacan


Σε εκδοχή ταγκό (Ζωντανή ηχογράφηση)


Στα ιταλικά από τον Nanni Svampa


Η απόδοση στα Ελληνικά


και αμέσως μετά:

1.Οι στίχοι του Μπρασένς

2. Το κείμενο της απόδοσης

Saturne

Il est morne, il est taciturne
Il préside aux choses du temps
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant

En allant son chemin, morose
Pour se désennuyer un peu
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut

Cette saison, c’est toi, ma belle
Qui a fait les frais de son jeu
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux

C’est pas vilain, les fleurs d’automne
Et tous les poètes l’ont dit
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti

Viens encore, viens ma favorite
Descendons ensemble au jardin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin

Je sais par cœur toutes tes grâces
Et pour me les faire oublier
Il faudra que Saturne en fasse
Des tours d’horloge, de sablier
Et la petite pisseuse d’en face
Peut bien aller se rhabiller…

Ο Κρόνος
Όσοι ξέρουν τον φωνάζουνε Κρόνο,
είναι αδιάφορος, φαιός, σιωπηλός.
Θεός αλλόκοτος που ελέγχει το Χρόνο,
για ό, τι αλλάζει, η αιτία είναι αυτός.
Θεός παράξενος, τον λένε Κρόνο
σιωπηλός προχωρεί μοναχός.

Βλοσυρός στο στραβό του τιμόνι,
παίρνει σβάρνα ό,τι βρει, δυστυχώς,
τα τριαντάφυλλα τι κι αν σαρώνει,
κατά βάθος ίσως πλήττει κι αυτός.
Να που ο Κρόνος τον Χρόνο σκοτώνει
και φεύγει μακριά μοναχός.

Όμορφή μου κι εσύ πρέπει τώρα
σε παγίδα παλιά να μπλεχτείς,
να επιστρέψεις ζητάει τα δώρα
κι όχι δεν θα μπορέσεις να πεις,
να πληρώσεις κι εσύ ήρθε η ώρα
μια άσπρη τούφα, και μη τ’ αρνηθείς.

Κι όμως

Του φθινόπωρου τ’ άνθη ειν’ ωραία,
το βεβαίωσαν κι οι ποιητές
κι εγώ στοίχημα πάω, μα την Ρέα
οι ποιητές πως δεν λένε ψευτιές
κι ίσως να ’ναι που το θέλησε η Ρέα
το φθινόπωρο να έχει γητειές.

Έλα πάμε στον κήπο καλή μου
έχει κι άλλες χαρές η ζωή
και στου χειμώνα ακόμα τα χιόνια
οι Αλκυονίδες θα ’ρθουν μιαν αυγή
έλα μύρισε τα άνθη μαζί μου
κι οι ρυτίδες της ζωής είν’ ναοί.

Τις κρυφές χάρες σου ξέρω απ’ έξω
κι αποκλείεται να τις αρνηθώ.
Κι αν ο Κρόνος ειν’ Θεός, θα τ’ αντέξω
τις κλεψύδρες του δε θα φοβηθώ.
Κι η μικρή κατουρλού εκεί έξω
παρντόν μα δε θα συγκινηθώ.


Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτεια καρδιάς (V και -ελπίζω- τελευταίο)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 31 Οκτωβρίου, 2010

…γιατί την παρατραβήξαμε την αφήγηση και ελαφρώς ξεχείλωσε, γι αυτό και λέω να αρθρώσω τη σημερινή τελευταία συνέχεια σε γραφή ¨ελλειπτική με εκλάμψεις¨ (φλασιές).

 …σύνδεση με τα προηγούμενα

Είμαι στη φάση «πού πάμε;» Στην ουσία με έχουν κατ’ αρχήν δεχτεί και στο Παπαγεωργίου, νοσοκομείο καινούργιο ¨τσίλικο¨, ευάερο, ευήλιο και με πανεπιστημιακή κλινική ενσωματωμένη, και στο Αχέπα, νοσοκομείο πανεπιστημιακό, παλιό και εμπειροπόλεμο. Αποφασίζω για Αχέπα κυρίως γιατί για εκεί (χάρη στον καρδιολόγο Β) παίρνω εγκαίρως τις συγκεκριμένες οδηγίες που, αφού είμαι πρωτάρης, μου είναι απαραίτητες.

Οι οδηγίες

Πρέπει να παρουσιαστώ Πέμπτη πρωί, νηστικός, χωρίς να έχω πάρει κανένα φάρμακο, με όλες τις πρόσφατες αναλύσεις στο χέρι, και, γενικότερα, ετοιμασμένος για τρεις πιθανές διανυκτερεύσεις.

Α ναι, και κάτι άλλο: θα διευκόλυνα τη διαδικασία αν έχω προβεί (από μόνος μου) σε αποψίλωση   της Βουβωνικής Χώρας, η οποία ως γνωστόν βρίσκεται νοτίως της Κοιλιακής Χώρας με την οποία και συναπαρτίζει τις λεγόμενες Κάτω χώρες.

 Είσοδος στο Αχέπα

Μέρα συννεφιασμένη με  ψιλόβροχο. Μαζί μου η Σόφη και ο Θάνος που βρίσκεται αυτό τον καιρό στην Αθήνα και έχει αυτοβούλως αποφασίσει να ανηφορίσει για να ¨συμπαρασταθεί πατέρα¨.

Πρώτα τα γραφειοκρατικά, μετά αναμονή διεκπεραίωσης σε τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Σκαρφαλωμένα στους γκριζοπράσινους τοίχους διέρχονται εμφανή καλώδια που διακόπτονται που και που από μυστηριώδεις διακόπτες και ταμπελίτσες με το γνωστό σήμα της ραδιενέργειας και τη φράση ¨ελεγχόμενη περιοχή¨. Κάτω μωσαϊκό, πάνω ανεμιστήρες. Προσωρινό βόλεμα σε θάλαμο και αναμονή για την είσοδο στα ενδότερα.

 Η επέμβαση

Η κλασική μεταφορά ανάσκελα με φορείο σου δίνει την ευκαιρία να μην αφήσεις παραπονεμένο το ταβάνι (ως αντικείμενο παρατήρησης) που δένει άψογα με το γενικό θριλεροειδές κλίμα.

Άφιξη στην αίθουσα. Βιομηχανική αισθητική κάποιου περασμένου αιώνα. Καλώδια που τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις διασταυρούμενα χωρίς εν τούτοις να συγκρούονται, μυστήρια μηχανήματα που βουίζουν με μηδενική ευθυμία, μόνιτορς, πάγκοι, σωλήνες και λοιπές αποφύσεις από παλλόμενες συσκευές. Προβολείς που φωτίζουν συγκεκριμένα σημεία ενώ άλλα, τα πιο πολλά, τους αφήνουν αδιάφορους. Μια τζαμαρία και από πίσω κι άλλα μηχανήματα άγνωστου προορισμού και άλλες οθόνες και ανθρώπινες φιγούρες ανάμεσα στις οποίες διακρίνω τη Σόφη και το Θάνο. Μυρουδιά απροσδιόριστη (για μένα τον αμύητο), αλλά διαπεραστική.

Εγκαταλείπω τα ρούχα μου που θα διαγράψουν μια δική τους πορεία και δε θα τα ξαναφορέσω παρά κατά την έξοδο τρεις μέρες μετά. Τσιτσίδι στη γωνία (φοράω ένα μανίκι από μία μπλούζα -ειδικό μοντέλο- αλλά μετά μου το βγάζουν κι αυτό) και ύστερα οριζοντίωση σε ένα στενό πάγκο. Τελώ σε πλήρη συστολή παντός είδους.  Με επιθεωρούν. Ψάχνουν είσοδο για την ηλεκτρονική ανιχνευτική κεφαλή που θα με ψάξει (χωρίς να με ψέξει, ελπίζω). Ύστερα με σκεπάζουν με διάφορα πράσινα πανιά αφήνοντας εμφανή δύο επίμαχα σημεία: τον καρπό του δεξιού μου χεριού και το πάνω μέρος του μηρού.

Με έχουν αναλάβει δύο Αντώνηδες.  Όχι, δεν θα μου κάνουν ολική αναισθησία όπως νόμιζα, αλλά δε θα πονέσω, κι αν πονέσω να τους το πω, γιατί θα είμαι σε εγρήγορση. Αρχίζουμε με το χέρι. Αποφασίζω ότι είναι μια χαρά Αντώνηδες και ότι τους εμπιστεύομαι πλήρως.

Δε βλέπω με ακρίβεια τι σκαρώνουν γιατί προτιμώ να κοιτάζω το ταβάνι και έτσι κι αλλιώς ανάμεσα στα μάτια μου και τα σημεία όπου κατά τις δύο επόμενες ώρες θα μπαινοβγαίνουν διάφορα, υπάρχει ένα είδος ημιδιαφανούς χωρίσματος που αλλοιώνει αποφασιστικά τη θέα. Εγώ δεν καλοβλέπω, αλλά εμένα με παρατηρεί με το διαπεραστικό της βλέμμα μια μηχανή με ένα σπαστό βραχίονα που περιφέρεται γύρω από το στήθος μου, πρώτη ξάδελφη εκείνης που μου έκανε το σπινθηρογράφημα. Νομίζω ότι εντοπίζω τη μυρουδιά: ραδιενέργεια.

Αισθάνομαι με τη σειρά: ένα σφίξιμο, μια ζέστη, κάτι να δονείται (και να προχωράει;) Κάθε τόσο με ρωτάνε αν πονάω, απαντάω όχι και εκείνοι παρατηρούν μια οθόνη στο ύψος της κοιλιάς μου και δηλώνουν ευχαριστημένοι.

Μετά από περίπου μισή ώρα (αντικειμενικός χρόνος που τον μαθαίνω μετά, γιατί η προσωπική μου αντίληψη τάχει μπερδέψει με τους χρόνους) έχουμε διάλειμμα. Ο επικεφαλής Αντώνης έχει εντοπίσει τις εστίες του  κακού και με ρωτάει: επεμβαίνουμε τώρα ή θες χρόνο να το σκεφτείς. Το μόνο που δεν θέλω είναι αναβολή.  Όρμα Αντώνη! θέλω να του πω, και μάλλον του το λέω, γιατί αφού μιλήσει για λίγο και με το Θάνο και τη Σόφη ξαναστρώνεται στη δουλειά μαζί με τον Αντώνη 2. Αυτή τη φορά επιλέγουν την (ανετότερη) αρτηριολεωφόρο της κάτω γραμμής. Θα δουλέψουν εκεί ακόμα μιάμιση ώρα ίσως και παραπάνω. Εγώ ζεσταίνομαι, κρυώνω, δονούμαι, πάλλομαι αλλά δεν πονάω. Οι Αντώνηδες μοιάζουν και δηλώνουν ευχαριστημένοι, άρα είμαι κι εγώ. Ζήτω η απόφραξη!

Στην εντατική light

Οι εντατικές, αν κατάλαβα καλά, είναι εξοπλισμένες αίθουσες παραταγμένες εν σειρά μετά τον χώρο των επεμβάσεων, και χαμηλώνουν σε ένταση καθώς απομακρύνονται απ’ αυτόν. Με άλλα λόγια συμφέρει να είσαι υπό εντατική παρακολούθηση, αλλά όσο γίνεται πιο κοντά προς την έξοδο και όχι προς το χειρουργείο. Εγώ τοποθετούμαι κοντά στην έξοδο, αν και βασικά θέλω να πάω σπίτι μου όσο γίνεται πιο γρήγορα, δηλαδή αμέσως, αλλά με πείθουν να τα αφήσω αυτά και να υπομείνω τους κανόνες που με θέλουν εκεί , υπό παρατήρηση για τρεις τουλάχιστον μέρες.

