Βόλτα στο ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΦΙΛΩΝ
e LIBRI RECENTI DI AMICI
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Πάντοτε μούδιναν την συμβουλή
να γίνω τέλειος.
Έτσι μίσησα την τελειότητα
κι επιδόθηκα στην λατρεία των ατελειών.
Έχω λοιπόν πολλά να κάνω
αναζητώντας μέσα από ελλείψεις
τον εαυτό μου σε πείσμα των τελειομανών
που επαναπαύονται στον μοναδικό δρόμο τους
με την σιγουριά του αλάθητου.
Εγώ πορεύομαι μες τις αμφιβολίες
και τον κίνδυνο του ατελέσφορου στόχου
ποτέ παροπλισμένος αφού πάντα μάχομαι.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Απριλίου, 2012
Το ¨Πολυτεχνείο τρέμει¨ -μυθιστόρημα περιπετειώδες- δις εξαμαρτεί και ως εκ τούτου πήρε και πάλι δρόμο και κυκλοφορεί ανά τα βιβλιοπωλεία, αυτή τη φορά από την Novel Books (των εκδόσεων ¨Σιδέρης¨).
Εδώ παρακάτω σας έχω το σημείωμα του συγγραφέα που συνοδεύει τη Β΄ έκδοση, ενώ εδώ θα βρείτε μια συνέντευξη στην Λένα Χουρμούζη της Athens Voice.
Διερωτώμενος αν έχει να προσθέσει κάτι σχετικά με τη δεύτερη έκδοση, ο συγγραφέας είπε τα ακόλουθα:
Στη πρώτη έκδοση ήμασταν ένας!
Εγώ και ο Ανώνυμος Ένας σε μία ενιαία συσκευασία.
Αυτός μπροστά και εγώ πίσω, να μην φαίνομαι και να παρατηρώ (με μια ιδέα φόβο και μπόλικη περιέργεια) πως πάει το πράγμα.
Ο Ανώνυμος Ένας είχε προκύψει ως ιδανικό προκάλυμμα των μυθοπλαστικών συγγραφικών μου αβεβαιοτήτων. Τον έβαλα λοιπόν μπροστά και, αφού πρώτα τον αναγνώρισα ως το όχι απόλυτα νόμιμο τέκνο εμού του ιδίου και της Φαντασίας μου, τον εξαπέλυσα σε δοκιμαστική πτήση στο συγγραφικό Σύμπαν.
Στην πρώτη έκδοση, του είχα μάλιστα φτιάξει στο ¨αυτί¨ του εξώφυλλου (δίπλωμα όπου συνήθως φιλοξενούνται πληροφορίες για τους συγγραφείς), την απαραίτητη παρουσίαση που έλεγε τα εξής:
«Ο Ανώνυμος Ένας στην αρχή ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.
Κάποτε όμως διαπίστωσε ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα γύρω του είχαν αρχίσει να παίρνουν λάθος στροφές.
Στο παραπέντε συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει ο καιρός να πάρει ριζοσπαστικές αποφάσεις.
Είχε κάνει κι άλλες φορές ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του.
Μόνο που τούτη τη φορά του βγήκε κάπως αλλιώς.
Κάπως σαν μυθιστόρημα πανεπιστημιακής φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις.
Έτσι πέρασε στην ανωνυμία».
Ο Ένας, καβάλα στο ¨Πολυτεχνείο¨ (που έτρεμε) έριχνε τις διακριτικές βόλτες του ανάμεσα στα λόγο και τα παραλογο-τεχνικά παρασκευάσματα (που γυρόφερναν αλληλοσυγκρουόμενα στις μυστηριώδεις σκοτεινές λεκτικές εκτάσεις) χωρίς να ενοχλεί κυριολεκτικά κανένα, όταν νέες ανακατατάξεις πρόβαλαν στον ορίζοντα, ή μάλλον όχι στον ορίζοντα παρά στη Φαντασία μου, η οποία προέκυψε και πάλι εγκυμονούσα!
Όχι έναν Ανώνυμο Άλλο, αλλά μια ακόμη ιστορία φαντασίας!
Κι έτσι πριν να πεις ¨κύμινο¨ (πράγματι δεν το είπε κανείς), από το αυγό, με ένα μπαμ, βγήκε ένα ΜΠΑ!!! Σα να λέμε ένα μυθιστόρημα (αρκούντως προφητικό, όπως θα καταδειχθεί αργότερα) σχετικό με τη Μεγάλη Παλαιά Ανταρσία!
Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε ποιος θα διεκδικήσει την πατρότητα του νεογνού, εγώ ή ο Ανώνυμος, την απόφαση την πήρε, με ένα κτύπημα της επιχειρησιακής του ουράς, ο τότε εκδότης μας, που χωρίς καλά καλά να μας ενημερώσει πήγε και άρχισε τη διαφήμιση του πονήματος στις εφημερίδες, προβάλλοντάς μας και τους δυο, στα πλαίσια μιας υπερμεταμοντέρνας, ευρείας, διασταυρούμενης άνευ αναστολών, οικογενειακής συγγραφικής σχέσης! Ο ένας να γράφει δια χειρός του άλλου! Πρόσθεσε μάλιστα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ένα δικό μου βιογραφικό (αρκετά χαζογραμμένο) που δεν το είχα γράψει για να μπει στο βιβλίο, αλλά του το είχα αφήσει για να πάρει μια ιδέα για μένα ο ίδιος, μια που δεν γνωριζόμασταν.
Πάντως αυτό ήταν.
Έκτοτε αποτελούμε συγγραφικό δίδυμο. Γράφω τα παραλογοτεχνικά μου πονήματα δια χειρός Ανωνύμου Ενός, ενώ του έχω παραχωρήσει και ειδική σελίδα στο ιστολογοφόρο μου (μπλογκ).
Στο αντίτυπο που κρατάτε στα χέρια σας θα τον βρείτε, αν δεν κάνω λάθος, κάπου στο οπισθόφυλλο, καθώς και στο σημείωμα που έγραψε για τη δεύτερη έκδοση ο φίλος Γιώργος Σκαμπαρδώνης.
Και έτσι ο καιρός παρήλθε και το ¨Πολυτεχνείο¨ εξαντλήθηκε εντελώς.
Αλλά, προς χαρά και τέρψη των συγγραφέων (και ενίοτε των αναγνωστών) υπάρχουν και οι επανεκδόσεις.
Ας αφήσουμε όμως τις νοσταλγικές ανασκοπήσεις κι ας έρθουμε στο ¨Πολυτεχνείο¨ που επανεκδίδεται.
Ποιο είναι το ερώτημα;
Αν η πρώτη του έκδοση άφησε κάποιο ανεξίτηλο σημάδι οπουδήποτε;
Ναι, αν δεν απατώμαι υπήρξε ένα (1): η περιγραφή της Πύλης του Σεπτού Ιδρύματος που κάνω στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους συνετέλεσε (θέλω να ελπίζω) στην ανακατασκευή της κεντρικής Πύλης της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου της Θεσσαλονίκης σε πιο αποδεκτές διαστάσεις, πράγμα που συνέβη κανα δυο χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του Πολυτεχνείου. Είναι κάτι!
Άλλο;
Για τι πράγμα πρόκειται εν τέλει;
Πρόκειται για μια φανταστική αφήγηση με αστυνομική πλοκή σε ελαφρώς παραληρηματικό ύφος, που διαδραματίζεται σε μία (φανταστική) παραθαλάσσια πόλη. Θα έλεγα ότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για να θωρηθεί ως Campus Novel (αστυνομικό σε πανεπιστημιακό περιβάλλον -ένα από τα πρώτα δείγματα του είδους στην ελληνική μυθοπλασία), αλλά αυτό μάλλον διέφυγε της προσοχής των αρμοδίων τακτοποιητών. Έτσι μπορεί να εξακολουθήσει ανενόχλητα να είναι ό, τι ήθελε προκύψει στην προσωπική εκτίμηση των αναγνωστών!
Οδηγίες προς τους ¨ναυτιλλόμενους¨ στις σελίδες του βιβλίου;
Ναι, μία: Δεν χρειάζεται εξ αιτίας του ¨Πολυτεχνείου¨ να αναπτύξετε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Μπαμπινιώτη. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχω ακόμη ενημερώσει για την ακριβή σημασία των νεολογισμών που καραδοκούν στο κείμενο. Άλλωστε δεν προορίζονται τόσο για να αποδώσουν σημασίες, όσο για να αποπνεύσουν λεκτικά αρώματα. Απολαύστε λοιπόν ανέμελα την ατμόσφαιρα.
Αν και, εάν διαβάζετε τα βιβλία με τον τρόπο που τα διαβάζω εγώ, (πρώτα το κύριο μέρος και μετά οι εισαγωγές, οι πρόλογοι, τα προοίμια), τότε είναι αργά για να σας δώσω συμβουλές. Μάλλον θα πρέπει να μου δώσετε εσείς.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 16 Μαρτίου, 2012
Σκηνή έβδομη
[ η σκηνή φωτίζεται και ο προβολέας επικεντρώνεται στον Δία, που έχει πάρει κεντρική ανυψωμένη θέση]
Δίας
[γυρισμένος στο πλάι, ελαφρά εκνευρισμένος και μιλώντας στον εαυτό του]
Τώρα, τα ’πε όλα ετούτος, του τρανού του συγγραφέα
ο ειδικός μαντατοφόρος, κι αυτό είναι ζαβολιά,
κόλπο και μπαγαποντιά.
Μου ’κλεψε λίγο το ρόλο, αλλά όπως και να έχει,
έχω πράγματα να κάνω, και ο λόγος μου προέχει…
[γυρίζει από την άλλη πλευρά και απευθύνεται στους Αθηναίους]
Άκουσα τι λένε οι μοίρες, κι όπως είναι φυσικό
ξέρω και το μυστικό.
Πάει να πει ότι μπορώ, δίχως να καθυστερώ
να ερμηνέψω το χρησμό, κι αυτό κάνω τώρα αμέσως:
Κείνη που ήταν, μα δεν είναι, και την έχετε ανάγκη,
σεις ω άντρες Αθηναίοι, της Παλλάδας οπαδοί,
είναι η έρμη η Ουτοπία, όνειρο κι ιδανικό σας
και μυστήρια ελπίδα.
Που χωρίς σταλιά χαμπάρι, να το πάρετε κορόϊδα,
σας την βούτηξε ο Ερμής, κι είναι τώρα κλειδωμένη,
χειροπόδαρα δεμένη.
Και στη θέση της με κόλπο, σας πασάρει εικονικές
ονειροκαταληψίες, και αιώνιες αυταπάτες,
εκσυγχρονισμένες πλέον και εικονογραφημένες:
πότε τάχα σε παιχνίδια, παραμύθια και ειδήσεις,
μελανές διαφημίσεις και ατελείωτες σειρές,
τέλεια ανακατωμένα, να μην έχεις πια ιδέα
τι να πάρεις, τι να αφήσεις.
Μα όλα αυτά δεν είναι ελπίδα,
έστω αχνή, έστω στο βάθος,
παρά μόνο μια παγίδα, που γυρνάει στριφογυρνάει,
μα κουράγιο δε γεννάει, παρά μαύρη απελπισία
και βαθιά σε μαύρη τρύπα, κατευθείαν σε τραβάει
Που πάει να πει: καταλαβαίνω: Και για να σας κάνω χάρη
λέω να τη λευτερώσω, την χλωμή την Ουτοπία,
κι εδώ δα να την καλέσω, ο χρησμός να εκπληρωθεί.
[χτυπάει τα δάχτυλα και φωτίζεται η Ουτοπία. Μοιάζει ξόανο, αλλά σε λίγο θα ζωντανέψει…]
Όμως, σα θεός που είμαι, κι έτσι που μ’ έχετε φτιάξει,
μ’ όλα τα δικά σας πάθη, και με των θνητών τα βίτσια,
τελικά δίκιοδεν δίνω,σε κανέναν απ’ τους δύο
Μήτε άντρες μήτε γυναίκες:
Ούτε στον Παρά τον τρύπιο, ούτε και στην Ουτοπία
(πού όνειρο και ευτυχία, πως σας δίνουνε θαρρείτε,
και ο ένας και η μία!)
Κι αφού εγώ είμαι ο Δίας, κι αφού κάνω ό, τι θέλω…
[γυρίζει από την πλευρά των συλλογισμών, χάνει τον ειρμό, αναλογίζεται και μονολογεί:]
(ή τουλάχιστον νομίζουν, κάτι τέτοιο οι θνητοί,
γιατί έχω και την Ήρα, με την κρεβατομουρμούρα,
και να αντιμετωπίσω, θεϊκές συνομωσίες,
σκοτεινές δολοπλοκίες…
Τα ηνία να κρατήσω, κι όλες τις ισορροπίες
που έχει ανάγκη η εξουσία.
Κι όλο μία από τα ίδια…
κι όλα αυτά μ’ έχουνε σκάσει
και μου σπάσανε τ’ αρχίδια!)
[επανέρχεται σοβαρός προς τους Αθηναίους]
Επαναλαμβάνω:
…Και αφού είμαι ο Ζευς,
λέω και αποφασίζω:
πως την πρόκληση αυγατίζω, και τ’ αναποδογυρίζω
όσα θα ’πρεπε να κάνω:
δεν σας ανασκολοπίζω, -θα ’τανε το πιο σωστό -
παρά σας αναβαθμίζω.
Έτσι, να ‘χετε ευθύνη, σαν θα δείτε τι θα γίνει!
Λέω λοιπόν:
Σεις ω άντρες Αθηναίοι, αλλά και εσείς Ατθίδες
Που σας έχουν καλομάθει
οι θεοί
και δικαίωμα σας δίνουν, να ’χετε άποψη και λόγο
-αλλά είσαστε κι ατσίδες-
(όπως χρόνια πριν, ας πούμε, τότε που ο Ποσειδώνας
-το μικρό μου τ’ αδελφάκι –
για να γίνει πολιούχος, υποσχέθηκε νερό
-για να λέμε την αλήθεια, βγήκε λίγο αρμυρό-
Αλλά εσείς είχατε γνώμη, του το βγάλατε ξινό,
και εδώσατε την ψήφο στο δεντράκι της ελιάς,
προσφορά της Αθηνάς…)
Ε λοιπόν το ξανακάνω!
Πλειοδοσία προκηρύττω!
Και ας έλθει ο Παράς, να σας πει και να σας τάξει.
Τι θα κάνει, τι θα πράξει, τι καλούδια θα σας δώσει
αν αυτόν εμπιστευτείτε.
[χτυπάει τα δάχτυλα και φωτίζεται ο ευτραφής Παράς, ως ξόανο αρχικά κι αυτός]
Αλλά πριν, το λόγο ας πάρει, -οι κυρίες προηγούνται -
(μα τι λέω! ο Μεγάλος!)
Η αιθέρια Ουτοπία, πού ήτανε αποδιωγμένη
και στα σίδερα κλεισμένη, με την Ιστορία αντάμα
ακινη-τοποι-ημένη
Κι έχει χρόνια να μιλήσει, ας σας πει κι αυτή τι δίνει.
Κι ύστερα εσείς ψηφίστε, όπως είστε μαθημένοι.
Και εγώ μα τους Ολύμπιους, και τους δώδεκα μαζί,
ό, τι κι αν αποφασίστε, ίσως να το επιτρέψω.
Με μονάχα έναν όρο: Πως πιστοί σ’ εμέ θα είστε,
όποιος απ’ αυτούς [απ’ τους δυο] κερδίσει.
Θέλω:
Τάματα κι αφιερώσεις, με τις τακτικές τους δόσεις.
Επικλήσεις, λιτανείες, σταθερές τελετουργίες.
Θησαυρούς στα ιερά μου, και τα σφάγια δικά μου!
Να με αποκαλείτε πάντα, Παντοδύναμο Αφέντη
και Ουράνιο Αστραποβρόντη!
Και στις ιερές γιορτές μου, θέλω τις πομπές με ουρές,
και παιάνες και παρθένες, όμορφες και δροσερές.
Και να έχετε στο νου σας: Θεός είμαι όμοιός σας.
Δε με φτιάξατε, το ξέρω, για να ’ρθω και να υποφέρω,
σα σωτήρας να ξεπλένω, τις δικές σας αμαρτίες…
Ήρθα για να κάνω λάθη. Όπως κάνετε και εσείς.
Και να έχω τα ίδια πάθη!
Στα ουράνια να βολτάρω, και να κάνω ό, τι γουστάρω
Όπως μόνο στα όνειρά σας, θα τολμούσατε ποτέ
Γιατί με θελήσατε έτσι, κι έτσι χρησιμεύω κάτι!
[κάνει γκριμάτσα σα να είπε πολλά, και μετά κάνει νόημα προς την Ουτοπία η οποία «ζωντανεύει» και αρχίσει να μιλάει]
Ουτοπία
Έχω χρόνια να μιλήσω, συγχωρήστε με αδέλφια
και για σας να ζωγραφίσω, όνειρα υπερβατικά!
Όλα όσα ξεπερνάνε την ανθρώπινη μιζέρια,
απ’ την ύλη ξεκινάνε, όμως φτάνουνε στα αστέρια!
κι έτσι λίγο από το Θείο, τ’ άγ-ι-ο το ιερό
το ουράνιο στοιχείο
-με απλό ενθουσιασμό -
μεσ’ τον άνθρωπο μπολιάζουν.
Με της ποίησης τα λόγια, κέρδιζα την αφθαρσία
Μόνο εγώ για αθανασία σας μιλούσα
Μόνον εγώ τιθάσευα την σαρκοβόρα τύψη
και στη μνήμη σας κεντούσα,
με του έρωτα τα βέλη
ξόρκια ενάντια στη θλίψη.
Με χορό και με τραγούδια και με της ζωής το πάθος
ήξερα να απογειώνω,
τα μελλούμενα να πλάθω και τα τωρινά να εμπνέω
την χαρά να ανακυκλώνω και το άγχος να μειώνω.
Για ξανά-αναλογιστείτε τις καλές τις εποχές,
κλασικές, ηρωικές, που ’ζησε η ανθρωπότης
και να! δείτε!, θα με δείτε: πάντα ήμουνα παρούσα
και βασίλισσα οδηγούσα των καλλιτεχνών εμπνεύσεις:
Και ποιητών, μα και ζωγράφων, συγγραφέων, τροβαδούρων
και ηθοποιών, και όλων, των ευαίσθητων ανθρώπων.
Και μετά: Νόμος και Δίκιο
Που απ’ τα ζωντανά της πλάσης, ειν’ προνόμιο και καθήκον
όσων θέλουνε να λένε, πως διαθέτουν λογική:
Και αυτά, χάρη σε εμένα, μπόρεσαν να σχεδιαστούνε
κι έστω κι αν δεν τα τηρούνε, παραμένουνε πυξίδες
για να ξέρουν οι ανθρώποι, που πατάν και που τραβούνε.
Της υπέρβασης βλαστάρι, μόνη ορατή ελπίδα,
με όνειρο και λογική, δίνω νόημα στον κόσμο
Δίνω γεύση στη ζωή
Και με το Αιώνιο Σύμπαν, μόνο εγώ έχω επαφή!
Μα κι εσείς άνδρες / γυναίκες, ευτυχία που ζητάτε
στην πραγματική αγάπη, που είναι πάνω απ’ τα εγκόσμια
τα φτηνά τα ταπεινά…
ξαναφέρτε με στην πλάση και να δείτε πως με εμένα
θάβρετε την αρμονία, την υπέρτατη, τη σπάν-ι-α,
του φθαρτού και του αιώνιου,
όταν δένουνε μαζί.
Παράς[που ενώ μιλούσε η Ουτοπία έκανε (ως ξόανο) μόνο γκριμάτσες κοροϊδευτικές και αποδοκιμασίας, τώρα ζωντανεύει κι αυτός]
Μα τι λες αλλοπαρμένο;!
Αιθεροβαμόνων βάρκα!
Που δεν ξέρεις τι στην πράξη είναι εκείνο που μετράει!
Ουτοπία
Μη μου πεις ¨ό, τι πουλάει¨…
Παράς
Μα και βέβαια μουρλέγκω, δίκιο έχει, ό, τι πουλάει
κι ό, τι ευτυχία δίνει σ’ όποιον έχει να αγοράσει!
Για δες πόσα προϊόντα, με εμένα θα αποκτήσεις!
Πέρνα κόσμε να τα δεις! Όχι λόγια του αέρα,
όπως ήταν τα δικά σου.
Δες κουζινοσυσκευές. Δες ηλεκτρικά καλούδια,
δες κονσόλες, χειριστήρια, δες για κινητά, τραγούδια.
δες και μόνιτορ, οθόνες, δες δισκάκια με εικόνες,
δες και τις ταινίες όλες και τρισδιάστατα παιχνίδια!
Κι από περιττό ό, τι θέλεις: Να αγοράζεις να πετάς,
να θριαμβεύει ο Παράς
Ό, τι να ΄ναι πλαστικό, το διαθέτω μόνο εγώ
Πλαστικά άμα θέλεις πιάτα, και κανάτες και καριέρες
και μπουκάλια και αγάπες,
Τα πουλάω πέρα ως πέρα, στης υδρόγειου την άκρη!
Και χειρούργους πλαστικούς, έχω αν θέλεις κι απ’ αυτούς!
Έχω βίντεο ¨τραβηγμένα¨, έχω τράπεζες εμβρύων
και γονίδια παγωμένα!
Έχω σνομπ, έχω εστέτ, και για όλους έχω όπλα
Έχω κλώνους και κλωνάρια, έχω και μεταλλαγμένα
Για να φάνε κι οι φτωχοί, προσφορά από εμένα.
Τελευταία έχω πάλι, βάλει στην κυκλοφορία
Μία νέα μου πατέντα:
Δούλους που έρχονται μονάχοι και ζητάνε να δουλέψουν
τρώγοντας τα αποφάγια!
Τι μυαλό! Και τι ιδέες!
Μα τι λέτε Αθηναίοι και ωραίες μου Αθηναίες
Είναι να το συζητάμε;
Εγώ θα ’μαι ο σπόνσοράς σας, χορηγός, νουνός, κουμπάρος…
Ουτοπία[κοροϊδευτικά]
Κι όποιον θέλει ας πάρει ο χάρος…
Παράς [δε δίνει σημασία]
Α, ναι.
Μια που πήρε το αφτί μου κάτι για προβληματάκια
Που ανάμεσα στα φύλα παρουσιάστηκαν προσφάτως,
προσοχή! μη γελαστείτε, πέσετε σε ουτοπίες
και του σεξ τις λειτουργίες
-τις καινούργιες εννοώ-
προπαντός μην αρνηθείτε:
Μόνο εγώ μπορώ να φτιάξω, όλες τις δια-σταυρώσεις,
ζευγαρώματα καινούργια, και γεμάτα φαντασία,
όλα στη σωστή τιμή!
Και τα παραδοσιακά;
Άφθονα έχω κι απ’ αυτά:
Άμα θέλεις δονητές, ή και κούκλες φουσκωτές
εγώ μόνο τα διαθέτω, σ’ όλες τους τις ποικιλίες
Κι όχι εκείνη η τρελή.
Αφηγητής
Αυτά είπαν, κι είπαν κι άλλα, η αιθέρια Ουτοπία
κι ο πραγματιστής Παράς.
Κι αν οι Αθηναίοι πολίτες, κατά βάθος μπερδευτήκαν,
η αλήθεια είναι ότι, δεν το μάθαμε ποτέ,
κι αυτό γιατί όταν ο Δίας -άρχων της πλειοδοσίας,
έκρινε πως όλα τούτα, εκρατήσανε πολύ,
κι ότι παν να μας ζαλίσουν,
διέταξε να σταματήσουν, των θεών οι προσφορές,
και οι ψήφοι να αρχινήσουν.
Και πώς έγινε ακριβώς;
Μα με τρόπο θεϊκό. Χωρίς ένσταση καμία,
μα και δίχως αντιρρήσεις.
Οι θεοί αποφασίσαν κι αναθέσανε σε μένα,
που το παίζω στο απέξω -τάχα αντικειμενικός-
να μετρήσω προτιμήσεις.
Αλλά!
[γκονγκ]
Ω!
Μια ανατροπή καινούργια, που το νήμα περιπλέκει
και το δίδαγμα μπερδεύει, αναφαίνεται και πάλι:
Πρέπει να εξομολογηθώ,
πως εγώ δεν είμαι εγώ!
Τώρα μόλις κάτι μού ’ρθε! Μού ’γινε μια εισβολή
ένδο-εσω-τερική!
Κάτι μούρθε σαν ταμπλάς! Κάτι άλλαξε εντός μου
και δεν είμαι ο εαυτός μου
πια!!!
Που σημαίνει πως δεν είμαι, πλέον ο αφηγητής
του τρανού του συγγραφέα, πληρεξούσιος κριτής
Αλλά είμαι….
Ο Κεκλιμένος
Δόκτωρ εκσυγχρονισμένος!
[Βγάζει την τήβεννο και μετατρέπεται στον γνωστό δόκτορα του προοιμίου]
Τώρα πρέπει να επέμβω και νέο-επιστημονική
να εφαρμόσω εκδοχή!
[γκονγκ]
Κεκλιμένος
Δώστε φως και δώστε ήχο!
Τώρα να σας αναγγείλω, τ’ αποτέλεσμα απ’ την ψήφο
[γκούχου γκούχου]
[γκονγκ]
[Ειρωνικά, περιπαικτικά]
Μα τι βλέπω εδώ πέρα;
Η διαφορά δεν είν’ μεγάλη. Μ’ αν μετρώ, ξαναμετράω,
πάλι έρχονται μπροστά, οι υποσχέσεις του Παρά!
[Περιπαικτικά]
Η κακόμοιρη Ουτοπία, νάτη που ξανά χλομιάζει
Ενώ, δείτε πως ξανάβει, και ευτυχισμένος κλάνει [ακούγεται η εκτόνωση)
ο δημοφιλής Παράς!
Να λοιπόν που επιτέλους, φτάσαμε κι εμείς στο τέλος
του πειράματος [διορθώνει ειρωνικά] –συγγνώμη-
της αρχαίας παροδίας, στις παρόδους που συμβαίνει
της Μεγάλης Ιστορίας
Να που ο Δίας σκεφτικός, τα μαζεύει για να φύγει…
Να που κι ο Παράς κηρύττει, το μεγάλο πανηγύρι!
Τον μεγάλο το χορό!
Ας πιαστούμε χέρι χέρι…
[πιάνονται όλοι χέρι χέρι, ο δόκτωρ τελευταίος, εκτός από τρεις αρσενικούς που θα είναι οι φιλόσοφοι.
Καθώς χορεύουν, μετατρέπονται και πάλι σε εργαζόμενους και, καθώς φτάνουν στην άκρη της σκηνής, ο πρώτος πηδάει κάτω, και ο χορευτικός γύρος επαναλαμβάνεται με τους υπόλοιπους]
[μουσική]
Χορός
Έχετε γεια βρυσούλες,
μόνον εμφιαλωμένο
Θα είναι πλέον το νερό, σε μπουκάλι πλαστικό!
Στη στεριά δεν ζουν τα ψάρια, αλλά ούτε στα νερά…
Αμμουδιά πια δεν υπάρχει, μόνο πίσσα και σκουριά.
Έχετε γεια ραχούλες: δεν υπάρχει γιατρικό
Το τοπίο τώρα θα είναι, μόνο βιομηχανικό!
Γεια σας λόγγοι και βουνά
και παραμυθένια δάση, που τελειώσατε και τώρα
πάει, ο κόσμος έχει σκάσει!
Η πλαστικοποιημένη επανάσταση αρχίζει,
μα προθέσεων καλών και πολιτικώς ορθία.
Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ την αβλεψία
θνητών, δαιμόνων και θεών!
Έχετε γεια Αθηνιώτισσες, μη ξανακαμωμένες
Με τις ρυτίδες ζωντανές, και όχι τσιτωμένες
που από γενιές των γενεών
ήσασταν λατρεμένες!
Ελάτε να χορέψουμε χορό ευδαιμονίας
κι ας πάει και το παλιάμπελο και η ξανθιά ρετσίνα!
Στης νέας κοινωνίας, τους δρόμους ταξιδεύουμε
με άλλα, νέα εθιστικά, κι όχι τσιγάρα και κρασιά
Και ζήτω ζήτω στον Παρά: Αφέντη στην Αθήνα!
Αφηγητής /Κεκλιμένος [αφήνει το χορό, του α-λόγου - που συνεχίζεται,
καθώς ακούγονται οι πτώσεις με πάταγο των συμμετεχόντων και στρέφεται πονηρά προς το κοινό:]
Προτού να φύγουμε από ’δω, ας ρίξουμε ένα βλέφαρο,
να δούμε οι χαμένοι, πως πήρανε την ήττα.
[Ο Φωτισμός εστιάζει στο σημείο όπου βρίσκονται οι 3 φιλόσοφοι]
Για κοιτάξτε εκεί στο πλάι –στο ιγκόγνιτο νομίζω…-
Τους αναγνωρίζω: είναι
τρεις φιλόσοφοι που υπήρξαν, εραστές της Ουτοπίας
Πού ’φτασαν από παρόδους, χωριστές της ιστορίας
Για να μάθουνε το τέλος, τούτης εδώ της παροδίας.
Ένας είναι της εκκλησίας, και την ¨Πόλη του Θεού¨
είχε για ιδανικό του!
Ο άλλος σοσιαλιστής που τις τάξεις καταργούσε!
Και ο τρίτος, απ’ τους πρώτους, εραστές της Ουτοπίας
είναι ο Πλάτων ο μεγάλος, που είχε φτιάξει Πολιτεία
άψογη (μες το μυαλό του!)
Για να δούμε, πώς σχολιάζουν τ’ αποτέλεσμα της ψήφου…
Ρασοφόρος
Έλα τώρα φίλε Πλάτων και κατάκαρδα μην παίρνεις
της πλατείας τα τερτίπια, και του όχλου τις βουλές.
Άλλωστε εσύ δεν είπες, ότι μόνον οι σοφοί
γνώμες έχουνε ορθές κι όλα τ’ άλλα είναι σκιές;
[γκουπ, πτώση από τη σκηνή]
Πλάτωνας
Έχεις δίκιο ρασοφόρε λίγο να με αποπαίρνεις.
Να σου πω όμως κι εγώ: Η δική σου ουτοπία
είναι εύκολη στα λόγια,
γιατί παίρνεις το Θεό, σαν εγγυητή για όλα.
Αλλά μήτε στον Θεό τους
τούτοι εδώ πια δεν πιστεύουν…
[γκουπ, πτώση από τη σκηνή]
Σοσιαλιστής
Τι να πω κι εγώ, ω φίλοι, αιώνιοι συνοδοιπόροι!
Που ως τα χτες ήμουν στ’ απάνω, και σχεδόν χειροπιαστή
πρότεινα την Ουτοπία.
Κι όμως, έχω καταρρεύσει, έχω ιδρώσει κι έχω ρέψει…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Μαρτίου, 2012
Παρατηρήσεις πάνω στο λάιφ στάιλ και τα βάσανα των εκάστοτε ισχυρών (VIPs) τραγουδισμένες από ένα χορό αγροτών, όπως τις κατέγραψε ο Ντάριο Φο και τις τραγούδησε ο Έντζο Γιαννάτσι. Εδώ και μία χειροποίητη απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα.
ΕΙΔΑ ΕΝΑ ΒΑΣΙΛΙΑ!
-Καλά… αϊντέ… καλά…
-Για πες… Τι ’δες; Για πες…
-Είδα ’να βασιλιά
-Τι είδες είπες;
-Ένα βασιλιά!
-Καλά, αϊντέ, καλά…
- Ήταν καβάλα
στη σέλα πάνω,
κι έριχνε κι ένα κλάμα…
που μέχρι τ’ άλογό του…
-Ήτανε τι;
Ήταν καταμουσκεμένο!
-Α τον καημένο!
- Καημένο και το ζώο!
-Καλά… αϊντέ… καλά…
-Φταίει ο Αυτοκράτωρ, που πίσω του είχε πάρει
Ένα καστέλο
-Α το τομάρι!
- Όμως του μέ-νου-ν τριά-ντα δυο!
-Α τον καημένο!
- Καημένο και το πουλάρι…
-Καλά… αϊντέ… καλά…
-Για πες… Τι ’δες; Για πες…
-Είδα ’να ’Πισκ…
-Τι είδες είπες;
-Είδα να ’Πίσκοπο.
-Καλά… άιντέ… καλά…
-Κι αυτός, κι αυτός επίσης, έριχνε μαύρο κλάμα
κι ως και το χέρι, εδάγκωνε με άχτι
-Το χερ’ ποιανού;
-Το χερ’ του καντηλανάφτη!
-Καημένε ’Πίσ-κοπέ…
-Καημένος και ο ’ανάφτης
-Καλά… αϊντέ… καλά…
-Φταίει ο Καρδινάλιος, που του είχε βουτήξει:
’να μοναστήρι
-Του κακομοίρη!
- Όμως του μέ-νουν τριάντα δυο…
-Καημένος Πίσκ-οπός
-Καημένος κι ο ’ανάφτης
-Καλά… άϊντέ… καλά…
-Για πες… Τι ’δες; Για πες…
-Ειίδα ένα πλούς…
-Τι είδες είπ’ς;
-Είδα ένα πλούσιο, έναν λεφτά…
-Καλά.., άιντέ… καλά…
-Ο κακομοίρης, μαύρο δάκρυ,
Έριχνε στάλα στάλα…
Μες τη μπουκάλα
-Μες το κρασί τ’;
- …και το ξενέρωνε στα γερά.
-Φτωχέ λεφτά!
-Φτωχό και το κρασί του!
-Καλά,.. άιντέ… καλά…
- Ο Βασιλιάς, ο ’Πισκοπος, ο Αυτοκράτωρ,
Τον μισοκαταστρέψαν
Τρία σπίτια του κλέψαν.
Μαζί τον αχυρώνα
Όμως του μείναν τριάντα δυο.
-Φτωχέ λεφτά!
-Φτωχό και το κρασί του!
-Καλά,.. άιντέ… καλά…
-Για πες… Τι ’δες; Για πες…
-Είδα ένα χωριάτη
-Τι είδες είπς;
-Έναν χωρικό
-Καλά,.. άιντέ… καλά…
-Ο ’Πίσκοπος, ο Βασιλιάς, ο Πλούσιος,
ο Αυτοκράτωρ
Ως και ο Καρδινάλιος,
τον μισοκαταστρέψαν!
Με μια χεριά του κλέψαν:
Το σπίτι
Τον αχερώνα
Την αγελάδα
Το κλαρίνο
Το τάβλι
Το τρανζιστοράκι
Τους δίσκους με τα τσάμικα
Τη γυναίκα τ’…
-Τι άλλου;
-Το γιο του στους φαντάρους
Του σφάξαν και τους χοίρους
-Φτωχά γουρούνια!
-Φτωχός κι ο ζωντοχήρους
-Καλά,.. άιντέ… καλά…
-Μα εκείνος όχι,
Όχι, δεν έκλαιγε καθόλου.
Αντίθετα χασκογελούσε: Χα χα χα
-Τρελάθ’κε;
-Όχι.
Η αλήθεια είναι
πως εμείς οι χωριάτες…
- Εμείς οι χωριάτες…
Να μαστε πρέπει πάντα κεφάτοι
Γιατί οι κλάψες μας τους ενοχλούν
Χούι το έχουν οι πρωτοκλασάτοι:
Στις στεναχώριες να μελαγχολούν
Κεφάτοι πάντοτε οι κερατάδες
Οι στεναχώριες μας τους ενοχλούν
Γιατί οι πλούσιοι κι οι βασιλιάδες
Πάντα στις κλάψες μας μελαγχολούν
Σε ήχο: Οι στίχοι του Ντάριο Φο από τον Έντζο Γιαννάτσι
Εδώ γύρω από ένα τραπέζι με ένα μπουκάλι Μπαρμπέρα στη μέση, τραγουδάνε παρέα οι Ντάριο Φο, Αντριάνο Τσελεντάνο, Τζόρτζιο Γκάμπερ, Αλμπανέζε, ενώ τραγουδάει και παίζει κιθάρα ο Γιαννάτσι.
Εδώ η ανάγνωση της απόπειρας για μια απόδοση στα Ελληνικά
Ho visto un re
-Dai dai, conta su…ah be, sì be…. - Ho visto un re.
- Sa l’ha vist cus’e‘?
- Ha visto un re!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Un re che piangeva
seduto sulla sella
piangeva tante lacrime,
ma tante che
bagnava anche il cavallo! - Povero re!
- E povero anche il cavallo!
- Ah, beh; si‘, beh.
- è l’imperatore che gli ha portato via
un bel castello…
- Ohi che baloss!
- …di trentadue che lui ne ha.
- Povero re!
- E povero anche il cavallo!
- Ah, beh; sì, beh.
- Ho visto un vesc…
- Sa l’ha vist cus’e‘? - Ha visto un vescovo!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Anche lui, lui, piangeva, faceva
un gran baccano, mordeva anche una mano.
- La mano di chi?
- La mano del sacrestano!
- Povero vescovo!
- E povero anche il sacrista!
- Ah, beh; si‘, beh.
- e‘ il cardinale che gli ha portato via
un’abbazia…
- Oh poer crist!
- …di trentadue che lui ce ne ha.
- Povero vescovo!
- E povero anche il sacrista!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Ho visto un ric…
- Sa l’ha vist cus’e‘? - Ha visto un ricco! Un sciur!
- S’…Ah, beh; si‘, beh.
- Il tapino lacrimava su un calice di vino
ed ogni go, ed ogni goccia andava…
- Deren’t al vin?
- Si‘, che tutto l’annacquava!
- Pover tapin!
- E povero anche il vin!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Il vescovo, il re, l’imperatore
l’han mezzo rovinato
gli han portato via
tre case e un caseggiato
di trentadue che lui ce ne ha.
- Pover tapin!
- E povero anche il vin!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Ho vist un villan.
- Sa l’ha vist cus’e‘?
- Un contadino!
- Ah, beh; si‘, beh.
- Il vescovo, il re, il ricco, l’imperatore,
persino il cardinale, l’han mezzo rovinato
gli han portato via:
la casa
il cascinale
la mucca
il violino
la scatola di kaki
la radio a transistor
i dischi di Little Tony
la moglie!
- E po‘, cus’e‘?
- Un figlio militare
gli hanno ammazzato anche il maiale…
- Pover purscel!
- Nel senso del maiale…
- Ah, beh; si‘, beh.
- Ma lui no, lui non piangeva, anzi: ridacchiava! Ah! Ah! Ah!
- Ma sa l’e‘, matt?
- No!
- Il fatto e‘ che noi villan…
Noi villan…
E sempre allegri bisogna stare
che il nostro piangere fa male al re
fa male al ricco e al cardinale
diventan tristi se noi piangiam,
e sempre allegri bisogna stare
che il nostro piangere fa male al re
fa male al ricco e al cardinale
diventan tristi se noi piangiam!
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Φεβρουαρίου, 2012
[Είμαστε εδώ: Λέει ο Τειρεσίας ο Νεώτερος στον Παπαράσιο, να βιαστεί να πει ό, τι έχει να πει, γιατί εγκυμονούνται εξελίξεις και αλλαγές (φύλου). Ο Λυσίστρατος και ο Κλεόβουλος συμφωνούν. Έτσι ο φλύαρος Παπαράσιος, αφού τους τυραννίσει ακόμη λίγο, θα τους πει τι τρέχει με τους άντρες και τις γυναίκες την εποχή της Ερμοποίησης]
Συνοδευτική μουσική ragtime
Λυσίστρατος
Σίγουρα να μας πηδήσει…
Κλεόβουλος
Θα θελήσει.
Σκηνή τρίτη (δύο-η υπόλοιπη)
Παπαράσιος
Ναι τα ξέρω όλα ετούτα, αλλά για να καταλάβεις
τι συμβαίνει στα παλάτια και στα στέκια τ’ ουρανού,
πρέπει να σου περιγράψω με δυο λόγια παραπάνω,
τον διεκδικητή του θρόνου, τον πανούργο τον Ερμή,
που ίσως να τα καταφέρει
κι αύριο είναι ο Αρχηγός των θεών και των ανθρώπων,
και μαζί με τον Παρά, κυβερνάει την πλάση όλη.
Τειρεσίας
Άιντε πεθ το μας κι αυτό, γρήγορα παρακαλώ
Παπαράθιε κουτθομπόλη
και καργιόλη
Παπαράσιος
Σαν θεός ήτανε νέος,
στην αρχή,
ήταν ενδιαφέρων τύπος, λίαν περιπετειώδης,
που όλο αρμάτωνε καράβια και για μακρινά ταξίδια
ξεκινούσε δίχως φόβο.
Έφτανε σε νέα μέρη, νέους γνώριζε ανθρώπους,
το μυαλό του; Ανοιχτό!
Ήθελε όλα να τα ζήσει, ήθελε όλα να τα ξέρει
και οι οπαδοί του ήταν
άνθρωποι εύθυμοι κι ωραίοι
πού ’καναν ανταλλαγές: ίσα παίρνω, ίσα δίνω,
της ανάγκης τη μιζέρια καταφέρνω και τη σβήνω.
Όμως ύστερα, σαν είδε ότι οι περιπέτειές του
έφτιαχναν νέο παρά [λέμε: χρήμα με ουρά]
κι ο παράς είναι εξουσία και η εξουσία νοιάζει
και πονάει και κεντρίζει και ανθρώπους και θεούς
ήρθε κι άλλαξε μυαλά.
Με το μαζεμένο χρήμα, έστησε βιοτεχνίες
εργοστάσια, κομπανίες, για να φτιάχνει προϊόντα
που ζητάει η αγορά.
Κι άλλαξε στο χαρακτήρα. Πήγε κι έγινε τσιγκούνης
χρήμα, να σωρεύσει κι άλλο και να κάνει επενδύσεις
τώρα πια σε μηχανές,
που στην προγιαγιά τη Γαία χάραζαν βαθιές πληγές
κι άρχισε η κακομοίρα, να αρρωσταίνει, να ασθμαίνει,
να βογκάει και να σκούζει.
Τειρεθίας
Α, τον μπαγάθα…! Α, τον γρουθούδη!!
Παπαράσιος
Κι επειδή η βιομηχανία θέλει καταναλωτές,
νάτος πάλι να αλλάζει, με τη φύση να τα βάζει
-μάνα ανθρώπων και θεών-.
Ύλες πρώτες να αρμέγει, να παράγει καυσαέρια,
πλαστικά να επινοεί
και λογιών λογιών σκουπίδια
Τειρεσίας
Ναι! μαθ δάλιθε τα αρχίδια!
Παπαράσιος
Μα δεν έμειν’ ουτ’ εκεί.
Τώρα άλλαξε και πάλι: τον Παρά τον κολλητό του
ανακήρυξε θεό και βοηθούς επήρε νέους:
τον Χρημαμυστήριο, δαίμονα πλυντήριο
για τα κέρδη του Παρά,
τον Μουμουεδόνιο, δαίμονα των τελάληδων,
των πανηγυριτζήδων κι όλων των αμετροεπών,
και τον Καταλώνιο με τον Λάιφστάλιο,
που πάνε πάντοτε μαζί, ως Δάμων και Φυντίας
[ή ως δαίμων και ως φιδίας κολοβός]
Στήσανε παντού Εταιρίες, εν τω άμα και τω θάμα
με καινούργιες συμφωνίες, νέα καταστατικά
νέα συμβόλαια, νέες συμβάσεις,
κι από τους θνητούς ζητάνε,
με ψιλόγραμμένες ρήτρες κι ασφαλιστικές παγίδες,
να δουλεύουνε στο τζάμπα.
Και τους νέους τους δαιμόνους, διόλου δε τους ενδιαφέρουν
οι πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων,
παρά μόνον οι σκιές κι οι πλασματικές εικόνες,
που ευρήκαν νέους τρόπους, ψεύτικους κι εικονικούς
στα κεφάλια να φυτεύουν,
Τειρεσίας
Μη μου πειθ! Αυτό μ’ αρέθει!
Παπαράσιος
Κι όλους να τους διαφεντεύουν!
Τειρεσίας
Μα Καλά Κι ο γέρο Δίαθ;
Δε τα κθ(ξ)έρει όλα αυτά;
Παπαράσιος
Όχι, γιατί με σνομπάρει και ποτέ δεν με ρωτάει
να τα πω όλα στην αράδα, να τα βγάλω και στα φόρα
τι σκαρώνουν και τι τρέχει, απ’ τη μύτη του από κάτω,
ο Ερμής κι οι νέοι δαιμόνοι…
Κλεόβουλος [διακόπτει]
Τειρεσία πάρε θέση!
Λυσίστρατος
Καλές είναι οι ιστορίες, κι οι συνω-μοσιο-λογίες
που αυτός μας περιγράφει.
Ναι, δε λέω, κάτι τρέχει, κάτι αλλάζει στο κουρμπέτι…
Κάτι πήραμε χαμπάρι!
Αλλά εδώ ήρθαμε γι άλλο, κι εσύ είπες πως τον ξέρεις
τον καημό μας τον μεγάλο, το μεγάλο μας το ντέρτι.
Τειρεσίας [δείχνει κατανόηση]
Τι έγινε με τις γυναίκεθ των θνητών ω Παπαρέθιε ;
Τι συνέβη κι όλα αλλάκθαν κι αντί απ’ τις αλλαγέθ
νάναι ευχαριστημένεθ,
που εβγήκαν απ τα θπίτια και εμπήκαν στις δουλειές,
όλο σκούδουν και γκρινιάδουν;
[ο Τειρεσίας αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει: του πέφτει το γένι, του φουσκώνουν τα βυζιά, κουνιέται πιο πολύ πέρα δώθε και η φωνή του αρχίζει να γίνεται πιο ναζιάρα του συνήθους]
Παπαράσιος
Θα στα πω με δύο λόγια, έτσι, να μην υποφέρεις
κι ύστερα…. θα μου επιτρέψεις, λίγο να στα αναλύσω…
Λυσίστρατος
Όχι !
Κλεόβουλος
Φτάνει ! Κόψ’ το! Κάνε πίσω!
Τειρεσίας/ινα
Και μένανε με έπιαθε μια ανυπομονηθία
κάτι θαν κάπθ(ψ)α εδώδα!
Για έλα θτην ουθία !
Μη θε γαμήθω (τι είπα η άτιμη;)
Παπαράσιος [στον Τειρεσία]
Λιγουλάκι; Μια σταλίτσα;
Όχι; Τίποτα; Καλά!
Τότε θα τ’ απαριθμήσω: με το ένα, δύο, τρία.
Τειρεσίας
Άντε μπράβο
Παπαράσιος
Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Ένα: Ο Ερμής κι οι δαίμονες, σ’ όλες τις εταιρείες,
Την ηγεσία άλλαξαν και τα μεσαία στελέχη.
Δύο: Στη θέση των αρσενικών, που είχαν αποτύχει
να φέρουν Νέα Εποχή, να στήσουν Νέα Τάξη,
βάλανε τις γυναίκες.
Τειρεσίας /ζίνα
Γιατί καλέ; Δεν είχε τόοοθα στελέχη άκθια;
Τόοοθους φτασθμένους (Γ)Ιάπειθ; Απ’ την προηγούμενη γενιά;
Παπαράσιος
Δεν ξέραν από φούσκες – όχι αρκετά – όχι όσο χρειάζεται
σε εποχές ανατροπών, χρόνους απορρυθμίσεων…
Κι έπειτα, χούγια αρσενικά, κρύβανε από κάτω
απ΄ τα μισά χαμόγελα, τα δημο-σιό-σχετίστικα
Τειρεζίνα
Κι αυτό τι τονε πείρα(ζ)δε, εμένανε μ’ αρέθουν,
τ’ αντράκια τα πολύ βαριά, σαν Τειρεδίνα γίνομαι
τα πάω δίχωθ άλλο!
Παπαράσιος
Όσο κι αν προσπαθούσανε να εκσυγχρονιστούνε
παιδιά του Άρη μένανε και τσαμπουκά πουλάγανε
Όμως τι να το κάνεις;!
Άλλο το ξεσυνέρισμα, τα ψευτονταηλίκια,
οι ανδρικοί οι πόλεμοι, και το ιπποτηλίκι
κι άλλο η επιθετικότητα η εκσυγχρονισμένη
με ζόρικες πολιτικές, πωλήσεις με το ζόρι
και ζόρικες εξαγορές…
Τειρεζίνα
Εντάκθει. Έχει και τρίτο;
Παπαράσιος
Τρία:Τον αντρικό τον τσαμπουκά, (και την τεστοτερόνη
-ό, τι είχε απομείνει-)
Τον πολεμήσαν ύπουλα, Με οιστρογόνα χημικά
που βάλανε στα πλαστικά, όπου πίναν οι άντρες.
-Μια εφεύρεσή τους νέα, που επιτυχία είχε τρανή!
Έστω και εάν τη Γαία, σφόδρα την ενοχλούσανε
και βόγκαγε η καψερή, και αναταραζότανε.
Μα και τα νέα θηλυκα, τα στε-λεχο-ποιημένα,
με τα παλιά, τα ατελή, τα απαρχαιωμένα,
δεν έπρεπε να μοιάζουν.
Γι αυτό τους κόψαν ριζικά τα αγαπητηλίκια,
και τους πολλούς αλτρουϊσμούς
-Πού άλλωστε ήταν άχρηστοι-.
Έτσι κι αλλιώς δε θα ’πρεπε μανάδες να το παίξουν,
παρά στελέχη ζόρικα, του ιδιωτικού τομέα.
Για να τις κολακέψουνε και να μην αντιδράσουνε
την αλαφράδα τη δροσερή, που από πάντα διέθεταν
οι όμορφες γυναίκες, πρώτα την θεσμοποίησαν
την έντα-τίκο-ποίησαν
κι ως υψηλή κουλτούρα, την εξεπούλησαν παντού
σε όλο τον πλανήτη!
Λυσίστρατος
Ποια; Την Αλαφράδα;
Παπαράσιος
Μα το Δία! Να μη σώσω, αν σας λέγω κουταμάρα!
Κλεόβουλος
Μας το ’κλεισαν το σπίτι.
Αλί σε μας!
Λυσίστρατος
Μη τον διακόπτεις Βούλη.
Τώρα που μόλις άρχισε να εξηγεί τι τρέχει…
[στον Παπαράσιο]
Ω δαίμονα ενήμερε, μα και δικτυωμένε,
το στόμα σου τ’ απύθμενο, ας το ανοιχτό ακόμη
για λίγο, να νοήσουμε, ποιος φταίει κατά βάση
εμείς, εκείνες ή ο Ερμής κι οι νεο-δαίμο-νές του,
που μας ετάραξαν το νου και πια δεν λειτουργούμε;
Τειρεσίας /Τειρεζίνα
Αχ όχι! Παπαράθιε!
Εδώ κάνε ένα διάλειμμά,
να πάρουμε μια ανάθα, γιατί όλα αυτά με κθ(ξ)άναπθ(ψ)αν…
Και θειθ ω ομορφόπαιδα, λιγάκι χαλαρώθτε
και μια που κάνει ζέθτη, βγάλτε κανα ιμάτιο
να βάλουμε και μουθική, να παίκθει η καραμού(ζ)δα
κι αθ έρθουν και τα ού(ζ)δα
μπας τελικά μια απίθανη σκαρώθουμε παρτού(ζ)δα
Κλεόβουλος
Ωιμέ! Ετούτος μεταλλάχθηκε κι εγίνηκε ετούτη!
Λυσίστρατος [στον Κλεόβουλο]
Εγώ λέω να την κάνουμε,
τα πράγματα αγριεύουν…
Κλεόβουλος
Δεν είναι κι ασχημούλα!
Λυσίστρατος
Έλα σου λέω, πάμε…
Παπαράσιος
Μα τι βλέπω; Εδώ έχει δράση
Α! αυτή είναι ωραία φάση!
Να τη καταγράψω πρέπει,
στους αιώνες (των αιώνων)
να περάσει!
[βάζει μπρος τα καταγραφικά του μηχανήματα]
Τερεζίνα[τους τραβάει από τα ιμάτια]
Βρέ, Καθήθτε ακόμη λίγο, τι βία έχει, κρατηθείτε
και το δώρο μου δεχτείτε.
Κλεόβουλος
Δώρο;
Τερεζίνα
Ναι! δελτίο θα θας βγάλω, μετεώ-ρολό-γικό
για να κθέρετε εγκαίρωθ, κατά την επιθτροφή σας,
αν θα βρέχει συνεχώθ ή απ τον ήλιο θα καείτε.
Κλεόβουλος
Ε Λυσίστρατε, τι λές; Παραμένουμε λιγάκι
στης Τειρεζίνας το κονάκι ;
Λυσίστρατος [του δείχνει τον Παπαράσιο που καταγράφει τη σκηνή]
Για δες τονα εκείνον: γράφει.
Κι αύριο οι τελάληδες, σ’ όλα τα πανηγύρια
για σένανε θα ιστορούν.
Το μόνο που δε ξέρω, είναι εάν θα λένε πως εσύ
την Τειρεζίνα πήδηξες
ή πως ο Τειρεσίας σε έκανε σουβλάκι…
Κλεόβουλος
Μα δεν τα μάθαμε όλα, για τις γυναίκες και για μας…
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2012
Χτες το βράδυ, φίλοι πολλοί, ήρθαν στο θεατράκι του Βαφοπούλειου και γνώρισαν από κοντά τον Λυσίστρατο, διαβασμένο με θεατρική επιδεξιότητα απ’ τον Κώστα, τον Νίκο, τον Βαγγέλη, τον Αγγελο την Πέννυ και την Πέγκυ. Τους ευχαριστώ θερμά όλους,
Σήμερα σας έχω το κείμενο της δεύτερης σκηνής. Την πρώτη σκηνή και το προοίμιο θα τα βρείτε εδώ παρακάτω.
Σκηνή δεύτερη
[Το εσωτερικό του Τροφώνειου Μαντείου. Ατμόσφαιρα σκοτεινή και μυστηριώδης. Ο βωμός όπου θυσιάζει ο Τειρεσίας, ο θρόνος από τον οποίο εκφέρει τους χρησμούς ]
Αφηγητής
Μακρύ δρόμο επήρανε, μακρύ δρόμο αφήσανε
-ο Στράτος και ο Βούλης-
τα σύνορα περάσανε, στη Βοιωτία φτάσανε
κι εκεί κοντά στης Λειβαδιάς το Άλσος,
του Αγαμίδη βρήκανε, τον γαμημένο λάκκο.
Οπού ’πεσε ο Τροφώνιος, τ’ αδέλφι του Αγαμίδη
και ζωντανός ρουφήχτηκε, στα άδυτα του Άδη
και δεν ξανα-εφάνηκε!
Κι όπου μαντείο στήσανε -οι Βοιωτοί-
στη μνήμη του Τροφώνιου
του εξαφανισμένου.
Εκεί ’χαν πληροφορηθεί πώς έχει καταφύγει
τους τελευταίους τους καιρούς
ο νέος Τειρεσίας,
ο μάντης ο περίφημος!
Ο τελευταίος γόνος
του γένους των Τειρεσιδών!
Που όπως όλοι ξέρουν, από τα χρόνια τα παλιά
φύλο μπορούν να αλλάζουνε
-μια άντρες, μια γυναίκες -
και έτσι καλά γνωρίζουνε, τα μυστικά αμφοτέρων.
Σκεφτήκανε λοιπόν, αυτός,
ο νέος Τειρεσίας,
θα ναι ο πιο κατάλληλος για την περίπτωσή τους.
Μα να προσέξουν έπρεπε, την ημερομηνία,
να τον πετύχουν δηλαδή τη μέρα τη κατάλληλη,
που διέθετε αρχίδια,
και των αντρών το πρόβλημα, θα το κατανοούσε
καλύτερα,
κι όχι τις μέρες που ’τανε φτιαγμένος Τειρεζίνα.
Τώρα θα πρέπει να σας πω, ότι τα βρήκαν σκούρα
σα φτάσαν στου Τροφώνειου το σκοτεινό μαντείο.
Γιατί προτού αντικρίσουνε το διάσημο το μάντη,
δοκιμασίες τρομαχτικές έπρεπε να περάσουνε:
Φίδια να αγκαλιάσουνε,
σκουλήκια να μασήσουνε,
και να ακροβατήσουνε πάνω από μαύρη τρύπα,
απύθμενη,
(κι άλλα πολύ φρικιαστικά, χειρότερα ακόμη
που φέρνουν αναγούλα, αλλά δε πρέπει να τα πω
γιατί ο νόμος του ιερού, ρητά τ’ απαγορεύει!)
Και όταν τα κατάφεραν
- άντρες ήταν γενναίοι –
Η τελευταία έκπληξη:
Τα τιμολόγια του ναού, στα ύψη είχαν ανέβη,
γιατί όπως ανάφερε και μία πινακίδα,
τον τελευταίο τον καιρό, έχει η ζωή ακριβύνει
και οι μισθοί και τα αγαθά, πτερόεντα έχουν γίνει.
Και είπαν οι δύο φίλοι:
μπας
οι πονηροί οι Βοιωτοί, επίτηδες το κάνουν
τους Αθηναίους γείτονες για να περιγελάσουν,
γιατί έχουν άχτι ιστορικό, επάνω τους να βγάλουν;
Το θέμα είναι ότι,
δώσε από δω, δώσε από κει,
ως και τον Πριαπάκη – τον Πάκη, το γαϊδούρι–
ενέχυρο τον άφησαν για να τα βγάλουν πέρα
κι ως τις πηγές να φτάσουν.
Κι έτσι –μην τα πολυλογώ,
της Μνημοσύνης το νερό
αφού ήπιαν, και της Λήθης,
στο τέλος τα κατάφεραν, τον ένδοξο το μάντη
να δουν αυτοπροσώπως.
Ήτανε επιβλητικός!
Δαιμονικός! Διεισδυτικός! Είχε πολλή σαγήνη!
Ήταν ψηλός τα μάλα
-και ψεύδιζε μια στάλα.
Μα ήταν σαφής απ’ την αρχή:
Τειρεσίας
[Μακρύς χιτώνας και μακρύ μπαστούνι στο μπόι του-πίσω του ένας θρόνος- μπροστά του ο βωμός των θυσιών. Προφέρει το σ=θ και το ζ=δ]
Για να πιάθω επαφέθ, με του Ολύμπου τιθ κορφέθ,
βγάλτε έ(ξ)κθω τα βαλάντια, για να θτήθουμε θυθία.
Και δε θέλω οβολούθ, θκουριαθμένουθ και βαριούθ.
Οι θεοί και οι δαιμόνοι, δεν γουθτάρουν τθιγκουνιέθ.
Γι αυτό των Ελλήνων παίδεθ, για να έχετε αποκρίθειθ,
κι όλα να μην πάνε θτράφι,
βάλτε αθήμι και χρυθάφι εδώ πάνω θτην εθτία
και δε θέλω αντιρρήθειθ!
Λυσίστρατος
Θα σου δώσουμε ό, τι θέλεις,
δηλαδή ό, τι έχει μείνει στων θυλακίων μας τον πάτο,
μα την πίστη την αγία, φτάνει να τα καταφέρεις
να μας δώσεις απαντήσεις, παραινέσεις, συμβουλές.
Συ που διερευνάς και ξέρεις, των Ολύμπιων τις βουλές
και τι τρέχει αυτές τις μέρες, στις ουράνιες τις σφαίρες.
Όμως πρέπει να σου πούμε:
Τα ’χουμε δοσμένα όλα,
όσα ως τώρα μας ζητήσαν του μαντείου οι ανθρώποι,
πού πολύ μας βασανίσαν, μέρες τώρα αναμονή…
Κλεόβουλος
Και μελόπητες αφράτες
Και αρνάκι για θυσία
Και μοσχάρι και κριάρι
που αγοράσαμε βαρβατο
και πληρώσαμε αλμηρό
στο παζάρι εδώ πιο κάτω!
Λυσίστρατος
-Αμέ!
Τειρεσίας
Ήταν προκαταρκτικά, όλα τούτα που μου λέτε,
για να δούμε αν οι θεοί, δέχονται να θαθ μιλήθουν
Μα αφήθτε τα αυτά -αν τελειώθαν τα λεφτά
Κατεβάδ(ζ)ω τα ρολά!
Τέλειωθε κι βίδ(ζ)ιτά θαθ!
Λυσίστρατος
Τειρεσία κάνε κάτι.
Δέξου αύριο να ρθούμε,
μα το Δία, τον παντογνώστη
Κλεόβουλος
Κάτι θε να σοφιστούμε…
Κι άλλους παράδες,
-ικανούς-
μα τη πίστη μου θα βρούμε.
Τειρεσίας
Αύριο θα ’μαι γυναίκα… Και θα μείνω με φουθτάνια
ένα μήνα πάνω κάτω, να ολοκληρωθεί ο κύκλοθ.
Άμα θέλετε ελάτε,
μα θα είναι η Τειρεδίνα που θα θαθ υποδεχτεί.
Κι επείδη θαθ βλέπω λαύρουθ, ρωμαλαέουθ και βαρβάτουθ,
ίθωθ άλλη γνώμη να’χει κι ίθωθ να θαθ απαντήθει,
αν και δεν το αποκλείω
και τον κώλο να κουνήθει…
Κλεόβουλος
Α!, το βύθθινο… χμ… το βύσσινο ας λείπει!
Τειρεσίας
Τότε ω άντρεθ Αθηναίοι, θτην πατρίδα θαθ γυρίθτε.
Δίχωθ του πθητού τη τθίκνα και χωρίθ θηκωταριά
χάνω τ’ ουρανού τα ίχνη
και δεν έρχονται οι δαιμόνοι
να μαθ πουν το τι θυμβαίνει.
Γιατί εδώ, θε μαθ, δεν είναι, θαν το θτέκι της Πυθίαθ,
που το δρόμο τηθ για νάβρει και θε έκθταθη να πέθει,
φύλλα πρέπει να μαθάει, θαν να ήτανε κατθίκα!
Λυσίστρατος[στο κοινο]
Φύλλα; Φύλλα!
Βρήκα; Βρήκα!
Μα τι έμπνευση! Τι λύση!
Μου ’ρθε τώρα στο κεφάλι.
Φτάνει να τον καταφέρω…
[στον Τειρεσία]
Φεύγουμε μεγάλε μάντη.
Μόνο θέλω να σου πω,
πως για έκσταση αν μιλάμε, στο δισάκι μου εδώ
ξεχασμένα από παλιά, έχω φύλλα από Κοκία
που μου δώσαν κάτι ναύτες, που τους πήρε ένα μπουρίνι
και τους πήγε μακριά, ως του ωκεανού τις άκρες.
Και να ξέρεις:
Απ’ τις δάφνες που μασάει η Πυθία,
το ταξίδι με Κοκία
είναι ανώτερο πολύ!
Τειρεσίας [με ξαφνικό ζωηρό ενδιαφέρον]
Τι λέθθθθ;!
Κάτι έχω ακουθτά.
Φέρε για να δοκιμάθω, κι αν το βότανο δουλεύει
τιθ θυχνότητεθ αν πιάθω, τότεθ επωφεληθείτε
Γιατί δαίμονεθ θα δείτε, που ’ναι πληροφορημένοι
και που θα τα πούνε όλα.
Λυσίστρατος και Κλεόβουλος [μαζί]
Είμαστε έτοιμοι ω μάντη.
Να σου πούμε τι ζητάμε;
Τειρεσίας
Δε χρειάζεται, το κθέρω!
Ειδαλλιώθ τι μάντηθ θάμαι!
Τώρα άνθρωποι θιγήθτε:
Να μιλήθουν οι θεοί!
[προς τα παρασκήνια-φωναχτά:]
Ατμόθφαιρα!
[Ακολουθούν ηχητικά και φωτιστικά εφέ (τύμπανα, πιάτα, μουσική, ατμοί κλπ) που φτάχνουν ατμόσφαιρα, ο Τειρεσίας σφίγγεται, αλλάζει χρώματα, στο τέλος επικρατεί σκότος]
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Ιανουαρίου, 2012
Δόξα σ’ όποιον φρενάρει, / γλιστράει, μα δεν πατάει
τ’ ανέμελο βατράχι / το δρόμο που περνάει.
Και δόξα στον μουρντάρη / πού έκλεισε το μάτι
σε εκείνη που οι άλλοι / αφήνανε αμανάτι .
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
Δόξα στον μπάτσο που / κόβει τις λιμουζίνες,
το δρόμο σαν διασχίζουν / οι αδέσποτες ψιψίνες.
Μα και στον ερωτύλο / που τα έριξε με πάθος
σε εκείνη που οι άλλοι / της φύσης ’λέγαν λάθος.
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
Δόξα σ’ εκείνον που / περνάει και δε μιλάει,
σαν σκούζουν, αλυχτούνε / ¨τσακάλια¨, ¨παπαγάλοι¨.
Μα και στον Καζανόβα / που απτόητος φλερτάρει
με εκείνη που οι άλλοι / νομίζουν δίχως χάρη.
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
Δόξα στον ιερέα / που άπιστους συγχωράει,
τη μισαλλοδοξία / με αγάπη ξεπερνάει.
Μα και στον ερωτιάρη / που γέμισε φιλιά
εκείνη που οι άλλοι / κρατούσαν μακριά.
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
Δόξα στον στρατιώτη / που αμάχους να σκοτώσει
αρνήθηκε με πείσμα / και τώρα θα πληρώσει
Και δόξα στον μπερμπάντη / που άλλαξε τα γούστα
σ’ αυτήν που αμπαρωμένη / εκραταγε τη φούστα
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!.
Δόξα σε εσέ Αδελφή / πού αισθάνθηκες το χρέος
Και ζέστανες στο χέρι / ενός κουλού το πέος.
Μα και στον Δον Ζουάν / που έκανε να ανθίσουν
οπίσθια λες φτιαγμένα / μόνον για να καθίσουν.
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
Και Δόξα…
Σ’ όσους, αφού δεν έχουν / πλέον ιδανικά
να μη τα σπάν’ στους άλλους / φροντίζουν τώρα πια.
Μα και στον εραστή / -σε πείσμα του καθένα-
που φρόντισε γι αυτή / που αλλιώς θα ‘ταν παρθένα.
Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!
(Ελεύθερη απόδοση του Δον Ζουάν του Μπρασένς) Το τραγούδι με τον Ζόρζ Μπρασένς
Με τους “Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει”
Ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα (ίσα ίσα για να δούμε άν οι λέξεις χωρούν στις νότες, χωρίς να τις πατάνε -πολύ- στα ποδια)
Georges Brassens, 1976.
DON JUAN
Gloire à qui freine a mort, de peur d’ecrabouiller
Le hérisson perdu, le crapaud fourvoyé!
Et gloire à don Juan, d’avoir un jour souri
A celle à qui les autres n’attachaient aucun prix!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.
Gloire au flic qui barrait le passage aux autos
Pour laisser traverser les chats de Léautaud!
Et gloire à don Juan d’avoir pris rendez-vous,
Avec la délaissée, que l’amour désavoue!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.
Gloire au premier venu qui passe et qui se tait
Quand la canaille crie « haro sur le baudet »!
Et gloire à don Juan pour ses galants discours
À celle à qui les autres faisaient jamais la cour!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.
Et gloire à ce curé sauvant son ennemi
Lors du massacre de la Saint-Barthélémy!
Et gloire à don Juan qui couvrit de baisers
La fille que les autres refusaient d’embrasser!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.
Et gloire à ce soldat qui jeta son fusil
Plutôt que d’achever l’otage à sa merci!
Et gloire à don Juan d’avoir osé trousser
Celle dont le jupon restait toujours baissé!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut
Gloire à la bonne soeur qui, par temps pas très chaud
Dégela dans sa main le pénis du manchot
Et gloire à don Juan qui fit reluire un soir
Ce cul déshérité ne sachant que s’asseoir
Cette fille est trop vilaine, il me la faut
Gloire à qui n’ayant pas d’idéal sacro-saint
Se borne à ne pas trop emmerder ses voisins!
Et gloire à don Juan qui rendit femme celle
Qui, sans lui, quelle horreur! serait morte pucelle!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Δεκεμβρίου, 2011
Εάν το ότι οι Εσκιμώοι έχουν πολλές λέξεις για τα πράγματα που γνωρίζουν καλά, όπως το χιόνι, σημαίνει κάτι, τι να σημαίνει άραγε ότι εμείς εδώ (στην κάτω δεξιά άκρη της Ευρώπης) για να αποδώσουμε το μή αληθινό έχουμε (και λέμε): ψεύτικο, απατηλό, πλαστό, κίβδηλο, κάλπικο, δήθεν,τάχα, φτιαχτό, σικέ, κι άλλα που δε μού ‘ρχονται αυτή τη στιγμή;
(από τις συνειρμικές σκέψεις, καθώς προσπαθούσα να ταιριάξω λέξεις για να σας φτιάξω μια απόδοση στα Εληνικά της ”ψεύτικης ιστορίας” του Μπρασένς)
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Νοεμβρίου, 2011
Εδώ παρακάτω σας έχω ένα ερωτικά αγανακτισμένο, τυραννιστικά σαγηνεμένο και σίγουρα πολυτραγουδισμένο, δημιούργημα του Μπρασένς, με μουσική σε δύο εκδοχές: η πρώτη απλή κι απελπισμένη (αλά Μπρασένς φυσικά), η δεύτερη απλή και στριφογυριστή. Στη πρώτη το ρεφρέν είναι μια φράση μόνο:
Με τραβολόγαγε από την καρδιά
…από της καρδιάς μου την άκρη
Στη δεύτερη η επωδός αποτελεί μια παρομοίωση που εμπεριέχει ανθό, αγελαδίτσα και, βέβαια, σούρσιμο/τραβολόγημα και εγώ, για να βγει παραστατικότερα η απόδοση, πρόσθεσα και μια σουσουράδα, παραμένοντας, ελπίζω, στο κλίμα.
Λουλουδάκι (κρυμμένο σε πετσί αγελάδας)
Ερωτευμένος δεν υπήρξε στη Γη
όσο εγώ, πιασμένος στην παγίδα,
μα μοναχός μου άνοιξα την πληγή
τα δυο της στήθη από κοντά σαν είδα
Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας
και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.
Η Φύση της χάρισε θέλγητρα χίλια
φωτιά σ’ ανάβουν μόλις την αγγίξεις
κι εγώ που με έτρωγε λιγάκι κι η ζήλια
διαρκώς ζητούσα αγάπης αποδείξεις.
Όχι πως είχε κουκούτσι μυαλό
πνεύμα δεν είχε, μοναχά καπρίτσια
μα, είπα, στον έρωτα δεν είναι λογικό
σοφίες να απαιτείς από τα κορίτσια.
Ως που μια μέρα άνοιξε τα φτερά,
μακριά μου εχάθη αφήνοντάς με μόνο
κι όλα τα βότανα και τα γιατρικά
δεν φτάνουν να μου γιάνουνε τον πόνο.
Πολύ την αγάπησα, αλλά τώρα πια
τη συγχωρώ, δεν της κρατώ κακία,
που έχει διαλύσει τη φτωχή μου καρδιά
κι άλλη αγάπη δε χωράει καμία.
Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,
αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,
που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα
και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!
Σε ήχο: O Brassens στην πρώτη εκδοχή:
και στην δεύτερη:
Η ¨αγελαδίτσα¨ (όμορφο λουλουδάκι) στα αραβικά:
…και στη γλώσσα των Κρεολών στης Καραϊβικής
Στη διάλεκτο των Λομβαρδών (Μιλανέζικα) από τον Νάννι Σβάμπα
…και στα ιταλικά από τον Σάλβο Λο Γκάλμπο
ή, αν προτιμάτε, στα ισπανικά:
ή από υπαίθρια χορωδία:
Une jolie fleur dans une peau de vache
Jamais sur terre il n’y eut d’amoureux
Plus aveugle que moi dans tous les âges
Mais faut dire que je m’était creuvé les yeux
En regardant de trop près son corsage.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Le ciel l’avait pourvue des mille appas
Qui vous font prendre feu dès qu’on y touche
L’en avait tant que je ne savais pas
Ne savais plus où donner de la bouche.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Elle n’avait pas de tête, elle n’avait pas
L’esprit beaucoup plus grand qu’un dé à coudre
Mais pour l’amour on ne demande pas
Aux fille d’avoir inventé la poudre.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Puis un jour elle a pris la clef des champs
En me laissant à l’âme un mal funeste
Et toutes les herbes de la Saint-Jean
N’ont pas pu me guérir de cette peste.
Je lui en ai bien voulu mais à présent
J’ai plus de rancune et mon coeur lui pardonne
D’avoir mis mon coeur à feu et à sang
Pour qu’il ne puisse plus servir à personne.
Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011
Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).
Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του, έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).
Προσθέτω ότι, μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…
… έχουμε λοιπόν σε ήχο
1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ
2.Την Μπαρμπαρά
3. Piêro, les flamandes
4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα
Και σε κείμενο
1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)
2.Τους στίχους στα γαλλικά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές
Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών
Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν
Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν
Και μάνες να γινούν γερών παιδιών
Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός
Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά
Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής
Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν
Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς
Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα παιδιά
Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει
οι Φλαμανδές ειν’ των γονιών τους το καμάρι
Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά
Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη
Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν
Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν
Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές
Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια
Πως όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει
Το ζυθοβότανο, το στάρι, τα εγγόνια
Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει
Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν
Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά
Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν
Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές
Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες
Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές
Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό
Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν
Πως έχουνε καλό ποδαρικό
Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα θα απομείνουν
Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν
Και τον παπά που κείται εκεί κοντά
Και τον ηγούμενο εκεί θα συναντήσουν
Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά
Οι Φλαμανδές
Οι Φλαμανδές
Οι Φλα – οι Φλα - οι Φλαμανδές
Les Flamandes :
Les Flamandes dansent sans rien dire
Sans rien dire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans rien dire
Les Flamandes ça n’est pas causant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans
Et qu’à vingt ans il faut se fiancer
Se fiancer pour pouvoir se marier
Et se marier pour avoir des enfants
C’est ce que leur ont dit leurs parents
Le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans frémir
Sans frémir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans frémir
Les Flamandes ça n’est pas frémissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans
Et qu’à trente ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Elles font la fierté de leurs parents
Et du bedeau et de Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans sourire
Sans sourire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans sourire
Les Flamandes ça n’est pas souriant
Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans
Qu’à septante ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les petits-enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Toutes vêtues de noir comme leurs parents
Comme le bedeau et comme Son Eminence
L’Archiprêtre qui radote au couvent
Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes
Les Flamandes dansent sans mollir
Sans mollir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans mollir
Les Flamandes ça n’est pas mollissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans
Et qu’à cent ans il est bon de montrer
Que tout va bien qu’on a toujours bon pied
Et bon houblon et bon blé dans le pré
Elles s’en vont retrouver leurs parents
Et le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui repose au couvent
Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla -Les Flamandes
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Αυγούστου, 2011
Περί βλακείας έχουν γραφτεί πολλές εξυπνάδες. Και βλακείες επίσης. Θα αποτολμούσα, ίσως, να πω ότι η βλακεία αποτελεί προνομιούχο πεδίο για τη διατύπωση «εξυπνακισμών», δηλαδή μιας εννοιολογικής κατηγορίας που ακροβατεί ανάμεσα στο μέτριο/κακό χιούμορ και την αμιγή βλακεία. Δεν το λέω όμως γιατί διαισθάνομαι ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο από την ίδια τη ζωή. Ο μπάρμπα Φιοντόρ (Ντοστογιέφσκι) εμπλούτισε τη λογοτεχνία με την περιγραφή ενός υπέροχου ηλίθιου, ενώ, αντίστροφα, αν επιχειρήσετε μια (ας πούμε κοινωνιολογική) διερεύνηση γύρω από το ποια είναι η μέση εικόνα του ¨μη βλάκα¨ [ξύπνιου, καπάτσου, καταφερτζή, σπίρτου, γατονίου, σαϊνίου, ανοικτομάτη, αετονύχη, ευέλικτου, πονηρού-με-την–καλή(!)-έννοια], στη σημερινή κοινωνία, θα εκπλαγείτε από την τάση για αυτοχειριασμό της εν λόγω κοινωνίας, η οποία προκρίνει ως πιο ¨έξυπνα¨ (άρα έγκριτα) τα αντικοινωνικότερα από τα στοιχεία (στοιχειά) που διαθέτει.
Ας περάσουμε όμως στην γελοιογραφική μεγέθυνση της βλακείας, που, σε μία από της ελληνικές της εκδοχές έχει τις (ονοματοποιητικές) ρίζες στο αρχαιοελληνικό ρήμα ¨μαλάσσω¨. Επί του προκειμένου θα πρότεινα το εξής πείραμα: πληκτρολογήστε στον Γκούγκλη (ή άλλη ανιχνεύουσα μηχανή) την πιο παγκοσμιοποιημένη από τις λέξεις του νεοελληνικού ρεπερτορίου [¨μαλάκας¨(*)], περιδιαβείτε τα ευρήματα και θαυμάστε το πλήθος και την ποικιλία των καλλιτεχνικών και μη επιτευγμάτων που έχουν κατασκευαστεί/στηριχτεί απάνω της. Είναι περισσότερα από όσα φαντάζεστε.
Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι εντέλει απολύτως αναμενόμενο μια που η λέξη, στην εξελισσόμενη νεοελληνική, δεν σημαίνει απαραιτήτως ¨βλάκας¨, αλλά (ενίοτε) και ¨δικός μου¨, ¨έμπιστος¨, ¨δικαιολογημένος¨, ¨έντιμος¨, φορολογικώς εν τάξει¨, ¨φιλότιμος¨ και πιθανώς και άλλα, υπό διαμόρφωση. Συμφωνώ. Γι’ αυτό εξ άλλου η περιήγηση στην αυτοκρατορία Του έχει ενδιαφέρον.
Ας σημειώσουμε επίσης ότι μερικά από τα βασισμένα στον περί ου ο λόγος όρο (¨μαλάκας¨) πονήματα διαθέτουν το σωσίβιο του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού, επομένως αξίζουν επισήμανση και αναπροβολή.
Σε αυτό το σημείο οι πιο υποψιασμένοι από τους επισκέπτες του ιστολογοφόρου(**) θα έχουν ήδη ψυλλιαστεί ότι επίκειται η παρουσίαση ακόμη ενός τραγουδιού του Μπρασένς (ενός από τα κάμποσα επί του θέματος). Και έχουν δίκιο. Πρόκειται για το γνωστό ¨Quand on est con¨ (1961),όπου ο όρος ¨con¨ έχει μεν διαφορετική ετυμολογία, αλλά ανάλογο εννοιολογικό περιεχόμενο.
Πρώτα όμως μερικές διευκρινιστικές σημειώσεις
Ο Μπρασένς έχει μελοποιήσει τμήμα δικού του ποιήματος δημοσιευμένου με τίτλο Le temps ne fait rien à l’affaire Το ποίημα, όπως και το μελοποιημένο απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη βλακεία των ηλικιακών άκρων (νέοι, γέροι), στην αναμεταξύ τους ¨αντιπαράθεση¨ και τη δημιουργία του περιβόητου ¨χάσματος των γενεών¨.
Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γ. Βαρβέρη (Georges Brassens «Ο Γορίλας και άλλα ποιήματα», εκδόσεις “Ύψιλον”, 1983) και προσαρμοστεί για της ανάγκες της (δικής του) μελοποίησης από τον τραγουδοποιό Θόδωρο Αναστασίου ( δίσκος “Μικρή ζωή”, 1997). Το βιβλίο δεν κατάφερα να το βρω στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, το παράγγειλα και ελπίζω να βρεθεί. Το τραγούδι και το κείμενο το παραθέτω όπως το βρήκα στο διαδίκτυο.
(*)Ο αυτόματος διορθωτής του word (κάνει ότι) αγνοεί τη λέξη ¨μαλάκας¨, σου τη βγάζει λάθος και σε προσκαλεί να την προσθέσεις στη λίστα με δική σου πρωτοβουλία και ευθύνη, πράγμα που σημαίνει ή ότι προέρχεται από άλλο πλανήτη (μια που η λέξη προκύπτει παγκοσμίως γνωστή) ή ότι είναι ένας ανεπανορθώτως σεμνότυφος ηλεκτροδιορθωτής.
(**) Χαίρομαι που η λέξη ¨ιστολογοφόρο¨ άρχισε να υιοθετείται και από άλλα ιστολόγια. Η λέξη πλάστηκε για να δηλώνει την προτεραιότητα του λόγου ακόμα κι όταν αυτός συνοδεύεται από εικόνες και ήχους
Ακολουθούν 1. Σε ήχο:
1. Το τραγούδι Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est con) από τον δημιουργό του (1961)
2. Quand on est eletrocon (διασκευή)
3. Σε διασκευή Τζαζ (κουαρτέτο Plein Jazz)
4. Ανάγνωση της απόδοσης των στίχων στα ελληνικά που σας έφτιαξα
5. Το τραγούδι ¨Οι μαλάκες¨ (Brassens, Γ.Βαρβέρης, Θόδωρος Αναστασίου ¨Μικρή Ζωή¨ 1997). (Ο Γ. Βαρβέρης -χάθηκε πρόσφατα- είναι εξαιρετικός ποιητής, και ο Αναστασίου ευαίσθητος τραγουδοποιός, επομένως αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε).
Και σε κείμενο:
Οι στίχοι του τραγουδιού (δεν βρήκα το συνολικό ποίημα στα γαλλικά)
Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά
Οι στίχοι (Μπρασένς, Βαρβέρης) προσαρμοσμένοι από τον Αναστασίου.
Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est con)
Quand ils sont tous neufs,
Qu’ils sortent de l’œuf,
du cocon.
Tous les jeunes blancs becs
prennent les vieux mecs
pour des cons.
Quand ils sont venus les têtes chenues,
les grisons.
Tous les vieux fourneaux prennent les jeunots
pour des cons.
Moi qui balance entre deux âges Je leur adresse à tous un message.
Le temps ne fait rien à l’affaire.
Quand on est con, on est con!
Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père
Quand on est con, on est con!
Entre vous plus de controverses,
Cons caduques ou cons débutants.
Petits cons de la dernière averse
Vieux cons des neiges d’antan
Vous les cons naissant, les cons innocents,
les jeunes cons,
Qui, ne le niez pas, prenez les papas pour des cons.
Vous les cons âgés, les cons usagés,
les vieux cons.
Qui, confessez-le, prenez les p’tits bleus pour des cons.
Méditez l’impartial message d’un qui balance entre deux âges.
Le temps ne fait rien à l’affaire.
Quand on est con, on est con!
Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père
Quand on est con, on est con!
Entre vous plus de controverses,
Cons caduques ou cons débutants.
Petits cons de la dernière averse
Vieux cons des neiges d’antan
Όταν είναι κανείς βλαξ (Το χάσμα των γενεών)
Πριν βγουν απ’ τ’ αυγό, το είδα και εγώ,
κάτι μικροί
λεν πως όλοι οι μεγάλοι έχουνε χάλι
κι είναι χαζοί.
Μα όταν θα ωριμάσουν, στάση θα αλλάξουν
κάποια στιγμή
θα λένε οι μπουνταλάδες: οι πιτσιρικάδες
πως ειν’ οι χαζοί
Μα εμένα ακούστε με ηρεμία, που είμαι στη μέση ηλικία
Το χάσμα των γενεών δεν φταίει
κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας μένει πάντα βλαξ.
Μαλάκες νέας εσοδείας, μαλάκες της παλιάς γενιάς
κάντε μια νέα συμμαχία, γιατί ο καυγάς είναι μπελάς
κάντε μια νέα συμμαχία, κακός μπελάς ο καυγάς.
Βλάκες περιωπής, βλάκες της στιγμής
νέοι ζαβοί
που να πουν για πλάκα, τον μπαμπά μαλάκα
ζητούν αφορμή.
Ηλικιωμένοι, ελαφρά φθαρμένοι
γέρο στραβοί
που δεν υποχωρείτε και για όλα θαρρείτε
πως φταιν’ οι μικροί.
Εγώ, της μέσης ηλικίας, σας στέλνω μήνυμα ομονοίας:
Αδέλφια κόψτε τις αηδίες,
βλάκες παλιοί ή του κουτιού,
μαλάκες νέας εσοδείας,
μαλάκες του παλιού καιρού
Το χάσμα των γενεών δεν φταίει
κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας μένει πάντα βλαξ
είτε ξεκούτες είτε νέοι
ο βλάκας θα μένει βλαξ
Οι Μαλάκες
Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε
Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο
Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:
Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας
Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε
Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:
Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες
Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας
Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα
Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται
Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας
Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Ιουλίου, 2011
Κατά τη διάρκεια του περασμένου (20ου ) αιώνα, ορισμένοι Ευρωπαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, συχνά σε αντιπαράθεση με τη ραγδαία αναπτυσσόμενη πολιτισμική βιομηχανία, κατάφεραν να αναδειχτούν σε σημεία αναφοράς για μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ξεπερνώντας τα συνήθη πολιτισμικά όρια και τις ήδη υπάρχουσες ¨ετικέτες¨.
Ιδιαίτερα στην (αυτονόητα) λαϊκή τέχνη του τραγουδιού (που αποτελεί και το συνηθέστερο φορέα της λαϊκής ποίησης), μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες αναδείχτηκαν σε ενοποιητικά κοινωνικά σύμβολα με τεράστια απήχηση, παρά την συνήθως αρνητική ή αδιάφορη στάση, τόσο της καθεστωτικής, όσο και της εμπορευματικής επικοινωνιακής εξουσίας (η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο μορφών επικοινωνιακής εξουσίας είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο -στο παρελθόν κρατούσαν μια αμοιβαία απόσταση, έστω για τα ¨μάτια του κόσμου¨). Ένας τέτοιος καλλιτέχνης υπήρξε πχ για τον ελληνόφωνο χώρο ο Στέλιος Καζαντζίδης ή ο Βασίλης Τσιτσάνης, για τον γαλλόφωνο ο Ζωρζ Μπρασένς και άλλοι, στην Ιταλία μπορούσες (και μπορείς ακόμη) να συναντήσεις αποκόμματα περιοδικών με την εικόνα του Αντριάνο Τσελεντάνο κολλημένα σε παρμπρίζ φορτηγών, σε ενοριακές λέσχες, σε κομμωτήρια και συνεργεία, ενώ τις λίγες φορές που παρουσιάζεται, θυμοσοφώντας, στα μεγάλα μέσα γίνεται χαμός θεαματικοτήτων. Πέρα από την διαχρονικότητα, την εμβέλεια και την γνήσια λαϊκή τους καταγωγή, ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα σε τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι ο μη ¨πολιτικά ορθός ¨ (συχνά σατυρικός ή σαρκαστικός, ενίοτε μελοδραματικός) τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα θέματά τους. Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα ξενέρωτο, αλλά όχι για αυτό το λόγο λιγότερο ιδιοτελές κίνημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, επινοημένο για να προφυλάξει από την επιδιωκόμενη γενική αποδόμηση, κάποιους τομείς γενικότερης χρήσεως, όπως κάποιες -ακόμα χρήσιμες για τις νέες εξουσίες- ανθρώπινες ευαισθησίες, πριν τις διοχετεύσει σε (ελεγχόμενες) ¨μη κυβερνητικές¨ οργανώσεις ή ¨Αρχές¨.
Πράγματι, άλλα ήταν τα ζόρια τον καιρό που στην Ευρώπη ανθούσαν, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα, οι παραπάνω καλλιτέχνες. Ωστόσο παρατηρώ ότι, αν όχι αυτά καθαυτά (όχι όλα) τα μηνύματα και οι προβληματισμοί του καιρού εκείνου, τουλάχιστον ο αυθόρμητος και μη υποκριτικός, μη κυνικός, μη πραγματιστικός, λόγος τους, λειτουργεί ακόμη. Σήμερα, βέβαια, η¨ γενική αναγνώριση¨ μερικών από αυτούς έχει τρόπον τινά επέλθει. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιους καλλιτέχνες κουβάλησε μαζί της μια γενιά που αναρριχήθηκε στην εξουσία τραγουδώντας τους, για να τους εγκαταλείψει αμέσως μετά, με δύο τρόπους: είτε προσπαθώντας να τους μετατρέψει σε αποστειρωμένους θεσμούς είτε επιλέγοντας αυστηρά και προωθώντας μόνο τμήματα της δουλειάς τους. Γι αυτό, λέω, εδώ να εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε για πηγαία λόγια και νότες, παλιών ή πρόσφατων καιρών (έστω για παρηγοριά στον άρρωστο…) και για σήμερα bien sûr
έχουμε Μπρασένς και Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου).
Σημείωση 1. Ο Μπρασένς αρχίζει ορμώμενος από μία ρήση του Πολ Βαλερί ¨Il y a trois sortes de femmes: les emmerdantes, les emmerdeuses et les emmerderesses¨. Σημείωση 2. Στη θέση του Claudel, ίσως όχι επαρκώς γνωστού στην Ελλάδα ως εκπρόσωπου του ακαδημαϊκού ύφους, προτίμησα τους αρχαίους τραγικούς. Ενίοτε έχουν κι αυτοί τα θύματά τους. Σημείωση 3. Το ανέβασμα στο ιστολογοφόρο, οι ηχογραφήσεις και το ραπ ψάλσιμο, έγιναν σε συνθήκες εκδρομής, κάπως (πολύ) άτσαλα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα τα συμμαζέψω κατά το δυνατόν. Σημείωση 4. Στην ελληνική απόδοση έβαλα τελευταία την 6η στροφή, γιατί καταλήγει πιο αποφατικά από την 8η.
Οπότε, ακούστε και διαβάστε:
Σε ήχο:
1. O Brassens στο Misogynie apart
2. Την απόδοση που σας έφτιαξα: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Την απόδοση στα ιταλικά του Nanni Svampa : Lei mi rompe
4. Κάτι το ανάλογο, χιουμοριστικό και ελληνικό της ιδίας περιόδου Σερσέ λα φαμ (1948 Βασίλης Τσιτσάνης και Ε. Λαμπίρη)
5. Επίσης: των Παπαδόπουλου, Γιαννακόπουλου, Σακελλάριου
Η Γυναίκα είναι ζημιά (Φ. Πολυμέρης 1953)
Και τα κείμενα 1. Του Βρασένς: Misogynie a part 2. Η απόδοση στα ελληνικά: Μισογυνισμού εξαιρουμένου 3. Σερσέ λα φαμ 4. Η γυναίκα είναι ζημιά
Misogynie a part Misogynie à part, le sage avait raison Il y a les emmerdant’s, on en trouve à foison En foule elles se pressent Il y a les emmerdeus’s, un peu plus raffinées Et puis, très nettement au-dessus du panier Y a les emmerderesses
La mienne, à elle seul’, sur tout’s surenchérit Ell’ relève à la fois des trois catégories Véritable prodige Emmerdante, emmerdeuse, emmerderesse itou Elle passe, ell’ dépasse, elle surpasse tout Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Mon Dieu, pardonnez-moi ces propos bien amers Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmer- de, elle abuse, elle attige Ell’ m’emmerde et j’regrett’ mes bell’s amours avec La p’tite enfant d’Marie que m’a soufflée l’évêque Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, et m’oblige à me cu- rer les ongles avant de confirmer son cul Or, c’est pas callipyge Et la charité seul’ pouss’ ma main résignée Vers ce cul rabat-joie, conique, renfrogné Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, je le répète et quand
Ell’ me tape sur le ventre, elle garde ses gants Et ça me désoblige Outre que ça dénote un grand manque de tact Ça n’favorise pas tellement le contact Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde , quand je tombe à genoux Pour cetain’s dévotions qui sont bien de chez nous Et qui donn’nt le vertige Croyant l’heure venue de chanter le credo Elle m’ouvre tout grand son missel sur le dos Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, à la fornication Ell’ s’emmerde, ell’ s’emmerde avec ostentation Ell’ s’emmerde, vous dis-je Au lieu de s’écrier: ” Encor ! Hardi ! Hardi ! “ Ell’ déclam’ du Claudel, du Claudel, j’ai bien dit Alors ça, ça me fige
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, j’admets que ce Claudel Soit un homm’ de génie, un poète immortel J’reconnais son prestige Mais qu’on aille chercher dedans son œuvre pie Un aphrodisiaque, non, ça, c’est d’l'utopie Ell’ m’emmerde, vous dis-je
Μισογυνισμού εξαιρουμένου
Μισογύνης αν είμαι, δεν το ξέρω αδέλφια Μα υπάρχουν, στριμμένες που διαλύουν τα κέφια Μάτσα υπάρχουν, δεσμίδες Είναι οι σπαστικές, που είν’ γεμάτος ο τόπος Οι προβληματικές, δες και στρίβε όπως, όπως Είναι και οι σπαζαρχίδες
Η δική μου από μόνη της τα καταφέρνει Ναν ’ προβληματική, σπαστική και στριμμένη Αλλά και σπαζαρχίδω Πρόκειται για ένα θαύμα, τέτοιο δεν έγιν’ άλλο Πως αντέχω δεν ξέρω, -και ποσώς υπερβάλω- Μα δε μπορώ να ξεφύγω
Θεέ μου συγχώρεσε με, η υπομονή μου ξεφτάει Μου τα πήζει, τα διαλύει, τα γκαστρώνει, τα σπάει Και μου τα θρυμματίζει Και η θύμηση εκείνη, με την Χριστιανοπούλα Που μου έκλεψε ο επίσκοπος και δεν την ξαναείδα Πίσω ξαναγυρίζει
Για να της πιάσω τον κώλο, πάντα με υποχρεώνει Νύχια, κάλους να κόβω κι έτσι με ξενερώνει Και δεν είναι κι η Αφροδίτη! Κι αν εν τέλει τον πιάνω, είν’ γιατί βάζω ζόρι Αν και θα ‘θελα να ‘μουν στα βουνά και τα όρη Κι όχι σ’ αυτό το σπίτι
Μ’ ενοχλεί σαν αγγίζει τη γυμνή μου κοιλιά
Μα φορώντας τα γάντια ¨έτσι είναι πιο υγιεινά¨
Και μου φέρνει φαγούρα
Αυτό σημαίνει επίσης, ότι η αγωγή
Λείπει πια απ’ τους ανθρώπους κι όπως λένε πολλοί
Εδώ θέλει μαγκούρα
Με ενοχλεί, με ενοχλεί, ως και στην συνουσία Που ενοχλείται κι αυτή, σκέτη ψυχρολουσία Και μου φέρνει ναυτία ¨Κι άλλο!¨, αντί να φωνάζει, ¨δωσ’ τα, θέλω πολύ!¨ Στίχους μου απαγγέλει, Αισχύλο και Σοφοκλή Θεέ μου τι τραγωδία
Και εντάξει, δε λέω, είναι ωραίοι οι αρχαίοι Καλλιτέχνες μεγάλοι, συγγραφείς κορυφαίοι Και αξίζουνε μνεία αλλά πως λειτουργεί ο αρχαίος τους στίχος γι αφροδισιακό, μάλλον είναι ένας μύθος είναι μια ουτοπία
Κι όταν για χάρη της πέφτω, ως και στα γόνατα πια Τιμές για να αποτίσω στης ηδονής τη σπηλιά (Αυτό σε μας ειν’ συνήθεια) Αυτή πως της προσευχής η ήρθε ώρα νομίζει Και το προσευχητάρι, στην πλάτη μου στηρίζει Πες μου αν δεν είναι ηλίθια
Σερσέ λα φαμ (Αναζητήστε τη γυναίκα)
Χασάπικο. Μουσική και στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης Πρώτη ηχογράφηση: 1948 Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Λαμπίρη και Βασίλης Τσιτσάνης
Κι αν γυρίζουμε ξενύχτηδες τα βράδια
Κι αν ρομάντζες τραγουδάμε στα σκοτάδια
Κι αν τα νιάτα μας τα κάναμε ρημάδια
Και με πόνο τα ποτήρια μας ρουφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ
Κι αν δεν πάμε στη δουλειά μας και στο σπίτι
Κι αν ο Έρως μας τραβάει σαν το μαγνήτη
Κι αν γουστάρουμε τον βίο τον αλήτη
Και δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ
Κι αν η μοίρα μας ταράζει στα χαστούκια
Κι αν στα μάγουλα το δάκρυ κάνει λούκια
Κι αν τα τρώμε μέχρι φράγκο στα μπουζούκια
Και στην ψάθα κακομοίρηδες ψοφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ
Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!
Γιά κάποια Μπέττυ, πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι,
γιά κάποια Νίνα, ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα,
γιά κάποια Ρόζα, ξευτελίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και γιά μιά Νίκη, περπατούσα τρεις χρονιές στη Σαλονίκη.
Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!
Για κάποια Στέλλα, μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλα,
για κάποια Ρίνα, την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα,
για μια Μιράντα, εξηλώθηκα, παιδιά, μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα, φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα.
Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!
Γιά κάποια Σόνια, με τραβάγανε δέκα οκτώ γκαρσόνια,
γιά κάποια Μπίλλυ, με ρημάξανε δυό μάγκες στο σκαμπίλι,
για μι’ Αντιγόνη, μού στραβώσανε τρεις πόντους το σαγόνι
και για μια Μόνια, με ταράξανε στα σάπια τα λεμόνια.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011
Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande
H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.
Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:
Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.
Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.
Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.
Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.
Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.
Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.
Εδώ παρακάτω σας έχω:
Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)
και σε ήχο:
Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα
Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο
Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί
Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ
FERNANDE
Une mani’ de vieux garçon,
Moi. j’ai pris l’habitude
D’agrémenter ma solitude
Aux accents de cette chanson:
[Refrain]
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
C’est cette mâle ritournelle,
Cette antienne virile,
Qui retentit dans la guérite
De la vaillante sentinelle:
[Au refrain]
Afin de tromper son cafard,
De voir la vi’ moins terne,
Tout en veillant sur la lanterne
Chante ainsi le gardien de phar’:
[Au refrain]
Après la prière du soir,
Comme il est un peu triste,
Chante ainsi le séminariste
A genoux sur son reposoir:
[Au refrain]
A l’Étoile, où j’étais venu
Pour ranimer la flamme,
J’entendis, ému jusqu’aux larmes,
La voix du Soldat inconnu:
[Au refrain]
Et je vais mettre un point final
A ce chant salutaire,
En suggérant aux solitaires
D’en faire un hymne national:
Quand je pense à Fernande,
Je bande, je bande,
Quand j’ pense à Felici’,
Je bande aussi.
Quand je pense à Léonore,
Mon Dieu, je bande encore,
Mais quand pense à Lulu,
Là, je ne bande plus!
La bandaison, papa,
Ça n’ se commande pas.
Η Φερνάρδα (Το ανασήκωμα)
Κάθε φορά που μού ’ρχεται
βαριά μελαγχολία
τη μοναξιά μου ξεγελώ
κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:
Σα σκέφτομαι τη Μένη
ετούτος σκληραίνει
κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή
φουσκώνει πολύ
κι αν πάει τυχόν στην Ελένη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Και στης σκοπιάς τη μοναξιά
απ’ το κουβούκλιο μέσα
ο φανταράκος τραγουδά
αντρίκιες στροφές φωναχτά:
Αναπολώ την Νόνη
κι ετούτος τυλώνει
κι αν σκέπτομαι την Αθηνά
σκληραίνει ξανά
κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη
αυτός πιο πολύ μεγαλώνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.
Κι ο φαροφύλακας, που λες,
εκεί πάνω στο φανάρι
ρεφάρει τους παλιούς καημούς
τραγουδώντας στους ωκεανούς:
Σα σκέφτομαι τη Εύη
φουσκώνει, θεριεύει
κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή
σκληραίνει πολύ
κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη
αυτός πιο πολύ ανεβαίνει
μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά
μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά
Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά
Μα κι ο υποψήφιος μοναχός
δε θα τα καταφέρει
αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ
στο μυαλό το τροπάρι αυτό:
Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη
φαγούρα με πιάνει
και την Ευτέρπη αν σκεφτώ
με τέρπει κι αυτό
κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη
αυτή η φαγούρα επαυξάνει
μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά
η φαγούρα ξαφνικά σταματά [δεν την αισθάνομαι πια}
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2009
Σαν ήμουν φοιτητής στην Ιταλία, μιλάμε για τον παλιό εκείνο τον καιρό, άκουγα Jannacci, Fabrizio de Antrè, Giorgio Gaber, Murolo, εκτός από Brassens, Νέο Kύμα και Θεοδωράκη που είχα κουβαλήσει μαζί μου σε βινύλιο. Πρόσφατα κάνοντας μια βόλτα στο ¨you tube¨ ανακάλυψα κάποιες απίθανες παλιές μαγνητοσκοπήσεις και ξανάκουσα τον, συγχωρεμένο πια (το Γενάρη του ’03, -63 χρονών) Gaber, να τραγουδάει προβληματισμένος «Δεξιά; Αριστερά;» Ερώτημα που υπό ορισμένες προϋποθέσεις (δηλαδή διατυπωμένο σε μια εποχή που ακόμη και τα πιο ¨καθώς πρέπει¨ κόμματα την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια, πότε προς τα εδώ, πότε προς τα εκεί), μου φαίνεται απόλυτα θεμιτό.
Είπα λοιπόν να κάνω μια προσπάθεια απόδοσης των στίχων στα ελληνικά. Και επειδή πρόκειται περί ελεύθερης απόδοσης σας παραθέτω από κάτω και το originale.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2009
Πέντε νέα κεφάλαια, από το 11ο έως 15ο από το ¨καλοκαιρινό ανάγνωσμα¨, μαζί με όλα τα παλαιότερα σχετικά κείμενα, (όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου) δημοσιεύονται εδώ αριστερά, στις ¨σελίδες¨ .
Η μεταφορά έγινεεπιδιώκοντας κάποια αποσυμφόρηση στην αρχική σελίδα.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009
Σας έχω εδώ παρακάτω -σπονδή στην αυξανόμενη ζέστη- τα πρώτα κεφάλαια από «Το πολυτεχνείο τρέμει». Πιο κάτω θα βρείτε και την (ήδη αναρτημένη) εισαγωγή και, στις σελίδες αριστερά, τα περιεχόμενα και τα βασικά πρόσωπα. Καλές δροσιές.
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 2 Ιουλίου, 2009
Σημείωση: Δε ξέρω αν κυκλοφορεί ήδη στο διαδίκτυο, σε εμένα πάντως έφτασε με ιμέιλ, από τον φίλο Κώστα (τον Ντάγιο). Επειδή το χιούμορ κάνει καλό, σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω στο μπλογκ. Όμως για να τεστάρω τις ενδεχόμενες αντιδράσεις όχι των πολιτικώς ορθίων (που ποσώς με ενδιαφέρουν), αλλά της γενιάς των (πρωην) σκληρών φεμινιστριών, το διάβασα πριν λίγο στη Σόφη. Γέλασε έστω με κάποια συγκατάβαση, και έτσι το τηλεταχυδρομώ άνευ ιδιαίτερων αναστολών (απέναντι στους μη διαθέτοντες επαρκή χιουμοριστική αίσθηση φεμινοκράτες).
Η ΜΠΙΡΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ …ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΟΡΜΟΝΕΣ
Τις προάλλες καθόμασταν με μια παρέα σε ένα τραπέζι και κάποιος ισχυρίστηκε ότι η μπίρα περιέχει γυναικείες ορμόνες. Αρχικά γελάσαμε αλλά σαν επιστήμονες που είμαστε είπαμε να το ερευνήσουμε το θέμα.
Ήπιαμε ο καθένας από 10 μπίρες (καθαρά για επιστημονικούς λόγους).
Μετά το τέλος του πειράματος καταλήξαμε στα παρακάτω συμπεράσματα:
1. είχαμε παχύνει 2. μιλούσαμε ακατάπαυστα χωρίς να λέμε τίποτα 3. αντιμετωπίσαμε προβλήματα στην οδήγηση και στο παρκάρισμα 4. ήταν αδύνατο να κάνουμε λογικές σκέψεις 5. μας ήταν αδύνατο να παραδεχτούμε ότι είχαμε άδικο, παρότι
ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχαμε δίκιο 6. κάθε ένας μας θεωρούσε ότι είναι το κέντρο του σύμπαντος 7. είχαμε πονοκέφαλο και δεν είχαμε διάθεση για σεξ 8. και η αποκορύφωση: έπρεπε να πάμε κάθε 10 λεπτά στην
τουαλέτα και μάλιστα όλοι μαζί.
Περαιτέρω ανάλυση μάλλον είναι περιττή: Η ΜΠΙΡΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΟΡΜΟΝΕΣ
Υποθέτω ότι αν δεν κυκλοφορούν ήδη, θα κυκλοφορήσουν σύντομα ευρύτερα. Αλλά μια που η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι γέλιο (έστω κι αν το πικρό χαμόγελο θα ήταν πιο ταιριαστό) και μια που το γέλιο είναι αγαθό τόσο χρήσιμο όσο και σπάνιο, τα αναδημοσιεύω αμέσως έτσι ακριβώς όπως μου φτάσανε, φρέσκα φρέσκα, με ιμέιλ, από τον φίλο Κώστα Ντάγιο.
(θα μπορούσα να το τιτλοφορήσω και: Οι μαθητές ζωγραφίζουν –με σουρεαλιστική διάθεση τη σημερινή Ελλάδα)
Εσπεριδοειδή
σαν τα
πορτοκάλια είναι και τα
μαντολίνια, αλλά πιο μικρά και με
φλούδα που βγαίνει
εύκολα (γυμνάσιο Αθήνας)
Η επετηρίδα είναι αυτό που
βγάζουμε στα μαλλιά μας άμα δεν
λουζόμαστε συχνά
(γυμνάσιο Πάτρας)
Ο μισογύνης είναι τέρας
μυθολογικόν, μισός γυναίκα και
μισός άλλοπράμα,
απερίγραπτης ασχήμιας και
τελείως εξαγριωμένος με την
κατάστασή του (γυμνάσιο
Θεσπρωτίας)
Ο Κωνσταντίνος Καντάφης ήτανε
Έλληνας ποιητής που γεννήθηκε
στη Λιβύη της
Αλεξάνδρειας (γυμνάσιο Αθήνας)
Στην αρχαία εποχή δεν υπήρχαν
ξένες χώρες, γι αυτό δεν έχουν
βρει οι
αρχαιολόγοι αρχαία διαβατήρια
(γυμνάσιο Θεσσαλονίκης)
Όταν ο Οδυσσέας γύρισε πίσω στην
Ιθάκη, βρήκε τους είκοσι
ανεμιστήρες και την
Πηνελόπη να τους δουλεύει στο
φουλ (γυμνάσιο Θήβας)
Ο Λεωνίδας και οι Τριακόσιοι του
ηττήθηκαν, γιατί οι Θερμοπύλες
ήτανε
πολυπληθέστεροι σε αριθμό
(γυμνάσιο Αθήνας)
Την Οδύσσεια της έγραψε ο
Οδυσσέας. Την Ιλιάδα ο Ηλιάδης.
(γυμνάσιο Λαμίας)
Η γυναίκα του Τσάρου λεγότανε
Τσάρα. Η κόρη του τσατσάρα. Ο γιος
του Νορέγιεφ.
(γυμνάσιο Αθήνας)
Η μάνα του Ρασπούτιν ήτανε η
ρασπουτάνα, τεραστίων
διαστάσεων Ρωσίδα της
Σιβηρίας (γυμνάσιο Καρδίτσας)
Η Παραφίνη ήτανε η θεά που
προστάτευε τα Χερουφίμια και τα
Σεραφίμια. (γυμνάσιο
Κορίνθου)
Tα Χερουβίμ και τα Σεραβίμ ήταν
μικρά αγγελάκια που πετούσαν
δεξιά-αριστερά στο
πλάι των μεγάλων αγγέλων. Τα
Χερουβίμ χερούβιζαν (δεξί
πέταγμα) και τα Σεραβίμ
σερούβιζαν (αριστερό πέταγμα).
Στην ανάγκη υπήρχαν και τα
Πτερουβίμ για πέταγμα
κατευθείαν στη μέση. (απ’το
ίδιο διαγώνισμα Θρησκευτικών,
γυμνάσιο Κορίνθου)
Πρωτεύουσα της Κεϋλάνης είναι η
Λιπτον Τι. (γυμνάσιο Αθήνας)
Το τετράγωνο της υποτείνουσας
ισούται, αλλά όχι πάντοτε
(γυμνάσιο Καλαμάτας)
Η κυριότερη αιτία της εξάτμισης
είναι η φωτιά κάτω από το
κατσαρολάκι (γυμνάσιο
Κορίνθου)
Η σοβιέτα είναι που φοράνε οι
Ρωσίδες. Στη Σερβία φοράνε
σερβιέτες. (γυμνάσιο
Κορίνθου)
Ο πρατήρας είναι λέξη δυσανόητη,
δηλ. με δυο έννοιες. Μια όταν
είναι σε
ηφαίστειο και μια όταν δουλεύει
σε πρατήριο. (γυμνάσιο Αθήνας)
Ενεργητική φωνή: Κυνηγάω τον
λαγό.
Παθητική φωνή: Ο λαγός με
κυνηγάει. (γυμνάσιο Κορίνθου)
Οι βηταμίνες βρίσκονται ακριβώς
ανάμεσα από τις αλφαμίνες και
τις γαμαμίνες..
(γυμνάσιο Θεσσαλονίκης)
Το ακριβώς αντίθετο της Αγίας
Τριάδας είναι η Διαβολική
Τριάδα, πυρ, συν
γυναιξί και θάλασσα. Πράγματα
του Σατανά. (λύκειο Ξάνθης)
Η μπανάνα στα ελληνικά γράφεται
όπως και στα αγγλικά, δηλαδή με
ένα μπα και δύο
να. (γυμνάσιο Θεσσαλονίκης)
Τα 6 χαρακτηριστικότερα ζώα του
Βόρειου Πόλου είναι 3 αρκούδες
και 3 φώκιες.
(γυμνάσιο Αθήνας)
Το 31 είναι πολύ κακός τζόγος. Ο
πατέρας μου μας είπε ότι μια φορά
31 άνθρωποι
παίζανε 31 και ήρθανε 31 μπάτσοι
και τους έβαλαν 31 μέρες φυλακή
και μετά 31
δικαστές τους εδικάζανε 31 μέρες
και τους τιμώρησαν με 31 χρόνια
φυλακή. Κάναμε
πως το πιστέψαμε για να μη γίνει
φασαρία.
(από διαγώνισμα στην Ιστορία,
γυμνάσιο Καρδίτσας)
Ερώτηση: “Τι γνωρίζετε για τις
εικονομαχίες;”
Απάντηση: “Εικονομαχίες ήταν
οι μάχες που έκαναν οι λαοί για
τις εικόνες.
Όποιος κέρδιζε τη μάχη κέρδιζε
και τις εικόνες”. (γυμνάσιο
Αθήνας)
”Ο Ε. Λύτης και ο Σ. Εφέρης
είναι και οι δύο Έλληνες ποιητές
κατηγορίας
νόμπελ”. (γυμνάσιο
Αργοστολίου)
”Οι Δέκα Εντολέ ς γράφτηκαν
από τον Σινά και παραδόθηκαν
στον Μωυσή στην
Πλάκα. Ήταν όλες πέτρινες, αλλά
σαφέστατες”. (γραπτό υποψηφίου
για την
Σχολή Αστυνομίας)
”Ο Κουστώ είναι ένας
σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά που δεν
κατοικούσε στην
Ιθάκη, και για το λόγο αυτό οι
περιπέτειές του δεν λέγονται
Οδύσσειες, αλλά
Κουστωδίες”. (γραπτό
υποψηφίου για την Σχολή
Αστυνομίας)
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Νοεμβρίου, 2008
Και για να μη μείνουν παραπονεμένοι οι αγγλόφωνοι, φρόντισε και πάλι η Μισέλ. Μόλις έφτασε…
If the global crisis continues, by the end of the year only two banks will be operational, the Blood Bank and the Sperm Bank! Then these 2 banks will merge and it will be called ‘The Bloody Fucking Bank’
Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 9 Νοεμβρίου, 2008
Το παρακάτω κείμενο μου το έστειλε μια Γαλλίδα φίλη, η Michèle, το παραθέτω (άνευ σχολίων) προς διασκέδαση των γαλλομαθών επιβατών του ιστολογοφόρου.
Le français est une langue réputée pour la richesse de son vocabulaire pleine de nuances et de subtilités…Exemple :
Un gars : c’est un jeune homme
Une garce : c’est une pute
Un courtisan : c’est un proche du roi
Une courtisane : c’est une pute
Un masseur : c’est un kiné
Une masseuse : c’est une pute
Un coureur : c’est un joggeur
Une coureuse : c’est une pute
Un rouleur : c’est un cycliste
Une roulure : c’est une pute
Un professionnel : c’est un sportif de haut niveau
Une professionnelle : c’est une pute
Un homme sans moralité : c’est un politicien
Une femme sans moralité : c’est une pute
Un entraîneur : c’est un homme qui entraîne une équipe sportive
Une entraîneuse : c’est une pute
Un homme à femmes : c’est un séducteur
Une femme à hommes : c’est une pute
Un homme public : c’est un homme connu
Une femme publique : c’est une pute
Un homme facile : c’est un homme agréable à vivre
Une femme facile : c’est une pute
Un homme qui fait le trottoir : c’est un paveur
Une femme qui fait le trottoir : c’est une pute