Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ
e LIBRI RECENTI DI AMICI
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 1 Απριλίου, 2012
Τράβηξα αυτές τις φωτογραφίες σήμερα το πρωί, περίπου στις οκτώ και τέταρτο. Έχουν λίγο ουρανό, λίγη Αριστοτέλους, λίγο λιμάνι, ένα καράβι κόκκινο, δυο κορφές Όλυμπο, ένα τρούλο προφήτη Ηλία, μια λωρίδα νέφος και λίγη απριλιάτικη θλίψη. Όπου να ’ναι θα λάμψει ο ήλιος…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιανουαρίου, 2012
Ετοιμάζομαι να κατεβώ στη σχολή για μάθημα, αλλά ο ουρανός σήμερα, διαυγής αλλά και αναποφάσιστος ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων για να τον αφήσω στην ησυχία του.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Ιουλίου, 2011
Η ¨Καταιγίδα¨ ηχογραφήθηκε στις 4 Μαρτίου 1960 στις 10 το πρωί (τι μπορείς να βρεις άμα ψάξεις!) από το ίδιο τον συνθέτη, στιχουργό και εκτελεστή, αυτοπροσώπως.
Αν και κατάγεται από το νότο (η μητέρα του ήταν Ιταλίδα) ή ακριβώς γι αυτόν το λόγο, ο Μπρασένς, αντιπαθεί τον πολύ ήλιο. Εδώ μας δίνει έναν επί πλέον λόγο για να προτιμά κανείς την καταιγίδα.
Παρακάτω, έχουμε και λέμε:
Ηχος:
1. Η αρχική εκτέλεση
2. Στα ισπανικά
3. Στα Γεωργιανά (άμα ψάξεις, είπαμε, βρίσκεις)
4. Ανάγνωση εκδοχής στα ελληνικά (Θάνος και Σόφη)
και σε κείμενο
1. Η καταιγίδα στα γαλλικά
2. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα
L’orage
Parlez-moi de la pluie et non pas du beau temps,
Le beau temps me dégoûte et me fait grincer les dents,
Le bel azur me met en rage,
Car le plus grand amour qui me fut donné sur terre
Je le dois au mauvais temps, je le dois à Jupiter,
Il me tomba d’un ciel d’orage.
Par un soir de novembre, à cheval sur les toits,
Un vrai tonnerre de Brest, avec des cris de putois,
Allumait ses feux d’artifice.
Bondissant de sa couche en costume de nuit,
Ma voisine affolée vint cogner à mon huis
En réclamant mes bons offices.
“Je suis seule et j’ai peur, ouvrez-moi, par pitié,
Mon époux vient de partir faire son dur métier,
Pauvre malheureux mercenaire,
Contraint de coucher dehors quand il fait mauvais temps,
Pour la bonne raison qu’il est représentant
D’une maison de paratonnerre.”
En bénissant le nom de Benjamin Franklin,
Je l’ai mise en lieu sûr entre mes bras câlins,
Et puis l’amour a fait le reste!
Toi qui sèmes des paratonnerres à foison,
Que n’en as-tu planté sur ta propre maison?
Erreur on ne peut plus funeste.
Quand Jupiter alla se faire entendre ailleurs, La belle, ayant enfin conjuré sa frayeur Et recouvré tout son courage, Rentra dans ses foyers faire sécher son mari En me donnant rendez-vous les jours d’intempérie, Rendez-vous au prochain orage.
A partir de ce jour je n’ai plus baissé les yeux, J’ai consacré mon temps à contempler les cieux, A regarder passer les nues, A guetter les stratus, à lorgner les nimbus, A faire les yeux doux aux moindres cumulus, Mais elle n’est pas revenue.
Son bonhomme de mari avait tant fait d’affaires,
Tant vendu ce soir-là de petits bouts de fer,
Qu’il était devenu millionnaire
Et l’avait emmenée vers des cieux toujours bleus,
Des pays imbéciles où jamais il ne pleut,
Où l’on ne sait rien du tonnerre.
Dieu fasse que ma complainte aille, tambour battant, Lui parler de la pluie, lui parler du gros temps Auxquels on a tenu tête ensemble, Lui conter qu’un certain coup de foudre assassin Dans le mille de mon coeur a laissé le dessin D’une petite fleur qui lui ressemble.
Η καταιγίδα
Μίλα μου για βροχή κι όχι για ξαστεριά
τη λιακάδα μισώ και την καλοκαιριά
Δεν πέφτω στου ήλιου την παγίδα.
Τη μεγάλη αγάπη που ζητούσα στη γη
μου την έφερε η αντάρα, μα και του Δία η οργή
την έφερε μια καταιγίδα.
Μια βραδιά του Νοέμβρη, μαύρος ο ουρανός
μες τις στέγες ξεσπάει λάμψη και κεραυνός,
χρυσός της νύχτας φωτοδότης
Τότε ήταν που εκείνη, η πλαϊνή μου, η μικρή,
στο κατώφλι μου ήρθε, φόβος, μα και συστολή,
σκιές στ’ ωραίο πρόσωπό της
¨Έξω αστράφτει, τρομάζω, ανοίξτε παρακαλώ
και ο άντρας μου λείπει, -κι είμαι μόνη εδώ-
για τη δουλειά έξω γυρνάει,
αντιπρόσωπος είναι και στα γύρω χωριά,
μ’ όποιο να ’ναι καιρό, και με νοτιά και με βοριά,
αλεξικέραυνα πουλάει».
Ευλογώντας τον μπάρμπα Βενιαμίν Φραγκλίνο
της ανοίγω την πόρτα, στα μπράτσα μου την κλείνω
κεραυνοβόλος ήταν έρως!
Πως στο σπίτι σου, φίλε, έπρεπε να ’χεις βάλει
τ’ αλεξίκεραυνά σου, κι ας είσαι και τσακάλι,
αυτό δε το ’μαθες εγκαίρως.
Άλλα όταν ο Δίας κι οι κεραυνοί του μαζί
την εκάναν για αλλού, η όμορφη μικρή
-πολύ πιο ήρεμη πια τώρα-
ετοιμάστηκε σπίτι της να ξάναγυρίσει
το σύζυγο να στεγνώσει, μα πριν εμένα να μ’ αφήσει
είπε:
θα ξαναρθώ στην άλλη μπόρα!
Από εκείνη τη μέρα μου εκόλλησε ο νους,
με τα μάτια ψηλά ψάχνω τους ουρανούς,
μεσ’ του καιρού είμαι τη δίνη,
μελανίες, σωρείτες και τα σύννεφα τα άλλα,
τα ικετεύω να ρθούνε, χοντρά και μαύρα και μεγάλα,
μα δεν εφάνηκε εκείνη.
Πούλησε ο δικός της, τότε τόσα κομμάτια,
απ’ τα αλεξίκεραυνά του σ’ όλη την έπι-κράτεια
που έγιν’ εκατομμυριούχος
και την πήρε και πήγαν στις ηλίθιες τις χώρες,
που ποτέ δεν αστράφτει, και τώρα γεύεται τις ώρες
ως της ωραίας ο δικαιούχος.
Κάνε Θεέ μου να πάει, ο καημός μου ως εκεί
να της πει πως η αντάρα, η βροντή κι η βροχή
κι η καταιγίδα μας ταιριάζει,
να της πει πως τα’ αγέρι η καταχνιά κι η άγρια φύση
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Ιουνίου, 2009
Οι παραπάνω φωτογραφίες, μαζί με μερικές ακόμα, συνόδευαν το ακόλουθο σημείωμα που έλαβα από τον συνάδελφο Νίκο Μάργαρη (ενδοπανεπιστημιακός διάλογος ΑΠΘ)
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Φοιτητές μου έστειλαν φωτογραφίες των κεραυνών της πρόσφατης καταιγίδας.
Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι πρέπει να τις μοιραστούμε.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Νοεμβρίου, 2008
Ο ουρανός της Θεσσαλονίκης δεν έπεσε να μας πλακώσει (ακόμη). Ως διπρόσωπος Ιανός έχει σήμερα όψη ραβδωτή. Το αισιόδοξο τμήμα του είναι αυτή τη στιγμή πάνω από τη πόλη και λάμπει σε γαλάζιες και λευκές αποχρώσεις, Το ζέον, το γκρίζο, το σκοτεινό, έχει απλωθεί σε μια λωρίδα/βρόγχο από τη βιομηχανική ζώνη ως πέρα μέσα στο Θερμαϊκό και κρύβει τις ρίζες του Όλυμπου. Στην άκρη αριστερά, έξω από το πλάνο της φωτογραφίας, σας διαβεβαιώνω ότι έχει κάνει μία από τις σπάνιες εμφανίσεις του το Πήλιο, (αλλά χρειάζονται πολλά πίξελ για να το αιχμαλωτίσεις).