Έτσι κι αλλιώς, στην αρχή δεν μου επιτρέπουν να κουνηθώ καν. Ή μάλλον όχι: μπορώ να κουνήσω το αριστερό χέρι και το αριστερό πόδι, όμως τα υπόλοιπα πρέπει να μένουν ασάλευτα!  Αποδέχομαι το καθεστώς (να είμαι υπό παρατήρηση) και, μια που δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, αρχίζω να παρατηρώ και εγώ.

Η εντατική έχει χάζι και άλλα προτερήματα. Τα άλλα προτερήματα είναι ότι οι γείτονες είναι λίγοι (δυο τρεις) και αυτοί υπό διαδικασία αποδέσμευσης,  ότι δεν επιτρέπονται αρμένικες βίζιτες συγγενών, ότι παρά τα καλώδια και τους σωλήνες που σε συνδέουν με αμπούλες και μόνιτορς (ή χάρη σ’ αυτά), σου δημιουργείται μία αίσθηση ασφάλειας. Το χάζι προκαλείται από το γεγονός ότι μπαινοβγαίνουν (σχολιάζοντας διάφορα) γιατροί χειρούργοι, γιατροί ειδικευμένοι (σε χρήσιμες ειδικότητες), γιατροί ανειδίκευτοι (που όμως ειδικεύονται τώρα), νοσοκόμες, μεταφορείς ασθενών, μεταφορείς διαφόρων ιαματικών υλικών, διανομείς ακατονόμαστων μαγειρικών επινοήσεων, καθαρίστριες, και, που και πού, σκάνε μύτη προς στιγμήν μέχρι να καταλάβουν ότι πρέπει να πάνε άλλού, κάτι περίεργοι τύποι με κουστουμάκι και γραβάτα, μη πάει ο νου σας στο κακό, εγώ τους έκοψα μάλλον για ιατρικούς επισκέπτες και προμηθευτές παρά για κοράκια σε άγρα πελατών.

Περισσότερα για την εντατική μια άλλη φορά γιατί η καταχώρηση παραμεγάλωσε. Εδώ θα σας πω μόνο ότι, τρεις μέρες αργότερα, Κυριακή πρωί, αποχαιρετούσα   τις νέες μου γνωριμίες και όδευα προς το σπίτι (από τις λίγες φορές που οδηγούσε η Σόφη), rectifie και ευχαριστημένος. Εδώ μόνο λίγες γενικές παρατηρήσεις

 Καταλήγοντας (επιτέλους!)

Θα σημειώσω μόνο μερικά γενικά πράγματα.

Στην εντατική γνώρισα συμπαθείς ανθρώπους. Ανθρώπους που μου φάνηκαν ικανοί, παρά τη φαινομενική αναμπουμπούλα, να κάνουν δουλειά. Ανθρώπους χωρίς σχολαστικότητες που καταφέρνουν μάλιστα να διατηρούν ένα κλίμα ευ-θυμίας, που εγώ, προσωπικά, θεωρώ πολύτιμο. Αναφέρομαι στο σύνολο όσων κυκλοφορούσαν εκεί, από τον επικεφαλής καθηγητή, στους δύο Αντώνηδες, στο νεαρό φοιτητή που δούλευε και ως νοσοκόμος, στις νοσοκόμες και στις ειδικευόμενες γιατρίνες. Νομίζω, και ελπίζω να μη κάνω λάθος, ότι οι καλύτερες στιγμές των ανθρώπων της χώρας μου σήμερα, είναι όταν τα βγάζουν πέρα εκ των ενόντων, βάζοντας πάνω απ’ όλα επινοητικότητα και καλή διάθεση.

 Υστερόγραφο

Ονοματολογία: Ας πούμε, για την Ιστορία, ότι ο καρδιολόγος Α στον οποίο με παρέπεμψε ο Γιάννης ο Καρμπόνης, και ο οποίος με τη σειρά του με έστειλε για άμεση επιδιόρθωση λέγεται Αλέξανδρος Αμασλίδης, ότι ο ευγενής καρδιολόγος Β που με βοήθησε να  προσεγγίσω τη Δημόσια Ιατρική περίθαλψη και μού έδωσε απαραίτητες συμβουλές, λέγεται Βασίλης Βασιλικός, ότι ο Αντώνης 1 που δούλεψε με αποτελεσματικότητα μέσα στις αρτηρίες μου λέγεται Αντώνης Ζιάκας, ότι ο επικεφαλής καθηγητής γιατρός, μυστακοφόρος και άνετος, λέγεται Σταύρος Γαβριηλίδης, ότι δυστυχώς δεν έμαθα ακόμη το επώνυμο του Αντώνη2, ούτε εκείνο της νοσηλεύτριας Ευαγγελίας με τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, ή των άλλων γιατρών και νοσηλευτριών που με ανέχτηκαν.  Τα όσα έζησα μαζί τους στη μικρή ¨περιπέτεια καρδιάς¨, τα θεωρώ αίσια και ευοίωνα (όχι μόνο για ‘μένα).

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 5 σχόλια »

Περιπέτεια καρδιάς (ΙV)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Οκτωβρίου, 2010

…και έτσι, άμα έχεις την τύχη να μην έχεις προγενέστερη εμπειρία από Ιδρύματα Υγείας, κάπου εδώ προκύπτει το ερώτημα: δημόσιο νοσοκομείο ή ιδιωτική κλινική;

Λάβε υπόψη σου ότι το Ταμείο μου (που είναι ακόμη εκείνο των μηχανικών, στο οποίο πληρώνω τις σχετικές εισφορές επί δεκαετίες) ανταποκρίνεται σε ένα τμήμα των εξόδων, ακόμη και σε ορισμένες συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές. Ή μήπως όχι; Το πρόλαβα ή το καταργήσανε; Το πρόλαβα! (μάλλον στο τσακ!)

