Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 1_3-1389458363

Ο Σωτηράκης Κυριζόπουλος είναι απ τον Πύργο της Ηλείας κι έχει ένα μεγάλο πρόβλημα το καλοκαίρι του 1993 στην Αθήνα. Δεν του βγαίνουν οι ‘επιχειρήσεις’. Είναι μικρομέτοχος σε δυο σκυλάδικα της παραλιακής, πλην όμως,τα λεφτά είναι λίγα και σπάει το κεφάλι του για να βρει κάτι το πρωτότυπο που να του φέρνει χρήμα και στα γρήγορα. Εχει να θρέψει την οικογένεια, τη γυναίκα του τη κυρά-Σούλα, το γιο του τον Γιαννάκη που είναι τούβλο και τον στέλνει σε Ιδιωτικό και έχει επίσης το καινούργιο γκομενάκι απ την Πετρούπολη που έβγαλε πριν δυο μήνες για το οποίο δίνει τις δόσεις απ τη κόκκινη MG σπορ που της αγόρασε για να την κρατήσει όσο γίνεται παραπάνω… Μαναράκι που στριγγλίζει  σαν μικρό γουρουνάκι όταν την βάζει κάτω του….

Τότε του ήρθε η φοβερή ιδέα και η ιδέα ήταν απλή.Oι θαμώνες που φεύγουν απ τα σκυλάδικα πάνε ύστερα για πατσά ή σούπες με τα τσόλια τους. Ενδιαμέσως-σκέφτεται ο Σωτηράκης  – υπάρχει ένα δημιουργικό κενό. Το κενό είναι πως οι παρέες αυτές χρειάζονται μια εκτόνωση. Κι η εκτόνωση είναι υπέροχη. Νοικιάζεις ένα θερινό σινεμά κι αντί για έργο, βρίσκεις ένα θεατρικό μπουλούκι. Οι πελάτες αγοράζουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι. Βάζεις μια κόκκινη κορδέλα 10 μέτρα μακριά απ τη σκηνή κι ενώ το μπουλούκι παίζει ένα χαζό θεατρικό τύπου ‘Γκόλφω’  -ξημερώματα γύρω στις 6, οι πελάτες κατά βούληση ρίχνουν το γιαούρτι τους στον ηθοποιό που προτιμούν.

Το εισιτήριο είναι 500 δραχμές, 200 είναι το μεροκάματο των πέντε-έξι ηθοποιών, υπολογίζεις γύρω στις 10-15 παρέες των 5-6 ατόμων κι όλοι βγάζουν ένα λαμπρό μεροκάματο.

Ο Σωτηράκης τηλεφωνεί στον Λευτέρη τον ‘εντερτέημεντ’ που βρίσκει τα μπουλούκια,που βεβαίως αντί να τρέχουν στα χωριά της Πίνδου για να παίξουν την Γκόλφω στους χωριάτες, προτιμούν να γιαουρτωθούν για πιο πολλά χρήματα στην Αθήνα.

Το πείραμα ξεκινάει με τα φέιγ-βολάν που βάζει στα τραπέζια των σκυλάδικων ο Σωτηράκης με τους δικούς του σερβιτόρους μια Παρασκευή νύχτα και γίνεται της πουτάνας, διότι διαδίδεται από τραπέζι σε τραπέζι πως η ‘Γκόλφω’ παίζεται στον Νηρέα στην Βουλιαγμένης και μιλάμε για λαϊκό προσκύνημα.

Οι πελάτες παίρνουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι από το ταμείο ,δίνουν τα δυο στο ταίρι τους, φτάνουν κοντά στη σκηνή και μόλις πει ο πρωταγωνιστής ‘Γκόλφω μου πέρδικα θαμαστή είσαι το φως του Αυγερινού..’ φεύγει ο κεσές και όπου πάει, είτε στο πρόσωπο, είτε στα μαλλιά, είτε στα ρούχα, δεν έχει τόση σημασία διότι επιτρέπονται και οι βωμολοχίες..’άντε ρε παλιομαλάκα που κάνεις και τον ηθοποιό’ ή ‘αντε μωρή καριόλα δείξε λίγο αίσθημα γαμώ τη Παναγία σου..’ κτλ,κτλ,κτλ…

Το πράγμα στράβωσε σ ένα μήνα, όταν ένας ηθοποιός ενός νεόβγαλτου θιάσου της πλάκας, θέλησε να ‘παίξει’ θεατρικό ‘το παλτό’ του Γκόγκολ.225px-Ivanov_gogol

Ακριβώς στη σκηνή που ο Γκριγκόρι Πέτροβιτς -που ήταν ένα παλικάρι απ το Μέτσοβο- έπαιρνε τα μέτρα του Ακάκι Ακακίεβιτς για το καινούργιο του παλτό, – του Γιώργου Μάστορα δηλαδή απ τα Πετράλωνα- ένας κεσές γιαούρτι προσγειώθηκε με  πάταγο στο πρόσωπο του Γκριγκόρι παίρνοντας και λίγο απ το πέτο του παλτού ,που το  εκσφενδόνισε  ένας χοντρός ξενύχτης με απόλυτη ακρίβεια, έτσι ώστε ο Γκριγκόρι να πει στον Ακάκι Ακακίεβιτς ‘ρε πούστη μου τι ξεφτίλα είναι αυτή που ζούμε για ένα κωλοπεντακοσάρικο..’ και ο Ακάκι τα πήρε στο κρανίο, πετάχτηκε απ τη σκηνή κι έριξε ένα χοντρό φούσκο κατακέφαλα στον χοντρό που τον ξάπλωσε πάραυτα κάτω λιπόθυμο, ανάμεσα σε τσιρίδες από γκόμενες και ουρλιαχτά από θεατές, πλην όμως ο Ακάκιος Ακακίεβιτς συνέχισε να χτυπάει όποιον έβρισκε μπροστά του απ τους θεατές και τις συνοδούς τους  μέχρι να τον ξαπλώσει κάτω ένας τύπος με μια καρέκλα κι έτσι τέλειωσε εντελώς άδοξα το πείραμα του Σωτηράκη Κυριαζόπουλου, μοναδικό ίσως  στην αβαγκαρντ της θεατρική πρωτοπορίας της Αθήνας χωρίς καν οι εφημερίδες να ασχοληθούν μ αυτό..

60ad5b6b364b1a0478327d0235c3ceae_1389458273

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Τρία ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 20 Απριλίου, 2015

        

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Αυτά τα πουλιά τ’ουρανού

δεν είμαστε εμείς

είναι πουλιά

που βγήκαν απ’το ζευγάρωμά μας

κι έχουν κάτι από μας

όμως δεν είμαστε εμείς.

Πετούν με φτερά ορθάνοιχτα

πορεύονται σ’άγνωστους τόπους

ψάχνοντας επίμονα

αυτό που δεν βρήκαμε εμείς.

Είναι ανύποπτα για τις δυσκολίες

γι αυτό η πτήση τους

είν’ελεύθερη

χωρίς του κίνδυνου την απειλή

όπως ακριβώς πριν από μας

άλλα πουλιά

είχαν περήφανα πετάξει

που πάλι όμως δεν είμαστε εμείς.

Ας κουρνιάσουμε λοιπόν

στην ανώφελη γνώση μας

κι ας αφήσουμε τα πουλιά να πετούν.

 

105180

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ

 

Σε μισώ μου λες οργισμένα

κι εγώ σε μισώ σκέφτομαι

μα δε τολμώ να στο φωνάξω.

Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν

μέσα στους μίσους τη δίνη ν’αγκαλιαστούμε

και στης μοναξιάς την έρημο

να διαιωνίσουμε το είδος

που κάποια στιγμή αργότερα

θα μιλήσει υποκριτικά

για της αγάπης το θαύμα

και το ανθρώπινο μεγαλείο.

 

      ΤΟ ΘΑΥΜΑ

 

Με ζυμάρι τα σύννεφα

πλάθω αγγέλους

μα κανένας δεν έμεινε.

Όλοι τους βιάστηκαν

να γίνουν γαλάζιος ουρανός.

genius-of-art-1820

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 9 Όπου (την ίδια εκείνη μέρα) το Πουλχερίδιον ταξιδεύει ευχαριστημένο

Posted by vnottas στο 16 Απριλίου, 2015

img1_21 (1)

Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της (υπό εκπόνηση) απόπειρας συγγραφής ενός ιστορικού μυθιστορήματος (σύμφωνα, βέβαια, με την προσωρινή πρώτη κατάταξη). Όπως ενδεχομένως παρατηρήσατε, το πρώτο μέρος  εξιστορεί τα όσα συνέβησαν μια συγκεκριμένη μέρα: την τρίτη ημέρα πριν την λήξη του Ανθεστηρίωνα μήνα του έτους που αντιστοιχεί στο 330 πΧ. Ακολουθεί ένα ¨ιντερμέδιο¨ με την επιστολή της Θαίδας προς τη Φρύνη, που το έχω ήδη αναρτήσει και βρίσκεται εδώ. . Το δεύτερο μέρος, προσεχώς.

εικόνα

Κεφάλαιο ένατο

Βασιλική οδός: Διαδρομή Περσέπολη – Σούσα

Η κυρία μου είναι μεγάλη πουτάνα και δε λέει ποτέ ψέματα.  Τέλος πάντων μπορεί και να λέει εκεί που πρέπει, αλλά σ’ εμάς τις δούλες της λέει τα αληθινά, γιατί μας αγαπάει όπως την αγαπάμε κι εμείς. Κι επειδή την αγαπάμε, το ξαναλέω επειδή την αγαπάμε, και όχι γιατί δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς (η αλήθεια είναι ότι δε μπορούμε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) της κάνουμε όλα τα χατίρια.

Μου λέει λοιπόν κάμποσες μέρες πριν: «Πουλχερίδιον, θα μου κάνεις μια χάρη;»

«Μετά χαράς αφέντρα», της λέω και το εννοώ.

Σηκώνει το φρύδι, σαν να μη περίμενε αυτή την απάντηση, σας είπα είναι μεγάλη πουτάνα, και μας αγαπάει, και συνεχίζει:

«Τι θα έλεγες για ένα ταξιδάκι;»

«Πετάω τη σκούφια μου» της λέω, και συμπληρώνω γιατί είμαι κι εγώ μικρή πουτάνα, ακόμη εκπαιδευόμενη: «Αυτήν που δεν έχω!»

«Καλά θα σου πάρω» μου χαμογελάει. Και θα σου πάρω κι άλλα, ρούχα και μπιχλιμπίδια, άμα θα κάνεις -σωστά- αυτά που θα σου πω.

 «Λέγε, αφέντρα, είμαι όλη αυτιά, κοίτα με», κάνω και βάζω τις χούφτες γύρω από τα μικρά χαριτωμένα μου αυτάκια, για να τα μεγαλώσω.

«Τον Ευρυμέδοντα τον ξέρεις, αν δε κάνω λάθος. Λέω τον ψηλό Θεσσαλό ίλαρχο. Πρέπει να τον έχεις περιποιηθεί προσωπικά».

«Τον ξέρω» της απαντώ ντροπαλά αλλά με νόημα.

«Φεύγει αύριο το πρωί, αποστολή για τα Σούσα, με άμαξα.

«Αποστολή; Τι αποστολή;» την ρωτάω γιατί είμαι περίεργη εκ γενετής, και πάντα!

«Α», μου κάνει. «Πρόσεξέ με: Θα σου πω δυο πράγματα. Πολύ σημαντικά αν θες να τα πάμε καλά. Πρώτον: δεν θα ρωτάς. Ότι χρειάζεται θα στο πω εγώ. Είναι πολύ καλλίτερα για όλους μας αν ξέρεις μόνον τα απαραίτητα. Δεύτερον: οτιδήποτε δεις ή ακούσεις σ’ αυτό το ταξίδι το λες μόνο σε ένα άτομο.

«Σε εσένα!» την προλαβαίνω επειδή έχω μια φαεινή.

«Σου κόβει Πουλχερίδιον», με επιβραβεύει. «Αλλά για την αποστολή του Ευρυμέδοντα θα σου πω: Τον στέλνει ο Ευμένης στον Καλλισθένη μαζί με ένα σωρό παπύρους, περγαμηνές και βιβλία. Δε ξέρω γιατί, αλλά φαίνεται ότι μαζεύουν τα συγγράμματα στα Σούσα. Γι αυτό θα χρησιμοποιήσει άμαξα. Τον είδα πριν λίγο, και μου υποσχέθηκε ότι θα πάρει κι έναν επιβάτη: εσένα. Ο Δρόμος είναι καλός, τον είδες στον ερχομό, υπάρχουν σταθμοί για να αλλάξετε τ’ άλογα και να πάρετε μια ανάσα. Σε λίγες μέρες θα είστε στην Πόλη των Κρίνων.

«Και τι θες να κάνω εκεί;»

«Θα παραδώσεις δύο επιστολές που θα σου δώσω».

«Σε ποιόν;»

«Τη μία θα τη δώσεις στον Παλαμήδη τον Αθηναίο. Έχει πληγωθεί στο δεξί χέρι και έμαθα ότι πρόκειται να επιστρέψει ως απόμαχος στην Αθήνα.  Θα του πεις ότι τον παρακαλώ θερμά, μόλις φτάσει στο Άστυ, να παραδώσει αυτή την επιστολή στην Φρύνη. Θα υπακούσει. Μου χρεωστάει μερικές χάρες».

Στο άκουσμα του ονόματος της Φρύνης, της μεγάλης Κυράς των Αθηνών χαμογελάω ως τα μικρά, χαριτωμένα μου αυτιά.

«Θα τον βρεις εκεί όπου έχουν στεγάσει τους αξιωματικούς που θα επαναπατριστούν», συνεχίζει η κυρά μου.

«Και την άλλη επιστολή;» ρωτάω.

«Η άλλη είναι πιο επείγουσα και θα την παραδώσεις πρώτη. Στον Εύελπι τον Μεγαρέα».

«Τον ξέρω», της λέω και ξαναχαμογελάω με νόημα.

Είναι ένας από τους πιστούς θαυμαστές της. Λες να ήρθε επιτέλους η σειρά του να απολαύσει την εύνοια της Κυράς; Λες να τον πεθύμησε, τώρα που δεν τον έχει συνεχώς στα πόδια της;

«Δε θα δυσκολευτείς να τον βρεις», μου λέει. «Ακολούθησε τον Ευρυμέδοντα όταν θα παραδώσει τα βιβλία στον Καλλισθένη. Σίγουρα κάπου εκεί γύρω θα είναι και ο Εύελπις».

 

Η κυρία μου, η Θαΐδα, μας αγαπάει. Και είναι η καλύτερη σε τέχνη και η μεγαλύτερη σε λάμψη απ’ τις εταίρες της Ασίας. Θα έλεγα και της Ευρώπης, αλλά αυτό θα το ξεστομίσω μόνον όταν η Κυρά Φρύνη αποσυρθεί. Γιατί, όπως λένε και οι πιο παλιές,  πρέπει να είμαστε δίκαιες και να σεβόμαστε τη μεγάλη μας παράδοση και εκείνες που ήδη ανήκουν σ’ αυτήν.

Η κυρά μου διάλεξε εμένα γι αυτό το θέλημα-ταξίδι και αυτό σημαίνει ότι μου έχει εμπιστοσύνη και μετά πάει να πει ότι μου έκανε ήδη ένα δώρο, γιατί περνάω υπέροχα. Μπορεί, δε λέω, να είμαι ευκολομπούχτιστη, αλλά τα απανωτά συμπόσια και τα όργια που ακολούθησαν την κατάληψη της Περσέπολης, τα έχω ελαφρώς βαρεθεί. Ήθελα λίγο καθαρό αέρα και η παρέα μ’ αυτό το αγαθό μεγάλο παιδί, τον Ευρυμέδοντα, δε με χαλάει καθόλου.

Αλλά, τι να κάνουμε, ταξιδεύουμε γρήγορα και, από ότι φαίνεται, αν ο Ταχυδρόμος Ερμής εξακολουθήσει να ευνοεί το ταξίδι, σήμερα το βράδυ θα είμαστε στα Σούσα.

γ

Τέλος Α΄ μέρους

(Συνεχίζεται, ακολουθεί το ιντερμέδιο με την επιστολή της Θαίδας προς την Φρύνη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 8, Το όνειρο του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 10 Απριλίου, 2015

Αργά τη νύχτα

Όπου ο Οινοκράτης ξυπνά αναστατωμένος και διηγείται το όνειρό του στον γλαρωμένο Χοντρόη.

Άκου χοντρέ, είδα ένα περίεργο όνειρο. Υποψιάζομαι ότι φταις εσύ και το μπουκάλι σου.

Σταμάτα το ροχάλισμα κι άκου. Θα σου το πω τώρα που είναι φρέσκο και το θυμάμαι. Το θυμάμαι καλά, σα να το έζησα στ’ αλήθεια.

Σιωπή!!! Δε θέλω αντιρρήσεις.

 Άκου.

Ήμουνα λέει στη δύση. Στη δύση – δύση, πιο πέρα από τα μέρη που γεννήθηκα, ίσως κοντά στη δυτική άκρη του Κόσμου. Είχα παρέα έναν προφήτη ντυμένο παράξενα, κάπως αστεία, με περισκελίδα στενή και χιτώνα σκούρο, στενάχωρο επίσης, όπου τα χέρια ήσαν βαλμένα μέσα σε υφασμάτινους σωλήνες, να αναρωτιέσαι πως κατάφερνε και τα έστριβε πέρα δώθε με φαινομενική άνεση.

Ήξερα ότι είναι προφήτης ή κάτι μυστηριακά ανάλογο, ωστόσο τον ρώτησα: «Ποιός είσαι και από πού κατάγεσαι γέροντα;»

Μου απάντησε ότι είναι από τα ψηλά βουνά του Κέντρου και ότι τον λένε …Ούγκ;, για Χιουνγκ;, για Γιουνγκ;, …δε θυμάμαι.

«Έλα, και θα σου δείξω πράγματα αξιομνημόνευτα», μου είπε και κροτάλισε τα λεπτά δάχτυλά του.

jung

Οπότε έξαφνα, όσο έξαφνα μπορεί να είναι τα πράγματα στο βασίλειο των ονείρων, μπροστά μου είδα να ξεσπάει μια μάχη. Μάχη φοβερή και θεαματική. Ακούγονταν αλαλαγμοί, αντηχούσαν  ήχοι κεραυνών, άστραφταν φωτιές, στρογγυλά σύννεφα καπνού γεννιόντουσαν απ’ το τίποτα και ανηφόριζαν ψηλά. Αυτοί που μάχονταν θα έμοιαζαν άνθρωποι σαν και μας, αν δεν διέθεταν όπλα θεών και δεν ήσαν ήταν ντυμένοι  με τρόπο γελοίο.

Από τη μια μεριά ήτανε λίγοι. Φορούσαν στενάχωρα χρωματιστά ιμάτια και μεγάλα περίεργα καπέλα, όλοι τους όμως είχαν σπάθες μακριές και κρατούσαν μπαστούνια που έβγαζαν φλόγες κι αστραπές.

Από την άλλη μεριά οι μαχητές ήσαν πολλοί. Όμως τα όπλα των περισσότερων  έμοιαζαν με εργαλεία γεωργών, όχι, δεν έμοιαζαν, ήταν εργαλεία γεωργών.

«Πρόσεξέ τους», μου είπε ο Ουνγκ.

Τους πρόσεξα, και ξαφνικά κατάλαβα ότι οι πολλοί ήταν σαν κι εμένα χοντρέ. Όπως, όσο κι αν σου φαίνεται παράδοξο, έμοιαζαν και σε σένα. Ήταν δούλοι χοντρέ. Οργισμένοι δούλοι.

img1_9

Και ξέρεις ποιο είναι το πιο περίεργο;   Νικήσαμε! Δηλαδή πρέπει να νικήσαν οι πολλοί, γιατί ο προφήτης δακτυλοκρότησε ξανά και μια νέα ζωντανή εικόνα σχηματίστηκε μπροστά μου.

Τους είδα ξανά όλους  αυτούς, τους φτωχούς, τους δούλους, τους κατατρεγμένους. Μόνο που τώρα είναι καλοοπλισμένοι και με αρχηγό έναν κοντό με αστείο τριγωνικό πίλο και με ανυψωμένα κάτι χρωματιστά πανιά που μοιάζουν με τις κορδέλες που δένουν στις σάρισες οι εταίροι, νάτους που εκστρατεύουν για την κατάκτηση του κόσμου. Καλή ώρα όπως εμείς τώρα.

Καθώς αυτοί οδεύουνε, οι συνακολουθούντες, οι έμποροι, οι τραπεζίτες και ο συρφετός δεν είναι πια πίσω τους αλλά βαδίζουν παράλληλα με τη στρατιά των καταραμένων. Μάλιστα μερικές φορές τρέχουν πιο γρήγορα, τους προσπερνάνε, μπαίνουν μπροστά τους  και τους καθοδηγούνε.

Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται χοντρέ, αλλά δεν προλαβαίνω να ρωτήσω τον προφήτη, γιατί αυτός κάνει ακόμη μια στράκα με τα δάκτυλα και να που βρίσκομαι σε έναν ψηλοτάβανο ναό γεμάτο κόσμο με ενδύματα πολυτελή. Στο κέντρο του ναού βλέπω τον κοντό κι έναν τύπο που σίγουρα είναι ιερέας.

ναπ

Ο ιερέας κρατά ένα αυτοκρατορικό στέμμα. Πού το ξέρω ότι είναι αυτοκρατορικό; Το διαισθάνομαι! Ο κοντός του το παίρνει και το βάζει στο κεφάλι του, απομόνος του. Ακούω ιαχές και χειροκροτήματα, και ενώ έχω στο νου να ρωτήσω τον προφήτη τι τρέχει, ξυπνάω.

Από τις ιαχές;

Από τα χειροκροτήματα;

Όχι πιπικίνδυνε. Από το ροχαλητό σου.

Εγώ φταίω, που πείστηκα ότι μπορεί να κινδυνέψεις αν σε βρουν οι στρατιώτες προτού σε παρουσιάσει επίσημα τ’ αφεντικό και σου επέτρεψα να κοιμηθείς εδωπέρα.

Και το ποτό, έχεις δίκιο, είναι τελείως πιπικίνδυνο. Αύριο το παραδίδω στον Αφέντη.

 Εμείς, άμα λάχει, φτιάχνουμε άλλο!

 

 Ο νυχτερινός μονόλογος του Οινοκράτη αποδείχτηκε επικοινωνιακά ανώφελος. Το μόνο ορατό αποτέλεσμα ήταν ότι ο στρογγυλός υποτιθέμενος συνομιλητής του, με έναν μορφασμό κοιμισμένης ευδαιμονίας γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε τον θορυβώδη (έως παταγώδη) ύπνο του.

6207

 (συνεχίζεται, στο επόμενο: Κεφ. 9ο: Η κυρία μου είναι μεγάλη πουτάνα και δε λέει ποτέ ψέματα.)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μαιρούλα la douce…

Posted by vnottas στο 6 Απριλίου, 2015

images (15)

Ηλίας Κουτσούκος

Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο…

Απρίλης 1972.

Όχι μόνο δεν έχω μία αλλά αναγκάζομαι να καπνίζω γόπες-που το σιχαινόμουνα πολύ-.Είναι Κυριακή, έχει ‘εξοδο’ είμαι εξοδούχος αλλά δεν έχω που να πάω χωρίς χρήματα κι έχω μια τεράστια ανάγκη να γαμήσω αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστώ από κανέναν και σκέφτομαι πως αν βγω θα τριγυρνάω σα μαλάκας στη πόλη με τα φανταρίστικα και αν καθίσω σε παγκάκι θα πρέπει να είναι για λίγο και μετά θα πρέπει να πάρω το απογευματινό σκατολεωφορείο για το Σέδες και μακάρι να μη πέσω και σε κάποια ‘μικτή’ περιπολία της ΕΣΑ γιατί ότι και να τους πω θα με ‘γράψουν’ κυνηγούν τους φαντάρους με το παραμικρό, οπότε είναι καλύτερα να μείνω στο στρατόπεδο και να φάω την κρύα βρωμόσουπα-γιατί τις Κυριακές βγαίνουν έξω κι οι μάγειροι και οι ‘βοηθοί’ τους που μένουν στο πόστο τους, το μόνο που ξέρουν κάνουν είναι σκατόσουπες με απομεινάρια κρέας από Αργεντίνικες κονσέρβες.

Αυτά σκεφτόμουν όταν με φώναξε ο ‘Ολλανδός’ απ το βάθος του διαδρόμου και με ρώτησε γιατί δεν βγαίνω. Τον ‘Ολλανδό’ τον φωνάζαμε Ολλανδό γιατί ήταν ανυπότακτος-δούλευε βατσιμάνης σε καράβια εμπορικά- κι δεν είχε έρθει εγκαίρως στη χώρα να υπηρετήσει τη θητεία του απ το Άμστερνταμ κι ήρθε με καθυστέρηση πέντε χρόνων και γι αυτό του είχαν ρίξει παραπάνω ένα χρόνο θητεία, αλλά ο Ολανδός στ αρχίδια του γιατί είχε λεφτά και δεν τον ένοιαζε.

Του είπα πως δεν θα βγω έξω γιατί δεν έχω λεφτά και μου απάντησε πώς να μην είμαι μαλάκας κι έβγαλε δύο πενηντάρικα απ τη τσέπη του και μου είπε να τα πάρω και να πάω κατευθείαν στη Μαιρούλα, ένα πουτανί καινούργιο, απέναντι απ τον Ερυθρό Σταυρό στο λιμάνι, 27 χρόνων μαναράκι που μόλις βγήκε στη πιάτσα και κυρίως, μου τόνισε ο Ολλανδός ‘είναι ρε συ ίδια η Κατρίν Ντενέβ και φοράει τα ίδια γυαλιά ξανθιά, σχετικά αδύνατη, μ ένα βυζί που κρεμάς επάνω του παλτό, και να της πεις πως σε έστειλε ο Ολλανδός ρε μαλάκα για να φιλήσει γαλλικά στο στόμα’ -πράγμα που δεν έκαναν ποτέ οι άλλες πουτάνες γιατί τα χείλη τους τα κρατούσαν για τους νταβατζήδες τους.

1920s

Πήρα τα δυο πενηντάρικα με τεράστια ευγνωμοσύνη -αλλωστε ο Ολλανδός που τον έλεγαν Θανάση, με χρησιμοποιούσε γιατί του έγραφα ωραία ερωτικά γράμματα σε μια ακοντίστρια μικρούλα απ την Αθήνα- κι έφυγα τρέχοντας για τη πύλη του στρατοπέδου με την 2ωρη άδεια στη τσέπη.

Όταν έφτασα στον Ερυθρό, βρήκα αμέσως το πουτανάδικο της Μαιρούλας και μου είπε η τσατσά -ευτυχώς δεν είχε άλλους πελάτες, τέσσερις το μεσημέρι-‘περίμενε αγόρι μου, έρχεται η κοπέλα, δώσε μου το πενηντάρικο και πέρνα σ’ αυτό το δωμάτιο’..

images (2)

Εγώ πέρασα, έβγαλα τις βρωμοαρβύλες μου που τις είχα βάψει τσίλικες-αλλά τις σιχαινόμουν πολύ-τις κάλτσες μου τις μάλλινες που μου έφερναν  εμετό κι έμεινα τελικά ολόγυμνος πάνω σ ένα κρεβάτι με κόκκινο σεντόνι, κι ακούω κάτι βήματα με λεπτό χτύπημα τακουνιού και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα γύρω στο 1,70  με όμορφο πρόσωπο, γυαλιά πεταλούδα κόκκινα, κόκκινο κυλοτάκι και σουτιέν, όπως μου την είχε περιγράψει ακριβώς ο φίλος μου ο Ολλανδός, χαμογελαστή, μου λέει ‘τι γίνεται αγοράκι μου’, της λέω ‘μ έστειλε ο Ολλανδός’.. α, μου λέει ‘υπηρετείς με το ξαδερφάκι μου’ και γελάει όμορφα, βγάζει το κυλοτάκι της, το σουτιέν της και παθαίνω πλάκα απ την ομορφιά, ένα δέρμα απαλό, βέλβετ Μπράσελ και μόλις μου βάζει με απαλές κινήσεις το προφυλακτικό και μόλις μπαίνω μέσα της απαλά και μυρίζω αυτό το πανέμορφο πατσουλί του κορμιού της και μόλις με φιλάει με γλώσσα, έχω ήδη τελιώσει, πώς να κρατηθώ σ αυτή την ομορφιά και βρίζω δυνατά τον εαυτό μου ‘τι μαλάκας, τέλειωσα αμέσως γιατί, γιατί, γιατί είσαι πολύ όμορφη’ κι αυτή λέει ‘δεν πειράζει αγοράκι μου, κάτσε δίπλα μου να κάνουμε παρέα ένα τσιγαράκι’ και ’γω νιώθω ξαφνικά πως είμαι πολύ τυχερός σε σχέση με τους μπόγους που γαμούσα πιο πριν όταν μου τύχαινε κανά τριαντάρι, αλλά εδώ αυτό το μαναράκι που είναι όλη η ομορφιά του κόσμου, αυτή τη συγκεκριμένη ώρα, που με λυπήθηκε -φαντάζομαι- έτσι γρήγορα που τέλειωσα, και που με κερνάει τσιγάρο στο κρεβάτι, λες κι έχουμε σχέση, ε ναι, είναι σπουδαία τύχη και να πάνε να γαμηθούνε όλα, ο στρατός, η χούντα, ο πατέρας μου που δεν μου στέλνει φράγκο, οι κωλοασκήσεις τους κι οι ιδρώτες και η βρωμιά της διμοιρίας κι η γαμημένη Χαρούλα η φοιτήτρια που πριν ένα μήνα μου είχε γράψει ‘χωρίζουμε ποιητή μου κι ο καθένας θα ταξιδέψει στο δικό του δρόμο’ -τι λες γαμώ τον Αντίχριστό σου.. όλα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, υπάρχει μόνο η Μαιρούλα που μου χαϊδεύει απαλά το χέρι και νιώθω μια χαλαρή τρυφερότητα, ένα άγγισμα αγγέλου που δεν το πιστεύω ότι μου έτυχε και τραβάω μια βαθιά ρουφηξιά και τότε ακούω απ το σαλόνι βαδίσματα από κωλοαρβύλες και κάτι γελάκια αντρών και αμέσως καταλαβαίνω πως μπήκε στο μπορντέλο η κωλοΕΣΑ και με πιάνει πανικός, μισοσηκώνομαι στο κρεβάτι, λέει η Μαιρούλα ‘καλέ,τι έπαθες ξαφνικά’,της εξηγώ πως έξω θα είναι μάλλον η ΕΣΑ και όλο και κάτι θα μου βρει γιατί αυτοί κάνουν ότι θέλουν και γαμούν τους φαντάρους, τους παίρνουν τα στοιχεία και τα στέλνουν στη μονάδα σου κι έχεις σίγουρα μια δεκάρα φυλακή, τα λέω όλα βιαστικά και τρομοκρατημένος και η Μαιρούλα γεμάτη αυτοπεποίθηση σηκώνεται απ το κρεβάτι, φοράει το σουτιέν και το κυλοτάκι της, φοράει μια μεταξωτή ρόμπα και μου λέει ‘θα σου στείλω ένα καφέ με τη τσατσά, κάτσε στο κρεβάτι, θα του διώξω, ξέρω εγώ,’ μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο και βγαίνει έξω. Την ακούω που μιλάει, έχω κολλήσει τα αυτί μου στη πόρτα και μετά από ένα-δυο λεπτά που μου φαίνονται αιώνες, τα γομάρια της ΕΣΑ ξεκουμπίζονται.

1930_03

Κάθομαι στο κρεβάτι, ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η τσατσά που έχει σ ένα δίσκο καφέ και γλυκό κεράσι με δροσερό νερό, τα αφήνει στο κομοδίνο χαμογελώντας ‘τους ξαπόστειλε η Μαίρη’ μου λέει και φεύγει.

Αρχίζω να ντύνομαι και μπαίνει η Μαιρούλα, λέει, όλα εντάξει αγόρι μου, έφυγαν και μου αφήνει στο κομοδίνο μια κούτα αμερικάνικα ΚΕΝΤ και πάνω της ένα  πενηντάρικο…

Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω, λέω ‘σε παρακαλώ Μαίρη’…κι αυτή μου λέει ‘εγώ σε παρακαλώ, δεν φτάνει που φοβήθηκες σιγά μη σου πάρω και λεφτά, άλλωστε δεν πρόλαβες να το φχαριστηθείς, θα σε περιμένω κι άλλη φορά έτσι…’

Παίρνω το χέρι της και το φιλώ, βάζω το πενηντάρικο στη τσέπη, παίρνω τη κούτα με τα ΚΕΝΤ σαν να κρατώ τα άγια των αγίων και φεύγω.

Έχουν περάσει 45 χρόνια κι αυτό το αξέχαστο δώρο Δεν το ξεχρέωσα ποτέ κι ακόμα το έχω βάρος βαρύ πολύ μες στη συνείδηση μου, μερικές φορές την είδα στον ύπνο μου,-σα να μου φάνηκε λυπημένη- και την άλλη μέρα που ξυπνώ είμαι στενοχωρημένος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 7. Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

Posted by vnottas στο 1 Απριλίου, 2015

Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

?????????????????????????????????????????????????????????????????????????

 Το λεπτό φεγγαράκι είχε πια εξαφανιστεί και το δίχτυ των αστεριών είχε γίνει ακόμη πιο σπινθηροβόλο  πάνω στο παχύ μαύρο τ’ ουρανού, όταν αποχαιρέτισα τον Καλλισθένη.

Η συνάντησή μας είχε ολοκληρωθεί με την κατανάλωση ενός λιτού δείπνου που μας σέρβιραν εκεί, στο περίπτερο του υπερυψωμένου κήπου, οι ντόπιοι υπηρέτες. Τρώγοντας, πέρα από την αφήγηση από μέρους μου των τελευταίων γεγονότων της εκστρατείας στην Περσέπολη, μιλήσαμε για ένα σωρό άλλα θέματα.

Επέστρεψα στο κατάλυμά μου ιππεύοντας με οδηγό τους αναρτημένους φανούς, που με το ασθενικό τους φως υπεδείκνυαν τον κατηφορικό κεντρικό δρόμο από την ανακτορική Ακρόπολη ως την συνοικία των ευπόρων. Ο δρόμος αυτή την προχωρημένη ώρα ήταν εντελώς έρημος, αντίθετα, στο μυαλό μου στριφογύριζαν χίλιες σκέψεις που προσπαθούσαν να κατασταλάξουν  σε συγκεκριμένες απόψεις και συμπεράσματα.

Τα νυχτοπούλια έσπαζαν τη νυχτερινή σιγή με τα εκνευριστικά τους κρωξίματα, κι εγώ, ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, αναρωτιόμουν αν είναι ασφαλές να κυκλοφορώ μόνος, νυχτιάτικα, στην σκοτεινή, πρόσφατα κατακτημένη πόλη.

Για μια στιγμή μάλιστα νόμισα ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα στις σκιές γύρω μου, τράβηξα τα χαλινάρια  και τέντωσα τ’ αυτιά μου προσπαθώντας να εντοπίσω τυχόν ύποπτους ήχους. Εν τέλει όμως, το μόνο που έφτασε ως εμένα ήταν κάποια καθησυχαστικά αποσπάσματα ελληνικής γλώσσας από μια ομάδα στρατιωτών που περιπολούσε στο βάθος του δρόμου.

 images (10)

Οι σκέψεις μου επέστρεψαν στη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

Αντίθετα με ό, τι συνέβη σ’ εκείνον, εγώ είχα εκτιμήσει θετικά τον ψηλό Ολύνθιο, από την πρώτη στιγμή που τον είδα στην Άβυδο. 

Δέκα χρόνια περίπου πρεσβύτερος από εμένα, είχε διαβάσει, θυμάμαι, προσεκτικά την επιστολή  του Αριστοτέλη που του παρέδωσα και, χωρίς σχόλια και παραινέσεις, μου είχε δώσει τις πρώτες οδηγίες.

Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Ήμουν κοντά του καθώς η στρατιά προχωρούσε ακάθεκτη, από μάχη σε μάχη, από πολιορκία σε πολιορκία, από την Μικρασία ως την Αίγυπτο και από εκεί πάλι πίσω στην καρδιά της Ασίας όπου βρισκόμαστε τώρα. Τέσσερα χρόνια πυκνά σε αναπάντεχα γεγονότα, σε πιεστικά προβλήματα, σε  αντίξοες αλλά και ενθουσιαστικές εμπειρίες που, υπό ομαλές συνθήκες, θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο για να σωρευθούν. Έτσι είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω αυτές τις πρώτες θετικές εντυπώσεις και μπορώ να πω ότι η εμπιστοσύνη που εμπνέει η ήρεμη φυσιογνωμία του Ολύνθιου δεν είναι απατηλή.

 -αυ-ός-32749886

Ωστόσο, για κάποιον που δεν τον γνωρίζει από κοντά, ο Καλλισθένης πρέπει να μοιάζει αντιφατικός άνθρωπος.

Από τη μια μεριά, ως ιστορικός έχει τον έλεγχο της ¨προς τα έξω¨ αλήθειας. Της κατασκευασμένης, ως ένα σημείο, αλήθειας που χρειάζεται ένας πόλεμος.

Ο Καλλισθένης ξέρει τα μυστικά της ρητορικής τέχνης και έχει την ικανότητα να τα εφαρμόζει.  Το  γεγονός ότι κατά την καταγραφή των γεγονότων φροντίζει ώστε να αποφεύγονται οι έντονες  υπερβολές -εκείνες που συνήθως υποδεικνύουν  οι πιο κόλακες απ’ τους γραφείς- κάνει τις παρεμβάσεις του περισσότερο αποτελεσματικές.

Ο Ολύνθιος όμως, δεν πιστεύει ότι τα σοφίσματα μπορούν να αντικαταστήσουν με άνεση την αλήθεια, είτε επειδή αυτή απλώς δεν υπάρχει, είτε επειδή κι αν ακόμη υπάρχει, επηρεάζει την εξέλιξη των πραγμάτων πολύ λιγότερο από ένα καλό σόφισμα. Δεν πιστεύει δηλαδή σ’ αυτά που ισχυρίζονται με εμμονή οι διάφοροι σοφίζοντες σχετικιστές. Λέω γι αυτούς που, αν και είναι κατανοητό πως μπόρεσαν να ακμάσουν  στην Ελλάδα των χρόνων της παρακμής, είναι δυσερμήνευτο το πως ήδη κατάφεραν να διεισδύσουν σε επίκαιρα πόστα της Εκστρατείας.

Από την άλλη πλευρά, ο Καλλισθένης δεν καταδικάζει συνολικά την χρήση των ¨απατηλών¨ συγκινησιακών εξωραϊσμών, όπως κάνουν, ας πούμε, ορισμένοι οπαδοί του Πλάτωνα του Αθηναίου.  Απ’ όσο ξέρω, τόσο ο ίδιος, όσο και ο δάσκαλός του ο Αριστοτέλης, θεωρούν ότι ο εμπλουτισμός του λόγου και της λογικής με στοιχεία που αφορούν στην εμπλοκή των συναισθημάτων είναι επιτρεπτός, αλλά με την προϋπόθεση ότι αυτά τα ¨εντυπωσιακά¨ ή ¨μη ορθολογικά¨ ή ¨καλλιτεχνικά¨ στοιχεία πρέπει τελικά να εξυπηρετούν τη διάδοση και τη κατανόηση της Αλήθειας. Και εδώ μιλάμε για μια Αλήθεια η οποία  όχι μόνον είναι υπαρκτή, αλλά και, εν κατακλείδι, οι άνθρωποι μπορούν να την προσεγγίσουν χάρη στις νοητικές τους ικανότητες.

Για να στηρίξει, λέω εγώ,  κανείς μια τέτοια άποψη είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διαθέτει ολοκληρωμένες ιδέες, συγκεκριμένες αρχές, σαφή ιδανικά, αν όχι την καθοδήγηση εκείνων των ¨θεών του ορθού λόγου¨ στους οποίους ο Καλλισθένης κάνει συχνά νύξη. Μόνον έτσι θα μπορούσε να έχει κάποιος ένα μέτρο και έναν οδηγό όταν επιχειρεί να επηρεάσει τους άλλους μέσω της πειθούς και των τεχνασμάτων της. Εγώ είμαι σίγουρος πλέον ότι ο Ολύνθιος είναι επαρκώς εξοπλισμένος με όλα αυτά.

Υπάρχει όμως ακόμη ένας Καλλισθένης, ο οποίος ενδιαφέρεται έντονα για την ανεύρεση των χειροπιαστών γνώσεων, εκείνων που οδηγούν σε μια αλήθεια στα μέτρα του Ανθρώπου. Μια αλήθεια που επιβεβαιώνεται μέσα από συγκεκριμένες χρηστικές εφαρμογές. Μια αλήθεια εργαλείο επίγειας ευτυχίας. Θα έλεγα ότι αυτή η ¨αλήθεια των ανθρώπινων ανακαλύψεων και επινοήσεων¨ αποτελεί τον άξονα της σκέψης του και την εστία της, κατά βάθος αισιόδοξης, άποψής του για τη ζωή.

 Thessalikos Ippeas 750 πχ (1)

Παράλληλα συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι το έργο που έχει αναλάβει. Και δεν μιλώ μόνο για τα επίσημα καθήκοντά του, που είναι σύνθετα και γεμάτα ευθύνες, αλλά και εκείνα που του επιβάλει ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει την εκστρατεία.

Διότι, όπως είπα ήδη ο Καλλισθένης έχει μια ολοκληρωμένη άποψη γι αυτά που συμβαίνουν. Οπτική που δεν απέχει πολύ από τον τρόπο που σκέπτομαι εγώ και αρκετοί άλλοι, όσοι, τέλος πάντων, δεν αρκούνται στο να αιτιολογούν αυτή την εκστρατεία μόνο με τα κριτήρια της λαφυραγωγίας και της εκδίκησης.

Γύρω του έχει δημιουργηθεί μια άτυπη ομάδα που θέλει να προστατέψει τον Αλέξανδρο από επιρροές ζημιογόνες για τον ίδιο, αλλά και φθοροποιές για τους απώτερους ¨ ιστορικούς¨ ή ¨ιδεώδεις¨, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι, στόχους της Εκστρατείας.

Με αυτόν, λίγο πολύ, τον τρόπο σκέφτονται οι περισσότεροι στο επικοινωνιακό επιτελείο όπως επίσης και ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο οποίος έχει επιτελικές και επικοινωνιακές αρμοδιότητες.

Σκέφτομαι ότι δεν θα ήταν εντελώς παράδοξο εάν ανάμεσα στον Ευμένη και τον Καλλισθένη υπήρχε ένταση ή και αντιζηλία ακόμη, μια που τα καθήκοντά τους αλληλεπικαλύπτονται και το κύρος τους είναι σχεδόν ισοδύναμο. Ο λίγο νεώτερος Ευμένης -που και αυτός κατάγεται από ιωνική αποικία στο βορρά, την Καρδία της θρακικής Χερσονήσου- υπήρξε γραμματέας του βασιλέα Φιλίππου και, αν και μη Μακεδόνας, είναι τώρα ενταγμένος μεταξύ των εταίρων ως ισοδύναμο μέλος.

 Όμως, οι δύο άνδρες είχαν την εντιμότητα να αναγνωρίσουν ο ένας τις ικανότητες του άλλου και να αναπτύξουν μεταξύ τους μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. Και όχι μόνον αυτό. Φαίνεται ότι συμπίπτουν και στις γενικότερες εκτιμήσεις για την σημερινή συγκυρία και τις μελλοντικές προοπτικές.

Έπειτα έχουμε τον Έφιππο, ολύνθιος κι αυτός, που αν και φωνακλάς, είναι αφοσιωμένος στον Καλλισθένη και στις ιδέες που αυτός πρεσβεύει. Από τότε που επέστρεψε από την Αίγυπτο όπου μετά την κατάληψη ο Αλέξανδρος τον είχε ορίσει για ένα διάστημα ¨επόπτη της διοίκησης¨, έχει ενταχθεί στην ομάδα μας.

Τις γενικές γραμμές των απόψεών μας συμμερίζονται επίσης ορισμένοι από τους μηχανικούς, κάποιοι  καλλιτέχνες και κάποιοι από τους ειδήμονες σε ποικίλους τομείς, όπως για παράδειγμα ο Φίλιππος, ο γιατρός από την Ακαρνανία, που έσωσε τον Αλέξανδρο στην Ταρσό πριν τρία χρόνια. Τότε που όλοι θεωρούσαν τον βασιλιά ετοιμοθάνατο, ενώ οι περισσότεροι, παρά τις αρνητικές εισηγήσεις της ομάδας μας, θεωρούσαν τον γιατρό προδότη εξαγορασμένο από τους Πέρσες.

 Όμως δεν είμαι σίγουρος ότι ο  στενός κύκλος των μακεδόνων ηγητόρων συμμερίζεται στο σύνολό του τις απόψεις του Καλλισθένη για την υψηλή αποστολή και τα πανανθρώπινα ζητούμενα αυτής εδώ της εκστρατείας.

Μερικοί ίσως ναι. Μερικοί τον συμπαθούν γιατί τον βλέπουν κατά κάποιο τρόπο ως αυθεντικό ερμηνευτή, αν όχι συνεχιστή του Αριστοτέλη, του αγαπητού κοινού δάσκαλου από τον καιρό των μαθημάτων στο Νυμφαίο της Μίεζας και στην Πέλλα.images (13)

Ο Αριστοτέλης δεν ήταν δάσκαλος μόνον του Αλέξανδρου. Τα περισσότερα μαθήματά του τα είχαν παρακολουθήσει ταυτόχρονα σχεδόν όλοι οι συνομήλικοι γιοι των ευγενών  της αυλής του Φιλίππου και στενοί φίλοι του τότε διαδόχου. Επομένως η επιρροή που ασκεί, ενισχυμένη από τα νεότερα συγγράμματά του που εξακολουθούν να φτάνουν -με προτεραιότητα- ως εδώ, εξακολουθεί να είναι υπαρκτή και διάχυτη στον πυρήνα των εταίρων.

Ο Καλλισθένης εκπροσωπεί εκ των πραγμάτων τον μεγάλο δάσκαλο, όχι μόνο γιατί θεωρείται συγγενής του -είναι ανιψιός του θετού πατέρα του Αριστοτέλη- αλλά και γιατί είναι σε θέση να επεξηγήσει τις σημερινές απόψεις του Σταγειρήτη.

Άλλοι όμως εταίροι διαφωνούν ή αδιαφορούν ή επηρεάζονται από κακόβουλους τρίτους.

Γι αυτό υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος τα λόγια ή οι πράξεις του Καλλισθένη να παρεξηγηθούν. Όχι γιατί δεν είναι επαρκώς σαφής και πειστικός, αλλά γιατί στους βασιλικούς κύκλους έχουν διεισδύσει άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές απόψεις από τις δικές του. Άνθρωποι των οποίων η επιρροή στον νεαρό βασιλέα αυξάνεται διαρκώς.

Αυτοί είναι οι ¨άλλοι¨, οι οποίοι έχοντας ακολουθήσει την ¨κάτω διαδρομή¨ της προέλασης έχουν φτάσει τώρα αμαχητί  στην Περσέπολη. Εκεί, όλοι αυτοί, λόγω της απουσίας του Καλλισθένη, έχουν αναθαρρέψει και τα τελευταία δεκαήμερα ¨αλωνίζουν¨.

Πρόκειται κυρίως για τον Ανάξαρχο από τα Άβδηρα, τον επιλεγόμενο και ¨Ευδαιμονικό¨ -εγώ θα τον έλεγα απλώς καλοπερασάκια, μια που δε χάνει ευκαιρία να παραστεί, καλεσμένος ή αυτόκλητος, σε γιορτές και συμπόσια.

Ο Ανάξαρχος θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο φιλόσοφο, εγώ όμως νομίζω ότι το επίθετο μέγας θα ταίριαζε μόνο στην άλλη του ιδιότητα, στην οποία όντως  διαπρέπει, εκείνη του κόλακα. Ελάχιστα διαλεκτικός και κατά συνέπεια ελάχιστα διαλλακτικός ¨κολλάει¨ σε κάποιες ιδέες οι οποίες, εκθειάζουν οτιδήποτε το αυτοκρατορικό, το μεγαλειώδες, το εκτός ελληνικού μέτρου.

Ισχυρίζεται ότι είναι οπαδός του συμπατριώτη του, του Δημόκριτου, αλλά νομίζω ότι έχει παρεξηγήσει την έννοια που εκείνος απέδιδε στην ¨ευθυμία¨. Η ¨ευθυμία¨ του Δημόκριτου περιλαμβάνει την ψυχική γαλήνη, την σταθερότητα και την επάρκεια, όχι τις υπερβολές και την άγρα κλέους και χρημάτων.

Ο ¨Ευδαιμονικός¨ έχει καταφέρει να διεισδύσει στον στενό κύκλο του Βασιλιά αφού πρώτα εξασφάλισε την εύνοια του εταίρου Άρπαλου του Μαχάτα.

Ο Άρπαλος είναι περίπτωση: έχει περίπου τις ίδιες ¨ευδαιμονικές¨ απόψεις με τον Αβδηρίτη, έχει ήδη αποδειχθεί αναξιόπιστος δημιουργώντας ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο και όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε και, απ’ ότι φαίνεται του επιτρέπει ακόμη να έχει λόγο στα οικονομικά της εκστρατείας.

Λέω ¨αναξιόπιστος¨, αλλά νομίζω ότι λέω λίγα. Ο άνθρωπος αυτός πριν τρία χρόνια, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού και ενώ ήταν προϊστάμενος των εποπτών επί των χρημάτων, δηλαδή γενικός υπεύθυνος για τα οικονομικά θέματα, υπεξαίρεσε ένα μεγάλο ποσό και διέφυγε κατ’ αρχήν στα Μέγαρα (αλλά το κλίμα της πατρίδας μου δεν τον σήκωσε) και μετά στην Αθήνα. Τώρα, μετά την ¨άφεση¨ που κατάφερε να πάρει από τον Βασιλέα, βρίσκεται στη νεοκατακτημένη Βαβυλώνα και οι πληροφορίες λένε ότι προσπαθεί να ανακτήσει τα προνόμια που είχε πριν τη φυγή του.

Τον Αλέξανδρο νομίζω ότι μπορώ να τον καταλάβω, ο Άρπαλος είναι παιδικός του φίλος. Όταν συγκρούστηκε με τον Φίλιππο, ο γιος του Μαχάτα, αν και χωλός από μικρός, τον ακολούθησε στην εξορία μαζί με λίγους αφοσιωμένους.  Οι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη αυτής της ομάδας εξακολουθούν να είναι πανίσχυροι. Εκείνος που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω είναι ο ίδιος ο Άρπαλος, όσο κι αν η σχέση του με τον Ανάξαρχο μπορεί να είναι ενδεικτική για τον τρόπο που σκέφτεται.

Παρατρεχάμενοι του Ανάξαρχου είναι κι ο Κλέωνας ο Σικελός, καθώς κι ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ένας ακόμη  αμετροεπής και μυθολάγνος, ο οποίος ακολουθώντας το συρμό, τελευταία δηλώνει ¨κυνικός¨.

Και, παραπίσω, μια ορδή από διάφορους φιλόδοξους, δοκησίσοφους, άνευ αρχών και άνευ έρματος, που προσπαθούν να αναρριχηθούν σε επίκαιρες θέσεις του νέου πολιτικού μορφώματος που προκύπτει από τις κατακτήσεις. Αυτό το νέο μόρφωμα, υποστηρίζουν, δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος παγκοσμιοποιημένης αυτοκρατορίας, βασισμένης στα δοκιμασμένα ασιατικά πρότυπα με επικεφαλής έναν θεοποιημένο δυνάστη. 

 

Ενημέρωσα τον Καλλισθένη για την τελευταία υποβολιμαία φήμη σε βάρος της ομάδας μας, αλλά και εκείνου προσωπικά, που οι ¨άλλοι¨ κυκλοφορούν ψιθυριστά ανάμεσα στους βασιλικούς κύκλους.

Λένε ότι ο Καλλισθένης έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο κομπασμού, ώστε να ισχυρίζεται ότι όχι μόνο η θεοποίηση, αλλά και η υστεροφημία του Αλεξάνδρου εξαρτάται λιγότερο από τον ίδιο τον βασιλέα και τα επιτεύγματά του και περισσότερο από αυτά που οι ιστορικοί, δηλαδή ο ίδιος και η ομάδα του, καταγράφουν. Άρα ο Καλλισθένης ισχυρίζεται ότι είναι κραταιότερος του βασιλέα, άρα ο Καλλισθένης είναι ύποπτος για ανυπακοή και προσβολή του βασιλικού θεσμού.

Ο Καλλισθένης γέλασε πηγαία.

«Δηλαδή για τον ¨Ευδαιμονικό¨ έχουμε γίνει ταυτόχρονα πανίσχυροι και ανόητοι. Τόσο ισχυροί που να απειλούμε τον βασιλιά και τόσο ανόητοι που να κομπορρημονούμε για την ισχύ μας αυτή! »

«Έτσι λέει».

«Ας τον να λέει. Θα το αντιμετωπίσουμε». Μετά, χωρίς να αλλάξει την χαμογελαστή του διάθεση, άλλαξε θέμα αιφνιδιάζοντάς με:

 «Τώρα πες μου τι γίνεται με τη Θαΐδα»

Ξερόβηξα χια να κερδίσω μια δυο στιγμές και του απάντησα:

«Η Θαΐδα, φυσικά, ακολούθησε την κάτω διαδρομή προς την Περσέπολη και μάλιστα συνοδευμένη από τη δική της ακολουθία και φρουρά, πολύ πίσω από το κυρίως σώμα. Εγώ όπως σου είπα ήμουν με τον Αλέξανδρο στον ορεινό δρόμο. Όταν συγκεντρωθήκαμε πάλι όλοι στην Περσέπολη, εγώ χρειάστηκε να ασχοληθώ με  την προετοιμασία της μεταφοράς του θησαυρού στα Σούσα -δε φανταζόμουν ότι θα χρειαζόμασταν τόσο πολλούς ημίονους και καμήλες- και έτσι δεν βρήκα τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθώ προσωπικά με την επιτήρησή της».

 Δεν είπα στον Καλλισθένη ότι την Θαΐδα την είχα συνεχώς βιδωμένη στο μυαλό μου. Ομολογώ: ένα είδος εμμονής.

Μετά τον καθησύχασα: «Από τις σχετικές αναφορές δε προκύπτει κάτι το ανησυχητικά ιδιαίτερο. Εξακολουθεί να είναι παρούσα στα συμπόσια του στενού κύκλου, εξακολουθεί να είναι κολλητή με τον Πτολεμαίο του Λάγου, εξακολουθεί να είναι σαγηνευτική με τον τρόπο που μόνο μια εταίρα με τα δικά της προσόντα μπορεί».

Ο Καλλισθένης με κοίταξε μ’ ένα τρόπο διαπεραστικό και εγώ έσπευσα να συμπληρώσω: «Ωστόσο ούτε και τώρα διαπιστώσαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή είτε με τους Πέρσες είτε με τους Αθηναίους».

 

Ο κρότος των οπλών του αλόγου πάνω στον πλακοστρωμένο δρόμο έδινε ρυθμό στις σκέψεις μου, κι αφοσιωμένος σ’ αυτές ούτε που κατάλαβα ότι έφτασα στο οίκημα  που φιλοξενεί εμένα και τον πολυπράγμονα υπηρέτη μου.

Ξεπέζεψα, κι οδήγησα το άλογο στο στάβλο. Για μια στιγμή είπα να ξυπνήσω τον Οινοκράτη, αλλά άλλαξα γνώμη όταν, περνώντας έξω από τα δωμάτια του προσωπικού, τον άκουσα να ροχαλίζει με πρωτοφανή τρόπο. Σκέφτηκα ότι θα είναι πολύ κουρασμένος και τον άφησα να κοιμηθεί απερίσπαστος.

images (39)

(συνεχίζεται Στο επόμενο: Κεφάλαιο 8. Το όνειρο του Οινοκράτη)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι εκδρομείς των ωραίων καιρών

Posted by vnottas στο 30 Μαρτίου, 2015

     

αDSCN1749Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

αφήνει την δραμουντάνα

να σκορπίζει την πανάκριβη στάχτη

του αποτρόπαιου χρόνου.

Με την κλεψύδρα προς το τέλος της

ακίνητα τα πράγματα της κάμαρας

υποδέχονται το διαφανές σούρουπο

ιστό σοφής αράχνης

που περιβάλλει μ’ένα μυστικόφερτο

σφάχτη τις αναπολήσεις.

Η εκδρομή τέλειωσε λοιπόν

και στην άδεια σκέψη του εκδρομέα

κυριαρχεί νόστος ανεξέλεγκτος

εκτός συναλλαγής και διαπραγμάτευσης.

Κενά τα σακίδια

κι οι υδρίες χωρίς νερό πια

αποτιμούν το κόστος μιας μέρας

μιας ζωής ακόμα

που σαν εκδρομή πέρασε.

Τα όποια συναισθήματα

είναι ήδη χωρίς σημασία

αφού όλα αργά αργά τάπνιξε

πυκνό αδιαπέραστο σκοτάδι.

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ανατολικό μπαλκόνι

εξακολουθεί ν’αδειάζει ανέκφραστη

από την πανάκριβη στάχτη του κάποτε.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 6. Χαχόμα ένα κυλικάκι

Posted by vnottas στο 25 Μαρτίου, 2015

  1. Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έκτο. Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος (συνέχεια)

images (22)

Χαχόμα ένα κυλικά -ά-κι

χαχόμα ένα ασματά-ά-κι…

Ο Οινοκράτης, τελείως φτιαγμένος και άλλο τόσο φευγάτος, τραγουδάει παιανιστί, παραφράζοντας ένα παλιό αθηναϊκό τραγουδάκι των συμποσίων. Κρατάει στην αγκαλιά του και λικνίζει με τρυφερότητα την φιάλη με το απαστράπτον υγρό, το οποίο αντίθετα με ό, τι θα υπέθετε κανείς έχει ελαττωθεί ελάχιστα.  Πάντοτε στην οιναποθήκη του αρχοντικού, μαζί με τη νέα του γνωριμία, τον στρογγυλοπρόσωπο στρουμπουλό ανατολίτη, κάθονται σε έναν πάγκο στους πρόποδες ενός τεράστιου πιθαριού.

Ο σφαιρικός έχει βγάλει το μελιτζανί του σαρίκι αποκαλύπτοντας το στρογγυλό του κεφάλι, επικαλυπτόμενο τώρα από μαύρο κοντό μαλλί με χωρίστρα στη μέση και ¨αφελείς¨ φούντες που διακοσμούν το επίσης κοντό του κούτελο. Προσπαθεί να υφαρπάξει, αλλά με τακτ, την ιερή φιάλη από την αγκαλιά του Οινοκράτη, πράγμα που του  προκύπτει μάλλον ακατόρθωτο.

«Ελθέ φίλτατε, ομιλήσωμεν», επιμένει.

«Ομιλήσωμεν, συμφωνήσωμεν», τραγουδάει ακάθεκτος ο πρώην σιτιστής και νυν πιστός υπηρέτης, τραβώντας ταυτοχρόνως το υπογένειο του συνομιλητή του. Υπογένειο μάλλον άχρηστο μια που ματαίως προσπαθεί να διαταράξει την απηνή κυκλικότητα του προσώπου του.

«…Ιώδη φορεσιά, μη ξαναβάλεις πια…», συνεχίζει ο αυτοσχέδιος αοιδός, αντλώντας τώρα από τη λαϊκή μουσική παράδοση.

«Δως εμοί την φιάλην ταύτην ήτις πιπικίνδυνος δια μη μύστας εστί. Εγώ δε τω ιερώ πυρί ομνύω,  ότι οσονούπω τα ημέτερα ιμάτια άπαντα αλλάσσω».

«Φιάλη ταύτη επιτάσσεται, κατάσχεται, επιστρατεύεται, δεσμεύεται, δημεύεται, από-ιδιωτικοποιείται, αμ’ πως!» τον ενημερώνει ο Οινοκράτης.

«Εν τούτοις, ποίος γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ε;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Βακχέ»

«Βακχέ;»

«Σύ είπας»

«Άκου να δεις πεπλατυσμένε. Όχι Βακχέ ούτε Βάκχε, αυτός είναι άλλος. Θεός μεγάλος και μερακλής. Χικ! Εγώ θα σε λέω μμμ… Πιπικίνδυνο… όχι είναι μακρύ. Θα σε λέω Χοντρόη!»

Εγώ ξέρεις ποιος είμαι;»

«Ποίος;»

«Ο όχι τυχαίως ονομαζόμενος Οινοκράτης!»

«Καλώς. Τις ουν γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ιερού καταποτήματος;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Χονδρόης!»

«Τότε κατάσχεσαι κι εσύ! Και οι δύο. Τώρα βοηθήστε με να ανέβω στα διαμερίσματα του κύρη μου. Και από αύριο αρχίζουμε μαθήματα. Θέλω να μου μάθετε ο ένας τις οδηγίες χρήσεως και ο άλλος τις οδηγίες παραγωγής. Ομίλησα!»

ω

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου)…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 5. Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του: Η σφαγή

Posted by vnottas στο 15 Μαρτίου, 2015

 Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του: Η σφαγή

 Alexander the Great suppressing a rebellion in Greece

Ο ουρανός πάνω από τον εξωτικό κήπο έχει σκουρύνει αρκετά ώστε να είναι πια ορατό το λαμπερό  δίχτυ  των αστεριών καθώς και ένας ασημένιος μηνίσκος σελήνης που κρέμεται μπλεγμένος ανάμεσά τους. Οι δύο Έλληνες, ο Ολύνθιος και ο Μεγαρέας, εξακολουθούν να συζητούν καθισμένοι στις καλαμένιες πολυθρόνες.

Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του.

«…Στη συνέχεια η πορεία άρχισε να γίνεται κατηφορική, η μεγάλη οροσειρά τελείωνε… Φτάσαμε στον ποταμό Αράξη όπου οι μηχανικοί είχαν ήδη δημιουργήσει ασφαλές πέρασμα. Ανάμεσα σε μας και την Περσέπολη υπήρχε μόνο η πόλη των Πασαγάρδων που μας παραδόθηκε χωρίς καμία αντίσταση.

Ο Αριοβαρζάνης, ο σατράπης της Περσίδας που είχε οργανώσει την γενναία αντίσταση στα βουνά, προφανώς γύρισε κοντά στον φυγάδα βασιλιά του, ψηλά στον βορρά στην άλλη άκρη του Ζάγκρου».

Ο Εύελπις σιωπά για μια στιγμή, και μετά συνεχίζει: «Ξέρω πως υπερβάλουμε κάπως με όλες αυτές τις ¨πρωτεύουσες πόλεις¨ αλλά και εκεί, στις Πασαγάρδες, βρήκαμε βασιλική παρουσία, συγκεκριμένα το μαυσωλείο  του παλιού βασιλιά – ήρωα Κύρου, γεμάτο αφιερώματα και πολύτιμα αντικείμενα.

Όμως υπάρχει και κάτι άλλο που θα σε ενδιαφέρει».

Ο Καλλισθένης κατεβάζει το βλέμμα του από τον σπινθηροβόλο έναστρο ουρανό και το στρέφει προς τον συνομιλητή του. «Α, ναι; Και τι είναι αυτό;»

«Ανακρίνοντας διακριτικά το χαμηλόβαθμο προσωπικό του ναού που είναι προσαρτημένος στο μαυσωλείο -όπως ξέρεις οι μεγαλόσχημοι ιερείς αποφεύγουν να μιλήσουν χωρίς ειδική μεταχείριση, αυτοί θέλουν είτε κολακείες και υποσχέσεις είτε απειλές,  και εγώ βιαζόμουν- οι μικροί λοιπόν ιερωμένοι, μου παινεύτηκαν για την ευστάθεια του ναού και του μαυσωλείου στις ταλαντεύσεις του εδάφους. Βέβαια, κατά την γνώμη τους, η αντοχή αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις μαγικές ικανότητες του υψηλού ιερατείου.

Είπα στους μηχανικούς να ρίξουν μια πρώτη ματιά, στα θεμέλια της κατασκευής, αλλά αυτό βέβαια δεν αρκεί. Πρέπει να οργανώσουμε μια αποστολή ειδημόνων. Στην Ελλάδα έχουμε διαρκή αγώνα ενάντια στον Εγκέλαδο και αυτά τα κατασκευαστικά μυστικά μπορεί να αποβούν εξαιρετικά ωφέλιμα.

Ο Καλλισθένης ανακάθεται και του χαμογελάει. «Έχεις δίκιο και σε συγχαίρω γι αυτήν σου την πρωτοβουλία»,  και συνεχίζει. «Τι θεούς λατρεύουν εκεί;»

«Κάτι ανάμεσα στο ιερό πυρ και τους προγόνους. Απ ό, τι κατάλαβα είναι θρησκευτικά ήθη που προέρχονται από την Ινδία, όπου φημολογείται ότι οι ιερείς αποτελούν την ισχυρότερη τάξη.

«Κι αυτό είναι ενδιαφέρον».

Ο Καλλισθένης θέλει να πει κάτι ακόμη και μάλλον δυσκολεύεται στη διατύπωση: «Μεγαρέα, ομολογώ ότι παρά το εύθυμο του ύφους και του χαρακτήρα σου, έχεις αποδειχθεί ένας αποτελεσματικός συνεργάτης.

Θα πρέπει ίσως να σου πω ότι όταν σε πρωτοείδα στην Άβυδο, η αθηναϊκή σου κομψότητα δεν είναι ότι με ενθουσίασε ιδιαίτερα.

Όμως η επιστολή και τα καλά λόγια του Αριστοτέλη ήταν ισχυρό κίνητρο για να σε αποδεχτώ ανάμεσά μας. Χαίρομαι που ο Σταγειρίτης Δάσκαλος έχει δίκιο για μια ακόμη φορά».  

«Σε ευχαριστώ Καλλισθένη» ανταποκρίνεται εύχαρις ο Εύελπις. Αλλά αμέσως αλλάζει διάθεση και σοβαρεύει. «Σου προλέγω όμως ότι, όσο και αν θα το επιθυμούσα, το επόμενο τμήμα της αφήγησής μου, αυτό που αφορά τα όσα συνέβησαν μετά την παράδοση της Περσέπολης, δεν έχει τίποτα το εύθυμο».

«Καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς. Οι άσχημες ειδήσεις και μάλιστα αυτές που περιέχουν άφθονη, αδικαιολόγητη ροή αίματος,  ταξιδεύουν γρήγορα».

«Ο κυβερνήτης Τυριδάτης μας παρέδωσε την Περσέπολη και τους θησαυρούς της ελπίζοντας ότι, όπως συνέβη έως τώρα με όλες τις πόλεις που δεν πρόβαλαν αντίσταση, δεν θα υπήρχε δήωση και εξανδραποδισμός.  Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Η πόλη λεηλατήθηκε, οι κάτοικοι, όλοι οι κάτοικοι που δεν την εγκατέλειψαν εγκαίρως, ανεξάρτητα από φύλο και ηλικία είτε κατασφάχτηκαν είτε μετατράπηκαν σε δούλους.

Persepolis_T_Chipiez

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος ούτε απαγόρευσε ούτε επαίνεσε την λαφυραγώγηση και τη σφαγή στην πόλη. Δεν μπορώ επομένως να σου πω με απόλυτη σιγουριά εάν ήταν μια προειλημμένη απόφασή του, ή εάν ήταν κάτι το συγκυριακό που δεν μπόρεσε να ελέγξει. Δεν μπορώ καν να εικάσω τι ρόλο μπορεί να έπαιξε η ομάδα των κολάκων ¨αυτοκρατορικών¨ που, όπως σου ανέφερα, έχουν αυξήσει την επιρροή τους πάνω του».

Ο Εύελπις, με μια κίνηση του κεφαλιού προσπαθεί να διώξει τις φρικτές εικόνες που η μνήμη του επιμένει να ανακαλεί. Για λίγο σιωπά. Μετά συνεχίζει.

«Πάντως, έδωσε ρητή εντολή να μη τολμήσει κανείς να πλησιάσει τα ανάκτορα και φυσικά το θησαυροφυλάκιο.

Ύστερα από μια πρώτη, μάλλον πρόχειρη, εκτίμηση του τεράστιου πλούτου που υπήρχε στα ανάκτορα της Περσέπολης, αποφασίστηκε ένα μεγάλο μέρος του να αποσταλεί εδώ, στα Σούσα, όπου θα καταγραφεί και θα εκτιμηθεί λεπτομερώς μαζί με τον εντόπιο θησαυρό, ενώ το υπόλοιπο θα παραμείνει εκεί και θα χρησιμοποιηθεί κυρίως για τη συνέχιση της εκστρατείας».

Ο Καλλισθένης σηκώνεται και αρχίζει να βαδίζει πέρα δώθε μπροστά από το τραπέζι.

«Αυτό σημαίνει ότι αφετηρία της προσεχούς εξόρμησης θα είναι η Περσέπολη και όχι τα Σούσα. Και, πιθανότατα,  η στρατιά θα στραφεί προς βορρά, ακολουθώντας την ανατολική πλευρά της οροσειράς προκειμένου να κυνηγήσει και να εξουδετερώσει τον Δαρείο», συμπεραίνει. «Αλλά εάν αληθεύει ότι το κλίμα από την άλλη πλευρά του Ζάγκρου είναι ανυπόφορα ψυχρό και βίαιο, ο Αλέξανδρος θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι το τέλος της άνοιξης».

Μετά αλλάζει θέμα. «Πες μου οι βιβλιοθήκες σώθηκαν;»

«Οι πάπυροι και τα βιβλία των ανακτόρων και του κεντρικού ναού σώθηκαν, προς το παρόν τουλάχιστον. Εκείνα που υποθέτω ότι θα υπήρχαν σε άλλους, περιφερειακούς ναούς, όχι».

«Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Ευμένη να προστατέψει τα βιβλία με κάθε τρόπο. Προσφεύγοντας εν ανάγκη στον ίδιο τον Αλέξανδρο, αλλά και σε όποιους εταίρους κρίνει ότι μπορεί να επηρεάσει». 

«Θα το αναλάβω εγώ. Αύριο νωρίς θα του στείλω μήνυμα με έμπιστο ημεροδρόμο».

Ο Καλλισθένης  σταματά μπροστά στον Μεγαρέα και τον κοιτάζει με ένταση.

«Όσο για τη σφαγή, θέλω να σου πω το εξής:

Μπορώ, θέλοντας, να βρω κάποιες δικαιολογίες γι αυτή την απόφαση. Ξέρω τι πίεση ασκούν ορισμένοι πολεμιστές αλλά και ο συρφετός που τρέχει ξωπίσω μας και που δεν ονειρεύεται άλλο από πλιάτσικο. Σου είπα ότι έμαθα πως δυσανασχέτησαν επειδή τους απαγορέψαμε να λεηλατήσουν την πάμπλουτη Βαβυλώνα και τα Σούσα.

Ξέρω επίσης, αν όχι γι άλλο λόγο επειδή εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιήσαμε αυτό το επιχείρημα, ότι η αποστολή μας υποτίθεται ότι ολοκληρώνεται μόνον όταν οι παλιοί εισβολείς ξεπληρώσουν με το ίδιο νόμισμα τις ωδίνες που προξένησαν στις ελληνικές πόλεις στο παρελθόν.

Τα πράγματα μοιάζουν απλά:  Ήρθαν πριν εκατόν πενήντα χρόνια οι πρόγονοί τους στα μέρη μας, κατέστρεψαν ό, τι μπόρεσαν, έσφαξαν και δήωσαν και τώρα εμείς τους επιστρέφουμε στα ίσα την καταστροφή. Για το στράτευμα, αν όχι όλοι οι θεοί, τουλάχιστο η Νέμεση είναι σε κάθε περίπτωση με το μέρος μας.

Achaemenian Susian, Persian & Median Palace Guards at Persepolis

Θα πρόσθετα επίσης ότι εάν ο Αλέξανδρος κυνηγήσει στο βορρά τον Δαρείο θα πρέπει να διασχίσει πολύ λιγότερο εύφορες περιοχές από αυτές της Μεσοποταμίας. Εδώ, οι καλομαθημένοι άρχοντες μπορεί να μας παραδίνουν αμαχητί τείχη και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά να δεις ότι οι ορεσίβιοι και οι αγρότες της άλλης πλευράς δεν πρόκειται να συμμετάσχουν οικειοθελώς στον ανεφοδιασμό του στρατεύματός με τρόφιμα και ζώα. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εκφοβισμός αποτελεί μια κλασική τακτική.

Ωστόσο, απέναντι σε όλα αυτά τα επιχειρήματα υπάρχει μια βασική ένσταση».

Η φωνή του Καλλισθένη γίνεται βαθμιαία όλο και πιο έντονη.

«Γιατί είμαστε εδώ Εύελπι;

Ξέρω, επειδή σε γνωρίζω, ότι δεν θα μου απαντήσεις ¨για να αρπάξουμε πλούτη¨ ως τυχεροί  και ικανοί τυχοδιώκτες.

Είναι πιθανότερο να μου πεις ότι βρεθήκαμε εδώ ¨για να αποδείξουμε ότι ενωμένοι μπορούμε να πάμε παντού¨.  Μια τέτοια απάντηση, μετά από αιώνες εμφύλιων πολέμων και την απώλεια πολλών πόλεων που υποτάχτηκαν στην αυτοκρατορία, έχει μια αδιαμφισβήτητη λογική.

Όμως, αν δεις ευρύτερα τα πράγματα θα καταλήξεις ότι δεν πρόκειται μόνο γι αυτό.

Είμαστε εδώ Εύελπι, γιατί στα μέρη μας γεννήθηκε μια διαφορετική οπτική, ένας νέος τρόπος για να αντιλαμβάνεται κανείς τον άνθρωπο, τη φύση και τους θεούς.

Μια νέα κοσμοθεωρία, στο εσωτερικό της οποίας ανθούν, συγκρούονται και γεννοβολούν διαφορετικές απόψεις.

Που όμως όλες δίνουν εξ ίσου μεγάλη σημασία στον άνθρωπο και στην ικανότητά του να νοείται.

Κοσμοθεωρία, στο σύνολό της αισιόδοξη, πολυποίκιλη και δυναμική. Κοσμοθεωρία που ασφυκτιά κάτω από την πίεση και την διαρκή ανάμιξη που ασκεί πάνω της, μια άλλη πολύ αρχαιότερη θεώρηση: η αυτοκρατορική.

Εμείς Εύελπι καταφέραμε να βγούμε από τα σκοτάδια της άγνοιας όχι για να φτιάξουμε τεράστια μνημεία προς όφελος και προς δόξα των μοναρχών και των ιερατείων, αλλά για να επινοήσουμε νέους τρόπους του κυβερνάν και του κυβερνάσθαι και για να δώσουμε στους καθέκαστα ανθρώπους νέες προοπτικές.

 Και όλα αυτά χωρίς ακαμψίες και δογματισμούς.

Σε άλλες πόλεις  καταφέραμε να μετατρέψουμε τους υπηκόους σε πολίτες, σε άλλες να αναδιανείμουμε τον πλούτο και να φτιάξουμε πιο δίκαιες κοινωνίες. Παντού εκτιμήσαμε ως θετική την ευστροφία των ανθρώπων και την προσπάθειά τους να γνωρίσουν την περιβάλλουσα φύση, ακόμη  και να εξερευνήσουν τα σκοτεινά βάθη του ίδιου τους του εαυτού.

Εάν Εύελπι είχαμε παραμείνει εσωστρεφείς, εξακολουθώντας να ξοδεύουμε αλόγιστα την πλεονάζουσα ενεργητικότητα στις αναμεταξύ μας συγκρούσεις, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να επέλθει πρόωρη οριστική παρακμή. Ήταν ενδεχόμενο να κακοφορμίσουν  οι μειονεξίες και οι ανεπάρκειες που αναπόφευκτα συνοδεύουν την εμφάνιση κάθε νέας νοοτροπίας. Μειονεξίες και ανεπάρκειες που ήδη είχαν γίνει αισθητές σε οιονδήποτε προσεκτικό παρατηρητή».

Η φωνή του Καλλισθένη παίρνει ένα τόνο ειρωνικό και ταυτόχρονα θλιμμένο. «Κοίτα για παράδειγμα τους Λακεδαιμόνιους, που έχοντας, γενναιόφρονη, δε λέω, εμμονή στην μόνον ¨μεταξύ ΄ίσων΄¨ ισότητα,  έχουν ήδη φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζουν πρόβλημα λειψανδρίας και χαμηλού ενεργού πληθυσμού.

Κοίτα τις εξαρτημένες από τους Πέρσες πόλεις της Μικρασίας και ορισμένων νησιών που βαθμηδόν εθίστηκαν στις αυτοκρατορικές πρακτικές και γεννοβολάν ανθρώπους ικανούς μεν, αλλά δεμένους στο άρμα των δυναστών. Δες ως που έφτασε ο Μέμνων ο Ρόδιος[1].

Κοίτα ακόμα και την πρωτοπόρο πόλη των Αθηνών. Η διαφθορά των πολιτικών και ο σχετικισμός ορισμένων διανοούμενων, εκείνων που σοφίζουν κυρίως χάριν του θυλακίου τους, έχει ήδη φθείρει σοβαρά τη Δημοκρατία».

Ο Καλλισθένης κοιτάζει για λίγο τις ανταύγειες πύρινου φωτός που ξεχωρίζουν το περίγραμμα της πόλης από την σκοτεινή πεδιάδα, και μετά στρέφεται πάλι στον συνομιλητή του.

«Είναι άραγε δυνατό, απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους η απάντηση, η λύση, να είναι ο Συνασπισμός των Ελλήνων και η οριστική εξουδετέρωση της Περσικής επικυριαρχίας;

Η απάντηση είναι ναι, με μία μόνον βασική προϋπόθεση: Ότι δεν θα πολεμήσουμε τους παρωχημένους αυτοκρατορικούς για να γίνουμε κι εμείς μια αυτοκρατορία, δε θα νικήσουμε τους ¨Μεγάλους Βασιλείς¨ για να υιοθετήσουμε κι εμείς τις ξεπερασμένες αυτοκρατορικές, ασιατικές μεθόδους διακυβέρνησης, νοοτροπίας και σκέψης.

Να γιατί Εύελπι, ακόμη και στις στρατιωτικές πρακτικές δεν πρέπει να είμαστε ίδιοι με αυτούς. Δεν θα είναι φιλάνθρωποι οι νέοι θεοί αν εμείς αποδειχθούμε απάνθρωποι. Να γιατί θλίβομαι για τις αναιτιολόγητες σφαγές.

Να γιατί Εύελπι πρέπει να επαγρυπνούμε ώστε ο Βασιλιάς, που είναι νέος, ενθουσιώδης, που στον τόπο του θεωρείται πρώτος μεταξύ ίσων και που υπήρξε άλλωστε μαθητής του Αριστοτέλη, να μη παρασυρθεί από τους διάφορους κόλακες που θα επιθυμούσαν και εν  μέρει το έχουν καταφέρει, να τον μετατρέψουν είτε σε αφρικανό είτε σε ασιάτη θεό».

 horse1

 (συνεχίζεται: Στο επόμενο: Χαχόμα ένα κυλικάκι)

[1] Μέμνων ο Ρόδιος: Ικανός στρατηγός στην υπηρεσία του Δαρείου Γ΄, προξένησε αρκετές δυσκολίες στην ¨ανάβαση¨ του Αλέξανδρου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Φτηνά ξενοδοχεία

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

 

Φτηνά ξενοδοχεία λίγης ώρας

πολυκαιρισμένα φθαρμένα σεντόνια

χαλασμένα πατζούρια που τρίζουν

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες ξεθωριασμένες πινακίδες

στην οδό Αθηνάς

στην Εγνατία κοντά στο Βαρδάρη

στο Σκαραμαγκά πλάι στην Ιερά Οδό

δέχονται πρόσκαιρους

ή πληρωμένους έρωτες

κρατώντας τα μυστικά

σε κρύα σιωπηλά κρεβάτια.

Των αυτοκινήτων η βουή

το ψιχάλισμα της βροχής

πάνω στα θαμπά τζάμια

άλλοτε της λιακάδας η αίγλη

συνοδεύουν ακατάπαυστα

ενοχές και παροδικές απολαύσεις

που έχουν ταυτότητα

μόνο της αμφιβολίας την πίκρα

καθώς σέρνεται αδίστακτη σαρανταποδαρούσα

στης μοναξιάς την υγρασία.

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες μισοσβησμένες πινακίδες

φτηνών ξενοδοχείων λίγης ώρας

μ’ένα μελαγχολικό μειδίαμα

παρακολουθούν σαρκαστικά

τ’οδυνηρό πέρασμα του χρόνου.

DAY-USE

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Βιογραφικός χάρτης εκτός εμπορίου

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

anthologia

Αν τύχαινε να γεννηθείτε στην Αθήνα το 50 από πατέρα αστυνομικό πως φαντάζεστε τα πρώτα παιδικά χρονάκια σας. Σαν μούδιασμα είναι όσο κι αν παίζετε με τους συμμαθητές σας γιατί ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας σου και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια που γινόταν της πουτάνας απ τον Εμφύλιο…

Νέα Φιλαδέλφεια, νοικιασμένη προσφυγική κατοικία με δυο δωμάτια, τουαλέτα έξω σε μια μικρή πίσω αυλή, γενικά μιζέρια και σχεδόν κάθε βράδυ όταν επέστρεφε ο πατέρας με μια ελάχιστη αφορμή έριχνε μερικά χαστούκια στη μάνα μου πότε γιατί δεν του άρεσε το φαγητό, πότε γιατί το πουκάμισο της μαλακισμένης πράσινης στολής του δεν ήταν καλά σιδερωμένο..

Δεν ήξερα καλά τα εκτός Αθήνας και στο χάρτη, μου φάνταζε τεράστια η χώρα και μακριά  τα σύνορα που ήταν όλο κινδύνους-όπως άκουγα-γύρω-γύρω κομουνιστές και στην ανατολή οι αιώνιοι εχθροί Τούρκοι.

image7

Καπάκι μ αυτούς τους φόβους ο πατέρας μου-ποτέ δεν έμαθα γιατί-παίρνει μια μετάθεση για τον Έβρο κι έτσι βρισκόμαστε σ ένα κωλοχώρι έξω απ την Ορεστιάδα που όλοι μιλούσαν τούρκικα και το λέγαν ‘ορτάκιογι’ οι ντόπιοι  και οι εκτός ‘Λεπτή’ ..φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό κι είχε μόνο λασπουριά κακοντυμένους χωρικούς και βέβαια οι συμμαθητές μου, δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα γιατί ήμουν ο γιος του Αστυνόμου.

Πέρασα τρία χρόνια φριχτά και πήγαινα στο γυμνάσιο μ ένα σαράβαλο ποδήλατο όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε 15 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.Μισούσα τον πατέρα μου που συνέχιζε το χόμπι του ξυλοφορτώματος στη μάνα μου  και σε όσους κατά την άποψη της Χωροφυλακής ήταν αριστεροί  και φυσικά μισούσα το βραδινό αλκοολίκι του. Μισούσα τους καθηγητές μου, φουκαράδες τύραννοι της γαμημένης επαρχίας και δεν ξέρω αλήθεια πως έγινα τόσο νευρικός και σκληρός που το μόνο πράγμα που ψιθύριζα όλη μέρα κι όλη νύχτα μέσα μου ήταν ‘θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω’.

Ξαφνικά ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για την Αλεξανδρούπολη και ένιωσα ευτυχισμένος πρώτη φορά που βρέθηκα σε πόλη με ηλεκτρισμό κι όμορφα σπίτια στη παραλία. Εκεί όμως ένιωσα επίσης φοβερή απέχθεια για τους λίγους πλούσιους που είχαν αυτοκίνητα κι επειδή ήμουν κοντός ένιωθα μίσος για τους ψηλούς κι έγινα πολύ σκληρός με όλους όσους ήταν καλύτεροι από μένα κι είχαν τις πρώτες τους φιλενάδες απ το σχολείο κι εγώ τίποτα. Τότε-θυμάμαι- αρρώστησα με ψηλό πυρετό κι έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι να με δει ένας επίατρος ο οποίος αφού τον έβγαλε έξω απ το δωμάτιο με ρώτησε αν ήθελα να πάω με γυναίκα και του είπα ‘βεβαίως θέλω’.

Ο πατέρας μου-οφείλω να πω-όταν έφυγε ο πυρετός μ έστειλε σ ένα μπουρδέλο μ έναν ασφαλίτη χωροφύλακα που μόλις τέλειωσα με μια φουκαριάρα πουτάνα πιο μεγάλη σε ηλικία απ τη μάνα μου και με ρώτησε ‘ποιος θα με πληρώσει αγόρι μου’ εγώ απάντησα ‘ο κύριος έξω’ κι αυτή όταν του ζήτησε τα χρήματα-το θυμάμαι σαν νάναι τώρα-της απάντησε ‘δεν φτάνει που σε γαμήσαμε γαμώ το Χριστό σου θέλεις και λεφτά,μη σου σπάσω τα μούτρα..’ και με πήρε και φύγαμε κι αυτή τη ντροπή δεν θα τη βγάλω από πάνω μου μέχρι να βγει η ψυχή μου.

Παρ όλα αυτά αγάπησα τις πουτάνες που προσφέρουν το σώμα τους έναντι αμοιβής σε κάθε λογής ανθρώπους, το βρίσκω ιεραποστολικό και πάντα τις λάτρευα διότι πάνε με κοντούς, κακομούτσουνους, χοντρούς, βρωμιάρηδες αρκεί να υπάρχει παραδάκι. Μετά κατάλαβα πως υπάρχουν πουτάνες που πάνε μόνο και μόνο με άνδρες για να τους  τα παίρνουν κανονικά κι αυτοί νομίζουν πως γαμάνε τζάμπα οι ηλίθιοι γιατί τις έκαναν γυναίκες τους ή γκόμενες τους…

images

Επειδή λοιπόν εγώ γαμούσα ενώ οι συμμαθητές μου είχαν τρελαθεί στη μαλακία, έκανα παρέα με μεγαλύτερους από μένα που μου έμαθαν ένα σωρό κόλπα και μου δάνειζαν βιβλία εξωσχολικά κι έτσι αγάπησα πολύ τους κυρίους Τολστόι, Ντοστογιέβσκι, Μαγιακόβσκι, Γκόρκι κι αργότερα τον κύριο Χεμινγουέη,τον κύριο Στάιμπεκ,τον κύριο Μαξ Νορντάου και τον κύριο Τσβάιχ..

Όταν ήμουν στα 16 έχωσα μια γροθιά στο γυμνασιάρχη μαθηματικό που με άφησε εξεταστέο και τότε συνεδρίασε το συμβούλιο του Γυμνασίου και με απέβαλαν απ όλα τα σχολεία της Θράκης. Εγώ έφυγα απ το σπίτι και κοιμόμουν για μέρες σε κάτι χαμόσπιτα ακατοίκητα κι όταν γύρισα στο σπίτι δεν με χτύπησε ο πατέρας μου αλλά μου είπε πως φεύγουμε απ την Αλεξανδρούπολη για τη Θεσσαλονίκη αφού βεβαίως μου τόνισε πως κατέστρεψα τον ίδιο και τον εαυτό μου και πως στο μέτωπο μου θα υπάρχει πάντα  εγχάρακτη η λέξη ‘αλήτης΄

Στη Θεσσαλονίκη μ έστειλε στο ελληνικό κολέγιο-γιατί δεν πλήρωνε επειδή ο ιδιοκτήτης του ήταν απ το χωριό του, αλλά έζησα μόνος μου σ ένα απίθανο υπόγειο της Μαρτίου μ έναν μεγαλύτερο μου φίλο σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής κι αυτό το δέχθηκε ο πατέρας μου γιατί ο πατέρας του φίλου μου ήταν αξιωματικός και γιατί ήθελε να με ξεφορτωθεί απ το σπίτι μη τύχει και με σκοτώσει απ τα νεύρα του, και το αλκοολίκι του.

Η μητέρα μου δεν είχε άποψη για όλα αυτά επειδή συνέχιζε να τρώει ξύλο σχεδόν μέχρι τα γεράματα της.

Στο υπόγειο της Μαρτίου τη πέρασα ζάχαρη για δυό χρόνια επειδή ανήκε στην Αποστολική Διακονία κι έρχονταν μέρα-παραμέρα κάποιες μαλακισμένες  θεούσες και μας έφερναν και του πουλιού το γάλα επειδή ήμασταν έφηβοι μακριά δήθεν απ την οικογένεια κι αυτές το παίζαν ‘προστασία εκ Θεού’ κι εμείς παίζαμε εκπληκτική επιτυχία, το θεατρικό ‘φτωχά παιδιά και απροστάτευτα’.

Εφυγα στρατιώτης και δεν τους είπα ούτε ‘γεια’ [πατέρα-μητέρα]και ενώ ήταν δικτατορία καθόλου δεν με ένοιαζε ο Στρατός της Ελλάδας φρουρός γιατί δεν είχα μία και απολάμβανα να με κερνούν τσιγάρα οι έχοντες στους οποίους το έπαιζα και διανοούμενος τόσα βιβλία που είχα διαβάσει…Έβλεπα την όλη ιστορία σαν μια κατάσταση ημιαπελευθέρωσης σε μια μεγαλύτερη φυλακή, είχα καθαρίσει μ αυτό που λέγεται Οικογένεια, διάβαζα κι έγραφα και να σκεφτεί κάποιος πως είχα στα 20 μου πάρει 4 πανελλήνια βραβεία Ποίησης με χρήματα παρακαλώ, τα οποία κατέθετα στις λατρεμένες πουτάνες μου.

Όταν απολύθηκα, πείνασα για κάπου 4 μήνες αλλά μετά βρήκα περιστασιακές δουλειές και κατέληξα στο εργοστάσιο Λιπασμάτων και στα 24 μου ήμουν αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Παντρεύτηκα σαν βλάκας και χώρισα μετά 17 χρόνια. Δούλεψα στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες κι έγραψα 10 βιβλία.

Δεν έχω σπίτι, πάντα νοικιάζω σε διαφορετικές περιοχές της πόλης κατά καιρούς.

Εχω όμως μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γιατί θεωρώ πως είναι ύψιστο αγαθό να καβαλάς ένα σιδερένιο δίκυκλο που σου χαρίζει 148 άλογα κάτω απ τα αρχίδια σου και σε πηγαίνει μια εκδρομή κοντά στη θάλασσα όπου ακούς απ το mp3 όπερες και καπνίζεις, καπνίζεις, καπνίζεις…

Αυτό  θαρρώ πως είναι  το πραγματικό βιογραφικό μου, πέρα απ το γαμήσι, τα τσίπουρα-ανευ και τα μεταξωτά πουκάμισα που μου αρέσουν πολύ  καθώς και τα ψυχοαναληπτικά που τα παίρνω κατά καιρούς για μη σκοτώσω κάποιον που δεν μου αρέσει…

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 4. Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2015

Amforeis_Agora

 Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος

 «Πρόσεχε! Ουκ καθεύδειν», λέει ο στρουμπουλός σαρικοφόρος ανατολίτης, σηκώνοντας ψηλότερα τη δάδα που κρατάει. «Κλιμάκια γλίστρες εισί.  Σκότος δε πιπικίνδυνον».

«Και γαμώ τα ελληνικά σου φιλαράκο!», παρατηρεί με λοιδορούντα  θαυμασμό ο υπηρέτης του Εύελπι.

Πρόκειται για μια νέα γνωριμία του Οινοκράτη. Τον βρήκε εξερευνώντας το σπίτι που τους έχει δοθεί, κρυμμένον στα δωμάτια του προσωπικού.

Με έκπληξη διαπίστωσε ότι αυτό το απροσδιόριστης ηλικίας στρογγυλωπό εύρημα, τα καταφέρνει -ως ένα βαθμό- να επικοινωνεί σε ένα ιδίωμα κατά προσέγγιση ελληνικό.

Ο μπουλούκος του έδωσε τσατρα-πατριστί τις απαραίτητες εξηγήσεις: Ανήκει στο οικιακό προσωπικό του γαιοκτήμονα που  διέφυγε με την οικογένειά του πριν την είσοδο των ελλήνων στην πόλη. Τον άφησαν εδώ με εντολή να εποπτεύει, με όποιο τρόπο μπορέσει, την ακίνητη περιουσία που εγκατέλειψαν πίσω, την οποία, περιουσία, «αγαπούσασι φόδρα».

images (26)

Είχαν διαλέξει εκείνον, ακριβώς επειδή τον θεωρούσαν ξεφτέρι στη γλώσσα τόσο του Γιουνάν όσο και των περιχώρων, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν. Η αλήθεια είναι ότι τον είχαν αγοράσει κελεπούρι, από κάποιον έλληνα μισθοφόρο που ξεπουλούσε τον ντόπιο εξοπλισμό του, προκειμένου να επιστρέψει στη πατρίδα του, στην Εγγύς Δύση.

Τώρα οι δυο τους, ο Οινοκράτης και ο σφαιρικός, ο οποίος φοράει έναν ολόσωμο ανατολίτικο βυσσινί σάκο, κατηφορίζουν προς ένα υπόγειο σημείο κοινού ενδιαφέροντος: την οιναποθήκη της πολυτελούς κατοικίας.

«Μμμμ!!!» ονοματοποιεί ο Οινοκράτης  την απόλαυση που του δημιουργεί το όλο και πιο έντονο άρωμα αλκοολικής ζύμωσης που αναδύεται από τον υπόγειο χώρο.

«Μμμμ!!!», συγκατανεύει κι ο σαρικοφόρος.

Φθάνουν στο τέλος της γλιστερής σκάλας, σηκώνουν την αμπάρα που ασφαλίζει την πόρτα και μπαίνουν σε μια χαμηλοτάβανη, αλλά κατά τα άλλα ευρύχωρη, δροσερή αίθουσα, γεμάτη πίθους και ξύλινους κλειστούς κάδους ποικίλων μεγεθών.

«Χαίρε Βάκχε απανταχού παρόντα!» ενθουσιάζεται ο Οινοκράτης.

«Χαίρε εσύ ομοίως» απαντάει ο συνοδός του. «Πλην όμως, ουχί ¨Βάκχε¨ ονομάζειν εμέ. Εμέ ονομάζειν   ┴►ζ≠ν! 

«Καλά άσε» στωϊκοποιεί τη συζήτηση ο ελληνομαθέστερος των δύο. Και μετά απευθύνεται στον άλλο, δείχνοντάς του τις σφηνοειδείς επιγραφές πάνω στα δοχεία: «Πες μου χοντρέ, τι γράφουν αυτές οι χαρακιές;»

Ό άλλος δείχνει να καταλαβαίνει την ερώτηση και κάνει μια προσπάθεια να εκφραστεί προσεκτικότερα.

«Πατήρ άρχων οίκου τούτου συλλέκτης εστί. Οίνους παράγει, πλην όμως και άλλα τινά προς πόσιν συλλέγει». Και προσθέτει με στρογγυλό χαμόγελο, όσο πιο καλόβολο μπορεί. «Ελθέ, εγώ εσέ εκ πλήττειν»

«Σιγά μη μας δείρεις κιόλας», μουρμουρίζει ο Οινοκράτης που κατά βάθος διασκεδάζει με τον τρομαγμένο ιθαγενή. Τον ακολουθεί μπροστά σε ένα μικρό πιθάρι που βρίσκεται όμως σε περίοπτη θέση. Εκείνος συγκεντρώνεται και μεταφράζει την χαραγμένη στον πηλό σκουλικογραμμή:

«Οίνος… λευκός… άρωμα… πεύκη!»

«Μη μου πεις! Ρητινίτης στα Σούσα! Εγώ δεν τον πάω ιδιαίτερα, αλλά το αφεντικό μου θα τρελαθεί απ’ τη χαρά του!»

Ο ευτραφής κρίνει τον ενθουσιασμό του Οινοκράτη μικρότερο του αναμενομένου γι αυτό και τον παρασύρει παρακάτω μπροστά σε έναν ογκώδη κυλινδρικό κάδο.

«Ενταύθα κρίθος, ουχί άμπελος. Βούλεσαι πίνειν;».

«Α, ζυμωτό κριθαροζούμι με λυκίσκο…, έχουμε και ’μεις. Το πίνουν οι άρρωστοι, καμιά φορά και οι αθλητές. Το λέμε ζύθο. Το είδα και στην Αίγυπτο, απ’ όπου περάσαμε τις προάλλες για να την κατακτήσουμε», πουλάει μούρη ο Οινοκράτης.

krasi

 Ο ανατολίτης γυρίζει το κεφάλι του ένα γύρο αναζητώντας κάτι πιο εντυπωσιακό.  Το βλέμμα του σταματάει σε ένα ράφι, και συγκεκριμένα σε  μια μεγάλη ξύλινη κασέτα που είναι τοποθετημένη εκεί. Πάνω της είναι χαραγμένη μια εικόνα. Ένας γενειοφόρος με φτερά.

Μοιάζει έκπληκτος κι ο ίδιος. Του ξεφεύγουν κάποια σχόλια στην ακατανόητη γλώσσα του. «Αδύνατον!», αυτομεταφράζεται.

«Τι είναι αδύνατο», απορεί ο Οινοκράτης.

«Αναχωρούντες, έχουσι λησμονήσει τούτο!»

«Τι είναι; Άνοιξέ το»

«Ουχί, ουχί άνευ καταλλήλου ευχής».

«Προχώρα!»

Ο χονδρός περιφέρει αργά, τελετουργικά και αυτονοήτως κυκλικά τον πυρσό πάνω από το κυτίο. Μετά τον αφήνει σε μια εντοιχισμένη υποδοχή και μένει για λίγο συγκεντρωμένος, ακίνητος. Μετά κάνει δύο χορευτικές κινήσεις: μία προς τα αριστερά -δεξί πόδι σηκωμένο ψηλά και μικρά πηδηματάκια με το αριστερό, ενώ τα χέρια του διαγράφουν περιστροφικές κινήσεις- και μία ίδια, αλλά αντεστραμμένη, προς τα δεξιά.   Μετά υποκλίνεται δις. Μετά λέει μια τελετουργική φράση από εκείνες που έτσι κι αλλιώς είναι ακαταλαβίστικες. Μετά ξαναυποκλίνεται άπαξ. Μετά απλώνει και τα δύο χέρια και προσπαθεί να ανεβάσει το καπάκι, αλλά εκείνο αντιστέκεται. Ο ευτραφής δυσανασχετεί, αλλά επαναλαμβάνει τη χορογραφία και την απαγγελία με μεγαλύτερη προσοχή.

Αυτή τη φορά το κουτί ενδίδει.

Μία διαφανής φιάλη γεμάτη απαστράπτον υγρό αποτελεί το μοναδικό περιεχόμενο της κασέτας.«Χαχόμα!!!», ανακράζει ο ολοστρόγγυλος θριαμβευτικά! «Ιερή  Χαχόμα!»

 dio-nysos

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 3. Η μάχη στην Περσίδα πύλη

Posted by vnottas στο 1 Μαρτίου, 2015

Μέρος Α΄. Σούσα

Κεφάλαιο τρίτο.  Όπου ο Εύελπις εξιστορεί στον Καλλισθένη τη μάχη της Περσίδας Πύλης

aae5b0d8f9f7036f393ceddae12ce3a9 Οι σκιές μακραίνουν και συγχέονται, ο εξωτικός κήπος βαθμιαία σκουραίνει, το νότιο αεράκι κάνει τις μυρωδιές που αναδύονται στην λεπτή ατμόσφαιρα ακόμη πιο έντονες.

Σε κεντρικό υπερυψωμένο σημείο του κήπου υπάρχει μια περίτεχνη περίπτερη κατασκευή. Κάτω από το σκίαστρό της είναι τοποθετημένα πολυτελή καθίσματα φτιαγμένα από ένα χοντρό, άγνωστο στην Ελλάδα, είδος καλαμιού, καθώς και ένα επίμηκες χαμηλό μαρμάρινο τραπέζι.

Εκεί κατευθύνεται τώρα ο Καλλισθένης λέγοντας στον Εύελπι που τον ακολουθεί θαυμάζοντας την απεριόριστη θέα:  «Αφού ο καιρός το επιτρέπει ας καθίσουμε εδώ».

Ο Καλλισθένης κάθεται σε μια από τις καλαμένιες πολυθρόνες και ο Εύελπις, αφού πρώτα βγάλει απ’ τον ώμο τον μεγάλο δερμάτινο σάκο και τακτοποιήσει στο πλάι το κοντό αθηναϊκό του ξίφος, κάθεται προσεκτικά σε μιαν άλλη.

Εμφανίζεται ένας υπηρέτης ντυμένος με τοπικό ιματισμό. Είναι εξοπλισμένος μ’ ένα αναμμένο λυχνάρι με το οποίο ανάβει τους φανούς του περιπτέρου και απέρχεται.

138.256

«Και μια που ο λόγος το ’φερε στον καιρό,  αν δεν κάνω λάθος, ήμαστε ακόμη στον Ανθεστηριώνα μήνα, τουλάχιστον σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο, έτσι δεν είναι;» παρατηρεί ο Καλλικράτης.

«Ναι, έτσι λένε αυτόν τον μήνα στην  Αττική. Όταν πρωτοπήγα πολύ μικρός στην Αθήνα νόμιζα ότι οι αισιόδοξοι αθηναίοι ήθελαν τα λουλούδια να ανθίζουν πριν την ώρα τους. Γι αυτό, μεσοχείμωνα, έχουν αυτόν τον μήνα και, στην αρχή του, μια τριήμερη γιορτή που τη λέγαν ¨Ανθεστήρια¨. Μετά, όταν άκουσα στο τέλος της γιορτής τον ιερέα να διώχνει τα κακά πνεύματα από την πόλη φωνάζοντας ¨Έξω από την πύλη, δυνάμεις του θανάτου, το ανθεστήρια τελείωσαν¨[1] κατάλαβα  ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα ¨ανθεστιώ¨, ανταλλάσσω φιλοξενία, κι ότι οι Αθηναίοι δεν είναι τόσο αισιόδοξοι, όσο απροκατάληπτοι. Πρώτα φιλοξενούν τα δαιμόνια και τις σκοτεινές ψυχές και μετά, με μια ωραία γιορτή, τα διώχνουν!».

Ο Καλλισθένης γελάει και ο Εύελπις παίρνει κουράγιο και συνεχίζει, «Οι Μακεδόνες προτιμούν να καταγράφουμε αυτόν τον μήνα στο βασιλικό ημερολόγιο ως ¨Δύστρο¨, που δεν αμφιβάλω ότι στα μέρη τους θα είναι ένας δύστροπος χειμωνιάτικος μήνας. Εμείς στα Μέγαρα τον ονομάζουμε όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ¨Ελευσίνιο¨, αλλά σε διαβεβαιώ ότι παρά το εξαιρετικό κλίμα που έχουμε εκεί, αυτόν τον μήνα υπάρχουν μέρες που κάνει γερό κρύο. Για να φτάσουμε σε ζέστη σαν τη σημερινή πρέπει να μπει για τα καλά η εαρινή περίοδος».

Ο Καλλισθένης ατενίζει τον δυτικό ουρανό στον οποίο είναι ακόμη διακριτές οι τελευταίες πορφυρές ανταύγειες. «Μη παραπονιέσαι. Θυμήσου μόνο τι καύσωνα αντιμετωπίσαμε μετά τα Γαυγάμηλα, εξ άλλου μου είπανε ότι η χειμωνιάτικη ζέστη σ’ αυτά τα μέρη είναι προάγγελος βροχής».

Ο υπηρέτης επανέρχεται κρατώντας αυτή τη φορά έναν χάλκινο δίσκο με αλαβάστρινη οινοχόη και πολυτελείς σκύφους[2]. Τον τοποθετεί πάνω στο τραπέζι, υποκλίνεται και φεύγει.

images (3)

Οι άκρες των χειλιών του Καλλισθένη ανασηκώνονται σχηματίζοντας ένα λεπτό μειδίαμα  «Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα».

Ο Εύελπις ανταποδίδει εγκάρδια το χαμόγελο. «Είμαι ευτυχής που είμαι πάλι εδώ Καλλισθένη. Και είμαι έτοιμος να σου διηγηθώ διεξοδικά τα όσα συνέβησαν τα τελευταία δεκαήμερα». 

Ο Ολύνθιος ακουμπάει αναπαυτικότερα στην πλάτη της πολυθρόνας. «Σε ακούω».

«Ξεκινήσαμε, όπως ξέρεις, ακολουθώντας την Βασιλική Οδό προς τα νοτιοανατολικά. Δεξιά μας η αχανής εύφορη πεδιάδα των δίδυμων ποταμών και αριστερά μας ο Ζάγκρος. Προχωρούσαμε με ρυθμό ταχύ, όπως πάντα, πολύ περισσότερο τώρα που ο δρόμος είναι αμαξιτός και σε αρκετά καλή κατάσταση. Οι ανιχνευτές, επιστρέφοντας από τις προωθημένες περιπολίες τους, μας διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχαν ορατές παγίδες και ενέδρες.

Πίσω μας, θα τους είδες όταν ξεκινήσαμε, έτρεχαν πλήθος οι ¨συνακολουθούντες¨. Είχαν μάθει ότι στην πορεία μας υπάρχει ακόμη μία πρωτεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, άρα πλούτη από τα οποία θα μπορούσαν να τσιμπολογήσουν, ή τόποι όπου θα τους δινόταν η άδεια να εγκατασταθούν».

«Έμαθα ότι κάποιοι αναμεταξύ τους υποδαυλίζουν τη δυσαρέσκεια γιατί δεν τους επιτρέψαμε να πλιατσικολογήσουν ούτε στη Βαβυλώνα ούτε στα Σούσα», παρατηρεί ο Καλλισθένης.   «Είναι επίσης αλήθεια ότι ανάμεσά τους κυκλοφορούν φήμες ανεξέλεγκτες». Σκέπτεται για μια στιγμή και προσθέτει: «Από την άλλη είναι γεγονός ότι συχνά καταφέρνουν να πληροφορούνται πράγματα που ίσως δεν θα ’πρεπε. Είναι ένα θέμα που πρέπει να το δούμε».

69

Ο Εύελπις έχει ήδη ανοίξει το σάκο του και τώρα βγάζει μερικούς κυλίνδρους που τους ακουμπάει προσεκτικά στο μαρμάρινο τραπέζι. Διαλέγει έναν  και τον ανοίγει.

«Εδώ είναι η Βασιλική Οδός» δείχνει. «Είχαμε συμπληρώσει πορεία τεσσάρων ημερών και ήμασταν σε αυτό ακριβώς το σημείο, όταν εμφανίστηκε… αντιπροσωπεία, ας την πούμε έτσι, από ντόπιους ορεσίβιους, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας ζήτησαν να πληρώσουμε τέλη διέλευσης!»

Ο Καλλισθένης σηκώνεται για να δει καλλίτερα τον χάρτη και με την ευκαιρία γεμίζει τα ποτήρια με το περιεχόμενο του κρατήρα «Α, ναι;»

«Μα το Δία! Ισχυρίζονταν ότι ακόμη και οι Πέρσες τους προσφέρουν δώρα, έτσι ώστε αυτοί με τη σειρά τους να εγγυώνται  ασφαλή διέλευση».

Ο Καλλισθένης πίνει και αφήνει το ποτήρι του στην άκρη του τραπεζιού. «Ποια φυλή ήταν;»

«Ήταν Ούξιοι, όχι όμως εκείνοι που καλλιεργούν την πεδιάδα, οι πλούσιοι. Αυτοί παραδόθηκαν εύκολα. Ήταν τα ξαδέλφια τους που μένουν στα βουνά και ζουν ελέγχοντας τα περάσματα». Στο άκουσμα του ονόματος της φυλής ο Καλλισθένης έχει μια αδιόρατη αντίδραση. Ο Εύελπις την αντιλαμβάνεται. «Τους έχεις ακουστά;»

«Μαθαίνω ότι τους αναφέρει συχνά η  Σισύγγαμβρις. Φαίνεται ότι τους συμπαθεί. Θα πρέπει να ελέγξουμε αν διατηρεί μυστικές επαφές μαζί τους.

Λοιπόν, πώς αντέδρασε ο Αλέξανδρος; »

«Κατ’ αρχήν χαμογελώντας.

Έπειτα ανηφόρισε τα βουνά μαζί με τον Κρατερό και μερικές ίλες ιππέων και κυριολεκτικά τους διέλυσε. Ο Πτολεμαίος του Λάγου διαπραγματεύεται τώρα μαζί τους τι αποζημίωση θα πληρώσουν. Μου έλεγε ότι επειδή ούτε έχουν ούτε ξέρουν από νομίσματα, θα τους βάλει να πληρώσουν σε είδος. Άλογα, τρόφιμα και τέτοια. Σου έχω σημειώσει ορισμένα στοιχεία εδώ». Ο Εύελπις δείχνει έναν άλλο κύλινδρο, και μετά έναν ακόμη. «Την επίσημη εκδοχή την έχει καταγράψει ο Ευμένης στο Ιστορικό της Εκστρατείας, νάτη».

«Είναι καλά ο Ευμένης;»

«Μια χαρά. Σου στέλνει εγκάρδιους χαιρετισμούς  Μου είπε ότι αδημονεί να αναλάβεις πάλι τον συντονισμό της ομάδας. Γιατί -αυτό μπορώ να σου το επιβεβαιώσω κι εγώ- οι ¨άλλοι¨ έχουν πάρει τ’ απάνω τους τελευταία.

«Αυτά θα μου τα πεις αναλυτικά στη συνέχεια. Πες μου τώρα πως τα πήγαν οι οδηγοί που είχαμε επιλέξει;»

«Μια χαρά. Αν και, όπως θα δεις, σπουδαίο ρόλο αυτή τη φορά έπαιξε ένας περίεργος δίγλωσσος βοσκός που παρουσιάστηκε επί τόπου μόνος του».

  «Δίγλωσσος βοσκός; Μιλούσε και τη γλώσσα των προβάτων;»

Ο Εύελπις γελάει. «Ήταν ένας καλλιεργημένος βοσκός που μιλούσε Περσικά και Ελληνικά παρακαλώ! Αλλά περίμενε, αυτός εμφανίζεται αμέσως μετά».

«Εντάξει. Συνέχισε».

«Μετά τη συμμόρφωση των βουνίσιων, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να χωρίσει τη στρατιά στα δύο. Με τη συνοδεία του θεσσαλικού ιππικού, οι βαριά οπλισμένοι, οι σύμμαχοι, οι μισθοφόροι και βέβαια οι σκευοφόρες άμαξες και οι ασύνταχτοι εξακολούθησαν την πορεία τους στην κάτω πεδινή διαδρομή. Το πρόσταγμα, γι αυτό το μέρος της στρατιάς, ο Αλέξανδρος το ανέθεσε στον Παρμενίωνα.

Ο ίδιος, μαζί με το ιππικό των εταίρων, τους πεζεταίρους, μεγάλο αριθμό τοξοτών  και αρκετούς μηχανικούς εξειδικευμένους στις διαβάσεις, αποφάσισε να ακολουθήσει την ορεινή διαδρομή. Εκείνη που ήταν χαραγμένη στο σχεδιάγραμμα που του παραδώσαμε πριν την αναχώρηση.  Όχι γιατί  αυτή είναι συντομότερη, αλλά μάλλον γιατί ήθελε να εξασφαλίσει την στρατιά από τυχόν πλευρική επίθεση από τη μεριά των βουνών. Ίσως πάλι να ήθελε να εξακριβώσει πόσο στρατηγικά σημαντικό  ήταν το ορεινό πέρασμα που στον χάρτη αναφερόταν ως ¨Περσίδα Πύλ稻.

«Τους ακολούθησες κι εσύ;»

«Ναι, με τη σύμφωνη γνώμη του Ευμένη, ο οποίος παρέμεινε με τον κορμό της στρατιάς».

«Λοιπόν;»

«Λοιπόν η διαδρομή έως το στενό αυτό πέρασμα ήταν σχετικά εύκολη. Λέω ¨σχετικά¨ γιατί μερικά πράγματα άλλαζαν ραγδαία καθώς σκαρφαλώναμε στο βουνό. Πρώτα ο καιρός. Ο χειμώνας επέστρεφε δριμύς. Συναντήσαμε ως και χιόνια και πάγους.

Από ψηλά ήταν ορατή στα δεξιά μας, πέρα από την πεδιάδα, στο βάθος, η θάλασσα των Περσών. Αυτό σήμαινε ότι είχαμε φτάσει κοντά στο νότιο άκρο της οροσειράς και όπου να ’ναι τα βουνά θα τελείωναν, αλλά μέχρι να φτάσουμε στην Περσίδα Πύλη κινούμασταν σε δύσβατα παγωμένα ορεινά μονοπάτια.

10

Έπειτα, οι ντόπιοι που συναντούσαμε μας φάνηκαν αλλιώτικοι από εκείνους που μας είχαν υποδεχθεί ως τα τώρα. Φανερά εχθρικοί, μας επιτηρούσαν από μακριά. Είμαι σίγουρος ότι ενημέρωναν τους Πέρσες για τις κινήσεις μας».

 «Μέχρι τώρα, Εύελπι, είχαμε να κάνουμε με χώρες και πληθυσμούς που οι Πέρσες είχαν υποτάξει.  Έστω κι αν μερικούς απ’ αυτούς τους έχουν ενσωματώσει, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο, υπάρχουν πάντα εκείνοι που δυσανασχετούν κάτω από τον περσικό ζυγό. Λάβε υπ’ όψιν σου ότι για  αυτούς εμείς δεν είμαστε περισσότερο ξένοι απ’ ό, τι οι Πέρσες. Έτσι λοιπόν, πολλοί ως τα τώρα προτίμησαν να μας δουν ως ελευθερωτές.

Τώρα πάντως εισερχόμαστε στην Περσία καθαυτή. Από δω και πέρα τα πράγματα θα αλλάξουν, οι αντιστάσεις θα ενταθούν, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον εθνικό πυρήνα της αυτοκρατορίας τους».

«Νομίζω ότι ο Αλέξανδρος έχει την ίδια άποψη. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η πολιτική του ήδη άλλαξε. Φαίνεται ότι περνάμε σε μια φάση εκφοβισμού και επίδειξης δύναμης».

Ο Εύελπις πήρε μια βαθειά ανάσα. «Βέβαια, δεν είμαι ακόμη σίγουρος τι ρόλο μπορεί να έχουν παίξει σε αυτή την αλλαγή οι ¨άλλοι¨…»

 5790776758_9043980a36_z

Το σκοτάδι μιας νύχτας που δεν έμοιαζε σε τίποτα με χειμωνιάτικη είχε απλωθεί ανάλαφρο πάνω απ’ τον κήπο. Το φως των πυρσών τρεμόπαιζε. Ο Εύελπις συνέχισε.

«Αλλά άκουσε τι συνέβη στην Περσίδα Πύλη.

Πρόκειται για μια στενή διάβαση, όπου συναντήσαμε απρόβλεπτη, έντονη αντίσταση και είχαμε πολλούς νεκρούς και πληγωμένους.

Κατ’ αρχήν είχαν κλείσει το τέλος του περάσματος με τείχος. Όταν η εμπροσθοφυλακή έφτασε εκεί αποκλείστηκε, ενώ οι Πέρσες άρχισαν να πετούν από τα γύρω υψώματα ακόντια, βέλη και βράχους. Αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε εσπευσμένα.  Ο απεγκλωβισμός υπήρξε δύσκολος και βαρύς σε απώλειες.

Ο Αλέξανδρος, ο Κρατερός, ο Φιλώτας, ο Αμύντας και άλλοι εταίροι ήταν μαζεμένοι στη βασιλική σκηνή για να εξετάσουν ποιες εναλλακτικές λύσεις ήταν εφικτές, όταν ζήτησε ακρόαση ο βοσκός που σου έλεγα προηγουμένως. Τον ανέκρινα εγώ ο ίδιος. Ισχυριζόταν ότι γνώριζε ένα μονοπάτι που παρέκαμπτε την τειχισμένη Πύλη και οδηγούσε στο πίσω μέρος του στρατοπέδου των Περσών.

Όπως είναι φυσικό φοβήθηκα παγίδα. Τον ρώτησα που έμαθε ελληνικά και μου είπε ότι καταγόταν από τη μικρασιατική περιοχή της Λυκίας, όπου ακόμη και όταν ήταν υπό περσική κατοχή, η πιο διαδεδομένη γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Υποστήριξε ότι επειδή, χρόνια πριν, είχε κάποια προβλήματα με τις τοπικές αρχές, είχε περιπλανηθεί  στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και είχε καταλήξει κτηνοτρόφος στα βουνά του Ζάγκρου».

Ο Καλλισθένης του ρίχνει μια διερευνητική ματιά «Σε έπεισε;»

«Όχι. Υπήρχε βέβαια μια μικρή πιθανότητα να είναι αυτό που ισχυριζόταν, δηλαδή ένας φιλάργυρος ριψοκίνδυνος βοσκός με γνώσεις ελληνικής, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι είναι βαλτός.

Μόνο που δεν μπορούσα να καταλήξω από ποιόν.

Αν τον είχαν βάλει οι νομιμόφρονες Πέρσες που ήθελαν να μας παρασύρουν σε μία ακόμη ενέδρα, θα έπρεπε να καταλήξει στον πυθμένα του πλησιέστερου γκρεμού. 

Αλλά θα μπορούσε να δρα για λογαριασμό κάποιας από τις φατρίες που εχθρεύονται τον τωρινό Πέρση βασιλιά και που θεωρούν ότι μια ακόμη ήττα των στρατευμάτων του θα επέσπευδε την ανατροπή του…

 Ή ακόμη να είναι σταλμένος από κάποιον αντιπέρση τοπικό ηγεμόνα που θα ήθελε να μας βοηθήσει χωρίς να εκτεθεί ακόμη προσωπικά…»

«Τι ανταλλάγματα ζήτησε;»

«Τριάντα τάλαντα. Αργυρά».

« Όχι λίγα. Λοιπόν;»

«Επειδή, παρά τους ενδοιασμούς μου, ο Λύκιος δεν μου φάνηκε τελικά ένας τύπος που θα αυτοκτονούσε υπέρ οποιουδήποτε ιδανικού, ενημέρωσα τους εταίρους για την προσφορά του, αλλά και για τις ανησυχίες μου. Αποφάσισαν  να το διακινδυνέψουν και τελικά έπραξαν σωστά».

Ο Εύελπις σηκώνεται όρθιος προκειμένου να γίνει πιο παραστατική η αφήγησή του: «¨Αν ψεύδεσαι θα πεθάνεις και μάλιστα με τον πιο επώδυνο τρόπο. Αν λες αλήθεια θα ανταμειφτείς¨,  του είπε ο Κρατερός και ανέθεσε τη φρούρησή του σε έναν τεράστιο αγριωπό Μακεδόνα.

Ο Αλέξανδρος χώρισε και πάλι το στράτευμα.

Ένα τμήμα υπό τον Κρατερό θα παρέμενε στο στρατόπεδο έως την επομένη το πρωί, οπότε και θα επιτιθόταν και πάλι στο τείχος της Περσίδας.

Ένα άλλο τμήμα υπό τον Φιλώτα και με τους μηχανικούς μαζί, ξεκίνησε αμέσως κατηφορίζοντας προς την πεδιάδα με εντολή να γεφυρώσει τον ποταμό Αράξη, το τελευταίο φυσικό κώλυμα πριν την Περσέπολη, και να περιμένει εκεί.

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, με το που νύχτωσε, ξεκίνησε ακολουθώντας την στενή, δυσδιάκριτη, επικίνδυνη διαδρομή που υποδείκνυε ο Λύκιος. 

Το μονοπάτι πότε χωνόταν στο δάσος και πότε κρεμόταν στην παρειά του βουνού και οι ιππείς έβρισκαν  με δυσκολία ασφαλή πατήματα. Τους ακολούθησα ενταγμένος στην οπισθοφυλακή. Μετά από, ευτυχώς, όχι ιδιαίτερα μακρά πορεία, ανασυνταχτήκαμε σιωπηλά σε ένα πλάτωμα λίγο πάνω από περσικό στρατόπεδο.

Οι Πέρσες που φύλαγαν με τόση επιμέλεια και τόσο πάθος την Περσίδα Πύλη, δεν είχαν δείξει την ίδια πρόνοια για το στρατόπεδό τους. Προφανώς δεν περίμεναν αυτό που τελικά συνέβη. 

Οι φρουρές τους εξουδετερώθηκαν εύκολα και ο αιφνιδιασμός πέτυχε απόλυτα. Όσοι κατάφεραν να οπλιστούν πολέμησαν με γενναιότητα, αλλά ειλικρινά δεν είχαν καμία πιθανότητα να καταφέρουν να μας αποκρούσουν. Τελικά οι απώλειές τους ήταν ολικές. Ελάχιστοι κατάφεραν να γλιτώσουν και μέσω της δασωμένης πλευράς του βουνού να κατηφορίσουν στην κοιλάδα για να μεταφέρουν τα νέα στην Περσέπολη. Οι δικές μας απώλειες -αν εξαιρέσεις τους πολεμιστές που χάσαμε κατά την αρχική επίθεση στην Πύλη- ήταν μικρές.

Το ξημέρωμα ο Κρατερός επιτέθηκε στο τειχισμένο πέρασμα και εξουδετέρωσε εύκολα τη φρουρά που μάταια περίμενε ενισχύσεις από το στρατόπεδο.

Ο Καλλισθένης μένει για λίγο σιωπηλός. Μετά παρατηρεί: «Μια νίκη που μοιάζει με την ήττα που υπέστησαν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες.

Να που η Ιστορία μπορεί να αναστραφεί. Εμείς στα βάθη της Ασίας νικητές, οι Πέρσες να πολεμούν με ανδρεία για την πατρίδα τους και να προδίδονται από έναν ακόμη Εφιάλτη». Ο Ολύνθιος παίρνει μια βαθειά ανάσα: «Εφιάλτες, αυτό το χρήσιμο για τους νικητές, είδος ερπετών!»

«Με αυτήν ακριβώς την αναφορά στις Θερμοπύλες κατέγραψε ο Ευμένης τα γεγονότα στο Ημερολόγιο της Εκστρατείας. Θεία Δίκη, Ανθρώπινη Δικαιοσύνη, Νέμεσις...

 Ήταν πάντως μια πραγματικά μεγάλη νίκη. Χάρη σ’ αυτήν εξασφαλίσαμε την παράδοση της Περσέπολης».

IST11

Ο Καλλισθένης σηκώνεται κι αυτός «Ας πιούμε». Δείχνει στον Εύελπι το ακόμη γεμάτο ποτήρι του. «Πιες άφοβα. Είναι τοπικό κρασί ήδη αραιωμένο». Ξαναγεμίζει το δικό του και το υψώνει προκειμένου να κάνει πρόποση: «Στην επάνοδο των  Θεών του ορθού λόγου!»

Ο Εύελπις ανταποκρίνεται: «Στις νίκες των ενωμένων ελλήνων!»

Χαμογελούν και οι δύο και πίνουν.

 images (77)

[1]  «Θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια»

[2] Σκύφοι: Κωνικά επιτραπέζια ποτήρια

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 2. – Καλλισθένης ο Ολύνθιος

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2015

φαλαγγα

Μέρος Α΄

Κεφάλαιο δεύτερο.

Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 

Ο Ήλιος έχει πάρει το χρώμα του κερασιού, έχει γίνει τεράστιος  και αιωρείται στο βάθος, πάνω από το δυτικό τμήμα του ορίζοντα. Όπου να ’ναι θα καταδυθεί στο λεπτό ροδαλό πάπλωμα που του έχουν ετοιμάσει οι υδρατμοί των ρεόντων θεών Τίγρη και Ευφράτη.

Ο Χοάσπης και, παρακάτω, ένας άλλος μικρός ποταμός του οποίου το ντόπιο όνομα προφέρεται δύσκολα, επωφελούνται για να εγκαταλείψουν το σύνηθες λαδί τους χρώμα και να αστράψουν σαν ασημένιες φιδωτές κορδέλες που απομακρύνονται από τα Σούσα προς τη απέραντη πεδιάδα.

Ένα αεράκι, που σίγουρα προέρχεται από τη θάλασσα, ανηφορίζει έως τα Σούσα, τη βασιλική ¨Πόλη των Κρίνων¨, μεταφέροντας ως εδώ μυρωδιές καλλιεργημένης γης  και αναδεύοντας τα αρώματα των κήπων.

Εάν ο Καλλισθένης ήταν περισσότερο ποιητής και λιγότερο ορθολογιστής παρατηρητής της φύσης, θα έλεγε ότι το πέταγμα των αλκυόνων, αυτών των αέναων φορέων χειμωνιάτικης καλοκαιρίας, φέτος περνάει σίγουρα από τη Νότια Μεσοποταμία.

Δεν το λέει. Πάντως σηκώνει ασυναίσθητα το κεφάλι ψηλά μην και, κατά τύχη, δει να περνάει από εκείνα τα μέρη καν’α ξεστρατισμένο γαλαζωπό πουλί.

images

Ο Καλλισθένης βρίσκεται σ’ έναν όμορφο υπερυψωμένο κήπο, έξω από το πολυτελές κατάλυμα  που του έχει αποδοθεί στο συγκρότημα των χειμερινών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη και περιτειχισμένη Ακρόπολη.

Είναι μάλλον ψηλός, ευθυτενής, με μαύρα μαλλιά χαραγμένα εδώ κι εκεί από κάποιες πρώιμες λευκές τρίχες και κοντοκουρεμένα κοκκινωπά γένια. Φοράει έναν ποδήρη λευκό χιτώνα με φαρδιά μανίκια και ιμάντα στη μέση.

Περπατάει και συλλογίζεται. Το βλέμμα του, καθώς αγναντεύει τον εσπερινό ουρανό μπορεί να μην βλέπει ιπτάμενους μετεωρικούς οιωνούς, όμως ανάμεσα στις κορυφές των φοινικόδεντρων συναντάει στην ανατολική πλευρά του ορίζοντα τις λευκές βουνοκορφές της οροσειράς του Ζάγκρου και μαζί τα βαριά σύννεφα που κουρνιάζουν εκεί.

Ο Ζάγκρος, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται τα Σούσα, αποτελεί ένα απέραντο τείχος, που καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την ανατολική πλευρά της Μεσοποταμίας και επεκτείνεται ακόμη πιο χαμηλά, στα ανατολικά του περσικού κόλπου. Απέραντος σε μήκος,  πανύψηλος,  μυστηριώδης και σχεδόν άβατος, εμποδίζει την πρόσβαση προς το ιρανικό οροπέδιο όπου βρίσκεται η κοιτίδα των Περσών και των Μήδων.

43802-004-CADC6FC8

Ο Καλλισθένης σκέπτεται πως, πέρα από τον επίσημο δρόμο που ενώνει τις μεγάλες πόλεις τις αραδιασμένες στα ριζά της οροσειράς, σίγουρα κάποια ορεινά περάσματα θα υπάρχουν, όπως θεωρεί βέβαιο ότι πρέπει να υπάρχουν χάρτες που να τα καταγράφουν.

Ήδη, πριν από την αναχώρηση του στρατεύματος από τα Σούσα προς την Περσέπολη, ο Καλλισθένης είχε εξασφαλίσει και παραδώσει στον Αλέξανδρο ένα σχεδιάγραμμα που υποδείκνυε μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω της οποίας, αν κάτι τέτοιο κρινόταν χρήσιμο,  θα μπορούσε να παρακάμψει την αμαξιτή ¨Βασιλική Οδό¨. Το διάγραμμα αυτό ήταν σχεδιασμένο και σχολιασμένο στην ελληνική γλώσσα από μαχητές που παλιότερα είχαν συμμετάσχει  ως μισθοφόροι στις τοπικές εμφύλιες ενδοπερσικές συγκρούσεις.

Ο Ολύνθιος, και οι ¨συν αυτώ¨, μια μικτή ομάδα που απαρτίζεται  από λόγιους, καθώς και επιλεγμένους στρατιωτικούς με επικεφαλής τον εταίρο Λαομέδοντα (έναν Μυτιληνιό που γνωρίζει πολύ καλά την περσική γλώσσα), από την αρχή της εκστρατείας δεν έχουν σταματήσει να συλλέγουν τέτοιου είδους στρατιωτικές μαρτυρίες, που συχνά αποδεικνύονται πολύτιμες για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Στην ομάδα των ειδημόνων του Καλλισθένη έχει επίσης ανατεθεί η ανάκριση και, στη συνέχεια, η επιλογή των απαραίτητων οδηγών, ανάμεσα σε ένα πλήθος αιχμαλώτων και αυτομόλων που ισχυρίζονται ότι ξέρουν καλά την περιοχή.

Ευτυχώς όλα έχουν καταλήξει αισίως: Η Περσέπολη έχει κυριευτεί.

page21

Την επιτυχία της νέας εξόρμησης την έχουν ήδη αναγγείλει πρώτα οι φλόγες των πυρσωρών  που η προελαύνουσα στρατιά άφηνε στα κατάλληλα σημεία πίσω της, και στη συνέχεια, με περισσότερη ακρίβεια, οι έφιπποι ημεροδρόμοι. Χτες κατέφτασε η πιο χειροπιαστή και πανηγυρική από όλες τις αποδείξεις:  ο θησαυρός.

Ο Καλλισθένης θα έπρεπε κανονικά να είναι εκεί, κοντά στις αιχμές των ελληνικών δοράτων καί σε αυτήν την προέλαση. Η εκτέλεση των καθηκόντων του απαιτεί το να βρίσκεται όσο πιο κοντά γίνεται στην πρωτογενή δράση της στρατιάς. Και τα καθήκοντά του αυτά δεν εξαντλούνται στην ανίχνευση και την αξιολόγηση χρήσιμων πληροφοριών, αλλά συμπεριλαμβάνουν την εποπτεία της καταγραφής των γεγονότων έτσι ώστε να υπάρξει -ελεγμένο- υλικό για τους μελλοντικούς ιστορικούς, καθώς επίσης -και αυτό τον γοητεύει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- την εξερεύνηση των μυστικών αυτής της τόσο αρχαίας και συνάμα τόσο μυστηριώδους γης.

Ο Ολύνθιος είναι σίγουρος ότι η Περσέπολη, όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, πέρα από τα πολύτιμα αντικείμενα, διαθέτει εκείνο που πρώτιστα τον ενδιαφέρει: γνώσεις.

Γνώσεις ανεπεξέργαστες, ζηλότυπα φυλακισμένες σε ναούς  και σ’ ανάκτορα. Γνώσεις που θα έπρεπε να ξεπλυθούν από την ανατολίτικη μυστικοπάθεια και τις υστεροβουλίες ιερέων και μάγων και να υποστούν τη διύλιση του νου και του ορθού λόγου. Γνώσεις που ήρθε ο καιρός να ανθίσουν λιπασμένες από τη βάσανο  των δημόσιων φιλοσοφικών αναλύσεων. 

 Όμως ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος που ζήτησε από τον Καλλισθένη να παραμείνει στα Σούσα και, όντως, υπήρχαν κάποια εύλογα αίτια γι αυτό.

Η κατακτημένη από τους Πέρσες παλιά Ελαμιτική πόλη είχε παραδοθεί αμαχητί -όπως άλλωστε προηγουμένως και η Βαβυλώνα. Ο βασιλιάς και το κύριο μέρος του στρατεύματος είχαν παραμείνει εδώ μόλις ένα δεκαήμερο. Ίσα ίσα για να πάρουν μια ανάσα, να διοργανώσουν μια γιορτή και να καταστρώσουν λεπτομερέστερα σχέδια για την συνέχιση της προέλασης. Ο Αλέξανδρος όρισε υπεύθυνο για την πόλη τον στρατηγό Αρχέλαο και επικεφαλής της φρουράς των περιτειχισμένων ανακτόρων τον εταίρο Μάζαρο. Οι δύο έμπειροι στρατιωτικοί  θα ήταν ίσως αρκετοί αν δεν υπήρχαν τουλάχιστον δύο θέματα που απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή και επιτήρηση.

Το ένα ήταν ο Θησαυρός των Σούσων, στην ουσία ο θησαυρός που είχε σωρεύσει εδώ παλιότερα ο βασιλιάς Ξέρξης, μέρος του οποίου αποτελούσαν λάφυρα που είχαν αφαιρεθεί από την γη των Ελλήνων.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι Πέρσες δεν μετακίνησαν εγκαίρως το θησαυρό από τα Σούσα για να καθυστερήσουν τον Αλέξανδρο, ο οποίος υπέθεσαν ότι δεν θα απέφευγε να τον θαυμάσει και να τον καταμετρήσει καταναλώνοντας δεκάδες ημερών αν όχι μήνες. Χρόνος που θα ήταν πολύτιμος για την ανασυγκρότηση των περσικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων.

Ο Καλλισθένης δεν πιστεύει αυτή την εκδοχή. Ιδιαίτερα τώρα που βλέπει τον όγκο των θησαυρών και φαντάζεται την αναταραχή και την ηττοπάθεια που θα δημιουργούσε η μεταφορά τους αλλού: Όχι, η σωστή ερμηνεία είναι ότι οι Πέρσες εγκαταλείπουν τους θησαυρούς τους γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Μακεδόνες δεν πρέπει να τους καταγράψουν και να τους εκτιμήσουν το ταχύτερο. Και, βέβαια, να τους προστατέψουν από τυχόν νέες απειλές, από οπουδήποτε κι αν προέρχονται. Ακόμη και -δυστυχώς έχουν προκύψει τελευταία και τέτοια κρούσματα- από την επιβουλή ορισμένων ημετέρων.

Το άλλο ζήτημα που απαιτεί ειδική φροντίδα είναι η επιτήρηση της οικογένειας του Δαρείου που αυτή τη στιγμή βρίσκεται, περισσότερο φιλοξενούμενη παρά αιχμάλωτη, εδώ, στα ανάκτορα της πόλης.

alexander_and_barsine

Βέβαια, ούτε η  Σισύγγαμβρις, η μητέρα του Δαρείου, ούτε οι κόρες του ούτε και ο -εξάλλου μικρός στην ηλικία- γιος του, έχουν δημιουργήσει μέχρι στιγμής προβλήματα. Αντίθετα δείχνουν ευγνωμοσύνη για την καλή μεταχείριση που τους επιφυλάχτηκε.

Η μόνη απώλεια αφορά την Στάτειρα, τη σύζυγο -αλλά και αδελφή, σύμφωνα με τα περσικά ανακτορικά ήθη- του Δαρείου.

Την ώριμη ομορφιά της βασίλισσας είχαν θαυμάσει και επαινέσει όλοι οι φιλόκαλλοι Έλληνες, όταν, μετά τη μάχη στην Ισσό πριν δυο χρόνια περίπου, ο Δαρείος είχε τραπεί σε φυγή, αφήνοντας την οικογένειά του στο έλεος του Μακεδόνα. Δυστυχώς όμως, η Στάτειρα πέθανε εδώ και λίγους μήνες, γεγονός που προξένησε μεγάλη θλίψη στον Αλέξανδρο. Η κηδεία της υπήρξε μεγαλοπρεπής και οι τιμές που της αποδόθηκαν ξεχωριστές.

Όμως, στο επίσημο βασιλικό ημερολόγιο δεν αναγράφηκε η αιτία του θανάτου. Θα δημιουργούσε αμηχανία. Η Στάτειρα, ήδη υπό -πολυτελή- ομηρεία για περισσότερο από έναν χρόνο, είχε πεθάνει από επιπλοκές τοκετού.

Ορισμένα ζητήματα ας μείνουν ανοικτά στην ευθυκρισία των μελλοντικών ιστορικών, σκέφτεται ο Καλλισθένης και ένα αδιόρατο δυσερμήνευτο χαμόγελο εμφανίζεται στις άκρες των χειλιών του.

 Όμως το μυαλό του επιστρέφει στα τρέχοντα.

C3FAA982E54A74412420E7430F581247

Ο Αλέξανδρος έχει δώσει εντολή να παρασχεθούν μαθήματα ελληνικής γλώσσας στα μέλη της βασιλικής οικογένειας που το επιθυμούν και ο Καλλισθένης έχει δώσει με τη σειρά του εντολή στους Έλληνες  λόγιους γνώστες της περσικής που ανέλαβαν αυτό το έργο, να τον ενημερώνουν καθημερινά για οτιδήποτε το ενδιαφέρον περιπέσει στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια αυτών των μαθημάτων.

 Επίσης, έχει ήδη φροντίσει ώστε να επιτηρείται, με την απαιτούμενη διακριτικότητα, ο Αβουλίτης, ο σατράπης που παρέδωσε αμαχητί την πόλη των Σούσων στους Έλληνες και τον οποίο ο Αλέξανδρος δεν καθαίρεσε, αλλά τον επιβεβαίωσε στη θέση του διοικητή της Σουσιανής. Ας σημειωθεί  ότι οι εταίροι είχαν μεταφέρει το δύσκολο όνομα του Πέρση σατράπη στα ελληνικά με όλη τη νεανική, περιπαικτική τους διάθεση και έμοιαζαν να διασκεδάζουν όταν τον προσφωνούσαν Α-βουλίτη. Ο Κλεισθένης χαμογελάει.  Ο ίδιος δεν είχε καμία αντίρρηση να τον καταγράψει ως ¨στερούμενο βούλησης¨ στην Καταγραφή της Εκστρατείας.

 Γι όλα αυτά ο Ολύνθιος έχει στείλει τακτικές αναφορές στον Αλέξανδρο. Χτες, ο Εύελπις ο Μεγαρεύς, ο οποίος επέστρεψε συνοδεύοντας τον θησαυρό, του παρέδωσε επιστολή όπου ο βασιλιάς δηλώνει ευχαριστημένος για την πορεία των πραγμάτων και ζητά από τον Καλλισθένη να εξακολουθήσει να παραμένει στα Σούσα έως ότου τον ειδοποιήσει να πράξει διαφορετικά. Το αίτημα αυτό του Αλέξανδρου παραξενεύει και βάζει σε σκέψεις τον Καλλισθένη. Ωστόσο, όπου να ’ναι  ο Μεγαρεύς θα έρθει και θα του πει περισσότερα…

 Πράγματι, οι σκέψεις του διακόπτονται από το ποδοβολητό ενός αλόγου που πλησιάζει.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο Καλλισθένης κατεβάζει το βλέμμα στο κάτω διάζωμα του κρεμαστού κήπου, όπου ο νεαρός Εύελπις έχοντας ξεπεράσει την φρουρά της Πύλης, καταφτάνει, ξεπεζεύει και παραδίνει το θεσσαλικό καστανόχρωμο άλογό του στον ντόπιο υπηρέτη που τον περιμένει εκεί. Μετά στρέφει τη γαλανή ματιά του προς τα πάνω και χαιρετά τον Ολύνθιο. Εκείνος τον αντιχαιρετά και με ένα νεύμα του δείχνει την κλίμακα που οδηγεί στο άνω διάζωμα.

(συνεχίζεται… Στο επόμενο: Μέρος Α΄ Σούσα. Κεφάλαιο τρίτο.  Όπου ο Εύελπις εξιστορεί στον Καλλισθένη τη μάχη της Περσίδας Πύλης)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 1

Posted by vnottas στο 17 Φεβρουαρίου, 2015

043fe-image010

Διευκρίνιση: Μετά την εισαγωγή (που ήδη ανάρτησα εδώ  κι εδώ) ιδού το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του υπό εκπόνηση μυθιστορήματος. Εδώ ο Εύελπις εξακολουθεί να είναι ο αφηγητής, όχι όμως πια ως ο συγγραφέας των υποτιθέμενων ανευρεθέντων αρχαίων κειμένων (όπως στην εισαγωγή), αλλά καθώς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη δική του εκδοχή των όσων καθημερινά του συμβαίνουν. Επομένως το αφηγηματικό του ύφος παύει να μοιάζει με εκείνο των (μεταφρασμένων) αρχαίων ιστορικών και γίνεται περισσότερο βιωματικό. Από εδώ κι εμπρός και έως ότου ξαναχρειαστούμε την ευρυγώνιο και αποστασιοποιημένη προοπτική ενός ¨ιστορικού¨ ο Εύελπις θα μας τα λέει σε πρώτο πρόσωπο είτε γιατί θα κρατάει σημειώσεις προκειμένου να συγγράψει κάποτε το έργο που αναφέρουμε παραπάνω είτε επειδή απλώς έτσι θέλει (δηλαδή επειδή εγώ αποφάσισα να τον κάνω ήρωα -αφηγητή σε ορισμένα κεφάλαια της παρούσας μυθιστορίας).

Στο πρώτο κεφάλαιο τον βρίσκουμε στα Σούσα, την παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, ήδη παραδομένη αμαχητί στην προελαύνουσα ελληνική στρατιά, και τώρα κέντρο συντονισμού και  ανεφοδιασμού των διεξαγόμενων επιχειρήσεων.

Συναντάμε τον Εύελπι την επόμενη μέρα της επιστροφής του στα Σούσα από την πρόσφατα κατακτημένη Περσέπολη (όπου επί του παρόντος βρίσκεται το κύριο μέρος της στρατιάς και ο βασιλιάς). Ο Μεγαρέας είναι ένας από τους επικεφαλής της ομάδας των στρατιωτικών και των λογίων που συνόδευσαν πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που ανευρέθηκε στην κυρίως περσική πρωτεύουσα, και που ο Αλέξανδρος αποφάσισε ότι πρέπει να μεταφερθεί, να εκτιμηθεί και αποθηκευτεί στα μετόπισθεν.

griffin-7

Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα[1], ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα

GreekStudy

Κεφάλαιο πρώτο:  Σούσα [2]. Εύελπις

 Ξυπνάω με το κεφάλι βαρύ και το αίμα να κτυπάει παλμικά στους κροτάφους μου δημιουργώντας επίμονο διακεκομμένο πόνο. Σκιώδεις μορφές από πρόσφατο όνειρο τριγυρίζουν ακόμη στο μυαλό μου, αλλά δε μπορώ να τις εξιχνιάσω.

Ανασηκώνομαι στο παράξενα στολισμένο ανάκλιντρο στηρίζοντας το χέρι μου στην χαίτη ενός διακοσμητικού μπρούτζινου τέρατος, που δεν είναι σαφές αν προορίζεται για να διώχνει τα τρομαχτικά όνειρα ή για να τα δημιουργεί.

Για μια στιγμή δεν αναγνωρίζω την ψηλοτάβανη ψυχρή αίθουσα όπου βρίσκομαι. Σιγά σιγά όμως,  ο Μορφέας μου επιστρέφει τις χθεσινές μνήμες, τουλάχιστον τις βασικές.

Λέω να φωνάξω τον Οινοκράτη να δώσει ένα χέρι και να ετοιμάσει έναν από τους θαυματουργούς ζωμούς, για τους οποίους έχει ήδη κάνει όνομα ανάμεσα στους φίλους και τους συνδαιτυμόνες, αλλά η φωνή μου δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Βγαίνει κάτι σα γρύλισμα. Αρχίζω να βήχω δυνατά ελπίζοντας να καθαρίσω τον κολλημένο μου λαιμό, ενώ ταυτόχρονα κατεβαίνω προσεκτικά από το ανυψωμένο ανάκλιντρο και αρχίζω να αναζητώ τα σανδάλια μου.

 «Εδώ, εδώ είναι κύριε…» Ο Οινοκράτης μπαίνει φουριόζος κι εγώ δε ξέρω από που, κραδαίνοντας τα σανδάλια με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο μεταφέρει μια κανάτα νερό κι ένα λευκό προσόψιο. Ακουμπάει την κανάτα και το προσόψιο σ’ ένα είδος λουτήρα εκεί παραδίπλα, και με το απελευθερωμένο του χέρι μού δείχνει κάτι παράξενες φουντωτές θήκες ακουμπισμένες στο πλακοστρωμένο δάπεδο.

  «Φόρεσέ τα αφέντη. Είναι υποδήματα άνετα, χωρίς λουριά και κορδόνια, που οι ντόπιοι τα χρησιμοποιούν μέσα στο σπίτι… Α, τι; Επιμένεις για τα σαντάλια; Εντάξει. Στα έχω έτοιμα και περιποιημένα. Κάθισε να σου τα δέσω.

 «Πονάει το κεφάλι μου Κράτη. Γι αυτό δώσε μου τα σανδάλια και πήγαινε να ετοιμάσεις ένα από τα βοτανομείγματά σου. Ξέρεις εσύ».

«Εγώ ξέρω, εγώ ξέρω», διαπιστώνει υπερήφανα ο υπηρέτης μου, ο οποίος έχει άποψη για όλα, γι αυτό και προσθέτει: «Μεταξύ μας αφεντικό, εάν οι Μακεδόνες ήξεραν να πίνουν όπως ξέρουν να πολεμάνε…»

Του ρίχνω μια απεγνωσμένη ματιά, αλλά το παίρνει στραβά. «Καλά, καλά, φεύγω, μην θυμώνεις και είναι ακόμη πρωί… Πρωί; όχι λάθος: μέρα μεσημέρι, …σχεδόν απόγευμα».

Έχει δίκιο. Από τα μακρόστενα κάθετα ανοίγματα στην άλλη άκρη της αίθουσας, φως ώριμου ασιατικού ήλιου μπαίνει λοξά και χαράζει τις έγχρωμες πλάκες του πατώματος.

Τον αποπαίρνω γιατί αλλιώς δε θα σταματούσε να μιλάει, κι αυτό είναι κάτι που ακόμη κι αν δεν έχεις πονοκέφαλο σου τον φέρνει, αλλά καθώς τον παρακολουθώ να αποσύρεται μουρμουρίζοντας, καταλήγω πως μάλλον τα λέει σωστά.  Οι Μακεδόνες λατρεύουν τον Διόνυσο με τρόπο συχνά καταχρηστικό. Οπότε, χάνουν τον έλεγχο και διακινδυνεύουν την επιδιωκόμενη ευφορία. Να πίνεις μαζί τους δεν είναι πάντα συνετό.

fresko_symposium

Αλλά, σκέφτομαι καθώς πλένω το πρόσωπό μου και το τρίβω με το λευκό ύφασμα, ας είμαι δίκαιος, μετά την ένταση, την προσπάθεια, το άγχος των ανηλεών συνεχών μαχών, υπάρχει καλλίτερος, ιαματικότερος συμπαραστάτης από τον αμπελοστεφανωμένο γιό της Σεμέλης;

Όχι, δεν υπάρχει, αποφαίνομαι.

Εξ άλλου, το βαρύ μου κεφάλι και ο μακρύς ληθαργώδης ύπνος δεν οφείλεται μόνο στην πλεοναστική χθεσινοβραδινή οινοποσία. Πρόκειται μάλλον για σωρευμένη κούραση.

Αλλά να που ο Οινοκράτης επανέρχεται εξ ίσου φουριόζος με πριν. Αυτή τη φορά κρατάει κάλυκα που αχνίζει, ενώ πίσω του σέρνει μια αλλόκοτη κατασκευή, κάτι σαν μικρό τροχοφόρο τραπέζι σκεπασμένο με αραχνοΰφαντο πανί.

«Εδώ το ίαμα του Οινοκράτη» διακηρύσσει. «Άμποτε να το είχαν όλοι οι πότες και όχι μόνον όσοι διαθέτουν Οινοκράτη διαθέσιμο και ευδιάθετο».

«Οινοκράτη κάνε κράτει και πάψε να αυτοδοξάζεσαι. Τουλάχιστον μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος».

«Αυτός; Να ’ταν κι άλλος!», λέει δίνοντάς μου τον κάλυκα. «Πιες εδώ δα και πάει έφυγε, …και μετά…»

Ο εξυπηρετικός υπηρέτης μου, με μια κίνηση αντάξια της καλλίτερης αθηναϊκής θεατρικής τεχνικής, τραβάει από το καρότσι το αραχνοΰφαντο πανί που προφανώς έχει εντομοαπωθητικό προορισμό και αποκαλύπτει κεραμικό δίσκο με διάφορα εδέσματα, άλλα αναγνωρίσιμα και άλλα όχι.

«Που τα βρήκες όλα αυτά;», απορώ.

«Ο κύριος ξεχνάει ότι ο εδώ παρών πιστός υπηρέτης του έχει διατελέσει στρατιώτης σιτιστής. Και τι κάνει ένας σιτιστής μόλις εγκαθίσταται σε νέο, μη γνώριμο τόπο;

Διερευνά εάν υπάρχει επάρκεια από τα απαραίτητα προς βρώσιν και προς πόσιν. Ήδη από χθες που η επιμελητεία παραχώρησε στην ομάδα των λογίων αυτό το συγκρότημα και σε εμάς αυτό το κτίριο φρόντισα να ανακαλύψω το κελάρι, το περιεχόμενό του και την εστία παρασκευής εδεσμάτων».

arhaia-ellada-diatrofi

Πράγματι, αν και ο λάλος Οινοκράτης δεν έδωσε ποτέ επαρκείς -ή τουλάχιστον συνεπείς μεταξύ τους- πληροφορίες για την πρότερη ζωή του, είναι γεγονός ότι ο Ευρύνους, ο πατέρας μου, τον αγόρασε ως τέως στρατιώτη που είχε αιχμαλωτιστεί στην Σικελία και μεταφερθεί προς πώλησιν στον Πειραιά. Το ότι έχει διατελέσει σιτιστής είναι κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Πάντως, είναι γεγονός ότι μιλάει καλά -εκτός από πολύ- τα ελληνικά, αν και η προφορά του είναι κάπως περίεργη και του ξεφεύγουν που και που κάποιες παράξενες, δυσνόητες λέξεις.

Κατά τα άλλα είναι βραχύσωμος, μελαχρινός, αεικίνητος, και η πιθανή ηλικία του κυμαίνεται περί τα σαράντα έτη.

Όσο για το όνομά του, κάποτε, στην αρχή, είχε αναφέρει κάποια δυσπρόφερτη λέξη, αλλά σύντομα ακόμη και ο ίδιος έπαψε να τη χρησιμοποιεί. 

Προτιμάει το Οινοκράτης, το όνομα που του έχει δώσει ο Ευρύνους, είτε γιατί είχε κάποτε διαπιστώσει την αντοχή του υπηρέτη στο κρασί είτε γιατί είχε εκτιμήσει τα ενάντια στη μέθη ιαματικά ροφήματά του.

Καταπίνω το γιατροσόφι. Έχει στυφή γεύση, αλλά άρωμα μάλλον ευχάριστο.

Αρχίζω να αισθάνομαι κάπως καλλίτερα.

451

Καθώς η θολούρα υποχωρεί, οι χθεσινές μνήμες επιστρέφουν διαυγέστερες. Το συμπόσιο ήταν η κατακλείδα της γιορτής που οργάνωσε η μακεδονική φρουρά της πόλης για να μας υποδεχτεί. Δηλαδή, για να είμαι ακριβέστερος, η αιτία της διάχυτης χαράς  δεν ήταν κυρίως η επιστροφή ενός στρατιωτικού αγήματος που είχε συμμετάσχει στην τελευταία νικηφόρα εξόρμηση, ούτε βέβαια η δική μου, αλλά η άφιξη του τεράστιου καραβανιού που συνοδεύαμε και του κυριολεκτικά ανεκτίμητου φορτίου του.

Έστω κι αν ο Αλέξανδρος είναι ακόμη εκεί, στην κυριευμένη Περσέπολη, και κατά τα φαινόμενα θα παραμείνει εκεί έως ότου πάρει  οριστικές αποφάσεις για την συνέχιση της εκστρατείας, θέλησε να στείλει πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που βρήκε στα ανάκτορα.

Ένας ακόμη θησαυρός, μετά από εκείνον που βρέθηκε στη Βαβυλώνα και εκείνον που ο παλιός βασιλιάς Ξέρξης είχε σωρεύσει εδώ, στα Σούσα. Κανένας από αυτούς τους θησαυρούς δεν έχει ακόμη εξεταστεί και αποτιμηθεί πλήρως.

Πρέπει να πω ότι η απόφασή του αυτή με εξέπληξε, διότι ναι μεν τα Σούσα είναι αυτή τη στιγμή το κέντρο υποστήριξης των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά προσωπικά εκτιμώ ότι αυτόν το ρόλο θα τον αναλάβει σύντομα η μόλις κατακτημένη Περσέπολη, ή, το θεωρώ κι αυτό εξ ίσου πιθανό, η περιβόητη, πολύκοσμη, σαγηνευτική Βαβυλώνα, η οποία  πρώτη παραδόθηκε αμαχητί στα ελληνικά στρατεύματα.

 images (40)

Η μακρά ακολουθία από άμαξες, φορτωμένους όνους, ημίονους και αυτά τα αστεία αλλά ανθεκτικά ζώα που μοιάζουν με τις καμήλες της Αιγύπτου και της Αραβίας, αλλά έχουν δύο καμπούρες και φορτώνονται ευκολότερα, -ό, τι ζώο είχαμε μπορέσει να βρούμε και να επιτάξουμε- είχε μπει θριαμβευτικά στην πόλη των Σούσων χτες, νωρίς το πρωί.

Το προηγούμενο βράδυ, το καραβάνι, το ισχυρό στρατιωτικό σώμα που το συνόδευε και οι λόγιοι που συμμετείχαμε στην αποστολή με συγκεκριμένες αρμοδιότητες -ο υποφαινόμενος ανήκει σε αυτήν την ομάδα- είχαμε ήδη φτάσει στα περίχωρα. Προτιμήσαμε όμως να διανυκτερεύσουμε εκεί, διότι κρίναμε ότι η είσοδος στην πόλη θα έπρεπε να γίνει με το φως της ημέρας. Είχαμε μια καλή ευκαιρία να εντυπωσιάσουμε τον ντόπιο πληθυσμό και να του δώσουμε ακόμη μια χειροπιαστή απόδειξη ότι οι καιροί έχουν αλλάξει, έστω και αν ο φυγάς Δαρείος προσπαθεί ακόμη να οργανώσει κάποια αντίσταση.

Έδωσα εντολή να καλύψουν τα ως τότε παραλλαγμένα, σκονισμένα φορτία με πολύτιμα υφάσματα και να αφήσουν επίσης ακάλυπτα μικρά τμήματα των σάκων με τα πολυτελή αντικείμενα. Ήθελα να εξάψω την φαντασία των Σουσιωτών χωρίς να δώσω ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με το ύψος των λαφύρων. Άλλωστε ούτε και εμείς δεν τα είχαμε ακόμη αποτιμήσει με ακρίβεια και αυτό ήταν ένα από τα αμέσως προσεχή καθήκοντά μας. Ο πραγματικός θρίαμβος θα τελούταν όταν θα επέστρεφε ο νικητής Αλέξανδρος, η δική μας είσοδος στα Σούσα ήταν μια χρήσιμη υπαινικτική προαναγγελία.

 

Αυτά σκέφτομαι, καθώς τσιμπολογώ τα εδέσματα που βάζουν σε δοκιμασία τη γεύση μου. Αν είναι αλήθεια ότι η απόσταση από την Ελλάδα έως την Ινδία μπορεί να υπολογιστεί από την ένταση των χρησιμοποιούμενων καρυκευμάτων, τότε η χώρα του Ινδού ποταμού πρέπει να μην απέχει πολύ.

Ο Οινοκράτης επανεμφανίζεται, με παρατηρεί μάλλον ικανοποιημένος να καταναλώνω τα εδέσματα που μου ετοίμασε, και φυσικά παρεμβαίνει:

«Νομίζω ότι πρέπει να σου υπενθυμίσω ότι πριν δύσει ο ήλιος έχεις να συναντήσεις τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο».

«Αυτό δε λησμονιέται Κράτη. Το θυμάμαι. Πού τακτοποίησες τα ¨εγγεγραμμένα¨;»

«Μαζί με τη γραφική ύλη, τους κυλίνδρους και τα βιβλία, σε εκείνον τον μεγάλο φωριαμό στο βάθος».

«Και από γραφείο;»

«Βρήκα κάτι που του μοιάζει στην διπλανή αίθουσα. Νομίζω ότι θα σε βολέψει».

 grafi iii

 

Πριν συναντήσω τον Καλλισθένη πρέπει να τακτοποιήσω τις σημειώσεις μου. Ευτυχώς η επιμελητεία έχει ανακατανείμει περισσότερο ορθολογικά τους διαθέσιμους χώρους κι έτσι, επιστρέφοντας, βρήκαμε αυτό το  νέο κατάλυμα στο ψηλοτάβανη αστική οικία ενός  φυγά γαιοκτήμονα.

Εδώ αρκεί να ψάξεις, και βρίσκεις. Και ο Οινοκράτης είναι καλός στο ψάξιμο. Η τράπεζα που ανακάλυψε είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορώ να ανοίξω πάνω της τους κυλίνδρους χωρίς να τους προκαλέσω ζημιές, ενώ ο ήλιος –που στα μέρη μου αυτή την εποχή θα ήταν χειμωνιάτικος-  καταφέρνει και τρυπώνει ως εδώ εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό φως.

Η αλήθεια είναι ότι συνάντησα για λίγο τον Καλλισθένη χτες το πρωί, αμέσως μετά την άφιξή του καραβανιού και του παρέδωσα το γραπτό μήνυμα του Αλέξανδρου. Όσο όμως αφορά σε μια λεπτομερέστερη αναφορά, ο ίδιος ο Ολύνθιος, αφού πρώτα έριξε μια ματιά στην επιστολή, με συμβούλεψε να τελειώσω πρώτα τις διαδικασίες παράδοσης του θησαυρού. Έπρεπε να δώσω τις κατάλληλες εντολές σε απολύτως έμπιστα άτομα, ώστε η καταγραφή να γίνει με άκρα επιμέλεια και προσοχή. Μετά θα τα λέγαμε με άνεση. Ορίσαμε τη συνάντηση για σήμερα, κατά τη δύση του ήλιου.

Ο Καλλισθένης, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν παρών στο χθεσινοβραδινό συμπόσιο. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όποιος μελετά και γνωρίζει τις σχέσεις και τις επικοινωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους, αποφεύγει εκείνες που δεν θεωρεί επαρκώς δικαιολογημένες. Δε ξέρω αν αυτή του η άποψη είναι πιο κοντά στους νεωτεριστές σκεπτικιστές, η σε εκείνη τη γραφική ομάδα των νέων φιλοσόφων που αυτοαποκαλούνται κυνικοί. Θα τον ρωτήσω.

images (41)

Ελέγχω και στοιβάζω τις αποδείξεις παραλαβής, μετά επιθεωρώ τις πρόχειρες ημερολογιακές μου σημειώσεις του τελευταίου μήνα, βάζω μαζί και ένα αντίγραφο των καταγραφών των τελευταίων γεγονότων όπως συντάχθηκαν στην Περσέπολη υπό την επίβλεψη του φίλου Ευμένη του γιού του Ιερώνυμου, λίγο πριν από την αναχώρησή μου. Είμαι σχεδόν έτοιμος για τη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

 

Στο μυαλό μου χωρίς φανερή αιτιολόγηση και συνειρμό σχηματίζεται μια εικόνα από το όνειρο του ταλαιπωρημένου μου ύπνου.

Μία γυναίκα με σαγηνευτικά χαρακτηριστικά: η Θαΐδα.

Μου χαμογελάει αινιγματικά κι εξαφανίζεται πάλι.


Καθώς τοποθετώ με προσοχή το υλικό σε μια φαρδιά δερμάτινη πήρα[3], επιστρέφει στη σκέψη μου η έμμονη ιδέα των τελευταίων ημερών: ότι είναι ίσως καιρός να επιχειρήσω μια προσωπική, δική μου καταγραφή όλων αυτών που συμβαίνουν. Νομίζω ότι ο Αριστοτέλης θα ενέκρινε κάτι τέτοιο.

 image001

(συνεχίζεται – Μέρος Α΄ Κεφάλαιο δεύτερο. Καλλισθένης ο Ολύνθιος)

[1] Ανθεστηριώνας Ο μήνας του αττικού ημερολογίου (του επικρατέστερου στις ιστορικές αναφορές αυτής της περιόδου) που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα περίπου μεταξύ 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου ή σύμφωνα με άλλους μεταξύ  23 Ιανουαρίου και 20 Φεβρουαρίου. Οι μήνες των αρχαίων διαιρούνταν σε τρία δεκαήμερα (εκ των οποίων το τρίτο είχε δέκα ή εννιά μέρες). Η αρίθμηση –μόνο για το τρίτο δεκαήμερο- γινόταν συχνά ανάποδα. Π.χ. μία, ή δύο, ή τρεις κ.ο.κ. μέρες από το τέλος του μήνα.

[2] Σούσα: Παλαιά πρωτεύουσα του μεσοποτάμιου Βασίλειου του Ελάμ, το οποίο πριν την κατάκτηση από τον Αλέξανδρο ήταν υποταγμένο στους Πέρσες. Η λέξη σημαίνει ¨Η πόλη των κρίνων¨.

[3] Πήρα: σάκος σακίδιο, τσάντα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Στα δελτία των οκτώ (υπάρχουν ακόμη)

Posted by vnottas στο 13 Φεβρουαρίου, 2015

images (33)

ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΥΑΙΝΕΣ

(Νίκος Μοσχοβάκος)

 

Ευγενικές ύαινες

περιφέρονται ανήσυχες στη ζούγκλα

και με τρόπους κομψούς

διακηρύσσουν στ’ άλλα ζώα

πόσο τα συμφέρει ν’ αποδεχτούν

την αναμφισβήτητη κυριαρχία

των Λεόντων και των Τίγρεων.

images (34)

Βέβαια δεν παραλείπουν

να ρίχνουν κρυφές ματιές

προς τ’ απομεινάρια της λείας

κόκαλα ως επί το πλείστον

έχοντας το νου τους μήπως

τ’ αρπάξουν τ’ απεχθή όρνια

που γέμισαν εσχάτως την περιοχή.

daneion100ekat

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2015

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος της ¨Εισαγωγής¨ στο μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές και (προσωρινό) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Σημείωση: Στην εισαγωγή αλλά και στην υπόλοιπη αφήγηση, παρουσιάστηκε το γνωστό πρόβλημα των υποσημειώσεων: Φτιαγμένες για να προσφέρουν συμπληρωματικές εξηγήσεις, (εδώ για να αγκυρώσουν τον μύθο στο ιστορικό πλαίσιο) συχνά κόβουν το νήμα της ανάγνωσης, μπερδεύουν και ενοχλούν. Σε ένα επιστημονικό δοκίμιο κάτι τέτοιο είναι συγχωρητέο αν όχι αναγκαίο κακό. Σε μια μυθοπλασία όχι. Ομολογώ ότι στα προηγούμενα μυθιστορήματα (Το πολυτεχνείο τρέμει, ΜΠΑ!) χρησιμοποίησα τις υποσημειώσεις κυρίως για να τις σατιρίσω. Τις έβαζα εδώ κι εκεί ως σουρεαλιστική γαρνιτούρα. Στην ειδική όμως περίπτωση του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές (όπως φιλοδοξεί να γίνει αυτό εδώ) η χρήση των υποσημειώσεων απαιτεί (τουλάχιστον)  διευκρινίσεις.

Διευκρινίζω λοιπόν ότι ειλικρινά δεν ξέρω αν θα υιοθετήσω τελικά τις υποσημειώσεις για να συνδέσω την πλοκή με το ιστορικό πλαίσιο ή αν θα φτιάξω ένα ξεχωριστό ¨παράρτημα¨ με τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Πάντως, μάλλον θα κρατήσω μερικές στο κάτω μέρος της σελίδας για να δώσω την μετάφραση στη νεοελληνική ορισμένων ¨ξεχασμένων¨ λέξεων της αρχαίας ή της κοινής ελληνικής, λέξεις που μου χρειάζονται για να δώσω στις περιγραφές άρωμα ιστορίας. Δεν αποκλείω εξ άλλου το περιεχόμενο ορισμένων υποσημειώσεων να είναι εξ ολοκλήρου φανταστικό.

Β. Νόττας

  Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση)

Κύλικες και δόρατα

 (Η συνέχεια και το τέλος της εισαγωγής)

GreekStudy

 

Α.5 Ο Εύελπις κάνει μνεία στα τελευταία γεγονότα πριν την έναρξη της εξόρμησης κατά των Περσών

Στο τριετές χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εκφώνηση των ύστατων δημόσιων ομιλιών του Ισοκράτη και την επιστροφή του Αριστοτέλη στην Αττική,  συνέβησαν αλλεπάλληλα γεγονότα, τα οποία είχαν αποφασιστικές επιπτώσεις στις μετέπειτα εξελίξεις. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στα σημαντικότερα από αυτά: Τη μάχη της Χαιρώνειας, την Πανελλήνια κοινή Συνεδρία  των Ελλήνων στην Κόρινθο και τη δολοφονία του βασιλέα Φιλίππου.

Κατ’ αρχήν, παρά τις παραινέσεις που περιέχονταν στους τελευταίους λόγους του Ισοκράτους και υπό τη σαγηνευτική επίδραση των αγορεύσεων του ρήτορα Δημοσθένη του Παιανιέα, οι Αθηναίοι συνασπισμένοι με το Κοινό των Θηβαίων και άλλες πόλεις, επιτέθηκαν κατά του Φιλίππου. Οι Μακεδόνες είχαν, βέβαια, ήδη προσπεράσει τις Θερμοπύλες, ανακαλώντας στους νότιους Έλληνες αμφίσημες μνήμες. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο Παιανιεύς, αν και υιοθετούσε απόψεις που αντιπολιτεύονταν τις δικές μας, και ήταν οπαδός διαφορετικής ρητορικής τεχνικής, ήταν και είναι ένας  ρήτορας πρωτοφανούς δεινότητας. Οι Αθηναίοι λοιπόν πείσθηκαν να επιτεθούν και η σύγκρουση έλαβε χώρα στη Χαιρώνεια. Στη μάχη θριάμβευσαν οι Μακεδόνες.

Όμως στη συνέχεια δεν ακολούθησαν ούτε σφαγές ούτε καταστρεπτικά μέτρα κατά των ηττημένων. Αντίθετα, συνέβη εκείνο που ο σχεδόν εκατοντάχρονος Ισοκράτης -ο οποίος διάβηκε τον Αχέροντα λίγο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας- είχε σφόδρα επιθυμήσει, αλλά δεν πρόλαβε να δει: Σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο αφού πρώτα αναγνωρίζεται από τους νικητές η ανεξαρτησία των ηττημένων πόλεων, δημιουργείται πανελλήνιος συνασπισμός. Η ηγεσία των κοινών στρατευμάτων ανατίθεται στους ισχυρότερους των ελλήνων, τους Μακεδόνες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να συντονίσουν την εκστρατεία για την απελευθέρωση των μικρασιατικών ελληνικών πόλεων από την περσική επικυριαρχία.

philippos

Μετά το συνέδριο, ο Φίλιππος επιστρέφει στην Πέλλα ως πανελληνίως αναγνωρισμένος ηγέτης[1], αλλά, προτού προλάβει να αρχίσει τις προετοιμασίες της εκστρατείας, δολοφονείται κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας.

Στη πόλη των Αθηνών κυκλοφόρησαν τότε διάφορες εκδοχές για την δολοφονία αυτή. Άλλοι μίλησαν για πολιτική σκευωρία, άλλοι για κίνητρα που ανάγονταν σε ζηλοτυπίες στο εσωτερικό της μακεδονικής αυλής, ενώ πολλοί απέδωσαν την ευθύνη σε περσικό δάκτυλο, υπενθυμίζοντας τις αναλογίες ανάμεσα στη δολοφονία του Φίλιππου και εκείνη του Θεσσαλού βασιλιά Αίσονα. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο Αίσονας δολοφονήθηκε κατ’ εντολήν των Περσών όταν αυτοί πληροφορήθηκαν ότι σχεδίαζε πανελλήνια εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας.

 Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι δεν υπήρξαν αξιοσημείωτες αμφισβητήσεις όσον αφορά στη διαδοχή. Ο Αλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλεύς και αμέσως, με ακόμη μεγαλύτερη ζέση, αναλαμβάνει την προετοιμασία της εκστρατείας προς την Ανατολή, αρχίζοντας με την εξασφάλιση των βορείων συνόρων.  Πράγματι, πλαισιωμένος και από τα νότια στρατιωτικά σώματα που προέβλεπε η συμφωνία της Κορίνθου, εκστρατεύει με επιτυχία ενάντια στις επικίνδυνες φιλοπόλεμες φυλές, από την ορεινή περιοχή των Ιλλυρίων  έως την νότια όχθη του μεγάλου πλωτού ποταμού Ίστρου.

Εν τω μεταξύ, ο Αριστοτέλης του Νικομάχου αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός να επιστρέψει στην  πόλη των φιλοσόφων. […]

aristotelis

Α.6 Ο ενήλικος πλέον  Εύελπις παίρνει αποφάσεις για το μέλλον

Όταν ο Αριστοτέλης έφτασε και πάλι στο Άστυ των Αθηνών ύστερα από απουσία δώδεκα χρόνων, ο Ευρύνους, συνομήλικος και οικείος του από παλιά,  τον συνάντησε, τον καλωσόρισε και είχε μαζί του μακρά συνομιλία.

Εγώ ήμουν τότε νεαρός άνδρας είκοσι και ενός ετών. Εκτιμούσα την κοινωνία των Αθηναίων, αν και, παρά το ότι είχα πολλούς φίλους ανάμεσα στους νέους γηγενείς ευπατρίδες,  δεν ήμουν πλήρως ενσωματωμένος σε αυτήν. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι ως Μεγαρεύς δεν θα μπορούσα να θεωρηθώ ο πιο κατάλληλος για αφομοίωση στην κυριότερη πόλη των Ιώνων, αλλά και στο ότι, ακόμη κι εγώ ο ίδιος –επηρεασμένος ενδεχομένως από τις παραινέσεις του Ευρύνου και του Ισοκράτους- ήθελα να πιστεύω ότι ανήκω σε μια νέα, πανελλήνια αριστοκρατία, ουσιαστικά ανώτερη από τις τοπικές, ακόμη και από τη αθηναϊκή, την τόσο σπινθηροβόλο και ποικιλόμορφη.

Μία άλλη αιτία για την σχετική απομόνωσή μου από την κοινή δημόσια ζωή της πόλης, αιτία που ως Δωριεύς κατανοούσα και κατά βάθος συμμεριζόμουν, ήταν ότι δεν μπορούσα να συμμετάσχω στις πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά μόνον, εάν το επιθυμούσα ιδιαίτερα, ως μισθοφόρος. Αλλά δεν το επιθυμούσα. Μπορεί να γυμναζόμουν και να ασκούμουν κανονικά στις τέχνες του πολέμου, αλλά αποστρεφόμουν την ιδέα ότι η συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε πολεμική διένεξη -και πολύ περισσότερο στις μεταξύ ελλήνων, εμφύλιες συγκρούσεις, θα μπορούσε να έχει ως κίνητρο τη χρηματική αμοιβή.

 

Από την άλλη πλευρά τον καιρό εκείνο, -δεδομένου ότι, όπως οι παιδαγωγοί μου συχνά υποστήριζαν,  η ανθρώπινη φύση υφίσταται αντιφατικές ροπές- πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν απολύτως γοητευμένος από δύο πράγματα.

Το ένα ήταν η σαγήνη που ασκούσε πάνω μου η ανάγνωση. Όντως, παρά το ότι σπούδαζα ρητορική σε μια πόλη που εθεωρείτο μοναδική σε αυτό το είδος επικοινωνίας, και παρά το ότι βρισκόμουν πλάι σε ορισμένους από τους καλλίτερους χειριστές του προφορικού λόγου όλων των πόλεων και όλων των εποχών, εγώ ήμουν ερωτευμένος με τον ακινητοποιημένο γραπτό λόγο, που εντρυφούσε σε τόσο διαφορετικά θέματα, και που ήταν για μένα όχημα όχι μόνο γνώσεων, αλλά και ταξιδιών σε τόπους συναρπαστικούς, έως τότε άγνωστους.

Akrop1

Το άλλο που με γοήτευε τότε, ήταν  κι αυτό ένα σύνολο από υπερβάσεις. αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την πόλη των Αθηνών. Υπερβάσεις σχετικές, όχι τόσο με τον νου, όπως η ανάγνωση των συγγραφών, όσο με την ικανότητα του να αισθάνεται και να συναισθάνεται κανείς ο, τι ενδεχομένως υπάρχει πέρα από τα κοινά καθημερινά βιώματα. Υπερβάσεις εφικτές με τη συνδρομή των τεχνών του κάλλους, της μίμησης και του θεάτρου. Υπερβάσεις σχετικές με την υποβλητικότητα των αθηναϊκών αρχιτεκτονημάτων, με την μέθεξη των εορταστικών τελετών και, ακόμη, έσχατον μεν, ουκ έλασσον δε, εφικτές χάρη στη συναναστροφή με εκείνη την σπάνια κατηγορία των ωραίων, καλλιεργημένων, και φιλόμουσων γυναικών, που οι Αθηναίοι αποκαλούν ¨εταίρες¨.  Υπερβάσεις που απ’ ο, τι γνωρίζω, μόνο η Αθηναϊκή Δημοκρατία προσέφερε τόσο απλόχερα και τόσο χειροπιαστά στους κοινωνούς της.

img1_22

Όσο όμως ελκυστικά κι ήσαν όλα αυτά, φτάνοντας στην πλήρη ανδρική ηλικία  έπρεπε να πάρω οριστικότερες αποφάσεις. Το είχα ήδη συζητήσει με τον γεννήτορα, αλλά να που είχα την ευκαιρία, όχι μόνο να έχω ακόμη μια έγκυρη γνώμη, αλλά, ίσως, και μια πολύτιμη συμβολή στην υλοποίηση μιας νέας πορείας. Παρακάλεσα λοιπόν  τον Ευρύνου να φροντίσει να συναντήσω κι εγώ τον παιδαγωγό του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, τον Αριστοτέλη.

[…] 

Α.7 Η αναχώρηση

[…] Ο Δημάδης είχε καταφέρει να απαλλαγεί από τα παλιά του χρέη[2] και η πόλη των Αθηνών είχε γλιτώσει από τις κυρώσεις για την τελευταία της παρασπονδία. Η πόλη των Θηβών όχι. Οι αγγελιοφόροι και οι κατάσκοποι μετέφεραν ότι στην πρωτεύουσα πόλη των Βοιωτών, το μόνο σπίτι που έστεκε ακόμη όρθιο χωρίς να καπνίζει, ήταν εκείνο του ποιητή Πινδάρου. ¨Οι Μακεδόνες εκτιμούν τουλάχιστον την υμνητική ποίηση¨, σχολίαζαν τώρα πικρόχολα ορισμένοι ευπατρίδες. Αλλά πλέον στο Άστυ η περιρρέουσα κατάσταση είχε αλλάξει και οι Αθηναίοι ξανάρχισαν εσπευσμένα τις προετοιμασίες για τη συμμετοχή τους στην κοινή  εκστρατεία.

[…]

2

Στον αμαξιτό δρόμο που παρέτρεχε το βόρειο σκέλος των Μακρών Τειχών συνωστίζονταν  οχήματα, ιππείς και πεζοί παντός είδους, ενώ στην πειραϊκή απόληξη των τειχών και στο Νεώριο λιμένα, επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Ένας μεγάλος αριθμός ποικιλόμορφων πλοίων είχε ανασυρθεί  από τους νεώσοικους, ενώ ένα πλήθος από τεχνίτες, ναυτικούς και λιμενεργάτες ανεβοκατέβαινε στα κήτη, τα καταστρώματα και τους ιστούς, εκτελώντας έργα ανασκευής, όπου κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, και φορτώνοντας τα πλοία που κρίνονταν ετοιμοπόλεμα με προμήθειες και πολεμικό υλικό. Κωπηλάτες και πεζοναύτες ετοιμάζονταν στην προκυμαία για την επιβίβαση.

Η πόλη της Παλλάδος ήταν ακόμη κυρίαρχη στις θάλασσες και ήταν απολύτως φυσικό η συμμετοχή της στην εκστρατεία να είναι κυρίως ναυτική. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι οι Μακεδόνες δεν κατείχαν αξιόλογο στόλο και ότι ήδη, μετά τις συμφωνίες της Κορίνθου, είχαν ενισχυθεί με πλοία από τα νησιά και άλλες ναυτικές πόλεις, όπως -ας το υπογραμμίσω- η ευημερούσα μεγαρική αποικία που ίδρυσε στο Βορρά ο ήρωας Βύζας: το Βυζάντιο.

Ένα τμήμα των εμπορευόμενων παροικούντων, οι οποίοι κατά τα φαινόμενα διέθεταν δικές τους πληροφορίες για τα επικείμενα, καθώς και ένα τμήμα από τους ενδεέστερους των κατοίκων της Αττικής, οι οποίοι ήσαν πάντα έτοιμοι να ενδώσουν σε υποσχέσεις πλουτισμού, είχαν  ήδη αρχίσει να αναχωρούν πεζή προς βορράν, προκειμένου, πιθανώς μαζί με άλλους ομοίους που θα προσθέτονταν καθ’ οδόν, να συμμετάσχουν στην εκστρατεία ως ¨συνακολουθούντες¨. Είναι αυτονόητο ότι από τον αναχωρούντα συρφετό δεν έλειπαν οι αυλητές, οι κιθαρωδοί, οι ηθοποιοί, που θα διασκέδαζαν και θα ενίσχυαν το ηθικό του στρατεύματος,  ούτε, βεβαίως, οι πόρνες και οι πορνοβοσκοί επιχειρηματίες που τις εκμεταλλεύονταν.

Εγώ, χάρη στην ειδική άδεια που μου είχε παραχωρήσει το  Στρατηγείο, θα επιβιβαζόμουν σε ένα από τα πολεμικά πλοία που έσπευδαν στα στενά του Ελλήσποντου, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διεκπεραίωση των στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή στην ασιατική όχθη. Εκεί θα αποβιβαζόμουν για να παρουσιαστώ στον Καλλισθένη, τον γραμματέα και επίσημο εξιστορητή του βασιλέα, ενώ τα πλοία θα παρέπλεαν την μικρασιατική ακτή βοηθώντας στην απελευθέρωση  των παραλίων ελληνικών πόλεων.

Για τον Καλλισθένη προοριζόταν η εκτενής επιστολή του Αριστοτέλους, που αυτήν τη στιγμή βρισκόταν επιμελώς συσκευασμένη ανάμεσα στις αποσκευές μου.

 Όπως ήδη ανέφερα[3], ο Σταγειρήτης, όχι μόνο είχε συναινέσει με έκδηλη ικανοποίηση στο αίτημά μου να  συμμετάσχω στην πανελλήνια εκστρατεία, αλλά και είχε εκφράσει την επιθυμία να συμπαρασταθώ εκ του σύνεγγυς στον μαθητή του, όχι τον Αλέξανδρο -όπως προς στιγμήν ήλπισα, αλλά τον Καλλισθένη, ο οποίος θα κατέγραφε την αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, καθώς και ό, τι άλλο έκρινε ενδιαφέρον και χρήσιμο από τις γνώσεις και τις συνήθειες των ανατολικών λαών. Όλα αυτά, για τον φιλόσοφο, δεν ήταν μόνο απλές καταγραφές που θα ενίσχυαν το νου των μελλοντικών αναγνωστών, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: ¨Οι μεγάλες αλλαγές¨, είχε παρατηρήσει χαμογελώντας αινιγματικά, ¨υλοποιούνται, ίσως, από τα ξίφη, αλλά προετοιμάζονται, σίγουρα, από τις γραφίδες, ακόμη κι όταν αυτές μοιάζουν να αναφέρονται σε πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί¨.

 

Έτσι λοιπόν, εκείνη την ηλιόλουστη αττική ημέρα, αφού είχα αποχαιρετίσει νωρίς το πρωί στις προς τον Πειραιά πύλες των Αθηνών την συγκινημένη μητέρα και τις μικρότερες αδελφές μου, και αφού είχαμε, μαζί με τον πατέρα Ευρύνου και τον ακόλουθο υπηρέτη Οινοκράτη,  διανύσει έφιπποι τον δρόμο των βόρειων Μακρών τειχών, βρισκόμασταν επιτέλους στον σφύζοντα Νεώριο λιμένα αναζητώντας την τριήρη με τον  Ιχθυοκένταυρο ως επίσημον αναγνώρισης. Την ανακαλύψαμε στο βάθος του λιμενοβραχίονα σχεδόν έτοιμη προς απόπλου. Οι απαραίτητοι για τους ελιγμούς εξόδου ερέτες βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους, ο τυμπανιστής δοκίμαζε το ηχηρό όργανο συντονισμού με την συνεπικουρία του αυλητή, οι φωνές του κελευστή ήσαν σχεδόν ευδιάκριτες πάνω από τον γενικό αχό, ενώ μια μικρή ομάδα βαφέων έβαζε τις τελευταίες χρωματιστές πινελιές στη  διπλή, εκατέρωθεν της πλώρης, απεικόνιση του Ιχθυοκένταυρου.

Ο Οινοκράτης ανέλαβε να μεταφέρει τις αποσκευές από τον ημίονο που μας συνόδευε, στο κήτος. Το πλοίο δεν ήταν ιππαγωγό, οι ίπποι και ο ημίονος θα επέστρεφαν στο Άστυ με τον γεννήτορα, ενώ εγώ θα προμηθευόμουν τα απαραίτητα ζώα μετά την αποβίβαση στην απέναντι όχθη του Αιγαίου πελάγους.

 

Ο Ευρύνους ήταν συγκινημένος, όσο κι αν η δωρική του καταγωγή τον εμπόδιζε να το δείξει. Προσπαθούσε να με αποχαιρετίσει επαναλαμβάνοντας τις βασικότερες από τις παραινέσεις του, αλλά μια βουή αποτελούμενη από  θορύβους παράταιρους και αταίριαστους με το λιμενικό σκηνικό  τον διέκοψε. Ο Ευρύνους κατάλαβε πρώτος περί τίνος επρόκειτο, και μου έδειξε την καταφθάνουσα θορυβώδη πομπή με μια κίνηση της κεφαλής συνοδευόμενη από ένα μισό χαμόγελο.

¨Φαίνεται ότι θα έχεις ενδιαφέροντες συνεπιβάτες¨, μου είπε.

Το δικό μου χαμόγελο ήταν πλήρες. Πράγματι,  κατά τα φαινόμενα δεν ήμουν ο μόνος που διέθετε ειδική άδεια για να ταξιδέψει με το πολεμικό πλοίο.

Από το φορείο που είχε μόλις εναποτεθεί στην προκυμαία έβγαινε μια πασίγνωστη, πανέμορφη, απρόσμενη οπτασία. Πλαισιωμένη από μια ομάδα γυναικών και ευνούχων που τιτίβιζαν αδιάκοπα, προχώρησε αγέρωχη προς την τριήρη, ενώ μια νέα βοή από επιφωνήματα, θαυμασμού αυτή τη φορά, επικάλυψε τον ακραίο προβλήτα: Η εταίρα Θαΐδα, η Θεά!

[…]

(Στο επόμενο: Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα, ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα. Κεφάλαιο πρώτο:  . Ο Εύελπις στα Σούσα)

χ

[1] Ας σημειωθεί ότι στο κείμενο δεν γίνεται αναφορά στις διαφωνίες και την μη συμμετοχή των Σπαρτιατών. Τουλάχιστον στα διασωθέντα τμήματα.

[2] Εδώ γίνεται αναφορά στη, μετά το θάνατο του Φιλίππου, νέα υπαναχώρηση της Αθηναϊκής πολιτικής και στην εκ νέου, από κοινού με τους Θηβαίους, εξέγερση, η οποία καταστάληκε με την ταχεία κάθοδο του Αλεξάνδρου και των συμμάχων και κατέληξε στην καταστροφή των Θηβών. Γίνεται επίσης νύξη στον ρήτορα Δημάδη (και αυτός Παιανιεύς όπως ο Δημοσθένης), ο οποίος αν και εκ των ηγητόρων του φιλομακεδονικού κόμματος είχε συμμετάσχει στην μάχη της Χαιρώνειας, όπου και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Μακεδόνες.  Ο Δημάδης, μεγαλόστομος και πνευματώδης, κατάφερε εν τέλει να γίνει συμπαθής στον τότε διάδοχο Αλέξανδρο.  Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου όταν οι συμπολίτες του ζήτησαν να μεσολαβήσει ώστε η τύχη των Αθηνών να είναι διαφορετική από εκείνη των Θηβών, απαίτησε ως αντάλλαγμα την παραγραφή των σωρευμένων χρεών του. Εκείνοι συναίνεσαν.

[3] Δυστυχώς η λεπτομερέστερη εξιστόρηση της συνάντησης του Εύελπι με τον Αριστοτέλη δεν διασώθηκε.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 1 Comment »

Ουρανός της Θεσσαλονίκης (αδιερευνήτων προθέσεων)

Posted by vnottas στο 7 Φεβρουαρίου, 2015

Δεν ξέρω αν αυτές τις μέρες ο ουρανός της Θεσσαλονίκης έχει κέφια ή το παίζει, κι εκεί που πάει να κατεβάσει κανα καρεκλοπόδαρο, αλλάζει διάθεση και αρχίζει να διασκεδάζει με τις μπογιές του, κι εγώ να τον κυνηγάω με την μικρή μηχανή, να μη χάσω καμιά πόζα αξιομνημόνευτη, τελεία.

DχSCN1712

DSCχ1666

DSCχN1693

DSχCN1695

DSχCN1701

DχSCN1711

(Μεγέθυνση με κλικ πάνω στην εικόνα)

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει…

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2015

Μπήκε χρόνος καινούργιος στολισμένος με ελπίδες που προμηνύεται, αν όχι άλλο, ενδιαφέρων και πιθανότατα εφοδιασμένος με ανατροπές και εκπλήξεις. Μάλλον δεν πρόκειται να πλήξουν παρά μόνον οι αθεράπευτα καταδικασμένοι σε αρτηριοσκληρωτικό σνομπισμό. Οι υπόλοιποι, δε θέλει πολύ,  ενθουσιασμένοι, δαγκωμένοι, κοντοανασασμένοι, θα συμπάσχουμε…

images (19)

Και ενώ η πραγματικότητα εξελίσσεται πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε μυθιστορία, λέω να ασχοληθώ λίγο με το παρόν Ιστολογοφόρο, που τελευταία αργοπλέει τροφοδοτούμενο από παλιότερους ανέμους και καύσιμα δανεισμένα από λιγοστούς καλούς φίλους. Επομένως… 

terpsi

Επομένως λέω να σας κοινοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες που συντάσσω τον τελευταίο καιρό, παρά το  ότι είναι ακόμη ανολοκλήρωτες και η έκβασή τους αβέβαιη. Πρόκειται για τα πρώτα κείμενα του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει…

images (23)

Σήμερα αναρτώ τις πρώτες σελίδες από την εισαγωγή. Εδώ προσπαθώ να δώσω το περίγραμμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η μυθοπλασία. Επειδή πρόκειται για κείμενα λίγο-πολύ πρωτόλεια, τίποτα δεν αποκλείει να αλλάξουν εάν και όταν η αφήγηση  θα προχωρήσει και η πλοκή θα βρει τα τελικά της αυλάκια.

 images (39)

Σημείωση: Ο τίτλος καθώς και οι τίτλοι των επί μέρους ενοτήτων είναι προσωρινοί (πρόχειροι).

 Μήνυμα προς τους εθελοντές αναγνώστες: Καλό διάβασμα!

(Απόψεις και συμβουλές  ευπρόσδεκτες)

 images (80)

Β. Νόττας

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση

 

Κύλικες και Δόρατα (προσωρινός τίτλος)

images (30)

Εισαγωγή

  Όπου ο Εύελπις, έγκριτο μέλος της ομάδας των καταγραφέων – λογογράφων που ακολουθούν τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, αποφασίζει να δημιουργήσει ιδιωτική συγγραφή και να περιγράψει τις προσωπικές του εντυπώσεις και σκέψεις σχετικά με τα εξαιρετικά περιστατικά που βιώνει.

images (19)

Πρόκειται για την μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα ορισμένων ευανάγνωστων σπαραγμάτων από τις καταγραφές του Ευέλπιδος του Μεγαρέως[1] που ανεβρέθησαν πρόσφατα. Το ακόλουθο τμήμα εκτιμάται ότι συνεγράφη περί το 330 πΧ.  στα Σούσα ή στην Περσέπολη.

Στη θέση των δυσανάγνωστων ή απολεσθέντων τμημάτων σημειώνεται το σύμβολο […]

sel100

 

 Α.1 Ο Εύελπις παρουσιάζει τον εαυτό του στους αναγνώστες και περιγράφει συνοπτικά τις περιβάλλουσες την συγγραφή συνθήκες

 Λέγομαι Εύελπις, γιος του Ευρύνου. Γεννήθηκα στη Μεγαρίδα Γη, και συγκεκριμένα στη Νίσαια το λιμάνι των Μεγάρων από το οποίο σήμερα βρίσκομαι αναρίθμητους παρασάγγες μακριά.

Η Μοίρα, που επιβλέπει την πορεία των ανθρώπων, όπως εξάλλου και των θεών, φρόντισε ώστε να γίνω μάρτυρας συγκλονιστικών γεγονότων, τα οποία είμαι βέβαιος ότι οι σοφοί θα καταγράψουν και οι αοιδοί θα τραγουδήσουν στις μελλοντικές γενιές.

Τα γεγονότα αυτά σημαίνουν την έναρξη νέων εποχών, και μάλιστα όχι μόνο για τις χώρες των Ελλήνων και των γειτόνων τους. Όλα δείχνουν ότι ο ρους της Ιστορίας έχει επιταχυνθεί και ότι οι επιπτώσεις των τρεχουσών εξελίξεων αποκτούν ήδη ευρύτερη, οικουμενική διάσταση.

Ευχαριστώ την Ειμαρμένη που με έκρινε άξιο, αν και ακόμη σε ηλικία που οι άλλοι κρίνουν νεανική[2], να ζήσω όλα αυτά από κοντά. Αλλά είναι πιο σωστό να πω ¨ηλικία που έκριναν ως νεανική¨ άλλοτε. Γιατί ποιος τολμά τώρα πια να χαρακτηρίσει οποιονδήποτε πολύ νέο για οτιδήποτε, όταν ο άρχοντας βασιλιάς που ηγείται των Μακεδόνων και των λοιπών Ελλήνων σ’ αυτήν την πρωτόφαντη νικηφόρο ¨ανάβαση¨ δεν έχει ακόμη φτάσει τα τριάντα έτη ζωής;

Ο Αλέξανδρος ο του Φιλίππου, επικεφαλής των στρατευμάτων των ¨αεί παίδων¨[3], βρίσκεται σήμερα θριαμβευτής στο κέντρο της αυτοκρατορίας των Περσών, εκείνων δηλαδή που κατά τη διάρκεια  αμνημόνευτων χρόνων αποτέλεσαν την κύρια απειλή ενάντια στην ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων.  

Όμως και πάλι τον λόγο μου θα πρέπει να διορθώσω: Εχθροί μέγιστοι, περισσότερο καταστροφικοί ακόμη και από την Αυτοκρατορία των Περσών, υπήρξαν για τους Έλληνες η Έριδα και η Διχόνοια, δαιμόνια που εύκολα παρεισφρέουν και επηρεάζουν τον ¨παιδιώδη¨ χαρακτήρα ημών των Ελλήνων. 

Δαιμόνια όμως που εν κατακλείδει υποχωρούν και ηττώνται, εάν όχι  από τις παραινέσεις των σοφών ανδρών όπως ο Ισοκράτης ο Αθηναίος, ασφαλώς από τα ξίφη και τον ενθουσιασμό των ακριτικών ελληνικών λαών, οι οποίοι άνοσοι στα παλαιά πάθη αποδεικνύονται ικανοί να ανοίξουν νέους κοινούς δρόμους. Σε αυτούς έλαχε εν τέλει η τιμή να ξεπεράσουν την παρακμή και την αδυναμία που επέφεραν οι ανηλεείς εμφύλιοι πόλεμοι.

[…]

Ευελπιστώ ότι κάποτε οι λόγοι που καταγράφω εδώ ενδέχεται να αντιγραφούν και να φτάσουν με αυτόν τον τρόπο σε περισσότερους αναγνώστες, που θα βρίσκονται αλλού ή ακόμη και άλλοτε, στην δυσδιάκριτη χώρα του μέλλοντος.

Γιατί αυτή είναι ακριβώς η δύναμη της γραφής: όσα απαθανατίζει είναι δυνατό να ξεπερνούν τα όρια που θέτουν τόσο οι αποστάσεις, όσο και ο χρόνος.  

Κι επειδή οι αναγνώστες που ίσως προσλάβουν τα όσα γράφω μου είναι άγνωστοι, όπως πιθανότατα θα τους προκύπτω άγνωστος κι εγώ, θεωρώ πρέπον να αναφέρω εδώ, καθώς αρχίζω την αφήγησή μου, ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες. Σκοπός μου είναι να γίνει πιο κατανοητή η ανάγνωση των όσων διηγούμαι σε εκείνους που είτε στο χώρο είτε στον χρόνο βρίσκονται μακριά από εμένα.

 Α.2 Ο Εύελπις διευκρινίζει τα σχετικά με την οικογένεια, την καταγωγή, και την παιδεία του, κάνοντας νύξεις στις αιώνιες εντάσεις ανάμεσα στους Μεγαρείς και τους Αθηναίους

 Ανάφερα ήδη πως με αποκαλούν ¨φορέα καλής ελπίδας¨, ανάγραψα επίσης το όνομα του Ευρύνου, του γεννήτορα και τον τόπο καταγωγής μου. Όμως, θα πρέπει να διευκρινίσω πως παρά το ότι αποτελώ καρπό της Γης των Μεγάρων, ανατράφηκα στην γειτονική Αττική Γη και έλαβα αθηναϊκή παιδεία. Αυτό συνέβη διότι ο Ευρύνους, υπέρμαχος των ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στις όμορες πόλεις, αναγκάστηκε να μετοικήσει  με ολόκληρη την οικογένεια από τη Νίσαια στο άστυ των Αθηνών, σε μία περίοδο κατά την οποία στα Μέγαρα κυριαρχούσαν οι φίλοι των Λακεδαιμονίων.

Ας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό, ότι οι εναλλαγές στον τρόπο που οι συμπολίτες μου αντιμετώπισαν τις άλλες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα την ισχυρή γειτονική πόλη των Αθηνών, υπήρξαν αλλεπάλληλες.

Συχνά οι περίοδοι θανάσιμης έχθρας διακόπτονταν από περιόδους προσπαθειών αποκατάστασης των σχέσεων καλής γειτονίας. Οι εναλλαγές δε αυτές συνεχίζονται αέναα, από την εποχή του ιδρυτή ήρωα Μεγαρέα έως και σήμερα.

Οι λόγοι για την δημιουργία και την εμμονή του εριστικού κλίματος μεταξύ Μεγαρέων και Αθηναίων υπήρξαν πολλαπλοί. Μεταξύ των προφανέστερων το ότι τα Μέγαρα δημιούργησαν αποικίες και κατά συνέπεια ανάπτυξαν στόλο και εμπορικές δραστηριότητες ανταγωνιστικές με εκείνες των Αθηνών, καθώς επίσης ότι οι Μεγαρείς είμαστε απόγονοι Δωριέων και όχι Ιώνων και αυτό μας εντάσσει εγγύτερα στους έτερους ισχυρούς Έλληνες, τους Λακεδαιμόνιους.

Για τους πολίτες της Σπάρτης, ηγήτορες των Λακεδαιμονίων, δεν ήμασταν άλλο παρά προχωρημένο φυλάκιο της Δωρικότητας στα σύνορα με τις ¨μαλθακές¨ χώρες των Ιώνων.  Οι Αθηναίοι πάλι, μας θεωρούσαν άλλοτε πολύτιμους φίλους, κατόχους ασφαλών λιμανιών στο Σαρωνικό, αλλά και στον Κορινθιακό κόλπο, άρα θυροφύλακες των δυτικών θαλασσών, και άλλοτε ετεροκινούμενους προξενητές άγους[4] και διαρκών  ανασφαλειών. Οι αμαθέστεροι δε των Αθηναίων δεν δίσταζαν να λοιδορήσουν τον ¨μεγαρίζοντα¨ τρόπο ζωής.

Η αντιδικία με την πόλη των Αθηνών κατέληξε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την χώρα των Μεγάρων. Είναι δε πιθανό να συνεισέφερε στην έναρξη του μεγάλου αδελφοκτόνου πολέμου  που ακολούθησε τις παλιές ένδοξες μέρες, τότε που οι Έλληνες απέκρουσαν από κοινού τους εξ ανατολών αυτοκρατορικούς εισβολείς.

 Α.3 Ο Εύελπις κάνει μνεία στις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον γεννήτορα Ευρύνου και τον αθηναίο διδάσκαλο Ισοκράτη.

Ο Ευρύνους, ζώντας στην εποχή που ακολούθησε την κοινή κατάρρευση της ισχύος των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, που είχαν άπαντες εξαντληθεί από την πολύχρονη αλληλοκαταστροφή, θεώρησε πρέπον να υποστηρίξει ενεργά την αποκατάσταση της πνευματικής και πολιτικής ενότητας όλων των απογόνων του προπάτορα Έλληνα. Ασφαλώς γνώριζε και συμμεριζόταν σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις για τη δημιουργία μιας πανελλήνιας δύναμης, που ένθερμα διακήρυσσε ο Ισοκράτης των Αθηνών.

Ο Ισοκράτης, διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης και συγγραφέας δεοντολογικών διατριβών, δεν είχε απ’ ευθείας ανάμιξη στην πολιτική ζωή του Αθηναϊκού Άστεως. Δεν επιχείρησε ποτέ την άμεση εκλογή του σε δημόσιο αξίωμα, και εθεωρείτο υπεράνω των καθέκαστα πολιτικών παρατάξεων. Αυτό δεν εμπόδιζε, αλλά μάλλον ενίσχυε την μεγάλη επιρροή που ασκούσε μέσω των λόγων του, οι οποίοι καταγράφονταν και κυκλοφορούσαν όχι μόνο εντός των Αθηνών, αλλά σε ένα ευρύτερο, πανελλήνιο κοινό. Οι λόγοι αυτοί ήταν επικεντρωμένοι στην επείγουσα αναγκαιότητα για ενότητα και συσπείρωση όλων των Ελλήνων, ούτως ώστε να ξεπεραστούν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η πάντοτε επικρεμάμενη ασιατική απειλή.

Ο Ευρύνους γνώριζε προσωπικά τον γέροντα διδάσκαλο της ρητορικής της γειτονικής μητροπόλεως, διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του και προμηθευόταν τακτικά τις Ισοκράτειες συγγραφές.

Αν και οι μνήμες μου από την περίοδο της μετοίκησης της οικογένειας του Ευρύνου από την Μεγαρίδα στην Αττική είναι συγκεχυμένες λόγω της τότε μικρής μου ηλικίας, γνωρίζω από τις αφηγήσεις των οικείων ότι ο σεβάσμιος  Ισοκράτης και οι συννοούντες, ήταν εκείνοι που φρόντισαν να διευκολύνουν την εγκατάσταση του Ευρύνου στο Άστυ των Αθηνών, και μάλιστα όχι με την ιδιότητα του παροίκου, αλλά με εκείνη του επιφανούς φιλοξενούμενου.

[…]

gse_multipart56443

 Είχα λοιπόν την ευκαιρία να σπουδάσω κοντά στον γηραιό μεν, πλην όμως ευθαλή Ισοκράτη, ο οποίος συμπεριφέρθηκε απέναντί μου με τρόπο ανάλογο της εκτίμησης και της φιλίας που έτρεφε προς τον πατέρα Ευρύνου.

Ο Ισοκράτης, όπως άλλωστε και ο Πλάτων, ο επώνυμος ιδρυτής της αθηναϊκής φιλοσοφικής Ακαδημίας, έχοντας αμφότεροι παρακολουθήσει στο παρελθόν  τη διδασκαλία του αείμνηστου Σωκράτη του Σοφρωνίσκου, συνέχιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παιδαγωγική προσπάθεια εκείνου. Ο Πλάτωνας όμως, αν και λίγο νεότερος απ’ τον Ισοκράτη απεβίωσε πρώτος, όταν εγώ ήμουν μόλις εννέα ετών και έτσι δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω προσωπικά τις ενδιαφέρουσες διαλέξεις του. Μπορώ πάντως να μαρτυρήσω ότι αυτές είχαν ευρύ αντίκτυπο ανάμεσα στους λόγιους Αθηναίους και ότι συχνά γίνονταν αφορμή για μακρές και έντονες συζητήσεις, τόσο ανάμεσα στον πατέρα μου τον Ευρύνου και ους φίλους του, όσο και ανάμεσα σε εκείνους που σύχναζαν στην σχολή ρητορικής του Ισοκράτη. Ακόμη και ο ίδιος ο Ισοκράτης, ο οποίος συχνά περιέπαιζε τους περί την Ακαδημία ως ¨θεωρητικολογούντες και επιστημολογούντες, πλην όμως τυρβάζοντες μακράν της πραγματικότητος¨, έδειχνε ενδιαφέρον για τα όσα λέγονταν εκεί σχετικά με την ¨ιδανική πολιτεία¨, τους ¨φιλοσοφούντες πολιτικούς¨ και τους ¨πολιτευόμενους φιλοσόφους¨.

 Ένας από εκείνους που μαθήτευσαν επί μακρόν κοντά στον Πλάτωνα, και μάλιστα ένας από εκείνους που ο Πλάτων θεωρούσε από τους πλέον διαυγείς, ευρυμαθείς και διορατικούς νέους φιλοσόφους, ήταν ο Αριστοτέλης ο του Νικομάχου. Ο Αριστοτέλης προέρχεται από τα Στάγειρα, μια από τις βόρειες αποικίες της νήσου Άνδρου και των Χαλκιδαίων.

 Α.4 Ο Εύελπις αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη τον Σταγειρήτη

Όταν ο γηραιός πλην όμως οξύνους Ισοκράτης πείστηκε ότι το ιδανικό της ενότητας των ελλήνων θα μπορούσε να υλοποιηθεί όχι μόνον υπό την ηγεσία των Αθηναίων ή έστω μιας από τις άλλες γνωστές παλιές ελληνικές πόλεις, αλλά ότι σημείο εστίασης θα μπορούσε να είναι η ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, φρόντισε να απευθύνει επιστολές και παραινέσεις απ’ ευθείας στον βασιλέα Φίλιππο,  προς τον οποίο εξ άλλου προσέβλεπε ήδη ανεπιφύλακτα η φιλομακεδονική μερίδα των συμπολιτών του. Όμως, εκτός από αυτό, ο Ισοκράτης φρόντισε να έρθει σε ιδιαίτερη επαφή με τον βορειοελλαδίτη διανοητή Αριστοτέλη.

Αυτός ο τελευταίος, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα είχε αποχωρήσει από την Αττική και αφού προσπάθησε να  εφαρμόσει τις αρχές της Πλατωνικής Ακαδημίας στη  Άσσο[5] και στη Μυτιλήνη, στη συνέχεια αποδέχτηκε πρόσκληση του Φιλίππου του Μακεδόνα και ανάλαβε την διαπαιδαγώγηση του δεκατριετούς γιου του, του σημερινού βασιλέα Αλεξάνδρου.

Από ό, τι υπέπεσε στην αντίληψή μου – διότι ο Ισοκράτης δεν δίσταζε να μιλάει χωρίς επιφυλάξεις για όσα τον απασχολούσαν, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στο οικείο περιβάλλον του οίκου του Ευρύνου – ο Αριστοτέλης του είχε απαντήσει, διαβεβαιώνοντάς τον μεταξύ άλλων ότι η παιδεία του νεαρού διαδόχου είχε ήδη ως άξονα το ελληνικό φρόνημα[6], όπως αυτό περιγράφεται στα Ομηρικά Έπη. Και ότι η δική του καθοδήγηση δεν θα μπορούσε παρά να εστιάζεται στις κοινές αξίες των ελλήνων.  

Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης αναφερόταν συχνά στην υπόσχεση του Αριστοτέλη να επιστρέψει στην πόλη των Αθηνών, μόλις θα ολοκλήρωνε τα παιδαγωγικά του καθήκοντά στην Μακεδονία.

Είναι πιθανό ότι ο γηραιός διδάσκαλος θεωρούσε τον Σταγειρίτη φιλόσοφο ως ενδεχόμενο συνεχιστή της δικής του προσπάθειας  για την πνευματική ενίσχυση της συνοχής των Ελλήνων. Ο Αριστοτέλης διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα για κάτι τέτοιο: διέθετε σπάνιες νοητικές ικανότητες, βορειοελλαδική προέλευση και μάλιστα από πόλη που είχε υποστεί τις συνέπειες της Μακεδονικής επέκτασης[7] -για τις οποίες εν τούτοις ο ίδιος δεν έδειξε μνησικακία- και επιπλέον είχε ήδη διαμείνει επί μακρόν στην πόλη των Αθηνών και ήταν μέτοχος της αθηναϊκής παιδείας.

 Ίσως πάλι ο Ισοκράτης να αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από αυτό. Έχω την εντύπωση ότι ο επίμονος γέροντας είχε καταστρώσει ένα πληρέστερο σχέδιο: δίπλα σε έναν ικανό άνδρα όπως ο Αριστοτέλης, θα μπορούσαν να συμπαραταχθούν  ορισμένοι από τους μαθητές της δικής του ρητορικής σχολής, επιλεγμένοι από τον ίδιο και άπαντες ομού να αποτελέσουν τον εναρκτήριο πυρήνα μιας νέας, πανελλήνιας ηγετικής τάξης.  Ένας από αυτούς, εάν συνέχιζα να είμαι επιμελής και αξιόπιστος ακόλουθός του, θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ, ο Δωριεύς Εύελπις από τα Μέγαρα. Ο ίδιος ο διδάσκαλος, λίγο πριν από το θάνατό του, μου είχε πει ότι στις επιστολές του προς τον Αριστοτέλη είχε ήδη αναφέρει το όνομά μου με τρόπο επαινετικό.

Πράγματι, η υπόσχεση του Αριστοτέλη για επιστροφή στο Αθηναϊκό Άστυ υλοποιήθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Φιλίππου και την ανάληψη της ηγεσίας των Μακεδόνων από τον Αλέξανδρο, δηλαδή μόλις πέντε έτη πριν από σήμερα. Δυστυχώς ο Ισοκράτης είχε ήδη αποβιώσει τρία χρόνια νωρίτερα, όταν εγώ ήμουν ακόμη δεκαοκτώ ετών.

[…]    

(συνεχίζεται)

fbfe3c002fabfff4dd336e5a58367a4b

[1]   Η παρουσία του Ευέλπιδος στην ακολουθία του Αλεξάνδρου επιβεβαιώνεται και σε κείμενα που εικάζεται ότι ανήκουν στον Καλλισθένη, συγγενή του Αριστοτέλη, ιστορικό και έμπιστο γραφέα  των επισήμων επιστολών του Μακεδόνα βασιλέα.

[2] Από τα αναγραφόμενα προκύπτει ότι Εύελπις πρέπει να είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Αλέξανδρο, επομένως όταν συντάχθηκε το παρόν τμήμα των κειμένων πρέπει να ήταν 26 ετών.

[3] Ο Εύελπις προφανώς γνωρίζει τα όσα αναφέρει ο Πλάτων  στον Τιμαίο, σχετικά με τον διάλογο ανάμεσα σε Αιγύπτιο ιερέα  και τον Σόλωνα τον Νομοθέτη. Ο ιερέας φέρεται να λέει στον Αθηναίο σοφό: Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν. Νέοι ἐστέ τάς ψυχάς πάντες. Οὐδεμίαν γάρ ἐν αὐταῖς ἔχετε δι’ ἀρχαίαν ἀκοήν παλαιάν δόξαν οὐδέ μάθημα χρόνῳ πολιόν οὐδέν.

Δηλαδή: Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες μένετε πάντα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας γέροντας Έλληνας. Νέοι είστε στις ψυχές σας όλοι. Γιατί δεν έχετε πεποιθήσεις ριζωμένες σε κληρονομικές δοξασίες ούτε γνώσεις γερασμένες.

[4] Προφανώς εδώ γίνεται υπαινιγμός στην υπόθεση του Κυλώνειου Άγους,  που είχε ως πρωταγωνιστή τον Κύλωνα, αθηναίο μεν ευπατρίδη, αλλά υποκινούμενο από τον πεθερό του, τον τύραννο των Μεγάρων Θεαγένη.   

[5] Ο Εύελπις αναφέρεται εδώ στις πλατωνικές αντιλήψεις περί του ηγετικού ρόλου των φιλοσόφων στην ιδανική Πολιτεία, καθώς και στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να συνεισφέρει στην διοίκηση της μικρασιατικής πόλης Άσσου από τους πλατωνικούς Ερμεία,  Έραστο και Κορίσκο

[6] Προφανώς στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στους προγενέστερους παιδαγωγούς του Αλέξανδρου,  όπως ο Λεωνίδας, Μολοσσός από την Ήπειρο και ο  Λυσίμαχος από την Ακαρνανία.

[7] Εδώ γίνεται μνεία στην πολιορκία και καταστροφή της πόλης των Σταγείρων από τον Φίλιππο το 349 π.Χ. Ο Φίλιππος επανοικοδόμησε την πόλη προς τιμήν του Αριστοτέλους.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Posted by vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο θλιβερός δημογέροντας

Posted by vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2014

images (25)

 

Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ

 Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Ενοχλημένος από τον ξεσηκωμό ο θλιβερός δημογέροντας της περιοχής, διακήρυσσε εμφανώς εκνευρισμένος στους εξεγερμένους ραγιάδες, ότι τα λάβαρα και τα μεγάλα λόγια των ξεβράκωτων οπλαρχηγών καθόλου δεν ταιριάζουν στην προκοπή της κοινωνικής τάξης που γενναιόδωρα υπόσχεται ο Σουλτάνος.  Άσε που οι μεγάλες δυνάμεις της γης είναι ανήσυχες με την ξεροκεφαλιά τους.

Σαν έπεσε στα χέρια του Καραϊσκάκη λίγους μήνες αργότερα, δειλός καθώς ήταν απολογήθηκε τρομαγμένος για το πόσο παρερμηνεύθηκαν τα λόγια του, δήλωσε μάλιστα φρόνημα υψηλό και πίστη στη πατρίδα. 

Ο Καραϊσκάκης αφού τούκοψε όχι μόνο το δεξί αυτί, αλλά και τ’αρχίδια τον άφησε να φύγει. 

Πού πήγε και τι απέγινε ο θλιβερός δημογέροντας δεν το μάθαμε ποτέ αφού αδιαφόρησαν οι ιστορικοί.  Μην ξεγελιέστε σήμερα από το φάντασμά του, αυτός ο ίδιος είναι.  Μόνο που δεν υπάρχει πια ο Καραϊσκάκης ανάμεσά μας.

maxes_ellinon1

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έγχρωμο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

  ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

 του Νίκου Μοσχοβάκου

imagesZIW1Y6TJ

Γαλάζιο χορτάρι

στις όχθες του κίτρινου ποταμού

που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

Ο κατακόκκινος ουρανός

με φλόγες σύννεφα

άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.

Γκρίζο και μαύρο πουθενά.

Έτσι πέρασε  κι αυτή η μέρα.

Το καταπράσινο φεγγαράκι

φάνηκε στον ορίζοντα

και πλάι του η πούλια λαμπρή.

Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου

δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου

και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς

μέσα σε τόσες αντινομίες

για το βραδινό σου ραντεβού.

 imagesCVB458F6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Comments »

Αφήγημα υπό κατασκευή (και ένα απόσπασμα)

Posted by vnottas στο 28 Νοεμβρίου, 2014

sme0005

Όπως σημείωνα σε προγενέστερη ανάρτηση, στις αρχές του καλοκαιριού είπα να βουτήξω στα βαθειά και άγνωστα νερά της συγγραφής ενός αφηγήματος με ιστορικές αναφορές. Θα ήταν μια μυθιστορηματική εκδοχή της ιστορίας των ¨τυραννοκτόνων¨. Η αφορμή που οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή ήταν τα αγάλματά τους (ακριβέστερα τα ρωμαϊκά αντίγραφα των δεύτερων αγαλμάτων που ανάρτησαν προς τιμήν τους οι Αθηναίοι – μια που τα πρώτα τα είχε λαφυραγωγήσει ο Ξέρξης),  τα οποία, τις μέρες εκείνες,  οι Ιταλοί είχαν περιχαρείς επιδείξει στον πρωθυπουργό, ως ¨σύμβολα της Δημοκρατίας¨ κατά τη διάρκεια σε μιας επίσκεψής του στην γειτονική χώρα.

Και αφού η αφορμή ήταν οι ανδριάντες, είπα να αρχίσω την αφήγηση κατά την περίοδο που ο Αλέξανδρος βρίσκει τα αγάλματα (τα πρώτα) ανάμεσα στα αντικείμενα που αποτελούσαν τον ¨θησαυρό του Ξέρξη¨ στα Σούσα και αποφασίζει να τα επιστρέψει στους Αθηναίους.  Στη συνέχεια θα έκανα αναδρομή (φλας μπακ) στην Αθήνα πριν τον Κλεισθένη, την εποχή των γιών του Πεισίστρατου και θα εστίαζα στα γεγονότα της τυραννοκτονίας.

Έφτιαξα λοιπόν έναν φανταστικό ήρωα (τον είπα προσωρινά Εύελπι) και του ανέθεσα να παρακολουθεί την εκστρατεία του Αλέξανδρου με την ιδιότητα του γραμματικού-λογογράφου στην υπηρεσία του ιστορικού Καλλισθένη. Ο Εύελπις θα αναλάμβανε να συνοδέψει τα αγάλματα στο Αθηναϊκό Άστυ και εκεί, έχοντας πρόσβαση και στην βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, θα μπορούσε να διερευνήσει τι ¨πραγματικά¨ συνέβη με τους τυραννοκτόνους.

Όμως, ψάχνοντας την εποχή του Αλέξανδρου γοητεύτηκα από ορισμένα ιστορικά πρόσωπα (όχι κατ’ ανάγκην ηρωικά ή ηρωοποιημένα από την ¨επίσημη¨ ιστορία) που μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα για μια μυθιστορηματική παρουσίαση: Κυρίως ο Καλλισθένης, αλλά και ο Άρπαλος, και η Θαΐδα, ίσως ο και Ευμένης, και δε ξέρω ποιος άλλος μπορεί να προκύψει καθώς η αφήγηση συναρμολογείται και προχωράει.

Όσο αφορά ιδιαίτερα στον Καλλισθένη, μου δημιουργήθηκε  το εξής ερώτημα:  Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ο Ολύνθιος ιστορικός είχε προσλάβει τις εξελίξεις της εποχής του με τρόπο ανάλογο με εκείνον που σήμερα, γνωρίζοντας βέβαια τις κατοπινές εξελίξεις, θα αποκαλούσαμε πρώιμο αρχαιοελληνικό μοντερνισμό και εάν έβλεπε την εκστρατεία του Αλέξανδρου ως κάτι που να μοιάζει, ας πούμε, με την Ναπολεόντεια στρατιωτική επέκταση, ύστερα από την πρώτη μεγάλη μοντέρνα επανάσταση, τη γαλλική;

Έτσι ¨κόλλησα¨ στην εποχή της εκστρατείας, και μάλιστα σε μια μόνο χρονιά: το 330 πΧ, και μάλιστα, (ενώ έχω ήδη καταγράψει καμιά ογδονταριά σελίδες αφηγηματικό υλικό), σε γεγονότα που καλύπτουν (για την ώρα) μόνο τρεις μέρες: Τις τρεις τελευταίες μέρες του Ανθεστηριώνα μήνα (Αττικό ημερολόγιο). Βέβαια, έχω παραθέσει στην εισαγωγή και ορισμένα ¨ανευρεθέντα¨ κείμενα του Ευέλπι, που περιγράφουν τις   ευρύτερες συγκυρίες της εποχής.

Δεν έχω εγκαταλείψει την ιδέα με το ζεύγος  των τυραννοκτόνων, αλλά όπως εξελίσσεται αυτή εδώ η περιπέτεια γραφής, μέλλον θα τους περιορίσω σε ένα ένθετο παράπλευρο επεισόδιο.

Μετά από όλα αυτά, και με την παρότρυνση (και επιλογή αποσπάσματος) του φίλου Νίκου (Μοσχοβάκου) ο οποίος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και εξ αρχής την παρούσα (αφηγηματική) περιπέτεια, σας παραθέτω ένα μικρό δείγμα γραφής. Πρόκειται για την επιστολή της εταίρας Θαΐδας (που ακολουθεί την εκστρατεία) προς την  εταίρα Φρύνη (που βρίσκεται στην Αθήνα). Επί του παρόντος, η επιστολή είναι τοποθετημένη, ως ιντερμέτζο, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος των ήδη γραμμένων σελίδων του αφηγήματος. Άλλες προδημοσιεύσεις (του εν συνθέσει κειμένου), προσεχώς.

image002(3360)

Ιντερμέτζο

Η επιστολή  της Θαΐδος της εξ Αθηνών προς τη Φρύνη των Αθηναίων

 Προσφιλέστατή μου Μνησαρέτη του Επικλή,

εκλεκτή ακόλουθε της Αναδυομένης Κύπριδος,

αλλά και υπό των Αθηναίων απάντων λατρευτή ως Φρύνη.

Χαίρε.

Εύχομαι να έχεις πάντα την εύνοια των Ολυμπίων, και η επιστολή μου να σε βρει γερή και ευτυχισμένη.

Δεν είχα συχνά την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σου, όχι τουλάχιστον όσο θα επιθυμούσα, και είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις τις αιτίες. Η παρακολούθηση μιας εκστρατείας -παραδέχομαι ότι είχες δίκιο όταν με προειδοποιούσες σχετικά πριν την αναχώρησή μου από την Αθήνα- δεν είναι μία συνηθισμένη περιπέτεια.

Πολύ περισσότερο το να ακολουθείς αυτή την συγκεκριμένη ¨ανάβαση¨, όπως την αποκαλούν πολλοί από τους πολεμιστές εδώ, η οποία επεκτάθηκε στις ηπείρους της οικουμένης και παρόλα αυτά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Ωστόσο, παρά τις διαρκείς μετακινήσεις, όποτε μπόρεσα δεν παρέλειψα να σου αποστείλω την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου με προφορικά μηνύματα, χρησιμοποιώντας έμπορους και απόμαχους στρατιώτες που επέστρεφαν στο Αθηναϊκό Άστυ.

Φαντάζομαι ότι τα κυριότερα νέα για τις μάχες, τις νίκες, τις κατακυριεύσεις των πόλεων, τους κατακτημένους θησαυρούς, όλα αυτά τέλος πάντων  που χαρακτήρισαν την πορεία των ελληνικών στρατευμάτων τα τελευταία χρόνια, θα έχουν ήδη φτάσει ως την Πόλη της Παλλάδος και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εδώ διεξοδικά.

Μα ναι, τα βασικότερα από τα γεγονότα πρέπει να είναι γνωστά στην Αθήνα και, από όσο μπορώ να υποθέσω γνωρίζοντας αρκετά καλά τους Αθηναίους -εσύ βέβαια τους ξέρεις πολύ καλλίτερα-, πρέπει να έχουν ξεσηκώσει πλήθος συζητήσεων και προβληματισμών.

Σαν να τους βλέπω εδώ μπροστά μου, τώρα δα, αγαπητή μου Μνησαρέτη, να σκαρφαλώνουν ξαναμμένοι στην Πνύκα,  να σχολιάζουν, να αναλύουν, να κριτικάρουν, να αρπάζονται, να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να ρητορεύουν, να αλληλοκατηγορούνται…

Ή ακόμη, να καταλήγουν στην αγκαλιά σου ζητώντας απεγνωσμένα κατανόηση…

Ω πόσο τους έχω επιθυμήσει αυτούς τους  διαρκώς ανήσυχους, διαρκώς τεντωμένους, αλλά και διαρκώς σε αναζήτηση της γαλήνης, της ηρεμίας και της στοργής, Αθηναίους…

Ναι, δεν επιθυμώ να στο κρύψω: υπάρχει το άλγος του νόστου στην ψυχή μου.

Θυμάσαι στ’ αλήθεια πόσο είχαμε διασκεδάσει κι οι δυο μας τότε, λίγο πριν φύγω, όταν είχαν καταλήξει όλοι τους χωρισμένοι στα δύο για χάρη  μας; Θυμάσαι τους  Φρυνικούς και του Θαϊδικούς; Έντονοι στις αντιπαραθέσεις τους σχεδόν όσο, για να μη πω παραπάνω, οι ¨φίλο¨ με τους ¨αντί¨ μακεδονικούς

Μα τι λέω, και βέβαια τους θυμάσαι, εσύ τους έχεις εκεί, στα πόδια σου όλους αυτούς, να σου θυμίζουν τα παλιά επεισόδια, τα παλιά παιχνίδια… Μήτε κι εγώ λησμονώ πως οι δικοί σου οι θαυμαστές ήτανε πιο πολλοί από τους δικούς μου, πράγμα εξάλλου που ήταν δίκαιο και σωστό, μια που ως μεγαλύτερη -λίγα μόνο χρόνια- ήσουν κοντά τους, αφιερωμένη σ’ αυτούς, μια στάλα περισσότερο καιρό από ό, τι εγώ.

Αχ, Μνησαρέτη μου!

Άραγε ¨οι εξήντα¨([1]), οι αστείοι ποιητές, εκείνοι που λέγανε τόσες χαριτωμένες κακίες εις βάρος μας, μαζεύονται πάντοτε στον ναό του Ηρακλή στη Διόμεια για να σκαρώσουν τις φάρσες και τα καλαμπούρια τους;

Θυμάσαι τον ¨Θαϊδο-Φρυνικό Πόλεμο¨ που είχαν οργανώσει; Θυμάσαι που μόλις άκουσαν την τιμή του βραβείου που ήθελαν να αθλοθετήσουν για το νικητή -μια νύχτα με μια από εμάς- αναγκάστηκαν να κάνουν έρανο ανάμεσα στους πεντακοσιομέδιμνους;

Ναι, το άλγος του νόστου υπάρχει, και που και που με τσιμπάει, αλλά να μη νομίζεις ότι αυτά στα γράφω για να σου παραπονεθώ.

Όχι. Δεν υπάρχει τίποτα που να μου προκαλεί το παράπονο ή τη στεναχώρια της αδικίας. Και την ευγνωμονώ την Αφροδίτη, και την Ουρανία και την Πάνδημη, μεγάλη η χάρη της!

Διάλεξα αυτή την πορεία έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι κάνω, δεν μετανιώνω και είμαι ευχαριστημένη. Βαδίζω σε έναν παράδρομο ίσως, αλλά πάντως δίπλα στα χνάρια της Ιστορίας, όπως και εσύ άλλωστε, άνασσα στην πιο ένδοξη πόλη των Ελλήνων, όπως και η αείμνηστη Ασπασία, όπως ακόμη και η αμφιλεγόμενη Θαργηλία που κατάφερε να παντρευτεί τόσους επιφανείς άνδρες και τελικά να διοικήσει τη Θεσσαλία μόνη της! Λένε πως εργαζόταν για τους Πέρσες και μπορεί να είναι αλήθεια, συνέβη να κάνουν προτάσεις και σε μένα, όμως παρόλα αυτά εγώ λέω ότι η Θαργηλία απέδειξε πως, θέλοντας, εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε πράγματα μεγάλα και αξιομνημόνευτα. Ποια θα αποδειχθούν θετικά και ποια καταστροφικά ας το κρίνουν οι μεταγενέστεροι.

Μιλάω για εμάς, αγαπητή μου Μνησαρέτη, εμάς τις γυναίκες ¨συντρόφους¨ που, ό, τι κι αν λένε οι εχθροί μας,  διαφέρουμε από τις πόρνες που αγαπούν μόνο το χρήμα, διαφέρουμε από τις θεούσες ιερόδουλες που δε δουλεύουν παρά για τους θεούς και τους ιερείς τους, λέω για μας, που δε θα γινόμασταν ποτέ αντικείμενα λατρείας, εάν δεν είχαμε ένα εξαιρετικό και σπάνιο προσόν.

Όχι, φιλτάτη Μνησαρέτη, δεν μιλώ για την παιδεία, την εξυπνάδα ή η ευστροφία μας, όπως ίσως σκέπτεσαι. Αυτές μας βοηθούν απλώς στο να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους ευφυέστερους.

Εκείνο που πραγματικά μας ξεχωρίζει είναι ότι τους άνδρες, κατά βάθος, τους αγαπάμε. Και  αγαπώντας τους άνδρες αγαπάμε ολόκληρο τον κόσμο των ανθρώπων και δε μισούμε κανένα.

Βλέπεις; Με συλλαμβάνεις να ¨φιλοσοφώ¨ κι αυτό είναι ίσως ένα ακόμη δείγμα της νοσταλγίας μου για την Αθήνα.

Ας έλθω λοιπόν σε ένα θέμα που θεωρώ φυσικό να κινεί το ενδιαφέρον σου, όπως και κάθε σημερινής γυναίκας. Όχι, καμία γενικότητα, καμία φιλοσοφία… Λέω για ¨εκείνον¨.

Ξέρω πώς και ο ίδιος και ο πατέρας του σου είχαν ζητήσει να ανεβείς ως την Πέλλα προσφέροντάς σου μυθώδες αντίτιμο, μα εσύ είχες αρνηθεί να μετακινηθείς. Μα ναι Φρύνη μου, σε καταλαβαίνω, ποια βασίλισσα θα άφηνε την Αθήνα για μια πόλη του Βορρά; Ωστόσο, λέω εγώ, ίσως, -τι ίσως, σίγουρα-, θα σου έμεινε μια θεμιτή  περιέργεια.

«Άσε τις φλυαρίες Θαΐδα» σε ακούω να μου λες, «και πες μου… πώς είναι εκείνος;» Πες την αλήθεια, αυτή δεν είναι η ερώτηση που ανεβαίνει από μόνη της στα χείλια σου;

Ε, λοιπόν θα σου πω.

Δεν είναι δύσκολο: είναι νέος, είναι όμορφος, είναι ενθουσιώδης, είναι γεννημένος ηγέτης αλλά αρκετά ευφυής ώστε να ακούει τους πεπειραμένους. Αγαπάει τους φίλους του, άνδρες και γυναίκες με πάθος, πάθος που καμιά φορά αναζητώντας άμεση και άνευ όρων ανταπόκριση, καταλήγει καταστροφικό και τραγικό. ¨Εκείνος¨ έχει ανάγκη από επιδοκιμασία τουλάχιστον όσο οι θεοί που αν δεν υμνηθούν μας ξεχνάνε.

Ο δάσκαλός του τού λείπει, θα τον ήθελε πλάι του, αλλά απορρίπτει κάθε ιδέα να τον φέρει εδώ με το ζόρι. Τη μάνα του, αν δεν ανακατευόταν τόσο έντονα στα πάντα, ακόμη και από μακριά, θα την είχε ήδη προσκαλέσει και θα την είχε εγκαταστήσει αρχόντισσα σε κάποια από τις κατεκτημένες πρωτεύουσες.

Να σου πω και κάτι άλλο; Επειδή κατάγεσαι από τις Θεσπιές, που αν και πόλη βοιωτική είχαν αλωθεί παλιότερα από τους Θηβαίους[2], καταλαβαίνω την αμφιθυμία που σου δημιούργησε η καταστροφή της πόλης των Θηβών από τους Μακεδόνες. Δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά έφτασε ως εδώ η φήμη πως προσφέρθηκες να αναστηλώσεις  με δικά σου έξοδα τα θηβαϊκά τείχη, αρκεί να αναγράψουν πάνω τους πως ¨ό, τι κατέστρεψε ο Αλέξανδρος ο Μακεδών το αποκατέστησε η Φρύνη η εταίρα¨ και πως οι Θηβαίοι, βέβαια, αρνήθηκαν.

Είτε αληθεύει στο ακέραιο αυτή η ιστορία είτε όχι, μου αρέσει που προσπάθησες να μπεις στη μύτη τόσο του Αλέξανδρου όσο και των Θηβαίων. Είναι αντάξιο της φήμης και της ισχυρής σου προσωπικότητας!

Πάντως, μα το Δία, δε ξέρω τι εντύπωση θα σου έκανε ο Βασιλέας αν τον ζούσες από κοντά. Μπορώ όμως να πω ότι εκείνου σίγουρα θα του άρεσες ω Φρύνη. Εκτιμά τόσο την ομορφιά όσο και την ειλικρίνεια. Άσε που νομίζω ότι έχει αδυναμία στις λίγο μεγαλύτερές του γυναίκες, έχω παραδείγματα. Αλλά αυτά θα τα πούμε διεξοδικά όταν ο Ταξιδιώτης Ερμής μας επιτρέψει να ξαναβρεθούμε κοντά η μια στην άλλη.

Για εκείνον έχω μόνο να προσθέσω ότι για να τον καταλάβει κανείς, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν ότι μαζί του έχει έρθει στην εξουσία μια γενιά νέων. Τους βλέπεις: είναι μια μεγάλη συντροφιά από νέα παιδιά που όσο επιτυχώς και αν παίζουν τον πόλεμο, όσο κι αν μέσα σε λίγα χρόνια έχουν εξελιχθεί σε βετεράνους μεγάλων μαχών, εξακολουθούν να  αστειεύονται,  να γελάνε, να κάνουν φάρσες οι μεν στους δε, σαν να είναι μια μεγάλη παρέα που βγήκε κυνήγι. Και προ παντός,  διαισθάνονται ότι είναι οι πρώτοι σε κάτι καινούργιο. Αξίζουν, Μνησαρέτη μου, αξίζουν κάποιες ταλαιπωρίες προκειμένου να βρίσκεται κανείς κοντά τους.

¨Ταλαιπωρίες¨ γράφω κι έρχεται στο νου μου η προσπάθεια που κάθε γυναίκα κάνει, για να παραμείνει όσο γίνεται πιο επιθυμητή, ακόμη και όταν στην αγκαλιά της καταφεύγουν άντρες γεμάτοι από την έξαψη της μάχης, όπου το μόνο που αποζητούν είναι μια τελετή Ζωής που να ξορκίζει τον ανελέητο Θάνατο και να διαλύει τις Ερινύες και τα άλλα τέρατα που γεννοβολάει ο Πόλεμος.

Για να είμαστε επιθυμητές όμως – θυμάμαι πάντοτε τις συμβουλές και τις παραινέσεις σου- η εύνοια της Αναδυόμενης δεν αρκεί πάντα, κάποια βοήθεια δε βλάπτει, για αυτό σε παρακαλώ να έχεις το νου σου αγαπητή μου Μνησαρέτη: με το πρώτο πλοίο που θα φτάσει στον Πειραιά από την Τύρο, – υπολογίζω αμέσως μετά την ανοιξιάτικη ισημερία- σου στέλνω μαζί με την αγάπη  μου ένα κιβώτιο με καλλυντικές και αρωματικές ουσίες από την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Βαβυλώνα. Όχι πως η Κόρινθος και η Χαιρώνεια  δεν τα καταφέρνουν μια χαρά στην αρωματοποιία, αλλά για δοκίμασε κι αυτά τα ¨εξωτικά¨ κατασκευάσματα. Αν όχι τίποτα άλλο θα έχουν τη γοητεία του καινούργιου και του ασυνήθιστου.

Τι άλλο να σου εξομολογηθώ Μνησαρέτη μου; Ότι θα ’θελα να ξέρω τι κάνει ο Μένανδρος που με έκανε τόσο να γελάω, αν με ξέχασε ή αν η απουσία μου έχει τυχόν εμπνεύσει κάποιο νέο θεατρικό του έργο[3];

Εσύ εμπνέεις γλύπτες, και με το υπέροχο κορμί σου αυτό είναι δίκαιο, εγώ έναν κωμικό ποιητή είχα θαυμαστή, να μη ξέρω τι κάνει;

Ζητάω πολλά, ε; Άστο!

5

Α, τον θυμάσαι τον Εύελπι; Εκείνον το νεαρό Μεγαρέα που μάλλον συνεσταλμένος περιτριγύριζε στα αθηναϊκά συμπόσια πριν την εκστρατεία;

Είναι εδώ. Ταξιδέψαμε μαζί, πριν τέσσερα χρόνια, με το ίδιο πολεμικό πλοίο. Ο χρυσός μου, είχε νομίσει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού  θα έπρεπε να με προστατέψει, -να σου πω την αλήθεια κάτι τέτοιο είχα στο μυαλό μου και εγώ, να τον προστατέψω, έτσι άβγαλτο που τον έβλεπα. Βέβαια το ταξίδι ήταν ομαλό και πειθαρχημένο και κανείς μας δε χρειάστηκε προστασία, ωστόσο μου έκανε εντύπωση η ευγενική αν και δωρικά πειθαρχημένη συμπεριφορά του.

Ε, λοιπόν πού να τον δεις τώρα. Κολλητός με τον ισχυρό Καλλισθένη, τον ανιψιό του Αριστοτέλη, που εδώ ασκεί υψηλά καθήκοντα  -και που αν πιστέψω αυτά που λένε οι εχθροί του μας επιτηρεί όλους-, έχει αναδειχθεί σε σημαντικό πρόσωπο. Τόσο σημαντικό που ενάντιά του και, φυσικά, ενάντια στον Ολύνθιο Καλλισθένη εξυφαίνεται συνομωσία από κάτι μοχθηρούς τύπους. Μοχθηρούς και ανόητους: τους ξεφεύγουν λόγια νομίζοντας ότι οι γυναίκες δίπλα τους είναι όντα χωρίς μυαλό και χωρίς παρατηρητικότητα.  Έπαθλο της πλεκτάνης τους; η επιρροή που εικάζουν ότι, εξουδετερώνοντάς τον Ολύνθιο και τους φίλους του, μπορούν να αποκτήσουν πάνω στον Μακεδόνα Βασιλέα. Είχα σκοπό να ειδοποιήσω τον Εύελπι, αλλά του ανέθεσαν αποστολές που τον ανάγκασαν να επιστρέψει βιαστικά στα Σούσα. Ελπίζω να μπορέσω να τον ενημερώσω έγκαιρα.

Ε, να. Νομίζω ότι στα είπα όλα και ξανάσανα!

Όλα; Όχι ακριβώς. Δε σου είπα τίποτα, ας πούμε,  για τον Πτολεμαίο.

Μη γελάς, το ξέρω ότι τους μισούς Μακεδόνες τους λένε Πτολεμαίους! Εντάξει, αφήνω μερικά πράγματα για όταν θα τα ξαναπούμε.

Εν τω μεταξύ

Σε ασπάζομαι με αγάπη και αφοσίωση

Το Θάϊον -όπως με προσφωνούσες χαϊδευτικά- από την Περσέπολη.

mosaico

[1] Σύμφωνα με τον Αθηναίο (Δειπνοσοφισταί, XIV, 614e) οι κυριότεροι από τους ¨πλακατζήδες¨ της παρέας των εξήντα ήσαν οι ο Καλλιμέδων, ο Κάραβος και ο Δεινίας, ο Μνασιγείτων και ο Μέναιχμος.  Ο Αθηναίος σημειώνει επίσης ότι ο Φίλιππος τους είχε χρηματοδοτήσει με ¨ένα τάλαντο¨ προκειμένου να του στέλνουν τα αστεία τους, ειδικότερα όσα τον αφορούσαν.

[2] Αν και πόλη της Βοιωτίας, οι Θεσπιές αλώθηκαν και καταστράφηκαν από τους Θηβαίους μετά την μάχη των Λεύκτρων (371πΧ).  Πιθανολογείται ότι μετά από αυτή την καταστροφή ο φτωχός Επικλής, πατέρας της Μνησαρέτης/Φρύνης, μετακόμισε στην Αθήνα.

[3] Φημολογείται ότι ο Μένανδρος είχε γράψει και παρουσιάσει το κωμικό έργο Θαίς, (δεν διασώθηκε) εξυμνώντας τις χάρες της τότε ερωμένης  του Θαΐδας

350px-Hetaere_Kallipygos

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Posted by vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βούλα Δαμιανάκου, το νέο της βιβλίο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

Δαμιανάκου α2.jpeg

 

Είχα την τιμή και τη χαρά να μου στείλει η Βούλα η Δαμιανάκου ένα αντίτυπο από το νέο δίτομο βιβλίο της. Μόλις το έλαβα, αχνιστό, με το άρωμα του τυπογραφείου. Ανυπότακτη, πιο νέα από πολλούς σημερινούς τριαντάρηδες δηλώνει: ¨Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου¨, και μετά αρχίζει να διηγείται…

 

Δαμιανάκου 2α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Με φιλοπαίγμονα διάθεση…

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

… όπως σημειώνει ο Νίκος

αρχείο λήψης (1)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θέλησα να λάβω το λόγο. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν τάχα, αφρίζοντας αγανακτισμένοι. Μέσα μου παραιτήθηκα τότε. Που πάω και ποιος θα μ’ακούσει σκέφτηκα. Δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους. Τόσο χαμηλά δεν πέφτω.

images (1)
Τα πράγματα όμως τα εκτίμησα λάθος. Γιατί ύστερα από λίγους μήνες οι πάλαι ποτέ φωνασκούντες είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία και μ’αντίθετους λόγους, μειλίχια και ύφος διαλλακτικό προσπαθούσαν να κατευνάσουν τους διαμαρτυρομένους.
Μάζεψα στοιχεία για την προέλευσή τους. Είχαν συμπράξει ένας κόμης, ένας κομιτατζής κι ένας κομισάριος. Τα ονόματά τους Ντε Ριμπό, Αντόν και Ρικάρντο. Ο πρώτος καταγόταν από την κομητεία του Κλισύ, ο δεύτερος από την Κομοτηνή και ο τρίτος από το Κόμο. Ακόμα, έμαθα ότι η συνομωσία είχε εξυφανθεί σε μια μικρή κώμη κι ότι όλοι είχαν εμφανισθεί με περιποιημένη κόμη. Ίσως πλην του κόμη. Μάλιστα στην επίσκεψή τους στην Μακρακώμη, είχαν άπαντες λερωθεί με κόμμι που έβγαζαν τα πεύκα της περιοχής.

images
Κωμικά πράγματα θα μου πείτε. Να όμως που γλιτώσαμε από δαύτους όταν εμφανίστηκε ένας κομήτης που απειλούσε να κομματιάσει τη γη κατά τους ειδικούς. Μάζεψαν βιαστικά τα πράγματά τους κι αναχώρησαν για την έρημο της Κομαγηνής. Κόμισαν όπως ήταν φυσικό μαζί τους και τα καμώματά τους.
Εκεί ο κόμης έπεσε σε κώμα, ο κομισάριος επεδόθη στην συγγραφή κωμειδυλλίου, όμως ο κομιτατζής χωρίς να βάλει κόμα στις φιλοδοξίες του σκεφτόταν ακόμα αισιόδοξα με σκοπό να επανιδρύσει το κόμμα.

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »