Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Άρθρα με ετικέτες ‘Νοσταλγία’

Το 23 έχει τις καλύτερες!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Για πείτε μου τώρα εσείς: υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που τα περιμένεις με ανυπομονησία και αυτά, τις πιο πολλές φορές, έρχονται;

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που εντέλει σε οδηγούν πάνω κάτω εκεί που είχες σκοπό να πας;

Είναι πολλά τα πράγματα που φέρνουν (αδυσώπητα) τους ανθρώπους κοντά –πολύ κοντά (έως ασφυκτικά κοντά) τον ένα με τον άλλο;

Απαντώ εγώ για σας: Δεν είναι πολλά, αλλά ναι υπάρχουν. Είναι μεγάλα, ελαφρώς χοντροκομμένα, έχουν χοντρά μαύρα ελαστικά και εκτελούν δημόσια δρομολόγια.

Όταν ήμουν μικρός περίμενα συστηματικά ένα τέτοιο έξω από το περίπτερο της γειτονιάς μου. Το έλεγαν (τότε) 108 και με πήγαινε από την Ηλιούπολη στη Δάφνη (για το γυμνάσιο) ή και ως την Ακαδημία για μεγαλύτερες εξερευνήσεις στον  ιστό της Πρωτεύουσας.

Η μέρα που πρωτοπλήρωσα το αντίτιμο της διαδρομής με φοιτητικό κουπόνι (τέτοια είχαμε τότε) ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ιστορία των μετακινήσεών μου. Εξ ίσου σημαντική με εκείνη, την ίδια περίπου εποχή,  που (πάντα μέσα στο 108, κεντρικός διάδρομος) κάποιος,  όχι όποιος κι όποιος –η αυτού προεξέχουσα φυσιογνωμία ο εισπράκτορας, αντί για ¨προχώρα μικρέ¨ μου είπε ¨προχωρήστε κύριε!¨

Βέβαια, η απώτερη επιδίωξη την εποχή εκείνη (τι επιδίωξη, όνειρο ήθελα να πω) ήταν να χειραφετηθείς από τον χοντρό πολύτροχο μεταφορέα και να αποκτήσεις μέσο μετακίνησης ιδιόκτητο και ιδιοκατευθυνόμενο, με δύο ή τέσσερεις ρόδες αδιάφορο. Εκείνο που είχε πρωταρχική σημασία ήταν να μπορεί να σε οδηγήσει, μαζί με το κορίτσι σου, σε μέρη απόμερα, σκιερά και διακριτικά.

Ένα τέτοιο μέσο φιγουράριζε συχνά στην πρώτη σελίδα των ¨Νέων¨, κάτω αριστερά, δίπλα στο χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά. Μια υπέροχη Βέσπα! Αλλά μέχρις ότου αυτό το όνειρο μπορέσει να υλοποιηθεί, υπήρχε πάντα το 108 και τα περιεκτικά του αδέλφια που κούτσα κούτσα σε πήγαιναν (θεωρητικά) παντού.

Αργότερα απόκτησα λογιών λογιών οχήματα, και φρόντισα εγκαίρως να πάρω στον γιό μου μια βέσπα για τις πρώτες του αυτόνομες μετακινήσεις. (Θυμάμαι τι ωραία που περνούσαμε όταν ανεβαίναμε στο άκαφτο   ακόμη Σέιχ Σου για τα μαθήματα οδήγησης).

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση πόσο δεμένος παρέμεινε  κι αυτός με το 23, το λεωφορειάκι της Θεσσαλονίκης, όχι τεραστίων διαστάσεων, ικανό να ελίσσεται στην Πάνω Πόλη, που το χρησιμοποιούσε μαθητής για να κατεβεί ως το κέντρο –πήγαινε στο 10ο  γυμνάσιο της Ικτίνου. Ακόμη και σήμερα , αν του δείξεις καμιά ωραία στο δρόμο και έχει διαφορετική αισθητική εκτίμηση, θα σου πει: ¨Μπα, στο 23 είχε πολύ καλύτερες!¨

Θα ήθελα να είχα μια εικόνα από το 108, αλλά αυτό ανήκει σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Γι αυτό μια μέρα που είχα κέφια, αποθανάτισα το 23 (στάση Αναστροφή-Πλάτανος) και το κρέμασα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου.

Λεωφορείο το 2 – Αρλέτα – Σάννυ Μπαλτζή



ΥΓ. Γράφοντας αυτό το κειμενάκι και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογράφηση σε τι πέφτω απάνω; Σε ένα 108 να κόβει βόλτες στο Σύνταγμα, σε εποχή μάλλον πρόσφατη, ως περήφανη αντίκα! Να το!

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς  πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά  το Φθινόπωρο.

Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν  οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).

Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨:   την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί  την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας  ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.

Βέβαια,  θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται  από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.

Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).

Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)

………………

(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.

(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει  ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…

……………..

Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:

Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με  πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν  πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.

Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.

Και τώρα οι ήχοι:

1. Το τραγούδι από τον δημιουργό


Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)



Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά


Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν με αφήσατε μόνο.

Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω

τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.

Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.

Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς!

Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα

αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα

κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…

Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,

ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,

χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,

γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…

Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,

δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς

Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει

Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.

Τα’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά

Θα τα δώσω, αν περάσει, κανένας μακαρίτης

Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,

δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,

τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.

Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…

Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς

….

…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!

LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).

Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

……

Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Αυγούστου, 2011

«Στο δάσος του Clamart υπάρχουν αγριολούλουδα, στο δάσος της καρδιάς μου υπάρχουν οι παλιοί φίλοι». Έτσι τραγουδούσε ο Brassens στην ταινία του René Clair  «Porte des Lilas» (1957) στην οποία, εκτός από το ότι είχε γράψει τη μουσική, υποδυόταν έναν αναρχικό πλανόδιο τραγουδιστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Pierre Brasseur,  Henri Vidal κα. Είναι πιθανό ότι τα τραγούδια του «Porte des Lilas» τον πρωτοέκαναν γνωστό και στην Ελλάδα, όταν η ταινία προβλήθηκε εδώ.

 Το «Au Bois De Mon Cœur» έχει μια εξαιρετικά απλή και εύηχη μελωδία και λόγια που μιλούν για νεανικές παρέες και παλιούς φίλους. Η προσπάθεια προσαρμογής των στίχων στα ελληνικά έχει εστιαστεί κυρίως στη θεματολογία (φίλοι, νεανικές παρέες), αλλάζοντας (προσαρμόζοντας) ως και το ευρύτερο σκηνικό: όχι τα περιαστικά δάση του Παρισιού, αλλά τοποθεσίες της μιας κάποιας Αθήνας (de mon cœur).

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Au Bois De Mon Cœur. Σε ήχο:

Ο Georges Brassens:


Ο Joël Favreau


Ο Charlelie (ηλεκτρική κιθάρα)


Ο Roland Dyens (κλασική κιθάρα)


Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά



Και τέλος μια εκδοχή Plein Jazz


Τα κείμενα

  1. Οι στίχοι του Μπρασένς
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά                                                               

Au Bois De Mon Cœur

Au bois d’Clamart y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Au fond de ma cour j’suis renommé
J’suis renommé
Pour avoir le cœur mal famé
Le cœur mal famé

Au bois d’Vincenn’s y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Quand y a plus d’vin dans mon tonneau
Dans mon tonneau
Ils n’ont pas peur de boir’ mon eau
De boire mon eau

Au bois d’Meudon y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Ils m’accompagn’nt à la mairie
A la mairie
Chaque fois que je me marie
Que je me marie

Au bois d’Saint-Cloud y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Chaqu’ fois qu’je meurs fidèlement
Fidèlement
Ils suivent mon enterrement
Mon enterrement

…des petites fleurs…
Au, au bois d’mon cœur…

Παρέες Παλιές  

Στης Πλά/κας τις/ ανη/φοριές,

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

Αγά/πες, ζή/λιες, ζα/βολιές,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Στης γειτονιάς μου τα στενά

με ξέρουν είμαι ονομαστός,

[ονομαστός],

διαβόητος μ’ αγαπητός,

στους φίλους μου πιστός

 

Στου Φιλοπάππου τις γωνιές,

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

κορίτσια, χάδια, κι αγκαλιές,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Και στα καλά και στα στραβά,

οι φίλοι μου θα ‘ναι  κοντά,

[πάντα κοντά],

για γλέντι, για παρηγοριά,

παρέα, συντροφιά


Στο δάσος της Καισαριανής

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά],

έρως για πάντα ή της στιγμής,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Όσες φορές κι αν παντρευτώ

κι όσες κι αν νοικοκυρευτώ,

[πάντα πιστοί],

με συνοδεύουνε γαμπρό,

στου γάμου το χορό

 

Στα ταβερνάκια της ακτής

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

παρέες μιας άλλης εποχής,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Κάθε φορά που αποδημώ,

που μετοικώ στον ουρανό,

[νάτοι, όλοι εδώ],

τον ύστατο χαιρετισμό

μου δίνουν με καημό

 

…θύμηση παλιά..

Με τ’ άλλα τα παιδιά…

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Εξατάξιο Γυμνάσιο Δάφνης

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Δεκεμβρίου, 2009

 

Οι νυχτερινές βόλτες τραγουδώντας

Τα τσιμεντένια πεζούλια

Το νοικιασμένο γυμνάσιο

Ο καθηγητής Παπακωνσταντίνου

Ο γυμνασιάρχης Σερίφης (το πραγματικό το ‘φαγε η Λήθη)

Η Κύπρος

Το δεκαπέντε τα εκατό

Οι πολιτικοποιημένοι στο σπίτι του Θανασέκου

Τα γυμνάσια από το Παγκράτι να κατεβαίνουν το λόφο και να ενώνονται με εμάς

Όλοι μαζί στο Σύνταγμα

Οι φοιτητές να μη μας κουνιούνται πολύ (μπορούμε κι από μόνοι μας)

Οι βόλτες με τα νοικιασμένα ποδήλατα

Το λάχανο, η χελιδονοφωλιά, η αλογοουρά

Το φουρό

Κανένα μηχανάκι (¨φλορέτα¨) στη ζούλα

Οι κοπάνες στο άλσος της Νέας Σμύρνης

(Γεια σου Γιάννη Βλαβιανέ που μου γράφεις ακόμα)

Ο φούρνος του Μπέλου

Οι βόλτες στην Πλάκα (ιδιαίτερα τις αποκριές)

Οι βόλτες τις νύχτες (με φεγγάρι) τραγουδώντας

Οι αυτοσχέδιες εκδρομές στον Υμηττό

Τα ραντεβού στου Φιλοπάππου

Τα ραντεβού στην παραλία

Το φροντιστήριο του Νικήτα

Τα θερινά τα σινεμά

Η άφτιαχτη Βουλιαγμένης

Τα ερωτικά τηλεφωνήματα από το θάλαμο του δρόμου

Η επιστροφή στο σπίτι με το τελευταίο λεωφορείο

Η επιστροφή στο σπίτι μετά το τελευταίο λεωφορείο, με τα πόδια

Οι πορείες ειρήνης

Ένα το χελιδόνι

Όμορφη πόλη

Καινούργιες σόλες στα παπούτσια

Τα πρώτα (“γυρισμένα”) κοστούμια

Τα πάρτυ στο υπόγειο

Τα δισκάκια

Το βερμούτ και το πίπερμαν

Τα ντολμαδάκια και τα κεφτεδάκια

Το μάκρος των μαλλιών και το φάρδος της ζώνης

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Στον Αη Γιάννη, το βράδυ, μετά την εκδρομή της έκτης

 

(Οι παρακάτω θα με καταλάβουν)

 

  

http://www.youtube.com/watch?v=G_N_dqVUsoY

 

http://www.youtube.com/watch?v=iZ78HXuOCLk

 

http://www.youtube.com/watch?v=Mb998U3q83c

http://www.youtube.com/watch?v=-sAeA_bdvp0

http://www.youtube.com/watch?v=zrfDDogsyYg

 

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 1 σχόλιο »

Θες μια ιστορία για τότε; Θα σου πω για το διαβατήριο…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2007

 

(Εκτελούνται εργασίες αποσυμφόρησης της Αρχικής Σελίδας)

Το αφήγημα ¨το διαβατήριο¨ θα το βρείτε κάνοντας “κλικ” δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨ υπό τον τίτλο Vivere pericolosamente.

Εδώ παραμένουν τα μέχρι στιγμής σχόλια. 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 σχόλια »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

 

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

 

 

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

 

 

 

 

 

 

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

 

Βασίλης Νόττας                                               

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 σχόλια »