Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ
e LIBRI RECENTI DI AMICI
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 20 Απριλίου, 2012
Του ιδιωτικού οράματος
Παίρνουν συχνά, αυτό το μεσαιωνικό υφάκι που αρέσει στις ακαδημίες. Παροιμιώδης η σεμνότις στα γραφτά μα η βωμολόχα έξη στες συναναστροφές και στα κουσκούσια αδυσώπητος.
Λουόμενοι και των τεσσάρων εποχών, όλο πιπιλίζουν τη λέξη κοπιράιτ. Τέρπουν με θυμωμένα βιογραφικά θηλυκά της φιλολογίας και γονείς που επένδυσαν σε μάστερ αντί για πανωσήκωμα κι αγροτεμάχιο σε πλαγιά.
Γράφουν αγγλοσαξονικά και στρωτά για να καυλώσουν όσους ασκούν κριτική εφημερίδας και χύνουν με τη λέξη εκμάγευση πίνοντας βότκα στον Ιανό.
Λυμαίνονται μωρούδες που ψάχνουν ολίγον οργασμό από κάποιον που αναγόρευσαν ποιητή οι κραιπάλες κι αβγάτισε το μανιερισμό καταλήγοντας επίτιμος στην αυλή τόσων και τόσων που μπήκαν ως λήμματα στα λεξικά και τις γλάστρες.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Απριλίου, 2012
Ένα από τα τραγούδια που παρουσίασαν την περασμένη Παρασκευή ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης και ο Άγγελος Σπύρος Παρασκευάκος στην βραδιά την αφιερωμένη στη γαλλική ποίηση. Ζακ Πρεβέρ Αλικάντη (*)
Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι
Το φόρεμα σου στο χαλί
Και συ μες στο κρεβάτι μου
Γλυκειά στιγμή της στιγμής
Δροσιά της νύχτας
Ζέστη της ζωής μου.
(*)μεσογειακό λιμάνι της Ισπανίας και το κρασί που παράγεται εκεί.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Απριλίου, 2012
Ήταν εδώ ο Νίκος κι η Ιωάννα. Ταξίδι αστραπή με το τρένο. Ήρθαν και απολαύσαμε μαζί την Παρασκευή το βράδυ τον Μιχάλη, τον Παντελή, τον Σπύρο να τραγουδάνε γάλλους ποιητές. Το Σάββατο έφυγαν (Ναυσικούλα να τα χιλιάσεις). Ο Νίκος μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου φέρει νέα ποιήματά του, η υπόσχεση τηρήθηκε και ιδού το πρώτο:
(Domenico Scarlatti, Sonata in d minor, K. 1)
Νίκος Μοσχοβάκος.
Η μήτρα σου
Πιστεύω στη μήτρα σου
κι ας μη εξυπηρετεί πια τη γονιμότητα.
Τις ασέληνες νύχτες του χειμώνα
όταν τα νυχτοπούλια σωπαίνουν
κι οι καμινάδες υψώνουν τους καπνούς τους
στον ουρανό, εσύ παραδομένη
στον άλλο κόσμο του ύπνου
φλυαρείς μες του ονείρου τη δίνη
μα η μήτρα σου υγρή κι αμήχανη
σωπαίνει αινιγματικά
σαν άρπα ξεχασμένη
όταν την ρωτούν για το μέλλον.
Στη μόνιμη σκιά του νόστου
αγέρωχη αποπειράται
να αντιπαρέλθει το μοιραίο
που ολοένα πλησιάζει.
Μέχρι το τέλος αντιστέκεται
τυλιγμένη στης μοναξιάς την αδιαλλαξία.
Όμως εγώ πιστεύω στη μήτρα σου
αφού ό, τι γύρω με ορίζει
είναι δικό της δημιούργημα.
ΥΓ1. Όπου ναναι θα σας πω περισσότερα για την εκδήλωση στο Βαφοπούλειο. Περιμένω τις φωτογραφίες που τράβηξε η Τιτίκα.
ΥΓ2. Έχω όμως ένα από τα τραγούδια της βραδιάς που τα παιδιά πρόλαβαν και ανέβασαν στο διαδίκτυο (η επόμενη ανάρτηση)
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2011
Οι φίλοι του ιστολόγιου και της ποίησης που θα βρίσκονται στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011 (ώρα 08:00 μμ), είναι προσκεκλημένοι στην Αθηναϊκή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Μοσχοβάκου¨Οφειλή Περιπέτειας¨.
Θα μιλήσουν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο ποιητής Πάνος Καπώνης. Θα διαβάσει ποιήματα ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας και θα τραγουδήσουν μελοποιημένα ποιήματα ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης.
Η συλλογή εκδόθηκε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨.
Η εκδήλωση θα γίνει στην Κρητική Εστία, Στράβωνος 12, Άλσος Παγκρατίου.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011
Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).
Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του, έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).
Προσθέτω ότι, μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…
… έχουμε λοιπόν σε ήχο
1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ
2.Την Μπαρμπαρά
3. Piêro, les flamandes
4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα
Και σε κείμενο
1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)
2.Τους στίχους στα γαλλικά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές
Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών
Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν
Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν
Και μάνες να γινούν γερών παιδιών
Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός
Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά
Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς
Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα παιδιά
Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει
οι Φλαμανδές ειν’ των γονιών τους το καμάρι
Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά
Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν
Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές
Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα εγγόνια
Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει
Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν
Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά
Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν
Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές
Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό
Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν
Πως έχουνε καλό ποδαρικό
Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα θα απομείνουν
Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν
Και τον παπά που κείται εκεί κοντά
Και τον ηγούμενο εκεί θα συναντήσουν
Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Les Flamandes :
Les Flamandes dansent sans rien dire
Sans rien dire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans rien dire
Les Flamandes ça n’est pas causant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans
Et qu’à vingt ans il faut se fiancer
Se fiancer pour pouvoir se marier
Et se marier pour avoir des enfants
C’est ce que leur ont dit leurs parents
Le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans frémir
Sans frémir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans frémir
Les Flamandes ça n’est pas frémissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans
Et qu’à trente ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Elles font la fierté de leurs parents
Et du bedeau et de Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans sourire
Sans sourire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans sourire
Les Flamandes ça n’est pas souriant
Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans
Qu’à septante ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les petits-enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Toutes vêtues de noir comme leurs parents
Comme le bedeau et comme Son Eminence
L’Archiprêtre qui radote au couvent
Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans mollir
Sans mollir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans mollir
Les Flamandes ça n’est pas mollissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans
Et qu’à cent ans il est bon de montrer
Que tout va bien qu’on a toujours bon pied
Et bon houblon et bon blé dans le pré
Elles s’en vont retrouver leurs parents
Et le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui repose au couvent
Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla -Les Flamandes
ΥΓ Δείτε, εδώ δίπλα, και το ποίημα του Νίκου ¨Η εκδίκηση¨ (ή μάλλον καλύτερα το μεταφέρω αμέσως εδώ από κάτω) . Μιλάει κι αυτό για λέξεις που φθείρονται. Εγώ θα τα ανακάτευα, όχι ως μεταμοντέρνο σύμφυρμα, αλλά ως εναλλασσόμενο λόγο για τα λόγια, τη δύναμη και τη μοίρα τους
Η εκδίκηση
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές εσύ τι θα γράψεις ; μου αντέτεινε η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης. Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2011
Το παρακάτω ποίημα τραγουδήθηκε από ¨τα αδέλφια¨ (δίδυμα, δεκαεννιάχρονα και ταλαντούχα: ο Μιχάλης και ο Παντελής), μαζί με άλλα ποιήματα του Νίκου το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου στο Βαφοπούλειο στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκε η ¨Οφειλή περιπέτειας¨. Πιστεύω πως δεν υπερβάλω αν πω πως ήταν μια όμορφη βραδιά.
Φοράει βερμούδα σαγιονάρα και τα λοιπά.
Αρσενικός μπήχτης ψυχοπομπός τα πάντα όλα
μονολογεί. Στου πρώτου ορόφου το ζόφο
ονειρεύεται νησιά βυζιά ομορφιές.
Κλείνει τα φώτα και κατουρά
γλάστρες γαρδένιες και ορτανσίες.
Με τη μέθοδο σκύλου, το ποδάρι ψηλά.
Σκέφτεται συχνά το Άγιον Όρος
τα φασολάκια τα λαδερά τις αυγές και
τα χάδια που κροταλίζουν γλυκά. Ακούει
στα χαζά μουσικές, τρεκλίζει, θέλει μία
να του ανοίγει τα πόδια να του κάνει παιδιά.
Γήπεδο μαλακία και κολοδάχτυλο στ΄αρπαχτικά.
Λέει λίγα ακούει πολλά. Συσσωρεύει
τοκίζει τη μισθωτή του σκλαβιά.
Κάθε μήνα κουρέας σαλονάκι κι άλλοι
τόσοι φτυστοί σαν κι αυτόν. Ωραίοι σαν
έλληνες αναπολούν τα παλιά.
Χέβυ μέταλ τσιμπούκια στα σκιώδη στενά
καθώς προσκρούει η μηχανή σε ελιά.
Καθώς μια κατακόκκινη δύση διαβολικιά
ως γομολάστιχα της ανίας περνάει ξυστά
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2011
Το βρήκα στο ιστολόγιο ποίησης Αδέσποτος Σκύλος (γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος) και σας το μεταφέρω.
Η Μεγάλη πορεία
Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011
Jacques Prévert Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία
Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού / πάνε δύο σαλιγκάρια
Τα καβούκια έχουν μαβιά / και πλερέζες στα κεφάλια
Ξεκινήσαν μια βραδιά / φθινοπωρινή, γλυκιά
Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν / η άνοιξη έχει φτάσει πια
Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί
Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα
Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα
Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά
Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα / μια ιδέα είναι κι αυτή!
Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο
Ξεκινά για το Παρίσι / είναι ωραίο το τοπίο
Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!
Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,
πως το μάτι σας μαυρίζει
κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει να ακούς.
Γι αυτό της ζωής το χρώμα
Βάλτε πάλι στα καβούκια…
Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια
Άρχισαν να τραγουδάνε
κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν
Νότες καλοκαιρινές
Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν
κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια
Σπίτι λένε να γυρίσουν
και τα δυο σαλιγκαράκια
φεύγουνε συγκινημένα,
φεύγουνε ευτυχισμένα,
είναι και μια στάλα φέσι
και τρικλίζουν και λιγάκι,
μα ψηλά στον ουρανό
τα φυλάει το φεγγαράκι.
[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]
(απόδοση Β.Νόττας)
Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement
A l’enterrement d’une feuille morte
Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2011
Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη. Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το “κλεινόν άστυ”.
Στη Μάνη κατεβήκαμε μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.
Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται, στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουλίου, 2011
Από τη στιγμή που ανακάλυψα (πρόσφατα) ότι το να ψάχνεις λέξεις για να αποδώσεις στα ελληνικά ένα τραγούδι που σ’ αρέσει είναι πιο διασκεδαστική (και σίγουρα πιο δημιουργική) δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο από το να λύνεις σταυρόλεξα, έστω κι από τα δύσκολα, και, βέβαια, από τη στιγμή που βάλαμε ήχο και μουσική στο ιστολογοφόρο, έχουμε, όπως θα είδατε, συνεχή ροή έμμετρων μελοποιημένων κειμένων.
Μην ανησυχείτε, η ροή οσονούπω θα κοπάσει και θα πάμε γι άλλα.
Πάντως, προς το παρόν, σας έχω ετοιμάσει μερικά τραγούδια ακόμη.
Το σημερινό λέγεται Το Λούσιμο
Το λούσιμο (Lo Shampoo) είναι ένα τραγούδι του Τζιόρτζιο Γκάμπερ γραμμένο το 1973 και συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ ¨Ας προσποιηθούμε ότι είμαστε υγιείς¨. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης θεατρικής παράστασης, τα κείμενα της οποίας ο Γκάμπερ έγραψε μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι. Εδώ σας έχω:
Σε ήχο:
1. Το Τραγούδι του Γκάμπερ
2. Η ανάγνωση της απόδοσης που σας έφτιαξα
Σε κείμενο:
1. Το τραγούδι στα ιταλικά, Το β΄ τμήμα σε πεζό λόγο ποικίλει λίγο, ανάλογα με το αν είναι από το δίσκο ή την παράσταση. Εγώ, για την απόδοση στα ελληνικά πήρα λέξεις κι από τις δύο εκδοχές.
2. Η εκδοχή στα ελληνικά. έτσι που, άμα λάχει, να μπορείτε να το ψιθυρίσετε…
Lo Shampoo
Una brutta giornata,
chiuso in casa a pensare,
una vita sprecata,
non c’è niente da fare,
non c’è via di scampo,
quasi quasi mi faccio uno shampoo.
Uno shampoo?
Una strana giornata,
non si muove una foglia,
ho la testa ovattata,
non ho neanche una voglia,
non c’è via di scampo:
sì, devo farmi per forza uno shampoo.
Uno shampoo? Sì, uno shampoo.
schhh… scende l’acqua, scroscia l’acqua calda, fredda, calda… giusta!
Shampoo rosso, giallo, quale marca mi va meglio… questa!
Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…
La schiuma è una cosa buona, come la mamma,
che ti accarezza la testa quando sei triste e stanco,
una mamma enorme, una mamma in bianco!
Sciacquo, sciacquo, sciacquo…
Seconda passata.
Son convinto che sia meglio quello giallo senza… canfora!
I migliori son più cari perchè sono anti… forfora!
Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…
La schiuma è una cosa sacra, è una cascata di latte,
che assopisce questa smania tipica italiana,
è una cosa sacra: come una vacca indiana!
Sciacquo, sciacquo, sciacquo…
Fffffff… fon!
Σε άλλη εκδοχή (ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης) La schiuma è una cosa pura, come il latte: purifica di dentro. La schiuma è una cosa sacra che pulisce la persona meschina, abbattuta, oppressa. È una cosa sacra. Come la Santa Messa.
Το λούσιμο
Μα τι άσχημη μέρα
μες το σπίτι κλεισμένος
η ζωή μου μια ξέρα
κι εγώ ναυαγισμένος
έχω ανάγκη [αδελφέ μου] ένα πλάνο
Μα! Ένα λούσιμο λέω να το κάνω.
Λούσιμο;
Μα τι μέρα γρουσούζα
δεν κουνιέται ένα φύλλο
το κεφάλι χαβούζα
κι ες-ο-ες πού να στείλω;
κάτι πρέπει [επιτέλους] να κάνω…
Ναι! ένα λούσιμο! Ίσως προκάνω…
Λούσιμο; Ναι λούσιμο!
Φςςςςς
Το νεράκι ρέει,
παγώνει, καίει, παγώνει, καίει…
Τέλειο!
Ποιο σαμπουάν να προτιμήσω;
αυτό; εκείνο; τ’ άλλο;
Ετούτο!
Αφ-ρος!
Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει
μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.
Είναι ωραίο πράγμα ο αφρός! Όπως η μαμά, που σου χαϊδεύει το κεφάλι σαν είσαι λυπημένος κι αποκαμωμένος: μια μαμά τεράστια, μια μαμά κατάλευκη.
Ξξξξέβγαλμα, ξξέβγαλμα, ξέβγαλμα.
Δεύτερο χέρι.
Προτιμώ το μπλέ γιατί δεν περιέχει διόλου κάμφορα
Τα καλύτερα κοστίζουν, φτάνουν ως τις ρίζες ευκολότερα
Αφ-ρος!
Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει
μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.
Ο αφρός είναι ένα πράγμα αγνό, όπως το γάλα: καθαρίζει από τα μέσα. Ο αφρός είναι ένα πράγμα ιερό που εξαγνίζει τους κακομοίρηδες, τους βαρεμένους, τους καταπιεσμένους. Είναι ένα πράγμα άγιο. Σαν μια Ινδική αγελάδα
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Ιουνίου, 2011
Ο Ζακ Μπρελ έγραψε τους ¨Μεγαλοαστούς¨ το 1961 εγκαινιάζοντας μια σειρά τραγουδιών με σατυρικό και σαρκαστικό ύφος. Προσπάθησα να το αποδώσω στα ελληνικά, διεκδικώντας βέβαια κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το πρωτότυπο. Για παράδειγμα η κυρά χοντρο- Adrienne de Montalant έγινε απλώς ¨κυρά Άννα¨, για λόγους μετρικούς. Άλλωστε, όπως έμαθα (πάντα στο διαδίκτυο) η πραγματική κυρά Αντριάνα λεγόταν du Mont-à-Leux, ήταν ιδιοκτήτρια ενός καφέ στο Mouscron (γαλλόφωνο Βέλγιο) και ο Μπρέλ της άλλαξε λίγο το όνομα για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Για τους ίδιους λόγους το ¨Οτέλ: Οι τρεις φασιανοί¨ έγιναν εδώ ¨Οτέλ Στάτους¨ και ο χορευτής βικάριος /πάστορας απόκτησε άλλη υπόσταση. Όσο για το ρεφρέν μπορεί να έχασε κάτι από την διαδοχική εξέλιξη των αστών(Plus ça devient vieux plus ça devient bête) , κέρδισε όμως κάτι σε οικολογική διάσταση ε;
Σημείωση: Τυχόν μικροδιαφορές ανάμεσα στην ηχητική ανάγνωση και το γραπτό κείμενο της απόδοσης
σημαίνουν απλώς ότι η επεξεργσία (ψάξιμο καταλληλότερων λέξεων) συνεχίζεται.
Σας παραθέτω παρακάτω το κείμενο του τραγουδιού του Μπρελ και την απόδοση στα ελληνικά.
Αλλά πρώτα, σε ήχο:
1. Η αρχική ηχογράφηση των ¨Μπουρζουάδων¨
2. Μια ανάγνωση της απόδοσης
Les bourgeois
Le cœur bien au chaud Les yeux dans la bière Chez la grosse Adrienne de Montalant Avec l’ami Jojo Et avec l’ami Pierre On allait boire nos vingt ans Jojo se prenait pour Voltaire Et Pierre pour Casanova Et moi, moi qui étais le plus fier Moi, moi je me prenais pour moi Et quand vers minuit passaient les notaires Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans” On leur montrait notre cul et nos bonnes manières En leur chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c…
Le cœur bien au chaud Les yeux dans la bière Chez la grosse Adrienne de Montalant Avec l’ami Jojo Et avec l’ami Pierre On allait brûler nos vingt ans Voltaire dansait comme un vicaire Et Casanova n’osait pas Et moi, moi qui restait le plus fier Moi j’étais presque aussi saoul que moi Et quand vers minuit passaient les notaires Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans” On leur montrait notre cul et nos bonnes manières En leur chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c… Le cœur au repos Les yeux bien sur terre Au bar de l’hôtel des “Trois Faisans” Avec maître Jojo Et avec maître Pierre Entre notaires on passe le temps Jojo parle de Voltaire Et Pierre de Casanova Et moi, moi qui suis resté le plus fier Moi, moi je parle encore de moi Et c’est en sortant vers minuit Monsieur le Commissaire Que tous les soirs de chez la Montalant De jeunes “peigne-culs” nous montrent leur derrière En nous chantant
Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient bête Les bourgeois c’est comme les cochons Plus ça devient vieux plus ça devient c…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011
Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande
H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.
Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:
Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.
Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.
Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.
Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.
Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.
Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.
Εδώ παρακάτω σας έχω:
Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)
και σε ήχο:
Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα
Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο
Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί
Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ
FERNANDE
Une mani’ de vieux garçon,
Moi. j’ai pris l’habitude
D’agrémenter ma solitude
Aux accents de cette chanson:
[Refrain]
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
C’est cette mâle ritournelle,
Cette antienne virile,
Qui retentit dans la guérite
De la vaillante sentinelle:
[Au refrain]
Afin de tromper son cafard,
De voir la vi’ moins terne,
Tout en veillant sur la lanterne
Chante ainsi le gardien de phar’:
[Au refrain]
Après la prière du soir,
Comme il est un peu triste,
Chante ainsi le séminariste
A genoux sur son reposoir:
[Au refrain]
A l’Étoile, où j’étais venu
Pour ranimer la flamme,
J’entendis, ému jusqu’aux larmes,
La voix du Soldat inconnu:
[Au refrain]
Et je vais mettre un point final
A ce chant salutaire,
En suggérant aux solitaires
D’en faire un hymne national:
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
Η Φερνάρδα (Το ανασήκωμα)
Κάθε φορά που μού ’ρχεται
βαριά μελαγχολία
τη μοναξιά μου ξεγελώ
κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:
Σα σκέφτομαι τη Μένη
ετούτος σκληραίνει
κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή
φουσκώνει πολύ
κι αν πάει τυχόν στην Ελένη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Και στης σκοπιάς τη μοναξιά
απ’ το κουβούκλιο μέσα
ο φανταράκος τραγουδά
αντρίκιες στροφές φωναχτά:
Αναπολώ την Νόνη
κι ετούτος τυλώνει
κι αν σκέπτομαι την Αθηνά
σκληραίνει ξανά
κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη
αυτός πιο πολύ μεγαλώνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Κι ο φαροφύλακας, που λες,
εκεί πάνω στο φανάρι
ρεφάρει τους παλιούς καημούς
τραγουδώντας στους ωκεανούς:
Σα σκέφτομαι τη Εύη
φουσκώνει, θεριεύει
κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή
σκληραίνει πολύ
κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά
Μα κι ο υποψήφιος μοναχός
δε θα τα καταφέρει
αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ
στο μυαλό το τροπάρι αυτό:
Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη
φαγούρα με πιάνει
και την Ευτέρπη αν σκεφτώ
με τέρπει κι αυτό
κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη
αυτή η φαγούρα επαυξάνει
μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά
η φαγούρα ξαφνικά σταματά [δεν την αισθάνομαι πια}
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011
Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το 1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.
Εδώ παρακάτω σας έχω:
1. Γραπτά:
α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,
β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,
γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,
δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.
και
2. Σε ήχο:
α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),
β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,
γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά
… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις
Les passantes
(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)
Je veux dédier ce poème A toutes les femmes qu’on aime Pendant quelques instants secrets A celles qu’on connaît à peine Qu’un destin différent entraîne Et qu’on ne retrouve jamais
A celle qu’on voit apparaître Une seconde à sa fenêtre Et qui, preste, s’évanouit Mais dont la svelte silhouette Est si gracieuse et fluette Qu’on en demeure épanoui
A la compagne de voyage Dont les yeux, charmant paysage Font paraître court le chemin Qu’on est seul, peut-être, à comprendre Et qu’on laisse pourtant descendre Sans avoir effleuré sa main
A la fine et souple valseuse Qui vous sembla triste et nerveuse Par une nuit de carnaval Qui voulut rester inconnue Et qui n’est jamais revenue Tournoyer dans un autre bal
A celles qui sont déjà prises Et qui, vivant des heures grises Près d’un être trop différent Vous ont, inutile folie, Laissé voir la mélancolie D’un avenir désespérant
A ces timides amoureuses Qui restèrent silencieuses Et portent encor votre deuil A celles qui s’en sont allées Loin de vous, tristes esseulées Victimes d’un stupide orgueil.
Chères images aperçues Espérances d’un jour déçues Vous serez dans l’oubli demain Pour peu que le bonheur survienne Il est rare qu’on se souvienne Des épisodes du chemin
Mais si l’on a manqué sa vie On songe avec un peu d’envie A tous ces bonheurs entrevus Aux baisers qu’on n’osa pas prendre Aux coeurs qui doivent vous attendre Aux yeux qu’on n’a jamais revus
Alors, aux soirs de lassitude Tout en peuplant sa solitude Des fantômes du souvenir On pleure les lèvres absentes De toutes ces belles passantes Que l’on n’a pas su retenir
Le passanti
(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)
Io dedico questa canzone ad ogni donna pensata come amore in un attimo di libertà a quella conosciuta appena non c’era tempo e valeva la pena di perderci un secolo in più.
A quella quasi da immaginare tanto di fretta l’hai vista passare dal balcone a un segreto più in là e ti piace ricordarne il sorriso che non ti ha fatto e che tu le hai deciso in un vuoto di felicità.
Alla compagna di viaggio i suoi occhi il più bel paesaggio fan sembrare più corto il cammino e magari sei l’unico a capirla e la fai scendere senza seguirla senza averle sfiorato la mano.
A quelle che sono già prese e che vivendo delle ore deluse con un uomo ormai troppo cambiato ti hanno lasciato, inutile pazzia, vedere il fondo della malinconia di un avvenire disperato.
Immagini care per qualche istante sarete presto una folla distante scavalcate da un ricordo più vicino per poco che la felicità ritorni è molto raro che ci si ricordi degli episodi del cammino.
Ma se la vita smette di aiutarti è più difficile dimenticarti di quelle felicità intraviste dei baci che non si è osato dare delle occasioni lasciate ad aspettare degli occhi mai più rivisti.
Allora nei momenti di solitudine quando il rimpianto diventa abitudine, una maniera di viversi insieme, si piangono le labbra assenti di tutte le belle passanti che non siamo riusciti a trattenere.
Οι περαστικές
(Το κείμενο της απόδοσης των ¨περαστικών¨ που σας διαβάζω παραπάνω)
Αφιερώνω αυτό το τραγούδι
στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι
έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,
στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν
που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν
και που δεν τις ξανάδαμε πια.
Σε εκείνη, των ονείρων ουσία
στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία
αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,
μένει μόνο το χαμόγελό της
μες της θύμησης τα απωθημένα
που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα
Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι
που η ματιά της σαν θείο τοπίο
πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη
που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…
κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει
δίχως καν να της πιάσεις το χέρι
Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει
ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι
που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη
και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει
και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει
να χορέψει μαζί σου και πάλι
Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει
και που άδειες περνούνε τις ώρες
πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει
και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-
να διακρίνεις τη μελαγχολία
των στιγμών που δεν είχες αδράξει
Και στις ντροπαλές εκείνες
σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες
που για σένα μπορεί να πονέσαν
αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,
ίσως μόνο για ένα γινάτι
και που δεν ξαναφάνηκαν πια.
Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις
που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω
να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια
την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω
είναι δύσκολο πια να αναστήσω
περασμένης ζωής επεισόδια.
Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις
με περισσή γυρνάς επιθυμία
στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,
στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις
-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-
και στα μάτια που δεν ξαναείδες
Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια
μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια
θα ειν’ φαντάσματα, σκιές, αναμνήσεις
που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες
κι όλες οι όμορφες περαστικές
που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις
Κώστας Ουράνης: Περαστικές
(Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)
Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’ γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’ γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο, ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε: να ξέρατε με πόση νοσταλγία, στα δειλινά τα βροχερά και κρύα, σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου, γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!
Ο Cecco Angiolieri υπήρξε ένας ενδιαφέρων τύπος, ποιητής και ιππότης, που έζησε στην Τοσκάνη (Σιένα, από το 1260 ως περίπου το 1312) την ίδια πάνω κάτω εποχή με τον Δάντη. Το σονέτο του ¨Αν ήμουν φωτιά¨ τραγουδάει εδώ ο Fabrizio de Andre. Έκανα μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά, αλλά για καλό και για κακό σας παραθέτω και το πρωτότυπο. Σε ήχο:
α) το τραγούδι του Φαμπρίτσιο,
β) μια σπάνια απαγγελία από τον Βιτόριο Γκάσμαν και
γ) μία ανάγνωση στα ελληνικά.
S’i fosse fuoco
S’i fosse fuoco, arderei ‘l mondo; s’i fosse vento, lo tempestarei; s’i fosse acqua, i’ l’annegherei; s’i fosse Dio, mandereil’ en profondo;
s’i fosse papa, allor serei giocondo, ché tutti cristiani imbrigarei; s’i fosse ‘mperator, ben lo farei; a tutti tagliarei lo capo a tondo.
S’i fosse morte, andarei a mi’ padre; s’i fosse vita, non starei con lui; similemente faria da mi’ madre. Si fosse Cecco com’i’ sono e fui, torrei le donne giovani e leggiadre: le zoppe e vecchie lasserei altrui.
Φωτιά αν ήμουν
Φωτιά αν ήμουν, θα ’καιγα την Πλάση, νερό αν ήμουν θα ’πνιγα τη Γη κι αν ήμουν άνεμος με ίδια οργή, Θεούς κι ανθρώπους θα ’στελνα στη Χάση
Αν ήμουν Πάπας, τότε θα ’χα κέφια και θα κορόιδευα όλους τους πιστούς και βασιλιάς αν ήμουνα αδέλφια κεφάλια θα ’χα κόψει σε αρκετούς.
Χαμός αν ήμουν, πρώτα τον πατέρα θα είχα πάει να επισκεφτώ, το ίδιο θα ’κανα και στη μητέρα που με ξεφούρνισε στον κόσμο αυτό.
Αλλά αφού ’μαι αυτός (κι αυτός θα μείνω) τις νιες και όμορφες μονάχα κυνηγώ και γριές και άσχημες στους άλλους τις αφήνω.
Είναι καιρός τώρα που προσπαθώ να πείσω το φίλο μου τον Νίκο το Μοσχοβάκο να φτιάξει ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στις λέξεις, τις δικές του και εκείνες που του αρέσουν. Δεν τα κατάφερα (ακόμη), αλλά μέχρι να το κατορθώσω είμαι από εκείνους που έχουν το προνόμιο να δημοσιεύουν ποιήματά του.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2010
Ήμουνα στην Αθήνα και είδα το φίλο μου το Νίκο το Μοσχοβάκο και την Ιωάννα και την Ναυσικά και γνώρισα κι άλλους φίλους τους και φάγαμε μαζί και είδαμε μαζί την Εθνική να χάνει και είπαμε διάφορα, από τις σχέσεις ανδρών γυναικών μέχρι τα ταξίδια που θα κάνουμε παρέα και τον κατάφερα το Νίκο και μου έδωσε αδημοσίευτα ποιήματά του των οποίων σας κάνω κοινωνούς αρχίζοντας αμέσως εδώ παρακάτω
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουνίου, 2010
Όχι, δεν έστειλε μήνυμα ο Καβάφης από το υπερπέραν των ποιητών. Τα πράγματα τα είχε διαισθανθεί και περιγράψει ήδη πριν καμιά ογδονταριά χρόνια … (1928)
ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 200 πΧ
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίση στες θυσίες
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη.
η κατοχή σας είναι επισφαλής:
Ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική.
Είναι μεν ουσιώδες, αλλά τι να γίνει
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Φεβρουαρίου, 2009
Κόβοντας βόλτες, προσέγγισα το μπλογκardalionκι έπεσα στην παρακάτω χειροπιαστή ¨περιγραφή¨, που μου άρεσε. (Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα και μερικές εικονογραφικές εκδοχές).
Ένα χέρι κρατά μια ομπρέλα
ένα κινητό
μία τσάντα
μια τσόντα
μια μπάλα
ένα σκέιτ
ένα βιβλίο
ένα παγωτό
ένα καρβουνάκι που καπνίζει
ένα εισιτήριο
μία κούκλα
ένα laptop
ένα λουρί σκύλου
μία πεταλούδα
μία πινέζα
ένα άνθος
μία απόχη
ένα καβούρι
επτά δάκρυα
δύο κόκκινα χαλίκια
μία πυξίδα
μία βίτσα
ένα ξυράφι
οκτώ σταγόνες αίμα
ένα πόδι κότας
μία μάσκα χάρτινη
ένα κραγιόν για τη μητέρα
δύο τσιμπιδάκια
ένα μαγιό σέξι
ένα τιμόνι ποδηλάτου
μια τούφα μαλλιά γκρίζα
μια τρύπια τσέπη παλτού
τρία τραγούδια της Βέμπο, δύο της Νίνου και ένα της Ζαχά
ένα χέρι κρατά ένα talisker
ένα αχ
και πολύ λευκό. Φωτεινό και απαστράπτον.
Καί μια εικονογραφική εκδοχή από την Άννα Σίλια (ευχαριστώ)
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Μαρτίου, 2008
Κάποτε τα ιδανικά και οι μεγάλες, ευγενείς ιδέες κυκλοφορούσαν άφθονα στο γύρο, δεν ήταν είδος σε εξάλειψη.
Και υπήρχαν λογιών λογιών: από ιδέες και ιδανικά που δένανε με τη κατεστημένη εξουσία, τη συντηρούσαν και την αναπαλαίωναν, ως άλλα, νεότερα, που την αμφισβητούσαν και την περιπαίζανε.
Έτσι κι αλλιώς ¨καρφί διώχνει καρφί¨: μοναχά μ’ ένα όμορφο, ζωντανό, νέο ιδανικό, μπορούσες να αντιπαλέψεις τα φθαρμένα, τα ρητορικά και τα καλοβολεμένα.
Μόνο που τα ιδανικά, κι εκείνα και τούτα, σε θέλουν στη τσίτα, τεντωμένο να προσαρμόζεις τη ζωή στον αγώνα. Είναι ένα παιχνίδι συναρπαστικό κι επικίνδυνο.
Κι αν κρατήσεις το καλούπι στενό τρελαίνεσαι, κι αν το κάνεις ευρύχωρο, δε φτιάχνεις ούτε την κοινωνία ούτε το μέλλον: φτιάχνεις σούπα.
Τον καιρό εκείνο, όπου τα ιδανικά κυκλοφορούσαν στολισμένα με μεγάλα λόγια, καμιά φορά, χωρίς να το καταλάβεις, σκόνταφτες σε ¨πράγματα¨ απλά και γήινα, που σ’ αλείφανε με άλλου είδους χαρά και αισιοδοξία. Που σου χάριζαν μια ανάσα. Τότε το καλύτερο που ’χες να κάνεις ήταν να τα κρύψεις κάπου για μια ώρα ανάγκης.
Χτες το βράδυ βάλθηκα για ώρες να ψάχνω τα αποσυρμένα χαρτιά μου. Μια απελπισμένη τελειόφοιτη είχε ανακαλύψει ότι η γραμματεία δεν είχε καταχωρήσει τη βαθμολογία ενός μαθήματός μου, ενώ επρόκειτο να ορκιστεί. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω σε παλιούς φακέλους και ακατονόμαστες στοίβες, μπας και βρω ίχνη που θα έλυναν το πρόβλημα. Λυπάμαι, αλλά από τότε που έδωσε το μάθημα έχουν περάσει τρία, τέσσερα χρόνια, δε τα κατάφερα. Ελπίζω να βρεθεί κάποια άλλη λύση…
Ψάχνοντας, βρήκα μια από τις παλιές ανάσες: Αντιγραμμένη σ’ ένα κίτρινο πλέον χαρτί, ¨Η Ωδή στις τηγανητές πατάτες¨ του Πάμπλο Νερούδα.Δίστασα πριν την αντιγράψω εδώ. Μπας και βάλω ιδέες σε κανένα (αδίστακτο) διαφημιστή φαστφουντάδικων