Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Άρθρα με ετικέτες ‘μυθιστόρημα’

Στη Γιορτή του Βιβλίου, το Σάββατο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Μαΐου, 2012

Η πρόσκληση προέρχεται από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρης και NOVELBOOKS και λέει τα ακόλουθα:

35η Γιορτή Βιβλίου, στο Πεδίον του Άρεως, Περίπτερο 21

 

Σάββατο 19 Μαΐου
18:30 – 20:00

«Ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί στον μαγικό χώρο της μυθοπλασίας»: οι εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ και NOVELBOOKS σας προσκαλούν να γνωρίσετε από κοντά τους συγγραφείς των νέων μυθιστορημάτων τους.

Οργάνωση: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης & NOVELBOOKS

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το Πολυτεχνείο (που τρέμει) ξανακυκλοφόρησε

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Απριλίου, 2012

Το ¨Πολυτεχνείο τρέμει¨ -μυθιστόρημα περιπετειώδες- δις εξαμαρτεί και ως εκ τούτου πήρε και πάλι δρόμο και κυκλοφορεί ανά τα βιβλιοπωλεία, αυτή τη φορά από την Novel Books (των εκδόσεων ¨Σιδέρης¨).

Εδώ παρακάτω σας έχω το σημείωμα του συγγραφέα που συνοδεύει τη Β΄ έκδοση, ενώ εδώ  θα βρείτε μια συνέντευξη στην Λένα Χουρμούζη της Athens Voice.

Διερωτώμενος αν έχει να προσθέσει κάτι σχετικά με τη δεύτερη έκδοση, ο συγγραφέας είπε τα ακόλουθα:

Στη  πρώτη έκδοση ήμασταν ένας!

Εγώ και ο Ανώνυμος Ένας σε μία ενιαία συσκευασία.

Αυτός μπροστά και εγώ πίσω, να μην φαίνομαι και να παρατηρώ (με μια ιδέα φόβο και μπόλικη περιέργεια) πως πάει το πράγμα.

Ο Ανώνυμος Ένας είχε προκύψει ως ιδανικό προκάλυμμα των μυθοπλαστικών συγγραφικών μου αβεβαιοτήτων. Τον έβαλα λοιπόν μπροστά και, αφού πρώτα τον αναγνώρισα ως το όχι απόλυτα νόμιμο τέκνο εμού του ιδίου και της Φαντασίας μου, τον εξαπέλυσα σε δοκιμαστική πτήση στο συγγραφικό Σύμπαν.

Στην πρώτη έκδοση, του είχα μάλιστα φτιάξει στο ¨αυτί¨ του εξώφυλλου (δίπλωμα όπου συνήθως φιλοξενούνται πληροφορίες για τους συγγραφείς), την απαραίτητη παρουσίαση που έλεγε τα εξής:

 «Ο Ανώνυμος Ένας στην αρχή ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Κάποτε όμως διαπίστωσε ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα γύρω του είχαν αρχίσει να παίρνουν λάθος στροφές.

Στο παραπέντε συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει ο καιρός να πάρει ριζοσπαστικές αποφάσεις.

Είχε κάνει κι άλλες φορές ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του.

Μόνο που τούτη  τη φορά του βγήκε κάπως αλλιώς.

Κάπως σαν μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις.

Έτσι πέρασε στην ανωνυμία».

 Ο Ένας, καβάλα στο ¨Πολυτεχνείο¨ (που έτρεμε) έριχνε τις διακριτικές βόλτες του ανάμεσα στα λόγο και τα παραλογο-τεχνικά παρασκευάσματα (που γυρόφερναν αλληλοσυγκρουόμενα στις μυστηριώδεις σκοτεινές λεκτικές εκτάσεις) χωρίς να ενοχλεί κυριολεκτικά κανένα, όταν νέες ανακατατάξεις πρόβαλαν στον ορίζοντα, ή μάλλον όχι στον ορίζοντα παρά στη Φαντασία μου, η οποία  προέκυψε και πάλι εγκυμονούσα!

Όχι έναν Ανώνυμο Άλλο, αλλά μια ακόμη ιστορία φαντασίας! 

Κι έτσι πριν να πεις ¨κύμινο¨ (πράγματι δεν το είπε κανείς), από το αυγό, με ένα μπαμ, βγήκε ένα ΜΠΑ!!! Σα να λέμε ένα μυθιστόρημα (αρκούντως προφητικό, όπως θα καταδειχθεί αργότερα) σχετικό με τη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία!

Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε ποιος θα διεκδικήσει την πατρότητα του νεογνού, εγώ ή ο Ανώνυμος, την απόφαση την πήρε, με ένα κτύπημα της επιχειρησιακής του ουράς, ο τότε εκδότης μας, που χωρίς καλά καλά να μας ενημερώσει πήγε και άρχισε τη διαφήμιση του πονήματος στις εφημερίδες, προβάλλοντάς μας και τους δυο, στα πλαίσια μιας υπερμεταμοντέρνας, ευρείας, διασταυρούμενης άνευ αναστολών, οικογενειακής συγγραφικής σχέσης! Ο ένας να γράφει δια χειρός του άλλου! Πρόσθεσε μάλιστα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ένα δικό μου βιογραφικό (αρκετά χαζογραμμένο) που δεν το είχα γράψει για να μπει στο βιβλίο, αλλά του το είχα αφήσει για να πάρει μια ιδέα για μένα ο ίδιος, μια που δεν γνωριζόμασταν.

 Πάντως αυτό ήταν.

Έκτοτε αποτελούμε συγγραφικό δίδυμο. Γράφω τα παραλογοτεχνικά μου πονήματα δια χειρός Ανωνύμου Ενός, ενώ του έχω παραχωρήσει και ειδική σελίδα στο ιστολογοφόρο μου (μπλογκ).

Στο αντίτυπο που κρατάτε στα χέρια σας θα τον βρείτε, αν δεν κάνω λάθος, κάπου στο οπισθόφυλλο, καθώς και στο σημείωμα που έγραψε για τη δεύτερη έκδοση ο φίλος Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Και έτσι ο καιρός παρήλθε και το ¨Πολυτεχνείο¨ εξαντλήθηκε εντελώς.

Αλλά, προς χαρά και τέρψη των συγγραφέων (και ενίοτε των αναγνωστών) υπάρχουν και οι επανεκδόσεις.  

 Ας αφήσουμε όμως τις νοσταλγικές ανασκοπήσεις κι ας έρθουμε στο ¨Πολυτεχνείο¨ που επανεκδίδεται.

Ποιο είναι το ερώτημα;

Αν η πρώτη του έκδοση άφησε κάποιο ανεξίτηλο σημάδι οπουδήποτε;

Ναι, αν δεν απατώμαι υπήρξε ένα (1): η περιγραφή της Πύλης του Σεπτού Ιδρύματος που κάνω στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους συνετέλεσε (θέλω να ελπίζω) στην ανακατασκευή της κεντρικής Πύλης της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου της Θεσσαλονίκης σε πιο αποδεκτές διαστάσεις, πράγμα που συνέβη κανα δυο χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του Πολυτεχνείου. Είναι κάτι!

Άλλο;

Για τι πράγμα πρόκειται εν τέλει;

Πρόκειται για  μια φανταστική αφήγηση με  αστυνομική πλοκή σε ελαφρώς παραληρηματικό ύφος, που διαδραματίζεται σε μία (φανταστική) παραθαλάσσια πόλη. Θα έλεγα ότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για να θωρηθεί ως Campus Novel (αστυνομικό σε πανεπιστημιακό περιβάλλον -ένα από τα πρώτα δείγματα του είδους στην ελληνική μυθοπλασία), αλλά αυτό μάλλον διέφυγε της προσοχής των αρμοδίων τακτοποιητών. Έτσι μπορεί να εξακολουθήσει ανενόχλητα να είναι ό, τι ήθελε προκύψει στην προσωπική εκτίμηση των αναγνωστών!

 Οδηγίες προς τους ¨ναυτιλλόμενους¨ στις σελίδες του βιβλίου;

Ναι, μία: Δεν χρειάζεται εξ αιτίας του ¨Πολυτεχνείου¨ να αναπτύξετε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Μπαμπινιώτη. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω ακόμη ενημερώσει για την ακριβή σημασία των νεολογισμών που καραδοκούν στο κείμενο. Άλλωστε δεν προορίζονται τόσο για να αποδώσουν σημασίες, όσο για να αποπνεύσουν λεκτικά αρώματα. Απολαύστε λοιπόν ανέμελα την ατμόσφαιρα.

Αν και, εάν διαβάζετε τα βιβλία με τον τρόπο που τα διαβάζω εγώ, (πρώτα το κύριο μέρος και μετά οι εισαγωγές, οι πρόλογοι, τα προοίμια), τότε είναι αργά για να σας δώσω συμβουλές. Μάλλον θα πρέπει να μου δώσετε εσείς.

Καλή διασκέδαση.

Ο συγγραφέας

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Αυγούστου, 2011

Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.

Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.

Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…

Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…

Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.

Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).

Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).

Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:

Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου  βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή

είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:

α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα  πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.

β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.

γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.

Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.

(συνεχίζεται)

Υστερόηχοι:  πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.

1.


2.



3.


4.


5.


6.


7.


Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιουνίου, 2011

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

(ή …και οι Μάγκλ έχουν ψυχή) (1)

 

 «Η πρώτη αιρετική αρχή της κυβέρνησης του Τρίτου Κύματος είναι η αρχή της δύναμης της μειοψηφίας. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αντίληψη πως η πλειοψηφία κυβερνά, βασική νομοθετική αρχή της περιόδου του Δευτέρου Κύματος, είναι πια ξεπερασμένη, Δεν είναι οι πλειοψηφίες εκείνες που έχουν σημασία αλλά οι μειοψηφίες. Και τα πολιτικά μας συστήματα πρέπει να αρχίσουν ν’ αντανακλούν αυτό το γεγονός».

Αλβιν Τόφφλερ (¨Το Τρίτο Κύμα¨, εκδ. Κάκτος 1982, σελ 490)

 

Κατ’ αρχήν να σας εκμυστηρευτώ ότι τον ήρωα της κας Ρόουλινγκ  τον διάβασα. Τις τέσσερεις πρώτες του περιπέτειες. (Ο γιος μου, ρεαλιστικότερος εμού, μάλλον όχι).