Εντάξει, σκέφτομαι. Έχω ακούσει πολλά για τα στραβά των δημόσιων νοσοκομείων και της δημόσιας υγείας γενικότερα (και από τους θεράποντες γιατρούς). Δεν είναι άραγε αυτή εδώ μια καλή ευκαιρία να δω άμεσα και προσωπικά τι ακριβώς συμβαίνει;

Είναι, απαντάω στον εαυτό μου.

Ναι, αλλά είναι τώρα ώρα για πειραματισμούς; ενίσταται εκείνος.

Μα και η εκδοχή της ιδιωτικής κλινικής έχει τα ρίσκα της, του απαντάω. Δε μας είπανε ότι του αλλουνού του κάνανε ένα σωρό ¨προληπτικές¨ επεμβάσεις, ενώ δεν τις χρειαζότανε;

Ναι, όμως οι καλοί γιατροί πάνε στα ιδιωτικά ινστιτούτα, επιμένει εκείνος , επηρεασμένος από το (ανισόρροπο) πνεύμα των καιρών και από τις προτροπές των θεραπόντων. Είναι ο νόμος της πανίσχυρης αγοράς.

 Όχι, του ανταπαντάω, οι πραγματικά καλοί γιατροί δεν είναι αργυρώνητοι. Και τους βρίσκεις, όχι μόνο στις ανθρωπιστικές αποστολές, αλλά και στα ελληνικά νοσοκομεία.

Και πώς θα τους εντοπίσεις; Στην τύχη;

Θα προσπαθήσω του το κόβω, και, μια που μας έχουν πλέον διαβεβαιώσει ότι το πράγμα επείγει, αρχίζω αμέσως τις προσπάθειες.

 

Παίρνω τηλέφωνο, και στο πρώτο νοσοκομείο που διαθέτει ελεύθερη γραμμή, διατυπώνω το ερώτημα: έτσι κι έτσι, έχω πρόβλημα και έγκυρη παραπομπή, τι πρέπει να κάνω; Στα εξωτερικά ιατρεία για επαλήθευση, μου λένε. Και πώς πάω εκεί; Με ραντεβού φυσικά. Και πώς το κλείνω;

Με παραπέμπουν (ω τι εκσυγχρονισμός!) σε έναν τηλεφωνικό αριθμό, τετραψήφιο, όπου συνομιλώ με ένα μαγνητόφωνο. Η συνδιάλεξη, εμφανώς σουρεαλιστική, γίνεται και κάπως κωμική όταν το μαγνητόφωνο με ρωτάει αν κατάλαβε καλά το αίτημά μου, επαναλαμβάνοντας (φυσικά μαγνητοφωνημένη) τη φωνή μου. Εν τάξει. Συνεννοηθήκαμε! Είμαι τυχερός! Δεν έχει πέσει πολλή δουλειά στα καρδιολογικά! Το ραντεβού σε ένα μήνα! Το κλείνω.

Ναι, αλλά ένας μήνας δεν περνάει εύκολα όταν οι (κατά τεκμήριο) ειδήμονες σού έχουν πει ότι το πράγμα επείγει.

Συνεχίζω λοιπόν τις προσπάθειες. Αυτή τη φορά μπαίνω στο διαδίκτυο και εντοπίζω τα νοσοκομεία που διαθέτουν πανεπιστημιακές κλινικές με αγγειοχειρουργικό τμήμα. Βρίσκω αμέσως δύο: Φυσικά το ΑΧΕΠΑ που κατοικοεδρεύει μέσα στο Αριστοτέλειο, και μια αντίστοιχη κλινική στο Παπαγεωργίου. Τηλεφωνώ στο ΑΧΕΠΑ, κατ’ ευθείαν στο νούμερο της καρδιολογικής και δηλώνω την πανεπιστημιακή ιδιότητά μου. Με πληροφορούν ότι για να μπω αμέσως πρέπει να παρουσιαστώ στα επείγοντα την ημέρα της σχετικής εφημερίας. Αν και, το θέμα είναι δυνατό να ρυθμιστεί και ύστερα από επαφή με έναν από τους γιατρούς της κλινικής. Δέχονται τα απογεύματα, αλλά τα ραντεβού τα κλείνει κι αυτά το μαγνητόφωνο.

Εντάξει, σκέφτομαι ότι αυτοί οι γιατροί θα έχουν και ιατρεία έξω από το Ίδρυμα. Έχω δίκιο. Τηλεφωνώ σε έναν στην τύχη. Η γραμματέας με πληροφορεί ότι έχει πέσει πολλή δουλειά, και ότι θα με ενημερώσει εκείνη για το πότε μπορώ να δω τον γιατρό.  

Τηλεφωνώ και στην αντίστοιχη κλινική του Παπαγεωργίου. Είμαι τυχερός. Πέφτω σε συνάδελφο, που αν και δεν ανήκει στο χειρουργικό, μου λέει ότι μπορώ να περάσω από εκεί και να ρυθμίσω το θέμα με τους αρμόδιους γιατρούς. Μου υποδεικνύει και την κατάλληλη μέρα.

Προτού φτάσει η μέρα αυτή, λίγες μέρες μετά, έχω τηλεφώνημα από τη γραμματέα του πρώτου γιατρού. Ας τον πούμε καρδιολόγο Β. Με δέχεται. Και σ’ αυτή την επίσκεψη όπως και στις προηγούμενες με συνοδεύει η γυναίκα μου, περισσότερο ανήσυχη απ’ ότι εγώ, έτοιμη να με προτρέψει να σταματήσω τις σαχλαμάρες και να μπω σε μια καλή ιδιωτική κλινική.

Ο γιατρός μοιάζει νεότερος απ’ τον προηγούμενο, συμπαθής κι αυτός, του εξηγώ τι τρέχει και του λέω ότι θέλω μια δεύτερη γνώμη και ενδεχομένως την αποφυγή μακράς αναμονής για την εισαγωγή.

Η δεύτερη γνώμη συμφωνεί με την πρώτη. Χρειάζεται η εν λόγω ¨-γραφία¨ και ενδεχομένως άμεση επέμβαση. Όσο αφορά στο δεύτερο αίτημά μου, μια που αυτόν τον καιρό δεν χειρουργεί, θα δει τι μπορεί να κάνει. Αν όλα πάνε καλά θα μου τηλεφωνήσουν από το νοσοκομείο. Μετά πιάνουμε μια μεγάλη κουβέντα περί ανέμων, υδάτων, ιατρικής, πολιτικής και κοινωνίας, αλλά δεν κάνουμε κανέναν να περιμένει στην αίθουσα αναμονής, γιατί είναι αργά και είμαστε οι τελευταίοι.

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτεια καρδιάς (ΙΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 16 Οκτωβρίου, 2010

Λίγες μέρες μετά, συστημένος από τον Γιάννη, να ’μαι στο ιατρείο του καρδιολόγου Α.

Μου φαίνεται ότι όλα τα ιδιωτικά ιατρεία στο κέντρο της πόλης μοιάζουν πολύ μεταξύ τους: τοίχοι σε χρώμα ¨ώχρα¨ αναιμικό, καθίσματα σε ταλαιπωρημένο δέρμα, τραπεζάκι με παλιά νούμερα από εικονογραφημένα περιοδικά (ένας ολόκληρος ¨άλλος κόσμος¨, με τα γεγονότα του και τους ήρωές του), τηλεόραση διαρκώς αναμμένη -αλλά σε χαμηλούς τόνους, ενίοτε γραμματέας στην είσοδο (ο Α. δεν έχει, τα βγάζει πέρα μόνος του). 

Τον κόβω συμπαθή. Δεν έχει το σύνηθες ύφος των γιατρών  ¨μάγων¨ (εγώ ξέρω, εσύ δε ξέρεις, σώπα και εκτέλεσε τις εντολές) που δεν τους πάω με τίποτα. Προτιμώ εκείνους που σου εξηγούν. Με υπομονή, όπως όταν απευθύνεσαι σε άτομα (εν δυνάμει) σε αδυναμία. Και με κατανοητές λεπτομέρειες,  όχι με άμπρα κατάμπρα.

Έχω μια άποψη για τους γιατρούς που ανήκουν σε ορισμένες, σχετικά πρόσφατες, γενιές. Μπορεί να υπερβάλλω, αλλά έχω καταλήξει ότι, όπως στις δεκαετίες του ’50, και του ’60, (άντε και του ’70), πολλοί φερέλπιδες νέοι έγιναν αρχιτέκτονες και πολιτικοί μηχανικοί, όχι γιατί τους γοήτευε ιδιαίτερα ο χώρος και τα προβλήματά του ούτε γιατί  είχαν κατασκευαστική κλίση και ταλέντο, αλλά επειδή το ¨επάγγελμα¨ τότε έβγαζε λεφτά, έτσι και κατά τις πιο πρόσφατες δεκαετίες το ενδιαφέρον όσων επεδίωκαν ένα επάγγελμα επιστημονικό μεν, πλην όμως στα σίγουρα κερδοφόρο, στράφηκε προς την ιατρική. Τα αποτελέσματα από το έργο των χρηματοκινούμενων μηχανικών είναι ορατά ακόμη και με μια απλή, συνοπτική ματιά στο θλιβερό αστικό τοπίο. Τα αποτελέσματα των αργυροκίνητων γιατρών, μάλλον δυσάρεστα για την δημόσια υγεία, μπορεί να μην είναι τόσο εμφανή στις πέριξ φάτσες των συνελλήνων, αλλά είναι δυνατό να τα ανιχνεύσει κανείς σε κάποιες (λίγες) αξιόπιστες στατιστικές, καθώς και με μια προσεκτικότερη ματιά στο τι συμβαίνει στα συνέδρια που χρηματοδοτούν οι φαρμακευτικές εταιρίες.

Την παραπάνω άποψη, (για το πρώτο σκέλος της οποίας έχω προσωπική εμπειρία εκ των ένδον, μια που διατέλεσα αρχιτέκτονας που τα παράτησε) την ξεφουρνίζω εν είδει τεστ στους γιατρούς που πρωτογνωρίζω. Για να μη σας τα πολυλογώ, ο προκείμενος περνάει τη δοκιμασία μια που δεν δείχνει διάθεση για ωραιοποιήσεις και βαυκαλισμούς.

Ωραία. Τώρα το ιστορικό. Το αφηγούμαι όσο μπορώ πιο αντικειμενικά. Α, δείχνω και κάτι παλιότερες αναλύσεις που κουβαλάω μαζί μου. Δεν αρκούν. Χρειάζονται κι άλλες εξετάσεις: αίμα, μια ενσταντανέ υπερηχο-γραφία, καθώς και κάτι καινούργιο (για μένα) που ονομάζεται σπινθηρογράφημα κι έχει να κάνει με ακτινοβολίες.

Διατυπώνω κάποιες (σεμνές) επιφυλάξεις για τις ραδιενεργές εξετάσεις και εισπράττω την απάντηση ότι, τι τα θες, τώρα με την κινητή τηλεφωνία, ούτως ή άλλως ζούμε μέσα σε διασταυρούμενες ακτίνες. Μα εγώ δεν έχω καν κινητό, πάω να πω, αλλά αντιμετωπίζω την αδυσώπητη άποψη/θεώρημα του μικρότερου κακού (η δόση της ακτινοβολίας -καμιά δεκαριά χιλιάδες φορές εκείνη μια απλής ακτινογραφίας, αποτελεί το έλασσον σε σχέση με αυτά που μπορεί να σου επιφυλάσσει μια χαλασμένη καρδιά).

Έτσι παύω τις ενστάσεις, ευχαριστώ τον γιατρό, και, την άλλη μέρα, κλείνω ραντεβού με τον ραδιενεργό φούρνο.  

 

Εν τέλει δεν είναι φούρνος όπως νόμιζα, το ραδιενεργό υλικό είναι ρευστό και σου το βάζουν με ένεση. Έτσι, ένα στραβό μηχάνημα με βραχίονες και με μια κινητή κεφαλή [που σε περιτριγυρίζει και σε παρατηρεί διαπεραστικά (στην κυριολεξία) καθώς στέκεσαι οριζόντιος και ακούνητος σε μια τάβλα], μπορεί να δει τι γίνεται μέσα σου και να το καταγράψει σε ένα είδος έγχρωμης σειράς εικόνων. Όλα αυτά δύο φορές: μία αμέσως μετά ένα επιτόπιο τροχάδην κοπώσεως και μια άλλη, λίγες ώρες μετά, σε ¨ηρεμία¨.

Παίρνω μια πρώτη γεύση του αποτελέσματος από τον ¨πυρηνικό¨ γιατρό που έχει επιμεληθεί το σπινθηρογράφημα. Κούνημα κεφαλιού, εδώ κάποιο πρόβλημα υπάρχει, για λεπτομέρειες στον θεράποντα..

ΟΚ, κλείνω ραντεβού και (ξανα)πάω στο καρδιολόγο γιατρό προετοιμασμένος. Ακούω τα αναμενόμενα: Στεφανιογραφία επιβεβλημένη (πληροφορούμαι ότι σημαίνει ένα ηλεκτρονικό μάτι στην άκρη ενός ¨καλωδίου¨ που μπαίνει από μια αρτηρία σε κάποιο σημείο του σώματος, κάνει μια βόλτα γύρω από την κεντρική αντλία, και δίνει αναφορά σε ορισμένα περιμετρικά  μόνιτορ). Εισπράττεις και εδώ μια γερή δόση ακτινοβολίας, αλλά είπαμε: το μη χείρον βέλτιστον.

Τώρα θα πρέπει, να αποφασίσω αν θα πάω σε δημόσιο νοσοκομείο ή σε ιδιωτική κλινική. Στη δεύτερη περίπτωση να διερευνήσω αν το ταμείο μου με καλύπτει εν μέρει ή καθόλου (στα νέα ελληνικά σημαίνει μηδέν).

Και να μην επιστρέψω αν δεν έχω υλοποιήσει τα (παραπάνω) δέοντα.

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτεια καρδιάς (ΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Οκτωβρίου, 2010

Αυτή τη φορά η φάση αρχίζει στον ΩΡιΛα. (Με ωριλάδες διατηρώ στενές επαφές εδώ και καιρό, με καρδιολόγους τις οικοδομώ τώρα). Η αιτία είναι ότι πάνω από μια δεκαετία το ωτορινολαρυγγολογικό μου κάνει νερά. Ευτυχώς υπάρχει η τεχνολογία και οι ωριλάδες.

 Γιάννης Καρμπόνης,  μου τον σύστησε πολύ παλιά μια συνάδελφος και από τότε έχουμε γίνει φίλοι, αν και για ένα διάστημα τον ¨εγκατέλειψα¨ υποκύπτοντας στα τεχνολογικά θέλγητρα ενός σούπερ μάρκετ υγείας.

Μιλάω για τις ιδιωτικές συνδρομητικές ιατρικές ασφάλειες που γίνονται δελεαστικές όταν φτάσεις στην ηλικία των τεστ.

Στα υπέρ τους θα κατέγραφα μια αίσθηση εκσυγχρονισμένης παστερίωσης, τη μη αναμονή στα ραντεβού και τις α βολοντέ αναλύσεις μέσω μηχανημάτων.

Κατά, ότι οι γιατροί σε γνωρίζουν λιγότερο από τους υπάλληλους μιας απομακρυσμένης Υπεραγοράς. Γι αυτούς μετράνε τα ¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, ενώ το προσωπικό ιστορικό και το υποκειμενικό στοιχείο τους αφήνει αδιάφορους. Κι έτσι και αλλιώς οι καλύτεροι κάθε τόσο βρίσκουν υψηλότερες αμοιβές και την κάνουν για αλλού.

 Αλλά τώρα έχω επιστρέψει στον Γιάννη που, ας σημειώσουμε ότι, εκτός που είναι καλός γιατρός και τον εμπιστεύομαι, έχει και ένα άλλο βασικό προτέρημα: του αρέσουν τα βιβλία μου.

Φτάνω λοιπόν στο ιατρείο του απεγνωσμένος.

Κάνε ό,τι μπορείς του λέω. Βάλε μαχαίρι, ψαλίδι, εκρηκτικά, αρκεί να επιδιορθώσεις τον αερισμό. Η μύτη μου βουλώνει. Ιδιαίτερα τις νύχτες. Άπνοια, ταχυκαρδία, δυσφορία. Και τελευταία όχι μόνο τη νύχτα αλλά και την ημέρα με τις ταχυκαρδίες και τη δυσφορία να αρχίζουν να αυτονομούνται από τη μύτη και να παρουσιάζονται στα καλά καθούμενα όποτε να ’ναι.

Ο Γιάννης την ξέρει καλά τη μύτη μου: Ότι το διάφραγμα είναι κάπως στραβό, ότι οι κόγχες είναι κάπως πρησμένες, ότι μια ελαφρά καταρροή πιθανότατα αλλεργικής προέλευσης, που τη μέρα άμα είσαι όρθιος κατεβαίνει και φεύγει, τη νύχτα σκαλώνει κάπου στη ρινική κοιλότητα και τη βουλώνει.

Δεν ξέρω αν αυτή τη φορά έχει να μου προτείνει κάποια ριζικότερη λύση για το πρόβλημα, γιατί τον βλέπω ξαφνικά να κολλάει στις ταχυκαρδίες.

 Με ρωτάει για τους ¨δείκτες¨ μου και του λέω ότι (άμα τους μετράω -όχι πολύ συχνά) κυμαίνονται κάπου προς το απάνω άκρο, άλλοτε λίγο μέσα και άλλοτε λίγο έξω από τα αποδεκτά όρια. Κατά τα άλλα ότι εφαρμόζω την πολιτική ¨δεν τους ενοχλώ για να μη με ενοχλούνε¨, ή του ¨αν τα πράγματα δεν είναι επιτακτικά οχληρά, κάνε ότι δε καταλαβαίνεις και μπορεί να περάσει και από μόνο του¨, δηλαδή την αισιόδοξη εκδοχή που προσπάθησα να σας περιγράψω πιο πάνω.

Πρώτα στον καρδιολόγο, μου λέει.

Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως βασικά χρειάζομαι αέρα. Άλλωστε τις ταχυκαρδίες τις σταματάω με ένα είδος αναπνευστικών ασκήσεων.

Αλλά ο Γιάννης είναι ανένδοτος.

Δεν ξέρω κανένα, του λέω

Όμως εκείνος, εν τέλει, ξέρει.

(συνεχίζεται)

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 σχόλια »

Η μπίρα και οι ορμόνες

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 2 Ιουλίου, 2009

Σημείωση: Δε ξέρω αν κυκλοφορεί ήδη στο διαδίκτυο, σε εμένα πάντως έφτασε με ιμέιλ, από τον φίλο Κώστα (τον Ντάγιο). Επειδή το χιούμορ κάνει καλό, σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω στο μπλογκ. Όμως για να τεστάρω τις ενδεχόμενες αντιδράσεις όχι των πολιτικώς ορθίων (που ποσώς με ενδιαφέρουν), αλλά της γενιάς των (πρωην) σκληρών φεμινιστριών,  το διάβασα πριν λίγο στη Σόφη. Γέλασε έστω με κάποια συγκατάβαση, και έτσι το τηλεταχυδρομώ άνευ ιδιαίτερων αναστολών (απέναντι στους μη διαθέτοντες επαρκή χιουμοριστική αίσθηση φεμινοκράτες).

  

Η ΜΠΙΡΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ …ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΟΡΜΟΝΕΣ 

Τις προάλλες καθόμασταν με μια παρέα σε ένα τραπέζι και κάποιος ισχυρίστηκε ότι η μπίρα περιέχει γυναικείες ορμόνες. Αρχικά γελάσαμε αλλά σαν επιστήμονες που είμαστε είπαμε να το ερευνήσουμε το θέμα.

Ήπιαμε ο καθένας από 10 μπίρες (καθαρά για επιστημονικούς λόγους).
 
Μετά το τέλος του πειράματος καταλήξαμε στα παρακάτω συμπεράσματα:
 
 
1.          είχαμε παχύνει
2.          μιλούσαμε ακατάπαυστα χωρίς να λέμε τίποτα
3.          αντιμετωπίσαμε προβλήματα στην οδήγηση και στο παρκάρισμα
4.          ήταν αδύνατο να κάνουμε λογικές σκέψεις
5.          μας ήταν αδύνατο να παραδεχτούμε ότι είχαμε άδικο, παρότι
             ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχαμε δίκιο
6.          κάθε ένας μας θεωρούσε ότι είναι το κέντρο του σύμπαντος
7.          είχαμε πονοκέφαλο και δεν είχαμε διάθεση για σεξ
8.          και η αποκορύφωση: έπρεπε να πάμε κάθε 10 λεπτά στην
             τουαλέτα και μάλιστα όλοι μαζί.
 
  
Περαιτέρω ανάλυση μάλλον είναι περιττή: Η ΜΠΙΡΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΟΡΜΟΝΕΣ 

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

Πρωτομαγιά του ’09

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 1 Μαΐου, 2009

Πρωτομαγιά σήμερα και περιπατώ εις το δάσος των ιστολογίων ψάχνοντας επιζήσαντες λύκους.

Σταματώ στο φοιτητικό της σχολής μου     http://paramme.wordpress.com/  (παραΜΜΕ) όπου ανακαλύπτω λόγο νεανικό, δημοσιευμένο μερικές βδομάδες πριν, περί Επανάστασης.

Τον αναδημοσιεύω…

Συζητάμε για την Επανάσταση

Και μετά αφήνουμε τα πιάτα άπλυτα στον νεροχύτη

Άσε που κανείς δεν έχει όρεξη για απόψε

Και κανείς δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και ευθύνες

Μείναμε στα λόγια

Μείναμε μονάχοι

Αν ο καθένας έπλενε από λίγο

Δεν θα τα αφήναμε κι εμείς για αύριο

Θυμάμαι και λίγο τον Αυλωνίτη

Φάτε φάτε φάτε

Προσοχή πως γαμάτε

Πιέστε αφήστε σταματήστε

Κι όλα μαζί στα βουνά των σκουπιδιών

Που αναμένουν την κατάκτηση τους

Από ορειβάτες σκουπιδιάρηδες απεργούς

Συζητάμε για την Επανάσταση

Ως αξιακή υποκειμενικότητα

Ξέρω κι εσύ κουράζεσαι από όλα αυτά

Μίλα πιο εύκολα μου λες

Στα μήλα οφείλεται η βαρύτητα

Αλλιώς θα στροβιλιζόμασταν σαν την μπουγάδα στο πλυντήριο

Νευρική κι ακραιφνής

Γιατί πλέον δεν μυρίζει μανούλα

Όχι πως εσύ δεν μου κάνεις

Αλλά να, τα πιάτα ποιος θα τα πλένει;

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το αντέγραψα…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2009

 

Κόβοντας βόλτες, προσέγγισα το μπλογκ ardalion κι έπεσα στην παρακάτω χειροπιαστή ¨περιγραφή¨, που μου άρεσε. (Ψάχνοντας στο διαδίκτυο  βρήκα και μερικές εικονογραφικές εκδοχές).  

 

 

Ένα χέρι

 

Ένα χέρι κρατά μια ομπρέλα
ένα κινητό
μία τσάντα
μια τσόντα
μια μπάλα
ένα σκέιτ
ένα βιβλίο
ένα παγωτό
ένα καρβουνάκι που καπνίζει
ένα εισιτήριο
μία κούκλα
ένα laptop
ένα λουρί σκύλου
μία πεταλούδα
μία πινέζα
ένα άνθος
μία απόχη
ένα καβούρι
επτά δάκρυα
δύο κόκκινα χαλίκια
μία πυξίδα
μία βίτσα
ένα ξυράφι
οκτώ σταγόνες αίμα
ένα πόδι κότας
μία μάσκα χάρτινη
ένα κραγιόν για τη μητέρα
δύο τσιμπιδάκια
ένα μαγιό σέξι
ένα τιμόνι ποδηλάτου
μια τούφα μαλλιά γκρίζα
μια τρύπια τσέπη παλτού
τρία τραγούδια της Βέμπο, δύο της Νίνου και ένα της Ζαχά
ένα χέρι κρατά ένα talisker
ένα αχ
και πολύ λευκό. Φωτεινό και απαστράπτον.

 

 

 

 

cf87ceadcf81ceb9-cebaceb5cf86ceaccebbceb9

 

 

cf87ceadcf81ceb9-cebcceb5cebeceb9cebacebf

 

cf87ceadcf81ceb9-cebccf80cebfcf84ceadcf81cebf2

 

Καί  μια εικονογραφική εκδοχή από την Άννα Σίλια (ευχαριστώ)

 

3334338309_e7fca14682_o 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 σχόλιο »

Ωδή στις τηγανητές πατάτες

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Μαρτίου, 2008

Κάποτε τα ιδανικά και οι μεγάλες, ευγενείς ιδέες κυκλοφορούσαν άφθονα στο γύρο, δεν ήταν είδος σε εξάλειψη.

Και υπήρχαν λογιών λογιών: από ιδέες και ιδανικά που δένανε με τη κατεστημένη εξουσία, τη συντηρούσαν και την αναπαλαίωναν, ως άλλα, νεότερα, που την αμφισβητούσαν και την περιπαίζανε.

 Έτσι κι αλλιώς ¨καρφί διώχνει καρφί¨: μοναχά μ’ ένα όμορφο, ζωντανό, νέο ιδανικό, μπορούσες να αντιπαλέψεις τα φθαρμένα, τα ρητορικά και τα καλοβολεμένα. 

Μόνο που τα ιδανικά, κι εκείνα και τούτα, σε θέλουν στη τσίτα, τεντωμένο να προσαρμόζεις τη ζωή στον αγώνα. Είναι ένα παιχνίδι συναρπαστικό κι επικίνδυνο.

Κι αν κρατήσεις το καλούπι στενό τρελαίνεσαι, κι αν το κάνεις ευρύχωρο, δε φτιάχνεις ούτε την κοινωνία ούτε το μέλλον: φτιάχνεις σούπα.

 Τον καιρό εκείνο, όπου τα ιδανικά κυκλοφορούσαν στολισμένα με μεγάλα λόγια, καμιά φορά, χωρίς να το καταλάβεις, σκόνταφτες σε ¨πράγματα¨ απλά και γήινα, που σ’ αλείφανε με άλλου είδους χαρά και αισιοδοξία. Που σου χάριζαν μια ανάσα. Τότε το καλύτερο που ’χες να κάνεις ήταν να τα κρύψεις κάπου για μια ώρα ανάγκης.

Χτες το βράδυ βάλθηκα για ώρες να ψάχνω τα αποσυρμένα χαρτιά μου. Μια απελπισμένη τελειόφοιτη είχε ανακαλύψει ότι η γραμματεία δεν είχε καταχωρήσει τη βαθμολογία ενός μαθήματός μου, ενώ επρόκειτο να ορκιστεί. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω σε παλιούς φακέλους και ακατονόμαστες στοίβες, μπας και βρω ίχνη που θα έλυναν το πρόβλημα. Λυπάμαι, αλλά από τότε που έδωσε το μάθημα έχουν περάσει τρία, τέσσερα χρόνια, δε τα κατάφερα. Ελπίζω να βρεθεί κάποια άλλη λύση… 

Ψάχνοντας, βρήκα μια από τις παλιές ανάσες: Αντιγραμμένη σ’ ένα κίτρινο πλέον χαρτί, ¨Η Ωδή στις τηγανητές πατάτες¨ του Πάμπλο Νερούδα.Δίστασα πριν την αντιγράψω εδώ. Μπας και βάλω ιδέες σε κανένα (αδίστακτο) διαφημιστή φαστφουντάδικων

Τελικά είπα να το διακινδυνέψω:

Ωδή στις τηγανητές πατάτες

Τσιρίζει

το λάδι

ζεσταίνοντας

τη χαρά του κόσμου

οι τηγανητές

πατάτες

μπαίνουν

στο τηγάνι

σαν χιονισμένα

φτερά

πρωϊνού κύκνου

και βγαίνουν

χρυσωμένες από το τσιτσιριστό

κεχριμπάρι της ελιάς

 

Το σκόρδο

τους προσθέτει

το γήινο άρωμά του

το πιπέρι

σκόνη που πέρασε από τους υφάλους

και

ντυμένες

ξανά

με φιλντισένιο κοστούμι

γεμίζουν το πιάτο

με την επανάληψη της αφθονίας τους

και τη γήινη γευστική τους απλότητα 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 σχόλια »

Τα ζωτικά (1): Μη πετάς τη μπουκιά σου!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 31 Ιουλίου, 2007

Το κείμενο μετακόμισε εδώ δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨.

Θα το βρείτε κάνοντας ¨κλικ¨ στον τίτλο ¨μη πετάς τη μπουκιά σου¨.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »