Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Άρθρα με ετικέτες ‘Ποίηση’

Τα των ¨Του ιδιωτικού οράματος¨ εξ Αδεσπότου Κυνός προερχόμενα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 20 Απριλίου, 2012

Του ιδιωτικού οράματος

Παίρνουν συχνά, αυτό
το μεσαιωνικό υφάκι
που αρέσει στις ακαδημίες.
Παροιμιώδης
η σεμνότις στα γραφτά
μα η βωμολόχα έξη
στες συναναστροφές
και στα κουσκούσια
αδυσώπητος.

Λουόμενοι και των τεσσάρων
εποχών, όλο πιπιλίζουν
τη λέξη κοπιράιτ. Τέρπουν
με θυμωμένα βιογραφικά
θηλυκά της φιλολογίας και
γονείς που επένδυσαν σε μάστερ
αντί για πανωσήκωμα κι
αγροτεμάχιο σε πλαγιά.

Γράφουν αγγλοσαξονικά
και στρωτά για να
καυλώσουν όσους ασκούν
κριτική εφημερίδας και
χύνουν με τη λέξη εκμάγευση
πίνοντας βότκα στον Ιανό.

Λυμαίνονται μωρούδες
που ψάχνουν ολίγον οργασμό
από κάποιον που αναγόρευσαν
ποιητή οι κραιπάλες κι
αβγάτισε το μανιερισμό
καταλήγοντας επίτιμος
στην αυλή τόσων και τόσων
που μπήκαν ως λήμματα
στα λεξικά και τις γλάστρες.

Αδέσποτος Σκύλος

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

Γράφω για σας και για σένα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Απριλίου, 2012

Γράφω για όλους εσάς

που συναντηθήκαμε κάποτε στο λεωφορείο

ή κοιταχτήκαμε από το παράθυρο του αυτοκινήτου

όταν μας σταμάτησε το κόκκινο στο δρόμο.

Γράφω για όλους εσάς

που λησμόνησα τις φυσιογνωμίες σας

κι ας πορευτήκαμε μαζί σε διαδηλώσεις

κι ας πανηγυρίσαμε μαζί στο γήπεδο.

 

Η καταρρακτώδης στιγμιαία βροχή

αλλά κι η σιγανή, του χρόνου που πέρασε,

έσβησε με ευκολία τις λεπτομέρειες των εικόνων.

 

Γράφω ακόμα χωρίς να ξεχνώ εσένα

που για λίγο διασταυρωθήκαμε

το μακρινό εκείνο καλοκαιρινό απομεσήμερο

στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ

ανάμεσα στο πλήθος λευκών και μαύρων

και καθώς προσπεράσαμε

ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω

πως μίλαγες Ισπανικά στη διπλανή σου

κι αναρωτιόμουν από τότε αν ήσουν

από την Αλμερία ή τη Σεβίλλη.

Στο βάθος του χρόνου όμως αποφάσισα

ότι είχες κάτι από το Μπουένος Άιρες.

 

Γράφω λοιπόν και μέσα

στο αβέβαιο τοπίο του χρόνου

ανακαλώ στη μνήμη μου

χρώματα και χαραμάδες

απ’ όπου διακρίνω

όλους εσάς που υπήρξατε

η άγνωστη κοίτη του ποταμού της ζωής μου.

 

Είναι ένα ακόμη από τα πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου, Λάκωνα ποιητή, φίλου, κωδικοποιητή της ευαισθησίας της γενιάς μου.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ζακ Πρεβερ: Αλικάντη

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Απριλίου, 2012

Ένα από τα τραγούδια που παρουσίασαν την περασμένη Παρασκευή ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης και ο Άγγελος Σπύρος Παρασκευάκος στην βραδιά την αφιερωμένη στη γαλλική ποίηση.

 Ζακ Πρεβέρ  Αλικάντη (*)

 

Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι

Το φόρεμα σου στο χαλί

Και συ μες στο κρεβάτι μου

Γλυκειά στιγμή της στιγμής

Δροσιά της νύχτας

Ζέστη της ζωής μου.

 

(*)μεσογειακό λιμάνι της Ισπανίας και το κρασί που παράγεται εκεί.

Μουσική, φωνή: Μιχάλης Καλογεράκης


Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η μήτρα σου

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Απριλίου, 2012

Ήταν εδώ ο Νίκος κι η Ιωάννα. Ταξίδι αστραπή με το τρένο. Ήρθαν και απολαύσαμε μαζί την Παρασκευή το βράδυ  τον Μιχάλη, τον Παντελή, τον Σπύρο να τραγουδάνε γάλλους ποιητές. Το Σάββατο έφυγαν (Ναυσικούλα να τα χιλιάσεις). Ο Νίκος μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου φέρει νέα ποιήματά του,  η υπόσχεση τηρήθηκε και ιδού το πρώτο:

(Domenico Scarlatti, Sonata in d minor, K. 1)


Νίκος Μοσχοβάκος.

 

Η μήτρα σου

Πιστεύω στη μήτρα σου

κι ας μη εξυπηρετεί πια τη γονιμότητα.

Τις ασέληνες νύχτες του χειμώνα

όταν τα νυχτοπούλια σωπαίνουν

κι οι καμινάδες υψώνουν τους καπνούς τους

στον ουρανό, εσύ παραδομένη

στον άλλο κόσμο του ύπνου

φλυαρείς μες του ονείρου τη δίνη

μα η μήτρα σου υγρή κι αμήχανη

σωπαίνει αινιγματικά

σαν άρπα ξεχασμένη

όταν την ρωτούν για το μέλλον.

Στη μόνιμη σκιά του νόστου

αγέρωχη αποπειράται

να αντιπαρέλθει το μοιραίο

που ολοένα πλησιάζει.

Μέχρι το τέλος αντιστέκεται

τυλιγμένη στης μοναξιάς την αδιαλλαξία.

Όμως εγώ πιστεύω στη μήτρα σου

αφού ό, τι γύρω με ορίζει

είναι δικό της δημιούργημα.

ΥΓ1. Όπου ναναι θα σας πω περισσότερα για την εκδήλωση στο Βαφοπούλειο. Περιμένω τις φωτογραφίες που τράβηξε η Τιτίκα.

ΥΓ2. Έχω όμως ένα από τα τραγούδια της βραδιάς που τα παιδιά πρόλαβαν και ανέβασαν στο διαδίκτυο (η επόμενη ανάρτηση)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οφειλή Περιπέτειας (Αθήνα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2011

Οι φίλοι του ιστολόγιου και της ποίησης που θα βρίσκονται στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011 (ώρα 08:00 μμ), είναι προσκεκλημένοι στην Αθηναϊκή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Οφειλή Περιπέτειας¨.

Θα μιλήσουν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και   ο ποιητής Πάνος Καπώνης. Θα διαβάσει ποιήματα ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας και θα τραγουδήσουν μελοποιημένα ποιήματα ο Μιχάλης και ο Παντελής    Καλογεράκης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨.

Η εκδήλωση θα γίνει στην Κρητική Εστία, Στράβωνος 12, Άλσος Παγκρατίου.

 

[από τη συλλογή Οφειλή Περιπέτειας]

ΟΥΔΟΛΩΣ ΘΑ ΟΛΙΓΩΡΗΣΩ

Εξέπεσα του βαθμού μου

και καταδιώχτηκα ανηλεώς

τόσο από τους Μήδες

όσο και ιδίως από τους μηδίσαντες.

Η εναντίωσή μου στο ευτελές

και η άρνηση του δεδομένου τάχα εφικτού

με οδηγούν κατάδηλα

στην πυρά των μικρόψυχων

με το αλαβάστρινο βλέμμα στο πρόσωπο.

Κατάπτυστοι λίβελλοι

των κατεχόντων την σωτήρια αλήθεια

προετοιμάζουν τον αφανισμό μου.

Ετοιμοπόλεμος κι αρματωμένος

ουδόλως θα ολιγωρήσω

η απόφασή μου είναι

να πέσω μόνο μαχόμενος.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011

Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).

Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του,  έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).

Προσθέτω ότι,  μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…

… έχουμε λοιπόν σε ήχο

1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ


2. Την Μπαρμπαρά


3. Piêro, les flamandes



4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα


Και σε κείμενο

1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)

2.Τους στίχους στα γαλλικά  

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές

Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών

Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν

Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν

Και μάνες να γινούν γερών παιδιών

Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός

Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά

Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς

Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα παιδιά

Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει

οι Φλαμανδές ειν’  των γονιών τους το καμάρι

Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά

Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν

Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές

Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα εγγόνια

Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει

Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν

Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά

Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν

Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές

Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό

Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν

Πως  έχουνε καλό ποδαρικό

Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα  θα  απομείνουν

Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν

Και τον παπά που κείται εκεί κοντά

Και τον ηγούμενο εκεί θα  συναντήσουν

Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Les Flamandes :

Les Flamandes dansent sans rien dire
Sans rien dire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans rien dire
Les Flamandes ça n’est pas causant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans
Et qu’à vingt ans il faut se fiancer
Se fiancer pour pouvoir se marier
Et se marier pour avoir des enfants
C’est ce que leur ont dit leurs parents
Le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans frémir
Sans frémir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans frémir
Les Flamandes ça n’est pas frémissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans
Et qu’à trente ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Elles font la fierté de leurs parents
Et du bedeau et de Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans sourire
Sans sourire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans sourire
Les Flamandes ça n’est pas souriant
Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans
Qu’à septante ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les petits-enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Toutes vêtues de noir comme leurs parents
Comme le bedeau et comme Son Eminence
L’Archiprêtre qui radote au couvent
Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans mollir
Sans mollir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans mollir
Les Flamandes ça n’est pas mollissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans
Et qu’à cent ans il est bon de montrer
Que tout va bien qu’on a toujours bon pied
Et bon houblon et bon blé dans le pré
Elles s’en vont retrouver leurs parents
Et le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui repose au couvent
Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla -Les Flamandes

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έπεα…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Νοεμβρίου, 2011

Μήνυμα: Απίθανε Αδέσποτε Σκύλε, αναδημοσιεύω το ποίημά σου ¨Χίλιες Φορές¨ (ελαφρά εξαρθρωμένο, αλλά –αναγνωστική αδεία- μου ‘ρθε να το αναγνώσω έτσι).


Αφού έχει ειπωθεί χίλιες φορές  

πως

όλα έχουν ειπωθεί χίλιες φορές

και

τα λόγια μας συμπίπτουν και οι καρδούλες μας γουργουρίζουν

σαν

οχετοί

και

τα ξένα τραγούδια μάς φαρμακώνουν μεθοδικά

αρχίστε τις πλεκτάνες,

τα σενάρια,

το γυμνισμό.

 

Αγριάδες εσείς που τρυπάτε την άσφαλτο

και

ρόγες βυζιού που ξεφτιλίζεται

-μπλουζάκια-

με τον τρόπο της λεηλασίας

όπως και ’γω

που δεν έχω θεό, προσευχή ν’ απευθύνω,

όσια κι ιερά

να κουρνιάξω την τρυφεράδα μου

που

όταν βρει τρύπα λυσσάει.

Περισσότερος Σκύλος  Αδέσποτος εδώ

ΥΓ Δείτε, εδώ δίπλα, και το ποίημα του Νίκου ¨Η εκδίκηση¨ (ή μάλλον καλύτερα το μεταφέρω αμέσως εδώ από κάτω) . Μιλάει κι αυτό για λέξεις που φθείρονται. Εγώ θα τα ανακάτευα, όχι ως μεταμοντέρνο σύμφυρμα, αλλά ως εναλλασσόμενο λόγο για τα λόγια, τη δύναμη και τη μοίρα τους

Η εκδίκηση

Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.


Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 σχόλιο »

Οι λέξεις

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2011

Το παρακάτω ποίημα τραγουδήθηκε από ¨τα αδέλφια¨  (δίδυμα, δεκαεννιάχρονα και ταλαντούχα: ο Μιχάλης και ο Παντελής), μαζί με άλλα ποιήματα του Νίκου το βράδυ της 21ης  Οκτωβρίου στο Βαφοπούλειο στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκε η ¨Οφειλή περιπέτειας¨. Πιστεύω πως δεν υπερβάλω αν πω πως ήταν μια όμορφη βραδιά.

Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

μελοποίηση – Μιχάλης Καλογεράκης
φωνή – Παντελής Μιχάλης Καλογεράκης
Ποίηση -Νίκος Μοσχοβάκος


Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

Από νόημα γυμνές

οι λέξεις απόμειναν

 

Μακριά μου η θάλασσα

γεμάτη κύματα

δεν έχει τίποτα να κρύψει


Η επέλαση και ετούτου

του καλοκαιριού

τελειώνει

 

Ο αέρας τρίζει τα παράθυρα

και το τοπίο γυμνό ή όχι

με σφάζει

 

Πίσω μου τι ακολουθεί

και μετά απ’ το Φθινόπωρο

ποιος θα με αποκαλύψει…

 

Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

Από νόημα γυμνές

οι λέξεις απόμειναν 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Οκτωβρίου, 2011

Πάντα από τον Αδέσποτο Σκύλο

Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς

Φοράει βερμούδα σαγιονάρα και τα λοιπά.
Αρσενικός μπήχτης ψυχοπομπός τα πάντα όλα
μονολογεί. Στου πρώτου ορόφου το ζόφο
ονειρεύεται νησιά βυζιά ομορφιές.
Κλείνει τα φώτα και κατουρά
γλάστρες γαρδένιες και ορτανσίες.
Με τη μέθοδο σκύλου, το ποδάρι ψηλά.
Σκέφτεται συχνά το Άγιον Όρος
τα φασολάκια τα λαδερά τις αυγές και
τα χάδια που κροταλίζουν γλυκά. Ακούει
στα χαζά μουσικές, τρεκλίζει, θέλει μία
να του ανοίγει τα πόδια να του κάνει παιδιά.
Γήπεδο μαλακία και κολοδάχτυλο στ΄αρπαχτικά.
Λέει λίγα ακούει πολλά. Συσσωρεύει
τοκίζει τη μισθωτή του σκλαβιά.
Κάθε μήνα κουρέας σαλονάκι κι άλλοι
τόσοι φτυστοί σαν κι αυτόν. Ωραίοι σαν
έλληνες αναπολούν τα παλιά.
Χέβυ μέταλ τσιμπούκια στα σκιώδη στενά
καθώς προσκρούει η μηχανή σε ελιά.
Καθώς μια κατακόκκινη δύση διαβολικιά
ως γομολάστιχα της ανίας περνάει ξυστά

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η μεγάλη πορεία

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2011

Το βρήκα στο ιστολόγιο ποίησης Αδέσποτος Σκύλος (γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος) και σας το μεταφέρω.

Η Μεγάλη πορεία

Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: | Αφήστε Σχόλιο »

Ωδή σύντομη στον Καραϊσκάκη

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Σεπτεμβρίου, 2011


Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,

τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,

ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλικάρια σου

κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος

προς το μεγαλείο των Αγράφων.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς

και μας καταλαβαίνεις,

που ένας εδώ, ένας εκεί,

πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους

και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,

κι ακολουθούμε τη μεγάλη σου πορεία

πίσω από το ξυλοκρέβατο,

ενώ έρχονται κοντά σου

πίσω από τον λεκιασμένο σκούφο σου,

χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,

σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,

ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,

που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

Σε παρακαλώ καπετάνιε Στρατηγέ μου,

άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,

να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή

ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,

από Εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,

ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε .

Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,

τι αξίζεις.

Θανάσης Φωτιάδης

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011

Jacques Prévert  Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού /  πάνε δύο σαλιγκάρια

Τα καβούκια έχουν μαβιά  /  και πλερέζες στα κεφάλια

Ξεκινήσαν μια βραδιά  /  φθινοπωρινή, γλυκιά

Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν  / η άνοιξη έχει φτάσει πια

Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί

Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα

Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα

Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά

Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα /  μια ιδέα είναι κι αυτή!

Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο

Ξεκινά για το Παρίσι /  είναι ωραίο το τοπίο

Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!

Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,

πως το μάτι σας μαυρίζει

κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει να ακούς.

Γι αυτό της ζωής το  χρώμα

Βάλτε πάλι στα καβούκια…

Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια

Άρχισαν να τραγουδάνε

κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν

Νότες καλοκαιρινές

Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν

κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια

Σπίτι  λένε να γυρίσουν

και τα δυο σαλιγκαράκια

φεύγουνε συγκινημένα,

φεύγουνε ευτυχισμένα,

είναι και μια στάλα φέσι

και τρικλίζουν και λιγάκι,

μα ψηλά στον ουρανό

τα φυλάει το φεγγαράκι.

[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]

(απόδοση Β.Νόττας)


Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement

A l’enterrement d’une feuille morte

Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Θερινή συγκομιδή

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2011

           Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη.                       Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το “κλεινόν άστυ”.

Στη Μάνη κατεβήκαμε  μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.

Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται,  στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.

Ιδού τα πονήματα:

  

Το Ίχνος

Ένα μεγάλο καρφί

ακριβώς στη μέση του τοίχου

Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν

τα στέφανα του γάμου.

Μετά η φωτογραφία

όλης της οικογένειας

Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά

η γνωστή φιγούρα του Τσε

Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής

του μεγαλύτερου γιου.

Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα

να κρεμαστεί το καπέλο του παππού. 

Πολύς καιρός πάει από τότε.

Σήμερα στο γυμνό τοίχο

ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει

ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο

έπεσε και χάθηκε

παρασύροντας μαζί του

μιαν ολόκληρη ζωή.

Το Τρίποντο της Νίκης

          Στους φίλους μου της Περικλέους

 Το παιχνίδι τελείωνε

όταν η μπάλα έφτασε στα χέρια μου.

Οι αντίπαλοι ανακουφίστηκαν

σχεδόν βέβαιοι πως ήταν ανέφικτο

από τόσο μακριά να ευστοχήσω

ούτε καν με εμπόδισαν να σουτάρω.

Με τη δαμόκλεια σπάθη του χρόνου

που έληγε στη σκέψη

έφυγε η μπάλα από μένα

και διαγράφοντας μία ουρανοπρεπή καμπύλη

κατευθύνθηκε στο αντίπαλο καλάθι.

 

Από τότε κάθε πανσέληνο

χρόνια τώρα το φεγγάρι

ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τροχιά

θυμίζει στους απελπισμένους του κόσμου

πως πρέπει να επιχειρείται

το τρίποντο της νίκης  

Χωρίς έμπνευση

Το όμικρον το ύψιλον και το ωμέγα

ξεκίνησαν μια μέρα σαν κι αυτή

αράξανε σ’ ένα κεφάλι μέγα

που στέκοταν σε ώμους ποιητή.

Τριγύριζαν στους δρόμους του μυαλού του

σαν άκουσαν από μακριά ένα ου

φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ωσότου

φανερώθηκαν με την μορφή ωού.

Ο νόστος της επιστροφής τα πνίγει

ανάθεμα σ’ αυτήν την κεφαλή

που έμπνευση δεν είχε ούτε λίγη

κι άναρθρα μόνο ξέρει να λαλεί.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ω τι αφράτος αφρός!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουλίου, 2011

Από τη στιγμή που ανακάλυψα (πρόσφατα) ότι το να ψάχνεις λέξεις για να αποδώσεις στα ελληνικά ένα τραγούδι που σ’ αρέσει είναι πιο διασκεδαστική (και σίγουρα πιο δημιουργική) δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο από το να λύνεις σταυρόλεξα, έστω κι από τα δύσκολα, και, βέβαια, από τη στιγμή που βάλαμε ήχο και μουσική στο ιστολογοφόρο, έχουμε, όπως θα είδατε, συνεχή ροή έμμετρων μελοποιημένων κειμένων.

Μην ανησυχείτε, η ροή οσονούπω θα κοπάσει και θα πάμε γι άλλα.

Πάντως, προς το παρόν, σας έχω ετοιμάσει μερικά τραγούδια ακόμη.

Το σημερινό λέγεται Το Λούσιμο

 Το λούσιμο (Lo Shampoo) είναι ένα τραγούδι του Τζιόρτζιο Γκάμπερ γραμμένο το 1973 και συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ ¨Ας προσποιηθούμε ότι είμαστε υγιείς¨. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης θεατρικής παράστασης,  τα κείμενα της οποίας ο Γκάμπερ έγραψε μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι. Εδώ σας έχω:

Σε ήχο:

1. Το Τραγούδι του Γκάμπερ    


2. Η ανάγνωση της απόδοσης που σας έφτιαξα



Σε κείμενο:

1. Το τραγούδι στα ιταλικά, Το β΄ τμήμα σε πεζό λόγο ποικίλει λίγο, ανάλογα με το αν είναι από το δίσκο ή την παράσταση. Εγώ, για την απόδοση στα ελληνικά πήρα λέξεις κι από τις δύο εκδοχές.

2. Η εκδοχή στα ελληνικά. έτσι που, άμα λάχει, να μπορείτε να το ψιθυρίσετε…

 

Lo Shampoo

Una brutta giornata,
chiuso in casa a pensare,
una vita sprecata,
non c’è niente da fare,
non c’è via di scampo,
quasi quasi mi faccio uno shampoo.

Uno shampoo?

Una strana giornata,
non si muove una foglia,
ho la testa ovattata,
non ho neanche una voglia,
non c’è via di scampo:
sì, devo farmi per forza uno shampoo.

Uno shampoo? Sì, uno shampoo.

schhh… scende l’acqua, scroscia l’acqua calda, fredda, calda… giusta!
Shampoo rosso, giallo, quale marca mi va meglio… questa!

Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…

La schiuma è una cosa buona, come la mamma,
che ti accarezza la testa quando sei triste e stanco,
una mamma enorme, una mamma in bianco!

Sciacquo, sciacquo, sciacquo…

Seconda passata.

Son convinto che sia meglio quello giallo senza… canfora!
I migliori son più cari perchè sono anti… forfora!

Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…

La schiuma è una cosa sacra, è una cascata di latte,
che assopisce questa smania tipica italiana,
è una cosa sacra: come una vacca indiana!

Sciacquo, sciacquo, sciacquo…

Fffffff… fon!

Σε άλλη εκδοχή (ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης)
La schiuma è una cosa pura, come il latte: purifica di dentro. La schiuma è una cosa sacra che pulisce la persona meschina, abbattuta, oppressa. È una cosa sacra. Come la Santa Messa.

 

Το λούσιμο

 Μα τι άσχημη μέρα 

μες το σπίτι κλεισμένος

η ζωή μου μια ξέρα

κι εγώ ναυαγισμένος

έχω ανάγκη [αδελφέ μου] ένα πλάνο

Μα! Ένα λούσιμο λέω να το κάνω.

 Λούσιμο;

 Μα τι μέρα γρουσούζα

δεν κουνιέται ένα φύλλο

το κεφάλι χαβούζα

κι ες-ο-ες πού να στείλω;

κάτι πρέπει [επιτέλους] να κάνω…

Ναι! ένα λούσιμο! Ίσως προκάνω…

 Λούσιμο; Ναι λούσιμο!

Φςςςςς

 Το νεράκι ρέει,

παγώνει, καίει, παγώνει, καίει…

Τέλειο!

 Ποιο σαμπουάν να προτιμήσω;

 αυτό; εκείνο; τ’ άλλο;

Ετούτο!

 Αφ-ρος!

Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει

μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.

 Είναι ωραίο πράγμα ο αφρός! Όπως η μαμά, που σου χαϊδεύει το κεφάλι σαν είσαι λυπημένος κι αποκαμωμένος: μια μαμά τεράστια, μια μαμά κατάλευκη.

 Ξξξξέβγαλμα, ξξέβγαλμα, ξέβγαλμα.  

 Δεύτερο χέρι.

 Προτιμώ το μπλέ γιατί δεν περιέχει διόλου κάμφορα

Τα καλύτερα κοστίζουν, φτάνουν ως τις ρίζες ευκολότερα

 Αφ-ρος!

Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει

μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.

                  Ο αφρός είναι ένα πράγμα αγνό, όπως το γάλα: καθαρίζει από τα μέσα. Ο αφρός είναι ένα πράγμα ιερό που εξαγνίζει τους κακομοίρηδες, τους βαρεμένους, τους καταπιεσμένους. Είναι ένα πράγμα άγιο. Σαν μια Ινδική αγελάδα

 Ξέβγαλμα, ξέβγαλμα, ξέβγαλμα.

Πισσσσστολάκι

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι μπουρζουάδες

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Ιουνίου, 2011

 

Ο Ζακ Μπρελ έγραψε τους ¨Μεγαλοαστούς¨ το 1961 εγκαινιάζοντας μια σειρά τραγουδιών με σατυρικό και σαρκαστικό ύφος. Προσπάθησα να το αποδώσω στα ελληνικά, διεκδικώντας βέβαια κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το πρωτότυπο. Για παράδειγμα η κυρά χοντρο- Adrienne de Montalant έγινε απλώς ¨κυρά Άννα¨, για λόγους μετρικούς. Άλλωστε, όπως έμαθα (πάντα στο διαδίκτυο) η πραγματική κυρά Αντριάνα λεγόταν  du Mont-à-Leux, ήταν ιδιοκτήτρια ενός καφέ στο Mouscron (γαλλόφωνο Βέλγιο) και ο Μπρέλ της άλλαξε λίγο το όνομα για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Για τους ίδιους λόγους το ¨Οτέλ: Οι τρεις φασιανοί¨ έγιναν εδώ ¨Οτέλ Στάτους¨ και ο χορευτής βικάριος /πάστορας απόκτησε άλλη υπόσταση. Όσο για το ρεφρέν μπορεί να έχασε κάτι από την διαδοχική εξέλιξη των αστών(Plus ça devient vieux plus ça devient bête) , κέρδισε όμως κάτι σε οικολογική διάσταση ε;

Σημείωση: Τυχόν μικροδιαφορές ανάμεσα στην ηχητική ανάγνωση και το γραπτό κείμενο της απόδοσης

 σημαίνουν απλώς ότι η επεξεργσία (ψάξιμο καταλληλότερων λέξεων) συνεχίζεται.

Σας παραθέτω παρακάτω το κείμενο του τραγουδιού του Μπρελ και την απόδοση στα ελληνικά.

Αλλά πρώτα, σε ήχο:

1. Η αρχική ηχογράφηση των ¨Μπουρζουάδων¨

 


2. Μια ανάγνωση της απόδοσης

 


Les bourgeois

Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l’ami Jojo
Et avec l’ami Pierre
On allait boire nos vingt ans
Jojo se prenait pour Voltaire
Et Pierre pour Casanova
Et moi, moi qui étais le plus fier
Moi, moi je me prenais pour moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans”
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l’ami Jojo
Et avec l’ami Pierre
On allait brûler nos vingt ans
Voltaire dansait comme un vicaire
Et Casanova n’osait pas
Et moi, moi qui restait le plus fier
Moi j’étais presque aussi saoul que moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans”
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

Le cœur au repos
Les yeux bien sur terre
Au bar de l’hôtel des “Trois Faisans”
Avec maître Jojo
Et avec maître Pierre
Entre notaires on passe le temps
Jojo parle de Voltaire
Et Pierre de Casanova
Et moi, moi qui suis resté le plus fier
Moi, moi je parle encore de moi
Et c’est en sortant vers minuit Monsieur le Commissaire
Que tous les soirs de chez la Montalant
De jeunes “peigne-culs” nous montrent leur derrière
En nous chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

 

Οι μπουρζουάδες

 

Με ζεστή καρδιά,

σε μια μπύρα μπροστά,

στης κυρά Άννας τη ταβέρνα.

Με το φίλο Γιώργο

και το φίλο Πέτρο.

Εβίβα τα είκοσί μας χρόνια!

 

Ο Γιώργος περνιόταν για Βολτέρος

κι ο Πέτρος ήταν ο Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ  απ’ όλους ο πιο ¨ωραίος¨,

εγώ ήμουν, ας πούμε κάτι σαν το παν!

 

Και σαν το βράδυ αργά,

οι δικηγόροι παγανιά

έβγαιναν από το Μπαρ του ¨Οτέλ Στάτους¨,

τους δείχναμε τον κώλο μας

και την καλή μας την καρδιά

κράζοντάς τους:

 

Οι μπουρζουάδες ,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

 λάσπη και σκουπίδια.

Οι μπουρζουάδες,

 όπως όλοι ξέρουν,

κατά βάθος άλλο

δεν είναι παρά αρ…

 

Στα ζεστά η καρδιά,

σε μια μπύρα μπροστά,

στης κυρά Άννας την ταβέρνα.

Με το φίλο Γιώργο

και το φίλο Πέτρο

Πού πήγαν [κάψαμε] τα είκοσί μας χρόνια;

 

ο Βολτέρος χόρευε σα πέος,

ντρεπότανε ο Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ που μένω πάντα ο πιο ωραίος,

φέσι είμαι κι ας νομίζω πως δεν ήπια καν!

 

Και σαν το βράδυ αργά,

οι δικηγόροι παγανιά

βγήκανε  από το Μπαρ του ¨Οτέλ Στάτους¨,

τους δείξαμε τον κώλο μας

και την καλή μας την καρδιά

κράζοντάς τους:

 

Οι μπουρζουάδες,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

λάσπη και σκουπίδια.

Οι μπουρζουάδες,

όπως όλοι ξέρουν,

κατά βάθος άλλο

δεν είναι παρά αρ…

 

Στη σύνταξη η καρδιά,

τα πόδια μας στη γη γερά,

εκεί στο μπαρ του Οτέλ Στάτους

Με τον μετρ Γιώργο

και τον μετρ Πέτρο

νομικούς πλέον  ανωτάτους!

 

Ο Γιώργος μιλάει για τον Βολτέρο

κι ο Πέτρος για τον Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ που κάνω πάντα τον ωραίο

μιλάω για μένα κι ας μη με κοιτάν!

 

κι όταν αργά το βράδυ,

περνάμε, αστυνόμε,

κοντά απ’ την ταβέρνα της κυρά Άννας

κάτι ξεβράκωτοι νεαροί,

εάν δεν απατώμαι,

τα οπίσθια μας δείχνουν,

κράζοντάς μας:

 

Οι μπουρζουάδες,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

λάσπη και σκουπίδια

οι μπουρζουάδες,

όπως όλοι ξέρουν

κατά βάθος άλλο,

δεν είναι παρά α…..

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Και τώρα η Φερνάνδα!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011

Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande

H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου,  Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία  και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:

Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.

Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.

Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.

Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος  για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης  γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.

Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα  όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.

Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

  1. Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
  2. την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)

και σε ήχο:

Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα 


Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο 



Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί



Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ


FERNANDE

Une mani’ de vieux garçon,

Moi. j’ai pris l’habitude

D’agrémenter ma solitude

Aux accents de cette chanson:

[Refrain]

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

C’est cette mâle ritournelle,

Cette antienne virile,

Qui retentit dans la guérite

De la vaillante sentinelle:

[Au refrain]

Afin de tromper son cafard,

De voir la vi’ moins terne,

Tout en veillant sur la lanterne

Chante ainsi le gardien de phar’:

[Au refrain]

Après la prière du soir,

Comme il est un peu triste,

Chante ainsi le séminariste

A genoux sur son reposoir:

[Au refrain]

A l’Étoile, où j’étais venu

Pour ranimer la flamme,

J’entendis, ému jusqu’aux larmes,

La voix du Soldat inconnu:

[Au refrain]

Et je vais mettre un point final

A ce chant salutaire,

En suggérant aux solitaires

D’en faire un hymne national:

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

Η Φερνάρδα  (Το ανασήκωμα)    

Κάθε φορά που μού ’ρχεται

βαριά μελαγχολία

τη μοναξιά μου ξεγελώ

κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και στης σκοπιάς τη μοναξιά

απ’ το κουβούκλιο μέσα

ο φανταράκος τραγουδά

αντρίκιες στροφές φωναχτά:

Αναπολώ την Νόνη

κι ετούτος τυλώνει

κι αν σκέπτομαι την Αθηνά

σκληραίνει ξανά

κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη

αυτός πιο πολύ μεγαλώνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Κι ο φαροφύλακας, που λες,

εκεί πάνω στο φανάρι

ρεφάρει τους παλιούς καημούς

τραγουδώντας στους ωκεανούς:

Σα σκέφτομαι τη Εύη

φουσκώνει, θεριεύει

κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή

σκληραίνει πολύ

κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά

Μα κι ο υποψήφιος μοναχός

δε θα τα καταφέρει

αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ

στο μυαλό το τροπάρι αυτό:

Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη

φαγούρα με πιάνει

και την Ευτέρπη αν σκεφτώ

με τέρπει κι αυτό

κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη

αυτή η φαγούρα επαυξάνει

μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά

η φαγούρα ξαφνικά σταματά   [δεν την αισθάνομαι πια}

Η έκσταση, αδελφοί, δεν είναι εφικτή.

Ακόμη και στον  Άγνωστο

σαν βρέθηκα Στρατιώτη

τον άκουσα σε μια στιγμή

να λέει με φωνή σιγανή:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

φουσκώνει, σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Νανά

τυλώνει ξανά

κι αν φτάσει τυχόν ως την Ζέτα

φουσκώνει δικέ μου αβέρτα

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και το τραγούδι μου αυτό

εδώ ολοκληρώνω

μια που ύμνους σκάρωσα εθνικούς

για εργένηδες μοναχικούς

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 σχόλια »

Νοσταλγικό Ιντερμέτζο: Οι στίχοι ενός τραγουδιού

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011

Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το  1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

 1. Γραπτά:

α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,

β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,

γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,

δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.

και

2. Σε ήχο:

α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),


β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,


γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά



… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις



 

Les passantes

(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή  Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)

 Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connaît à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais

A celle qu’on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s’évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu’on en demeure épanoui

A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu’on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu’on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré sa main

A la fine et souple valseuse
Qui vous sembla triste et nerveuse
Par une nuit de carnaval
Qui voulut rester inconnue
Et qui n’est jamais revenue
Tournoyer dans un autre bal

A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d’un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D’un avenir désespérant

A ces timides amoureuses
Qui restèrent silencieuses
Et portent encor votre deuil
A celles qui s’en sont allées
Loin de vous, tristes esseulées
Victimes d’un stupide orgueil.

Chères images aperçues
Espérances d’un jour déçues
Vous serez dans l’oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu’on se souvienne
Des épisodes du chemin

Mais si l’on a manqué sa vie
On songe avec un peu d’envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Aux coeurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu’on n’a jamais revus

Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lèvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l’on n’a pas su retenir

Le passanti

(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)

Io dedico questa canzone
ad ogni donna pensata come amore
in un attimo di libertà
a quella conosciuta appena
non c’era tempo e valeva la pena
di perderci un secolo in più.

A quella quasi da immaginare
tanto di fretta l’hai vista passare
dal balcone a un segreto più in là
e ti piace ricordarne il sorriso
che non ti ha fatto e che tu le hai deciso
in un vuoto di felicità.

Alla compagna di viaggio
i suoi occhi il più bel paesaggio
fan sembrare più corto il cammino
e magari sei l’unico a capirla
e la fai scendere senza seguirla
senza averle sfiorato la mano.

A quelle che sono già prese
e che vivendo delle ore deluse
con un uomo ormai troppo cambiato
ti hanno lasciato, inutile pazzia,
vedere il fondo della malinconia
di un avvenire disperato.

Immagini care per qualche istante
sarete presto una folla distante
scavalcate da un ricordo più vicino
per poco che la felicità ritorni
è molto raro che ci si ricordi
degli episodi del cammino.

Ma se la vita smette di aiutarti
è più difficile dimenticarti
di quelle felicità intraviste
dei baci che non si è osato dare
delle occasioni lasciate ad aspettare
degli occhi mai più rivisti.

Allora nei momenti di solitudine
quando il rimpianto diventa abitudine,
una maniera di viversi insieme,
si piangono le labbra assenti
di tutte le belle passanti
che non siamo riusciti a trattenere.

Οι περαστικές

(Το κείμενο της  απόδοσης των ¨περαστικών¨   που σας διαβάζω παραπάνω)

Αφιερώνω αυτό το τραγούδι

στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι

έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,

στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν

που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν

και που δεν τις ξανάδαμε πια.

Σε εκείνη, των ονείρων ουσία

στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία

 αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,

μένει μόνο το χαμόγελό της

μες της θύμησης τα απωθημένα

που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα

Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι

που η ματιά της σαν θείο τοπίο

πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη

που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…

κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει

δίχως καν να της πιάσεις το χέρι

Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει

ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι

που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη

και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει

και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει

να χορέψει μαζί σου και πάλι

Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει

και που άδειες περνούνε τις ώρες

πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει

και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-

να διακρίνεις τη μελαγχολία

των στιγμών που δεν είχες αδράξει

Και στις ντροπαλές εκείνες

σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες

που για σένα μπορεί να πονέσαν

αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,

ίσως μόνο για ένα γινάτι

και που δεν ξαναφάνηκαν πια.

Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις

που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω

να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια

την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω

είναι δύσκολο πια να αναστήσω

περασμένης ζωής επεισόδια.

Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις

με περισσή γυρνάς επιθυμία

στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,

στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις

-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-

και στα μάτια που δεν ξαναείδες

Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια

μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια

θα ειν’ φαντάσματα, σκιές,  αναμνήσεις

που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες

κι όλες οι όμορφες περαστικές

που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις

Κώστας Ουράνης: Περαστικές

 (Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)

 Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’
γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Φωτιά αν ήμουν θα ’καιγα τον Κόσμο (αγανακτισμένο δύο)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Μαΐου, 2011

Ο Cecco Angiolieri υπήρξε ένας ενδιαφέρων τύπος, ποιητής και ιππότης, που έζησε στην Τοσκάνη (Σιένα, από το 1260 ως περίπου το 1312) την ίδια πάνω κάτω εποχή με τον Δάντη. Το σονέτο του ¨Αν ήμουν φωτιά¨ τραγουδάει εδώ ο Fabrizio de Andre. Έκανα μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά, αλλά για καλό και για κακό σας παραθέτω και το πρωτότυπο. Σε ήχο: 

α) το τραγούδι του Φαμπρίτσιο,


 β) μια σπάνια απαγγελία από τον Βιτόριο Γκάσμαν και


γ) μία ανάγνωση στα ελληνικά.


S’i fosse fuoco

S’i fosse fuoco, arderei ‘l mondo;
s’i fosse vento, lo tempestarei;
s’i fosse acqua, i’ l’annegherei;
s’i fosse Dio, mandereil’ en profondo;

s’i fosse papa, allor serei giocondo,
ché tutti cristiani imbrigarei;
s’i fosse ‘mperator, ben lo farei;
a tutti tagliarei lo capo a tondo.

S’i fosse morte, andarei a mi’ padre;
s’i fosse vita, non starei con lui;
similemente faria da mi’ madre.
Si fosse Cecco com’i’ sono e fui,
torrei le donne giovani e leggiadre:
le zoppe e vecchie lasserei altrui.

Φωτιά αν ήμουν

Φωτιά αν ήμουν, θα ’καιγα την Πλάση,
νερό αν ήμουν θα ’πνιγα τη Γη
κι αν ήμουν άνεμος με ίδια οργή,
Θεούς κι ανθρώπους θα ’στελνα στη Χάση

Αν ήμουν Πάπας, τότε θα ’χα κέφια
και θα κορόιδευα όλους τους πιστούς
και βασιλιάς αν ήμουνα αδέλφια
κεφάλια θα ’χα κόψει σε αρκετούς.

Χαμός αν ήμουν, πρώτα τον πατέρα
θα είχα πάει να επισκεφτώ,
το ίδιο θα ’κανα και στη μητέρα
που με ξεφούρνισε στον κόσμο αυτό.

Αλλά αφού ’μαι αυτός (κι αυτός θα μείνω)
τις νιες και όμορφες μονάχα κυνηγώ
και γριές και άσχημες στους άλλους τις αφήνω.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι σειρήνες του Νίκου (και το βαλς του Ηράκλειτου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Μαΐου, 2011

Είναι καιρός τώρα που προσπαθώ να πείσω το φίλο μου τον Νίκο το Μοσχοβάκο να φτιάξει ένα ιστολόγιο αφιερωμένο  στις λέξεις, τις δικές του και εκείνες που του αρέσουν. Δεν τα κατάφερα (ακόμη), αλλά μέχρι να το κατορθώσω είμαι από εκείνους που έχουν το προνόμιο να δημοσιεύουν ποιήματά του.

ΑΚΟΥΣΑ ΤΙΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ

 Εγώ πάντως τις άκουσα

τις σειρήνες

Δεμένος στο κατάρτι

μα τις άκουσα.

 

Τραγουδούσαν για μένα

τις άριες της ενοχής

και του νόστου

τα θλιμμένα τραγούδια.

 

Τις άρπες τους χάιδευαν

με χάρη εξαίσια

και στα θλιμμένα μάτια τους

έπνιγαν την μενεξεδένια

αγωνία της προσμονής.

 

Α! Πολύ συναισθηματικός

έγινα με τις σειρήνες…

εγώ μόνο τη μελωδία τους

ήθελα να ακούσω.

 

 

 

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΒΑΛΣ

Ο Ηράκλειτος χορεύει βαλς

πλάι στον αγριεμένο θολό Δούναβη

βλέποντας τα πάντα να ρέουν

προς το σκούρο μπλε της αιωνιότητας.

 

Στις όχθες του ποταμού

το χιόνι σκεπάζει τα ψεγάδια του τοπίου

υπηρετώντας την νομοτέλεια της γονιμότητας

χωρίς διακρίσεις κι ολιγωρίες.

 

Ιππεύω το φαρί της μνήμης

και ξελογιάζω τις στιγμές

αναζητώντας στο θαμπό ορίζοντα

το γελαστό πρόσωπό σου.

 

Γνωρίζω πια που θα σε βρω.

Ακολουθώ τον αγριεμένο θολό Δούναβη

που πάντα ρέει με προορισμό

το σκούρο μπλε της αιωνιότητας.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2011

 

Ανταποκρίθηκα στις υποψίες σας

παρέδωσα την απολογία μου

με σαφή ομολογία της ευθύνης μου .

Εγώ φταίω λοιπόν.

Ναι έτσι είναι

η ανάσα μου έδωσε κυματισμό στη σημαία των ονείρων

 

Αργά το εσπέρας

όταν δεχτώ τα καίρια πλήγματα

από τις ξιφολόγχες σας

θα απέλθω χωρίς να σας πω καληνύχτα.

 

 Νίκος Μοσχοβάκος

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 18 Φεβρουαρίου, 2011

Πέρασε από δω ο Νίκος. Έχω έτσι να σας κοινωνήσω αδημοσίευτα ποιήματα

Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ  

 

Εντός μου κόπασε η διαδήλωση

τα οδοφράγματα σχεδόν πέσανε

ένας καπνός πάνω στα συντρίμμια

δείχνει την ένταση της σύγκρουσης.

 

Ας μη το παραδέχομαι κόπασε η σύγκρουση

στους δρόμους του είναι  μου

αμήχανοι διαβάτες κυκλοφορούν

αβέβαιοι για το επερχόμενο αύριο.

 

Στην προσπάθεια να αψηφήσω

το μέγεθος της απώλειας

ζητώ την συνδρομή της Περσεφόνης.

Όμως τώρα δεν είναι ο καιρός της για τον πάνω κόσμο

τίποτα δε μπορεί να μου προσφέρει.

 

Έτσι παραμένω δέσμιος της ανατροπής

καθώς προσέρχομαι

στην κεντρική πλατεία της ψυχής μου.

 

Ψάχνω παντού αλλά δε βρίσκω

μέσα μου κάποιον σύμμαχο

μια δικαιολογία έστω.

Όλα τελειώσανε λοιπόν

τόσο λιπόψυχος ήμουνα ;

 

‘Όχι αντιτάσσω με σθένος

ενώ η νύχτα πέφτει τριγύρω μου

ενώ ψηλαφώ στο σκοτάδι

μια νέα έξοδο.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Χρόνια πολλά;

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Ιανουαρίου, 2011

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία

που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες

και την ευλόγησαν,

Λείψανα παλιών άστρων

Και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού

σαρώνοντας η καταιγίδα

που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου,

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα

πληρώνοντας η Χτίσις,

θα φρίξει.

 

Ταραχή θα πέσει στον Άδη

και το σανίδωμα θα υποχωρήσει

από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου

Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του,

σημάδι ότι καιρός

να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.

 

Και μετά θα μιλήσει, να πει:

εξόριστε Ποιητή,

στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις;

 

Βλέπω έθνη, άλλοτες αλαζονικά,

παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

Βλέπω τα πελέκια στον αέρα

σκίζοντας προτομές

Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

Βλέπω τους εμπόρους

να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος

των δικών τους πτωμάτων.

Βλέπω

την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

 

Οδυσσέας Ελύτης

Άξιον Εστί

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

Ήμουνα στην Αθήνα (2)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2010

Ήμουνα στην Αθήνα και είδα το φίλο μου το Νίκο το Μοσχοβάκο και την Ιωάννα και την Ναυσικά και γνώρισα κι άλλους φίλους τους και φάγαμε μαζί και είδαμε μαζί την Εθνική να χάνει και είπαμε διάφορα, από τις σχέσεις ανδρών γυναικών μέχρι τα ταξίδια που θα κάνουμε παρέα και τον κατάφερα το Νίκο και μου έδωσε αδημοσίευτα ποιήματά του των οποίων σας κάνω κοινωνούς  αρχίζοντας αμέσως εδώ παρακάτω

(άτιτλο)

 Ήταν προσεκτικός στην αρίθμηση

Ουδένα παρέλειψε

Αναπάντεχα κατηγορήθηκε

για ισοπεδωτική επιείκεια.

Τους ξαναμέτρησε τότε

και τρόμαξε όταν διαπίστωσε

πόσο ελάχιστοι έμειναν.

 

ΥΠΗΡΞΑ ΚΑΠΟΤΕ

 Μην εκπλαγείς όταν μ’ ανακαλύψεις

υπήρξα λοιπόν κι εγώ κάποτε

ύψωσα τη φωνή μου όταν χρειάστηκε

και η σιωπή που ακολούθησε

ήταν ευκρινής κι αδιαπραγμάτευτη.

Κάτω από τις πέτρες τα οστά μου

κι η άλλη εκδοχή μου γύρη των λουλουδιών.

Μην παραξενευτείς όταν φτάσεις στην ουσία μου

φυλλομέτρησέ με μόνο προσεκτικά

χωρίς υπερβολές ψαύσε με

ναι! Υπήρξα και εγώ κάποτε.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 σχόλιο »

Και όμως δε γράφτηκε χτες…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουνίου, 2010

 

Όχι, δεν έστειλε μήνυμα ο Καβάφης από το υπερπέραν των ποιητών. Τα πράγματα τα είχε διαισθανθεί και περιγράψει ήδη πριν καμιά ογδονταριά χρόνια … (1928)

 

ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 200 πΧ

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

 

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί

αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ

δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,

για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 

Έχουνε και μια κλίση στες θυσίες

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη.

η κατοχή σας είναι επισφαλής:

Ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.

Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

κι από την άλληνα την συναφή,

κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική.

Είναι μεν ουσιώδες, αλλά τι να γίνει

σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

 

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε

πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

 

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,

απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,

να δούμε τι απομένει πια, μετά

τόση δεινότητα χειρουργική.-

  

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός

Να μη βιαζόμεθα – είναι επικίνδυνον πράγμα η βία

Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία

Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

Και τέλος πάντων να τραβούμ’ εμπρός.

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Αντιγράφω…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2009

Γιάννης Αγγελάκας, Οι καλύτεροι της ράτσας μας

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες

Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας

οι ποιητές

οι παραμυθάδες

οι τερατολόγοι γενικώς

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα

Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι

Στα στάσιμα νερά της μετριότητας

Οι όμηροι του φόβου

Από τη συλλογή Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; (1999)

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: | 1 σχόλιο »

Το αντέγραψα…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2009

 

Κόβοντας βόλτες, προσέγγισα το μπλογκ ardalion κι έπεσα στην παρακάτω χειροπιαστή ¨περιγραφή¨, που μου άρεσε. (Ψάχνοντας στο διαδίκτυο  βρήκα και μερικές εικονογραφικές εκδοχές).  

 

 

Ένα χέρι

 

Ένα χέρι κρατά μια ομπρέλα
ένα κινητό
μία τσάντα
μια τσόντα
μια μπάλα
ένα σκέιτ
ένα βιβλίο
ένα παγωτό
ένα καρβουνάκι που καπνίζει
ένα εισιτήριο
μία κούκλα
ένα laptop
ένα λουρί σκύλου
μία πεταλούδα
μία πινέζα
ένα άνθος
μία απόχη
ένα καβούρι
επτά δάκρυα
δύο κόκκινα χαλίκια
μία πυξίδα
μία βίτσα
ένα ξυράφι
οκτώ σταγόνες αίμα
ένα πόδι κότας
μία μάσκα χάρτινη
ένα κραγιόν για τη μητέρα
δύο τσιμπιδάκια
ένα μαγιό σέξι
ένα τιμόνι ποδηλάτου
μια τούφα μαλλιά γκρίζα
μια τρύπια τσέπη παλτού
τρία τραγούδια της Βέμπο, δύο της Νίνου και ένα της Ζαχά
ένα χέρι κρατά ένα talisker
ένα αχ
και πολύ λευκό. Φωτεινό και απαστράπτον.

 

 

 

 

cf87ceadcf81ceb9-cebaceb5cf86ceaccebbceb9

 

 

cf87ceadcf81ceb9-cebcceb5cebeceb9cebacebf

 

cf87ceadcf81ceb9-cebccf80cebfcf84ceadcf81cebf2

 

Καί  μια εικονογραφική εκδοχή από την Άννα Σίλια (ευχαριστώ)

 

3334338309_e7fca14682_o 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 σχόλιο »

Ιντερμέτζο

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιανουαρίου, 2009

 

(Σελίδες από την ¨Πολυετή σβέση φανού¨ του Νίκου Μοσχοβάκου[1])

 

Βαβέλ

Στιλπνές καλόφωνες λέξεις

μικρά κομψά τεχνουργήματα

που τα μακρά διακρίνονται

κατά την εκφορά τους των βραχέων

και τα χειλεόφωνα των οδοντοφώνων

χρησιμοποιούνται από τους ειδικούς,

για το κτίσιμο του εκκωφαντικού τοπίου

που στη μέση του

δεσπόζει επιβλητικός ο Πύργος της Βαβέλ

 

 

 

 Μάχομαι μόνος

Μισθοφόρος εντός των τειχών

του κάστρου των ιπποτών αμύνομαι.

Αμύνομαι γενικώς.

Με ξεναγό τις εικόνες άλλων καιρών

και τα παιδικά μου όνειρα

διαπερνώ την οξείδωση

και φτάνω μέχρι τον πυρήνα.

Κι αίφνης μ’ ευχαρίστηση  διαπιστώνω

ότι δεν είμαι μισθοφόρος.

Διαπιστώνω ότι αμύνομαι για να

υπερασπιστώ δικά μου πράγματα.

Μάχομαι έστω και μόνος.

 

[1] Νίκος Μοσχοβάκος, ¨Πολυετής σβέση φανου¨, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, 2008.


Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , | 1 σχόλιο »

Γενέθλια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Μαΐου, 2008

Σήμερα, 25 του Μάη 2008 το ιστολογοφόρο συμπληρώνει ένα χρόνο πλεύσης.

Θα το γιορτάσω δημοσιεύοντας τρία ποιήματα του φίλου μου Νίκου Μοσχοβάκου

(Πολυετής σβέση φανού, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2008).

Απολογισμοί και άλλα τέτοια (ίσως) τις μέρες που έρχονται…

 

ΑΠΛΩΣ ΘΥΜΑΜΑΙ

 

Υπήρξα σαλπιγκτής του Καρλομάγνου

και ποτέ μου δεν γνώρισα ήττα.

Με ηχήσεις παρορμητικές κι αυτοσχέδιες

συνόδεψα εφόδους και μάχες αξέχαστες.

Έδρεψα τιμές, αριστεία

και του βασιλέα τον έπαινο.

Όταν με το καλό αποσύρθηκα

τιμής ένεκεν μου χάρισαν

τη σάλπιγγα που κατείχα

Κρεμασμένη στον τοίχο του δωματίου μου

πλάι στα μετάλλια και το σπαθί μου

αποζητά ένα σάλπισμα.

Όμως εγώ δεν δύναμαι πια.

Απλώς θυμάμαι

πως υπήρξα σαλπιγκτής του Καρλομάγνου.

 

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΧΩΡΕΣΑ

 

 

Η κορνίζα δεν χωρεί το πορτραίτο μου.

Τα όριά της στερούν την έκφρασή μου.

Άσε που το μουντό χρώμα της

μου εξανεμίζει το αισιόδοξο βλέμμα.

Θραύω λοιπόν την κορνίζα

και το πορτραίτο μου μένει ελεύθερο.

Έτσι σαν σε καθρέφτη ατενίζω το είδωλό μου

χωρίς περιορισμούς χωρίς σκοπιμότητες

χωρίς αισθητικές ασάφειες.

Είμαι εγώ αυτός.

Όπως ακριβώς σας φαίνομαι

με απροσδόκητα σύνορα

με αδιευκρίνιστες προθέσεις

έτοιμος να εναντιωθώ σε επιλεγμένες προσαρμογές

και εντοιχισμούς ανάγκης.

Ποτέ δε χώρεσε σε κορνίζα το πορτραίτο μου.

 

 

 

 

ΕΠΑΡΚΕΣ

 

Ο μόνος που με καταλαβαίνει είσαι εσύ.

Γιατί ξέρεις να με διαβάζεις

από τα κάτω προς τα πάνω

από τα δεξιά προς τα αριστερά

από πίσω προς τα μπρος.

Και είναι επαρκές

να σε καταλαβαίνει ένας.

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 4 σχόλια »

Ωδή στις τηγανητές πατάτες

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Μαρτίου, 2008

Κάποτε τα ιδανικά και οι μεγάλες, ευγενείς ιδέες κυκλοφορούσαν άφθονα στο γύρο, δεν ήταν είδος σε εξάλειψη.

Και υπήρχαν λογιών λογιών: από ιδέες και ιδανικά που δένανε με τη κατεστημένη εξουσία, τη συντηρούσαν και την αναπαλαίωναν, ως άλλα, νεότερα, που την αμφισβητούσαν και την περιπαίζανε.

 Έτσι κι αλλιώς ¨καρφί διώχνει καρφί¨: μοναχά μ’ ένα όμορφο, ζωντανό, νέο ιδανικό, μπορούσες να αντιπαλέψεις τα φθαρμένα, τα ρητορικά και τα καλοβολεμένα. 

Μόνο που τα ιδανικά, κι εκείνα και τούτα, σε θέλουν στη τσίτα, τεντωμένο να προσαρμόζεις τη ζωή στον αγώνα. Είναι ένα παιχνίδι συναρπαστικό κι επικίνδυνο.

Κι αν κρατήσεις το καλούπι στενό τρελαίνεσαι, κι αν το κάνεις ευρύχωρο, δε φτιάχνεις ούτε την κοινωνία ούτε το μέλλον: φτιάχνεις σούπα.

 Τον καιρό εκείνο, όπου τα ιδανικά κυκλοφορούσαν στολισμένα με μεγάλα λόγια, καμιά φορά, χωρίς να το καταλάβεις, σκόνταφτες σε ¨πράγματα¨ απλά και γήινα, που σ’ αλείφανε με άλλου είδους χαρά και αισιοδοξία. Που σου χάριζαν μια ανάσα. Τότε το καλύτερο που ’χες να κάνεις ήταν να τα κρύψεις κάπου για μια ώρα ανάγκης.

Χτες το βράδυ βάλθηκα για ώρες να ψάχνω τα αποσυρμένα χαρτιά μου. Μια απελπισμένη τελειόφοιτη είχε ανακαλύψει ότι η γραμματεία δεν είχε καταχωρήσει τη βαθμολογία ενός μαθήματός μου, ενώ επρόκειτο να ορκιστεί. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω σε παλιούς φακέλους και ακατονόμαστες στοίβες, μπας και βρω ίχνη που θα έλυναν το πρόβλημα. Λυπάμαι, αλλά από τότε που έδωσε το μάθημα έχουν περάσει τρία, τέσσερα χρόνια, δε τα κατάφερα. Ελπίζω να βρεθεί κάποια άλλη λύση… 

Ψάχνοντας, βρήκα μια από τις παλιές ανάσες: Αντιγραμμένη σ’ ένα κίτρινο πλέον χαρτί, ¨Η Ωδή στις τηγανητές πατάτες¨ του Πάμπλο Νερούδα.Δίστασα πριν την αντιγράψω εδώ. Μπας και βάλω ιδέες σε κανένα (αδίστακτο) διαφημιστή φαστφουντάδικων

Τελικά είπα να το διακινδυνέψω:

Ωδή στις τηγανητές πατάτες

Τσιρίζει

το λάδι

ζεσταίνοντας

τη χαρά του κόσμου

οι τηγανητές

πατάτες

μπαίνουν

στο τηγάνι

σαν χιονισμένα

φτερά

πρωϊνού κύκνου

και βγαίνουν

χρυσωμένες από το τσιτσιριστό

κεχριμπάρι της ελιάς

 

Το σκόρδο

τους προσθέτει

το γήινο άρωμά του

το πιπέρι

σκόνη που πέρασε από τους υφάλους

και

ντυμένες

ξανά

με φιλντισένιο κοστούμι

γεμίζουν το πιάτο

με την επανάληψη της αφθονίας τους

και τη γήινη γευστική τους απλότητα 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 σχόλια »