Για να αυτοαιτιολογηθώ δεν θα επικαλεστώ το επιστημονικό (επικοινωνιακό) ενδιαφέρον για την οργανωμένη προβολή και την εκπληκτική παγκόσμια διάδοση ενός ακόμη προϊόντος της πολιτισμικής βιομηχανίας. Απλά θα ομολογήσω ότι εμένα τα παραμύθια μ’ αρέσουν: ενεργοποιούν εκείνη τη θαυματουργή φαντασιακή ικανότητα που ενυπάρχει σε όλους μας και  που, όχι μόνο ξεπερνάει εγκαίρως την (έτσι κι αλλιώς προσωρινή) δικτατορία των νομοτελειών (πριν αργά ή γρήγορα αναιρεθούν από μόνες τους), όχι μόνο αναπληρώνει τις αναπόφευκτες απώλειες από τη φθείρουσα τριβή με την πραγματικότητα, αλλά και καταφέρνει να ζωντανεύει ανεπαίσθητες απουσίες και άλλα πράγματα φευγαλέα, απροσδιόριστα και πολύτιμα, όπως οι παιδικές αναμνήσεις.

Τα παραμύθια μ’ αρέσουν επίσης γιατί σπάνια είναι ανιαρώς μονοσήμαντα και αθώα με πληκτικό τρόπο. Αντίθετα, έτσι και τα σκαλίσεις λίγο, ανακαλύπτεις εναλλακτικές εκδοχές, καμιά φορά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες…

Κατανάλωσα λοιπόν μια ικανή δόση Χάρι Πότερ και μετά, έχοντας σχηματίσει μια πρώτη άποψη, παρακολούθησα τα πολλά και διάφορα που γράφτηκαν γι αυτόν.

Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν παρά ματσάκια από τον κλασικό μαϊντανό που συνοδεύει τις προωθητικές εκστρατείες όλων των βιομηχανικών πολιτισμικών προϊόντων: πώς οι απανταχού πιτσιρικάδες (και κάμποσοι μεγαλύτεροι) ξετρελάθηκαν, πώς κάποιοι θρησκευόμενοι αντέδρασαν συμβάλλοντας στον διαφημιστικό σαματά, πόσα λεφτά έβγαλε η συγγραφέας, πώς για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι σήμερα πλέον ό,τι πουλάει αυτοδικαιώνεται (και καλλιτεχνικά)… και δώσ’ του σωροί από νούμερα να τεκμηριώνουν πόσο εξαιρετική υπήρξε η επιτυχία της κας Ρόουλινγκ και του πνευματικού της τέκνου Χάρι Πότερ…

Παράλληλα γράφτηκαν και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Όπως, λόγου χάρη, για κάτι που άφησε άναυδους τους μάνατζερ της καθοδηγούμενης κατανάλωσης: το γεγονός πώς το τελευταίο καιρό οι πιτσιρίκοι το ’χαν ρίξει αποκλειστικά στην κατανάλωση παραμυθιών και παιχνιδιών με εικόνες, δεν ήταν η μοιραία και αναπότρεπτη συνέπεια του ¨εικονικού¨ πολιτισμού των νέων μέσων, αλλά μάλλον οφειλόταν στο ότι τέτοια ήταν η προσφορά. Εικόνες τους έδιναν, εικόνες κατανάλωναν. Όταν υπήρξε και πάλι διαθέσιμο το κλασσικό περιπετειώδες γραπτό παραμύθι, οι μικροί το πρόσεξαν και το αγάπησαν πάλι.

Ή, ακόμη, η (σωστή) παρατήρηση ότι η εκστρατεία προώθησης ήταν πλανητικά διαρθρωμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με εκείνον που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές για οποιοδήποτε εμπόρευμα και όμοια, ας πούμε, με τις τραγουδιστικές εκστρατείες της Μαντόνα ή της Γκάγκα: δίπλα στην οικουμενική αλαφράδα της ποπ,  ιδού και το πρώτο παγκοσμιοποιητικά προωθούμενο παραμύθι. (Θυμηθείτε: ο Χάρυ προηγήθηκε του Μπραούν-ειου Κώδικα).

Αυτά ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν σε κάθε νέα έκδοση των βιβλίων με τις περιπέτειες του νεαρού μάγου, προκειμένου να ενισχύσουν ή να εξηγήσουν την επιτυχία του.

Τι άλλο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;

Ίσως ένα πράγμα. Μια ακόμη μικρή συμπληρωματική ερμηνευτική υπόθεση…

Μήπως, άραγε, ο Χάρυ εντάσσεται σε ένα νέο είδος ήρωα (ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος που είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε) που δεν εκπροσωπεί τα κλασικά κοινωνικά σύνολά ή ομάδες (αδικημένες κοινωνικές τάξεις, ανερχόμενα ή καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα διαμορφούμενες εθνότητες), αλλά ταυτίζεται με μια νέα κατηγορία κοινωνικών μορφωμάτων, μειονοτικών και ισχυρών μαζί, που ταυτόχρονα ενδιαφέρονται να επηρεάσουν (να ¨σώσουν¨) το κοινωνικό σύνολο, με άλλα λόγια μ’ αυτά που το τελευταίο καιρό αρχίσαμε να αποκαλούμε «λόμπυ» ή οργανωμένες παραθεσμικές (ή και εξωθεσμικές) ομάδες πίεσης;

Σας θυμίζω εν συντομία τον βασικό μύθο.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και δρα ο Χάρυ Πότερ είναι μανιχαϊκά μοιρασμένος στα δύο.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πολλοί, η πλειονότητα (άπαντες πλην των μάγων): αποτελείται από τύπους αντιπαθητικούς, κοντόθωρους, άσχημους, βλάκες, ζηλιάρηδες, ανεπαρκείς γενικώς, σαδιστικών τάσεων, ανίκανους να αυτοδιοικηθούν (τυπικό δείγμα  οι Ντάρσλι, η οικογένεια που φιλοξενεί τον Πότερ πριν αρχίσει τις μαγικές του σπουδές). Υποτίθεται ότι δεν  κατέχουν από μαγεία, ίσως να έχουν λίγη επιστήμη, αλλά τίποτα δεν αποκλείει σε μια μελλοντική εξέλιξη η ιστορία να ξαναγραφτεί και να αποκαλυφτεί ότι και την επιστήμη την χρωστάνε στους μάγους! Στο βιβλίο η ανίκανη και καταδικαστέα αυτή πλειονότητα έχει όνομα (έτσι τουλάχιστον τους αποκαλούν περιφρονητικά οι μάγοι): είναι οι Μαγκλ! Οι Μάγκλ διέπονται από με μια βασική και αδικαιολόγητη (σχεδόν μεταφυσική) εμμονή: αντιπαθούνε τους μάγους!

Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μάγοι. Αυτοί φυσικά είναι λίγοι και εκλεκτοί. Ζουν σε ένα κόσμο παράλληλο και ημίκρυπτο, που ωστόσο τέμνεται με εκείνον της ¨κακής και ηλίθιας¨ πλειονότητας.

Οι μάγοι κρύβονται, γιατί οι Μαγκλ τους αντιπαθούν τόσο, που δεν τους επιτρέπουν να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης (και να ¨σώζουν¨ όποτε κρίνουν ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται τους φουκαράδες πλειονοτικούς Μαγκλ). Ωστόσο οι μάγοι είναι καλά οργανωμένοι, διαθέτουν παράλληλες μυστικές δομές εξουσίας, και όλα δείχνουν πως σκοπεύουν να σώσουν τους Μαγκλ, θέλουν δε θέλουν.

Στο κόσμο του Πότερ η δημοκρατία (το πολιτικό σύστημα που δίνει δίκιο στους περισσότερους) είναι μια ξεπερασμένη, ύποπτη ή και επικίνδυνη υπόθεση. Οι πλειοψηφούντες ζηλόφθονοι Μαγκλ δε χρειάζονται την δημοκρατία (κατά βάθος, ούτε καν την πολιτική): χρειάζονται εποπτεία.

Αντίθετα οι μάγοι διαθέτουν την πολυτέλεια της πολιτικής και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής διαφωνίας. Πράγματι, είναι διαιρεμένοι σε δύο φράξιες. Με άξονα το επίμαχο θέμα των σχέσεων με τους Μαγκλ είναι χωρισμένοι στους Διαλλακτικούς και τους Φονταμενταλιστές. Οι πρώτοι θέλουν λίγο-πολύ καλές σχέσεις με τους βλάκες της πλειονότητας και φτάνουν στο σημείο να είναι ανεκτικοί ακόμη και σε περιπτώσεις μικτών γάμων, οι δεύτεροι είναι τόσο ρατσιστές που καταδικάζουν κάθε περίπτωση επιμιξίας με τους Μαγκλ ενώ αποστρέφονται (μετά βδελυγμίας) τους τυχόν ¨ημίαιμους¨.

Ο Πότερ ανήκει στην πρώτη φράξια, άλλωστε η κολλητή του, η Ερμιόνη, είναι μεν ταλαντούχος μαθητευόμενη μάγισσα, αλλά είναι και ημίαιμη. Οι εχθροί του Πότερ ανήκουν στους μάγους φονταμενταλιστές. Αυτοί είναι που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους. Οι Μάγκλ (ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά πανηγυρικώς ανίκανοι), σε αυτό το παιχνίδι απλώς δεν παίζουν.

Εάν θα επέμενε κανείς να απαριθμήσει συνοπτικά τα παραπάνω ως υπαινισσόμενες αξίες, θα μπορούσε να σημειώσει ότι:

α. επιβεβαιώνεται η παλιά γνωστή (αντιδημοκρατική) ρήση ότι όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα. Εδώ όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: ναι μεν τα μικρά  δάχτυλα περιγράφονται ως πολλά και ανίκανα, τα μεγάλα όμως δεν είναι πια κάποιες ηρωικές μονάδες που αντιπαραθέτουν την ατομική τους ιδιοφυία στην καταπίεση του πλήθους (όπως στην κλασική εκδοχή), αλλά ανήκουν σε μια οργανωμένη μειοψηφία. Έμμεση παρότρυνση προς τους μικρούς αναγνώστες: αν θέλετε να ξεφύγετε από την τυραννία της μαζικής κοινωνίας φροντίστε να ενταχθείτε σε μια προνομιούχα μειονότητα. Μην δυσπιστείτε, γιατί αυτή κατά βάθος μπορεί να είναι καλή και χρήσιμη. Αν δεν σας κάνουν εύκολα μέλος, αρκεστείτε να τα έχετε καλά μαζί της. Είναι οι προνομιούχες μειονότητες που κάνουν πλέον παιχνίδι.

β. Οι εν λόγω μειονότητες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται πλέον να αιτιολογούν την παρουσία, τη δράση και την εξουσία τους με ορθολογικό τρόπο. Το κενό καλύπτεται από μια υπερφυσική-μαγική εκδοχή περί καλού και κακού.

γ. Οι εν λόγω μειονότητες δεν είναι (όλες/ακόμη) αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να απαιτούν προνόμια στα φανερά. Αν το έκαναν θα αντιμετώπιζαν ακόμη πιο έντονα τη δυσαρέσκεια που ήδη υφέρπει ανάμεσα στη μάζα/τέως λαό (Μαγκλ). Γι αυτό δικαιούνται (για την ώρα) να δρουν εν κρυπτώ.

Αυτό είναι το βασικό σκηνικό. Μέσα του πλέκονται οι επιμέρους μύθοι που έχουν απ’ όλα! Και δράκους, και τέρατα, και κακούς που είναι κακοί ως το κόκαλο και καλούς που είναι επιτήδειοι και ωραίοι. (Η Ρόουλινγκ δεν χρησιμοποιεί τις υποδείξεις της πολιτικής ορθότητας -που όλα τα δικαιολογεί / όλα τα εξωραΐζει- και αυτός είναι ίσως ένας από τους βασικούς λόγους της πλατιάς επιτυχίας του πονήματος).

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μερικές παρατηρήσεις που ξεκινούν από μια μικρή συμπληρωματική υπόθεση και οδηγούν σε ένα είδος ¨ανάγνωσης¨. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε μήνυμα με ευρεία διάδοση και αποδοχή, είναι δυνατές και αρκετές άλλες διαφορετικές ¨αναγνώσεις¨.

Στην προφανέστερη έχουμε να κάνουμε με μία καλοδιαμορφωμένη φανταστική ιστορία με  πλοκή, περιπέτεια και  ανατροπές, στην οποία ¨παίζουν¨ αρκετές ευρέως αναγνωρισμένες αξίες, όπως η οικογένεια, η φιλία, η γενναιοφροσύνη απέναντι στους εχθρούς, η αλληλεγγύη (μεταξύ ομοίων) και άλλες.

Τι θα μείνει από τον Χάρυ Πότερ;

Είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι το κοινό έχει τους δικούς του μηχανισμούς αποδοχής και αφομοίωσης των όσων του προσφέρονται (μπουχτιστικά) από  τους μηχανισμούς της απόδρασης και της (έμμεσης) πειθούς.

Ο Μίκυ Μάους κυριάρχησε και παράμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο, μάλλον ως ένα συμπαθητικό ποντίκι παρά ως ένας εθελοντής συνεργάτης των  απανταχού σερίφηδων.

Ο Σούπερμαν πήρε θέση στις παιδικές αναμνήσεις μάλλον σαν ένας ακόμη καλόβολος γίγαντας, παρά ως ο ιδανικός υπάλληλος αμερικανού εργοδότη, πρόθυμος να κάνει θελήματα χωρίς να ανακατεύεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο.

Ακόμη και ο Ράμπο πλασαρίστηκε στις χώρες της Μέσης Ανατολής  απογυμνωμένος από όλες τις ψυχροπολεμικές και αντι-ισλαμικές του αποχρώσεις για να ¨πιάσει¨ και να πουλήσει ως παραμύθι ακόμη και εκεί.

Επιμύθιο: οι ήρωες (και οι σκοπιμότητες) αλλάζουν, η περιπέτεια μένει.

Και στο κάτω κάτω, όπως λέει και η (διαλλακτική) μάγισσα – καθηγήτρια κα Μακ Γκόναγκλ στο πρώτο βιβλίο της Ρόουλινγκ, ¨Ο Χάρυ Πότερ και η φιλοσοφική λίθος¨ (σελίδα 21): «ας μη ξεχνάμε πως οι Μαγκλ δεν είναι και εντελώς ηλίθιοι…»

——-

(1) Κείμενο που έγραψα πριν δυο-τρία χρόνια, όταν γινόταν και πάλι ντόρος με αφορμή την προώθηση κάποιας από τις ταινίες του διοπτροφόρου μάγου. Είχα μάλιστα την (ατυχήσασα) έμπνευση να το στείλω προς δημοσίευση σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Εκεί, κατ’ αρχήν άρεσε, μετά άρεσε λιγότερο και όταν πάρθηκε η -αρνητική- τελική απόφαση, το θέμα δεν ήταν πια στην επικαιρότητα και έτσι έμεινε στα αρχεία μου μέχρι σήμερα.Σήμερα Κυριακή ξεφυλλίζοντας την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έπεσα πάνω στο νιοστό αφιέρωμα (προβολή νέας ταινίας του Χάρι) στον ήρωα της Ρόουλινγκ και θυμήθηκα ότι κάτι έχω γράψει σχετικά.


 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Μαΐου, 2010

 Ημίφως. Θαλασσόσκονη. Αλμύρα. Μέχρι να βρω κάτι πιο φρέσκο, ανασύρω ακόμη ένα κομμάτι ¨ΜΠΑ!!!¨…  Κι ένα κομμάτι από ¨Το Πολυτεχνείο¨ (που κάποτε απλώς έτρεμε!)

Θα τα κουβαλήσω στο κατάστρωμα, θα τα αφήσω να λιαστούν λίγο, θα τα ξεσκονίσω (έχω τα κείμενα όπως γράφτηκαν, χωρίς την επιμέλεια των εκδοτών, επομένως ίσως θέλουν λίγο συγύρισμα) και θα σας τα αναρτήσω εδώ δίπλα στις σελίδες.

Ας δούμε που είμαστε.

ΜΠΑ!!! Μέρος τέταρτο: Το Κτίσμα.

Τι τρέχει;  Πάνω κάτω τα εξής: Οι τρεις φοιτητές προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα τρυπώνοντας στην κοιλιά του Κεκραγμένου Λόφου. Εκεί θα συναντηθούν μεταξύ άλλων με τον Ψηφάρπαγα (ποντικό με πληροφορικές ικανότητες) και την Μαρίκα (γοητευτικό ανδροειδές θηλυκών προδιαγραφών). Το μαντζούνι που τους έχει προμηθεύσει ο Αέναος θα δημιουργήσει απρόσμενες συναισθηματικές περιπλοκές…

Ένα δείγμα (το πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους) εδώ παρακάτω …

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΟΒΕΡΟ

Ο φόβος

 

Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Πό­λης έχουν αλλάξει.

Δεν είναι πια οι φτωχοί, ωραίοι και ευθαρσείς τύποι που υπήρξαν κάποτε.

Η συμπεριφορά τους, εδώ και καιρό, έχει γίνει κάπως αλλόκοτη, αλλά αυτό δε μπορεί να το διακρίνει παρά μόνο όποιος έχει λείψει για πολύ καιρό από την Πόλη και γυρίζει και την ξαναβλέπει χωρίς να είναι προετοιμασμένος για τις αλλαγές που θα συναντήσει.

Ένα από τα καινούργια χαρακτηρι­στικά της Πόλης είναι ο φόβος.

Ο φόβος που κόβει βόλτες πάνω από τις ταράτσες με τις αγκαθωτές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα.

Ο φόβος που πλανιέται στους δρό­μους, ανάμεσα στις διαφημιστικές γιγα­ντοαφίσες και τους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου. 

Ο φόβος που μπαίνει από τα παρά­θυρα στις κρεβατοκάμαρες των ερωτευ­μένων και τους κόβει στα δύο το τελευ­ταίο εκτονωτικό ¨βαχ¨. 

Ο φόβος που την στήνει στα φανάρια του δρόμου και εμποδίζει τους αυτοκι­νούμενους να απογειωθούν με την επιτά­χυνση των τροχών τους.

Ο φόβος που τρυπώνει απ’ τις τρύπες του κλιματισμού στα γραφεία των επιχει­ρήσεων και εμποδίζει τα στελέχη να χα­ρούν τα πριμ παραγωγικότητας που τους χαρίζει κάθε τόσο η ευαρέσκεια της Εταιρείας.

Ο φόβος που τρυπώνει στα πορτοφό­λια των καταναλωτών και τους ελαττώνει την τέρψη από τις τελευταίες πανηγυρι­κές προσφορές της δωροκάρτας τους.

Κι όμως, εκ πρώτης όψεως, η Πόλη δεν θα έπρεπε να φοβάται.

Όσο και αν την περιβάλλει ο φτωχός, βάρβαρος  και ανασφαλής ¨Άλλος Κό­σμος¨, η ίδια ανήκει πια στην Προστα­τευμένη Περιοχή.

Εξάλλου η Πόλη δεν δείχνει να πο­λυενδιαφέρεται για τα πάθη των  Άλλων ή, γενικότερα, για την απώτερη τύχη του Κόσμου.

Η Πόλη, βασικά, έχει κολλήσει ¨γηρατειά¨ και φοβάται μήπως αρρωστή­σει βαριά και πεθάνει.

Και αυτός είναι ένας φόβος που οι νέο-προστατευμένοι κάτοικοι της Πόλης τον αποδέχονται με μαζοχιστική ικανο­ποίηση, δεδομένου ότι είναι ένας φόβος ευγενούς προέλευσης, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζει την αξιότιμη κατηγορία των καλοπερασάκηδων και τις κοινωνίες των προνομιούχων.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, αν και κα­νείς δεν έδωσε στο γεγονός ιδιαίτερη προσοχή, τα κύματα του φόβου πάνω από την Πόλη έχουν ξαφνικά οξυνθεί και πληθύ­νει.

Και μάλιστα, αν και όχι αμέσως, κά­ποιοι φοβοειδήμονες αντιλήφθηκαν την ασυνήθιστη κάθετη άνοδο του φοβοδεί­κτη.

Αυτοί οι φοβοειδικοί δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, οι συνήθεις θεράπο­ντες της Οριζόντιας Ψυχοβγαλτικής, παρά  είναι κάτι οξύνοες ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι μάλιστα, στην αρχή, κράτησαν την ανακάλυψη για τον εαυτό τους και τους εργοδότες τους.

Ο πρώτος πρώτος, μάλιστα, που κατάφερε να εντο­πίσει ότι η εστία του φαινομένου βρισκό­ταν στην άκρη της Πόλης γύρω από τον Κεκραμένο Λόφο, είχε τη δέουσα ανα­γνώριση από την Εταιρεία του και εισέ­πραξε ειδικό βραβείο για την ανακάλυψή του κατά τη διάρκεια μυστικής πανηγυ­ρικής τελετής.

Αυτός εδώ ο νέος φόβος δεν είναι τόσο υπονοούμενος και διαχεόμενος όσο ο φόβος που έχει συνηθίσει η Πόλη, παρά είναι πιο άμεσος, πιο όξινος και πιο διεισδυτικός.

Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι εμπεριέχει όλα τα γνωστά είδη του φόβου: ένα φόβο ανακατεμένο με πε­ριέργεια, έναν φόβο ρίγος και ανατριχίλα, έναν φόβο φυσιολογικό, έναν φόβο δια­κοσμημένο με νυχιές τρόμου,  έναν φόβο ανακατεμένο με μεταφυσικό δέος, έναν φόβο ενστικτώδη, έναν φόβο υποχόνδριο, έναν φόβο που προσπαθεί να εκλογικευ­τεί, έναν φόβο από κείνους που βαράνε στο στομάχι, έναν φόβο που παραλύει τα άκρα και τα μέσα, έναν φόβο που ενερ­γοποιεί, έναν φόβο που δημιουργεί θύ­ματα κι έναν φόβο που δημιουργεί ήρωες, μια που, όπως είναι γνωστό, ο ηρωισμός είναι ένας θεμιτός και κοινω­νικά χρήσιμος τρόπος για να καταπολε­μήσεις τον φόβο σου.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει περάσει καιρός πολύς από τότε που εντοπίστηκε η πηγή του νέου φόβου, και να που ξεφύ­τρωσαν παντού σειρές από διαφημιστικές γιγαντοαφίσες των ασφαλιστικών εται­ρειών που, αν τις ακολουθήσει κανείς,  θα καταλήξει απαρεγκλίτως εκεί: στους πρόποδες του Κεκραμένου Λόφου.

Πίσω λοιπόν από κάμποσους αυθόρ­μητους περίλυπους ψιθυριστές που έχουν έρθει αυτοβούλως στο λόφο και σιγο­ψέλνουν συγκεντρωμένοι σε ομάδες έξω από το σημείο όπου ανακαλύφτηκε το Κτίσμα, μπορεί  κανείς να διακρίνει πά­γκους και περίπτερα με τα εμβλήματα των γνωστότερων εξασφαλιστικών πολυ-εταιριών.

Οι φοβοπράκτορες που έχουν σπεύσει εδώ, προσπαθούν με διάφορες προφάσεις να παρασύρουν την πελατεία τους προς τους πάγκους των εγγραφών και των συμβολαίων στην ενισχυμένη  φοβοφόρο ζώνη.

Και, πράγματι, φαίνεται ότι ο φόβος ως εμπορεύσιμο προϊόν, θα μπορούσε να αποφέρει εκπληκτικά κέρδη, στους επι­νοητικούς πωλητές, αν δεν πλήττονταν και οι ίδιοι από τα διαχεόμενα φοβοκύ­ματα και έτσι μπερδεύονται  και δεν μπορούν να αρθρώσουν πειστικά το αι­σιόδοξο και το υποσχετικό μέρος των επιχειρημάτων τους.

Έτσι, εν τέλει, πέρα από το φόβο, γύρω από τον Κεκραμένο υπάρχει και κάμποσο άγχος και κάμποσα φορητά φαρμακεία  και κάμποσοι περιφερόμενοι οριζόντιοι ψυχοβγάλτες, πτυχιούχοι και πρακτικοί.

Α ναι, υπάρχουν επίσης και κάμποσοι περιπλανώμενοι μικροπωλητές φτηνών αρωμάτων και αντι-οσμητικών σπρέι γιατί στον τόπο αυτό, εκτός απ’ το φόβο δια­χέεται και μια απροσδιόριστη αλλά πά­ντως υπαρκτή δυσωδία.

 

 

 

Ένα κομμάτι από το ΜΠΑ!!! (περισσότερα εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨) γραμμένο πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Το ΜΠΑ!!! εκδόθηκε τον Οκτώβρη του  2002

Αν. Εν.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨, νέα κεφάλαια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2009

Πέντε νέα κεφάλαια, από το 11ο έως 15ο από το ¨καλοκαιρινό ανάγνωσμα¨, μαζί με όλα τα παλαιότερα σχετικά κείμενα, (όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου) δημοσιεύονται εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨ .

Η μεταφορά έγινε επιδιώκοντας κάποια αποσυμφόρηση στην αρχική σελίδα.

Θα τα πούμε σύντομα. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 10

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  10.  Επιτόπια έκρηξη (συναισθημάτων)

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

    

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | 2 σχόλια »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 9

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  9.  Αημαρκσίδης: Κάτι κάνει κλικ μέσα μου

Το κείμενο μεταφέρθηκε εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨, με τον τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨.

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 8

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  8.  Την ίδια ώρα,

              αρκετά μέτρα πιο κάτω.

Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

     

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 7

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  7. …και (ενώ ο Χαράλαμπος φτιάχνει Χαράλαμπους)

              ο Δέλτας παίρνει μια πρώτη γεύση από τα

              τεκτενόμενα

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 6

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουλίου, 2009

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ  6. Κυλικείο.

             Όπου ο Αημαρκσίδης

             και ο Δέλτας τα λένε…

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινά αναγνώσματα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

 Σας έχω εδώ παρακάτω  -σπονδή στην αυξανόμενη ζέστη- τα πρώτα κεφάλαια από «Το πολυτεχνείο τρέμει». Πιο κάτω θα βρείτε και την (ήδη αναρτημένη) εισαγωγή και, στις σελίδες αριστερά, τα περιεχόμενα και τα βασικά πρόσωπα. Καλές δροσιές.

Β.Ν.  

 

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 5

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Στοπ καρέ στον Βαρωνάκο.

    Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

 

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 4

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  4. Όπου ο Tομέας ΑΠΑΣ συνεδριάζει…

    Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨ 

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 3

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  3.  Γραφεία του ΤΑΠΑΣ ([1])

                          Λίγο  αργότερα…

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 2

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  2. Δόνηση πρώτη

                        Απαλά, απαλά

                        Από τα δεξιά προς τ’ αριστερά

                        Κι αντίστροφα.

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨

    

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Καλοκαιρινό ανάγνωσμα 1

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ:  Δευτέρα

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1  

          Ώρα 05.30, Στρούμφειο

 Το κείμενο μεταφέρθηκε  εδώ αριστερά, στις¨σελίδες¨, με τίτλο ¨Το πολυτεχνείο τρέμει¨ 

   

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το πολυτεχνείο (όπως άλλωστε και το πανεπιστήμιο) τρέμει…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουλίου, 2009

Όπως σας είχα υποσχεθεί, ιδού μερικά αποσπάσματα από “Το Πολυτεχνεί τρέμει…”, ένα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας, πρώτη έκδοση: εκδόσεις Παραπέντε -1995. (Έχει εξαντληθεί – Ψάχνω εκδότη για επανέκδοση).

(Μιάμιση δεκαετία μετά ίσως και να τρέμει πιο πολύ!).

Αρχίζουμε με την εισαγωγή

 Σημείωμα2 002

EΙΣΑΓΩΓΗ

      Τον καιρό εκείνο ο Τόπος άλλαζε και μαζί του άλλαζε και

η Πόλη.

     Μια νέα εποχή ήταν να γεννοβοληθεί στον πλανήτη, αλλά

κανείς δεν ήξερε,  ούτε μπορούσε να προβλέψει πώς θα ’ταν.

     Άλλοι έλεγαν πως θα ΄ναι μια καλή εποχή και όλα εκείνα τα

αυθεντικά που ως τότε έλειπαν (αν και κανείς δε μπορούσε να

τα ονοματίσει ρητά) θα έπαυαν να λείπουν.

     Άλλοι πάλι φοβόντουσαν και προφήτευαν μύρια κακά.

     Στο μεταξύ οι παλιές παραδοσιακές εποχές τα ΄χαν παίξει.

     Το καλοκαίρι μύριζε πετρέλαιο και μούχλα.

     O ήλιος κρυφογελούσε περιπαικτικά και είχε αρχίσει να

φοράει μαύρα γυαλιά. Κάθε τόσο αμολούσε περίεργες ακτίνες που

έκαιγαν και άφηναν στα δέρματα μυστηριώδη και ανεξίτηλα

σύμβολα.

     Ο χειμώνας ήταν απρόβλεπτος και η άνοιξη και το

φθινόπωρο δεν αποτελούσαν πια εποχές αλλαγής, αλλά, γεμάτες

με αλλεπάλληλα ξεσπάσματα και νάζια, έμοιαζαν περισσότερο με

αναμνήσεις από ένα καλύτερο παρελθόν.

     Μαζί με τις εποχές τα ΄χαν παίξει κι οι άνθρωποι.

 

     Τον καιρό εκείνο στον Τόπο επικρατούσε Σύγχυση.

     Αόρατα δίχτυα με πυκνή ύφανση και ανθεκτικούς αν και

αόρατους ιστούς πολλαπλασιάζονταν στον αέρα του πλανήτη.  Με

χοντρούς κορμούς και λεπτεπίλεπτα άκρα, κάλυπταν όλο και πιο

πολύ τις πόλεις και τα χωριά, προκαλώντας στους ανθρώπους

ξαφνικές αλλαγές συμπεριφοράς χωρίς οι ίδιοι να

συνειδητοποιούν το γιατί.

     Άλλοι άρχισαν να εθίζονται στην σφικτή αγκαλιά των

διχτυών και να ονομάζουν την κάθε απρόσμενη αλλαγή Ελευθερία.

     Στον Άφαντο δημιουργό της νέας Ελευθερίας, που απάλλασσε

από παλιές υποχρεώσεις και νέες ενοχές, αφιέρωσαν ειδικές

τελετές, ιδιωτικά αυτοκαταναλωνόμενες, κυρίως τα βράδια από

τις οκτώ μέχρι τις δώδεκα.

     Σε άλλους πάλι, τα δίχτυα προκαλούσαν ζαλάδες και

πονοκεφάλους, αλλά και στομαχόπονους καμιά φορά.

     Τέλος, μερικοί ιερόσυλοι προσπαθούσαν να τα διερευνήσουν

και να τα αναλύσουν, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.

 

     Οι αόρατες παραφυάδες είχαν περιτυλίξει πρόσφατα τον

Τόπο της ιστορίας μας.  Οι αντιδράσεις των ντόπιων ήταν ακόμη

μπερδεμένες και δεν  μπορούσε κανείς να τις ταξινομήσει με

ευκολία.

     Εξάλλου ο Τόπος είχε ανέκαθεν τις ιδιομορφίες του,

θετικές και αρνητικές, χάρη στις οποίες, λίγο-πολύ, τα ‘χε

βγάλει πέρα στις εξετάσεις της Ιστορίας.

     Η σύγχυση δεν τους ήταν άγνωστη ως παράμετρος της ζωής

και ήξεραν ότι ένα από τα αντίδοτά της ήταν το Ζόρι.

     Όταν ζορίζονταν έβλεπαν τα πράγματα πιο απλά και πιο

καθαρά.

     Τα δίχτυα όμως δεν ζόριζαν.

     Ή τουλάχιστον δεν ζόριζαν ζόρικα.

     Τα δίχτυα πίεζαν μόνο με ανεπαίσθητους συμβουλευτικούς

υπαινιγμούς, ενώ ταυτόχρονα στηρίζονταν σε υποστηρίγματα

ορατά, καθ’ όλα αξιοσέβαστα και καθώς πρέπει.

     Όπως, μεταξύ άλλων, η ελευθερία να αγαπάς τον εαυτό σου,

όσο μικρός και ταπεινός κι αν είναι, αρκεί να συμβιβάζεται με

ορισμένες -καθόλου δύσκολες και προπαντός καθόλου ηρωικές-

προδιαγραφές.

     Κι ακόμη, η ελευθερία να λατρεύεις τον μικρό σου εαυτό

σε μεγάλα αντίγραφα που, π.χ.  τραγουδούσαν άσχημα, που

υποκρίνονταν με αφοπλιστική ατεχνία, ή και που διοικούσαν

όπως ακριβώς θα διοικούσες και εσύ.

 

     Μερικοί, για να τα βγάλουν πέρα και να βρουν καταφύγιο

άρχισαν να ψάχνουν μέσα τους.

     Εκεί τους είχανε πει, από παλιά, πως υπάρχει ελπίδα,

όταν απέξω όλα αλλοιώνονται και χαλάνε.

     Ήταν μια σοφή συμβουλή το να μάθεις ποιος είσαι.

     Αλλά για να μάθεις κάτι χρήσιμο από σένα έπρεπε να

κοιτάς ευρυγώνια και από κάποια απόσταση.

     Άμα κολλούσες το κεφάλι στο πετσί σου ή, ακόμα

χειρότερα, άμα το έχωνες στις σάρκες σου δεν έβλεπες παρά

παραμορφωμένα τέρατα, όμοια με εκείνα που σου δείχνανε κάθε

βράδυ στον κάθετο  βωμό των κινουμένων ειδώλων.

     Στο τέλος βέβαια συμφιλιωνόσουνα με τα δικά σου τέρατα

καθώς και με τα τέρατα των άλλων.

     Ύστερα, αυτά έπαιρναν αέρα και σιγά σιγά βγαίνανε στην

επιφάνεια, έκαναν το δικό τους σόου και είχανε και εμπορική

επιτυχία.

     “Και τι τρέχει;” έλεγαν.  “Τέρατα είμαστε, είναι

φυσιολογικό τα κακά και οι ματσακωνιές να μας αρέσουν.  Και

άμα λάχει είμαστε και πλειοψηφία στους καλοφαγωμένους και

στους καλοφαγάδες”.

     Ήταν, τέλος, κι εκείνοι που βλέποντας πως όταν τρυπούσαν

το αύριο έβγαινε έξω καταχνιά, προτιμούσαν να τρυπάνε τη μάνα

Γη, ψάχνοντας για ελπίδες και για γνώσεις κρυμμένες σε

καλύτερα παρελθόντα.

 

     Στον Τόπο υπήρχαν από παλιά ορισμένα Ιδρύματα αναζήτησης

και διατήρησης της γνώσης, φτιαγμένα και καθαγιασμένα πολύ

προτού δημιουργηθούν τα δίχτυα.

     Εκεί η Σύγχυση που προκαλούσε το γεννοβόλημα της Νέας

Εποχής στον Τόπο προσλάμβανε ιδιόμορφες όψεις, μερικές φορές

αλλόκοτες, που και που διασκεδαστικές…

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες Συγγραφής ΙV: Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει για το ¨Πολυτεχνείο Τρέμει¨

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 12 Απριλίου, 2009

  

Στρουμφίζοντας το κέλυφος

 

 

    Ο Ανώνυμος Ένας γράφει ένα μυθιστόρημα που αποφλοιώνει το ¨Στρούμφειον¨ Πολυτεχνείον: διαλύει το δήθεν φωτοστέφανο του μεγάλου Ιδρύματος που υποτίθεται προσπορίζει γνώση, ραμφίζει την σοβαροφάνεια,  τους κώδικες επιβολής, τις ρητορικές της εξουσίας, τους ρόλους των μεγαλο-καθηγητάδων,  τις πόζες, τα διαχειριζόμενα ιδεολογήματα προς ανέλιξιν, τον αμοραλισμό, τον καριερισμό, την κενότητα, τον γλύψιμο, την μεγαλοστομία.

     Οι ήρωες- ρόλοι είναι αντιπροσωπευτικοί και εμβληματικοί ενός κόμικ, με αντίστοιχα, σημαντικά και παρασημαντικά ονόματα, που μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι απομυθοποίησης, στο οποίο τίποτε δεν μένει όρθιο – ούτε και η περισφρέουσα έξωθεν δημοσιογραφία και αστυνομία.

     Η υπόδυση, το στιλάκι, η αυταρέσκεια, τα συνθηματικά και η αργκό μιας ένδον κατασκευασμένης ιεραρχίας και μιας διαρκούς, μάταιης διαπάλης συνθέτουν ένα μικροσύμπαν ανθρωπαρίων, μια πινακοθήκη μονοδιάστατων, επιβλητικών και φαιδρών αντι-ηρώων που αγωνίζονται για την επιβίωση, την επικυριαρχία και την δόξα διαγκωνιζόμενοι όπως τα γουρουνάκια στην ταϊστρα.

     Με γνώση πολύχρονη, εκ των ένδον, ο Ανώνυμος, βιτριολίζει ανελέητα όλους και όλες εκείνους, που οχυρωμένοι πίσω από την παρένυση του «επιστήμονος» και του καθηγητού, πίσω από αξιοπρεπή και ιδιάζοντα λεκτικά ισχύος και συμπεριφορές ενός ιδιόμορφου ιερατείου, κρατικοδίαιτοι  και – συνήθως- εκ του  ασφαλούς προοδευτικοί, πασκίζουν να υπάρξουν και να νικήσουν, ως Στρουμφάκια που φοβούνται μήπως κάποιος, απ’ τους κοντινούς ή από τους έξω, τους αρπάξει το κουβαδάκι που παίζουν.

     Έτσι γίνεται, όπως τα λέει ο Ανώνυμος και μάλλον έτσι θα γίνεται, σ’ αυτούς τους χώρους – που από μια άποψη μπορεί να είναι και χειρότεροι της λαχαναγοράς-  πάντα, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, βεβαίως, που κι αυτές τείνουν να γίνουν είδος προς εξαφάνισιν.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

 

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για να συνοδέψει τη 2η έκδοση

του Μυθιστορήματος Πανεπιστημιακής Φαντασίας ¨ Το Πολυτεχνείο τρέμει¨.  Η επανέκδοση προς το παρόν παίζεται, αλλά τα καλά λόγια μένουν (χρωματίζοντας τις αίσιες φάσεις των ¨περιπετειών συγγραφής¨). Ηλεκτρονικά αποσπάσματα από το βιβλίο στο εγγύς μέλλον. Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής (ΙΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2009

Μετά τα σημειώματα Ι και ΙΙ (βλέπε εδώ παρακάτω -και, όλα μαζί, αριστερά, στις ¨σελίδες¨), τα οποία με διαφορετικούς τίτλους αναφέρονται στο πως (στην περίπτωσή μου) γράφτηκε ένα μυθιστόρημα, ιδού το σημείωμα νούμερο ΙΙΙ όπου, επιτέλους, το εν λόγω δημιούργημα έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στη φάση αναζήτησης εκδότη.

 

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο εκείνο όπου ο μπόγος που εξέβρασε ο εκτυπωτής συμπτύσσεται  σε έναν εμφανίσιμο, αξιοπρεπή φάκελο, ο τίτλος, έστω προσωρινός, παίρνει θέση στο εξώφυλλο και η ώρα της αυτό-έκθεσης πλησιάζει αδυσώπητα.

 Πάντως, το γεγονός ότι το κείμενο τελείωσε και είναι εκεί, μπροστά σου, καταγεγραμμένο, ολοκληρωμένο, δομημένο, αρτιμελές, με αρχή, μέση και τέλος, ήδη σε γεμίζει με αισιοδοξία. Το κοιτάς που σου βγήκε πιο μεγάλο απ’ όσο έλπιζες και λες: ¨Για δες πως γεμίζουν οι λευκές σελίδες έτσι και πάψεις να προβληματίζεσαι για το αν θα γεμίσουν ή όχι!¨  

Όμως, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο στοίχημα το κέρδισες. Ο τοκετός ολοκληρώθηκε, ο γεννήτορας επέζησε,  και για το πόνημα ελπίζουμε τα καλύτερα!

Είναι μάλιστα τόση η αισιοδοξία σου, που αποφασίζεις να εμπιστευτείς το πνευματικό σου τέκνο απ’ ευθείας στους ¨μεγάλους¨ εκδότες. Και μάλιστα μένοντας Ανώνυμος. Δεν τηλεφωνείς λοιπόν στους παλιούς σου συμφοιτητές, μερικοί εκ των οποίων σταδιοδρομούν στον εκδοτικό χώρο, άλλοι ως σύμβουλοι εκδόσεων, άλλοι ως πολιτισμικοί πολύ-παράγοντες, αλλά προβαίνεις στο διάβημα προς τους ¨μεγάλους¨, ταχυδρομικώς, αφ εαυτού και άνευ ενδιάμεσων κρίκων. 

Αφελές!

Τότε δεν ήξερα ότι οι ¨μεγάλοι¨ σε τέτοιου είδους περιπτώσεις:

α . δε σου απαντούν καθόλου

β . σου απαντούν ύστερα από έξι μήνες για να σου πουν ότι για να το διαβάσουν πρέπει να τους διαβεβαιώσεις γραπτώς ότι δεν το έδωσες (για διάβασμα) και σε άλλο εκδότη (έτσι, για να το δείξεις σε τρεις τέσσερεις από αυτούς, χρειάζεσαι περίπου τρία τέσσερα τέρμινα).

γ. διαθέτουν ¨ομάδες αναγνωστών¨ οι οποίες δεν ελέγχουν απλώς αν το κείμενο ¨διαβάζεται¨, αλλά που συχνά συμπεριλαμβάνουν εκπροσώπους διαφόρων ¨τάσεων¨ και ¨δυνάμεων¨ που ελέγχουν την (ανά περίπτωση) ¨πολιτική ορθότητα¨ των κειμένων.  Η πλάκα είναι ότι αν απορριφθείς για λόγους μη επαρκούς πολιτικής ορθότητας, ουδέποτε θα το μάθεις. Σε αυτή την περίπτωση γυρνάμε στο πρώτο σημείο α΄: δε σου απαντούν καθόλου.

 

Εδώ νομίζω ότι χρειάζεται μια διευκρινιστική υποσημείωση:

Αν τύχει και είσαι εν ενεργεία πανεπιστημιακός, τότε ο κόσμος των εκδοτών μπορεί να χωριστεί σε δύο ομάδες.

Υπάρχουν:

α. Αυτοί που εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό και που ενδιαφέρονται για σένα, σου στέλνουν ευχητήριες κάρτες, σου αποστέλλουν τους καταλόγους τους, σε αγαπάνε, σου χαμογελάνε, σε κολακεύουν και -κυρίως- είναι έτοιμοι να εκδώσουν τις (επιδοτούμενες, τουλάχιστον όσο αφορά την κυκλοφορία) διδακτικές πανεπιστημιακές σου συγγραφές, και  

β. Αυτοί που δεν εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό, παρά παρουσιάζονται ταμένοι (από μικροί)  γενικώς ή κυρίως στη λογοτεχνία και τα παρακλάδια της και οι οποίοι -εκ προοιμίου, φίλε ανώνυμε- ποσώς ενδιαφέρονται και για τις δικές σου λογοτεχνικές ανησυχίες.

Αυτοί οι δεύτεροι μπορούν να χωριστούν σε:

β1. Μικρο Μεγάλους, (δηλαδή την ελληνική εκδοχή του όρου ¨μεγάλος¨) , για τους οποίους είπαμε παραπάνω

β2. Μικρο Μεσαίους, για τους οποίους θα πούμε παρακάτω, και

β3. Μικρο Ανύπαρκτους, που επιβιώνουν κυρίως από την εκμετάλλευση των αυτοεπιδοτούμενων συγγραφικών ονείρων μερικών πρωτοεμφανιζόμενων λογοπλόκων, πρόθυμων να επιδοτήσουν την έκδοση και τον εκδότη από τη τσέπη τους.

Αυτούς τους αποκλείουμε από την αρχή και ξεμπερδεύουμε.

 

Όταν  οι μέν ¨μικροί¨ είναι εκ προοιμίου αποκλεισμένοι, οι δε ¨μεγάλοι¨ τσιμουδιά (κάποτε βαριέσαι να τους περιμένεις), δε μας απομένουν παρά αυτοί που δεν χρησιμοποιούν ομάδες και συμβούλους, ούτε περιμένουν από σένα να χρηματοδοτήσεις το εγχείρημα,  και κατά συνέπεια εύλογα υποθέτεις ότι βασίζονται, όσο αφορά τις εκδοτικές τους επιλογές, στο ένστικτο και τη μύτη τους: οι ¨Μεσαίοι¨.

Αποφάσισα να απευθυνθώ σ’ αυτούς.

 

Έτσι λοιπόν, μία ωραία πρωία πήρα υπό μάλης τέσσερα αντίγραφα (που λέει ο λόγος, -αν τα έβαζα υπό μάλης θα με δυσκόλευαν στην οδήγηση-, η αλήθεια είναι ότι τα έβαλα σε μικρό ταξιδιωτικό σάκο και τα πέταξα στο πορτ μπαγκάζ) και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να ¨χτυπήσω¨ ισαρίθμους εκδότες ανήκοντες στην σωστή εκδοτική κλίμακα.

Για να μη σας τα πολυλογώ, τα αποτελέσματα υπήρξαν τα εξής:

·        οι δύο το έπαιξαν αφυψηλούδες ή άσχετοι και δεν απάντησαν

·        ο ένας πρότεινε σύντμηση του πρωτόλειου δημιουργήματος στο μισό περίπου, γιατί ύστερα από μακρόχρονη παρατήρηση του εκδοτικού του κοινού είχε καταλήξει ότι οι νεοέλληνες από βιβλία διαβάζουν  μόνο τα μισά.

και…

·        ένας ενθουσιάστηκε!

 

Επρόκειτο για τον Γιώργο Μπαζίνα εκδότη βιβλίων επιστημονικής φαντασίας και κόμικς, συγγραφέα ¨παράλογων ιστοριών¨ συγγενών κατά κάποιο τρόπο με τις δικές μου.

Περιττό να σας πω ότι (όχι μόνον κατόπιν τούτου) οι Αφοι Μπαζίνα, (υπάρχει και ο Νίκος, επί των οικονομικών-οργανωτικών) μου προέκυψαν αμέσως συμπαθέστατοι. Εξ  άλλου ο Γιώργος έσπευσε ευθύς εξ αρχής να μου εξηγήσει ότι οι καλές σχέσεις ανάμεσα σε συγγραφέα και εκδότη αποτελούν τη μόνη σοβαρή εγγύηση, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα του κοινού εγχειρήματος, αλλά και για την τελική έκβαση εκείνης της (επί του παρόντος δευτερεύουσας αν και όχι αμελητέας) όψεως αυτών των σχέσεων που θα μπορούσαμε (με τη δέουσα σεμνότητα) να αποκαλέσουμε “οικονομική”.

Πράγματι, ο Γιώργος μου επεσήμανε ότι, όπως και να το κάνουμε, ¨ο εκδότης δεν ελέγχεται¨. Έτσι εγώ (σε επαφή αργότερα και με άλλους, λιγότερο συμπαθείς εκδότες) συμπληρώνοντας τις κοινωνιολογικές μου παρατηρήσεις επί του προκειμένου, κατάλαβα ότι στις πρώτες απόπειρες έκδοσης, ο συγγραφέας μάλλον δεν πρόκειται να λάβει απάντηση στα ακόλουθα (σεξπηρικά) ερωτήματα:

α. Πόσα ακριβώς αντίτυπα του έργου του τυπώθηκαν;

β. Πόσα από αυτά πωλήθηκαν μέσα σε ένα ¨άλφα¨ χρονικό διάστημα;

γ. Σε ποια ακριβώς τιμή πωλήθηκαν;

δ. Ποια θα μπορούσε να είναι η δική του απολαβή από αυτά τα έσοδα (αν δεν ήταν αυτή που τελικά ήταν, αν ήταν…)

 Όμως οι δικοί μου πρώτοι εκδότες υπήρξαν -επαναλαμβάνω- συμπαθείς και ειλικρινείς. Αυτό σημαίνει  ότι όταν, ένα χρόνο περίπου μετά, έλαβα από τον εκδοτικό οίκο μία επιταγή (ήμουν τότε στη Ρώμη, αλλά αυτή είναι μια ιστορία που θα σας διηγηθώ άλλοτε), αντί να την εξαργυρώσω και να την δηλώσω στην εφορία,  θα έπρεπε μάλλον να την είχα κορνιζώσει και αναρτήσει μεταξύ των πολυτίμων κειμηλίων/παραγώγων  της  πνευματικής μου ζωής.

 

Αλλά

μέχρι να συμβεί αυτό, αλλά και ύστερα από αυτό, θα συμβούν και κάμποσα άλλα ενδιαφέροντα συγγραφικά, που θα σας εξιστορήσω προσεχώς…

Β.Ν. 

 

(συνεχίζεται…)

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Πώς έγραψα ένα μυθιστόρημα (ΙΙ)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Ιανουαρίου, 2009

(ή) Περιπέτειες και εμπειρίες ενός ακόμη επίδοξου συγγραφέα, μέρος β.

 

Σας έλεγα λοιπόν (σε προηγούμενο κείμενο, εδώ παρακάτω) πώς συνέβη και η συγγραφή της διατριβής μπορεί να προκαλέσει συγγραφικές παρενέργειες: ένα δεξί χέρι ¨λυμένο¨, ξεαγκυλωμένο, εν τινι μέτρω χειραφετημένο, μπορείς να το πεις και ξεκολλημένο και ξεκωλωμένο και προπονημένο και σε φόρμα και σε ¨όρμα¨, κι έξω απ’ τη νόρμα, ενώ  ταυτόχρονα  φουντώνει μέσα σου μία έντονη εκφραστική ανάγκη, επί μακρόν καταπιεσμένη από την τυπικότητα του ύφους που χαρακτηρίζει τις επιστημονικές εργασίες και ειδικότερα τις διατριβές.  

Έτσι κι εγώ, που σε μυθοπλασία ίσαμε τότε δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα και που οι γραφές μου εξαντλούνταν σε μερικά δοκίμια (για την κοινωνία, τον χώρο και την επικοινωνία -τα αγαπημένα μου θέματα), συν κάποιες νεανικές ερωτικές επιστολές και μερικές μαθητικές εκθέσεις ιδεών,  άρχισα να σκέπτομαι (και αμέσως μετά να υλοποιώ) τη συγγραφή μιας εκτεταμένης μυθιστορίας.

 

Αναζητώντας δακτυλογράφο

Ας προσθέσω όμως ότι στο μεταξύ (δευτερεύον ίσως, αλλά καθόλου αμελητέον για τις νέες μου δραστηριότητες), είχε συντελεστεί γύρω μου μια σημαντική ¨γραφική¨ επανάσταση.

Δηλαδή:

*είχα αρχίσει να γράφω τη  διατριβή στο χέρι, με μολύβι, καθώς αγνοούσα το χειρισμό της γραφομηχανής (αν και είμαστε ήδη στην τελευταία δεκαετία του εικοστού)

*έδωσα τα πρώτα χειρόγραφα σε επαγγελματία δακτυλογράφο με γραφείο στο κέντρο της πόλης

*τα ξαναπήρα μετά από εκνευριστικά μακρύ  χρονικό διάστημα και τα επέστρεψα πίσω μόλις διαπίστωσα ότι ο αριθμός των λαθών ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο.

Οδηγίες: επαναλάβετε αυτό το πήγαινε/έλα επί το ¨κάμποσες φορές¨, πολλαπλασιάστε το αποτέλεσμα επί ικανό αριθμό κεφαλαίων και θα κατανοήσετε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο, τον παλιό εκείνο τον καιρό, τόσο οι μυθοπλασίες όσο και οι επιστημονικές διατριβές ήταν εγχειρήματα δύσκολα, γεμάτα δοκιμασίες, απογοητεύσεις, μουτζούρες, παραπομπές, παροράματα, διορθωτικές παρεμβάσεις με γόμα, με ξυραφάκι, με σκολορίνη, με λεξικά, με υπομονή, στο περιθώριο,  στο τέλος, ή στην επόμενη έκδοση (επαυξημένη, αναθεωρημένη, ανακαινισμένη, εξωραϊσμένη και προπαντός διορθωμένη). 

 

Όμως ο μικρός μου αδελφός, ο Μάριος, με λυπήθηκε και μου ενεχείρισε μικρή μαγνητική δισκέτα με πρόγραμμα εκμάθησης πληκτρολογίου, μαζί με πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ονόματι first choice, πρωτόγονο για τα σημερινά μέτρα, αλλά θαυματουργό για τα τότε. Έτσι, ο Άλλος, ο επιλεγόμενος Ατίθασος καθώς επίσης και Ανυστερόβουλος Υπολογιστής, μπήκε στη ζωή μου. Μετά από μια λογική περίοδο άσκησης, τα κείμενα μου άρχισαν να σουλουπώνονται, τουλάχιστον οπτικά, και η εποπτεία μου πάνω τους ήτανε πλέον εφικτή χωρίς ζόρι και, κυρίως, χωρίς ανακατέματα τρίτων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η συνταγή συγγραφής (τι να ρίξεις στο καζάνι όπου βράζουν οι καλές σου προθέσεις για την σύνταξη μιας λογό ή παρά λογο-τεχνικής παραγωγής) στην περίπτωσή μου περιλαμβάνει: α) χέρι λυμένο (το είπαμε), β) εκφραστική συμπίεση (την περιγράψαμε), και γ) την υιοθέτηση μιας τεχνολογικής καινοτομίας σχετικής με τα εργαλεία γραφής (την συμπληρώσαμε κι αυτή).

Άρα όλα είναι έτοιμα για να πάμε παρακάτω: στην αναζήτηση του στοιχειώδους εναρκτήριου μύθου προς επεξεργασία.

 

Αναζητώντας τον μύθο

Ένθετη συμβουλή προς νέους συμπάσχοντες: Ακόμη και αν έχετε αδυναμία στις φανταστικές αφηγήσεις, όπως ο υπο(μη)φαινόμενος, διαλέξτε μια θεματολογία αγκυρωμένη στις άμεσες εμπειρίες σας. Έτσι θα πατάτε σε στέρεο έδαφος και η αφήγηση θα δέσει καλύτερα. Όσο αφορά εμένα, τον καιρό εκείνο οι πιο επίκαιρες, (αν και όχι οι πιο συναρπαστικές) εμπειρίες μου αφορούσαν στην πανεπιστημιακή ζωή. Έτσι σιγά σιγά οι μυθοπλαστικές μου ιδέες άρχισαν να διαμορφώνονται και να περιπλέκονται ως εξής:

*Ας πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, υποθετικό μεν, αλλά με πραγματικά χαρακτηριστικά.

*όπου ξαφνικά οι καθηγητές του αρχίζουν ένας ένας να κιτρινίζουν, να αποδημούν, ενώ ταυτόχρονα ο, τι απομένει από αυτούς εξαφανίζεται…

*ας φτιάξουμε κι έναν νεαρό ήρωα, χαμηλόβαθμο πανεπιστημιακό και ας τον κάνουμε βασικό ύποπτο, (έχει κίνητρο μια που του κλέβουν συστηματικά τις εργασίες οι οποίες υπογράφονται από ολιγόνοες ανωτέρούς του, έτσι ώστε να αποκτήσουν κι αυτοί ένα λαμπερό curriculum vitae. Αυτόν τον Ήρωα ας τον ονομάσουμε Αημαρξίδη, όχι, Αημαρκξύδη… ή καλυτέρα Αημαρκσίδη. Κίμωνας Αημαρκσίδης, ποντιακής καταγωγής,  χωρισμένος με παιδί και πεθερά.

*ας του δημιουργησουμε κι έναν φίλο, δημοσιογράφο, για να εμπλέξουμε και τα ΜΜΕ και ας του δώσουμε το όνομα ενός γράμματος της αλφαβήτου. Δέλτας.

*ας φιλοτεχνήσουμε και έναν ευαίσθητο αστυνομικό από χωριό, και ας τον αποκαλέσουμε Καραμούζο, έτσι, για να δώσουμε στην ιστορία μία αστυνομική απόχρωση

* ας προσθέσουμε και κάμποσους άλλους περιφερειακούς ήρωες, κατά βούληση…

και ας τους αφήσουμε να δράσουν, να ερωτευτούν, να ερευνήσουν, να καταδιωχθούν και να καταδιώξουν.

Τα άλλα θα διαμορφωθούν στην ανηφορική φάση της αφήγησης, αναζητώντας τους αυτό- και έτερο- καθορισμούς τους, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Όλα αυτά σε ένα τοπίο  κάπως θολό, με μια φύση που παραπονιέται καθώς κάποια περίεργα γεωφυσικά φαινόμενα εκδηλώνονται αναπάντεχα, για να μπερδέψουν ακόμη περισσότερο τα νήματα της παραμυθίας.

Και μετά, από ένα σημείο και πέρα, ο αφηγητής-Θεός παύει να κάνει τα πάντα, οι ήρωες χειραφετούνται και κάνουν του κεφαλιού τους, οπότε η ¨λύση¨ έχει όλο και λιγότερες εναλλακτικές και η ιστορία αρχίζει να κατρακυλάει προς το Τέλος της. Αν και κινδυνεύεις να χάσεις τον έλεγχο, κακά τα ψέματα, είναι το πιο ευχάριστο και παραγωγικό μέρος της συγγραφής.

 

Αναζητώντας όνομα και τίτλο

Καθώς, ευτυχισμένος, το ατενίζεις έτοιμο, φρεσκοξεφουρνισμένο από τον εκτυπωτη, δεν αποφεύγεις να αναρωτηθείς ¨τι ακριβώς είναι τούτο¨;

Προϊόν φαντασίας (ενδεχομένως αχαλίνωτης); σίγουρα. Περιπέτεια; εν μέρει… Αστυνομικό; στις άκρες. Κάτι σαν αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν campus roman (μυθιστορία πανεπιστημιακής θεματολογίας); ίσως, αλλά τότε το είδος δεν μου ήταν γνωστό, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

Φτιάχνεις έναν προσωρινό τίτλο, και επειδή ¨ουδέν μονιμότερον¨, σου μένει μέχρι το τέλος: “Το πολυτεχνείο τρέμει”. Και για να μη το μπερδέψει κανείς με το γνωστό Μετσόβιο και απαιτήσει άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, προσθέτεις τη διευκρίνιση που κρίνεις καταλληλότερη σε υπότιτλο: Μυθιστόρημα Πανεπιστημιακής Φαντασίας με Αστυνομικές Αποχρώσεις.

Εντάξει, αλλά ¨Υπό¨; που έλεγαν κάποτε; Υπό ποίου ετελέσθη το αδίκημα. Ποίος ο υπεύθυνος λογοπλόκος;

¨Εγώ¨, απαντάει ένα τμήμα του εαυτού μου που δεν το γνωρίζω καλά, γιατί μιλάει αλλιώτικα από το πώς μιλάω συνήθως εγώ, γελάει πιο πολύ, ενίοτε παραληρεί και   βγάζει γλώσσα. ¨Εντάξει¨,  του λέω, ¨αλλά ανώνυμα, τουλάχιστον μέχρι να γνωριστούμε¨.

Λάθος. Εκ των υστέρων είμαι σίγουρος ότι πρόκειται περί λάθους. Οι ανωνυμίες κάνουν κακό. Σου δημιουργούν (όπως οι μάσκες μια βραδιά καρναβαλιού) μια ψεύτικη ευεξία που κρατάει λίγο (έως ότου ο εκδότης του επόμενου βιβλίου σου σε αποκαλύψει) και τελικά θα σου βγουν σε κακό. Κάτι ξέρω.

Εν πάση περιπτώσει, τότε είπα: υπογραφή: ένας ανώνυμος. Μετά το αντέστρεψα στο πιο εμφαντικό: Ανώνυμος Ένας (με τ’ όνομα!)

Και για την απαραίτητη βιογραφική αναφορά που προορίζεται για το αυτί του εξώφυλλου, σημείωσα τα ακόλουθα (προφητικά):

 

Ο Ανώνυμος Ένας

στην Αρχή ήταν ένας

φυσιολογικός άνθρωπος

 

κάποτε όμως διαπίστωσε

ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα

γύρω του είχαν

αρχίσει να παίρνουν

λάθος στροφές

 

Στο Παρά Πέντε

συνειδητοποίησε τότε

πως ξανάρθε ο καιρός να πάρει

ριζοσπαστικές αποφάσεις

 

Είχε κάνει κι άλλες φορες

ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του

 

Μόνο που τούτη τη φορά

του βγήκε κάπως αλλιώς

 

Κάπως σα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής

φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις

 

Έτσι πέρασε

στην Ανωνυμία.

 

(συνεχίζεται μόλις βρω χρόνο… )

(προσεχώς μεταξύ άλλων: ο Α.Ε.

σε αναζήτηση εκδότη και ο Α.Ε.

σε αναζήτηση κοινού)

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περί συγγραφής διατριβών (ή πώς αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα) (Ι)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2008

 

Σε κάποια στιγμή του απομακρυσμένου (όχι πολύ, αλλά αρκετά) παρελθόντος, συνέβαιναν τα εξής:

α. Είχα μόλις ξεμπερδέψει με τη συγγραφή της επί διδακτορία διατριβής μου

β. Στο πανεπιστήμιο στο οποίο ήδη εργαζόμουν, παρουσιάστηκαν τα κλασσικά πανεπιστημιακά απρόοπτα, μπερδέματα, γραφειοκρατήματα  και άλλα, με αποτέλεσμα η πανεπιστημιακή μου δραστηριότητα να μπει για ένα μεγάλο (όχι πολύ, αλλά αρκετά) χρονικό διάστημα σε παρένθεση.

Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα!

 

Αλλά ας γίνω σαφέστερος.

α 1. Τα περί διατριβής

Η διατριβή είναι (ήταν ανέκαθεν, πιθανότατα είναι ακόμη) μια εν μέρει τελετουργική, μυητική πράξη.

Από τη μια μεριά, υποτίθεται ότι συγγράφεις με όλους τους κανόνες της (διανοητικής) εντιμότητας κάτι το οποίο αποτελεί συνεισφορά στην εξέλιξη της οικείας επιστήμης, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεις ότι το κατέχεις το θέμα, ξέρεις τι έχει ειπωθεί γι αυτό, και μπορείς έτσι να συνδέσεις το ήδη γνωστό με εκείνο που εσύ διερεύνησες και προτείνεις. Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος.

Από την άλλη, την τυπική, την τελετουργικά επιβεβαιούμενη, η αποδοχή της διατριβής (με ποδοκρότημα, τραπεζοκρότημα, χειροκρότημα, χειροτόνημα, ή ανευ) πιστοποιεί  ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τους κανόνες, ρητούς και υπονοούμενους, που καθορίζουν την ιδιαίτερη πανεπιστημιακή γλώσσα, αλλά επίσης ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τις σχέσεις και συμπεριφορές που ισχύουν μεταξύ του πανεπιστημιακού προσωπικού.

Αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά σημαντικό ιδιαίτερα στην περίπτωση που αποσκοπείς  να ενταχθείς στο (ή είσαι ήδη συνεργαζόμενος με το) ευαγές πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο υποβάλλεις τη διατριβή σου.

Με άλλα λόγια πρέπει να αποδείξεις, αν μη τι άλλο, ότι είσαι και θα είσαι ¨συνεργάσιμος¨.

Προσωπικά, για να αποφύγω τις πολλές υποχρεώσεις, αλλά και γιατί είχα διπλή επιστημονική ταυτότητα, διάλεξα ένα ευαγές διαφορετικό από εκείνο με το οποίο συνεργαζόμουν. Πάντως, στην Τριμελή Επιβλέπουσα είχα μέλη και από τα δύο πανεπιστήμια, άρα θα έπρεπε να μιλάω (γράφω) σε δύο παράλληλα γλωσσάρια, αλλά δε τρέχει τίποτα, αυτό δεν είναι πρόβλημα για κάποιον που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί ως ειδήμων σε θέματα επικοινωνίας…

 

α 2. Περί όγκου της διατριβής.

Ω επίδοξοι διδακτορούχοι των θετικών επιστημών, σας ζήλεψα. Εσείς που παίρνετε ένα αμφισβητούμενο ή μη επαρκώς γνωστό φαινόμενο,  το βάζετε στον υαλοσωλήνα των παρατηρήσεων και το παρακολουθείτε για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να βγάλει (ξεζουμίσει) τη ζητούμενη επιστημονική αλήθεια, και μετά καταγράφετε τις παρατηρήσεις και τα πορίσματα σας σε καμιά πενηνταριά, το πολύ, σελίδες, τις παραδίδετε, τις υποστηρίζετε, σας τις εγκρίνουν και πάει τελειώσατε.

 Άντε να επιχειρήσεις κάτι το ανάλογο με ένα κοινωνικό, επικοινωνιακό ή, άντε, πολεοδομικό θέμα! Χρειάζεσαι τόμους! Για να μη σας τα πολυλογώ, εμένα μου χρειάστηκαν μόνο οκτακόσιες δακτυλογραφημένες σελίδες, μετά από γραφή, διόρθωση, ξεσκαρτάρισμα, πολύ περισσότερων.

Όμως, και αυτό μετράει (και θα το χρωστάω στην Αλέξανδρο που με αλεξανδρινή επιμονή και υπομονή καλούπιαζε τις δραπετεύσεις μου) για τις μελλοντικές συν/γραφικές μου δραστηριότητες, ¨ουδέν επίπονον αμιγές θετικών επιπτώσεων¨: όταν γράψεις 800 εγκεκριμένες σελίδες, το χέρι λύνεται, το άσπρο χαρτί δεν σε τρομάζει πια, τη γραφή την έχεις δαμάσει και δε σου κουνιέται πλέον!

 

α 3. Περί του ύφους των επί διδακτορική διατριβή λόγων και γραφών.

Όπως (δεν ξέρω αν) διευκρίνισα επαρκώς παραπάνω, το ύφος των διατριβών δεν αποτελεί θεμιτό στοιχείο εκφραστικής αναζήτησης, αλλά ένα ακόμη τεκμήριο εσωτερίκευσης και αφομοίωσης από την πλευρά του υποψηφίου, της τελετουργικής όψεως της πανεπιστημιακής ιδιολέκτου και των παρεπο/συνεπαγο/μένων της.

Πράγματι, από ένα σημείο και μετά, δε μετράει το τι λες, αλλά αν το λες με επαρκή (επιστημονική) σεμνότητα, σοβαρότητα, ενδελέχεια, περιεκτικότητα, τακτ, και βάλε. Ενδεχομένως, σε κάποιο σημείο των 800 σελίδων, σου τη δίνει, καθώς διαπιστώνεις ότι το γλίστρημα από τη σοβαρότητα στη σοβαροφάνεια, από την διεξοδική παράθεση στο σχολαστικισμό, από την θεμιτή αμφισβήτηση στη ανέξοδη γκρίνια είναι παραπάνω από πιθανό!

Τότε τι κάνεις; Δεν έχεις πολλές επιλογές, ή μάλλον δεν έχεις καθόλου. Προσπάθησα, και το μόνο που βρήκα, ήταν η επί τούτου υπερβολή: αν η διατύπωση έπρεπε να είναι ¨περιδιαγραμμάτων¨ μία, εγώ μπορούσα να την κάνω, τόσο χάριν παιδείας όσο και χάριν παιδιάς, δύο ή και δυόμιση. Ευτυχώς κανένας δε πρόσεξε την περιρρέουσα περιπαικτική μου διάθεση (που κατά τη γνώμη μου, εδώ που τα λέμε, ουδόλως έβλαπτε την παράθεση των βασικών νοημάτων) και έτσι μου ενέκριναν την διατριβή με άριστα.

 

 β. Οι αναβολές, οι καθυστερήσεις και τα απρόοπτα στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον ειδών: αυτές που αφορούν στους φοιτητές (διανομή συγγραμμάτων, έκδοση αποτελεσμάτων, έκδοση πιστοποιητικών κ.α.) και αυτές που αφορούν στο διδακτικό προσωπικό. Στη δεύτερη περίπτωση [μπάρμπα από την Κορώνη, μέσου, άκρης, κονέ, δοντιού, κλπ (πόσο πλούσια που είναι η νεοελληνική γλώσσα σε πράγματα που ξέρει καλά)  μη συνυπολογιζομένου] οι διαδικασίες είναι υπερχρονοβόρες. Πολύ περισσότερο εάν, όπως συνέβη σε ‘μένα, πέσεις ταυτόχρονα σε τροποποίηση του νομοθετικού πλαίσιου, περίοδο φοιτητικών καταλήψεων και πανεπιστημιακού λοκ-άουτ. Τότε ο συνυπολογισμός του διδακτορικού διπλώματος στα προσόντα σου μπορεί να καθυστερήσει ως και τρία χρόνια. Και εσύ ενώ περίμένεις τι κάνεις;

Πρόταση: εκμεταλλεύεσαι το λυμένο χέρι και την συμπιεσμένη εκφραστικότητα και γράφεις μυθιστόρημα.

 

(συνεχίζεται – μόλις βρω χρόνο)

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι διακοπές, έτσι κι αλλιώς, πλησιάζουν: πίσω ολοταχώς στη Φαντασία.

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 27 Νοεμβρίου, 2008

Ήρθε, πιστεύω, καιρός να δώσουμε και πάλι για λίγο το πηδάλιο στον Ανώνυμο Ένα και τις  φανταστικές του μυθιστορίες (λέγε με «ΜΠΑ!!!, μέρος 2ο », αλλά ίσως σας δώσω και λίγο από «Το πολυτεχνείο τρέμει…» που ο αξιότιμος όσο και φίλτατος κύριος Μπαζίνας των εκδόσεων ¨Παρά Πέντε¨ προτίθεται -πανδιαστημικής οικονομικής κρίσης επιτρεπούσης- να επανεκδώσει τους πρώτους μήνες του ’09).

Έτσι, δημοσιεύονται (εδώ δίπλα, αριστερά, στις ¨σελίδες¨) τα περιεχόμενα του ΜΠΑ!!! και μαζί μ’ αυτά ένας οδηγός ανάγνωσης, όπου παρουσιάζονται οι ήρωες, καθώς  και οι βασικές καταστάσεις αυτής της (λίγο πολύ παραληρηματικής) ιστορίας κοινωνικής φαντασίας. Αμέσως μετά, παρατίθεται ολόκληρο το Β΄ Μέρος, το οποίο μας εισάγει στο επίγειο τμήμα της αφήγησης και έχει ως τίτλο ¨Οι θνητοί¨.

Καλή διασκέδαση.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »