Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

9219588129_d8da90ff9a_b

Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Ξύπνησα νωρίς. Ήθελα να προετοιμαστώ κάπως γιατί όπου να ‘ναι θα κατέφθανε ο Δημάδης.

Τίμησα το πρωινό ¨άριστον¨ που μου ετοίμασε η κυρά Άνθεμη, η οποία βρισκόταν ήδη στο πόδι ακόμη πιο νωρίς από μένα και της είπα πόσο μου έχει λείψει αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο η ίδια όσο και το πρωινό που μόνο εκείνη ξέρει να φτιάχνει. Κέρδισα ένα πλατύ της χαμόγελο. Μετά αποσύρθηκα στη αίθουσα των κειμένων. Υπήρχαν εκεί περγαμηνές και πάπυροι  συλλεγμένοι από τον Ευρύνου, αλλά και κάμποσα συγγράμματα δικά μου, τόσο από εκείνα που χρησιμοποίησα στις σπουδές, όσο  και διάφορα άλλα.

Η χθεσινή συζήτηση με τον πατέρα μου σχετικά με την αντιδικία Δημοσθένη-Αισχίνη και η αναφορά του στην επικείμενη δίκη ανάμεσά τους, είχε τραβήξει την προσοχή μου στο γεγονός που, σύμφωνα με τον Ευρύνου, θα κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή  της Αθήνας τούτο το καλοκαίρι.  Ο πατέρας έχει δίκιο. Οι δίκες στην Αθήνα έχουν σχεδόν πάντα πολιτικές προεκτάσεις. Οι δικαστές είναι ένορκοι πολίτες, πολλοί στον αριθμό, και οι αποφάσεις τους εκφράζουν έγκυρα το κλίμα που επικρατεί κάθε φορά στην Πόλη.

Σκοπεύω να παρακολουθήσω αυτή τη δίκη. Με τρόπο διακριτικό, γιατί δε θέλουν πολύ οι ποικίλοι ¨ενάντιοι¨ να με κατηγορήσουν για εμπλοκή και ανάμιξη εκεί όπου δεν είμαι σπαρμένος. Η Αθήνα είναι ευαίσθητη όσον αφορά στην ανεξαρτησία της και καλά κάνει. Η πολύτιμη ενδο-ελληνική ειρήνη, για να φτουρήσει, πρέπει να είναι μια έντιμη ειρήνη. Επομένως, το ξαναλέω: προσοχή!

images (19)

Δεδομένου ότι οι σπουδές μου δεν ήταν επικεντρωμένες στα νομικά, αλλά κυρίως, θα έλεγα, στα ιστορικά θέματα (ακριβέστερα στην μετατροπή του παρόντος σε Ιστορία), θέλησα να ενημερωθώ διεξοδικότερα για τα ισχύοντα στην αθηναϊκή νομολογία και δικονομία. Άνοιξα λοιπόν τις συγγραφές. Πέρα από τους νόμους και τους κανόνες, βρήκα αρκετούς από τους λόγους των δύο μονομάχων, καθώς και άλλα ενδιαφέροντα τεκμήρια.

Μέχρις ότου ακουστεί ο θόρυβος του αμαξιού με το οποίο κατέφτασε ο Δημάδης, είχα προλάβει να αποκτήσω μια πρώτη εικόνα, όχι μόνον  του νομικού πλαίσιου, αλλά και (εδώ με βοήθησαν οι δικές μου -πριν απ’ την αναχώρηση- σημειώσεις) του ιστορικού της διένεξης ανάμεσα στους δύο επιφανείς Αθηναίους ρήτορες-πολιτικούς.

Με λίγα λόγια…

τοξοτης

Ο ένας, ο Δημοσθένης, ήταν γεννημένος εύπορος. Ο πατέρας του είχε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε κλίνες και μια άλλη όπου σκάρωνε μαχαίρια για πολεμική και ειρηνική χρήση. Πέθανε όταν ο γιος του ήταν μόνο εφτά χρονών. Του άφησε μια αξιόλογη περιουσία και τρεις ανίκανους και ιδιοτελείς κηδεμόνες. Όσο κι αν η χήρα-μάνα ανησυχούσε και διαμαρτυρόταν, οι κηδεμόνες κατασπατάλησαν την κληρονομιά.

Ο μικρός Δημοσθένης πείσμωσε! Ή θα γινόταν καλός στα όπλα και θα τους έσφαζε ή θα γινόταν δικανικός ρήτορας και θα τους έσερνε στα δικαστήρια μέχρι να τους αναγκάσει να επανορθώσουν.

Αν ζούσε αλλού θα είχε μόνον την πρώτη επιλογή. Αλλά ζούσε στην Αθήνα. Μια πόλη όπου γίνονταν παρανομίες, όπως παντού, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη ικανή να αισθανθεί έως και συλλογικό άγος όταν καταπατιόταν το κοινό αίσθημα περί δικαίου. Όποιος κι αν ήταν ο φταίχτης! Ακόμη κι αν έφταιγε η Πόλη η ίδια!

Έτσι ο μικρός αντί να ασκηθεί στην παλαίστρα βάλθηκε να ασκείται και να μαθαίνει την τέχνη του δικανικού ρήτορα. Κι ας ήταν ψευδός!

 Δημοσθένης

Ό άλλος, ο Αισχίνης, από τον περιφερειακό δήμο των Κοθωκιδών[1],  γεννήθηκε τέσσερα, πέντε  χρόνια πρωτύτερα, γιος ενός εγγράμματου δούλου που τον έλεγαν Τρόμη.  Ο Τρόμης πολέμησε για την Αθήνα, και εναντιώθηκε στους τριάντα τύραννους με αποτέλεσμα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, να χειραφετηθεί και να αλλάξει όνομα: ήταν πλέον ο Ατρόμητος. Ο Αισχίνης μπόρεσε έτσι να αποκτήσει ευρύτερη μόρφωση, ενώ τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο δημοδιδασκαλείο του πατέρα του. Πάντως, απ’ ό, τι φαίνεται, βασικά  ήθελε να γίνει ηθοποιός.

 Εν τω μεταξύ, οι αντιπαραθέσεις – κατάλοιπα της παλιάς μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών είχαν υποχωρήσει και είχαν αντικατασταθεί με τους προβληματισμούς για την ανάδυση  μιας νέας ισχυρής δύναμης στο βορρά, των Μακεδόνων. Η ενδιάμεση εμφάνιση στο πανελλήνιο προσκήνιο των Θηβαίων, ήταν εμφάνιση διαττόντων αστέρων.

 Ο Δημοσθένης καταφέρνει να διώξει ποινικά τους εκμεταλλευτές – τέως κηδεμόνες του, αλλά όχι και να αποζημιωθεί επαρκώς. Παραμένει συνήγορος-λογογράφος, και μάλιστα πολύ επιτυχημένος, αλλά παράλληλα αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις νέο-αποκτημένες ρητορικές του ικανότητες στον πολιτικό στίβο. Παρουσιάζεται ως  ένθερμος αντιμακεδόνας. Το κλίμα είναι πρόσφορο. Οι επιδρομές του Φίλιππου κατά των πόλεων που τελούν υπό αθηναϊκή προστασία και επιρροή (στην Θράκη και στα στενά της εισόδου στον Εύξεινο Πόντο) δημιουργούν στην Αθήνα δυσκολίες στον ανεφοδιασμό και φόβους για ουσιαστική απώλεια ισχύος στο άμεσο μέλλον.

Ο Αισχίνης πάλι, καταλαβαίνει από τις αντιδράσεις του κοινού ότι ως ηθοποιός δεν πρόκειται να διαπρέψει και το γυρνά και αυτός στην πολιτική. Εντάσσεται στην κυρίαρχη τότε αντιμακεδονική μερίδα. Μετά την πτώση της Ολύνθου παίρνει μέρος στην αποστολή που προσπαθεί να πείσει τις ελληνικές πόλεις του νότου να συσπειρωθούν κατά των Μακεδόνων. Η αποστολή αποτυγχάνει και ο Αισχίνης απογοητεύεται και αλλάζει στρατόπεδο. Από αυτό το σημείο και μετά υποστηρίζει τον Φίλιππο και στη συνέχεια τον Αλέξανδρο. Aeschines_bust

Η Αθήνα προσπαθεί να περιορίσει τις απώλειες (και να κερδίσει χρόνο) με διαπραγματεύσεις. Ο Αισχίνης και ο Δημοσθένης παίρνουν μέρος στις διπλωματικές αποστολές προς τον Φίλιππο, με επικεφαλής τον Εύβουλο, έναν πολιτικό που περισσότερο από φιλομακεδόνας είναι υπέρμαχος μιας ¨ήρεμης¨, μη παρεμβατικής πολιτικής των Αθηνών. Οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν με τη σύναψη ειρήνης, για την οποία οι όρκοι δόθηκαν τελικά  στις Φερές της Θεσσαλίας και πήρε το όνομα ενός άλλου φιλομακεδόνα, ο οποίος επίσης συμμετείχε στην αποστολή, του Φιλοκράτη.

Η ατελείωτη σειρά των διενέξεων ανάμεσα στους δύο ρήτορες αρχίζει ακριβώς εκείνη την εποχή, πριν από περίπου δεκάξι χρόνια. Δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε δοθεί η αποφασιστικής σημασίας μάχη στη Χαιρώνεια (οκτώ χρόνια πριν) και δεν είχε ακόμη καταστραφεί η Θήβα (πριν πέντε χρόνια).  

 Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι χρηματίστηκε από τον Φίλιππο. Την κατηγορία δεν την υποβάλλει αυτοπροσώπως, αλλά μέσω ενός πλούσιου φίλου του, του Τίμαρχου.

Ο Αισχίνης απαντά ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, ένας γνωστός φαύλος και (στα νιάτα του) εκπορνευόμενος όπως ο Τίμαρχος δεν δικαιούται να κατηγορήσει κανέναν. Πολύ περισσότερο έναν αθηναίο ευπατρίδη.

Οι ένορκοι δικαστές εγκρίνουν την ένσταση του Αισχίνη και απορρίπτουν την κατηγορία για τυπικούς λόγους. Ο Τίμαρχος χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα και αυτοκτονεί.

Ο Δημοσθένης επιμένει∙  αυτή τη φορά παρεμβαίνει προσωπικά και απαριθμεί τα επιχειρήματά του στον περίφημο λόγο ¨περί παραπρεσβείας¨

Σύμφωνα με αυτήν τη αγόρευση, οι βασικές πράξεις και παραλείψεις του Αισχίνη που έβλαψαν την Αθήνα και για τις οποίες θα πρέπει να κριθεί ένοχος προδοσίας, είναι οι εξής:

Πρώτα απ’ όλα γιατί παρενέβη ενάντια στην έγκαιρη -και εκ των υστέρων δικαιωμένη- εισήγηση του Δημοσθένη να κλείσουν οι Αθηναίοι τα στενά των Θερμοπυλών και να εμποδίσουν την κάθοδο των Μακεδόνων στο νότο.

Δεύτερο, γιατί με τη συνηγορία του Φιλοκράτη, δέχτηκε η τελική συμφωνία να υπογραφεί στις Φερές, όπου ο Φίλιππος επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων απειλούσε τους σύμμαχους Φωκείς,  αλλά και την ίδια την Αθήνα.

Τρίτο,  γιατί στο τελικό κείμενο της συνθήκης ο Αισχίνης δέχτηκε να μπει η διατύπωση ¨το κάθε μέρος κρατάει όσα (αυτή τη στιγμή) έχει¨ και όχι, όπως θα προτιμούσε η Αθήνα ¨το κάθε μέρος κρατάει τα δικά του¨.

Τέταρτο, όταν η δεύτερη αποστολή διαπραγματεύσεων έφτασε στην Πέλλα, ο Φίλιππος δεν ήταν εκεί αλλά εξαπέλυε πολεμικές επιδρομές στη Θράκη. Αντί να σηκωθούν και να φύγουν (προσβεβλημένοι) αμέσως, τα μέλη της επιτροπής, με εισήγηση του Αισχίνη και του Φιλοκράτη, παρέμειναν περιμένοντάς τον ένα ολόκληρο μήνα.

Πέμπτο, γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία του αθηναίου πρέσβη Δέρκυλου, τον είδαν να βγαίνει νύχτα από τη σκηνή του Φίλιππου. Άσε που έμεινε στις Φερές μια μέρα παραπάνω από τους άλλους πρέσβεις.

Τέλος ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι γιόρτασε μαζί με τον Φίλιππο στο μαντείο των Δελφών τη νίκη του Μακεδόνα κατά των (συμμάχων των Αθηναίων) Φωκέων.

Ο Αισχίνης απαντά  άμεσα και διαψεύδει τις κατηγορίες με έναν λόγο (που τον έχω κι αυτόν αντιγραμμένο στα κείμενά μου) με την επικεφαλίδα ¨Περί της ψευδούς Παραπρεσβείας¨. Παρά το γεγονός ότι οι φίλοι των μακεδόνων είναι ακόμη λίγοι, ο Αισχίνης αθωώνεται, αν και με μικρή διαφορά ψήφων.

Όλη αυτή η δικαστική διένεξη κράτησε δυο-τρία χρόνια. Ας σημειωθεί ότι παράλληλα κατηγορήθηκε για προδοσία και ο Φιλοκράτης, ο οποίος πρόλαβε να δραπετεύσει από την Αθήνα πριν την εκδίκαση της καταγγελίας (κατήγορος σε αυτή τη δίκη ήταν ο ρήτορας Υπερείδης). Ο Φιλοκράτης καταδικάστηκε ερήμην σε Θάνατο. αρχείο λήψης (4)

  Πέρα από τις διαρκείς ενδιάμεσες μικρο-αντιδικίες, η δεύτερη πράξη της σύγκρουσης Αισχίνη – Δημοσθένη διαδραματίστηκε πριν έξι χρόνια. Εγώ ήμουν ακόμη στην Αθήνα και την αρχική φάση αυτής της ιστορίας την θυμάμαι αρκετά καλά.

Έχει μεσολαβήσει η ήττα των συσπειρωμένων αντιμακεδόνων στη Χαιρώνεια, με αποτέλεσμα εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η Αθήνα πρέπει να τα βρει με τον Φίλιππο να είναι πλέον μια υπαρκτή συνιστώσα της πολιτικής ζωής, η οποία ενίοτε (αν και όχι συχνά) καταφέρνει να πλειοψηφεί.  Ο Κτησιφώντας, ένας φίλος του Δημοσθένη και, φυσικά,  ενάντιος στους Μακεδόνες, έχει την έμπνευση (ή του υποβάλλεται, ποιος ξέρει από ποιόν!) να προτείνει στον Δήμο την απονομή τιμών στον Παιανέα Ρήτορα. Και αυτό γιατί ως Άρχοντας ¨Τειχοποιός¨,  δηλαδή επιφορτισμένος με την επανόρθωση ενός τμήματος του αθηναϊκού τείχους, όχι μόνο είχε κάνει καλή δουλειά, αλλά είχε βάλει και λεφτά από τη τσέπη του για την ολοκλήρωση του έργου. Θα έπρεπε λοιπόν να αποδοθεί στον Δημοσθένη χρυσό στεφάνι, και μάλιστα σε ειδική τελετή στο θέατρο του Διονύσου.

Ο Αισχίνης δεν καθυστερεί. Υποβάλλει αμέσως ¨γραφή παρανόμων¨ (ένσταση κατά νόμον γραπτή, επειδή το θέμα αφορά στη δημόσια ζωή της Πόλης και όχι την ιδιωτική ζωή των πολιτών) όπου ισχυρίζεται ότι:

Ένα. Ο Δημοσθένης δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη θητεία του ως τειχοποιός, άρα δεν μπορεί ακόμη να γίνει καμία αποτίμηση του έργου του.

Δύο. Σε κάθε περίπτωση, η απονομή τιμών σε οποιονδήποτε δεν μπορεί να γίνει σε Θέατρο. Αυτό είναι πρωτάκουστο και ενάντια στις παραδόσεις της Πόλης.  

Τρίτο (φαρμακερό και ουσιαστικότερο): Οι δραστηριότητες του Δημοσθένη στο σύνολό τους όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά, αντίθετα, έβλαψαν την πόλη.

 images (22)

Λίγο μετά την έναρξη των προκαταρκτικών διαδικασιών για την δίκη, συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο που ανατρέπει τις ασταθείς αθηναϊκές πολιτικές ισορροπίες: ο Φίλιππος δολοφονείται και οι Αθηναίοι, προς στιγμήν θεωρούν ότι ο βόρειος κίνδυνος εξέλειπε. Το ρεύμα που υποστηρίζει ότι η Αθήνα θα πρέπει να ακολουθήσει και πάλι ηγεμονική πολιτική παίρνει τ’ απάνω του.

Ο Αισχίνης σκέφτεται ότι δεν τον συμφέρει η άμεση εκδίκαση της ¨γραφής¨ και (όσο μπορεί) χρονοτριβεί. Όντως καταφέρνει να αναβάλει την δίκη. Περιμένει να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και η κατάσταση (νοούμενη ως συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων) να γίνει πιο ευνοϊκή.

Πράγματι, ο Αλέξανδρος δεν ¨τρώει τα μούτρα του¨ στην Ασία, όπως περίμεναν και προανήγγελλαν πολλές Κασσάνδρες, αλλά, αντίθετα, αποδεικνύεται ικανός και αποτελεσματικός στρατηλάτης. Νίκες κατά των Περσών, καλή συμπεριφορά απέναντι στην Αθήνα -παρά τους ακκισμούς της πολιτικής της, δώρα αφιερωμένα στην Αθηνά την Παλλάδα, επιβολή πάνω στους προαιώνιους νταήδες της Πελοποννήσου, και τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ιδού και η επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨… τι άλλο καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί;

Ο Αισχίνης αναθαρρεύει και, απ’ ότι φαίνεται, έχει ήδη βάλει ξανά μπρος τη δικαστική σύγκρουση. Δεν ξέρω ακόμη, αλλά θα μάθω, αν οι πρωτοβουλίες είναι αποκλειστικά  δικές του ή του συνόλου των φιλομακεδόνων. images (21)

Ακούω τ’ αμάξι του Δημάδη που καταφτάνει και συμμαζεύω κάπως τους παπύρους. Μετά από λίγο, καλοντυμένος,  πληθωρικός, ενθουσιώδης χωρίς να ζορίζεται, να σου ο περίφημος Δημάδης: ο τύπος που όντας αιχμάλωτος των Μακεδόνων μετά τη μάχη της Χαιρώνειας τόλμησε να τη μπει στον Φίλιππο. Ο τύπος που επειδή, παρ’ όλα αυτά, είχε γοητεύσει τον Μακεδόνα, όταν του ζητήθηκε από την Πόλη να διαπραγματευτεί τους όρους της ήττας, απάντησε ¨Εντάξει,  αλλά πρώτα θα με απαλλάξετε από τα χρέη μου¨! Ο τύπος που ανάμεσα σε ένα καλαμπούρι και ένα άλλο έπεισε τον Αλέξανδρο μετά τη καταστροφή της Θήβας να συγχωρήσει τους αθηναίους αντιμακεδόνες ρήτορες και λέγεται ότι εισέπραξε για αυτό πέντε τάλαντα από τον Δημοσθένη και τους λοιπούς.

Εάν κάτι έχει αλλάξει στην Αθήνα μετά την ηρωική εποχή των μηδικών πολέμων, είναι ότι τύποι σαν τον Δημάδη όχι μόνον είναι πλέον ανεκτοί,  αλλά και ασκούν γοητεία και επιρροή. Νέοι καιροί, νέα ήθη!

demades

Χαίρε νεαρέ Μεγαρέα

Πώς σου φάνηκε η χθεσινή υποδοχή; Δε φαντάζομαι να έπληξες, ε;

Ούτε να σου την είχαμε ετοιμάσει επί τούτου αυτή την ¨εορτή μετά θεαμάτων¨, προκειμένου να σε απαλλάξουμε από τη βαρεμάρα των επισήμων τελετών. Αστειεύομαι φυσικά. Ευτυχώς ο υπηρέτης σου μας ξελάσπωσε όλους. Όλους εμάς τους υπεύθυνους για τη διοργάνωση της παραλαβής, εννοώ. Ικανότατος. Μπράβο του. Πώς τον είπαμε; Οινοκράτη;  Τον πουλάς; Φυσικά και αστειεύομαι, αγαπητέ.

Όμως να μιλάει ο Δημοσθένης περί Δημοκρατίας και τα λοιπά και να τον διακόψουν ¨αποκαλύπτοντας¨ ποιον; τον Κλεομένη! Χα! Εκείνον που σύμφωνα με τους ντόπιους αριστοκράτες συνέβαλε όσο λίγοι στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας!!! Σιγά τους τυραννοκτόνους, λένε! Και ποιον άλλο; Τον Λεωνίδα, τον μόνο Σπαρτιάτη που είναι διαχρονικά και αδιαφιλονίκητα δημοφιλής σε όλη την Ελλάδα! Χα! Πάντως εδώ κάποιος μας δουλεύει όλους. Και θα έλεγα ότι αυτός ο κάποιος αποδεικνύεται αρκετά πνευματώδης! (γελάει). Ενώ οι ρήτορές μας παραείναι σοβαροφανείς, δεν βρίσκεις;

Ζήτησα να μιλήσουμε για να τις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά θέλω και να σε συγχαρώ για την χθεσινή σου ομιλία. Γιατί; Πρώτα απ’ όλα γιατί ήταν σύντομη. Βέβαια και δεν το εννοώ: άλας- Αττικόν Άλας. Πάντως ήταν όντως σύντομη και ουσιώδης. Τα είπες καλά και είναι σημαντικό που, όπως υπογράμμισες, ο απεσταλμένος από το μέτωπο της εκστρατείας, εσύ, είσαι ένας κάτοικος της Αθήνας.  Έτσι δε χρειάζεται να βρούμε γλώσσα αμοιβαίας κατανόησης. Την έχουμε ήδη.

Και επειδή έχουμε κοινή γλώσσα ήρθα να μιλήσουμε. Εμείς, οι φίλοι των Μακεδόνων και της πανελλήνιας συσπείρωσης, σε όποια πολιτεία κι αν ανήκουμε, ίσως πρέπει να μιλάμε πιο συχνά μεταξύ μας. Δε λέω να ζητάμε την άδεια του Αλέξανδρου για καταστάσεις που εκείνος αγνοεί, αλλά που εμείς γνωρίζουμε καλά, ή για πράγματα που η προελαύνουσα ηγεσία των Ελλήνων απλώς δεν ξέρει. Λέω ότι, για να βοηθήσουμε στην υλοποίηση των κοινών επιδιώξεων, πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γνωστή και να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η δική μας εκδοχή. Εμείς βλέπουμε καλύτερα τους υφάλους που απειλούν την πορεία του Ελληνισμού προς μια ωριμότερη εποχή. Δεν λέω πως δεν κάνουμε λάθη. Το αντίθετο. Έχουμε κι εμείς τις ατυχείς στιγμές μας. Γι αυτό ο συντονισμός είναι χρήσιμος. Θέλεις ένα παράδειγμα; Θα στο δώσω.

Θα έχεις μάθει υποθέτω για τις πρωτοβουλίες του Αισχίνη. Ξαναέβαλε μπροστά τις δικαστικές διαδικασίες κατά της παρέας του Δημοσθένη. Πρόκειται για τη γνωστή υπόθεση περί ¨στεφάνου¨. Θα τα θυμάσαι όλα αυτά υποθέτω, ήσουν ακόμη εδώ όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Υπέβαλε λοιπόν ¨γραφή παρανόμων¨ κατά της πρότασης του Κτησιφώντα να στεφανωθεί ο Δημοσθένης, του οποίου, όπως όλοι ξέρουν, ο Κτησιφώντας δεν είναι παρά ένας από τους αχυράνθρωπους. Φυσικά, ο Αισχίνης τον Κτησιφώντα τον έχει χεσμένο. Ο στόχος του είναι πάντα ο Παιανέας -παρεμπιπτόντως: είμαι κι εγώ από την Παιανία ξέρεις, αλλά από την Άνω, την “Καθύπερθεν Παιανία”, ο άλλος είναι από την Κάτω, την  “Υπένερθεν ”∙ αυτό για να μη γίνονται άτυχες συγχύσεις. Σου έλεγα λοιπόν ότι μπορεί να έχει τα δίκια του ο Αισχίνης, μπορεί να ήταν ο Δημοσθένης που ήρξατο χειρών αδίκων. Όμως αυτή η υπόθεση φαίνεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση στο Δήμο, από ό, τι οι συνήθεις διαξιφισμοί ανάμεσα στους δύο. Φοβάμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, πως ο αντίκτυπος της υπόθεσης θα είναι μεγαλύτερος είτε κερδίσει ο δικός μας,  είτε ο άλλος. Φοβάμαι επίσης ότι αν νικήσει ο Δημοσθένης (πράγμα που δε πρέπει να αποκλείουμε δεδομένου ότι στην Αθήνα αυτόν τον καιρό πνέουν ισχυροί υπόγειοι άνεμοι) οι ισορροπίες θα αλλοιωθούν εις βάρος μας.

Με λίγα λόγια, αν μπορείς, συγκράτησε τον Αισχίνη.  Η μανία του κατά του Δημοσθένη μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα∙ και σε εμάς και στον ίδιο.

Και κάτι άλλο. Καλό είναι να ξέρει ο Αλέξανδρος ότι η δουλειά υπέρ του κοινού μέλλοντος στοιχίζει. Ιδιαίτερα στα μετόπισθεν. Αλλά νομίζω ότι το ξέρει. Περιμένω να δω μόνο πόσο το ξέρει…

Τώρα που εξαπέλυσα και αυτό το σαφές υπονοούμενο, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σε αφήσω. Σου εύχομαι καλή παραμονή και καλή έκβαση των επιδιώξεών σου Μεγαρέα. Εμείς -αυτός είναι ένας πληθυντικός μεγαλοπρέπειας…, αστειεύομαι- θα είμαστε πλάι σου. Αν χρειαστεί σφύριξε.

homepage

[1] Ο Δήμος των Κοθωκιδών, πιθανώς έξι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ελευσίνας, ανήκε στην Οινηίδα   φυλή και ήταν ένας ¨Παραλιακός Δήμος¨ Συμμετείχε στη Βουλή των εξακοσίων με δύο βουλευτές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο Έβδομο και Όγδοο : Περί των εξαφανισμένων χάλκινων ηρώων

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

01_ceb1cf81cf87ceb1ceafceb1-ceb1ceb8ceaecebdceb1

Κεφάλαιο έβδομο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

Όταν άρχισε ο σαματάς, εγώ δεν είχα μιλήσει ακόμη. Όπως είχαμε συμφωνήσει θα έπαιρνα το λόγο τελευταίος, μετά τον Φωκίωνα και τον Δημοσθένη. Ο Φωκίωνας υπήρξε ολιγόλογος, ο δε Δημοσθένης, και να ήθελε να είναι σχοινοτενής, δεν πρόλαβε. Όταν άρχισε η φασαρία ήταν στην αρχή της ομιλίας του.

Εγώ τον παρακολουθούσα προσεκτικά ώστε να μπορέσω να καταλάβω, πέρα από τα ωραία ρητορικά του σχήματα, πού ακριβώς το πάει, αλλά όταν συνέβησαν τα απρόοπτα γεγονότα δεν είχε πει ακόμη αρκετά και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πει κάτι που να με εκπλήξει. Ήταν ο Δημοσθένης που περίμενα, με τη γνωστή του πολιτική και τη γνωστή λεκτική του δεινότητα.

Όμως, ξαφνικά τον είδα να σταματά και να κοιτάζει διερευνητικά το πλήθος. Θεώρησα ότι ήταν μια ηθελημένη σιγή που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του κοινού στα όσα θα έλεγε αμέσως μετά. Ωστόσο, η σιγή του ρήτορα παρατάθηκε και εκείνο που άρχισε να ακούγεται ήταν φωνές από το πλάτωμα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κόσμος.

Είδα τον Δημοσθένη να εγκαταλείπει το βήμα και να κατεβαίνει κάτω. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα.

Κοιτάζω προσεκτικότερα και βλέπω ότι η προσοχή του κόσμου έχει συγκεντρωθεί στα αγάλματα. Κάποιος έχει τραβήξει το σκοινί. Τα αγάλματα είναι τώρα ξεσκέπαστα. Ο Πανόπτης Ήλιος έχει βουτήξει για τα καλά στα νερά του Σαρωνικού, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή. Μου φάνηκε ότι η μία προτομή ξασπρίζει κάπως ανώμαλα, ενώ και η άλλη επίσης γυαλίζει περίεργα.

Μα τα κατάμαυρα δαιμόνια των Μεσοποτάμιων, αυτοί εδώ δεν είναι οι ¨τυραννοκτόνοι¨! Όχι τουλάχιστον αυτοί που παραδώσαμε εμείς χτες. Είναι άλλοι! Κάποιος έχει αποφασίσει να χλευάσει και εμάς και τις αρχές της Αθήνας αντικαθιστώντας τις γνήσιες προτομές με αυτές εδώ.

¨Πρόκειται μόνον γι αυτό;¨ αναρωτιέμαι, ¨ή απόψε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ θα προσθέσουν στα παλιά και νέα θύματα;»

Ακούγονται δυνατοί διθυραμβικοί ήχοι. Τύμπανα; Κύμβαλα; Μάλλον κι απ’ τα δυο. Ανάμεσα στο πλήθος εμφανίζονται μεγάλες αγριωπές μάσκες πάνω σε σώματα που, παρά τη ζέστη, φορούν δέρματα ζώων. Τα όντα αρχίζουν να κινούνται ρυθμικά, μαγνητίζοντας τα βλέμματα  του πλήθους.

111258

Σκέφτομαι ότι, εκτός από μένα, θα πρέπει να έχουν μπει σε συναγερμό κι οι άλλοι πάνω στην εξέδρα των επισήμων. Εκείνοι άλλωστε έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση του επεισοδίου. Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου σ’ αυτούς.

Ο πρώτος που συνέρχεται απ’ την έκπληξη είναι ο Λυκούργος. Ανταλλάσσει μόνον μια ματιά με τον γηραιό άρχοντα Φωκίωνα και μετά, με μία  αποφασιστική κίνηση βγάζει το ιερατικό άμφιο αποκτώντας έτσι και πάλι τη γνωστή δυναμική εικόνα του στρατηγού. Κάνει νόημα στον επικεφαλής της φρουράς, κι εκείνος πλησίαζει.

Πρέπει να πω ότι γύρω μας υπήρχαν διαφορετικά είδη ένοπλων ομάδων: το εφημερεύον τμήμα της Φρουράς της Πόλεως, μία ομάδα τοξοτών από τη Θράκη που αστυνόμευαν τον συνολικό χώρο της Αγοράς και το ειδικό άγημα με στολή τελετής για την απόδοση τιμών στους επισκέπτες και τ’ αγάλματα. Αν ήταν επαρκείς ή λίγοι θα εξαρτιόταν από τον αριθμό και την ποιότητα των τυχόν επιτιθέμενων, προς το παρόν άγνωστα και τα δύο.

Να πω επίσης, ότι με την ιδιότητα του τιμούμενων, είχαν παραταχθεί στη βάση της εξέδρας και τα μέλη της δικής μας ομάδας, εκείνης που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια των αγαλμάτων, απ’ την αναχώρηση απ’ τα Σούσα έως την παράδοσή τους, χτες το βράδυ,  στους Αθηναίους. Αυτοί είχαν αρχίσει να κινούν κάπως νευρικά τις όρθιες σάρισές τους, να επιδιώκουν την προσοχή μου και να με κοιτούν ερωτηματικά. Τους έκανα νεύμα να κάτσουν, προς το παρόν, στα αυγά τους.

images (7)

Ο επικεφαλής της φρουράς άκουγε τον Λυκούργο και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. Μιλούσαν με τις κοφτές φράσεις που απαιτούν οι έκτακτες περιστάσεις. Αν κατάλαβα καλά ο στρατηγός του είπε να επέμβει αμέσως και να συλλάβει τους ταραξίες, χωρίς όμως αιματοχυσία. Εκτός κι αν κάτω από τα δέρματα κρύβουν όπλα και επιτεθούν.

Ύστερα ο  αξιωματικός απομακρύνθηκε και άρχισε να μοιράζει εντολές στη φρουρά, στους Σκύθες χωροφύλακες, ακόμη και στο τιμητικό άγημα. Είδα τους βόρειους ξανθούς αστυνομικούς να εναποθέτουν τα τόξα τους στο φορτηγό όχημα ανεφοδιασμού (την περίφημη ¨σαύρα¨) που τους συνοδεύει πάντοτε και να προμηθεύονται από εκεί κοντές ξύλινες ράβδους.

Ο Δημοσθένης επέστρεψε στην εξέδρα. Ήταν ασυνήθιστα χλωμός και λαχανιασμένος. «Τα αγάλματα αναπαριστούν  Λακεδαιμόνιους βασιλείς, αλλά ποιος  είναι ο δάκτυλος που κινεί αυτούς τους δαίμονες εκεί κάτω, δεν μπορώ να πω».  Στράφηκε προς τον Φωκίωνα: «Πρέπει να μάθουμε, στρατηγέ! Σε κάθε περίπτωση διακυβεύεται το κύρος της Πόλης μας!»

Ο Φωκίωνας δείχνει ήρεμος∙ προφανώς κρίνει επαρκείς τις πρωτοβουλίες του Λυκούργου.

Ο Αισχίνης, αντίθετα,  μοιάζει πιο ανήσυχος απ’ όλους. «Να που οδηγεί η ¨ηπιότητα!¨» μασουλάει ανάμεσα στα δόντια του. Μου φάνηκε ότι τα έχει βάλει με τον Λυκούργο. «Φρόντισε ώστε να καλυφτεί η εξέδρα με ισχυρό κλοιό οπλιτών», του λέει. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι μασκοφόροι στασιαστές και να μας επιτεθούν όταν θεωρήσουν τη στιγμή κατάλληλη. Αν πρόκειται για Σπαρτιάτες, απελπισμένους μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη, θα δοθεί σίγουρα μάχη.  Ίσως θελήσουν να ξεμπερδεύουν μαζί μας μια και καλή. Πού θα ξαναβρούν ομού συγκεντρωμένη όλη την αθηναϊκή ηγεσία;». Κάνει μια μικρή παύση, αλλά στη φαρέτρα του έχει ακόμα ένα χτύπημα ουράς: «Αλλά δεν αποκλείω υπεύθυνοι να είναι οι δικοί μας, οι ¨αντιμακεδόνες¨, που θέλουν να χλευάσουν και να  υπονομεύσουν μια εκδήλωση φιλίας με τεράστια συμβολική σημασία∙ ή να πρόκειται ακόμη και για πράκτορες των Περσών!».

Ο Λυκούργος τον κοιτάζει, αλλά μάλλον έχει το νου του αλλού, προφανώς στους οπλίτες που παίρνουν θέση για να υλοποιήσουν τις εντολές του.

Όμως, φαίνεται ότι κάτι πήρε τ’ αυτί του Δημοσθένη εκεί παραδίπλα. Μάλλον τη λέξη ¨αντιμακεδόνες¨, οπότε  καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς του Αισχύνη για υποτιθέμενες ευθύνες της δικής του παράταξης και, για μια στιγμή, χάνει τη ψυχραιμία του.  «Ας σοβαρευτούν οι ρητορίσκοι», λέει οργισμένος.  «Ποιος Αθηναίος, αντάξιος αυτής της ιδιότητας, θα βεβήλωνε μια εκδήλωση προς τιμήν των ηρώων Τυραννοκτόνων;»

Προφανώς η ερώτησή του κρίθηκε ως ρητορική, γι αυτό κανείς δεν του απάντησε.

21519-123

Ο Οινοκράτης, όταν κατάλαβε ότι κάτι το ανώμαλο συμβαίνει και ότι η τελετή έχει διακοπεί, αντέδρασε ενστικτωδώς. Εγκατέλειψε τα σκαλοπάτια της Ποικίλης Στοάς και έτρεξε προς την εξέδρα προσπαθώντας να καταλάβει αν ο αφέντης του κινδυνεύει ή όχι. Όταν έφτασε κοντά και είδε ότι ήμουν σώος κούνησε εύχαρις και τα δύο του χέρια προς το μέρος μου.  Τον είδα, τον φώναξα, και πλησίασε στη βάση της εξέδρας.

«Αν οι τύποι που χοροπηδάνε είναι ένοπλοι θα έχουμε σύγκρουση κι αν πρόκειται για κλιμάκιο Σπαρτιατών ίσως και σφαγή, αλλά δεν το νομίζω», του είπα.  «Εάν όμως στο τέλος το βάλουν στα πόδια, έχω οδηγίες για σένα: Επίλεξε έναν από τους μασκοφόρους και παρακολούθησέ τον. Βρες που θα καταλήξει. Θυμήσου ότι ψάχνουμε για τα αγάλματα, τα γνήσια, αυτά εκεί είναι πλαστά. Πάρε ένα άλογο από τους δικούς μας, μπορεί να σου χρειαστεί. Μόλις βρεις οτιδήποτε χρήσιμο έλα αμέσως να με βρεις. Είτε εδώ είτε στο κυλικείο του Πρυτανείου ή όπου αλλού∙ ψάξε με».

Ο Οινοκράτης μου κλείνει ¨συνωμοτικά¨ το μάτι, χαμογελάει και απομακρύνεται βιαστικός.

images (8)*

Είναι ενδιαφέρον  να παρακολουθεί κανείς πως αντιδρά η υψηλή ηγεσία της Αθήνας, όταν (πράγμα όχι σύνηθες) βρίσκεται σε απαρτία, συμπολίτευση και αντιπολίτευση μαζί, απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση που εγκυμονεί, ενδεχομένως, σοβαρούς κινδύνους. Και επιπλέον, με το λαό αποκάτω, να μη ξέρει κανείς με σιγουριά με ποιον ενδέχεται να συμπαραταχθεί!  Περισσότερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε σχετική μελέτη και διατριβή. Ενδιαφέρον και ως απλό θέαμα-ακρόαμα.

Εκ των υστέρων, μπορώ να πω πως το απόλαυσα!

Πάντως -ευτυχώς για την αθηναϊκή ομόνοια- η φάση της μεγάλης έντασης δεν κράτησε πολύ ακόμη. Καθώς οι άνδρες της φρουράς συμπτύχθηκαν προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κραδαίνοντας τις σπάθες (από την πλατιά και όχι την κοφτερή μεριά) και καθώς οι Σκύθες παρατάχθηκαν εκατέρωθεν και περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης (χτυπώντας το ξύλινο ρόπαλο στη χούφτα του αριστερού χεριού), οι αγριωποί χορευτές κινούμενοι λες άπαντες από τα ίδια αόρατα νήματα, πέταξαν ταυτοχρόνως τα αυτοσχέδια κρουστά, έβγαλαν τα δέρματα που κάλυπταν τα σώματά τους, αλλά όχι τις μάσκες και, βάζοντας φτερά στα ποδάρια, άρχισαν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση.

images (5)

Εν τω μεταξύ οι θεατές, μετά την απροσδόκητη και μάλλον ¨ονειρική¨ εμφάνιση των χορευτών, έμοιαζαν να έχουν ξεπεράσει το αρχικό δέος που προκάλεσε η ¨ιερόσυλη εξαφάνιση των τυραννοκτόνων¨ και η αντικατάστασή τους. Τώρα θα έλεγα ότι είχαν αρχίσει να εισπράττουν το ενδόμυχα ¨τραγελαφικό¨ νόημα (ή μη-νόημα) της σκηνής. Έτσι δεν με παραξένεψε που, τελικά, δεν εμπόδισαν τους χοροπηδητές στη φυγή τους.

Η οποία φυγή δεν ήταν και τόσο τυχαία όπως είχε φανεί αρχικά, αλλά ήταν σοφά προσχεδιασμένη και βασισμένη σε πολύ καλή γνώση του εδάφους.  Ο κάθε φυγάς κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο της Αγοράς, όπου βρήκε συνένοχους που τον βοήθησαν να εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβα αν τους προμήθεψαν αλλιώτικα ρούχα, για να αναμειχθούν έτσι δήθεν ανέμελοι με τους θεατές, ή αν τους έδωσαν γρήγορα άτια  με τα οποία έγιναν καπνός στο σούρουπο. Το γεγονός είναι ότι λίγο αργότερα, αν εξαιρέσεις τους ¨τυραννοκτόνους¨ που εξακολουθούσαν να απουσιάζουν, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά!

images (17)

Η υψηλή εξέδρα παρακολούθησε τα γεγονότα με λιγότερο κέφι και περισσότερη αμηχανία από ό, τι ο κόσμος στο πλάτωμα. Αρχικά, βέβαια, η ανακούφιση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα. Βρέθηκε χρόνος να μου παρουσιάσουν επισήμως τον Δημοσθένη, με τον οποίο αντάλλαξα μια τυπική χειραψία. Κατέφτασε -καθυστερημένος- και ο ευτραφής ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος άρχισε να ρωτάει ανήσυχος στο γύρο, ¨τι γίνεται παίδες; Έχουμε κίνημα;¨.  Πάντως το ερώτημα που έπρεπε (εκ των πραγμάτων) να απαντηθεί ήταν: Και τώρα τι κάνουμε;

Σαφώς έπρεπε να περιμένουμε το αποτέλεσμα της εξόρμησης της φρουράς. Αν μπορούσαμε να ανακρίνουμε έστω και έναν από αυτούς τους περίεργους αμφισβητίες θα μαθαίναμε ασφαλώς ενδιαφέροντα πράγματα .

Όμως πήρε να σκοτεινιάζει και ουδείς συλληφθείς κατέφτανε στην εξέδρα.

Επί πλέον ο μαζεμένος κόσμος δεν έλεγε να διαλυθεί, παρά περίμενε να δει τι θα γίνει.

Ο Φωκίωνας ζήτησε τη γνώμη των παρόντων. Ο Δημοσθένης ήθελε να μετακινηθούμε -όχι όλοι, μόνο η αθηναϊκή ηγεσία- στους πάγιους χώρους αντιμετώπισης κρίσεων, στον Άρειο Πάγο. Εγώ, που έτυχε να βρίσκομαι πλάι του και ρωτήθηκα αμέσως μετά, είπα να αποτολμήσω να εκφέρω γνώμη, αν και  θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν είναι η διπλωματικότερη κίνηση.

Είπα ότι θα έπρεπε να μείνουμε εδώ, περιμένοντας να δούμε τι θα καταφέρει η φρουρά. Εν τω μεταξύ, χωρίς να μεγαλοποιούμε τα γεγονότα με πρόωρους λόγους προς το κοινό, θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα καλοψημένα πλέον σφάγια της θυσίας στον κόσμο.

Ο Δημάδης υπερθεμάτισε, ο Λυκούργος έδειξε μάλλον να συμφωνεί και ο Φωκίωνας κίνησε καταφατικά το δασύ λευκό του κεφάλι. Τα ψητά άρχισαν να μοιράζονται, και όσο για μας, οι υπηρέτες έφεραν αναψυκτικά και μεζέδες, ενώ οι μάγειροι του Πρυτανείου ειδοποιήθηκαν πως το δείπνο θα γινόταν μεν απόψε, αλλά με κάποια καθυστέρηση.

f2783012efaefa49f61bc6d7dfab9471--holidays-halloween-diy-halloween*

Ο Οινοκράτης δεν είχε καταλήξει ποιον θα παρακολουθούσε εν τέλει, μέχρι τη στιγμή που οι χοροπηδητές πέταξαν τις προβιές και τα άλλα δέρματα από πάνω τους. Τότε, με μία μόνη ματιά έκανε την επιλογή του. Δεν ήταν βέβαια τυχαίο πως η επιλογή αυτή διέθετε δύο εσπεριδοειδή στήθη και εξ ίσου ενδιαφέροντες γλουτούς. Το γεγονός ότι η κεφαλή της περιβαλλόταν από φίδια, μια και απεικόνιζε την Μέδουσα, ποσώς επηρέασε την απόφασή του.

Η ¨Μέδουσα¨ εκινείτο με εξαιρετική ταχύτητα, αλλά και χάρη. Χώθηκε στον δρόμο της Αγοράς στο οποίο έβλεπαν πολλά δημόσια κτίρια και τρύπωσε ανάμεσα στο παλιό και το νέο Βουλευτήριο. Στο πρώτο σκοτεινό σημείο που συνάντησε πέταξε το προσωπείο της Οφιούσας, το οποίο ο Οινοκράτης θεώρησε σωστό να περιμαζέψει ως ενθύμιο. Σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο προμηθεύτηκε (ως δια μαγείας) ένα πέπλο με το οποίο έκρυψε την κόμη της. Πρέπει να είναι ξανθιά, κατέληξε ο Οινοκράτης από ό, τι πρόλαβε να δει.

Είχαν φτάσει στο ύψος του Πρυτανείου δηλαδή του κτιρίου όπου στεγάζονται οι πρυτάνεις (οι πενήντα βουλευτές της φυλής που κάθε φορά  -για τριάντα πέντε περίπου μέρες- ασχολούνται όχι με τη ψήφιση των νόμων αλλά με την εφαρμογή τους και τη διοίκηση). Το κτίριο ονομάζεται και Θόλος εξ αιτίας του κυκλικού του σχήματος, ή (η) Σκιάς γιατί μοιάζει με κυκλικό σκίαστρο ή και με μεγάλο ψάθινο καπέλο. Εκεί ο Συρακούσιος έχασε την πεπλοφόρο ξανθή νέα.

Ο Οινοκράτης ανέβηκε στο άλογο που μέχρι τότε το έσερνε απ’ τα χαλινάρια και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κυλινδρικό κτίριο. Ήταν μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία που, σε μια στιγμή, το μάτι του περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε, ότι μια μικρή σιδερένια πόρτα είχε μόλις ανοιγοκλείσει.  Η πόρτα αυτή δεν βρισκόταν πάνω στον καμπύλο τοίχο της Θόλου, αλλά σε ένα μικρότερο παράπλευρο χαμηλό κτίσμα προσαρτημένο στο Πρυτανείο.

αρχείο λήψης

Ο Οινοκράτης το ήξερε καλά αυτό το κτίσμα. Κάποιοι παλιοί του φίλοι που έτυχε να είναι ταυτόχρονα και πολύ καλοί μάγειροι, είχαν περάσει και θητεύσει εδώ. Γιατί εδώ βρίσκεται το περίφημο Μαγειρείο του Πρυτανείου. Η Πολιτεία των Αθηνών παρέχει εγγυημένα καλή τροφή στους πενήντα πρυτανεύοντες βουλευτές. Είναι κι αυτό ένα θέμα αρχής και κύρους. Εδώ διοργανώνονται και τα δημόσια γεύματα που η Πόλη προσφέρει σε επιφανείς φιλοξενούμενους.

Ο Οινοκράτης αφίππευσε και πήρε μια βαθειά εισπνοή… Ψάρι…! Η χαρακτηριστική οσμή τον πληροφόρησε ότι κάπου εδώ ετοιμάζεται, εκτός των άλλων,  μια υπέροχη λεμονάτη ψαρόσουπα. Ο Οινοκράτης ξεροκατάπιε, έδεσε τ’ άλογο σ’ ένα κάγκελο και έσπρωξε απαλά τη σιδερένια πόρτα. Αυτή έκανε πίσω χωρίς διαμαρτυρίες και τριξίματα.

images (14)

***

Κεφάλαιο όγδοο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

F7
*

Εμείς, στην εξέδρα, περιμέναμε. Αν και οι περισσότεροι παρόντες είχαν κάπως χαλαρώσει και αντάλλασσαν μεταξύ τους υποθέσεις και ευφυολογήματα σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα, με θορυβοδέστερο -ποιον άλλο;- τον Δημάδη, παρατήρησα ότι ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης δεν μιλιόντουσαν καν και, όταν δεν αντάλλασσαν ματιές μίσους, αγνοούσαν επιδεικτικά ο ένας τον άλλον.

«Τι τρέχει με αυτούς του δύο;» ρώτησα τον πατέρα Ευρύνου, που δεν είχε πτοηθεί από τα συμβάντα  και έδειχνε ευδιάθετος, «πρόκειται για τη γνωστή αμοιβαία αντιπάθεια ή έχει προκύψει κάτι καινούργιο;»

Γέλασε. «Πρόκειται για τη δίκη», μου είπε. «Ή μάλλον για την ατελείωτη σειρά δικανικών διαξιφισμών και συγκρούσεων στους οποίους έχουν εμπλακεί με πάθος οι δύο τους και στην οποία δε διστάζουν να αναμίξουν και τρίτους. Έτσι καταφέρνουν να φθείρουν εαυτούς, αλλήλους, και κυρίως την πόλη. Την πόλη που, κατά τα άλλα, παρακολουθεί τη σύγκρουση με νοσηρή περιέργεια».

«Υπάρχει ακόμη εκκρεμούσα δίκη; Πώς και δεν άκουσα τίποτα σχετικά;»

«Άκουσες. Και μάλιστα κάμποσα. Πριν φύγεις για την εκστρατεία».

«Πριν φύγω!; Για ποιο πράγμα μιλάμε; Λες για την μήνυση του Δημοσθένη κατά του Αισχίνη. Πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο;»

«Βλέπω ότι, παρά το ότι ήσουν-δεν ήσουν τότε δέκα χρονών, παρακολουθούσες ήδη τα πολιτικά συμβάντα. Όμως όχι, δε μιλάω για εκείνην τη δίκη, την περίφημη δίκη ¨περί παραπρεσβείας¨, που με υποκίνηση του Δημοσθένη προκάλεσε η καταγγελία κατά του Αισχίνη κάποιου Τίμαρχου. Μιλάω για την μεταγενέστερη καταγγελία, του Αισχίνη αυτήν τη φορά, ενάντια σε έναν κολλητό του Δημοσθένη, τον Κτησιφώντα».

«Τώρα θυμάμαι! Ο Κτησιφώντας ζήτησε να τιμήσει ο Δήμος τον Δημοσθένη γιατί είχε κάνει καλά τη  δουλειά που του ανατέθηκε. Μιλάμε, αν δεν κάνω λάθος, για τα οχυρωματικά έργα  κατά του Φίλιππου. Αλλά, φυσικά, ο Αισχίνης είχε αντιρρήσεις. Μα καλά, μη μου πεις ότι αυτή η ιστορία εκκρεμεί ακόμη!»

«Ναι αγόρι μου, εκκρεμεί. ‘Η μάλλον επιστρέφει στις αίθουσες των δικαστηρίων αυτές τις μέρες. Και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα, η έκβασή της δεν αποκλείεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Τόσο σοβαρές που μπροστά τους η κλοπή των ¨τυραννοκτόνων¨ και τα χοροπηδήματα των αποψινών  μασκοφόρων θα μοιάζουν απλώς παιδιαρίσματα!»

Δίπλα μου κατέπλευσε ο πληθωρικός Δημάδης. Ο Ευρύνους πρόλαβε μόνο να προσθέσει στα όσα μου έλεγε πριν, τη φράση: «Να προσέχεις!»

Ο Δημάδης ήθελε να με ρωτήσει… για τον Βουκεφάλα! Ήθελε να μάθει τι κάνει αυτό το μυθικό πλέον άτι. Ή μάλλον ήθελε να μου πει ότι αγαπάει τα άλογα, ότι εκτρέφει και εκπαιδεύει ταχύτατους  τετράποδους δρομείς και  ότι, εάν προλάβει, σκοπεύει να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες στα φετινά  Μεγάλα Παναθήναια. Εάν δεν προλάβει, θα λάβει σίγουρα μέρος στους Ολυμπιακούς, του χρόνου, στην εκατοστή δέκατη τρίτη Ολυμπιάδα.

images (16)

Παρατήρησε ότι τον κοίταζα κάπως αφηρημένα και επιτέλους ήρθε στην ουσία: Ήθελε να επιβεβαιώσει εάν θα συναντηθούμε αύριο και πού. Του είπα ότι το απόγευμα θα επισκεπτόμουν τον Αριστοτέλη, αλλά θα μπορούσε να με επισκεφτεί στο σπίτι του Λυκαβηττού το πρωί, όχι πολύ νωρίς, ας πούμε γύρω στη δεύτερη πρωινή ώρα. Είπε εντάξει, μου έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και απομακρύνθηκε.

images (4)

Ο Οινοκράτης ξέρει τα κατατόπια. Καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του προσαρτημένου στη Θόλο οικήματος, αναρωτιέται εάν κάποιος από τους παλιούς του φίλους εργάζεται ακόμη εδώ. Για να το μάθει, δεν έχει παρά να ρωτήσει. Αποφασίζει: είναι εδώ γιατί ψάχνει έναν παλιό του φίλο. Βρήκε ανοιχτή τη πόρτα και μπήκε.

Υιοθετεί λοιπόν ύφος ανέμελο και προχωρεί προς τον κεντρικό χώρο των μαγειρικών εγκαταστάσεων, όπου μια πλειάδα ανδρών ποικίλης ηλικίας πλαισιωμένοι και από νεαρούς χειρώνακτες, ασκούν με εκφραστική, σχεδόν χορευτική αρμονία κινήσεων τη γαστρονομική τέχνη:  Ανακατεύουν, ψιλοκόβουν, τηγανίζουν, βράζουν, ψήνουν, ζυμώνουν πλάθουν, πλένουν, τεμαχίζουν, ξεπουπουλίζουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν (τις δημιουργίες τους), αποδοκιμάζουν (των αλλονών), αλατίζουν, αρωματίζουν, φυσάνε (ό, τι καίει πολύ), ξεφυσάνε (όταν ζορίζονται).

«Συγγνώμη κύριοι», λέει ο Σικελός. «Θα μπορούσατε να μου πείτε εάν ο Πολύκαρπος από τη Γέλα βρίσκεται ακόμη εδώ γύρω;» Οι μάγειροι τον προσέχουν και, όχι χωρίς κάποια ενόχληση, μερικοί κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά.  Όχι δε ξέρουν κανέναν τέτοιο.

«Δούλευε εδώ πριν τέσσερα χρόνια», επιμένει ο Οινοκράτης.

Εκείνοι εξακολουθούν να κουνάνε τα κεφάλια τους πέρα δώθε, ώσπου ένας πετιέται και λέει: «Ρε παιδιά, μήπως λέει τον Κάρπο; Νομίζω πώς καταγόταν από τη Σικελία. Εσύ ρε Φιλήμονα, που είσαι από εκείνα τα μέρη, δεν τον θυμάσαι; »

Ο εν λόγω Φιλήμονας ανασηκώνει ένα κεφάλι πλαισιωμένο με σγουρά μαύρα μαλλιά. «Δεν ήμουνα  εδώ πριν τέσσερα χρόνια. Δε είχα έρθει ακόμη». λέει. «Αλλά ναι, τον θυμάμαι τον Κάρπο, ήταν εδώ όταν ήρθα, αλλά έμεινε λίγο. Εκτός από μάγειρας, ήξερε και τα ναυτικά. Αυτό τον έκαψε. Ο αφέντης του τον πούλησε σε καλή τιμή σ’ έναν πλοιοκτήτη».

images

Ύστερα το βλέμμα του μελαχρινού τριαντάρη Φιλήμονα, συναντάει εκείνο του Οινοκράτη και σκαλώνει εκεί. Αλλά και ο Οινοκράτης μένει μια στιγμή ακίνητος προσπαθώντας να συνδυάσει εικόνες και λοιπές μνήμες από το απώτατο παρελθόν. Η αναγνώριση είναι αμοιβαία και ταυτόχρονη:

«Φιλήμονα;»

«Τσίτσο;»

Ο Οινοκράτης ανατριχιάζει. Δεν ξέρει αν φταίει το παλιό του παρατσούκλι, -έτσι τον φώναζε κι η μακαρίτισσα η μάνα του σε στιγμές μητρικής τρυφερότητας- ή η ξαφνική ανεύρεση, όχι αυτουνού που περίμενε, αλλά ενός άλλου φίλου απ’ τον παλιό καλό καιρό των Συρακουσών.

Αγκαλιάζονται.

«Σε αιχμαλώτισαν κι εσένα πειρατές;» ρωτάει ο Οινοκράτης.

«Όχι, ήρθα εθελοντικά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη δε μπορεί παρά να ανέχεται καλύτερα την αγαπημένη μου τέχνη».

Ο Οινοκράτης χαμογελάει. Ξέρει ποια είναι η αγαπημένη τέχνη του Φιλήμονα.

Δεν είναι ο εμπνευσμένος συνδυασμός γεύσεων. Είναι το ευφυές ανακάτεμα των ιδεών, έτσι ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα ο εγγενής παραλογισμός της κάθε τάχα ¨γειωμένης¨ πραγματικότητας (τι είπα!). Με άλλα λόγια η κωμική ποίηση. Του δίνει δίκιο που ήρθε εδώ, στην Αθήνα. Η συγγραφή κωμωδιών δεν φτουράει ούτε στις  βασιλικές αυλές ούτε και σε εκείνες των τυράννων, ακόμη κι αν αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζονται μερικές φορές ¨φωτισμένοι¨ όσον αφορά σε άλλα είδη τέχνης. Η κωμωδία είναι εύθραυστο είδος που δεν σηκώνει πιέσεις. Άρα χρειάζεται την ανεκτικότητα των Αθηναίων. Το αττικόν άλας της κάνει καλό…

«Και πώς βρέθηκες στο Πρυτανείο;»

«Έχω προσληφθεί. Με μικρό μισθό, αλλά πες πως τα βγάζω πέρα. Ας είναι καλά οι ιταλικές συνταγές που είναι του συρμού στην Αθήνα, και εγώ που είμαι καλός στα ζυμαρικά όσο και στα άζυμα».

αρχείο λήψης (2)

Ο Οινοκράτης – Τσίτσος  σκέφτεται ότι η ώρα περνάει. Και ότι έχει μια αποστολή να εκτελέσει.

«Θα τα πούμε. Όλα. Και είναι πολλά…»,  λέει, «αλλά τώρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη».

«Ναι. Πες μου».

«Πριν από μένα πρέπει να μπήκε εδώ μέσα μια ξανθούλα. Την είδες;»

«Ασφαλώς λες για τη μικρή Ιππαρχία. Πρέπει να πέρασε για να πάρει τον αδελφό της τον Μητροκλή. Δουλεύει κι αυτός εδώ. Είναι πρόσφυγες από εκείνους που κατάφυγαν στην Αθήνα μετά τις καταστροφές που έκανε ο Φίλιππος στο Βορρά. Κανονικά θα έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο, αλλά σήμερα φαίνεται να υπάρχει πανικός στο μαγαζί και ίσως την εμπόδισαν. Όχι μόνο είχαμε εδώ αυτά τα άσχημα αγάλματα που ήρθαν από την Ανατολή, αλλά ετοιμάζουμε και ένα τσιμπούσι για τους μεταφορείς. Ευτυχώς προς ώρας αναβλήθηκε, γι αυτό και έχω την ευχέρεια να σου μιλάω τώρα, αλλά δυστυχώς δεν ματαιώθηκε».

«Τι ακριβώς κάνει ο αυτός ο Μητροκλής στο πρυτανείο;»

«Δουλεύει στη γραμματεία που βοηθά τους πρυτανεύοντες βουλευτές στο διοικητικό τους έργο».

«Άρα δουλεύει απάνω, στο κυρίως κτίσμα, στη Θόλο;»

«Ναι».

«Άρα η μικρή πήγε προς τα εκεί».

«Μάλλον».

«Άντε, πάμε να τη βρούμε».

«Τι έγινε; Τόσο σου γυάλισε η νεαρά; Δε λέω, είναι ομορφούλα, αλλά δυστυχώς είναι δεσμευμένη. Με έναν Θηβαίο, απ’ όσο ξέρω».

«Δε μ’ ενδιαφέρει ο Θηβαίος, δείξε μου από πού θα ανεβώ πάνω».

«Δεν θα σου το συμβούλευα. Απάνω υπάρχει φρουρά και ο επικεφαλής λοχαγός μου φάνηκε σήμερα ιδιαίτερα ευέξαπτος. Αλλά θα δεις πόσο νευρικός θα γίνει εάν ανακαλύψει ότι μπαινοβγαίνει κόσμος στο πρυτανείο χρησιμοποιώντας τις πόρτες του μαγειρείου».

«Πώς τον λένε το λοχαγό;»

«Τον λένε Φώκο και δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι γιος του γέρο Φωκίωνα».

Στο κούτελο του Οινοκράτη εμφανίζονται οριζόντιες γραμμές.

«Είναι πάντα νευρικός αυτός ο Φώκος;»

«Όχι, είναι καλό και πράο παιδί. Αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο είναι κάπως! Και ιδιαίτερα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου φταίνε αυτά τα κακομούτσουνα αγάλματα που μας έφεραν εδώ».

«Ξέρεις πού ακριβώς φιλοξενούσατε τα αγάλματα;»

«Όχι».

«Ξέρεις πού θα μπορούσε να κρύψει κανείς εδώ μέσα κάτι σε μέγεθος προτομής; Δύο προτομών σε φυσικό μέγεθος, για να είμαι ακριβέστερος».

«Υποθέτω στην αποθήκη ξερών τροφίμων ή στο σκευοφυλάκιο».

«Πάμε».

«Τον βλέπεις εκείνον με τις γαλατικές μουστάκες; Εκείνον εκεί τον τεράστιο, με τον μπαλτά, λέω. Εάν δεν μου τον έχει πετάξει ακόμη κατακέφαλα που έπιασα κουβέντα μαζί σου, είναι επειδή η ομάδα βρίσκεται τρόπον τινά σε αναμονή. Μόλις έρθει η εντολή ξαναβάζουμε μπροστά τις φωτιές, γιατί όπως λέμε και στην πατρίδα, το καλό φαί πρέπει να είναι απολύτως ζεστό. Και εγώ στις φωτιές είμαι ειδικός».

«Μη φοβάσαι Φιλήμονα. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έλα!»

αρχείο λήψης (3)

Στην αποθήκη ξηρών τροφίμων δε βρήκαν τίποτα. Στο δωμάτιο με τα σκεύη ούτε. Εκεί όμως υπήρχε μια χαμηλή πόρτα. Ο Φιλήμονας είπε πως εκεί πίσω βάζουν τα χαλασμένα σκεύη πριν τα παραδώσουν στους τεχνίτες για επισκευή. Καζάνια ξεγάνωτα και άλλα τέτοια. Ο Οινοκράτης παίρνει μαζί του μια κουτάλα και μπαίνουν σκυφτοί. Η κουτάλα χρησιμεύει για μια αυτοσχέδια δοκιμή ήχου. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως θετικό. Ο ήχος λέει ότι κάτω από τα αναποδογυρισμένα καζάνια υπάρχει πράγμα!

Όντως κάτω από το πρώτο καζάνι εμφανίζεται ο γενειοφόρος και κάτω από το διπλανό ο αμούστακος. Οι «τυραννοκτόνοι¨ έχουν επιστρέψει. Ο Οινοκράτης παίρνει μια βαθειά ανάσα ανακούφισης και δίνει μια επιβραβευτική κατραπακιά στη πλάτη του Φιλήμονα, που δεν πολυκαταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

«Έχω ένα άλογο έξω. Βοήθησέ με να τους βάλουμε σε δύο σάκους και να τους φορτώσουμε».

«Θα κλέψουμε τα αγάλματα; Είσαι καλά;»

«Όχι δα. Δεν τα κουβαλήσαμε από την Ασία για να τα κλέψουμε. Απλώς θα τα ξανα-παραδώσουμε στους ιδιοκτήτες. Έλα μαζί μου Φιλήμονα και να δεις πως θα σου βγει σε καλό. Τι θα έλεγες, ας πούμε, για μία διάκριση στον διαγωνισμό κωμωδίας στα προσεχή Λήναια; Ή προτιμάς τα ¨Διονύσια¨; Εντάξει!  Τί διάκριση… Ένα πρώτο βραβείο θα έλεγα!»

140

*

Στην εξέδρα ανεβαίνει ένας της Φρουράς και κατευθύνεται προς τον Λυκούργο. Η προσοχή όλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Ο φρουρός κάτι λέει ψιθυριστά στον Άρχοντα κι εκείνος αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα στους παρευρισκόμενους. Προφανώς κάποιον ψάχνει. Το βλέμμα του σταματάει πάνω μου. Μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω.

«Ένας που ισχυρίζεται πως είναι υπηρέτης σου, σε ζητάει επειγόντως» μου λέει.

«Ο Οινοκράτης!», λέω και στρέφω τη προσοχή μου στην άκρη του ευρύχωρου κλοιού που οι φρουροί έχουν σχηματίσει γύρω από την εξέδρα.

Ο φρουρός καταφάσκει. «Ναι, έτσι είπε ότι τον λένε».

Δεν έχει πια πολύ φως στο πλάτωμα, έχει σχεδόν νυχτώσει, αλλά τον βλέπω. Με το ένα χέρι υψωμένο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, ενώ με το άλλο κρατάει σφικτά τα χαλινάρια ενός γκρίζου αλόγου. «Είναι όντως ο υπηρέτης μου», λέω. «Κατεβαίνω».

Αφήνω τους υπόλοιπους, μάλλον δυσαρεστημένους που δεν πρόκειται για την αναμενόμενη σύλληψη κάποιου ταραξία και κατευθύνομαι προς τον δαιμόνιο Συρακούσιο. Πλησιάζοντας βλέπω ότι χαμογελάει από το ένα αυτί ως το άλλο. Είναι παραπάνω από προφανές ότι έχει καλά νέα.

Ευτυχώς προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σύντομος. Με τον τρόπο του!

«Ξέρεις τι έχω εδώ μέσα;» μου λέει και μου δείχνει δύο μεγάλους σάκους που κρέμονται εκατέρωθεν της πλάτης του ζωντανού.

Για να μη χάνουμε χρόνο του δίνω τη πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου.

«Βρήκες τα προσωπεία των άγριων διαδηλωτών», του λέω. «Μπράβο Οινοκράτη, είναι κι αυτό κάτι. Μήπως κατάφερες να δεις και τα πρόσωπά τους;»

 «Χα!» κάνει ενώ ταυτόχρονα λύνει το ένα σακί, το τοποθετεί στο έδαφος και το ανοίγει. Παίρνω έναν πυρσό από έναν οπλίτη εκεί δίπλα και τον πλησιάζω στο σκούρο όγκο που ήρθε στην επιφάνεια. Κοιτάζω προσεκτικά. Εάν δεν πρόκειται για αντικατοπτρισμό ή οφθαλμαπάτη, αυτός εδώ είναι ο ¨Αρμόδιος¨.

«Πού;» τον ρωτάω

«Στο Πρυτανείο. Συγκεκριμένα στα μαγειρεία. Εκεί με οδήγησε αυτός που παρακολούθησα. Πολύ κοντά στο σημείο όπου παραδώσαμε τα αγάλματα στους Αθηναίους».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά έχω κάποιες ιδέες που ίσως μας βοηθήσουν στην έρευνα».

«Έλα μαζί μου» του λέω, «αλλά μίλα μόνο αν σου δώσω το λόγο εγώ και πες μόνο όσα μου είπες ως τώρα. Για τις ιδέες σου θα μιλήσουμε διεξοδικά οι δυο μας. Αργότερα».

«Εννοείται», μου απαντάει. «Α, και κάτι άλλο, αυτός εκεί είναι ο παλιός μου φίλος ο Φιλήμονας, μελλοντικός διάσημος κωμικός ποιητής. Με βοήθησε στην ανάκτηση των αγαλμάτων και του εγγυήθηκα πλήρη κάλυψη απέναντι στα αφεντικά του. Δουλεύει εκεί, στο μαγειρείο της Θόλου».

Φωνάζω τους φρουρούς και έρχονται να βοηθήσουν.

Έτσι, μπροστά εγώ, πίσω μου οι προτομές στην αγκαλιά τεσσάρων γεροδεμένων οπλιτών, πιο πίσω περήφανος ο Οινοκράτης και ο -πως τον είπαμε; Φιλήμονας;-  να τα έχει κομμάτι χαμένα, και, ακόμη παρά πίσω, το γκρίζο άλογο που κανείς δε φρόντισε να δέσει κάπου, κατευθυνόμαστε, όλοι μαζί, προς την εξέδρα.

Ανεβαίνω στην εξέδρα μαζί με τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Οι χάλκινες προτομές, οι φρουροί και το άλογο μένουν στο έδαφος. Όπως είναι φυσικό, αισθάνομαι τώρα περισσότερη αισιοδοξία και το μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρο. Μαζεύονται όλοι γύρω μου. Εάν υπήρχε μία ιαχή ανακούφισης θεωρώ ότι θα μπορούσε να αναδυθεί τώρα. Επειδή δεν (νομίζω ότι) υπάρχει, ακούω μόνο μια αυξημένη διάχυτη βαβούρα. Επωφελούμαι από την έκπληξή τους και παίρνω αμέσως το λόγο. Τους εξηγώ τι συνέβη:

Ο υπηρέτης μου ακολούθησε έγκαιρα έναν από τους μεταμφιεσμένους, Δεν μπόρεσε να τον συλλάβει, δεν είχε άλλωστε την σχετική αρμοδιότητα. Τον είδε να κατευθύνεται στη Θόλο, αλλά εκεί έχασε τα ίχνη του. Επειδή είχε από παλιά κάποιους φίλους ανάμεσα στους μαγείρους, κατάφερε να μπει στο παράπλευρο κτίσμα, στο μαγειρείο, και να κάνει μια μικρή αλλά αποτελεσματική έρευνα. Σε μια δευτερεύουσα  αποθήκη, σκεπασμένες με παλιά καζάνια, βρήκε τις προτομές. Νάτες!» Τους δείχνω τα σκούρα χάλκινα αγάλματα που φωτίζονται τώρα από τους πυρσούς των φρουρών. «Είμαι σίγουρος ότι σήμερα ή αύριο η φρουρά θα καταφέρει να εντοπίσει όλους τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τα λοιπά αποψινά συμβάντα».

αρχείο λήψης

Δεν δείχνουν όλοι το ίδιο ενθουσιασμένοι με τις εξηγήσεις μου. Ο Δημοσθένης για παράδειγμα εξακολουθεί να είναι συνοφρυωμένος και στριφνός, αν και δεν ακούω με ακρίβεια όλα όσα λέει κάτω από τα μουστάκια του. Ο Δημάδης πάλι δείχνει πασίχαρης και δε σταματά τα φιλικά και επιβραβευτικά χτυπήματα στις πλάτες του Οινοκράτη και του Φιλήμονα. Ο κύριος λόγος -εικάζω- για τον οποίο ο Αισχίνης δεν γκρινιάζει αυτή τη στιγμή, είναι για να μη φανεί ότι συμφωνεί σε οτιδήποτε με τον Δημοσθένη.

Εμφανώς πιο αναπτερωμένος είναι πια κι ο γέρο -Φωκίωνας, ο οποίος και αναλαμβάνει ξανά τα ηνία. Αφού συνεννοηθεί  για λίγο με τον Λυκούργο, απευθύνεται στην ομήγυρη.

«Μετά από αυτή την αίσια εξέλιξη, θα πρέπει να επιστρέψουμε το γρηγορότερο στην ομαλότητα», λέει. «Οι προτομές μπαίνουν ήδη στη θέση τους και θα φρουρούνται για όσο χρειαστεί».

Κάνει μια παύση για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προσοχή και συνεχίζει: «Τα αποψινά γεγονότα δε πρέπει να μεγαλοποιηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες αυτών που τα προκάλεσαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Θεωρώ ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε, έστω με συνοπτικές διαδικασίες, την αποψινή τελετή. Άλλωστε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ επέστρεψαν. Και όπως βλέπετε, ο λαός είναι ακόμη εδώ και, χάρη στα ψητά και τον οίνο που ευφραίνει γενικώς,  μου φαίνεται μάλλον ευτυχέστερος και πιο καλοπροαίρετος  από ό, τι πριν λίγο».

Στρέφεται προς τον Παιανέα: «Εάν ο ευπροσήγορος Δημοσθένης θέλει, νομίζω ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει, έστω και τώρα, την ομιλία που αναγκάστηκε να διακόψει προηγουμένως», και κοιτώντας έναν γύρο τους άλλους, προσθέτει: «Το επιβάλλουν οι αρχές της ισηγορίας που ισχύουν στην πόλη μας».

Ο Δημοσθένης όμως δεν θέλει. Διαφωνεί. Υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που τους έδωσα, ή μάλλον αυτές που μας προμήθεψε ο υπηρέτης μου και ο φίλος του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν τα γεγονότα. Όχι. Εκείνος θα μιλήσει την κατάλληλη ώρα. Όταν θα μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί και γιατί.

«Εντάξει», λέει ο Φωκίωνας, χωρίς να δείξει ότι τον λυπεί ιδιαίτερα η άρνηση του ρήτορα. Ύστερα απευθύνεται σε εμένα:

«Αγαπητέ Εύελπι, είσαι όχι μόνο το τιμώμενο πρόσωπο αλλά και εκείνος που συνετέλεσε στη επίλυση μιας δυσάρεστης -ας τη πούμε έτσι- κατάστασης. Νομίζω ότι δε θα αρνηθείς να πεις λίγα λόγια στον κόσμο, σύμφωνα πάντα με το αρχικό πρόγραμμα της εκδήλωσης, και να κλείσεις έτσι την τελετή».

Του έκανα νεύμα κουνώντας καταφατικά την κεφαλή, ότι δεν είχα αντίρρηση.

«Ωραία. Ας ηχήσει λοιπόν η σάλπιγγα και ας σε αναγγείλει ο κήρυκας. Αμέσως μετά, θα πάμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο για το καθιερωμένο σε αυτές τις περιπτώσεις δείπνο. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πούμε μεταξύ μας με μεγαλύτερη άνεση. Γιατί, μπορεί μεν να είμαι εγώ ο πρεσβύτερος και εκείνος που διαθέτει πολυθρόνα, αλλά καταλαβαίνω ότι κι εσείς, οι νεότεροι, πρέπει να έχετε πιαστεί καθισμένοι τόση ώρα σ’ αυτά τα άβολα έδρανα».

Έτσι η εκδήλωση ολοκληρώθηκε  με μια μικρή δική μου παρέμβαση, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Είπα λίγα. Τα αυτονόητα. Είπα δηλαδή ότι έρχομαι από το μέτωπο της εκστρατείας για να μεταφέρω την εκτίμηση του βασιλιά των Μακεδόνων στην πόλη της Παρθένου Αθηνάς και μαζί τα κειμήλια που έκλεψε παλιότερα ο Ξέρξης. Όμως δεν είμαι άγνωστος στους Αθηναίους, όπως δεν μου είναι άγνωστοι και εκείνοι. Ότι για πολλά χρόνια η οικογένειά μου ζει εδώ, μαζί τους, κάτω από τον ίδιο διαφανή αττικό ουρανό. Ότι η οικογένειά μου μετοίκησε εδώ γιατί πίστευε ανέκαθεν στην ανάγκη οι Έλληνες να είναι ενωμένοι και ισχυροί, αλλά μόνον εδώ μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα αυτές τις απόψεις. Η Αθήνα μας δέχτηκε χωρίς περιορισμούς και όρους και  πως, προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων γι αυτό.

Όσο αφορά στην αποψινή τελετή, τους είπα χαμογελώντας πως νομίζω ότι εν τέλει, οι θεοί, έχουν τρόπους για να δείχνουν τη θέλησή τους, έστω κι αν συνηθίζουν -και μάλλον τους αρέσει- να μας  υποβάλουν σε λογής λογής δοκιμασίες. Σήμερα, κάποιοι θέλησαν να μας διασκεδάσουν χοροπηδώντας μπροστά μας και εξαφανίζοντας (μόνο για λίγο) τις τιμώμενες εικόνες. Τώρα όμως οι προτομές είναι στη θέση τους, οι θεοί πρέπει να μας ατενίζουν με ευαρέσκεια, και εγώ απευθύνω στους Αθηναίους τις βαθιές και από καρδιάς ευχαριστίες μου για την υποδοχή.

Αυτά τους είπα.

Μετά πήγαμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο. Ζήτησα την άδεια να κρατήσω κοντά μου τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Μου δόθηκε ευχαρίστως. Και κάτι άλλο. Η ψαρόσουπα μου φάνηκε εξαιρετική!

images (13)

(συνεχίζεται)

 

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο έκτο: Συνέλευση στου Κυνοσάργους

Posted by vnottas στο 10 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

8374527

[Αφιερωμένο στο μεσαίο μου αδελφάκι, που με διαβάζει με προσοχή (και ίσως κάποια νοσταλγία)]

Κεφάλαιο έκτο: Δέκα μέρες πριν, στο δήμο της Διομείας

.

Τον καιρό εκείνο, εάν κατευθυνόσουν προς το Αθηναϊκό Άστυ προερχόμενος από τα νοτιο-ανατολικά, είτε θα έπαιρνες τις παραλιακές οδούς που θα σε οδηγούσαν πρώτα στο Φάληρο και μετά στο δρόμο που παράτρεχε  το φαληρικό τείχος οπότε, ακολουθώντας τον, θα ανηφόριζες μέχρι την Πόλη, είτε πάλι μπορούσες να πάρεις το δρόμο που διένυε τους δυτικούς πρόποδες του Υμηττού, να περάσεις το δήμο του Ευωνύμου, να διασχίσεις τον εκτεταμένο δήμο της Αλωπεκής και να φτάσεις έτσι στο δήμο της Διομείας. Ο δήμος αυτός διαιρείτο σε δύο τμήματα, το ένα εντός και το άλλο εκτός των τειχών, που τα ένωνε η ομώνυμη Πύλη.

Το εκτός των τειχών τμήμα ήταν αραιοκατοικημένο και περιελάμβανε δύο χαμηλούς λόφους: ο ένας, ο ανατολικός, ήταν γνωστός από τον τάφο του Ισοκράτη που βρισκόταν εκεί, ο άλλος πάλι, δυτικότερα, είχε  στην κορυφή του ένα μικρό ναό-παρατηρητήριο απ΄όπου μπορούσε να εποπτεύσει κανείς την ακτή του Φαλήρου [1].

Στην περιοχή υπήρχαν δύο γειτονικά μεταξύ τους ιστορικά κτίσματα: το ένα ήταν ο ναός του Ηρακλή, το άλλο ήταν το τρίτο μεγάλο γυμνάσιο της Αθήνας που, όπως και τα άλλα είχε εξελιχθεί σε χώρο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η περιοχή ονομαζόταν Κυνοσάργους και, όπως είναι φυσικό, υπήρχε τουλάχιστον ένας μύθος που εξηγούσε το κάπως παράξενο αυτό όνομα.

Σε περίληψη, ο μύθος έλεγε τα εξής:

Κατ’ αρχήν ήταν ένας σκύλος άσπρος και, απ’ ό, τι προκύπτει, ξύπνιος και πεινασμένος, που έκοβε βόλτες στη περιοχή. Τον έλεγαν Αργό (που σύμφωνα με μερικούς σήμαινε τότε λευκός) και ήταν γρήγορος.

Επί πλέον υπήρχε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Δίδυμο, ο οποίος ήθελε να τα έχει καλά με τους θεούς και  γι αυτό το λόγο είχε διοργανώσει εκεί κοντά μια θυσία.

Προτού όμως προλάβει ο βασιλιάς να διανείμει τα σφάγια σε θεούς και πιστούς, ο σκύλος εμφανίστηκε ταχύτατος μεσ’ απ’ τους θάμνους, βούτηξε το ψημένο κρέας και εξαφανίστηκε προς τα καλάμια του Ιλισού ποταμού που περνούσε κι αυτός από εκεί κοντά. Φρουροί και λοιποί ενδιαφερόμενοι έτρεξαν ξωπίσω του και εν τέλει κατάφεραν να βρουν κάποια υπολείμματα των εξαγιασμένων κρεάτων δίπλα  στην νότια όχθη του ποταμού.

Τότε παρενέβη ο ιερέας-αποκωδικοποιητής και είπε:

¨Εγώ λέω ότι ο σκύλος είναι θεόπεμπτος. Οι θεοί λένε ότι ο Δίδυμος δεν τη βγάζει καθαρή με μια απλή θυσία, αλλά ότι πρέπει να χτίσει, εκεί ακριβώς όπου βρέθηκαν τα κόκαλα, ένα ναό στον Ηρακλή¨.

Ο Δίδυμος είπε: ¨εντάξει¨ και έχτισε το ναό. 

Ο σκύλος αρκέστηκε στο να δώσει το όνομά του στην περιοχή: ο τόπος του Κυνός του Αργού, άλλως: Κυνοσάργους. 

Αργότερα οι αθηναίοι έφτιαξαν ένα ακόμη δημόσιο γυμνάσιο που πήρε και αυτό το όνομα του άσπρου σκύλου. Ακόμη αργότερα δημιουργήθηκε εκεί από τον μακαρίτη τον Αντισθένη μια (κάπως περιθωριακή, για να τα λέμε όλα) φιλοσοφική σχολή που πήρε το όνομα ¨οι σκύλοι¨ ή ¨οι κυνικοί¨.

 Κατά τα άλλα, στο σημείο αυτό ο Ιλισός,  αφού δεχτεί τα νερά της πηγής της Καλλιρρόης, προσπερνά κελαρυστός και, ρέοντας αφρισμένος πάνω στις κροκάλες, συνεχίζει την κατηφορική του πορεία δίπλα σε καλαμιές και πλατάνια, αναζητώντας την παρέα του Ηριδανού ή του Κηφισού ή ό, τι άλλο βρει τέλος πάντων, προκειμένου να μην καταλήξει στον Σαρωνικό μόνος του.

images (3).

Στους κατοίκους της Διομείας, τους Διόμειους, είχε συμβεί στο παρελθόν να περιπέσουν στην, ας πούμε ¨δυσμένεια¨, ενός δηκτικού πλην όμως δημοφιλέστατου τύπου που ονομαζόταν Αριστοφάνης, ο οποίος -ποιος ξέρει τι του είχαν κάνει του ανθρώπου- τους είχε κολλήσει το παρατσούκλι ¨οι Διομειαλαζόνες¨.

Ίσως να υπήρχε ένας ανιχνεύσιμος λόγος γι αυτό. Ίσως ο Αριστοφάνης από την μια και οι κάτοικοι του δήμου της Διομείας -ιδιαίτερα οι εκτός των τειχών- από την άλλη, να ανταγωνίζονταν,  ήδη από τότε, στην παραγωγή ενός δυσεύρετου και ως εκ τούτου πολύτιμου αγαθού. Του αστείου! Το αστείο ήταν ένα προϊόν των άστεων και δεν πρέπει να συγχέεται με το πιο διαδεδομένο ¨χωρατό¨, που προερχόταν κατ’ ευθείαν από την ύπαιθρο.

Αυτή, βέβαια, δεν είναι παρά μόνον μια υπόθεση γιατί τον καιρό που διέπρεπε ο Αριστοφάνης, οι κωμικοί της περιοχής δεν ήσαν ακόμη τόσο διάσημοι. Αλλά και το ¨πνεύμα¨ που καλλιεργούσαν και με το οποίο θα ξεκαρδίζονταν οι ίδιοι και οι  διαρκώς αυξανόμενοι οπαδοί τους, ήταν διαφορετικό από εκείνο του παλιού κωμωδιογράφου.

Ο Αριστοφάνης, όπως και οι περισσότεροι ομότεχνοι της γενιάς του, ήταν προσκολλημένος στην ιδέα μιας πολιτείας  κυρίαρχης και -κατά βάθος- γενικότερα αποδεκτής, έτσι ώστε να αξίζει τον κόπο να καταδικάσεις και να γελοιοποιήσεις εκείνους που, όντας ατομικιστές και επιδειξίες (φιλοπόλεμοι, ψευτοφιλόσοφοι, διεφθαρμένοι αναρριχητές και διαφθείροντες ισχυροί) έκαναν κακό στην κοινότητα.

Προτομή-του-Αριστοφάνη

Αντίθετα, εάν πάρουμε για παράδειγμα, τους ¨εξήκοντα¨ γελωτοποιούς του Κυνοσάργους, η κωμικότητά τους είχε διαφορετικές αφετηρίες. Αυτοί δεν έβλεπαν πια γύρω τους μια κοινότητα ικανή να επιβληθεί. Έβλεπαν κυρίως τις αντιφάσεις και τους χαρακτηριστικούς τύπους που είχαν δημιουργηθεί από τους περίεργους, ασυνεπείς και -με λίγη ή πολλή καλή θέληση- διασκεδαστικούς ¨νέους καιρούς¨.

Οι νεαροί ¨εξηντάρηδες¨ δεν πίστευαν ότι η παρέμβασή τους θα μπορούσε να διορθώσει την πολιτεία. Επομένως, περιορίζονταν σε εκείνο που έμοιαζε εφικτό: να δείξουν και να αναδείξουν την γελοιότητα των νέων «τύπων» που κυκλοφορούσαν πλέον στις πόλεις: τους κακόγουστους νεόπλουτους, τους επιδεικτικούς δοκησίσοφους ξερόλες,  τους αναίσχυντους ερωτύλους, τους ύπουλους καιροσκόπους, αλλά και τους πονηρούς υπηρέτες, τους κομψευόμενους αφέντες, τις εύπιστες κι αλλοπρόσαλλες κυράδες… Με άλλα λόγια, έβλεπαν ότι οι αντιφάσεις που κάθε λίγο εκρήγνυνταν γύρω τους μπορούσαν να προκαλέσουν ιαματικό γέλωτα, και αυτό τους αρκούσε.

Αλλά και πέρα από τα μέλη των ¨εξήκοντα¨, τις πλάκες και τις φάρσες που σκάρωναν (οι οποίες στη συνέχεια, σχολιάζονταν και  έτερπαν την αγορά και τα συμπόσια) υπήρχαν και εκείνοι που έγραφαν κωμικά επιγράμματα, ποιήματα, άσματα, αλλά και κωμωδίες ολόκληρες διεπόμενες από το νέο αυτό  πνεύμα.

Όλους αυτούς (περιθωριακούς φιλόσοφους, κωμικούς και κωμωδιογράφους του νέου ρεύματος, καθώς και σπουδαστές προβληματισμένους μεν, αλλά και έτοιμους να συμμετάσχουν σε κάθε λογής επεισοδιακή φάση) μπορούσες να τους συναντήσεις πλέον παντού, ακόμη και στην Αγορά ή και στα γυμναστήρια του Κλεινού Άστεως, όμως το μέρος όπου ήταν δυνατό να τους βρεις μαζεμένους να κουβεντιάζουν και να ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες περί του Παντός (επιστητού και μη), ήταν το εκτός των τειχών τμήμα του δήμου της Διομείας που, όπως είπαμε, οι Αθηναίοι αποκαλούσαν συνήθως Κυνόσαργες, συνηθέστερα στη γενική: (ο τόπος του) Κυνοσάργους.

images

Αυτό ακριβώς συνέβαινε και ’κείνο το διαυγές βραδάκι, το φωτισμένο από τον χρυσαφί κύκλο του φεγγαριού και πασπαλισμένο με άρωμα πεύκου που το απαλό αεράκι μετέφερε ως εδώ από τον Υμηττό. Ήταν το τελευταίο δεκαήμερο του Σκιροφοριώνα κι είχε αρχίσει να κάνει ζέστη. Καμιά τριανταριά νέοι ήταν μαζεμένοι στον Ιλισό, άλλοι ξαπλωμένοι στα χορτάρια της όχθης, άλλοι καθιστοί με τις πλάτες ακουμπισμένες στα δέντρα, άλλοι όρθιοι.

«Αυτοί εδώ μας δουλεύουν κανονικά» έλεγε ένας νεαρός με το μαλλί μακρύ σχεδόν όσο των εμπόλεμων Σπαρτιατών. «Λόγος περί Αληθείας πολύς, πράξεις Φιλαληθείας ουδεμία!».

«Θα έχουμε ακόμη μια εορτή, αγαπητέ Μέναιχμε! Ε και; Θα μας βγάλουν ακόμη μερικούς λόγους! Ε, λοιπόν; Θα επικαλεστούν πάλι το όνομα της Δημοκρατίας, αλλά αμφιβάλω αν θυμούνται τι ακριβώς είναι. Ίσως κάποιος θα έπρεπε να τους το θυμίσει!» είπε ένας με γένι που είχε αρχίσει να γκριζάρει, λίγο μεγαλύτερος από τους άλλους.

«Πείτε μου εσείς αγαπητοί εν Ιλισώ φίλοι. Είναι δημοκρατία να γιγαντώνεις τους μύθους που σε συμφέρουν; Είναι δημοκρατία να επινοείς καινούργια σοφίσματα; Είναι δημοκρατία να δημιουργείς σύγχυση στους γύρω σου και μετά από πάνω να ζητάς να σε επιβραβεύσουν;» αναρωτήθηκε ένας καστανομάλλης με μεγάλη μύτη που ακουμπούσε τη πλάτη πάνω στον κορμό μιας γέρικης ελιάς.

«Εμείς, οι άποικοι στο Βορρά, όταν οι επιδρομές του Φίλιππου μας ανάγκασαν να επιστρέψουμε στο Νότο, ήμασταν σίγουροι ότι εδώ θα βρίσκαμε προστασία και σιγουριά …», παρεμβλήθηκε  μια όμορφη ξανθή νέα,  «όμως δε βρήκαμε παρά λόγια… πολλά λόγια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τώρα μας καλούν να γιορτάσουμε για τις προσφορές και τα δώρα του Αλέξανδρου!»

«Ω, τι σοβαρότητες είναι αυτές Ιππαρχία», διαφώνησε  ένας πιτσιρικάς, γύρω στα δώδεκα. «Εάν αυτά που συμβαίνουν δεν είναι παρά αστειότητες, δε έχουμε παρά να γελάσουμε λιγάκι μαζί τους!»

«Καλά τα λέει ο Μενανδράκος»,  τον υπερασπίστηκε ένας μεγαλύτερος με κοντό ιμάτιο, στηριγμένος σε μια τεράστια γκλίτσα.

«Να γελάσουμε; ναι! Να κάνουμε και τους άλλους να γελάσουν; Βεβαίως. Όχι όμως όπως οι μωροί κι οι μπουνταλάδες, δηλαδή χωρίς να ξέρουμε το λόγο. Και μάλιστα καλά. Ας μιλήσει λοιπόν όποιος νομίζει ότι ξέρει καλά τι τρέχει, και μετά, εάν συμφωνήσουμε, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», είπε εκείνος με τα ίχνη γκρίζου στο γένι του, που ασήμιζαν τώρα στο φεγγαρόφως και ανασηκώθηκε εγκαταλείποντας τον κορμό της ελιάς. Το σώμα του ήταν κάπως στραβό, αλλά το πρόσωπό του είχε ευγενικά χαρακτηριστικά.

«Έχει δίκιο ο Κράτης!» φώναξε ο καστανομάλλης με τη μεγάλη μύτη. «Θα μιλήσω εγώ».

Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω του. Τον ήξεραν όλοι. Είχε αρχίσει να φοιτά στο Λύκειο, αλλά μετά είχε στραφεί προς τους ¨σκύλους¨ με τους οποίους είχε γίνει πλέον κολλητός. Επιπλέον ήταν σταθερό μέλος της παρέας των εξήκοντα. Τον έλεγαν Καλλιμεδώνα, αλλά όλοι τον φώναζαν Κάραβο[2]

images (6)

«Ο Αριστοτέλης, μπορεί να υπήρξε ο δάσκαλος του Αλέξανδρου, επομένως δεν αποκλείεται να κληθεί κάποτε να απολογηθεί για τις πράξεις του μαθητή του, πάντως όλοι ξέρουμε πως είναι αξιόπιστος δάσκαλος και προσπαθεί να τεκμηριώσει όσα λέει. Φοίτησα κι εγώ κοντά του για ένα διάστημα, κι αν δεν είχα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι εκεί μέσα παραείναι τυπικοί και μανιώδεις με τις κατατάξεις και τις κατηγοριοποιήσεις, ίσως και να ήμουν ακόμη εκεί πέρα. Πάντως ξέρω, όπως άλλωστε κι εσείς, ότι έχει τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Αθήνας. Ανάμεσα στο συγγράμματα υπάρχουν και κείμενα του μεγάλου Θουκυδίδη, τα οποία είχα την ευκαιρία να δω και να μελετήσω όταν παρακολουθούσα το Λύκειο. Θα επικαλεστώ λοιπόν τα κείμενα αυτά, αλλά και την άποψη του ίδιου του Αριστοτέλη που, απ’ ό, τι φαίνεται, τα στοιχεία του Θουκυδίδη τον έπεισαν. Σημειώστε ότι αυτά που θα σας πω ίσως σας φανούν γνωστά, γιατί υπάρχουν ακόμη γέροντες που λένε τα ίδια, ισχυριζόμενοι ότι έτσι τα άκουσαν από τους παππούδες τους.

«Φίλε… έλα στο ζουμί» φώναξε κάποιος στο βάθος που είχε μετατρέψει έναν κομμένο κορμό σε ανάκλινδρο.

«Έρχομαι και συμπτύσσω: Τι θα μας πουν σε λίγες μέρες ο Δημοσθένης, ο Φωκίωνας, ο Υπερείδης και οι λοιποί; Θα μας επαναλάβουν την γνωστή επίσημη εκδοχή. Θα μας πουν ότι επιστρέφουν οι ¨τυραννοκτόνοι¨ και ότι οφείλουμε να είμαστε ευτυχείς. Γιατί; Μα γιατί αυτοί οι δύο τύποι θυσιάστηκαν για να σκοτώσουν τους τυράννους και έτσι να  περάσει η εξουσία από τους Πεισιστρατίδες στο Δήμο της Αθήνας.

Τους είχαμε ήδη φτιάξει νέα αγάλματα, ταΐζαμε τιμής ένεκεν στο Πρυτανείο όσους δήλωναν απόγονοί τους και τώρα συν τοις άλλοις, θα είμαστε υποχρεωμένοι και στον Αλέξανδρο που μας στέλνει πίσω τις πρωτότυπες εικόνες τους…

Ας δούμε τώρα τι ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης.

Ο ιστορικός λοιπόν λέει ότι…

Πρώτο: οι αποκληθέντες τυραννοκτόνοι σκότωσαν τον ένα μόνο από τους γιους του τύραννου Πεισίστρατου και μάλιστα όχι εκείνον που είχε κληρονομήσει και ασκούσε την κυρίως εξουσία, τον Ιππία, αλλά τον αδελφό του τον Ίππαρχο, που ως επί το πλείστον τον απασχολούσαν τα καλλιτεχνικά θέματα.

Δεύτερο: η αιτία του φονικού δεν είχε να κάνει με την πολιτεία, ούτε με το πολίτευμα, ούτε με τις διεκδικήσεις του λαού των Αθηνών. Επρόκειτο για ερωτική αντιζηλία.  Οι δύο τύποι ήταν μεταξύ τους εραστές που παρενοχλήθηκαν ερωτικά από τους Πεισιστρατίδες. Δεν ξέρω ακριβώς τι τύπου έρως συνέδεσε τους ήρωες αυτής της ιστορίας. Οι φίλοι, από τους παρόντες, που φοιτούν στην Ακαδημία και θεωρούνται ειδήμονες στα σχετικά με τον άτακτο ακόλουθο της Αφροδίτης, θα μπορούσαν ίσως να μας διαφωτίσουν εάν ένας τέτοιος έρωτας εμπίπτει στην κατηγορία του αποκαλούμενου ¨πλατωνικού¨ ή πρόκειται για κάποια επιβαρυμένη περίπτωση που προκαλεί μεγαλύτερα πάθη!

Ό, τι και να πούμε, το γεγονός είναι ότι υπήρξε αντιδικία, ζηλοτυπία, σύγκρουση και εντέλει φόνος.  Την πλήρωσε όπως σας είπα ο Ίππαρχος, αλλά ακριβώς επειδή ή όλη ιστορία ήταν περισσότερο πάθος παρά καλά προετοιμασμένη πολιτική συνωμοσία, οι ¨τυραννοκτόνοι¨ συνελήφθησαν αμέσως. Ο ένας σκοτώθηκε επί τόπου και ο άλλος αργότερα, χωρίς να ομολογήσει την ύπαρξη συνωμοσίας, αν και βασανίστηκε.

Γεγονός είναι επίσης ότι ο κυρίως τύραννος της εποχής, ο Ιππίας, όχι μόνο δε σκοτώθηκε, αλλά κυβέρνησε την Αθήνα για τρία – τέσσερα χρόνια ακόμη. Και μάλιστα, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, με τρόπο ειδεχθέστερο από ό, τι πριν.

Αλλά το πιο ευτράπελο από όλα αυτά, εκείνο που αποδεικνύει ότι η Ιστορία από μόνη της και όχι ύστερα από δική μας επέμβαση, διαθέτει και πνεύμα και ειρωνεία και σαρκασμό, είναι ότι τον εν λόγω τύραννο, τον Ιππία, εκείνον δηλαδή που δεν ανέτρεψαν οι τυραννοκτόνοι, τον ανέτρεψαν τελικά οι Λακεδαιμόνιοι! Μάλιστα φίλοι μου. Οι Σπαρτιάτες! Οι θεωρούμενοι παραδοσιακοί προστάτες των απανταχού ολιγαρχικών! Εκείνος δε που υλοποίησε αυτό που ονομάστηκε ¨αποκατάσταση¨ (αν δεχτούμε  ότι ένα είδος Δημοκρατίας υπήρχε ήδη στην Αθήνα από την εποχή της νομοθεσίας του Σόλωνα) ή ¨δημιουργία¨ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ήταν ένας απροκατάληπτος και -όπως τον περιγράφει ο Θουκυδίδης- απρόβλεπτος βασιλιάς της Σπάρτης: ο Κλεομένης (βίος και πολιτεία και ο ίδιος -αλλά δεν θέλω να επεκταθώ)  που ήταν γιος του Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα των Θερμοπυλών!»

«Μα αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που αξίζει τον κόπο να γιορτάσουμε!» ακούστηκε μια εύθυμη φωνή από κάτω.

«Νομίζω πως ναι… και έχω μια ιδέα», είπε Κάραβος.

«Προτείνω να φτιάξουμε μια μικρή επιτροπή και να επεξεργαστούμε τις ιδέες μας», είπε ο Κράτης.

images (9).

Η Αθήνα είναι ένας τόπος με ενδιαφέρουσα και περιπλεγμένη ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι το λεκανοπέδιο έχει ζήσει τα πάντα-όλα και το αντίθετό τους. Αυτά τα ¨όλα¨, κλασικά και μη, στην Αθήνα ήταν συνήθως εικονογραφημένα.  Κι αυτό γιατί στους Αθηναίους αρέσουν οι εικόνες: γλυπτές, ανάγλυφες, ζωγραφιστές, ακόμη και λεκτικές, από εκείνες που διακοσμούν την ακατάσχετη ροή των ρητορικών εμπνεύσεων.

Όμως, ακριβώς επειδή οι καιροί στην Αθήνα αλλάζουν συχνά και οι εμπειρίες πολλαπλασιάζονται επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τα γούστα, είναι επακόλουθο ότι θα πρέπει να ανανεώνονται και οι σχετικές εικόνες.  Πράγματι οι Αθηναίοι τις ανανεώνουν.

Ωστόσο υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: Τι να κάνουν με τις παλιές εικόνες, όταν αυτές έχουν πια ξεπεραστεί από τους καιρούς ή από τους συσχετισμούς των δυνάμεων; Να τις καταστρέφουν;

Η εμπειρία είχε δείξει ότι η οριστική καταστροφή δεν είναι η καλύτερη λύση. Γιατί, (όπως λέει και η δημώδης φράση)¨έχει ο καιρός γυρίσματα¨∙ που πάει να πει ότι το ενδεχόμενο μιας ανακύκλωσης είναι πάντοτε πιθανό.

Τελικά οι Αθηναίοι βρήκαν τη λύση που τους φάνηκε πιο απλή και αποτελεσματική: Ήταν η  δημιουργία των περιφραγμένων χώρων εναποθήκευσης τετριμμένων εικόνων, των γνωστών και ως ΠΕΧΕΤΕ. Τον καιρό της αφήγησής μας, στις μάντρες των ΠΕΧΕΤΕ μπορούσες να βρεις άφθονο εικονογραφικό υλικό από περασμένες εποχές και παρελθόντα γούστα.

Σε μία από αυτές, ο φύλακας λεγόταν Δεινίας και ήταν ένθερμος φίλος των κυνικών και των κωμικών (αδιακρίτως) καθώς και των συγκεντρώσεων παρά τον Ιλισό. Ήταν λοιπόν αυτός που υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει έναν τουλάχιστον ¨Κλεομένη σε ορείχαλκο¨, καθώς και έναν Σπαρτιάτη, μάλλον σε μάρμαρο, που  έφερνε προς τον Λεωνίδα, αν και δεν ήταν σίγουρος πως επρόκειτο ακριβώς για τον ήρωα των Θερμοπυλών.

«Εντάξει μ’ αυτό»,  είπε ικανοποιημένος ο Κάραβος. Η φάση Βήτα θα είναι λίγο πιο δύσκολη. Η Θόλος του πρυτανείου, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα εναποτεθούν αρχικά οι ¨τυραννοκτόνοι¨ φρουρείται πολύ καλύτερα από τις αποθήκες των ξεπερασμένων εικόνων».

«Μην ανησυχείς», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Κράτης. Έχουμε κι εκεί έναν αφοσιωμένο φίλο. Θα εκπλαγείς όταν μάθεις για ποιον πρόκειται».

«…και να μη ξεχνάτε τη χορογραφία της φάσης Γάμα», είπε χοροπηδώντας η μικρή ξανθή Ιππαρχία. Θα σας την διδάξω εγώ και απαιτώ προσοχή και προσήλωση».

images (12).

[1] Στο λόφο αυτόν είχαν στρατοπεδεύσει οι Αθηναίοι μετά τη μάχη του Μαραθώνα και από εδώ είχαν δει και αποτρέψει μια προσπάθεια του περσικού στόλου να αποβιβάσει στρατεύματα στο Φάληρο.

[2] Κάραβος: Κερασφόρο σκαθάρι αποκαλούμενο και «κεράμβυξ». Η λέξη σημαίνει επίσης γαρίδα, ή και καράβι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Η τελετή

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

αρχείο λήψης (1)

.

Κεφάλαιο πέμπτο. Τελετή (με εκπλήξεις) στο Λεωκόριο

Στο μέγαρο του βουλευτηρίου υπάρχει παραταγμένο άγημα υποδοχής, καθώς και λοφιοφόρος τελετάρχης που υποδέχεται τον Εύελπι και τον Ευρύνου και τους οδηγεί ως την λιτή αίθουσα-γραφείο του στρατηγού Φωκίωνα. 

Ο Εύελπις σημειώνει με ικανοποίηση ότι, αυτήν τη φορά, δεν υπήρξε καμιά ένσταση που να αφορά στην παρουσία του Ευρύνου στη συνάντηση.  Σε αντίθεση με τον επιφυλακτικό Λυκούργο χτες στη Ζέα, σήμερα, ο γηραιός ηγέτης Φωκίωνας χαιρετά πρώτα τον πατέρα Ευρύνου και συνοδεύει τον  χαιρετισμό με καλά λόγια για την ήρεμη συμβολή του ίδιου, αλλά και των λοιπών υποστηρικτών των ιδεών του αείμνηστου Ισοκράτη,   στην ήρεμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Αθήνα∙ και μάλιστα  σε μια εποχή αλλαγών και εύθραυστων ισορροπιών, όπως η σημερινή.

Έπειτα τον μακαρίζει για την ευτυχία που του επιφύλαξαν οι θεοί, να δει το γιο του να επιστρέφει νικητής από μια πανελλαδική εκστρατεία και μάλιστα φέροντας ως τρόπαιο πίσω στην Πόλη της Παλλάδας ένα από τα σύμβολα της ιδιαιτερότητάς της.

Ύστερα σφίγγει το χέρι του Εύελπι και τον ρωτάει αν θεωρεί ότι η υποδοχή υπήρξε μέχρι στιγμής ικανοποιητική, ή αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Μεγαρέας τον διαβεβαιώνει ότι όλα  μπορούν να θεωρηθούν άψογα.

Ο Φωκίωνας είναι ένας ψηλός καλοστεκούμενος γέροντας με φουντωτά γκρίζα φρύδια, λευκή γενειάδα και λιτή αμφίεση. Έχει πολεμήσει ως στρατηγός και ναύαρχος για τη δόξα της Πόλης των Αθηνών ενάντια στους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες, αλλά δεν υπέκυψε στις φιλοπολεμικές εξάρσεις των ρητόρων όταν θεώρησε ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν αρνητικός και ότι οι προτροπές τους θα κατέληγαν άσχημα για την Αθήνα. Με τη σημερινή ορολογία, σκέφτεται ο Εύελπις,  θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς μετριοπαθή φιλομακεδόνα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθής αντιμακεδόνας. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά χρήσιμες μεν, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βοηθητικές ετικέτες ¨γενικού προσανατολισμού¨. Η πραγματικότητα είναι πιο μπερδεμένη.

Και οι δυο ηγέτες θεωρούνται έντιμοι και αδιάφθοροι και διοικούν την Αθήνα, παρά την έντονη αντιπολίτευση της ομάδας του Δημοσθένη και παρά το ότι οι Αθηναίοι πολίτες δεν παύουν να τους κατακρίνουν και να τους βρίζουν για την αυστηρότητά τους, ενώ βέβαια, παραδόξως, τους υπερψηφίζουν και τους αναθέτουν τις βασικές ευθύνες της πόλης.

Phocion

Ο Εύελπις αποφασίζει να μεταφέρει με ευθύτητα το μήνυμα του Αλέξανδρου προς τον παλαίμαχο αθηναίο ηγέτη.

«Έχω εντολή σεβαστέ Φωκίωνα να σου μεταφέρω τους χαιρετισμούς του Αλέξανδρου, του βασιλέα των Μακεδόνων. Γνωρίζεις ήδη την εκτίμηση που τρέφει για σένα. Και επειδή ο βασιλεύς είναι περισσότερο άνθρωπος των έργων παρά των λόγων, έχω λάβει εντολή να σε ενημερώσω ότι έχει κατατεθεί στο ταμείο του Δελφικού Ναού του Απόλλωνα ένα ποσό εκατό ταλάντων που μπορείς να αναλάβεις και να διαχειριστείς με διακριτική ευχέρεια μόνον εσύ».

Ο Φωκίωνας συνοφρυώνεται περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπουν, από μόνα τους, τα πυκνά του φρύδια, και χαμηλώνει το βλέμμα σκεφτικός. Ύστερα κοιτάζει πάλι τον Εύελπι καταπρόσωπο.

«Θέλω να ευχαριστήσεις τον βασιλιά γι αυτή την γενναιόδωρη προσφορά. Αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα χρηματικό ποσό  που να μην ελέγχεται από επιτροπή εκλεγμένη από τη Βουλή. Είμαι υποχρεωμένος να συμπεριφερθώ έτσι από τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της Πόλης μου. Αν τους καταπατούσα είμαι βέβαιος ότι θα έχανα όχι μόνο την αξιοπιστία απέναντι στους συμπολίτες μου, αλλά και τη δική του εκτίμηση».

Μένει για λίγο σιωπηλός και μετά συνεχίζει. 

«Όμως δε θα ήθελα κατά κανένα τρόπο να τον λυπήσω με την άρνησή μου. Γι αυτό θέλω να του μεταφέρεις ότι θα του είμαι εξ ίσου ή και περισσότερο υπόχρεος αν φροντίσει να επιλυθεί σύντομα το θέμα των αθηναίων αιχμαλώτων. Ναι, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στο στράτευμα του Δαρείου,  αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να είναι αθηναίοι και είναι φυσικό η πατρίδα να ανησυχεί γι αυτούς.

Η ευμένεια απέναντί τους θα διευκολύνει την δημιουργία της νέας Ελλάδας που θα έχει πια ξεπεράσει τις ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Εγώ από τη μεριά μου εγγυώμαι ότι οι στρατιώτες αυτοί όχι μόνο θα ανανήψουν, αλλά και θα παίξουν στο μέλλον θετικό ρόλο στην εποχή που μόλις τώρα αρχίζει».

Ο Εύελπις διαβεβαιώνει τον στρατηγό ότι θα μεταφέρει το αίτημά του στον βασιλέα και πως ο ίδιος, προσωπικά, το θεωρεί θεμιτό.

240

Ύστερα από λίγο, συνοδευόμενοι από τους οπλίτες του αγήματος κατευθύνονται πεζοί λίγο παρακάτω, μπροστά στον Ναΐσκο του Λεωκόριου,  όπου δίπλα στα υψηλόκορμα και -ομολογουμένως πανέμορφα- αγάλματα των τυραννοκτόνων που έχουν εκπονήσει ο Κριτίας και ο Νησιώτης, είναι τοποθετημένα τα αυθεντικά πρωτότυπα ¨ομοιώματα¨, τα φιλοτεχνημένα από τον Αντήνορα. Αυτά τα τελευταία είναι  σκεπασμένα με υφασμάτινο κάλυμμα, έντεχνα στερεωμένο έτσι ώστε να μπορούν να αποκαλυφτούν με το τράβηγμα ενός μόνο σκοινιού.

 Κάτω από την υψηλή επίβλεψη του άρχοντα βασιλέα Λυκούργου, ο οποίος είναι ήδη εκεί (άλλωστε η έδρα του επιφορτισμένου για τα ιερατικά θέματα βασιλέα, η Βασίλειος Στοά, βρίσκεται κι αυτή εκεί, στην Αγορά, ακριβώς απέναντι από το Λεωκόριο) οι ιερείς ετοιμάζουν τις φωτιές που σε λίγο θα στείλουν στους θεούς τη τσίκνα από τα σφάγια που τόσο τους αρέσει. Εξ άλλου, η προοπτική μιας χορταστικής θυσίας έχει προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον ικανού αριθμού φτωχών κατοίκων του Άστεως που έχουν προστεθεί σε εκείνους που ενδιαφέρονται να δουν τους χάλκινους ήρωες ¨τυραννοκτόνους¨ και να γιορτάσουν την επιστροφή τους.

Lycurgus (1)

«Καλά», ρωτάει ο Εύελπις τον πατέρα του, «πότε ο Λυκούργος εγκατέλειψε την θητεία του ως υπεύθυνος για τα οικονομικά για να αναλάβει τα των Θεών; Πριν φύγω θυμάμαι ότι όλοι τον θεωρούσαν αυστηρό μεν, αλλά  επιτυχημένο διαχειριστή».

«Όντως», του απαντάει ο Ευρύνους, «υπήρξε και είναι καλός διαχειριστής των πόρων της Πόλης. Εν τούτοις έκανε μια απλή διαπίστωση: η θέση του υπεύθυνου για τα οικονομικά δεν πρέπει να ανήκει για πολύ καιρό στο ίδιο πρόσωπο γιατί έτσι αυξάνεται η πιθανότητα ο κάτοχος του αξιώματος να διαφθαρεί από τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Γι αυτό φρόντισε να ψηφιστεί  νόμος που να απαγορεύει σε οποιονδήποτε  να παραμένει σ’ αυτήν τη θέση για πάνω από δύο θητείες. Μετά, φυσικά, παραιτήθηκε».

«Και;» απορεί ο Εύελπις. «Ποιος είναι ο σημερινός διαχειριστής των ταμείων;»

«Ένας που εκλέχθηκε μετά από δική του υπόδειξη. Το όνομά του όμως έχει μικρή σημασία γιατί εκείνος του οποίου η άποψη μετράει για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα οικονομικής φύσεως είναι πάντοτε ο Λυκούργος. Διότι σ’ αυτόν εξακολουθούν να απευθύνονται οι Αθηναίοι πριν πάρουν τις σχετικές αποφάσεις». Ο Ευρύνους χαμογελάει κάτω από τα -ακόμη μαύρα- μουστάκια του. «Τυπική Αθηναϊκή λύση!» λέει. «Και να σημειώσεις ότι όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι».

«Και γιατί βασιλεύς;»

«Γιατί όπως ξέρεις η μόνη εξουσία που έχουν στην Αθήνα οι άρχοντες βασιλείς αφορά στην εποπτεία των θρησκευτικών θεμάτων. Λάβε υπ’ όψιν ότι ο Λυκούργος ανήκει στην ισχυρή ιερατική γενιά των Βουτάδων. Επομένως, μετά την τυπική απομάκρυνσή του από τα Ταμεία, η μάλλον τιμητική θέση του Βασιλέα κρίθηκε ιδεώδης γι αυτόν».

Πατέρας και γιος σταματούν τα ψιθυριστά τους σχόλια για να αντιχαιρετίσουν τον ενθουσιώδη ευπατρίδη με την πλούσια ενδυμασία που κατευθύνεται προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά. «Χαιρετώ τον άξιο συνέλληνα συμπολίτη μου Ευρύνου και τον αξιότιμο γιο του, ο οποίος αποδεικνύει πως η γνώση του Λόγου δεν αποτρέπει, αλλά μπορεί περίφημα να συνυπάρξει με την γενναιότητα των πράξεων»

«Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, άρχοντα Δημάδη», απαντά ο Ευρύνους και σφίγγει το χέρι του αθηναίου ρήτορα-πολιτικού.

«Τον θυμάμαι τόσον δα μικρούλη» συνεχίζει εκείνος δείχνοντας τον Εύελπι, «να ανακατεύεται στα πόδια των μεγάλων και να ενδιαφέρεται ήδη από τότε, τόσο για τα γράμματα, όσο και για τα σχετικά με την διοίκηση των πόλεων. Ο μακαρίτης ο Ισοκράτης έκανε γι αυτόν το μικρό πολλά κολακευτικά σχόλια».

demades

Ο Εύελπις θυμάται κι αυτός τις επισκέψεις του ρήτορα Δημάδη στη σχολή του Ισοκράτη. Εδώ που τα λέμε δύσκολα θα μπορούσε να ξεχάσει, αν όχι την πληθωρική και συνήθως κεφάτη συμπεριφορά του, τουλάχιστον την μόνιμα εντυπωσιακή του αμφίεση.

«Θα πρέπει να βρεθούμε», συνεχίζει απευθυνόμενος στον Εύελπι ο ρήτορας. Ο τόνος του είναι ανέμελος, αλλά το βλέμμα του είναι διεισδυτικό και έντονο.

«Και βέβαια», απαντά ο νεότερος Μεγαρέας. «Ίσως και αύριο…», αλλά ο Δημάδης τον διακόπτει αγγίζοντάς τον στο μανίκι και δείχνοντας του έναν άλλο γνωστό Αθηναίο, που τους πλησιάζει βιαστικά.

«Είμαι σίγουρος ότι καταφτάνει ακόμη ένα αίτημα για επείγουσα συνάντηση…» χαμογελάει. Ύστερα δείχνοντας τον νεοφερμένο στους Μεγαρείς, τον αναγγέλλει: «Ιδού, λοιπόν ο πασίγνωστος Αισχίνης, φίλος των Μακεδόνων και ακραιφνής αντίπαλος του Παιανέα Δημοσθένη!»

«Μη με αναγκάζεις», λέει εκείνος κάνοντας ένα δυσαρεστημένο μορφασμό, «να ακούω ονόματα που μου χαλάνε τη διάθεση, και μάλιστα τη στιγμή που είμαι έτοιμος να χαιρετίσω έναν συμπολίτη που συμμετέχει στην εκστρατεία, και μάλιστα σε στρατηγική θέση». Ο Αισχίνης είναι γκρίζος στα μαλλιά, στο γένι, στα φρύδια, και πιθανότατα στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον ¨άνετο¨ Δημάδη μοιάζει νευρώδης και συντηρητικός. Ο νεοφερμένος χαιρετά τον Ευρύνου και τον Εύελπι.

«Τον δικό σου δεν τον είδα ακόμη», επιμένει κάπως περιπαικτικά ο Δημάδης. «Ήρθε ή θέλει να μας κάνει να τον περιμένουμε;»

«Ο Φωκίωνας δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν. Τον ξέρεις».

«Έχεις δίκιο. Άλλωστε να ‘τος κι ο Παιανεύς. Βλέπω το αμάξι του να καταφτάνει». Ύστερα απευθυνόμενος στον Εύελπι: «Τον συνάντησες ήδη τον Δημοσθένη;»

Δημοσθένης

«Όχι. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τον ξέρω εκ φήμης και εξ όψεως από τότε που ήμουν παιδάκι, γιατί ήδη τότε ήταν διάσημος και αρκετά δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους. Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης τον ανέφερε συχνά ως πρώην μαθητή του που όμως είχε διαφοροποιηθεί από το πνεύμα της Σχολής.  Υποθέτω πάντως ότι θα μου τον παρουσιάσουν επισήμως ή τώρα, ή στο δείπνο μετά την τελετή».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τη γενική προσοχή τραβάει ο Λυκούργος, ο οποίος όρθιος μπροστά στον βωμό και φορώντας πλέον τα ιερατικά του άμφια, υψώνει τα χέρια επιβάλλοντας την γενική ¨ιερή σιγή¨ που προβλέπει το τελετουργικό. Ύστερα από λίγο τα κατεβάζει, υψώνει τη κεφαλή προς τον υπερκείμενο Παρθενώνα και απευθύνεται προς τους Θεούς αρχίζοντας από την πολιούχο Αθηνά, αλλά χωρίς να παραβλέψει την λοιπή ιεραρχία των Αθανάτων.

Με γλώσσα απλή τους εξηγεί ότι οι Αθηναίοι δεν είναι αγνώμονες, αλλά αντίθετα αγαπούν τους θεούς που εισακούουν τις εκκλήσεις και τις προσευχές τους. Και πως ξέρουν ότι εάν η Αθήνα ευημερεί, ίσως περισσότερο από όσο της αξίζει, αν κρίνει κανείς από την ασυνέπεια αρκετών πολιτών σχετικά με τις υποχρεώσεις τους- αυτό οφείλεται στην αγάπη και την εύνοια των Θεών απέναντι στην πόλη της παρθένου Αθηνάς. Σήμερα οι Αθηναίοι είναι εδώ για να ευχαριστήσουν την Θεά  που επιτρέπει στην πολιτεία να επιβιώνει με τιμή και αξιοπρέπεια, αλλά και να υποσχεθούν στους Θεούς ότι και στο μέλλον θα είναι αντάξιοι της επιείκειάς τους.

Ο Λυκούργος κάνει νεύμα προς τους βοηθούς των ιερέων και αυτοί φέρνουν κοντά τα επιλεγμένα σφάγια, με επικεφαλής ένα καλοθρεμμένο κριάρι που τα κέρατά του είναι βαμμένα χρυσαφιά. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός φέρνει τη λεκάνη με το αγιασμένο νερό (τη χέρνιβα) και μια κόρη το καλάθι με τους απαραίτητους κριθαρόσπορους. Ο Βασιλέας ο επί των Θεών παίρνει μια δέσμη από κλαδιά ελιάς που μαζί με την ιερή μάχαιρα είναι τοποθετημένη απ’ την αρχή της τελετής πάνω στο τραπέζι δίπλα στο βωμό, την εμβαπτίζει στην χέρνιβα και ραντίζει πρώτα το (ακόμη) ζωντανό και μετά τους γύρω του παρευρισκόμενους. Ύστερα τους ραίνει με τους σπόρους του κριθαριού και, μετά, παίρνει από τον βωμό το καλοακονισμένο μαχαίρι, κόβει από το ζώο μια τούφα μαλλί και το ρίχνει στην μικρή συμβολική φωτιά που καίει πάνω στον βωμό (παραδίπλα έχουν ήδη φουντώσει οι φωτιές που σε λίγο, προς τέρψιν -και θρέψιν- θεών και πιστών, θα ψήσουν όλα τα ζώα της θυσίας).

Τέλος, ο Λυκούργος -με μια αστραπιαία κίνηση, που δείχνει πόσο καλός στρατιώτης υπήρξε- κόβει το λαιμό του κριαριού.

.

234

Ο Οινοκράτης ξαναβάζει το (ορνιθοσκαλισμένο) λεύκωμα και το καρβουνάκι μεσ’ στο δισάκι και το βλέμμα του εστιάζεται στην τελετή που έχει ήδη αρχίσει. 

Το περιστύλιο στο οποίο έχει  καταφύγει περιβάλλει ένα υπερυψωμένο δημόσιο κτίριο και του εξασφαλίζει καλή θέα στα τεκταινόμενα στο πλάτωμα μπροστά στο Λεωκόριο. Συγκεκριμένα, ο Οινοκράτης βρίσκεται κάτω από τους δωρικούς κίονες που περιβάλλουν την στοά του Πεισιάνακτα, την αποκαλούμενη και Ποικίλη, εξ αιτίας των εικόνων που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ διάσημοι ζωγράφοι.

Την επόμενη φορά, σκέφτεται, πρέπει να φέρει εδώ τον Χοντρόη για να του δείξει τις σκηνές από τη μάχη του Μαραθώνα, όπως τις έχει απεικονίσει ο Πολύγνωτος από τη Θάσο. Ή τη μάχη  με τις Αμαζόνες, ή την άλωση της Τροίας…   Και εάν του Χοντρόη δεν του αρέσει η ζωγραφική, θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν όμορφο στεγασμένο χώρο ¨πολλαπλών χρήσεων¨ από τους πιο αγαπημένους των Αθηναίων. Κρίμα που σήμερα δε μπόρεσε να πάρει τον Πέρση μαζί του. Την προσεχή φορά θα τον ανεβάσει στον Παρθενώνα να του δείξει τις περσικές ασπίδες του αναθήματος του Αλέξανδρου στην Παρθένο και μετά θα τον φέρει εδώ, να δει τι σημαίνει Αγορά.

image005

Σήμερα, βέβαια, αν τον είχε εδώ, θα μπορούσε να παρακολουθήσει και πως γίνεται μια δημόσια θυσία στην Ελλάδα. Δε πειράζει, σύντομα θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες∙ το μήνα αυτό -που δεν τον αποκαλούν τυχαία Εκατομβαιώνα- από θυσίες άλλο τίποτα!

Σήμερα πάντως ο κόσμος είναι μεν πολύς, αλλά η συγκέντρωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πάνδημη. Ο Συρακούσιος θυμάται ότι στο παρελθόν έχει δει άλλες, με πολύ μεγαλύτερη προσέλευση. Εκείνο πάντως που του κάνει κάποια εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στους παρόντες υπάρχουν πολλοί νεαροί αθηναίοι. ¨Αυτοί, πριν τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από την Αθήνα θα πρέπει να ήσαν ακόμη παιδιά νιάνιαρα¨, σκέφτεται.

Η προσοχή του Οινοκράτη αποσπάται από τους οσμηρούς καπνούς που αναδύονται απ’ το πλάτωμα και στρέφεται προς τέσσερεις γεροδεμένους σκλάβους που καταφτάνουν μεταφέροντας ένα πολυτελές φορείο. Οι βαστάζοι σταματούν εκεί κοντά του και εναποθέτουν το φορείο στο έδαφος, αφού πρώτα κατεβάσουν τα στηρίγματα που θα το κρατήσουν στέρεα υπερυψωμένο, σε ικανή απόσταση από τη γη. Μετά παρατάσσονται γύρω του. Ο Οινοκράτης το παρατηρεί προσεκτικότερα, διακρίνει την επιβάτιδα και χαμογελάει. Αυτό το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, η κυρά Φρύνη αποφάσισε να βγει από το μέγαρό της και να μη χάσει το θέαμα. Ωστόσο προτίμησε να μη πλησιάσει τους επίσημους, στο κέντρο, αλλά να παρακολουθήσει την εκδήλωση κάπως ¨εκ του μακρόθεν¨ και κάπως ¨αφ’ υψηλού¨.

Την στιγμή εκείνη προσέχει ότι στην περιφέρεια του συγκεντρωμένου κόσμου, καταφτάνει ακόμη ένα όχημα, αυτή τη φορά ένα κλειστό σκεπασμένο κάρο, που το σέρνουν δύο άλογα και στο οποίο οι ανοιχτές μπροστινές θέσεις του ηνίοχου και του συνοδού του καλύπτονται από πλατύ σκίαστρο φτιαγμένο από ψίαθο. Οι δυσδιάκριτοι οδηγοί φορούν κι αυτοί ψάθινες καυσίες μακεδονικού τύπου, που, απ’ ό, τι φαίνεται, τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει του συρμού[1] και στην Αθήνα.  Το όχημα σταματάει πίσω από μια γέρικη ελιά, η οποία το κρύβει κάπως από το πλάτωμα, όχι όμως και από την υπερυψωμένη θέση του Συρακούσιου. Το βλέμμα του θα προσπερνούσε αδιάφορα το νεοφερμένο κάρο, εάν από τα πλαϊνά του ανοίγματα, δεν άρχιζαν να βγαίνουν κάτι πλάσματα ακαθόριστου περιγράμματος που αφήνουν τον Οινοκράτη άναυδο!

¨Τι είναι πάλι αυτά τα τέρατα;¨, απορεί και, ταυτόχρονα, αρχίζει να ανησυχεί.

.ph6

Ο γέρο-Φωκίωνας είναι στρατιωτικός και όχι ρήτορας. Επί πλέον είναι γνωστό ότι θαυμάζει τους Λακεδαιμόνιους, όχι μόνο επειδή ξέρουν να χειρίζονται τα όπλα, αλλά και επειδή δεν συνηθίζουν να πλειοδοτούν στα λόγια.  Όταν είναι αναγκασμένος να μιλήσει δημόσια, όλοι ξέρουν ότι θα είναι επιγραμματικός και συγκεκριμένος. Στην Αθήνα τέτοιοι ομιλητές, αυτήν την εποχή, είναι μάλλον σπάνιοι άρα συνήθως καλοδεχούμενοι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Καθώς ο Πρυτανεύων παίρνει το λόγο, η βαβούρα του πλήθους μειώνεται, αν και κάποιες ασυντόνιστες φωνές, αδιευκρίνιστου περιεχόμενου εξακολουθούν να αναδύονται από τα άκρα της συγκέντρωσης.

Ο Φωκίωνας, με κοφτές φράσεις, χωρίς σχήματα λόγου και με λιγοστά έως καθόλου επίθετα απευθύνεται επισήμως στον Εύελπι, ως απεσταλμένο από το μέτωπο της Κοινής Πανελλαδικής Εκστρατείας  κατά των Περσών, αλλά είναι φανερό ότι στην ουσία απευθύνεται στο λαό των Αθηνών. Ευχαριστεί τον Αλέξανδρο για την απόφαση, αλλά και τον Μεγαρέα για την υλοποίηση, της επιστροφής των ιστορικών κειμηλίων και, κοιτάζοντας τον Λυκούργο που (ως αρμόδιος επί των Θεών) κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, καθησυχάζει τους Αθηναίους ότι η θεά Νέμεση δεν παραμελεί τα καθήκοντά της.

Ύστερα υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο αθηναϊκός στόλος στην στήριξη και τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων ξηράς και ολοκληρώνει λέγοντας ότι είναι βέβαιος ότι αυτός ο αποφασιστικός ρόλος θα αναγνωριστεί πλήρως και ότι μελλοντικά ο έλεγχος των θαλασσών δεν θα αφεθεί ούτε στους Φοίνικες που επί αιώνες υπήρξαν σύμμαχοι και εντολοδόχοι των Περσών, αλλά ούτε και σε πόλεις όπως η Ρόδος ή άλλες, που έως πρόσφατα συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι επιδοκιμασίες που ακολουθούν τον λόγο του Φωκίωνα είναι λίγες και συμμαζεμένες. Ο ίδιος δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδράσεις του πλήθους και επιστρέφει στην πολυθρόνα του, στο κέντρο της εξέδρας των επισήμων, ενώ στο βήμα ανεβαίνει ο Δημοσθένης.

Ο Δημοσθένης δε μοιάζει να έχει αλλάξει καθόλου αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σκέφτεται ο Εύελπις. Είναι πάντα λεπτός και η  ηλικία του, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμη. Απόψε φοράει έναν ποδήρη θερινό χιτώνα που τον κάνει να φαίνεται ψηλότερος από όσο πραγματικά είναι. Το πρόσωπό του δείχνει περισσότερα: Έναν άνθρωπο θεληματικό, επίμονο, συστηματικό, όσο κανένας άλλος από τους σημερινούς ρήτορες-πολιτικούς της Αθήνας. Δεν έχει ίσως τον αυθορμητισμό και την ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, όπως για παράδειγμα ο Δημάδης,  αλλά κάτι τέτοιο θα του ήταν άχρηστο, αφού κάθε φορά που παίρνει το λόγο είναι πλήρως προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει και πως θα το πει. Και εκείνο που κυρίως δείχνει να ξέρει καλά είναι ότι η γλώσσα και ο λόγος μπορούν να ασκήσουν εξουσία περισσότερο αποτελεσματικά απ’ όσο οι σπάθες και τα δόρατα. Τουλάχιστον στην εκλεπτυσμένη δημοκρατική Αθήνα.

Να ’τος λοιπόν ο ¨υπ’ αριθμόν ένα¨ εχθρός των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο!

Ή μήπως ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός, όπως άλλωστε αρκετά από τα επιχειρήματά του;  Μήπως άραγε δεν είναι οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έμπρακτα αντιτάχθηκαν στη μακεδονική επεκτατικότητα και που θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο; Αυτοί δεν είναι που ηγήθηκαν της πρόσφατης εξέγερσης στην Πελοπόννησο και μάλιστα ύστερα από εξακριβωμένες επαφές με τους Πέρσες; Ή, πιο μπροστά, οι Θηβαίοι, που το πλήρωσαν εξ άλλου πολύ ακριβά;

Θα είχαμε ίσως μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα  εάν γνωρίζαμε τα ακριβή κίνητρα και τις απώτερες προθέσεις του Δημοσθένη, σκέφτεται ο Μεγαρέας. Πατριωτισμός; Ιδιοτέλεια; Ξεροκεφαλιά;

.

Ο Δημοσθένης ξέρει πως σήμερα μιλάει στο λαό και όχι στους βουλευτές και έχει προσαρμόσει το ύφος του ανάλογα. Η γλώσσα του είναι πιο απλή και πιο επιγραμματική.

Αρχίζει μιλώντας για την Πόλη και τα περασμένα της μεγαλεία. Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έφτασε ψηλά γιατί αντιμετώπισε και νίκησε την τυραννία ή οποία άλλωστε, όπως όλοι ξέρουν, ως καθεστώς δεν έχει πολλές διαφορές από τη βασιλεία. Κατηγορεί τους Αθηναίους πως δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε στα ρεύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα. «Όμως», σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα σκεπασμένα ομοιώματα των τυραννοκτόνων, «ξέρουμε όλοι καλά ποια είναι η τελική μοίρα των τυράννων!»

Τότε συμβαίνει κάτι το απρόσμενο. Κάποιο αόρατο χέρι κόβει το σκοινί που κρατάει σκεπασμένα τα αγάλματα του Αντίνορα. Το πανί πέφτει. Ο Δημοσθένης δείχνει έκπληκτος. Ξέρει ότι η αποκάλυψη των αγαλμάτων προβλέπεται να γίνει μετά το τέλος των ομιλιών και ότι θα την κάνει ο ίδιος ο Φωκίωνας στο όνομα του συνολικού αθηναϊκού λαού. Σκέφτεται ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος από τους χειριστές και ότι το ύφασμα είχε στερεωθεί ελαττωματικά. Ξεπερνά πάντως με ψυχραιμία την προσωρινή έκπληξη και ετοιμάζεται να συνεχίσει το λόγο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι από το συγκεντρωμένο πλήθος αρχίζουν να εκφέρονται κραυγές δυσνόητες, που όμως φανερώνουν στην αρχή έκπληξη και μετά οργή!

Στρέφει κι αυτός την προσοχή του προς τα αποκαλυφθέντα αγάλματα, προς τα οποία κοιτάζει και το πλήθος που φωνασκεί. Τι συμβαίνει άραγε; Δεν αρέσουν στο πλήθος; Τι περίμεναν να δουν; Αφού τα γνήσια πρωτότυπα αγάλματα δεν τα έχει ξαναδεί ποτέ κανένας από τους παρόντες. Όταν τα ¨απήγαγε¨ ο Ξέρξης εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κανείς τους δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Ο Δημοσθένης στενεύει τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα πάνω στους σκούρους όγκους των αγαλμάτων. Πρόκειται για προτομές. Η μια του είναι άγνωστη, ή άλλη όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ανά το Πανελλήνιο, αν όχι άλλο, από την χαρακτηριστική σπαρτιάτικη περικεφαλαία. Πρόκειται για τον γνωστότερο Λακεδαίμονα στρατηλάτη: τον Λεωνίδα τον εκ των Αγιαδών, βασιλέα της Σπάρτης. Με άλλα λόγια τον Λεωνίδα της μάχης των Θερμοπυλών!

image002 (1)

Ο Δημοσθένης ξέρει ότι οποιαδήποτε απρόβλεπτη κρίση μπορεί να την χειριστεί καλύτερα αν βρίσκεται επί του βήματος των ομιλητών, παρά μακριά από αυτό. Γι αυτό διστάζει να εγκαταλείψει την προνομιούχο θέση, αλλά εν τέλει δεδομένου ότι κανείς δε του δίνει πλέον σημασία, παρά όλοι φωνάζουν, και δεδομένου επίσης ότι ανάμεσα στους επίσημους επικρατεί μάλλον γενικευμένη απορία και προσωρινή αδράνεια, τελικά κατεβαίνει στο πλάτωμα και προσπαθεί να παραμερίσει τον κόσμο και να πλησιάσει στις προτομές, πράγμα αρκετά δύσκολο.

«Ποιος είναι ο άλλος» ρωτάει έναν φωνασκούντα διαμαρτυρόμενο.

«Ο άλλος είναι ο αδελφός του! Ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, ο βασιλιάς Κλεομένης! Έτσι γράφει από κάτω».

 Ο Δημοσθένης προσπαθεί να κάνει ακόμη μερικά βήματα προς τις προτομές, αλλά τότε συμβαίνει ακόμη κάτι το αναπάντεχο.

Ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας μπαστούνια, χτυπώντας χάλκινα κύμβαλα και χοροπηδώντας  κυκλικά γύρω από τις προτομές με άτεχνο πρωτόγονο τρόπο, εμφανίζονται  ορισμένες τρομακτικές μορφές, σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για να απεικονίσουν τους χειρότερους εφιάλτες των μυθικών ηρώων.

(συνεχίζεται)

Βασίλειος Στοά(1)

 

[1] Συρμός: Συμπεριφορά ή τάση που ¨σέρνεται¨ ανάμεσα σε αλληλομιμούμενους πολίτες

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Τι έγραψε ο Εύελπις στο ιστορικό του σύγγραμμα για τις μέρες εκείνες.

Posted by vnottas στο 22 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Κεφάλαιο τέταρτο: Να τι έγραφε, χρόνια μετά, ο Εύελπις, σχετικά με τα γεγονότα εκείνα.

Στο σημείο αυτό της αφήγησης είναι χρήσιμο να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από τα προσφάτως ανευρεθέντα και ήδη μνημονευθέντα κείμενα του Ευέλπιδος του Μεγαρέως. Τα εν λόγω αποσπάσματα εκτιμάται ότι πρέπει να έχουν γραφεί μετά το 320 πχ, δηλαδή πάνω από μια δεκαετία αργότερα από την εποχή στην οποία αναφέρονται και την οποία εξιστορούν.

 *

Εύελπις του Ευρύνου ο εκ Μεγάρων. Αποσπάσματα. Μετάφραση στην τρέχουσα ελληνική)

(Σχετικά με την επαναστατικότητα των νέων)

[…] 

Είναι αλήθεια ότι ορισμένα πράγματα τα αγνοούσα. Ορισμένα άλλα, όμως, τα ήξερα.

Ήξερα για παράδειγμα τις γενικότερες τάσεις και τα ρεύματα που επικρατούσαν στην αθηναϊκή νεολαία τον καιρό εκείνο. Άλλωστε λίγα χρόνια πριν, την νεολαία αυτήν τη ζούσα και την παρατηρούσα από κοντά, έστω κι αν δεν ήμουν πλήρες μέλος της. Γνώριζα προσωπικά ορισμένους συνομήλικούς μου που ανήκαν σε επιφανείς γενιές και είχα φιλικές σχέσεις με άλλους, χαμηλότερης καταγωγής μεν, αλλά που ενηλικιούμενοι θα γίνονταν κι αυτοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα. Ήξερα λίγο πολύ τι πίστευαν και για ποια θέματα θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν. 

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης αλήθεια ότι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι νέοι της Αθήνας είχαν δείξει για τελευταία φορά  έντονες ανησυχίες και συγκεκριμένα σημάδια αμφισβήτησης. Εδώ που τα λέμε, κάτι ανάμεσα σε καταγγελία της ισχύουσας τάξης και ανταρσία, οι Αθηναίοι είχαν να δουν από τον καιρό του περιβόητου Αλκιβιάδη,  όταν οι νεολαίοι είχαν κόψει τις κεφαλές (και τους φαλλούς – σύμβολα της πατρικής εξουσίας, αλλά και της οριοθέτησης των ιδιωτικών περιουσιών) των οδόσημων Ερμών, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

Αλκ

[…] Όπως έχω αναφέρει και σε άλλα σημεία της παρούσας γραφής, οι βασικοί ηγέτες της Αθηναϊκής δημοκρατίας την εποχή που επέστρεψα στην Αθήνα ήταν, σχεδόν όλοι, ηλικιωμένοι. 

Όμως, την ίδια εποχή, όχι μόνον οι ¨υγιείς βάρβαροι¨ όπως αποκαλούσαν κάποιοι φιλοσοφούντες τα αλλοδαπά έθνη του βορρά, αλλά και ορισμένα  περιφερειακά ελληνικά έθνη προτιμούσαν ήδη να δίνουν ουσιαστική  εξουσία σε άτομα εξαιρετικά  νεαρής ηλικίας. Βεβαία, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η άνοδος στον θρόνο των Μακεδόνων του νεαρού Αλέξανδρου, αλλά και η προώθηση σε καίριες θέσεις εξουσίας μιας συντροφιάς συνομηλίκων του, που την περίοδο εκείνη υπέτασσαν την Ασία.

 Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κάποιες επιπτώσεις ανάμεσα στους νεαρούς Αθηναίους. Και οι επιπτώσεις αυτές δημιουργούσαν ένα ιδιότυπο κλίμα, έστω κι αν κάθε υποομάδα της νεολαίας προσλάμβανε και ερμήνευε τις εξελίξεις με διαφορετικό τρόπο. Γιατί στην Αθήνα, σε αντίθεση με τη Σπάρτη και τις άλλες λακωνίζουσες δωρικές πόλεις,   υπήρχαν και υποομάδες και ρεύματα και τάσεις, τόσο ανάμεσα στους ενήλικες, όσο και ανάμεσα στους νέους.

Ας αρχίσουμε από τους νεαρούς που παρακολουθούσαν την ακαδημία του Πλάτωνα (ως επί το πλείστον  γόνους ολιγαρχικών αριστοκρατικών οικογενειών), αλλά και εκείνους που τους ακολουθούσαν και συμμερίζονταν τις απόψεις τους, έστω κι αν δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες που θα τους επέτρεπαν να συμμετέχουν σε όλες  τις ¨ακαδημαϊκές¨ δραστηριότητες.

Εκεί στην Ακαδημία, κατά τη γνώμη μου, ο νεανικός ενθουσιασμός οδηγούσε, σε δύο ¨φυγές¨: μία προς τα μπρος και μία προς τα πίσω.

Δηλαδή, αφ’ ενός  προς μια επιθυμητή μελλοντική Ουτοπία,  όμοια ή παρόμοια με εκείνη που έχει περιγράψει ο Πλάτωνας στην ¨Πολιτεία¨ του, και αφ’ ετέρου προς τα αρχέγονα ελληνικά ιδεώδη της Ομηρικής Εποχής, όπως εκείνα που εφαρμόζονται ακόμη και σήμερα στην Σπάρτη.  Και τα δύο αυτά ¨ιδανικά¨ απείχαν παρασάγγες από τις επιδιώξεις και τα οράματα που εξέφραζαν οι, ως επί το πλείστον, ¨περί των πραγμάτων τυρβάζοντες¨ (πραγματιστές)¨ και ¨συμβιβαστικοί¨ ρήτορες του κοινοβουλίου.

Στο άλλο αθηναϊκό γυμνάσιο/φιλοσοφική σχολή, το Λύκειο  του Αριστοτέλη, είχε κατά κάποιο τρόπο διοχετευτεί το νεανικό κοινό που άλλοτε ακολουθούσε τον Ισοκράτη, έστω και εάν ο Σταγειρήτης είχε εμφανώς διαφοροποιημένες απόψεις και είχε προσανατολίσει τη θεματολογία της σχολής του σε ένα σωρό οργανωμένα πλέον  θέματα, όπως η Φυσική, η Ηθική, η Αισθητική και όχι, όπως έκανε ο παλιός δάσκαλος,  στη Ρητορική, την ενταγμένη στην πολιτική προσπάθεια ενοποίησης των Ελλήνων.

Όμως, η λατρεία του ¨ορθού λόγου¨  και η συστηματική ταξινόμηση των κεκτημένων γνώσεων των Αριστοτελικών περιπατητών[1], οδηγούσε σε αλλαγές του τρόπου σκέψης των νέων, προς το παρόν όχι άμεσα διακριτές, αλλά που σίγουρα εγκυμονούσαν εκπλήξεις και, ενδεχομένως, εκρήξεις. Ήδη όμως ήταν φανερό ότι οι νεαροί αριστοτελικοί δεν ανέχονταν ασυζητητί τους μύθους που πλάσαραν οι παλιοί ρήτορες ούτε τα σοφίσματα που προτιμούσαν οι πιο εκσυγχρονισμένοι. Υπήρχε λοιπόν και εκεί κάποια αδιόρατη δυσαρέσκεια και τα σπέρματα μιας τάσης για αμφισβήτηση.  

Ο τόπος πάντως όπου η νεανική αμφισβήτηση έπαιρνε τα πιο έντονα (και ενίοτε τα πιο διασκεδαστικά για μερικούς και ανησυχητικά για άλλους) χαρακτηριστικά της, ήταν το τρίτο γυμνάσιο-σχολή της Αθήνας, το Δημόσιο Γυμνάσιο του Κυνοσάργους.

Εκεί, στην αριστερή όχθη του Ιλισού, και όχι πάντοτε και κατ’ ανάγκην στα πλαίσια των κανονικών τακτικών μαθημάτων και διαλέξεων, αλλά, συχνότερα, άτυπα και έξω από την οργανωμένη διδακτική δραστηριότητα, όχι τόσο στις αίθουσες, όσο κάτω από τα σκιερά πλατάνια, είχε δημιουργηθεί εδώ και καιρό μια ευδιάκριτη εστία έντονων προβληματισμών και συζητήσεων πάνω σε θέματα ηθικά, κοινωνικά, και πολιτικά.

Στον ειδυλλιακό αυτόν τόπο μαζεύονταν λογής λογής νεολαίοι, άλλοι εύποροι, άλλοι λιγότερο, ορισμένοι (λίγοι) αριστοκρατικής προέλευσης, άλλοι (οι περισσότεροι) γιοι ¨παραλιακών¨ εμπόρων, ακόμη και πλούσιων μετοίκων. Εδώ, που και που, μπορούσες επίσης να συναντήσεις  ως και κάποια φιλομαθή κορασίδα,  ή, όχι και τόσο σπάνια, κάποια διανοούμενη εταίρα.

Κανονικά, σε αυτό το Γυμνάσιο, το μόνο που δεχόταν επισήμως τους μη αμιγείς Αθηναίους, θα έπρεπε να έχω φοιτήσει και εγώ. Όμως, οι σχέσεις του Ευρύνου με τμήμα των ισχυρών πολιτικών της εποχής και η προσωπική του φιλία με τον Ισοκράτη, με είχαν οδηγήσει στην ιδιωτική σχολή του μεγάλου ρήτορα. Πρέπει πάντως να παραδεχτώ ότι, ήδη από τότε, με γοήτευε η φήμη αυτού του αντισυμβατικού τόπου, όπου οι προβληματισμοί ανακατεύονταν με τραγούδια και με αστεϊσμούς που σύντομα περνούσαν από την αριστερή όχθη του Ιλισού στη δεξιά  για να διασκεδάσουν το όλον Άστυ.

ξξ

[…] Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Αθήνα ήταν ήδη τότε μια μεγάλη ¨Γυμνασιούπολη¨, φημισμένη ανά την Μεσόγειο, της οποίας τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά, παρακολουθούσε μεγάλο πλήθος νέων από τις άλλες ελληνικές μητροπόλεις, από τις αποικίες, καθώς και γόνοι αλλοδαπών εθνών. Όπως για τους αμιγώς Αθηναίους, έτσι και για τους αμιγώς ξένους (οι οποίοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Πόλη μόλις θα τελείωναν τις σπουδές τους) δεν υπήρχαν απαγορεύσεις επιλογής. Εφόσον διέθεταν τα απαραίτητα χρήματα μπορούσαν να επιλέξουν Σχολή και Δάσκαλο. Από αυτήν την κατηγορία νέων, που με θαυμασμό και περιέργεια περιδιάβαιναν πέρα δώθε την Αττική Γη προήλθαν, αργότερα, ξένοι ηγέτες – φίλοι της Αθήνας, αρχηγοί νέων φιλοσοφικών ρευμάτων, ενώ, παρά το παρακμιακό στοιχείο που ήδη διάβρωνε την ατμόσφαιρα εκείνη την εποχή,  οι αθηναϊκοί προβληματισμοί μεταλαμπαδεύονταν στο σύνολο του ελληνικού χώρου.

Έλεγα λοιπόν πως, παρά το ότι γνώριζα ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αθηναίων νέων της εποχής, δεν είχα προβλέψει ότι θα μπορούσαν να εμφανιστούν διεκδικητικά στο πολιτικό προσκήνιο. Γι αυτό, αμέσως μετά τα ¨γεγονότα¨ ανέθεσα στον Οινοκράτη να ψάξει και να μου βρει όσα στοιχεία μπορούσε.

11742690_876721375729908_2855430062594121711_n

[1] Κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος κειμένου, το Λύκειο του Αριστοτέλη, χάρη στην εκτός αιθουσών διδασκαλία, είχε αποκτήσει την επωνυμία ¨Περιπατητική Σχολή¨ και οι οπαδοί – μαθητές του Αριστοτέλη αποκαλούντο ήδη ¨περιπατητικοί¨.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα οργισμένο ποίημα του Νίκου (και ένα συνειρμικό σημείωμα)

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2017

Ο Νίκος (Μοσχοβάκος) μου έστειλε το ποίημα που ακολουθεί

 250px-Nero_Julius_Caesar

ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΠΟΥΝ ΝΕΡΩΝΑ

Κάψε την πόλη λοιπόν

μη φοβάσαι δεν θα σε πουν Νέρωνα

από αγάπη για τη ζωή κάψε την πόλη

πυρπόλησε τα εκμαγεία μίσους

τις τράπεζες βδέλλας πυρπόλησε

τους στενούς δρόμους αγχόνες ονείρων

τις μεγάλες λεωφόρους κάψε

και τα χαμαιτυπεία παραχάραξης πίστης.

Με την δάδα της αγωνίας χωρίς ματαιοδοξία

βάλε φωτιά στους οίκους συναλλαγής

στα κέντρα πλειστηριασμών οδύνης

στα πορνεία υποσχέσεων πλαστής ηδονής

στα πολυκαταστήματα τζόγου και συνήθειας

στα προμελετημένα δελτία προγνώσεως καιρού.

Μη σταματάς δεν θα σε πουν Νέρωνα

από αγάπη κάψε την πόλη

πυρπόλησέ την με σπαραγμό

κι ας σκορπιστούν τα αποκαΐδια της

σ’ όλου του σύμπαντος το εύρος

ας φτάσουν μέχρι τις χαράδρες της σελήνης.

Κάτω από την τέφρα της πόλης

ας κοιμηθούν για λίγο ακόμη τα όνειρα.

Όχι! δεν θα σε πουν Νέρωνα.

*

517447282

Τον ευχαρίστησα και του έστειλα το ακόλουθο συνειρμικό σημείωμα

Συνειρμικό

Κι εάν σε πούνε Νέρωνα, τι έγινε;

Έτσι κι αλλιώς

αλλάζουν οι καιροί και φεύγουνε

κάποτε οι βεβαρυμμένοι θ’ αναδυθούν

και οι φελλοί θα καταποντιστούνε στ’ άπατα.

*

Θα ‘ρθει ξανά η μέρα που θα χρειαστεί

να γίνουν εμπρηστές οι ποιητές

και πυροδότες,

τότε τον Νέρωνα απ’ τον βούρκο θα ανασύρουνε

ίσως του δώσουν λίγο χρόνο ν’ απολογηθεί

-ίσως και όχι, γιατί τότε

θα κρίνουν κάτι τέτοιο περιττό και αδόκιμο.

Υπέρ αυτού θα υπάρχουν πλέον επιγράμματα

θα ‘χουν γραφτεί διατριβές, συγγράμματα

και πάνελ κι εκπομπές που εμβαθύνουν

της επιφάνειας την άτρητη στιλπνότητα.

Στις  λέσχες των αναγνωστών επιλεγμένα μέλη

των λέξεων το βάρος θα ζυγίζουνε

και θα κοσμούν τα αποφθέγματα του Νέρωνα

με πλήθος εμβριθών υποσημειώσεων

και, βέβαια, με  λάμψεις αστερίσκων

καινοφανών.

*

Γι αυτό

(αλλά και γι άλλα που θα μου ‘ρθουνε  αργότερα)

σου λέω:

Και να σε πούνε Νέρωνα τι έγινε;

ΒΝ

nerod0bd

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τρίτο: Απόψε έχει τελετή

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

RF0073

Κεφάλαιο τρίτο. Πριν την τελετή

Ο Εύελπις προσπαθεί να παραμερίσει το συγκινησιακό φορτίο της πρώτης-μέρας-ξανά-στην-Αθήνα και να συγκεντρωθεί. Δεν είναι εύκολο.

Ανακαλύπτει με έκπληξη ότι θα ήθελε να κάνει πράγματα που άλλοτε του φαίνονταν μάλλον ανιαρά και συχνά περιττά, όπως το να καθίσει στο αίθριο και να πιάσει ψιλοκουβέντα με τον πατέρα Ευρύνου, με τη μητέρα Άνθεμη, με την αγαπημένη αδελφή Δανάη, που δεν είναι πια τόσο μικρή, και να μάθει με λεπτομέρειες πώς είναι οι ίδιοι, τι κάνουν οι συγγενείς και οι παλιοί φίλοι που ξανασυνάντησε χτες, να καλύψει κάπως τα κενά των τελευταίων τεσσάρων χρόνων και να αισθανθεί σαν να μην έφυγε ποτέ.

Με τον Ευρύνου, ευτυχώς, είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατά τη διάρκεια της διαδρομής από τον Πειραιά ως τον Λυκαβηττό. Μίλησαν για πολλά κι ανάμεσά τους και για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Ο Ευρύνους έχει πάντοτε άποψη για τα τεκταινόμενα στην Αθήνα, και οι εκτιμήσεις του είναι σχεδόν πάντα ψύχραιμες και αντικειμενικές, τόσο που πολλοί Αθηναίοι φίλοι έρχονται και ζητούν συχνά την γνώμη του πριν πάρουν θέση στη Βουλή για σημαντικά θέματα.

Όμως, με το που έφτασαν στο σπίτι, τον Εύελπι τον διεκδίκησαν οι συγγενείς, οι φίλοι και κυρίως οι γυναίκες, η Άνθεμη και η Δανάη. Νιώθει ότι τους χρωστάει κι άλλη, περισσότερη προσοχή. ¨Ευτυχώς, όπου να ‘ναι φτάνουν από το λιμάνι οι αποσκευές με τα δώρα¨, σκέφτεται και χαμογελάει. Γίνεται πάλι αισιόδοξος: Για όλα θα υπάρξει καιρός.

Σήμερα όμως όλα δείχνουν πως η μέρα θα είναι έντονη. Τις εσπερινές ώρες, όταν ο ήλιος πάψει να καίει ενοχλητικά, προβλέπεται η τελετή στο Λεωκόριο. Και εκτός αυτού,  τόσο η εθιμοτυπία, όσο και η αναγκαιότητα να εκτελέσει σωστά τις διάφορες επιταγές της αποστολής του, τού επιβάλλουν να επισκεφτεί τον ¨αρχηγεύοντα¨ του Δήμου, τον  άρχοντα στρατηγό Φωκίωνα.  

Ο Αισχύνης και ο Δημάδης, οι δύο σημαντικότεροι ηγέτες της φιλομακεδονικής παράταξης θα είναι σίγουρα παρόντες στην τελετή και πιθανότατα στο δείπνο που θα παρατεθεί μετά. Θα τους δει εκεί δημόσια και, επίσης δημόσια, σκοπεύει να δηλώσει ότι θέλει να συναντηθεί όχι μόνο με τους θεωρούμενους ως προσκείμενους στην ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, την οποία άλλωστε δεν εκπροσωπεί, αλλά με τους πάντες. Ακόμη και με τον ρήτορα Δημοσθένη εάν εκείνος το επιθυμεί.

Οι συναντήσεις αυτές ανάμεσα στην αθηναϊκή πολυαρχία και έναν εκπρόσωπο όχι των μακεδόνων, αλλά της κοινής προελαύνουσας εκστρατείας, δεν πρέπει να είναι κρυφές. Ξέρει ότι κάθε μυστική  επαφή μπορεί να προκαλέσει κακόβουλα σχόλια, ανοιχτές επικρίσεις και  ηθελημένες διαβολές που εν τέλει θα δυσκολέψουν την αποστολή του.

 Ξέρει επίσης ότι οι κινήσεις του ενδιαφέρουν πολλούς και ούτως ή άλλως θα παρακολουθούνται. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να κάνει εκ των προτέρων γνωστή την πρόθεσή του να συναντήσει και να ενημερώσει όποιον ενδιαφέρεται για την επέλαση των  ελληνικών στρατευμάτων στην Ασία. Μένει να επαληθευτεί αν οι δικές του καλές προθέσεις θα αντιστοιχούν με εκείνες των άλλων. Στο κάτω κάτω, πρέπει να ‘χει κανείς κατά νου ότι βρισκόμαστε στην σημερινή ¨σοφιστική¨ Αθήνα, όπου το τι ¨φαίνεται ότι είσαι¨ μετράει ίσως περισσότερο από το τι ¨είσαι στην πραγματικότητα¨, άρα: προσοχή.

Από ό, τι του είπε ο Λυκούργος, είναι σίγουρο ότι ¨απόψε στο Λεωκόριο και μετά, στο Δείπνο, θα είναι παρών ο εντονότερος από τους ρήτορες που εχθρεύονται τους Μακεδόνες και την κοινή δράση μαζί τους, ο πασίγνωστος πλέον Δημοσθένης¨. Και όχι μόνο θα είναι παρών αλλά,  όπως υπαγορεύουν οι δημοκρατικές διαδικασίες, θα μιλήσει κιόλας.

¨Θα χαρώ να τον ακούσω¨, απάντησε ο Εύελπις και χαμογέλασε. Εκείνο που κάπως τον ανησυχεί δεν είναι η ομιλία  που θα εκφωνήσει ο Παιανέας,  είναι ότι ο Λυκούργος του ζήτησε να απευθύνει χαιρετισμό στους Αθηναίους και ο εκείνος ο ίδιος.

¨Κάτι τέτοιο θεωρείται μέγιστη τιμή¨, σκέφτεται, ¨και επί πλέον μου δίνει την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής ορισμένα πράγματα, αλλά, κακά τα ψέματα, μπορεί να κρύβει απροσδόκητες παγίδες. Οι Αθηναίοι πολίτες είναι μαθημένοι σε πολύ καλύτερους ρήτορες από μένα, και, διαιρεμένοι όπως είναι αυτόν τον καιρό,  ασφαλώς αποτελούν ένα κοινό δύσκολο ¨.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πει όχι. Ζητάει όμως ορισμένα πράγματα. 

Πρώτο: Η εθιμοτυπική συνάντηση με τον Φωκίωνα να γίνει οπωσδήποτε πριν από την τελετή και την εκφώνηση των λόγων και όχι μετά. Θέλει να είναι έγκυρα και έγκαιρα κατατοπισμένος πριν μιλήσει δημόσια. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε  ο Λυκούργος, «έτσι το έχουμε προβλέψει. Θα σε δεχτεί στο Βουλευτήριο και από κει θα πάμε όλοι μαζί στο Λεωκόριο».

Δεύτερο: Να μιλήσει τελευταίος ώστε, αν χρειαστεί, να απαντήσει σε ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Καμία αντίρρηση ούτε σ’  αυτό.

Τρίτο και τελευταίο, θέλει να μάθει ποιοι άλλοι θα μιλήσουν εκτός από τον Παιανέα και τον ίδιο. Η απάντηση ήταν: «Μόνον ένας, ο ίδιος ο στρατηγός Φωκίωνας. Θα μιλήσει πρώτος μόλις ολοκληρωθεί η θυσία. Μετά ο λόγος θα δοθεί στον Δημοσθένη και θα κλείσεις εσύ. Ύστερα θα αποκαλύψουμε τα αγάλματα και μετά θα πάμε στην Θόλο του Πρυτανείου για το δείπνο».

Φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν στην τελετή της επανατοποθέτησης των αγαλμάτων έχουν οργανωθεί με επιμέλεια, σύμφωνα πάντοτε με τα αθηναϊκά ήθη. 

Ο Εύελπις αναρωτιέται προς στιγμήν αν, απόψε, θα καταφέρει να έχει μια πρώτη επαφή και με το δάσκαλο Αριστοτέλη. Μετά σκέφτεται ότι είναι πιθανό ο ¨φιλοξενούμενος¨ στην Αθήνα Σταγειρίτης να μην θεωρήσει απαραίτητο (ή και να μην έχει καν κληθεί) να παραστεί σε μια τελετή που αφορά ¨εσωτερικά¨ ιστορικά  θέματα της  Πόλης.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, είναι ορθό να αναγγείλει την άφιξή του στον Δάσκαλο σήμερα κιόλας. Συντάσσει λοιπόν μια επιστολή όπου υποβάλλει τα σέβη του στον Αριστοτέλη και ζητάει να γίνει δεκτός στο Λύκειο αύριο το απόγευμα, προκειμένου να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς του βασιλέα Αλέξανδρου και του επικεφαλής των Λογίων, ιστορικού Καλλισθένη.

Στέλνει την επιστολή με έναν υπηρέτη και παρακαλεί τον Ευρύνου να ετοιμαστεί για να τον συνοδέψει στην επίσκεψη στον Φωκίωνα. Η υπόλοιπη οικογένεια θα ξεκινήσει αργότερα και θα κατευθυνθεί στην Αγορά για να παρακολουθήσει την τελετή.

Δύο άλογα ζεύονται στο κομψό όχημα που ο οίκος των Μεγαρέων χρησιμοποιεί για τις  μετακινήσεις σε όσους  δρόμους της Αττικής έχουν λιθοστρωθεί, ο ηνίοχος παίρνει τη θέση του και, πατέρας και γιος, ξεκινούν για το κέντρο της Πόλης.

  Ένα ελαφρό αεράκι ανηφορίζει από το Φάληρο και σπάει την κάψα του θερινού απομεσήμερου. Ο Εύελπις χαλαρώνει. Δίπλα του υπάρχει το σημαντικότερο σύμβολο ασφάλειας: ο πατέρας. Είναι και πάλι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

Ωστόσο, ο  Εύελπις δεν θα ήταν τόσο βέβαιος  για την αίσια έκβαση αυτής της ιστορικής μέρας αν ήξερε μερικά πράγματα που είχαν συμβεί στο κλεινόν άστυ τα τελευταία δεκαήμερα.

ddef0392980019d10dfa921b22c70b0e

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η Φιλοδοξία του Αυλικού και ο Ντ’ Ανούντσιο (πάλι, στο Λιανοκλάδι)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2017

 Δύο πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

.

Η ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΥΛΙΚΟΥ

Μέσα στην έκστασή σας Μεγαλειοτάτη

με αποκαλέσατε μέγα Τσάρο

όταν από καθήκον και φόβο

πλάγιασα μαζί σας.

Εγώ όμως γνωρίζω καλά

πως είμαι μόνο ένας νεαρός αυλικός.

Όχι όχι δεν είναι μες στις ροπές μου

αλλά την επόμενη φορά

έχω την τρελή φιλοδοξία

να με αποκαλέσετε Αυτοκράτορα.

intro

.

ΠΑΛΙ Ο ΝΤ’ ΑΝΟΥΝΤΣΙΟ ΣΤΟ ΛΙΑΝΟΚΛΑΔΙ

 Ξανάδα τον Ντ’ Ανούντσιο στο τρένο

πάλι ανέβηκε αυτός στο Λιανοκλάδι

κακώς με θεωρείτε πεθαμένο

έλεγε, τρώγοντας ένα αχλάδι.

.

Όποτε θέλω έρχομαι κοντά σας

μες στο βαγόνι, να ‘μαι ταξιδεύω

χαρείτε εσείς τα λίγα υπάρχοντά σας

κι εγώ με ρίμες τις ψυχές σας θα μαγεύω.

.

Τις ηδονές τις αρχικές θα τραγουδάω

συμβιβασμούς δε κάνω τιποτένιους

πόσους χρυσούς ή έστω ασημένιους

στον εαυτό μου που έταξα χρωστάω.

.

Τον βλέπω απορημένος, να ‘ναι αλήθεια;

ή έρχεται και φεύγει από συνήθεια;

Image35

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο δεύτερο: Η Κυρά Φρύνη απορεί…

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

agora market

Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο δεύτερο: Οινοκράτης προς Πουλχερίδιον (Η κυρά Φρύνη απορεί…)

Αγαπητό Πουλχερίδιο, αυτή τη φορά δεν έχω να σου διηγηθώ περιπετειώδεις και εναγώνιες ιστορίες. Ωστόσο κάτι μου λέει ότι, τόσο εσύ, όσο και η κυρά σου η Θαίδα που κατάγεται από αυτά εδώ τα μέρη, θα πρέπει να βρείτε ενδιαφέροντα τα παρακάτω νέα από τη καθημερινή, ¨ανθρώπινη¨ ζωή σε αυτή τη τόσο ζωντανή μεγάλη πόλη όπου μόλις επιστρέψαμε.

Ας αρχίσω λοιπόν αξιέραστο Πουλχερίδιο,   λέγοντάς σου ότι για την επιστροφή μας είχε οργανωθεί μεγάλο γλέντι στον οίκο του αφέντη Ευρύνου.  

Όπως ευχόμουνα από καρδιάς, η οικογένεια είναι καλά και, μάλιστα, έχει αυξηθεί. Η Δανάη, η κόρη του πρεσβύτερου αφέντη -μικρό κοριτσάκι μου φαινόταν όταν ξεκινήσαμε για την εκστρατεία- είναι πια μια όμορφη μικροπαντρεμένη κυρά.  Ένα παλικάρι ονόματι Αθηνογένης, παλιός παιδικός φίλος του κυρίου μου του Εύελπι -μολονότι ακραιφνής αθηναίος,  την είχε ζητήσει σε γάμο πέρυσι. Ο Ευρύνους, κατά βάθος ξέρω ότι θα προτιμούσε να κάνει γαμπρό έναν Δωριέα, αλλά, έχοντας ανέκαθεν πάρει θέση ενάντια σε αυτού του είδους τις διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη ζωηρή επιθυμία της μοναχοκόρης του, είχε συναινέσει. Εμείς, στην Ασία (εγώ κι ο κύριος Εύελπις) τα είχαμε, βέβαια, μάθει όλα αυτά κι είχαμε χαρεί, αλλά άλλο είναι να συμμετέχεις σε μια τέτοια χαρά από μακριά και άλλο να την ζεις μαζί με τους πρωταγωνιστές της.

Επειδή ο Αθηνογένης είναι ορφανός από μητέρα, το νεαρό ζευγάρι θα παραμείνει μέχρι τον τοκετό και την περίοδο της λοχείας σε εμάς, κάτω από τις φροντίδες της κυράς Άνθεμης της συμβίας και μητέρας των νόμιμων κληρονόμων του Ευρύνου, που διοικεί με ικανότητα και αρχοντιά τον οίκο των Μεγαρέων στην Αθήνα.

Φαντάζεσαι λοιπόν σε τι πελάγη ευτυχίας πλέει τώρα ο γέρο Ευρύνους και η κυρά  Άνθεμη: Επιστροφή του μοναχογιού και έλευση ενός επιγόνου!

Αγαπητό Πουλχερίδιο, ξέρω πως κατάγεσαι από την Ιωνία, αλλά δεν ξέρω αν έχεις επισκεφτεί την Αθήνα κι αν γνωρίζεις τα κατατόπια. Εγώ, που όπως ξέρεις κατάγομαι από τις Συρακούσες, μια αδιαμφισβήτητα όμορφη πόλη της Δύσης, δεν διστάζω να αναγνωρίσω ότι η Αθήνα με γοητεύει. Και μπορώ να πω ότι αυτήν την έλξη της πόλης πάνω μου τη συνειδητοποίησα σαφέστερα τώρα που επέστρεψα εδώ ύστερα από μακρόχρονη απουσία.

Θα σου πω λοιπόν ότι ένιωσα ανυπόκριτη χαρά διασχίζοντας και πάλι το άστυ χθες, πρώτη μέρα της επιστροφής, έστω κι αν ο αττικός ουρανός είχε πάρει να σκουραίνει και δεν διέκρινα πολλά πράγματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Ευρύνου είχε βραδιάσει για τα καλά. Η ευρύχωρη έπαυλη που του έχει παραχωρηθεί και που βρίσκεται λίγο έξω από τα τείχη του άστεως, στους πρόποδες του κωνικού δασωμένου λόφου που  ονομάζεται Λυκαβηττός, έλαμπε από δεκάδες φανούς, δαυλούς και κεριά. Γείτονες και φίλοι είχαν φτάσει από νωρίς και μας περίμεναν στη δροσιά του κήπου.

Δύσκολο να σου περιγράψω τη χαρά, τη συγκίνηση, τις αγκαλιές, τα δάκρια, τα ενθουσιώδη λογύδρια, τις πανηγυρικές φωνές, το ελαφρό, αρωματικό, ρετσινάτο κρασί, τη μουσική και τα τραγούδια από τους κιθαρωδούς που πλαισίωναν αυτή τη ξεχωριστή βραδιά. Να σου πω μόνο ότι το προσωπικό του Οίκου, είχε ζητήσει την άδεια να ετοιμάσει ξεχωριστή γιορτή για μένα, μια άλλη μέρα, αλλά η κυρά Άνθεμη τους είχε εξηγήσει ότι η γιορτή που η ίδια προετοίμασε θα είναι εξ ίσου αφιερωμένη στο γιό της τον Εύελπι και στον πιστό και αφοσιωμένο Οινοκράτη.  Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον Εύελπι και μένα που ήμασταν οι τιμώμενοι και ούτως ή άλλως κάπως συνεπαρμένοι απ’ τη συγκίνηση του νόστου, εκείνος που έμοιαζε κατ’ εξοχήν να  χαίρεται και να απολαμβάνει τη γιορτή, μιλώντας μάλιστα ακατάσχετα (και ανενδοίαστα) τα ιδιότυπα ελληνικά του, ήταν ο φίλτατος Χονδρόης, που όλα αυτά του φαίνονταν συμπαθητικά, αξιοπερίεργα και, βεβαίως, κάπως εξωτικά.

Όταν η γιορτή τέλειωσε και οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν, ζήτησα από τους φίλους μου του υπηρετικού προσωπικού να μου στρώσουν για απόψε έξω, σε μια γωνιά του πίσω κήπου. Ήθελα πριν αποκοιμηθώ να κοιτάξω τα σπινθηροβόλα αστέρια και να ξανακούσω το τραγούδι των γρύλων των Αττικών.

.

Την επόμενη μέρα, πέρασα σχεδόν όλο το πρωί απαντώντας στις ασταμάτητες ερωτήσεις της κυράς Άνθεμης και της μικρής κυρίας Δανάης σχετικά με τα γεγονότα και τη ζωή στην εκστρατεία∙ ύστερα, όταν ο αφέντης Εύελπις ξύπνησε, μου υπενθύμισε ότι έπρεπε να περάσω από τον οίκο του Παλαμήδη στη συνοικία του Κεραμικού και να τον συνοδέψω στην επίσκεψή του στη κυρά Φρύνη που το μέγαρό της βρίσκεται κοντά στην Οδό των Τριπόδων κάτω από την Ακρόπολη. Να μη ξεχάσω επίσης να της υποβάλω τα σέβη του Εύελπι, τους χαιρετισμούς που μέσω εκείνου της στέλνει η Θαϊδα και να προσθέσω ότι θα την επισκεφτεί και ο ίδιος μια από τις επόμενες μέρες, μόλις ξεμπερδέψει με τα επείγοντα καθήκοντά του.  

Στο σπίτι του Παλαμήδη, αγαπητό Πουλχερίδιο, επικρατούσε ανάλογη κατάσταση με το δικό μας, δηλαδή μεθεόρτια. Αν και η σύζυγος και τα παιδιά του βετεράνου βρίσκονταν χτες στη Ζέα και είχαν λάβει μέρος όλοι μαζί στην ευχαριστήρια θυσία και τις χοές που είχε τελέσει αυτοπροσώπως ο Άρχων Βασιλέας Λυκούργος, επιστρέφοντας πίσω στον Κεραμικό, βρήκαν μια ακόμη εορταστική υποδοχή από συγγενείς, γείτονες και φίλους.  Επομένως η νύχτα υπήρξε μακρά, αλλά ο αγουροξυπνημένος Παλαμήδης ήταν ευδιάθετος ή μάλλον ευτυχής και αφού με κέρασε τα δέοντα, διαφημίζοντάς τα ως εξαιρετικές μαγειρικές δημιουργίες της συζύγου και των θυγατέρων του, έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το υποζύγιο και το όχημα με το οποίο ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης.

Ξέρω πως το να συναντήσεις την Κυρά Φρύνη δεν είναι εύκολο πράγμα και ότι απαιτεί υπομονή, καθώς ο κατάλογος των επίδοξων επισκεπτών της είναι μακρύς και γεμάτος ονόματα διάσημων και εύπορων Αθηναίων. Ωστόσο, όταν αναγγείλαμε ότι είμαστε φορείς μιας επιστολής της Θαΐδας, (πες το αυτό στην κυρά σου, θα χαρεί) η αναμονή υπήρξε ελάχιστη και σύντομα βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το αρχοντικό προϊόν της πιο εύχαρης ονειροφαντασίας των θεών, στο οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο για να αποφευχθεί  κάθε κίνδυνος αθέλητης βασκανίας, δόθηκε το όνομα ενός βάτραχου[1].

Τον βετεράνο πολεμιστή Παλαμήδη, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ξέρω ότι παθιάζεται εύκολα με τα παιχνίδια της τύχης και της συγκυρίας, αλλά, κατά τα άλλα, είναι ένας πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Δε πίστευα λοιπόν ότι θα έμενε με το στόμα ανοιχτό να παρατηρεί ενεός τις αεράτες κινήσεις του πανέμορφου κορμιού της Κυράς, κάτω από το λεπτό πολύπτυχο φόρεμά της, καθώς μας υποδεχόταν χαμογελαστή.

Τέλος πάντων, μόλις ξεπεράσαμε την πρώτη αθέλητη ταραχή, ο Παλαμήδης έβγαλε από το δισάκι του τον κύλινδρο που περιείχε το γράμμα της Θαΐδας και τον παρέδωσε στην Φρύνη. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά δεν άνοιξε τη συσκευασία, παρά την τοποθέτησε στο ανάκλινδρο δίπλα της, προφανώς για να διαβάσει την επιστολή αργότερα, με την ησυχία της. Ύστερα, αφού μας ρώτησε τα τυπικά για το ταξίδι και τα αυτονόητα για την πορεία των μαχών στην μακρινή Ασία (και εμείς την διαβεβαιώσαμε ότι οι μάχες εξακολουθούν να είναι για εμάς νικηφόρες και μόνο νικηφόρες!)  έδειξε ότι υπήρχε ένα θέμα που την απασχολούσε κάπως ιδιαίτερα και για το οποίο θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες.

«Δεν ξέρω αν μου γράφει σχετικά η Θαίδα, αλλά εάν η επιστολή της καθυστέρησε στα Σούσα και στην Τύρο, όπως μου είπατε, μάλλον τα γεγονότα συνέβησαν μετά… και δε θα πρόλαβε να τα σχολιάσει…»

Την κοιτάξαμε και οι δύο ερωτηματικά.

«Λέω για την πυρπόληση της Περσέπολης, για την οποία τα νέα έφτασαν εδώ πρόσφατα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλές και αντιφατικές φήμες. Εσείς μάλλον θα ξέρετε καλύτερα τι συνέβη».

Και εδώ τα ίδια, σκέφτηκα. Ύστερα μέσα μου ξύπνησε ξαφνικά και πάλι ο διερευνητικός, ανιχνευτικός και φιλομαθής Οινοκράτης και έτσι, αντί να απαντήσω, όπως θα ήταν κόσμιο, ότι ούτε εγώ ούτε ο Παλαμήδης ήμασταν στην Περσέπολη όταν έγινε το κακό, την ρώτησα με τη σειρά μου:

«Τι ακριβώς λένε οι φήμες;»

«Εξαρτάται. κυκλοφορούν όπως σας είπα πολλών λογιών σχόλια.  Εσείς λείπετε τέσσερα χρόνια, αλλά η κατάσταση εδώ, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Κυριαρχεί πάντοτε η διένεξη ανάμεσα στους φίλους των Μακεδόνων και τους ενάντιους. Το περίεργο είναι ότι και μέσα σ’ αυτά τα δύο ¨στρατόπεδα¨ για το θέμα της φωτιάς στην Περσέπολη κυκλοφορούν  διαφορετικές εκδοχές. Μερικοί φιλομακεδόνες υποστηρίζουν ότι η Περσέπολη κάηκε -και ¨καλά τους κάνανε¨ – από τον Αλέξανδρο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι επιεικής απέναντι στην Περσική αυτοκρατορία, τουλάχιστον όσο ο Δαρείος είναι  ζωντανός και αντιστέκεται. Άλλοι πάλι, από το ίδιο πολιτικό ρεύμα, λένε πως ο Αλέξανδρος σκοπεύει να ενσωματώσει Πέρσες και Μακεδόνες σε μια νέα μικτή αυτοκρατορία και ότι η Θαίδα, ενεργώντας κάτω από εντολές αθηναϊκής προέλευσης παρακίνησε τους Μακεδόνες να κάψουν την πρωτεύουσα πόλη των Περσών, για να υπονομευτεί μια τέτοια πολιτική. Αλλά αυτή η ενέργεια, λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη, αν όχι ολέθρια, και μπορεί, το λιγότερο, να στοιχίσει στην Αθήνα τις τωρινές καλές σχέσεις με τον βασιλέα».

Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Τώρα και οι δύο την κοιτούσαμε, όχι μόνον ερωτηματικά, αλλά και με θαυμασμό που δεν οφειλόταν πια στο τέλειο παρουσιαστικό, ούτε στη βαθειά μουσικότητα της φωνής της, αλλά στην ευχέρεια με την οποία συνέθετε και παρουσίαζε την περιπλεγμένη πολιτική ζωή των Αθηναίων.  Η Φρύνη μας κοίταξε κι αυτή για λίγο με τα ελκυστικά γαλάζια μάτια της. Ήταν φανερό ότι της άρεσε να μιλάει για τα πολιτικά και ότι ήξερε, θα έλεγα, περισσότερα από όσα εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς ότι ξέρει.

«Αλλά και οι ενάντιοι στην μακεδονική επιρροή, οι κλασικοί αθηναίοι πατριώτες, δεν έχουν μια ενιαία εκδοχή για τα γεγονότα της Περσέπολης», συνέχισε η Φρύνη. «Μερικοί, οι πιο φανατικοί ας πούμε, είδαν μόνο την ευκαιρία να αναδείξουν μια ακόμη ηρωίδα των καιρών. Την Θαίδα που εκδικείται! Οι Μακεδόνες δεν μετράνε σ’ αυτή την εκδοχή. Η παρτίδα παίχτηκε ανάμεσα στους Πέρσες και την Ελληνοπούλα! Εκείνη γκρέμισε τα παλάτια τους και, ασφαλώς, ¨καλά τους έκανε¨. Οι Αθηναίοι είναι εξαιρετικά καλοί στο να φτιάχνουν ήρωες όταν τους χρειάζονται». Χαμογέλασε πάλι, σα να ζητούσε την κατανόησή μας. «Άλλοι αθηνοκεντρικοί πάλι, λένε ότι η πυρπόληση και η καταστροφή για λόγους εφήμερης σκοπιμότητας δεν  ανήκει στις Αρχές και τις Αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Ιστορία, λένε, μας έχει δώσει τα μαθήματά της και όλοι αισθανόμαστε ακόμη το άγος της Μήλου. Επομένως κανένας αθηναίος δημοκράτης δεν θα διανοείτο ποτέ να προξενήσει μιαρές καταστάσεις, έστω έμμεσα και έστω κι αν μιλάμε για απομακρυσμένες περιοχές της υφηλίου. Εσείς που ήσασταν εκεί, στην εκστρατεία, πείτε μου: ποιοι έχουν περισσότερο δικιο;»

Πήρα το λόγο πρώτος για να αποτρέψω ενδεχόμενες υποκειμενικές εξομολογήσεις του Παλαμήδη.

«Θελκτική και αγαπημένη των Αθηναίων Φρύνη, δυστυχώς όταν συνέβη ο εμπρησμός ούτε ο ευπατρίδης Παλαμήδης από ‘δω, ούτε ο υποφαινόμενος δούλος σου Οινοκράτης βρισκόταν στην Περσέπολη. Ήμασταν και οι δύο στα Σούσα, όπου τα όσα κυκλοφόρησαν για τα γεγονότα της Περσέπολης είναι εξ ίσου ποικίλα με εκείνα που μόλις ανέφερες. Όμως ήταν εκεί ο κύριός μου ο Εύελπις του Ευρύνου. Θεωρώ  ότι όταν -μια από τις επόμενες μέρες- θα σε επισκεφτεί, θα μπορέσει ίσως να σε διαφωτίσει σχετικά. Τώρα θα θέλαμε να μας επιτρέψεις να αναχωρήσουμε γιατί σε λίγο, στην Αγορά, θα γίνει τελετή για την επανεγκατάσταση των αγαλμάτων των τυραννοκτόνων και ο Παλαμήδης από δω έχει το καθήκον να είναι παρόν.

«Είναι τελετή ή συνεδρίαση που θα εκδώσει ψήφισμα; Θέλω να πω είναι για όλο το λαό ή μόνο για τους άρρενες;»

«Απ’ ότι ξέρω, είναι παλλαϊκή γιορτή».

«Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. ίσως αργότερα περάσω κι εγώ από εκεί»

Θυμήθηκα ότι είχα μάθει και κάτι άλλο που την αφορά.

«Α, και κάτι άλλο, ωραιότατη Φρύνη. Παραλίγο να το ξεχάσω. Από ό, τι έμαθα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, από φίλους μου της ημεροδρομικής υπηρεσίας, ανάμεσα στα δέματα που μετέφεραν τα πλοία, υπάρχει και ένα για σένα. Αποστολέας είναι και σ’ αυτό η κυρά Θαΐδα. Υποθέτω ότι όπου να ‘ναι θα σε ειδοποιήσουν σχετικά».

«Σε ευχαριστώ αγαπητέ Οινοκράτη και εσένα αγαπητέ Παλαμήδη, μας χαμογέλασε η Ωραία και εγώ σκέφτηκα ότι είναι όμορφο να ακούς το όνομά σου -έστω το παρατσούκλι σου, από ένα τέτοιο στόμα..

  .

«Πόσων χρονών την κάνεις;» με ρώτησε ο Παλαμήδης, καθώς κατεβαίναμε την μαρμάρινη εξωτερική σκάλα του μεγάρου.

«Δεν την κάνω. Ξέρω πόσων χρονών είναι ακριβώς!»

«Πώς έτσι, σου εκμυστηρεύτηκε την ηλικία της η ίδια;»

«Ας πούμε ότι έχω πρόσβαση σε κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες που δεν είναι για όλους».

«Ε, λοιπόν πόσο είναι;»

«Επειδή κρίνω ότι δεν διακυβεύεται τίποτα το εξαιρετικά σημαντικό για τη δημόσια ασφάλεια», γέλασα, «θα σου πω».

«Λοιπόν;»

«Το ισοδύναμο δέκα ολυμπιάδων συν ένα. Με άλλα λόγια ετών τεσσαράκοντα ένα».

«Μα τους αρχιδαιμόνους αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ τη γυναίκα μου!»

«Είναι ο Κρόνος Χρόνος που παίζει τα παιχνίδια του», τον παρηγόρησα.

«Λες; Είναι κι αυτό θέμα τύχης;»

«Έτσι φαίνεται, αλλά και θέμα καλλυντικών ουσιών. Το πεσκέσι που στέλνει η Θαίδα, απ’ όσο ξέρω, περιέχει τέτοιες ουσίες. Εσύ έφερες ανάλογα δώρα στη συμβία σου;»

«Γαμώτο, όχι».

«Τότε μη παραπονιέσαι και κοίτα να επανορθώσεις».

.

Πήραμε την  Οδό των Τριπόδων, ύστερα την κεντρική λαοφόρο οδό των Παναθηναίων και μαζί με δεκάδες πολιτών που έκαναν την ίδια διαδρομή, κατηφορίσαμε προς τον Ηριδανό ή, πιο συγκεκριμένα, προς το σημείο εκείνο όπου ο παραπόταμος του Ιλισού έχει υπογειοποιηθεί από τον καιρό του Πεισίστρατου, για να περάσει από πάνω η οδός της τελετουργικής παρέλασης. Εκεί ο δρόμος των  Παναθηναίων διασταυρώνεται με την οδό της Αγοράς σχηματίζοντας οξεία γωνία και, εκτός από τα αγάλματα των δώδεκα θεών, υπάρχει το Λεωκόρειο, δηλαδή ο ναΐσκος προς τιμή του αρχαίου βασιλιά Λεώ, που είχε θυσιάσει τις κόρες του για το καλό της πόλης (κάτι τέτοια τα συνήθιζαν οι βασιλιάδες άλλοτε). Στο σημείο αυτό οι τυραννοκτόνοι είχαν καθαρίσει τον Ίππαρχο και εκεί βρίσκονταν τα γνήσια χάλκινα ομοιώματά τους πριν τα αρπάξει ο Ξέρξης.  

Πρέπει να πω ότι καταλαβαίνω την περιέργεια των αθηναίων που θέλουν να δουν πώς είχαν απεικονιστεί οι περίφημοι τυραννοκτόνοι, από εκείνους που τους είχαν δει ζωντανούς, γιατί όλοι ξέρουν ότι τα όμορφα αγάλματα που έχουν αντικαταστήσει τα πρωτότυπα στην αγορά, είναι εκδοχές δεόντως εξωραϊσμένες.

.

Ο ήλιος έπλεε προς τα δυτικά (όπως το συνηθίζει) και η περίεργη ξερή, αρωματισμένη αττική δροσιά απλωνόταν στο γύρο. Όπου να ‘ναι η τελετή η αφιερωμένη στην ανάκτηση των χάλκινων ¨φονέων των τυράννων¨ θα άρχιζε.

Ο Παλαμήδης, πολίτης νομιμόφρων  και τυπικός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία με άφησε για να πλησιάσει τους φίλους της φυλής του (ανήκει στη Λεοντίδα φυλή, με επώνυμο ήρωα τον Λεώ που λέγαμε παραπάνω).

Εγώ βρήκα έναν αναπαυτικό πάγκο σε ένα γειτονικό περιστύλιο, και περιμένω γιατί θέλω ν’ ακούσω το χαιρετισμό που θα απευθύνει στον Αθηναϊκό λαό ο Εύελπις. Μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, και ενώ άρχισαν να αγορεύουν οι λοιποί επίσημοι, ο νους μου ταξιδεύει σ’ σένα αγαπητό Πουλχερίδιο. Έβγαλα λοιπόν απ’ το δισάκι μου ένα λεπτό λεύκωμα[1] και με το καρβουνάκι μου άρχισα να ορνιθοσκαλίζω τις σκέψεις μου προς εσένα. Αύριο κιόλας θα σου τις στείλω. Α, ναι, να θυμηθώ να βάλω και ένα υστερόγραφο: Θα σου γράψω:

ΥΓ Θέλω να ελπίζω αγαπητό μου Πουλχερίδιο ότι η επιστολή μου θα φτάσει ως εσένα σε χρόνο ελάχιστο. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχω επικαλεστεί σχετικά (και πλουσιοπάροχα) τον αγγελιοφόρο Ερμή, και τη μικρή θεά Ίριδα, αλλά και επειδή κάποιες υπηρεσίες μου εκτιμήθηκαν δεόντως τελευταία, και μου αποδόθηκαν μερικά προνόμια. Ανάμεσά τους και κάποια προτεραιότητα στην υπηρεσία των Ημεροδρόμων.

Ο εσαεί πιστός θαυμαστής σου, Οινοκράτης.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

[1] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Μνησαρέτη από τις Θεσπιές αποκλήθηκε Φρύνη επειδή το δέρμα της ήταν λείο και διάφανο όπως του ομώνυμου βάτραχου (φρύνος).

[2] Λεύκωμα: ξύλινη, κατά κανόνα, επιφάνεια, βαμμένη λευκή όπου μπορούσε κανείς να γράψει με διάφορα μέσα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πρώτο: Στη Ζέα

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2017

ηγ

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Μέρος ΣΤ΄

Η αλυσίδα ανάμεσα στους δυο λιθόχτιστους πύργους που επιβλέπουν την είσοδο στο λιμάνι της Ζέας είναι κατεβασμένη αφήνοντάς μας το πέρασμα των εκατό μέτρων της εισόδου ελεύθερο. Η ακτή εκατέρωθεν είναι προστατευμένη από ισχυρό τείχος.  Μπαίνουμε στον κυκλικό ναύσταθμο, το ένα σκάφος μετά το άλλο, με τα πανιά κατεβασμένα και με χρωματιστές ταινίες να κυματίζουν ψηλά στους ιστούς.

Εμψυχωμένοι από τη χαρά της πετυχημένης επιστροφής και παρά την αδιαμφισβήτητη κούραση, οι ερέτες κωπηλατούν με επιδεξιότητα ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές κατευθυντήριες κραυγές των κελευστών. Σύντομα δένουμε στους χώρους που έχουν προβλεφτεί για μας, στο κεντρικό τμήμα του πέταλου ανάμεσα στους δύο φυσικούς βραχίονες του λιμανιού. Πρώτα τα στρογγυλά φορτηγά και μετά τα πολεμικά -με τα καλυμμένα από ορείχαλκο έμβολά τους να γυαλίζουν στον απογευματινό ήλιο.  

Το δικό μας ημιφορτηγό σκάφος που μεταφέρει τους ¨τυραννοκτόνους¨ και την  ομάδα που τους συνοδεύει,  θα προσδεθεί ακριβώς στο κέντρο της προκυμαίας. Δίπλα μας δένει το μακρύ, αιχμηρό σκαρί της τριήρους η οποία ηγείται της μοίρας των πολεμικών πλοίων που προστάτευσαν το ταξίδι μας από την ασιατική ακτή ίσαμε εδώ.

Ο ναύσταθμος της Ζέας είναι ένα από τα μέρη που βοηθούν στο να καταλάβει κανείς γιατί η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια αξιοσέβαστη δύναμη. Εδώ είναι ορατές οι υποδομές της ναυτικής ισχύος της πόλης της Παλλάδος: πλήρη ναυπηγεία, πολλές δεκάδες νεώσοικοι ικανοί να στεγάσουν εργασίες συντήρησης και επιδιόρθωσης παντός είδους πλοίων, αποθήκες, σκευοθήκες και, βέβαια, πλήθος από βιοτεχνικά εργαστήρια και καταστήματα εξειδικευμένα για κάθε ναυτική ανάγκη.

Επί πλέον υπάρχει ικανή επίβλεψη των χώρων του πολεμικού λιμανιού της Ζέας, όπως και του γειτονικού λιμανιού  της Μουνιχίας, από στρατιωτικά τμήματα που εδρεύουν στον υπερκείμενο ομώνυμο ¨Λόφο της Μουνιχίας ¨[1]. Στη νοτιοδυτική πλαγιά αυτού του λόφου βρίσκονται οι κατοικίες των εργαζόμενων στα λιμάνια, οι λέσχες των πληρωμάτων των πλοίων[2], καθώς και το απαραίτητο θέατρο για την ψυχαγωγία των πειραιωτών και των φιλοξενουμένων τους.

Δεν ξέρω ακριβώς αν το νέο της άφιξής μας έφτασε από τις φρυκτωρίες ή με άλλο τρόπο, γεγονός πάντως είναι ότι στην προκυμαία υπάρχει μεγάλο πλήθος που μας περιμένει και μας επευφημεί. Σίγουρα πρόκειται για τους συγγενείς των επαναπατρισμένων πολεμιστών και των πληρωμάτων,  όμως ακούω και θριαμβευτικές κραυγές και συνθήματα που αναφέρονται στην επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨.

Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει ο Καλλισθένης όταν υποστηρίζει ότι τα σύμβολα είναι πολύτιμος συνδετικός κρίκος για κάθε ομάδα ή κοινότητα: τόσο για τους συνωμότες πέρσες ευγενείς που ανασύρουν παλιά, αλλά εμβληματικά στέμματα και ξίφη προκειμένου να αμφισβητήσουν και να κατηγορήσουν για ενδοτικότητα τον Δαρείο, όσο και για  τους πολλούς αθηναίους δημοκρατικούς που πανηγυρίζουν γιατί τα αγάλματα των τυραννοκτόνων (κυρίως επειδή συμβολίζουν το κακό τέλος των τυράννων και τον τελικό θρίαμβο της δημοκρατίας) θα πάρουν και πάλι τη θέση τους στην Αγορά.

Καθώς τα πλοία ακινητοποιούνται οι ερέτες εγείρονται, σηκώνουν τα κουπιά όρθια δίπλα τους, τα σείουν σαν να ήτανε δόρατα και, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, κραυγάζουν συγχρονισμένα τα δικά τους, ναυτικά, συνθήματα αντιχαιρετισμού. Μετά τοποθετούν τα κουπιά στις εσωτερικές θήκες και αρχίζουν, κουνώντας  με ενθουσιασμό τα χέρια, να χαιρετάν τους γνωστούς και τους άγνωστους της παραλίας. Ωστόσο παραμένουν στα πλοία. Το σήμα της αποβίβασης δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στον κεντρικό ιστό της μοιραρχίδας.

Απέναντι από το δικό μας καράβι, στην κορυφή του κυκλικού λιμανιού, έχει στηθεί ένα πρόχειρο σκίαστρο για τους επίσημους που περιμένουν.  Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζουν τα έντονα χρώματα των ενδυμασιών των μελών της επιτροπής υποδοχής και γυαλίζουν οι περικεφαλαίες και οι αιχμές των ακοντίων της τιμητικής φρουράς που την συνοδεύει.

Ακούγονται μερικές κοφτές διαταγές και οι φρουροί καταφέρνουν με λίγες συντονισμένες κινήσεις να ανοίξουν ανάμεσα στο πλήθος έναν διάδρομο που οδηγεί από το σημείο όπου είναι συγκεντρωμένοι οι εκπρόσωποι της Πόλης, έως το πλευρισμένο πλοίο μας.

Το τιμητικό άγημα παρατάσσεται στις πλευρές του διαδρόμου και η επιτροπή ανεβαίνει στο κατάστρωμα και χαιρετά με σφίξιμο των καρπών και εναγκαλισμούς τον Μοίραρχο (που έχει στο μεταξύ περάσει μαζί με τους δύο ύπαρχους από την μοιραρχίδα στο δικό μας πλοίο), τον πλοίαρχο της ημιολκάδος που μας μετέφερε, τους πρέσβεις και, βέβαια, τον υποφαινόμενο, όχι ως γιο του ισοτελούς Ευρύνου από τα Μέγαρα, κάτοικου των Αθηνών, αλλά  ως ¨εκπρόσωπο της στρατιάς που με εντολή του Συνέδριου της Κορίνθου και κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, δίνει αυτήν τη στιγμή τις δέουσες απαντήσεις των Ελλήνων στην υπεροψία και τις παρελθούσες προκλήσεις της Ασιατικής Αυτοκρατορίας¨.

Ο επικεφαλής δεν είναι κανένας τυχαίος, παρά, όπως υποδεικνύει η ιερατική ράβδος που κρατάει, και το τελετουργικό αρχοντικό του κράνος, ο ίδιος ο εκλεγμένος ¨άρχοντας βασιλέας¨, του οποίου οι αρμοδιότητες, όπως είναι γνωστό, αφορούν κυρίως την επικοινωνία με τις θεότητες για το τρέχον έτος. Προφανώς, θα επακολουθήσει κάποια θρησκευτική τελετή. Ωραία, σκέφτομαι, έτσι θα ικανοποιηθούν και τα πιο θρησκευόμενα μέλη του πληρώματος τα οποία το πήραν κάπως βαριά που η νηοπομπή δεν σταμάτησε, ως είθισται, στο ναό του Σουνίου για να ευχαριστήσει το Μεγάλο Κύριο των Κυμάτων. 

Μετά ο άρχων βασιλέας βγάζει την εθιμοτυπική περικεφαλαία. Παρά το ότι η κώμη του είναι πλέον περισσότερο λευκή παρά γκρίζα, τον αναγνωρίζω αμέσως. Πρόκειται για τον ρήτορα Λυκούργο το γιο του Λυκόφρονα, της ιερατικής γενιάς των Βουτάδων, παλιό μαθητή του Πλάτωνα και, αργότερα, του δάσκαλου Ισοκράτη. Είναι επίσης, απ’ όσο ξέρω, ένας μάλλον μετριοπαθής αντιμακεδόνας, που ωστόσο θεωρείται το δεξί χέρι  του στρατηγού Φωκίωνα ο οποίος ¨αρχηγεύει¨ αυτή την περίοδο στην Αθήνα με την έμμεση συναίνεση των Μακεδόνων.

Τον θυμάμαι καλά.  Είχε πάντα τη φήμη του δίκαιου και του αδέκαστου άρχοντα. Μεταξύ μας, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να το έχει παρακάνει σε αυστηρότητα, γιατί μερικοί τον παρουσιάζουν ως άτεγκτο. Πάντως οι αθηναίοι είχαν αρνηθεί να τον παραδώσουν στον Αλέξανδρο, όταν εκείνος μετά την καταστροφή των Θηβών ζήτησε να του δοθούν ορισμένοι στρατηγοί ως όμηροι. Στη συνέχεια, ήδη πριν την αναχώρησή μου, η Πόλη του είχε συχνά εμπιστευτεί την διαχείριση των ταμείων της και εκείνος είχε καταφέρει να αυξήσει τα έσοδα και να υλοποιήσει αρκετά σημαντικά δημόσια έργα, όπως τον εκσυγχρονισμό των λιμανιών, την ανακαίνιση του θεάτρου του αφιερωμένου στον Διόνυσο στους πρόποδες της Ακρόπολης, και άλλα. Οι πρέσβεις ισχυρίζονται ότι οι γυμνικοί αγώνες των φετινών Μεγάλων Παναθηναίων θα διεξαχθούν στο χώρο ανάμεσα στους λόφους του Άγρα και του Άρδηττου, εκεί όπου μέχρι τώρα γίνονταν μόνο οι ιπποδρομίες και όπου, χάρη στον Λυκούργο, υπάρχει τώρα ένα μεγάλο ¨Παναθηναϊκό¨ στάδιο με έδρανα από καλά επεξεργασμένο λίθο του Υμηττού. Σκέφτομαι ότι είναι ένας από τους αθηναίους ηγέτες με τους οποίους, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να έχω μια ιδιαίτερη συνομιλία.

Ο Λυκούργος μας πληροφορεί ότι για την επίσημη παραλαβή από τον Δήμο των δύο αγαλμάτων  και την εκ νέου τοποθέτησή τους στο παλιό περίβλεπτο σημείο  της Αγοράς, έχει προβλεφτεί ειδική τελετή που θα γίνει αύριο, επί τόπου, με την παρουσία του Δήμου και όλης της πολιτικής ηγεσίας της Πόλης.  Τα αγάλματα θα μεταφερθούν στην Αθήνα (με το ειδικό φρουρούμενο όχημα που περιμένει να τα παραλάβει) και θα διανυκτερεύσουν στο Θολωτό Κτίριο της Αγοράς πολύ κοντά στο σημείο όπου θα τοποθετηθούν αύριο.

Σήμερα όμως, στο Θέατρο του λόφου της Μουνιχίας θα γίνει μία πρώτη τελετή υποδοχής προς τιμήν των απόμαχων που επέστρεψαν και στην μνήμη εκείνων  που έπεσαν ένδοξα στην Ασία. Θα υπάρξει ευχαριστήρια θυσία σφαγείων προς τους θεούς καθώς και χοές. Εμείς μπορούμε, αν το επιθυμούμε να παρακολουθήσουμε την τελετή ή να κατευθυνθούμε άμεσα προς το Άστυ των Αθηνών. Απευθύνεται σε εμένα: «Εσένα Μεγαρέα σε περιμένει στην προκυμαία ο πατέρας σου ο Ευρύνους» μου λέει κάπως εμπιστευτικά.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Ευρύνους θα είναι εδώ. Προς στιγμήν απορώ που ο Λυκούργος δεν τον ανέβασε μαζί του στο πλοίο. Μετά σκέφτομαι τη μανία ορισμένων Αθηναίων για την τήρηση των πρωτοκόλλων που αφορούν τα προνόμια των γνήσιων πολιτών σε σχέση με τους μέτοικους, ισοτελείς ή όχι.  Ή μήπως η συμπεριφορά του άρχοντα θέλει να μου αποστείλει κάποιο πρώτο (προειδοποιητικό;) μήνυμα ότι οι αντιμακεδόνες είναι πάλι στα πάνω τους στην Αθήνα;

Ύστερα από λίγο, ο ήλιος έχει γείρει αποφασιστικά από την άλλη μεριά των απέναντι υψωμάτων (όπου βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά, ο Κάνθαρος, απ’ όπου είχα ξεκινήσει για την εκστρατεία), οι τυπικότητες έχουν ολοκληρωθεί, το πλήθος (ανάμεσά του πολλές ομάδες πολεμιστών αγκαλιασμένων με τους συγγενείς και τους φίλους τους) ανηφορίζει προς το θέατρο της Μουνιχίας, τα πλοία οδηγημένα από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ανδρών ελευθερώνουν τα αγκυροβόλια και κατευθύνονται προς τους νεώσοικους για επιθεώρηση και εγώ αγκαλιάζω επιτέλους τον πατέρα Ευρύνου.

Τον βρίσκω καθισμένο κάτω από το σκίαστρο της επιτροπής υποδοχής, με ένα χαμόγελο δακρυσμένης χαράς να υγραίνει τα γένια του. Δίπλα του καθισμένος ανακούρκουδα και ευτυχισμένος, τουλάχιστον όσο ο σκύλος Άργος όταν ξαναείδε τον Οδυσσέα, βρίσκεται ο Οινοκράτης, ο οποίος, χωρίς να γίνει αντιληπτός, είχε ήδη εγκαταλείψει το πλοίο για να δώσει την είδηση ότι ναι, επιτέλους φτάσαμε και να πάρει τα συγχαρίκια από το πρεσβύτερο αφεντικό του.

***

γγγ

[1] Λόφος της Μουνιχίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ¨Μοναχικός Λόφος¨. Μούνος(ιωνική), Μώνος (δωρική) =Μόνος. Ο λόφος αργότερα θα ονομαστεί Καστέλι ή Καστέλα.

[2] Λέσχες πληρωμάτων. Ήταν σύνηθες στον αρχαίο αθηναϊκό στόλο τα μέλη των πληρωμάτων να ανήκουν σε λέσχες, ένα είδος συλλόγων με ποικίλες δραστηριότητες και με έδρες στο ευρύτερο λιμάνι του Πειραιά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Αντιγραμμένο από τον Αδέσποτο Σκύλο

Posted by vnottas στο 20 Ιουνίου, 2017

[Η πρωτότυπη ανάρτηση από τον Αντώνη Αντωνάκο ΕΔΩ]

 

Ηθικόν Ακμαιότατον

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Posted in ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος οκτώ: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, όγδοος μονόλογος: Ο Πατέρας. [Τελευταίο- ολόκληρο το θεατρικό κείμενο (8+8 μονόλογοι ) του Benni στη δεξια στήλη κάτω από τον τίτλο ¨Μεταφράσεις ποιημάτων και σχεδιάσματα κειμένων¨].

 

biker_bici_50x80

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

του ποδηλάτου τη σκιά

στου ποταμού την πέρα όχθη.

Τραγούδησέ μου για τη μπάλα που πετάει

ανάμεσα σε ‘μένα και του γιου μου το χαμόγελο

τραγούδησέ μου για τα άρρωστα τ’ αστέρια

που απ’ το παράθυρο κοιτούσα.

.

Γιατί εγώ δεν ήξερα.

Εγώ αγνοούσα πόσα πράγματα συνέβαιναν 

και νόμιζα πως ήταν υποσχέσεις

για κάτι πιο μεγάλο

για κάτι πιο αληθινό

μα τώρα ξέρω

πως ήταν όλα αυτά η Ιστορία μου

Μπορώ να πω μονάχα τώρα

πως ήτανε μοναδικό σε όλη τη ζωή μου

εκείνο το απόγευμα.

Εκείνη η πληγή

θα παραμείνει πάνω μου η πιο βαθιά ουλή

Εκείνη υπήρξε η μοναδική μου αγάπη

κι οι φίλοι που χαιρέτισα εκείνη την ημέρα

για πάντα έφυγαν στ’ αλήθεια.

Ήμουν ευτυχισμένος

αν και αμφέβαλα

εκείνες οι σελίδες ήταν το βιβλίο μου.

Αφού υπήρξα κάτι περισσότερο

απ’ ο, τι είμαι τώρα ή ποτέ θα γίνω.

ΤΕΛΟΣ

didier2

13 αΠατέρας

13 βΠατέρας

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος επτά: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έβδομος μονόλογος (προτελευταίος).

.

Η ΜΗΤΕΡΑ

Τι κάνει ένας γέρος

μέσα σε έναν κόσμο από κρύσταλλα

ανάμεσα σε φλόγες και σ’ αστέρια

π’ ανάβουνε με κέρμα;

Θα υπάρξει άραγε ποτέ κανένας ήρωας

που να χαμογελάει φαφούτης;

Άντρα μου, δε μπορώ να σε φωνάξω

καθώς ορμάς προς τη φωτιά και τρέχεις.

Δεν ειν’ για σένα γέρο μου

αυτός ο σφάχτης μεσ’ το στήθος

και αγνοούνε τα κλειστά σου μάτια

αν είναι αυτός ο τελευταίος πόνος

ή το συνηθισμένο το λαχάνιασμα.

*

Ούτε για σένα ήτανε

όλος εκείνος ο παλιός καημός.

Η φάμπρικα σφιχτά αγκαλιασμένη

απ’ τη σκουριά και από τον κισσό

κοιμούνται οι δράκοι και δεν σκούζουν πια

λέβητες, φούρνοι και περιστροφείς

έχουνε την τραχιά ανάσα τους σβηστή.

Στον κάμπο τα πουλιά χοροπηδάνε

μεσ’ σε ξεθωριασμένους χωροδείκτες

και σε εξέδρες που δεν έχουνε κοινό.

Θα έχεις δίπλα σου το γιο σου

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

θα σου κρατάει την κεφαλή ψηλά

όταν θα πέσεις νικητής

όταν ο γιος εσύ θα έχεις γίνει.

*

Ξύπνησε, πλυν’ τα πιάτα

ψάξε ακόμη για δουλειά

ή εάν προτιμάς

σκαρφάλωσε στα μολυσμένα σύννεφα

που απ’ το παράθυρο κοιτάζεις.

Εμένα θα με βρεις κοντά στο φως

π’ έλουζε το ποτάμι κάποιες νύχτες

εκεί θα είμαστε μαζί

χωρίς καν να βλεπόμαστε

από τον ήλιο τυφλωμένοι

χρυσάφι

απ’ τ’ ανακλώμενου νερού το φως.

Σαν τον καιρό που με ποδήλατα

κόβαμε βόλτες

στου ποταμιού την όχθη.

*

Εκεί θα σε προσμένω αύριο.

Εάν μ’ αναγνωρίσεις

θα είμαι ακόμη είκοσι χρονών.

 

70x50cm-12305

 

12 Μητέραα

12 Μητέραβ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος έξι: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έκτος μονόλογος.

Y2K 2

Ο ΚΙΛΕΡ

Τραγούδαγε απόψε η τηλεόραση

για χώρες μακρινές

όπου κυκλώνουν τα χωριά στον ύπνο

κι όπου χωρίς να κάνουνε διακρίσεις (θετικές)

σφάζουν γυναίκες και παιδιά

καθώς πηγαινοέρχονται τ’ όνειρο αιμορραγεί

το σπίτι πλημμυρίζοντας.

Αποκοιμήθηκε η πόλη ζωντανή

και ξύπνησε με το λαιμό κομμένο

θα ήθελα κι εγώ να κατορθώσω

τέτοια ωραία πράγματα

αλλά είστε πολλοί

και τους μισούς να εξόντωνα

θα μου ‘βαραίναν την καρδιά οι υπόλοιποι.

*

Ντύθηκα στα γαλάζια και έχωσα στη μπότα

στιλέτο ασημένιο

το Wesson έχω μέσα στο θηκάρι

και μια Beretta έβαλα στην τσέπη

το ένα σιωπηλό και γρήγορο

σαν ιδιαιτέρα γραμματεύς

η άλλη πάλι είναι μικρή και φλύαρη

φτυστή υστερική μετρέσα.

Κατέβηκα τη σκάλα και χαιρέτισα

πολλούς ανθρώπους -όλοι καθώς πρέπει.

Χάιδεψα ένα σκύλο,

χαμογέλασα

σε μία πιτσιρίκα φοβισμένη

όλο βυζιά και ματογυάλια

βγήκα στο δρόμο.

Ο αέρας στο περίπτερο

τα είχε βάλει με τον Τύπο

και τις εφημερίδες πάνω κάτω τίναζε

σα να ‘τανε κλωνάρια ενός δάσους

φύλλα ξερά και φύλλα τυπωμένα

πετούσανε αντάμα και χορεύανε.

Βροχή και μπόρα στης τιμής μου τον ορίζοντα

κι έκρυψε ο ουρανός το γαλανό του

στα ανατολικά

κι έβαλε μαύρα.

Τ’ άθλιο παρακαλετό

των πεινασμένων γλάρων αντηχούσε

το μίασμα τ’ αψύ του αποτεφρωτή

δάγκωνε την ατμόσφαιρα.

Δε θα μπορούσα ειλικρινά να φανταστώ

σκηνογραφία καλύτερη.

*

¨Βιντεοπαιχνίδια¨

έγραφε η ταμπέλα από νέον

κι έχυνε χρώμιο και διαμάντια

πάνω στις μηχανές που πέρναγαν

φέρνοντας στο μυαλό γιγαντιαία έντομα.

κι εγώ φαντάστηκα, πυροβολώντας,

όλα αυτά μαζί

να τα εξαφανίσω.

Περίμενα παίζοντας φλίπερ

Ήμουν ο λόρδος Raiden ενάντια στον Λυκάνθρωπο

δύο φορές ενίκησα δυο έχασα.

Doom, Σαράγιεβο, Βαγδάτη,

Αλγέρι, Κίγκαλι κι η γειτονιά σου

διάλεξε όπλο

διάλεξε εχθρό

έλα μικρέ μαζί μου

εγώ ειμ’ ένα λέιζερ καθαρό

μαχαίρι ακονισμένο

είμαι ο Σατανάς του Σαματά

είμαι η Τάξις και το Ένα

είμαι αυτός που όλα

τα ξεχωρίζει και τ’ απαριθμεί.

Μπορώ να κάνω φόνο για χρυσάφι

ή για ψιλά

όταν το φέγγος μου θ’ αντιληφθείς  

να αποδράσεις θα ‘ναι ανώφελο.

*

Τη Λίζα θα σκοτώσω ή το Γιο

ή τον τυφλό το Μάντη

ή το παιδί που μοιάζει μ’ Ινδιάνο

και κλαίει σιωπηλό σε μια γωνία

ή εκείνον το Χοντρό, το μελαγχολικό

με το πορνό στην τσέπη

ή την θλιμμένη γκόμενα που κάποιον περιμένει

καπνίζοντας.

Νεαροί καημοί σε αναμονή,

καλό είναι να μη βιάζεστε

ούτε να επιμένετε

θα σας χαρίσω την ειρήνη κάποια μέρα.

Η έσχατη χημεία είμαι εγώ

ο κλώνος που τη θέση σας θα πάρει

το δέντρο το άδικα κομμένο

και το 

κατασπαταλημένο 

το νερό

η πείνα, η παγωνιά, η εγκατάλειψη

εγώ είμαι το άρθρο το εξάστηλο

εγώ το άψυχο βιβλίο

εγώ του μίσους ο κρωγμός που εκπέμπεται

απ’ οποιοδήποτε κανάλι

εγώ είμαι το δίκιο και το κάτεργο

εγώ του καθενός

ο μέσος όρος.

*

Σ’ είδα να μπαίνεις Νεκροκεφαλή

κάτω από το τατουάζ, καρδιά

εάν στα κουτουρού πυροβολήσω

είτε εσύ θα είσαι είτε άλλος

κάνει το ίδιο.

Κάποιος δεν πλήρωσε, ε και;

Ήρθε μαντάμ η Ώρα, έτσι δεν είναι;

*

Μα, με ξαφνιάζει ένα  πρόσωπο

που τρέχει καταπάνω μου κραυγάζοντας

πρόσωπο γκρίζο, γέρικο

όπως θα είναι το δικό μου

σ’ είκοσι χρόνια.

.

Τα μάτια μου αν κλείσω ονειρεύομαι

του πυροβολισμού τη λάμψη και το βρόντο.

Σαν καταρράχτης πέφτει η νύχτα

πάνω στου νέον τις επιγραφές

καθώς το στρίβω στα σοκάκια

 με κοιτάζει.

Βρέχει. Τα ίχνη θα σβηστούν, ελπίζω.

Ήταν μονάχα ένας  γέρος.

Άλλο δεν έκανα παρά ν’ ακούσω

τα λόγια που μου είπατε.

Minolta DSC

 

10 Κίλερ α1.jpeg

10 Κίλερ α2.jpeg

11 Κίλερ γ

11 Κίλερ δ

images (16)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Δύο λακωνικά από τον Νίκο

Posted by vnottas στο 3 Ιουνίου, 2017

 

θάλασσα

.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Αναλαμβάνω τις ευθύνες μου

αυτές τις μέρες θα πυρπολήσω το εγώ μου

και το νεκρό τοπίο του

θα το γεμίσω με προτομές

ανθρώπων που αγάπησα στη ζωή μου.

.

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΑΤΙΑ

Το πρωί ξαφνικά στον καθρέφτη

είδα τον πατέρα μου.

Εκείνος όμως δε μ’ έβλεπε

γιατί τα είδωλα δεν έχουν μάτια.

Έτσι απόμεινε μια πικρή γεύση

απ’ την πρώτη αδόκητη επαφή

με τον πανδαμάτορα χρόνο.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή (και μια σημείωση)

Posted by vnottas στο 1 Ιουνίου, 2017

Σημείωση για τους φίλους που παρακολουθούν τις αναρτήσεις με το (υπό εκπόνηση) ιστορικό μυθιστόρημα

images (2)

Λέω να κάνω κάποιες αλλαγές στη δομή του (υπό διαδικασία συγγραφής) ιστορικού μυθιστορήματος και θα ήθελα να ενημερώσω σχετικά όσους παρακολουθούν αυτό το συγγραφικό παιχνίδι.

α. Το Πέμπτο Μέρος είχα πρόθεση να το αφιερώσω στις περιπέτειες των ηρώων κατά την παραμονή τους στην Αθήνα του 330 πΧ, όμως η εξιστόρηση, όπως είδατε, σκάλωσε κάπως στην Τύρο, με αποτέλεσμα να είμαστε ήδη στο ένατο κεφάλαιο και μόλις που έχουμε αντικρύσει, στο βάθος, τους Αθηναϊκούς λόφους.  Επομένως μου φαίνεται σωστό να αυτονομήσω αυτά τα εννιά κεφάλαια ως πέμπτο (ταξιδιωτικό) μέρος, και να ανοίξω ένα αυτοτελές έκτο με τα (πάντοτε υπό επινόηση/συγγραφή) αθηναϊκά δρώμενα.

β. Από τα εννέα κεφάλαια του ταξιδιού της επιστροφής στην Αθήνα των ηρώων (και των χάλκινων τυραννοκτόνων),  σας έχω ήδη κοινοποιήσει τα οκτώ και σήμερα δημοσιεύω το ένατο. Όμως προτίθεμαι στη τελική εκδοχή το ένατο να αλλάξει θέση με το όγδοο και επομένως το τρέχον Ε΄ μέρος να καταλήγει με τα σχόλια και τις επεξηγήσεις του Οινοκράτη καθώς ενημερώνει περί των Αθηνών τον Χονδρόη. Μόνο που χρειάστηκε να προσθέσω μια μικρή παράγραφο στο (νυν όγδοο και από δω και μπρος ένατο και τελευταίο) κεφάλαιο του Ε΄ μέρους, όπου ο Οινοκράτης προειδοποιεί τον φίλο του πώς στην Αθήνα θα προσπαθήσουν να λύσουν πολλά μυστήρια, μερικά από τα οποία τον αφορούν (τον Οινοκράτη) προσωπικά.

γ. Το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα (θα μπει στη θέση του νυν όγδοου ως το προτελευταίο του Ε΄μέρους), αφηγείται τις σκέψεις του Εύελπι καθώς η νηοπομπή πλησιάζει στον Πειραιά,. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια να ενημερωθεί κάπως ο αναγνώστης σχετικά με το (κυρίως πολιτικό) σκηνικό που θα βρουν οι ήρωές μας με το που θα (ξανά) πατήσουν το πόδι τους στην Αττική.

*

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

  images (7)

 Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή. (Οι προβληματισμοί του Εύελπι…)

 Περίεργα, αλλόκοτα συναισθήματα με διαπερνούν. Επιστρέφω. Άγνωστο για πόσο, αλλά σε λίγο θα είμαι πάλι στην Αθήνα. Ήδη μου φαίνεται πως νιώθω τις μυρουδιές της. Είναι αξιοθαύμαστο πώς διαδίδονται οι μυρουδιές στην Αττική! Και πώς μαζί τους κουβαλάνε, όσο τίποτα άλλο, δονήσεις και αισθήματα απ’ το παρελθόν.

Πόσο μακριά βρίσκεται αυτό το παρελθόν; Δεν ξέρω. Οι χρονογραφές των ιερέων καταγράφουν τέσσερα μόλις χρόνια από τότε που ξεκίνησα, άμαθος και γεμάτος αισιοδοξία από το λιμάνι του Πειραιά, αλλά για μένα τα όσα συνέβησαν από τότε θα μπορούσαν να έχουν διαρκέσει πολύ περισσότερο. Εκεί που βρισκόμουν εγώ αυτά τα χρόνια, ο κόσμος άλλαζε κι εξακολουθεί να αλλάζει καταιγιστικά και τώρα σκέφτομαι – όχι χωρίς κάποια ανησυχία: άραγε έχει αλλάξει εξ ίσου και η Αθήνα;

Εγώ ναι, έχω αλλάξει αρκετά. Υποθέτω ότι τώρα είμαι πιο σοφός, υποθέτω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τα κίνητρα των ανθρώπων και διακρίνω διαυγέστερα τα νήματα που πλέκουν τις ιστορίες τους. Αλλά η ωρίμανση, η σοφία, η επίγνωση, μήπως μου έχουν μειώσει την ικανότητα να ευτυχώ με  τα απλά πράγματα που με συγκινούσαν και με ενθουσίαζαν άλλοτε;

Θέλοντας και μη οι σκέψεις μου γυρνούν για μια στιγμή στην εκστρατεία και τα όσα εξακολουθούν να ρέουν και να διαμορφώνονται εκεί. Το καταπονημένο αλλά ήρεμο πρόσωπο του Καλλισθένη, η αποφασιστική νευρώδης φιγούρα του Ευμένη, τα ανδραγαθήματα, οι πολιτικοί ελιγμοί, οι σκευωρίες, όλα όσα διακυβεύονται στην αχανή Ασία, ενώ οι πολεμιστές επελαύνουν και καθώς νέοι τρόποι σκέψης και  νέοι τρόποι διοίκησης αναδύονται από το καζάνι όπου οι παλιοί ανακατεύονται, κοχλάζουν και ανασυντίθενται.   

Όμως δε θα ήμουν ειλικρινής με εμένα τον ίδιο, αν δεν παραδεχόμουν ότι πίσω από όλα αυτά στο νου μου κυριαρχεί μια άλλη μορφή. Όμορφη όσο ποτέ κι όμως με κάνει να μελαγχολώ. Προς τι να το κρύψω όταν ακόμη και ο Οινοκράτης το έχει καταλάβει και ανησυχεί; 

Είναι η μορφή εκείνης-που-εξακολουθεί-να-με-παιδεύει. Εκείνη, η προικισμένη με όλες τις χάρες, εκείνη που ξαφνικά και εκεί που δεν το περίμενα, έγινε προσιτή… και αμέσως ύστερα και πάλι απρόσιτη. Εγώ έπρεπε να φύγω, είχε αποφασιστεί. Δεν είχα το χρόνο να αντιδράσω στην άρνησή της να με ακολουθήσει.

Μαζί της πίσω στην Αθήνα θα ήταν σαν να μου είχαν προσφέρει ένα δώρο οι θεοί. Δεν μου παραχωρήθηκε. Μαζί της οπουδήποτε θα ήταν μια ανέλπιστη ευτυχία. Όμως ούτε κι αυτό προβλεπόταν για μένα. Τώρα ταξιδεύω ανάμεσα σε γλυκόπικρες σκέψεις, χωρίς αυτήν… κι όμως σχεδόν κάθε στιγμή, θελημένα ή άθελα, μαζί της.

images (24)

Από τα άλλα πλοία της νηοπομπής φτάνουν ως τα εδώ οι φωνές των απόμαχων πολεμιστών, ανακατεμένες με τα τριξίματα των κουπιών, τα πλαταγίσματα των πανιών και τα κρωξίματα απ’ τα θαλασσοπούλια. Οι ερέτες κωπηλατούν και τραγουδούν συγκινητικά παλιά αθηναϊκά άσματα του νόστου. Όπως αυτοί έτσι κι εγώ χαίρομαι που, όπου να ‘ναι, θα δω τους δικούς μου και χαίρομαι, ακόμα, με τη χαρά που θα πάρουν κι εκείνοι βλέποντάς με.  

Ως και οι πρέσβεις, δείχνουν ευχαριστημένοι και έχουν πάψει να μουρμουρίζουν διατυπώνοντας τις γνωστές, συνήθεις αν όχι πάγιες ¨διπλωματικές¨  επιφυλάξεις τους. Όταν δεν προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις προθέσεις μου για το τι ακριβώς θα κάνω στην Αθήνα (πράγμα, όπως και να το κάνουμε, συμβατό με τα διπλωματικά τους καθήκοντα) ή να με κολακέψουν ως ¨σχεδόν Αθηναίο¨ που έχει τη σπάνια ευκαιρία να συμβάλει στην απονομή ιστορικής δικαιοσύνης προς την πόλη της Παλλάδας, αφιερώνονται σε ανώδυνους υπολογισμούς και προβλέψεις.

Υπολογίζουν ότι είμαστε στο μήνα  Σκιροφοριώνα κι ότι, ακόμα κι αν χάσουν τους ιππικούς αγώνες που γίνονται κάθε τέτοιο μήνα και είναι αφιερωμένοι στον Δία, σίγουρα θα βρισκόμαστε στο Άστυ καθώς θα μπαίνει ο Εκατομβαιώνας και μαζί του το νέο έτος. Επομένως έχουμε μπροστά μας Παναθήναια και μάλιστα τα Μεγάλα, τα ανά τετραετία, που πάει να πει  Παναθηναϊκούς αγώνες, ανοιχτούς σε αθλητές, καλλιτέχνες  και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Με ρωτούν αν συμφωνώ, και εγώ τους λέω ότι έτσι είναι, έχουν δίκιο, τίποτα δεν είναι σαν τα αθηναϊκό καλοκαίρι, ιδίως όταν, κάθε τέσσερα χρόνια,  περιλαμβάνει τις γιορτές των Μεγάλων Παναθηναίων. Δεν αναφέρω καθόλου τις ανταγωνιστικές Ολυμπιακές γιορτές (οι τελευταίοι πανελλήνιοι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν πριν τρία χρόνια) κι έτσι δε τους χαλάω τον ενθουσιασμό.

images (9)

Ο Παλαμήδης, ο βετεράνος πολεμιστής που, ύστερα από θερμή παράκληση του Οινοκράτη, ταξιδεύει στο ίδιο πλοίο με μας, είναι καλή παρέα.

Διαπίστωσα ότι έχει άποψη για ό, τι συμβαίνει στην εκστρατεία και πέρασα πολλές ώρες του ταξιδιού συζητώντας μαζί του για όσα διακυβεύονται στην Ασία.  Μου μίλησε και για κάποια προβλήματα των πολεμιστών, που απ’ ότι φαίνεται δεν είναι επαρκώς γνωστά στην ηγεσία. Πολλοί οπλίτες, ικανοί και άξιοι στο πεδίο της μάχης, είναι αντίθετα άμαθοι και αφελείς σε ό, τι έχει να κάνει με το χρήμα και τις συναλλαγές. Κάποιοι επιτήδειοι (συνακολουθούντες ή και ντόπιοι ασιάτες) εκμεταλλεύονται αυτήν την απειρία και απομυζούν σκοτεινά κέρδη -νομίσματα και λάφυρα- φτιάχνοντας μεγάλες αν και αφανείς περιουσίες. Θυμήθηκα ότι κάτι μου είχε αναφέρει σχετικά ο Οινοκράτης (ή μήπως ήταν ο Ευρυμέδοντας;)  πριν την αναχώρηση, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα της προετοιμασίας δεν είχα δώσει επαρκή σημασία. Τώρα βλέπω ότι ο Παλαμήδης ενδέχεται να έχει δίκιο και καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε τη κατάσταση προτού πολλοί οπλίτες βρεθούν ξαφνικά καταχρεωμένοι.

Τα λόγια του βετεράνου με έκαναν να θυμηθώ τα όσα μου είπε ο Ευμένης για την επιθυμία του Αλέξανδρου να μάθει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στρατεύματος, προκειμένου να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη συνέχιση ή όχι της προέλασης  (μετά την -προβλεπόμενη- εξουδετέρωση του Δαρείου).  Σκέφτομαι ότι αν επιχειρηθεί μια τέτοια διερεύνηση είναι πιθανό να έρθουν στην επιφάνεια πολλές απρόβλεπτες πτυχές της κατάστασης που επικρατεί στη βάση της στρατιάς. Αποφασίζω ότι θα είναι καλό να αναφέρω τις διαπιστώσεις του απόμαχου στον Καλλισθένη στην επόμενη επιστολή μου.

Με τον Παλαμήδη μιλάμε και για ο Άστυ των Αθηνών. Λείπει κι αυτός από κει πάνω-κάτω όσο κι εγώ. Όπως κι εγώ, προσπαθεί να ξαναμπεί κάπως στο κλίμα της πόλης για να μη φανεί απληροφόρητος κι αποξενωμένος όταν ξεμπαρκάρει. Γι αυτό, κάθε τόσο, ζητάει από τους πρέσβεις πληροφορίες για τα όσα έχουν συμβεί στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

Οι πρέσβεις δεν ξανοίγονται ιδιαίτερα και τηρούν την διπλωματική τους επιφυλακτικότητα, προπαντός όταν η κουβέντα αφορά στις πολύπλοκες πολιτικές ισορροπίες της Αττικής και όταν οι ίδιοι βρίσκονται σε πλήρη νηφαλιότητα. Που πάει να πει ότι  γίνονται κάπως πιο ομιλητικοί σε δυο περιπτώσεις: Όταν τυχαίνει η συζήτηση να συνοδεύεται από υγρά κατασκευάσματα βακχικής προέλευσης και Οινοκρατικής παρασκευής και, βέβαια,  όταν τα θέματα αφορούν στα καλλιτεχνικά και τα αθλητικά δρώμενα…

Από αυτά που ήδη ξέρω, λόγω της μακρόχρονης παραμονής μου στην πόλη της Παλλάδας, αλλά και έχοντας ενημερωθεί όσο γίνεται πιο αναλυτικά από τους προϊστάμενούς μου και τις υπηρεσίες, πριν την αναχώρηση, καθώς και από αυτά που συμπεραίνω  από τα υπαινικτικά σχόλια που ξεφεύγουν από τους πρέσβεις, η κατάσταση που, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρω στην Αθήνα άμα τη αφίξει, σε γενικές γραμμές, έχει ως εξής:

Πρώτα η γενική πολιτική κατάσταση.

Η εξουσία στην Αττική, βέβαια, εξακολουθεί να ασκείται με βάση την αθηναϊκή επινόηση του ¨αρχηγεύοντος Δήμου¨ που αποκαλείται ¨Δημοκρατία¨ και  που αποτελεί βασική συνιστώσα του πανελλήνιου γοήτρου  των Αθηνών, ενώ κάποιες παραλλαγές της εφαρμόζονται και στις πόλεις που τελούν κάτω από την Αθηναϊκή επιρροή.

Στο κυρίαρχο όργανο αυτού του πολιτεύματος, τη Συνέλευση των Πολιτών, (ή Εκκλησία του Δήμου, όπως την αποκαλούν οι Αθηναίοι) οι συσπειρώσεις, εδώ και καιρό, δεν είναι πια εκείνες του παρελθόντος. Δεν είναι πια διακριτοί, όσο άλλοτε, οι ¨ολιγαρχικοί¨ σε αντιπαράθεση με τους ¨δημοκρατικούς¨, ή, ας πούμε, οι ¨παράλιοι (ναυτικοί, έμποροι)¨ κόντρα στους ¨μεσόγειους¨ (κτηματίες), ή τους ¨ορεινούς¨ (φτωχοί αγρότες και κτηνοτρόφοι)  ή τους κατοίκους του κεντρικού άστεως, τους επιλεγόμενους και ¨αστούς¨ (όπου συγχρωτίζονται οι διοικητικοί με τους βιοτέχνες, τους καλλιτέχνες  και αδιευκρίνιστους άλλους).  Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, -σημεία των καιρών- στη Συνέλευση έχουν σχηματιστεί δύο κυρίαρχες ομάδες: από τη μια μεριά οι φίλοι των Μακεδόνων και από την άλλη οι κεντρομόλοι Αθηνοκεντρικοί. Δίπλα σε αυτά τα δύο ¨κόμματα¨υπάρχουν (αν και -εκ των πραγμάτων- σε  κρίση), οι μικρότερες ομάδες των κρυπτο-λακωνιζόντων και, πιθανώς να επιβιώνουν ακόμη και κάποιοι κρυπτο-μυδίζοντες.

Πολλούς από όλους αυτούς τους γνωρίζω από παλιά. Ίσως όμως την τελευταία τετραετία να αναδείχτηκαν στη δημόσια ζωή της πολιτείας και άλλα, νέα πρόσωπα,  που να μην τα ξέρω και τα οποία  έχουν διαφύγει της προσοχής των υπηρεσιών  που παρακολουθούν τις εξελίξεις απ’ τους μακρινούς σταθμούς της ασιατικής εκστρατείας

Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι ότι, εδώ που τα λέμε, στην πολιτική ζωή, -της κατά τα άλλα καινοτόμου Αθήνας- κυριαρχούν οι γηραιοί (εξηντάρηδες και βάλε), ενώ η ηγεσία της εκστρατείας αποτελείται ως επί το πλείστον από νέους κάτω των τριάντα ετών. Πάντως τίποτα δεν αποκλείει οι ¨παλιοί¨ των Αθηνών να έχουν αναπροσαρμόσει τις απόψεις τους,  γιατί αυτή η τελευταία τετραετία έχει φέρει τα πάνω κάτω σε ολόκληρη την υφήλιο.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει έγκυρα να διαπιστώσω πόσο ειλικρινής είναι φιλία εκείνων που αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του Αλέξανδρου στην ελληνική επέκταση (και τους νέους συσχετισμούς που προκύπτουν από αυτήν) και εάν εκείνοι που εκπροσωπούν αυτή την τάση είναι πρόσωπα αξιόλογα και αξιοσέβαστα ή αν έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις τους οι συνήθεις αφερέγγυοι καιροσκόποι.  Δηλαδή θα πρέπει να εξακριβώσω ποιοι ακολουθούν τους Μακεδόνες επειδή θεωρούν πως είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα όσα είχε οραματιστεί για τους Έλληνες ο δάσκαλος Ισοκράτης και ποιοι, αντίθετα, τους υποστηρίζουν απλά και μόνο επειδή επωφελούνται από το να είναι με τους ισχυρότερους, είτε αυτοί είναι Μακεδόνες, είτε Λακεδαιμόνιοι είτε Πέρσες.

Πριν την θριαμβευτική εξόρμηση του Αλέξανδρου προς ανατολάς, οι κύριοι εκπρόσωποι των φιλικά διακείμενων προς τους μακεδόνες βασιλείς στην Αθήνα, πέρα από τον ειρηνιστή Εύβουλο που όντας πλέον πάνω από εβδομήντα πέντε ετών,  έχει αποσυρθεί από τα κοινά, και τον Φιλοκράτη (εκείνον της ομώνυμης ¨ειρήνης¨, που βρίσκεται ακόμη αυτοεξόριστος με μια θανατική ποινή που δεν έχει ακόμα αρθεί, να επικρέμεται στην κεφαλή του), ήταν -και απ’ ό, τι φαίνεται εξακολουθούν να είναι- ο Αισχίνης από το δήμο των Κοθωκιδών και ο Δημάδης από την Παιανία.

Οι δυο τους διαφέρουν στην ηλικία κατά μία δεκαετία, (πάνω κάτω εξηντάρης σήμερα ο Αισχίνης, πενηντάρης ο Δημάδης) και κατάγονται και οι δύο από τα φτωχά στρώματα του Αθηναϊκού πληθυσμού. Ο πατέρας του Αισχύνη ήταν εγγράμματος δούλος που χειραφετήθηκε πολεμώντας για την Αθηναϊκή Δημοκρατία, ενώ του Δημάδη ήταν βαρκάρης. Μοιάζουν επίσης στο ότι και οι δυο, στην αρχή της πολιτικής τους ζωής, αντιμετώπισαν την μακεδονική επέκταση ως κίνδυνο για την Αθήνα, όμως αργότερα άλλαξαν γνώμη, διαφοροποιήθηκαν από τον πολυπράγμονα, αλλά συνεπή αντιμακεδόνα Δημοσθένη και ηγήθηκαν της παράταξης των φιλομακεδόνων. Κατά τα άλλα μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο Αισχύνης, μοιάζει συνεπής στις αρχές που τώρα διακηρύσσει, ενώ τον Δημάδη οι περισσότεροι τον θεωρούν καιροσκόπο και θηρευτή πολιτικών (και οικονομικών) ευκαιριών.

όπλα

Όμως, πιο σημαντική από την τη διερεύνηση των προσκείμενων, είναι η ανάλυση της επιρροής των ενάντιων, δηλαδή εκείνων που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αθήνα, παρά τις ήττες και τις απώλειες των πρόσφατων χρόνων, μπορεί ακόμη να αποτελέσει την ηγέτιδα δύναμη των ελλήνων.

Εγώ που επιστρέφω από μια εκστρατεία που ανατρέπει και εξαρθρώνει βασίλεια και αυτοκρατορίες, αν δεν γνώριζα από κοντά τις αθηναϊκές ιδιομορφίες, θα απορούσα με την ανθεκτικότητα και την επιμονή με την οποία η Αθήνα εξακολουθεί να διεκδικεί όχι μόνο αυτονομία αλλά και ηγετικό ρόλο στις τρέχουσες εξελίξεις. Εγώ όμως ξέρω ότι οι Αθηναίοι είναι μαθημένοι όχι μόνο να συμμετέχουν στη διοίκηση της πόλης τους, αλλά και η πόλη τους να παίζει αποφασιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Επομένως πολύ δύσκολα θα ανεχθούν μία παγκόσμια τάξη στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται σε κάποιο απομακρυσμένο αυτοκρατορικό  κέντρο. Ξέρω, επίσης ότι ανάμεσα στους αντιμακεδόνες υπάρχουν ορισμένα σπινθηροβόλα πνεύματα.

Επικεφαλής τους βρίσκεται ο πασίγνωστος πλέον ρήτορας Δημοσθένης, που πρέπει να είναι πλέον περίπου πενήντα τεσσάρων ή πενήντα πέντε ετών. Μαζί του ο γηραιότερος (πρέπει να ‘χει πατήσει τα εξήντα), ευπατρίδης   Λυκούργος, από την ιερατική γενιά των Βουτάδων, ικανός διαχειριστής των οικονομικών που, παρά ταύτα, δεν έχει χάσει την φήμη του ¨υπεράνω χρημάτων¨. Στην ίδια περίπου ηλικία και ο παλιός μαθητής του Ισοκράτη, ο πλούσιος και καλοζωισμένος ρήτορας Υπερίδης. Ίσως, κατα τη διάρκεια της απουσίας μου από την Αθήνα να έχουν αναδειχτεί και ανάμεσα στους αντιμακεδόνες, άλλα, νεότερα στελέχη.

Πάντως, από ότι φαίνεται, ο κυριότερος, από τους αθηναίους ηγέτες αυτή τη στιγμή είναι ο ικανός τηρητής ισορροπιών, (γηραιός κι αυτός, πάνω από εβδομήντα) στρατηγός Φωκίωνας, που συνδυάζει τις εξής αντιφατικές ιδιότητες: Αφενός (όντας παλιός ολιγαρχικός και φιλολάκων) μοιάζει να είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς πολιτικούς της Δημοκρατίας, ο οποίος όμως, παρά την αντιδημοτικότητά του, εξακολουθεί να εκλέγεται αδιάκοπα σε καίριες θέσεις και να επηρεάζει αποφασιστικά τα τεκταινόμενα. Αφετέρου, όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα σπάνιο δείγμα (τουλάχιστο για τη σημερινή αθηναϊκή δημοκρατία) αδιάφθορου και ανυστερόβουλου πολιτικού ηγέτη. Ο Αλέξανδρος τον εκτιμά ιδιαίτερα και η υπηρεσία μού έχει αναθέσει ειδική μεταχείριση σε ό, τι τον αφορά.

Παράλληλα με την αξιολόγηση των καταστάσεων και των χαρακτήρων που επικρατούν στην πολιτική ζωή της πόλης της Παλλάδος, θα πρέπει να διερευνήσω, με άκρα διακριτικότητα, πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της Αθήνας με τον αντιβασιλέα Αντίπατρο. Είναι αναμενόμενο ότι ο Μακεδόνας στρατηγός, μόλις συνέλθει από την επώδυνη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη, θα ασχοληθεί ειδικότερα με τους Αθηναίους. Μέχρι στιγμής δεν έχει ενημερώσει την ηγεσία για τις ακριβείς προθέσεις του, και πιθανώς θεωρεί πλεοναστικό ή και περιττό να ζητήσει κατευθυντήριες γραμμές από το επιτελείο της εκστρατείας, αλλά είναι εξ ίσου πιθανό να έχει κατ’ ευθείαν επαφή με τον Αλέξανδρο. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο Βασιλιάς επιθυμεί συμπληρωματική πληροφόρηση για τη δράση του αντιβασιλέα. Ο Ευμένης θεωρεί ότι οι ανησυχίες του Αλέξανδρου για τη συμπεριφορά του Αντίπατρου οφείλονται σε καταγγελίες της βασιλομήτορος Ολυμπιάδας, η οποία είναι γνωστό ότι αντιπαθεί τον στρατηγό που αντικαθιστά το γιο της στο βασίλειο της  Μακεδονίας.

Ο Ευμένης ήταν αρκετά σαφής σχετικά με αυτό το θέμα. Θα πρέπει να εξακριβώσω εάν ο Αντίπατρος έχει ήδη διεισδύσει ¨αυτόνομα¨ στους κύκλους της Αθηναϊκής ηγεσίας ή όχι, καθώς επίσης πώς τον αντιμετωπίζουν γενικότερα οι έλληνες του νότου.

5greca

Όμως δεν ξεχνώ ότι ο βασικός λόγος που είμαι εδώ, ο λόγος για τον οποίο ο Καλλισθένης με πρότεινε για αυτήν την αποστολή, είναι η αποκατάσταση της επαφής της ομάδας μας με τον δάσκαλο Αριστοτέλη. Η κρισιμότητα των καιρών που διανύουμε, η αναγκαιότητα να ληφθούν οσονούπω αποφάσεις που θα επηρεάσουν τον απώτερο βίο των Ελλήνων και παράλληλα η ανάπτυξη στην αυλή του Αλέξανδρου οργανωμένων ανταγωνιστικών ομάδων με απρόβλεπτη επιρροή, καθιστούν αναγκαία και επείγουσα μια διαβούλευση εκείνων που δρουν στο μέτωπο της Εξόρμησης με τους Σοφούς που μπορούν να συμβάλουν έστω από τα μετόπισθεν. Δηλαδή (επί της ουσίας) με τον εγκυρότερο σημερινό φιλόσοφο: τον Αριστοτέλη.  Επί πλέον η αλληλογραφία με τους σοφούς των μετόπισθεν θα πρέπει να επανα-κωδικοποιηθεί έτσι ώστε να  προφυλαχτεί από τις παρεμβάσεις και τις υποκλοπές των -όλο και πιο επικίνδυνων- ¨άλλων¨

Ο Σταγειρήτης όχι μόνο έχει άποψη για την εκστρατεία, αλλά και ξέρει καλά πρόσωπα και πράγματα. Πέρα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που τρέφει για τον ¨πνευματικό του πατέρα¨ ιδιαίτερη εκτίμηση αν όχι αγάπη, τον υπολογίζουν και τον σέβονται πολλοί από τους νεαρούς μακεδόνες στρατηγούς που υπήρξαν κι αυτοί μαθητές του.  Εάν αυτήν τη στιγμή είναι καθοριστικής σημασίας κάποιος να συμβουλέψει τον βασιλιά, έτσι ώστε το Μεγάλο Επίτευγμα να μην συρρικνωθεί σε μια σειρά αιματηρών συγκρούσεων προς άγραν χρυσού και επιβολής, δεν υπάρχει ιδεωδέστερος από τον Αριστοτέλη.

Ο Καλλισθένης θα επιθυμούσε να μιλήσει ο ίδιος με τον Δάσκαλο, όμως ο τραυματισμός του απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να αναλάβω εγώ έναν μεσολαβητικό ρόλο.

Immagine19

Να ‘μαι λοιπόν να πλέω με την πλώρη στραμμένη προς τα λιμάνια του Πειραιά και να αναλογίζομαι πως θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα.

Και… δεν είναι μόνο αυτά… (χαμογελάω). Είναι και η εκδούλευση που έχω υποσχεθεί στον Άρπαλο, καθώς και οι χαιρετισμοί που πρέπει να μεταφέρω από την Θαϊδα στη κυρά – Φρύνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος πέντε: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2017

αρχείο λήψης (3)

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, πέμπτος μονόλογος.

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

απ’ το εξώφυλλο μην κρίνεις το βιβλίο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως.

Κάποιος δε πλήρωσε; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

*

Παιδιά ελάτε εδώ, εδώ ειν’ η Παράγκα

όλα τα τέρατα εδώ

είναι σε προσφορά

υπάρχει εκείνος που τον πρόσβαλαν

υπάρχει εκείνη που την πρόδωσαν

και το μωρό το πεινασμένο

και ο γεροπαράλυτος

και ο μαροκινός

και ο ανθρωποφάγος

και ο τουφεκισμένος, ο κρεμασμένος,  ο στραγγαλισμένος

και ο φανατικός με το μαχαίρι του στο χέρι

όλοι αντάμα μεσ’ το ίδιο το κλουβί.

Πάνω στου λιονταριού το σώμα

πάτα το πόδι

πέτα τα πτώματα στο σκάμμα

την αγωνία και τον ρόγχο φωτογράφισε

κι έπειτα, με τη λίστα, γύρνα σπίτι.

*

Ήπια πολύ. Απ’ όλα καταβρόχθισα.

κι έχω τις τσέπες με λεφτά γεμάτες

Εγώ είναι που δεν πλήρωσα; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

Όταν θα φτάσει ο Κίλερ

θ’ ακούσω το τραγούδι του

μικρά και υγρά τα βήματα

σταγόνες από αίμα στο μαχαίρι

θα πάρω δρόμο,

θα σκαρφαλώσω σ’ ένα τρένο

θα πάω να γίνω χρυσοθήρας

στο Χόλυγουντ θα έχω μια πισίνα

ή ένα κότερο αραγμένο στη μαρίνα

ή θα με βρείτε πεθαμένο σε σουίτα

ή σε κανενός σταθμού

τ’ αποχωρητήρια.

Άθλιος, φουκαράς και βρώμικος

ή Αστραφτερός, Πολυτελής και Μέγας,

ό, τι το αίμα αγγίζει

θα μένει πάντα λερωμένο από αίμα.

*

Μικρή πλακέτα έχω στο λαιμό μου

ασημωμένη

γράφει πότε γεννήθηκα

μα έχει κι άλλο χώρο.

Θέλεις εσύ, μικρέ, να συμπληρώσεις τη γραφή;

Ο Φάντης Κούπα, ο πιτσιρικάς, ειν’ χαραγμένος

 απάνω στη λαβή του μαχαιριού μου

είμαι έτοιμος και μην κοιτάς

που μοιάζει παιδικό το πρόσωπό μου.

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

μην κρίνεις το βιβλίο απ’ το εξώφυλλο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως

*

Πράγμα γυρεύεις; Μια μονάχα στάλα;

Τι τα θες,

δουλειές να κάνεις είναι ωραίο πριν τον θάνατό σου.

Παίρνει μαζί του ο Ραμσής δολάρια στον τάφο

θάβει μαζί του ο εμίρης

νύφες καταψυγμένες

και η μοτοσικλέτα μου στο χώμα θα χωθεί

θα πάει ίσια κάτω ως τον πάτο

με πέρλες στολισμένη

για να πουλήσει ηρωίνη στους διαβόλους

ή

για να διαφθείρει τους αγγέλους

ή

τον κώλο της για να ‘χει να σκουπίσει.

Κρυμμένος είναι πάντα ο ουρανός μου

μαύρα γυαλιά φοράει

και να που τώρα ακούω

να πλησιάζουν βήματα

κι αν κάποιου έφτασε η σειρά

δε θα ‘θελα να είμαι εγώ Θεέ μου.

Θεέ, με τον παρά μου ας μπορούσα

τουλάχιστον το φόβο ν’ αγοράσω.

Εγώ είμαι που δεν πλήρωσα ε, και;

Είστε μήπως Μαντάμ

ο θάνατος;

images (2)

Κρανίο1

Κρανίο2

Κρανίο3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Των Δυτικών το Κάρμα και ο Ηράκλειτος (Occidentali’s Karma)

Posted by vnottas στο 16 Μαΐου, 2017

 images (8)

Προσωπικά με το Γιούρο-πανηγύρι, καμία ή, άντε καλά, πολύ μικρή σχέση. Τόσο μικρή, που μόλις και που πήρε τ’ αφτί μου ότι, ανάμεσα στο διάχυτο νταβαντούρι των ημερών, υπήρχε και ολίγον τι από Ηράκλειτο.

Φυσικά απόρησα. Όχι πολύ. Ξέρω ότι η αποκαλούμενη και ¨δημιουργική φαντασία¨ των σεφ-μαγείρων της μαζικής κουλτούρας όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει, άρα δεν πρόκειται να αφήσει να της γλιτώσουν ούτε οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ούτε καν ο (όπως και να το κάνουμε) στρυφνός και ζόρικος  Εφέσιος. (Πολύ περισσότερο που, απ’ ό, τι μαθαίνω, παλιότερα, τον επίζηλο τίτλο του Γιουροβιζιονικού ¨σούπερ σταρ¨ είχε διεκδικήσει -χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- και ο μέγας Σωκράτης, αυτοπροσώπως).

Αφού λοιπόν στην προκείμενη περίπτωση, το ίδιο ο Βούδας – το ίδιο ο Κούδας, το ίδιο ο Ιησούς – το ίδιο κι ο Ιούδας, γιατί να μη πάρει διακεκριμένη θέση δίπλα στην αξύριστη Κοντσίτα Βούρστελ και μια κάποια ρήση αποσταγμένη από την αρχαία φιλοσοφική αναζήτηση;

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διέκρινα ανάμεσα στα ηλεκτρονικά τάμπα-τούμπα το γνωστό ρηθέν ¨τα πάντα ρέι¨ (με την εράσμια προφορά που χρησιμοποιούν οι δυτικοί) και ως εκ τούτου είπα να σιγουρευτώ ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω τι ακριβώς λέει το ιταλικής προέλευσης άσμα.

Το βρήκα και εξεπλάγην. Και μετά άρχισα να ψάχνω πώς και έτσι. Και εντρύφησα (όσο μπόρεσα) στα πεπραγμένα του πρόσφατου φεστιβάλ πολιτισμικού αυτοχειριασμού.

Η έκπληξή μου οφείλεται στο ότι οι στίχοι του άσματος μου φάνηκαν ψαγμένοι. Επικρατέστερη εκδοχή για αυτή την ανακολουθία (μουσική: λάιτ-ποπ, προορισμός: η ΒούρστελΒίζιον, αλλά στίχοι που μοιάζουν ψαγμένοι, προβληματισμένοι, ειρωνικά καταγγελτικοί) καταλήγω ότι δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά ότι οι Ιταλοί θέλησαν να κάνουν λίγη πλάκα με τους περιφερόμενους Βρυξελιώτες αηδούς (με ήτα).

Και φαίνεται να έχουν τους λόγους τους. Πρώτον, διαθέτουν κι αυτοί ένα ανάλογο, δικό τους, ετήσιο πανηγύρι, που όσο κι αν έχει παρακμάσει σε σχέση με παλιότερες εποχές, εξακολουθεί να κάνει (ανταγωνιστικό) παιχνίδι στις -εξ ίσου ανουσιοποιημένες (με ου) – παγκόσμιες μουσικές αγορές. Δεύτερον, όταν πριν λίγα χρόνια είπαν να πάψουν να σνομπάρουν το φεστιβάλ της Γιούρο και έστειλαν εκεί τρεις νεαρούς τενόρους, παρά το ότι αυτοί ήρθαν πρώτοι στην προτίμηση του κοινού, τους έθαψαν οι κριτικές επιτροπές με τους εκπροσώπους (στην ουσία) των (δισκογραφικών) αγορών.

Έτσι φέτος, αφού πρώτα εξέλεξαν στο Σαν Ρέμο (με δόση αυτοειρωνίας) τον άγνωστο γελαστό χοροπηδητή και την συμπαθή του μαϊμούδα, τους απέστειλαν με μάλλον χλευαστική διάθεση στο Κίεβο.

Υποθέτω ότι ήταν εν γνώσει του ότι με τέτοιους στίχους (σας παραθέτω παρακάτω μια πρόχειρη μετάφραση) δεν είχαν καμία ελπίδα διάκρισης.

Ωστόσο οι εκπλήξεις δε τελειώνουν εδώ. Όλως περιέργως το τραγούδι που βραβεύτηκε τελικά φέτος, δεν είχε καμιά σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Ήταν παραδόξως, ένα έντονα πορτογαλικό (όχι αγγλόφωνο/παγκοσμιοποιητικό), μελωδικό και τρυφερό τραγούδι. Όμως δε ξέρω αν θα το βράβευαν, εάν δε τους έδινε την ευκαιρία (χάρη σε μια λυπηρή συγκυρία που έχει να κάνει με την υγεία του ερμηνευτή) να ξαναπροβάλουν τον  ήδη πολυδιαφημισμένο ¨μη κυβερνητικό ανθρωπισμό¨ τους. (ΑΑΑ Ζητείται Ανθρωπιά εικονική).

images (10)

Ακολουθεί μετάφραση του τραγουδιού.  [Λάβετε υπόψη α) ότι στο πρωτότυπο οι σύντομοι στίχοι είναι επιγραμματικοί, χωρίς κατ’ ανάγκην συντακτική σύνδεση μεταξύ τους και, ενίοτε, με αδύναμες ομοιοκαταληξίες β) το ¨ναμαστέ¨ δεν είναι ¨να ‘μαστε¨ (καλά), αλλά σανσκριτικής (γιογκικής ) προέλευσης επιφώνημα/χαιρετισμός: namah = υποκλίνομαι, te= εσένα γ) Δεν μεταφράζω τις επαναλήψεις της επωδού].

Των Δυτικών το Κάρμα

Να ζει κανείς ή  (σώνει και καλά) πρέπει να ζει;

Του Άμλετ η αμφιβολία

Σύγχρονη όσο ο άνθρωπος ο νεολιθικός

Βολέψου στο κλουβί σου, το δύο επί τρία

Διανοούμενοι σε καφενέ (και)

Διαδικτυολόγοι

 Των ανωνύμων selfιστών μέλη επίλεκτα

Ειν’ η νοημοσύνη ντεμοντέ

(οι) Απαντήσεις εύκολες

(και τα) Διλήμματα ανώφελα

Α Α Α Ζητούνται (ναι, ψάξε)

Ιστορίες με τέλος θεαματικό

Ελπίζοντας (ναι, έλπιζε)

(πως) Ό, τι κι εάν συμβεί, (θα είναι για καλό)

τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

(και ¨χορεύοντας στη βροχή¨)

Επωδός:

Μαθήματα Νιρβάνας

Ειναι κι ο Βούδας στην ουρά

(του κυκλικού χορού)

Για όλους στο προαύλιο μια ώρα 

(κι) από μια ώρα δόξας στον καθένα ,

Alé!

Το πλήθος ένα μάντρα φωνάζει

Η εξέλιξη (σκοντάφτει και) διστάζει 

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

Των Δυτικών το κάρμα

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

*

Βρέχει Chanel σταγόνες

Πάνω σε σώματα  αποστειρωμένα

Απ’ των ομοίων σου τις μυρουδιές, φυλάξου

Με το ιντερνέτ  όλοι (κι όλες) ξερόλες

Κόκα των λαών

Όπιο των φτωχών

*

Α Α Α Ζητείται ανθρωπιά εικονική

Sex appeal

Ό,τι κι αν γίνει, εν τέλει,

Τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

*

Σαν η Ζωή τα χάνει

(Ζωή αφηρημένη)

Οι άνθρωποι εκπίπτουν

Των Δυτικών το Κάρμα

Των Δυτικών το Κάρμα

Η Μαϊμού το λόγο παίρνει

Ναμαστέ αλέ!

Όμμμμ!

images (9)

ΟCCIDENTALI’S KARMA

Essere o dover essere
Il dubbio amletico
Contemporaneo come l’uomo del neolitico
Nella tua gabbia 2×3 mettiti comodo
Intellettuali nei caffè
Internettologi
Soci onorari al gruppo dei selfisti anonimi
L’intelligenza è démodé
Risposte facili
Dilemmi inutili

AAA cercasi storie dal gran finale,
Sperasi
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Piovono gocce di Chanel
Su corpi asettici
Mettiti in salvo dall’odore dei tuoi simili
Tutti tuttologi col web
Coca dei popoli
Oppio dei poveri

AAA cercasi umanità virtuale
Sex appeal
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Quando la vita si distrae
Cadono gli uomini
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia si rialza
Namaste, ale!

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Om

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τέσσερα: Λίζα

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2017

TheSovietMayanPlayingCards33

Η ΛΙΖΑ

Είχε, που λέτε, το χορό της

η Πολυπλοκότητα

κι ήταν παρών κι ο βασιλιάς

ο Χωρίς Σχήμα

κι ήτανε εκεί επίσης κι η βασίλισσα

η Αυτού Μεγαλειότης η Ασυνέπεια.

Τότε κάποιος εκμεταλλεύτηκε το Χάος

και σκότωσε την Διαφορά.

Χωρίς λοιπόν τη Διαφορά και τη Διευκρίνιση

θέλησε να μας κάνει να πιστέψουμε

ότι η Βία

άλλο δεν είναι παρά θέμα Αισθητικής

και πως ένα νεύμα Αγάπης

με ένα μινουέτο εξισούται

ή με μια ρεβερέντζα.

Από μακριά οι φωτογράφοι

τραβούσαν πόζες τολμηρές

σε πριγκιπέσσες και σε πρίγκιπες

που ‘καναν τάχα πως δεν τους αρέσει.

Το λόγο έπαιρναν

από τους Δούκες της Κουλτούρας

οι χειρότεροι

γιατί τους περισσότερο καλούς

τους είχαν πάρει από φόβο.

*

Δεν πρέπει να πεθαίνει πια κανείς

χωρίς μια σοβαρή συζήτηση

ακατασχέτως μιλώντας για τα θύματα

εμείς θα ξανανιώνουμε.

Νέες απαιτήσεις θα ‘χουνε τα σώματα

νέες θα ζητούν φροντίδες

καθώς  θ’ αποσαθρώνεται η ψυχή

τον κομμωτή σου να τον στήνεις, δεν αρμόζει.

.

Δε μου ταιριάζουν τα κακά τα συναισθήματα

ούτε και τα καλά

τα σκέτα συναισθήματα μ’ αρέσουν

τ’ αληθινά

εκείνα που δεν λέγονται.

Εγώ, π’ ακόμη σ’ όλα αυτά πιστεύω

είμαι η βασίλισσα κι η δούλα

που στα τραπέζια ανάμεσα πορεύεται

και σας πουλάει αρώματα

και μέσα από τα χέρια σας περνάει

χωρίς να λερωθεί.

Εγώ είμαι το πλάσμα

που λείπει από τον άθλιο κατάλογο

των τηλε-προγραμμάτων

κι όχι η μπριζόλα που χορεύει

εκείνη που λατρεύουν οι Αμερικάνοι

ούτε του Μπος η κούκλα

εγώ είμαι εκείνη που ερωτεύεται

και από μακριά ακτινοβολεί.

.

Είμαστε μόνοι και είμαστε τρελοί

λύκοι είμαστε στο δόκανο πιασμένοι

που όμως συνεχίζουν την τρεχάλα.

Γέροι με ένα μόνον πόδι

με τα ποδήλατα ερωτοχτυπημένοι

όλα τα κόλπα ξέρουμε

που δίδαξε ο Δράκος ο Μικρός.

 Ο Flannery μας φωνάζει στη βεράντα

και ηχεί του επιλοχία

η φιλαρμονική.

.

Προύχοντες όλοι εσείς των Οθονών

που επιμένετε ν’ αποκαλείτε ¨όνειρα¨

αυτά που ήδη αρχίσατε να χάνετε

αυτά που δε μπορείτε πια να δείτε

κι ό, τι έχει απομείνει από τον κόσμο.

Εγώ ζω

μόνη μου στον πυθμένα του ηφαίστειου

πέτα μου ένα σκοινί ν’ ανέβω

γυμνή θα βγω να σε αποτρελάνω.

Εγώ είμαι η δίψα

εγώ είμαι το νερό

εγώ είμαι ο Άγγελος κι ο Ευαγγελισμός

εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

κι εκεί, στην ακροθαλασσιά, ξυπνώ

γιατί εγώ ξέρω να πετάω στο σκοτάδι.

και θα ‘θελα

σ’ όλους τους τοίχους

να γράψεις τ’ όνομά μου.

Σχεδίασα λοιπόν το πρόσωπό σου

στο μέρος που περισσότερο απ’ όλα

με τρομάζει

κι είναι εκεί που επιστρέφω κάθε νύχτα.

*

Κάτω απ’ την πόλη καίει ένα ηφαίστειο

κάτω απ’ το τατουάζ έχει μια αμμουδιά

πίσω απ’ τον κακότροπο τον άνθρωπο

είναι τα λόγια μας

και πέρα από κάθε αυτοθυσία βρίσκεται

μια σκοτεινή, τυφλή αναμονή

 αυτό μην το ξεχάσεις όταν

στους πρόποδες θα είσαι στου Μνημείου.

Εδώ μπορείτε να αγοράσετε τα κάδρα του Βαν Γκογκ

όσο εκείνος είναι ζωντανός

όταν πεθάνει αφήστε στους εμπόρους

κάθε αποστεωμένο μεγαλείο.

Μην αγαπάτε μόνον τους νεκρούς

τους ζωντανούς σ’ ένα χορό καλέστε.

.

Εγώ είμαι της πόλης το κορίτσι

αλλάζω κέφια κάθε τόσο

αλλά μη με φοβάστε ούτε εμένα

ούτε τις χίλιες δυο φωνές μου.

Άκου με, τραγουδάω, κι ανάμεσα στις νότες

είναι και τ’ όνομά σου.

χαρτί 8

6 Λίζα α τμήμα

7 Λίζα β τμήμα

7 Λίζα γ τμήμα

8 Λιζα δ τμήμα

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Απριλίου ξανθίσματα-Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2017

thessaloniki5α

thessaloniki5δ

thessaloniki5β

thessaloniki5γ

Θα μιλήσει ο Ηλίας Κουτσούκος, συγγραφέας, πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ο (υποφαινόμενος) Βασίλης Νόττας. Θα συντονίσει η φιλόλογος Θεοδώρα Λειψιστινού.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μία έξτρα παράσταση

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2017

β

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Μία έξτρα παράσταση του έργου ¨Η τελευταία διαθήκη¨, (βλέπε εδώ παρακάτω) από την ομάδα ¨Θεάτρου Περιπέτεια¨.

Θα δοθεί την Κυριακή 14 Μαΐου 2017, ώρα 21:00 στο θεατράκι των ¨Παραβατών¨ Αισχύλου 6 Πυλαία. Τηλ. 6938151940

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τρία: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 7 Μαΐου, 2017

images (39)

Ο ΓΙΟΣ

Άκουσε, άκουσε το μπλουζ του φλίπερ

όλοι εκτοξεύτηκαν, μαγεύτηκαν, πετάνε

συγκρούονται, σκουντιούνται

και πάλι ξαναρχίζουν

από το ένα φως μέχρι το άλλο

χωρίς ποτέ να σταματάνε

κι ουρλιάζει η πόλη από τη χαρά της.

Άκουσε, άκουσε τις γλώσσες της Βαβέλ.

.

Το τσίρκο μεσ’ το φλίπερ έχει ανάψει

– πυρκαγιά –

ακούς μουγκρίσματα, σαλπίσματα, κραυγές

και γρατζουνίσματα ηλεκτρικής κιθάρας.

Ωσάν συγχρονισμένες χορωδοί

ανοίγουν οι αλιγάτορες το στόμα

έλα μικρή μου στη σκοποβολή

κάποια ψυχή θα πιάσουμε

έλα μικρέ μαζί μας

και στη πισίνα θα σε πάμε των σειρήνων. 

Είναι αλήθεια, ο κόσμος ειν’ κακός

κι ότι ο κόσμος ειν’ κακός, είναι αλήθεια

μα όχι δα και τόσο πιο πολύ

απ’ ό, τι εμείς.

.

Τι είναι που σου λέει ο μεθυσμένος;

 ότι αντάμωσε έναν κομήτη, λέει,

και πως στον κώλο έχει μια πληγή

από τ’ αστέρια τα πολλά  

που έχει καβαλήσει ως τα τώρα.

Έχει στο μπαρ μία καρέκλα αδειανή

πέθανε ο ποιητής

μα είναι εδώ οι γόπες, το καπέλο, 

και στο ποτήρι πάνω

σημάδι από το σάλιο του.

untitled

Με έναν ύμνο από τη βίβλο την παλαιά

τον άνθρωπο-ποντίκι να τιμήσετε

που απ’ τους οχετούς

κατάφερε να φτιάξει μία θάλασσα

και π’ όλες της ερήμου τις οφθαλμαπάτες

τις ξεδιάλυνε

κι εγώ σου λέω γεια, μικρή γραφίδα.

Sweeney Pompeo, κένταυρε ποιητή

Τσέχε ζυθοποιέ αντίο

αντίο και σε εσέ μικρή απ’ τη Σαρδηνία

όλους σας έχω στην καρδιά μου

μα είν’ το φλίπερ που με σπρώχνει μακριά

μ’ ένα χλευαστικό κουδούνισμα.

Γεια σου Ινδιάνε, γεια σου Lee φαρμακερέ

Κι αν πέθανε ο Δάσκαλος

δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

Sweeney_Agonistes

Μαύρα κοράκια παίζουν μουσική,

ο Βασιλιάς Μελάνης κλαίει

κοντά σε μία νέγρα ηλεκτρική

την drag queen την πιο γοητευτική

την πάπια Ντέζη, τη Λολίτα

εμείς οι ερωτευμένοι καθισμένοι

πετάμε απ’ το ‘να διάστημα στο άλλο

και γελάμε

κι ύστερα χάμω ξαναπέφτουμε

πιότερο ερωτευμένοι από πριν.

.

Έλα Λίζα,

του ερημωμένου μου βασίλειου άνασσα

μια βόλτα στα χορτάρια θα σε πάω

που ανάμεσα στις ράγες ξεφυτρώνουν,

στις σκονισμένους βάτους που

τα τρένα   χαστουκίζουν

εκεί θα σου χαρίσω έναν κρίνο

με πέπλο καλυμμένο

από σκιά και απ’ αιθαλομίχλη.

Ψηλά απ’ τις σιδερένιες γέφυρες

θα βλέπουμε αποκάτω στο κανάλι

ξεράσματα αφρού, κίτρινα απόνερα

και Οφηλίες πλαστικές

από εκεί θα φτάσουμε στη θάλασσα.

.

Καθώς σε έβλεπα να ξεπροβάλεις

μέσα από μια ομίχλης χορωδία 

με το κοντό σου το παλτό

μου κόπηκε η ανάσα.

Τα χείλη σου θα ‘θελα να δαγκώσω

να πιω απ’ την γωνία του ματιού σου

να κλέψω τα μαλλιά σου

ενώ όλα τριγύρω θα εκρήγνυνται

σε μια γιορτή κουδουνιστών θορύβων

από φλίπερ.

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

να που οι δρόμοι οι σκοτεινοί

μας υποδέχονται

και τα παράθυρα τα σφαλιστά

ανάβουνε

ενώ εμείς θα περπατάμε χέρι χέρι.

Είμαστε εμείς  η Πόλη και ο Κόσμος

εμείς μικρά φωτάκια

στου φλίπερ το πολύχρωμο κατάστρωμα.

.

Εσύ που ακονίζεις το μαχαίρι

πρόσεξε

δεν έχω μόνο μια καρδιά, αλλά πολλές

Άκουσε τα τύμπανα και τρέμε

Κατάρα μαύρη σ’ όποιον

τους εραστές χωρίζει.

images (2)

4 Πόλη β Γιος α τμημα

5 Γιος β

5 Γιος βν τμήμα

6 Γιος γ Λίζα α τμήμα γ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μια ακόμη θεατρική παράσταση

Posted by vnottas στο 4 Μαΐου, 2017

θεατρο3 .jpeg

  • Κι επειδή, όπως έχουμε ξαναπεί, τίποτα το καλλιτεχνικότερο από τις προσπάθειες των ερασιτεχνών, να μια ακόμη παράσταση φτιαγμένη με μεράκι και γνήσια αγάπη για τη θεατρική τέχνη. Από την ομάδα ¨Θεάτρου Περιπέτεια¨ «Η τελευταία διαθήκη» με βάση το έργο του Ι. Καμπανέλλη ¨Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού¨. Σκηνοθεσία Ηλίας Λουκάτος,. Παίζουν:  Ελίζα Ισαακίδου, Τάσος Παπαγεωργίου, Ηλίας Λουκάτος, Κλεοπάτρα Μπαμπαράτσα, Άννα Λειβαδιώτου, Δέσποινα Ρετσινά, Χρήστος Δελτσίδης, Αντώνης Κακαμούκας, Σοφία Κασούρη – Νόττα, Κώστας Τζούρτζιας, Αντωνία Φαρμάκη, Μαρία Περμεκενλή. Την  Παρασκευή 5, Σάββατο 6 και Κυριακή 7 Μαίου, ώρα 21:00 στο θέατρο Σοφούλη, Τραπεζούντας 5 (Σοφούλη)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ | Με ετικέτα: | 1 Comment »

Μπλουζ 16. Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Δύο: Η Πόλη

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2017

Η Μπαλάντα της πόλης που πονάει: Μονόλογος δεύτερος

images (5)

.

Η ΠΟΛΗ (ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ)

Να μη φοβάσαι τις πολλές φωνές μου

ανάμεσά τους είναι μια που σε φωνάζει

κόλαση μην τον λες αυτόν τον τόπο

κανένας δε δικάζεται εδωπέρα

είναι η κόλαση που τρέφεται

με ετυμηγορίες

εδώ έχουν άλλα πράγματα, καλύτερα,

να κάνουν οι διαβόλοι.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πόλη που ονειρεύομαι

το μαγαζάκι με τα ντεμοντέ κουμπιά 

και στη βιτρίνα

το σκύλο τον φιλόσοφο.

Σ’ ένα παγκάκι καθισμένοι κάτι γέροι 

κατασκοπεύουνε των γυναικών τα χείλη

μέσα στα  λεωφορεία που περνάνε,

μα και τον Χάρο

που τους κόβει το εισιτήριο

¨νέους¨ να τους αποκαλεί και να γελάει.

.

Η κίνηση φρενήρης στο Υπερμάρκετ

αντιλαλούν καρδιές και καροτσάκια

βραδάκι, δείπνου μυρουδιές και φεγγαρόφως

και η μελαγχολία

μιας νεκροφόρας μαύρης

που στο νεκροτομείο μπαινοβγαίνει 

και τ’ άλλα τα αμάξια την σνομπάρουν.

.

Κορίτσια που σχολνούν απ’ το σχολείο

γελώντας, μοναχά ή σε παρέες

τα μάτια τους παραβαμμένα ίσως

και τονισμένοι οι αναστεναγμοί τους

δεν πάει πολύ που πρωτοερωτευτήκαν

και πάει μόλις λίγο

που τα  αφήσαν μοναχά. 

Τα αγόρια τις κοιτάζουν

άγγελοι τάχα άτονοι, πεσμένοι

γιατί ακόμη αρκετά δεν έχουν ζήσει

πραγματικά για να ‘ναι κουρασμένοι.

Νέοι ονειροπόλοι;

ή μήπως μαριονέτες

απ’ τους fashion καθοδηγητές υπογραμμένες;

Νέοι εξεγερμένοι;

ή μήπως γερασμένοι ηθοποιοί;

όλοι για μια στιγμή ελπίζουν το καλύτερο

κι εγώ μαζί τους.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πιτσαρία η χλωμή της νύχτας

γύρω μοναχικοί κακοποιοί

κοσμο-πουτάνες

νέγρες μικρές γυμνές στο κρύο

ένας ξερνάει ακουμπισμένος σ’ ένα τοίχο

κι άλλος μασάει ξαπλωμένος καταγής.

σα να ‘τανε αρχαίος και ρωμαίος

λάμπει το πεζοδρόμιο

από φτυσιές, σκατά και πενταροδεκάρες.

Εγώ βρίσκομαι μέσα μου – εσώκλειστος

μα βλέπω και γελάω και ακούω:

έντομα μέσα σε παγίδες από φως,

στραβά πετάγματα αλλόκοτων πουλιών,

τ’ ασθενοφόρο που γκαζώνει

τις πόρτες του βροντώντας,

τα σιωπηλά τα κοιμητήρια, τ’ άθλια πάρκα,

τ’ αμάξια τα ξεκοιλιασμένα,

τους κάδους τους καμένους,

τις φλύαρες κεραίες που πιάσανε κουβέντα μεταξύ τους,

τους λάκκους,

του δρόμου τα μπαλώματα

και

δέντρα στραβωμένα,

γεράνια απελπισμένα,

μέσα στα λούκια μουσική,

βήματα σκύλων επάνω στο χαλίκι

και πάνω στους μαρμαρωμένους βασιλιάδες

σκόνη.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

αφορισμένη της ασφάλτου όταν πιάνει η ζέστη

ή χιόνι βρώμικο

που καταπίνει αποτσίγαρα και ίχνη

ή μια μαργαρίτα που φυτρώνει

δίπλα στης υπονόμου το καπάκι

ή ένα τσαμπί σταφύλι

στον Μυστικό τον Κήπο.

.

Εγώ είμαι μια άλλη.

Μέσα μου, άμα λάχει, μπορείς και να χαθείς

μα σαν ξαναβρεθούμε

θα ‘ναι μια μάχη υπέροχη.

Απ’ όλες τις ψευτιές που μας δεσμεύουν

κι από τις αλυσίδες

από μονάχα μια, τουλάχιστον,

ας είσαι λεύτερος:

δεν πρέπει να ελπίζουμε,

μπορούμε,

κάθε στιγμή της μέρας.

images (4)

3 Πόλη α α

3 Πόλη α β

4 Πόλη β δ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 1 Comment »

Blues in sedici – Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μέρος δεύτερο, Μονόλογος ένα: ο Μάντης

Posted by vnottas στο 28 Απρίλιος, 2017

Σήμερα αναρτώ την απόδοση στα ελληνικά του πρώτου μονόλογου του δεύτερου μέρους (secondo movimento) του Blues in sediciΗ μπαλάντα της πόλης που πονάει του Στέφανου Μπέννι.[1] 

Πρόκειται για ακόμη οκτώ ποιητικά κείμενα με τους ίδιους ήρωες του πρώτου μέρους. Αυτή τη φορά μονολογούν με διαφορετική σειρά: προηγείται πάντα ο τυφλός Μάντης και ακολουθούν η Πόλη (οι εποχές), ο Γιος, η Λίζα, η Νεκροκεφαλή, ο Κίλερ, η Μητέρα και, τελευταίος, ο Πατέρας.

Κατά τη μεταφορά στην ελληνική γλώσσα συνάντησα κάποιες δυσκολίες. Τα κείμενα κάνουν δέουσα χρήση της ¨ποιητικής άδειας¨ και συχνά απογειώνονται σε νοηματικές σφαίρες των οποίων οι σημασίες και οι συμβολισμοί είναι γνωστοί μόνο στον συγγραφέα. Για να λύσω το πρόβλημα ακολούθησα το πιο απλό δρόμο: απευθύνθηκα στον ίδιο (διατηρεί έναν ενδιαφέροντα ιστότοπο,  εδώκαι είχα μια ευγενική και κατατοπιστική απάντηση μέσα σε λίγες μέρες (από τη συνεργάτιδά του Viviana Dominici την οποία και ευχαριστώ).

Οι σύνδεσμοι για τους μονολόγους του πρώτου μέρους είναι οι εξής:

 Μπλουζ 1 (Ο τυφλός μάντης), Μπλουζ 2 (Ο Πατέρας), Μπλουζ 3 (Η Μητέρα), Μπλουζ 4 (Ο Γιος), Μπλουζ 5 (Η Λίζα), Μπλουζ 6, (Η Πόλη), Μπλουζ 7 (Ο Κίλερ), Μπλουζ 8(Η Νεκροκεφαλή)

………………………..

[1] Ο ίδιος γράφει το επίθετό του με δύο ¨ν¨ και δεδομένου ότι οι ιταλοί τα διπλά σύμφωνα τα προφέρουν, αποφάσισα να το μεταγράψω κι εγώ στα ελληνικά με δύο ¨ν¨ -αποφεύγοντας έτσι τη σύγχυση με το γελοιογραφικό ¨Μπένυ¨ που κυκλοφορεί τελευταία.

…………………………

images (46)

ΜΠΛΟΥΖ σε Δεκάξι

Δεύτερη Κίνηση

Ο ΜΑΝΤΗΣ

Τις πολλαπλές φωνές εγώ δεν τις φοβάμαι

γιατί έχω μάθει ανάμεσά τους να διακρίνω

εκείνη που μου μοιάζει

κι εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ δεν είναι πως την πόλη την φοβάμαι

μα ξέρω πως μπορεί ν’ αλλάξει σχήμα

σπηλιά να γίνει ή και δάσος μαύρο

και ξέρω ότι θα με κυνηγήσει

ανήλεη και γοργή

σαν λαίλαπα.

Εγώ τα όνειρα δεν τα φοβάμαι

είναι εκείνα όμως

που με προκαλούνε.

*

Είδα στον ύπνο μου

τράπεζες αδειανές και φωτισμένες

όπου, τη νύχτα, κάποιοι παρελαύνουν∙

φέρετρα ξεφορτώνουν πλαστικά

γεμάτα κόκαλα.

Χώρο δεν έχει πια στα κοιμητήρια

και έτσι οι πεθαμένοι

πρέπει να βολευτούν με κάποιο τρόπο

κάτω απ’ το πράσινο χαλί των μοκετών.

Έτσι κάθε πρωί θα περπατάμε

πάνω στα κόκαλα των σκελετών.

Έτσι τα σπόρια βλέπω να πετάγονται

από τα έγκλειστα φυτά

στις εσοχές των τοίχων.

Έτσι θ’ αποκοιμιούνται τα παιδάκια

γεμάτα μ’ ακατάβλητη, τυραννισμένη, ελπίδα.

.

Και κάπως έτσι θα ‘λεγα πως φθείρεται

-και αναπαύεται-

η πόλη αυτή που ενίοτε

λέω πως ειν’ δική μου

αφού ο καθένας απ’ τους άλλους

-κακόβουλα μιλώντας-

την κατηγορεί

έκπληκτος με των άλλων την κακία

ο κάθε πάσχων προσπαθώντας να διαγνώσει

τον πυρετό στων αλλονών τα μάτια.

*

Εγώ γέρος, τυφλός κι αναμενόμενος

βλέπω πάνω στη γέφυρα

δυο αγκαλιασμένους νέους

δεν καθρεφτίζει την εικόνα το νερό

-είν’ μαύρο-

μα ξέρω εγώ πόσο βαθιά είναι τα όνειρά τους

και πόσο πόνο ένα φιλί σε μια στιγμή γιατρεύει.

*

Βλέπω έναν άντρα να  μοντάρει ένα πιστόλι

σιγά σιγά, με ιερή ευλάβεια

κάποιος δεν πλήρωσε και πρέπει να πληρώσει

και είναι αυτό το μόνο πάθος

π’ ακόμα μας ανάβει.

Κρυμμένον βλέπω εκείνον που φοβάται.

*

Βλέπω έναν άντρα να προβάλλει τρέχοντας

πάει προς το βασίλειο του Raiden

κι είναι μια προφητεία που τον κυνηγά

δε θα ‘χει τις αμφιβολίες τ’ Αβραάμ

όμως το αίμα του

θα το υπερασπιστεί.

Ούτε ευτυχία υπάρχει

ούτε αυτοθυσία

θα υπάρξει όμως κάτι που τους μοιάζει.

Κάποιος θα πρέπει να το κάνει, γιε μου

τις προσβολές χρόνων πολλών

για να ξεπλύνει.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δε βλέπω

μα εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

αρχείο λήψης2

1 Μάντης α χ

2 Μάντης β χ

2 Μάντης β χ β

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η ροδακινιά μετά τη μάχη

Posted by vnottas στο 25 Απρίλιος, 2017

(Δύο ακόμη ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου)

writing-quill-with-ink-blot_small

ΩΔΗ ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΡΟΔΑΚΙΝΙΑ

Ροδακινιά που άνθιζες το Μάρτη

και γέμιζε χαμόγελα η αυλή μου

ξεράθηκες ναυάγιου κατάρτι

κατάντησες και χλόμιασε η ψυχή μου.

.

Κλαδιά νεκρά και φύλλα μαραμένα

οι πεταλούδες πια δεν σ’ ακουμπάνε

ούτε πουλάκια κάθονται σ’ εσένα

ακόμα και οι σφήκες προσπερνάνε.

.

Μια αράχνη μόνο πλέκει τον ιστό της

κι αποτυπώνει της σοφίας της το στίγμα

λεπτομερώς δεν λείπει ούτε σίγμα

απ’ τον πικρό ανεξιχνίαστο χρησμό της.

Τα βλέπεις πια στης μοίρας σου το χάρτη

ροδακινιά που άνθιζες τον Μάρτη.

***

Battaglia-di-Waterloo

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

 «…και μόνο

λίγα πόδια και χέρια

ακόμη σπάραζαν κάτω απ’ τα δέντρα…» Μίροσλαβ Χόλουπ

*

Πάνω στην κόκκινη λάσπη

που είχε περάσει το ιππικό

λίγες μόνο μέρες μετά τη μάχη

άρχισε ελαφρά να πρασινίζει.

Τα σπαρμένα δόντια

έγιναν ρίζες θάμνων και δενδρυλλίων

τα θραύσματα οστών

έθρεψαν παπαρούνες

και στα νύχια βλάστησαν ξεράγκαθα.

Οι αφέγγαρες νύχτες

έκρυβαν κάτι

από τη μοναξιά της ήττας

και μόνο του ήλιου το φως έδειχνε

που θα βοσκήσουν τα όρνια.

Ούτε χρυσός ούτε ασήμι

μόνο μπρούτζος από τα βόλια

και των παγουριών ψευδάργυρος

ξεχώριζαν που και που

μέσα στην κόκκινη λάσπη.

Σιγά-σιγά σκεπάζονται όλα από τη βλάστηση

και σε λίγο θα λησμονηθεί εντελώς

ότι εδώ η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο ένατο. Στο βάθος: αι Αθήναι

Posted by vnottas στο 17 Απρίλιος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

212643

Κεφάλαιο όγδοο: Στο βάθος Αθήναι

Είναι μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα, πρωί. Η νηοπομπή έχει πάρει το τριγωνικό σχήμα της αιχμής του βέλους και στοχεύει τη στεριά που έχει φανεί στο βάθος, βορειοδυτικά. Το άσπρο σημάδι πάνω στη κορυφή των βράχων δε μπορεί παρά να είναι ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Η εμφάνισή του σημαίνει ότι ο Ιχθυόφιλος Τριαινοφόρος τους έχει συμπαρασταθεί ως το τέλος και ότι, όπου να ‘ναι, το ταξίδι ολοκληρώνεται αισίως.

Η πρώτη επιτροπή υποδοχής που συναντούν μπαίνοντας στον Σαρωνικό κόλπο είναι μια παρέα γλάροι, ασυντόνιστοι και ατομικιστές, που παίρνουν να στριφογυρίζουν  ανάμεσα στους ιστούς και τα, στραβοφουσκωμένα απ’ το βορειοδυτικό αεράκι,  ιστία. Οι κρωγμοί τους καλύπτουν  για μια στιγμή τους παφλασμούς των κυμάτων πάνω στα σκάφη και το ρυθμικό ήχο των κουπιών που βυθίζονται στα γαλάζια νερά για να βοηθήσουν κι αυτά την πλεύση. Τα κρωξίματα συναγωνίζονται για λίγο, με τρόπο χλευαστικό θα ‘λεγε κανείς, τους ήχους των τυμπανιστών που παροτρύνουν και συντονίζουν τους κωπηλάτες και μετά, οι γλάροι, ο ένας μετά τον άλλο, απομακρύνονται ακολουθώντας ένα κοπάδι σαρδέλες που κατευθύνεται προς τις ακτές της Αίγινας.

Ύστερα από λίγο στρίβουν και τα πλοία για να πάρουν πορεία παράλληλη με την νοτιοδυτική ακτή της Αττικής χερσονήσου.

δ

Ο Οινοκράτης είναι καθισμένος πάνω σε μια κουλούρα καραβίσιο σκοινί και επιθεωρεί την ακτή που παρελαύνει.

«Δεν φαίνεται από εδώ», λέει στον Χοντρόη, «αλλά πίσω από το ναό του Ποσειδώνα βρίσκεται ο τόπος στον οποίο οι Αθηναίοι οφείλουν πολλά, και κυρίως τον στόλο τους».

Ο Πέρσης είναι ακουμπισμένος στην κουπαστή και ατενίζει κι αυτός τη στεριά. «Εστί ουν εκεί δάσος πιπυκνόν και δένδρα υψηλόκορμα;» ρωτάει με θαυμασμό. «Αρέσκομαι των δασών, προποτιμητέα των ερημικών εκτάσεων ταύτα εισίν!»

«Όχι, δεν έχει δάσος. Την ξυλεία για την κατασκευή των σκαφών την παίρνουν  από τα δασωμένα βουνά της Αττικής ή την εισάγουν από αλλού∙ εκεί πίσω έχει κάτι πολυτιμότερο. Εκεί, σε μικρή απόσταση από το ναό, βρίσκονται τα περίφημα δημόσια μεταλλεία του Λαυρίου. Ασήμι και μόλυβδος! Από εκεί προέρχονται οι δημοφιλείς αθηναϊκές δραχμές και από εκεί χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό οι ναυπηγήσεις των πλοίων της Δημοκρατίας.

«Τι ουν εστί ¨δημόσια¨ μεταλλεία;» ξαναρωτάει ο ασιάτης.

«Το ¨δημόσια¨ σε μπερδεύει; Καταλαβαίνω, εσείς δεν έχετε τέτοια. Σε σας τα πάντα ανήκουν σε κάποιον και ο, τι περισσεύει ανήκει στο Μεγάλο Βασιλέα, έτσι δεν είναι; Ή μάλλον δεν το είπα καλά, διορθώνω: Όλα ανήκουν στο Μεγάλο Βασιλέα και αυτός ό, τι του περισσεύει μπορεί να το παραχωρεί στους ιδιώτες». Ο Οινοκράτης χαμογελάει. «Εδώ δεν είναι ακριβώς έτσι. Εδώ ό, τι δεν ανήκει στους ιδιώτες ανήκει σε όλους. Όταν λέμε ¨όλοι¨ εννοούμε βεβαίως τους ελεύθερους πολίτες, οι οποίοι αποτελούν το Δήμο. Ό, τι ανήκει στο Δήμο είναι Δημόσιο. Τα μεταλλεία του Λαυρίου, εκεί πίσω είναι ένα καλό παράδειγμα».

«Και οίτινες εκεί εργάζονται τι θέλει εισίν;» απορεί ο Χοντρόης.

«Στα λατομεία έχει απ’ όλα. Από φτωχούς αλλά ελεύθερους πολίτες που εργάζονται με μισθό, κυρίως ως επόπτες, έως ανελεύθερους που δουλεύουν στις στοές. Από αυτούς τους τελευταίους άλλοι ανήκουν στο δημόσιο και άλλοι σε ιδιώτες που έχουν αναλάβει συγκεκριμένα έργα σε σύμβαση με την πολιτεία. Και οι μεν και οι δε είναι οι πιο τυραννισμένοι δούλοι. Περισσότερο και από τους ερέτες και τους υπ’ ερέτες  στα εμπορικά πλοία, οι οποίοι υποφέρουν μεν αλυσοδεμένοι, αλλά μπορούν τουλάχιστον να χαρούν το φώς της ημέρας».

«Άρα ουκ επ’ αγαθώ τω δημοσίω ανήκειν;».

«Εξαρτάται. Υπάρχουν περιπτώσεις που είναι πολύ καλύτερα να ανήκεις στην κοινότητα παρά σε έναν οποιονδήποτε ιδιώτη. Για παράδειγμα πάρε τους τοξότες -θα τους γνωρίσεις σύντομα, είναι κάτι θεόρατοι ξανθοί Θράκες- που οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν για την επιτήρηση της εφαρμογής των νόμων και των κανόνων στο κέντρο της πόλης. Αυτοί, ανάμεσα στα άλλα προνόμια που έχουν, οπλοφορούν κιόλας (με αυτά τα ¨δόλια όπλα¨, όπως αποκαλούν τα τόξα οι Δωριείς κύριοί μου). Πρέπει να ξέρεις ότι η οπλοφορία είναι απαγορευμένη, όχι μόνο στους δούλους αλλά και στους απελεύθερους και, συχνά, ακόμη και στους μέτοικους, οι οποίοι μπορούν μερικές φορές να φέρουν όπλα, αλλά μόνον κατ’ εξαίρεση και με ειδική άδεια. Βέβαια σε περίπτωση που η πόλη βρίσκεται σε θανάσιμη απειλή, όπως όταν είχαν εισβάλει οι δικοί σας, τότε τα όπλα δίνονται σε όλους».

minoan_410_310_8

Ο Χοντρόης έχει ένα σωρό απορίες,  και ο Οινοκράτης ανασύρει από το παρελθόν τις γνώσεις και τις εμπειρίες του από τη γη των Αθηναίων και του απαντάει ευχαρίστως.

«Αι λευκαί εν ταις παπαραλίαις γραμμαί τινί τρόπω γεγόνασιν;»

«Τι στην ευχή, δενς έχεις ξαναδεί αλυκές; Αλλά έχεις δίκιο, εσείς το αλάτι το βγάζετε από τη γή, ως ορυκτό, και μετά το πουλάτε πανάκριβο. Ποιο ακριβό κι από τα ινδικά καρυκεύματα… Εμείς εδώ το βγάζουμε από τη θάλασσα. Όμως, αν μείνουμε αρκετά εδώ, θα έχεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις ότι το ¨αττικόν άλας¨ δεν είναι μόνο ευχάριστο στη γεύση, αλλά κάνει καλό και στο πνεύμα…»

Ο Χοντρόης τον κοιτάζει ερωτηματικά.

«Άσε» λέει ο Οινοκράτης «κάθε πράγμα στην ώρα του». Ύστερα συνεχίζει τη ξενάγηση: «Οι δύο πύργοι που βλέπεις πίσω από τις αλυκές ανήκουν στο ναό του Απόλλωνα Ζωστήρα,  σε λίγο θα δούμε και το μεγάλο άγαλμα του Απόλλωνα που είναι στημένο ανάμεσά τους. Τώρα που τους κοιτάμε, σίγουρα μας παρατηρούν κι αυτοί, δηλαδή οι ιερείς που εδρεύουν εκεί, γιατί εκτός των άλλων, δουλειά τους είναι να επιτηρούν τη κίνηση στο Σαρωνικό.

Τις ξέρες μπροστά από ναό τις βλέπεις; Ξέρεις τι λένε οι Αθηναίοι γι αυτές; Λένε ότι ο στόλος του Μεγάλου Βασιλιά σας, ύστερα από την ήττα στη Σαλαμίνα, είχε τέτοιο φόβο που νόμιζε ότι τα βράχια ήταν αθηναϊκά πλοία που τους κυνηγούσαν…»

scan0033

Έχει μεσημεριάσει, τα πλοία πλέουν ανεμπόδιστα και οι κωπηλάτες με τη βοήθεια του αυλητή έχουν  πιάσει ένα παλιό θαλασσινό τραγούδι.

Ο Οινοκράτης δείχνει τα στρογγυλά υψώματα στο βάθος, «Αυτό το καταπράσινο βουνό που άρχισε να υψώνεται στα δεξιά μας το λένε Υμηττό. Όταν θα είμαστε στο Άστυ, θα βλέπουμε τον ήλιο να ανατέλλει από την κορυφή του. Εκείνο εκεί το κτίσμα που ξεχωρίζει στην ακτή είναι ένα από τα πιο παλιά θέατρα της Αττικής. Είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο και ανήκει στο δήμο του Ευωνύμου. Ξέρεις τι είναι τα θέατρα, έτσι δεν είναι;»

«Ο ημέτερος τέως κύριος, ο εξ Ελλάδος, ο παπάσχων το άλγος του νόστου, σφόδρα τα επεπεθύμει»

«Το πιστεύω και τον κατανοώ. Τέλος πάντων, αφού φτάσαμε ως εδώ σημαίνει ότι όπου να ‘ναι θα είμαστε στο Φάληρο, τον παλιό λιμάνι της Αθήνας. Αλλά απ’ ότι ξέρω δε θα αποβιβαστούμε εκεί. Οι Αθηναίοι έχουν ειδοποιηθεί για την άφιξή μας και μια επιτροπή θα μας περιμένει στο λιμάνι της Ζέας, ένα από τα λιμάνια του Πειραιά.  Αλλά για κοίταξε προς τα εκεί…»

Ο Οινοκράτης δείχνει προς τα βορειοδυτικά. «Τα βλέπεις τα υψώματα που διαγράφονται στο βάθος; Ε, ναι, το τριγωνικό είναι ο λόφος του Λυκαβηττού,  το άλλο, πιο αριστερά, είναι ο Λόφος των Μουσών, αλλά οι λάμψεις που βλέπεις στη κορυφή του προέρχονται από τον Παρθενώνα που βρίσκεται πάνω στην Ακρόπολη, ακριβώς από πίσω.

Ο Χοντρόης γυρίζει προς τα κει και προσπαθεί να διακρίνει τον περίφημο ναό της παρθένου Αθηνάς.

«Καλά, μη ξελαιμιαστείς κιόλας», του λέει ο Οινοκράτης «Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σε πάω να τον δεις από κοντά».

Το σκέφτεται για λίγο και μετά προσθέτει:

 «Και όχι μόνον εκεί. Θα τα εξερευνήσουμε για τα καλά τα αθηναϊκά πεδία οι δυο μας Χοντρόη. Έχουμε να διαλευκάνουμε πολλών λογιών μυστήρια: εκείνα που θα μας αναθέσουν και άλλα, που μας τα φόρτωσε η ζωή. Μη με κοιτάς με ανησυχία όταν λέω ¨μας¨, εμένα εννοώ, αλλά να είσαι σίγουρος ότι όλα τα κουβάρια θα τα ξεμπλέξουμε.  Εσύ αρκεί να είσαι εν τάξει με τον φίλο σου τον Οινοκράτη κι όλα θα πάνε κατ’ ευχή. Να δεις που τελικά η Αθήνα θα σου αρέσει. Ε, τι λες αείκυκλε και πεπεριστρεφόμενε;» ρωτάει ο Οινοκράτης και γελάει. «Συμφωνείς;»

«Μετ’ επιπιτάσεως!», συμφωνεί ο Χοντρόης… και ανησυχεί: «Εξεφράσθην ορθώς;»

«Η ¨επίταση[1]¨ πάει μια χαρά, και η ¨πρόταση¨ και η ¨κατάστασ稻, απαντά ο Οινοκράτης καθώς ο νους του σκαλώνει στους όρους ανάλυσης της θεατρικού δράματος με την οποία είχε ασχοληθεί για κάποιο διάστημα κατά το απώτερο νεανικό συρακούσιο παρελθόν του. «Αρκεί, ευτραφέστατε, να αποφύγουμε την ¨καταστροφή¨».

****

[1] επίτασις: ένα από τα πέντε μέρη στα οποία αναλύεται η πλοκή του κλασσικού αρχαίου δράματος: Πρόλογος, πρόταση, επίταση, κατάσταση, καταστροφή ή λύση. Οι Συρακούσες θεωρούνται πόλη πρωταρχικού ενδιαφέροντος για όποιον ασχολείται με την ιστορία του Θεάτρου αλλά και της Ρητορικής

88dd190597615cb4264c0b8a76a336b1

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Γουλιέλμος Τέλος και τ’ ανοιξιάτικα αγριολούλουδα

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2017

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος – και μια που σήμερα είναι Μία τ’ Απρίλη, Νίκο χρόνια πολλά)

Γουλιέλμος-Τέλος

ΑΣ ΗΤΑΝ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Μπροστά πηγαίνει με το τόξο επ’ ώμου

αγέρωχος ο Γουλιέλμος Τέλος

πίσω του ακολουθεί περιχαρής

ο μικρούλης γιος του

με κομμάτια μήλου

στα ξανθά του μαλλιά.

Από δω κι από κει

στον κεντρικό δρόμο

τους παρακολουθούν έντρομοι

ψυχαναλυτές, ζωγράφοι, ποιητές

έτοιμοι να τους κατασπαράξουν

μόλις συνέλθουν από το ξάφνιασμα.

Τ’ απρόοπτα κατά κανόνα

άλλους τους αιφνιδιάζουν

κι άλλους τους εκστασιάζουν.

Δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά βέβαια

αν αντί μήλου, ο στόχος

ήταν πορτοκάλι, πρέπει να πούμε.

flowers-2082494__340

ΟΠΩΣ ΤΟΤΕ

Με λουλούδια ανοιξιάτικα

θα σου κεντήσω τη μνήμη

και μ’ ήχους φτερουγίσματος

θα ξαναγυρίσω από παλιά

για να γεμίσω τη μοναξιά σου

γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσας μπλε.

Θα ξαναπερνάω κάτω απ’ το παράθυρό σου

κι εσύ πίσω από τις κουρτίνες

θα κλαις όπως όταν σου κέντησα τη μνήμη

με λουλούδια ανοιξιάτικα.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εν τάξει, είναι παλιό, αλλά έχει γούστο

Posted by vnottas στο 31 Μαρτίου, 2017

 

John-Travolta

Πω πω πω ένας Τραβόλτα.  Για να το δείτε στο Κάντε κλικ εδώ

Έχει και μια εκδοχή με τον Jean-Claude Van Damme  (στο πιο αεράτο!) εδώ

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »