Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο έκτο: Το παρελθόν του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 26 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έκτο

Όπου ο Οινοκράτης προσπαθεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία της ζωής του

 esopo

Ο Οινοκράτης κοιμάται υπό την επιρροή της αιρετικής (αυτοσχέδιας και πειραματικής) Χαχόμας. Ποιος ξέρει αν αυτά που θα περάσουν από το  μυαλό του απόψε θα τα θυμάται και αύριο, ή αν θα περάσουν κατ’ ευθείαν στο βασίλειο της Λήθης.

[Η Λήθη…; μα αυτή δεν είναι μια θεά που γνώρισε σε κάποιο πρόσφατο ταξίδι; Τέλος πάντων]. 

Άλλα τον απασχολούν αυτή την περίοδο, έτσι νομίζει. Του ζήτησαν να αφηγηθεί την ιστορία του. Αυτό αποτελεί μέρος του τυπικού της μύησής του στο σώμα των ¨αφανών¨. Η αφήγηση, του έχει πει ο Εύελπις χαμογελώντας με νόημα, πρέπει να είναι ειλικρινής και επαληθεύσιμη.

Να λοιπόν που ο Οινοκράτης πλέει σ’ έναν παράξενο κόσμο που ευνοεί (ευνοεί ή επιβάλλει;) τους αναστοχασμούς και τα ξεκαθαρίσματα. Ευκαιρία; Ίσως.

Μπορεί να ανασκοπήσει τις σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες της ζωής του (αν δεν κάνει λάθος στους υπολογισμούς -δεν κάνει: αισθάνεται περίεργα διαυγής- πρέπει να είναι πλέον περίπου τριάντα εφτά ετών).

Έχει πολύ καιρό να κάνει τέτοιου είδους ανακεφαλαίωση. Ίσως, όταν ξεκίνησε ακολουθώντας τον Εύελπι στο ταξίδι για την Ανατολή και την Εκστρατεία, να είχε κάνει παρόμοιες σκέψεις, αλλά συνήθως τις αποφεύγει. Ξέρει ότι εάν ένας δούλος αρχίσει να κάνει είτε ¨αντικειμενικούς¨ αναλογισμούς του παρελθόντος είτε ¨εφικτά¨ σχέδια για το μέλλον, αυτό σημαίνει ότι θέλει να προκαλέσει την Ειμαρμένη και ότι πάει γυρεύοντας.

Οι δούλοι, σκέφτεται, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν γεννήθηκαν στερημένοι, πρέπει να στήνουν από μόνοι τους το σκηνικό της ύπαρξής τους και να το πιστεύουν σαν να ήταν πραγματικό. Μόνο έτσι μπορούν -ίσως- να καταπιούν τις αντιξοότητες, τις αντιφάσεις και τα ζόρια της εξάρτησης.  Τα αντικειμενικά, τα ειλικρινή  και τα εφικτά ας τα αφήνουν για εκείνους που μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους.

Αν ένας δούλος -καταλήγει ο Οινοκράτης καθώς υπερίπταται της ζωής του- θέλει σώνει και καλά να κάνει κάτι, κάτι που να επιβεβαιώνει ότι υπάρχει, ή που να αφήνει κάποιο σημάδι ότι υπήρξε, πρέπει να το κάνει χωρίς στοχασμούς, σκέψεις και περιττά σχόλια.

Να το κάνει τελεία και παύλα! (…θα έλεγε αν τα σημεία στίξης είχαν ήδη επινοηθεί).

image002

Ωστόσο, τώρα που με τη βοήθεια του μαγικού υγρού μπορεί να ατενίσει την πορεία της ζωής του από ψηλά, αντιλαμβάνεται πως αυτή παίρνει πάλι στροφή.

…Και να που, ακόμη και εάν ο ίδιος θα προτιμούσε να το αποφύγει, του ζητούν να πει πράγματα για τον πρότερο βίο του!

Η κατάσταση ενέχει αναμφίβολα (εκτός από χρωματιστά χαχομικά νέφη) μια κάποια ειρωνεία: για να γίνει ένας από τους ¨αφανείς¨ του ζητούν να ανασύρει  από την ηθελημένη αφάνεια περασμένες περιόδους. Και μάλιστα με τρόπο ¨αντικειμενικό¨ και ¨επαληθεύσιμο!¨

Ας είναι.

images (6)

Ο Οινοκράτης αφήνεται να βυθιστεί για λίγο στον κόσμο του άλλοτε! Και προσπαθεί να μείνει στα σημεία που μοιάζουν στέρεα και δεδομένα.

Όπως, ας πούμε, ότι η πορεία της ζωής του ακολούθησε την κατεύθυνση Δύση – Ανατολή. Ξεκίνησε στις Συρακούσες, σε αυτή τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη ίσως πόλη της Μέσης Δύσης, συνεχίστηκε στην Αθήνα των φιλοσόφων και των ρητόρων και, εδώ και τέσσερα χρόνια διασχίζει την Ασία με τεθλασμένο τρόπο, αλλά πάντα, εν τέλει, με κατεύθυνση εκ δυσμών προς ανατολάς.  

Ο Οινοκράτης γεννήθηκε στις Συρακούσες. Δεν μπορεί να πει πότε ακριβώς ούτε με βάση τις ολυμπιάδες, που πάντοτε τον μπέρδευαν,  ούτε με βάση τους άρχοντες της Αττικής που ουδέποτε απομνημόνευσε ποιοι ήταν∙ ξέρει πάντως ότι όταν γεννήθηκε δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που την εξουσία στην σικελική μεγαλούπολη είχε αναλάβει ο Διονύσιος ο Νεότερος (τι να κάνει άραγε σήμερα αυτή η τυραννισμένη ψυχή; Να αληθεύει ότι τον έχουν μεταφέρει στην Κόρινθο όπου επιβιώνει διδάσκοντας φιλοσοφία;) Τότε, ο επίσημος τίτλος του Συρακούσιου ηγέτη, όπως και του ομώνυμου πατέρα του, ήταν ¨Στρατηγός Αυτοκράτωρ¨, αλλά ο Οινοκράτης ξέρει ότι στην Αθήνα τους αποκαλούσαν και τους δυο, επιτιμητικά και υποτιμητικά, ¨τυράννους¨.

assets_large_t_420_54035522

Οι πρώτες του αναμνήσεις είναι γεμάτες από γυναίκες. Όμορφες γυναίκες που τον φροντίζουν, του μιλάνε, παίζουν μαζί του. Η μητέρα του και άλλες. Τις θυμάται απαλές, τρυφερές, να τιτιβίζουν γύρω του μιλώντας και τραγουδώντας σε μια εύηχη γλώσσα φτιαγμένη από λέξεις που προέρχονταν, άλλες από το σικελικό ιδίωμα και άλλες από τα δωρικά ελληνικά των Συρακούσιων.

Όχι, μόνιμη ανδρική παρουσία δεν υπάρχει σε αυτό το ιδιόμορφο γυναικείο κοινόβιο, αν και, αραιά και πού, οι γυναίκες μπαίνουν σε κατάσταση συναγερμού και τελικά εμφανίζονται κάποιοι άνδρες, μεγάλοι, με πολυτελή χρωματιστά ρούχα και αξιοσέβαστες γενειάδες.

Ένας από αυτούς μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής των γυναικών και ιδιαίτερα της μητέρας του περισσότερο από τους άλλους. Δεν τον συνάντησε πολλές φορές και τον θυμάται μόνον αμυδρά. Δεν ήταν ντόπιος και ντυνόταν με τον τρόπο που, όπως θα διαπιστώσει αργότερα, συνηθίζεται στο κλεινόν άστυ των Αθηνών. Ήταν ψηλός και ευρυτενής  και, αν και δεν έμοιαζε στρατιωτικός, όλοι, οι γυναίκες και οι υπηρέτες, τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και ίσως με κάποιο φόβο.

Από ένα σημείο κι ύστερα έπαψε να τους επισκέπτεται. Ο Οινοκράτης όμως ξέρει ότι εξακολούθησε να τους προστατεύει από μακριά, μέσω των πολλών φίλων που είχε στις σικελικές αποικίες. Η μητέρα του τού εξομολογήθηκε πριν πεθάνει ότι σε αυτόν τον άνδρα οφείλει τις σπουδές του. Ο δάσκαλος μάλιστα που του έμαθε τα ιωνικά ελληνικά όπως τα μιλούν στην Αθήνα ήταν ένας από τους φίλους αυτού του ψηλού καλοστεκούμενου γηραιού άνδρα των παιδικών του αναμνήσεων. 

Ίσως η μητέρα του είχε σκοπό να του πει περισσότερα, ίσως είχε σκοπό να του μιλήσει ακόμη και για τον πατέρα του και να πάψει να ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμιά σημασία ποιος ήταν, αφού ο ίδιος ήταν ένα δώρο που της έστειλαν οι θεοί -έτσι τον διαβεβαίωνε στις στιγμές μητρικής τρυφερότητας-, αλλά ο θάνατός της ήταν πρόωρος και ξαφνικός. Σκοτώθηκε, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες του κοινοβίου, στα αιματηρά επεισόδια  που συνόδευσαν τις εξεγέρσεις εκείνης της περιόδου.

Η ζωή στις Συρακούσες τον καιρό εκείνο σπαραζόταν από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στους οπαδούς του Διονύσιου (του οποίου ο ομώνυμος πατέρας – προκάτοχος κυριάρχησε στην πόλη επί σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες) και  άλλους διεκδικητές που είχαν σωρευτεί κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου εξουσίας του Πρεσβύτερου. 

Βέβαια, στο πολιτικό παιχνίδι έπαιζαν κι άλλοι παράγοντες, όπως η μητροπολιτική Κόρινθος, οι σύμμαχοι των Συρακουσίων απ’ την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου και έκτοτε πανταχού παρόντες Λακεδαιμόνιοι, καθώς και οι πράκτορες των Καρχηδόνιων, των αιωνίων αντιπάλων (όσο κι αν ο πρεσβύτερος Διονύσης τους είχε περιορίσει στην δυτική άκρη της νήσου και όσο κι αν ο νεώτερος είχε συνάψει μαζί τους ειρήνη). 

aphrodite eros

Στο κοινόβιο, που τελούσε υπό την εποπτεία και την προστασία των αρχοντικών ανακτόρων, απ’ ό, τι θυμάται ο Οινοκράτης, οι γυναίκες δεν μιλούσαν πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μητέρα του προτιμούσε τον παλιό ηγέτη από τον καινούργιο (απ’ ό, τι φαίνεται, ο πατέρας Διονύσης  είχε ιδρύσει το κοινόβιο όπου διέμεναν με ασφάλεια οι γυναίκες που προσέφεραν ποικίλες μεν, πλην όμως άτυπες υπηρεσίες στην πόλη-κράτος), αλλά και ότι συμπαθούσε κατά κάποιο τρόπο τους εξεγερμένους. 

Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, αποτελεί ακόμη μια από της συνήθεις ειρωνείες της Μοίρας που η μητέρα του σκοτώθηκε όταν (ο Οινοκράτης ήταν τότε πάνω κάτω δέκα χρονών) οι εξεγερμένοι κατάφεραν να επιβληθούν, ενώ ο Διονύσιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην πόλη  των  Επιζεφύριων Λοκρών, στις ανατολικές ακτές της ηπειρωτικής Ιταλίας,  παίρνοντας μαζί του ό, τι μπορούσε από αυτά που θεωρούσε δικά του. Ανάμεσά τους και ό, τι είχε απομείνει από το κοινόβιο των γυναικών όπου συμπεριλαμβανόταν και ο μικρός, τελείως ορφανός πλέον, Οινοκράτης.

Ο μικρός συρακούσιος κατάφερε να πάρει μαζί του ένα μόνο πράγμα: ένα δακτυλίδι που ανήκε στη μητέρα του, αν και θα μπορούσε να χωράει μόνο σ’ ένα ανδρικό δάκτυλο. Ένα δακτυλίδι μ’ ένα ελληνικό γράμμα σκαλισμένο επάνω του. Ο Οινοκράτης μπορούσε να κάνει βάσιμες εικασίες, (αλλά τώρα που υπερίπταται της ζωής του  γλιστρώντας πάνω στα χαχομικά σύννεφα, είναι απολύτως σίγουρος)  ότι το όνομα του πατέρα του αρχίζει με αυτό το γράμμα: το άλφα. 

Οι Επιζεφύριοι είναι αποικία των Λοκρών της κεντρικής Ελλάδας και είναι γνωστοί, τόσο  για την ομορφιά των κατοίκων τους, όσο και για μια κάποια μητριαρχική παράδοση που είναι φανερή στα ήθη τους. Σύμμαχοι του πρεσβύτερου Διονύση δέχτηκαν, στην αρχή φιλικά τον γιο του, ο οποίος όμως δε δίστασε (ούτε δυσκολεύτηκε) να τους επιβάλει την προσωπική του επικυριαρχία ενόψει της προετοιμασίας για την από κοινού  στρατιωτική ανάκτηση των Συρακουσών.

Το πέρασμα από την θαλπωρή του γυναικείου κοινόβιου,  στην σχεδόν δωρική αυστηρότητα του στρατοπέδου όπου τον τοποθέτησαν προκειμένου να μαθητεύσει στα όπλα και την πειθαρχία, δεν ήταν εύκολο για τον μικρό Συρακούσιο. Ωστόσο είχε καταφέρει τελικά να προσαρμοστεί και, μεγαλώνοντας, να αναλάβει κάποιες ευθύνες και καθήκοντα στο στράτευμα. 

Ναι, είχε όντως υπάρξει για ένα διάστημα σιτιστής υπαξιωματικός στο πεζικό, ενώ αργότερα, ανήσυχος νέος- λάτρης της περιπέτειας, όπως είχε εξελιχθεί, ζήτησε να ενταχθεί στο ναυτικό σώμα που περιπολούσε τις ακτές των Επιζεφυρίων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο απόπλους και η προσέλευση των πλοίων στον Λιμένα, καθώς και η καταπολέμηση των πειρατών (κυρίως Ιλλυρίων) που λυμαίνονταν την Αδριατική.

Δεν ήταν τελικά μια ευτυχής επιλογή. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπολίας η τριήρης στην οποία επέβαινε έπεσε σε ενέδρα ισχυρής ναυτικής δύναμης που περισσότερο από πειρατική ήταν μάλλον οργανωμένη από τους γνωστούς Καρχηδόνιους, και αιχμαλωτίστηκε. Πράγματι, ήταν Καρχηδόνιοι οι έμποροι που τον ανέλαβαν και που τελικά τον μετέφεραν στον  Πειραιά προς πώληση.

Ο Οινοκράτης τα σκέφτεται όλα αυτά, αλλά κατά βάθος άλλα, πιο συνοπτικά και κατά τη γνώμη του πιο περιεκτικά, είναι εκείνα που εκφωνεί δυνατά, σαν να ήταν αυτήν τη στιγμή μπροστά  στην επιτροπή που θα τον εξετάσει. Τους λέει υψηλόφωνα και αποφασιστικά (αλλά δεν τον ακούει ούτε καν ο Χοντρόης που μακάριος  κοιμάται λίγες σπιθαμές παραπέρα):

¨Κύριοι, είμαι ο Οινοκράτης, ο από λάθος της Ειμαρμένης δούλος, κατά βάθος όμως ελεύθερος∙ επιλέγοντάς με κερδισμένοι είστε εσείς! ¨

Αλλά αφού δεν ξέρει πόσο θα εκτιμούσαν μια τέτοια λιτή διατύπωση προερχόμενη από κάποιον γνωστό για την  αυθόρμητη ευφράδειά του, εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει έναν άλλο τρόπο, συμβατό με το περίφημο ελληνικό μέτρο, για να εξωτερικεύσει τα (ενοχλητικά για τον ίδιο) βιογραφικά στοιχεία που του ζητούν αυτοί οι προνομιούχοι αφανείς των ¨υπηρεσιών¨.

Sxedio_04

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιγραφικό

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2016

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

β

Απαγωγές

Πήρα τον εαυτό μου και έφυγα

για μία ώρα περπάτημα

να φύγει η κοιλιά -γαλοπούλα με λευχαιμία-

στ’ αυτιά μουσική ουρλιάζει η Callas

περνούν αστικά που μέσα τους

κουβαλούν κόσμο

πηγαίνουν σε στρατόπεδα εργασίας

αδειάζουν και γυρνούν για άλλους

μόλις φτιαχτεί το μετρό θα παίρνουν πιο πολλούς

χρόνια τώρα, μας έχουν πάρει εξωγήινοι

μας μεγαλώνουν, μας τρέφουν, μας σπουδάζουν

μας δίνουν άλλες γλώσσες κι άλλα έθνη

όσοι ζουν παραπάνω νιώθουν τυχεροί

μας έχουν σε πολυκατοικίες

άλλες καινούργιες άλλες παλιές

ανάλογα με το μαρκάρισμα που έχουμε

μερικοί έχουν περισσότερο από ένα σπίτι

-αυτούς θα τους τελειώσουν  αργότερα-

Έχουν  χωρίσει τα στρατόπεδα σε ζώνες επιρροής

τρώμε σαν ζώα, ζώα απ’ τον πλανήτη μας

Αγαπιόμαστε, κάνουμε στρατούς

κι έχουμε πολλές θρησκείες

πολλοί από μας -εντελώς βλαμμένοι-

πιστεύουν  και σε άλλη ζωή

Εγώ εντάσσομαι στους ‘αμφισβητίες’

εμάς, -να ξέρετε- μας έχουν εντελώς  χεσμένους

διότι γνωρίζουνε οι φύλακές τους

ότι δεν πρόκειται να κάνουμε Επανάσταση

έχουμε έναν αόρατο καναπέ με μικροτσίπ

καρφωμένο στον  κώλο

κι έτσι μας παρακολουθούν διαρκώς….

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ποιητές στη Σκάλα του Μοδιάνου…

Posted by vnottas στο 17 Απριλίου, 2016

3f529e6606703fe223436812fecf6c28

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Πήγα στις 3 το μεσημέρι στ’ αεροδρόμιο να πάρω δυο σπουδαίους ποιητές που έρχονταν απ την Αθήνα με τις γυναίκες τους και παρκάρισα το σαράβαλο μου στη θέση των vip σκεπτόμενος πως αν ερχόταν τροχονόμος θάλεγα τη ψεματάρα μου – πως θα παραλάβω το Σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού-  και τράβηξα προς το παγκάκι που είχε και κάδο καπνιστή- απέναντι απ την έξοδο των αφίξεων -να κάνω το τσιγάρο μου. Το αεροπλάνο είχε μια ώρα  καθυστέρηση άρα οριακά θα προλαβαίναμε την εκδήλωση -στη Διεθνή Έκθεση του Βιβλίου- όπου θα μιλούσα μ’ ένα φίλο μου για τον έναν απ τους δυο ποιητές και το βιβλίο του.

Έκανα το τσιγαράκι μου κι είπα σ’ έναν άλλον δίπλα μου που καθόταν και κάπνιζε συνομήλικο μου περίπου ‘πως στο τέλος θα μας πυροβολούν γιατί καπνίζουμε’ και συμφώνησε ενώ απ’ την πόρτα των πληρωμάτων είδαμε νάρχεται μια ομάδα ιπταμένων που περνούσε από μπροστά μας με επικεφαλής μια γυναικάρα 1,80 που είχε στα μπράτσα της 4 σιρίτια –μίλαγε βιαστικά γαλλικά στους άλλους πίσω της- του λέω ‘μεγάλε, σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι γι αυτήν που είναι κυβερνήτης…’ απαντάει ‘αν σκέφτομαι  λέει’  και γελάμε.

Έρχονται οι ποιητάρες με τις γυναίκες τους στις 4 και 5΄ και τους βάζω στ’ αμάξι και τρέχω όσο τρέχει το κωλάμαξο να προλάβουμε να περάσουμε απ’ το σπίτι, να πάρουμε ένα αναψυκτικό και μετά πάμε στην εκδήλωση -οριακά  πάντα- κι ευτυχώς  βρίσκω να παρκάρω κι έχω την ηλίθια ιδέα να μπούμε στο ασανσέρ 5 άτομα, που μόλις κλείνει η πόρτα και πατώ όγδοο κατεβαίνει μισό μέτρο και μπλοκάρει.

Ντρέπομαι αφάνταστα που με τη μαλακία μου εγκλώβισα τους ποιητές μου και τις γυναίκες τους στο ασανσέρ -ευτυχώς πιάνει σήμα το κινητό- και περιμένουμε την Πυροσβεστική να μας απεγκλωβίσει, η εκδήλωση είναι στις 5, έρχονται τα παλικάρια της Πυροσβεστικής σ’ ένα δεκάλεπτο, μας βγάζουν απ’ το ασανσέρ και με τη ψυχή στο στόμα, ξαναμπαίνουμε στο σαράβαλό μου για την Διεθνή Έκθεση, όπου φτάνουμε με 5 λεπτά καθυστέρηση -πλην όμως- η προηγούμενη εκδήλωση θέλει 30 λεπτά για να τελειώσει και μου λέει η υπεύθυνη πως η καθυστέρηση οφείλεται σ’ έναν Αργεντινό συγγραφέα που άργησε ναρθεί κι αυτός κι έρχεται η καρδιά μου στη θέση της και όταν έρχεται η σειρά μας παρουσιάζουμε με άψογο τρόπο τον φίλο μας ποιητή και παίρνουμε χειροκροτήματα και το ίδιο βράδυ πηγαίνουμε σ ένα μαγαζί στη Μοδιάνο, όπου γινόμαστε μια μεγάλη παρέα κι ένας ψυχοπαθής δικηγόρος που παίζει όλα τα τραγούδια του κόσμου, φέρνει μια σκάλα μπογιατζή -διπλή δηλαδή, που την ονομάζει αυθαιρέτως κι επιτυχώς ‘Σκάλα του Μοδιάνου’, όπου αναβαίνουμε όλοι με τη σειρά -εγώ απήγγειλα Πούσκιν στα ρώσικα- και ο μέγιστος ποιητής Μάγιστρος της Ηπείρου τραγούδησε το ‘Γιάννη μου το μαντήλι σου’ και γενικά περνούμε μια καλοπέραση και γαμώ την ευχαρίστηση και σκεφτόμουν πως η ‘Σκάλα του Μοδιάνου’ είναι σαφώς πιο ειλικρινής από τη Σκάλα του Μιλάνου -όλο φρου φρου κι αρώματα- και πως οι φίλοι μου ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι παρά το γεγονός πως στην αρχή όλα πήγαιναν στραβά κι εγώ -έστω για λίγο ήμουν ευτυχισμένος…

MODIANO kentriki

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας απηυδισμένος Αμλετ και λίγος Μπρελ (σε επανάληψη)

Posted by vnottas στο 10 Απριλίου, 2016

Για τον  απηυδισμένο Άμλετ γράφει ο Ηλίας και από τους ¨Μπουρζουάδες¨ του Μπρελ (εδώ) επαν-αναρτάται η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά, γιατί κατά κάποιο (άγνωστο) τρόπο είχε εξαφανιστεί από την παλιά ανάρτηση. [Η βλάβη προς το παρόν αποκαταστάθηκε]

images (5)

O  άγριος Άμλετ

(Γράαφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ο Τάκης Στημένος τάχει παίξει. Έχει κλείσει τα 36 κι  ενώ ήταν τρία χρόνια άνεργος, τώρα καλείται να παίξει «Άμλετ» στον πρωτοποριακό θίασο το «άλλο όνειρο» ενός  σαρανταπεντάρη σκηνοθέτη ο οποίος είναι – κατά τον Τάκη και το σινάφι  των ηθοποιών- ‘πυροβολημένη αδερφή’ και θεατρική  ψωνάρα.

Επίσης ο Τάκης έκανε το λάθος να επιτρέψει στον σκηνοθέτη -πριν ένα εξάμηνο- να τον ‘ακουμπήσει’ μέσα σ ένα μπαρ και τώρα, είναι υποχρεωμένος να βρίσκει δικαιολογίες ώστε να μη του την ‘πέφτει’ μπροστά στους άλλους ηθοποιούς στις πρόβες, ούτε να τον χουφτώνει κάθε τόσο με τη δικαιολογία ,της ‘σκηνοθετικής κατεύθυνσης’ πάνω στον μονόλογο του Άμλετ, ενώ οι συνάδελφοί του το έχουν μυριστεί και το πείραγμα πέφτει σύννεφο.

Απόψε έχουν πρεμιέρα κι ο Τάκης στο καμαρίνι του προσπαθεί να συγκεντρωθεί, ξέρει πως στην πλατεία δεν έχει ούτε πενήντα θεατές -οι περισσότεροι με προσκλήσεις- ξέρει πως το έργο δεν θα κρατήσει ούτε βδομάδα, μέσα σ αυτή την κρίση των πάντων και πασών, ξέρει πως θα ξαναμείνει  άνεργος, ξέρει πως θα πρέπει να παραμείνει-άγνωστο για πόσο- στη θεία του την Αμαλία, στο δυάρι  του Κολωνού, ξέρει πως έχει αρχίσει να σιχαίνεται  όλο τον κόσμο, αλλά τελευταία και τον εαυτό του.

Κι ενώ ο ηθοποιός όταν ‘παίζει’ ,πρέπει να παραμένει απερίσπαστος απ’ όλα τα καθημερινά του προβλήματα, ο Τάκης Στημένος βρίσκει τον εαυτό του ξαφνικά περικυκλωμένο  από αφόρητους ηλίθιους, στους οποίους  ο  Σαίξπηρ  σίγουρα θα απαγόρευε την είσοδο στα έργα του κι ενώ αρχίζει στη Τρίτη πράξη, σκηνή πρώτη, να απαγγέλει τον μονόλογο του  «να ζει κανείς ή να μη ζει -αυτό είναι το ζήτημα- τι είναι ανώτερο στο πνεύμα, να υποφέρεις πετριές και βέλη άδικης τύχης, ή να κάνεις επανάσταση ενάντια σ’ ένα πέλαγο βάσανα και με την άρνηση τους να τους δώσεις τέλος..» σ’ αυτό το σημείο, μένει το χέρι του μετέωρο, κρατώντας την πλαστική νεκροκεφαλή, νιώθει εγκλωβισμένος στο ηλίθιο στενό μπλουτζίν [άποψη του βλάκα  σκηνοθέτη, γιατί που ακούσθηκε  Άμλετ  με μπλουτζίν και άρβυλα..] και σαν υπνωτισμένος απ’ ιερό καθοδηγητή τρομοκράτης, συνεχίζει τον Μονόλογο με δικά του λόγια όμως, που φεύγουν απ το στόμα του βροντώδη και πεντακάθαρα δηλαδή « ακούστε καθυστερημένοι και της πλατείας όλοι εσείς οι κοιμισμένοι, η  Επανάσταση δεν θα  έρθει με κλανιές και τα αβγά δεν βάφουν με  πορδές,  εσείς  θα μένετε διαρκώς  υπνωτισμένοι και στον ηλίθιο τον κόσμο σας κλεισμένοι…» κι εδώ σταματάει, μένει ακίνητος κοιτώντας την νεκροκεφαλή, και ξαφνικά σηκώνονται δύο απ την πρώτη σειρά φωνάζοντας υστερικά ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο’ κι αμέσως σηκώνονται κι οι πενήντα θεατές όρθιοι φωνάζοντας και χειροκροτώντας ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο..’ κι ο Τάκης Στημένος νιώθει πια, πως δεν έχει ελπίδα, με ό,τι τον περιβάλλει και φεύγει απότομα  απ τη σκηνή, ενώ στα παρασκήνια πέφτουν επάνω του και τον αγκαλιάζουν, ο  Πολώνιος  απ το Γαλάτσι, ο Κλαύδιος απ το Περιστέρι κι η Οφηλία απ τα Πετράλωνα, ο ηλίθιος πρωτοποριακός σκηνοθέτης που φωνάζει «μπράβο μωρό μου, τους   έσκισες  αγάπη μου κι ο Τάκης σαν χτυπημένος από άγριο θεριό λέει ψιθυριστά « ρε άντε γαμηθείτε όλοι σας βλαμμένοι..»

amlet-seminario-ket

***

Οι Μπουρζουάδες του Ζακ Μπρελ

Ανάγνωση της προσαρμογής στα Ελληνικά

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα!

Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα! (δοκιμές)

20071030145259E312_8402

Ο Οινοκράτης είναι κάπως αλλιώτικος αυτές τις μέρες, ο Χοντρόης το αντιλαμβάνεται και διατυπώνει την ανησυχία του:

 «Τεταμένην την υμετέραν όψιν φέρεις ω Οίνον Εκράτα. Τις ουν η της εντάσεως ταύτης αίτια εστί;»

Ο Οινοκράτης του στέλνει μισό χαμόγελο, αλλά δεν του απαντάει.

Πράγματι, παρά την (γνωστή) ¨φιλοσοφική¨ του προδιάθεση, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές τις μέρες είναι απολύτως ήρεμος.

Κοίτα κάτι μυστήρια πράγματα: η ενδεχόμενη ριζική αλλαγή της ζωής του τον απασχολεί λίγο, ενώ αυτή, η μόνον μία, ¨ημέρα της κρίσεως-μυήσεως¨ τον  ανησυχεί περισσότερο. Αλλά για όλα αυτά δε μπορεί να μιλήσει στον Χοντρόη, που στριφογυρίζει σαν σβούρα γύρω του, γιατί το πρώτο σίγουρο πράγμα που ξέρει για τις ¨υπηρεσίες¨ είναι ότι απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου (αν όχι δια μαχαίρας) να μιλάει γι αυτές με τους μη μυημένους. Εάν  ο Εύελπις ήταν εδώ, εντάξει, με αυτόν θα μίλαγε… και εκείνος θα του έδινε σίγουρα κάποιες συμπληρωματικές  διευκρινίσεις και θα τον καθησύχαζε. Αλλά πού ‘ντος; 

«Χοντρόη, πάψε να περιφέρεσαι και φέρε κάτι να πιούμε».

Ο Ασιάτης κουνάει το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και κατευθύνεται προς τα ράφια με τα οινοδοχεία, ανάμεσα στα οποία και μια μικρή λήκυθος  γεμάτη με την (οικιακής κατασκευής) «αιρετική χαχόμα».

«Όχι, όχι απ’ αυτό. Δεν είδες τι παρενέργειες προκάλεσε στο οινοποτείο; Δεν θέλεις να με δεις τέζα, να παραμιλάω, έτσι δεν είναι; Ή μήπως πονηρέ ασιάτη αυτό ακριβώς θέλεις; Μην αρχίζεις τα άπαπα, και τα πωπωπω! και φέρε κανονικό ελληνικό κρασάκι».

king-of-wine1

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, δεν έχουν ακόμη προλάβει να κουβεντιάσουν με ηρεμία (έπεσε πολλή αναμπουμπούλα τις τελευταίες μέρες) σχετικά με τα οινοποιητικά-χαχομοπαραγωγικά τους πειράματα, ούτε κάθισαν να βγάλουν τα απαραίτητα καταληκτικά συμπεράσματα από τα όσα (θεαματικά) συνέβησαν τις προάλλες στο οινοποτείον ¨Η ωραία Πατρίς¨.

Ο Οινοκράτης, για να ξεκολλήσει το μυαλό του από τη δοκιμασία στην οποία πρόκειται να υποβληθεί αύριο, στρέφει τώρα τις σκέψεις του σ’ αυτό το θαυματουργό ποτό, ή μάλλον στα θαυματουργά ποτά, μια που οι χαχόμες είναι δύο.

Η πρώτη, η γνήσια, δηλαδή εκείνη που βρήκαν στο κελάρι του σπιτιού εγκαταλειμμένη από τους πρώην ενοίκους και την οποία είχε -έως πρόσφατα- κατάσχει ο Εύελπις, εκτός από την απαράμιλλη γεύση της και την ικανότητά της να σε μεταφέρει ¨εν εξάρσει¨ σε αλλόκοτες σφαίρες της αισθητής πραγματικότητας, δεν έχει ακόμη επαρκώς αναλυθεί σχετικά με τυχόν άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τον Χοντρόη, μαζί με τον οποίο την είχαν δοκιμάσει όταν την ανακάλυψαν (τηρώντας μάλιστα όλες τις τελετουργικές προφυλάξεις), την έχει πιει μόνον ο ίδιος ο Οινοκράτης. Τώρα που τα ξαναφέρνει στο νου του όλα αυτά, του δημιουργείται η υποψία ότι η κατάποσή της δεν είναι άσχετη με τα παράξενα όνειρα που αναστατώνουν τις νύχτες του τον τελευταίο καιρό.

«Εσύ Χοντρόη, μετά που ήπιαμε Χαχόμα στο κελάρι, είδες κανένα όνειρο;» ρωτάει τον στρογγυλό του φίλο.

kreas-arxaia-ellada-509

«Παπαράδοξον!», κάνει απορημένος ο Πέρσης καθώς αφήνει στο τραπέζι μία μικρή οινοχόη και δύο κύλικες και τοποθετεί το ομόκεντρο σώμα του στον πάγκο απέναντι από τον Σικελό. «Ομοίαν ήθελον ερώτησιν υποποποβάλλη υμίν!»

«Γιατί; Είδες κάτι; Τι είδες;»

«Ενύπνιον ολοσχερώς μέλαν! Και δύσοσμον ώσπερ αι δάδαι αι κατακαίουσαι το έλαιον, το αυτοφυώς αναδυόμενον».

«Δηλαδή; Γίνε σαφέστερος».

 «Γιγνώσκεις την Ναφάθα; το μελανόν έλαιον;

«Νομίζω ότι ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Είδα ότι εδώ το χρησιμοποιούν στους φανούς και τις δάδες. Έχουμε και ‘μείς στη Σικελία. Αναβλύζει μαζί με κατράμι σε ορισμένα σημεία στις παρειές της Αίτνας, και βρωμάει. Οι ιερείς λένε ότι πρόκειται για τα απόβλητα ύδατα από τα εργαστήρια του Ηφαίστου».

«Άκουσόν με, ω Οίνον Εκράτα.  Ήτο η νυξ της καταποπόσεως. Ότε, εν μέσω της νυκτός, ιδού το ενύπνιον όπερ είδον: Απάπαντα μελανά εγεγόνεσαν! Επί ίσης ρευστά!  Και δύσοσμα! Μελανή ρυπαπαρότης προς Ναφάθα ομοιάζουσα την υφήλιον γαία πεπλημμύρησεν. Μελανός ο αήρ, μελανόν το ύδωρ, μελανόν το έδαφος.

Ανέμενον ότι ανησυχούντες οι άνθρωποι αντιδρώσιν… Πλην όμως ουδεμία αντίδρασις! Τουναντίον! Απαπάντες έχαιρον∙ τυφλοί τε  και αγνοούντες την ρύπανσιν, την δύσοσμον ελαιώδη ουσίαν ώσπερ χρυσόν ελάτρευον.

Αναπνέειν ου δυνάμενος αφύπνησον, ηγέρθην τε ανακουφισθείς ότι ουκ αληθή ταύτα έσονται ».

 «Περίεργο!» αναλογίζεται φωναχτά ο Οινοκράτης. «Κι εγώ, όταν με επισκέφτηκε ο Όνειρος εκείνο το βράδυ, αλλά και τις άλλες φορές που δοκίμασα τη Χαχόμα τη γνήσια, κάτι τέτοια ανακόλουθα όνειρα είδα. Αρχίζω να πιστεύω ότι τα προκαλεί αυτό το ποτό που βρήκαμε στο υπόγειο. Λες να θέλουν να πουν κάτι όλα αυτά; Λες να προφητεύουν πράγματα…;»

Ο Χοντρόης ακούγεται τώρα φοβισμένος.

«Λέγω, λέγω, τα μάλα λέγω, ω Οινον Εκράτα!» συγκατανεύει.  «Ποποτόν ιερόν τε θαυματουργόν εστί. Επί ίσης πιπικίνδυνον αποβεί δύναται».

138.256

«Αλλά και η άλλη Χαχόμα, εκείνη που φτιάξαμε μόνοι μας τις προάλλες, είδες τι χαμό προκάλεσε στο οινοποτείο! Φαίνεται ότι κάνει τους πότες να μιλάνε, να λένε ακόμα και εκείνα που μάλλον δε θα θέλανε να πουν.  Και μετά τους αποστέλλει αυτόματα στο βασίλειο του Μορφέα. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι αν θυμούνται τίποτε από όλα αυτά όταν ξυπνάνε…».

Ο Οινοκράτης ρίχνει ένα επίμονο βλέμμα, πρώτα στον Χοντρόη και μετά στο ράφι με τα οινοδοχεία, «…αλλά μπορούμε να το μάθουμε» συμπληρώνει, καθώς μια ιδέα ωριμάζει μέσα του.

Ο Πέρσης την διαισθάνεται (την ιδέα).

«Ουχί!» λέει.

«Ναι. Φερ την. Άλλαξα γνώμη».

«Αλλά, σοβαρήν τινά εργασίαν ες αύριον έξεις. Σύ είπας».

«Γι αυτό και θα χρειαζόμουν έναν καλό ύπνο. Αλλά, δυστυχώς δεν πρόκειται για μένα, εσύ θα πιείς. Εγώ θα είμαι ο παρατηρητής. Μη φοβάσαι, θα ρίξουμε μόνον ένα δακτυλάκι στο κρασί που έφερες. Εξάλλου είδες, ο Άρπαλος και οι δικοί του μια χαρά ήταν την άλλη μέρα».

«Ορθόν ουκ έσοιτο!», διαμαρτύρεται ο Χοντρόης.

«Είπα και ελάλησα!», κλείνει δημοκρατικά το ζήτημα ο Οινοκράτης.

dionisos

Ύστερα από λίγο.

Ο Οινοκράτης παρατηρεί και μετανιώνει που δε φρόντισε να μάθει επαρκώς τη γλώσσα των Περσών.

Και αυτό γιατί ο Χοντρόης ανεβασμένος τώρα πάνω στο τραπέζι αγορεύει ακατασχέτως (τύφλα να ‘χει ο Δημοσθένης). Και μάλιστα υπογραμμίζει τα λόγια του με άφθονες χειρονομίες που ούτε της ιταλικής σχολής να ήτανε, εγκαινιάζοντας έτσι μία νέα χειρονομούσα ρητορική που αγγίζει τα όρια της Τερψιχορείου Ορχήσεως. Ως εκ τούτου μοιάζει να λέει πράγματα ενδιαφέροντα, μόνον που τα αρθρώνει στην περσική γλώσσα, την οποία, αντίθετα με την ελληνική, φαίνεται να την μιλάει (κυριολεκτικώς) φαρσί.

Ο Σικελός προσπαθεί να παρέμβει φωνάζοντάς του: «Στα ελληνικά Χοντρόη, στα ελληνικά», αλλά ο Πέρσης δε του δίνει καμία σημασία. Μόνον όταν ο Οινοκράτης απηυδισμένος τον τραβάει από την ρόμπα και κινδυνεύει να κατρακυλήσει από το τραπέζι, αντιδρά παραπατώντας και λέει: «Ποι-ποι-ποι-ποίος εμέ πα-πα-παρενοχλείν;» και, πριν ο Οινοκράτης προλάβει να του απαντήσει, εκπέμπει ένα απροσδιόριστης σημασίας και γλωσσικής προέλευσης «Ουγκ!!!», και πέφτει, πρώτα στο τραπέζι και μετά στο πάτωμα, όπου μετατρέπει την χορογραφημένη του αγόρευση σε ένα υψηλής συχνότητας ροχαλητό.

Ο Οινοκράτης μένει για λίγο σκεφτικός. Η ένταση δεν τον έχει εγκαταλείψει. Κοιτάζει μια την οινοχόη και μια τον Χοντρόη που κοιμάται θορυβωδώς και μακαρίως…

Ύστερα, απλώνει το χέρι, πιάνει από το λαιμό το αγγείο, το αναστρέφει και ρίχνει μια γουλιά στον κύλικά του. Μετά τον σηκώνει ψηλά, προφέρει μια ευχή στο σικελικό ιδίωμα, και κατεβάζει με μιας το μείγμα. 

Ελπίζει, αν όχι άλλο, σε έναν γερό, βαθύ, αναζωογονητικό ύπνο.

images (2)

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Συναπαντήματα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μια πολύ όμορφη παράσταση (που πρόλαβα στο τσακ…)

Posted by vnottas στο 5 Απριλίου, 2016

12717334_1119003904785337_4678843012904512983_n

Τις προάλλες βρέθηκα σε μια ακόμη θεατρική παράσταση στο Δήμο Πυλαίας. Αυτή τη φορά στο θέατρο Ανατολή, από την ομάδα ¨Θεατρική Πύλη¨. Ήταν η τελευταία παράσταση της ¨Αυλής των θαυμάτων¨. Νόμιζα ότι τα θεατρικά κείμενα του Καμπανέλλη δε μπορεί παρά να είναι πλέον κάπως ξεπερασμένα. Έκανα λάθος. Όταν το ανέβασμα γίνεται με έμπνευση και πάθος από μια ομάδα εραστών της θεατρικής τέχνης όπως αυτή, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εκρηκτικά καλό.  Μπράβο τους. Ελπίζω η παράσταση να επαναληφθεί.

3821_1119005811451813_4983266806329329184_n

12115656_854624184652688_9208031732715884305_n

 

12122650_854623717986068_2684640476343017996_n

[Οι συντελεστές: Η σκηνοθεσία είναι του Ηλία Λουκάτου.
Παίζουν με σειρά εμφάνισης: Χρήστος Δελτσίδης – Γιάννης * Άντα Φαρμάκη – Βούλα * Πάτρα Μπαμπαράτσα – Μαρία * Ελίζα Ισαακίδου – Αννετώ * Κώστας Πλασταράς – Ιορδάνης * Πόλυ Κάζη – Αστά * Δέσποινα Ρετσινά – Ντόρα * Τάσος Παπαγεωργίου – Μπάμπης * Αντώνης Κακαμούκας – Στράτος * Εύη Αρβανιτίδου – Όλια *  Ηλίας Λουκάτος – Στέλιος * Γιάννης Καραβασίλης – Χαρτοπαίκτης * Νάσος Ισπιρούδης – Α’ Μηχανικός * Δάνης Παπαγεωργίου – Β’ Μηχανικός * Κώστας Τζούρτζιας – Ταχυδρόμος * Αντώνης Βασιλειάδης – Αστυνόμος

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ’, κεφάλαιο τρίτο. Ιππεύοντας προς την Περσέπολη

Posted by vnottas στο 4 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τρίτο: Ενέδρα στην Βασιλική Οδό

 γγ

Ο Εύελπις  διασχίζει έφιππος τη νότια Σουσιανή συνοδευόμενος από δύο μακεδόνες ιππείς που του παραχώρησε ο φρούραρχος των Σούσων, ο Μάζαρος. Το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη πάει μέχρι στιγμής μια χαρά, ο καιρός φαίνεται  καλός και στους σταθμούς η κατάσταση είναι πιο λειτουργική από το πως ήταν όταν πέρασε από κει, με αντίστροφη φορά, όχι πολύ καιρό πριν. 

Βέβαια, ο κύριος παράγοντας αναστάτωσης την τελευταία φορά ήταν το τεράστιο καραβάνι με τους θησαυρούς, τα εκατοντάδες υποζύγια, τους αγωγιάτες και τους συνοδούς οπλίτες, που ο ίδιος συνόδευε προς τα Σούσα. Τώρα, που η κατάσταση είναι πιο ομαλή μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα το πόσο καλά οργανωμένοι είναι οι περσικοί δρόμοι, καθώς και κατά πόσο οι δημόσιες οδοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Ακόμη και όταν η φύση έχει φροντίσει ώστε να υπάρχουν πλωτά ποτάμια ή προσιτές ακτοπλοϊκές διαδρομές, χρειάζονται βατοί και ασφαλείς δρόμοι, αλλιώς είναι ανώφελο να μιλάει κανείς για ¨μεγάλες χώρες¨ κι ακόμη περισσότερο για ¨αυτοκρατορίες¨.  

Ευτυχώς η πολεμική αναταραχή δεν έχει επηρεάσει καταλυτικά την περσική διοίκηση των οδών, καθώς οι μακεδόνες έχουν περιοριστεί στο να εγκαταστήσουν μικρές φρουρές στα κομβικά σημεία και έχουν, για την ώρα, επιβεβαιώσει στη θέση του το ντόπιο προσωπικό. Άλλωστε, απ’ ό, τι φαίνεται, η τεράστια διοικητική μηχανή των περσών έχει τη δική της ¨αδράνεια¨ και μπορεί να λειτουργεί για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς να είναι πολύ ευαίσθητη σε εξωτερικούς τρανταγμούς και ανισορροπίες.

assets_LARGE_t_420_54362327

Οι τρεις ιππείς δεν ζορίζουν τα άλογά τους, παρά τα αφήνουν να τρέξουν αβίαστα στα λιθόστρωτα τμήματα του δρόμου, ενώ τριγύρω το έδαφος έχει ήδη αρχίσει να πρασινίζει προοιωνίζοντας την επερχόμενη άνοιξη. Στο βάθος στα αριστερά διαγράφεται, χιονοσκεπές, το νότιο τμήμα της οροσειράς του Ζάγκρου. Πάνω από τις λευκές κορυφές, σε οριζόντια παράταξη εμφανίζονται τώρα κάποια μελανά σύννεφα, που προς το παρόν μοιάζουν μακρινά και ακίνδυνα.

Ο Εύελπις θέλει να πιστεύει ότι και πίσω, στα Σούσα, όλα θα πάνε καλά: ότι ο Καλλισθένης σύντομα θα αναρρώσει και ότι ο ίδιος, πριν από την αναχώρησή του, έπραξε όλα τα απαραίτητα ώστε οι εκκρεμότητες να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο. Ο Καλλισθένης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε λάβει μια νέα εκτενή επιστολή του Αριστοτέλη, του είχε δώσει, εκτός από έναν γραπτό χαιρετισμό που απευθυνόταν προσωπικά στον Βασιλέα,  μια μακρά επιστολή προορισμένη για τον Ευμένη τον Καρδιανό. Οι δύο πάπυροι βρίσκονται τώρα, συσκευασμένοι με προσοχή μαζί με τον λοιπό ταξιδιωτικό εξοπλισμό, μέσα στον σάκο που κρέμεται στο αριστερό πλευρό του αλόγου του, εξισορροπώντας την ασπίδα, που είναι στερεωμένη στο δεξί.

Ο Εύελπις έχει ακόμη φροντίσει πριν φύγει από τα Σούσα για τη δημιουργία μιας ομάδας ¨ειδικών καθηκόντων¨,  με επικεφαλής τον έμπιστο λόγιο μεταφραστή Νικία. Η ομάδα αυτή θα πρέπει, όχι μόνο να συλλέξει το συντομότερο ακριβείς και έγκυρες  πληροφορίες για τις διαδικασίες που έφεραν στον περσικό θρόνο τον σημερινό φυγά-αυτοκράτορα Δαρείο τον Κοδομανό (έξη χρόνια πριν, το ίδιο έτος που στη Μακεδονία ανέλαβε τα ηνία ο Αλέξανδρος), αλλά και να καταγράψει επείγουσα λεπτομερή έκθεση για τους τυχόν ακόμη ενεργούς διεκδικητές του θρόνου: ποιοι είναι, πού βρίσκονται αυτή την στιγμή, πόσο εκτιμάται η πραγματική δύναμη/εξουσία/κύρος που ενδεχομένως  ακόμη κατέχουν ανάμεσα στους ντόπιους ευγενείς και τους πληθυσμούς της περιοχής… και τα λοιπά. Η αλήθεια είναι ότι για όλα αυτά υπάρχουν πληροφορίες, μερικές απ’ αυτές ήδη συλλεγμένες από την εποχή του Φίλιππου, αλλά τώρα που οι Μακεδονικές υπηρεσίες έχουν ασύγκριτα καλύτερη επιτόπια πρόσβαση, μπορούν να τα ξαναδούν όλα με ακριβέστερη οπτική και να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Exopli6

Ο Εύελπις χαμογελάει γιατί του έρχεται στο νου μια ακόμη ¨επαφή¨ που είχε πριν αφήσει τα Σούσα. Ήταν η συνάντησή του με τον βαβυλώνιο ιερέα Μαρτούκη που, μαζί με τον λόγιο Ηρακλείδη από την Αμφίπολη, ασχολείται με την μετάφραση της στήλης του Χαμουραμπί (όπου είναι χαραγμένοι οι νόμοι του παλιού βασιλιά), στην παλιά πτέρυγα του θησαυροφυλακίου∙ τον  βαβυλώνιο, που όλοι θεωρούσαν ως έναν αφοσιωμένο και άξιο εμπιστοσύνης μελετητή, αλλά που ο Οινοκράτης είχε εντοπίσει ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην ύποπτη συγκέντρωση στο ναό του Μαρδούχ, μαζί με τον Ανάξαρχο, τον Άρπαλο και ποιος ξέρει ποιους άλλους.

Ο Μαρτούκης προσπάθησε για λίγο, στην αρχή, να κάνει τον άσχετο και το κουρεμένο γίδι (κορόγιδο), αλλά αμέσως μετά, χωρίς καν να χρειαστούν ιδιαίτερες απειλές ή υποσχέσεις από την πλευρά του Εύελπι,  κατάλαβε ότι τον συνέφερε να παραδεχτεί τη συμμετοχή του στη συγκέντρωση του ναού.

Είπε ότι τον είχαν προσκαλέσει λόγω των ειδικών νομικών του γνώσεων και θεώρησε καλό να συμμετάσχει, όσο κι αν ψιλοκαταλάβαινε ότι η σύσκεψη είχε μάλλον πολιτικό παρά επιστημονικό περιεχόμενο.

Πάντως, όσο κι αν αρχικά θεωρούσε ότι τέτοιες συναντήσεις βοηθούν στην κατανόηση και τη συνεργασία ανάμεσα στους ντόπιους και τους έλληνες, τώρα που ξέρει ότι η ελληνική διοίκηση τις δεν τις εγκρίνει, δεν πρόκειται, ά πα πα, να ξαναπατήσει σ’ αυτές.

Από τους συμμετέχοντες γνώριζε μόνο τους βαβυλώνιους ιερείς και -μόνον εξ ονόματος- μερικούς από τους οικονομικούς παράγοντες που προέρχονται από τα μέρη του, απ’ τη μεγάλη μεσοποτάμια πρωτεύουσα, τη Βαβυλώνα.

Ο Εύελπις θυμήθηκε τις ¨προειδοποιήσεις¨ του πέρση ανακτορικού ιερέα Αζάρη. Ίσως του παρουσιαζόταν μια ευκαιρία να επαληθεύσει προς τα που το πάει το βαβυλωνιακό ιερατείο. ¨Ας βάλουμε μπρος το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι¨, σκέφτηκε.

«Δεν χρειάζεται να πάψεις να συμμετέχεις σε αυτού του είδους τις συγκεντρώσεις», είπε με μειλίχιο ύφος στον Μαρτούκη.   «Αρκεί, πριν και μετά από κάθε μια από αυτές, να ειδοποιείς και να ενημερώνεις διεξοδικά τον άνθρωπο που θα σου υποδείξω. Εάν το πράξεις με συνέπεια οι σχέσεις σου με την διοίκηση θα παραμείνουν θετικές, εάν όχι, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα. Όλα μπορούν να σου συμβούν».

Ο Εύελπις συνόδευσε τις προειδοποιήσεις του μ’ ένα δυσερμήνευτο χαμόγελο, αλλά όταν παρατήρησε το χαμόγελο με το οποίο ο βαβυλώνιος αποδέχτηκε την πρότασή του, αναρωτήθηκε ποιος άραγε από τους δύο θα είναι τελικά ο γάτος και ποιος το ποντίκι.

Πάντως συμπλήρωσε: «Ο άνθρωπος στον οποίο θα δίνεις λεπτομερή αναφορά λέγεται Οινοκράτης και θα τον γνωρίσεις σύντομα».

Μια σκιά περνάει πάνω από τους καβαλάρηδες χλομιάζοντας την μέχρι τώρα φωτεινή μέρα. Οι μελανίες έχουν ταξιδέψει γοργά από την ανατολική άκρη του ορίζοντα ως τα εδώ και, φουσκωμένοι και μαυριδεροί, αρχίζουν να παρεμβάλλονται ανάμεσα στους ιππείς και το άρμα του Φοίβου. Τους συνοδεύουν εδώ και ’κει ριπές ανατολικού ανέμου.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο Εύελπις στερεώνει καλύτερα τον μανδύα στον ώμο του.

Οι σκέψεις του τώρα εστιάζονται στον πιστό του υπηρέτη. Πριν φύγει του είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να τον εντάξει -επάξια, αυτό δε χωράει συζήτηση- στις υπηρεσίες. Είχε οριστικοποιήσει αυτή την απόφαση τις προάλλες, μετά τις τελευταίες επιτυχείς παρακολουθήσεις του,  αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη αποδείξει, από παλιά, ότι διαθέτει οξύνοια, ετοιμότητα και κυρίως ότι μπορεί να του έχει κανείς εμπιστοσύνη.  Ο Καλλισθένης είναι ενημερωμένος και δεν έχει αντίρρηση.

Ο Μεγαρέας είχε εξηγήσει στον Σικελό ότι πρόκειται για την οργανική του ένταξη στον τομέα που έχει ως κύρια αποστολή τη συλλογή των πληροφοριών που κρίνονται ωφέλιμες για την επίτευξη των στόχων της εκστρατείας. Δεν χρειάστηκαν πολλές λεπτομέρειες∙ ο Οινοκράτης είχε ήδη σχηματίσει από μόνος του μια αρκετά καλή εικόνα για αυτές  τις δραστηριότητες.

Όμως, βέβαια, η ένταξη κάποιου στις υπηρεσίες δεν είναι υπόθεση μιας απλής εντολής. Υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες (ακόμη και κάποια τελετουργικά) που πρέπει να εφαρμοστούν. Έτσι τουλάχιστον επιβάλλει η παράδοση, η οποία ισχύει λίγο πολύ στα περισσότερα σύγχρονα στρατεύματα (αν εξαιρέσουμε τα τελείως βαρβαρικά που λειτουργούν ως αυθόρμητες ορδές), αν και, απ’ ό, τι ξέρει ο Εύελπις,  οι ρίζες των οργανωμένων κρυφών υπηρεσιών πρέπει να είναι λακεδαιμόνιες[1]

Τον κατατόπισε πάντως για μια σειρά τυπικές διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Ύστερα του διευκρίνισε ότι η πρώτη του αποστολή θα ήταν το να εποπτεύει διακριτικά τα όσα θα έπρεπε να συμβούν μετά την αναχώρηση του Εύελπι για την Περσέπολη.

Ο Οινοκράτης του διατύπωσε μία μονάχα ανησυχία. Αναρωτιόταν κατά πόσο τα νέα του καθήκοντα θα του επέβαλαν να απομακρυνθεί από τον κύριό του. Έχει, είπε, αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στον πατέρα Ευρύνου και δε θα ήθελε να τις αθετήσει.

Ο Εύελπις του απάντησε αρνητικά, αλλά και του εξήγησε πως αν όλα πάνε καλά από δω και πέρα, για ορισμένα βασικά πράγματα της ζωής του, ο Οινοκράτης, θα έπρεπε να παίρνει τις αποφάσεις από μόνος του.

akontismos2

 Στα νότια του κάτω Ζάγκρου η περιοχή έχει ξαφνικά σκοτεινιάσει,  πήρε να βρέχει, και η Βασιλική οδός έχει χάσει την κίτρινη ευθύτητά της. Σιγά σιγά, οι ρεματιές που φτάνουν ως εδώ από τα βουνά της οροσειράς, αρχίζουν να μετατρέπονται σε χειμάρρους και να βρυχώνται απειλητικά, ενώ σε πολλά σημεία τα νερά σκέπασαν ήδη την επιφάνειά του δρόμου, κρύβοντας τις ανωμαλίες και δυσκολεύοντας τον καλπασμό των τριών ιππέων.

Ο Εύελπις κάνει νόημα στους δύο καβαλάρηδες που τον ακολουθούν ότι θα πρέπει να σταματήσουν στο πρώτο κατάλυμα που θα βρουν, ανεξάρτητα αν αυτό είναι κανονικός σταθμός ανεφοδιασμού ή όχι. Ύστερα χαϊδεύει καθησυχαστικά τον λαιμό του αλόγου του, που απ’ ό, τι φαίνεται δεν είναι μαθημένο σε βροντές, νεροποντές και μουσκέματα.

Είναι ένα γκρίζο άτι που το απόκτησε σε αρκετά αλμυρή τιμή κάπου στη νότια Συρία κατά την επιστροφή της στρατιάς από την Αίγυπτο, ύστερα από επίμονες προτροπές του Οινοκράτη.  Ο υπηρέτης του, ισχυριζόταν ότι είχε μάθει από σίγουρες πηγές πως τα άλογα της περιοχής των Αράβων έχουν εξαιρετικές ικανότητες, αλλά ο Εύελπις δεν πείσθηκε παρά μόνον όταν συμφώνησαν και οι Θεσσαλοί φίλοι του, οι μόνοι έλληνες που θεωρούνται ειδικοί στα άλογα, ότι το συγκεκριμένο άτι ήταν καλό.  Ο Οινοκράτης ήταν και ο ονοματοδότης του ζωντανού,  το είχε αποκαλέσει ¨γοργόν ως βέλος¨ και το ¨Βέλος¨ του έμμεινε ως όνομα.

663004-lightning_strike_680_275061_34N231

Η λάμψη και  ο θόρυβος ενός κεραυνού κάπου εκεί κοντά επαναφέρουν τον Μεγαρέα στην ζόρικη (οδική) πραγματικότητα. Ο καιρός έχει αγριέψει ακόμη περισσότερο.

Ο Εύελπις διακρίνει στα δεξιά του δρόμου πίσω από μια συστάδα ψηλών καλαμιών ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπάρχει μια πλίνθινη αγροτική κατασκευή, πιθανότατα μια αγροικία, οπότε τραβάει τα ηνία του αλόγου του και σηκώνει το χέρι δείχνοντάς την στους ακόλουθούς του. Εκείνοι του κάνουν νεύμα ότι την είδαν κι αυτοί και έτσι, τώρα, η μικρή ομάδα εγκαταλείπει την κύρια οδό και παίρνει ένα παράπλευρο ανηφορικό μονοπάτι προς την κατεύθυνση του κτίσματος. Διασχίζουν με δυσκολία την συστάδα με τα καλάμια, ενώ οι ριπές του ανέμου που τους περιτρέχει τρυπώνουν ανάμεσα στα σπαθωτά φύλλα προκαλώντας περίεργα  σφυρίγματα που, μαζί με τους ήχους της απρόοπτης μπόρας, συνθέτουν αλλόκοτες άγριες μελωδίες. Οι τρεις ξεπερνούν τα καλάμια και, όντως, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει τώρα αδρά μέσα στη ομιχλώδη γκριζάδα. Στην κορυφή του, το κτίσμα δείχνει να είναι γερό και σε θέση να εποπτεύει το τμήμα εκείνο της Βασιλικής οδού.

Μια κραυγή που προέρχεται από έναν από τους δύο συνοδούς φτάνει ως τα αυτιά του Εύελπι, αλλά ο θόρυβος του ανέμου τον εμποδίζει να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ευτυχώς όμως, υπάρχει κάποιος που την καταλαβαίνει, με τον τρόπο του βέβαια, και αντιδρά. Η αντίδραση αυτή  θα αποδειχθεί ευεργετική για τον λόγιο από τα Μέγαρα.

Εκ των υστέρων βέβαια, ξέρουμε ότι ο συνοδός κραύγασε τη λέξη  ¨βέλος!¨, ότι η κραυγή αυτή αποτελούσε προειδοποίηση προς τον Μεγαρέα και σήμαινε ¨πρόσεχε, ένα βέλος κατευθύνεται ίσια πάνω σου¨, ενώ τα αυτιά που την συνέλαβαν πλήρως ανήκαν στο ομώνυμο άλογο. Το αραβικό άτι θεώρησε ότι κάποιος το φωνάζει με ένταση και, ακούγοντας την κραυγή θεώρησε καλό, για μια τόση δα στιγμή, να ανακόψει τον ανηφορικό βηματισμό του. Έτσι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια φαρμακερή σαϊτιά έχασε κατ’ ελάχιστον το στόχο της και πέρασε ανάμεσα   στον Εύελπι και τον αυχένα του ζωντανού, για να καταλήξει άπραγη ανάμεσα στις καλαμιές.

Ο Μεγαρέας καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως ότι υπήρξε στόχος εκηβόλου όπλου. Αφιππεύει αστραπιαία, τραβάει την ασπίδα από το πλευρό του αλόγου και σπρώχνει το ζώο μακριά του, πίσω στα καλάμια. Ένας ιππέας πρέπει να προστατεύει το άλογό του από τις ύπουλες, αλλά και από τις άστοχες, σαϊτιές των τοξοτών.  Τον ίδιο άγραφο κανόνα των καβαλάρηδων έχουν ακολουθήσει και οι δύο συνοδοί∙ έχουν ξεπεζέψει και τον πλησιάζουν τώρα σκυφτοί δημιουργώντας με τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες τους ένα στοιχειώδες προκάλυμμα ενάντια στις σαίτες που εκτοξεύονται τώρα πυκνότερες από την μεριά του κτίσματος.  

«Ενέδρα, και δεν ξέρουμε πόσοι είναι»,  συνοψίζει την κατάσταση ο Εύελπις. «Πιθανότατα είχαν σκοπό να μας χτυπήσουν παρακάτω, στο σημείο που ο δρόμος πλησιάζει πολύ  στον λόφο, αλλά όταν μας είδαν να αλλάζουμε πορεία και μάλιστα να κατευθυνόμαστε προς το μέρος τους, μας επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση». 

«Το κακό  είναι ότι από ‘κει πάνω μπορούν να ελέγχουν μεγάλο κομμάτι του δρόμου» παρατηρεί ένας από τους συνοδούς, ένα γεροδεμένο παλικάρι που είχε φτάσει στα Σούσα με την τελευταία φουρνιά ενισχύσεων από την Πιερία,  «οπότε, ακόμη κι αν καταφέρουμε να συμμαζέψουμε τα άλογα και να επιστρέψουμε στην βασιλική οδό, έτσι και εξακολουθήσουμε την πορεία προς την Περσέπολη, θα εκτεθούμε άμεσα στις βολές τους».

Ο νεαρός έχει δίκιο, σκέφτεται ο Εύελπις. Η μόνη σχετικά ασφαλής διέξοδος θα ήταν να γυρίσουν πίσω στο δρόμο και μετά ακόμη πίσω προς τα δυτικά, ελπίζοντας ότι οι τοξότες δεν θα τους ακολουθήσουν έφιπποι ή, τουλάχιστον, ότι έφιπποι δεν θα είναι αρκετά καλοί στο σημάδι.

Ύστερα θα μπορούσαν να αναζητήσουν βοήθεια στο πλησιέστερο μακεδονικό φυλάκιο -το τελευταίο το είχαν συναντήσει σχεδόν μια μέρα πορεία προς τα πίσω- και να επιστρέψουν εδώ με ενισχύσεις. Βέβαια, είναι πιθανό ότι τότε, οι τοξότες θα έχουν κάνει φτερά και εκείνο που θα μένει από την επίθεση δε θα είναι παρά μια σειρά εικασιών και υποθέσεων: καραούλι τυχαίων ληστών, έναρξη ένοπλης αντίστασης των ντόπιων ή ενέδρα κάποιων που τα έχουν συγκεκριμένα (και θανάσιμα) μαζί του;

Εν τέλει η ιδέα της υποχώρησης μπροστά στην πρώτη κακοτοπιά δεν του αρέσει καθόλου.

«Ας κάνουμε πίσω ως τα καλάμια ώστε να έχουμε προστατευμένα τα νώτα μας, και ας περιμένουμε», λέει. «Δε θα μας τοξεύουν επ’ αόριστον. Ίσως προτιμήσουν να αναμετρηθούν από κοντά∙ ας πάρουμε μια ιδέα για το πόσοι είναι». Οι δύο συνοδοί γνέφουν καταφατικά και η τριάδα συσπειρωμένη πίσω από τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες υποχωρεί με μικρά βήματα ως τον καλαμώνα.

images (3)

Η θύελλα έχει  κάπως αποδυναμωθεί δίνοντας τη θέση της σε μια ψιλή σποραδική βροχή, ενώ εγκάρσιες χαρακιές ήλιου αρχίζουν να διασχίζουν τα σύννεφα αποδομώντας τα. Ύστερα  από λίγο οι σαϊτιές από τον λόφο σταματούν και  οι θύρες του κτίσματος ανοίγουν. Ένα μικρό κομμάτι ήλιου ανακλάται στις πανοπλίες των οπλιτών που εμφανίζονται εκεί πάνω. Οι ενδυμασίες και ο οπλισμός τους (έχουν αφήσει τα τόξα και κραδαίνουν τώρα σπάθες, ακόντια και μικρές ασπίδες) είναι σίγουρα ανατολίτικος. 

«Τέσσερεις, πέντε, έξη…» τους μετράει ο Εύελπις. «Δύο στον καθένα… Και δεν είναι παρά τοξότες».

«Δεν υπάρχει πρόβλημα», συμφωνεί και ο νεαρός από τα Πιέρια όρη, ενώ ο άλλος σωματοφύλακας, ένας ψηλός ψημένος στρατιώτης που απ’ ό, τι φαίνεται δεν έχει και τόση εμπιστοσύνη στις πολεμικές αρετές του λόγιου που συνοδεύουν, κάνει μερικά βήματα εμπρός, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει πρώτος όποιον τολμήσει να πλησιάσει.

Circle of Spring Flowers

Οι επιτιθέμενοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κατηφόρα ώστε να αυξήσουν την ορμή της επίθεσής τους, αλλά τα βρεμένα χόρτα είναι γλιστερά και δυσκολεύουν την καλή επαφή με το έδαφος. Έτσι η κάθοδός τους επιταχύνεται πέραν του δέοντος και  οι ενστικτώδεις κινήσεις που κάνουν προκειμένου να διατηρήσουν την ισορροπία τους κουτρουβαλώντας, δημιουργεί ένα ελαφρώς κωμικό θέαμα.

Οι δύο πρώτοι που φτάνουν τους αμυνόμενους απωθούνται και εξουδετερώνονται εύκολα από την ασπίδα και το ξίφος του ψηλού σωματοφύλακα, ενώ  ο νεαρός Πιέριος παραμερίζει την τελευταία στιγμή (με μια κίνηση που θυμίζει Κρήτη και τους περίφημους χορούς με τους ταύρους)  αφήνοντας τον αντίπαλό του  να πέσει άτσαλα, πρώτα πάνω στις καλαμιές και μετά στο βρεμένο χώμα.

Ένας άλλος φτάνει μπροστά στον Εύελπι με το δόρυ του προτεταμένο, αλλά την τελευταία στιγμή  είναι υποχρεωμένος, αντί να το εξακοντίσει, να το ακουμπήσει στο έδαφος σαν να ήταν μπαστούνι, προκειμένου να μη γλιστρήσει. Ο Μεγαρέας επωφελείται και με μια καλοζυγισμένη σπαθιά κόβει το αυτοσχέδιο στήριγμα στα δύο, και μετά δίνει μια συμπληρωματική  σπρωξιά στον επιτιθέμενο που πέφτει τυλιγμένος στα δύο, όμοιος με τη σφαίρα του γνωστού παιδικού αθλήματος ¨λακτίζειν¨.  

Δύο από τους ανατολίτες που έχουν καταφέρει να αναχαιτίσουν την γλίστρα και βρίσκονται ακόμη αρκετά μακριά από τους έλληνες, κάνουν τώρα απεγνωσμένα νοήματα προς την αγροικία πάνω στο λόφο. Προφανώς ζητούν ενισχύσεις. Οι από πάνω δεν αργούν να αντιδράσουν. Σε λίγο, ένας ένας,  εμφανίζονται στην κορυφή καμιά δεκαριά ακόμη ένοπλοι, που με προσεκτικές, αργές κινήσεις αρχίζουν να κατεβαίνουν την πλαγιά σχηματίζοντας μια καμπύλη μέσα στην οποία, είναι φανερό ότι στοχεύουν να θηλυκώσουν τους ‘Ελληνες.

«Μα τον Δία τον Αστραποβρόντη, τα πράγματα σκουραίνουν», αποφαίνεται ο έμπειρος παλιός στρατιώτης.

«Μα τις εννέα κεχαριτωμένες κόρες του, έχεις δίκιο», συμφωνεί ο νεότερος.

Ο Εύελπις συνοφρυώνεται. Απεγνωσμένη άμυνα ή  εσπευσμένη φυγή; Τα ενδεχόμενα δεν είναι πολλά και ο χρόνος για να πάρει μια απόφαση ελάχιστος.

1238.w.600

[1] Όσο και αν πριν απ’ την επικράτηση των Σπαρτιατών στον πελοποννησιακό πόλεμο, πολλές πλευρές της ζωής, των ηθών και της πολιτειακής τους οργάνωσης ήταν καλυμμένες από τα πέπλα επικών μύθων (που διέπονταν από ανδρεία, δύναμη, γενναιότητα), όταν μετά τη νίκη χρειάστηκε να εξάγουν τα πρότυπά τους προς άλλες πόλεις, οι λοιποί Έλληνες ανακάλυψαν με έκπληξη ότι ο χαρακτήρας των Λακεδαιμονίων δεν απέκλειε, κάθε άλλο, την ύπαρξη μη ηρωικών θεσμών, όπως για παράδειγμα εκείνον της Κρυπτείας.  Όταν επρόκειτο για την επιβίωση της Πόλης και την διάσωση των πατροπαράδοτων αρχών που ρύθμιζαν τη ζωή των Ίσων, οι Σπαρτιάτες ήταν τελείως απροκατάληπτοι και οι μυστικές και εκτός κανόνων δραστηριότητες  ήταν απολύτως επιτρεπτές. Αρχικά, οι μυστικές δραστηριότητες της  ¨Κρυπτείας¨ είχαν ως στόχο την εξασφάλιση της υποταγής των ειλώτων, αλλά στη συνέχεια φαίνεται ότι έγιναν σημαντικό εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Σπάρτης.

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο ¨Ω Χαχόμα!¨)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Χαλασμένος βρικόλακας

Posted by vnottas στο 3 Απριλίου, 2016

dracula

(Από τον Ηλία Κουτσούκο)

*

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι μικροί-μεγάλοι μιλούσαν

σ’ ένα μαύρο ή ασημί γυαλιστερό κουτί.

Κάποιους που ακολούθησε  βάδιζαν βιαστικοί

κατεβαίνοντας μαγικές σκάλες

ακίνητοι σχεδόν, φθάνοντας  σε μεγάλο

φωτισμένο υπόγειο

κι ύστερα έμπαιναν στα σωθικά

ενός τεράστιου σκουληκιού

που έφευγε αθόρυβο και μετά ερχόταν άλλο

κ ι άλλο, κι άλλο.

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι κάπου πήγαιναν

ή  έμπαιναν σε κομψές μεταλλικές άμαξες

δίχως άλογα.

Είδε γυναίκες ξεδιάντροπες

να πίνουν  ζουμιά σε πεζοδρόμια

χασκογελώντας

δίχως υπηρέτες ή αφέντες γύρω τους.

Ζαλισμένος στάθηκε

να πάρει μια ανάσα απ’ το μουχλιασμένο

αιώνες τώρα στήθος του

στην άκρη μιας εκκλησίας

δίπλα σε μια γριά με απλωμένο χέρι…

Τότε αυτή τον κοίταξε με μίσος

απ’ το ασπράδι του ματιού της

και του φώναξε:

«Να τσακιστείς να πας αλλού καταραμένε… εδώ είναι

το πόστο μου. Όταν περάσει ο  Ρομάν

 το βράδυ να με πάρει,

θα του το πω και θα σε κάνει φέτες…»

***

σσ

*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αυτοβιογραφικό

Posted by vnottas στο 2 Απριλίου, 2016

Ο Νίκος ξεκίνησε χτες σε ανιχνευτική αποστολή στην νέα δεκαετία της γενιάς μας. Τον πήρα τηλέφωνο για να του ευχηθώ χρόνια καλά και αίσια έκβαση της αποστολής. Ακολουθούμε πλήρεις εμπιστοσύνης.

(Ανάμεσα στις σελίδες του Νίκου, μπροστά μου, υπάρχει και το ακόλουθο παλιότερο ποίημά του που συνταιριάζει και που νομίζω ότι δεν έχω αναρτήσει).

β

 

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

 

Αυτοβιογραφικό

Μία Δευτέρα του 1946

πρωταπριλιά ήταν

έλαβα θέση κι εγώ

στην αφετηρία εκκίνησης

της λύσης του αινίγματος.

Πέρασαν τα χρόνια

κι ακόμα πορεύομαι αμήχανος

γεμάτος απορίες

καθώς οι ανισόπεδες διαβάσεις

δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο

το περίπλοκο εγχείρημα.

Ξέρω μόνο πως αποφασίζουν άλλοι

για την τύχη μου

ίσως κι εγώ για κάποιους απ’ αυτούς.

Γνωρίζω ακόμα πως ο καθένας

τελικά είναι ακριβός και μόνος.

Τέλος έμαθα πως τα μυστικά

δεν κρύβονται στους ίσκιους

αλλά συνήθως στο ξετσίπωτο φως.

Γεννήθηκα εδώ

στα χαλάσματα που γράφω τώρα

και ταλανίζομαι από το μύθο

της αιώνιας αλήθειας.

Τα βυσσινί μάτια της βοκαμβίλιας

του κήπου μου

γεμάτα από ήλιο

απλώς μου επιβεβαιώνουν

καθώς λιγοστεύει ο χρόνος μου

πως το αίνιγμα του κόσμου

είναι αξεδιάλυτο

γι αυτό συναρπαστικό κι ωραίο

όπως ακριβώς της πρωταπριλιάς του 1946

που πήρα θέση στη γραμμή εκκίνησης.

γ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δεύτερο. Ο Οινοκράτης προάγεται.

Posted by vnottas στο 24 Μαρτίου, 2016

esopo

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο δεύτερο: Πως πήρε ο Οινοκράτης την αναβάθμισή του

Στην αρχή ο Οινοκράτης δεν το πήρε καλά που όλοι έφευγαν από τα Σούσα εκτός απ’ τον ίδιο. Πρώτα τον ενόχλησε που αναχώρησαν βιαστικά ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Για να τα λέμε όλα, ιδιαίτερα  το Πουλχερίδιον. Αν ο νεαρός Θεσσαλός  αξιωματικός θα έπρεπε να φύγει για λόγους καθήκοντος, ποιος ο λόγος να φύγει άρον άρον και η γοητευτική μικρή σουρπουίτσα;

Παρ’ όλα αυτά φρόντισε να τους ετοιμάσει τα απαραίτητα εφόδια για το ταξίδι και εκείνο το πρωί -τί πρωί, δεν είχε ακόμη καλοφέξει κι ένα υγρό γκρίζο πέπλο σκέπαζε ακόμη τα Σούσα- τους αγκάλιασε, τους φίλησε σταυρωτά και τους δύο και τους ευχήθηκε οι θεοί των ταξιδιωτών να τους παραστέκονται και να τους προστατεύουν.

Αλλά, σαν να μην έφτανε η αναχώρηση των δύο νέων, ο Εύελπις τον ειδοποίησε ότι και εκείνος επρόκειτο να φύγει για την Περσέπολη μέσα στις επόμενες μέρες. ¨Μόνος σου; Μετά την απόπειρα;¨ είχε απορήσει ο Οινοκράτης. ¨Τρόπος του λέγειν!¨, είχε απαντήσει ο Μεγαρέας προκαλώντας έναν αδιευκρίνιστο μορφασμό του υπηρέτη. ¨Θα πάρω μαζί μου έναν – δυο ιππείς… Θα έχω προστασία, μην ανησυχείς¨.

Προς στιγμήν ο Οινοκράτης αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένος. Τι στην ευχή  ¨ακόλουθος¨ ήθελε να πιστεύει πως είναι, αν ο αφέντης του ξεκινούσε για ταξίδι χωρίς αυτόν, άρα μοναχός και αβοήθητος;

Γιατί ο Οινοκράτης θεωρούσε  ότι ο ρόλος του δίπλα στον Εύελπι δεν ήταν βέβαια εκείνος του οποιουδήποτε αδιαφοροποίητου δούλου, ούτε ενός απλού θεράποντα ¨οικέτη¨, αλλά ενός τέως παιδ-αγωγού, που έχοντας συμβάλει στη δημιουργία ενός άρτιου άνδρα, μπορούσε πλέον να αναλάβει τον τιμητικό ρόλο του προστάτη ¨ακόλουθου¨.

Όμως αυτές οι ανησυχίες εξαλείφθηκαν όταν, στη συνέχεια, ο αφέντης τον ενημέρωσε για τις γενικότερες προθέσεις του, μερικές από τις οποίες αφορούσαν άμεσα τον πολυπράγμονα υπηρέτη.

Ε, ναι! Η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και αλλαγές.

Ακόμη και η ζωή ενός δούλου μπορεί να κρύβει κάποιες στιγμές κατά τις οποίες είναι δυνατό να συμβούν πράγματα απρόσμενα!  

mercgrec

Καθώς άκουγε τις αποφάσεις του κυρίου του, ο Οινοκράτης ξέχασε την όποια πρωινή δυσαρέσκεια κι ένα πλατύ χαμόγελο αναρτήθηκε στο μελαχρινό του πρόσωπό: Στο μέλλον του ανάτελλε κάτι  νέο κι ανέλπιστο.

Εντάξει, γνωρίζοντας καλά τον Εύελπι ήξερε ότι κάποια αμοιβή για τον δημιουργικό ζήλο που είχε επιδείξει τις τελευταίες μέρες ήταν αναμενόμενη. Αλλά την επίσημη ένταξή του -ως δόκιμο μέλος- στις αφανείς υπηρεσίες; όχι, αυτήν ειλικρινά δεν την περίμενε. 

Ο Οινοκράτης γνώριζε ότι οι Υπηρεσίες μπορεί να μην έχουν και τόσο σαφείς αρμοδιότητες, αλλά ήταν βέβαιος ότι διαθέτουν αδιαμφισβήτητη  -έστω και αν καλυμμένη- εξουσία. Είναι ένα σώμα στο οποίο είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να ενταχθεί ένας δούλος. Εάν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, αποτελεί, όχι μόνο μια τιμητική επιλογή και μια επίσημη αναγνώριση αλλά και ένα αποφασιστικό σκαλοπάτι προς την πλήρη χειραφέτηση του επιλεγέντος. Σίγουρα πράγματα!  

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο Οινοκράτης δεν ενδιαφερόταν και τόσο έντονα για την επίσημη ανακήρυξη της ελευθερίας του. Ο Οινοκράτης, μέσα του, είχε μια εγγενή τάση να  ¨φιλοσοφεί¨, τόσο τις αντιξοότητες, όσο και τις εκπλήξεις της ζωής. Έτσι, εδώ και καιρό είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι την όποια ανεξαρτησία την κερδίζει κανείς με καθημερινό ¨αγώνα παρουσίας¨. Ακόμη και ένας  αιχμαλωτισμένος δούλος.

 Βασικά αυτό σημαίνει να καταφέρνεις να έχεις άποψη για ό, τι συμβαίνει γύρω σου, να προσπαθείς να κοινοποιήσεις αυτήν την άποψη στους άλλους και, όποτε αυτό δεν είναι πρακτικά αδύνατο, να τη βάζεις σε εφαρμογή. Έστω εν μέρει. Πίστευε ότι όταν κατάφερνε κάτι τέτοιο, αποδεικνυόταν πιο χειραφετημένος από   πολλούς ¨ελεύθερους¨  και ¨απελεύθερους¨ που είχε γνωρίσει στην Αθήνα και, παλιότερα, στις Συρακούσες.

Πάντως, όσο κι αν είχε κατορθώσει (λίγο ή πολύ) να πείσει τον εαυτό του για την ορθότητα της παραπάνω φιλοσοφικής προσέγγισης, αυτό δεν τον εμπόδισε εκείνο το πρωί να νοιώσει μια ανυπόκριτη αυθόρμητη χαρά εν όψει μιας ενδεχόμενης μελλοντικής τιμητικής απελευθέρωσης.

images (3)

Ο Εύελπις μίλησε στον Οινοκράτη για τις αρχές και τη βασική μεθοδολογία των Υπηρεσιών και του έδωσε να απομνημονεύσει μερικά κείμενα που θα του χρησίμευαν κατά την τελετή ένταξης. ¨Είσαι τυχερός¨, του είπε, ¨ο Καλλισθένης συμφώνησε να ακολουθήσουμε για την ένταξή σου το συντομευμένο τυπικό και έτσι θα γλιτώσεις κάποιες μυητικές ταλαιπωρίες, όχι όλες¨.

Ο Οινοκράτης υποσχέθηκε ότι θα κάνει το παν για να είναι έτοιμος, έτσι ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί το συντομότερο.

Ύστερα ο Εύελπις του εξήγησε τι περίμενε απ’ αυτόν κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τα Σούσα. Ο Οινοκράτης που τον παρακολουθούσε προσεκτικά, κατάλαβε ότι εάν δεν θα συνόδευε αυτή τη φορά τον Εύελπι, ήταν γιατί θα είχε δουλειά  να κάνει στα Σούσα  και, παρά το γεγονός ότι ως γνωστόν δεν ήταν οπαδός του ¨λακωνίζειν¨ -κάθε άλλο-, αυτή τη φορά αρκέστηκε στο να ακούει και να κουνάει που και που καταφατικά το κεφάλι του.

dioniso

…και μια (πειραματική) ανάγνωση

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Ιππεύοντας προς την Περσέπολη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Από τους ¨πρόθυμους¨, να με αφήσετε εκτός

Posted by vnottas στο 23 Μαρτίου, 2016

WOLFS

Πλουραλιστικό

Όταν  αρνήθηκα ξανά να ενταχτώ

μου παν’: ¨Αγαπητέ, είστε με τους ΄αλλιώς΄¨.

Ναι καλά, μα εγώ δε μπορώ ¨οπαδός¨

παρωπίδες και γκέμια ξανά να ζευτώ.
*

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

απ’ τους πρόθυμους να με αφήσετε εκτός.

*

Θεέ μου τι λιτανείες και τι διαδρομές

διαδηλώσεις πορείες μα και συμπλοκές

τι ομάδες, καυγάδες, κλίκες, μεταλλαγές

σέχτες, φράξιες παρασυναγωγές!

*

Ήταν μια καλή Ιδέα και ωραία και σπουδαία

έρωτας κεραυνοβόλος – δε χωρά αναβολή

όλοι μας ευτυχισμένοι, την νομίζαμ’ αναγκαία

πέσαμ’ έξω γιατί ήμασταν ίσως πολλοί.

*

Καθαρά θα το πω, δε μπορώ τις φανφάρες

σιγανό, προτιμώ, τραγουδάκι να πω

θορυβείτε εσείς φωναχτά, άρες μάρες

ήχο έχω εγώ επαναστατικό.

*

Αν για μια αγκαλιά πρέπει να ‘μαστε δέκα

προτιμώ μοναχός να παρηγορηθώ

τις παρτούζες σνομπάρω προτιμώ μια γυναίκα

-κι ο οβελίσκος  κοντάρι ειν’ μονολιθικό-.

*

Τους νεκρούς σ’ εκατόμβες δε ζηλεύω σας λέω

και να φύγω μονάχος ειλικρινά προτιμώ 

για μια βόλτα στον Άδη από μόνος μου πλέω

και το φέρετρο θέλω μοντέλο μονό.

demonstration

Το ¨πλουραλιστικό¨από τον Ζορζ Μπρασένς

Μία ανάγνωση

Έχουμε καιρό να ταξιδέψουμε με τον καπετάν Γιώργη (Μπρασένς), αλλά να που σήμερα θα τον ακούσουμε, μαζί με μια ακόμη προσπάθεια απόδοσης των στίχων του στα ελληνικά που σας ετοίμασα. Αυτή τη φορά πρόκειται για το Le pluriel.

mod_article24789717_1

Μικρές σχετικές σημειώσεις:

 α. άφησα εκτός απόδοσης την αναφορά στον Prévert (στο τέλος της τρίτης στροφής), βασικά  για να αποφύγω να ¨φορτώσω¨ το κείμενο με υποσημείωση.

β. για λόγους καθαρά μετρικούς (και για να μειώσω τις χρειαζούμενες συλλαβές ώστε το κείμενο να χωράει στη μουσική) μείωσα τον αριθμό των (κατά τον Μπρασένς) ελαχίστων για να μην έχουμε ¨αγέλη¨,  από τέσσερεις σε τρεις (κέρδισα 2 συλλαβές),  και τον αριθμό  των μελών της αναφερόμενης ¨παρτούζας¨ από δώδεκα σε δέκα (κέρδισα μία).

γ. Η δεύτερη στροφή χρησιμεύει ως ρεφρέν και τραγουδιέται μετά από όλες τις άλλες.

δ. Η απόδοση είναι «ελεύθερη» και δε φιλοδοξεί άλλο από το να δώσει μια εκδοχή αυτών που μπορεί να προσλάβει κανείς ακούγοντας Μπρασένς

Le pluriel

«Cher monsieur, m’ont-ils dit, vous en êtes un autre»,
Lorsque je refusai de monter dans leur train.
Oui, sans doute, mais moi, je fais pas le bon apôtre,
Moi, je n’ai besoin de personne pour en être un.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les noms des partants on ne verra pas le mien.

Dieu! que de processions, de monômes, de groupes,
Que de rassemblements, de cortèges divers, –
Que de ligues, que de cliques, que de meutes, que de troupes!
Pour un tel inventaire il faudrait un Prévert.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les cris des loups on n’entend pas le mien.

Oui, la cause était noble, était bonne, était belle!
Nous étions amoureux, nous l’avons épousée.
Nous souhaitions être heureux tous ensemble avec elle,
Nous étions trop nombreux, nous l’avons défrisée.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les noms d’élus on ne verra pas le mien.

Je suis celui qui passe à côté des fanfares
Et qui chante en sourdine un petit air frondeur.
Je dis, à ces messieurs que mes notes effarent:
«Tout aussi musicien que vous, tas de bruiteurs!»

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les rangs des pupitres on ne verra pas le mien.

Pour embrasser la dame, s’il faut se mettre à douze,
J’aime mieux m’amuser tout seul, cré nom de nom!
Je suis celui qui reste à l’écart des partouzes.
L’obélisque est-il monolithe, oui ou non?

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des phallus on ne verra pas le mien.

Pas jaloux pour un sou des morts des hécatombes,
J’espère être assez grand pour m’en aller tout seul.
Je ne veux pas qu’on m’aide à descendre à la tombe,
Je partage n’importe quoi, pas mon linceul.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des tibias on ne verra pas les miens.

122122-273915

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μαθηματικά, οδοντοστοιχία, ρεμπέτικο:Δύο συν ένα ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 20 Μαρτίου, 2016

Δύο πρόσφατα και ένα παλιότερο ομοιοκαταληκτικό, εύθυμο και ρεμπέτικο.

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Εικόνα1

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Σου λέω επτά

μου λες εννέα

σου λέω συνημίτονο

μου λες εφαπτομένη

σου φωνάζω διαγώνιος

μου κραυγάζεις περιφέρεια

σου αποκρίνομαι τρίγωνο

μου απαντάς θεώρημα

αξίωμα σε διορθώνω

κι οι καμπύλες μου; ρωτάς.

*

Ξεχνώ τον Ευκλείδη

ξεχνάς την Υπατία

και βρισκόμαστε γυμνοί

μπροστά στον καθρέφτη

Δε θέλω να γίνουμε σύστημα

ψιθυρίζεις στ’ αυτί μου

ας λύσουμε λοιπόν την εξίσωση

σε παροτρύνω παθιασμένος

*

Ανάμεσα σε κόλουρους κώνους

μικρές και μεγάλες σφαίρες

με κυλινδρική έμφαση

μελετούμε σιωπηλοί

τα ολοκληρώματά μας.

Ίσα που θυμάμαι

ότι ήταν νύχτα

κι η ώρα περασμένες τρεις.

d7e07-hypatia-204x300

***

ΟΔΟΝΤΟΣΤΟΙΧΙΑ ΜΑΧΗΣ

Οι Γομφίοι οι Τραπεζίτες οι Τομείς

παρατεταγμένοι πειθαρχικά

κάνουν μια πρώτης τάξεως

οδοντοστοιχία μάχης

που χιλιετίες τώρα αναμασά

και βαρετά συντηρεί

τη ζωή των θηλαστικών

αυτού του συναρπαστικού πλανήτη

childs-skull-with-adult-teeth-preparing-to-change-the-baby-teeth

***

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Ο Ήφαιστος μυρίστηκε

ότι η Αφροδίτη

το βράδυ που κοιμότανε

έφευγε απ’ το σπίτι.

*

Γι αυτό και της την έστησε

μ’ ασπίδα και κοντάρι

και τσακωτή την έκανε

με τον ντερβίση Άρη.

*

Κι απάνω που επαίζανε

γεμάτοι ευτυχία

ο Ήφαιστος τους έδεσε

σαν αμαξοστοιχία.

*

Μα οι θεοί του είπανε

Ήφαιστε αδερφάκι

πιες λίγο νέκταρ να τη βρεις

και λυσ’ το ζευγαράκι.

*

Κι εκείνος που φοβότανε

μη δουν το κούτελό του

τους έλυσε και έτζασε

κάνοντας το σταυρό του.

*

Τότε τριγύρω οι θεοί

εβάλανε τα γέλια

μα η Αφροδίτη γούσταρε

να πνίγει τα κουνέλια.

aphrodite

(Σημείωση: Σχετικά με την Αφροδίτη την καλλίπυγο, δείτε και μια παλιότερη προσαρμογή στα ελληνικά στίχων του μπάρμπα Μπρασένς εδώ )

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο Μπάμπης το λιοντάρι

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2016

Γράφει ο  Ηλίας Κουτσούκος

il-vecchio-leone1

Ο Τάκης ο Τρούμαν ήταν απόλυτος στο τηλέφωνο:  «σου έχω έκπληξη  μεγάλη. Θα σε πάω εκδρομή αύριο, να δούμε ένα φίλο που μένει μ’ ένα λιοντάρι στο σπίτι του, μήπως και συνέλθουν τα νεύρα  σου. Αν πεις όχι, θα σε πλακώσω…»

Το άλλο πρωί γύρω στις 10, βρισκόμαστε στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Μουδανιών κι ο Τάκης μιλάει συνεχώς και βλέπω το κοντέρ του σαράβαλου  Χιουντάι  που οδηγεί στα 120, του λέω  «πιο σιγά ρε μαλάκα θα σκοτωθούμε…» Αυτός απαντάει πως τρέχει όσο είναι τα χρόνια μας, δηλαδή  “εξήντα κι εξήντα, άρα 120…»

Του λέω, ”εσύ ρε μαλάκα είσαι 77 κι εγώ 65 τη  τύφλα σου, δεν ξέρεις από αριθμητική…”  «Δεν ξέρω, λέει, γιατί όταν ήμουν παιδάκι πουλούσα στα μπουρδέλα  τσιγάρα κι έτσι έχανα τις τάξεις. Πήγα δυο φορές στη δευτέρα και δυο φορές στη τρίτη, για να τα μάθω καλύτερα, αλλά με  κορόιδευαν  οι συμμαθητές και τους πλάκωνα, γι αυτό τα παράτησα, δηλαδή με έδιωξαν οι δάσκαλοι…»

Το μόνο που ξέρω με τον Τάκη τον Τρούμαν, είναι πως τουλάχιστον δεν θα πλήξω. Τρούμαν τον λέμε από το 1960 -που ήταν πρωταθλητής πυγμαχίας- γιατί οι γροθιές του ήταν σαν την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.

Τον ρωτάω πως ζει ο Γρηγόρης, ο γνωστός από παλαιά σαν ‘ξανθός μάγος’ που τρύπαγε το στήθος του με  μπλακεντέκερ  και κατάπινε σπαθιά κι ήταν μύθος στη δεκαετία του ‘70.

«Ξέρω  ‘γω   πως ζει ο μαλάκας κι από πού έχει λεφτά. Η σύνταξή του είναι 480 ευρό, αλλά μπορεί να  έχει  μαζέψει απ’ τα  νιάτα  του που ήταν στο Λας Βέγκας…»

Φτάνουμε στη Καλλικράτεια  και σταματάμε σ’ ένα σπίτι γωνιακό που έχει ένα τεράστιο ψηλό τοίχο γύρω του. Μας ανοίγει ο ίδιος ο Γρηγόρης που τα ξανθά μαλλιά του έχουν αραιώσει και το στομάχι του  ξεχειλίζει  κάτω απ το κοβάλτ μπλε στενό του πουκάμισο.

Αρχίζει «καλώς τα παιδιά, καλώς τους όμορφους» και μπαίνουμε σ ένα μεγάλο σαλόνι που είναι φορτωμένο με τα πιο κιτς πράγματα κι έπιπλα σε χρυσαφί χρώματα, γραμμόφωνα, αγάλματα  φέικ  κι αγαλματίδια κακοφτιαγμένες  Αφροδίτες, ψεύτικα σπαθιά και ψεύτικα διπλώματα μαγείας, φωτογραφίες απ’ το τσίρκο Μεντράνο, φωτογραφίες απ’ την Αμερική κι ό, τι άλλο έχει να προσθέσει η αισθητική του Γρηγόρη απ τα Γρεβενά.

Ο Τάκης του λέει, «να σου φέρω σε μεγέθυνση και μια φωτογραφία  με τα αρχίδια μου να  την κρεμάσεις» κι ο Γρηγόρης όλο γελάει και πάει  για το ψυγείο για να φέρει δυο παγωμένες μπύρες.

Πίνουμε σιγά-σιγά τις μπύρες μας κι αρχίζουμε μια κουβέντα για διάφορους κοινούς γνωστούς, όπου ανακαλύπτω πως οι περισσότεροι είναι ή πεθαμένοι ή στα  νοσοκομεία. Με σώζει όμως ο Τάκης που λέει ξαφνικά του Γρηγόρη, «ρε μαλάκα όλο για πεθαμένους μιλάμε κι εγώ σου έφερα από εδώ τον μικρό για να χαλαρώσει, όχι για να γίνει χειρότερα… Πάνε και φέρε τον  Μπάμπη να τον δούμε λίγο..»

Ο Γρηγόρης απαντάει πως ο Μπάμπης έχει γεράσει, του έχουν πέσει τα περισσότερα  δόντια, είναι κοντά στα είκοσι τώρα και πως πριν έρθουμε του έδωσε να φάει 5 κοτόπουλα σε φέτες κι αρχίζει όρθιος να μιλάει για τους οικολόγους, που του έχουν κηρύξει πόλεμο και αν δεν μπορεί κάποιος να έχει στην αυλή του όποιο ζωντανό θέλει, αυτό δεν είναι Δημοκρατία και πάει να κάνει και μια ανάλυση  για την οικολογία, μέχρι να τον κόψει ο Τάκης «άντε φέρε τον Μπάμπη ρε μαλάκα πολυλογά…»

Ο Γρηγόρης πάει  πίσω στην αυλή και σε λίγο γυρίζει στο σαλόνι με ένα λιοντάρι γέρικο, γύρω στα 250 κιλά, που μόνο που το βλέπεις να περπατάει νωχελικά και να σε κοιτάζει, παθαίνεις κρυοπαγήματα στο κεφάλι, είναι κάτι πέρα από θαύμα να βλέπεις μπροστά σου αυτόν τον βασιλιά της φύσης να στέκεται  σαν ένα  πετ που ο Γρηγόρης του λέει  με χαδιάρικη φωνή  «κάτσε κάτω Μπάμπη μου » και το λιοντάρι να κάθεται μπρος σου, σαν σκυλάκι που πειθαρχεί πάραυτα στ’ αφεντικό του…

Προσπαθώ να κάνω τον ψύχραιμο, αλλά δεν με παίρνει, νιώθω να  είμαι  μπλε απ τον φόβο μου και κοιτάζω το λιοντάρι που ανοίγει το τεράστιο στόμα του και  χασμουριέται.

«Έλα  εδώ ρε Μπάμπη να σε χαϊδέψω»,  του λέει ο Τάκης κι ο Μπάμπης τον κοιτάζει και πάει προς το μέρος του, κατεβάζει την τεράστια κεφάλα του με τη χαίτη κι Τάκης, του ανακατεύει τις  ξεπλυμένες   από τα χρόνια καφετιές του  τρίχες, ενώ εγώ βρίσκομαι  στην  κατάσταση του ‘τα  έχω  δει όλα’.

Βλέπω τον Τάκη που μιλάει τρυφερά στο λιοντάρι, «αχ ρε   Μπάμπη, που κατάντησες, από τις ζούγκλες της   Αφρικής να σε ταΐζει κατεψυγμένα  στη Καλλικράτεια, αυτός ο μαλάκας που κάνει τον  μάγο, αχ, ρε Μπάμπη, ρε Μπάμπη…»

Γυρνάει προς τα μένα και μου λέει «χάιδεψε τον και συ ρε να συνέλθεις λίγο. Αυτός είναι φίλος κι όχι τα αρχίδια οι δικοί σου που γράφουν μαλακίες στα βιβλία τους… έτσι δεν είναι  Μπάμπη;..»

Απλώνω το χέρι μου και το ακουμπώ στο τεράστιο κεφάλι του Μπάμπη, βλέπω να έχει κλειστά τα κίτρινα μάτια του  από γλυκιά ευχαρίστηση, νιώθω την βαριά του αναπνοή, νιώθω μέσα μου μια βαθιά λύπη για τον Μπάμπη, που αντί να βρισκόταν στις πεδιάδες του Σερεγκέτι  βασιλιάς, τρώει κατεψυγμένα κοτόπουλα που του δίνει ο ξανθός  μάγος, ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι δεν περιγράφεται, ξέρω πως σε όποιον το πω θα με κοιτάζει σαν ψευταρά, βυθίζομαι σε μια απόλυτη γλυκιά ματαιότητα, καθώς το αριστερό μου χέρι βυθίζεται κάτω απ τη χαίτη του Μπάμπη κι ακούω τον Τάκη που λέει στον ξανθό μάγο «να του δίνεις και μπριζόλες λαιμού ρε μαλάκα, όχι όλο κατεψυγμένα-κατεψυγμένα, μαζί σου θα τα πάρεις τα λεφτά μαλάκα, ε μαλάκα».

91668a84d64de211a25c0fd73bbcebcf

***

Αδικαιολόγητο συνειρμικό σχόλιο: Ho la criniera da leone (perciò attenzione)  [Έχω την χαίτη λιονταριού (γι αυτό μην κοιτάς αλλού)] Από ιταλικό τραγουδάκι του Antonio Infantino. Φλωρεντία ’68.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πρώτο. Λίγες μέρες μετά…

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πρώτο: Λίγες μέρες μετά… Dexiosis_Petit_Palais_ADUT00349

Τις μέρες που ακολούθησαν ο Εύελπις δεν πήρε ανάσα. Ούτε έγραψε. Όταν τελικά κατάφερε να ξαναβρεί χρόνο, διάθεση και τις λοιπές κατάλληλες συνθήκες για γραπτή αφήγηση, σημείωσε αναδρομικά τα παρακάτω, αρχίζοντας από τα συμβάντα της επόμενης ημέρας μετά τον εντοπισμό της υφαρπαγής των συμβόλων.

Αφηγείται ο Εύελπις:

Την επόμενη μέρα, όσο πιο νωρίς μου επέτρεψε το επίπονο ξενύχτι και ο λιγοστός πρωινός ύπνος, έσπευσα στο διαμέρισμα του Καλλισθένη.

Τον βρίσκω ξύπνιο, ανασηκωμένο στο κρεβάτι του, με τα κλινοσκεπάσματα καλυμμένα από κυλίνδρους παπύρων και από βιβλία.  Χαμογελώ γιατί αυτό σημαίνει πως, παρά τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις του γιατρού, ο Ολύνθιος είναι σήμερα σαφώς καλύτερα.

Πράγματι, στο πρόσωπό του έχει μειωθεί η χθεσινή ωχρότητα και εμφανίζονται κάποια ίχνη χρώματος, ενώ η φωνή του, καθώς ανασηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει ερωτηματικά, αποκτά και πάλι κάτι απ’ τη συνήθη σταθερότητά της.

«Πες μου, πώς πήγε;»

Τον κοιτάζω κι εγώ∙ το βλέμμα μου  δεν κρύβει τη συμπάθεια που αισθάνομαι γι αυτόν τον βορειοελλαδίτη διανοητή, που είναι για μένα δάσκαλος ζωής στην πράξη, όσο ο Ισοκράτης υπήρξε ο καθοδηγητής μου στη γενικότερη θεωρητική αντιμετώπισή της. Παίρνω μερικά από τα έγγραφα από πάνω του και τα τακτοποιώ στο τραπέζι εκεί παραδίπλα∙ μετά κάθομαι σ’ ένα σκαμνί απέναντί του.

«Είχες δίκιο», του λέω, «υπάρχουν πράγματι στο θησαυροφυλάκιο κειμήλια που ενδιαφέρουν τους Πέρσες που μας αντιστέκονται. Ή μάλλον υπήρχαν, γιατί μερικά εξαφανίστηκαν, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω αντιπαραβάλλοντας αυτά που είναι ακόμη στη θέση τους με αυτά που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που μου άφησες χτες.  Λείπει η τιάρα και το βασιλικό ξίφος του τελευταίου Αρταξέρξη».

Εξακολουθεί να με κοιτάζει ερωτηματικά κι  εγώ συνεχίζω:

«Επισκέφτηκα το θησαυροφυλάκιο χτες το βράδυ, αμέσως μόλις μου έδωσαν το σημείωμά σου. Από τα ίχνη  που διακρίνονται στις προθήκες όπου ήταν τοποθετημένα, είναι φανερό ότι τα κειμήλια κλάπηκαν πρόσφατα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η κλοπή είχε ανατεθεί στους μαυροφορεμένους εισβολείς που εξουδετερώσαμε, οι οποίοι όμως είχαν τουλάχιστον έναν συνένοχο που κατάφερε τελικά να διαφύγει παίρνοντας μαζί του τα αντικείμενα αυτά».

Στο κέντρο του μετώπου του σχηματίζεται μια λεόντεια ρυτίδα. Προσπαθώ να γίνω πιο αναλυτικός.  

CcyWK7xWAAASTD2
«Ο τρόπος
με τον οποίο οι μαυροφορεμένοι μπήκαν και βγήκαν από το θησαυροφυλάκιο δεν αποτελεί πια μυστήριο. Απ’ ό,τι φαίνεται, το υπέδαφος της ακρόπολης κρύβει ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειους διαδρόμους που φτάνουν ως τα ανάκτορα ξεκινώντας από αφετηρίες που ακόμη αγνοούμε -εκτός από μία∙ πρόκειται για  έναν τοπικό ναό του Βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ, όχι μακριά από την Ακρόπολη, κοντά στην όχθη του ποταμού Χοάσπη. Έδωσα ήδη εντολή να διερευνηθούν τα υπόγεια περάσματα, ελπίζοντας να ανακαλύψουμε τα ίχνη της διαδρομής που ακολούθησαν οι εισβολείς και να εντοπίσουμε το σημείο από όπου ξεκίνησαν».

«Ώστε πίσω από την επίθεση βρίσκονται οι Πέρσες…;»

«Ναι, αλλά όχι κατ’ ανάγκην ο Δαρείος… ούτε μοιάζει να είναι ανακατεμένη η βασιλική οικογένεια».

Αναφέρω στον Καλλισθένη τις απόψεις του Αβουλίτη σχετικά με τις συνωμοτικές κινήσεις των περσών πριγκίπων, για τα πατριωτικά κίνητρα που επικαλούνται και για την ανάγκη να νομιμοποιήσουν την επικείμενη ανταρσία τους. Του λέω ακόμη για τη συνάντησή μου με την Σισύγαμβρη και τον αρχιερέα των ανακτόρων: τις ανησυχίες της πρώτης, τις πολιτικο-θρησκευτικές αναλύσεις και τις προτάσεις του δεύτερου.

Προσπαθώ να του μεταφέρω όλα τα ουσιαστικά σημεία από τις χτεσινές επαφές μου με τους Πέρσες του παλατιού, χωρίς να ανακατέψω στην αφήγηση τις προσωπικές μου εντυπώσεις,  αν και αυτό μου προκύπτει κάπως δύσκολο. Όμως, όπως είναι σωστό και επιβεβλημένο, πρέπει τώρα να ακούσω τις δικές του απόψεις, τα δικά του συμπεράσματα για όλα αυτά.

Στο καστανό του βλέμμα, που γίνεται όλο και πιο ζωηρό, βλέπω τον απόηχο από τις διεργασίες που γίνονται μέσα του, καθώς τα όσα του διηγούμαι τον αποσπούν από τους πόνους των τραυμάτων  και τον παρασύρουν στην ένταση των εξελίξεων.

images (3)

Ύστερα πιάνω την άλλη άκρη του νήματος των όσων συνέβησαν χτες και του αφηγούμαι τις περιπέτειες και  τις ανακαλύψεις του Οινοκράτη: Την επιβεβαίωση της παρουσίας του Άρπαλου στα Σούσα και την κρυφή συνάντησή του στον ναό του βαβυλώνιου θεού με τον Άνάξαρχο τον σοφιστή, τον Μαρτούκη τον ιερέα και μεταφραστή των νόμων του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί, καθώς  και με κάποιους άλλους τύπους των οποίων δεν καταφέραμε ακόμη να εξακριβώσουμε την ταυτότητα. Του λέω και για την περιπετειώδη φυγή του στις υπόγειες στοές και την επεισοδιακή συνάντησή μας  στο θησαυροφυλάκιο.

Όταν νομίζω ότι ανάφερα όλα τα βασικά σημεία των χθεσινών γεγονότων, σταματώ και περιμένω τις αντιδράσεις του.

«Έκανες καλή δουλειά Μεγαρέα», μου λέει. «Ας δούμε τώρα τα πράγματα που πρέπει να γίνουν με τη σειρά και, όπως θα μας συμβούλευε ο Αριστοτέλης, συστηματικά.

ΑθλητικοίΑγώνεςΑρχαίοτητα1

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να κάνεις μια συνοπτική ενημέρωση στον φρούραρχο Μάζαρο και στον υπεύθυνο για την Πόλη, τον στρατηγό Αρχέλαο. Πες τους ότι καταλήξαμε πως για την επίθεση ευθύνονται οι  Πέρσες, χωρίς να επιμείνεις στην υπόθεση για εσωτερική ανταρσία κατά του Δαρείου. Επειδή ακριβώς θα πρέπει να διερευνήσουμε αυτήν την υπόθεση, δε χρειάζεται  περισσότερη δημοσιότητα σχετικά με τα προχθεσινά γεγονότα. Ας κοινοποιήσουν, εάν το κρίνουν απαραίτητο, ότι οι δύο Πέρσες που επιχείρησαν να εισβάλουν στο Θησαυροφυλάκιο έγιναν αντιληπτοί και θανατώθηκαν. Και ας αφήσουν να εννοηθεί ότι το θέμα για εμάς κλείνει εκεί.

Μετά θα πρέπει να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι για ταξίδι. Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις το συντομότερο για την Περσέπολη».

Εκπλήσσομαι, και μου φαίνεται.

«Κοίτα, κανονικά θα έπρεπε επιστρέψω εγώ», διευκρινίζει ο Καλλισθένης. «Έχω πλέον τακτοποιήσει τα θέματα που αφορούν την οικογένεια του Δαρείου, σύμφωνα με τις εντολές του Αλέξανδρου. Αφού εκείνος δεν πρόκειται να περάσει πάλι από εδώ, αλλά από ότι φαίνεται θα προχωρήσει κατ’ ευθείαν στα αχνάρια του Δαρείου προς βορράν,  θεωρώ  λογικό να βρεθώ πάλι κοντά του.

Όμως ο Φίλιππος ο γιατρός επιμένει πως αποκλείεται να καταφέρω να ταξιδέψω, και ίσως έχει δίκιο.

Ναι, ξέρω ότι εσύ, προτού επιστρέψεις, έχεις αναλάβει να επιμεληθείς την τακτοποίηση των θησαυρών που μετέφερες από την Περσέπολη. Όμως θεωρώ ότι δεν αρκεί να στείλουμε μια γραπτή αναφορά για όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες. Προέχει να ενημερώσεις αυτοπροσώπως το συμβούλιο των εταίρων και, εάν ο Ευμένης το κρίνει χρήσιμο, να τα πεις κατ’ ευθείαν ακόμη και στον Βασιλέα. Μην ανησυχείς για τους θησαυρούς∙  αφού είμαι υποχρεωμένος να παραμείνω εδώ θα έχω το νου μου ώστε να γίνει η καταγραφή με ασφάλεια».

foin

Μένει για λίγο σιωπηλός παρατηρώντας με. Μετά παίρνει μια βαθειά ανάσα και συνεχίζει.

«Τώρα επί της ουσίας: Τα θέματα που προκύπτουν από αυτά που μάθαμε είναι δύο.

Το ένα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη της εκστρατείας και αφορά την πιθανή εξέγερση κατά του Δαρείου: Άραγε κάτι τέτοιο θα μας διευκολύνει επειδή διχάζει και αποδυναμώνει το στρατόπεδό των Περσών ή, αντίθετα, η ενδεχόμενη επικράτηση των ανταρτών πριγκίπων μπορεί να δώσει μια νέα, επικίνδυνη δυναμική στην αντίσταση της καταρρέουσας αυτοκρατορίας;

Για να καταλάβουμε καλύτερα πως διαμορφώνονται τα πράγματα κάτω από τέτοιες συνθήκες πρέπει, όχι μόνο να επαληθεύσουμε αν ο ηγέτης των ευγενών που εξεγείρονται είναι όντως αυτός ο Βήσσος, όπως ισχυρίζεται ο Αβουλίτης, αλλά και να μάθουμε τα πάντα γι αυτόν ή για όποιον άλλον ενδέχεται να αμφισβητήσει τον Δαρείο.

Ίσως κάτω από την ευφορία των συνεχών νικών υποτιμήσαμε το πόσο χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε καλά τι συμβαίνει στο εσωτερικό των αντιπάλων μας.  Θεωρώ πάντως ότι μπορούμε να επανορθώσουμε και μάλιστα έγκαιρα. Πρέπει να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες για το πως έπεσε ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλιάς πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό -ήταν αν δεν κάνω λάθος ένας ¨Αρταξέρξης¨, καθώς και ποιοι θα μπορούσαν να εμφανιστούν σήμερα ως επίδοξοι κληρονόμοι του. Ίσως χρειαστεί να συστήσουμε μια ειδική ομάδα που να ασχοληθεί συστηματικά με τη συλλογή πληροφοριών  για τους αμφισβητίες πέρσες ευγενείς.

Πρέπει να δώσουμε τις σωστές απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα το συντομότερο, αν θέλουμε να μην χάσουμε τον έλεγχο και να μπορέσουμε να επηρεάσουμε τις εξελίξεις κατά το δοκούν».

images (11)

Παρά την αποφασιστικότητα που αποπνέουν τα λόγια του, η ένταση της φωνής του Καλλισθένη έχει πάλι αποδυναμωθεί. Σταματάει και πάλι για λίγο και μετά συνεχίζει.

«Το δεύτερο θέμα που προκύπτει Εύελπι, είναι σχετικό ακριβώς με το ¨δοκούν¨. Το απώτερο ¨δοκούν¨. Έχει να κάνει με το τι επιδιώκει αυτή εδώ η εκστρατεία, τι ακριβώς θέλουμε, ποια είναι τα οράματά μας για τον κόσμο που θα προκύψει απ’ αυτήν. Βλέπεις, είμαι σίγουρος ότι αυτά που επιθυμούμε εμείς απέχουν από αυτά που αναζητά ο Ανάξαρχος, ο Άρπαλος και ο κύκλος τους.

Εμείς -το έχουμε συζητήσει μεταξύ μας κι άλλες φορές- θέλουμε να σωθούν και να διαδοθούν όλα εκείνα τα θαυμαστά που συνέβησαν στην Ελλάδα τους τελευταίους αιώνες. Στην γνώση, στην τέχνη, στην ποιότητα των ανθρώπων και των ιδεωδών, στην ποικιλία των πολιτικών συστημάτων.  Εκείνοι λατρεύουν μόνον την ποσότητα και την ομοιομορφία, επιδιώκουν την άλογη αύξηση και αδιαφορούν για την ποιότητα. Περισσότερα εδάφη, περισσότερα κέρδη, περισσότεροι δούλοι, αυτά κυρίως τους απασχολούν. Τώρα έχουν γοητευτεί από την ιδέα της ¨αυτοκρατορίας¨. Αυτοκρατορία με τον τρόπο που την οργάνωσαν οι Πέρσες, με χρήση των χρημάτων εμπνευσμένη από τους Βαβυλώνιους, και με θεούς χωρίς Αιδώ  και κυρίως χωρίς μέτρο.

Η συνάντηση που εντόπισε ο υπηρέτης σου, μυρίζει προχωρημένη συνωμοσία και με ανησυχεί. Όμως, όπως και ο Αλέξανδρος, είμαι μαθητής του Αριστοτέλη χάρη στον οποίο βρίσκομαι εδώ. Δεν θα ήθελα να πάρω πρωτοβουλίες χωρίς τη συγκατάθεση του δασκάλου μου. Έχει κι εκείνος αντιληφθεί τις αμετροέπειες που εκδηλώθηκαν στις τάξεις μας πρόσφατα. Και, όπως σου έλεγα πριν από την επίθεση, με προσκάλεσε να τον επισκεφτώ και να μιλήσουμε σχετικά. Είχα σκοπό να ζητήσω να μου επιτραπεί να συνοδεύσω στην Αθήνα τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, κι έτσι να έχω την δυνατότητα να συζητήσω μαζί του, αλλά ο τραυματισμός μου αποκλείει και αυτό το ταξίδι».

Με  κοιτάζει για μια στιγμή και μετά συμπληρώνει: «Σε κάθε περίπτωση ας μην κοινοποιήσουμε τα σχετικά με τον Ανάξαρχο και τον Άρπαλο και τις ¨συγκεντρώσεις¨ τους, προτού συλλέξουμε περισσότερα και ακριβέστερα στοιχεία».

αρχείο λήψης (3)

Ο Καλλισθένης καταπνίγει έναν αναστεναγμό. Δείχνει ξαφνικά κουρασμένος. Εδώ που τα λέμε, απορώ που ο Φίλιππος δεν έχει ακόμη εισβάλλει για να μας διακόψει και να τον βάλει να αναπαυθεί. Έπειτα γυρίζει προς το μέρος μου και χαμογελάει.

«Αν υποθέσουμε ότι τα επόμενα δεκαήμερα η υπόθεση των στασιαστών πριγκίπων μπει υπό έλεγχο, και πάψουμε να είμαστε σε κατάσταση συναγερμού», μου λέει ξαφνικά, «τι θα έλεγες για ένα ακόμη ταξίδι; Μακρύτερο… Ας πούμε στην Αθήνα;!»

persian

Πρόλαβαν να πουν αρκετά πράγματα ακόμη την ημέρα εκείνη, πριν ο Φίλιππος ο γιατρός τους διακόψει. Ο Ακαρνάνας εισέβαλε στο δωμάτιο του τραυματία με τους καθαρούς επιδέσμους ανά χείρας, ένα μάλλον αισιόδοξο χαμόγελο να κρέμεται στις άκρες των χειλιών του και τους βοηθούς του από πίσω, να κουβαλούν ζεστό νερό και καταπλάσματα. Ήταν περασμένο μεσημέρι όταν ο Εύελπις άφησε τον Καλλισθένη στις φροντίδες του γιατρού και κατευθύνθηκε στους χώρους του φρουραρχείου όπου θα συναντούσε τον επικεφαλής Μάζαρο, στον οποίο είχε ήδη μηνύσει να τον περιμένει γιατί υπάρχουν νεότερες εξελίξεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

images (4)

 Την επόμενη μέρα, με το πρώτο χάραμα της αυγής, ο Ευρυμέδοντας συνοδευόμενος από το Πουλχερίδιον είχε αναχωρήσει για Περσέπολη μεταφέροντας έναν σφραγισμένο κύλινδρο που προοριζόταν για τον Ευμένη τον Καρδιανό ιδιόχειρα. Ήταν η αναφορά, που είχε ολοκληρωθεί στην τελική της μορφή μετά τη συνάντηση του Εύελπι με τον τραυματία προϊστάμενο του και περιέγραφε συνοπτικά την επίθεση στο θησαυροφυλάκιο, τον τραυματισμό του Καλλισθένη και τα πρώτα πορίσματα των ερευνών. Ο Εύελπις είχε ζητήσει επίσης από τον Θεσσαλό ίλαρχο να μεταφέρει προφορικά στον Ευμένη ότι σύντομα θα επέστρεφε στην προελαύνουσα στρατιά και ο ίδιος, οπότε θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν αναλυτικότερα για όλα τα θέματα, αυτά που αναφέρονται στην επιστολή, αλλά και άλλα.

Στην μικρή Πουλχερία ο Εύελπις είχε παραδώσει την επιστολή του προς την Θαΐδα. Δεν ήταν μια εκτεταμένη επιστολή και ίσως δεν περιελάμβανε παρά ένα μικρό μέρος από αυτά που θα ήθελε να της πει, αλλά  τώρα που ήξερε ότι θα βρεθεί και πάλι κοντά της δεν τον ενοχλούσε που δεν κατάφερε να της τα εξομολογηθεί όλα με μιας.

Ύστερα, αφού ειδοποίησε τον Οινοκράτη να έχει όλα τα απαιτούμενα έτοιμα για επικείμενο ταξίδι προς την Περσέπολη,  σημείωσε τα πράγματα που θα έπρεπε, σύμφωνα με τις οδηγίες του Καλλισθένη, να τακτοποιήσει πριν την αναχώρηση.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Αναμονή…

Posted by vnottas στο 4 Μαρτίου, 2016

(Από τον Νίκο στον Θάνο)

13b492c2

 

ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

 

Σε θέση εμβρύου

περιμένει την ψυχή

για ν’ αντικρύσει το φως.

Ψάχνει μέσα σε βλέννες παρήγορες

κι οιστρογόνα τάξης

να βρει την ταυτότητά του.

Δεν ακούει δεν μυρίζει δεν βλέπει

γιατί στο μεταίχμιο

έτσι γίνεται πάντα.

Διαισθάνεται όμως ότι αποπλέει

από την ανυπαρξία

για έναν περίπλου

σ’ άδοξους έρωτες

κι ένδοξες ευκαιρίες

με την ίδια ακριβώς κατάληξη.

Έτσι προσπορίζεται την ψυχή

αποκόπτεται μετά από τον ομφάλιο λώρο

κι εκτοξεύεται ασυγκράτητο

γεμάτο απορία έκπληξη και προσδοκία

μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους

και με άγνοια κινδύνου

αναζητά το βυζί της μάνας

το πρώτο θαυμάσιο τοπίο

του νέου κόσμου του.

Σε λίγο θα δει

τον ουρανό τη θάλασσα

το ουράνιο τόξο

τα μάτια των ανθρώπων

και θα λησμονήσει οριστικά

πως κάποτε υπήρξε έμβρυο.

Θάνο2ς

(το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή ¨Απριλίου ξανθίσματα¨  υπό έκδοση από το ¨Μελάνι¨).

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Προς τους συμπάσχοντες ¨ναυτιλλομένους¨ στον ωκεανό της ερασιτεχνικής συγγραφής: Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα που δημοσιεύεται στο Ιστολογοφόρο, ενώ εκπονείται.

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

 

 images (1)

Με το δωδέκατο κεφάλαιο, που ήδη ανάρτησα με τίτλο ¨Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!¨, καθώς και το τρίτο ιντερμέδιο, που θα βρείτε εδώ παρακάτω, συμπληρώνεται το τρίτο μέρος του (υπό εκπόνηση) ιστορικού μυθιστορήματος. [Προσωρινός τίτλος: ¨Κύλικες και δόρατα¨, προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λογίου, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα] .

Σημειώνω για τους φίλους που παρακολουθούν τις σχετικές αναρτήσεις ότι μπορούν τώρα να βρουν και το Γ΄ μέρος, δημοσιευμένο σε μια ενιαία σελίδα, όλο μαζί με τη σειρά, κάνοντας ¨κλικ¨ είτε στις οριζόντιες γραμμές των συνδέσμων κάτω από τον τίτλο του ιστολογίου είτε αριστερά στην κάθετη στήλη των ¨σελίδων¨. (Η συγγραφή του τέταρτου μέρους προχωρεί, υπολογίζω ότι πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στη μέση).

Εδώ θα περιοριστώ σε μερικές γενικές παρατηρήσεις-εξομολογήσεις σχετικές με τα πιο ενδιαφέροντα αφενός, και τα πιο ζόρικα αφετέρου, σημεία ενός ¨συγγραφικού παιχνιδιού¨ αυτού του είδους.

corsi_di_scrittura

α. Γενικότερη απορία: Είναι άραγε ¨καλό πράγμα¨ να ασχοληθεί κανείς (ερασιτεχνικά πάντα) με τη συγγραφή ενός ¨ιστορικού¨ μυθιστορήματος;

Απάντηση: Δε ξέρω ποια μπορεί να είναι η γενικότερη απόφανση για την ποιοτική στάθμη του τελικού αποτελέσματος, αλλά μπορώ να αναφερθώ σε δύο πράγματα που τα θεωρώ ως εκ των προτέρων θετικά:

Το ένα είναι το πάγιο κέρδος για όποιον φτιάχνει μύθους είτε τους εντάσσει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή είτε όχι: Ταξιδεύει, συμπάσχοντας με τους ήρωές του, σε αταξινόμητους τόπους της μνήμης και της φαντασίας, όπου μπορεί (ενδεχομένως) να ανακαλύψει ¨πράγματα¨, αλλά και να δημιουργήσει ¨θαύματα¨ ( Μήπως κάθε συγγραφέας δεν είναι ένας μικρός ερασιτέχνης θεός, που ξέρει τα πάντα και μπορεί να κάνει τα πάντα για τους ήρωές του;)

Το άλλο καλό αφορά ειδικά στις περιπτώσεις που ο μύθος εντάσσεται σε ιστορικά πλαίσια: Σε προτρέπει να εντρυφήσεις  με τρόπο ζωντανό (έως συναρπαστικό) σε μια άλλη εποχή. Που πάει να πει ότι μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα. Ομολογώ ότι ξέρω πια για την εποχή κατά την οποία δρουν οι ήρωές μου πολύ περισσότερα από όσα γνώριζα όταν άρχισα τη συγγραφή.

Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δεν μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις με τους ήρωές σου, τουλάχιστον με εκείνους για τους οποίους μιλάει η Ιστορία. Γι αυτό είσαι υποχρεωμένος να μάθεις καλά όσα έχουν ήδη ειπωθεί γι αυτούς, έτσι ώστε να μη πέσεις σε απαράδεκτες αντιφάσεις. Μπορείς όμως πάντα να  τους πλαισιώσεις με φανταστικούς, καθαρά μυθιστορηματικούς ήρωες, για τους οποίους ισχύει και πάλι η κοπτοραπτική σου δυνατότητα.

435275-book

β. Πώς (και γιατί) έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης εποχής;

Απάντηση: Στο παλιότερο σύγγραμμά μου ¨Από τον βωμό και τον άμβωνα στην οθόνη¨ είχα υποστηρίξει ότι σε κάθε επικοινωνιακά καθορισμένη ιστορική περίοδο, υπάρχει και μία κυρίαρχη ομάδα επικοινωνητών οι οποίοι ασκούν εξουσία (πειθούς) μαζί (ή ενάντια) με εκείνους που εκφράζουν συνασπισμούς εξουσίας βασισμένους σε άλλες σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες (πολιτική, οικονομία, κλπ).

Έτσι, πριν επινοηθεί η γραφή, την εποχή του προφορικού λόγου, την επικοινωνιακή ηγεσία διατηρούν επί χιλιετίες οι ¨μάγοι¨, ενώ η ¨οργάνωση των αναγκαίων αφηγήσεων¨ που εξασφαλίζει η γραφή, επέτρεψε την αντικατάστασή τους από τους ¨ιερείς¨.  Με τον ίδιο τρόπο η τυπογραφία θα δώσει την επικοινωνιακή εξουσία στους διανοούμενους, ενώ τα ΜΜΕ θα την μεταφέρουν (εν τέλει)  στους ¨ανθρώπους της εικόνας¨, τους διαφημιστές και τους δημοσιοσχετίστες.  Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος, για να βρει απαντήσεις στα πάγια υπαρξιακά ερωτήματά του, θα καταφεύγει στη σφαίρα της μεταφυσικής (αρχαϊκή περίοδος), η επικοινωνιακή εξουσία θα καταλήγει στα χέρια μάγων και ιερέων, όταν (με αρκετή δόση οίησης) αποφασίζει να χειραφετηθεί,  την επικοινωνιακή εξουσία την αναλαμβάνουν διανοούμενοι και επιστήμονες (περίοδος νεοτερικού ανθρωπισμού-μοντερνισμού).  Και όταν ο Άνθρωπος παύει να πιστεύει τόσο στο θεό όσο και στον εαυτό του, τότε έρχεται η ώρα των σχετικιστών, αυτοϊκανοποιούμενων πραγματιστών, των ¨μεταμοντέρνων¨.

Σε αυτή την γενικότατη διάκριση εποχών και κυρίαρχων επικοινωνιακών ομάδων, υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση που αφορά σε μια περίοδο (ανολοκλήρωτου) ανθρωπισμού που αναφύεται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους αρχαϊκότητας. Πρόκειται για την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, κατά τις οποίες αναπτύσσεται ένας πρώιμος ¨μοντερνισμός¨, που όμως δεν πρόκειται να εδραιωθεί αν και συνοδεύτηκε από ηχηρές καινοτομίες, κυρίως στο πολιτικό και το επικοινωνιακό πεδίο (επινόηση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, έξοδος της Γνώσης από ανάκτορα και ναούς και διάδοσή της). 

Οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι επιστήμονες (δηλαδή οι ¨επικοινωνητές¨ αυτής της περιόδου) θα βάλουν τα θεμέλια που θα διευκολύνουν την πολύ μεταγενέστερη Αναγέννηση, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε δραστικές αλλαγές, στη γαλλική επανάσταση και στον (σύγχρονο) κόσμο που, μέχρι πρόσφατα, νομίζαμε γνωστό και οικείο.

4543847_6d44229b73_m

Με βάση λίγο πολύ τα παραπάνω, μου είχε δημιουργηθεί η σκέψη: Τι θα συνέβαινε εάν κάποιος από τους ¨επικοινωνητές¨ της κλασικής αρχαιότητας συνειδητοποιούσε έστω μερικά, σε τι κοσμογονικές εποχές ζούσε και εάν αποφάσιζε να επινοήσει και να προτείνει μια πολιτική για την ολοκλήρωσή των επωαζόμενων αλλαγών;

Θα μου πείτε πως ο Πλάτωνας, για παράδειγμα, αλλά και ο Αριστοτέλης, ίσως και ο Ισοκράτης και άλλοι γνωστοί διανοητές θα μπορούσαν να ιδωθούν κάτω από αυτό το πρίσμα. Σύμφωνοι, αλλά θα χρειαζόταν μια (επώδυνη, αλλά και ούτως ή άλλως πολύ δύσκολη) τομή πάνω στο πολυσχολιασμένο και πολυσχιδές έργο τους, που θα δυσκόλευε τη μυθοπλαστική επέμβαση.

Τελικά θεώρησα ότι ένα κατάλληλο τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επεκτατικής φάσης του αρχαίου ελληνογενούς νεοτερισμού, ο Καλλισθένης.

images (4)

Ξεκίνησα λοιπόν για να μιλήσω περί μιας (ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου) εποχής, εστιάζοντας σε κάποιον που μπορεί να αναλάβει τον δραματικό  ρόλο του έντιμου αλλά και ενεργού διανοητή, σκαπανέα μιας νέας αντίληψης μέσα σε ουσιαστικά ανώριμες συνθήκες.  Τον Καλλισθένη που  δρα πλάι στον Αλέξανδρο (κατά κάποιο τρόπο πρώιμο Ναπολέοντα) και τον στηρίζει έως ότου τα γεγονότα τον υποχρεώσουν να προσγειωθεί και να αμφισβητήσει τον βασιλιά και τις επιλογές του.

Βέβαια, όπως είδατε, κατά την εκπόνηση, με γοήτευσαν και άλλοι χαρακτήρες που εκκολάφτηκαν καθ’ οδόν για να εξυπηρετήσουν τις μυθοπλαστικές ανάγκες, όπως ο βασικός συν-αφηγητής Εύελπις, ο δούλος-¨προλετάριος¨ Οινοκράτης, το Πουλχερίδιον και άλλοι.

Αλλά για να επανέλθω στο ερώτημα περί της επιλογής της συγκεκριμένης εποχής, ας πω ότι, ό, τι κι αν ισχυρίζονται οι πιο φαντασμένοι από τους ενσωματωμένους ιστορικούς, καμιά επιλογή πάνω στο ¨άμοιρο¨ (κακόμοιρο) σώμα της Ιστορίας δεν είναι άμοιρο των τρεχουσών (σημερινών) καταστάσεων και αναγκών.

Υπενθυμίζω ότι όταν η ανερχόμενη αστική τάξη στην Ευρώπη είχε ανάγκη από σημεία αναφοράς για να δείξει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς την κηδεμονία του μεσαιωνικού ιεραρχείου και των ευγενών, έφτιαξε ένα ολόκληρο πολιτιστικό ρεύμα (κλασικισμός) γεμάτο αναφορές στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, ενώ όταν, σχετικά πρόσφατα,  ο εγκατεστημένος πλέον καπιταλισμός αποφάσισε να γίνει ¨οικουμενικός¨, να που οι αναφορές αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες που μιλάνε (περισσότερο και θαυμαστικά) για τις αυτοκρατορίες του Αλέξανδρου ή των Ρωμαίων.

Άρα είναι αναμενόμενο πως, κατά βάθος, είναι οι αυτοκρατορικές τάσεις που μπορεί να διαγνώσει κανείς (χωρίς πολύ κόπο) στην εποχή μας, που διαγείρουν το ενδιαφέρον (προς αποφυγή ή προς μίμηση) για τις ¨αυτοκρατορικές¨ περιόδους της ιστορίας.

Επί πλέον, ο τέταρτος πΧ αιώνας παρουσιάζει μία ακόμα ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Ενώ διάφοροι παράγοντες (όπως η δουλοκτησία που καθιστά μη αναγκαίες τις μηχανές) εμποδίζει τις εκδηλωμένες νεοτερικές τάσεις να ¨ωριμάσουν¨, και ενώ η Δημοκρατία, όπου ακόμη υπάρχει, βρίσκεται σε κρίση, εκδηλώνονται εν τη γενέσει και φαινόμενα με χαρακτήρα σχετικιστικό και ¨μεταμοντέρνο¨∙ μιλάω κυρίως για τον ατομικισμό που εμπεριέχεται στις απόψεις αρκετών από τους ¨σοφιστές¨, όπως εκ των υστέρων ονομάστηκαν. (Τόσο που είναι να απορεί κανείς που οι μεγάλες σημερινές εταιρίες διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, δεν χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους το όνομα των διασήμων αυτών προδρόμων!)

Alessandro

γ. Ερώτηση: Σε γενικότερο επίπεδο, σε τι διαφέρει και σε τι μοιάζει μια τέτοια αρχαία εποχή με τη δική μας; Για ποια θέματα έχουμε λίγο πολύ κοινά σημεία αναφοράς με τους ¨τότε¨ και για ποια είναι αναγκαίο (όταν συγγράφεις ιστορικό μυθιστόρημα) να δίνεις στον αναγνώστη εξειδικευμένες διευκρινίσεις;

Απάντηση: Όπως έλεγε ένας (ενδιαφέρων) τύπος, του οποίου τα συγγράμματα είχα χρησιμοποιήσει όταν δίδασκα (ο Ρεζίς Ντεμπρέ), ο άνθρωπος όντως προοδεύει (και ως εκ τούτου αλλάζει), εάν ως πρόοδο θεωρήσουμε το γεγονός ότι καταφέρνει να σωρεύει, όλο και ταχύτερα, γνώσεις για τον υλικό κόσμο, δηλαδή για τα ¨πράγματα¨ γύρω του, ενώ  όσον αφορά στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους (ατομικές ή συλλογικές), η πρόοδος είναι πολύ πιο αργή και συζητήσιμη. Γι αυτό και καταφέρνουμε να συμπάσχουμε με τα πάθη ανθρώπων/λογοτεχνικών ηρώων που έζησαν σε πολύ προγενέστερες εποχές, όπως ας πούμε ο Οιδίποδας ή ο Μάκβεθ, έστω κι αν στις εποχές εκείνες η γνώση επί των ¨πραγμάτων¨ ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή: άλλη η τότε τεχνογνωσία, άλλες οι τεχνολογικές εφαρμογές, πλην όμως εμείς και εκείνοι μοιάζουμε επαρκώς.  Αν δεν υπήρχε αυτό το (συναισθηματικό) κοινό πεδίο αναφοράς ανάμεσα στο σήμερα και το χτες, αν όχι τίποτα άλλο, το ιστορικό μυθιστόρημα θα ήταν ανέφικτο ή ακριβέστερα  ξενέρωτο.

Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που πρέπει κανείς να προσέξει ιδιαίτερα. Για την περίπτωση της συγκεκριμένης συγγραφικής προσπάθειας θα αναφερθώ σε δύο από αυτά. 

Το πρώτο είναι η δουλοκτησία. Νομίζω ότι ο σημερινός αναγνώστης δύσκολα μπορεί να εξοικειωθεί με τις (ιδιάζουσες σε σχέση με τις σημερινές) ανθρώπινες σχέσεις που πρέπει να αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα δουλοκτητικό περιβάλλον, και μάλιστα σε μια εποχή που το φαινόμενο θεωρείται αποδεκτό, αν όχι αυτονόητο, χωρίς κάποια βοήθεια από τον αφηγητή. Αλλά αυτός ο τελευταίος όχι μόνο πρέπει να ενημερωθεί (όσο μπορέσει) αλλά και να υποθέσει και να επινοήσει.

Το δεύτερο είναι ο πόλεμος. Εικάζω ότι στις προ της ατομικής βόμβας εποχές, και ακόμη περισσότερο στις προ της πυρίτιδας, ο πόλεμος (που δεν μπορούσε -τότε- να θεωρηθεί μια επίφοβη αιτία συλλογικής αυτοκτονίας) ήταν πολύ περισσότερο μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Την εποχή για την οποία συγγράφω, ο πόλεμος, (ως πατήρ πάντων) αποτελούσε μια σχεδόν διαρκή ενασχόληση ατόμων και κοινωνιών και, αν όχι άλλο τι, είχε ακόμη το θεό του!

fotolia_61399889_med_hr

δ. Πώς είναι να γράφεις και να αναρτάς κομμάτι-κομμάτι τα γραφόμενα στο διαδίκτυο;

Απάντηση: Το να δημοσιεύεις ενώ ακόμη γράφεις δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Το έκαναν οι μεγάλοι πρόδρομοι (με τα ένθετα στις εφημερίδες Feuilleton) ήδη τον 19ο αιώνα με μεγάλη επιτυχία, το κάνουν οι σεναριογράφοι των τηλεοπτικών σειρών ακόμη και σήμερα. Εκείνο που είναι νέο, είναι η δυνατότητα άμεσης ¨επικοινωνιακής ανάδρασης¨ που επιτρέπει  το διαδίκτυο. Εάν δεν επωφελούνται οι επαγγελματίες, είναι γιατί το προϊόν στο μανταλάκι του ιστού δεν είναι εμπορεύσιμο. Αντίθετα, το διαδίκτυο είναι η χαρά και η ευκαιρία των ¨εραστών της τέχνης¨ της γραφής.  Έλαβα ήδη χρήσιμες παρατηρήσεις από αναγνώστες των αναρτήσεων και τους ευχαριστώ.

Υπάρχει ακόμα κάτι που είναι καινούργιο και ευχάριστο: Μειώνεται ο συχνά αυθαίρετος ρόλος του έκδοτη, καθώς και εκείνων, των υποτίθεται ειδημόνων (ή συχνά εγκάθετων) ¨αναγνωστών¨ που επιλέγουν για λογαριασμό του, τι πρέπει να εκδοθεί και τι όχι.   

scrivere-s

 ε. Τι γράφεται με βάση έναν αρχικό σκελετό πλοκής και τι επινοείται καθ’ οδόν;

Απάντηση: Στην περίπτωσή μου, πέρα από την ¨αρχική υπόθεση¨ που συμπεριλαμβάνει τον εντοπισμό της ιστορικής περιόδου  και υποδεικνύει τον βασικό ¨ιστορικά υπαρκτό¨ ήρωα, τα άλλα επινοούνται καθώς ο μύθος παίρνει γραπτή μορφή. Το ίδιο συνέβη και με τα άλλα δύο μυθιστορήματά μου, που ήταν αποκλειστικώς προϊόντα φαντασίας. Αν περίμενα να ολοκληρωθεί πλήρως η ιστορία σε μια συνεπή προκατασκευή, μάλλον δε θα άρχιζα ποτέ να γράφω.

assets_large_t_420_54035522

ζ. Ποιος είναι ο γλωσσικός τύπος που ενδείκνυται σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην κλασική αρχαιότητα;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Μάλλον όχι τα αρχαία ελληνικά. Διαισθάνομαι όμως ότι το θέμα και η εποχή όπου εξελίσσεται η πλοκή, δε μπορεί παρά να επηρεάσει τον γλωσσικό τύπο που υιοθετείται. Όσο και αν επιλέγεις (τη δική σου) δημοτική, αποκλείεται να αποφύγεις την λόγια λέξη, την ασυνήθη σύνταξη, που όμως δίνει στην αφήγησή σου το απαραίτητο χρώμα.

Νομίζω ότι, εν τέλει, πρέπει να βρεις ένα συνδυασμό ανάμεσα στις απαιτήσεις της τρέχουσας γραμματικής και σύνταξης, της εσωτερικής γλωσσικής συνέπειας της διήγησης, και -ακόμη περισσότερο -των δύο βασικών γλωσσικών αισθημάτων: του δικού σου και εκείνου που υποθέτεις ότι διαθέτουν οι αναγνώστες σου. Ο συνδυασμός αυτός εμπεριέχει (μοιραία) αντιφάσεις. Πολύ περισσότερο όταν βάζεις τους διάφορους ήρωές σου να διηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά και όταν μιλάς εσύ. Οπότε συμβαίνει, άλλοτε να σου φαίνεται αποδεκτή η γενική ¨του Αλέξανδρου¨ και άλλοτε πάλι να μπορείς να γράψεις μόνον ¨του Αλεξάνδρου¨,   άλλοτε ¨του λογίου¨ και άλλοτε ¨του λόγιου¨, άλλοτε ¨απαραδέκτως¨ και άλλοτε ¨απαράδεκτα¨. Υπομονή! Πες ότι η ήδη πλούσια ελληνική γλώσσα, διαθέτει και αποχρώσεις κρυμμένες μέσα στους διαφορετικούς τονισμούς.(Έτσι μου ‘ρχεται να αναγράφω μερικές τέτοιες λέξεις άτονα και να διαλέγει τονισμό ο αναγνώστης!)

[ Βέβαια ίσως θα παρατηρήσατε ότι μου έχει προκύψει και ένας ¨ήρωας¨ (ο πέρσης Χοντρόης)  που προσπαθεί να μιλήσει  αρχαία ελληνικά (είναι ο μόνος) , αλλά που -ευτυχώς- δεν τα καταφέρνει].

passal1

η. Τι γίνεται με τις (αντιπαθητικές) υποσημειώσεις.

Απάντηση: Έχω ήδη γράψει σχετικά σε προηγούμενο σημείωμα. Οι υποσημειώσεις ενδείκνυνται στα συγγράμματα, αλλά στα μυθιστορήματα ενοχλούν. Εάν εμένα μου προκύπτουν αυθορμήτως, λόγω πανεπιστημιακής διαστροφής, οι αναγνώστες μου δε μου φταίνε σε τίποτα, να τους διακόπτω κάθε τόσο για να τους στείλω στο τέλος της σελίδας, όπου να τους κάνω τον έξυπνο με κειμενάκια που μπορεί να είναι και πλεοναστικά.  (Επαναλαμβάνω ότι, αν τις έχω χρησιμοποιήσει και στα άλλα μυθιστορήματά μου, το έκανα χάρη αστεϊσμού, για να σατιρίσω την συχνά αδόκιμη χρήση τους κυρίως στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, όπου εξάλλου διαδραματίζονταν εκείνες οι ιστορίες).

 Έλα όμως που στη περίπτωση του ιστορικού αφηγήματος, βοηθούν αποτελεσματικά για να εντάξεις το φανταστικό στο ιστορικό μέρος, και σίγουρα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση αυτών που θέλεις να πεις.  Σκέφτομαι τελικά να τις μαζέψω, μαζί με κάποιες από τις σκέψεις που σας εκμυστηρεύομαι εδώ, σε ένα είδος παραρτήματος-επιμυθίου στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν βέβαια αυτό ολοκληρωθεί.

scrittura-creativa

θ. Είναι απαραίτητη η εικονογράφηση;

Απάντηση: Δεν θα έλεγα. Υποτίθεται ότι η μυθιστορηματική αφήγηση είναι αυτάρκης. Όμως δεν μπορώ να μην εξομολογηθώ την νοσταλγία (μου, αλλά την έχει αποδεχθεί και ο Έκο), για εκείνα τα πρώτα ιστορήματα της (πάλαι ποτέ) παιδικής ηλικίας, όπου ο πρώτος σαγηνευτής των αναγνωσμάτων ήταν η εικόνα. Πολύ θα ήθελα αν και όταν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γίνει βιβλίο, να υπάρχουν εικονογραφικοί υπαινιγμοί που να παραπέμπουν στα αναγνώσματα εκείνης της εποχής. Για την ώρα εκμεταλλεύομαι τη δυνατότητα, που μου δίνει το διαδίκτυο, να ψάχνω και να δανείζομαι  τις ζωγραφιές που βρίσκω προσιδιάζουσες στο  κείμενο

shutterstocktypewriter2

ι. Θα γίνουν αλλαγές στα κομμάτια που έχουν ήδη αναρτηθεί;

Εννοείται. Αλλά όχι πολλές. Εκτός κι αν ανακαλύψω στο τέλος ότι υπάρχουν μεγάλα πλεοναστικά τμήματα, οπότε θα είμαι υποχρεωμένος να τα κόψω. Όμως εάν κρίνω από προηγούμενες συγγραφές τα περισσότερα κομμάτια διορθώνονται μεν, αλλά παραμένουν εν πολλοίς στην αρχική τους διατύπωση. Υπάρχουν, βέβαια, οι εκ των υστέρων αλλαγές που οφείλονται σε μικρές καθ’ οδόν τροποποιήσεις του μύθου. Για παράδειγμα ίσως χρειαστεί να προσθέσω ορισμένα κεφάλαια με πρωταγωνίστρια την Θαϊδα (ένα στο δεύτερο και ένα στο τρίτο μέρος) ή να αλλάξω την προέλευση του αλόγου του Εύελπι, γιατί τώρα το θέλω αραβικό και όχι θεσσαλικό.

Αυτά για την ώρα, ευχαριστώ για την παρέα, γεια χαρά.

Il-Focusing-e-la-scrittura

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο ΙΙΙ. Η επιστολή προς τη Θαΐδα

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

 

Σας παραθέτω την  επιστολή/ απάντηση του Εύελπι προς την Θαΐδα. Δεν ξέρω αν θα παραμείνει στην τελική διάρθρωση του μυθιστορήματος, μια που δε λέει πολλά νέα πράγματα. Όμως, αφού εδώ παρακολουθείτε τα παρασκήνια της συγγραφής, δικαιούστε και υλικό που ίσως τελικά μείνει απ΄έξω.

Από τον Εύελπι τον Μεγαρέα προς την Θαίδα 

Sxedio_04

Όμορφη, ακαταμάχητη Θαΐδα

Αρχίζω την παρούσα γραφή ευχαριστώντας σε. Τα όσα αναφέρεις στην επιστολή σου είναι χρήσιμα και θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε τους χαμερπείς που συνωμοτούν εναντίον μας, στην ουσία ενάντια στον βασιλέα που ηγείται της εκστρατείας των Ελλήνων. Όμως περισσότερο συγκινούμαι που πήρες την πρωτοβουλία να με ενημερώσεις.

Οι καιροί είναι αυτοί που είναι, με εξάρσεις και δυσκολίες, με άλματα και παραστρατήματα, με ενθουσιασμούς και συνωμοσίες, αλλά όλα γίνονται πιο ανθρώπινα, πιο ανεκτά, ίσως ακόμη και μια ιδέα σαγηνευτικά, όταν συνοδεύονται από ένα χαμόγελο, έναν καλό λόγο, ή μια σκέψη φροντίδας που να προέρχεται από την εκλεκτότερη της Αφροδίτης: εσένα.

Γράφεις ότι ίσως το ενδιαφέρον σου με ξενίσει. Δεν είναι ακριβές. Δεν παραξενεύτηκα απλώς. Ένοιωσα έναν ξαφνικό στρόβιλο συναισθημάτων. Θα σου εξομολογηθώ ότι δεν είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι έτσι. Η πρώτη φορά ήταν στην αποβάθρα του λιμανιού του Πειραιά, πριν τέσσερα χρόνια, όταν συνειδητοποίησα ότι η μυθική Θαΐδα θα ήταν, για εβδομάδες, συνταξιδιώτισσά μου στην πλεύση προς την Ανατολή .

Ξέρεις ότι φρόντισα να είμαι κοντά σου, δίπλα σου, όσο πιο διακριτικά επέτρεπε αυτό το δύσκολο ταξίδι προς το άγνωστο. Έτσι σε γνώρισα λίγο καλύτερα και διαπίστωσα ότι ο μύθος σε αδικεί και ότι στην πραγματικότητα είσαι πιο γλυκιά, πιο προσιτή, πιο πνευματώδης, πιο χαρωπή και αισιόδοξη από όσο θα μπορούσα να υποθέσω όταν, στα αθηναϊκά περιστύλια, σε θαύμαζα από μακριά.

Να σου εξομολογηθώ και κάτι άλλο. Ήξερα ότι αντιπαθείς τους λογορροϊκούς  που παρουσιάζονται ως λόγιοι, και κομπορρημονούν ως δήθεν κάτοχοι κάποιας απρόσιτης σοφίας, τους αποκαλούμενους ¨σοφίζοντες¨ ή και ¨σοφιστές¨, και φοβόμουν ότι μπορεί, λόγω των αρμοδιοτήτων μου στην εκστρατεία, να με θεωρείς έναν από αυτούς. Έτσι παρά το ότι, όπως ξέρεις, τα καθήκοντά μου μού επιβάλλουν να ενδιαφέρομαι για το τι συμβαίνει στα μετόπισθεν της προέλασης,  για ένα μεγάλο διάστημα δίστασα να σε πλησιάσω ιδιαίτερα. 

Θα σου πω ακόμη, και μ’ αυτό θα ολοκληρώσω την επιστολή μου, ότι επιθυμώ να σε δω και να μιλήσω μαζί σου για ένα σωρό θέματα, αμέσως μόλις επιστρέψω στο προελαύνον σώμα της εκστρατείας, πράγμα που ελπίζω ότι θα συμβεί σύντομα.

Είθε οι θεοί να σε αγαπούν όσο οι θαυμαστές σου, ανάμεσα στους οποίους να ξέρεις ότι βρίσκεται, ενθερμότερος όλων,

ο Εύελπις του Ευρύνου ο εκ Μεγάρων.

Άτιτλο2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

1968 Φλωρεντία, το ψήφισμα του Ουμπέρτο Έκο (συμπλήρωμα)

Posted by vnottas στο 26 Φεβρουαρίου, 2016

unifi

 

Στα ντοκουμέντα  της προηγούμενης ανάρτησης, θα ήθελα να προσθέσω και το παρακάτω ψήφισμα, που υποβλήθηκε στη Γενική Συνέλευση φοιτητών και διδασκόντων της Αρχιτεκτονικής από τον Λεονάρντο Ρίτσι (κοσμήτορα) και τον Ουμπέρτο Έκο (διδάσκοντα), το 1968.  

Να συμπληρώσω επίσης ότι η Γενική Συνέλευση στην φωτογραφία της προηγούμενης ανάρτησης γίνεται στην Αυλή του κτιρίου San Clemente, όπου στεγαζόταν τότε το 3ο, 4ο, και 5ο έτος της Σχολής (τριένιο).

212917279-41755cf4-f34d-49f0-bd8f-7e4e72d781ba

Από το αρχείο του συμφοιτητή Gabriele Corsani. Η μετάφραση και οι υπογραμμίσεις  είναι δικές μου.

ΨΗΦΙΣΜΑ Ρίτσι – Έκο

Η Γενική συνέλευση των τακτικών, έκτακτων και επιφορτισμένων με διδασκαλία καθηγητών της Αρχιτεκτονικής Σχολής, η οποία συνήλθε στις 20 Μαρτίου 1968, στην Μεγάλη Αίθουσα της Πρυτανείας, αφού έλαβε υπ’ όψιν τα ψηφίσματα Α και Β που παρουσίασαν οι φοιτητές, αλλά και τα πρόσφατα γεγονότα κατά τα οποία το φοιτητικό κίνημα διατύπωσε αναγκαιότητες και προτάσεις  σχετικά με  τη μελλοντική δομή των ιταλικών πανεπιστημίων∙

-δηλώνει ευθύς εξ αρχής ότι αναγνωρίζει πως το κίνημα της νεανικής διαμαρτυρίας διέπεται από αξίες που είναι απαραίτητο να ληφθούν υπ’ όψιν, καθορίζοντας έναν ¨ανοιχτό χώρο¨ όπου μπορεί να διεξαχθεί ένας έντιμος και ισότιμος διάλογος ανάμεσα στις διάφορες ομάδες που ασχολούνται με το διδακτικό και ερευνητικό έργο, καθηγητές, συνεργάτες και φοιτητές.

αναγνωρίζει την Γενική Συνέλευση ως τον τόπο όπου πρέπει να διεξαχθεί αυτός ο διάλογος και όπου πρέπει να συζητηθούν και να ψηφιστούν οι διάφορες προτάσεις για το μέλλον της Σχολής. Σε αυτόν τον τόπο και με στόχο την  έντιμη και σαφή συζήτηση πάνω στα διάφορα ενδεχόμενα, κάθε καθηγητής θα δηλώσει τους λόγους της συμφωνίας ή της διαφωνίας του με τους γενικούς στόχους του κινήματος ή με τις μεμονωμένες ιδιαίτερες όψεις των φοιτητικών προτάσεων.

Στην ίδια αυτή Συνέλευση, το Συμβούλιο της Σχολής θα προτείνει εν τω μεταξύ συγκεκριμένες δυνατότητες για την τροποποίηση των δομών της Σχολής, που να μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα στα όρια της σημερινής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου.

Σε κάθε περίπτωση, αφού αναγνωρίζεται η Γενική Συνέλευση ως τόπος δημοκρατικών και ισοδύναμων αποφάσεων, καθώς και η πειραματική της λειτουργία ως ¨καταστατική¨, η Συνέλευση των Καθηγητών δηλώνει ότι:

-Στην περίπτωση που η Γενική Συνέλευση ψηφίσει ένα σχέδιο διοίκησης της Σχολής που να μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στο τυπικό πλαίσιο των ισχυόντων νόμων, το Συμβούλιο της Σχολής δεσμεύεται να εγγυηθεί την εφαρμογή και την νομική ισχύ των μεθόδων που θα κριθούν πιο κατάλληλες.

Σε περίπτωση, αντίθετα, που η Γενική Συνέλευση ψηφίσει ένα σχέδιο διοίκησης της Σχολής που να μην προκύπτει εφαρμόσιμο χωρίς φανερή παραβίαση της τρέχουσας νομοθεσίας, αλλά που να εγγυάται την επιστημονική σοβαρότητα, οι καθηγητές δεσμεύονται να αναλάβουν την συνυπευθυνότητα των αποφάσεων της Συνέλευσης και να τις παρουσιάσουν στις αρμόδιες αρχές ως επίσημη απόφαση της Σχολής και ως ¨χάρτη¨ των αιτημάτων που χαρακτηρίστηκαν απαραίτητα για την επανεκκίνηση της πανεπιστημιακής ζωής.

Γι αυτό οι καθηγητές καλούν την Συνέλευση να ορίσει μια τεχνική επιτροπή που θα επιφορτιστεί, μαζί με το Συμβούλιο της Σχολής, να μελετήσει τις  διαδικασίες σύγκλησης και λειτουργίας της Γενικής Συνέλευσης

Φλωρεντία 20 Μαρτίου 1968

Ponte

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Ουμπέρτο Έκο σε παλιές (και ωραίες) αναμνήσεις

Posted by vnottas στο 25 Φεβρουαρίου, 2016

muro_1968

Τις παρακάτω φωτογραφίες μου τις έστειλε η φίλη Σοφία Τσιτιρίδου, συμφοιτήτρια τότε στην αρχιτεκτονική σχολή της Φλωρεντίας και συνάδελφος αργότερα στο Αριστοτέλειο. Δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στην Φλωρεντινή έκδοση της εφημερίδας ¨Ρεπούμπλικα¨.

Ο Έκο που απεικονίζεται εδώ, είναι ακόμη νέος (εμείς, εννοείται,  ήμασταν τον καιρό εκείνο ακόμη νεότεροι!) και συμμετέχει μαζί με τον τότε κοσμήτορα της σχολής Λεονάρντο Ρίτσι (μεγάλο αρχιτέκτονα και μια από τις συμπαθέστερες φυσιογνωμίες της φοιτητικής μου ζωής) σε μία από τις πολλές απανωτές γενικές συνελεύσεις της υπό κατάληψη (σχεδόν όλη την περίοδο 1968-69) σχολής μας.

Ο Έκο μας δίδασκε τότε (τις πολύ ενδιαφέρουσες και δημοφιλείς δικές του απόψεις) στο μάθημα της Decorazione (Διακόσμηση). [Αργότερα ως πανεπιστημιακός ανακάλυψα ότι το να διδάσκεις τις δικές σου απόψεις σε ένα μάθημα που, ενώ έχει εξελιχθεί, εξακολουθεί να φέρει  την παρωχημένη του ονομασία είναι κάτι που συνηθίζεται].

Στην πρώτη φωτογραφία, στα δεξιά του Έκο κάθεται ο Μιχαήλ Άγγελος Καπονέτο, ηγετική τότε φυσιογνωμία του φοιτητικού κινήματος της Φλωρεντίας με εκπληκτικές ρητορικές ικανότητες, που ίσως μια άλλη φορά σας μιλήσω διεξοδικότερα γι αυτόν.

Η δεύτερη πανοραμική φωτογραφία είναι από συνέλευση στο προαύλιο της Αρχιτεκτονικής. Αγορεύει ο Καπονέτο. Ίσως, ψάχνοντας με τον κατάλληλο φακό, οι παλιοί μου συμφοιτητές μπορέσουν να βρουν κι άλλους παλιούς φίλους (ή την ίδια τη νεανική τους απεικόνιση).

Στη τρίτη φωτογραφία, σε μια από τις συνεχείς άτυπες συσκέψεις, της περιόδου εκείνης, στο κέντρο ο Ρίτσι (κρατάει το κεφάλι του), δίπλα του πάντα ο Καπονέτο (με τα γυαλιά) και όρθιος δεξιά με το γένι, ο Τζοβάνι Μπατσιάρντι, αργότερα βουλευτής της αριστεράς. Mαζί με τον καθηγητή Βιτσέντσο Μπεντιβένια, o Μπατσάρντι ήταν ένας από τους φίλους των ελλήνων αντιχουντικών της εποχής. Αργότερα είχαν και οι δύο λάβει μέρος σε ένα πολεοδομικό συνέδριο που είχα διοργανώσει (υπό την εποπτεία του αείμνηστου Θαλή Αργυρόπουλου) όταν ήμουν ακόμη στην εδώ Αρχιτεκτονική.

ΥΓ. Προσωπικά είχα κι άλλο υλικό από την εποχή αυτή, αλλά επιστρέφοντας στην Ελλάδα άρον άρον το καλοκαίρι του 74 και μη ξέροντας τι θα αντιμετωπίσω, άφησα εφημερίδες, φωτογραφίες, κλπ, μέσα σε μια βαλίτσα στην αποθήκη του τελευταίου σπιτιού που νοίκιαζα. Όταν χρόνια μετά το επισκέφτηκα γεμάτος νοσταλγία, βρήκα μονάχα έναν δυσαρεστημένο (για τη σαβούρα) νέο ιδιοκτήτη.  Αλλά κι αυτή είναι μια ιστορία για μια άλλη φορά.

212917217-db46d79e-578d-4323-93fd-091ecd7e536f

212917341-a4942fbf-2e61-4d7b-a731-f19e5cb49f94

161426313-a8e0dac6-ecdc-44ac-892c-a0c05333f7da

images (2)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Σ’ αυτόν εδώ τον πλανήτη που μας έλαχε: με ένα εβίβα κι ένα βαχ, διαλέξτε.

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2016

 

…λέει ο Νίκος:

Παρτέρια, βραγιές, ουρανόκηποι

πλάι σε αστερισμούς αγλαείς

ο Κριός, ο Ταύρος, ο Λέων

η Παρθένος λουομένη

στον Ιορδάνη ποταμό

πιο κάτω πλανήτες ένδοξοι

ο Δίας, ο Πλούτων, ο Κρόνος, ο Άρης,

η Αφροδίτη και παραδίπλα η Γη

γεμάτη παρτέρια βραγιές

κήπους, μπαξέδες, χέρσα χωράφια

κι έχει μια φεγγαράδα απόψε!

 (τίτλος: Αστερισμοί και Άστρα)

supermoon-660_0

 

…λέει ο Ηλίας:

Ζω σ’ έναν δήθεν μοναδικό πλανήτη.

Πόλεμοι, ανακατατάξεις, Δύση, Ανατολή, οικονομική κρίση και ακατανόητα χρηματιστηριακά παιχνίδια. Στη χώρα μου κυριαρχεί αδιέξοδο. Λέω μέσα μου, στ’ αρχίδια μου ΟΛΑ. Καίω τα υπόλοιπα των καυσίμων μου -γύρω στις 50.000 ώρες- αν πάνε όλα καλά. Στήριξα ιδεολογικά, ολέθριους σύγχρονους πολιτικούς κι ανέχθηκα γουρούνια αμόρφωτους Τραπεζίτες να καθορίζουν τη ζωή μου.

Στήριξα έναν ηλίθιο πολιτισμό, όπου δήθεν ο καθένας με τις ικανότητές του, συμμετέχει σε ένα κοινωνικό Σύνολο που καταλήγει πολτός κι ο πολτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ τους «έχοντες» ως παρασκευή νέων παραγώγων πολτού.

Ζω με ζώα που πιστεύουν σε ελίτ, σε προλεταριάτα, σε θρησκείες, σε μεταφυσικές ηλιθιότητες, σε δήθεν Κανόνες Δικαίου, σε Συντάγματα που αυτοαναιρούνται και που υπέρμαχοι της Επιστήμης, απαντούν στην αγωνιώδη ερώτηση «τι θα κάνουμε»… με την εκπληκτική φράση  «α εγώ  δεν ξέρω, είμαι επιστήμων»

Βλέπω πνιγμένα παιδάκια, πεινασμένα παιδάκια σε ψηφιακά δίκτυα, βλέπω οικολογικές καταστροφές, εμφύλιους σπαραγμούς, κρατώντας μερικές φορές, ένα ποτό  στο δεξί μου χέρι κι ένα τσιγάρο στο αριστερό. Βλέπω άλλους που πίστευα πως τους ήξερα καλά, να κολυμπούν μέσα σε ένα διαδικτυακό ωκεανό με τα μπρατσάκια τους, να πλατσουρίζουν μέσα σε άμμους από “like”, να ανεβάζουν και να προωθούν σοφίες-φαστφούντ, φωτογραφίες ρετρό τη γυναίκα, τη γκόμενα, μεταχρονολογημένες, σλόγκαν-αυτοπεποίθησης (τελευταία είδα και κάποιον δικό μου που ανέβαζε συνταγές για γλυκά). Βλέπω γνωστούς πολλούς, διανοούμενους που κάνουν ψηφιακά ακροβατικά χωρίς δίχτυ από κάτω τους. Τους φωνάζω «Θα πέσετε γαμώ τον Αντίχριστό σας…», αλλά δεν με ακούν.

Βλέπω στον ύπνο μου σκοτάδι πιο βαθύ απ το σκότος. Κάθομαι κάτω απ’ έναν ουρανό που όταν είναι γαλάζιος, αλλά κι όταν είναι σκοτεινός, περνάει πάνω του μια ολογραφική επιγραφή, κάτι σαν βόρειο Σέλας που γράφει «ρε άντε και γαμηθείτε όλοι σας».

Μπαίνω στα 66 και αυθορμήτως, μου έρχεται να πω, ο κώλος σας να φέξει…

Παρακαλώ να γραφεί στα πρακτικά.

(τίτλος: ¨Να γραφεί στα Πρακτικά¨)     assets_LARGE_t_942_43666601…υστερόγραφο του Νίκου:

Η απορία αγκάλιασε την έκπληξη

κι αφού απογειώθηκαν

μες το αερόστατο της έμπνευσης

διαπίστωσαν χαρούμενες

ότι οι ρυτίδες τους

ήταν μόνο ζήτημα ύφους

αφού σ’ όλα

ακόμα και στα πιο παράδοξα

υπάρχει μια κάποια εξήγηση.

   (τίτλος: Εξήγηση)

[…τα συνταίριαξα αυθαιρέτως εγώ]

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Baudelaire, Μελαχρινός, δύο ποιήματα από το ¨Αλωνάκι¨

Posted by vnottas στο 18 Φεβρουαρίου, 2016

Αλώνιζα στο ξεχωριστά καλό ¨Αλωνάκι της ποίησης¨ και έπεσα πάνω σε δύο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις: Μια (όμορφη) μετάφραση του  ποιήματος ¨Στο τέλος της ημέρας¨ (Baudelaire)  από τον Γιώργο Κεντρωτή  και ένα ποίημα, ενδεικτικό μιας αλλοτινής εποχής, πλην όμως…, του Απόστολου Μελαχρινού (Βραΐλα Ρουμανίας 1880 – Αθήνα  1955). Τα μεταφέρω και εδώ.

Charles Baudelaire

CHARLES BAUDELAIRE

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Κάτω από φώτα γκριζοκίτρινα καμπόσα

(και πελιδνά) χοροπηδά η Ζωή και γνέθει

αστόχαστη, άνευ λόγου, ασύνετη, βοώσα.

Και στον ορίζοντα, όταν με τρανά μεγέθη

*

η νύχτα σκαρφαλώνει (κι είν’ πελώρια νήσος)

γλυκαίνοντας τα πάντα, ακόμα και την πείνα,

και σβήνοντας τα πάντα, ακόμα και το μίσος

–ο Ποιητής μονολογεί: «Επί τέλους! Κίνα

*

ω πνεύμα… κινηθείτε τώρα, ω σπόνδυλοί μου,

και διεκδικήστε την ανάπαυση με ζέση!

Με πέπλους όνειρου κατ’ εξοχήν πενθίμου

*

στα σώψυχα κοιμάμαι: ανάσκελα έχω πέσει,

και στα σεντόνια σας θα τυλιχτώ ν’ ανέβει

ξανά η έμπνευσή μου, ω ακμαία, ω δροσερά μου ερέβη!»

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Μια ανάγνωση

250px-Αποστόλης_Μελαχρινός

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

ΚΡΑΤΙΕΜΑΙ ΑΠΟ ΓΕΝΙΑ ΔΡΑΚΟΝΤΕΙΑ

Κρατιέμαι από γενιά δρακόντεια,
που από μια χώρα κίνησε υπερπόντια
κι έχω ακατάλυτα: νύχια, μαλλιά και δόντια.

H όψη μου φαντάζει λεονταρίσια,
τ’ αδρό κορμί μου συνερίζεται τα κυπαρίσσια,
κι αλύγιστος, τραβώ το δρόμο ίσια.

Kαι των θεών ο αγαπημένος σάμπως 
που είμαι, θα σβήσω μες σε θάμπος
από άρωμα κι από αρμονία κι από λάμπος.

Σε μια σάλα που θα μεθάν οι πολυελαίοι
και τα όνειρά μου η μουσική θα λέει,
κάποια βραδιά θε να βρεθούμε, ωραίοι.

M’ ένα ζευγάρι στα μαλλιά σου ρόδα,
θε να χορεύεις λύγερη κι αλαφροπόδα.
Θα πέσει τό ’να σου άνθος (κι όπως σε ύπνο τό ’δα,

πόθρεφα τα όνειρά μου σαν τον πελεκάνο)
για να το πάρω θε να σκύψω επάνω
στο μοσκοβόλημα ενός ρόδου, να πεθάνω. 

unnamed

Ακόμη μια ανάγνωση 
Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, «Τα ποιήματα», επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 182.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Οι κακιασμένοι επιτίθενται. Ολ¨Ε¨!!!

Posted by vnottas στο 13 Φεβρουαρίου, 2016

til

Σήμερα, Σάββατο απομεσήμερο. Ακροβατική περιήγηση (ζάπιγκ) στα κανάλια, προσπαθώντας να αποφύγεις εκείνα που εξ επαγγέλματος υπονομεύουν και εκείνα που έχουν καταντήσει τα ίδια υπόνομοι (ζέοντες). Δε γεννήθηκες χτες κι επομένως δεν έχεις και μεγάλες αναμονές, ξέρεις λίγο πολύ τι σε περιμένει.

 Ωστόσο το αναπάντεχο καραδοκεί και μπορεί να μείνεις έξαφνα ενεός, με το δάκτυλο μετέωρο πάνω από το πλήκτρο εναλλαγής, αιχμαλωτισμένος από τις αναδυόμενες κραυγές (και οσμές), να παρακολουθείς κωμικοτραγικές φάσεις, χωρίς να καταλάβεις αμέσως περί τίνος ακριβώς πρόκειται.

Μόλις πάρεις μια πρώτη ιδέα για το τι είναι αυτό που βλέπεις, είναι η αδρεναλίνη που αρχίζει να ανεβαίνει, που σου δημιουργεί μια έλλειψη λέξεων κατάλληλων για να εκφραστείς. Γιατί αυτό που σου ‘ρχεται να πεις έχει ανάγκη από λέξεις που δεν χρησιμοποιείς καθημερνά, από κείνες που υποδηλώνουν  αποδοκιμασία, αγανάκτηση, τσαντίλα, θυμό, οργή, απέχθεια, αποστροφή, διαμαρτυρία και, βέβαια, εκείνο το αίσθημα αδυναμίας να επέμβεις  στα τεκταινόμενα (που έτσι κι αλλιώς κυριαρχεί όταν η επαφή με τα πέριξ γίνεται μέσα από τα Μέσα Μαζικής Εξουθένωσης). Θέλω να πώ ότι εκείνο που χρειάζεσαι τη στιγμή εκείνη, είναι βρισιές. Νέες βρισιές, όχι ξασπρισμένες, όχι ξενέρωτες, όχι μπανάλ!

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ εκκλησία

Σήμερα, Σάββατο απομεσήμερο. Πέφτω καναλοπηδώντας μέσα σε ένα σχετικά νεότευκτο καναλοπήγαδο και ανακόπτω ταχύτητα ζάπινγκ, γιατί βλέπω κάποιους ωρυόμενους να αλληλοκατηγορούνται με ασυνήθη λεκτική αγριότητα. Μένω ήρεμος. Μαθημένα τα βουνά από χιόνια και τα κανάλια από αμετροέπεια. Δεν πατάω το (ενίοτε σωτήριο) κουμπί της εναλλαγής, γιατί παρατηρώ με (σχετική) έκπληξη ότι το πάνελ είναι μικτής σύνθεσης και απαρτίζεται, τόσο από τους συνήθεις λάιτ τύπους [κατά κανόνα μία ωραία, μία υπέρβαρη, μία υπέρ (των πωλήσεων), μία κατά (πάντων), έναν αμφί (συνήθως χαριτωμένο), έναν επί (συνήθως περπατημένο) και ούτω καθεξής], όσο και μερικούς τύπους που (κατά τεκμήριο) ανήκουν σε άλλες παρέες και σφαίρες, εκείνες που (τουλάχιστον υποτίθεται ότι) εκφράζουν θεσμούς έγκυρους και καταξιωμένους.

Ο παρουσιαστής, στιλ κακιωμένης ξερόλας, έχει ήδη δηλώσει ότι σήμερα δεν θα τον απασχολήσουν, ως συνήθως, τα ντεσού της σόου μπιζ επικαιρότητας, αλλά λόγω των έκτακτων δραματικών εξελίξεων, θα ασχοληθεί με το θέμα των καταδιωκόμενων ηρωικών καναλιών. Και έχει παρουσιάσει τους καλεσμένους που (με ισομέρεια και χαρακτηριστική αντικειμενικότητα) έχει επιλέξει η εκπομπή: από την μια, δύο (2) συριζαίοι βουλευτές για να εξηγήσουν τα υπέρ του ψηφισθέντος νόμου για τα κανάλια, και  από την άλλη, δύο (2) ειδικευμένες στη φωνασκούσα δημοσιογραφία, μία (1) γνωστή πολυλογού νεοδημοκράτισσα (η οποία όμως, μάλλον δε θα προλάβει τελικά να μιλήσει), ένας (1) βουλευτής του Λεβέντη, ένας (1) συμπαραταγμένος, και ένας (1) ποταμίσιος. Εάν σε αυτούς τους έξι (6) προσθέσετε και τον από μακριά συνδεδεμένο Λαφαζάνη (1), καθώς  και τον ακατασχέτως ομιλούντα και αδιακόπτως διακόπτοντα κακιασμένο παρουσιαστή (1), οι εκ των προτέρων δηλωμένοι ως ¨κατά¨ γίνονται οκτώ και η κατανομή μεταξύ των υποστηρικτών των αντιτιθέμενων απόψεων γίνεται 2 προς 8.

Σε αυτό το σημείο ας ξεκαθαρίσω ότι προσωπικά, όσο και εάν συμμερίζομαι όλες τις ανησυχίες που διατυπώνει η κυβέρνηση σχετικά με τα απαράδεκτα που δυστυχώς διέπουν τις μαζικές επικοινωνίες στον τόπο μας, επιτρέψτε μου να πω (ας επικαλεσθώ την ιδιότητά μου ως τ. καθηγητής της κοινωνικής επικοινωνίας) ότι βρίσκω την εστίαση που εκ των πραγμάτων προέκυψε πάνω στον αριθμό των καναλιών, επικοινωνιακά λανθασμένη.  Ακόμη και εάν δεν είναι αυτός ο άξονας  της μεταρρύθμισης που επιχειρείται, το ¨4¨ δίνει λαβή σε γενικεύσεις και διαστρεβλώσεις που αποδυναμώνουν το εγχείρημα. Το μόνο που, όπως πάμε, μπορεί εν τέλει να διευκολύνει την επιβολή κάποιας δίκαιης εξομάλυνσης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, είναι το σύνδρομο ¨μπούμερανγκ¨ που προκαλεί στο κοινό, η έξαλλη αντίδραση των καναλαρχών, ο οπορτουνισμός των κομμάτων και οι εκπομπές σαν αυτή που περιγράφω.

 Αλλά ας επιστρέψουμε στα αποψινά. Πριν αρχίσει η συζήτηση, ο παρουσιαστής λέει πως θα προηγηθεί η προβολή ενός βίντεο που θα εισαγάγει στο θέμα.

Οπότε και αρχίζει η προβολή μιας μακράς όσο και εξυπνακίστικης κατασκευής, όπου δεν δίδονται στοιχεία που θα βοηθούσαν σε μια πληρέστερη κατανόηση του θέματος, αλλά όπου λέγονται διάφορα, από φαιδρά έως επικίνδυνα (και μόνον ¨κατά¨). Τα νούμερα, όταν υπάρχουν, ανακατεύονται αδέξια: Στα τέσσερεις άδειες που αν κατάλαβα καλά αφορούν μία μόνο κατηγορία: τα κανάλια άνευ συνδρομής-¨ελεύθερης πρόσβασης¨ και μη εξειδικευμένου περιεχομένου, αντιπαρατίθεται ο συνολικός αριθμός των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών  που λειτουργούν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εν τάξει, θα μου πεις, οι αριθμοί τους μπερδεύουν, και όχι μόνο στις λάιτ εκπομπές, αλλά δε σταματούν εκεί: Παρομοιάζουν τα μελλοντικά πάθη των καναλιών με την περίπτωση της ΕΡΤ!  Και όχι μόνον, το πάνε πιο μακριά: Επικαλούνται το ¨πολυτεχνείο¨ από όπου και δανείζονται, οι αλαφροί, σκηνές ηρωικής αντίστασης. (Ψάξτε στο διαδίκτυο, κάποιος θα έχει ανεβάσει την εκπομπή, και απολαύστε!)

Εν πάση περιπτώσει, κάποτε το εισαγωγικό βίντεο σταματάει και ο λόγος πρέπει να δοθεί στον παρόντα συριζαίο, ο οποίος, αντί να σηκωθεί, να καταγγείλει την διαστρέβλωση που έχει ήδη επιχειρηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χειραγωγημένης πληροφόρησης, κάνει μια (ανώφελη) προσπάθεια να αναπτύξει επιχειρήματα. Δεν μπορεί. Ο παρουσιαστής θέλει να μιλήσει πρώτα ο Λαφαζάνης, ο οποίος παίρνει το λόγο για να καταγγείλει γενικώς την κυβέρνηση, αλλά ούτε αυτός μπορεί, δε ξέρω γιατί, και σε μια στιγμή τον εγκαταλείπουν  να μονολογεί (καταγγέλλοντας) ενώ παράλληλα μία μαινόμενη αντιφρονούσα βρίζει χυδαιότατα τον συριζαίο.

Αντί όμως ο συριζαίος να καταλάβει επιτέλους ότι συμμετέχει σε μια στημένη (διαπλεγμένη) κατάσταση, και να σηκωθεί επιτέλους να φύγει, προσπαθεί ανώφελα να απαντήσει στον καταιγισμό των προσβολών από την μαινόμενη, η οποία έχει ενισχυθεί συνεπικουρούμενη κι απ’ την άλλη. Οπότε και η συριζαία, εξ ίσου άνευ αποτελέσματος, προσπαθεί να διατυπώσει άποψη. Δεν μπορεί, γιατί οι επιθέσεις τώρα προέρχονται από παντού (κυρίως από τον ίδιο τον λάιτ κακιασμένο παρουσιαστή). Όταν εν τέλει προσπαθεί (η συριζαία) να διεκδικήσει μια στοιχειώδη ανακωχή για να πει επιτέλους κάτι, έχει έρθει η ώρα για να δοθεί ο λόγος στον ¨λεβέντη¨ και τον ποταμίσιο.

Κάπου εκεί αντί, οι μόλις δύο (2) συριζαίοι (επιμένω), να σηκωθούν και να φύγουν, αποφασίζουν να μιλήσουν επικαλυπτόμενοι από όλους σχεδόν τους άλλους. Πανζουρλισμός. Υποθέτω ότι στο κοντρόλ τρίβονται από τη χαρά τους!

Και ξαφνικά το ανεπανάληπτο κλου! Ο κακιασμένος παρουσιαστής ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΛΛΟ. Και προλαβαίνει: Φτου κα πρω! Αποχωρεί από το πάνελ! εγκαταλείποντας τους έξι καλεσμένους!!!

Τον βλέπω στο ορατό μέλλον να διδάσκει σε κάποια ιδιωτική λέσχη δημοσιογραφίας, αναλύοντας την δική του επιστημονική πατέντα: πώς μπορείτε να έχετε μια θεαματική νουμερολάγνα αποχώρηση, ακόμα και όταν οι καλεσμένοι σας διαθέτουν απρόσμενη γαϊδουρίσια υπομονή.

Τι τα θέλετε κυρίες και κύριοι: τα ιδιωτικά μέσα διδάσκουν (μεταξύ άλλων τινών) και   δημοσιογραφία!

tv_vs_book

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Όπου ο Νίκος κι ο Ηλίας ομοιοκαταληκτούν (εξαιρετικά!)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2016

14 Playmobil figures (eg nurse, American Indian, gardener)

Λευτεριά στα πλεϊμομπίλ

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου, στ’ αρχίδια μου τα χρόνια,

που χάθηκαν και έφυγαν απ’ τις βουνοκορφές,

και κύλησαν και βρέθηκαν σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά που ‘μοιάζαν φυλακές…

playmobil-pirates-chaloupe-des-pirates-5298

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα και μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο παίζουν πολιτική.

Playmobil-Pirates---Red-Serpent--pTRU1-19413724dt 

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε του Πάουντ, του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί όταν δεν σιγοκλαίν.

Wooden_Barbarossa_Pirate_Ship_0_large 

Τα παραμύθια τέλειωσαν και πάμε γι άλλα τώρα

η επανάσταση νοσεί μες την εντατική

της ιστορίας ήτανε μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε τώρα τα υπηρετεί…

35205247

*****

*****

Στην Κοιλάδα της μνήμης

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

*

Βαλς χόρευε το εννέα με το τρία

το νάτριο στεκόταν σιωπηλό

πιο πέρα κώνοι παίζανε με μαεστρία

μα η μελωδία έβγαινε μελό.

9-23-13-702x336

Το τρίγωνο χαιρόταν τυλιγμένο

στου κύκλου τις καμπύλες τυχερό

το υδρογόνο ήταν πικραμένο

έψαχνε το οξυγόνο στο νερό.

100240.w.1280

Την άμπωτη η παλίρροια αγκαλιάζει

το άλας μες το κύμα σταματά

ιόντα φορτισμένα με μαράζι

η ύλη τα πιέζει δυνατά.

dreams_glass_b

Το κόμμα κυνηγάει την τελεία

και σμίγουνε σ’ ερωτηματικό

ακολουθούν πνεύματα και σημεία

στο τέλος να και το θαυμαστικό.

images

Μες στην οθόνη του μυαλού ξαναγυρίζουν

χωρίς ειρμό κρυμμένοι θησαυροί

πολύχρωμες σημαίες π’ ανεμίζουν

πάνω στης μνήμης την κοιλάδα την υγρή.

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Σύμφωνο συμβίωσης

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο ενδέκατο. Υπόγεια διαδρομή

Posted by vnottas στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου το δίδυμο των ερασιτεχνών ανιχνευτών καταλήγει στο υποχθόνιο τμήμα των Σούσων

138.256

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, μασουλώντας με βουλιμία φανατικού πιστού το ευλογημένο άρτυμα που προμηθεύτηκαν από τους μικροπωλητές στο προαύλιο (κάτι σαν μαλακό τυρί αλειμμένο σε μια άζυμη πίτα), ανηφορίζουν την εξωτερική μνημειακή κλίμακα και εισέρχονται στο ψηλοτάβανο πρώτο πάτωμα του πολυώροφου Ναού του Μαρδούκ.

Ο Οινοκράτης θέλει να μαζέψει κι άλλες πληροφορίες γι αυτό το παράξενο συγκρότημα κτιρίων όπου -είναι πλέον πεισμένος- εξυφαίνεται κάτι σκοτεινό και συνωμοτικό. Θέλει να εξακριβώσει με ποιο τρόπο ο ναός επικοινωνεί εσωτερικά με τα υπόλοιπα κτίσματα, σε κάποιο από τα οποία πρέπει να έχουν μαζευτεί εκείνοι που τρύπωσαν μέσα από την παράπλευρη ελεγχόμενη είσοδο: ο Άρπαλος και οι σωματοφύλακές του, ο γραμματικός του Ανάξαρχου, καθώς και άλλοι που ίσως, εξ αιτίας της σκοτεινιάς του δειλινού και του πλήθους των επισκεπτών του παρακείμενου ναού, δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Και, σε κάθε περίπτωση, θέλει η αποψινή αναφορά του στον Εύελπι να διανθίζεται με τα κατάλληλα στοιχεία που θα κάνουν τις περιγραφές του πιο ακριβείς, ζωντανές και ενδιαφέρουσες.

 Φαίνεται ότι οι πιστοί των θεοτήτων της Βαβυλώνας στα Σούσα είναι πολλοί, γιατί ο πρώτος όροφος του ναού, παρά το μεγάλο του μέγεθος, έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει. Στο κέντρο της αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των πιστών (που δεν έχουν πάψει να ψέλνουν, άλλοι μουρμουριστά, άλλοι μασουλώντας και άλλοι με μεράκι επαγγελματία αοιδού) υψώνεται το άγαλμα του γενειοφόρου, ροπαλοφόρου και φτερωτού Μαρδούκ, απεικονισμένου ύστερα από κάποια δύσκολη μάχη,  ενώ τριγύρω τού κάνουν παρέα οι απεικονίσεις άλλων θεών, προφανώς από το ίδιο θεϊκό βαβυλωνιακό σόι. Στο βάθος διακρίνονται οι σκάλες που, προερχόμενες από τα έγκατα του κτίσματος, οδηγούν στους πιο πάνω ορόφους (και αντιστρόφως).

Σε μια στιγμή, το πλήθος παύει τον ψαλμό, καθώς στην υπερυψωμένη εξέδρα που έχει στηθεί κάτω από το άγαλμα του Μαρδούκ ανεβαίνουν τρεις ρασοφόροι ιερωμένοι, ο ένας απ’ τους οποίους, εκείνος που κρατάει μια γκλίτσα ψηλότερη απ’ το μπόι του, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και αρχίζει να απαγγέλει δυνατούς ακατανόητους ήχους, που επαναλαμβάνουν πρώτα οι συνοδοί του και μετά όλο μαζί το εκκλησίασμα. Οι δύο λαθραίοι πιστοί τους μιμούνται ανοιγοκλείνοντας τα στόματά τους όσο μπορούν πιο πειστικά, ενώ παράλληλα προωθούνται στο εσωτερικό του κτίσματος παρατηρώντας  δεξιά κι αριστερά τον χώρο.

clp_assyrian2

«Αυτές οι πλαϊνές πύλες βγάζουν σίγουρα στο εσωτερικό του συγκροτήματος, αλλά εάν βγούμε από εκεί θα μας εντοπίσουν σίγουρα», λέει στο αυτί του Χοντρόη ο Οινοκράτης. «Ίσως εκείνες οι σκάλες στο βάθος να οδηγούν σε κάποιο πιο ασφαλές υπόγειο πέρασμα. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Σιγά σιγά…»  

Κάνουν να προχωρήσουν προς το βάθος της αίθουσας, αλλά δεν έχουν διανύσει παρά ένα μικρό τμήμα της απόστασης που τους χωρίζει από τις σκάλες, όταν ο Μαγκουροφόρος ιερέας βγάζει μια οξεία παρατεταμένη κραυγή, που τους τρομάζει και τους ακινητοποιεί.

Όμως δεν πρόκειται παρά για μια συνθηματική ιαχή, εγκεκριμένη και συμφωνημένη με τον εν λόγω θεό, γιατί και σ’ αυτόν, όπως και σε πολλούς άλλους θεούς αρέσουν τα συνθήματα, τα παρασυνθήματα, καθώς και τα νεύματα (σημεία) αλληλο- αναγνώρισης.  Πράγματι στο άκουσμα της κραυγής, όλοι οι εκκλησιαζόμενοι ομού και χωρίς εξαιρέσεις κάνουν την εξής χαρακτηριστική κίνηση, ο συμβολισμός της οποίας είναι προφανής. Ανασηκώνουν το αριστερό χέρι ως το ύψος της μύτης τους και εισπνέουν βαθειά, γιατί μόνον έτσι μπορούν να έχουν επαφή με την οσμή της πλάσης και να δηλώσουν (αλληγορικά) ότι όχι μόνο την ανέχονται και την εγκρίνουν, αλλά και ότι τους αρέσει σφόδρα. Μετά κατεβάζουν (το χέρι) ως το κέντρο της κοιλιακής χώρας την οποία και πιέζουν με τον δείκτη. Αυτή η κίνηση συμβολίζει ότι ο θεός τους μπορεί μεν να είναι γενειοφόρος και εκ πρώτης όψεως αρσενικός, αλλά επειδή ακριβώς είναι θεός μπορεί να δημιουργεί, να φτιάχνει και να γονιμοποιεί από μόνος του, χάρη στη Θεία Κοιλιά του (ένα απλούστερο ομοίωμα της οποίας είχε την καλοσύνη να χαρίσει και στα θηλυκά θνητά δημιουργήματά του).

 Μετά το χέρι κατεβαίνει προς το υπογάστριο, και ενώ τα δάκτυλα και η παλάμη σχηματίζουν μία δράκα (χούφτα), το ανασηκώνουν ελαφρά και συμβολικά (το υπογάστριο μαζί με ό, τι βρουν εκεί). Αυτή είναι η πιο μυστηριακή από τις φάσεις της Συμβολικής Κίνησης, για την ερμηνεία της οποίας ερίζουν διάφορες ερμηνευτικές ιερατικές σχολές. Υπάρχουν οι καθησυχαστικές και οι αποκαλυπτικές εκδοχές, καθώς και μία εσωτεριστική που απαγορεύει κάθε ανάλυση της τελικής φάσης του καθ-ιερωμένου νεύματος, για λόγους που, ακριβώς επειδή είναι μυστικιστικοί, δεν μπορούν να αποκαλυφθούν παρά σε μυημένους υψηλής πιστότητας και κατοχυρωμένης προέλευσης.

Το νεοϊδρυθέν δίδυμο της παραλλαγμένης εξερευνητικής δράσης καταλαμβάνεται εξαπίνης. Η συλλογική χορογραφική κίνηση του εκκλησιάσματος είναι τόσο αυθόρμητη, αλλά και τόσο άρτια συντονισμένη, που δεν προλαβαίνουν να σκαρώσουν παρά μια ανεπιτυχή προσομοίωσή της, με αποτέλεσμα οι διπλανοί να τους ρίξουν βλέμματα ερωτηματικά έως δυσαρεστημένα  του τύπου : Αχ αυτοί οι νεόφυτοι! Δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπουν τη συμμετοχή στις τελετές πριν μάθουν καλά το τελετουργικό.  

images (2)

Δεν έχουν άδικο. Οι δύο δεν κατανόησαν αρκετά το προσωπικό ομολογητικό περιεχόμενο του Νεύματος και έτσι, αντί να το εφαρμόσουν σε πρώτο (νοηματικό) πρόσωπο, δηλαδή στον εαυτό τους, πήγαν να το εφαρμόσουν ο ένας στον άλλο. Έτσι, ο μεν άτσαλος Χοντρόης παραλίγο να βγάλει το μάτι του Οινοκράτη, μια που δεν κατάφερε να βρει τη μύτη του με την πρώτη, ενώ αυτός ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της προσομοίωσης της τρίτης φάσης του νεύματος προκάλεσε στον Χοντρόη οξύτατο πόνο στις κάτω κοιλιακές χώρες, με αποτέλεσμα ο Ασιάτης να κοκκινίσει ως βρασμένο τεύτλο και να χοροπηδήσει ως (παχουλό) ερίφιο σε κατηφόρα ορεινής περιοχής.

Ευτυχώς ο αρχιερέας εκπέμπει την κραυγή που σημαίνει ¨τέρμα τα νεύματα¨ και το πλήθος ηρεμεί, ενώ οι δύο καταφέρνουν να προωθηθούν ακόμη λίγο προς τα ενδότερα. Πριν προλάβουν όμως να πάρουν μια ανάσα, ο ένας από τους συνοδούς του ραβδούχου ιερέα θέλει να πει κι αυτός κάτι, δικό του, και το λέει με μια κοφτή λαρυγγώδη φράση. Σε απάντηση το εκκλησίασμα βγάζει από τα θυλάκιά του ένα είδος μαύρης κονκάρδας και καθένας την στερεώνει στο στήθος του.

Ο Οινοκράτης προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό το μαύρο πράγμα και, παρατηρώντας καλλίτερα τους πλαϊνούς του, αναγκάζεται (όχι χωρίς έκπληξη) να παραδεχτεί ότι πρόκειται για μια κεραμική καρφίτσα που αναπαριστά ένα είδος μαύρης κατσαρίδας.  Μερικοί μάλιστα (με πιο φανατική φάτσα) έχουν αναρτήσει στο στήθος τους μια πραγματική μεγάλη μαύρη αποξηραμένη κατσαρίδα. Ο Οινοκράτης φυσικά αγνοεί το πραγματικό νόημα του συμβόλου, και για αυτό, αφού πρώτα προσπαθεί να σκεφτεί πού θα μπορούσε να βρει κάτι το μαύρο για να το βάλουν στο στήθος τους και αφού πειστεί ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, κάνει νόημα στον Χοντρόη ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εγκαταλείψουν αμέσως την αίθουσα. (Για την πληρότητα της παρούσας αφήγησης, ας σημειώσουμε ότι η ανάρτηση στο στήθος ενός είδους μαύρης κανθαρίδας, είχε να κάνει με το προφητικό μέρος της εν λόγω λατρείας και υποδήλωνε ότι οι πιστοί δεν θα αλλαξοπίστηζαν, αλλά  θα παράμεναν αφοσιωμένοι στον θεό τους, ακόμη και εάν εκείνος στην επόμενη απόπειρα δημιουργίας διάλεγε ως εκλεκτό και προνομιούχο πλάσμα το συμπαθές αυτό οικόσιτο έντομο).

Όμως οι εξελίξεις εμποδίζουν ακόμη μια φορά τους ελιγμούς του Οινοκράτη. Δηλαδή, συμβαίνουν δύο πράγματα: Από την αριστερή (μπαίνοντας) παράπλευρη πύλη αρχίζει να εισέρχεται στο ναό μια πομπή αποτελούμενη από (κι άλλους!) ιερείς, (κάποιους) κουκουλοφόρους και (καλοθρεμμένα) τετράποδα μηρυκαστικά -προφανώς ετοιμάζεται κάποια θυσία-, ενώ ταυτόχρονα όλες οι άλλες πύλες κλείνουν και μπροστά τους παρατάσσονται σωματώδεις ένοπλοι.

«Στις σκάλες», σφυρίζει ο Οινοκράτης στον Χοντρόη και, κρατώντας τα χέρια χιαστί μπροστά στο στήθος τους ώστε να μην είναι άμεσα ορατή η έλλειψη του μαύρου εμβλήματος, προχωρούν προς το κλιμακοστάσιο, το φτάνουν, και βλέπουν με ανακούφιση ότι δεν υπάρχει εκεί κάποιος φρουρός που να εμποδίζει την κάθοδο (αυτή τους ενδιαφέρει, άλλωστε η μόνη εναλλακτική κατεύθυνση, η άνοδος, όπως θα μάθει αργότερα ο Οινοκράτης, είναι παγιδευμένη και τα κλειδιά που εξουδετερώνουν τις παγίδες είναι γνωστά μόνο στους μυημένους βαθμού ανάλογου με το ύψος του ορόφου. Εκείνοι που μπορούν να φτάσουν στην τελευταία εσοχή του κλιμακωτού τεμένους είναι ελάχιστοι).

Καθώς λοιπόν οι πιστοί είναι προσηλωμένοι στην εισερχόμενη πομπή, οι δύο κατεβαίνουν, όσο πιο αδιάφορα αλλά και σβέλτα μπορούν, τα πέτρινα σκαλοπάτια.

assyrians

Φτάνουν στο επόμενο πλατύσκαλο και βρίσκονται σε έναν επίπεδο χώρο όπου διασταυρώνονται δύο υπόγειοι διάδρομοι, ενώ η σκάλα συνεχίζει απτόητη την κάθετη πορεία της προς τα μυστηριωδέστερα  βάθη του τεμένους. Η αίσθηση του προσανατολισμού που δεν λείπει από τον Οινοκράτη, του υπαγορεύει να ακολουθήσει τον διάδρομο προς τα αριστερά, γιατί προς τα ‘κει πρέπει να βρίσκεται η πύλη απ’ την οποία έχουν μπει στο συγκρότημα ο Άρπαλος και οι άλλοι. Προχωρούν λοιπόν αριστερά.

Το τμήμα της υπόγειας σήραγγας όπου θα βρεθούν τώρα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, χαμηλοτάβανο, υγρό και  σκοτεινό.  Κάθε άλλο. Είναι μια καλοφωτισμένη υπόγεια στοά που ενώνει τον ναό με κάποιο άλλο επίσης σημαντικό σημείο του συγκροτήματος. Επομένως είναι πολύ πιθανόν να κυκλοφορεί κόσμος εκεί κάτω και ως εκ τούτου, οι δύο ερασιτέχνες ανιχνευτές είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το κλεφτό γρήγορο βάδισμά τους και να προσποιηθούν την πιο αργή και σίγουρη κίνηση κάποιου που ανήκει στο περιβάλλον και ξέρει που πάει.

Φαίνεται ότι τα καταφέρνουν αρκετά καλά, γιατί αυτό το άνετο ύφος δεν θα αργήσει να αποδώσει όταν,  ύστερα από λίγο, βρίσκονται στη ρίζα μιας άλλης σκάλας και, πριν προλάβουν να αντιδράσουν, βλέπουν  να την κατεβαίνει διστακτικά ένας νεαρός υπηρέτης με ένα δίσκο στο χέρι. Πράγματι, αυτός ο τελευταίος τους απευθύνει το λόγο με ύφος παρακλητικό και σε μια περσική που ακόμη και ο Οινοκράτης καταλαβαίνει ότι δεν είναι η μητρική του γλώσσα.

«Τι λέει;» ρωτάει ανάμεσα στα δόντια του τον Χοντρόη.

Επίσης σφυριχτά, ο Πέρσης τον πληροφορεί ότι ο υπηρέτης θέλει να μάθει αν έχουν την καλοσύνη να του πουν πού ακριβώς είναι η συγκέντρωση, γιατί του ο αφέντης του παράγγειλε κάτι, αλλά αυτός εδώ χάθηκε.

 Ο Οινοκράτης κορδώνεται: «Παίξε το σκληρός και ρώτα τον ποιος είναι ο αφέντης του».

Ο Χοντρόης προσπαθεί να κάνει την φωνή του πιο ζόρικη και καταφέρνει να την κάνει πιο τσιριχτή. Ο υπηρέτης απαντά, χωρίς αντιρρήσεις, ότι είναι στην υπηρεσία του Βαβυλώνιου ιερέα και λογίου Μαρτούκη, ή κάπως έτσι.

«Ρώτα τον αν ο αφέντης του είναι στη συγκέντρωση της Ιερής Εποπτικής Επιτροπής ή στην άλλη»

«Δε ξέρω τίποτα για Ιερή Επιτροπή, σίγουρα είναι στην άλλη. Στην άλλη!», απαντά ο υπηρέτης. «Σε εκείνη που συμμετέχουν Βαβυλώνιοι και Έλληνες», συμπληρώνει εξυπηρετικός.

Ο Χοντρόης μεταφράζει το κατά δύναμιν και στο πρόσωπο του Οινοκράτη απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης

«Στείλε τον τώρα να κάνει μια μεγάλη βόλτα στα επάνω, όχι, καλύτερα στα κάτω-κάτω πατώματα!»

Πράγματι ο Στρουμπουλός με μια επίδειξη μιμικής και γλωσσικής πειστικότητας καταφέρνει να στείλει τον υπηρέτη στη σκάλα που είχαν οι ίδιοι κατεβεί πριν λίγο, αυτή που κατεβαίνει ακόμα πιο κάτω, προς τα μυστηριώδη βάθη του ναού.  

images (37)

Το χαμόγελο στο πρόσωπο του πολυμήχανου Οινοκράτη καθώς παρακολουθεί τον νεαρό να απομακρύνεται στην υπόγεια στοά δεν έχει ακόμη σβήσει, και στο μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται το σκαρίφημα των αμέσως προσεχών τους ενεργειών. Με δυο λόγια πρέπει: να βρουν και να πλησιάσουν  την αίθουσα αυτής της επιβεβαιωμένης πλέον ¨συγκέντρωσης¨, να δουν ό, τι είναι να δουν, ν’ ακούσουν ό, τι είναι να ακούσουν και μετά να την κάνουν για το σπίτι με τον γαλατικό τρόπο, δηλαδή στη ζούλα και χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας .

Πρώτα όμως πρέπει να επιλέξει αν θα μείνουν στα υπόγεια ή αν θα πρέπει να ανεβούν τη σκάλα απ’ όπου κατέβηκε ο νεαρός υπηρέτης. Καταλήγει ότι, όσο συνωμοτική κι αν είναι αυτή  η ¨συγκέντρωση¨ μάλλον δεν θα την έχουν θάψει εδώ κάτω και ότι, ούτως η άλλως, καλό είναι να μη παγιδευτούν στην υποχθόνια περιοχή, αλλά να πλησιάσουν την επιφάνεια και την ενδεχόμενη έξοδο. Κάνει λοιπόν νόημα στον Χοντρόη δείχνοντάς του με το δείκτη προς τα πάνω. Ωστόσο, πριν αυτός προλάβει να ανταποκριθεί, βαριά ρυθμικά βήματα ακούγονται από τον πάνω όροφο.

«Ώχ!» κάνει ο Οινοκράτης και αλλάζοντας κατεύθυνση, εγκαταλείπει τη σκάλα και, τραβώντας τον Χοντρόη από την άκρη της ρόμπας του, κατευθύνεται όσο πιο γρήγορα μπορεί προς την άλλη, την τελείως  άγνωστη και, από ένα σημείο και μετά, σκοτεινή άκρη του διαδρόμου.

«Τι εισ’ εσύ, εκεί κατ’» φωνάζει σε παραφθαρμένη περσική ένας ψηλός ένοπλος, που μαζί με άλλους τρεις εμφανίζεται στην κορυφή της σκάλας. Οι δύο παρείσακτοι βρίσκονται λίγα μέτρα πριν από το σκοτεινό τμήμα της στοάς, και επιταχύνουν, ωστόσο ο εξοικειωμένος πλέον μεταφραστής Χοντρόης δεν παραλείπει να απαντήσει στο ίδιον ιδίωμα: «Έκτακτον Προσωπιπικόν! Δια τας ανάγκας της συγκεντρώσεως!»

images (8)

Φτεροπόδαροι σαν τον Ερμή, οι δύο τρέχουν. Για ένα διάστημα ο διάδρομος φωτίζεται αμυδρά από σποραδικούς πυρσούς, αλλά οι δύο φυγάδες, καθώς πίσω τους αντηχούν τα τρεχαλητά των διωκτών τους, προτιμούν ενστικτωδώς το σκοτάδι. Ευτυχώς, ακόμα και στο σκοτεινό τμήμα η σήραγγα διακλαδώνεται, άρα η διαδρομή γίνεται πραγματικός λαβύρινθος όπου υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν. Πράγματι, μετά μερικά στάδια αδιάκοπου τρεχαλητού, οι ήχοι πίσω τους εξασθενούν και εξαφανίζονται.

«Σταμάτα να πάρουμε μια ανάσα», λέει ο (πάντα προνοητικός) Οινοκράτης και αφού βγάλει και πετάξει τη ντόπια χλαμύδα, ψάχνει στα θυλάκια του ιδρωμένου ιμάτιού του, απ’ όπου βγάζει έναν μικρό πυρόλιθο. Με την βοήθεια της πυρογόνου πέτρας ανάβει έναν  δαυλό που αποσπά από τον τοίχο του διαδρόμου. «Το θέμα είναι τώρα να βρούμε μια έξοδο στην επιφάνεια. Πρέπει πλέον να έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τον περίβολο του συγκροτήματος».

«Άνω διέξοδον ουκ είδον. Μηδέ ετέραν», παρατηρεί ο Χοντρόης.

«Ωστόσο, η στοά είναι ανηφορική, αυτό θα το κατάλαβες υποθέτω. Όπου να ‘ναι πρέπει να μας βγάλει έξω. Πέτα τη χλαμύδα που αγοράσαμε για να μη σε δυσκολεύει και ξεκινάμε».

Ξαναξεκίνούν. Πράγματι ο υπόγειος διάδρομος έχει γίνει αισθητά ανηφορικός∙ και όχι μόνο. Σε λίγο συνάντούν σκάλες… και έπειτα κι άλλες σκάλες…

«Τούτο δυσνόητον εστί. Εν τοιάυτη ανόδω ευρισκόμενοι,  εν τη πιπιφανεία καταφθάσαντες προ πολλού δει εσόμενοι!», παρατηρεί αγκομαχώντας έντονα ο Κυκλικός Δρομέας.

Ο Οινοκράτης σταματάει προς στιγμήν και, κουνώντας το σγουρόμαλλο καταϊδρωμένο κεφάλι του, αποφαίνεται: «Εκτός… Μα ναι! Ξέρεις που βρισκόμαστε τώρα Χοντρόη; Στα έγκατα της υπερυψωμένης Ακρόπολης. Πιθανότατα κάτω από τα περσικά ανάκτορα. Πες στους θεούς σου να βάλουν κι αυτοί ένα χέρι να βρούμε διέξοδο, και μάλιστα βγαίνοντας να αντικρύσουμε φιλικά πρόσωπα που να μη μας θεωρήσουν εισβολείς και μας επιτεθούν».

Αφού διανύσουν ένα ακόμη απροσδιόριστο τμήμα της στοάς και αφού σκαρφαλώσουν λαχανιασμένοι ακόμη μερικές ανοδικές κλίμακες, ο Οινοκράτης ξαφνικά σταματά και σβήνει τον δαυλό που  ακόμη φέγγει ασθενικά. «Ναι δεν έκανα λάθος, σε εκείνο το σημείο απέναντι υπάρχει αχνό φως», αποφαίνεται.

Πλησιάζουν το σημείο όπου, από κάποια αδιόρατη πηγή, εκπέμπονται οι ασταθείς ανταύγειες μιας φλόγας. Πλησιάζουν και, περισσότερο μέσω της αφής παρά οπτικά, διαπιστώνουν ότι εκεί υπάρχει ένα  πρόσφατο ρήγμα στον τοίχο. Πιθανόν μια παλιά εντοιχισμένη πόρτα που πρόσφατα γκρεμίστηκε και, πίσω από το άνοιγμα, αντηχούν κάποιοι δυσδιάκριτοι ήχοι.

Οπότε ο Χοντρόης θα είναι ο πρώτος που θα ανακράξει:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

zoroastrian-creation-myth

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Τα κειμήλια

Posted by vnottas στο 16 Ιανουαρίου, 2016

[αφιερωμένο στο μεσαίο (όπως λέμε μεγάλο ή μικρό) αδελφάκι μου, που παρακολουθεί (με ευμένεια) τις περιπέτειες των ηρώων μου εκ του μακρόθεν]

Κεφάλαιο δέκατο Ακρόπολη των Σούσων

 Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στο θησαυροφυλάκιο

tresor4

Όταν επιστρέφω στο διαμέρισμα των ανακτόρων που έχει αποδοθεί στον Καλλισθένη, σουρουπώνει. Θέλω να του διηγηθώ τις επαφές μου με τους ντόπιους και να ακούσω τις απόψεις και τις συμβουλές του. Ελπίζω μόνο ότι θα τον βρω καλύτερα.

Όσο και αν η συμπεριφορά της Σισύγαμβρης ήταν λίγο πολύ η αναμενόμενη, και όσο κι αν αυτά που μου είπε ο πέρσης αρχιερέας -σίγουρα ενδιαφέροντα για μένα- δεν θα αποτελέσουν έκπληξη για τον Καλλισθένη, σκέφτομαι ότι η μέρα δεν πήγε χαμένη. Τα λεγόμενά του ζωροαστριστή ιερωμένου επαληθεύουν λίγο πολύ τις θεωρίες του προϊσταμένου μου σχετικά με την ¨πειθώ¨, που δεν είναι παρά μια ακόμη μορφή εξουσίας. Μπορεί βέβαια αυτά που μου είπε να μην αφορούν στην χθεσινή επίθεση εναντίον μας, εντούτοις θεωρώ βέβαιο ότι οι γενικότερες θεωρήσεις και οι προτάσεις του, θα ενδιαφέρουν τον Ολύνθιο.

 Όμως, ο τελευταίος συνομιλητής μου, ο Αβουλίτης, ήταν αρκετά αποκαλυπτικός και μου υπέδειξε νήματα που πιθανότατα οδηγούν ως τα κίνητρα της χθεσινής απόπειρας. Εδώ που τα λέμε, μια εξέγερση κατά του Δαρείου από τους πρίγκιπες της ενδοχώρας που αρχίζει με μια ενέργεια εναντίον μας δεν είναι κάτι που μας εκπλήττει, όσο κι αν δεν ήταν η πρώτη από τις υποθέσεις που κάναμε. Και ομολογώ ότι, εγώ προσωπικά, θα προτιμούσα η επίθεση που αντιμετωπίσαμε να εντάσσεται σε μια τέτοια εξωγενή εξέλιξη, παρά να είναι αποτέλεσμα μιας εσωτερικής, ενδοελληνικής συνωμοσίας εναντίον μας.

Ωστόσο θα πρέπει  να κάνουμε μια σειρά από επαληθεύσεις. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, τώρα είναι που η σοφία και η πείρα του Καλλισθένη είναι απαραίτητες. Ανυπομονώ να του μιλήσω.

Στον προθάλαμο βρίσκω τον Φίλιππο το γιατρό, όρθιο πάνω από ένα τραπέζι να καθοδηγεί δύο καθισμένους βοηθούς του, που ο ένας γδέρνει κάτι αποξηραμένα κλαδιά κι ο άλλος ανακατεύει τις φλούδες και τα ξερά φυλλαράκια που προκύπτουν με λάδι και άλλα λιγότερο αναγνωρίσιμα υγρά σε μια μικρή μαρμάρινη γαβάθα.

images (4)

«Πώς πάμε γιατρέ;»

«Α, επέστρεψες Μεγαρέα. Σε γενικές γραμμές πάμε καλά. Ο Καλλισθένης διαθέτει την εσωτερική δύναμη που θα τον βοηθήσει να ξαναβρεί την ισορροπία που ανέτρεψαν οι τραυματισμοί. Αρκεί να πειθαρχήσει στις απαραίτητες οδηγίες που υπαγορεύει ο Ασκληπιός για την περίπτωσή του».

«Δεν το κάνει;»

«Τον ξέρεις, δεν τον ξέρεις; Δεν θέλω να τον ναρκώσω για να τον κρατήσω ακίνητο, αλλά τελικά φοβάμαι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Σήμερα ήθελε σώνει και καλά να διαβάσει. Χωρίς να με ενημερώσει, έδωσε εντολή να του μεταφέρουν εδώ κείμενα από εκείνα που έφτασαν χτες από την Περσέπολη με τον Θεσσαλό αξιωματικό. Είπε να του φέρουν ό, τι βρουν μεταφρασμένο και δεμένο με τον τρόπο της πόλης της Βίβλου, έτσι ώστε να μπορεί να τα χειριστεί όντας κλινήρης. Πέρασε τη μισή μέρα ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας καταλόγους και περιλήψεις στα ελληνικά, ανασηκωμένος στο κρεβάτι και με τις πληγές του να συμπιέζονται…»

«Ο κάθε πολεμιστής και τα όπλα του γιατρέ. Εσύ τα ιάματα και τις ουσίες σου, εμείς οι λόγιοι τις γραφές και τα βιβλία μας.  Με αυτά δίπλα αισθανόμαστε πιο δυνατοί».

«Πρέπει πάντως να βρήκε κάτι το ενδιαφέρον γιατί το μεσημέρι ζήτησε τον πλήρη κατάλογο του Θησαυροφυλακίου και άρχισε να ψάχνει κι εκεί».

«Τώρα είναι ξύπνιος;»

«Σου είπα, δε σου είπα; Μόνο με μια γερή δόση υπνοφόρο βότανο κατάφερα πριν λίγο να τον κοιμίσω. Τώρα ετοιμάζω κι άλλο γιατί τα αποθέματά μου τελειώνουν».

Φαίνεται ότι η έκφρασή μου απεικονίζει την απογοήτευση που νοιώθω γιατί ο γιατρός με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Αύριο», μου λέει. «Αύριο θα τα πείτε διεξοδικά».

Μένω για λίγο αμήχανος.

«Ποια βιβλία διάβασε;» τον ρωτάω μετά.

«Εκεί είναι» μου απαντά,  «στη γωνία πάνω στο μικρό τραπέζι». Κι ύστερα προσθέτει: «Α, θα το ξέχναγα, πριν κοιμηθεί άφησε ένα σημείωμα για σένα».

Μου δίνει μια πλάκα πηλού που ακόμη δεν έχει καλά καλά στεγνώσει.

Τη διαβάζω…

και μετά την ξαναδιαβάζω.

«Όχι δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι αύριο», λέω στον εαυτό μου γιατί ο γιατρός δείχνει -δικαίως- να μην καταλαβαίνει τίποτα.δδ

«Το γοργόν και χάριν έχει!» ξαναλέω. Παίρνω από το μικρό τραπέζι το ένα σύγγραμμα: τον κατάλογο των θησαυρών των Σούσων∙ ενθυλακώνω και την πλακέτα με το σημείωμα. Μετά κάνω ένα νεύμα χαιρετισμού στον Ακαρνάνα και εξαφανίζομαι σπεύδοντας προς την παλιά πτέρυγα του Θησαυροφυλακίου. Έξω έχει σκοτεινιάσει για τα καλά.

Φτάνοντας στην φρουρούμενη είσοδο, δίνω εντολή στους άντρες της ομάδας που είναι εγκατεστημένη εκεί, να ετοιμάσουν μερικούς φανούς και δαυλούς με εκείνο το παράξενο μίγμα από κατράμι και άλλες εύφλεκτες ύλες, άφθονες στη χώρα των δύο ποταμών, που τους κάνει να αποδίδουν πολύ περισσότερο φως από τις συνηθισμένες δάδες. Μετά, φτιάχνω μια μικρή ομάδα από τον κλειδούχο αξιωματικό, δύο ένοπλους και δύο δαυλοφόρους υπηρέτες και, αφού ξαναδώ το σημείωμα του Καλλισθένη και συμβουλευτώ το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει τον κατάλογο των θησαυρών, τους ζητώ να με οδηγήσουν σε μια συγκεκριμένη αίθουσα που απ’ ότι φαίνεται είναι γειτονική σε εκείνη με τα λάφυρα απ’ την Ελλάδα.

Τι ψάχνω; Αυτό στο οποίο συγκλίνουν πλέον οι μέχρι στιγμής ενδείξεις. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος αυτό που προέκυψε ως ¨πολύ πιθανό¨ στην συζήτηση με τον Αβουλίτη, και το οποίο εντόπισε από άλλο δρόμο ο Καλλισθένης: Το γεμάτο σημασίες και εθνικούς συμβολισμούς για τους πέρσες κειμήλιο, η ανάκτηση του οποίου θα μπορούσε να είναι η αιτία της χτεσινής εισβολής στο  θησαυροφυλάκιο.

Ο Καλλισθένης έπεσε σήμερα τυχαία πάνω σε ένα κείμενο σημαντικού πέρση ιστορικού της αυλής της Περσέπολης, μεταφρασμένο συνοπτικά, προφανώς ύστερα από εντολή του Ευμένη. Σε αυτό, όχι μόνο απαριθμούνται τα αντικείμενα που θεωρούνται θεμελιώδη για την ιστορική μνήμη και την εθνική συνοχή των περσών, αλλά υπάρχουν και πληροφορίες για το ακριβές σημείο της επικράτειας όπου φυλάσσονται. Μερικά από αυτά είναι εδώ, στα Σούσα. Τα σημαντικότερα στην αίθουσα που ο Ολύνθιος μου υποδεικνύει στο σημείωμά του, ζητώντας μου να τα εξετάσω και να ενισχύσω την φρούρησή τους, έτσι ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε απόπειρα ανάκτησής τους από τους Πέρσες.

περίαπτο-σε-σχήμα-ματιού

Όλοι μαζί φτιάχνουμε μια έντονα φωτεινή σφαίρα που κινείται βιαστικά στους σκοτεινούς διαδρόμους του παλιού θησαυροφυλακίου (μερικοί πυρσοί αναρτημένοι στους τοίχους, αναμμένοι για λόγους ασφάλειας, προσθέτουν εδώ κι εκεί χαμηλές ανεπαρκείς ανταύγειες).

Φτάνουμε στη ζητούμενη αίθουσα. Η θύρα που την χωρίζει απ’ τον διάδρομο, φτιαγμένη από βαρύ και γερό ξύλο, είναι καλογυαλισμένη και αντανακλά το δυνατό φως των φανών μας.

Ο κλειδούχος αξιωματικός την ανοίγει. Οι δύο οπλίτες αφού διαπιστώσουν ευσυνείδητα ότι δεν υπάρχει κανείς μέσα και ότι δεν υπάρχει άλλη είσοδος, στήνονται εκατέρωθεν της πόρτας, σημάδι ότι το χθεσινό μας πάθημα έχει ήδη αυξήσει την επαγρύπνηση της φρουράς. Οι υπηρέτες αναρτούν τους λαμπερούς δαυλούς στους τοίχους και ανάβουν κι εκείνους που ήδη υπάρχουν εκεί.

Το εσωτερικό είναι πολυτελές. Τα αντικείμενα δεν είναι πολλά, αλλά είναι όλα τοποθετημένα πάνω σε βωμούς ή αναλόγια, με τρόπο ώστε να εξαίρεται η σημασία που τους αποδίδουν οι πέρσες. Μου κάνει εντύπωση ότι υπάρχουν ελάχιστα αγάλματα -ένα  δύο, βασιλιάδες ή θεοί, που αν κρίνω από τον τρόπο που αντανακλούν το φως, είναι χρυσά- αλλά οι τοίχοι κοσμούνται από αρκετές ανάγλυφες παραστάσεις γενειοφόρων πολεμιστών και σχηματικών λεόντων.  Με μια πρώτη ματιά τριγύρω, εντοπίζω ένα περίτεχνο τόξο, μια μεγάλη αμυγδαλόσχημη ασπίδα, -πιθανώς λάφυρο, μια που δεν έχω δει τέτοιες μέχρι στιγμής στην Ασία, μία κυρτή σπάθα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια,  μια πέτρινη πλάκα όπου βρίσκεται χαραγμένο κάποιο κείμενο,  έναν αρχαίο ξύλινο θρόνο χωρίς τίποτα το πολύτιμο πάνω του… 

13608041-Crown-decorative-ornament-Stock-Vector-crown-tattoo-floral

Αναζητώ ενστικτωδώς κάποια επίπεδη ελεύθερη επιφάνεια όπου να ακουμπήσω τις γραφές ώστε να μπορέσω να συμβουλευτώ τον πίνακα με τα περιεχόμενα της αίθουσας. Πράγματι, βρίσκω μία, δυο βήματα μπροστά μου, στο κέντρο της αίθουσας και κάνω να τοποθετήσω τους παπύρους πάνω της, αλλά σταματάω απότομα…  γιατί συνειδητοποιώ ότι η επιφάνεια αυτή δεν θα έπρεπε να είναι κενή.

 Φωνάζω να μου φέρουν ένα από τα δυνατά φανά
ρια και να εστιάσουν πάνω της. Την παρατηρώ προσεκτικά. Κάτω από το έντονο φως τα σημάδια είναι εμφανή: το λεπτό στρώμα σκόνης που καλύπτει την εν λόγω επιφάνεια είναι λιγότερο έντονο στο κέντρο, σχηματίζοντας έτσι έναν κύκλο με μια σπιθαμή διάμετρο. Τριγύρω υπάρχουν χαρακιές πάνω στη σκόνη που δε μπορεί παρά να είναι πρόσφατες. Ακουμπώ τα έγγραφα χάμω και γονατίζω για να τα εξετάσω προσεκτικότερα. Δεν δυσκολεύομαι πολύ να εντοπίσω το αντικείμενο που λείπει. Πρόκειται για μία τιάρα. Και αν μπορώ να εμπιστευτώ την κακογραφία της βιαστικής μετάφρασης πρόκειται για το αυτοκρατορικό στέμμα ενός από τους βασιλείς που έφεραν το όνομα Αρτα
ξέρξης. Και όχι μόνο. Εδώ γράφει ότι δίπλα στην τιάρα πρέπει να βρίσκεται το αυτοκρατορικό ξίφος του ίδιου βασιλέα. Ανασηκώνομαι και παρατηρώ ότι όντως, δίπλα στη βάση όπου θα έπρεπε να είναι τοποθετημένος  ο βασιλικός πίλος,   υπάρχει μια λεπτή μεταλλική κατασκευή που πρέπει να στήριζε όρθιο ένα περσικό σπαθί. Το όπλο λείπει επίσης.

 Μαζί με τον κλειδούχο και έναν φανοφόρο υπηρέτη κατευθύνομαι προς την μεγάλη ξύλινη είσοδο. Εξετάζω προσεκτικά τον μηχανισμό που την αμπαρώνει. Δεν υπάρχουν ορατά ίχνη βίαιης παραβίασης. Εάν οι εισβολείς μπήκαν στην αίθουσα από εδώ διέθεταν το κατάλληλο κλειδί, πιθανότατα και τις κατάλληλες διασυνδέσεις με κάποιους από τα ανάκτορα.180px-SzczerbiecΕπιστρέφω στην αίθουσα και αρχίζω να συγκρίνω προσεκτικά τα περιεχόμενα του κατάλογου με τα εκθέματα που έχουν απομείνει. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να λείπει τίποτα άλλο.

Ω μα τους παράξενους ντόπιους θεούς! Όλα αυτά δίνουν εξηγήσεις αλλά και δημιουργούν νέα ερωτηματικά.

Μας επιτέθηκαν όντως πέρσες οπλίτες. Οι εισβολείς δεν ήταν μόνο οι δύο που εξουδετερώσαμε. Αυτοί, είτε επειδή έτυχε να πέσουν πάνω στον Καλλισθένη τη στιγμή που έβγαινε από την Αίθουσα των Ελλήνων, είτε επειδή ακούγοντας τις φωνές μας θέλησαν να προστατέψουν την ολοκλήρωση της επιχείρησης, μας επιτέθηκαν με τη γνωστή κατάληξη. Σκοπός των εισβολέων ήταν να οικειοποιηθούν δύο τουλάχιστον βασιλικά κειμήλια και απ’ ότι φαίνεται τα κατάφεραν. Κάποιος ή κάποιοι απ αυτούς διέφυγαν παίρνοντας μαζί τους την προσχεδιασμένη λεία. Για τους λόγους που ενδεχομένως οδήγησαν σε αυτή την επιχείρηση, η αληθοφανέστερη εξήγηση που διαθέτουμε είναι εκείνη που μου έδωσε πριν λίγες ώρες ο Αβουλίτης: Τα σύμβολα θα χρησιμέψουν στη νομιμοποίηση κάποιας ανταρσίας κατά του Δαρείου.

Το πώς μπήκαν στο καλά φρουρούμενο θησαυροφυλάκιο και πως διέφυγαν στη συνέχεια εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο.

images (6)

Σκέφτομαι ότι αύριο, αφού ενημερώσω τον Καλλισθένη για τις σημερινές εξελίξεις, καθώς και για το πόσο εύστοχη ήταν η δική του ανακάλυψη και αφού ακούσω τις απόψεις και τις οδηγίες του, θα πρέπει να συναντηθώ ξανά με τον φρούραρχο και τον πολιούχο.  Να δούμε εάν ανακάλυψαν κι αυτοί κάτι και εάν τα τυχόν ευρήματά τους επιβεβαιώνουν ή δυσχεράνουν τις υποθέσεις μου.  Για ‘μενα, πάντως η σημερινή μέρα έχει ήδη αποδώσει περισσότερα από όσα περιμένα.

Προς στιγμήν αισθάνομαι να με περιτριγυρίζει, έτοιμο να επιτεθεί, ένα κύμα κούρασης και αποφασίζω ότι  μπορώ επιτέλους να επιστρέψω στη βάση μου.

«Ας μαζέψουν τα φανάρια. Τελειώσαμε, για την ώρα», λέω στον αξιωματικό.

Θα ήθελα. Να τελειώναμε εδώ αυτή την μακριά μέρα. Όμως, προφανώς, δεν τελειώσαμε ακόμα. Το αυτί μου πιάνει κάτι άλλο, όχι ευκρινές, αλλά αταίριαστο με τις ψιθυριστές κουβέντες των υπηρετών. Το αυτί μου ή το μάτι μου;

«Ησυχία» προστάζω και περιφέρω το βλέμμα μου στην περίμετρο της αίθουσας.

Δεν είμαι εντελώς σίγουρος αλλά έχω την εντύπωση ότι το βαρύ υφαντό παραπέτασμα που καλύπτει το εσωτερικό μιας κόγχης όπου φιλοξενείται το αργυρό (εξαμβλωματικό) ομοίωμα ενός ντόπιου δαίμονα κινήθηκε ελαφρά. Τραβάω το ξίφος μου και κάνω νόημα στον αξιωματικό να με μιμηθεί χωρίς να κάνει φασαρία. Πλησιάζω όσο μπορώ πιο αθόρυβα την κόγχη. Ο πειρασμός να μπήξω το σπαθί μου στο ύφασμα που όντως κινείται, έστω κι αν πρόκειται να καρφώσω έναν πέρση ποντικό, είναι υπαρκτός.   Όμως συγκρατιέμαι. Δεν ξέρω τι μπορεί να βρίσκεται εκεί πίσω, αλλά αν αυτό το υποθετικό ον μιλάει (και οι ήχοι που έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου μοιάζουν κάπως με ανθρώπινο αγκομαχητό), θέλω να τα πούμε για λίγο πριν αποδημήσει. Δεν ξέρω επίσης αν μπορεί να συγκρατηθεί και ο κλειδούχος αξιωματικός που έχει σηκώσει το ξίφος του, όχι απλώς απειλητικά, αλλά για να πάρει την απαιτούμενη φόρα που θα του επιτρέψει να τρυπήσει το παραπέτασμα μαζί με όποιον κρύβεται πίσω του.

«Στάσου», του φωνάζω και αρπάζω τον βραχίονά του, καθώς, ταυτόχρονα, ακούγεται καθαρά η ακόλουθη φράση:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

250px-PhartianFormalHeaddress

(συνεχίζεται, στο επόμενο: Οι υπόγειες διαδρομές του Οινοκράτη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο ένατο. Η σύσκεψη

Posted by vnottas στο 13 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ένατο

Οι συνωμότες συσκέπτονται

ξ

Ο Άρπαλος δεν έχει ενημερωθεί για την πλήρη σύνθεση της σύσκεψης στην οποία είναι καλεσμένος. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει καν επιδιώξει να μάθει περισσότερα από όσα ανάφερε ο Ανάξαρχος στο μήνυμά του.

Για την ώρα ο τέως φυγάς απολαμβάνει με ικανοποίηση τη γεύση της επιστροφής του στην εκστρατεία, επιστροφή που θέλει να ερμηνεύει σαν μια επιβεβαίωση της αναγκαιότητας που νιώθει απέναντί του η Ιστορία η ίδια, με τρόπο ωστόσο ανερμήνευτο ή για λόγους που ο ίδιος προτιμά να αγνοεί. (Μιλάμε για μια Ιστορία με το Ι κεφαλαίο που έχει, ίσως, την μορφή του Αλέξανδρου αναψοκοκκινισμένη από τις μάχες!)

Αν η Ιστορία τον έχει ανάγκη, αυτός θα μπορούσε ίσως να της ρίξει μια ματιά, θα μπορούσε όμως και να την αφήσει να κυλίσει χωρίς να κάνει άλλο παρά να υπάρχει ευδαιμονικά ανάμεσα στα πράγματα που είναι προορισμένα να αλλάξουν, κινούμενα από ωθήσεις που δεν αισθάνεται να τον αφορούν.

Αν η Μοίρα του έχει φερθεί με τρόπο αντιφατικό δικαιούται να είναι και εκείνος μια ιδέα αντιφατικός απέναντί της. Για την ώρα δεν θα της πάει κόντρα, το πολύ να επιτείνει μια στάλα, την ένταση του παιχνιδιού, έτσι για να δείξει (στη Ειμαρμένη και στον εαυτό του) ότι είναι ένα πιόνι ατίθασο,  μια γλώνη[1] ελαφρώς απρόβλεπτη και ίσως διασκεδαστική! Όταν τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν επαρκώς -ελπίζει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σύντομα-, τότε θα μπορέσει  να πάρει περισσότερες (και διασκεδαστικότερες) πρωτοβουλίες.

φ3

Έτσι εκείνο το βράδυ, καθώς διασχίζει τους καταθλιπτικούς βαριοστολισμένους διαδρόμους ενός κτίσματος παράπλευρου στο κυρίως τέμενος του βαβυλώνιου θεού και κατευθύνεται προς την αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σύσκεψη, έχει περισσότερη περιέργεια παρά ανησυχία για αυτές τις ¨κρίσιμες καταστάσεις¨ που δημιουργούν παρενέργειες και ¨επείγοντα προβλήματα¨, όπως ανάφερε ο Ανάξαρχος στην επιστολή του.

Ο Άρπαλος περνά από έναν προθάλαμο όπου είναι ήδη εγκατεστημένοι οι λιγοστοί αλλά πλήρως οπλισμένοι και απολύτως έμπιστοι σωματοφύλακες των συμμετεχόντων, ντόπιοι και έλληνες. Ανάμεσα τους διακρίνει και τους δύο δικούς του, οι οποίοι, τώρα που έχουν την πραγματική τους ιδιότητα, εκείνη των αφοσιωμένων φυλάκων-συνοδών, σπεύδουν να τον χαιρετίσουν όσο τελετουργικά χρειάζεται, έτσι ώστε να υπογραμμιστεί η σπουδαιότητα του αφέντη τους.

Ο Μακεδόνας εταίρος τους κλείνει το μάτι και, χαμογελώντας με την άκρη των χειλιών του, προχωρεί στην όμορη αίθουσα.

Ο χώρος όπου θα φιλοξενηθεί η σύσκεψη δεν είναι εξαιρετικά μεγάλος, ωστόσο είναι πολυτελώς διακοσμημένος, με την ασιατική (παραφορτωμένη) έννοια του όρου. Στο κέντρο υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι, ήδη γεμάτο αμφορείς με ηδύποτα και πιατέλες με ξερούς καρπούς. Ο Άρπαλος στο φως των περιμετρικών φανών και των επιτραπέζιων κηροπηγίων διακρίνει όχι πάνω από μια δωδεκάδα ανθρώπους.  Έχοντας αφαιρέσει τους ανώνυμους μανδύες χάρη στους οποίους ανακατεύτηκαν με τους προσκυνητές και μπήκαν απαρατήρητοι στο συγκρότημα, φορούν τώρα, άλλοι ντόπιες και άλλοι ελληνικές περιβολές. Καθώς ο Άρπαλος μπαίνει στην αίθουσα, τους βρίσκει  χωρισμένους σε μικρές ομάδες, να συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μερικοί όρθιοι, μερικοί καθισμένοι στις πολυθρόνες που πλαισιώνουν το τραπέζι. Ένας από αυτούς ανασηκώνεται και, με έκφραση ενθουσιασμού, ανοίγει τα μπράτσα του και κατευθύνεται προς τον Μακεδόνα.

Χωρίς τίτλο

«Άρπαλε του Μαχάτα, φίλτατε και αγαπητέ, πόσο χαίρομαι που είσαι και πάλι μαζί μας. Ξέρε ότι οι φίλοι σου δεν έπαψαν να σε σκέφτονται και να επιθυμούν την επιστροφή σου!»

Ο Άρπαλος αναγνωρίζει τον μεσήλικα άνδρα με το ελαφρώς σκυφτό σουλούπι την πεταχτή κοιλιά, την χοντρή μεγάλη μύτη και την αραιή γενειάδα.  Του χαμογελάει, όχι τόσο από συμπάθεια, όσο γιατί του έρχονται ξαφνικά στο νου οι ευτράπελες ιστορίες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, ιδίως στην Αθήνα, για τους Αβδηρίτες[2]. Και ο Ανάξαρχος, μοιάζει περισσότερο με τον κλασικό γκαφατζή και μωροφιλόδοξο Αβδηρίτη των εύθυμων ιστοριών, τον ικανό να αρπαχτεί και να εμπλακεί σε περιπέτειες με ευτελή κίνητρα, παρά με σοφό και  πολυπράγμονα φιλόσοφο της αυλής του Αλέξανδρου.

«Κι εγώ χαίρομαι που επέστρεψα Ανάξαρχε», του απαντά όσο καταφέρνει πιο εγκάρδια.  «Όσο κι αν η Αθήνα είναι ένας τόπος που γοητεύει τους πάντες, γνωρίζω ότι το μέλλον του κόσμου μας κρίνεται εδώ, στην Ασία. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτός είναι ο λόγος που είμαι και πάλι εδώ. Σε σένα πάντως μπορώ να εκμυστηρευτώ ότι δεν είναι ¨η οικουμένη¨ εκείνο που με απασχολεί περισσότερο αυτή την περίοδο».

«Κι  όμως θα έπρεπε», παρατηρεί ο Ανάξαρχος. «Γνωρίζω και, φυσικά, εκτιμώ τα θέλγητρα της Αθήνας και τις εκλεπτυσμένες απολαύσεις της. Ξέρω επίσης, από τις γοργοπόδαρες φήμες που έφτασαν ως εδώ, ότι υπήρξες επάξιος εκφραστής των νέων καιρών κατά τη παραμονή σου στην Αττική. Το όνομα της ωραίας Πυθιονίκης συνόδευε συχνά αυτές τις φήμες και έτσι καταλαβαίνω ότι η απομάκρυνσή σου από το Αθηναϊκό Άστυ μπορεί και να είχε και κάποιες επώδυνες όψεις. Ωστόσο, για τους νέους και φιλόδοξους ανθρώπους, η Αθήνα ανήκει πλέον περισσότερο στο παρελθόν παρά στο μέλλον. Αναλογίσου τι ευκαιρίες ανοίγονται εδώ!»

images (3)

«Ξέρεις πολλά πονηρέ Αβδηρίτη», γελάει ο Άρπαλος. «Μην ανησυχείς πάντως, η ωραία Πυθιονίκη δέχτηκε να με ακολουθήσει στην περιπέτεια της εκστρατείας. Δε περιμένει παρά το μήνυμά μου ότι όλα εξελίσσονται αίσια, για να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τα εδώ».

«Ωραία. Και εμείς σε καλέσαμε σε αυτήν τη σύσκεψη για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια ότι φροντίζουμε να πάνε όλα κατά τον καλύτερο και τον επικερδέστερο τρόπο».

Ο Μακεδόνας διατηρεί το αποστασιοποιημένο ύφος του, δεν απαντά, και ο Ανάξαρχος αποφασίζει να γίνει πιο συγκεκριμένος.

«Οι ντόπιοι, Άρπαλε, έχουν επινοήσει τρόπους που επιτρέπουν  την αποτελεσματική διοίκηση μεγάλων πληθυσμών και τεράστιων εκτάσεων. Οι δικές μας κλίμακες ήταν μέχρι τώρα μικρές, επαρχιακές. Εδώ μπορούν να γίνουν μεγάλα έργα και να κερδηθούν τεράστιες περιουσίες, αρκεί να μάθουμε τα απαραίτητα από τους ντόπιους και να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τους. Γι αυτό σήμερα θα γνωρίσεις μερικούς σημαντικούς τύπους, που έχουν να μας πουν ενδιαφέροντα πράγματα».

Ο Άρπαλος παρατηρεί προσεκτικότερα τους καλεσμένους και ανάμεσά τους αναγνωρίζει τον Ονησίκριτο από την Αστυπάλαια, έναν από τους ακόλουθους του Ανάξαρχου, που λέγεται ότι καταγράφει κι αυτός τα γεγονότα της εκστρατείας με σκοπό να συγγράψει στο μέλλον κάποιο ιστορικό σύγγραμμα. Τον ξέρει, ο νησιώτης ανήκει σε εκείνους τους εύπορους έλληνες που, αφού ερωτοτρόπησαν για λίγο με τον σαγηνευτικό εξτρεμισμό του Διογένη και των κυνικών, εντάχθηκαν στην εκστρατεία δίνοντας στον κυνισμό μια δική τους, τελείως χρησιμοθηρική εκδοχή, ικανή να προσαρμοστεί με τον πραγματισμό των οπαδών της Αυτοκρατορίας.  Ο Ονησίκριτος στην αρχή είχε επιδιώξει να ενταχθεί στην ομάδα του Καλλισθένη, αλλά αυτοί οι ψηλομύτες, σκέφτεται ο Άρπαλος, τον απέρριψαν.

φ

«Ο Ονησίκριτος θα εκφωνήσει μια γενική εναρκτήρια εισήγηση», τον πληροφορεί ο Άνάξαρχος, «μετά θα ακούσουμε τους άλλους και στο τέλος ελπίζω να πάρουμε μερικές εποικοδομητικές αποφάσεις»

«Ποιοι είναι οι άλλοι;»

«Οι Μακεδόνες που βλέπεις στο βάθος, είναι ο Πείθων ο εταίρος, και ο Αλκέτας ο πεζέταιρος∙ πρέπει να τους ξέρεις, πολεμούν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Παρμενίωνα»

«Καλά, μα τι θέλουν εδώ οι άνθρωποι του γερο Παρμενίωνα; Αυτός, απ’ ότι ξέρω  είναι κολλημένος στα παλιά επαρχιώτικα μακεδονικά έθιμα. Δε θα δεχόταν ποτέ να ανακατευτεί με εσάς, τους αυτοκρατορικούς».

«Αυτός ναι, έχεις δίκιο, όμως δεν ισχύει το ίδιο για μερικούς από τους αξιωματικούς του. Και αυτούς τους αξιωματικούς κρίναμε ορθό να τους πλησιάσουμε. Πρώτον, γιατί έτσι η πλοκή των ενεργειών μας γίνεται περισσότερο δυσεπίλυτη για όποιον θελήσει να χώσει τη μύτη του στις υποθέσεις μας, και, αν τυχόν υπάρξουν διαρροές σχετικές με αυτές τις συγκεντρώσεις, θα είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς  ποιος πραγματικά τις συγκάλεσε. Έπειτα, η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρέσουμε εσένα, δεν έχουμε πολλούς φίλους ανάμεσα στους Μακεδόνες. Έτσι, αυτοί οι ελάχιστοι που μπορέσαμε να πλησιάσουμε είναι πολύτιμοι γιατί μας μεταφέρουν πληροφορίες για το τι σκέφτεται ο μακεδονικός πυρήνας του στρατεύματος. Μην ξεχνάς ότι ανήκουν στο Κοινό των Μακεδόνων το οποίο, έστω θεωρητικά, εξακολουθεί να είναι το ανώτατο όργανο του μακεδονικού φύλου».

images (2)

«Είναι αλήθεια ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που συγκλήθηκε για τελευταία φορά, η συνέλευση των μακεδόνων πολεμιστών», παραδέχεται ο Άρπαλος.

«Και ούτε πρόκειται να συγκληθεί πριν κατακτηθεί ολόκληρη η κυρίως Περσία ή, τουλάχιστον, πριν λήξει η υπόθεση ¨Δαρείος¨. Αλλά ούτε κι αυτό πρόκειται να αργήσει. Μόλις ο καιρός γλυκάνει το στράτευμα θα προελάσει προς βορράν, ακολουθώντας τα ίχνη του φυγά βασιλέα. Είναι σίγουρο».

«Πες μου για τους άλλους αποψινούς προσκεκλημένους»

«Οι τύποι με τις μακριές ρόμπες είναι υψηλόβαθμοι ιερείς. Όχι, δεν είναι οι ιερείς των θεών των Περσών, οι οποίοι ακόμα δυσανασχετούν και αντιστέκονται στην προέλασή μας∙ αυτοί εδώ ανήκουν στα ιερατεία των ντόπιων θεών της Μεσοποταμίας. Ετούτοι, όπως ξέρεις, ακολούθησαν το παράδειγμα του αιγυπτιακού ιερατείου και διαπραγματεύτηκαν αντί να αντισταθούν. Βέβαια οι Αιγύπτιοι συνάδελφοί τους πρόλαβαν να προσφέρουν στον Αλέξανδρο την πατρότητα του Άμμωνα, αφού πρώτα μεταμφίεσαν, αυτόν τον παλιό τους θεό, σε Δία. Όμως κι αυτοί εδώ έχουν πολλά άλλα να προσφέρουν στη Αυτοκρατορία: όχι μόνο τη θρησκευτική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας, όχι μόνο την αυτονόητη άμεση επιρροή πάνω στις μάζες των λαών που υπήρξαν κατακτημένοι από τους Πέρσες, αλλά και κάτι πολύ πιο χειροπιαστό από όλα αυτά: χρήματα. Χρήματα αγαπητέ μου Άρπαλε!

Και κάτι άλλο, ακόμη πιο πολύτιμο. Αυτοί εδώ κατέχουν τη τέχνη του πολλαπλασιασμού των χρημάτων, με τρόπους νέους, άγνωστους στο ταμείο της Δήλου, ή των Δελφών ή του Παρθενώνα των Αθηνών.

Ξέρεις τι κατάλαβα Άρπαλε; Οι νέοι τρόποι πλουτισμού απαιτούν ανταλλαγές, οι ανταλλαγές απαιτούν εμπιστοσύνη, η εμπιστοσύνη ενισχύεται από την πίστη σε κοινούς φιλοχρήματους θεούς και οι θεοί αυτοί έχουν ανάγκη από έξυπνα και προσαρμοστικά ιερατεία. Εμείς, αν θέλουμε να εγκαταστήσουμε με επιτυχία τη Νέα μας Αυτοκρατορία, πρέπει να τα βρούμε μαζί τους. Τα ανταλλάγματα που ζητούν δεν είναι παράλογα, θα δεις».

«Εκείνον τον ιερέα εκεί κάτω μου φαίνεται ότι τον έχω ξαναδεί».

Δεν αποκλείεται. Τον λένε Μαρτούκη. Είναι καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας, και θεωρείται άριστος ιερέας – μελετητής της ιστορίας της Βαβυλώνας και ιδιαίτερα της εποχής του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί. Σημείωσε ότι πρόκειται για το βασιλιά που καθιέρωσε αυτό που ήδη αρχίσαμε να αποκαλούμε ¨πιστωτικό σύστημα¨: το ενδιαφέρον αυτό σύστημα πλουτισμού που οι ανατολίτες έχουν τελειοποιήσει.

 Ξέρεις ποιο είναι το αστείο στην περίπτωσή του; Αν και είναι δικός μας άνθρωπος -τον μυήσαμε εδώ και καιρό μια που οι γνώσεις του μας είναι χρήσιμες- δεν τον φέραμε εμείς από την Βαβυλώνα στα Σούσα για τη σύσκεψη. Ήταν ήδη εδώ. Και ξέρεις ποιος τον έφερε; Ο Καλλισθένης, που τον χρησιμοποιεί ως μεταφραστή κειμένων που περιλαμβάνονται στους θησαυρούς που τακτοποιεί. Αυτό είναι κάτι που, εκτός των άλλων, μας επιτρέπει να έχουμε κάποιες, έστω λίγες, πληροφορίες για το τι κάνουν αυτοί οι μυστικοπαθείς στο άντρο τους».

images (1)

«Και εκείνοι οι παχουλοί, στο βάθος;»

«Α, αυτοί αποτελούν μια, ας πούμε, ¨άθεη¨ παραλλαγή τω προηγούμενων.  Όχι ότι δεν έχουν τον θεό τους, τον έχουν, αλλά πρόκειται για έναν θεό που το χρήμα τον ενδιαφέρει. Αντιπροσωπεύουν έναν παλιό οίκο ιδιωτών εμπόρων από την Βαβυλώνα, αλλά μιλάνε και για λογαριασμό άλλων μεσοποτάμιων εμπόρων και τραπεζιτών. Αυτοί μοιάζουν κάπως με τους πλούσιους μέτοικους της Αθήνας, αλλά εδώ πρόκειται για άλλη κλίμακα ποσών. Μπορούν να διαπραγματευτούν γιατί διαισθάνθηκαν έγκαιρα τις αλλαγές που εγκυμονούν οι καιροί και φρόντισαν να κρύψουν τεράστια πλούτη σε διάφορα σημεία του εμπορικού τους δικτύου.  

Είναι κι αυτοί δυσαρεστημένοι από τους Πέρσες μονάρχες που τις τελευταίες δεκαετίες έβαλαν χέρι στα πλούτη των εμπορικών οίκων και των τραπεζών προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες, αλλά και τις εμφύλιες διαμάχες τους. Με αντάλλαγμα ορισμένα εμπορικά προνόμια, θα χρηματοδοτούσαν ευχαρίστως και αφειδώς τη συνέχιση της εκστρατείας προς τις χώρες των Ινδών».

Μιλώντας ο Ανάξαρχος πλησίασε μια ευμεγέθη κλεψύδρα, τοποθετημένη σε μια ειδική στήλη σε περίοπτο σημείο της αίθουσας, όπου οι τελευταίοι κόκκοι άμμου έρρεαν από το άνω προς το κάτω διάζωμα, και την αντέστρεψε. Μετά ανέβασε την ένταση της φωνής του και είπε:

Αγαπητοί φίλοι μπορούμε να αρχίσουμε. Την συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης θα κάνει ο λογογράφος Ονησίκριτος

***

[1] Γλώνη ή γλήνη: Κούκλα, μαριονέτα

[2] Άβδηρα: Πλούσια πόλη των θρακικών παραλίων που έχτισαν αρχικά άποικοι απ’ τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας και, μετά την καταστροφή της από τη θρακική φυλή των Τριβαλλών, επανοικοδόμησαν άποικοι από την επίσης μικρασιατική Τέω.  Οι Αβδηρίτες είχαν υποδεχθεί φιλικά τους Πέρσες (από τους οποίους είχαν δεχθεί πλούσια δώρα) κατά την εισβολή του 462 π.Χ. και ίσως αυτή να είναι η απώτερη αιτία των σκωπτικών σχολίων που κυκλοφορούσαν εις βάρος τους μεταξύ των λοιπών Ελλήνων. Στις σατιρικές αυτές ιστορίες οι Αβδηρίτες παρουσιάζονται ως ανόητοι και μωροφιλόδοξοι: Κατασκευάζουν  πολυτελή υδραγωγεία χωρίς να διαθέτουν επαρκές νερό,  φτιάχνουν τεράστιες πύλες στα τείχη της πόλης τους αγνοώντας τις βασικές αρχές της περιαστικής άμυνας, και εμπλέκονται σε ατελείωτες δικαστικές διαμάχες για ευτελείς λόγους (¨περί όνου σκιάς¨). Μετά την μάχη των Πλαταιών, τα Άβδηρα εντάχθηκαν στην Αττική Συμμαχία της Δήλου, πληρώνοντας ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν οι φιλόσοφοι Λεύκιπος, Δημόκριτος και άλλοι. Γνωστός Αβδηρίτης και ο σοφιστής Ανάξαρχος που αναφέρεται εδώ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο όγδοο. Οι εκμυστηρεύσεις του Σατράπη.

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο όγδοο.  Ακρόπολη των Σούσων

Όπου ο σατράπης της Σουσιανής κάνει διαφωτιστικές εκμυστηρεύσεις

1

Οι διοικητικές υπηρεσίες της Σατραπείας της Σουσιανής βρίσκονται ως επί το πλείστον στο επίπεδο, κάτω τμήμα της πόλης, ωστόσο, ο ίδιος ο σατράπης κατοικεί σε ένα μέγαρο προσαρτημένο στο συγκρότημα των  βασιλικών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη Ακρόπολη. Εκεί κατευθύνομαι τώρα συνοδευόμενος πάντα από τον Νικία, τον λόγιο που γνωρίζει καλά την περσική γλώσσα.

Ο Αβουλίτης, όπως και οι άλλοι σημερινοί συνομιλητές μου, έχει ειδοποιηθεί  για την επικείμενη επίσκεψη ενός εκπροσώπου της ελληνικής διοίκησης και περιμένει ήδη στην αίθουσα υποδοχής του κτιρίου, πλαισιωμένος από δύο εντυπωσιακά στολισμένους άντρες της προσωπικής του φρουράς. Ωστόσο δείχνει να παραξενεύεται, αν όχι να δυσανασχετεί (και τα ήδη σμιχτά μαυριδερά του φρύδια συνοφρυώνονται ακόμη περισσότερο), όταν διαπιστώνει ότι ο επισκέπτης του δεν είναι ο φρούραρχος Μάζαρος ή ο πολιούχος Αρχέλαος, αλλά ένας από τους συνεργάτες του λόγιου Καλλισθένη, αυτού που ο  πέρσης πρέπει να θεωρεί ως έναν ισχυρό μεν, αλλά και σκοτεινό παράγοντα, με αρμοδιότητες κάπως ασαφείς. Επί πλέον το γεγονός ότι εμφανίζομαι με κάποια ενοχλητική καθυστέρηση, ενισχύει τον έκδηλο εκνευρισμό του.

Εγώ δεν είχα μέχρι τώρα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον ευπροσάρμοστο τέως αξιωματούχο του Δαρείου. Έχω όμως ακούσει τον Καλλισθένη να λέει πως ο Αβουλίτης αποτελεί την προσωποποίηση μιας από τις αιτίες της παρακμής της περσικής αυτοκρατορίας: την στελέχωσή της με ανθρώπους προσκολλημένους στην εξουσία, όχι για την εξυπηρέτηση κάποιου ιδανικού, όχι για το καλό της πολιτείας όποιο κι αν είναι το καθεστώς της, και ούτε – όπως αποδεικνύεται στην πράξη- γιατί είναι αφοσιωμένοι στον μεγάλο ¨Βασιλέα των Βασιλέων¨. Άνθρωποι σαν τον Αβουλίτη είναι προσκολλημένοι στην εξουσία για έναν στοιχειωδέστερο λόγο: απλά και μόνο γιατί εξουσία σημαίνει προνόμια. Ο Αβουλίτης ζει για να απολαμβάνει αυτά τα προνόμια και του είναι αδιάφορο με ποιον θα συμμαχήσει ή σε ποιον θα υποταχτεί προκειμένου να μην τα χάσει.

7

«Αβουλίτη, Σατράπη της Σουσιανής χάρη στη μεγαθυμία του Βασιλέα Αλέξανδρου, σε χαιρετώ!» του λέω, έτσι για να του κόψω την πόζα και ελπίζοντας ότι ο Νικίας θα αποδώσει την ειρωνική μου διάθεση στα περσικά. «Είμαι ο Εύελπις του Ευρύνου, και αυτήν τη στιγμή αντικαθιστώ τον Λόγιο Καλλισθένη που έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον χώρο των ανακτόρων».

«Η ευθύνη για την ασφάλεια στα ανάκτορα και σ’ ολόκληρη την Ακρόπολη ανήκει στην ελληνική διοίκηση», μουρμουρίζει ανάμεσα στα στριφτά μουστάκια του ο σατράπης, αλλά ο Νικίας πιάνει τα  λόγια του και μου τα μεταφράζει.

«Και βέβαια», του απαντώ. «Γι αυτό βρίσκομαι εδώ. Διεξάγω έρευνα για την απόπειρα και ζητώ την άμεση και αμέριστη συνεργασία σου».

Δεν χρειάζεται να γίνω πιο επιγραμματικός, ο σατράπης δείχνει να μαλακώνει με αστραπιαία ταχύτητα.  Τα κρυμμένα κάτω από τον μύστακα χείλια του ανοίγουν (αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρά δόντια) και ένα χαμόγελο που πολύ θα ήθελε να φανεί εγκάρδιο καλύπτει τη γενειοφόρο φάτσα του.

«Κάθισε, αξιότιμε εκπρόσωπε του επιφανούς Καλλισθένη, και θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ σε όλες σου τις επιθυμίες», μου λέει τώρα, σύμφωνα με τον διερμηνέα.

Καθόμαστε, ενώ οι δύο στολισμένοι σωματοφύλακες κατευθύνονται προς την είσοδο της αίθουσας προκειμένου να στηθούν εκεί, αλλά ο σατράπης τους κάνει νόημα να αποσυρθούν κι αυτοί εξαφανίζονται κλείνοντας πίσω τους την πόρτα.

images (14)

Υποπτεύομαι ότι ο Αβουλίτης έχει προετοιμάσει ¨εμπιστευτικές¨ εκμυστηρεύσεις που βεβαίως προορίζονταν για πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους, αλλά που εν τέλει μάλλον αποφασίζει να τις κάνει σ’ εμένα.

«Πληροφορήθηκα το δυσάρεστο περιστατικό», μου λέει. «Και προτίθεμαι να διενεργήσω έρευνα ανάμεσα στους πέρσες των ανακτόρων…»

«Δεν χρειάζεται», διακόπτω (τον Νικία που μεταφράζει). «Αρκεί η φιλότιμη συνεργασία σου στην έρευνα που διεξάγουμε εμείς».

«Όμως, σε αυτήν την περίπτωση μπορώ να κάνω μόνο εικασίες», αντιδρά. «Ενώ αν μου επιτραπεί να διερευνήσω διεξοδικά  το τι συνέβη, τα όσα θα σου πω θα είναι τεκμηριωμένα».

Είναι προφανές ότι ο Αβουλίτης, όχι μόνο είναι ενήμερος για την απόπειρα, αλλά και καταλαβαίνει ότι δημιουργούνται υποψίες για τον ίδιο, πιθανώς και για τη Σισύγαμβρη και θέλει να τις διασκεδάσει. Βέβαια, μάλλον μας θεωρεί αφελείς αν πιστεύει ότι θα αναθέσουμε σ’ αυτόν τον ίδιο την διαλεύκανση της υπόθεσης. Αλλά μάλλον δεν το πιστεύει και γι αυτό εγκαταλείπει το αίτημα χωρίς πολλές αντιρρήσεις.

«Ακούω τις εικασίες» του λέω. Και σε παρακαλώ να είσαι όσο πιο λακωνικός μπορείς» [1]

«Ανάμεσα στους πέρσες ευγενείς υπάρχουν αυτή την στιγμή τουλάχιστον τρεις ομάδες ή μάλλον τρεις τάσεις:», αρχίζει την αφήγησή του ο Αβουλίτης, «Από την μια μεριά εκείνοι που είναι προσκολλημένοι στον Δαρείο, πρόκειται κυρίως για τους συγγενείς του ή ανθρώπους που ευεργετήθηκαν από τους Αχαιμενίδες, από την άλλη εκείνοι που σαν και εμένα αναγνωρίζουν τη στρατιωτική ανωτερότητα των Μακεδόνων και αποδέχονται τη δημιουργία μιας ελληνοπερσικής διοίκησης και, τέλος, λιγότεροι αλλά φανατικοί, ορισμένοι ¨φιλοπάτριδες¨ που ψέγουν τον Δαρείο για υποχωρητικότητα, για ανικανότητα να αντισταθεί στην επέλαση των Ελλήνων και για διάθεση συμβιβασμού με τους εισβολείς. Για αυτούς ο Δαρείος πρέπει να ανατραπεί και εμείς που αποδεχτήκαμε την επικυριαρχία των Μακεδόνων να σταυρωθούμε δημόσια».

«Βρίσκω την ¨εικασία¨ σου αληθοφανή», του λέω. «Αλλά θα ήθελα να μου πεις τα ονόματα μερικών από αυτούς του τελευταίους».

«Αν δεν κάνω λάθος έλαβες μέρος στην εκστρατεία κατά της Περσέπολης…»

Διαπιστώνω ότι ξέρει για μένα περισσότερα από όσα θα ήθελε να παραδεχτεί.

«Ναι, ήμουν παρών» του απαντώ.

«Στην Περσική Πύλη συναντήσατε ισχυρή αντίσταση, έτσι δεν είναι; Θυμάσαι το όνομα του αρχηγού των ιρανικών δυνάμεων στο πέρασμα»;

«Ο Αριοβαρζάνης;»

«Ναι, ο γιος του Αρτάβαζου, του σατράπη της  Φρυγίας»

«Καλά, αλλά μάθαμε ότι αυτός μετά την ήττα, αφού περιπλανήθηκε για λίγο στα βουνά του Ζάγκρου, τελικά ενώθηκε με τα στρατεύματα του Δαρείου στο βορρά της οροσειράς».

«Εκείνο που δε ξέρετε είναι ότι, αφού επέστρεψε ως ¨ηττημένος¨ μεν, αλλά ¨ήρωας¨, στα βασιλικά στρατεύματα, είχε μια μυστική συνάντηση με έναν άλλο, πολύ πιο ισχυρό και επικίνδυνο σατράπη».

«Ποιον;»

2

«Θυμάσαι στην σύγκρουσή σας με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα ποιος ήταν επικεφαλής των στρατευμάτων από τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, που σας πολέμησαν με μένος;»

«Μιλάς για τον Βήσσο;»

«Ναι, μιλάω για τον Βήσσο, η σατραπεία του οποίου δεν έχει ακόμη υποταγεί, και ο οποίος πιθανολογώ – αλλά εξηγούμαι, πρόκειται για εικασία – ότι ηγείται μιας εξέγερσης ορισμένων σατραπών κατά του Δαρείου».

«Ενδιαφέρον», παρατηρώ, και αρχίζω να καταλαβαίνω που το πάει. «Αλλά πως τα  συνδέεις όλα αυτά με τη χθεσινή απόπειρα».

«Εάν υποθέσουμε ότι ο Βήσσος παίρνει πρωτοβουλίες εναντίον σας χωρίς την έγκριση του Δαρείου, το πρώτο που πρέπει να κάνει για να αποκτήσει συμμάχους ανάμεσα στους άλλους ευπατρίδες είναι το να τους πείσει για την αξιοπιστία των προθέσεών του. Να τους πείσει δηλαδή ότι δεν θα τους εγκαταλείψει ξαναβρίσκοντάς τα με τον Δαρείο, όταν αυτοί θα έχουν πια εκτεθεί. Οι καιροί είναι δύσκολοι και οι πέρσες άρχοντες είναι δύσπιστοι. Και, εδώ που τα λέμε, (εδώ ο Αβουλίτης ρίχνει ένα πικρό ή ίσως χαιρέκακο χαμόγελο) γιατί να μην είναι, όταν βλέπουν τον ίδιο τον Δαρείο να παραπαίει και να κάνει προτάσεις συμβιβασμού στον Αλέξανδρο;

Ο Βήσσος λοιπόν πρέπει σε αυτήν την περίπτωση να κάνει πρώτα ένα αποφασιστικό βήμα που θα του στερεί κάθε δυνατότητα υπαναχώρησης. Και αυτό το βήμα -εικάζω- δεν μπορεί παρά να είναι μόνον ένα».

«Δηλαδή;»

«Να ανακηρυχθεί ο ίδιος αυτοκράτορας». 

Μα ναι, είναι μια εκδοχή που ήδη θεωρούσα ότι πρέπει να διερευνηθεί… Όχι με πρωταγωνιστή τον Βήσσο, τις προθέσεις του οποίου αγνοούσα, αλλά οπωσδήποτε κάποιον από τους δυσαρεστημένους με τον Δαρείο πέρσες ευγενείς.

 «Ασφαλώς με τρόπο πανηγυρικό», προσθέτω.

«Ασφαλώς» συμφωνεί. «Αν δεν δείξει ότι έχει τα κότσια να διακινδυνεύσει το κεφάλι του  προχωρώντας σε μια πράξη χωρίς επιστροφή, -και μια τέτοια πράξη είναι το να φορέσει την αυτοκρατορική τιάρα- οι άλλοι, ακόμη κι αν συμφωνούν μαζί του και καταδικάζουν την άτολμη συμπεριφορά του Δαρείου, δεν πρόκειται να τον ακολουθήσουν…»

«Οπότε θα ήταν χρήσιμο γι αυτόν να επικυρώσει την στέψη του με τη κατοχή και την επίδειξη κάποιου ιερού κειμήλιου που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων… Έτσι λες ότι έχουν τα πράγματα Αβουλίτη;»

«Πρόκειται για μια εικασία» μου υπογραμμίζει σχεδόν με παράπονο που δεν τον αφήνουμε να το ψάξει από μόνος του, «αλλά μια εικασία θεμιτή, αν κάποιος γνωρίζει τη νοοτροπία των ημών των Περσών».

 «Έχω ακόμη μια ερώτηση σατράπη Αβουλίτη. Ποιο αντικείμενο, από εκείνα που υπάρχουν στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων θα μπορούσε να έχει τέτοια εμβληματική αξία ώστε ο Βήσσος να διοργανώσει μια επιχείρηση ανάκτησής του».

Το παίζει για λίγο σκεφτικός. Ύστερα μου λέει.

«Υπάρχουν αρκετά. Το ποιο έχει, ενδεχομένως, διαλέξει, εξαρτάται   από τα παράπλευρα μηνύματα που θέλει να στείλει στους άλλους σατράπες και στον λαό των περσών. Εγώ στη θέση σου θα έψαχνα ανάμεσα στα αντικείμενα που ανήκαν στον τελευταίο Αχαιμενίδη βασιλέα, πριν από τον Δαρείο τον Κοδομανό».

«Για ποιο λόγο;»

«Γιατί ο Αρταξέρξης ο τέταρτος δολοφονήθηκε ύστερα από συνωμοσία των αυλικών προκειμένου να αναλάβει την αυτοκρατορία ο Δαρείος. Ο Βήσσος, αν κατάφερνε να στεφθεί με τα σύμβολά του, θα παρουσιαζόταν ως εκδικητής του προηγούμενου βασιλιά και αποκαταστάτης κάποιας παλιότερης νομιμότητας.  Έπειτα λάβε υπ’ όψιν σου ότι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάθε αυτοκράτορας φέρει και τιμά τα ιδιαίτερα εμβλήματα των προηγούμενων αυτοκρατόρων που είχαν το ίδιο όνομα. Επομένως ανάμεσα στα εμβλήματα του Αρταξέρξη του Δ΄ που βασίλεψε μόνο δυο χρόνια, θα βρεις εκείνα των τριών προγενέστερων ομώνυμων βασιλέων. Μπορεί να μην ήταν όλοι τους εξ ίσου δημοφιλείς, αλλά τα εμβλήματά τους θυμίζουν στους λαούς της αυτοκρατορίας τις εποχές της αδιαμφισβήτητης αυτοκρατορικής δύναμης. Ο κάτοχός τους, ιδιαίτερα αν τα έχει ανακτήσει από τους έλληνες, αποκτά σημαντικό κύρος και αναγνώριση».

artaxerxes

Δε ξέρω τι μαθαίνουν οι λαοί της αυτοκρατορίας για τους παλιούς ηγέτες τους και για ποιους λόγους τους ανακηρύσσουν μετά θάνατον ¨ήρωες – πατέρες¨, εγώ όμως, δυο τρία βασικά πράγματα για τους βασιλείς των περσών τα είχα μάθει ήδη στα πρώτα χρόνια της φοίτησής μου κοντά στον Ισοκράτη. Και όχι μόνο τα σχετικά με κάποιους ευρύτερα γνωστούς όπως ο Κύρος ο Β΄, ή ο Δαρείος ο Α΄ αλλά και για εκείνους που έφεραν το περσικό όνομα Αρταξάθρα (βασίλειο της αλήθειας, της ορθότητας), που εμείς το εξελληνίσαμε σε ¨Αρταξέρξης¨.

Ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλέας, πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό, ο Αρταξέρξης, ο Δ΄, όντως βασίλεψε πολύ λίγο. Τον δηλητηρίασε ένας παντοδύναμος αυλικός, αιγυπτιακής καταγωγής, ο περιβόητος Βαγώας (που στα περσικά σημαίνει ευνούχος). Ήταν ο ίδιος που τον είχε στέψει βασιλιά δυο-τρία χρόνια πριν, δολοφονώντας τον Αρταξέρξη τον Γ΄ και πολλούς από τους υπόλοιπους επίδοξους διαδόχους. Εμείς δεν συνηθίζουμε να προάγουμε ευνούχους στα ύπατα αξιώματα, στις αυτοκρατορίες όμως φαίνεται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο Βαγώας λέγεται ότι είχε αποκτήσει εξουσία και πλούτο γιατί είχε συμβάλει στην ανάκτηση της επαναστατημένης Αιγύπτου, αλλά ο Ισοκράτης (στις τελευταίες του παραδόσεις) μας έλεγε ότι εκείνος που  είχε ουσιαστικά επιτύχει αυτήν τη νίκη ήταν ένας έλληνας μισθοφόρος, ο Μέντωρ ο Ρόδιος[2], ενώ ο πλούτος του Βαγώα οφειλόταν, συν τοις άλλοις, στο ότι είχε κατάσχει ιερά αιγυπτιακά κείμενα και, προκειμένου να τα επιστρέψει, είχε ζητήσει και πάρει από τους ιερείς τεράστια ποσά .

Ο προηγούμενος Αρταξέρξης, ο Γ΄, αν και όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν πάνω από εξήντα πέντε χρονών, πρόλαβε πριν καταπιεί το δηλητήριο του Βαγώα, να  βασιλέψει για καμιά εικοσαριά χρόνια. Φημολογείται ότι ήταν ζόρικος τύπος. Εκτός  από την επανάκτηση της Αιγύπτου είχε καταστείλει μια μεγάλη εξέγερση των Φοινίκων.

Τον ακόμη προγενέστερο Αρταξέρξη τον Β΄, εμείς οι Έλληνες τον θυμόμαστε για δύο λόγους:  ο ένας είναι ότι πρόκειται για αυτόν που νίκησε σε (κυριολεκτικά) αδελφοκτόνο πόλεμο τον (αδελφό του) Κύρο,  εκείνον που είχε προσλάβει τους ¨Μυρίους¨ έλληνες μισθοφόρους∙ ο άλλος είναι γιατί οι ενδοελληνικές έριδες (όπως υπογράμμιζε συχνά ο Ισοκράτης) είχαν επί των ημερών του οδηγήσει στην επώδυνη Ανταλκίδειο Ειρήνη,  που εκτός από την επιστροφή των παράλιων μικρασιατικών πόλεων στην περσική επικυριαρχία, τού επέτρεψε για μεγάλο διάστημα (ουσιαστικά μέχρι την νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών) να διαιτητεύει ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις.

Υπήρξε ακόμη ένας Αρταξέρξης, ο Α΄, ο επιλεγόμενος και Μακρυχέρης (φαίνεται ότι όντως είχε το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό). Αυτόν εδώ εμείς οι έλληνες μπορούμε να τον θυμόμαστε χωρίς δυσαρέσκεια. Ήταν ο γιος και διάδοχος  του γνωστού Ξέρξη που υπέστη την πανωλεθρία της Σαλαμίνας, ενώ είχε υποστεί και ο ίδιος βαριά ήττα από τον Αθηναϊκό στόλο, πράγμα που τον υποχρέωσε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της ασιατικής όχθης του Αιγαίου.

Αυτούς λοιπόν τους βασιλείς θέλουν να ανακαλέσουν στη λαϊκή μνήμη οι πέρσες πρίγκιπες προκειμένου να διεκδικήσουν την εξουσία που ακόμη διαχειρίζεται ο Δαρείος; Δεν μου φαίνονται και ιδιαίτερα σπουδαίοι, αλλά παραδέχομαι ότι δεν γνωρίζω αρκετά καλά τη νοοτροπία αυτών εδώ των λαών ώστε να μπορώ να κρίνω με σαφήνεια τις ενέργειές τους.

3 (Persep)

Αποχαιρέτησα τον Αβουλίτη αφού πρώτα τον διαβεβαίωσα ότι εφ’ όσον εκτελεί με ευσυνείδητο τρόπο τα εισπρακτικά του καθήκοντα και φροντίζει ώστε να είναι ανέφελες οι σχέσεις του με τις ελληνικές αρχές, δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τη θέση του ως σατράπης της Σουσιανής. Δεν είναι ότι είμαι απόλυτα πεισμένος για κάτι τέτοιο, αλλά θεώρησα ότι έπρεπε να του πω έναν καλό λόγο, μια που αυτά που εκείνος μου είπε δίνουν κατά πάσα πιθανότητα το νήμα για το ξεμπέρδεμα της υπόθεσης της απόπειρας.

Μετά, αφού ευχαρίστησα και αποχαιρέτισα τον Νικία κατευθύνθηκα προς το κατάλυμα του Καλλισθένη, ελπίζοντας ότι θα βρω τον προϊστάμενό μου καλύτερα απ’ ότι τον άφησα το πρωί.

5

[1] Σημείωση του Εύελπι στο περιθώριο του φύλλου παπύρου: Δεν ξέρω με ποιο συνώνυμο απέδωσε το ¨λακωνικός¨ στα περσικά ο Νικίας, εκτός κι αν η φήμη των νότιων Πελοποννήσιων έχει φτάσει ως τα εδώ εμπλουτίζοντας και την περσική γλώσσα με ένα ακόμη συνώνυμο του ¨ολιγόλογου¨.

[2] Ο Μέντωρ ο Ρόδιος, καθώς και ο νεότερος αδελφός του Μέμνων υπήρξαν ικανοί στρατιωτικοί στην υπηρεσία των τελευταίων περσών ηγεμόνων

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »