Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Απόψε στο TV5 Monde: George Brassens

Posted by vnottas στο 25 Μαρτίου, 2017

Σήμερα το βράδυ στις 10:00 στο TV5 Monde  μια εξαιρετική εκπομπή αφιερωμένη στον  George Brassens

 τίτλος: MERCI…

images (83)

Revivez en chanson la carrière d’un artiste majeur du patrimoine musical français.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος οκτώ: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 18 Μαρτίου, 2017

αρχείο λήψης (2)

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Άναψε την κονσόλα, νεαρέ

και μάθε πώς να σέρνεσαι

αν θέλεις κάποτε να γίνεις

φίδι χωρίς σκιά και ξύπνιο

σαν κι εμένα.

Εγώ είμαι το ψάρι το μικρό

 το πιο ιοβόλο.

Εγώ εγκαίρως έμαθα

πώς στο σκοτάδι να δαγκώνω.

Στις τσέπες μου δεν κουβαλάω πια 

φωτογραφίες

βρισιές δε γράφω πια στους τοίχους

ούτ’ ερωτόλογα.

Μ’ αρέσουνε οι νικητές

και οι ανοιχτοχέρηδες.

Μ’ αρέσει η Αποκάλυψη

αλλά με φωτισμό σωστό

και με σινιέ κουστούμια.

Να διακινώ μ’ αρέσει

και να καταναλώνω.

Μ’ αρέσει -αν μου επιτρέπετε

έτσι να εκφραστώ-

αυτό που σ’ όλους σήμερα

¨του θανατά¨ αρέσει.

images

Αγόρασε το πράμα μου

παρ’ το, είτ’ είσαι γέρος

είτε ακόμη είσαι νιος

είτε πατέρας είτε γιος,

αυτή είναι η μόνη μουσική

ολομερής που παίζει

σ’ οθόνες και ραδιόφωνα.

Και πες μου, τι νομίζεις πως

τα βιβλία θα μπορούσαν  να βοηθήσουν  

όταν θα είσαι πάνω στην καρέκλα

την ηλεκτρική;

images (79)

Οι έσχατοι ουκ έσονται οι πρώτοι

παρά ψοφάνε απ’ το κρύο ξαπλωμένοι

πάνω στις μαντεμένιες σχάρες

των υπονόμων

κι η νύχτα απ’ το τοπίο τους διαγράφει

σα να ‘ταν βάρκες που φουντάρανε στον πάτο.

Μη δίνεις βάση στις κραυγές

κι έλα να σε κεράσω.

Ξέρω μια Πολωνέζα που μπορεί

να σου ρουφήξει την καρδιά.

Και ξέρω κι ένα χάπι

που τα μυαλά στα ψήνει

έτσι μετά, μπορείς και να τα φας.

O Raiden μπορεί να καθαρίσει

πάνω από εκατό εχθρούς

πατώντας τα σωστά κουμπιά.

Κάτω, στο σκοτεινό σοκάκι

έχω αμάξι αεροδυναμικό

βγαλμένο από τα κόμικς,

χρώμα πράσινος δράκος

που ανέμελος φουμάρει ένα πούρο.

Έλα, σε περιμένω στο ημίφως.

Το σβήσιμο είναι

η υψηλή μου τέχνη.

αρχείο λήψης (4)

Θα ‘θελα να πεθάνω ακόμη νέος

μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα

να ξανανιώσω

γι αυτό με υπομονή θα περιμένω

η έσχατη κραυγή να ακουστεί

και θα ‘ναι η δική μου, όχι του κόσμου.

αρχείο λήψης (3)

[Με τον μονόλογο της Νεκροκεφαλής ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος -primo movimento το λέει ο Στέφανο Μπένι- του ¨Μπλουζ σε 16¨.  Όπως είδατε, γοητεύτηκα, κόλλησα και μετέφρασα περισσότερους μονόλογους από όσους είχα προαναγγείλει. Υπάρχει ωστόσο άλλο τόσο ¨μπλουζ¨, όπου οι ήρωες ξαναμονολογούν. Ίσως τους δούμε μαζί στο προσεχές μέλλον. Τώρα λέω να επιστρέψω στους (παραμελημένους) ήρωες του ιστορικού μυθιστορήματος].

Κρανίο 1

Κρανίο2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος επτά: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2017

(Εδώ παρακάτω η μετάφραση-απόδοση του έβδομου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨του Στέφανου Μπένι)

images (74)

 

Ο ΚΙΛΕΡ

Η μυρουδιά από δέρμα

που αναδύεται

απ’ των αυτοκινήτων τα καθίσματα

κι από των όπλων τα θηκάρια

το ξαφνιασμένο τρόμαγμα στα μάτια

αυτών που με φοβούνται.

Μ’ αρέσει βιαστικός να προσπερνάω

όπως οι τίτλοι κι οι επιγραφές

στο κάτω μέρος της οθόνης

χωρίς τίποτα πριν και τίποτα μετά.

Δεν λέω, είναι καλύτερα στα φιλμ 

όταν τινάζονται όλα στον αέρα

το αίμα τρέχει και λαμποκοπά

γελάει ο κόσμος και χειροκροτεί

και οι κακοί ανασταίνονται

για να ξανασκοτώσουν.

Μα έχω εγώ υπομονή: μια μέρα

όλοι τους θα με σέβονται

όπως τον δήμιο που του παίρνουνε συνέντευξη

-απ’ τις πλάτες-

στην αίθουσα επισήμων του Ιδρύματος.

Κι η φάτσα μου θ’ απεικονίζεται

σε κάρτες που οι συλλέκτες θ’ ανταλλάσσουν

κι ύστερα θα κολλάν -με ικανοποίηση-

στο Άλμπουμ των Μεγάλων Δολοφόνων.

*

Μη με ρωτάς ποιος είμαι

με ξέρει η καρδιά σου

μη με ρωτάς τι ειν’ αυτό που σου πουλάω

θα ‘ρθει η μέρα που θα τ’ αγοράσεις.

Έχω χαράξει -τατουάζ- ένα κρανίο

που θα ‘ναι το πορτρέτο σου μια μέρα.

Ξέρω εγώ τι θα επιθυμούσες

και τα εγκλήματα που στ’ όνειρό σου βλέπεις.

Ξέρω εγώ τι εσκεμμένα κρύβεις

πίσω από το θολό σου βλέμμα

πίσω απ’ την θωρακισμένη πόρτα σου

πίσω απ’ το αιμοχαρές σκυλί σου

πίσω απ’ τις ξυλιές που δίνεις στα παιδιά σου.

Ξέρω τι θα ‘θελες να πεις

τη νύχτα στο τηλέφωνο.

*

Μη με ρωτάς γιατί γυαλίζω το ντουφέκι

εγώ άλλο δεν κάνω, παρά ακούω

όσα μου ψιθυρίζεις.

images (73)

Κίλερ 1

Κίλερ 2

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος έξι: Η πόλη (ως βιντεοπαιχνίδι)

Posted by vnottas στο 16 Μαρτίου, 2017

(Συνεχίζουμε την προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των μονολόγων των ηρώων του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι)

p24_7 copy

Η ΠΟΛΗ (ως ΑΙΘΟΥΣΑ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ)

Είδα το φως.

Εκεί όπου η πόλη σκύβει και προσεύχεται

και ύστερα γκρεμίζεται στον καταρράχτη

της άβυσσου που ‘χει τα μάτια μύγας.

Ονείρου οθόνες,

χρώματα νέα, που κανείς δεν είδε ως τα τώρα

τον cyber Kabuki γοητεύουν.

images (43).

Είδε ο γεροζωγράφος ο Yomiuri  

σ’ την κορυφή ενός ουρανοξύστη

μία ροδακινιά

και απ’ αυτήν εσκάρωσε φανέλα

του NBA

κι ύστερα ένα παιχνίδι βίντεο σχεδίασε

που ‘χει να κάνει με το μέλλον

της οικουμένης σύμπασας.

images (47)

Ρέει το αίμα, τα τέρατα ψοφάνε.

Γυμνές δονούμενες γυναίκες

με δέρμα από πίξελ

μας σαγηνεύουν.

Εκεί ‘μαστε κι εμείς

μελλοντικό μουσείο από κερί

διαφωτισμένοι και νεκροί.

Πολεμιστές που μ’ ένα κέρμα παίρνουν μπρος

πωλούνται σε τιμή του σκοτωμού

σε δέσμες ανά δέκα.

Γυμνά κρανία, τρυπημένες μύτες  

φυλή που απ’ τις πολλές τις κατακτήσεις

έχει πεθάνει.

Χωρίς να υπολογίσεις

την έκφραση που έχουμε εμείς

καθώς την Queen Alien εκτελούμε

και την απόχρωση που παίρνουνε τα μάτια

-εκείνη τη στιγμή-

της Φλόγας της Συνθετικής.

images (45)

Raiden με λένε

τα όπλα  μου εκπέμπουν φως και θα σε προστατέψω.

Κι αυτόν που βλέπεις από ‘δω τον λεν’ Κρανίο

ή Νεκροκεφαλή

Έχει απ’ όλα κι όλα τα πουλάει.

Σκάφη που φτάσαν από χώρες μακρινές

με καπετάνιους κάτι πλούσιους, δικούς μας,

λίγο βαριεστημένους,

φέρανε κόκα άφθονη

για το Νεκρό Κεφάλι.

Είμαι ψάρι μικρό γεμάτο αγκάθια

περήφανα δηλώνω, είμαι φασίστας

αλλά και το αντίθετο

μία χαρά μου πάει.

Τσίνα το λένε το κορίτσι μου

πούτσες και παγωτά γι αυτήν κάνει το ίδιο.

Ενδυμιόνη θα τη φώναζα, αν το ήθελε.

Πάρ’ τηνα, παίξε την,

χρησιμοποίησέ την

δε σε ζαλίζει, είναι καλή,  μπόνους ζωής σου δίνει

μάζεψ’ το  απ’ το δέντρο και πιο μακριά θα φτάσεις.

κούνα το Joystick,

κέρδισε πόντους, χώρο,

πήγαινε ως την έσχατη την Πύλη

εκεί θα βρεις τον Μπος

ή μια φτηνή Νιρβάνα

ή απ’ το Kyoto ένα γκονγκ

ή χάρτινες κορδέλες

μ’ επιθυμίες πάνω τους γραμμένες

από εκείνες που συλλέγουν οι γκουρού

για του MTV τα βίντεο.

images (48)

Άναψε τώρα το Μαντείο

 και ρώτησέ το

για μια δεκάρα από ψεύτικο χρυσάφι

όλα θα σου τα πει για την Wall Street

μία χλωμή Κασσάνδρα

images (44)

Και από ‘δω, το τζάκι μας, εδώ η θαλπωρή μας

εδώ το φρέον καίγεται κι οι οπτικές οι ίνες

τελειώσανε τα αστέρια εδώ

κι οι απορροφητήρες.

Ρίξε μου, σπρώξε, χόρεψε, σκότωσε, κάν’ τον μάγκα

μάσα την τσίχλα, φίλα με,

σκότωσε τη βασίλισσα

και πρόσεξέ με, είμαι εδώ, ο ουρανός δεν είναι.

d2b5c15e2574ee4b7d8c6a1421b18abb30371f7d_hq

Είναι δεκατριών χρονών. Ιζότα τ’ όνομά της

να παντρευτεί ένα τέρας είναι το ριζικό της.

Σωσ’ την.

Μα τι μπορώ να κάνω, αφού είναι όλα τέρατα

και το παιχνίδι τα ξερνά, μυριάδες μεσ’ το δρόμο;

Εμπιστέψου με

Είμαι της Πύλης ο Φρουρός

Αγόρασέ την, δοκίμασέ τηνε, θα δεις, κάνει καλό

προέρχεται από τόσο μακριά

όσο κι οι εξωγήινοι.

Θυμίαμα για τον  Rimbaud, (τον ποιητή)

έκσταση για τον Ryu, (τον γιαπωνέζο manga)

εκατομμύρια πόντοι

τριγράμματο έχω όνομα, μα είναι και το πρώτο

(οι μάγισσες γελάσανε με τούτον το χρησμό μου).

Μάζεψα από χάμω

το νέο υπερόπλο

μα ο σφυγμός μου αδύναμος κι έφευγε η ζωή μου

και η ανάσα μου βαριά, σαν μπάρα αναλογική

Έπεσα κάτω, μα…

Καινούργιο κέρμα  στη σχισμή

και νά’σου π’ ανασταίνομαι

πολλές φορές εμείς εδώ μπορεί ν’ αναστηθούμε

εδώ είδα το αίμα μου

σταγόνα τη σταγόνα

στις φλέβες να επιστρέφει

εδώ εγώ είδα το φως, καθώς

ερεθισμένες έτρεμαν οι φλέβες του λαιμού μου.

Εγώ θα είμαι ο νικητής

εγώ θα σε γλιτώσω

για μένα άλλος τόπος δεν υπάρχει.

Κι έξω είναι νύχτα.

images (1)

Η πόλη 1

Πόλη 2

Πόλη 3

 

images (42)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος πέντε: Λίζα

Posted by vnottas στο 14 Μαρτίου, 2017

(Μονόλογοι από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα)

ΛΙΖΑ

Εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

τι λένε οι άλλοι δεν ακούω

-αν για το σώμα μου μιλάνε 

ή για το πεπρωμένο που επίκειται.

Έχω εγώ πόδια μικρά να δραπετέψω  

κι έχω έναν κώλο που θαυμάζω

όπως η κυρά-αλεπού θαυμάζει την ουρά της

-με ματαιοδοξία.

Θα ‘θελα να με σέβονται, όπως εγώ

σέβομαι τη βελανιδιά του κήπου

που πίνει τις σταγόνες του αίματός μας

όταν κρύβει τον ήλιο

κι όταν την οροφή ενός ονείρου 

μεσ’ στο σκοτάδι υποδείχνει.

Γελάω εγώ και σβήνω το κραγιόν μου

και ύστερα το ξανα-ματα-βάζω

να πω γιατί, δε θα ‘ξερα.

Θα ‘θελα, εγώ, ν’ αλλάζω κάθε ώρα

-μα άστατη μη με πείτε.

Χρειάζομαι αέρα καθαρό, καπνό κι ομίχλη

να φεύγω και να μένω

ν’ ανασηκώνομαι ψηλά, μετά να πέφτω χάμω,

-τρελή να μη με πείτε.

*

Θέλω μια πόλη, εγώ, που να μην είναι

μόνο ταμπέλες φωτεινές

εγώ αγαπώ τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις

κι όχι ό, τι έρχεται μετά

τους σμπάρους, τις σειρήνες.

Εγώ ακούω των σκύλων τους κλαυθμούς

απ’ τη φωλιά τους.

Στ’ αρώματα δουλεύω εγώ, στα σαμπουάν

κι όμως αισθάνομαι τη βρώμα της ανάσας

των κροκοδείλων.

Εγώ κλαίω σκυφτή

μπρος στο βωμό

του ραδιοφώνου ενός αυτοκινήτου

κλωτσάω εγώ και γρατζουνώ.

Εγώ δε θα ‘θελα ποτέ να γεννηθώ

και θα ‘θελα γριά να είμαι τώρα

όπως είναι φθαρμένο, γέρικο, σαθρό

ό, τι έμαθα ως τα τώρα απ’ τον κόσμο.

Θέλω στα μπράτσα σου να κοιμηθώ

και με τις ώρες να σ’ ακούω να μιλάς

για τον Γονιό σου

αλλά και να σ’ αφήσω μοναχό

κι η μηχανή να φλέγεται στη χαραγμένη άσφαλτο.

Θέλω

με το μικρό το δάχτυλο

το αίμα σου να γλύψω

και να σου τον ρουφήξω

και έπειτα ψυχρή σαν ντίβα σε ταινία

να τον δείξω

στις φίλες μου

και θα ‘θελα για μένανε να γράψεις

σ’ όλους τους τοίχους.

*

Ένα ψαλίδι έχωσα εγώ στο μπράτσο ενός τύπου

που πάνω μου σαλιάριζε

εγώ αιχμάλωτη στο δάσος

στα αποτρίχια των σκυλιών ανάμεσα

δαγκώνω κι υποφέρω.

Εγώ είμαι η βασίλισσα, η δούλα

εγώ δεν ξέρω απόψε που να πάω

ούτε και ξέρω, απόψε, στο σκοτάδι

πού θα σε βρω.

βββ

Λίζα

Λίζα2

Λίζα α3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τέσσερα: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 13 Μαρτίου, 2017

Απόδοση στα Ελληνικά του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι.16

Ο ΓΙΟΣ

Σε είδα από την πόρτα της κουζίνας

είχες τον άσπρο αυχένα ενός γέρου

και είχε πάρει του κενού σου το σουλούπι

το πανωφόρι που στην είσοδο κρεμόταν.

Γύρω παλιές φωτογραφίες

κι ημερολόγια ετών που δεν υπάρχουν

-ναι, ζούμε μερικές φορές

σε χρόνια που ολότελα έχουν λήξει.

Σκυμμένος στο τραπέζι της κουζίνας

τα μπράτσα σου κλειστά και σταυρωμένα

σα να ‘θελες  την οικουμένη όλη

σφιχτά να την κρατήσεις να μη φύγει.

Μετρώντας τις σχισμές στο μουσαμά.

Ξεροκέφαλε

Πατέρα.

*

Θα ήθελα να μη μετρώ ορόφους

καθώς βυθίζεται αργά ο ανελκυστήρας

στα ισόγεια βάθη

αυτού του άσχημου κτιρίου

Ούτε να ανασαίνω μ’ ανακούφιση

καθώς αφήνω πίσω πια

αυτούς τους ξεφτισμένους τοίχους

Να ’μαι κοντά σου θα ‘θελα.

Μα δεν μπορώ.

*

Τα κύματα με παίρνουν και με πάνε

-έξω- σ’ ωκεανό κατάφωτο.

Εκεί όπου βροντάνε καταρρέοντας  

οι καταρράχτες

σε αίθουσες με βιντεοπαιχνίδια

πάλλονται κινητήρες, φτάνουνε αχοί από μακριά

Japan Redondo Seattle

λάμψεις, αστέρια, μπόνους, νέα όπλα,

σενάρια Mortal Kombat

όπως δεν έχεις δει ποτέ, ούτε στα όνειρά σου.

*

Το βλέμμα της

έρχεται και μ’ αρπάζει

μέσα απ’ αρώματα και διαφημίσεις ψεύτρες.

Η αντανάκλασή της στην βιτρίνα

τα χέρια της καθώς κινούνται

φτιάχνοντας τα πακέτα

να συσκευάζουν λακ για εύθυμους φασίστες

για τα δαιμόνια τζελ,

σπρέι για τις νεράιδες

και μυρωδιές που έρχονται από ‘κεί όπου γιορτάζουν

βαλσαμωμένοι πεζοναύτες

Μπάρμπι σε αποσύνθεση

αρτίστες τους κακούς που προσποιούνται 

τενόροι που το παίζουν ευεργέτες

σε μία πολυθρόνα πεθαμένοι

εδώ κι αιώνες

στου Motel Bates

το τελευταίο πάνω πάτωμα.

*

Όμως αποτελούμε, εγώ κι εκείνη

σύννεφο δίδυμο

κι αχτύπητο της κίνησης ζευγάρι.

Κάτω από ήλιο κίτρινο, φτιαγμένο από νέον

που κατακαίει τους δρόμους.

Εκεί όπου ο έμπορας αρέσκεται 

να σε φωνάζει ¨αδελφό¨

χάπια, αμφεταμίνες, πρόζακ, ξίφη,

εκεί δίνω τις μάχες μου εγώ και τραγουδώ

μπορείς πατέρα να μ’ ακούσεις;

*

Εσύ που με προστάτεψες βρυχώμενος

όταν πρωτοφοβήθηκα το θάνατο

και δίπλα μου ξαγρύπνησες στον πυρετό μου.

Εσύ που έξω απ’ το σχολείο δίσταζες

να μπεις μέσα μαζί μου ή όχι

κι από του φράχτη τις τσουκνίδες μ’ έβλεπες

να παίζω μπάλα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης.

Εσύ π’ ακόμη ψάχνεις για ψωμί και γάλα

γέρος, χωρίς δουλειά

σκυφτός, τραυματισμένος, ακτήμονας, ατζέκος

πώς θα μπορέσω να σου πω ότι μεθάω

μ’ αυτό που ίσως εσένα σε σκοτώνει

την πόλη και τα ερπετά της

τον γίγαντα του Φεγγαριού που απόψε

θα κάψει όλες τις στέγες

και λέει, αύριο θα την δεις την πιο ωραία

εκείνη που την ομορφιά της περιφέρει

σαν κάτι που το λαχταράς,

σαν ένα όνομα,

σαν κάτι τι

που είναι αναγκαίο.

***

2850-old_toys_590_b

Γιος 1

Γιος βββ2

Γιος γ3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τρία: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2017

Εδώ παρακάτω, η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά του τρίτου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Εδώ μιλάει η Μάνα και απευθύνεται σε μας τους άλλους και στον Πατέρα.

ceaccf84ceb9cf84cebbcebf2

Η ΜΗΤΕΡΑ

Εκεί που τώρα ζω

μοιάζει με αμμουδιά ερημωμένη

μ’ αμμόλοφους και μ’ άγρια χορτάρια

ορίζοντα τα κύματα δεν έχουν

κι αλλάζουν ολοένα φως και χρώμα

όπως υπαγορεύουνε τα νέφη.

Δεν έχουμε, εμείς οι πεθαμένοι

ούτε σκοτάδι μήτε φως μηδέ Ημέρες

*

Συχνά μπορώ από ‘δω να σας διακρίνω

πέρα, απ’ της θάλασσας την άλλη όχθη

προσμένω μια σκιά, μία φωνή

τις φράσεις και τα γράμματά σας

τα κατασκοπεύω

και σαν ένα κερί ή ένας γάτος

με ένα φύσημα σας δείχνω την αράδα

που λέει για μένα.

*

Αλλά εδώ είναι ο τόπος μου ο νέος

και δεν μου επιτρέπεται ένα νεύμα

να σας γιατρέψω.

Μόνο κείνο το φύσημα

τ’ ανάλαφρο

σαν μια φωνή ερωτευμένη

σαν ένα κάλεσμα πίσω απ’ τον τοίχο

ή πέρα από το φράχτη με τα ρόδα

ενός πουλιού μυστήριο τραγούδι.

*

Περίμενα έξω απ’ το μπαρ

δε μ’ είδες

με δύναμη και με οργή μιλούσες

γι αγώνες και για δίκιο.

Με είδες και μου γέλασες

Άργησα, δεν κατάλαβαν  μου είπες.

Δεν πειράζει.

Στο λόφο πήγαινέ με ν’ ανασάνω.

Να πηδηχτούμε.

Να δούμε από ψηλά

τον τόπο της ζωής μας.

*

Κει κάτω, σταυρωμένος στην κουζίνα

είσαι ακόμη όπως σ’ αγαπούσα

αήττητος, περήφανος, δικός μου

ν’ ακούσεις δε μπορείς, μα στο φωνάζω.

16

*

LA MADRE

μάναα1

Μάνα α2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος δύο: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2017

(Από το ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ του Στέφανου Μπένι. Πρώτη κίνηση. Η απόδοση του δεύτερου μονόλογου)

16

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Έτσι στέκομαι εγώ: εσταυρωμένος

πάνω σ’ απόγευμα καθημερνό

όρθιος μπροστά στην άβυσσο

του τραπεζιού της κουζίνας με τ’ άπλυτα πιάτα

-έχουν κι αυτά δροσοσταλίδες-

να σκέφτομαι πως άλλο πια δεν πάει

ορθός να στέκω απέναντι στον άνεμο του πόνου

*

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

το λιγδερό γαλάκτωμα  που ρέει απ’ το ταβάνι

τον βρόντο, τη θερμότητα που ‘ρχεται απ’ τις πρέσες

τραγούδα μου το Κόκκινο,

του Αδέκαστου το Πράσινο

σακατεμένους σύντροφους

ομάδα περιφρούρησης στο χιόνι

και τις γροθιές που φάγαμε και δώσαμε

τραγούδα μου το φάκελο που γράφει

πως απ’ αυτό είσαι ελεύθερος

και πως για αυτό είσαι γέρος.

*

Τραγούδα μου τις μέρες

χωρίς αρχή, χωρίς σκοπό

και πες μου ποιο είναι τ’ Όνομα

που πρέπει να επικαλεστώ;

Έτυχε άραγε ο Θεός να μπει σε σουπερμάρκετ;

να ‘χει τα μάτια χαμηλά και κέρματα στη τσέπη

να ψάχνει γάλα -το φτηνό-

για τον μοναδικό του γιο, τον πεινασμένο;

Ξέρει ο Θεός το ντοματάκι σε κονσέρβα πόσο κάνει;

Έμεινε άραγε άνεργος για χρόνια;

Ξέρει ο Θεός τα κέρματα στη τσέπη να μετράει

σα να ξανάγινε παιδί;

Όχι αυτό δεν το επιτρέπει ο Θεός,

το θέλει μόνο

μέσα στην Ιερή την Κούρασή του.

*

Έτσι τον συναντάμε επιτέλους τον Πατέρα

στο πέρασμα με το ετοιμοθάνατο χαμόγελο

του κοριτσιού στο ταμείο

ύστερα από δεκάωρη εργασία.

Πένθιμα φώτα από νέον, στην ουρά,

διαλέγοντας απορρυπαντικά, να πλύνει στον Αιώνα

αυτά που θα λερώσουμε και θα ξαναφορέσουμε

νύφης φορέματα,  στολές  δολοφόνων

τα παλαιά πουκάμισα, τα ένδοξα μανικέτια

και μια φανέλα αθλητική, πράσινη, της θαλάσσης.

Αμίλητος με κοίταζε ο γιος μου

τη μακρινή εκείνη μέρα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

για τον πατέρα του περήφανος.

Τον ίδιο τον πατέρα του που τώρα

θέλει ο Θεός να σέρνεται

στου σουπερμάρκετ την ουρά

δίπλα στους γέρους με τα χαρτιά υγείας

και παραδίπλα, μια κυρία, ανήσυχη, ν’ ακούει το σκυλάκι

που δέσμιο σ’ ένα στύλο κλαψουρίζει

-υιός βουβός και ευσεβής που πάντα ίδιος μένει.

Ανάμεσα σε νέους που φιλιούνται

και ξεβουλώνουν μπύρες

και μία άλλη, αναποφάσιστη, κυρία

που έχει πολύ κρέας στο καρότσι  :

φαρμακερές γελάδες / κοτόπουλα απ’ τους πόλους / κόκαλα βροντοσαύρου.

*

Εγώ,

που το στερνό κουδούνισμα γνωρίζω του ταμείου

καθώς το βράδυ πέφτει χάφτοντας πεπρωμένα

Σου αγόρασα το γάλα που ξέρω πως σ’ αρέσει

μια πλάκα σοκολάτα μ’ ένα δωράκι μέσα

made in China.

Για τα τσιγάρα, κέρματα δεν περισσέψαν

μα δεν πειράζει λέω, δεν πειράζει.

*

Κι ενώ  ο Θεός κοιμάται πάνω σε νέφη μολυσμένα

κι ενώ στο έρμο γήπεδο μια μπάλα αναπηδάει

σελήνη μόνη και ηχηρή, φτιαγμένη από κουρέλια,

στου σουπερμάρκετ την αυλή ξεχύνεται ένα βόδι

σε εφιάλτη είδε ότι το σφάζουν

κι ο φόβος που το τυραννά, είναι που με ξυπνάει.

1

IL PADRE

Π12

Π2

Πας1

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μελοποιημένα ποιήματα

Posted by vnottas στο 9 Μαρτίου, 2017

…του Νίκου από τον Σπύρο Αρσένη – 15 του Μάρτη στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, στην Αθήνα (Λ. Συγγρού 143 Νέα Σμύρνη)

xanthismata_afisa

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει

Posted by vnottas στο 8 Μαρτίου, 2017

Δεκαετία του ’80. Νύχτα. Ένας πατέρας, άνεργος εργάτης, νιώθει κακό προαίσθημα και παίρνει τους δρόμους. Καταλήγει σε μια αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών την ώρα που γίνεται ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σ’ έναν μπράβο-κίλερ και μια ομάδα μικροκακοποιών. Ο κίλερ πυροβολεί στα στραβά και ο πατέρας, που μπαίνει ανάμεσα για να προφυλάξει το γιό του, πεθαίνει.

Ο Στέφανο Μπένι (κατά την γνώμη μου ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς της γειτονικής Ιταλίας) διαβάζει στις εφημερίδες τη (μικρή) είδηση για το επεισόδιο, εμπνέεται και αποφασίζει να το καταγράψει σε στίχους. Προκύπτει έτσι το Μπλουζ σε Δεκάξι (στροφές).

*

Χτες το βράδυ δεν κλείναν τα μάτια μου. Παίρνω ένα βιβλίο (Η καθημερινή ζωή στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια) από εκείνα που έχω σωρεύσει για την τεκμηρίωση του (γνωστού στους επισκέπτες του Ιστολογοφόρου) ιστορικού μυθιστορήματος και προσπαθώ να το διαβάσω (αποκοιμιστικά), αλλά δε τα καταφέρνω γιατί (δε ξέρω αν φταίει η συγγραφέας ή η μετάφραση, μάλλον και τα δύο) είναι τόσο κακογραμμένο που μου ανεβάζει την αδρεναλίνη.

Σηκώνομαι και ψάχνω κάτι άλλο. Βρίσκω το μικρό τευχάκι με το ¨Μπλούζ¨. Το έχω φέρει επιστρέφοντας από την Ιταλία, δε θυμάμαι πότε, αλλά έχει τρυπώσει ανάμεσα σε άλλα ευτραφέστερα βιβλία και μου έχει διαφύγει.

Αρχίζω να το διαβάζω και κολλάω. Ο Μπένι γράφει ποίηση χωρίς μεγαλόσχημες λέξεις. Ποίηση συναρπαστική και (μου φαίνεται) μεταφράσιμη. Λέω να αποπειραθώ την απόδοση στα ελληνικά καναδυό στροφών. Ξενυχτάω χωρίς παράπονα και γκρίνιες.

Το Μπλούζ έχει οκτώ χαρακτήρες που μονολογούν δυο φορές ο καθένας: ο τυφλός Μάντης, ο Πατέρας, η Μάνα, ο Γιος, η Λίζα, η Πόλη (αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών), ο Κίλερ και η Νεκροκεφαλή.

16

(Πρώτη κίνηση)

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Δε ξέρω με ποιο θαύμα και με ποιο σχέδιο βάση 

κλαδί – κλαδί το δέντρο μεγαλώνει

παίρνοντας ουρανό

ούτε ξέρω γιατί

τα παιδικά μου μάτια σας κοιτάζουν τώρα

μέσα από το πρόσωπο ενός γέρου.

Ίσως να ξέρω πότε ο κόσμος θα τελειώσει

και πότε ήταν ο παλμός του ο πρώτος.

Μα δε γνωρίζω

τον Γιό με τον Πατέρα τι ενώνει,

και τι τον Γιό με το Κορίτσι

των Αρωμάτων

και τι εκείνη με το Δολοφόνο,

με τη Νεκροκεφαλή

και με τον Raiden τον Φωτεινό

και τι μετέωρους στο σύρμα τους κρατάει όλους

ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία μέρα

ετούτης της πολύτιμης ζωής τους.

*

Μπορώ να ξέρω πότε θα πεθάνω:

θα ’ναι μία μέρα σαν όλες τις άλλες,

αλλά γιατί να νιώθω τέτοια λύπη

για κάθε αλλουνού το τέλος, δεν το ξέρω.

Γιατί -δεν ξέρω- ένα παιδάκι σα κι εμένα

στα δέντρα της αυλής χαρίζει ονόματα

και με φανταστικούς μιλάει φίλους

ενώ στρατιές ολόκληρες κινάνε

και τους νεκρούς φασκιώνουν με σεντόνια.

Αυτό δεν το γνωρίζω και ματώνω.

*

Εγώ δεν είναι πως την πόλη τη φοβάμαι

ούτε τις χίλιες δυο φωνές της,

γιατί έχω μάθει ανάμεσα τους να διακρίνω

εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ τα μάτια δε μπορώ να κλείνω

για νά ‘ρθουν οι ιστορίες μοναχές τους

να μ’ ανταμώσουν σαν αρώματα του κήπου

ή όπως του δέντρου το κλωνάρι

από μακριά τραβάει πίσωθέ του το ποτάμι.

Βάτραχοι, γρύλοι, και καπνοί από καμινάδες

μαζί με παλιοσίδερα βρεγμένα απ’ το φεγγάρι

πλήθη που φίσκα γέμισαν τους δρόμους

κι έπειτα κοιμηθήκαν μοναχά τους

τυφλότητα που τα όνειρα ανάβει

ανυπεράσπιστη η καρδιά, το μυστικό ανθίζει.

*

Εγώ που νέους νόμους δεν γυρεύω

που, όμως, την ψυχή μου την ακούω.

Εγώ βλέπω

-έναν άντρα, έτοιμος καθώς είναι να σκοτώσει,

-έναν που ψάχνει για δουλειά,

-έναν ερωτευμένο, 

-ένα κορίτσι αγέρωχο

-μια μαριονέτα από φως πάνω σε μια οθόνη 

-κι απάνω σ’ ένα μπράτσο χαραγμένη

μια νεκροκεφαλή,

-και, ακόμη, μια γυναίκα

στην όχθη μίας θάλασσας,

διάφανης τόσο, που κανείς

στα ίσια να κοιτάξει δεν αντέχει.

*

Εγώ, τυφλός και γέρος, βλέπω

τα πεπρωμένα γύρω να σαλεύουν

κι αισθάνομαι σα φύλλο  π’ αιωρείται

καθώς το σύμπαν ένα-ένα καταρρέει

μέσ’ στο τρεμάμενό μου το ποτήρι.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δεν βλέπω

κι όπου εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

*

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

προλέγω εγώ πως η ελπίδα αγγίζει

ζωές που πάλι πάλλονται 

δονούνται, ξαναζούνε,

όπως το ψάρι που ξανά

στη θάλασσα επιστρέφει.

***

Μπένι α 1

Μπένι α 2

Μπένι β 2

STEFANO-BENNI

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έκτο: Λίγο παρακάτω…

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Triremi

6. Λίγο παρακάτω…

Στην κεντρική προκυμαία του λιμανιού, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου ο Παλαμήδης, ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης τα λένε καταναλώνοντας αρακομεζέδες, τα πράγματα εξελίσσονται ως εξής: Ο Μένης και ο Εύελπις, χωρίς τους εθιμοτυπικούς πλεονασμούς που απαιτεί το αξίωμα του πρώτου και συνοδευμένοι μόνον από δύο φρουρούς, έχουν φτάσει στα πλοία των Καρχηδονίων εμπόρων και έχουν ζητήσει να μιλήσουν με τον επικεφαλής.

Οι ναύτες τους οδηγούν σε ένα μικρό αλλά καλοεξοπλισμένο σκάφος, από εκείνα που συνοδεύουν τα στρογγυλά φορτηγά πλοία, -το οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, είναι η έδρα του αρχηγού της αποστολής- αλλά, ¨θα πρέπει να έχουν την καλοσύνη να περιμένουν λίγο¨, γιατί ο επικεφαλής ¨βρίσκεται αυτή τη στιγμή στις αποθήκες του λιμανιού και επιβλέπει την αγορά των τελευταίων προμηθειών για το επικείμενο  ταξίδι επιστροφής¨. Στέλνουν να τον ειδοποιήσουν  και εκείνος, ένας βραχύσωμος αλλά γεροδεμένος  άνδρας με σκαμμένο πρόσωπο, καταφτάνει λίγο αργότερα μαζί μ’ έναν ντόπιο προύχοντα, έναν απ’ εκείνους που είχαν επισκεφτεί χτες τον Μένη.

Ο Καρχηδόνιος και ο Τύριος υποκλίνονται με τον βαθύ ανατολίτικο τρόπο και εκφράζουν τη χαρά τους για την επίσκεψη. Ο γηγενής διευκρινίζει ότι βοηθούσε τον Καρχηδόνιο στις αγορές των εφοδίων και ότι τον συνόδεψε ως εδώ προκειμένου να χρησιμέψει ως μεταφραστής.

Ο Εύελπις ρωτάει απ’ ευθείας: προς τι αυτό το ενδιαφέρον; Προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την προσφορά βοήθειας που του φαίνεται τόσο απροσδόκητη όσο και περίεργη.

«Τίποτα το παράξενο», απαντά ο επικεφαλής των εμπόρων και ένα είδος χαμόγελου χαράζει το κάτω μέρος του προσώπου του, «δεν είναι για μας κάτι το δύσκολο: η Αθήνα βρίσκεται στη ρότα μας κι έτσι κι αλλιώς θα προσεγγίσουμε το λιμάνι του Πειραιά, όπου  σκοπεύουμε να ανταλλάξουμε ορισμένα απ’ τα εμπορεύματα που φορτώσαμε εδώ, με άλλα, καταλληλότερα για την αγορά της Καρχηδόνας. Χώρος για λίγες δεκάδες επιβάτες υπάρχει στα πλοία, μόνο που, εάν συμφωνήσουμε, θα πρέπει να φροντίσετε για τα επιπλέον τρόφιμα που θα χρειαστούν».

Ο Εύελπις θέλει επίσης να μάθει τα ανταλλάγματα που θα πρέπει να καταβάλει η ελληνική διοίκηση για αυτή την εξυπηρέτηση. Ο Καρχηδόνιος γίνεται πιο διπλωματικός και προσπαθεί να εξηγήσει  ότι, για την πόλη του, η εξακολούθηση των εμπορικών ανταλλαγών με την μητρόπολη Τύρο είναι σημαντική, και ελπίζει πως μια χειρονομία καλής θέλησης από μέρους τους θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων σχέσεων με τη νέα διοίκηση της πόλης. Επί πλέον, τα λογικά κόμιστρα που ζητούν, σίγουρα θα αποσβέσουν μέρος των εξόδων αυτού του εμπορικού ταξιδιού.

Ο Μένης και ο Εύελπις ανταλλάσσουν βλέμματα που δείχνουν ότι δεν έχουν πλήρως πεισθεί για την σκοπιμότητα της προσφοράς και μετά ο Μεγαρέας λέει στον επικεφαλής ότι θα έχει μια απάντηση μέχρι τη δύση του ήλιου. Εκείνος ξαναυποκλείνεται και παρακαλεί ταπεινοφρόνως να μην υπάρξει καθυστέρηση, γιατί από τη μεριά τους είναι έτοιμοι για τον απόπλου και οι οιωνοί προβλέπουν ότι οι ευνοϊκοί άνεμοι δεν πρόκειται να κρατήσουν πολύ.

images (19)

*

Πάντα στην προκυμαία της Τύρου, λίγο παραπάνω αυτή τη φορά, ο Παλαμήδης σηκώνεται όρθιος απότομα.

«Μα τα κακομούτσουνα δαιμόνια, ξεχάστηκα», λέει. «Όμως τώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Δε μένει παρά να προμηθευτώ καναδυό πιο ευπαρουσίαστα ιμάτια. Πρέπει να παρουσιαστώ στις Αρχές και να αναφέρω τα όσα συνέβησαν». Κάνει νόημα στον σερβιτόρο να ‘ρθει να πληρωθεί. Ο Οινοκράτης για μια στιγμή σκέφτεται να προτείνει να πληρώσει εκείνος, αφού ο Παλαμήδης διαθέτει μόνο ό, τι του απέφερε το κρυμμένο δακτυλίδι κι έχει να κάνει και ψώνια,  αλλά επειδή γνωρίζει πια αρκετά καλά τους ηπειρωτικούς Έλληνες, δεν το διακινδυνεύει. Ξέρει ότι ο Αθηναίος ευπατρίδης σίγουρα θα προσβληθεί∙ τον βοήθησαν ανυστερόβουλα και γι αυτό τα πίνει τώρα μαζί τους και τους εξομολογείται τις περιπέτειές του, αλλά όχι και να τον κεράσουν αυτοί. Αυτό σηκώνει έως και χειροδικία!

Αυτά σκέφτεται ο Σικελός και δε λέει τίποτα, παρά μόνο δείχνει προς τα παραλιακά καταστήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν κάμποσα που ξεχωρίζουν από τα χρωματιστά υφαντά, ρουχισμό και στρωσίδια, που κρέμονται μπροστά από τους πάγκους τους.

Έτσι, λίγο αργότερα οι τρεις τους, ο βετεράνος πολεμιστής περιβεβλημένος από μια αστραφτερή καινούργια πορφυρή χλαμύδα και εκατέρωθεν οι δύο επικουρικοί, περπατούν και πάλι με βήμα ταχύ και αισιόδοξο στην πλακόστρωτη προκυμαία, με κατεύθυνση, αυτή τη φορά, προς το κεντρικό της τμήμα, εκεί όπου καταλήγει κάθετα η κεντρική οδός με τα κυβερνητικά κτίρια.

images (18)

Ξαφνικά ο Παλαμήδης ακινητοποιείται.

«Αυτό το πλοίο!» λέει.

«Ποιο;» ρωτάει ο Οινοκράτης που βρίσκεται ήδη δυο βήματα μπροστά και σταματάει κι αυτός.

«Πιποίον;» ρωτάει και ο Χοντρόης, γιατί θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Αυτό», δείχνει ο Παλαμήδης

«Α, αυτό, είναι ένα από τα συνοδευτικά πλοία μιας καρχηδονικής εμπορικής αποστολής. Και το διπλανό επίσης, καθώς και εκείνα τα δύο στο βάθος, τα στρογγυλά, που μεταφέρουν τα εμπορεύματα», εξηγεί ο ενημερωμένος Οινοκράτης.

«Όχι». λέει κοφτά ο Πολεμιστής. «Αυτό το πλοίο είναι εκείνο από το οποίο ξέφυγα τις προάλλες. Το αναγνωρίζω από το στράβωμα της κουπαστής. Σε αυτή την κόγχη είχα ακινητοποιηθεί προτού βουτήξω στη θάλασσα. Σκεφτόμουν ότι η ζωή μου μπορεί και να τελείωνε εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έβλεπα τι υπήρχε γύρω μου. Κοιτούσα με μεγάλη προσοχή. Έψαχνα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάτι τι που θα με βοηθούσε να ανατρέψω την κατάσταση».  

Σκέφτεται για μια στιγμή και προσθέτει κτυπώντας τον μέσο δάκτυλο πάνω στη βάση του αντίχειρα σε ένδειξη ξαφνικής κατανόησης: «Είναι μαζί με τα δύο εμπορικά είπες; Επομένως είναι ένα από τα πέντε πλοία: τα δύο φορτηγά και τα τρία συνοδευτικά που είδα, από τον λόφο, να αφήνουν τον άγνωστο στόλο και να κατευθύνονται νότια».

Οι επόμενες (και παρεπόμενες) εικασίες καταφτάνουν -αλυσιδωτές- αμέσως μετά:

«Άρα έχουν έρθει για να δουν τι κατάσταση επικρατεί στην πόλη», λέει το Παλαμήδης.

«Για ανίχνευση, δηλαδή για κατασκοπία», διαπιστώνει και ο ειδήμων πλέον Οινοκράτης.

«Και προσποιούνται ότι είναι έμποροι!»

«Ενώ οι υπόλοιποι ετοιμάζονται για εισβολή!»

«Προφανώς συνεννοημένοι με κάποιους από τους ντόπιους».

«Μα βέβαια η Τύρος είναι η μητρόπολη των Καρχηδονίων και η Καρχηδόνα έχει γίνει πια μεγάλη δύναμη. Κάτι ξέρουμε και εμείς οι Συρακούσιοι γι αυτό», λέει ο Οινοκράτης. Και συμπληρώνει: «Απ’ ότι άκουσα, αυτοί εδώ έχουν δηλώσει ότι φεύγουν αύριο. Άρα, αν αποτελούν το Δούρειο ίππο του στόλου που είδες, το συμπέρασμα είναι ότι η εισβολή θα γίνει…»

«Κατά την σήμερον εσπεπεπέραν ή εν τη προποσεχή νυκτί!»  αποφαίνεται και ο Χοντρόης γιατί, όπως είπαμε, θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Στο Αρχηγείο λοιπόν! Φτερά στα ποδάρια μας», εισηγείται ο Οινοκράτης, ωθώντας την  πλάτη του Παλαμήδη και τραβώντας ταυτόχρονα πίσω του τον κυκλικό Πέρση.

navigare il mediterraneo

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Καθώς το υλικό λιγοστεύει (και οι συνειρμοί ανακατεύονται…)

Posted by vnottas στο 4 Μαρτίου, 2017

1861

 

Ετυμολογικό

Ηχεί κουδουνιστά η πορσελάνη

χωρίς να ανακαλεί τίποτα

απ’ το μικρό γουρούνι

που κρύβει μέσα της

dscn2153

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Υπαρξιακό

Posted by vnottas στο 27 Φεβρουαρίου, 2017

γράφει ο Νϊκος Μοσχοβάκος

xionia

ΝΕΚΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Χιονίζει πάνω από τη Νεκρά Θάλασσα

χορός ασυλλόγιστων νιφάδων στα μαύρα νερά της

χορός θανάτου μες στην απελπισία της μνήμης

κουφάρια λέξεων που τα πηγαινοφέρνει ο άνεμος

κι ένα χλωμό φεγγάρι ταξιδεύει τρομαγμένο

χωρίς να φαίνεται στων υδάτων την επιφάνεια

αφού ο καθρέφτης τους σκουριασμένος

αστίλβωτος χρόνια τώρα μένει.

.

Φυσάει εξοντωτικά πάνω από την Νεκρά Θάλασσα

φύκια σάβανα ερώτων βράχοι μνήματα αγαπημένων

καταπάνω τους σπάνε φρικιασμένα κύματα

κι άμμος γκρίζα που σαλεύει μοιρολατρικά

πότε εμπρός πότε πίσω με των νερών τη φορά

μέσα σε μια ιαμβική μέθη βουών και ήχων

απεγνωσμένο ρέκβιεμ απώλειας ονείρων.

.

Βροντά κι αστράφτει πάνω από τη Νεκρά Θάλασσα

όμως εγώ καλπάζω στις ακτές της

καβάλα στο ξανθό μου άλογο

καλπάζω μέσα σε ανεμοθύελλα λόγων

προσέχοντας μην πλησιάσω και βραχώ

από αρμύρα αφανισμού

μη νιώσω του χαμού την ανατριχίλα.

.

Καλπάζω και μάχομαι χωρίς νόημα ίσως

όμως υπάρχω ναι υπάρχω ακόμα

έστω κι αν δίπλα μου η θάλασσα

νεκρή θα μείνει για πάντα.

moon-and-clouds

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Θαύματα!

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2017

Δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

article_15019

ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΟΨΙΑΣ

 

Είχε δύσει από ώρα ο ήλιος

«οψίας δε γενομένης»

ξεχύθηκε το πλήθος των πεινασμένων κολυμβητών

στην άδεια παραλία

προσπέρασε όμως ακατάδεκτα

τους πέντε μουλιασμένους άρτους

και τα δυο ψαράκια

που είχε ξεβράσει η θάλασσα.

Τότε σε είδα χαμογελαστό

να κάνεις αθόρυβα το θαύμα σου

το πλήθος των κολυμβητών

σε επευφημούσε ξέφρενα

με τρόπο υπέροχο.

Ωστόσο κάποιος αμετροεπής

σε παρότρυνε μ’ αφροσύνη:

μην τσιγκουνεύεσαι

μιας και κάνεις το καλό

κέρασέ μας και λίγο κρασί

σαν κι εκείνο του γάμου της Κανά.

Δεν θυμάμαι αν αποκρίθηκες

όμως γνωρίζω πια

πως γενομένης νυκτός

το ποίημά σου είχε αποτέλεσμα θαύματος.

_-________-_____-_______-_-________

ΦΥΣΗΞΕ

 

Στο μικρό βάζο πορσελάνης

ήταν χαραγμένο προσεκτικά

ένα τόσο δα γαλάζιο φύλλο ροδακινιάς

κι όπως θαύμαζα τη δεξιοτεχνία

του δημιουργού

φύσηξε ελαφρό αεράκι

και το μικρό βάζο

έμεινε ολόγυμνο

λευκή πορσελάνη της αποκάλυψης

μέσα σε πλήρη άπνοια.

images-15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στους μυθικούς καιρούς

Posted by vnottas στο 8 Φεβρουαρίου, 2017

ΧΩΡΙΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΟ

 Από τον Νίκο Μοσχοβάκο

maskofagamemnon

Φυσάει πουνέντες στον Αργίτικο κάμπο

η Κλυταιμνήστρα αργεί πάλι

ίσως να έμαθε την αλήθεια από τον Νέστορα

μπορεί η Χρυσηίδα να ομολόγησε.

Μα πως κατάντησα εγώ

κοτζάμ Αρχιστράτηγος των Αχαιών

να στέκομαι στο κατώφλι

και να αγναντεύω με αγωνία

πότε θα επιστρέψει η Κλυταιμνήστρα.

Δεν φαντάζομαι να συναντήθηκε

πάλι με τον αχρείο Αίγισθο

ούτε να μηχανορραφεί

πίσω απ’ την πλάτη μου

όπως ευρέως διαδίδεται

για να μ’ εξοντώσει.

Ανησυχώ όμως καθώς το έχει ρίξει στο ποτό

τελευταία μάλιστα το παράκανε

έξω από ουίσκι που συνήθιζε

έμαθε το τζιν και την τεκίλα

μ’ αυτόν τον ρυθμό είναι βέβαιο

πως θα καταλήξει αλκοολική

και τι θα πει τάχα μου ο κόσμος;

Ο Ορέστης κι η Ηλέκτρα

θα μου ζητήσουν σίγουρα ευθύνες

πρέπει λοιπόν δίχως άλλο

το γρηγορότερο να τη συνδράμω

να μην κατρακυλήσει παρακάτω

ώστε κι αν ακόμα τολμήσει

να διαπράξει αυτό που φημολογείται

να μην έχει κανένα

απολύτως ελαφρυντικό.

images-17

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο. Ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο

Όπου ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

 hqdefault

Ο ήλιος έχει ξεσκαλώσει από τις κορυφές των βουνών κι έχει ανεβεί ψηλά πάνω από το λιμάνι της Τύρου. Το φως του αντανακλάται τώρα έντονο πάνω στην ανατολική πλευρά των άσπρων κτισμάτων του νησιού. Στη δυτική τους πλευρά οι σκιές έχουν πια κοντύνει, αλλά υπάρχουν τριγύρω δέντρα και χρωματιστές τέντες που  φτιάχνουν σκιερά καταφύγια. Σε αυτές τις δροσερές νησίδες οι κυλικειούχοι και οι εστιάτορες της παραλίας έχουν τοποθετήσει πάγκους και τραπέζια για τους μεσημεριανούς τους πελάτες. 

Σε ένα από αυτά τα τραπέζια, στο κέντρο της προκυμαίας, απέναντι στα αραγμένα πλοία και την έντονα κυανή θάλασσα, είναι τώρα καθισμένος ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης, πλαισιωμένος από τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Στο κέντρο της τάβλας, μία  λήκυθος με άρακ (αφού το κρασί που διαθέτει το μαγαζί μοιάζει περισσότερο με ξύδι) και μία  με νερό για το αραίωμα, προμηθεύουν τις κύλικες των συμποτών που κάνουν τις πρώτες ευχητήριες σπονδές περιμένοντας τους θαλασσινούς μεζέδες που έχουν ήδη παραγγείλει.

«Όπως σας είπα, το ξεκίνημά μας ήταν ομαλό», λέει ο Παλαμήδης που απ’ ό, τι φαίνεται η επίθεση που υπέστη δεν του έχει κόψει τη διάθεση να αφηγηθεί τις περιπέτειές του. «Η χερσαία κάθοδος από τα Σούσα ίσαμε την εσωτερική θάλασσα δεν έκρυβε παγίδες και βρισκόμασταν όλοι, αυτοί που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και οι τραυματίες σαν κι εμένα, σε μια κατάσταση ευχάριστης διέγερσης. Μια διέγερση φτιαγμένη από το άλγος του νόστου ανακατεμένο με το όραμα της επανόδου στην πατρίδα, που δε θα αργούσε να υλοποιηθεί. Το είχαμε πάρει πια απόφαση ότι για μας η εκστρατεία τελείωσε και χαιρόμασταν που ήμασταν ζωντανοί και νικητές.

mom-aggeio

Μερικοί από εμάς, είχαν ρευστοποιήσει τα λάφυρα που τους αντιστοιχούσαν και το αντίτιμο, μαζί με τους εξοικονομημένους μισθούς, τα είχαν δώσει σε έγκριτους εκπροσώπους των μεγάλων ιερών ταμείων, προσθέτοντας και μια γενναιόδωρη προσφορά  προς τις  προστάτιδες θεότητες. Έτσι δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν παρά το έγγραφο, υπογραμμένο από αξιόπιστους μάρτυρες, το οποίο πιστοποιούσε την κατάθεση και θα εξασφάλιζε την ανάληψη αντίστοιχου ποσού νομισμάτων στους Δελφούς ή στη Δήλο ή στην Ολυμπία… Μαζί τους είχαν μόνον τον οπλισμό και τα απολύτως απαραίτητα για το ταξίδι.

Ακόμη κι εγώ, παρά το ότι αντιπαθώ τους αργυραμοιβούς και τους τραπεζίτες, άφησα τελικά ένα τμήμα της αμοιβής μου στον εκπρόσωπο του ταμείου του Ιερού Παρθενώνα -τον εμπιστεύτηκα γιατί τον ήξερα από παλιά, ήταν ένας παιδικός μου φίλος από το Φάληρο. Ύστερα αγόρασα έναν ημίονο και έναν γεροδεμένο αχθοφόρο για να διευκολύνουν την μεταφορά των υπόλοιπων πραγμάτων μου. Και οι δυο τα κατάφεραν μια χαρά στη στεριανή διαδρομή. 

Όλα λοιπόν πήγαν καλά μέχρι την Τύρο.

Αλλά κι εδώ δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες: η μοίρα του στόλου που θα μας οδηγούσε πίσω στην πατρίδα ήταν ήδη παρούσα στον λιμένα και η ιδέα του θαλάσσιου ταξιδιού κάθε άλλο παρά μας τρόμαζε. Η θάλασσα, να το ξέρετε, τρομάζει ελάχιστους Έλληνες, κι αυτούς συνήθως απ’ εκείνους που κατάγονται από τις μεσόγειες περιοχές».

Ο Οινοκράτης έδειξε ότι συμφωνεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.

images-32

«Πρώτος ενδιάμεσος σταθμός μας θα ήταν η Μεγαλόνησος της Αφροδίτης», συνέχισε ο Παλαμήδης. «Ξέραμε ότι εκεί είχαν καταπλεύσει και άλλοι οπλίτες που επιστρέφουν από την ασιατική εκστρατεία. Από εκεί, με ενισχυμένη ναυτική συνοδεία, θα διασχίζαμε διαγώνια το Πέλαγος του Αιγαία,  ως την Αττική Γη.

Όμως κάναμε λάθος, ίσως εξ αιτίας της  παραπανίσιας αισιοδοξίας μας.

Ήταν το πρωί της τρίτης μόλις μέρας του ταξιδιού και παραπλέαμε την ασιατική ακτή με πρόθεση να στρίψουμε προς τα  δυτικά μόλις θα φτάναμε στο σημείο όπου το ακροδάκτυλο της Κύπρου απέχει το λιγότερο από την Ασία, όταν μας επιτέθηκαν.

Τη προηγούμενη νύχτα είχαμε δειπνήσει και διανυκτερεύσει σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο ναυτικής στήριξης και ανεφοδιασμού, φτιαγμένο πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλιότερου ελληνικού ¨εμπορίου¨[1] και ίσως και να είχαμε λίγο υπερβάλει σε ευθυμία και σε σπονδές. Βλέπετε, ο αυλητής της μοιραρχίδας δεν ήταν μόνο καλός στο να δίνει ρυθμό στους ερέτες, ήταν καλός και στα νοσταλγικά τραγούδια… Άσε που μαζί με τους  τυμπανιστές των άλλων πλοίων κατάφερνε να παίξει μουσικούς ρυθμούς που σου γαργαλούσαν τις πατούσες.

Όμως, αυτό το -μετά χορών και ασμάτων- αυτοσχέδιο γλέντι εκείνης της νύχτας, δεν εμπόδισε τον Μοίραρχο να βάλει τις σάλπιγγες να μας ξυπνήσουν τ’ άγρια χαράματα για την επανεπιβίβαση. Ξεκινήσαμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε και εντελώς ξύπνιοι, όταν, μέσα στο ημίφως της πρωινής ομίχλης, πίσω από ένα γειτονικό ακρωτήρι ξεπρόβαλαν ξαφνικά τα πειρατικά.  

images-37

Με άλλα λόγια, στην αρχή τουλάχιστον, μας αιφνιδίασαν.  Και μην πάει ο νους σας σε τίποτα μικρές ακάτους με ερασιτέχνες πειρατές από τις γύρω παραλίες, όχι, αυτά που ξεπρόβαλαν μέσα απ’ την ομίχλη ήταν -σας το λέει κάποιος που ξέρει από θάλασσα- κάτι παράξενα στην όψη, αλλά καλοεξοπλισμένα πλοία με ύπουλα έμβολα και ναύτες έμπειρους στις μανούβρες.

Εγώ βρισκόμουν σε ένα από τα σκάφη που έπλεαν στα πρόσω της νηοπομπής, που πάει να πει στο πρώτο που προσπάθησαν να εμβολίσουν οι πειρατές. Ο εμβολισμός απέτυχε, αλλά το πειρατικό πλοίο κατάφερε να πλευρίσει το δικό μας και οι ναύτες του έριξαν γάντζους και επιχείρησαν ρεσάλτο βγάζοντας ακατανόητες κραυγές και βρυχηθμούς.

Ωστόσο, πλήρωμα και επιβάτες, παρά τον αιφνιδιασμό, καταφέραμε να συνταχθούμε και αντισταθήκαμε γενναία. Ίσως και λίγο παραπάνω απ’ ό, τι έπρεπε.

Αυτό το λέω κάνοντας κριτική στον εαυτό μου, γιατί ήμουν εκείνος που έχοντας εξουδετερώσει έναν θηριώδη μαυριδερό που πήδησε πάνω μου κραδαίνοντας μια κυρτή σπάθα, θεώρησα καλό να εμπιστευτώ τα κουρασμένα μου κόκαλα και να πηδήσω με τη σειρά μου πάνω στο κατάστρωμα του πειρατικού. Λάθος μου. Γιατί στο μεταξύ ένα κύμα ή ένα σπρώξιμο από τα συγκρουόμενα σκάφη ώθησε το πλοίο των πειρατών προς τα πίσω χωρίζοντάς το από το δικό μας.

Εν τω μεταξύ, τα αθηναϊκά σκάφη που ακολουθούσαν, συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση και όλα έδειχναν ότι θα ακολουθήσει μακελειό.

images-36

Παρακαλούσα τους Ουράνιους και τους Ενάλιους θεούς, ό, τι είναι να γίνει να γίνει γρήγορα, γιατί από μόνος μου, καθώς ήμουν στριμωγμένος με τη πλάτη στη κουπαστή του ξένου πλοίου και με τους μαυριδερούς να με τριγυρίζουν απειλητικά, είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να τη βγάλω καθαρή.

Και οι θεοί με άκουσαν!

Τώρα θα πρέπει να σας πω ότι εάν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που συνέβαιναν, θα έπρεπε να είχα ήδη απορήσει που δεν έλεγε να ξημερώσει. Πράγματι, αντί η γκριζάδα να διαλυθεί και να πάρει να φωτίζει, το σκοτάδι είχε γίνει βαθύτερο. Η αιτία ήταν κάτι χοντρά νέφη – μελανίες που κατέβηκαν και πήραν τη θέση της ομίχλης. Ακολούθησαν αστροπελέκια και βροντές και, καθώς κάποιος από τους ασκούς του Αιόλου λύθηκε ξαφνικά εκεί κοντά, ένα ανατρεπτικό ρεύμα βροχής και αέρα πήρε να μαστιγώνει και να ταρακουνάει τα ανισόρροπα πλοία.

images-39

Δεν μου έμεναν πολλές επιλογές. Κατέβασα τη σπάθα με την οποία κρατούσα τους πειρατές σε μια κάποια απόσταση, την έφερα στα πλευρά μου και κατάφερα με μία μόνη κίνηση να κόψω τα λουριά με τα οποία, λίγο πριν την συμπλοκή, είχα προλάβει να δέσω πάνω μου έναν βαρύ ορειχάλκινο θώρακά. Ύστερα λύγισα λίγο τα γόνατά και μετά τα τέντωσα με όλη μου τη δύναμη. Αυτά, ως εκ θαύματος, ανταποκρίθηκαν! Έτσι πέτυχα να τιναχτώ πάνω από τη κουπαστή και, γέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω όσο μπορούσα, έκανα μια ανάποδη βουτιά, κατευθείαν στη φουσκωμένη θάλασσα.

Στο φώς των αστραπών είδα τα πλοία μας να απομακρύνονται.  Δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω τι ακριβώς γινόταν. Ήταν ο ξαφνικός ανεμοστρόβιλος που τα έσπρωχνε ή προτίμησαν να υποχωρήσουν κρίνοντας ότι ο εχθρός προς το παρόν υπερτερούσε; Περίμενα μια νέα δέσμη κεραυνών για να εντοπίσω από ποια πλευρά μου βρισκόταν η στεριά και κολύμπησα προς τα ‘κει.

«Και ύστερα;» ρώτησε ο Οινοκράτης, συνεπαρμένος από την αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι έσπρωχνε το σαγόνι του Χοντρόη, έτσι ώστε να το στόμα του να πάψει να χάσκει ορθάνοιχτο.

%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

«Ήμουν εξαντλημένος όταν έφτασα στην ακτή. Ευτυχώς αυτή η -όπως και να το κάνουμε, σωτήρια- καταιγίδα τέλειωσε σύντομα, ο ουρανός ξαστέρωσε και ο ήλιος με ζέστανε και με στέγνωσε. Πριν να φτάσει για τα καλά το μεσημέρι, συνήλθα.

Πλοία δεν φαίνονταν πια στον ορίζοντα. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα, όχι πολύ μακριά απ’ το σημείο που βρισκόμουν, έναν παραθαλάσσιο λόφο που θα μπορούσε να μου δώσει καλύτερη οπτική. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει, και σκαρφάλωσα ως την κορυφή του. Είδα δυο τουλάχιστον σημαντικά πράγματα …»

Ο Παλαμήδης σταμάτησε την αφήγηση, αφενός για να πάρει μια βαθειά ανάσα και αφετέρου γιατί έκρινε ότι η παύση θα όξυνε κι άλλο το ενδιαφέρον των ακροατών του, που έτσι κι αλλιώς τον παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι. 

«Τι;» ρώτησε ο Οινοκράτης.

«Οια η εκείθεν θεωρία;» αναρωτήθηκε κι  ο Χοντρόης, ξανανοίγοντας τα σαγόνια του.

images-24

Ο Παλαμήδης κατάπιε μια γερή γουλιά άρακ. «Πρώτα απ’ όλα, κοιτάζοντας προς τα νότια έψαξα για το μικρό ναύσταθμο όπου είχαμε αγκυροβολήσει την προηγούμενη νύχτα, αλλά δεν τον είδα. Πρέπει να είχαμε απομακρυνθεί περισσότερο από όσο νόμιζα. Ωστόσο, λίγο παρακάτω. είδα κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση των πιο άμεσων προβλημάτων μου. Δηλαδή, έναν μικρό οικισμό ψαράδων, όπου θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια στο όνομα του Ξένιου Δία, που ήμουν σίγουρος ότι θα πρέπει να ‘χει περάσει από εδώ και ότι οι παραινέσεις του θα είναι γνωστές στους περίοικους…»

«Ήταν;»

«Όχι και τόσο. Αλλά μη βιάζεσαι Σικελέ, περίμενε να σου τα πω με τη σειρά. Γιατί το άλλο που είδα από ψηλά ήταν σημαντικότερο από το ψαροχώρι».

«Δηλαδή;»

«Πίσω από το λόφο, σε έναν μικρό όρμο που σχηματιζόταν εκεί, ήταν στριμωγμένος ένας ολόκληρος στόλος. Ήταν τα παράξενα πλοία που μας επιτέθηκαν χτες. Δεν είχαν αναρτημένα εμβλήματα και δε μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια εθνότητα ανήκαν. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν πειρατές, όπως νόμιζα μέχρι τότε. Ήταν πολλοί και πολύ οργανωμένοι για να είναι ληστές της θάλασσας».

«Λοιπόν;»

«Δεν έμεινα πολύ στο λόφο γιατί είδα ότι είχαν τοποθετήσει σκοπιές στα ψηλά σημεία γύρω από τον όρμο, ίσως και στο ύψωμα όπου ήμουν σκαρφαλωμένος, και ήταν πιθανότατο να με εντοπίσουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν υποχωρήσω προσεκτικά προς τις καλαμιές της ακτής πρόλαβα να δω μια μικρή ομάδα πλοίων να αποσπάται από την αγκυροβολημένη αρμάδα και να κατευθύνεται νότια. Μου έκανε εντύπωση ότι δύο τουλάχιστον από αυτά έμοιαζαν κοντόχοντρα εμπορικά σκάφη».

«Είδον σε; Ουκ είδον σε;» ανησύχησε ο Χοντρόης.

«Δε με είδαν. Κρυμμένος ανάμεσα στα καλάμια ακολούθησα μια ρεματιά που κατευθυνόταν προς το χωριό.  Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί δεν ήταν διόλου απίθανο οι ψαράδες να είναι ενημερωμένοι για την άφιξη του παράξενου στόλου εκεί κοντά, ακόμη και να είναι υποστηρικτές ή σύμμαχοι των δήθεν πειρατών. Όμως δε πρόλαβα να το καλοσκεφτώ, γιατί με ανακάλυψαν κάτι πιτσιρικάδες, που τριγύριζαν στο ρέμα παίζοντας πόλεμο, οπλισμένοι με τόξα και ψευτο-βέλη από καλάμι. Τους άφησα λοιπόν να με πιάσουν τάχα ¨αιχμάλωτο¨ και να με οδηγήσουν στο χωριό.

images-30

Οι ντόπιοι, παράτησαν τα δίχτυα που διόρθωναν και μαζεύτηκαν γύρω μου. Ευτυχώς δεν φαίνεται να είχαν επαφές με τους ¨πειρατές¨ ή να γνώριζαν την παρουσία τους στην ακτή. Αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι οι τάχα πειρατές είχαν φτάσει εκεί πολύ πρόσφατα… ίσως μόλις τη χθεσινή νύχτα.

Οι ψαράδες, μιλούσαν μια ντόπια διάλεκτο γεμάτη με δασέα φωνήεντα, αλλά μερικοί μασούσαν και λίγα ελληνικά. Στην αρχή με πέρασαν για άμαθο ναυαγό, προϊόν της χθεσινής καταιγίδας και άρχισαν να παζαρεύουν τη βοήθειά που τους ζήτησα. Είχαν σκοπό να με βάλουν να τους κάνω διάφορα θελήματα πριν μου δώσουν τα απαραίτητα. Όταν όμως κατάλαβαν ότι ήμουν ¨Γιουνάν¨ και ότι ήξερα πως κάπου παρακάτω υπάρχει ελληνικό ναυτικό φυλάκιο, έγιναν ιδιαίτερα, ίσως υπερβολικά, εξυπηρετικοί. Εγώ πάλι, βιαζόμουν να φτάσω στον μικρό ναύσταθμο και από εκεί εδώ στη Τύρο και δεν έδωσα πολλή σημασία  στη συμπεριφορά τους.

Για να μη σας τα πολυλογώ, μου έδωσαν το ένα από τα δύο μουλάρια που διέθετε ο οικισμός τους, καθώς και δύο πεζούς συνοδούς για να με οδηγήσουν ως τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Όμως…»

Έφτασε ένας ντόπιος σερβιτόρος κρατώντας με ακροβατική επιδεξιότητα άφθονα μικρά πινάκια με θαλασσομεζέδες και τα άπλωσε πάνω στην τάβλα.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

«Εν τούτοις;» ρώτησε ο Χοντρόης.

«Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο φυλάκιο που είχε ήδη φανεί στην ακτή στα δεξιά μας, κατέφτασαν καβάλα  πάνω σε έναν ασθμαίνοντα ημίονο (προφανώς τον δεύτερο που διέθετε το χωριό) δύο ακόμη νεαροί, οπλισμένοι με μακριά αιχμηρά κοντάρια. Οι δύο τύποι, αφού μας προσπέρασαν, μας έκοψαν το δρόμο και πήραν παράμερα τους συνοδούς μου. Άρχισαν λοιπόν, που λέτε, να τους μιλάνε έντονα στην περίεργη χασματική γλώσσα τους .

Ψυλλιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Προφανώς οι ψαράδες είχαν αλλάξει γνώμη. Για να επιβεβαιώσω εγκαίρως αυτή μου την υποψία υπήρχε μόνον ένας τρόπος.

«Σας ευχαριστώ και να υγιαίνετε», τους είπα, χτύπησα με τα πόδια μου τα πλευρά του μουλαριού μου  και  τράβηξα τα ηνία προς τα αριστερά, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση και να αρχίσει να τρέχει. Καθώς το μουλάρι μου έστριβε, πλησίασε στο μουλάρι των ψαράδων κι έτσι επωφελήθηκα και του έδωσα ένα γερό λάκτισμα στα καπούλια. Έτσι, ενώ εγώ έτρεχα προς τη μία μεριά (δυστυχώς τη λανθασμένη γιατί απομακρυνόμουν από το φυλάκιο), άρχισε κι αυτό να τρέχει προς την άλλη κατεύθυνση παίρνοντας μαζί του και τον έναν από τους δύο νεοφερμένους ψαράδες, που ήταν ακόμα καβάλα απάνω του».

«Λοιπόν τους ξέφυγες τελικά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλλά μου είχαν κόψει το δρόμο προς τον μικρό ναύσταθμο …και αισθανόμουν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει το κυνήγι. Έτσι δε μου έμενε άλλο παρά να συνεχίσω την πορεία προς το νότο, εγκαταλείποντας όμως τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Σιδώνα προς την Τύρο και ακολουθώντας μικρά και άβολα παράπλευρα μονοπάτια που με δυσκόλευαν και με καθυστερούσαν.

Κατάφερα να φτάσω στην παλιά Τύρο σήμερα το πρωί. Αισθάνθηκα ανακούφιση όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε ηρεμία και ότι ο στόλος-φάντασμα δεν είχε επιτεθεί στις εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής ακτής ούτε απέναντι, στη Νέα Τύρο. Λίγο αργότερα, μια μικρή βάρκα με μετέφερε εδώ, στο νησί».

«Και στα εσωτερικά σοκάκια όπου σε συναντήσαμε, πώς βρέθηκες;» απόρησε ο Οινοκράτης

myth_adis

Ο Παλαμήδης τράβηξε το σκαμνί του προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα, με μια εμφαντική κίνηση των γεροδεμένων του χεριών, τού έδειξε τα σκισμένα και σκονισμένα του ρούχα.

«Εσύ που, αν θυμάμαι καλά, έχεις ζήσει στην Αθήνα και δε μπορεί παρά  να ξέρεις τα στοιχειώδη από κοσμιότητα, για πες μου: πιστεύεις ότι ένας αθηναίος ευπατρίδης, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικών φρονημάτων όπως εγώ, μπορεί να παρουσιαστεί σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στους τοπικούς άρχοντες; Όχι βεβαίως!

Πρέπει οπωσδήποτε να δω τις αρχές και να τις ενημερώσω για όσα συνέβησαν, αλλά πριν συμβεί αυτό, θεώρησα καλό να ανακτήσω, όχι μόνο τις στοιχειώδεις δυνάμεις μου, αλλά και την προσωπική μου αξιοπρεπή εμφάνιση.  Βέβαια δεν είχα πια απάνω μου τίποτα εκτός από ένα δαχτυλίδι, κρυμμένο -για κάθε ενδεχόμενο- μέσα σ’ αυτήν εδώ την πλατιά δερμάτινη ζώνη  κι έτσι, μόλις έφτασα στο νησί έψαξα να βρω κάποιον ενεχυροδανειστή. Βρήκα έναν εκεί ακριβώς που με βρήκατε. Πήρα μερικά χρήματα, μόνο που δεν πρόλαβα να προμηθευτώ τον κατάλληλο ιματισμό, γιατί μου επιτέθηκαν τα ζόρικα παλικάρια που είδατε…»

¨Αχ, αυτοί οι αθηναίοι και η μανία τους για το φαίνεσθαι… αλλά και για την κοσμιότητα…¨,  σκέφτηκε ο Οινοκράτης με μια μικρή δόση νοσταλγίας για την εξεζητημένη ατμόσφαιρα της Πόλης των Αθηνών.

images-26

……

[1] Εμπόρια, δηλαδή εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανταλλαγών των ελλήνων ¨εμπόρων¨ με τους γηγενείς κατοίκους, υπήρχαν κατά μήκος των ακτών σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Εύξεινο πόντο, ήδη αιώνες πριν από τους χρόνους κατά τους οποίους διαδραματίζεται η αφήγησή μας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Οι ήρωές μου γκρινιάζουν…

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

 

img16_1

…Καθώς τους έχω αφήσει (για καναδυό μήνες) ακινητοποιημένους και μετέωρους, είναι στεναχωρημένοι, και με το δίκιο τους. Και διαμαρτύρονται. Τους έκοψα πάνω στο τσακ, ενώ όλα έδειχναν ότι επέκειντο (μυθιστορηματικές) εξελίξεις που (φυσικά) τους αφορούσαν άμεσα και ασχολήθηκα με άλλα.

Εντάξει, δεν είχα πρόθεση ούτε να τους υποτιμήσω ούτε, πολύ περισσότερο, να τους διαγράψω εντελώς. Αλλά, κάτι οι γιορτές, κάτι το μικρό υπέροχο πλασματάκι που αναφάνηκε σαγηνευτικό και διεκδικητικό στον οικογενειακό ορίζοντα, ο χρόνος και η διάθεσή μου αναπροσανατολίστηκαν.

Τώρα που επανασυνδέομαι με τα παλαιότερα, έχω την εντύπωση πως μου κρατάνε μούτρα.  Έχουν εσπευσμένη ανάγκη από δράση, πλοκή, ψυχολογική εμβάθυνση, αληθοφανή κοινωνική ένταξη, χώρια η πάγια απαίτηση των τύπων αυτού του είδους για ιστορική τεκμηρίωση.

Επομένως τους καθησυχάζω: η περιπέτεια συγγραφής ξαναρχίζει από εκεί ακριβώς που σταμάτησε. Αν δε κάνω λάθος (τρόπος του λέγειν – δεν κάνω) είμαστε στο σημείο που ο νεαρός λόγιος Εύελπις από τα Μέγαρα, επικεφαλής της ομάδας που συνοδεύει  τα αγάλματα των τυραννοκτόνων πίσω στην Αθήνα, βρίσκεται προς το παρόν μπλοκαρισμένος στην Τύρο, γιατί τα πλοία με τα οποία θα συνεχίσει το ταξίδι προς την ισχυρότερη πόλη των Ιώνων, καθυστερούν.

Όπου να ‘ναι θα τον ξεμπλοκάρω. Πρέπει να φτάσει έγκαιρα  στον προορισμό του γιατί εκεί τον περιμένουν σημαντικές συναντήσεις με επιφανή πρόσωπα, καθώς και μια άκρως ενδιαφέρουσα δίκη με πολιτικές προεκτάσεις και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ο Εύελπις σε αυτή τη φάση δρα προσπαθώντας να ξεπεράσει τον (όχι πλέον πλατωνικό) έρωτά του για την (επιτηρούμενη από τους Μακεδόνες) αθηναία εταίρα Θαίδα. Μαζί του ο πιστός Οινοκράτης και ο Χοντρόης, ο παχουλός Πέρσης με τα ιδιόμορφα ελληνικά.

Όλα αυτά ενώ μπαίνει το καλοκαίρι του 330 πΧ, μιας χρονιάς που θα αποδειχτεί αποφασιστική για το μέλλον της εκστρατείας και για τη μορφή που θα πάρει η μελλοντική αυτοκρατορία, πράγμα που οι ήρωές μου αγνοούν ή, το πολύ, οι πιο ενορατικοί από αυτούς απλώς διαισθάνονται.

images-74

 

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο τέταρτο. Στο λιμάνι της Τύρου

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Μέρος Ε΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Στο λιμάνι της Τύρου

Ο Οινοκράτης είναι πολύ ευχαριστημένος που ο Εύελπις του επέτρεψε να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Χοντρόη. Ο πολυπράγμονας σικελός και ο  ολοστρόγγυλος γλωσσομαθής (;) πέρσης έχουν πλέον ¨δέσει¨ μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού κυκλοφορούν αχώριστοι, όπου πάει ο ένας πάει κι ο άλλος. Έτσι και σήμερα κόβουν μαζί βόλτες, κάτω από τον πρωινό ζεστό ήλιο, στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού της Τύρου, εκείνου που ¨βλέπει προς την Σιδώνα¨.  

Περπατούν ή κοντοστέκονται σχολιάζοντας τις εξωτικές ενδυμασίες των εμπόρων και των ναυτικών που κυκλοφορούν εκεί, χαζεύουν τα παράξενα σκαριά των πλοίων των νότιων εσωτερικών θαλασσών και -κυρίως- αγναντεύουν την είσοδο του λιμανιού, όπου θα πρέπει -αργά ή γρήγορα- να φανούν επιτέλους τα αθηναϊκά πλοία με τα οποία θα συνεχιστεί το ταξίδι τους  προς την Πόλη της Παλλάδας.

Αυτά τα πλοία έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα και ο Εύελπις, οι πρέσβεις και η υπόλοιπη ομάδα των ταξιδιωτών ανησυχεί. Ο Οινοκράτης όχι τόσο. Μετά τις αρχικές του επιφυλάξεις, έχει τελικά αποφασίσει να απολαύσει το ταξίδι χωρίς να επιτρέψει σε αναποδιές, δυσθυμίες και πλεοναστικές ανησυχίες να χαλάσουν αυτή την ¨αποφασισμένη¨ καλή του διάθεση. Πολύ περισσότερο που, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής στην Τύρο, οι φιλοξενία που τους επιφυλάσσει η τοπική διοίκηση είναι άψογη και μάλιστα η περιποίηση αφορά σε όλα τα μέλη της αποστολής, ακόμη και τα επικουρικά, προσφέροντάς τους έτσι κάποιον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο για βόλτες και περιηγήσεις.

images-25

Ο Οινοκράτης εισπνέει μια γερή δόση θαλασσινού αέρα, πράγμα που ενισχύει την πρωινή αισιοδοξία του.

«Εν τάξει», λέει, «έχουνε γούστο όλοι αυτοί οι παράταιροι εδώ πέρα». Ύστερα αλλάζει θέμα: «Είναι περίεργο, αλλά η ατμόσφαιρα μου θυμίζει κάπως, όχι τόσο τον Πειραιά, όσο μάλλον την βαβούρα του λιμανιού των Συρακουσών. Ξέρεις Χοντρόη πως η πόλη που γεννήθηκα είναι κι αυτή χτισμένη πάνω σε ένα νησάκι, δίπλα στη στεριά όπως αυτό εδώ;…» Κοντοστέκεται… «Όμως, πριν συνεχίσουμε τον περίπατο, τι θα έλεγες να δοκιμάσουμε τι τρώνε για πρωινό οι ντόπιοι;… Απ’ ό, τι θυμάμαι έχει πολλά εστιατόρια στα στενά πίσω απ’ την προκυμαία».

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τον αφράτο κύλινδρο που χρησιμοποιεί ως δεξί χέρι και δείχνει προς τα δυτικά, εκεί όπου η ευδιάκριτη οριζόντια γραμμή ξεχωρίζει τη θάλασσα από τον πρωινό ουρανό.

«Όρα ω Οίνον Εκράτα… Στίγματα τινά εν τω ορίζοντι ενεφάνησαν. Νήες δε ταύτα έσονται ει απαπαπατώμαι ουκ. Δοκείς ταύτα έσοιντο οιτινα ημείς αναμένομεν;

«Χοντρόη, μου φαίνεται ότι δε ξέρεις τίποτα από μεγάλα λιμάνια. Στα μεγάλα λιμάνια μπαινοβγαίνουν συνεχώς πλοία. Μικρά και μεγάλα. Πάντως αυτά που μου δείχνεις είναι πολύ μακριά. Μπορεί να στρίψουν προς τα εδώ, μπορεί και να συνεχίσουν για παρακάτω. Θα δούμε. Αλλά μέχρι να γίνει αντιληπτή η πορεία τους έχουμε καιρό… Προλαβαίνουμε να κάνουμε έναν γύρο στα πέριξ. Άντε πάμε», αποφασίζει ο Συρακούσιος και στρίβει εγκαταλείποντας την προκυμαία και παρασύροντας μαζί του τον Πέρση προς τα ενδότερα.

21010707-antica-nave-da-guerra-romana-archivio-fotografico

Στα εσωτερικά σοκάκια υπάρχουν πολυποίκιλα εμπορικά καταστήματα, εργαστήρια και βέβαια πολυάριθμοι χώροι εστίασης όπου οι γηγενείς και οι διερχόμενοι μπορούν να βρουν ό, τι χρειάζεται για να καταλαγιάσουν την πείνα και την δίψα τους.

Τα στενά, δεν είναι ακόμη φίσκα γεμάτα κόσμο, πράγμα που θα συμβεί σίγουρα λίγο αργότερα, όταν η ημέρα θα ωριμάσει, αλλά είναι ήδη γεμάτα από γαργαλιστικές μυρουδιές, καθώς τα εστιατόρια αρχίζουν την παρασκευή των μεσημεριανών εδεσμάτων.

Οι οσμές αυτές ασκούν ισχυρή έλξη στους δύο περιηγητές, οι οποίοι προτού επιλέξουν που θα καθίσουν, θέλουν να επιθεωρήσουν τις πολυάριθμες προσφορές κι έτσι, προχωρώντας από τσίκνα (τηγανιτή) σε τσίκνα (ψητή), απομακρύνονται βαθμηδόν από τα πιο πολυσύχναστα εξωτερικά δρομάκια, σε άλλα, πιο απομακρυσμένα, πιο εξωτικά και εδώ που τα λέμε πιο επικίνδυνα μέρη του λιμανιού.

Έχουν μόλις μπει σε ένα περίεργο στενό, σκοτεινό, καλυμμένο με υφασμάτινο στέγαστρο, από όπου αναδύεται έντονη μυρουδιά ανατολίτικων καρυκευμάτων, όταν ο Οινοκράτης σταματάει απότομα και αρπάζοντας το μανίκι του Χοντρόη  τον εμποδίζει κι αυτόν να προχωρήσει. Και καθώς μια  ερωτηματική έκφραση απλώνεται στο πρόσωπο του Ασιάτη, ο Οινοκράτης του κάνει νόημα να  μην κάνει θόρυβο, αλλά να προσέξει την αντήχηση από τους μεταλλικούς ήχους που προέρχονται από το βάθος του σκιερού στενού. Ο Χοντρόης απαντάει στην νοηματική την οποία κατέχει εξ ίσου καλά με την γλώσσα των Δαναών, ότι εντάξει, κατάλαβε ότι οι ήχοι συμπεριλαμβάνουν τις κλαγγές διασταυρούμενων (αγρίως) σπαθιών.

Και καθώς η έμφυτη περιέργεια (εξ ίσου καλά εγκατεστημένη και στους δύο), υπερτερεί της απαιτούμενης σωφροσύνης, οι δύο φίλοι προχωρούν προσεκτικά στο εσωτερικό του σκιερού στενού για να δουν τι τρέχει και προς τι αυτός ο σαματάς. Μια δυο στροφές παρακάτω θα χρειαστεί να σκύψουν για να αποφύγουν μερικά ιπτάμενα αντικείμενα που, αμέσως μετά, βλέπουν πως εκτοξεύονται από έναν αμυνόμενο άνδρα, ο οποίος στριμωγμένος δίπλα στον πάγκο ενός ¨τραπεζίτη¨ (προφανώς ειδικευμένου σε ¨σκοτεινές συναλλαγές¨ μια που έχει εγκατασταθεί ακριβώς στο βάθος του σκιερού στενού), προσπαθεί να αποκρούσει μια ομάδα από τρεις – τέσσερεις μικρόσωμους, πλην όμως γεροδεμένους νεαρούς, οπλισμένους με μαχαίρια και κοντά σπαθιά. Ό ίδιος χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα επίσης κοντό ξίφος, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τους επιτιθέμενους πετώντας εναντίον τους ό, τι μπορεί από τις πλάκες αργίλου και τα αγαλματίδια που βρίσκονται πάνω στον πάγκο. Ο ιδιοκτήτης του τραπεζιού δεν είναι ορατός αυτή τη στιγμή, αλλά μάλλον είναι αυτός που ακούγεται να στριγγλίζει απελπισμένα κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα υφασμάτινα παραπετάσματα του καταστήματος.

polyeres

Ο Οινοκράτης δε μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του αμυνόμενου, αλλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι το μη συνηθισμένο στον τρόπο που κινείται. Το εντοπίζει. Τίποτα το εξαιρετικά ανακόλουθο: ο αμυνόμενος είναι αριστερόχειρας. Όμως αυτή η παρατήρηση βάζει σε κίνηση μια σειρά συνειρμούς που οδηγούν τον οξυδερκή Σικελό σε μια άμεση (παρεμβατική) απόφαση.  Κάνει νόημα στον Πέρση, δείχνοντάς του μια σειρά από μεγάλα τηγάνια που τυχαίνει να είναι κρεμασμένα (προς πώληση) ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος αντιλαμβάνεται και (ευτυχώς) αποφεύγει να σχολιάσει την υπονοούμενη παρότρυνση.

Παίρνουν λοιπόν ανά χείρας από ένα βαρύ σιδηρούν τηγάνι έκαστος.

Εκείνο που θα αλλάξει την πορεία της σύγκρουσης στο απομακρυσμένο σκιερό στενό, δεν είναι βέβαια το ότι στην πλευρά του αμυνόμενου αριστερόχειρα προστέθηκαν δύο τηγανοφόροι, όσο το ότι αυτό συνέβη αρκούντως ξαφνικά και απροσδόκητα και κυρίως στο ότι η μη αναμενόμενη εμπλοκή τους προέρχεται από τις πλάτες των επιτιθέμενων.    Και έτσι (τοιουτοτρόπως) μερικές καλοζυγιασμένες τηγανιές αρκούν για να αποτραπεί η επίθεση των νεαρών, όσοι από τους οποίους δεν βυθίζονται άμεσα σε καρουμπαλοφόρα κώματα, αποχωρούν επισπευσμένα  προς άγνωστους προορισμούς.

«Εσάς κάπου σας έχω ξαναδεί…» είναι τα πρώτα λόγια του διασωθέντος προς τους αναπάντεχους, αν όχι σωτήρες, τουλάχιστον ενισχυτές και απρόσμενους συμπαραστάτες του.

«Ημείς παπαρομοίως»,  επιβεβαιώνει ο Χοντρόης.

«Μόνο που δε περιμέναμε να σε συναντήσουμε εδώ», συμπληρώνει ο Οινοκράτης.

«Μάλλον εν ταις Αθήναις, το πιπιθανότερον…» διευκρινίζει ο κυκλικός Ανατολίτης

Ο αριστερόχειρας πολεμιστής τους κοιτάζει προσεκτικότερα, από κοντά.

«Μα ναι, μα ναι, οι απεσταλμένοι της Θαίδας στα Σούσα», θυμάται ξαφνικά.

«Όχι ακριβώς αυτοί, αλλά εκείνοι που τους συνόδευαν. Και εσύ επομένως -είχα δίκιο- είσαι ο τραυματίας πολεμιστής, ο Παλαμήδης ο Αθηναίος. Δε σε αναγνώρισα αμέσως, αλλά θυμόμουν ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και αυτό ήταν η βασική αιτία που επέστρεφες στην Ελλάδα. Μου ήρθε στο νου καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που αντιμετώπιζες τους ληστές. Το εξάσκησες βλέπω μια χαρά το ευώνυμο… Μα καλά, δε θα έπρεπε να είσαι ήδη στην Αθήνα…;»

«Πάμε να σας προσφέρω από μια κύλικα οίνο κεκραμένο, και θα σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του ταξιδιού μου ως εδώ. Μόνο ας πάμε προς ένα πιο πολυσύχναστο μέρος γιατί εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά και δε ξέρει κανείς από πού πρέπει να φυλαχτεί…» είπε ο πολεμιστής μαζεύοντας τα όπλα και τον ταξιδιωτικό του σάκο.

images-23

Εν τω μεταξύ, το ίδιο εκείνο πρωί, στο βαρύρρυθμο διοικητικό Μέγαρο που κυριαρχεί στην πλατεία του Αγηνορείου, ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα και ο λόγιος Εύελπις ο Μεγαρεύς, συζητούν προσπαθώντας να βρουν μια λύση που θα επιτρέψει τη συνέχιση του ταξιδιού των κειμηλίων και της ομάδας που τα συνοδεύει προς την πατρίδα τους: το περίφημο, αλλά ακόμη μακρινό Ένδοξο (κλεινόν) Άστυ των Αθηνών. Τα πλοία που θα μεταφέρουν τους χάλκινους ¨τυραννοκτόνους¨ και την συνοδεία τους, αν και θα έπρεπε να είναι ήδη εδώ, ακόμη καθυστερούν με τρόπο ανεξήγητο και δυσοίωνο.

«Όχι, δεν υπάρχουν ακόμη νέα από τη έκτακτη Μοίρα του στόλου που περιμένουμε», επαναλαμβάνει ο Μένης θωπεύοντας αφηρημένα το κοντό κοκκινωπό του γένι.   «Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι αποτελείται από τέσσερα αθηναϊκά  πλοία που απέπλευσαν από την Κύπρο αμέσως μόλις έλαβαν το μήνυμά μας. Ξέρω επίσης ότι τα πληρώματα είναι έμπειρα και ο μοίραρχος ένας ικανός πειραιώτης ναυτικός. Έφτασαν βέβαια νέα ότι τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν καταιγίδες στην νότια εσωτερική θάλασσα. Ελπίζω η κακοθυμία του Ποσειδώνα απλά να τους καθυστερεί κι όπου να ΄ναι να καταπλεύσουν στον λιμένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η πειρατική επίθεση για την οποία σου μίλησα δεν θα ανησυχούσα καθόλου, αλλά και πάλι είμαι αισιόδοξος».

«Εάν όμως η αισιοδοξία σου, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επαληθευτεί;» ρωτάει στα ίσια ο Εύελπις. «Ξέρεις  ότι το ταξίδι μας πρέπει να ακολουθήσει ένα χρονοδιάγραμμα που δεν έχει πολλά περιθώρια υπέρβασης».  

«Μην ανησυχείς. Αν τα πλοία δεν φτάσουν έγκαιρα, η διοίκηση της Τύρου θα αναλάβει την πλήρη οργάνωση του υπόλοιπου ταξιδιού σας ως την Αθήνα. Όμως θα προτιμούσα να σας συνοδεύσουν τα αθηναϊκά πλοία, γιατί έχω φτάσει πρόσφατα εδώ και δεν είμαι σε θέση να ξέρω με απόλυτη σιγουριά σε ποιον μπορώ να έχω εμπιστοσύνη και σε ποιον όχι. Πάντως εξετάζω και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τα ντόπια πλοία».

images-22

Ο Μένης έστειλε το βλέμμα του στο μεγάλο παράθυρο κι από εκεί στον μακρινό δυτικό ορίζοντα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς τον Μεγαρέα. «Επί τη ευκαιρία ήθελα να σε ενημερώσω ότι χτες το βράδυ είχα μια απρόσμενη πρόταση σχετική με το θέμα μας…»

«Δηλαδή;» απόρησε ο Εύελπις.

«Με επισκέφτηκε μια αντιπροσωπεία από γηγενείς. Ήταν ενήμεροι για το ταξίδι σας, πράγμα άλλωστε που δεν κρατήσαμε κρυφό, μια που η επιστροφή των κειμηλίων είναι μια πράξη δικαιοσύνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται γνωστό σε όλους. Παρατήρησαν, μου είπαν, ότι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνέχιση του ταξιδιού και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν…»

«Με ποιο τρόπο;»

«Έφτασε πρόσφατα στο λιμάνι μια εμπορική νηοπομπή  από την Καρχηδόνα, ξέρεις, την ισχυρή δυτική αποικία της Τύρου με την οποία συγκρούονται συχνά οι έλληνες της Σικελίας. Σε δείγμα καλής θέλησης και εν όψει μιας ενδεχόμενης συνεργασίας μαζί μας, προσφέρονται επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, να σας μεταφέρουν εκείνοι στον Πειραιά, έναντι βέβαια μιας συμβολικής αμοιβής. Τι λές;»

«Πότε αναχωρούν;»

«Σήμερα ολοκληρώνουν την φόρτωση, μου είπαν. Από αύριο μπορούν να αποπλεύσουν».

«Εσύ τι λες;»

«Σου είπα ήδη ότι δεν γνωρίζω ακόμη καλά πόσο αξιόπιστοι είναι οι ντόπιοι. Ακόμη και οι πληροφοριοδότες μας είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη μεριά οι Καρχηδόνιοι είναι γνωστοί για την εμπορική τους πολυπραγμοσύνη, αλλά δρουν στην άπω Δύση και δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να διερευνήσουμε άμεσα τις προθέσεις τους».

  «Πόσα πλοία;»

Δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά, μικρότερα και ευέλικτα, ανάλογα με τις δικές μας τριήρεις. Υπάρχει χώρος, μου είπαν, γιατί ο όγκος των εμπορευμάτων με τα οποία επιστρέφουν είναι μικρότερος από τον όγκο εκείνων που μετέφεραν στην Τύρο από την Καρχηδόνα.

«Είναι αραγμένοι εδώ ή στο νότιο λιμένα, τον ¨Προς την Αίγυπτο¨;»

«Εδώ. Αν πας ως το παράθυρο θα διακρίνεις τα χοντρά φορτηγά στην πρώτη προκυμαία».

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κάνω μια βόλτα ως τα εκεί», απάντησε ο Εύελπις και σηκώθηκε.

«Περίμενε, θα έρθω μαζί σου», τον πρόλαβε ο Μένης, ενώ παράλληλα έκανε νόημα στους δύο φρουρούς που έστεκαν στην είσοδο της αίθουσας να τους ακολουθήσουν.

images-20

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

…και, όπου να ‘ναι, ανοίγει το Τριώδιο…

Posted by vnottas στο 25 Ιανουαρίου, 2017

dscf0537%ce%b11

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Χιόνια πολλά στη Θεσσαλονίκη…

Posted by vnottas στο 11 Ιανουαρίου, 2017

Φωτογραφίες (ως επί το πλείστον) εκ των ένδον (έξω κάνει κρύο, γλυστράει, αλλά είναι εξωπραγματικά όμορφα), παρμένες από το σύνηθες σημείο στην Πάνω Πόλη.

Πανοραμική προς τον (θολό) θαλασσινό ορίζονταimg_1949

Η επιλεγόμενη και Χουχού βέσπα ποζάρει  στην κορυφή της σκάλας αναμένοντας θερμότερες μέρες…

img_1963

και επιδεικνύοντας τα καπούλια της…

img_1%ce%b1970

Ο επιλεγόμενος και Χοντρόης που τα έβγαλε (αξιοπρεπώς) πέρα με καναδυό μπλοκαρίσματα και κάμποσα γλιστρήματα στην ξασπρισμένη ανηφόρα της Δημητρίου (πολιορκητού). Τελικά άραξε (ανακουφισμένος) κι αυτός…

img_1968

 

Κατά τα άλλα, φυτά και κάστρα επικαλυμμένα…

img_1956

img_1974

Από την κάτω μεριά η μεν Πάπια αδιαφορεί και δεν το κουνάει, ενώ η νερατζιά επιζεί αναπολώντας την Άνοιξη.

dscn2138

dscn2145-2

dscn2147-2

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Είναι γόησσα…

Posted by vnottas στο 10 Ιανουαρίου, 2017

dscf9913

 

dscn2130

%ce%bc%ce%b2

%ce%bc

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | 1 Comment »

Ψηφιακές συννεφιές, αφαιρετικά διλήμματα και μία πρόσκληση

Posted by vnottas στο 25 Νοέμβριος, 2016

img_1468%ce%b1

 

(δύο ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου)

 

ΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Είπεν ο ένας αριθμός

είμαι περιττός

και γεμάτος απόγνωση

αυτοκτόνησε.

Ο συνομιλητής του

άλλος αριθμός

αν και άρτιος

άρχισε να αισθάνεται περιττός

μες στη μοναξιά του

και δεν άργησε κι αυτός

ν’ αυτοπυροβοληθεί στον κρόταφο.

Το υπόλοιπο που έμεινε

ήταν φυσικά μηδέν.

img_1430%ce%b2

ΑΦΑΙΡΕΤΙΚΟ

Αφαιρούσε τις λέξεις,

σαν ευκόλως εννοούμενες

άλλοτε περιττές

και το ποίημα ολοένα λιγόστευε.

Κάποτε διαπίστωσε

πως είχαν μείνει δύο μόνο λέξεις

η μια ήταν αγάπη

η άλλη ανιδιοτέλεια.

Σκέφτηκε για λίγο

ποια να διαλέξει

και ενεργώντας με ιδιοτέλεια

προτίμησε την αγάπη.

.

800px-formella_18_apelle_o_la_pittura_nino_pisano_1334-1336_dettaglio_01

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο κηπουρός τ’ ουρανού

Posted by vnottas στο 10 Νοέμβριος, 2016

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

 p11

Ο εσπερινός κήπος τ’ ουρανού

γεμάτος ρίζες σύννεφα

που σα νυχτώσει

οπωροφόρα δένδρα θ’ ανθίσουν

αμέτρητα φεγγοβόλα άστρα

και στη μέση ένα πορτοκάλι

το φεγγάρι θα κυλήσει

μέχρι τις όχθες του Ιορδάνη ποταμού.

Κι ως αποσώσει το σκοτάδι

τριανταφυλλιές θα γεμίσουν

τον ορίζοντα της αυγής

με το ρόδινο χρώμα τους

μέχρι να πεταχτεί κατάξανθος ο ήλιος

ζωοδότης κηπουρός του γαλάζιου

με το αινιγματικό του μειδίαμα

αδιάφορος για τον καιρό που φεύγει.

Δεν έχει αρχή και τέλος αυτή η παράσταση

ακόμα κι οι συννεφιές

θρέφουν τα όνειρα και τις ελπίδες

στον αείρροο κήπο τ’ ουρανού.

%cf%89%cf%89

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο τρίτο: Καθ’ οδόν…

Posted by vnottas στο 4 Νοέμβριος, 2016

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Γ΄ του Μακεδόνα (μετάφραση ευανάγνωστων τμήματων)

images%ce%b1-6

[…]  Τα χάλκινα αγάλματα των τυραννοκτόνων συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην ειδικά μεταποιημένη αρμάμαξα, ύστερα από μια σύντομη τελετή που έγινε στο προαύλιο του θησαυροφυλακίου των Σούσων.

Στην τελετή αυτή, εκτός από τους δύο αθηναίους πρέσβεις -τον Ηλιόδωρο το γιο του Κίμωνα και τον Αθήναιο του Φωκίωνα, που κατέφτασαν επειγόντως στα Σούσα για να συμμετάσχουν στην αποστολή- παρέστη, υποβοηθούμενος από τον Ακαρνάνα  γιατρό Φίλιππο, ο Καλλισθένης ο ίδιος.  Εκφώνησε μάλιστα ένα σύντομο λογύδριο, που μας έκανε να αισθανθούμε όλοι συγκινημένοι.

Όπως είπε, η Ιστορία, στην ύφανση των νημάτων της οποίας συμμετέχουμε, δεν είναι μια απλή παράθεση ετερόκλητων γεγονότων, αλλά κάτι με εσωτερική συνέπεια και -κυρίως- κάτι που εμπεριέχει κανόνες δικαιοσύνης, άρα νόημα και ελπίδα. Η επιστροφή των κειμηλίων στους Αθηναίους είναι μια πράξη με την οποία καταφανώς η Ιστορία απονέμει δικαιοσύνη. Εμείς, με το ταξίδι που θα ξεκινούσε την επαύριο, θα είχαμε την τιμή να ολοκληρώσουμε την πράξη αυτή. […]

 […]Το ταξίδι της μεταφοράς των αγαλμάτων των Τυραννοκτόνων προκειμένου να επιστραφούν στους Αθηναίους, διεξήχθη, κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες ή ανεπιθύμητα απρόοπτα.

Για να αποδώσουμε τα των Θεών -δηλαδή εκείνα που δεν εξαρτιόνται από τις δικές μας προσπάθειες- στους Θεούς, θα πρέπει να πούμε ότι ο Νεφεληγερέτης φρόντισε ώστε ο ουρανός να είναι ως επί το πλείστον καθαρός, η θερμοκρασία ανεκτή και οι άνεμοι όχι και τόσο ισχυροί ώστε να μας δημιουργήσουν προβλήματα όταν διασχίζαμε τα ερημικά, αμμώδη τμήματα της διαδρομής. Ο Γοργοπόδαρος Ερμής, από τη μεριά του, είχε βάλει ένα χέρι ώστε οι ημεροδρόμοι να έχουν παραδώσει εγκαίρως τα μηνύματα με το οποία ειδοποιούσαμε τους διοικητές των φρουρών των ενδιάμεσων πόλεων για την επικείμενη άφιξή μας. Έτσι οι φρούραρχοι, αλλά και κάποιοι από τους νεοδιορισμένους τοπικούς σατράπες, υποδέχτηκαν  με ευμένεια την μικρή μας ομάδα, φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό μας και συχνά προσφέρθηκαν να μας πλαισιώσουν με πρόσθετη στρατιωτική δύναμη, η οποία όμως δεν υπήρξε απαραίτητη, μια που ο Μαχόμενος Άρης πρέπει να είχε δουλειά στο μέτωπο της εκστρατείας και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί μας.

Έτσι, το άγημα που μας συνόδευε δεν χρειάστηκε να συγκρουσθεί με ληστές ή αντάρτες μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της χερσαίας διαδρομής, αφήνοντάς μας έτσι απερίσπαστους να διασχίσουμε τους κάμπους, τα ποτάμια, τις ερήμους και τα ορεινά δάση της οροσειράς του Λίβανου, πριν αντικρίσουμε την θάλασσα και κατηφορίσουμε προς την Τύρο. […]

images-5

Κεφάλαιο 3ο Καθ’ οδόν…

[αφηγείται ο Εύελπις]

 

 Να ‘μαστε λοιπόν, όπως άλλοτε οι μύριοι του Ξενοφώντα, να διασχίζουμε την Ασία απ’ την Ανατολή προς τη Δύση, αναζητώντας την θάλασσα, την τόσο προσφιλή και οικεία σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εντάξει, η παρομοίωση είναι κάπως υπερβολική, το παραδέχομαι, έτσι κι αλλιώς οι καιροί έχουν  αλλάξει δραστικά από τότε: εκείνους τους κυνηγούσε το μένος των Περσών, ενώ εμάς μας υποδέχονται σε κάθε πόλη-σταθμό δικοί μας άνθρωποι,  εκείνοι ήταν πάνω από μύριοι ενώ εμείς, μαζί με τους επικουρικούς, δεν ξεπερνούμε τις τρεις δεκάδες. Εκείνοι μάχονταν διαρκώς, εμείς δε χρειάστηκε να βγάλουμε τα όπλα απ’ τα θηκάρια.

Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από μεγάλο αριθμό ληστών, ήταν να αντισταθούμε για όσο χρόνο χρειαζόταν, ώστε ένας ταχύς ιππέας να ειδοποιήσει το πλησιέστερο ελληνικό φυλάκιο να μας στείλει ενισχύσεις. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δε χρειάστηκε κι έτσι  φτάσαμε χωρίς ανθρώπινες απώλειες και χωρίς να έχουμε παραβιάσει πολύ τις αρχικές προβλέψεις για τη διάρκεια του ταξιδιού, στα όρη των ασιατικών παραλίων.

Από τα περάσματα στα υψώματα αυτών των πυκνά δασωμένων βουνών που χωρίζουν την Συρία από τις μεσογειακές ακτές, ατενίσαμε επιτέλους με ευφορία το απέραντο γαλάζιο βασίλειο του Ποσειδώνα και επαναλάβαμε, χωρίς ίσως πρωτοτυπία, αλλά με ανυπόκριτο ενθουσιασμό, τα επιφωνήματα των μυρίων: ¨θάλαττα, θάλαττα!¨ Ύστερα, αφού κάναμε τις απαραίτητες ευχητήριες σπονδές στον Ενάλιο, κατηφορίσαμε προς τα νοτιοδυτικά, όπου, στο βάθος, σύντομα φάνηκε το παράκτιο νησί με τα δύο λιμάνια: Η Τύρος.

 tyre300

Προσωπικά θα είχα ευχαρίστως αποφύγει να συμπεριλάβω την Τύρο ανάμεσα στους σταθμούς της διαδρομής προς την Αθήνα. Θα προτιμούσα, για το θαλάσσιο τμήμα του ταξιδιού μας, να επιβιβαζόμαστε σε κάποιο πιο βόρειο λιμάνι∙ στη Σιδώνα ας πούμε ή στην Βύβλο, πράγμα που, εξ άλλου, θα έκανε τη διαδρομή κατά τι συντομότερη.

Οι αναμνήσεις μου από αυτήν την πόλη-νησί, που κυριαρχούσε ως τότε στα φοινικικά παράλια, δεν ήταν οι καλύτερες. Οι Τύριοι Φοίνικες είχαν στοιχηματίσει πάνω στην υπεροχή της αυτοκρατορίας, προτιμώντας την περσική επικυριαρχία, σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους ομόφυλούς τους που είχαν ήδη σπεύσει να απαρνηθούν τους Πέρσες και να προσχωρήσουν στον επελαύνοντα Μακεδόνα.   

Η επιλογή τους αυτή δε με εξέπληξε. Η Τύρος ήταν μια εμπορική ναυτική δύναμη, επομένως οι δραστηριότητές της ήταν μάλλον συμπληρωματικές παρά ανταγωνιστικές με εκείνες των Περσών, οι οποίοι ούτε δική τους αξιόλογη ναυτική δύναμη διέθεταν ούτε αυτοτελές ναυτικό εμπόριο ασκούσαν. Αντίθετα, ο Αλέξανδρος έφερνε δυναμικά στην περιοχή τους τούς Έλληνες, επίφοβους ανταγωνιστές, που είχαν ήδη εδώ και αιώνες περιορίσει τους Φοίνικες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τους είχαν τελείως αποκλείσει την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο.

Οι Τύριοι λοιπόν, εμπιστεύτηκαν τις αμυντικές αντοχές του καλά οχυρωμένου νησιού τους και επέλεξαν τη γραμμή της σκληρής αντίστασης. Έτσι εμπλακήκαμε σε μια ανηλεή-αιματηρή σύγκρουση που κράτησε τη στρατιά ακινητοποιημένη για πάνω από μισό έτος.

Βέβαια, θα πρέπει να αναφέρω ότι, παρά την αντίστοιχη ευρηματικότητα των Τυρίων, οι μηχανικοί μας έκαναν εξαιρετική δουλειά επινοώντας και κατασκευάζοντας πολιορκητικές μηχανές, γέφυρες και αναχώματα -ακόμα και μέσα στο νερό, καθώς και ότι η επιμελητεία της στρατιάς (στην οποία, υπενθυμίζω, συμμετέχει αποφασιστικά η δική μας ¨ομάδα των λογίων¨), έκανε κυριολεκτικά θαύματα, ανεφοδιάζοντας ανελλιπώς το ακινητοποιημένο στράτευμα με τα απαραίτητα τρόφιμα, όπλα και λοιπά αναλώσιμα, για ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.

images-19

Παρόλα αυτά, το νησί δεν έπεσε παρά  μόνον όταν ο Αλέξανδρος φρόντισε να αυξήσει τις ναυτικές δυνάμεις  της πολιορκίας, φέρνοντας πλοία από την Κύπρο, τη Ρόδο, ακόμη και από τη Μακεδονία και τις γειτονικές φοινικικές πόλεις.

Η τελική ήττα των Τυρίων ήταν αιματηρή. Είναι πάντοτε δυσάρεστο να βλέπει κανείς την κατάρρευση μιας ισχυρής πόλης, όσο αλαζονική,  υπεροπτική, και περιφρονητική για τους άλλους κι αν ήταν η -προ της πτώσης- πολιτική της.

Όμως οι προσωπικοί μου ενδοιασμοί μέτραγαν λίγο, καθώς ο Καλλισθένης επέμεινε να συμπεριλάβουμε την Τύρο στη διαδρομή. Θεώρησε ότι το ταξίδι, μας έδινε την ευκαιρία να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκεται η ισχυρότερη μέχρι τότε πόλη των Φοινίκων, δύο- δυόμισι χρόνια μετά την επώδυνη ήττα της. Ήθελε να μάθει σε ποιο βαθμό ελέγχουμε  την πόλη που μας καθυστέρησε για επτά μήνες δίνοντας την ευκαιρία στον Δαρείο να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Μου ζήτησε μάλιστα να του στείλω μια περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί εκεί και να εστιάσω, κυρίως, στο κατά πόσο έχει εδραιωθεί η νέα εξουσία. Σε περίπτωση που οι θετικές αναφορές που είχε για την κατάσταση της πόλης  ήταν λανθασμένες, τότε θα μπορούσαμε να ανηφορίσουμε ως την γειτονική Σιδώνα, όπου είχαν επίσης σταλεί οι απαραίτητες οδηγίες και να επιβιβαστούμε εκεί.

.images-23

Ήταν απομεσήμερο όταν φτάσαμε στα απομεινάρια της ηπειρωτικής Παλαιάς Τύρου. Η απόσταση ως το νησί ήταν μικρή, πέντε ή έξι στάδια το πολύ. Περάσαμε απέναντι πάνω σε ξύλινες σχεδίες οι οποίες, υποβοηθούμενες από φουσκωμένα ασκιά και ωθούμενες από ψηλά κοντάρια που άγγιζαν τον ρηχό βυθό, πηγαινοέρχονταν  ανάμεσα στην ακτή και το βόρειο λιμάνι της νησιωτικής Νέας Τύρου, το αποκαλούμενο ¨λιμάνι προς τη Σιδώνα¨.

Τα τείχη της πόλης σε εκείνο το σημείο ορθώνονταν επιβλητικά σε όλο τους το ύψος, μια που τα στρατεύματά μας είχαν τελικά διεισδύσει από ένα νοτιότερο ρήγμα.  Από το λιμάνι ανηφορίσαμε προς την πλατεία του Αγηνόριου[1], όπου αφήσαμε το στρατιωτικό άγημα και τα φορτία μας στις φροντίδες της τοπικής φρουράς, ενώ οι δύο Αθηναίοι πρέσβεις και εγώ, ζητήσαμε να δούμε   τον ανώτατο διοικητή.

e4

Τον ψηλό γαλανομάτη άνδρα με την κοντό κοκκινωπό γένι, που μας υποδέχθηκε στο κεντρικό παλάτι της πόλης (ακριβέστερα σε ένα τμήμα του, γιατί στο υπόλοιπο μέγαρο εκτελούνταν ακόμη εργασίες αναστύλωσης) τον Μένη του Διονυσίου από την Πέλλα, τον γνώριζα προσωπικά. Όχι πολύ καλά βέβαια, αλλά παλιότερα είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω μερικές κουβέντες μαζί του, από εκείνες τις αυθόρμητες και φιλικές, που λέγονται συνήθως στις συνεστιάσεις και τα συμπόσια των μεσαίων στελεχών της στρατιάς.

Όμως, μετά  τη μάχη της Ισσού, όταν ο Αλέξανδρος τον προήγαγε στην επίζηλη θέση του σωματοφύλακα[2], τον είχα χάσει.  Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής της επελαύνουσας στρατιάς στα Σούσα, έμαθα ότι ο Μένης είχε αναλάβει υψηλά διοικητικά καθήκοντα ως Ύπαρχος  για τη Συρία, την Φοινίκη και την Κιλικία, περιοχές κρίσιμες για την επαφή του μετώπου με τα μετόπισθεν. 

Ο Πελλαίος άνοιξε εγκάρδια τα χέρια του. Παρά το χαμογελαστό του ύφος, στο πρόσωπό του  ήταν χαραγμένες ρυτίδες που άλλοτε έλειπαν.

«Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Μεγαρέα, καθώς και εσάς ευγενικοί αθηναίοι άρχοντες».  

Του έσφιξα πρώτος τα χέρια. «Ελπίζω η άφιξή μας να μη σε εκπλήττει Ύπαρχε. Υποθέτω ότι έφτασε έγκαιρα η αναγγελία της διέλευσής μας από την Τύρο…»

Οι Αθηναίοι τον χαιρέτισαν κι αυτοί με τη σειρά τους.

«Μα ναι, μα ναι», με διαβεβαίωσε. «Το μήνυμά σας ήταν εδώ έγκαιρα. Εγώ είμαι  εκείνος που μόλις έφτασε. Ήμουν στις βορειότερες περιοχές της Υπαρχίας την ευθύνη για την οποία, όπως ξέρεις φαντάζομαι, ανέλαβα πρόσφατα. Για να οργανωθεί αποτελεσματικά η διοίκηση θεώρησα σωστό να πληροφορηθώ προσωπικά για την κατάσταση που επικρατεί όχι μόνον εδώ, στις πόλεις της Φοινίκης, αλλά και στη Συρία και την Κιλικία. Όμως επέστρεψα εσπευσμένα για δύο λόγους: Ο ένας είναι, βέβαια, γιατί ήθελα να σας υποδεχθώ και να συμβάλω προσωπικά στην προώθηση της αποστολής σας∙ ο άλλος ότι παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα στη μετάβαση της τελευταίας ομάδας των απομάχων και των τραυματιών πίσω στην Ελλάδα».

Τον κοίταξα ερωτηματικά. Οι πρέσβεις ανασήκωσαν τα κεφάλια τους με ενδιαφέρον, για να ακούσουν καλύτερα τις διευκρινίσεις του Μένη.

«Η οργάνωση της επιστροφής των στρατιωτών δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως», συνέχισε εκείνος. «Οι περισσότεροι απόμαχοι μεταφέρουν στην πατρίδα τους μικρούς προσωπικούς τους θησαυρούς, μισθούς και λάφυρα, που προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον τόσο των άτακτων ληστών  στη στεριά, όσο και των πειρατών στη θάλασσα.

»Εκείνο που συνέβη, είναι ότι η τελευταία νηοπομπή που οργανώσαμε δέχτηκε επίθεση από απρόβλεπτα πολυπληθή πειρατικά πλοία, στη μέση της πλεύσης προς την Κύπρο και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ασφάλεια των λιμανιών μας, εδώ στην Τύρο. Ευτυχώς χωρίς μεγάλες απώλειες.

»Επί πλέον, τα Αθηναϊκά πλοία που ειδοποιήθηκαν να καταπλεύσουν για να ενισχύσουν την νηοπομπή, αλλά και να αναλάβουν το δικό σας ταξίδι, δεν έχουν  ακόμη φτάσει, αν και θα έπρεπε να είναι εδώ από χτες. Πάντως δεν έχουμε λάβει κανένα ανησυχητικό μήνυμα και ελπίζω ότι θα καταφτάσουν από ώρα σε ώρα.

»Αλλά υποθέτω ότι πρέπει να είστε κουρασμένοι γι αυτό τώρα θα οδηγηθείτε στα καταλύματά σας. Έχετε λίγο χρόνο για να πάρετε μια ανάσα. Περισσότερα θα πούμε, αμέσως μετά,  κατά τη διάρκεια του δείπνου». 

Οι υπηρέτες μας οδήγησαν σε πολυτελή δωμάτια που έβλεπαν στο λιμάνι, από όπου εξάλλου έφτανε ως εκεί ο απόηχος απ’ τη φασαρία και τις φωνές, παρά την προχωρημένη ώρα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι δύο Αθηναίοι έως ότου να έρθει η ώρα του δείπνου, υποθέτω ότι ξεθεωμένοι από το ταξίδι θα πρέπει να αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα∙ εγώ όμως επέστρεψα στην αίθουσα υποδοχής και αναζήτησα και πάλι τον Μένη. Υπήρχαν μερικά πράγματα που έπρεπε να πούμε εμπιστευτικά, οι δυο μας, μακριά  από αδιάκριτα αυτιά…

0063

*

[1] Αγηνόριο: Ναός αφιερωμένος στον μυθικό Αγήνορα, γιο του Ποσειδώνα,  που θεωρείται ο ιδρυτής της Τύρου και της Σιδώνας

[2] Οι ¨σωματοφύλακες¨ (μακεδόνες στρατιωτικοί,  συνήθως μέλη αρχοντικών οικογενειών) ήταν υπεύθυνοι για την προσωπική ασφάλεια του Βασιλιά αλλά και έμπιστοι συμμέτοχοι στην καθημερινή του ζωή. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Αργεαδών η σωματοφυλακή αριθμούσε επτά μέλη. Σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών ή ορισμού του σε υψηλή διοικητική θέση, τον αντικαταστάτη του όριζε ο ίδιος ο Άνακτας. Ο Μένης του Διονυσίου, ευπατρίδης από την Πέλλα είχε διαδεχθεί στην Σωματοφυλακή τον Βάλακρο, στον οποίο είχε τότε ανατεθεί η σατραπεία της Κιλικίας. Στις αρχές του 330 π.Χ. ο Μένης ορίστηκε Ύπαρχος για τις περιοχές της Κιλικίας, Φοινίκης και Συρίας

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο δεύτερο: Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2016

1

Μέρος Ε  Αποστολή στην Αθήνα

Κεφάλαιο 2ο  Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

 

Δεν είναι πως ο Οινοκράτης δεν ξέρει από ταξίδια. Ξέρει.

Έχει μάλιστα ζήσει ταξίδια ζόρικα, όπως εκείνο με το δουλεμπορικό που τον μετέφερε αλυσοδεμένο από τις θάλασσες της Σικελίας ως το λιμάνι του Πειραιά. Είναι σίγουρος ότι δύσκολα θα αντιμετωπίσει ξανά μια μετακίνηση κάτω από τόσο εφιαλτικές συνθήκες, όσο τότε.

Άλλωστε και η ίδια η εκστρατεία τον έχει γεμίσει ταξιδιωτικές εμπειρίες. Κατά βάθος του αρέσει να σκέφτεται (και η ιδέα αυτή κάπως τον παρηγορεί) ότι η εκστρατεία στην οποία θέλει δε θέλει συμμετέχει, άλλο δεν είναι  παρά ένα μεγάλο διηπειρωτικό ταξίδι: συναρπαστικό, γεμάτο με κυριολεκτικά πρωτόγνωρες περιπέτειες, αλλά και αρκετά διδακτικό, κυρίως σε σχέση με τα παθήματα και κάποιες δυσάρεστες  εκπλήξεις που περιέχει.

Επομένως, η μετακίνηση που διαγράφεται τώρα μπροστά του, δεν είναι ότι τον φοβίζει.

Σιγά τα λάχανα! Αυτό εδώ είναι ένα ταξίδι οργανωμένο από τις Αρχές, θα διεξαχθεί παρέα με πρέσβεις και αξιωματούχους, θα πλαισιώνεται από επιλεγμένη φρουρά ενάντια σε οποιαδήποτε επιβουλή μπορεί να παρουσιαστεί καθ’ οδόν και θα διαθέτει ειδικό έγγραφο που αφενός θα πιστοποιεί ότι οι ταξιδιώτες εκτελούν εντολές του  άνακτα και αφετέρου θα περιέχει κέλευσμα προς κάθε παραλήπτη να τους εξυπηρετήσει με απόλυτη προτεραιότητα.

Για να μη πούμε για τη διατροφή (σίγουρα εγγυημένης ποσότητας) και τις διανυκτερεύσεις (μάλλον ανεκτής ποιότητας).

Και δεν είναι μόνον οι παραπάνω εξαιρετικές συνθήκες, είναι ελκτικός και ο προορισμός του ταξιδιού. Μπορεί βέβαια να μην πρόκειται για τις γενέθλιες Συρακούσες,  πάντως είναι ένας τόπος με τον οποίο ο Οινοκράτης έχει -όπως και να το κάνουμε- δεθεί, ένας τόπος που πολλοί από τους αυτοαποκαλούμενους ¨ελεύθερους¨ όλης της οικουμένης, δίνουν πολλά (και θα έδιναν σίγουρα περισσότερα) για να μπορέσουν να ζήσουν έστω για ένα μικρό χρονικό διάστημα: ο προορισμός είναι η απαράμιλλη Αττική Γη.

Εδώ που τα λέμε, ταξίδι με τέτοιες προϋποθέσεις δεν έχει ξανακάνει, δεν ξέρει πως ακριβώς είναι, αλλά όλα μοιάζουν να προοιωνίζονται ευνοϊκά και ο Οινοκράτης δεν έχει καμία εκ των προτέρων αντίρρηση.

Εάν δεν χοροπηδάει από τη χαρά του, είναι γιατί αυτή η απόφαση, που του ανακοινώνει τώρα ο αφέντης του, τού φαίνεται υπερβολικά ξαφνική. Και μάλιστα παρμένη απρόσμενα, την ώρα που ο ίδιος μόλις άρχιζε να εγκαταλείπει κάποιες σκεπτικιστικές αμφισβητήσεις που τον θωράκιζαν ως τα τώρα και να προσαρμόζεται στη νέα προοπτική: εκείνη που θα του δώσει και πάλι κάποιες ¨επίσημες¨ ελευθερίες και υπευθυνότητες, από αυτές που έχει ξεχάσει ηθελημένα.

 Ο Συρακούσιος χαίρεται που ο Εύελπις γύρισε στα Σούσα συντομότερα του αναμενόμενου, αλλά εκεί που περίμενε ότι οι δυο τους θα αντιμετωπίσουν πλέον από κοινού κάθε δολοπλοκία και επιβουλή εδώ στα Σούσα, μαθαίνει ότι θα πρέπει να τα παρατήσει όλα και να φύγει ταξίδι -ευτυχώς μαζί με  τον νεαρό Μεγαρέα τον οποίο θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να ακολουθεί και να προστατεύει. Το νέο του έρχεται κάπως απότομα, τώρα, που ως νεοφώτιστο μεν, αλλά με αρκετή δόση καλής διάθεσης μέλος των Υπηρεσιών, προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα του καθήκοντα.

Αυτές οι μάλλον ανεπαίσθητες ανησυχίες του, καταλαγιάζουν οριστικά μόνον όταν ο Εύελπις τον διαβεβαιώνει ότι η αποστολή στην Αθήνα είναι σημαντική και ότι αναμφίβολα θα έχει την δυνατότητα να ασκήσει και εκεί, τόσο τις ήδη γνωστές ικανότητές του, όσο και τις νέες του αρμοδιότητές.

Ανακουφισμένος ο Οινοκράτης χαμογελάει πλατιά και διηγείται αναλυτικά στον Εύελπι τι έχει προλάβει να κάνει όσο εκείνος έλειπε στην Πόλη των Περσών.

Μετά την αναχώρηση του κυρίου του για την Περσέπολη και σύμφωνα με τα όσα του είχε ζητήσει εκείνος πριν φύγει, είχε προσπαθήσει να ξαναβρεί τα ίχνη του Άρπαλου και παιδεύτηκε αρκετά μέχρι να ανακαλύψει ότι ο ιδιόρρυθμος μακεδόνας άρχοντας είχε εγκαταλείψει την Πόλη των Κρίνων σχεδόν ταυτόχρονα με τον Εύελπι, κατευθυνόμενος κι αυτός προς τα ανατολικά.

Ύστερα άρχισε  να επισκέπτεται τον βαβυλώνιο νομομαθή λόγιο Μαρτούκη, (εκείνον που είχε ομολογήσει ότι συμμετείχε στις δραστηριότητες των σκοτεινών κύκλων), αλλά ο βαβυλώνιος καλαμαράς (όντως εδώ στη Μεσοποταμία χρησιμοποιούν πολύ το καλάμι στο γράψιμο) ή το έπαιζε σκληρό καρύδι και δεν έλεγε τίποτα, ή όντως η δράση των  συνωμοτών έχει μεταφερθεί σε άλλη περιοχή της αυτοκρατορίας. Ο Οινοκράτης δεν πτοήθηκε από την επιφυλακτικότητα του βαβυλώνιου και είχε σκοπό να μην τον αφήσει σε χλωρό κλαρί.

Στο μεταξύ, βρήκε κι άλλα πράγματα να κάνει, και όντως τα έκανε με ερασιτεχνική επιμέλεια (και μια που δεν του είχαν δώσει άλλα σημεία αναφοράς, περίμενε την επιστροφή του κυρίου του για να αναφέρει σε εκείνον): Κατέγραφε με επιμέλεια φωνές και ψιθύρους που κυκλοφορούσαν στην Αγορά και στους στρατώνες την πόλης των Κρίνων, φρόντιζε να μαθαίνει τι σχολιάζουν οι εταίρες στις μεταξύ τους, φαινομενικά ανώδυνες, κουβεντούλες και ακόμη (επιστρατεύοντας τις -απαράμιλλες- γλωσσικές ικανότητες του Χοντρόη) τι λέγεται ανάμεσα στους γηγενείς -ιδιαίτερα τους υπηρέτες όσων διατήρησαν τα αξιώματα τους, όπως ο Αβουλίτης- σχετικά με τα καμώματα και  τις προθέσεις των αφεντικών τους.

Ο Οινοκράτης παρατήρησε με ανακούφιση το ικανοποιημένο χαμόγελο του Εύελπι, όμως το χαμόγελο αυτό έσβησε σύντομα και ο Σικελός σκέφτεται πάλι ότι ο κύριός του τού φαίνεται κάπως διαφορετικός μετά την επιστροφή. Λιγότερο ενθουσιασμένος; λιγότερο ονειροπόλος; λιγότερο εύθυμος; πιο προβληματισμένος ίσως; Κάτι πρέπει να του συνέβη στην Περσέπολη, αλλά τι;  

Είχε ήδη μάθει ότι εκεί συνέβησαν πολλά. Ο ίδιος Εύελπις του είχε πει ότι η εντολή για το ταξίδι προερχόταν από τον Αλέξανδρο, άρα πιθανότατα είχε συναντήσει προσωπικά τον Ύπατο Αρχηγό, όπως του είχε πει επίσης, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, ότι είχε διασταυρωθεί καθ’ οδόν με τον Άρπαλο. Επιπλέον ο Οινοκράτης ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Εύελπις είχε συναντηθεί με την Θαϊδα.  Είναι μία από αυτές τις συναντήσεις ή μήπως το βάρος της νέας αποστολής που τον έκανε να είναι ¨κάπως¨ μετά την επιστροφή. Φταίει άραγε η σαγηνευτική Θαίδα ή μήπως είναι η θλίψη για την πυρκαγιά και τις απώλειες των συγγραμμάτων στα οποία τόσο αυτός όσο και ο προϊστάμενός του ο Καλλισθένης έχουν τόσο μεγάλη αδυναμία;

Ο πιστός Οινοκράτης θα έχει το νου του και θα μάθει. Κι έτσι θα ξέρει με ποιο τρόπο θα μπορέσει να βοηθήσει τον Εύελπι να ξεπεράσει  ό, τι κι αν είναι αυτό που τον στεναχωρεί.

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ε και; (περί αμαρτημάτων θανασίμων)

Posted by vnottas στο 22 Οκτώβριος, 2016

vizi-capitali_2fo97h5e

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

.

Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

Ω πόσο τα αγαπώ

αυτά τα 7 θανάσιμά μου αμαρτήματα…

.

Όταν ξαπλώνεις και τεντώνεσαι

όταν δεν θέλεις τίποτα να κάνεις

κι όλο αναβάλεις τις δουλειές σου

κι απ τη πολλή τη τεμπελιά

σου φεύγει λίγο σάλιο απ τα χειλάκια σου τα κόκκινα…

.

Μα αγαπώ και την αλαζονεία μου πολύ

όταν σε ένα υποθετικό τεφτέρι

κάτω απ τους βουβώνες μου

αβέρτα γράφω ονόματα…

.

Και πως με συνεπαίρνουν οι χοντροί

που τρώνε με μεγάλες πιρουνιές τα μακαρόνια τους

το στόμα πλαταγίζοντας από τη λαιμαργία…

.

Όμως θαρρώ πως η λαγνεία

είναι το μέγιστό μου

όταν κοιτάζω αγοροκόριτσα

που κάνουνε πατίνια

και ξέρω ακριβώς σε 5 χρόνια τι θα κάνουν

-ναι, ναι, ηθικολόγοι μου χωνέψτε το…

.

Μα και στο παρελθόν θαρρώ

πως άπληστος υπήρξα

σε σχέση με τα κυβικά των μηχανών

ψάχνοντας κάθε τόσο περισσότερα…

.

Σαν την οργή μου κάθε που έβλεπα

έναν του κώλου προλετάριο

βαλμένο μέσα σε στολή

να γίνεται ηλίθιος των ΜΑΤ

ή το ‘ναυτάκι του Αιγαίου’ να το παίζει…

.

Και τέλος πως εμπλάβιαζα από τον φθόνο

όταν απέναντί μου έπεφτε ψηλός

-γιατί αυτοί κοιτούν από ψηλά

Γαμώ και τα επτά θανάσιμά μου

τι όμορφο που είναι

να τα κουβαλώ μισό αιώνα τώρα…

peccato

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με το μυθιστόρημα που συνεχίζεται…

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-4

Αυτό το καλοκαίρι, με την ιδιότητα του συλλέκτη ιστορικού υλικού για το μυθιστόρημα, ήμουν εγκατεστημένος στην (αρχαία) Αθήνα και μπορώ να πω ότι δεν πέρναγα άσχημα, κάθε άλλο.

Εντάξει, παραδέχομαι ότι μερικές αναπόφευκτες συγκρίσεις ήταν επώδυνες για κάποιον που προερχόταν από το δηλητηριασμένο παρόν, μια που τότε το λεκανοπέδιο ήταν ακόμη πυκνά δασωμένο, υπήρχαν ποτάμια, μικρά μεν, αλλά γάργαρα, και η ¨θεά¨ Φρύνη μπορούσε να αναδυθεί από τα νερά του Φαλήρου χωρίς να αλειφτεί  με κηλίδες πετρελαίου που θα προβλημάτιζαν τον Απελλή και ίσως να τον οδηγούσαν στο να εισαγάγει ένα πρώιμο εικαστικό αντικλασικισμό που μόνον λίγοι (προφήτες) θα κατανοούσαν (τότε).

Τότε, που για τους Αθηναίους του Άστεως ο Λυκαβηττός ήταν μια κοντινή εξοχή, που ο Κεραμικός ήταν το ωραιότερο προάστιο της πόλης και που η ατίθαση νεολαία σύχναζε στις όχθες του Ιλισσού, στην περιοχή του Κυνοσάργους, για να αμφισβητήσει (τους πάντες) και να κάνει  τους απαραίτητους κατά πάντων αστεϊσμούς (πλάκες).

Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω (και να συγκρίνω) και  άλλα πράγματα των οποίων η γεύση (μία από τα ίδια, τα σημερινά) ήταν μάλλον παρηγορητική, με την έννοια ότι διαπίστωνα πως ακόμη και τότε, σε εποχές που αναγνωρίστηκαν ως κλασικές, ξεχωριστές, δημιουργικές, σημεία αναφοράς για τους μεταγενέστερους, οι άνθρωποι  εδώ, κάτω από τον διαυγή αττικό ουρανό, διέθεταν τις ρίζες όχι μόνον των ¨καλών¨, αλλά και των ¨κακών¨ χαρακτηριστικών που θα μας παίδευαν και θα μας έσωζαν διαχρονικά. Αυτά που θα εξακολουθούσαν για αιώνες να οδηγούν σε εξάρσεις και καταπτώσεις, σε συλλογικούς ενθουσιασμούς και ομαδικές καταθλίψεις, σε ηρωισμούς και προδοσίες, σε αυτοπεποίθηση και αυτολύπηση.

Το ταξίδι, όπως ξέρετε ήδη, αφορά στην Αθήνα του 4ου αιώνα πΧ, την οποία είπα να συμπεριλάβω στη μυθιστορία που σκαρώνω, έστω κι αν αυτή (η μυθιστορία) παρακολουθεί μέχρι τώρα την εκστρατεία του Αλέξανδρου και  (ως εκ τούτου) διαδραματίζεται στην εξωτική Ανατολή.

Από σήμερα λοιπόν αρχίζω την ανάρτηση των πρώτων κεφαλαίων του 5ου μέρους, δηλαδή εκείνων (των λίγων) των οποίων η πρώτη εκδοχή είναι ήδη έτοιμη. Φυσικά πρόκειται για πρωτόλεια κείμενα που κατά πάσα πιθανότητα θα διορθωθούν εν καιρώ, ενδεχομένως και με τις συμβουλές-συμβολές των διαδικτυακών αναγνωστών. Τα σημερινό αφορά στην προετοιμασία της ¨Αποστολής στην Αθήνα¨ του Εύελπι, ο οποίος δεν είναι μόνο επιφορτισμένος να παραδώσει στους Αθηναίους τα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨, αλλά που του έχουν ανατεθεί και άλλα, λιγότερο ¨επίσημα¨ καθήκοντα.

images-6

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα. Κεφάλαιο πρώτο

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλέξανδρου Γ΄ του Μακεδόνα : (μετάφραση ευανάγνωστων τμημάτων)

 

[…] Η επιστροφή μου στα Σούσα υπήρξε ομαλή. Ο Καλλισθένης τον οποίο έσπευσα να συναντήσω ήταν εμφανώς καλύτερα, αν και ακόμη κλινήρης.

Του αφηγήθηκα διεξοδικά τα όσα συνέβησαν στην Περσέπολη κατά την σύντομη παραμονή μου εκεί. […]

***

Κεφάλαιο πρώτο: Προετοιμασία για αναχώρηση

(αφηγείται ο Εύελπις)

Αφήνουμε στις πλάτες μας ό, τι έχει απομείνει από την Περσέπολη και καλπάζουμε πίσω, προς την πόλη των Κρίνων, μια διαδρομή που μου είναι πλέον γνωστή.

Αυτή τη φορά οι μέρες είναι γεμάτες με ήλιο που επιμένει να είναι μακρινός και χειμωνιάτικος. Βόρειοι άνεμοι φουσκώνουν την κίτρινη σκόνη που ξεσηκώνεται από τις οπλές των αλόγων, ενώ τις  νύχτες η εντυπωσιακή αστροφεγγιά συνοδεύεται από τσουχτερό κρύο.  Ευτυχώς οι σταθμοί για την εστίαση και την ξεκούραση των ταξιδιωτών και των ζώων είναι στη θέση τους και εξακολουθούν να λειτουργούν ικανοποιητικά.

Οι πάνοπλοι συνοδοί μου αυτή τη φορά είναι επτά.  Στους δύο της έλευσης, έχουν προστεθεί άλλοι πέντε: ένας ακόμη Μακεδόνας, δύο Θεσσαλοί και, περίπτωση όχι συνηθισμένη, δύο Λακεδαιμόνιοι διαφορετικοί από τους άλλους, τουλάχιστον στον οπλισμό: χάλκινη περικεφαλαία που καλύπτει και τον αυχένα -διακοσμημένη με πορφυρό οριζόντιο λοφίο, ασπίδα μεγαλύτερη από τις μακεδονικές και, εκτός από το στερεωμένο στο σάγμα ακόντιο, η περίφημη λακωνική ξυήλη[1] κρεμασμένη με τελαμώνα στο   αριστερό τους πλευρό. Όσο κι αν ξέρω ότι οι Σπαρτιάτες είναι τύποι που αγαπούν ενστικτωδώς την παράδοση, αυτοί εδώ μοιάζουν βγαλμένοι από τους παλιούς περσικούς πολέμους, αν όχι κατ’ ευθείαν από τα ομηρικά έπη.  Μόνη, αλλά σημαντική καινοτομία, το ότι είναι έφιπποι.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-1

Όπως έμαθα από τους υπόλοιπους -οι ίδιοι επιβεβαιώνουν το στερεότυπο: είναι απελπιστικά ολιγόλογοι- πρόκειται πιθανότατα για μόθακες[2] ή υπομείονες[3], που αν και είχαν βρεθεί στην Ασία ως μισθοφόροι των Περσών σατράπηδων, προσχώρησαν στη στρατιά του Αλέξανδρου και έχουν ήδη πολεμήσει με αξιοθαύμαστη γενναιότητα στα Γαυγάμηλα και στην Περσίδα Πύλη.

Αναρωτιέμαι -καθώς τους παρατηρώ να στέκονται επιβλητικοί, αν και κάπως άβολα, πάνω στα υψηλόκορμα άτια- πώς και δε τους είχα προσέξει πρωτύτερα, κατά τη διεξαγωγή των τελευταίων μαχών.

Σκέφτομαι ότι, μετά την πρόσφατη ήττα στην Μεγαλόπολη και το θάνατο του λάκωνα βασιλιά Άγι[4], η παρουσία τους στην εκστρατεία ίσως πάψει να αποτελεί σπάνια και αξιοσημείωτη εξαίρεση και ότι την επόμενη φορά που θα αφιερώσουμε λάφυρα στους θεούς των Ελλήνων, θα μπορέσουμε επιτέλους να υπογράψουμε: ¨Άπαντες οι Έλληνες -των Λακεδαιμονίων συμπεριλαμβανομένων¨. Αυτή τουλάχιστον είναι η ευχή και η ελπίδα μου.

Μπαίνοντας στα Σούσα, άφησα τους παλιούς σωματοφύλακες να συνοδεύσουν τους καινούργιους ως τις εγκαταστάσεις της φρουράς όπου θα διανυκτέρευαν, αφού πρώτα τους αποχαιρέτισα και  τους ευχήθηκα καλή επιστροφή. Ύστερα πήρα, χωρίς καθυστέρηση, τον κεντρικό ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη και το κατάλυμα του Καλλισθένη.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-2

Ο προϊστάμενός μου, αν και ακόμη κρεβατωμένος, είναι σαφώς καλύτερα από όταν τον άφησα φεύγοντας γι αυτό το, τελικά  σύντομο, ταξίδι ¨αναφοράς¨ στην Περσέπολη. Τον βρήκα ανασηκωμένο, στηριγμένο σε χοντρά περσικά μαξιλάρια, να παρατηρεί σκεφτικός ένα σχεδιάγραμμα χαραγμένο πάνω σε επεξεργασμένο δέρμα, από εκείνα που παράγει με επιτυχία τα τελευταία χρόνια η πόλη της Περγάμου.

Το χαμόγελό του, μόλις με είδε στο κατώφλι του δωματίου, ήταν πλατύ και πηγαίο. Το ίδιο και το δικό μου. Παραμέρισε τα έγγραφα που τον περιτριγύριζαν και μου έσφιξε δυνατά τα χέρια.

«Καλώς επέστρεψες νεαρέ Μεγαρέα».

«Πώς είσαι δάσκαλε;» Ήξερα πως, όσο κι αν στραβομουτσούνιαζε, κατά βάθος του άρεσε να τον αποκαλώ που και που ¨δάσκαλο¨.

«Όλα καλά. Μη βλέπεις που με βρήκες στο κρεβάτι. Σηκώνομαι όλο και συχνότερα. Ο Φίλιππος ο γιατρός λέει ότι πρέπει να γυμνάζω τα μέλη μου έτσι ώστε να ανακτήσουν σιγά σιγά την παλιά τους  ευλυγισία».

«Όχι μόνο έχει αρχίσει να γυμνάζεται», λέει με αισιόδοξο ύφος ο Ακαρνάνας, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο του αναρρωνύοντος  ασθενούς του, «αλλά και εφαρμόζει μερικές δικές του, πρωτότυπες, καινοτόμες, ασκήσεις που όχι μόνον εγκρίνω, αλλά και που νομίζω ότι θα πρέπει να προστεθούν στην αγωγή τέτοιου είδους τραυμάτων».

Χαιρετίζω τον ενθουσιώδη γιατρό, ο οποίος συνεχίζει απτόητος:

«Πρόκειται για ασκήσεις κατάλληλες για εκείνους που δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα ως το γυμναστήριο. Ασκήσεις που δεν χρειάζονται κανένα βοηθητικό όργανο. Χρησιμοποιούν μόνο το βάρος του σώματος! Εξαιρετικές. Πρέπει ασφαλώς να καταγραφούν σε ιατρικό σύγγραμμα!»

Ο Καλλισθένης χαμογελάει.

«Τα βλέπεις Εύελπι; Περνάει κανείς μια ζωή να παρατηρεί και να καταγράφει την Ιστορία, να συγγράφει κείμενα προορισμένα για τις επόμενες γενεές, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσει να κερδίσει κάποια εύφημη μνεία, κάποια αναγνώριση  στο απώτερο μέλλον. Όμως η πραγματικότητα είναι εντέλει τόσο παράδοξη και τόσο απρόβλεπτη που, αν λάβουμε υπ’ όψιν όλα αυτά που λέει ο φίλος μας ο Ακαρνάνας, καθόλου δεν αποκλείεται στο μέλλον εμένα να με θυμούνται, όχι ως ιστορικό, αλλά ως επινοητή γυμναστικών ασκήσεων[5], εκείνον τον ίδιο όχι για τις ιατρικές, αλλά για τις συνταγές μαγειρικής που ξέρω ότι σκαρώνει που και που και εσένα, ας πούμε, ως τον ¨παράξενο ταξιδιώτη¨, μια που μετακινείσαι πολύ τον τελευταίο καιρό και θα μετακινηθείς κι άλλο στο επικείμενο μέλλον».

Ο Ακαρνάνας γελάει καταφάσκοντας στις παρατηρήσεις του ασθενούς του, και έπειτα αφήνει στο τραπέζι την αλλαξιά των επιδέσμων και τις αλοιφές που έχει φέρει μαζί του, λέει ότι δεν πειράζει, η αλλαγή μπορεί να γίνει και αργότερα και μας αφήνει μόνους να τα πούμε.

Ο Καλλισθένης τραβάει κοντά του την ¨περγαμηνή¨ που παρατηρούσε πρωτύτερα. Το σχεδιάγραμμα είναι ένας χάρτης του κορμού της Ελλάδας και των κατακτημένων περιοχών με σημειωμένα πάνω του τα βουνά, τα ποτάμια και τις κυριότερες πόλεις. Μόνο που τώρα τα γνωστά μας ελληνικά εδάφη βρίσκονται στο κάτω μέρος του γραφήματος∙ στο επάνω έχουν προστεθεί οι πρόσφατα και οι επικείμενα κατακτημένες περιοχές[6].

«Πρέπει να προετοιμάσουμε το ταξίδι σου», μου λέει. «Εδώ έχω σημειώσει μια εφικτή διαδρομή από τα Σούσα ως την Αθήνα, αλλά καλό είναι να τη δούμε και μαζί. Θα πρέπει να στείλουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μηνύματα στις ενδιάμεσες πόλεις που θα υποδεχτούν την αποστολή και να φροντίσουμε για την προετοιμασία του θαλάσσιου τμήματος του ταξιδιού. Αλλά πρώτα θα μου διηγηθείς με λεπτομέρειες πως πήγε το ταξίδι σου στην Περσέπολη».

images-3

Του παρέδωσα την επιστολή του Ευμένη που την ακούμπησε δίπλα του για να τη διαβάσει με άνεση αργότερα. Ύστερα του τα αφηγήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα.

Είχε ήδη μάθει για τη πυρκαγιά, για την αναχώρηση του στρατεύματος και την έγκριση της μετάβασής μου στην Αθήνα μαζί με τα αγάλματα και τους πρέσβεις. Δεν εξεπλάγη ούτε με τα κολακευτικά σχόλια που ακούστηκαν για την υπηρεσία μας στην Περσέπολη ούτε με τις παραπέρα επιβεβαιώσεις για τις πλεκτάνες του Ανάξαρχου. Το μόνο που έδειξε να τον εκπλήττει κάπως, ήταν ότι η αποστολή μου στην Αττική δεν θα ήταν σύντομη, αλλά θα διαρκούσε για το απροσδιόριστο εκείνο χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν για να συντάξω μια πλήρη, αναλυτική αναφορά για τις πολιτικές που διαμορφώνονται στις πόλεις του ελληνικού κορμού.

«Είναι αλήθεια ότι στην επιστολή μου προς τον Ευμένη, πρότεινα το ταξίδι αυτό διατυπώνοντας την άποψη ότι πρέπει να έχουμε την μαρτυρία ενός δικού μας ανθρώπου για όσα τεκταίνονται στην Αθήνα, ύστερα από μια επιτόπια επίσκεψη. Όμως, δεν μιλούσα για  την παραμονή σου εκεί πέρα από το απαραίτητο.  Πολύ περισσότερο που θέλω να μου φέρεις το συντομότερο τις απόψεις του Αριστοτέλη για τα όσα συμβαίνουν εδώ.

»Βέβαια, δεν είχα την ευκαιρία να πληροφορήσω λεπτομερώς τον Ευμένη για το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας και αυτός φρόντισε, καλή τη πίστη, να χρησιμοποιήσει κάθε επιχείρημα που του φαινόταν αποτελεσματικό ώστε να επιτύχει την έγκριση της συμμετοχής σου στην αποστολή των αγαλμάτων. Εν πάση περιπτώσει, η διάρκεια της παραμονής σου στην Αθήνα είναι ένα θέμα που θα το αντιμετωπίσουμε στην πορεία, εν καιρώ», μου είπε κάπως σκεφτικός.

Και εκείνη και τις επόμενες μέρες μέχρι την αναχώρηση, είχα αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον Καλλισθένη προκειμένου να ολοκληρώσουμε την προετοιμασία του ταξιδιού και να ενημερωθώ αναλυτικά για όσα εκείνος έκρινε χρήσιμα σχετικά με την αποστολή μου.

Μιλήσαμε για το τι θα πρέπει να προσέξω όταν θα μεταφέρω στον Αριστοτέλη τις τελευταίες εξελίξεις της εκστρατείας (ιδιαίτερα για εκείνα τα σημεία που ο Καλλισθένης κρίνει κρίσιμα ή ανησυχητικά), μιλήσαμε για τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα (και για τους τσακωμούς τους ο απόηχος των οποίων φτάνει όλο και συχνότερα ως τα ‘δω), μιλήσαμε για όσα ήταν ως εκείνη τη στιγμή  γνωστά για την ισχύουσα αθηναϊκή πολιτική (η οποία εσχάτως αλλάζει γρηγορότερα από όσο χρειάζονται οι ειδήσεις για να φτάσουν από εκεί ως την εκστρατεία),  μιλήσαμε για τις πρόσφατες αναλαμπές της σπαρτιατικής ισχυρογνωμοσύνης (αληθεύει άραγε ότι ο Αντίπατρος δεν μπήκε τελικά στην Σπάρτη μετά την νίκη του στη Μεγαλόπολη για να επιδείξει υψηλόφρον ελληνικό πνεύμα, ή μήπως παρέκαμψε την πόλη επειδή την έκρινε απόρθητη;), και μιλήσαμε ακόμη για τους πειρατές και την τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση στο Αιγαίο πέλαγος, το οποίο θα πρέπει να διασχίσω.

Ύστερα ειδοποιήσαμε τους Αθηναίους της εκστρατείας να ορίσουν πόσοι και ποιοι θα συνοδέψουν την επιστροφή των χάλκινων ¨τυραννοκτόνων¨ και να τους στείλουν αμέσως στα Σούσα, επιλέξαμε τους ιππείς που θα φρουρήσουν την αποστολή έως τα ασιατικά παράλια και δώσαμε εντολή να μετατραπεί μία από τις καλοφτιαγμένες αρμάμαξες που διέθετε η τοπική επιμελητεία σε ειδικό όχημα για την μεταφορά των αγαλμάτων. 

Πριν απ’ όλα όμως, καθορίσαμε την κύρια και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές διαδρομές έως τη θάλασσα και συντάξαμε ειδικό μήνυμα προς τις φρουρές των νεοκατακτημένων πόλεων κατά μήκος αυτών των διαδρομών, με εντολή να διευκολύνουν με κάθε τρόπο την προώθηση της αποστολής. Οι πόλεις σταθμοί της κύριας διαδρομής είναι η Βαβυλώνα, η Θάψακος, η Χαληβών, η Έμεσα, η Δαμασκός και η Τύρος. Στην τελευταία αυτή πόλη στείλαμε εντολή να ετοιμάσει την επιβίβασή μας στα κατάλληλα πλοία με τα οποία θα αποπλεύσουμε για την Αθήνα.

Εκτός όμως  από αυτά, είχαμε να τακτοποιήσουμε ένα σωρό τρέχουσες εκκρεμότητες της υπηρεσίας, μια που εκτός από μένα, και ο ίδιος ο Ολύνθιος έχει κατά νου να αφήσει τα Σούσα και να επιστρέψει στην προελαύνουσα στρατιά αμέσως μόλις η υγεία του θα το επιτρέψει και, σε κάθε περίπτωση, μέσα στους επόμενους θερινούς μήνες.  Ορισμένα από τα τρέχοντα θέματα, όπως τις εξελίξεις της ¨υπόθεσης των περσών πριγκίπων¨ θέλει να τις χειριστεί όντας κοντά στο κέντρο των αποφάσεων, όπου κι αν θα βρίσκεται αυτό φέτος το καλοκαίρι.

images-4

[1] Ξυήλη: Εγχειρίδιο των Λακεδαιμονίων (μήκος λεπίδας 30 έως 35 εκατοστά) προορισμένο για συμπλοκές ¨εκ του συστάδην¨.  Σύμφωνα με άλλους η ¨ξυήλη¨ ήταν ένα είδος δρεπανοειδούς εργαλείου χρήσιμου για το τρόχισμα των αιχμών των άλλων όπλων.

[2] Μόθαξ: Τέκνο Σπαρτιάτη με γυναίκα είλωτα. Στην Σπάρτη, λόγω της μόνιμης λειψανδρίας, το νόθο παιδί σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν δυνατό να εκπαιδευτεί και να ενταχθεί στο Λακεδαιμονικό στράτευμα

[3] Υπομείων: ¨Όμοιος¨ Λακεδαίμων που είχε πέσει σε δυσμένεια και έχασε το δικαίωμα να αποκαλείται πολίτης.

[4] Ο Βασιλιάς της Σπάρτης Άγις ο Γ΄ ενισχυμένος με χρήματα και πλοία από τους Πέρσες σατράπες Φαρνάβαζο και Αυτοφραδάτη, κατάφερε να συσπειρώσει τις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις σε αντιμακεδονικό κίνημα. Ηττήθηκε από τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και σκοτώθηκε στη μάχη της Μεγαλόπολης στα τέλη του 331 πΧ.

[5] Ε, ναι. Υπάρχει όντως ο (ιστορικού χαρακτήρα) μύθος που θεωρεί τον Καλλισθένη επινοητή της (γνωστής;) ¨Καλλισθενείου γυμναστικής¨.

[6] Κατά την κλασική αρχαιότητα οι περισσότεροι χάρτες σχεδιάζονταν με την Ανατολή στο επάνω μέρος. Εξ ου και η πορεία του Αλέξανδρου ήταν ¨ανάβαση¨, ενώ η πορεία των μυρίων (μετά την συμμετοχή τους στην ¨Κύρου ανάβαση¨) ήταν μία ¨κάθοδος¨.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ημερολογιακό – Οκτώβρης ’16

Posted by vnottas στο 9 Οκτώβριος, 2016

Είναι αλήθεια ότι έχω καιρό να σημειώσω εδωδά σκέψεις για κάποια από τα τρέχοντα γεγονότα, έτσι ώστε το παρόν ιστολόγιο (που έτσι κι αλλιώς απευθύνεται σε μερικούς καλούς φίλους και κάποιους ανεκτικούς περαστικούς) να εξακολουθήσει να έχει (συν τοις άλλοις) τη μορφή  ενός δημόσιου ημερολόγιου.

Επανορθώνω.

Στα μισά του Σεπτέμβρη έχασα μια καλή φίλη και απέκτησα μια υπέροχη εγγονή.

boula-damianakou

 Τη Βούλα Δαμιανάκου, μια από τις ωραιότερες μορφές του πνευματικού κόσμου του τόπου μας, την γνώρισα πριν μερικά χρόνια και είχα την τιμή να είμαι ένας από τους συμμετέχοντες στην παρουσίαση των τελευταίων της βιβλίων.

Με τη σύντροφο του Βασίλη Ρώτα είχα από τότε την ευκαιρία να κουβεντιάσω για ένα σωρό πράγματα, και να αισθανθώ την γοητεία που απέπνεαν όχι μόνο οι γραπτές αλλά και οι προφορικές της αφηγήσεις, για εποχές δύσκολες  και ηρωικές, δίπλα και μαζί με ανθρώπους που άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στην πνευματική ζωή και στους κοινωνικούς αγώνες της χώρας. Η Βούλα -έτσι ήθελε να την αποκαλούμε- υπήρξε μέχρι την τελευταία της στιγμή αισιόδοξη αγωνίστρια, ενώ τα κείμενά της γεμάτα ζωντάνια και ευγενές πάθος θα αποτελέσουν σίγουρα πολύτιμη πηγή για όσους θελήσουν να γνωρίσουν καλύτερα μια από τις δημιουργικότερες γενιές της πρόσφατης ιστορίας.  Στη κόρη της, την ζωγράφο Ελένη Βασιλοπούλου, θέλω να εκφράσω ακόμη μια φορά τα θερμά μου συλλυπητήρια.

*

Την ίδια εκείνη μέρα είχα σπεύσει στην Αθήνα για να γνωρίσω ένα μικρό άρτι αφιχθέν πλασματάκι που θα μου χάριζε την (άκρως επιθυμητή) ιδιότητα του (πρωτάρη) παππού. Τα ευτυχισμένα πρόσωπα του γιου μου, της νύφης μου, των λοιπών συγγενών, έφταναν για να πειστεί κανείς πως η έλευση της ζωής είναι το πιο χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο μυστήριο.

img%ce%b1_9545

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Δύο μυρμήγκια που χάθηκαν

Posted by vnottas στο 2 Οκτώβριος, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images-11

Δυο μυρμήγκια

είχαν χάσει τον δρόμο τους

το ένα βρέθηκε στην Αγία Πετρούπολή

το άλλο στο Λιτόχωρο

τον πρώτο καιρό μελαγχόλησαν

έφερναν διαρκώς στο νου τους

την πατρική μυρμηγκοφωλιά

στη μακρινή Τεγκουθιγκάλπα

εκεί στην άλλη άκρη της γης

μέχρι που σιγά-σιγά

συνήθισαν την παγκοσμιοποίηση.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »