Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄. Κεφάλαιο έβδομο. Σήμερα δικάζουμε! (Ι)

Posted by vnottas στο 14 Δεκέμβριος, 2017

 Κύλικες και Δόρατα. 

Κεφάλαιο  έβδομο: Σήμερα δικάζουμε! (Ι)

Τα κατάφεραν. Όλα καλά. Ο Οινοκράτης ο Φιλήμονας και ο Χοντρόης, βρίσκονται μέσα στο Περιστύλιο, κοντά στην ανατολική του στοά, σε σημείο όπου προβλέπουν ότι θα υπάρχει σίγουρη σκιά μέχρι και το μεσημέρι.

image009

Στο μεγάλο εσωτερικό αίθριο του οικοδομήματος έχουν τοποθετηθεί ξύλινα καθίσματα για τους δικαστές∙ πάνω από είκοσι σειρές των τριάντα θέσεων, τα οποία έχουν πλέον σχεδόν γεμίσει. Πολλοί έχουν κουβαλήσει φορητά σκιάδια, που είναι ακόμη κλειστά, ενώ σε ένα τμήμα των πρώτων σειρών, το οποίο προορίζεται για τους επίσημους που θα παρακολουθήσουν τη δίκη, τα καθίσματα διαθέτουν σταθερά σκίαστρα καθώς και ψάθινα επιστρώματα πάνω στα έδρανα. Εκεί έχει ήδη φτάσει ο Εύελπις μαζί με τον πατέρα του, τον Ευρύνου.

Ο χώρος για τους καθήμενους δικαστές περιβάλλεται με ένα χοντρό σκοινί στηριγμένο πάνω σε φορητούς μεταλλικούς ορθοστάτες. Έτσι, ανάμεσα στο σκοινί και τις στοές που οριοθετούν τον τετράγωνο χώρο, δημιουργείται ο ¨περίβολος¨, όπου επιτρέπεται να σταθεί το (εκτός των επισήμων) κοινό της δίκης.

Ο Οινοκράτης κοιτάζει με προσοχή ανάμεσα στους πολυπληθείς ένορκους και καταφέρνει να εντοπίσει τον Παλαμήδη. Ωραία. Ο βετεράνος πολεμιστής πρέπει να είναι ικανοποιημένος: τελικά τα κατάφερε να εκλεγεί δικαστής στην σημαντική αυτή δική.

Τώρα, στην υπερυψωμένη έδρα παίρνουν τις θέσεις τους, τα μέλη του προεδρείου. Όχι όλοι. Εκτός από τον υπεύθυνο Άρχοντα, από τους δέκα που έχουν εκλεγεί δια κλήρου (ένας από κάθε φυλή), στην έδρα ανεβαίνουν πέντε. Ένας από αυτούς θα επιτηρεί την κλεψύδρα που βρίσκεται εκεί μπροστά για να μετράει τον χρόνο των ομιλητών, ένας θα εκτελεί χρέη γραμματέα, ενώ τρεις θα αναλάβουν την μέτρηση των ψήφων στις ψηφοφορίες που θα διεξαχθούν Οι υπόλοιποι, που δεν ανεβαίνουν στην έδρα, θα φροντίσουν, μαζί με τους αρμόδιους λογιστές, για τη μισθοδοσία των δικαστών.

Δίπλα στο τραπέζι του προεδρείου υπάρχει ένα μικρότερο, πάνω στο οποίο βρίσκονται τυλιγμένοι πάπυροι και περγαμηνές. Πρόκειται για έγκυρα αντίγραφα από νόμους, ψηφίσματα και κείμενα συμβάσεων, τα οποία οι ρήτορες έχουν ζητήσει να μεταφερθούν εδώ από τα διάφορα αρχεία της Πόλης, έτσι ώστε, εάν χρειαστεί, να ζητήσουν να διαβαστούν δημόσια, προκειμένου να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Ο γραμματέας είναι επιφορτισμένος να τα αναγνώσει όταν πάρει τη σχετική εντολή από τον πρόεδρο.

 Ο θόρυβος του πλήθους κοπάζει, καθώς με εντολή του προεδρεύοντος αρμόδιου Άρχοντα, ένας κήρυκας ανακοινώνει την έναρξη της δίκης:

«Γραφή παρανόμων: Αισχίνης του Ατρομήτου, Κοθωκίδης, κατά Κτησιφώντος του Λεωσθένους εξ Αναφλύστου. Τμήμα της Ηλιαίας αποτελούμενο από πεντακοσίους συν έναν δικαστές. Ας επαληθευθεί ο αριθμός των παρόντων και ας συμπληρωθούν τυχόν ελλείψεις δια των αναπληρωτών». 

Οι δικαστές του προεδρείου εκτελούν την απαρίθμηση και την αναπλήρωση μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Ο Προεδρεύων δίνει εντολή στον κήρυκα να διαβάσει την ¨Γραφή¨ που υπέβαλε ο Κοθωκίδης ρήτορας.

*

images (11)

Στο βήμα βρίσκεται τώρα ο Αισχίνης.

«Θα είδατε πιστεύω συμπολίτες Αθηναίοι με τι ραδιουργίες και με τι παρακαλετά στην αγορά, προσπαθούν οι αντίδικοι να τα καταφέρουν, έτσι ώστε να μην τηρείται ούτε το δίκαιο ούτε η νομιμότητα σ’ αυτήν την πόλη. Εγώ όμως παρουσιάζομαι μπροστά  σας, πιστός στους Θεούς, πιστός στους νόμους και πιστός σε εσάς. Γιατί πιστεύω ότι καμία ραδιουργία δεν είναι ισχυρότερη για σας από το δίκαιο και από τους νόμους.

Όμως, συμπολίτες Αθηναίοι, δε σας κρύβω ότι θα επιθυμούσα,  τόσο η βουλή, όσο και οι συνελεύσεις του λαού, όταν συνεδριάζουν, να διευθύνονται με σωστό τρόπο από τους προεδρεύοντες. Θέλω να πω ότι θα πρέπει να ισχύουν τα όσα νομοθέτησε ο Σόλων σχετικά με τη διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα θα πρέπει να δίνεται ο λόγος στους γηραιότερους, οι οποίοι με την ψυχραιμία που τους εξασφαλίζει η ηλικία, χωρίς θορύβους και φωνασκίες, θα συμβουλεύουν την πόλη εκείνα που η πολύχρονη πείρα τους θεωρεί τα καλύτερα. Ύστερα θα μπορεί όποιος από τους πολίτες το επιθυμεί, με τη σειρά που επιβάλει η ηλικία, να εκφράζει τη γνώμη του για όλα τα επίμαχα θέματα. Νομίζω πως με αυτόν τον τρόπο η πόλη θα διοικείται άριστα και οι κρίσεις θα μας πλήττουν σπανιότερα».

«Πολύ νοσταλγικό τον βρίσκω», ψιθυρίζει ο Φιλήμονας στο αυτί του Οινοκράτη.

«Περίμενε να δούμε που το πάει…», του απαντάει εκείνος.

«Όμως από τότε που όλα αυτά καταργήθηκαν» συνεχίζει ο ρήτορας, «και από τότε που μερικοί προτείνουν με ευκολία και μάλιστα εγγράφως, παράνομα ψηφίσματα, φτάσαμε στο σημείο κάποιοι άλλοι, οι οποίοι έλαχε να προεδρεύουν όχι με δίκαιο τρόπο αλλά χάρη στην συνεργία των φατριών, να υποβάλουν τα παράνομα αυτά ψηφίσματα σε ψηφοφορία. 

Και μάλιστα, σε περίπτωση που τυχαίνει να κληρωθεί κάποιος, ο οποίος να προεδρεύει νόμιμα και χωρίς ραδιουργίες και που να ανακηρύσσει σωστά τις αποφάσεις σας, τότε εκείνοι που θεωρούν ότι η δημοκρατική ισότητα αφορά μόνον τους ίδιους και όχι όλους, αρχίζουν να τον φοβερίζουν και να απειλούν ότι θα κινηθούν δικαστικά. Έτσι, μέσω του εκφοβισμού, καταφέρνουν να υποδουλώνουν τους απλούς πολίτες στη θέλησή τους και, αποκτώντας παράνομη εξουσία, καταργούν τις νόμιμες αποφάσεις και κρίνουν με εμπάθεια τα δικά σας ψηφίσματα!

Λέω λοιπόν ότι από τότε που καταργήθηκαν οι παλιές καλές διαδικασίες, δεν ακούμε πια στην αρχή των συνεδριάσεων τον κήρυκα να εκφωνεί εκείνο το ωραιότατο και φρονιμότατο: ¨Ποιος από τους πάνω από πενήντα ετών θέλει να ανεβεί στο βήμα και να αγορεύσει; Και μετά οι νεότεροι, πάντα κατά τη σειρά της ηλικίας τους;¨ Σήμερα δυστυχώς κανείς δε μπορεί να συγκρατήσει την αταξία των ρητόρων: ούτε οι νόμοι, ούτε οι πρυτάνεις, ούτε οι πρόεδροι, ούτε ολόκληρη η προεδρεύουσα φυλή, κι ας αποτελεί το ένα δέκατο της πόλης».

«Μου φαίνεται πως έχεις δίκιο», παραδέχεται ο Οινοκράτης απευθυνόμενος στον Φιλήμονα. «Ποντάρει στους παλιούς Αθηναίους, εκείνους που έχουν ακόμη αναμνήσεις από την αλλοτινή αθηναϊκή κοινωνία, τότε που κανείς δε τολμούσε να πειράξει ή να αναπροσαρμόσει τη νομοθεσία του Σόλωνα».

«Αλλά του διαφεύγει ότι οι νεαροί σκύλοι έχουν αρχίσει να γαυγίζουν» παρατηρεί ο Φιλήμονας. «Αν και δεν νομίζω ότι, προς το παρόν, δαγκώνουν», σπεύδει να συμπληρώσει.

«Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα», συνεχίζει ο ρήτορας, «και αφού η πολιτική αταξία είναι αυτή που μπορείτε να δείτε από μόνοι σας, τι απομένει από τη δημοκρατική εξουσία; Ένα μόνο: το να μπορεί κανείς να καταγγείλει όσα παράνομα συμβαίνουν. Εάν το καταργήσετε κι αυτό, ή αν συγχωρήσετε αυτούς που θέλουν να το καταργήσουν, προβλέπω ότι σε λίγο, χωρίς να το αισθανθείτε, θα έχετε παραχωρήσει την εξουσία της δημοκρατίας σε λίγους φύλαρχους.

Όμως, ξέρετε καλά πολίτες Αθηναίοι ότι -όλα κι όλα- τα είδη των κυβερνήσεων σε μια πολιτεία ζωντανών ανθρώπων, είναι τρία: η απόλυτη μοναρχία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία. Από αυτά, η απόλυτη μοναρχία και η ολιγαρχία διοικούνται σύμφωνα με τη διάθεση των προϊστάμενων αρχόντων, οι δε δημοκρατικές πόλεις σύμφωνα με τους νόμους.

Κανένας λοιπόν από εσάς δεν πρέπει να αγνοεί, αντίθετα καθένας ας γνωρίζει σαφώς, ότι όταν πηγαίνει στο δικαστήριο για να δικάσει κάποιον που συνέταξε παράνομο ψήφισμα, την ημέρα εκείνη, στην ουσία, ψηφίζει σχετικά με την ίδια του την ελευθερία.

Γι αυτό και ο νομοθέτης, πριν από όλα τα άλλα, στον όρκο των δικαστών έγραψε αυτά τα λόγια: ¨Θα ψηφίζω σύμφωνα με τους νόμους¨. Γιατί ο νομοθέτης ήξερε καλά ότι εάν διατηρηθούν οι νόμοι υπέρ της πόλεως, σώζεται και η δημοκρατία. Εσείς όλα αυτά πρέπει να τα θυμάστε καλά και να μισείτε όσους γράφουν παράνομα ψηφίσματα. Και να μη θεωρείτε πως οποιοδήποτε από αυτά τα ψηφίσματα είναι δευτερεύον, αντίθετα καθένα ενδέχεται  να έχει τεράστιες επιπτώσεις.

Και να μην αφήνετε κανένα να σας στερεί το δικαίωμα της ελεύθερης ψήφου. Ούτε καν τους στρατηγούς με την συνέργεια των οποίων, ήδη εδώ και καιρό, ορισμένοι ρήτορες διαφθείρουν τους νόμους της δημοκρατίας. Και να μην ακούτε τις παρακλήσεις και τα κολακευτικά λόγια των ξένων επισήμων που προέρχονται από τις συμμαχικές πόλεις, τους οποίους κάποιοι χρησιμοποιούν σαν μεσάζοντες και έτσι καταφέρνουν, ενώ κυβερνάνε την πολιτεία με παράνομο τρόπο να αποφεύγουν την καταδίκη των δικαστηρίων»

«Τι εννοεί;», ρωτάει σιγανά ο συγγραφέας.

«Εννοεί ότι μερικοί άρχοντες έχουν καταλάβει ότι περισσότερο κι από το να είναι τίμιοι, σήμερα δυστυχώς, μετράει το να νομίζουν οι άλλοι πως είναι τίμιοι. Και να μην το είχαν καταλάβει υπάρχουν πια πολλοί σοφιστές που τους το υποδεικνύουν. Για να το πετύχουν, βάζουν κάποιους φίλους τους από άλλες πόλεις, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται εδώ, να λένε δημοσίως θετικά λόγια γι αυτούς. Όταν λοιπόν πρέπει να λογοδοτήσουν, γιατί το απαιτεί ο νόμος, φροντίζουν να έχουν μαζέψει τέτοιες καλές μαρτυρίες, καθώς και άλλους δημόσιους επαίνους, όπως αυτός που ζητάει ο Κτησιφώντας για τον Δημοσθένη, έτσι ώστε το κλίμα να είναι θετικό και να την σκαπουλάρουν ανώδυνα. Να δεις ότι εάν συνεχίσουμε έτσι, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον η πραγματικότητα θα καταργηθεί και θα μετρούν μονάχα οι εντυπώσεις. Και αυτό θα το διδάσκουν ακόμη και στις φιλοσοφικές σχολές! Αλλά πρόσεξε τον Αισχίνη. Υποθέτω ότι όλα αυτά θα τα εξηγήσει αναλυτικά και ο ίδιος».

«Συμπολίτες, αν θέλετε να κάνετε σχόλια, πηγαίνετε τουλάχιστον στην άκρη, κάτω από τη στοά, γιατί εδώ ενοχλείτε», παρατηρεί κάποιος εκεί δίπλα.

Πράγματι ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης οπισθοχωρούν κάπως προς την πλησιέστερη περιμετρική στοά, όπου έχουν κάνει την εμφάνισή τους και ορισμένοι πωλητές δροσιστικών ροφημάτων με τις υδρίες τους, ενώ ο Φιλήμονας παραμένει στη θέση του και εξακολουθεί να κρατάει επιμελώς σημειώσεις.

https-userscontent2.emaze.comimages99007113-5898-4a7c-ae05-db0ec57eeece930807d8201cff88dfe57b73d9d5323f

Ο Αισχίνης συνεχίζει την αγόρευσή του…

«Νομίζω πως αρκετά είπα για την κατηγορία γενικά. Τώρα θα ήθελα να πω μερικά λόγια για τους νόμους που παραβιάστηκαν από τον Κτησιφώντα. Τους νόμους που αφορούν εκείνους που έχοντας αναλάβει κάποιο δημόσιο έργο ή αρχή, πρέπει να λογοδοτήσουν σχετικά μετά τη λήξη της θητείας τους.

Παλιότερα λοιπόν, κάποιοι άρχοντες που αναλάμβαναν μεγάλα αξιώματα και διαχειρίζονταν τα χρήματα του δημοσίου, αλλά ήσαν παράλληλα και επιρρεπείς σε δωροδοκίες,  τι έκαναν; Πολύ πριν τελειώσει η θητεία τους έπαιρναν με το μέρος τους μερικούς ρήτορες της βουλής, οι οποίοι φρόντιζαν να τους απονεμηθούν τιμητικά ψηφίσματα και έπαινοι. Έτσι λοιπόν δημιουργούσαν ένα ευνοϊκό για τους ίδιους κλίμα που απέτρεπε όσους θα ήθελαν να τους κατηγορήσουν, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε αμηχανία στους δικαστές.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, πολλοί υπόλογοι διαχειριστές των δημόσιων αρχών και του δημόσιου χρήματος, ακόμη και αν τους έπιαναν επ’ αυτοφώρω να κλέβουν, κατάφερναν να γλυτώσουν από τα δικαστήρια.

Γιατί; Διότι οι δικαστές θεωρούσαν ντροπή για τον Δήμο και την Πόλη να καταδικάσουν άρα να ανακηρύξουν επισήμως κλέφτη κάποιον που μόλις πριν λίγο, ο ίδιος ο Δήμος και η ίδια Πόλη, είχαν τιμήσει με επαίνους ή και με χρυσό στεφάνι. Αναγκάζονταν λοιπόν οι δικαστές να ψηφίζουν αθωωτικά για να μη ντροπιάσουν τον Δήμο.

Όμως κάποτε ο νομοθέτης αντιλήφθηκε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και θέσπισε νόμο που απαγορεύει αυστηρά να τιμώνται πριν την λήξη της θητείας τους όσοι είναι υπόχρεοι λογοδοσίας.

Παρά ταύτα έχουν ήδη επινοηθεί δικαιολογίες για να παρακαμφθεί και αυτή η ρύθμιση.  Κάποιοι, και ανάμεσά τους μπορεί να βρίσκονται και μετριοπαθείς πολίτες φαινομενικά υπεράνω υποψίας, προτείνουν να εγκρίνονται οι δημόσιοι έπαινοι, αλλά να απονέμονται επισήμως μετά τον απολογισμό των πεπραγμένων.

Αλλά τι δείχνει μια τέτοια πρόταση; Μάλλον ότι αυτός που προτείνει ένα τέτοιο ψήφισμα, ξέρει και ο ίδιος ότι βρίσκεται εκτός των πλαισίων του ισχύοντος νόμου και ότι μάλλον δεν αισθάνεται και τόσο άνετα με την πρότασή του .

Όμως ο Κτησιφώντας, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν επικαλείται καν τη δικαιολογία που μόλις ανέφερα. Θέλει, σώνει και καλά να στεφανωθεί ο Δημοσθένης πριν δώσει λόγο για την διαχείρισή του όσο ακόμη ήταν άρχοντας!»

Ο Φιλήμονας αντικαθιστά τη γραμμένη -φίσκα- πινακίδα με μια άλλη, λευκή, που βγάζει από τον σάκο του.

images (77)

 «…¨Ναι, εντάξει¨, θα πει κάποιος», λέει τώρα ο ρήτορας, «¨αλλά ο Δημοσθένης έχει δημοκρατικά φρονήματα!¨.

Εάν βέβαια εστιάσετε στα ωραία του λόγια θα εξαπατηθείτε, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα επαναληφθεί εάν δώσετε προτεραιότητα στην Αλήθεια και εάν προσέξετε τον χαρακτήρα του.

Σας προτείνω λοιπόν το εξής: Εγώ, με τη βοήθειά σας θα εξετάσω ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ο δημοκρατικός και συνετός άνδρας και ποια είναι, αντίθετα, τα κύρια γνωρίσματα του ολιγαρχικού κακού ανθρώπου. Εσείς, στη συνέχεια αποφανθείτε με ποια μοιάζουν, όχι τα λόγια, αλλά οι πράξεις και ο πραγματικός βίος του Δημοσθένη».

«Για να δούμε, τι θα πει…!» λέει στον Χοντρόη ο Οινοκράτης, ο οποίος ενόψει της χειραφέτησής του ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς αξιολογούνται οι συμπεριφορές στον θαυμαστό κόσμο των ελεύθερων.

«Ο δημοκρατικός άνδρας, κύριοι δικαστές, όπως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσετε, θα πρέπει να έχει τα παρακάτω προσόντα: 

Πρώτα πρέπει να είναι ελεύθερος από πατέρα και από μάνα, έτσι ώστε να μην αντιπαθεί τους νόμους που στηρίζουν την δημοκρατία μόνον και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθεί από μη ελεύθερους γονείς.

Δεύτερο, πρέπει οι πρόγονοί του να έχουν ασχοληθεί με τον δήμο ή, τουλάχιστον, να μην έχουν λόγο να τον εχθρεύονται. Κι αυτό για να είναι σίγουρο ότι δε θα επιχειρήσει να κάνει κακό στην Πόλη θέλοντας να εκδικηθεί για όσα τυχόν έπαθαν οι πρόγονοί του.

Τρίτο, πρέπει να είναι μυαλωμένος και μετρημένος άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή και να μη δωροδοκείται προκειμένου να ικανοποιήσει τις τυχόν ακόλαστες επιθυμίες του.

Τέταρτο, να είναι καλόγνωμος και ικανός ρήτορας, δηλαδή η σκέψη του να επιλέγει το καλύτερο για την πόλη και η ευφράδειά του να πείθει τους ακροατές. Εάν δεν τα έχει και τα δύο τότε η στοχαστικότητα είναι προτιμότερη από τη ρητορική ικανότητα.

Πέμπτο, να είναι γενναιόψυχος για να μην εγκαταλείπει τον λαό στις κρίσιμες περιπτώσεις και τους κινδύνους.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ολιγαρχικού;

Τα ακριβώς αντίθετα. Δε βλέπω το λόγο να τα ξαναπώ.

Σκεφτείτε λοιπόν ποια απ’ αυτά διαθέτει ο Δημοσθένης. Και η εξέτασή σας ας είναι πάντοτε δίκαιη».

«Και όμως αγαπητέ μου Χοντρόη», σχολιάζει ο Οινοκράτης, «όλοι ξέρουν ότι ο πατέρας του Αισχίνη ήταν ένας εγγράμματος δούλος. Άρα δε μας τα λέει και πολύ καλά. Κρίμα, γιατί μου είναι συμπαθής κυρίως επειδή έχει βιώματα σαν τα δικά μας. Και επίσης επειδή αυτός και ο πατέρας του κατάφεραν να ξανακερδίσουν τη ζωή τους. Ας μη ξεχνάμε πως εδώ στην Αθήνα αυτό είναι εφικτό ορισμένες φορές. Αλλά ας μη ξεχνάμε κιόλας, και ας μην απαρνιόμαστε αυτό που υπήρξαμε: καταπιεσμένοι δούλοι!»

*

αρχείο λήψηςσ

Ο ήλιος έχει σηκωθεί ψηλά και η ζέστη έχει αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης έχουν επιστρέψει κοντά στον Συρακούσιο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος εξακολουθεί να ακούει και να γράφει, και στις δύο όψεις των λευκοβαμμένων λεπτών σανιδιών του.

«Φιλήμονα, ο Αισχίνης όπου να’ ναι τελειώνει, μετά θα πάρει το λόγο ο Κτησιφώντας, αλλά απ’ ότι λέγεται στον γύρο, όχι για πολύ. Σκοπεύει να δώσει το χρόνο του στον συνήγορό του  τον Δημοσθένη. Ο Πρόεδρος σίγουρα θα κάνει ενδιάμεσα ένα διάλειμμα για να πάρουν μια ανάσα και για να φάνε κάτι οι δικαστές. Οι περισσότεροι έχουν φέρει μαζί τους τροφή, εμείς όμως όχι. Οπότε θα  έλεγα να βγούμε και να τσιμπήσουμε κάτι, πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος στα κυλικεία της περιοχής. Έτσι επιστρέφουμε έγκαιρα για να ακούσουμε τον Δημοσθένη».

«Εγώ, αν δε σε πειράζει, προτιμώ να μείνω εδώ. Η όλη ιστορία μου φαίνεται ενδιαφέρουσα και δεν θέλω να χάσω καμία φάση».

«Εντάξει, μείνε. Θα σου φέρουμε εμείς καμιά πίτα. Κι εσύ θα μας πεις ό, τι το ενδιαφέρον θα συμβεί εν τω μεταξύ».

«Φέρτε και καμιά φιάλη[1]  ζύθο»

«Έγινε».

Καθώς οι δύο απομακρύνονται, ο Αισχίνης στο βήμα συνεχίζει την αγόρευσή του.

«…Πώς όμως θα μπορούσατε να αποφύγετε τέτοιους παραπλανητικούς λόγους; Νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω μια σχετική πρόταση: Όταν θα έλθει εδώ στο βήμα ο Κτησιφώντας για να σας διαβάσει το λόγο που άλλος του έχει γράψει, ζητήστε του, με τρόπο ήρεμο, να πάρει την πινακίδα και να διαβάσει, παράλληλα με το ψήφισμά του, και τους ισχύοντες νόμους. Και αν δεν σας ακούσει να μην τον ακούσετε κι εσείς. Γιατί δεν ήλθατε στο δικαστήριο για να ακούτε τις δικαιολογίες των κατηγορούμενων, αλλά αυτούς που θέλουν να απολογηθούν σύμφωνα με τους νόμους.

Εάν πάλι ο Κτησιφώντας, παραβιάζοντας τις διαδικασίες καλέσει για συνήγορο τον Δημοσθένη, προς θεού μην δεχτείτε ως υπερασπιστή έναν σοφιστή, που θεωρεί πως με τα σοφίσματά του μπορεί να καταργήσει τους νόμους. Και ας μη νομίσει κανένας από εσάς ότι είναι δα καμιά σπουδαία πράξη -όταν ο Κτησιφώντας θελήσει να καλέσει τον Δημοσθένη για συνήγορο- να αρχίσει  να φωνάζει ¨κάλεσέ τον, κάλεσέ τον¨.  Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση ο δικαστής που θα καλέσει τον Δημοσθένη να καταθέσει, στην ουσία τον καλεί να ρητορεύσει εναντίον του ίδιου, εναντίον όλου του δικαστηρίου, εναντίον των νόμων και εναντίον της δημοκρατίας.

Εάν όμως, παρά ταύτα θελήσετε να ακούσετε τον Δημοσθένη, διατάξτε τον τουλάχιστον να απολογηθεί με τον ίδιο τρόπο που έκανα και εγώ στην κατηγορία μου».

***

8374527

Όταν ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης επιστρέφουν στο Τετράγωνο Περιστύλιο φέρνοντας τις πίτες και τον ζύθο που είχαν υποσχεθεί στον Φιλήμονα, το διάλειμμα των εργασιών της Ηλιαίας τελειώνει και οι δικαστές έχουν αρχίσει να ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους.

Ο Φιλήμονας κοιτάζει τις σημειώσεις του και τους ενημερώνει:

«Λοιπόν, περιληπτικά -αναλυτικά ελπίζω πως θα τα πούμε αργότερα- τα πράγματα έχουν ως εξής:

Όπως είδατε κι εσείς, για τα δύο πρώτα σημεία της κατηγορίας, (παράνομη βράβευση πριν τη λογοδοσία και παράνομη απονομή στο θέατρο αντί για το βουλευτήριο) ο Αισχίνης επικαλέστηκε τους ισχύοντες νόμους, τους οποίους και ζήτησε να διαβαστούν από τον γραμματέα. Επίσης αναφέρθηκε σε πολλούς πραγματικά άξιους Αθηναίους που ούτε αξιώθηκαν ούτε ζήτησαν ποτέ τέτοιες τιμές.

Όσο αφορά στο τρίτο σκέλος των κατηγοριών, δηλαδή εκείνες που αφορούν τον ίδιο τον Δημοσθένη, και κατά πόσο το ήθος και η συμπεριφορά του αιτιολογούν το αίτημα για δημόσιο έπαινο, εδώ προσπάθησε να είναι αναλυτικός και διεξοδικός. Βασικά, εκείνο που ισχυρίστηκε είναι πως ο Παιανέας είναι κάθαρμα, τόσο στην ιδιωτική, όσο και στην δημόσια ζωή του.

Σχετικά με την ιδιωτική του ζωή έκανε αναφορά στην κακή του συμπεριφορά απέναντι σε κάποιους Αθηναίους που δεν τους γνωρίζω, αλλά που σημείωσα εδώ τα ονόματά τους: Έναν Δημομέλη, μάλλον ξάδελφό του, τον οποίο ο Παιανέας κατηγόρησε ότι του είχε επιτεθεί και τον είχε τραυματίσει, αλλά τελικά, απ’ ό, τι είπε ο Αισχίνης, επρόκειτο μάλλον για αυτοτραυματισμό. Επίσης ανέφερε έναν στρατηγό ονόματι Κηφισόδοτο… ξέρεις εσύ τίποτα γι αυτόν Οινοκράτη;»

«Νομίζω ότι ήταν ένας κολλητός του, με τον οποίο όχι μόνο είχε φάει και πιει μαζί, αλλά είχε και συμπολεμήσει. Λένε ότι ο Δημοσθένης δεν δίστασε να αναλάβει το ρόλο του κατηγόρου όταν υπήρξε ¨εισαγγελία[2]¨ εναντίον του στρατηγού. Εισαγγελία που κατέληξε σε καταδίκη σε θάνατο! Δεν ξέρω άλλα».

«Ανάφερε και κάποιο Μειδία, ίσως να τον έχεις ακουστά».

«Ξέρω ότι είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Πριν καμιά τριανταριά χρόνια και!  Ο Μειδίας ήταν πλούσιος και ισχυρός και, δε ξέρω για ποιο λόγο, γρονθοκόπησε τον Δημοσθένη στο θέατρο. Ο Δημοσθένης όμως δε κινήθηκε εν τέλει δικαστικά εναντίον του, παρά το ότι είχε την υποστήριξη του Δήμου, αλλά αρκέστηκε να του πάρει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό».

«Στη συνέχεια, σχετικά με  το δημόσιο βίο, είπε τα περισσότερα∙ χώρισε μάλιστα τον πολιτική ζωή του Δημοσθένη σε τέσσερεις περιόδους, για να την αναλύσει καλύτερα: Τον κατηγόρησε ότι στον ¨Ιερό πόλεμο¨ δωροδοκήθηκε από τους Φωκείς, ότι στη μάχη της Χαιρώνειας το έβαλε στα πόδια, ή τουλάχιστον ότι κάποιοι τον κατηγόρησαν τότε ως λιποτάκτη, ότι συνηθίζει να οικειοποιείται τα επιτεύγματα των άλλων πολιτικών, καθώς και ότι ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι είναι άξιος δημοκρατικός άνδρας. Α, ναι και ότι η μάνα του είναι από τη Σκυθία, επομένως δεν μπορεί να τιμηθεί σαν να ήταν πλήρης και απολύτως γηγενής πολίτης. Στο τέλος πρότεινε να ψηφιστεί νόμος που να απαγορεύει να αγορεύουν όσους κατηγορούνται πως εισηγήθηκαν παράνομα ψηφίσματα, γιατί υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης των δικαστών. Νομίζω πως αυτά είναι τα βασικά. Α, και κάτι που μου έκανε εντύπωση γιατί το βρίσκω κατάλληλο για αξιοποίηση στο έργο που θα συγγράψω: ο Αισχίνης χαρακτήρισε τον Δημοσθένη γκαντέμη!».

«Γκαντέμη;»

«Βάσκανο, γρουσούζη, πώς το λέτε εσείς εδώ πέρα; Η θεά Τύχη τον αγνοεί. Έχει, λέει, την έμφυτη τάση να προκαλεί συμφορές γύρω του!»

«Εντάξει, κατάλαβα. Ο Κτησιφώντας μίλησε ήδη;»

«Ναι, για πολύ λίγο. Είπε πως το ψήφισμά του είναι καλοπροαίρετο, άρα ο ίδιος είναι αθώος και πως αφήνει τον χρόνο που δικαιούται στον συνήγορό του, που, φυσικά, είναι ο Δημοσθένης. Μετά ο προεδρεύων άρχοντας κήρυξε την προσωρινή μεσημβρινή παύση των εργασιών».

«Το κοινό πως αντιδρά;»

«Αν εννοείς τους δικαστές, φροντίζουν να δείχνουν αρκετή ψυχραιμία και σοβαρότητα, αλλά κατά βάθος υπάρχει ένταση και είναι αισθητή. Είναι φανερό ότι υπάρχουν προσκείμενοι και αντικείμενοι ήδη πεισμένοι. Όσο για μας τους υπόλοιπους, μέχρι στιγμής κανένας δε θέλησε να δοκιμάσει τη ράβδο των φρουρών, καθώς θα τον απομάκρυναν βίαια σε περίπτωση που θα ανακατευόταν στη διαδικασία».

«Ας δούμε λοιπόν τι θα μας πει κι ο Παιανέας», λέει αναστενάζοντας με επιδεικτική ανεκτικότητα ο Οινοκράτης.

(συνεχίζεται)

d1c03-70

…………….

[1] Ποτήρι

[2] Εισαγγελία: μήνυση που οι πολίτες μπορούσαν να καταθέσουν  στη Βουλή ή την εκκλησία του δήμου όταν επρόκειτο για προφανή αδικήματα για τα οποία όμως δεν υπήρχε σαφής πρόβλεψη ούτε για το όργανο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση, ούτε για το ποιοι νόμοι περιγράφουν την σχετική διαδικασία. Για παράδειγμα, αδικήματα όπως η προδοσία της πατρίδας ή η κατάλυση της δημοκρατίας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

24 πιστά Στρατιωτάκια

Posted by vnottas στο 10 Δεκέμβριος, 2017

του Ηλία Κουτσούκου (5 Δεκεμβρίου 2017)

image-huge

Αν το σκεφτείς πόσο χρήσιμα είναι

βολικά πάντα μαζί σου

για όλες τις ώρες.

.

Δεν κοιμούνται

έχουν διαρκή ετοιμότητα

ζωηρά ή τεμπέλικα –ανάλογα τη διάθεση σου –

ή ακόμα και βίαια

θυμωμένα

ίσως εξαιτίας του συναισθήματος, δηλαδή ίσως

κάτι ενοχλητικό που τα πείραξε στο κεφάλι σου.

.

Λες λάμπουν φως κάποιες φορές

μαθαίνουν γρήγορα άλλα γράμματα

νικώντας την αμάθεια που τα υποσκάπτει αιώνες.

Ξεσκεπάζουν λόγιους γρίφους

όμως πάντα σε επιφυλακή

– πίσω έχει η αχλάδα την ουρά –

.

Ρωτούν αινιγματικά

σωπαίνουν όταν χρειάζεται

ταλαιπωρούν τη ξυλεία των μολυβιών

υπομένουν στη στειρότητα των σκέψεων

φέγγουν όμως στις εμπνεύσεις

χωρίς περιστροφές

ψάχνουν πάντα για το ανείπωτο.

.

Ωσαννά λέγεται η μοναδική τους αποκάλυψη.

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο έκτο: Περιμένοντας τη δίκη

Posted by vnottas στο 21 Νοέμβριος, 2017

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Ζ.

Κεφάλαιο 6ο Περιμένοντας τους δικαστές

 

Agora-Athens

Κεντρική Αγορά των Αθηναίων. Χαράματα. Η μέρα προοιωνίζεται ανέφελη και ζεστή, αν και ακόμη κυριαρχεί μια ευχάριστη πρωινή δροσιά.  Ο ήλιος δεν έχει ακόμα ξεπροβάλει για τα καλά πάνω από τον Υμηττό∙ είναι η ώρα της ροδοδάκτυλης Ηούς.  

Να που καταφτάνουν οι καταστηματάρχες και  οι προμηθευτές με τα καρότσια και τα κάρα τους. Το πλάτωμα της Αγοράς βρίθει από πάγκους, μαγαζιά, αποθήκες, στοές,   ναούς, αγάλματα και μνημειακά δημόσια κτίρια. Σιγά σιγά, καθώς ο ήλιος παίρνει ν’ ανυψώνεται ροδαλός κι ελπιδοφόρος, ο τόπος ζωντανεύει.  

Στη βορεινή πλευρά υπάρχει ήδη μαζεμένος πολύς κόσμος. Εδώ βρίσκεται το Τετράγωνο Περιστύλιο, ένας μεγάλος νεόδμητος χώρος, αφιερωμένος στην Θέμιδα. Το κτίσμα είναι περίκλειστο, σχηματίζοντας τέσσερεις ανοιχτές περίπλευρες στοές που ¨βλέπουν¨ προς το εσωτερικό, όπου υπάρχει ένας μεγάλος ασκεπής χώρος συνελεύσεων. Η επικοινωνία με την εξωτερική πλατεία γίνεται μέσω δέκα πυλών. Μία για κάθε φυλή.

Σήμερα είναι μια από τις ημέρες που το ημερολόγιο επιτρέπει τη διεξαγωγή δικών[1] και, εκτός από τις συνήθεις ιδιωτικές υποθέσεις, εκδικάζεται και μια ¨γραφή παρανόμων¨, η οποία έχει ήδη προκαλέσει το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι πως πολλοί Αθηναίοι έχουν σπεύσει προκειμένου να δηλώσουν έτοιμοι να αναλάβουν το λειτούργημα των δικαστών. Υπάρχουν και άλλοι, πολίτες και μη, που ήρθαν εδώ νωρίς για να βρουν μια καλή θέση, από την οποία να μπορέσουν να παρακολουθήσουν με άνεση την προβλεπόμενη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο από τους πιο γνωστούς και ικανούς Αθηναίους ρήτορες: τον Δημοσθένη και τον Αισχίνη.

Ανάμεσά τους ο Οινοκράτης, που έχει πάνω από έναν λόγο να ενδιαφέρεται για τις πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα, ο Χοντρόης ο οποίος μαθαίνει πώς λειτουργεί αυτή η αξιοπερίεργη πόλη της εξωτικής Δύσης και ο Φιλήμονας, που έχει σκοπό να κρατήσει σημειώσεις από την διεξαγωγή της δίκης, προκειμένου  να τις χρησιμοποιήσει στη συγγραφή του προσεχούς (διασκεδαστικού) θεατρικού του έργου.

Ένας από τους Αθηναίους που περιμένουν στην ουρά μπροστά σε μια από τις δέκα πύλες, (σύμφωνα με την αναρτημένη πινακίδα, προορίζεται για την Λεοντίδα φυλή) τους αναγνωρίζει και τους κάνει νεύμα από μακριά.  Τον πλησιάζουν.

«Φίλτατε Παλαμήδη, υγίαινε», του λέει ο Οινοκράτης, ενώ και οι δύο άλλοι γέρνουν μπροστά τα κεφάλια σε ένδειξη φιλικού χαιρετισμού.

«Χαίρε Οινοκράτη, χαίρε Χοντρόη…»

«Αυτός εδώ είναι ένας παλιός φίλος μου από τις Συρακούσες. Τον λένε Φιλήμονα και γράφει κωμωδίες για το θέατρο», συστήνει ο Οινοκράτης τον έτερο Συρακούσιο.

Ο Παλαμήδης δηλώνει ότι χαίρεται για τη γνωριμία κι ότι ένα από εκείνα που του έλειψαν πολύ στην εκστρατεία ήταν ακριβώς μια επιμελημένη θεατρική παράσταση.

«Ήρθες για να δικάσεις;» τον ρωτάει ο Οινοκράτης.

Ο Παλαμήδης βγάζει από το θυλάκιο και του δείχνει μια μικρή ξύλινη πινακίδα, όπου αναγράφεται το όνομα, το  πατρώνυμο και ο Δήμος στον οποίο ανήκει.

«Ναι, ιδού το πινάκιό μου… αλλά βλέπω ότι υπάρχει καθυστέρηση. Όχι πως έχει πολλές δίκες σήμερα, -άλλωστε μέσα υπάρχουν συσκευές που διευκολύνουν τις διαδικασίες κλήρωσης. Εκείνο που μάλλον παίρνει χρόνο είναι η ορκωμοσία όσων δηλώνουν ότι επιθυμούν να δικάσουν για πρώτη φορά.

Παλιότερα είχαμε προκαταρκτική κλήρωση του συνολικού σώματος των δικαστών, και ορκιζόταν όλη η Ηλιαία μαζί, στην αρχή του χρόνου.   Δηλαδή και οι έξι χιλιάδες μαζί με τους αναπληρωματικούς. Τώρα άλλαξε το σύστημα. Κάθε πολίτης πάνω από τα τριάντα μπορεί να πάρει μέρος σε δίκη ως δικαστής. Όμως, όποιος δεν έχει ορκιστεί άλλη φορά στο παρελθόν, και επομένως δεν κατέχει το εγκεκριμένο πινάκιο-ταυτότητα, πρέπει να ορκιστεί επί τόπου. Αυτό φοβάμαι πως θα μας κάνει να περιμένουμε κάμποσο. Κι αν αργήσουμε εμείς, θα αργήσουν να ανοίξουν και οι πύλες για το κοινό!»

«Δεν το παρακάνουν όμως με τους όρκους οι Αθηναίοι;» παρατηρεί, όχι χωρίς κάποια σκωπτική διάθεση, ο Φιλήμονας. «Θα έλεγε κανείς πως παραείναι θρήσκοι, αφού κάθε τόσο επικαλούνται τους θεούς. Αλλά πώς συμβιβάζεται αυτό με τις φήμες που τους κατηγορούν ότι όχι μόνον ανέχονται, αλλά και αγαπούν τους φιλοσόφους, οι οποίοι τους Θεούς δεν κάνουν άλλο παρά να τους αμφισβητούν;»

«Οι φήμες είναι φήμες αγαπητέ Συρακούσιε», ¨τσιμπάει¨ ο Παλαμήδης. «Εδώ στην Αθήνα πράγματι οι φιλόσοφοι μπορούν να σκέπτονται και να λένε ό, τι θέλουν, γι αυτό και μας προτιμούν και μας επισκέπτονται. Αλλά εάν τα βάλουν με τους Θεούς αντιμετωπίζουν τόσες δυσκολίες, όσες σε  οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη. Υπάρχουν παραδείγματα.

Όσο για τους δημόσιους όρκους δεν νομίζω πως είναι πολλοί. Στην ουσία είναι μόνον τρεις:

Στην αρχή είναι ο όρκος των εφήβων, όταν τελειώνουμε την διετή εκπαίδευση στα όπλα και πρόκειται να γίνουμε πλήρεις πολίτες: ¨ουκ καταισχύνω τα όπλα¨ και τα παρόμοια.

Στο τέλος, και μόνον εφόσον τα καταφέρουμε να φτάσουμε στο αξίωμα των ηγετών, δίνουμε τον όρκο των δέκα αρχόντων: στην ουσία ορκιζόμαστε ότι θα φυλάξουμε τους νόμους και ότι δε θα δωροδοκήσουμε ούτε θα δωροδοκηθούμε κατά τη διάρκεια της θητείας μας.

Ενδιάμεσα, δίνουμε αυτόν εδώ τον όρκο των δικαστών. Όλοι, από τους θήτες μέχρι τους αριστοκράτες, μπορούμε να δικάσουμε αρκεί να ορκιστούμε ότι θα είμαστε αμερόληπτοι: ¨Ψηφιούμαι κατά τους νόμους¨ και ¨ακροάζομαι του τε κατηγόρου και του απολογουμένου ομοίως αμφοίν¨… Α, ναι: ορκιζόμαστε και πως δεν θα επιτρέψουμε επ’ ουδενί να τρωθεί το δημοκρατικό καθεστώς της Αθήνας[2] και, για να τα λέμε όλα, υπάρχουν στον όρκο και κάτι άλλες υποχρεώσεις που προστέθηκαν πρόσφατα και που δεν υπήρχαν στους νόμους του Σόλωνα[3]».

Στο σημείο αυτό ο Παλαμήδης στρέφει την προσοχή του προς το τραπέζι που είναι τοποθετημένο κάτω από την πύλη, από όπου φαίνεται πως του κάνουν νόημα να πλησιάσει.

«Με συγχωρείτε φίλοι μου, νομίζω πως ήρθε η σειρά μου. Ελπίζω να κληρωθώ στην εκδίκαση της ¨γραφής παρανόμων¨ και όχι στη δίκη κανενός κλεφτοκοτά! Πάντως χαίρομαι που θα ξαναπάρω τη δικαστική βακτηρία. Τα λέμε…»

Τους αποχαιρετά υψώνοντας το χέρι που κρατάει το πινάκιο και απομακρύνεται προς την είσοδο.

«Για κοίτα ο Παλαμήδης! Νομίζω πως περισσότερο από το θέατρο πρέπει να έχει πεθυμήσει τα δικαστήρια», σχολιάζει ο Οινοκράτης.

«Τι μου θυμίζεις εσύ όμως!» λέει ο Φιλήμονας.

«Τι

«Αθάνατο Αριστοφάνη, φυσικά!»

«Για λέγε».

«Λοιπόν: Σφήκες. Μιλάει ο Bδελυκλέωνας:».

«Πάμε

Ο Φιλήμονας υποκλίνεται και αρχίζει:

«Θα πρέπει τώρα να σας πω  τ’ αφέντη μου το  ψώνιο:

στης Ηλιαίας τ’ έδρανα τ’ αρέσει να συχνάζει

μπροστά μπροστά να κάθεται∙

και βαριαναστενάζει

όταν δε βγαίνει δικαστής από την κληρωτίδα∙

μένει τη νύχτα άγρυπνος

μα κι αν κλείσει τα βλέφαρα

ο νους του στην κλεψύδρα

θα φτερουγίζει συνεχώς

κι όταν από τη κλίνη του σηκώνεται ορθός

τα δάχτυλά του είναι κλειστά

να, έτσι-

σαν να κρατούν την ψήφο

τόσο που λες τι να ‘παθε απόψε ο φτωχός;

Αγκύλωση; Ή από λιβάνι μια χεριά

πάει στο βωμό να κάψει

 λες κι έχουμε πρωτομηνιά;[4]»

«Μεγάλος!» αναφωνεί ο Οινοκράτης

«Μέγιστος!» υπερ(πε)θεματίζει ο Χοντρόης.

images (22)

***

[1] Υπήρχαν όντως πολλές ημέρες που δεν ετελούντο δίκες στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ, είτε λόγω εορτών και άλλων δημόσιων εκδηλώσεων είτε επειδή συνεδρίαζαν την ημέρα εκείνη η εκκλησία του δήμου ή άλλα πολυπληθή όργανα της δημοκρατίας

[2] Ο όρκος των Αθηναίων δικαστών έχει ως εξής (Εκδοχή που ανάγεται στην περίοδο του μυθιστορήματος: τέλη 4ου αιώνα π.Χ.):

«Θα δικάζω (ψηφίζω) σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου της Αθήνας και της Βουλής των Πεντακοσίων. Δεν θα ψηφίσω για την εγκαθίδρυση τυραννίδας ή ολιγαρχίας και, εάν κάποιος επιχειρεί την κατάλυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, προτείνει η θέτει σε ψηφοφορία μέτρο που συγκρούεται με τη δημοκρατία, δεν θα τον ακολουθήσω. Δεν θα ψηφίσω για την απόσβεση των ιδιωτικών χρεών, ούτε για την αναδιανομή της γης των Αθηναίων και των οικιών τους. Δεν θα επαναφέρω τους καταδικασμένους σε εξορία, ούτε τους καταδικασθέντες σε θάνατο, ούτε θα απελάσω από την πόλη τους διαμένοντες ξένους αντίθετα με τους ισχύοντες νόμους και τα ψηφίσματα του Δήμου των Αθηναίων και της Βουλής, ούτε εγώ ο ίδιος ούτε θα επιτρέψω σε άλλον. Δεν θα αφήσω να οριστεί άρχων κάποιος που δεν έχει ακόμη λογοδοτήσει για την άσκηση άλλου αξιώματος, είτε αυτός είναι ένας από τους εννέα άρχοντες, είτε ιερομνήμων ή άλλος άρχων που κληρώνεται την ίδια μέρα με τους εννέα άρχοντες, ή κήρυκας, ή μέλος πρεσβείας ή συμβουλίου. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να ασκήσει δυο φορές το ίδιο αξίωμα, ούτε να ασκήσει δύο αξιώματα μέσα στο ίδιο έτος. Δεν θα δωροδοκηθώ λόγω της δικαστικής μου ιδιότητας, ούτε εγώ προσωπικά, ούτε άλλος ή άλλη για λογαριασμό και εν γνώσει μου κατ’ ουδένα τρόπο και με κανένα πρόσχημα. Έχω συμπληρώσει την ηλικία των τριάντα ετών. θα ακούσω και τον κατήγορο και τον κατηγορούμενο εξί­σου και τους δύο, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το ζήτημα το οποίο αφορά η δίωξη. Ορκίζομαι στο όνομα του Δία, του Ποσειδώνα, της Δήμητρας. Συμφορά σε μένα και την οικογένειά μου αν παραβώ τις δεσμεύσεις αυτές, κάθε καλό αν τηρήσω τον όρκο».

Επιμέλεια της μετάφρασης από την Εταιρεία Ιστορίας του Δικαίου. ¨Πηγές Ιστορίας του Δικαίου¨, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2008.

***

Ψηφιοῦμαι κατά τούς νόμους καί τά ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καί τῆς βουλῆς τῶν πεντακοσίων. καί τύραννον οὐ ψηφιοῦμαι εἶναι οὐδ’ ὀλιγαρχίαν οὐδ’ ἐάν τίς καταλύῃ τόν δῆμον τόν Ἀθηναίων ἤ λέγῃ ἤ ἐπιψηφίζῃ παρά ταῦτα, οὐ πείσομαι· οὐδέ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπάς οὐδέ γῆς ἀναδασμόν τῆς Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν οὐδέ τους φεύγοντας κατάξω, οὐδέ ὧν θάνατος κατέγνωσται, οὐδέ τους μένοντας ἐξελῶ παρά τούς νόμους τούς κειμένους καί τά ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καί τῆς βουλῆς οὐτ’ αὐτός ἐγώ οὐτ’ ἄλλον οὐδένα ἐάσω. οὐδ’ ἀρχήν καταστήσω ὥστ’ ἄρχειν ὑπεύθυνον ὄντα ἑτέρας ἀρχῆς, καί τῶν ἐννέα ἀρχόντων καί τοῦ ἱερομνήμονος καί ὅσοι μετά τῶν ἐννέα ἀρχόντων κυαμεύονται ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, καί κήρυκος καί πρεσβείας καί συνέδρων οὐδέ δίς τήν αὐτήν ἀρχήν τόν αὐτίν ἄνδρα, οὐδέ δύο ἀρχάς ἄρξαι τόν αὐτόν ἐν τῷ αὐτῷ ἐνιαυτῷ. οὐδέ δῶρα δέξομαι τῆς ἡλιάσεως ἕνεκα οὔτ’ αὐτός ἐγώ οὔτ’ ἄλλος ἐμοί οὔτ’ ἄλλη εἰδότος ἐμοῦ, οὔτε τέχνη οὔτε μηχανή οὐδεμιά. καί γέγονα οὐκ ἔλαττον ἤ τριάκοντα ἔτη. καί ἀκροάσομαι τοῦ τε κατηγόρου καί τοῦ ἀπολογουμένου ὁμοίως ἀμφοῖν, καί διαψηφιοῦμαι περί αὐτοῦ οὗ ἄν ἤ δίωξις ᾖ. ἐπομνύναι Δία, Ποσειδώ, Δήμητρα, καί ἐπαρᾶσθαι ἐξώλειαν ἑαυτῷ καί οἰκίᾳ τῇ ἑαυτοῦ, εἰ τι τούτων παραβαίνοι, εὐορκοῦντι δέ πολλά κἀγαθά εἶναι.

[3] Πρόκειται για τα εδάφια του όρκου που αναφέρονται στην απαγόρευση έγκρισης αποφάσεων υπέρ των αναδασμών γης και υπέρ της κατάργησης των ιδιωτικών χρεών, που προστέθηκαν στον όρκο μετά το 333 π.Χ.

[4] Αριστοφάνης,  Σφήκαι, & 87-96, σε ελεύθερη απόδοση.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα βιβλίο για τον Νίκο

Posted by vnottas στο 20 Νοέμβριος, 2017

Ένα βιβλίο για τον Νίκο Μοσχοβάκο από τον Θεοδόση Πυλαρινό (Μόλις κυκλοφόρησε. Εκδόσεις Κουκκίδα)

Εικόνα

Εικόνα (2η)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Τηλέμαχος Χυτήρης: Ημερολόγιο μιας επιστροφής. Παρουσίαση

Posted by vnottas στο 10 Νοέμβριος, 2017

ΧΥΤΗΡΗΣ3 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΧΥΤΗΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. ¨Κύλικες και Δόρατα¨ Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Όπου ο Αισχίνης λέει τα δικά του.

Posted by vnottas στο 5 Νοέμβριος, 2017

Κεφάλαιο 5ο:  Συνάντηση με τον Αισχίνη.

(αφηγείται ο Εύελπις)

Aeschines_bust

Ο Αισχίνης βρίσκεται στον οίκο του Ευρύνου στο Λυκαβηττό, στο γραφείο που μου έχει παραχωρήσει ο πατέρας μου.  Ζήτησε να με δει επειγόντως και διακριτικά, αλλά του παράγγειλα ότι μπορεί να έρθει εδώ, και ότι δεν υπάρχει λόγος για μυστικότητες. Κάθεται λοιπόν σε μια πολυθρόνα απέναντί μου και με κοιτάζει με ένταση.

«Δεν είναι δική μου δουλειά αγαπητέ Αισχίνη», του λέω, «να υπαγορέψω τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες των Αθηναίων ηγετών. Ούτε βέβαια ενός ικανού ρήτορα και καλού γνώστη της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής, όπως εσύ. Αφού όμως με επισκέφτηκες και εφόσον μου λες πως σε ενδιαφέρει η γνώμη μου, θα σου την πω: Πιστεύω ότι πριν προχωρήσεις τις δικαστικές πρωτοβουλίες σου, ίσως θα έπρεπε να λάβεις περισσότερο υπ’ όψιν το γενικότερο κλίμα.

Εγώ ναι, ενδιαφέρομαι οι σχέσεις ανάμεσα στην ηγεσία της πανελλήνιας εκστρατείας και τις Αρχές της  αθηναϊκής δημοκρατίας να είναι καλές και απρόσκοπτες. Και μπορούμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, η κατάσταση δεν είναι κακή. Ο άρχοντας Φωκίωνας που έχει σήμερα την ευθύνη της πόλης έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, από την πλευρά του, αν και βρίσκεται σε μια πρωτοφανή εξόρμηση, απ’ την οποία δεν λείπουν οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι, φροντίζει να προωθεί τα στοιχεία εκείνα που εκφράζουν το σύνολο των Ελλήνων, κι ανάμεσά σε αυτά, πολλά από τα αθηναϊκά πρότυπα.

Ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ κουβαλώντας τα ανακτηθέντα παλιά σύμβολα της αθηναϊκής δημοκρατίας, αυτό ακριβώς θέλει να υπογραμμίσει. Αν και νομίζω ότι μπορώ να σου εκμυστηρευτώ ότι υπάρχουν και κάποιοι στην εκστρατεία που διαφωνούν με αυτή την πολιτική θέση και θα προτιμούσαν να δουν τον Αλέξανδρο να στηρίζεται στον -ακόμη ισχυρό- μηχανισμό της περσικής αυτοκρατορικής διοίκησης. Ίσως λοιπόν, αυτή την περίοδο δεν  πρέπει να αναμοχλεύσουμε τα πάθη της εποχής της μάχης στη Χαιρώνεια. Όμως δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορέσουμε να αποφύγουμε κάτι τέτοιο αν εμπλακούμε σε μια δίκη πάνω σε γεγονότα που αφορούν εκείνη την εποχή και μάλιστα έχοντας πολέμιο έναν ικανό ρήτορα σαν τον Δημοσθένη, γνωστό για την ανένδοτη αντιπαλότητά του απέναντί μας.

Επί πλέον μαθαίνω από έμπειρες πηγές, (όπως ισχυρίζεται πως είναι ο συνάδελφός σου, ο ρήτορας Δημάδης) ότι το κλίμα ανάμεσα σε εκείνους που αύριο θα είναι ένορκοι δικαστές σε μια ενδεχόμενη δίκη, δεν είναι αυτονόητα ευνοϊκό ούτε για εμάς αλλά ούτε για εσένα προσωπικά.

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι πριν προχωρήσεις σε κινήσεις με αβέβαια αποτελέσματα, καλό θα είναι να μελετήσεις προσεκτικά την ισχύουσα σήμερα πολιτική κατάσταση. Επαναλαμβάνω επίσης ότι αυτά στα λέω μόνο επειδή με ρωτάς. Υπεύθυνος για όποια απόφαση πάρεις, θα είσαι μόνο εσύ. Θα σου πω μόνον το αυτονόητο: Η προσωπική μου γνώμη είναι πως οι καλές σχέσεις της Αθήνας με το επιτελείο της εκστρατείας εξακολουθούν να έχουν προτεραιότητα».

Δεν τον βλέπω να ενθουσιάζεται ακούγοντας την άποψή μου. Τον καταλαβαίνω: απ’ ό, τι μαθαίνω έχει ήδη προχωρήσει στην επίσπευση των διαδικασιών και η εκδίκαση της ¨γραφής παρανόμων¨ που υπέβαλε κατά του Κτησιφώντα, δηλαδή κατά του Δημοσθένη, που πάει να πει κατά της αντιμακεδονικής μερίδας της Βουλής, είναι πλέον ζήτημα ημερών. Προφανώς σήμερα ήρθε εδώ περισσότερο για να με ενημερώσει τυπικά για την έναρξη της δίκης, παρά για να ζητήσει τη γνώμη μου, όπως ισχυρίζεται.

Το παραδέχεται.

image009

«Τη δίκη θα την κερδίσουμε, νεαρέ Μεγαρέα», με διαβεβαιώνει. «Θα είναι μια μεγάλη πολιτική νίκη. Και τότε οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και τους Μακεδόνες δεν μπορεί παρά να βελτιωθούν αισθητά.

Και μη νομίσεις ότι δεν το σκέφτηκα αρκετά ή ότι παρασύρθηκα από την αντιπάθεια που μου προκαλεί αυτός ο αλιτήριος ο Δημοσθένης, όχι δεν είναι αυτό το κίνητρό μου. Αντίθετα, ήμουν εγώ που κατάφερα να αναβάλω την εκδίκαση, όσο υπήρχε φόβος να επικρατήσει εκείνος χάρη στις δυσμενείς για εμάς περιστάσεις και τη δύναμη που του δίνουν οι δημαγωγικές του ικανότητες. Όμως σήμερα η κατάσταση δεν είναι αυτή που ήταν πριν από οκτώ χρόνια, όταν υπέβαλα την ¨γραφή παρανόμων¨.

Σήμερα οι συμπατριώτες μου μπορούν να κρίνουν με ψυχραιμία εάν η πολιτική του Παιανέα είναι τυχοδιωκτική ή όχι. Η ήττα μας στη Χαιρώνεια δεν είναι πια πρόσφατη αιτία θλίψης όπως τότε. Μπορούμε πλέον να κρίνουμε τα γεγονότα με ψυχραιμία. Είναι προφανές ότι η δύναμη που είναι σε θέση να συσπειρώσει τους Έλληνες και να νικήσει τους Ασιάτες υπάρχει. Και πως η Αθήνα θα έχει μόνον να κερδίσει εάν σταθεί πλάι της. Θα νικήσουμε στη δίκη νεαρέ Μεγαρέα, με τον ίδιο τρόπο που τα ενωμένα στρατεύματά μας νικούν στο πεδίο της μάχης, θα δεις».

Βλέπω στο πυρετώδες βλέμμα του πως είναι έτοιμος να τα διακινδυνεύσει όλα. Και ότι δεν πρόκειται να μεταπειστεί.

Κοιτάζω τις σημειώσεις μου. Η αντιδικία Δημοσθένη – Αισχίνη είναι μια παλιά ιστορία. Κάποτε οι δυο τους ήταν στην ίδια παράταξη και ο Κοθωκίδης είχε τις ίδιες αντιμακεδονικές  ιδέες με τον Παιανέα. Αλλά είναι πάνω από δεκαπέντε χρόνια που ο Αισχίνης διαφοροποιήθηκε. Συγκεκριμένα δέκα επτά: όταν είδε ότι οι άλλες ελληνικές πόλεις, ακόμη και οι φιλικές προς την Αθήνα δεν πείθονταν να αντισταθούν ενεργά στους Μακεδόνες. Αλλά η προσωπική του διένεξη με τον Δημοσθένη άρχισε πριν δώδεκα, δεκατρία χρόνια όταν εκείνος τον κατηγόρησε πως χρηματίστηκε από τον Φίλιππο. Τότε ο Αισχίνης κατάφερε, έστω με μικρή διαφορά ψήφων, να αθωωθεί. Τώρα είναι έτοιμος να ανταποδώσει τα ίσα. Και θεωρεί τη συγκυρία ευνοϊκή.

«Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαναχωρήσεις», μου λέει. «Τα προκαταρκτικά ολοκληρώθηκαν και η δίκη αρχίζει μεθαύριο».

Κοιτάζω πάλι τις σημειώσεις μου. Χρειάζομαι μερικές ακόμη αποσαφηνίσεις. «Το κατηγορητήριο που διατυπώνεις είναι το ίδιο με εκείνο που υπέβαλες παλιότερα, στην πρώτη σου έγκληση;» τον ρωτάω.

«Έχω αλλάξει κάπως μόνον τη σειρά των κατηγοριών. Τότε άρχιζα με τον Δημοσθένη τον ίδιο και ανέλυα διεξοδικά το γιατί η βράβευση που ζητούσε ο Κτησιφώντας δεν αιτιολογείτο ούτε από τα έργα ούτε από τον ήθος του Παιανέα. Το αντίθετο. Μια συνεπής με τον εαυτό της δημοκρατική πολιτεία, θα έπρεπε να τον τιμωρήσει για όσα έχει κάνει έως σήμερα.

Τώρα, αυτό το αφήνω για το τέλος. Προτιμώ το τμήμα της αγόρευσής μου που τον αφορά άμεσα, να βρίσκεται χρονικά κοντύτερα στην ώρα της απόφανσης των δικαστών. Πρώτα παρουσιάζω τους λόγους που η ίδια η πρόταση για τη στέψη του με χρυσό στεφάνι, αφενός όχι στο βουλευτήριο αλλά στο θέατρο και αφετέρου προτού δώσει λόγο για τα πεπραγμένα του ως άρχων διαχειριστής, δεν είναι σύμφωνη με τους ισχύοντες νόμους. Σε διαβεβαιώνω Μεγαρέα ότι από νομική άποψη αυτά τα σημεία μπορούν να αποδειχτούν μη σύννομα με αδιαμφισβήτητο τρόπο».

«Θα είναι η Ηλιαία που θα εκδικάσει την υπόθεση, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αυτό είναι το τμήμα της εκκλησίας του δήμου που επιλύει τέτοιου είδους δικαστικές διενέξεις Παλιότερα, όπως θα ξέρεις, αναδεικνύονταν με κλήρωση την αρχή κάθε χρόνου έξι χιλιάδες Ηλιαστές, ανάμεσα στους πολίτες με πλήρη δικαιώματα και ηλικία πάνω από τριάντα ετών. Οι δικαστές των επιμέρους δικών επιλέγονταν από αυτούς. Τώρα τελευταία δεν γίνεται πια αυτή η αρχική κλήρωση και κάθε πολίτης που πληροί τις προϋποθέσεις μπορεί να χρισθεί δικαστής, αρκεί να δηλώσει ότι ενδιαφέρεται και να κληρωθεί σε κάποια συγκεκριμένη δίκη».

«Αυτό σημαίνει ότι στην εκδίκαση της δικής σου ¨γραφής¨, οι δικαστές πόσοι θα είναι ;»

«Υποθέτω, πάνω κάτω πεντακόσιοι. Πενήντα από κάθε φυλή που θα προκύψουν από κλήρωση. Αυτό θα το μάθουμε με σιγουριά αύριο».

«Και η απόφαση είναι αμετάκλητη;»

«Αμετάκλητη. Αν καταδικαστούν, ο Κτησιφώντας και ενδεχομένως ο Δημοσθένης, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ισχυριστούν ότι οι κατηγορίες μου ήταν ψευδείς. Σε αυτή την περίπτωση, αν δεν αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ενδέχεται να διακινδυνεύσουν μια νέα δίκη με πιθανή επιβάρυνση της ποινής. Αλλιώς μόνο μια εκ των υστέρων αμνηστία θα μπορούσε να τους σώσει».

«Πού θα διεξαχθεί η δίκη;»

«Αυτό, όπως και τον ακριβή αριθμό των δικαστών θα το μάθουμε αύριο. Τα ονόματα των δικαστών θα κληρωθούν μεθαύριο τα χαράματα. Η κλήρωση γίνεται εσκεμμένα την τελευταία στιγμή. Είναι ένα από τα μέτρα που έχουν ληφθεί έτσι ώστε να αποτραπεί τυχόν προσπάθεια των διαδίκων να επηρεάσουν τους δικαστές. Όσο για το χώρο, πιθανότατα λόγω καλοκαιριού η συνεδρίαση θα γίνει σε κάποιο υπαίθριο αμφιθέατρο, ίσως στο Τετράγωνο Περιστύλιο[1], αλλά θα υπάρχει διαθέσιμος και κάποιος στεγασμένος χώρος για την απίθανη περίπτωση που θα βρέξει ».

«Θα είναι μια ανοιχτή διαδικασία, έτσι δεν είναι;»

«Πιο ανοιχτή δε γίνεται. Ακόμη και επισκέπτες από άλλες πόλεις θα μπορέσουν να την παρακολουθήσουν, αν καταφέρουν να βρουν μια κατάλληλη θέση. Και βέβαια, πέρα από τους πολυάριθμους δικαστές, θα είναι παρόντες και  πάμπολλοι άλλοι κάτοικοι της Αθήνας. Για σένα και για τον πατέρα σου θα φροντίσω να υπάρχει μια τιμητική θέση με ψάθα και σκιάδιο, κοντά στο προεδρείο».

«Μου φάνηκε ότι τις τελευταίες μέρες υπάρχει κάποιος ερεθισμός στα πλήθη…» παρατηρώ.

Ο Αισχίνης είναι πιο ήρεμος τώρα. Έχει χαλαρώσει: είπε ό, τι είχε να πει και έδειξε σε εμένα -ίσως και στον εαυτό του- πόσο έτοιμος είναι για την επικείμενη μάχη.

«Νομίζω ότι τους γνωρίζεις τους γηγενείς και πόσο την βρίσκουν με τις δίκες… Πρέπει -υποθέτω- να  ξέρεις και τη  σχετική ιλαρή ιστοριούλα…» μου λέει.

«Ποια;»

«Μάλλον δεν είναι ακριβώς σκωπτική αφήγηση, αλλά μια ατάκα από τις ¨Σφήκες¨ του γνωστού Αριστοφάνη… Λέει ένας μαθητευόμενος σοφιστής στον Στρεψιάδη δείχνοντάς του έναν χάρτη: ¨Κοίτα Στρεψιάδη, αυτός είναι ένας χάρτης της γης. Και κοίτα: εδώ είναι η Αθήνα¨.

¨Μωρέ τι μας λες: αποκλείεται!¨, απαντάει εκείνος ¨Δεν βλέπω πουθενά δικαστές να κάθονται στην έδρα!¨»

images (16)

(συνεχίζεται)

[1] Τετράγωνο Περιστύλιο: Βρισκόταν στον χώρο όπου αργότερα χτίστηκε η Στοά του Αττάλου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τέταρτο: Εμείς οι περιπατητικοί

Posted by vnottas στο 2 Νοέμβριος, 2017

144

Εμείς οι περιπατητικοί…

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

Περπατάμε πέρα δώθε στους δρόμους του Άστεως και ψιλοκουβεντιάζουμε (γιατί είπαμε να υιοθετήσουμε κι εμείς την τρέχουσα αθηναϊκή μανία) εγώ, ο Χοντρόης και ο παλιός μου φίλος από τις Συρακούσες, ο Φιλήμονας. Είμαστε στην Αγορά και κατευθυνόμαστε προς την Πνύκα για να δει και ο φιλομαθής ασιάτης το χώρο όπου  παίρνονται οι βασικές αποφάσεις εδώ στην Αθήνα. Από ‘κει λέω να τον ανεβάσω στον Παρθενώνα, να δει και κάτι που προέρχεται από την πατρίδα του: τις ασπίδες-λάφυρα που ο Αλέξανδρος ως εκπρόσωπος των Ελλήνων (πλην Λακεδαιμονίων, όπως αρέσκονται να τονίζουν συχνά οι Αθηναίοι) αφιέρωσε στην Παρθένο.

Με τον Φιλήμονα λέμε γι αυτά που συνέβησαν την μέρα της τελετής, όταν χάθηκαν (και ξαναβρέθηκαν -χάρη σε ‘μας) τα περίφημα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨. Που και που μας διακόπτει προς στιγμήν με κάποιο επιφώνημα  ή κάποιο σχόλιο σχετικό με αυτά που βλέπει γύρω του -και του κάνουν εντύπωση- ο  στρογγυλός  Πέρσης, σε άπταιστο ¨Χοντροη-ειδές¨ ιδίωμα.

Εδώ που τα λέμε, στην Αγορά υπάρχουν αρκετές  αφορμές για σχόλια: Υπάρχουν σημαντικά δημόσια κτίρια, εμπορικές στοές, αγάλματα που απεικονίζουν αθάνατους θεούς, πεθαμένους ήρωες, αλλά και  άξιους μνείας θνητούς που ζουν ακόμη. Ωστόσο τίποτα δε θυμίζει τα υπέρογκα, υπερβολικά μνημεία που εντυπωσιάζουν συνήθως τους ανατολίτες, αλλά και εμάς όταν επισκεπτόμαστε τα μέρη τους.

«Τι απέγιναν τελικά οι αυθεντικές προτομές», με ρωτάει ο Φιλήμονας. «Το πρόσεξες κι εσύ ότι δεν βρίσκονται πια μπροστά στο Λεωκόριο;»   

«Τις άφησαν εδώ περιφρουρούμενες για ένα διάστημα», τον πληροφορώ, «αλλά μετά τις απέσυραν μέχρις ότου αποφασίσουν εάν θα τοποθετηθούν τελικά σε ανοιχτό ή σε κλειστό χώρο όπως πρότειναν κάποιοι. Είπαν ότι μέσα σε μια στοά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να επιτηρηθούν καλύτερα και δεν θα υπάρχει φόβος να ξανακλαπούν.

Αλλά δεν νομίζω ότι πρόκειται μόνο για θέμα ασφαλείας. Βλέπεις, μπροστά στο Λεωκόριο υπάρχουν πάντα  αυτά τα υπέροχα μπρούτζινα αγάλματα που φιλοτέχνησαν ο Κριτίας και ο Νησιώτης για να  αντικαταστήσουν τα αρχικά, μετά την υφαρπαγή τους από τον Ξέρξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι συγκρινόμενα με αυτά, τα γνήσια χάνουν σε αίγλη και καταλήγουν να μοιάζουν άσχημα.

Όχι ότι ο Αντίνορας δεν ήταν καλός γλύπτης. Αντίθετα, πρέπει να προσπάθησε να είναι πιστός στην πραγματικότητα∙ άλλωστε μπορούσε να το κάνει γιατί είχε ζήσει τα γεγονότα και είχε γνωρίσει προσωπικά τους πρωταγωνιστές. Είναι που οι δύο μεταγενέστεροι γλύπτες εικονογράφησαν έναν μύθο που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, καμιά σαρανταριά χρόνια ύστερα από τα γεγονότα και μάλιστα μέσα στην ευφορία της νίκης στη Σαλαμίνα. Αυτή είναι η άποψη και του δικού μου, του Εύελπι, που του αρέσει να ψάχνει αυτά τα θέματα και που συνήθως είναι καλά ενημερωμένος.

αρχείο λήψης (1)

Τι να κάνουμε Φιλήμονα, εσύ που είσαι συγγραφέας ξέρεις καλά ότι οι μύθοι είναι πάντοτε πιο όμορφοι, πιο στολισμένοι και πιο ελκυστικοί από την πραγματικότητα… αλλιώς θα χρησίμευαν πολύ λιγότερο… ίσως και να μη χρησίμευαν καθόλου».

Μας διακόπτει ο Χοντρόης: «Τις ο λόγος δι’ όντινα  οι στρατιώται ούτοι κρατώσι  σχοινίον τοσούτω μακρύ, χρώματος δε ερυθρού;» απορεί.

«Και εγώ είχα προβληματιστεί όταν τους πρωτοείδα», λέει ο Φιλήμονας.

«Και εγώ επίσης», συμφωνώ. «Πάντως είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της Αθήνας, Χοντρόη. Αυτοί που βλέπεις είναι οι Σκύθες τοξότες που φροντίζουν για την τήρηση της τάξης στο κέντρο και για τους οποίους σου έχω ήδη μιλήσει νομίζω. Κοίταξέ τους, είναι όλοι ξανθοί και γεροδεμένοι. Τυπικά δεν είναι παρά δημόσιοι δούλοι, αλλά στην ουσία έχουν ένα σωρό προνόμια. Μερικές φορές συμπεριφέρονται σαν ψαράδες, και αυτό το μεμιλτωμένο[1] σκοινί δεν είναι παρά το δίχτυ τους…

«Τουτέστιν; Τι ούτω θέλουσι αλιεύσει;», ξαναρωτάει ο φιλομαθής.

«Θα σου πω. Όταν στην συνέλευση των πολιτών, εδώ παραπάνω στην Πνύκα -θα πάμε σε λίγο- πρέπει να παρθεί μια σοβαρή απόφαση και δεν υπάρχει η απαιτούμενη απαρτία, τότε οι Σκύθες είναι εξουσιοδοτημένοι να μεταφέρουν τους πολίτες εκεί ¨εκόντες ή άκοντες¨, που γράφει και ο σχετικός κανονισμός. Άμα θες μπορείς να τον δεις τον κανονισμό: είναι αναρτημένος μαζί με άλλες χρήσιμες ανακοινώσεις εκεί πέρα, μπροστά στο Βουλευτήριο, κάτω από τα αγάλματα των επωνύμων ηρώων».

«Έσονται ουν άπαντες αναγιγνώσκειν δυνάμενοι;» απορεί ξανά με μια δόση θαυμασμού ο Ασιάτης.

«Όχι ακριβώς όλοι, αλλά πολλοί.  Δεν ξέρεις ότι σε αυτή την πόλη υπάρχουν οι πιο πολλοί εγγράμματοι από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο; Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται διάσημοι και αξιόπιστοι περιηγητές. Εδώ που τα λέμε, δύσκολα θα κατόρθωναν οι Αθηναίοι να αυτοδιοικηθούν αν δεν ήξεραν γράμματα. Πάντως, επειδή δεν είναι ακριβώς όλοι-όλοι που τα καταφέρνουν, τους βλέπεις εκείνους στο τραπέζι κάτω από τον πίνακα των ανακοινώσεων; Είναι γραφείς και αναγνώστες. Με ένα μικρό αντίτιμο σου γράφουν ό, τι θελήσεις, ακόμη και σε άλλες διαλέκτους ή γλώσσες  -εάν τυχόν αλληλογραφείς με τόπους μακρινούς, ενώ η ανάγνωση νόμων και κανονισμών είναι συνήθως δωρεάν».  

«Χρήσιμον γιγνώσκειν!» λέει ο δικός μου. «Και προς τι το ερυθρόν του σχοινίου χρώμα;» εξακολουθεί να απορεί.

Οπότε τον Φιλήμονα τον πιάνει το καλλιτεχνικό του, σταματάει και αρχίζει να απαγγέλει, συνοδεύοντας τον ποιητικό λόγο με τις απαραίτητες θεατρικές χειρονομίες:

«…και να που έρμη, απ’ το πρωί, η Πνύκα παραμένει

κι ας είν’ να γίνει η τακτική η σύναξη του Δήμου,

να που οι πολλοί στην Αγορά μένουν και φλυαρούνε

κι ενώ οι Αρχές με κόκκινο σκοινί τους περιζώνουν

αυτοί πασχίζουν από εκεί στη ζούλα να ξεφύγουν.

Μήτε φανήκαν έγκαιρα στην Πνύκα οι Αρχόντοι,

μα  καταφτάνουν ύστερα και σαν λωλό κοπάδι

ο ένας τον άλλον σπρώχνουνε θέση μπροστά να πιάσουν.

Κανείς όμως δε νοιάζεται, τη δόλια την Ειρήνη

Αχ τι τραβάς και δεν μιλάς, κακόμοιρη πατρίδα…»

Υποκλίνεται.

Arciere-e-Partenone-_3

Τον χειροκροτώ. «Αριστοφάνης;» τον ρωτάω.

«Ναι, αθάνατος Αριστοφάνης, από τους ¨Αχαρνής¨. Έχω παίξει τον ρόλο του Δικαιόπολη παλιά, στην πατρίδα», μου απαντά.

Στρέφομαι προς τον Ασιάτη. «Κατάλαβες Χοντρόη; Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα των πολλών, αλλά πολλοί απ’ τους πολλούς, πολλές φορές δεν συμπεριφέρονται σαν πολίτες αλλά σαν ανόητοι ευθυνόφοβοι ιδιώτες. Τότε η Πολιτεία αναγκάζεται να τους τσουβαλιάσει. Το σκοινί με το οποίο τους σπρώχνουν από την Αγορά στην Πνύκα είναι βουτηγμένο σε κόκκινη μπογιά για να μένουν τα κόκκινα ίχνη στις πλάτες των κοπανατζήδων και να τους στιγματίζουν, έστω προσωρινά».

«Οι Αγορές και οι Δημοκρατίες, φαίνεται πως δεν τα πάνε πάντοτε καλά μεταξύ τους», θυμοσοφεί ο Φιλήμονας. Μετά σταματάει ξανά και παρατηρεί: «Αλλά για να κυκλοφορούν οι Σκύθες με το σκοινί ανά χείρας, σημαίνει ότι στην Πνύκα έχει σήμερα συνέλευση και μάλιστα με σοβαρά θέματα. Αν είναι έτσι, εμείς οι μη αθηναίοι δύσκολα θα πλησιάσουμε. Πράγματι βλέπω ότι ανηφορίζει προς το λόφο πολύς κόσμος. Άρα οι τοξότες μάλλον δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν το μεμιλτωμένο, αλλά και εμείς μάλλον πρέπει να τροποποιήσουμε τη διαδρομή μας και να φέρουμε τον Πέρση να δει την Πνύκα μια άλλη μέρα».

«Γαμώτο! Έχεις δίκιο!», διαπιστώνω. «Το ήξερα αλλά το ξέχασα. Ανάμεσα μάλιστα στα θέματα της σημερινής ημερήσιας διάταξης είναι και η έναρξη της εκδίκασης της ¨Γραφής παρανόμων¨ που υπέβαλε παλιά ο Αισχίνης κατά του Κτησιφώντα. Η προδικασία τελείωσε επιτέλους και σήμερα θα ορίσουν τον τόπο και τις άλλες λεπτομέρειες της τελικής φάσης. Άρα, απ’ ό, τι ξέρω για τις δικαστικές πρακτικές των Αθηναίων, η κυρίως δίκη πρέπει να αρχίσει αύριο ή μεθαύριο. Ο Εύελπις θέλει να την παρακολουθήσει, αλλά κι εγώ δε θα ήθελα να τη χάσω. Ελπίζω μόνο να ισχύει ακόμη η συνήθεια των Αθηναίων να διεξάγουν τις δίκες με τις θύρες ανοιχτές για όλους».

«Απ’ ό, τι άκουσα από τους φίλους μου στου Κυνοσάργους» λέει ο Φιλήμονας, «υπάρχουν επισκέπτες που έχουν καταφτάσει από τις γειτονικές πόλεις, πριν από την έναρξη των Παναθηναίων, μόνο και μόνο για να έχουν μια ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη δίκη».

«Ωραία». Αλλάζω θέμα: «Φιλήμονα, έχεις λοιπόν φίλους στο Κυνόσαργες, έτσι δεν είναι; Τους βλέπεις ακόμη τους ¨Κυνοσαργίτες;¨ Ή να τους λέμε καλύτερα ¨κυνικούς¨ που είναι και πιο σύντομο;»

«Μπορείς να τους λες και απλώς ¨σκύλους¨, τους αρέσει. Ναι τους βλέπω. Είναι μια ομάδα που ενδιαφέρεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και για τις τέχνες και ιδιαίτερα για την τέχνη του θεάτρου…»

«Θέλω να κουβεντιάσουμε λίγο γι αυτό Φιλήμονα. Αλλά αφού δεν θα πάμε στη Πνύκα, ας στρίψουμε και ας κάνουμε το γύρο της Ακρόπολης πριν ανεβούμε στον Παρθενώνα, και τα λέμε καθ’ οδόν», προτείνω εγώ.

images (13)

Αντί λοιπόν να πάρουμε τον ¨περίπατο¨ που γυροφέρνει την Ακρόπολη και που στη βορειοδυτική πλευρά είναι κολλημένος στους πρόποδες του βράχου, στρίβουμε πιο μπροστά αριστερά και παίρνουμε το δημοφιλή δρόμο με τους τρίποδες, που ξεκινώντας από την Αγορά παρακάμπτει κυκλικά την Ακρόπολη και φτάνει ως το θέατρο του Διονύσου. Τις προάλλες, όταν ήρθα στο κέντρο της πόλης μαζί με τον Εύελπι, πήραμε αυτό τον δρόμο από την άλλη άκρη του, αλλά σκαλώσαμε σε ένα κυλικείο και δεν πρόλαβα να δω τι το καινούργιο έχει τοποθετηθεί εδώ τα τελευταία χρόνια. Σήμερα είναι μια καλή ευκαιρία να ρίξω μια ματιά.

Αυτόν τον δρόμο θα μπορούσαμε και να τον πούμε ¨η οδός των φιλοτίμων¨, με την  έννοια της οδού της αφιερωμένης στους ¨φίλους των τιμών¨. Εντάξει, όλοι οι διαμένοντες εν Αθήναις αγαπάμε τις τιμές, ιδιαίτερα όταν τις απονέμουν οι άλλοι σε εμάς, αλλά μόνο εδώ ο τιμώμενος έχει δικαίωμα να αυτοτιμηθεί επιπρόσθετα και συμπληρωματικά. Πράγματι, όσοι είχαν την τύχη ή την ικανότητα να αξιωθούν κάποιο βραβείο, είτε ως καλλιτέχνες είτε και ως χορηγοί δημόσιων εκδηλώσεων, δικαιούνται όχι μόνο να εκθέσουν εδώ τα βραβεία τους (συνήθως πρόκειται για χάλκινους τρίποδες) αλλά και να τα τοποθετήσουν (για να φαίνονται καλύτερα) πάνω σε περίτεχνες μόνιμες κατασκευές, όπως διακοσμημένα  βάθρα, κολόνες και βωμοί. Έτσι κατά μήκος της οδού φτιάχτηκε ένα πολύπλοκο και πολυφορτωμένο σκηνικό, το οποίο βέβαια  αποτελεί σταθερό στόχο των περιηγητών που θαυμάζουν της αθηναϊκές ιδιορρυθμίες.

Προσπαθώ να τα εξηγήσω όλα αυτά στον Χοντρόη, ο οποίος όμως δυσκολεύεται να καταλάβει πώς είναι δυνατό να επιτρέπεται σε τόσους πολλούς αθηναίους να αυτοεκτιμώνται και να αυτοθαυμάζονται. Εγκαταλείπω την προσπάθεια και στρέφομαι προς τον Φιλήμονα.

«Φιλήμονα», του λέω, «οι φίλοι σου στο Κυνόσαργες δε θύμωσαν μαζί σου που κατά κάποιο τρόπο ανακατεύτηκες στην έρευνα για τα αγάλματα;»

«Όχι» μου λέει. «Κατά βάθος είναι καλά παιδιά. Και απ’ όσο είμαι σε θέση να υποθέσω, πρόθεσή τους δεν είναι να ανατρέψουν το δημοκρατικό καθεστώς, κάθε άλλο. Μάλλον να το βελτιώσουν επιθυμούν».

«Ήθελα να σε ρωτήσω αν τελικά έμαθαν ότι στη Θόλο και στην κρυψώνα μας οδήγησε, άθελά της, η νόστιμη ξανθούλα που συμμετείχε στα συμβάντα, αλλά δεν κατάλαβε ότι την παρακολουθούσα».

«Λες την Ιππαρχία. Το υποθέτουν, γιατί ήταν η μόνη που μετά την ¨παρέμβαση¨ ήρθε  κατευθείαν εκεί, αλλά δεν νομίζω ότι γνωρίζουν πώς ακριβώς συνέβησαν τα πράγματα. Πάντως έχω την εντύπωση ότι εκείνο για το οποίο παραξενεύονται και τους προβληματίζει περισσότερο, είναι που δεν έχει γίνει ακόμη καμιά κίνηση εναντίον τους. Νομίζω ότι περίμεναν να έχουν ήδη συλληφθεί την επόμενη μέρα, αν όχι το ίδιο το βράδυ της επεισοδιακής τελετής.  Πράγματι και για μένα αυτό είναι ένα από τα μυστήρια αυτής της υπόθεσης».

«Εγώ πάλι νομίζω ότι η ηγεσία της πόλης δε θέλει να μεγαλοποιήσει τα συμβάντα, γιατί υποπτεύεται ότι έτσι θα κάνει το παιχνίδι αυτής της αόρατης εξωβουλευτικής αντιπολίτευσης. Η οποία όμως, εκείνο που ίσως επιθυμεί, είναι ακριβώς το να γίνει γνωστή στο Δήμο και να αποκτήσει έτσι περισσότερους οπαδούς. Απ’ ότι έμαθα μόνο ο Δημοσθένης γκρίνιαξε, και ζήτησε άμεσο εντοπισμό και τιμωρία των υπαίτιων, αλλά και αυτός τελικά δεν επέμενε πολύ».

«Δεν συμφωνώ», μου λέει ο Φιλήμονας.  «Αν μιλάμε για τα παιδιά του Κυνοσάργους, δεν πρόκειται για οργανωμένη αντιπολίτευση. Ούτε κατ’ ελάχιστον! Άλλωστε αρκετοί από αυτούς κατάγονται από τις παλιές ισχυρές αθηναϊκές οικογένειες».

«Μια που το ανάφερες Φιλήμονα, δε μου λες, ο Φώκος, ο γιος του άρχοντα Φωκίωνα, ο οποίος το βράδυ που έγινε η ανταλλαγή των αγαλμάτων ήταν υπεύθυνος για τη φρουρά στη Θόλο, παρακολουθεί κι αυτός τις συγκεντρώσεις των κυνικών;»

«Δεν ξέρω αν ανήκει στο στενό πυρήνα, αλλά στην αριστερή  όχθη του Ιλισού τον έχει πάρει το μάτι μου κάμποσες φορές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Στου Κυνοσάργους δε συχνάζουν μόνο οι φιλοσοφούντες ¨σκύλοι¨, συχνάζουν κι άλλοι πολλοί, αρχίζοντας από εκείνους που τους αρέσει απλώς το πνεύμα, η ευθυμία κι η καλή καρδιά. Αλλά, απ’ ότι λένε, ακόμη και ο Σωκράτης εκεί σύχναζε κάποτε!»

«Και είδες που κατέληξε τελικά», γελάω εγώ.

«Έτερον εκάτερον» μου κάνει.

«Εν πάση περιπτώσει, θέλω μια ακόμη χάρη Φιλήμονα».

«Αν περνάει από το χέρι μου, ευχαρίστως».

«Θα ήθελα να τους μεταφέρεις ένα μήνυμα από μένα. Μπορείς να τους πεις ποιος ακριβώς είμαι, δηλαδή ένας βοηθός του επικεφαλής της ομάδας που μετέφερε τα αγάλματα από την Ασία. Μην τους κρύψεις ότι συνέβαλα να ξαναβρεθούν οι προτομές∙ αυτό έτσι κι αλλιώς θα μαθευτεί. Πες τους όμως ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία, ότι έχω μερικές γνώσεις σχετικές με τα όσα δίδαξε ο μακαρίτης ο Αντισθένης και ο μαθητής του ο Διογένης, και θα ήθελα να αποκτήσω περισσότερες. Ζητώ λοιπόν να  μου επιτρέψουν να συμμετάσχω σε κάποιες από τις συγκεντρώσεις τους στου Κυνοσάργους».

Ο Φιλήμονας με κοιτάζει παραξενεμένος.

«Θέλεις να τους κατασκοπεύσεις;»

«Θέλω κυρίως να τους καταλάβω. Πιστεύω κι εγώ σ’ αυτά που μου είπες, δηλαδή ότι δεν είναι επικίνδυνοι ούτε για τη δημοκρατία της Αθήνας, αλλά ούτε για την κοινή προσπάθεια που καταβάλουν σήμερα οι Έλληνες. Και δεν είναι ψέμα ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία τους. Δεν ξέρω πόσο θα μείνουμε τελικά στην Αθήνα, γι αυτό θα ήθελα να επωφεληθώ και όσο θα είμαστε εδώ να μάθω μερικά πράγματα παραπάνω. Δυστυχώς μου είπαν ότι ο Διογένης, που θα ήθελα πολύ να τον συναντήσω πριν διαβεί των Αχέροντα, τα καλοκαίρια τα βγάζει στην Κόρινθο και έτσι μάλλον δεν θα προλάβω τον δω.

 Εάν πάλι κάνουμε λάθος και οι δύο και οι τύποι είναι όντως επίφοβοι συνωμότες και διαφθορείς, τότε καλό είναι να έχουμε κάπως το νου μας και να τους έχουμε από κοντά».

Μένει για λίγο σκεφτικός και μετά μου λέει:

«Κοίτα, θα μεταφέρω το μήνυμά σου, αλλά δε θα εγγυηθώ προσωπικά για τίποτα». 

 «Το βρίσκω σωστό», του απαντώ.

Εν τω μεταξύ ο Χοντρόης έχει σταματήσει μπροστά σε ένα μνημείο που του μοιάζει κάπως, δεδομένου ότι αν και έχει τετράγωνη βάση, το κύριο μέρος του είναι κυκλοτερές σαν κι αυτόν.

Lysicraties

«Τι ο κύλινδρος ούτος εστί;» με ρωτάει απτόητος.

«Μα το Δία δεν έχω ιδέα. Δεν νομίζω ότι υπήρχε πριν φύγω. Αλλά έχει μια επιγραφή σκαλισμένη εκεί πέρα. Μπορείς να τη διαβάσεις ή θες να σου τη διαβάσω εγώ;»

Ο Χοντρόης πάει κοντά κι αρχίζει να συλλαβίζει.

«Λυ-σι-κρά-της Λυ-σι-θεί-δου Κι-κυ-νεύς…»

«Εντάξει», παρεμβαίνει ο Φιλήμων. «Μη ζορίζεσαι, θα σου πω εγώ περί τίνος πρόκειται. Λίγο προτού φτάσω στην Αθήνα, ήμασταν δηλαδή ακόμη στην 111η Ολυμπιάδα, σε έναν διαγωνισμό θεατρικών έργων ερμηνευμένων από τους νέους της κάθε αθηναϊκής φυλής, νίκησαν τα παιδιά της Ακαμαντίδας φυλής, παίζοντας έναν διθύραμβο. Ο χορηγός αυτής της καλλιτεχνικής προσπάθειας ήταν κάποιος που τον λένε Λυσικράτη. Σημειώστε πως για έναν καθώς πρέπει διθύραμβο, ακόμη κι αν οι ερμηνευτές είναι παιδιά, χρειάζονται τουλάχιστον πενήντα τραγοντυμένοι χορευτές, ένας τουλάχιστον καλός αυλητής κι ένας ταλαντούχος ερμηνευτής που να συνδιαλέγεται με τον χορό και να διηγείται τις περιπέτειες του γιου της Σεμέλης. Χρειάζεται επίσης κάποιος που να εμπνευστεί και να διδάξει το έργο. Ο Λυσικράτης λοιπόν κατάφερε να τα οργανώσει και να τα χρηματοδοτήσει όλα αυτά και κέρδισε έτσι το δικαίωμα να φτιάξει αυτόν εδώ τον ναΐσκο, που όπως βλέπετε από τα ανάγλυφα  που κοσμούν την ζωφόρο, είναι αφιερωμένος στο Διόνυσο, θεό που αγαπάει το θέατρο. Ο Διόνυσος κατά πως ισχυρίζονται οι Αθηναίοι τους αγαπάει κι αυτούς, για αυτό κι αυτοί με τη σειρά τους τον αγαπούν λατρεύοντας το θέατρο. Στην κορυφή βλέπετε τον χάλκινο τρίποδα, δηλαδή το βραβείο αυτό καθ’ αυτό».

images (12)

«Κατάλαβες Χοντρόη;» ρωτάω.

«Ουχί» μου λέει «Πλην όμως πεπεπεισμένος ειμί ως κατανοήσειν θέλει εν χρόνω βραχυτάτω!»

……

[1] Μεμιλτωμένον: εμβαπτισμένο σε ερυθρό μόλυβδο, μίλτος: κόκκινη χρωστική ουσία.

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Αλκιβιάδης, ενίοτε

Posted by vnottas στο 31 Οκτώβριος, 2017

(το δεύτερο ποίημα του Νίκου)

 

250px-Bust_Alcibiades_Musei_Capitolini_MC1160

ΥΠΗΡΞΑ ΚΑΠΟΤΕ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ

Δεν είμαι τύπος σταθερός

παλινωδώ από λατρεία στο τυχαίο

δένομαι δήθεν με τους φίλους

κι έπειτα θανάσιμους εχθρούς τους κάνω.

Διασκεδάζω μέθυσος στα ταβερνεία

τους οίκους ανοχής αναστατώνω

διαπληκτίζομαι αναίτια με τους περαστικούς

κι εκσφενδονίζω μ’ ευκολία βλασφημίες.

Κατάπτυστος φρονούν πολλοί πως είμαι

κι άλλοι πιστεύουν βάσιμα

πως κατρακύλησα στο έσχατο σημείο.

Ό,τι κι αν λένε συμφωνώ μαζί τους

υπάρχει όμως ένα εμπόδιο μεγάλο

που με κρατά σ’ εγρήγορσης πορεία.

Είναι οι προσδοκίες των γονιών μου από μένα

ξόδεψαν πολλά να μ’ αναστήσουν

και στις λαμπρές εγκύκλιες σπουδές μου

δαπάνησαν τίποτα μη μου λείψει

μεγάλωσα μες’ της  χλιδής το παραμύθι

κι αστραφτερά ταχύτητας αμάξια οδηγώ.

Ναι! έχουν προσδοκίες από μένα

ψηλά με θέλουν στην ιεραρχία

εμένα τον ανάξιο και πταίστη

 ψηλά στην ιεραρχία με φαντάζονται.

Αν κι ιταμός, αισθάνομαι ευθύνη

να μάθουν επιτέλους την αλήθεια.

Αν δεν τους πείσω όμως

δεν έχω άλλο δρόμο

αξιώματα και θώκους θ’ αναλάβω

από υποχρέωση κι αγάπη στους γονείς μου.

 Φαύλος εγώ στους φαύλους θα επιπλεύσω

ίσως να βρω διέξοδο εκεί επιτέλους.

Μετά με ύφος αινιγματικό

στους άλλους θα διηγούμαι

πως κάποτε σα νέος

υπήρξα, ναι υπήρξα Αλκιβιάδης.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Νίκος Μοσχοβάκος: Τα πεντόβολα του σαλτιμπάγκου

Posted by vnottas στο 28 Οκτώβριος, 2017

Έλαβα από τον Νίκο δύο νέα ποιήματα. Ιδού το πρώτο.

 

images (5)

ΤΑ ΠΕΝΤΟΒΟΛΑ ΤΟΥ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΥ

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες

μπαίνει στην κρεβατοκάμαρά μου

ένας μικροσκοπικός σαλτιμπάγκος

και προσπαθεί να μ’ εντυπωσιάσει

παίζοντας πεντόβολα

με κατακόκκινα μηλαράκια.

Η ταχύτητα των κινήσεών του

είναι ασύλληπτη

κυρίως λόγω της ακρίβειας

που εκτελεί την επίδειξη

αλλά και γιατί δεν προλαβαίνω ποτέ

να μετρήσω πόσα είναι τα μήλα.

Όταν ανοίγω τα μάτια

από τον βαθύ ύπνο μου

έκπληκτος βλέπω

με την πύρινη μεγάλη γλώσσα του

να τα καταβροχθίζει

και στο πρόσωπό του

κυριαρχεί ένα ειρωνικό χαμόγελο.

Θυμωμένος επιχειρώ να του μιλήσω

θέλω να του πω

πως έχω καταλάβει την απάτη του

πως τα πεντόβολα

δεν παίζονται ποτέ με τρία μήλα.

Όμως η μιλιά

δεν βγαίνει από το στόμα μου

οι λέξεις είναι ακίνητες αλυσοδεμένες!

Βρίσκει όλο τον καιρό έτσι

μικρούτσικος καθώς είναι

ν’ απομακρυνθεί.

Τον ακούω μετά στο διπλανό δωμάτιο

να κομπάζει στους όμοιούς του

λέγοντάς τους ξεκαρδισμένος στα γέλια

πως πάλι κατάφερε να με ξεγελάσει

μόνο με μία πομφόλυγα

από το αίμα μου.

images (3)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

¨Κύλικες και δόρατα¨. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Επίσκεψη στην Πυθιονίκη

Posted by vnottas στο 27 Οκτώβριος, 2017

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τρίτο: Στην Πυθιονίκη

(αφηγείται ο Εύελπις)

Βρίσκομαι και πάλι μέσα στα τείχη της πόλης και με βάση κάποιες πληροφορίες που μου έδωσε η Φρύνη ψάχνω να βρω την κατοικία μιας άλλης εταίρας. Πρόκειται για την Πυθιονίκη, ένα ανερχόμενο αστέρι της κεκοσμικευμένης Αθήνας, το οποίο απόκτησε δημοσιότητα μόλις τον τελευταίο καιρό, την περίοδο που βρέθηκε εδώ, σκαστός απ’ την εκστρατεία, ο Άρπαλος ο Ελιμιώτης, ο γιος του Μαχάτα.

Άλλωστε, είναι ύστερα από δική του παράκληση που την ψάχνω. Μου το ζήτησε, ως φιλική εξυπηρέτηση την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στην Περσέπολη, πριν εκείνος ξεκινήσει μαζί με τον Αλέξανδρο (ο οποίος τον είχε μόλις υποδεχτεί -και αποδεχτεί- πίσω στο στράτευμα) για τα Εκβάτανα και εγώ πίσω στα Σούσα με προορισμό την Αθήνα. 

Εγώ δεν την θυμόμουν την Πυθιονίκη, αν και, παλιότερα,  γνώριζα αρκετά καλά τις ωραίες εταίρες και τις συντροφιές τους∙ έτσι σκέφτηκα να ρωτήσω σχετικά την Φρύνη. Εκείνη προς στιγμήν στραβομουτσούνιασε και κατάλαβα ότι η νεαρή δεν ανήκε στους στενούς κύκλους της Ωραίας. Πράγμα εξάλλου αναμενόμενο, μια που ούτε ο Άρπαλος άρεσε στην Φρύνη, όσο κι αν, όταν έφτασε στην Αθήνα (πρώτα είχε μείνει για λίγο στα Μέγαρα), έφτασε μαζί και η φήμη ότι τάχα είχε αποστατήσει από την εκστρατεία   επειδή είχε διαφοροποιηθεί από τον Αλέξανδρο.  

Ύστερα η Φρύνη με ρώτησε τι ακριβώς ήθελα τη μικρή και εγώ προσπάθησα να της εξηγήσω ότι παρά τα επιφαινόμενα, δηλαδή παρά τη φήμη του Άρπαλου (ως ακόρεστου) και την οποιαδήποτε φήμη είχε (ενδεχομένως) ήδη η Πυθιονίκη, εδώ υπάρχει κάτι άλλο, κάτι που μοιάζει με μεγάλο έρωτα!

Της διηγήθηκα με πόση ζέση ο Άρπαλος με είχε παρακαλέσει να βρω τη νεαρή εταίρα και να την πείσω να τον ακολουθήσει στην εκστρατεία και πως μου ζήτησε επίσης να την διευκολύνω οργανώνοντας το ταξίδι της προς την Ασία.

Εξήγησα στην Φρύνη πως, σύμφωνα με όσα μου είπε ο ίδιος ο Άρπαλος, όταν έλαβε το μήνυμα ότι ο Αλέξανδρος τον συγχωρεί και τον καλεί πίσω, αποφάσισε να υπακούσει χωρίς ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις. Δεν ήθελε να το ¨σκεφτεί¨ γιατί φοβόταν ότι τότε, όσο κι αν κατά βάθος αγαπούσε τον παιδικό του φίλο, απλώς θα αποφάσιζε να μην επιστρέψει! Όμως δεν ήταν ο Αλέξανδρος η αιτία για τη φυγή του και αφού του ζητούσε ρητά να γυρίσει στην  εκστρατεία, αισθανόταν ότι έπρεπε να τον ακούσει. Βιάζοντας όμως έτσι τον εαυτό του, δεν πρόλαβε να εξηγηθεί όσο θα ήθελε με τη μικρή του ερωμένη.  Γι αυτό την κατανοεί εάν τώρα αρνιέται να πάει κοντά του. Του λείπει όμως πολύ. Εγώ θα πρέπει να την πείσω να πάει να τον βρει και εκείνος θα μου είναι αιώνια ευγνώμων.

 Ακούγοντάς με, η Φρύνη έδειξε να μαλακώνει κάπως. Μου είπε ότι η Πυθιονίκη ήταν δούλη μιας αυλητρίδας που λέγεται Βακχίδα και ότι ο Άρπαλος την απελευθέρωσε. Απ’ ό, τι λένε οι δικές της ακόλουθοι, που δεν τους ξεφεύγει τίποτε, η μικρή τον τελευταίο καιρό δεν πολυφαίνεται στο άστυ. Εάν δεν έχει αλλάξει τόπο διαμονής, θα μπορέσω πιθανώς να την βρω στην άκρη της συνοικίας του Έσω Κεραμικού κάπου κοντά στο Δίπυλο[1] και την Ιερά Πύλη[2].

3

Ρωτώντας στη γειτονιά γύρω από το Δίπυλο, εντοπίζω το σπίτι της Πυθιονίκης. Το περίμενα εντυπωσιακό, μια που ό, τι έχει να κάνει με τον Άρπαλο είναι συνήθως πολυτελές, αλλά κάνω λάθος. Είναι ένα μικρό συμμαζεμένο σπίτι χωρίς πολλά εξωτερικά ανοίγματα και με μια επίσης μικρή, σκιερή εσωτερική αυλή όπου με οδηγεί μια μεσήλικη γυναίκα. 

Στην αυλή υπάρχει μια κρεβατίνα αμπέλι με κάμποσα τσαμπιά, ακόμη άγουρα. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνί, εκεί από κάτω, και περιμένω.

Σκέφτομαι αυτόν τον παράδοξο τύπο, τον Άρπαλο. Είναι αλήθεια ότι χωρίς να τον ξέρω από κοντά, τον αντιπαθούσα ανέκαθεν. Στην καλύτερη περίπτωση τον θεωρούσα  άνθρωπο με ανεξέλεγκτα πάθη, στον οποίο δε μπορούσε να έχει κανείς εμπιστοσύνη. Την ίδια άποψη είχαν πολλοί σύμμαχοι, καθώς και οι περισσότεροι μακεδόνες, εκτός από τη μικρή ομάδα των κολλητών παιδικών φίλων του βασιλιά, της οποίας ο Άρπαλος είναι επίλεκτο μέλος. Ήταν η παρέα των νεαρών ευγενών που ακολούθησε τον Αλέξανδρο τον καιρό που αυτός συγκρούστηκε με τον πατέρα του και εγκατέλειψε για λίγο τη Μακεδονία.

Άλλαξα κάπως αυτή την αρνητική διάθεση απέναντί του, όταν οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν στο τελευταίο μου ταξίδι από τα Σούσα προς την Περσέπολη. Τότε, εκτός που είχε βοηθήσει εμένα και τη συνοδεία μου να απαλλαγούμε από  μια ομάδα ντόπιων ανταρτών που μας επιτέθηκαν καθ’ οδόν,  είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω μαζί του για διάφορα θέματα. Δεν είναι ότι έπαψα να τον θεωρώ αναξιόπιστο, όμως ανακάλυψα και ορισμένες ενδιαφέρουσες όψεις της προσωπικότητάς του, αν όχι κατ’ ανάγκην θετικές, τουλάχιστον αρκετά όμοιες με τις δικές μου.

Το έχω ήδη πει, αλλά το ξαναλέω γιατί το βρήκα παράξενο: αυτός ο επαρχιώτης ευγενής αγαπάει τα βιβλία και την ανάγνωση όσο κι εγώ, αγαπάει τις όμορφες καλλιεργημένες γυναίκες όπως κι εγώ, μόνο που εκείνος, παρά το φυσικό του μειονέκτημα (είναι χωλός), είναι πιο τολμηρός από μένα μαζί τους. Επί πλέον, απ’ ό, τι κατάλαβα απ’ τις κουβέντες του, οι σχέσεις του με την ομάδα του Ανάξαρχου του σοφιστή δεν είναι τόσο στενές και διαπλεκόμενες όσο φοβόμουν.  Τέλος, γνωρίζει την Αθήνα λιγότερο από εμένα, αλλά μοιάζει να νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο.

Απ’ ό, τι φαίνεται και εγώ του προέκυψα συμπαθής, γιατί δε ζητάμε χάρες από εκείνους που αντιπαθούμε, έτσι δεν είναι; Ο Άρπαλος λοιπόν με παρακάλεσε, αφού -όπως είχε μάθει κατ’ ευθείαν από τον Αλέξανδρο- επρόκειτο να συνοδέψω τα αγάλματα στην Αθήνα, όταν θα φτάσω εκεί, να βρω και  να πείσω τη μικρή Πυθιονίκη να τον ακολουθήσει στην Ασία∙ και εγώ δέχτηκα.

image002

Ύστερα από λίγο φάνηκε στην αυλή το λεπτό περίγραμμα μιας νέας γυναίκας. Είχε λευκό δέρμα, μαύρα μαλλιά και μεγάλα μάτια σε χρώμα που μου θύμισε αναταραγμένη θάλασσα μια ασυννέφιαστη μέρα.  Φοράει ένα είδος ελαφρού λευκού μανδύα που την καλύπτει από τον λαιμό ως τα πόδια. Δεν κρύβω πως περίμενα να δω μια έντονα αισθησιακή γυναίκα. Δεν ξέρω, μπορεί και να είναι αισθησιακή τελικά η Πυθιονίκη, αλλά εκείνη την πρώτη φορά που την είδα, μου φάνηκε χλωμή και αιθέρια, αλλά με μια έκφραση κάπως σκοτεινή  και αδιερεύνητη.

Της είπα ποιος είμαι και για χάρη ποιανού βρίσκομαι εκεί. Νομίζω πως σκίρτησε για μια στιγμή ακούγοντας το όνομα του Ελιμιώτη,  αλλά δεν με διέκοψε, ούτε έκανε σχόλια, παρά εξακολούθησε να με κοιτάζει -νομίζω- με κάποια ένταση.

Της έδωσα τη μικρή εβένινη κασετίνα που μου είχε δώσει γι αυτήν ο Άρπαλος. Την άνοιξε μπροστά μου. Μέσα υπήρχε ένα πολύτιμο ανατολίτικο περιδέραιο. Το κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει και ξανάκλεισε την κασετίνα.

«Χρειάστηκε να φύγει ξαφνικά», της είπα. «Όμως δεν είχε πρόθεση να σε εγκαταλείψει. Προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί σου, αλλά το πρώτο διάστημα μετά την επιστροφή του στην εκστρατεία βρισκόταν υπό επιτήρηση και δε ξέρει αν τα μηνύματά του έφτασαν ως εσένα».

Την κοίταξα ερωτηματικά και εκείνη κούνησε το κεφάλι της ανεπαίσθητα. Όχι δεν είχε λάβει μηνύματα από τον Άρπαλο ίσαμε τώρα.

«Εν τάξει», της λέω. «Σου φέρνω μήνυμα εγώ, τώρα. Ο Μακεδόνας δεν μπορεί να επιστρέψει στην Αθήνα αυτή τη στιγμή. Σε αγαπάει όμως και σε θέλει κοντά του. Εάν αποφασίσεις να τον ακολουθήσεις, όλα τα σχετικά με το ταξίδι θα τα αναλάβω εγώ. Εσύ δεν έχεις παρά να με ειδοποιήσεις πότε θα είσαι έτοιμη για αναχώρηση. Σύμφωνοι;»

Με κοιτάζει ανέκφραστη. Κάνει μόνο μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση χαιρετισμού με το κεφάλι, στρίβει και κατευθύνεται πίσω στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στη θέση της εμφανίζεται πάλι η μεσήλικη γυναίκα που μου άνοιξε την πόρτα όταν έφτασα. Έρχεται και στήνεται δίπλα μου προκειμένου να με συνοδέψει ως την έξοδο.

«Εσύ, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να είσαι η Βακχίδα» της λέω, «η πρώην κυρά της νεαρής».

«Ναι», μου απαντάει, «αυτή είμαι».

«Και τώρα;»

«Τώρα είμαι ο άνθρωπος που την περιποιείται. Μη σου φαίνεται παράξενο. Ο λόγος που με κράτησε κοντά της τώρα που έγινε ελεύθερη και τρανή κυρά η ίδια, είναι επειδή την αγαπούσα και τη φρόντιζα όταν ήμουν εγώ η κυρά της». 

«Αφού την αγαπάς και θέλεις το καλό της μάθε ότι ο Μακεδόνας που εξαγόρασε την ελευθερία της εξακολουθεί να την αγαπά και την θέλει κοντά του. Δεν είδα όμως να ενθουσιάζεται όταν της το είπα».

Βλέπω το πρόσωπο της Βακχίδας να φωτίζεται. «Ναι; Ο κυρ-Άρπαλος επέστρεψε; Τι μεγάλη χαρά. Το έλεγα εγώ πως δεν εξαφανίστηκε επίτηδες. Κάτι αναπάντεχο θα του συνέβη, έτσι δεν είναι;»

«Δεν επέστρεψε. Ζητά όμως από εσένα και την Πυθιονίκη να τον συναντήσετε στην Ασία. Εσύ φρόντισε ώστε η μικρή να πάρει τη σωστότερη απόφαση και ειδοποίησέ με σχετικά. Επίσης, ειδοποίησέ με εάν χρειαστείτε κάτι, οτιδήποτε. Λέγομαι Εύελπις. Θα με βρεις στον Λυκαβηττό, στον οίκο του Ευρύνου από τα Μέγαρα.

«Θα το φροντίσω. Όσο πιο γρήγορα γίνεται…»

Της χαμογελώ. «Εν τάξει, δε χρειάζεται πανικός. Αρκεί να προλάβουμε τις θερινές πλεύσεις για τη Ανατολή».

Μου πιάνει το χέρι. «Χρειάζεται»! μου λέει. «Η κυρά Πυθιονίκη περιμένει παιδί. Το παιδί του κυρ-Άρπαλου. Ένα κοριτσάκι απ’ ότι λένε οι ιέρειες της Ήρας. Αν δε βιαστεί, σε λίγο θα είναι πολύ δύσκολο, μάλλον αδύνατο να ταξιδέψει».

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

(συνεχίζεται…)

*****

[1] Δίπυλο: Κεντρική πύλη των Αθηνών με δύο ανοίγματα και παράπλευρους πύργους, στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από την Ελευσίνα (και την Πελοπόννησο), τον Πειραιά, αλλά και την Ακαδημία του Πλάτωνα.

[2] Ιερά πύλη: Παράπλευρη στο Δίπυλο μικρότερη πύλη στα τείχη των Αθηνών, ακριβώς στο σημείο όπου καταλήγει η Ιερά οδός. Πιθανώς από εδώ περνούσε έξω από την πόλη ο Ηριδανός ποταμός.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2017

Ένα ακόμη ποίημα του Ηλία Κουτσούκου 

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

  

 πως είμαι λέω αλγόριθμος

φυτεύω συν στα σύννεφα

μέσα μου πλην και μείον

άγνωστος χι τα πάθη μου

τα λάθη μου επί κι επί

μ’ ένα μηδέν σαν άβυσσος

να καιροφυλαχτεί

ψάξε όσο θες

τις τετραγωνικές μου ρίζες

χάνονται μέσα

στις πεδιάδες των συμφώνων

σε πάθη φωνηέντων χάνονται

ίσον

άντε γαμήσου επιτέλους Μοναξιά

μέσα στα  τίποτα τούτου του κόσμου

βλέπω μια άθλια συνάρτηση

 .

 

δες

λύνουνε κάποιοι εξισώσεις

άγριες μες στον ύπνο μου

καίνε ασταμάτητα  ανάσες μου

στο Άουσβιτς του Χρόνου

tetragoniki-riza-01

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο δεύτερο: Η εξομολόγηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Οκτώβριος, 2017

Μέρος έβδομο. Κεφάλαιο δεύτερο: όπου ο Οινοκράτης εξομολογείται

(αφηγείται ο Εύελπις)

20071030145259E312_8402

Ο συνεργάτης μου (θαρρώ πως πρέπει να συνηθίσω να του αποδίδω αυτή την ιδιότητα και όχι εκείνη του πιστού υπηρέτη, ή του παιδαγωγού σε ένα σωρό πρακτικά θέματα -πράγμα που όντως υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για μένα- όσο κι αν είμαι σίγουρος πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πώς τον αποκαλώ και ότι, παρά τις λεκτικές του υπερβολές, δεν έχει ποτέ ως τώρα καβαλήσει τον κάλαμο, νομίζοντας πως ιππεύει τον Βουκεφάλα), ο συνεργάτης μου λοιπόν ο Οινοκράτης, θέλει κάτι να μου εξομολογηθεί και εγώ του προτείνω να με συνοδέψει σε έναν περίπατο στο Άστυ.

Σήμερα στην Αθήνα είναι πολλοί εκείνοι που κουβεντιάζουν περπατώντας. Αυτή η ¨αριστοτέλεια¨ πρακτική έχει ασφαλώς βρει περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους Αθηναίους παρά οι απόψεις του Δάσκαλου περί λογικής, ηθικής ή αισθητικής.  Πριν φύγω, δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν στους δρόμους τόσες ομάδες πεζών συζητητών, όσες τώρα.

Εξάλλου θέλω να ξαναδώ μερικά οικεία σημεία της Αθήνας, εκείνα που φύτρωναν συχνά στα όνειρά μου όσο εισέδυα με το στράτευμα στις απόμακρες, εξωτικές περιοχές της Ασίας, δημιουργώντας μου το γλυκόπικρο άλγος του νόστου, του αισθήματος που συνοδεύει, τυραννάει και -κατά κάποιο περίεργο τρόπο- παρηγορεί τους ξενιτεμένους. Θέλω να δω αν οι αγαπημένες μου γωνιές είναι ακόμη όπως τις ονειρευόμουν ή αν έχουν υποστεί αλλαγές.

Ξεκινάμε έφιπποι απ’ την οικία του Λυκαβηττού, κατηφορίζουμε προς την κοίτη του Ιλισού και μπαίνουμε στο Άστυ από τις πύλες του Αιγέα. Αφήνουμε τα άλογα να μας περιμένουν κάτω από την επίβλεψη ενός νεαρού δημόσιου δούλου, σε έναν σκιασμένο δετήρα έξω από το θέατρο του Διονύσου, στην αρχή του ¨περίπατου¨ ανάμεσα στο λόφο των Μουσών και την Ακρόπολη.

Αυτό το μέρος, που πάντοτε αγαπούσα, ευτυχώς δεν έχει αλλάξει πολύ, παρά τα έργα που έγιναν πρόσφατα από τον Λυκούργο στο Θέατρο. Πράγματι η πρόσοψη είναι τώρα πιο πολυτελής -μνημειακή θα έλεγα, το κοίλον[1] έχει διευρυνθεί και τα παλιά ξύλινα καθίσματα έχουν αντικατασταθεί από μαρμάρινα. Όμως, παραδίπλα, το καμένο από τους Πέρσες και επισκευασμένο Παλιό Ωδείο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως χώρος φύλαξης των σιτηρών αποθεμάτων της πόλης, ενώ το παρακείμενο μεγάλο τετράγωνο Ωδείο του Περικλή υψώνει πάντοτε την κάπως περίεργη κωνική του στέγη (που θυμίζει τις σκηνές των στρατοπέδων και που φτιάχτηκε από την ξυλεία των περσικών πλοίων που κυριεύτηκαν στη μάχη της Σαλαμίνας) και προσφέρει στεγασμένο χώρο για τις μουσικές εκδηλώσεις των αθηναϊκών γιορτών.

Ο ¨περίπατος¨ είναι απόψε γεμάτος κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για τους συνήθεις Αθηναίους περιπατητές αλλά και για ιδιαίτερα πολλούς ξένους, όλων των ηλικιών. Νέους που ταξίδεψαν ως εδώ για να απολαύσουν τις αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των Μεγάλων Παναθηναίων που όπου να ‘ναι αρχίζουν, αλλά και ηλικιωμένους που έχουν και έναν άλλο μόνιμο πόλο έλξης στην Αθήνα: το θεραπευτήριο και το ναό του Ασκληπιού, που κι αυτός βρίσκεται εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, λίγο παρακάτω από το θέατρο. 

Σκέφτομαι πως δεν είναι μόνον εδώ που ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος τα πάνε καλά και κάνουν παρέα. Ο Ευρύνους μου έλεγε χτες, ότι στο γνωστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μόλις ολοκληρώθηκε και όπου να ‘ναι εγκαινιάζεται προς τέρψη των προσκυνητών και ίαση των ασθενών, ένα ακόμη θεατρικό οικοδόμημα. Το θέατρο αυτό λέγεται ότι έχει εξαιρετική ακουστική και οι ιερείς-γιατροί του Ασκληπιείου είναι σίγουροι πως θα έχει υψηλή θεραπευτική επίδραση στους άρρωστους και γενικότερα στους επισκέπτες.

Μου έρχεται η επιθυμία να ανεβώ στον Παρθενώνα, να πω μια κουβέντα με τους θεούς και να απολαύσω την πανοραμική θέα της καταπράσινης κεντρικής κοιλάδας της Αττικής γης, από τον Υμηττό, την Πεντέλη και την Πάρνηθα ίσαμε τα νερά του Φαληρικού όρμου, έτσι όπως λούζεται στις ακτίνες του απογευματινού ήλιου που έχει αρχίσει να κοκκινίζει. Αλλά αποφασίζω να αναβάλω αυτή την ανάβαση για μια άλλη μέρα. Σκέπτομαι πως έχω υποσχεθεί στον Οινοκράτη να τον ακούσω και  πως δεν πρέπει να τριγυρίζω απ’ το ένα σημείο στο άλλο, παρασυρμένος  από την γλυκιά αίσθηση της επιστροφής. Εάν ακολουθήσω την αλυσίδα των συναισθημάτων μου θα πρέπει να περιδιαβαίνω για ώρες ατέλειωτες τα στενά και τις λεωφόρους, τα υψώματα και τα άλση του Άστεως, ξαναζωντανεύοντας τις εφηβικές μου αναμνήσεις.

«Τι τρέχει λοιπόν Οινοκράτη;» του λέω, δείχνοντας ταυτόχρονα προς τα δεξιά, υπονοώντας ότι είναι καλύτερα να αφήσουμε την θορυβώδη πολυκοσμία του ¨περιπάτου¨ και να ακολουθήσουμε την οδό των Τριπόδων που περιβάλλει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από την άλλη πλευρά, την βορειοδυτική. Τελικά όχι και τόσο επιτυχημένη επιλογή γιατί και εκεί, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως μετά, ρέει μεγάλο πλήθος ξένων περιηγητών θαυμάζοντας και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα αγάλματα, τα αναθήματα και τα βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς που εκτίθενται παραταγμένα κατά μήκος της καμπύλης αυτής οδού.

«Τίποτα το δραματικό, αφέντη Εύελπι. Απλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου γιατί, αν πρόκειται να χειραφετηθώ και να αλλάξω υπόσταση -ή δεν είναι αυτή η σωστή λέξη;- εν πάση περιπτώσει, εάν η ζωή μου μπει σε νέα καλούπια, χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να ¨κλείσω¨ με την προηγούμενη. Όπως ξέρεις αφέντη Εύελπι, η προηγούμενη ζωή  μου έχει δύο φάσεις. Δίπλα στην οικογένειά σου έζησα τη δεύτερη, που διαρκεί πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια: από τότε που εσύ δεν ήσουν παρά ένα ζωηρό παιδί κι εγώ ένας νεαρός ναύτης αιχμάλωτος των Καρχηδόνιων πειρατών που μέσα στην γκίνια του είχε την τύχη να πουληθεί σε έναν δίκαιο και έντιμο άρχοντα, τον πατέρα σου, και να αναλάβει να επιβλέπει εσένα».

Τον διακόπτω.

«Ξέρεις κάτι Οινοκράτη. Κάνεις καλά που θες να χαράξεις τα πλαίσια της νέας σου ζωής. Ας αρχίσουμε λοιπόν με κάτι απλό και συγκεκριμένο. Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις πια ¨αφέντη¨, και ¨κύριο¨ και άλλα τέτοια. Το σκεφτόμουν μάλιστα σήμερα το πρωί. Ήδη, εδώ και καιρό εργάζεσαι μαζί μ’ εμένα και νομίζω πως από κοινού καταφέραμε κάμποσα πράγματα. Ως συνεργάτες. Για μένα λοιπόν είσαι ήδη ένας συνεργάτης και το ίδιο είμαι εγώ για σένα. Όχι πια αφέντης. Κι επειδή δεν είθισται να αποκαλεί ο ένας τον άλλο ¨Ω συνεργάτα¨, καλό είναι να με αποκαλείς με το όνομά μου: Εύελπι.  Εγώ σε έχω συνηθίσει ως Οινοκράτη, αλλά εάν θέλεις να το αλλάξεις δεν έχω καμία αντίρρηση».

«Όχι, όχι αφ… Εύελπι. Το όνομά μου είναι μια χαρά. Μ’ αρέσει. Άλλωστε η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάει ιδιαίτερα τον Διόνυσο, άρα και τα προϊόντα του και ό, τι τα θυμίζει. Και αφού το επιθυμείς θα προσπαθήσω να σε λέω και πάλι απλά Εύελπι, όπως όταν ήσουν μικρός.

Όμως σου έλεγα πως η ζωή μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι γνωστή και σε εσένα και στην αξιότιμη οικογένειά σου και σε εμένα, φυσικά. Εντούτοις ορισμένα πράγματα της προηγούμενης ζωής μου τα αγνοώ. Ή τα θυμάμαι κάπως, αλλά συγκεχυμένα και περιτυλιγμένα από την ομίχλη της νηπιακής ηλικίας. Και θα ήθελα τη βοήθειά σου για να τα ξεδιαλύνω».

«Να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω ό, τι μπορώ. Αλλά για πες μου, αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να δεις τον Αριστοτέλη; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα που θα σε βοηθήσουν να εξερευνήσεις την εποχή της παιδικής σου ηλικίας;»

«Έχω μάθει πως ο Σταγειρίτης Δάσκαλος εκτός από τη βαθιά του μόρφωση, είναι κάτοχος μιας μεγάλης παρακαταθήκης γνώσεων καταγραμμένων σε παπύρους και βιβλία. Ανάμεσά τους είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κείμενα που να αφορούν την ιστορία της πατρίδας μου, των Συρακουσών, την εποχή που ήμουν μικρός. Ναι, θα ήθελα να μάθω καλύτερα τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο».

«Κι αυτό μόνο και μόνο για να είσαι καλύτερα ενημερωμένος για την ιστορία της πόλης σου; Ή υπάρχει κάτι άλλο που ψάχνεις;»

«Υπάρχει. Ψάχνω το όνομα του πατέρα μου, για να ολοκληρώσω το δικό μου: Οινοκράτης ο εκ των Συρακουσών, ο γιος του…;».

«Για πες μου σε παρακαλώ τι ακριβώς ξέρεις, για να δω για τι πρέπει να ψάξουμε μαζί και πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω…» του λέω, απορημένος.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb-et-17531640

Επειδή η φασαρία του δρόμου είναι όντως ενοχλητική, προτείνω στον Οινοκράτη να διακόψουμε τον περίπατο και να καθίσουμε σε ένα κυλικείο, εκεί λίγο παρά πάνω. Από το σημείο αυτό μπορεί να θαυμάσει κανείς όλο το βορειοδυτικό μέρος της πόλης, από τα μέγαρα του κέντρου, τα τείχη του Θεμιστοκλή, την πύλη του Διογένη ως και, στο βάθος, τις Αχαρνικές πύλες καθώς βάφονται με τις ιώδεις αποχρώσεις του δειλινού.

Συνεχίζουμε την κουβέντα μας μπροστά σε μια οινοχόη με οίνο κόκκινο και, φυσικά, κεκραμένο. Έτσι, ανάμεσα σε μια κύλικα και μια άλλη, μαθαίνω για την προγενέστερη ζωή του Οινοκράτη πράγματα που δεν ήξερα ή που δε θυμόμουνα, γιατί ποτέ δε είχε χρειαστεί να τα προσέξω ιδιαίτερα.  

Μαθαίνω λοιπόν ότι ο ικανός συνεργάτης μου έχει γεννηθεί σε έναν αποκλειστικά γυναικείο κρατικό οίκο που συντηρούσε δίπλα στα ανάκτορα ο Διονύσιος ο πρώτος, ο επί μακρύ χρονικό διάστημα τύραννος των Συρακουσών και όπου στεγάζονταν, λίγο πολύ μόνιμα και κατά κάποιο τρόπο κοινοβιακά, επιλεγμένες όμορφες γυναίκες, οι οποίες εκπαιδεύονταν ειδικά έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν -με διακριτικότητα- τις απαιτήσεις της ανεπίσημης πολιτικής του καθεστώτος. Ένα είδος επίλεκτες δημόσιες εταίρες, ωραίες και καλλιεργημένες όσο και οι ¨δικές μας¨, οι Αθηναίες, αλλά που τις επιδοτούσε και τις έλεγχε το κράτος, στο οποίο και έπρεπε να δίνουν αναφορά.

Ο Οινοκράτης βέβαια, έμαθε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο από πηγές κοντινές στην αντιπολίτευση και τους εχθρούς του Διονύσιου, αργότερα, μετά το θάνατο της μητέρας του. Η μητέρα του ήταν ένα από τα θύματα των μακρόχρονων αιματηρών επεισοδίων που συνόδεψαν τη διεκδίκηση της διαδοχής του τυράννου από τον γιό του και άλλους επίδοξους κυβερνήτες∙ πέθανε όταν ο μικρός ήταν περίπου δέκα χρονών χωρίς να προλάβει ή να θελήσει να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του.

 Αυτό που ο ίδιος θυμάται από τη νηπιακή του ηλικία είναι ένα ευχάριστο περιβάλλον γεμάτο τρυφερές γυναίκες και μερικά πιτσιρίκια, προεφηβικής ηλικίας σαν κι αυτόν, που κυκλοφορούσαν παίζοντας και ξεφωνίζοντας, στους πίσω χώρους και στους κήπους του μεγάρου.

Εκείνο που δεν θυμάται είναι την ύπαρξη ενήλικων ανδρών, αν εξαιρέσει κανείς κάποιους ευνούχους και κάποιους γέροντες γιατρούς και ιερείς που και αυτοί εμφανίζονταν αραιά και  που. Σπάνια έρχονταν στο μέγαρο και ορισμένοι επισκέπτες φέρνοντας δώρα σε συγκεκριμένες γυναίκες, καθώς και παιχνίδια και γλυκά για τα παιδιά. Έναν από αυτούς ο Οινοκράτης τον θυμάται και, κάτι του λέει, ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι αυτός ο υψηλόσωμος άνδρας με την επιβλητική γενειάδα που του τσίμπησε μια φορά το μάγουλο, αλλά που ο ίδιος δεν του πάτησε σε απάντηση το πόδι, γιατί του είχε φέρει ένα αλογάκι-τραμπάλα και μια μεγάλη πλάκα παστέλι. Ο άνδρας αυτός, που κατά κάποιο τρόπο είχε εντυπωσιάσει τον μικρό Οινοκράτη (που, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ονομαζόταν βέβαια τότε Οινοκράτης, αλλά που η μαμά του τον φώναζε χαϊδευτικά Τσίτσο – στη τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτι σαν ¨σπλάχνο¨) ήταν ντυμένος με τον τρόπο που, όπως ανακάλυψε αργότερα, ντύνονται οι άρχοντες της Αττικής.  Ή λοιπόν ήταν ένας πλούσιος κομψευόμενος Συρακούσιος που ακολουθούσε το συρμό, ή κάποιος εύπορος Αθηναίος επισκέπτης.

«Εσύ, πότε ακριβώς γεννήθηκες;» ρωτάω τον Οινοκράτη.

«Σύμφωνα με τις διηγήσεις της μητέρας μου όχι πολύ μετά το θάνατο του Διονύσιου του πρεσβύτερου και την αρχική ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του, τον Διονύσιο τον δεύτερο.

«Σε ‘ρωτώ γιατί θυμάμαι ορισμένα πράγματα για την ιστορία των Συρακουσών από τα μαθήματά μου στη σχολή του Ισοκράτη. Ο Διονύσιος ο πρώτος, ένας τύπος που έμοιαζε κάπως με τον Πεισίστρατο των Αθηνών, πέθανε ύστερα από καμιά σαρανταριά χρόνια άσκηση εξουσίας. Αν λοιπόν γεννήθηκες ένα ή δύο χρόνια μετά τη διαδοχή, πρέπει να είσαι τώρα περίπου τριάντα έξη ή τριανταεπτά χρονών».

«Τόσο υπολογίζω κι εγώ»

«Όμως, αν θυμάμαι καλά, ο Διονύσης ο νεότερος δεν είχε τις ικανότητες του πατέρα του και μερικά χρόνια αργότερα ανετράπη από έναν ντόπιο ευγενή ονόματι Δίωνα. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια άλλη ελληνική πόλη της περιοχής…»

«Πράγματι, στις αναταραχές εκείνης της εποχής σκοτώθηκε η μητέρα μου. Ο Διονύσης κατέφυγε στους Επιζεφύριους Λοκρούς, μια αποικία των Οζολών Λοκρών στην άκρη της ιταλικής χερσονήσου. Και μας πήρε μαζί του. Εννοώ πολλά από τα παιδιά και τις γυναίκες του  Μεγάρου. Μαζί τους κι εμένα που ήμουν τότε εννιά ή δέκα ετών. Εκεί συνέχισα τις βασικές σπουδές μου και απ’ ότι ξέρω σε αυτό βοήθησαν και κάποια χρήματα που έφταναν που και που για μένα από την τράπεζα ενός -αν θυμάμαι σωστά το όνομα- Ανδρομήδη από τις Συρακούσες. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι εγώ μεν μεγάλωνα, ο δε Διονυσάκης ο Μικρός, όπως τον αποκαλούσαν  πολλοί, ετοίμαζε στράτευμα προκειμένου να επιστρέψει και να ανακτήσει την εξουσία στις Συρακούσες, με εκπαίδευσαν περί τα στρατιωτικά.

Έτσι τελικά κατέληξα πεζοναύτης σε ένα από τα πλοία που περιπολούσαν στο Ιόνιο φροντίζοντας για την ασφάλεια της πλεύσης από και προς το λιμάνι των Επιζεφυρίων.

Δεν φτούρησα όμως εκεί. Σε μια απ’ τις πρώτες θαλάσσιες εξορμήσεις στις οποίες συμμετείχα, το πλοίο μου έπεσε σε παγίδα και αιχμαλωτίστηκε από Καρχηδόνιους πειρατές. Τελικά εγώ κατέληξα σ’ ένα δουλοπάζαρο του Πειραιά, ενώ την ίδια περίοδο ο Διονύσης επέστρεφε στις Συρακούσες και ανακτούσε -αλλά όχι για πολύ, απ’ ό, τι έμαθα- την εξουσία.

e4

«Από τότε που ήρθες στην Αθήνα δεν κατάφερες να μάθεις κάτι περισσότερο για την καταγωγή σου;»

«Από τη μια δεν μπορούσα, γιατί δεν είχα πια κανένα συγγενή εκεί. Μια φίλη της μητέρας μου που μου είχε συμπαρασταθεί για ένα διάστημα, πέθανε κι αυτή και κάποιοι ελάχιστοι φίλοι από το στράτευμα ήτανε πια δυσπρόσιτοι. Από την άλλη προσπαθούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια της προσωπικής μου ελευθερίας δημιουργώντας μια δική μου ¨φιλοσοφία¨. Όμως δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ… Αυτή η ¨φιλοσοφία¨ απαιτούσε από μένα ψύχραιμη συμπεριφορά και μαζί κάποια αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, την οποία όμως έχανα κάθε φορά που αναπολούσα ή έψαχνα το παρελθόν».

«Καλά, όμως για αυτό το παρελθόν δεν έχεις κανένα άλλο σημείο αναφοράς; Κάποιο όνομα, ή κάποιο ενθύμιο…;»

«Έχω

«Τι;»

Ο Οινοκράτης έχωσε το δεξί του χέρι στο εσωτερικό του ιμάτιού του και μετά το ανέσυρε από κάποιο κρυφό εσωτερικό θυλάκιο με την παλάμη κλειστή. Άνοιξε τα νευρώδη, λεπτά του δάκτυλα και μου έδειξε το περιεχόμενο. Ένα δαχτυλίδι. Μάλλον χρυσό.    Μου το έδωσε. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, για αυτό σηκώθηκα και πήγα να το εξετάσω κοντά στον πλησιέστερο δαυλό. Ήταν πράγματι χρυσό και στην επάνω πλευρά είχε χαραγμένο ένα Άλφα. Επέστρεψα στο τραπέζι με τα ποτά και ξαναγέμισα τα ποτήρια. Του το επέστρεψα.

«Νομίζω πως είναι σημαντικό στοιχείο, Οινοκράτη. Σού το έδωσε η μητέρα σου;»

«Ναι, λίγο πριν πεθάνει. Αλλά ήταν βαριά τραυματισμένη και δε μπόρεσε να μου μιλήσει γι αυτό».

«Πριν λίγο μου ανάφερες έναν Ανδρομήδη… Αν δεν κάνω λάθος έλεγες πως ήταν τραπεζίτης και πως σου έστελνε χρήματα…»

«Τα χρήματα δεν έφταναν σε εμένα προσωπικά, αλλά στην καλή φίλη της μητέρας μου, πού όσο ζούσε με προστάτευε. Αυτή μου ανέφερε κάποτε αυτό το όνομα…»

«Που αρχίζει από Άλφα!»

«Ναι, αρχίζει από Αλφα και πάντα πίστευα ότι αν καταφέρω κάποτε να επιστρέψω πάλι πίσω στις Συρακούσες θα πρέπει ίσως να πάω να τον επισκεφτώ. Όμως στην πρόσφατη περιπέτειά μας με τους ¨τυραννοκτόνους¨, όπως ξέρεις, μου συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ξανασυνάντησα έναν παλιό μου φίλο από την πατρίδα. Τον Φιλήμονα, τον κωμωδιογράφο. Σου τον γνώρισα και ‘σένα, θα τον θυμάσαι υποθέτω».

«Ναι, βέβαια, θυμάμαι για ποιον μιλάς».

«Τον ρώτησα λοιπόν για τον Ανδρομήδη…»

«Και; Τον γνωρίζει;».

«Χμμ… -σκέψου την ειρωνεία με την οποία μας αντιμετωπίζει καμιά φορά η Ειμαρμένη. Τον γνωρίζει, όντως.  Έχει τη σωστή ηλικία και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φυσικός μου πατέρας, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το επαληθεύσουμε από τον ίδιο.

«Γιατί; Πέθανε κι αυτός;»

«Μάλλον όχι, αλλά είναι κι αυτός αιχμάλωτος των Καρχηδονίων. Τον έπιασαν πρόσφατα, καθώς ταξίδευε συνοδεύοντας ένα φορτίο σιτηρά προς την Κηρύνη. Οι Αφρικανοί έχουν ζητήσει λύτρα, μου είπε ο Φιλήμονας, αλλά από ό, τι ξέρει απ’ την αλληλογραφία και τις επαφές του με την πατρίδα, οι συγγενείς και κληρονόμοι του τραπεζίτη σφυρίζουν αδιάφορα. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Υπάρχει και ένα άλλο σημείο που με προβληματίζει, σχετικά με τον Ανδρομήδη, αν και νομίζω πως δεν έχει αποφασιστική σημασία…»

«Τι πράγμα;»

«Από αυτά που ξέρει γι αυτόν ο Φιλήμονας, προκύπτει ότι, παρά την ιδιότητα του τραπεζίτη, ο Ανδρομήδης είναι φανατικός φιλολάκων. Ξέρεις, από εκείνους που θαυμάζουν τους Σπαρτιάτες όχι μόνο για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά και για τη γενικότερη νοοτροπία τους. Υπάρχουν αρκετοί φανατικοί αυτού του είδους. Αυτό, θα μου πεις, είναι ιδιαίτερα παράδοξο για έναν τραπεζίτη, δεδομένου ότι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν καν ένα νόμισμα της προκοπής και περιφρονούν τις χρηματικές συναλλαγές. Τουλάχιστον αυτό λέει η παράδοση, αν και τα τελευταία χρόνια πολλά παραδοσιακά πράγματα έχουν αρχίσει να χαλάνε… Σε κάθε περίπτωση, ένας φιλολάκων δεν θα φορούσε ποτέ αθηναϊκή φορεσιά. Εμένα μου φαίνεται πολύ απίθανο. Αλλά  εάν ο πατέρας μου είναι ο Ανδρομήδης, τότε ποιος ήταν εκείνος ο αθηνοφορεμένος που με εντυπωσίασε όταν ήμουν μικρός; Αποκλείω να ήταν κάποιος θαυμαστής των Λακεδαιμονίων».

Γελάω.

«Και έτσι, Οινοκράτη μου, να που έρχεται στο προσκήνιο και πάλι ο Αριστοτέλης, ή μάλλον το Άλφα του ονόματός του». Δεν χαμογελάει.

«Εντάξει του λέω, έχουμε αντιμετωπίσει δυσκολότερα αινίγματα. Ναι είσαι σίγουρος ότι δεν θα αφήσουμε άλυτο αυτό. Όσο για τον Αριστοτέλη, άσε να το χειριστώ πρώτα εγώ και εάν χρειαστεί τον βλέπουμε και μαζί». Αυτήν τη φορά χαμογελάει.

Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι. Τυπικά, χάνω έναν ικανό δούλο, αλλά στην ουσία κερδίζω κάτι πολύ πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: έναν καλό φίλο.

…..%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

[1] Κοίλον: ο αμφιθεατρικός χώρος του αρχαίου θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

Posted by vnottas στο 18 Οκτώβριος, 2017

Μέρος Έβδομο: Η δίκη

Κεφάλαιο πρώτο: Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται την Ωραία των Αθηνών

images (12)

Ο Εύελπις βρίσκεται στον  προθάλαμο της πολυτελούς κατοικίας της Φρύνης. Και περιμένει. Αδιαμαρτύρητα.

Η αναμονή αποτελεί αποδεκτή οφειλή στην ιδέα του κάλλους, για την οποία οι θεοί αποφασίζουν που και που, όχι πάντα, να δώσουν μια χειροπιαστή (ω πόσο!) γεύση στους θνητούς. Και η Φρύνη αποτελεί τη ζωντανή  απόδειξη ότι η ωραιότητα έχει θεία προέλευση, ο Εύελπις το ξέρει  και γι αυτό υποκλίνεται νοερά και περιμένει.

Ο προθάλαμος είναι διακοσμημένος με καλλιτεχνήματα εμπνευσμένα από την (νυν – προφανώς στο μέλλον θα υπάρξουν κι άλλες) Ωραία των Αθηνών και φιλοτεχνημένα από τους πιο γνωστούς γλύπτες και ζωγράφους της εποχής. Έτσι ώστε, σκέφτεται ο Εύελπις, οι θαυμαστές της ωραίας που φτάνουν μόνο μέχρι εδώ και δεν καταφέρνουν να περάσουν στα ιδιαίτερα δωμάτιά της, να παίρνουν τουλάχιστον μια ορατή (αν και όχι απτή)  δόση ομορφιάς και να αποζημιώνονται κάπως.

Όπως είναι αναμενόμενο, σε περίοπτες θέσεις υπάρχουν χάλκινα και μαρμάρινα έργα του Πραξιτέλη. Μερικά απ’ αυτά είναι οι δυσεύρετες αρχικές μελέτες-μικρογραφίες ογκωδέστερων έργων που κοσμούν σήμερα ναούς και πλατείες πολλών πόλεων.

Ο Εύελπις ξέρει, όπως άλλωστε όλη η πόλη, ότι ο διάσημος Αθηναίος γλύπτης, παρά τη διαφορά ηλικίας, υπήρξε  ο μεγάλος έρωτας της Φρύνης. Τα περίφημα αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, τα ενέπνευσε εκείνη και φιλοτεχνήθηκαν με πρότυπο το δικό της σώμα και το δικό της πρόσωπο. Σήμερα ο Πραξιτέλης έχει περάσει τα εξήντα και απ’ ό, τι είπε στον Εύελπι η μητέρα του, η κυρά Άνθεμη, που είναι καλά πληροφορημένη περί τα ¨αθηναϊκά¨, δεν είναι και τόσο καλά στην υγεία του. Λέγεται ότι το εργαστήριο έχει περάσει πλέον στα χέρια των γιών του, του Κηφισόδοτου και του Τίμαρχου, αλλά η Φρύνη (και η κυρά Άνθεμη λέει πως το βρίσκει σωστό και το εγκρίνει) δεν έχει παύσει να επισκέπτεται και να συμπαραστέκεται στον αλλοτινό της έρωτα.

Στο μυαλό του Εύελπι έρχεται η παλιά χαριτωμένη ιστορία, τότε που ο Πραξιτέλης θέλησε να χαρίσει ακόμη ένα έργο του στη Φρύνη και εκείνη, φυσικά, απαίτησε το καλύτερο. Εκείνος της είπε να διαλέξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να της δώσει το δημιούργημα που ο ίδιος και όχι αυτή, θεωρούσε πιο πετυχημένο. Ο Πραξιτέλης όμως απέφευγε να της αποκαλύψει ποιο προτιμούσε. Της έλεγε ότι όλα ήταν σαν παιδιά του και άλλα τέτοια, που λένε συνήθως οι καλλιτέχνες.

Η Φρύνη όμως δεν το ‘βαλε κάτω, οπότε μια στιγμή εμφανίζεται ένας υπηρέτης, βαλτός από εκείνην, και λέει στον γλύπτη: ¨Τρέξε Πραξιτέλη, καίγεται το εργαστήρι σου και μερικά έργα καταστράφηκαν!¨ κι εκείνος, ανήσυχος, αυθόρμητα, εύχεται και ρωτάει: ¨Ελπίζω ανάμεσά τους να μην είναι ο Σάτυρος και ο Έρωτας;¨ Οπότε εκείνη χαμογελώντας θριαμβευτικά του λέει: ¨Δεν κάηκε τίποτα αγαπημένε μου Πραξιτέλη, αλλά ένα από αυτά τα έργα σίγουρα θα το χάσεις. Γιατί, αποφάσισα: ένα απ’ αυτά  είναι το άγαλμα που θα μου χαρίσεις!¨  

Έτσι η Φρύνη απέκτησε τον ¨Έρωτα¨ που στη συνέχεια τον αφιέρωσε στον ναό της Αφροδίτης στις Θεσπιές, την ιδιαίτερή της πατρίδα, ενώ ο ¨Σάτυρος¨ παρέμεινε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στην οδό των Τριπόδων, κάτω από την Ακρόπολη,  ούτως ώστε όλοι να μπορούν να θαυμάσουν έναν σάτυρο χωρίς τραγοπόδαρα μεν, πλην όμως νέο, όμορφο και μόνον υπαινικτικά λάγνο και θηριώδη.

images (6)

Ανάμεσα στις ζωγραφιές που κοσμούν τους τοίχους του προθάλαμου, ξεχωρίζει μια απεικόνιση της Φρύνης φτιαγμένη από τον Απελλή, τον εικονογράφο από την Σικυώνα. Ο Εύελπις τον θυμάται. Είχε γίνει ήδη γνωστός στην Αθήνα προτού γνωρίσει τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, τον οποίο και ακολούθησε στην ασιατική εκστρατεία ίσαμε την Έφεσο, ως προσωπικός του ζωγράφος. Ίσως η απουσία του από την Αθήνα να είναι η αιτία που τα έργα του όπου κυριαρχεί η εικόνα της, είναι λιγοστά.  Όμως, μια άλλη αιτία μπορεί να είναι ότι οι παρέες της Φρύνης απαρτίζονταν (και απαρτίζονται ακόμη) από καλλιτέχνες και πολιτικούς που αντιπαθούν, εάν δεν εχθρεύονται ανοιχτά, τους Μακεδόνες.  Αρχίζοντας από τον κολλητό της, τον ρήτορα Υπερείδη, όλοι σχεδόν οι φίλοι της ανήκουν στους Αθηνοκεντρικούς και στους Αντιμακεδόνες∙ επομένως δεν υπήρξε (πολύς) χώρος για εκείνους που, όπως ο Απελλής, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Ο Υπερείδης είναι εκείνος που την είχε υπερασπιστεί όταν κατηγορήθηκε από κάποιον Ευθία για ασέβεια προς του παραδοσιακούς θεούς και επειδή (κατά τον Ευθία – ως άλλος Σωκράτης) εισήγαγε στην Αθήνα έναν λάγνο καινό δαίμονα, θρακικής προέλευσης, τον αποκαλούμενο Ισοδαίτη.

Ο Εύελπις χαμογελάει. Τη θυμάται τη δίκη της Φρύνης. Ήταν λίγο πριν την αναχώρησή του για την Ασία. Ήταν μία ακόμη περίσταση που οι Αθηναίοι είχαν διαιρεθεί: χωρισμένοι σε υπέρ και κατά του ζεύγους της κατηγορούμενης και του υπερασπιστή της, αλλά και διαιρεμένοι με βάση πόσο (και ποιο) μέρος του ωραίου της κορμιού είχε επιδειχθεί γυμνό στους δικαστές, προκειμένου η άψογη θέασή του να συνηγορήσει για την  γενικότερη αθωότητά της. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν μόνο το αριστερό στήθος της, άλλοι το δεξί, άλλοι ισχυρίζονται ότι το θέαμα υπήρξε ολικό και πανοραμικό.

Υπήρξε επίσης διαφωνία σχετικά  με το εάν η αναζήτηση της ¨γυμνής¨ αλήθειας  ήταν  εύρημα της υπεράσπισης ή ήταν πρωτοβουλία της Φρύνης της ίδιας.  Ο Εύελπις θυμάται ότι είχε τόσο πολύ κόσμο στη δίκη (είχε γίνει χαμός από ντόπιους και ξένους επισκέπτες) που, τόσο η ακρόαση, όσο και η θέαση της διαδικασίας από το κοινό είχε καταντήσει προβληματική. Μέσα σε έναν τέτοιο σαματά και ένα τέτοιο στριμωξίδι, ο κάθε ένας είδε κι άκουσε ό, τι ήθελε.

Πάντως ο Εύελπις θυμάται πως, αν και τότε δεν ήταν τόσο ενήμερος για τις πολιτικές μανούβρες όσο τώρα, είχε ήδη θεωρήσει ότι η δίκη της Φρύνης ήταν στην ουσία μια πολιτική δίκη. Η ανερχόμενη τότε (μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνεια) παράταξη των φιλομακεδόνων, είχε βάλει στόχο την αντίπαλη ομάδα  και είχε εγκαλέσει το πιο τρωτό μέλος της, την Φρύνη, προκειμένου να αποδυναμώσει ένα από τα ηγετικά της στελέχη, τον (σύμφωνα με πολλούς ευνοούμενο εραστή της) ρήτορα Υπερείδη. Αυτήν τη δίκη οι φιλομακεδόνες την έχασαν, -οι φιλόκαλοι δικαστές αθώωσαν  τη Φρύνη- ευτυχώς χωρίς πολλές παράπλευρες απώλειες, μια που η πολιτική της συσπείρωσης των Ελλήνων (περί τους Μακεδόνες) έδειχνε να πετυχαίνει και η εκστρατεία προς ανατολάς ξεκινούσε θριαμβευτικά. ¨Όμως¨, σκέφτεται ο Εύελπις με το νου του στην επικείμενη δίκη που ξεκινάει ο Αισχίνης, ¨νομίζω πως σ’ αυτό έχει δίκιο ο Δημάδης, καλό θα είναι να μην επαναληφθεί μια δικαστική αποτυχία, γιατί, αυτήν τη φορά,  ενδέχεται να είναι περισσότερο επώδυνη για όλους¨.

images (5)

Ένα θρόισμα των παραπετασμάτων που χωρίζουν τον προθάλαμο από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του οίκου της Φρύνης αποσπά τον Εύελπι από τους ¨εν αναμονή¨ συλλογισμούς του. 

Ακούγεται μια ευχάριστη καμπανιστή φωνή.

«Και όμως… Νομίζω πως σε θυμάμαι νεαρέ Μεγαρέα. Μα ναι, σίγουρα σε έχει πάρει το μάτι μου, παλιότερα, σε γιορτές και συναντήσεις. Αν και έχω την εντύπωση ότι, τότε, ήσουν μάλλον ντροπαλός και πως στις συντροφιές έμενες μάλλον στο περιθώριο».

Ο Εύελπις σηκώνεται και γέρνει το κεφάλι του μπροστά χαιρετίζοντας την οπτασία που εμφανίστηκε ανάμεσα στα κεντημένα παραπετάσματα.

«Εάν ωραία Φρύνη με θυμάσαι, έστω και αμυδρά, το θεωρώ μεγάλη μου τιμή», της λέει.

«Συνήθως έκανες παρέα με τους ακόλουθους του Ισοκράτη, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, ανήκω σε μια από τις τελευταίες φουρνιές των μαθητών της σχολής του, πριν ο δάσκαλος διαβεί την  Αχερούσια Πύλη».

Η Φρύνη του δείχνει μια πολυθρόνα και του κάνει νεύμα ότι μπορεί να καθίσει. Η ίδια κάθεται σε μια άλλη, απέναντί του. Εμφανίζονται δύο νεαρές θεραπαινίδες κρατώντας δίσκους με αναψυκτικά: μελίκρητο[1] και ένα είδος ελαφριού κυκεώνα[2]. Τα τοποθετούν στο χαμηλό τραπέζι  ανάμεσά τους και αποσύρονται. Η Φρύνη τον κοιτάζει ερωτηματικά, εκείνος της δείχνει τον κρατήρα με τον κυκεώνα και εκείνη του γεμίζει ένα σκύφο, ενώ για τον εαυτό της ετοιμάζει μία κύλικα με μελίκρητο.

Η Ωραία είναι τώρα ελαφρά ειρωνική: «Ώστε η μοίρα των ¨πανελλαδιστών¨ τους οδηγούσε εν τέλει στην αυλή των Μακεδόνων;…»

Ο Εύελπις έχει προς στιγμήν αφαιρεθεί θαυμάζοντάς την.  Η κόμμωσή της είναι περίτεχνη, αλλά το πρόσωπό της είναι καθαρό από ψιμύθια.  Φοράει ένα, εκ πρώτης όψεως απλό, λευκό πτυχωτό φόρεμα… Όμως η παρατήρησή της τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Θα ήταν μεγάλη και εκλεκτή απόλαυση εάν θα είχα την ευκαιρία μα συζητήσω μαζί σου τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις αξιέραστη Φρύνη. Και είμαι απολύτως στη διάθεσή σου αν επιθυμείς κάτι τέτοιο. Ωστόσο επίτρεψέ μου πριν απ’ όλα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου προς την Θαΐδα και να σου μεταφέρω την αγάπη, τον σεβασμό και την πάγια εκτίμησή της απέναντί σου».

Η Φρύνη χαμογελάει.

«Η Θαίδα είναι μια ταλαντούχα νέα» λέει. «Δεν ξέρω αν έκανε καλά όταν αποφάσισε να ακολουθήσει την εκστρατεία, αλλά ήμουν πάντοτε σίγουρη ότι και εκεί θα άφηνε το χνάρι της».

Η Φρύνη κοιτάζει τον συνομιλητή της κατά πρόσωπο, προσεκτικά. Προφανώς κάτι θα τον ρωτήσει και θέλει να ανιχνεύσει την απάντηση, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην έκφρασή του. «Αληθεύει ότι είναι αυτή που προκάλεσε την πυρκαγιά της Περσέπολης;»

Ο Εύελπις ξέρει ότι η Φρύνη δεν δίστασε να δείξει και μάλιστα με θεαματικό τρόπο τις δικές της απόψεις για όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όταν πρότεινε στους Θηβαίους να αναγείρει και πάλι, με δικά της έξοδα, τα τείχη της πόλης που κατάστρεψε ο Αλέξανδρος. Η Ωραία δεν κατέχει μόνον άφθονο χρήμα, αλλά έχει και άποψη και κουράγιο: όλα τα απαραίτητα για να τροφοδοτηθεί ο μελλοντικός της θρύλος. Η (συντηρητική) ηγεσία της πόλης των Θηβών αρνήθηκε, αλλά η προσφορά πέρασε το ίδιο στην Ιστορία. Τώρα να που η Φρύνη ενδιαφέρεται, ίσως να ανησυχεί ή ίσως να χαίρεται, ακούγοντας πως η νεαρή Θαΐδα έκανε κάτι ακόμη πιο θεαματικό.  Έκαψε, ως νέα ενσάρκωση της Νέμεσης τα παλάτια της πρωτεύουσας των Περσών.

Ο Εύελπις ανασηκώνει το ένα φρύδι και της χαμογελάει.

«Όχι» της απαντά. «Δεν ήταν αυτή.  Άλλωστε πιστεύω ότι εάν το είχε κάνει εκείνη, εσύ θα το ήξερες ήδη». 

Η Φρύνη δεν αγνοεί το υπονοούμενο του Μεγαρέα. «Νομίζω ότι μου αποδίδεις γνώση πραγμάτων και εποπτεία των καταστάσεων που, δυστυχώς, δεν έχω. Ποιος ήταν λοιπόν ο εμπρηστής;»

«Θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντι σου ωραία Φρύνη και ελπίζω να είσαι και εσύ εξ ίσου ειλικρινής, αν και ξέρω λίγο-πολύ τόσο τις γενικότερες απόψεις σου, όσο και εκείνες των στενών σου φίλων. Αν αναρωτιέσαι γιατί αυτή η εμπιστοσύνη, θα σού πω ότι πιστεύω πως υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους ανθρώπους που διαθέτουν καλή πίστη, όποια κι αν είναι η πολιτική που ο καθένας κρίνει προσφορότερη για την σημερινή κατάσταση».

«Σε ακούω με ενδιαφέρον νεαρέ Μεγαρέα».

«Σχετικά με την πυρκαγιά, αυτή φαίνεται πως ήταν το μοιραίο αποτέλεσμα της σύγκλισης δύο πραγμάτων: Αφ’ ενός η φωτιά στην Περσέπολη ήταν μια στρατηγική αναγκαιότητα στη διεξαγωγή ενός πολέμου σε εξέλιξη, όπου δεν έχει γραφτεί ακόμη το οριστικό τέλος, επομένως μερικά ¨εκφοβιστικά¨ ή απλώς ¨προληπτικά¨ μέτρα έχουν τους οπαδούς τους. Αφετέρου, ανεξάρτητα με το ποιος άναψε το δαδί, η απόδοση της ευθύνης στην Θαΐδα (όχι μόνο σε αυτήν, αλλά γενικότερα στην Αθηναϊκή πολιτική η οποία παρουσιάζεται ως παρεμβατική και εκδικητική) είναι  μια εσκεμμένη συκοφαντική επιχείρηση, έτσι ώστε να υπονομευτεί η σχέση της Αθήνας με τους Μακεδόνες προς όφελος άλλων πολιτικών και άλλων επιρροών. Γιατί δε ρωτάς τους Αθηναίους πρέσβεις που συνόδεψαν τα αγάλματα; Θα δεις ότι ξέρουν κάποια πράγματα και ενδεχομένως θα σου μιλήσουν σχετικά.

Όμως προηγουμένως με ρώτησες κάτι άλλο. Εάν η θεωρητική διδασκαλία του Δάσκαλου Ισοκράτη για ενότητα των Ελλήνων συμβιβάζεται με την συγκεκριμένη μακεδονική ηγεμονία, πρώτα του Φίλιππου και τώρα του Αλέξανδρου. Θα σου απαντήσω ευθέως: όχι. Όχι πλήρως.

Είναι αλήθεια ότι ο Δάσκαλος Ισοκράτης απογοητευμένος από τις έριδες και τις μικροκακίες των πολιτικών παρατάξεων είχε απευθυνθεί γραπτά προς τον Φίλιππο ζητώντας του να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες, όμως είναι αλήθεια επίσης, κακά τα ψέματα,  ότι η ηγεμονία και η καθοδήγηση των Ελλήνων που είχε αρχικά στο μυαλό του ο Ισοκράτης αφορούσε βασικά την Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτή είναι που θα έπρεπε να αναλάβει τα ηνία, όχι νικώντας σε έναν ακόμη καταστρεπτικό πόλεμο, αλλά επειδή, απλούστατα, θα μπορούσε να πείσει τους Έλληνες για το αυτονόητο: πόσο ανόητες και φθοροποιές είναι οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις.

Αλλά η Ιστορία ακολούθησε διαφορετικό ρου. 

Τώρα εσύ ίσως δεν έχεις άδικο να αναρωτιέσαι πώς και γιατί οι οπαδοί των θεωριών του Ισοκράτη υποστηρίζουν την ηγεσία των Μακεδόνων. Η ορθότερη απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η πιο απλή: Ούτε η Αθήνα ούτε καμιά άλλη από τις παραδοσιακά ισχυρές ελληνικές πόλεις είναι σε θέση σήμερα να ηγηθεί σε ένα σοβαρό πανελλήνιο ενωτικό εγχείρημα. Η Ιστορία διανύει μία φανερή καμπή και είναι μοιραίο να εμφανιστούν νέοι πρωταγωνιστές. Ίσως με λιγότερη αίγλη αλλά με περισσότερη αποτελεσματικότητα, Εάν η ενότητα εξακολουθεί να είναι το πρώτο ζητούμενο, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για μεμψιμοιρίες.

Όμως, πρόσεξέ με Φρύνη: αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες του Νότου πρέπει να ακολουθήσουν τυφλά και άκριτα τους Μακεδόνες. Αντίθετα, πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, αν όχι σε επιφυλακή». 

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Η Φρύνη τον κοιτάζει με κάποια έκπληξη και τον διακόπτει χαμογελώντας. Ίσως λίγο θερμότερα απ’ ό, τι πριν.   «Θέλω να σου πω δύο πράγματα: το ένα είναι πως σε ευχαριστώ που δεν αναλώθηκες κάνοντάς μου μόνον τις συνήθεις φιλοφρονήσεις. Σε ακούω με ευχαρίστηση να μου μιλάς για τα κοινά. Όχι γιατί οι έπαινοι έπαψαν να μου αρέσουν, απλά γιατί, ακόμη και σ’ αυτούς, προτιμώ κάποια ποικιλία. Με ενδιαφέρει -πάντοτε με ενδιέφερε- το τι συμβαίνει γύρω μου και μου αρέσει να ενημερώνομαι και να συζητώ. Αυτό είναι κάτι που οι φίλοι μου το ξέρουν και με ευχαριστεί που το αναγνωρίζεις κι εσύ.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι ένα ερώτημα:  Νεαρέ Μεγαρέα προσπαθείς να με προσηλυτίσεις; Αν ναι, σε τι ακριβώς; Ξέρω πως γνωρίζεις ότι αρνήθηκα να ανεβώ στη Μακεδονία όταν με προσκάλεσε ο Φίλιππος και πως ούτε η γοητεία του νεαρού Αλέξανδρου στάθηκε ικανή να με κάνει να αλλάξω γνώμη. Ξέρεις επίσης ότι ανάμεσα στους στενούς μου φίλους βρίσκονται μερικοί από τους πιο αξιόλογους πολίτες της Αθήνας, οι οποίοι όμως δεν διακρίνονται για τη συμπάθειά τους προς τους στρατηλάτες του Βορρά».

«Αξιέραστη Φρύνη. Ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε γεννημένοι στην Αθήνα. Όμως φιλοξενηθήκαμε και γίναμε αποδεκτοί σ’ αυτήν την πόλη και μπορούμε να πούμε πως και οι δυο την αγαπάμε και επιθυμούμε να είναι ευημερούσα και ευτυχής. Αλλά το βασικότερο και περιεκτικότερο κοινό μας σημείο είναι ότι και οι δυο γνωρίζουμε πως ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αισθητά διαφορετικό από τις ανοργάνωτες φυλές της Δύσης και του Βορρά, αλλά και διακριτό από τα μονολιθικά βασίλεια και τις αυτοκρατορίες της Ανατολής και του Νότου. Αυτό το σύνολο που συσπειρώθηκε άλλοτε νικώντας τους ασιάτες εισβολείς, μπορεί και πάλι να συμπτυχτεί και να επιτύχει θαυμαστά καινούργια πράγματα. Αρκεί στην απαράμιλλη ζωτικότητα των ελληνικών φύλων του βορρά που παίρνουν τώρα την πρωτοβουλία, να προστεθεί η σοφία και η εμπειρία της  παλιάς Ελλάδας. Πιστεύω πως σε μια τέτοια κατεύθυνση μπορούμε να συμβάλουμε, τόσο εγώ, ο φιλοξενούμενος στην Αθήνα Μεγαρεύς όσο κι εσύ, η καταγόμενη από τις Θεσπιές της Βοιωτίας αγαπημένη των Αθηνών».

Ένα καμπανιστό γελάκι, δείχνει την ευαρέσκεια της Φρύνης

«Αυτό που είπες για την αξία της εμπειρίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το ξέρεις. Για τα άλλα δεν ξέρω… ακόμη. Πάντως βρίσκω τη συζήτηση μαζί σου ενδιαφέρουσα. Νομίζω ότι μπορείς να με επισκέπτεσαι. Στο σπίτι μου θα συναντήσεις και θα μπορέσεις να συνομιλήσεις χωρίς τυπικότητες, αρκετούς σημαντικούς γηγενείς. Λίγο κυκεώνα ακόμη;»

Όμως, παρά την αυτοκυριαρχία του, που ο ίδιος θεωρεί δεδομένη, η προσοχή του Εύελπι έχει εστιαστεί στο γόνατο, καθώς και ένα τμήμα του μηρού της ωραίας που έχει εμφανιστεί ανάμεσα στις πτυχές του φορέματός της και έτσι, προσωρινά τουλάχιστον , δυσκολεύεται να απαντήσει…

……………….

[1] Μελίκρητος: υδρομέλι

[2] Κυκεών: κυρίως κρασί, αλλά ανακατεμένο με μέλι, τυρί,  και κριθαρένιο αλεύρι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

¨Μέχρι το εύκολο άλλο¨ και ¨Η επώαση¨

Posted by vnottas στο 18 Οκτώβριος, 2017

Δύο πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

 

χαρτί 8

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΕΥΚΟΛΟ ΑΛΛΟ

 

Εμείς που ποτέ δε διανύσαμε

τη μικρή απόσταση

μέχρι το εύκολο άλλο

με πληγωμένα πέλματα από την πορεία

ξαποσταίνουμε ήρεμοι

στο φρέαρ της επιμονής

για να ξεδιψάσουμε την πίκρα μας.

Ετοιμαζόμαστε φλεγόμενοι

από την παλιά επιθυμία

για τη διασάλευση της τάξης

σαν ανώνυμοι αλήτες

σαν αδιόρθωτοι φωνασκούντες

στην παροικία των αλαφροΐσκιωτων.

Χωρίς κόπο κρατούμε

αποστάσεις από ‘κείνους

που στην πρώτη ευκαιρία

μετοίκησαν μεταμελημένοι

με κομψούς τρόπους και καλούς οιωνούς.

Όχι ποτέ δε διανύσαμε

τη μικρή απόσταση

μέχρι το εύκολο άλλο!

***

flowers-2082494__340

Η ΕΠΩΑΣΗ

 

Κάποιες νύχτες από τις πολυκαιρισμένες σελίδες

του παλιού μου βιβλίου

ξεπετιέται ένα γαλαζοκίτρινο πουλί

και φτερουγίζοντας νωχελικά

μπαίνει μέσα στο κεφάλι μου

για να γεννήσει τα αυγά του.

Τα επωάζει προσεχτικά

και την αυγή με το πρώτο φως

οι νεοσσοί ανοίγουν τις φτερούγες τους

κι ουρανός γεμίζει γαλαζοκίτρινα πουλιά

που φτάνουν μέχρι την κορφή του.

Μέσα στο μυαλό μου

δεν απομένει παρά μια κρυστάλλινη φρουτιέρα

γεμάτη από κόκκινα ρόδια

κι ένα ανοιχτό τριαντάφυλλο

που το λησμόνησε εκεί ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Δύο καλοκαιρινά ποιήματα του Νίκου

Posted by vnottas στο 14 Σεπτεμβρίου, 2017

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

46_OrangeTree_1

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

Τρέχαμε τυλιγμένοι κατάσαρκα

το ρόδινο της αυγής

ξυπόλητοι μ’ αγκάθια στα πέλματα

κάτω από τις πορτοκαλιές

στο μυαλό μας το τίποτα

άλλες φορές όμως το παν.

Πέρασε ο καιρός

και πολύ μετά τα πρωτοβρόχια

είμαστε πάλι μαζί

καθόμαστε μπροστά στο τζάκι

κοιταζόμαστε αμήχανα

αναζητώντας την κατάλληλη λέξη

για να σπάσουμε την αλλόκοτη σιωπή.

Μας έμεινε λίγο τσάι ακόμα

στην ακριβή κούπα πορσελάνης

γουλιά γουλιά ας το ρουφήξουμε

μέχρι τέλος.

Ίσως προφτάσουμε έτσι να βρούμε

τη λέξη που μας ταιριάζει

όμως κι αν αυτό δε γίνει

γουλιά γουλιά ας ρουφήξουμε

το τσάι μας μέχρι τέλος.

*

GORGO12

ΚΟΡΗ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΣΕΙΡΗΝΑ

Ηλιοκαμένη κόρη του γιαλού

με τ’ αρμυρισμένα άλικα μαλλιά

τα φασκομηλιά γελαστά μάτια

και τα ηλιοπυρακτωμένα χείλη

που συναλλάσσεσαι μόνιμα με τις γοργόνες

τραγουδώντας ξεχασμένη σειρήνα

μελαγχολικά, πάνω στο κύμα

περιμένεις καρτερικά

πως κάποια μέρα

θα ναυαγήσει στους ύφαλους της ελπίδας σου

ένας αργοναύτης πειρατής του Αιγαίου

και μες τις σπηλιές των βράχων

θα μοιραστείτε της ομορφιάς τις λεπτομέρειες.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο ΣΤ. Μια επιστολή ταξιδεύει…

Posted by vnottas στο 9 Σεπτεμβρίου, 2017

Ιντερμέδιο VI: Μια επιστολή που ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα

 

Ο Εύελπις κατάφερε να ολοκληρώσει έγκαιρα τις αναγκαίες παρεμβάσεις έτσι ώστε το δίκτυο αλληλογραφίας ανάμεσα στα μετόπισθεν και το μέτωπο να γίνει ταχύτερο και ασφαλέστερο. Κατόρθωσε επίσης να ανανεώσει την ειδική γραμμή για τα μηνύματα που απαιτούν προτεραιότητα και εμπιστευτικότητα εισάγοντας νέα έμπιστα στελέχη  καθώς και νέους κώδικες κρυπτογράφησης βασισμένους στην στενογραφία του Ξενοφώντα. Για να τα καταφέρει εφάρμοσε τις υποδείξεις έγκυρων Ελλήνων τεχνικών και χρησιμοποίησε την βοήθεια των ημεροδρομικών υπηρεσιών των κομβικών ενδιάμεσων πόλεων. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν στοιχεία από τα επικοινωνιακά συστήματα που είχαν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην Αίγυπτο και την Περσία.

Η ακόλουθη επιστολή ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα. Απευθύνεται στον Εύελπι τον Μεγαρέα και την έχει συντάξει ο προϊστάμενος του ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 skytali

Αγαπητέ Εύελπι σε χαιρετώ.

Σπεύδω να σε διαβεβαιώσω ότι είμαι καλά και ότι βρίσκομαι στα Εκβάτανα, πλάι αν όχι ακριβώς πάνω στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας. Έμαθα για την αίσια κατάληξη του ταξιδιού σου και για την άφιξη της αποστολής στην Αθήνα. Έλαβα ήδη την επιστολή όπου μου περιγράφεις το κλίμα που επικρατεί εκεί καθώς και τις πρώτες σου επαφές. Έλαβα επίσης μια επιστολή από τον Αριστοτέλη, όπου ανάμεσα στα άλλα μου γράφει καλά λόγια για σένα. Φαίνεται ότι του έκανες καλή εντύπωση και νομίζω ότι πρέπει να σε συγχαρώ γι αυτό. Δεν είναι μικρό πράγμα να μιλάει για κάποιον επαινετικά ο Δάσκαλος.

Αλλά υπάρχουν και εδώ νεώτερα στα οποία θέλω να σε κάνω κοινωνό. Τα περισσότερα είναι ευχάριστα και τόσο καθοριστικά που είναι πιθανό ο απόηχός τους να έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα, πριν από την παρούσα επιστολή.

Αλλά ας τα πω από την αρχή.

Ήμουν ακόμη στα Σούσα όταν ήρθε να με βρει ο στρατηγός Κλείτος. Ήταν κι αυτός ασθενής και είχε παραμείνει στις φροντίδες του Ακαρνάνα γιατρού για ένα διάστημα. Μου είπε ότι αποθεραπεύθηκε  και ότι θα επέστρεφε στο μέτωπο.

«Ο Αλέξανδρος», μου διευκρίνισε, «έχει δώσει εντολή στον γέρο-Παρμενίωνα να μεταφέρει τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης στα Εκβάτανα, αμέσως μόλις η πόλη πέσει στα χέρια μας. Ο Παρμενίων βρίσκεται ήδη στη Περσέπολη, προετοιμάζει τη μεταφορά, και περιμένει την είδηση ότι η πρωτεύουσα της Μηδίας έπεσε, για να ξεκινήσει. Ζήτησε ήδη από την φρουρά των Σούσων να του στείλει όσα υποζύγια μπορεί να βρεθούν εδώ, γιατί στη Περσέπολη δεν υπάρχουν πλέον αρκετά, και ρωτάει εάν τόσο εγώ, όσο κι εσύ, επιθυμούμε να ταξιδέψουμε μαζί του προς βορράν».

image832

Η ιδέα ήταν καλή. Αυτή την εποχή, σε αυτά τα μέρη, είναι πολύ καλύτερα να ταξιδεύει κανείς ομαδικά παρά μόνος του.  Έτσι ξεκινήσαμε συνοδευμένοι από ένα τμήμα της φρουράς και αρκετά ζώα που συλλέχθηκαν άμεσα απ’ την πόλη και την γύρω ύπαιθρο. Χωρίς να συναντήσουμε καθ’ οδόν δυσκολίες, φτάσαμε στην Περσέπολη (ή μάλλον σε ό, τι έχει απομείνει απ’ αυτήν) και συναντήσαμε τον Παρμενίωνα.  Ο παλαίμαχος στρατηγός δεν μου φάνηκε ευτυχής για τη συγκεκριμένη αποστολή που του ανατέθηκε. Είναι γνωστό ότι ο Παρμενίωνας δεν εκτιμά γενικώς τα πλούτη και είναι φανερό ότι θα προτιμούσε αντί να ασχολείται με τη μεταφορά του θησαυρού, να είχε παραμείνει στο μέτωπο και να συμμετέχει στις επιχειρήσεις που διεξάγονται εκεί.

Η είδηση για την επικείμενη παράδοση των Εκβατάνων ήρθε μαζί με την εντολή να  ξεκινήσουμε. Μπόρεσα έτσι να δω από κοντά τη δύσβατη ορεινή διαδρομή που διήνυσε ο κύριος όγκος του στρατεύματος και μάλιστα χωρίς να έχει ήδη αρχίσει για τα καλά το θέρος, όπως τώρα. Απόρησα για την ταχύτητα που κατάφεραν  να αναπτύξουν κάτω από τέτοιες συνθήκες και έδωσα νοερά συγχαρητήρια στον Ευμένη για την οργάνωση της επιμελητείας και του ανεφοδιασμού.

Λάβε υπ’ όψιν ότι το πέρασμα Ντεχ Μπιντ στις ράχες του Ζάγκρου βρίσκεται σε ύψος δύο χιλιάδων επτακοσίων μέτρων.

Να σου πω επίσης ότι, όπως έμαθα από τον Παρμενίωνα, στη χώρα των Παραιτακών (ανάμεσα στο πέρασμα Ντεχ Μπιντ και τη Μηδία), έναν τόπο φημισμένο για τον δριμύ του χειμώνα, ο Αλέξανδρος άφησε ως σατράπη τον Οξοάρθη, γιο του γνωστού μας Σατράπη της Σουσιανής, του Αβουλίτη. 

Φτάσαμε στα Εκβάτανα λίγες μέρες μετά την είσοδο των στρατευμάτων μας στην όμορφη αυτή πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονται τα θερινά ανάκτορα των Αχαιμενιδών. Χτισμένη στα υψώματα ενός βουνού,  περιβάλλεται από επάλληλα κυκλικά τείχη που, βαμμένα με διαφορετικά χρώματα, εντυπωσιάζουν όποιον τα πλησιάζει από την πλευρά της πεδιάδας.

Ξέρεις ότι έχω ένα επιστημονικό ενδιαφέρον για τα φαινόμενα που προκαλούν εντυπωσιασμό. Σε διαβεβαιώνω ότι αυτή η πόλη, ιδιαίτερα όταν την βλέπεις από μακριά, σε αφήνει έκπληκτο αν όχι ενεό. Δεν χρειάστηκε να πολιορκηθεί γιατί ο Δαρείος, ο οποίος πέρασε τον χειμώνα εδώ, έσπευσε να απομακρυνθεί με όσα στρατεύματα του είχαν απομείνει (περίπου έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, από ό, τι μάθαμε) αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι η στρατιά μας πλησιάζει.

Προφανώς σκόπευε, όπως σχολίασε ο Παρμενίωνας, να καταστρέψει οτιδήποτε θα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός μας σε τρόφιμα, και να κερδίσει το χρόνο που θεωρούσε αναγκαίο για να ισχυροποιηθεί κάπως, πριν αποφασίσει αν θα διαπραγματευτεί τελεσίδικα  ή όχι. Δηλαδή η συνήθης μέχρι στιγμής τακτική του. Αντίθετα, από τους θησαυρούς που είναι αποθηκευμένοι στα Εκβάτανα ¨σήκωσε¨ μόνο ένα μέρος. Δεν ξέρω πως ακριβώς μπορεί να ερμηνευτεί αυτή του η ¨παράλειψη¨. Βιαζόταν ή ήθελε με τον τρόπο αυτό να εξευμενίσει κάπως τον διώκτη του;

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σου θυμίσω πως, μετά τα όσα συνέβησαν στα Σούσα με τις κλοπές των κειμηλίων, ο φίλος Ευμένης ο Καρδιανός έχει φροντίσει να διεισδύσει στο περιβάλλον των Περσών Πριγκίπων,  χρησιμοποιώντας κυρίως τον Ευρυμέδοντα (τον δικό μας, τον Θεσσαλό ιππέα) επικεφαλής μια ομάδας από περσομαθείς Ίωνες. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε, με αποτέλεσμα να μάθουμε αρκετά πράγματα για τις προθέσεις ορισμένων από αυτούς, αλλά και να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον Βισθάνη, τον γιο του προηγούμενου Μεγάλου Βασιλέα, του Αρταξέρξη του Ώχου, μετά τη δολοφονία του οποίου είχε ανεβεί στο θρόνο ο Δαρείος.

Ο εν λόγω Βισθάνης περίμενε τον Αλέξανδρο δυο, τρεις σταθμούς πριν από τις πύλες της πόλης για να δηλώσει την υποταγή του και να τον πληροφορήσει για τη φυγή του Δαρείου. Έδωσε μάλιστα και κάποιες πληροφορίες για τις κρυφές κινήσεις των στασιαστών πριγκίπων, που επαύξησαν την ανησυχία και τη βιασύνη του δικού μας βασιλιά.images (21)

Ο Αλέξανδρος ήρθε να δει τους δύο πρώην ασθενείς συνεργάτες του πριν προλάβουμε να ζητήσουμε εμείς να τον χαιρετίσουμε. Ήταν παρών και ο γέρο-Παρμενίωνας. Αφού μας αγκάλιασε και μας ευχήθηκε ¨σιδερένιοι¨, μας καλωσόρισε πίσω στην εκστρατεία και μας είπε ότι δεν θα έμενε πολύ στα Εκβάτανα, γιατί βιαζόταν να προφτάσει τον Δαρείο, ξέροντας πλέον ότι ο τελευταίος των Αχαιμενιδών βασιλέων κινδύνευε τώρα κυρίως από τους δικούς του.

Έτσι, μέσα στις επόμενες ημέρες, ο ίδιος με ένα τμήμα του στρατεύματος (βασικά το εταιρικό ιππικό και τη μακεδονική φάλαγγα) θα συνέχιζε την καταδίωξη ακολουθώντας τους πιο σύντομους δρόμους, ακόμη και αν ήταν δύσβατοι. Ο Κλείτος επικεφαλής ενός άλλου τμήματος θα έπρεπε να προελάσει προς την χώρα των Πάρθων, ενώ ο Παρμενίωνας θα κατευθυνόταν προς την Υρκανία (την χώρα των Λύκων). Όσον αφορά σ’ εμένα, μου έδωσε εντολή να παραμείνω στα Εκβάτανα και εκτός από τη εποπτεία της συγγραφής των Βασίλειων Εφημερίδων που θα αναλάμβανα ξανά, αφού  ο Ευμένης θα τον ακολουθούσε στην εξόρμηση,  θα έπρεπε να επιβλέψω την παράδοση του θησαυρού της Περσέπολης.  Ξέρεις σε ποιον; Ναι, και ξέρεις!

Στον Άρπαλο του Μαχάτα!

Αυτός είναι και πάλι υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκστρατείας και προς το παρόν έχει εγκατασταθεί κι αυτός στα Εκβάτανα. Λίγα λέω. Η αλήθεια είναι ότι του έχει ανατεθεί η ευθύνη για την πόλη και του έχουν αφεθεί έξι χιλιάδες μακεδόνες οπλίτες, μερικοί ιππείς και κάμποσοι ψιλοί.

Ειλικρινά εύχομαι να δικαιωθεί αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος για την επιλογή του. Ωστόσο πρέπει να πω ότι η διαίσθησή μου λέει άλλα πράγματα, όχι τόσο ευοίωνα, και τα έχω πει στον Αλέξανδρο. Ξέρω ότι τον δυσαρεστώ, αλλά νομίζω ότι έτσι κάνω το καθήκον μου. Τέλος πάντων.

Να σου εκμυστηρευτώ και κάτι άλλο. Ο Αλέξανδρος, πριν μας αφήσει, μας είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά και, σε κάθε περίπτωση, γελώντας: ¨Εσείς οι τρεις ελπίζω ότι δε με κακολογούσατε όταν τα λέγατε μεταξύ σας στο ταξίδι¨. Του είπα -αμέσως, για να προλάβω κάποια έκρηξη διαμαρτυρίας είτε από τον ευέξαπτο Κλείτο είτε από τον εύθικτο βετεράνο Παρμενίωνα- ότι εμείς οι τρεις ό, τι έχουμε να πούμε του το λέμε πάντα κατά πρόσωπο, γι αυτό και μας αγαπάει. Έφυγε χαμογελώντας αλλά εγώ άρχισα και πάλι να σκέφτομαι τι σόι διαβολές μπορεί να έχει σκαρώσει τους τελευταίους μήνες ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης και η παρέα του.

img_d6afa4be6833

Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την επόμενη κιόλας μέρα και κατευθύνθηκε σε εξαιρετική ταχύτητα προς τα ανατολικά ακολουθώντας τα χνάρια του Δαρείου. Ο Ευμένης, που είναι μαζί του και μου στέλνει στοιχεία για τη συγγραφή της ¨Βασιλείου ¨Εφημερίδος¨, ισχυρίζεται ότι αυτή η προέλαση ξεπέρασε σε ταχύτητα οποιαδήποτε επίδοση οργανωμένου στρατεύματος, οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Μετά από ένα δεκαήμερο εξαντλητικής προέλασης σταμάτησαν για ανεφοδιασμό και σύντομη ξεκούραση στις Ράγες, μια πόλη μεγαλύτερη από τα Εκβάτανα, αν και λιγότερο γνωστή, κοντά στη διάβαση των Κασπίων Πυλών.

Ύστερα προσπέρασε τις Πύλες και προχώρησε ως το τέλος της κατοικημένης περιοχής. Επειδή παραπέρα υπήρχε έρημος θέλησε να προμηθευτεί τα απαραίτητα τρόφιμα για το πέρασμα, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον ανεφοδιασμό, έφτασαν δύο ακόμη αυτόμολοι από το στράτευμα του Δαρείου (ο Βαβυλώνιος Βαγιστάνης και ο Αντίβηλος, ο γιος του Μαζαίου που μας παρέδωσε αμαχητί την Βαβυλώνα) και τον πληροφόρησαν ότι ορισμένοι πέρσες ευγενείς οργάνωσαν πραξικόπημα και συνέλαβαν τον Δαρείο. Επικεφαλής των στασιαστών, όπως ορθά είχε προβλέψει η υπηρεσία μας, είναι ο Βήσσος, ο σατράπης των Βακτρίων. Ο Αλέξανδρος διέκοψε τον ανεφοδιασμό και επικεφαλής των ταχύτερων αλλά και πιο ανθεκτικών ανδρών του, παίρνοντας μαζί του τρόφιμα και νερό μόνο για δύο μέρες, συνέχισε αμέσως την καταδίωξη.

Πράγματι μετά από δύο μέρες έφτασε στον τόπο όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Πέρσες, αλλά εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Βήσσος και οι πραξικοπηματίες ευγενείς, με τον αιχμάλωτο Δαρείο έγκλειστο σε μια αρμάμαξα, συνέχιζαν τη φυγή προς τα ανατολικά, ενώ οι πέρσες που διαφώνησαν με τους στασιαστές και οι έλληνες μισθοφόροι τους είχαν εγκαταλείψει και είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά.

images (19)

Ο Ευμένης κατάφερε να πληροφορηθεί από τους ντόπιους την ύπαρξη ενός συντομότερου μονοπατιού προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αποφάσισε να το ακολουθήσει. Διέταξε τα άλογα πεντακοσίων ιππέων να δοθούν σε ελαφρότερα οπλισμένους πεζούς και μπαίνοντας επικεφαλής αυτού του ταχύτερου αυτοσχέδιου σώματος ¨έφιππων πεζών¨, πήρε το συντομότερο μονοπάτι. Οι υπόλοιποι εξακολούθησαν την πορεία πάνω στο δρόμο στον οποίο προηγείτο ο Βήσσος, μπροστά οι ελαφρότερα και πίσω οι βαρύτερα οπλισμένοι.

Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να καλύψει μια απόσταση τετρακοσίων σταδίων[1] και να προλάβει τους πέρσες αντάρτες τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Ήταν διασκορπισμένοι και, προκειμένου να μετακινούνται ταχύτερα, οι περισσότεροι είχαν πετάξει ως και τις ασπίδες τους. Ελάχιστοι δοκίμασαν να αντισταθούν. Οι περισσότεροι παραδόθηκαν ή το έβαλαν στα πόδια.  Ανάμεσα σε εκείνους που διέφυγαν ήταν και ο Βήσσος με εξακόσιους περίπου ιππείς. Μέσα στην αρμάμαξα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του κακοτράχαλου δρόμου βρέθηκε ο Δαρείος ετοιμοθάνατος. Πρέπει να ξεψύχησε λίγο αργότερα.  Αυτό που φοβόταν ο Αλέξανδρος τελικά συνέβη. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μάθαμε, οι στασιαστές πρίγκιπες θέλησαν να τον πάρουν μαζί τους έφιππο, αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την αρμάμαξα, τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Ίσως ο Δαρείος ήθελε -επιτέλους- να συναντήσει τον Αλέξανδρο, αλλά αυτό ήταν εκείνο που οι πρίγκιπες ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία. Γι αυτό τον εκτέλεσαν.  Άσχετα με το τι θα γράψουμε στις ¨Βασίλειους Εφημερίδες¨, η αλήθεια είναι ότι  δεν έχω ιδέα εάν μίλησε ή όχι με τον Αλέξανδρο πριν πεθάνει.

Αυτό ήταν αγαπητέ Εύελπι το τέλος ενός Μεγάλου Βασιλέα, το τέλος μιας ισχυρής Δυναστείας και, όπως όλα δείχνουν, το τέλος μιας κάποτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο να κρίνουμε εμείς τον Δαρείο, γιατί εμείς δεν είμαστε παρά οι ¨νικητές¨, άρα η άποψή μας βασίζεται σε άλλα κριτήρια και εξυπηρετεί άλλες ανάγκες. Ωστόσο, θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξει για όλους μας, και μια Ιστορία πιο αποστασιοποιημένη, που θα δώσει μελλοντικά μια αυθεντικότερη κρίση.images (23)

Αγαπητέ Εύελπι, μετά το θάνατο του Δαρείου ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την Υρκανία και έμεινε για λίγο στο ανάκτορο της πρωτεύουσας  Ζαρδάκατα. Μάθαμε ότι ο Βήσσος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί βασιλεύς των Περσών με το όνομα Αρταξέρξης ο Τέταρτος, φορώντας μάλιστα και επιδεικνύοντας την τιάρα και  το ξίφος που κατάφερε να ανακτήσει από το θησαυροφυλάκιο των Σούσων. Όμως, όπως καταλαβαίνεις, παρά το ότι ο Αλέξανδρος σκοπεύει να κυνηγήσει και να τιμωρήσει τους αντάρτες πρίγκιπες πριν προλάβουν να γίνουν πραγματικά επικίνδυνοι, με το θάνατό του Δαρείου  ολοκληρώνεται η επίτευξη των στόχων της πανελλήνιας εκστρατείας, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο Συνέδριο της Κορίνθου. 

Γι αυτό διοργανώθηκαν γιορτές ¨λήξης¨ και δόθηκε η ευκαιρία σε όσους οπλίτες των σύμμαχων πόλεων το επιθυμούν, να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς θα λάβουν πλουσιοπάροχη αμοιβή, και όπου να ‘ναι θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσοι πάλι το επιθυμούν θα παραμείνουν ως μισθοφόροι. Όσον αφορά στις απώτερες προθέσεις του Αλέξανδρου, είναι φανερό ότι δεν έχει σκοπό να σταματήσει την προέλαση, τουλάχιστον μέχρις ότου κατακτήσει το σύνολο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Ωστόσο στο μακεδονικό στράτευμα υπάρχουν αντιρρήσεις. Όλα δείχνουν ότι μετά από πέντε χρόνια (αν συμπεριλάβουμε και τις επιχειρήσεις κατά των φυλών του βορρά πριν την έναρξη της ασιατικής εκστρατείας) συνεχούς πολέμου, οι στρατιώτες επιθυμούν μια εκτεταμένη ανάπαυλα, αν όχι την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αντιληφθεί πολλά σημάδια σχετικά με τη διάδοση αυτών των απόψεων, τις οποίες άλλωστε συμμερίζονται και αρκετοί από τους κορυφαίους μακεδόνες στρατηγούς. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το μέγιστο όργανο της μακεδονικής διοίκησης εξακολουθεί να είναι το ¨Κοινόν των Μακεδόνων¨, δηλαδή η συνέλευση των μακεδόνων στρατιωτών, είναι κατανοητό γιατί ο βασιλιάς θέλησε να μάθει τις σκέψεις των μαχητών, από πρώτο χέρι, διεξάγοντας μια ειδική έρευνα.

Όπως σου έχω ήδη αναφέρει ο Αλέξανδρος ζήτησε προτάσεις και από την υπηρεσία μας για τον τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθεί μια τέτοια διερεύνηση του ηθικού του στρατεύματος. Δυστυχώς οι προτάσεις που υποβάλαμε δεν έγιναν αποδεκτές. Αντίθετα έγινε δεκτή η ύπουλη μεθοδολογία που πρότεινε η παρέα του Ανάξαρχου. Είπαν στους στρατιώτες ότι ολοκληρώθηκε η νέα γραμμή επικοινωνίας με την Ελλάδα και εγκαινιάζοντάς την θα μετέφεραν δωρεάν τις πρώτες επιστολές των οπλιτών προς τους οικείους τους.

Έγραψαν πολλοί. Τα γράμματα όμως προτού προωθηθούν διαβάστηκαν και αναλύθηκαν από μια ομάδα σοφιστών που πρότεινε ο Αβδηρίτης. Η διατύπωση του αποτελέσματος  της έρευνας ήταν ολίγον του τύπου ¨ήξεις – αφήξεις¨, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει πως οι οπλίτες είναι ταλαιπωρημένοι και νοσταλγούν σφόδρα την πατρίδα.  Φάνηκε επίσης, αλλά παρουσιάζεται στα πορίσματα με τρόπο αρκετά καλυμμένο, ότι υπάρχει όντως το πρόβλημα που μου ανέφερες σχετικά με τα κυκλώματα μεσαζόντων και τοκογλύφων που απομυζούν τους πιο εύπιστους οπλίτες. Είχες δίκιο: εάν δεν παρέμβουμε έγκαιρα ίσως θα υπάρξουν προβλήματα  χρεωμένων οπλιτών στο προσεχές μέλλον.

Ο βασιλιάς είδε το βασικό πόρισμα της έρευνας και αποφάσισε να μιλήσει απ’ ευθείας στους στρατιώτες και να τους πείσει να παραμείνουν και να τον ακολουθήσουν στις προσεχείς του εξορμήσεις. Και τα κατάφερε.

saloni1

Ο Αλέξανδρος απευθύνθηκε στους στρατιώτες του διαθέτοντας δύο τουλάχιστον τρανταχτά επιχειρήματα: Πρώτον ότι, μέχρι τώρα, τους έχει οδηγήσει μόνο σε νίκες. Δεύτερον, ότι πολεμάει μαζί τους στη πρώτη γραμμή και έχει ήδη στο κορμί του περισσότερες ουλές τραυμάτων από εκείνες του μέσου μαχόμενου οπλίτη. Μπορεί όμως και να ισχυριστεί ότι εάν οι πέρσες αντιληφθούν ότι οι έλληνες άρχισαν να υποχωρούν και να επιστρέφουν μαζικά προς τη Δύση, δεν αποκλείεται να συσπειρωθούν ξανά και να τους κυνηγήσουν μέχρι τη Μέση Θάλασσα.

Αν στην παραπάνω επιχειρηματολογία συνυπολογίσει κανείς και τη δυνατότητα γενναιόδωρων ανταμοιβών που εξασφαλίζονται από τους ευτραφείς θησαυρούς που πέρασαν πρόσφατα στην κατοχή του Μακεδόνα, γίνεται κατανοητό γιατί οι περισσότεροι στρατιώτες πείστηκαν.

Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τους μακεδόνες στρατηγούς. Όχι όλους, αλλά μερικούς σημαντικούς όπως για παράδειγμα ο γηραιός, αλλά ακμαίος Παρμενίωνας ή ο στενός φίλος του βασιλιά, ο Κλείτος, οι οποίοι (όπως και εγώ άλλωστε, τ’ ομολογώ) εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους, δίνοντας έτσι όπλα στους συνήθεις διαβολείς.

Η αλήθεια είναι ότι στρατηγοί και εταίροι έχουν και κάποιους άλλους λόγους να είναι δυσαρεστημένοι. Όπως ότι ο Αλέξανδρος δεν έχει λύσει ακόμη το θέμα της διαδοχής, όπως θα έπρεπε να έχει κάνει ήδη πριν από την εκκίνηση της εκστρατείας, φτιάχνοντας νόμιμους απογόνους με κάποια ελληνίδα πριγκίπισσα. Έπειτα γιατί διαπιστώνουν ότι ο ηγεμόνας τους επηρεάζεται όλο και πιο έντονα από τα περίπλοκα και φανταχτερά τελετουργικά  της περσικής αυλής και έχει αρχίσει να υιοθετεί κάποια στοιχεία της περσικής βασιλικής ενδυμασίας. Άσε που προωθεί όλο και συχνότερα πέρσες, αλλά και άλλους γηγενείς, στις ανώτερες θέσεις των κατακτημένων περιοχών.

.images (22)

Να σου μεταφέρω και ένα άλλο νέο που αφορά στους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου (περίπου χίλιοι πεντακόσιοι) οι οποίοι απέδρασαν μετά το πραξικόπημα των ευγενών, και εν τέλει παραδόθηκαν σε εμάς. Σίγουρα θα σε ρωτήσουν σχετικά στην Αθήνα και πρέπει να ξέρεις πώς ακριβώς χειρίστηκε το  θέμα ο Αλέξανδρος. Όσοι λοιπόν από τους μισθοφόρους είχαν προσληφθεί πριν από το Συνέδριο της Κορίνθου, όπου κηρύχτηκε επισήμως ο πόλεμος κατά των Περσών, τους άφησε ελεύθερους, όσους προσλήφθηκαν μετά, τους ενέταξε υποχρεωτικά στο στράτευμά του με το μισθό που τους έδινε ο Δαρείος. Όσον αφορά στην έκκληση του Φωκίωνα υπέρ των μισθοφόρων που αιχμαλωτίστηκαν στις προηγούμενες μάχες, μπορείς να μεταφέρεις στον αθηναίο ηγέτη ότι η έκκλησή του για καλή μεταχείριση, θα εισακουστεί.

Στην περίπτωση των πρέσβεων των ελληνικών πόλεων που ήταν διαπιστευμένοι στην αυλή του Δαρείου, η απόφασή του ήταν κάπως διαφορετική.

Εκείνοι που προέρχονταν από πόλεις κράτη που ήταν εξαρτημένα από τους Πέρσες, (Σινώπη, Καλχηδόνα) θεώρησε αποδεκτό το να εκπροσωπούν τις πόλεις τους στην Αυλή των Περσών, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Εκείνοι, αντίθετα, των οποίων οι πόλεις είχαν υπογράψει τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Κορίνθου (δηλαδή τους πρέσβεις των Σπαρτιατών, καθώς και τον Αθηναίο πρέσβη Δρωπίδη) τους φυλάκισε.

.

Όλα αυτά που σου διηγούμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, συνέβησαν μετά την έναρξη του νέου έτους, μέσα στον τρέχοντα ακόμη, τη στιγμή που σου γράφω, εναρκτήριο μήνα Εκατομβαιώνα. Όλα δείχνουν ότι και η νέα χρονιά θα είναι πυκνή σε γεγονότα. Ελπίζω και εύχομαι οι τυχόν εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει η Ειμαρμένη να είναι θετικές και εκείνες που δεν θα είναι, να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε με τη βοήθεια του Υπέρτατου Λόγου.

Προς το παρόν συνέχισε τη δραστηριότητά σου στην Αθήνα όπως έχουμε συμφωνήσει. Αν χρειαστεί να διαφοροποιήσουμε τη πολιτική μας, θα σε ειδοποιήσω. Περιμένω νεώτερα και για τη δίκη που απ’ ότι μου γράφεις συγκλονίζει αυτή τη στιγμή την Αθήνα. Θα έχει πιθανότατα λιγότερο εντυπωσιακές επιπτώσεις από αυτά που συμβαίνουν εδώ, αλλά δε σου κρύβω ότι, αυτού του είδους, η αθηναϊκή αναστάτωση (που όπως και να το κάνουμε, πρέπει να ακολουθεί κάποιους πάγιους κανόνες) μου  δημιουργεί -περιέργως, το παραδέχομαι- μια αίσθηση ηρεμίας και κανονικότητας. 

Ας είσαι γερός και ευτυχής

Ο Εξ Ολύνθου Καλλισθένης

images (25)

[1] Τετρακόσια στάδια: περίπου εβδομήντα τέσσερα χιλιόμετρα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο Ε-ΣΤ. Η Αθήνα του φαίνεσθαι

Posted by vnottas στο 6 Σεπτεμβρίου, 2017

Σημείωση: Όπως πιθανόν παρατήρησαν οι φίλοι του Ιστολογοφόρου που παρακολουθούν το ¨υπό εκπόνηση ιστορικό μυθιστόρημα¨, ανάμεσα στο πέμπτο και το έκτο μέρος δεν μεσολάβησε το σύνηθες ¨Ιντερμέδιο¨.  Ο λόγος είναι ότι δεν είχα (αφηγηματικό) περιθώριο για να παραθέσω κάποια ακόμη επιστολή των ηρώων μου (είχα ήδη βάλει κάμποσες – και θα βάλω κι άλλες) και έτσι  έψαχνα ένα κατάλληλο μικρό αυθεντικό κείμενο που να τεκμηριώνει κάπως το κλίμα της Αθήνας του τέλους του 4ου π.Χ αιώνα.  Τελικά νομίζω ότι το βρήκα, στους ¨Χαρακτήρες¨ του Θεόφραστου, από όπου πήρα και σας παραθέτω σε (μάλλον, αλλά όχι πολύ) ελεύθερη μετάφραση, δύο απ’ αυτούς: Τον¨μικροφιλότιμο¨ και τον ¨αλαζόνα¨.  

Teofrasto_Orto_botanico_head

Ιντερμέδιο Ε-ΣΤ

 Η Αθήνα του φαίνεσθαι (από έγκυρες πρωτογενείς πηγές)

Οι συγγραφείς της Νέας κωμωδίας που αρχίζουν αυτή την περίοδο να γίνονται δημοφιλείς στην Αθήνα, έχουν στη διάθεσή τους μερικές εύστοχες παρατηρήσεις για το ¨κλίμα¨ και τους ανθρώπους της εποχής καταγραμμένες σε ορισμένα κείμενα ενός σύγχρονού τους καλού παρατηρητή (και περιπατητή): του Θεόφραστου.

Ιδού ένας-δυο από τους χαρακτήρες που περιέγραψε (μάλλον διασκεδάζοντας) στο κείμενό του ¨Χαρακτήρες¨ ο διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο.

(Σε ελεύθερη απόδοση)

*

Αυτός που του αρέσει (σώνει και καλά) να ¨φαίνεται¨, ήτοι να διακρίνεται και να τον τιμούν:

Ο μικροφιλότιμος

Μικροφιλοτιμία είναι η χαμερπής επιθυμία για τιμή και για δόξα. Έστω στην μικρή κλίμακα της καθημερινής ζωής. Ιδού πως θα μπορέσετε να εντοπίσετε τον Μικροφιλότιμο:

* Εάν τον προσκαλέσουν σε γιορτή προσπαθεί να πάρει (την θεωρούμενη ως τιμητική) θέση κοντά στον Οικοδεσπότη.

* Όταν ο γιος του φτάσει στην εφηβεία, δεν του αρκεί οποιοσδήποτε ναός για να τον κουρέψει κατά το έθιμο και να αφιερώσει στο θεό τα μαλλιά του, αλλά πρέπει να τον πάει οπωσδήποτε στους Δελφούς που έχουν μεγαλύτερη αίγλη και να τα αφιερώσει στον Απόλλωνα.

* Φροντίζει ο δούλος που τον ακολουθεί στα σεργιάνια να είναι μαύρος, γιατί είναι ένα ασυνήθιστο είδος δούλου και προκαλεί την προσοχή.

* Εάν, ας πούμε, του δανείσετε μία Μνα, θα σας την επιστρέψει σε τσίλικα ασημένια νομίσματα, που κάνουν καλύτερη εντύπωση!

* Για την κάργα που τρέφει σπίτι του είναι ικανός να φτιάξει μικρό ομοίωμα σκάλας και μικρή χάλκινη ασπίδα. Έτσι φοράει την ασπίδα στο πουλί και αυτό μπορεί να ανεβοκατεβαίνει (θριαμβευτικά) την (υπό κλίμακα) κλίμακα!

Όταν θυσιάζει βόδι, κρεμάει το κεφάλι με τα κέρατα σε περίοπτο σημείο, αφού πρώτα το στεφανώσει για να φαίνεται καλύτερα και να μπορούν όλοι να δουν ότι όντως θυσίασε βόδι.

* Όταν συμβεί να παρελάσει με τους ιππείς, μετά την πομπή φορτώνει όλο τον εξοπλισμό στο δούλο του για να τον μεταφέρει πίσω στο σπίτι, εκτός απ’ τα σπιρούνια. Αυτά τα κρατάει στα πόδια του, αν και τώρα φοράει πολιτικά και περιφέρεται κάνοντας φιγούρα στην αγορά!

* Αν πεθάνει το σκυλάκι του, που πρέπει απαραιτήτως να είναι ράτσας, ας πούμε από τη Μάλτα, του κατασκευάζει μνήμα και του στήνει επιτάφια στήλη όπου αναγράφει: ¨Εδώ κείται σκύλος και μάλιστα από την Μάλτα¨.

* Αν τυχόν κάνει τάμα και αφιερώσει, ας πούμε, ένα  χάλκινο δάχτυλο στο ναό του Ασκληπιού, δεν παραλείπει να το επισκέπτεται καθημερινά και να το τρίβει, να το ανθοστολίζει και να το αρωματίζει, έτσι ώστε το δικό του αφιέρωμα να φαίνεται σημαντικότερο από τ’ άλλα.

* Αλλά η καλύτερή του είναι όταν η φυλή του πρυτανεύει (άρα είναι πρύτανης μαζί με πενήντα ομόφυλούς του) και του αναθέτουν να αναγγείλει το αποτέλεσμα της θυσίας. Τότε, αφού φορέσει εντυπωσιακή φορεσιά και, φυσικά, στεφάνι, παρουσιάζεται στο δήμο και λέει: ¨Πολίτες Αθηναίοι, θυσιάσαμε εμείς οι πρυτάνεις στην Ρέα τη μητέρα των θεών τα ¨Γαλάξια¨ και η θυσία ήταν καλή. Είθε και εσείς να απολαύσετε τα αγαθά¨ και αφού τα απαγγείλει όλα αυτά με στόμφο, επιστρέφει σπίτι του και εξομολογείται στη γυναίκα του ότι αισθάνεται υπερβολικά ευτυχής.

* Κόβει συχνά τα μαλλιά του, έχει δόντια λευκά, αλλάζει συχνά φορεσιές και αλείφεται με μύρα ακόμη και όταν είναι καλά στην υγεία του.

* Στην αγορά του αρέσει να συχνάζει κοντά στους τραπεζίτες, στα γυμνάσια πηγαίνει εκεί όπου γυμνάζονται οι έφηβοι, και στις θεατρικές παραστάσεις επιδιώκει να κάθεται κοντά στους στρατηγούς.

* Για τον εαυτό του δεν αγοράζει τίποτα, όμως από τους μακρινούς φίλους του (ως φιλόξενος) δέχεται παραγγελίες και στέλνει αγάλματα στο Βυζάντιο, λακωνικούς σκύλους στην Κύζικο και μέλι Υμηττού στη Ρόδο. Και, φυσικά, όλα αυτά τα διηγείται διεξοδικά σε όλη την πόλη.

* Είναι ικανός και πίθηκο να τρέφει, και από εκείνες τις μαϊμούδες με τη μακριά ουρά -τους τίτυρους- να έχει, και σικελικά περιστέρια, και αστραγάλους (πολύτιμους) ελαφιών για το ομώνυμο παιχνίδι, και ελαιοδοχεία από τους Θούριους, και μαγκούρα με στρογγυλή λαβή από την Λακεδαίμονα, και παραπετάσματα με υφασμένες εικόνες απ‘ την Περσία, ως και μικρή παλαίστρα με άμμο και σφαιριστήριο.

* Αυτή δε την παλαίστρα την παραχωρεί σε σοφιστές και οπλομάχους και μουσικούς, για να κάνουν εκεί τις επιδείξεις τους και αυτός να μπαίνει μέσα τελευταίος, όταν ο χώρος είναι πλέον γεμάτος θεατές, έτσι ώστε κάποιος απ’ αυτούς να πει με θαυμασμό: ιδού ο ιδιοκτήτης αυτής εδώ της παλαίστρας!

***

writing-quill-with-ink-blot_small

Ο Αλαζόνας

Η Αλαζονεία είναι κι αυτή μια προσποίηση. Εκδηλώνεται όταν κάποιος προσποιείται ότι κατέχει αυτά που στην πραγματικότητα στερείται. Ιδού τι σόι άνθρωπος είναι ο αλαζών.

* Στέκεται στην προκυμαία του Πειραιά και διηγείται στους ξένους πως έχει τάχα δώσει πολλά χρήματα σε θαλασσοδάνεια. Περιγράφει λεπτομερώς πώς έγινε η επιχείρηση, πόσα κέρδισε και πόσα έχασε. Ενώ καυχιέται για όλα αυτά στέλνει επιδεικτικά τον δούλο του στην τράπεζα, αν και δεν έχει ούτε μιας δραχμής κατάθεση.

* Είναι ικανός να κοροϊδέψει τους συνταξιδιώτες του λέγοντάς τους ότι εκστράτευσε μαζί με τον Αλέξανδρο, πώς του συμπεριφερόταν εκείνος, πόσα λιθοκόλλητα ποτήρια έφερε από την εκστρατεία και, βέβαια, ότι οι τεχνίτες της Ασίας είναι καλύτεροι από τους τεχνίτες της Ευρώπης! Και τα λέει όλα αυτά χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ έξω απ’ την πόλη.

* Ισχυρίζεται ότι έλαβε, ούτε μία ούτε δύο, παρά τρεις επιστολές απ’ τον Αντίπατρο, με τις οποίες τον προσκαλούσε να πάει στη Μακεδονία, και παρά ότι θα του επέτρεπε να εξαγάγει ξυλεία χωρίς δασμό, δεν δέχθηκε, για να μη τον συκοφαντήσει κανείς ότι παραείναι φίλος των Μακεδόνων.

* Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της σιτοδείας, λέει ότι ξόδεψε πάνω από πέντε τάλαντα για να βοηθήσει τους φτωχούς πολίτες, γιατί -ισχυρίζεται- ότι του είναι αδύνατο, σε τέτοιες περιπτώσεις, να πει όχι.

* Όταν τύχει να βρεθεί ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν τον γνωρίζουν, βάζει έναν από αυτούς, χρησιμοποιώντας άβακα και ψηφίδες ομαδοποιημένες ανά εξακόσιες δραχμές και ανά μνα, να υπολογίσει το άθροισμα των χρημάτων που (υποτίθεται) ότι έχει δώσει σε εράνους. Καταφέρνει δε το άθροισμα να προκύπτει περί τα δέκα τάλαντα.  Για να γίνει πιο πιστευτός προσθέτει σε κάθε ποσό και τα ονόματα των οφειλετών. Και εκτός απ’ αυτά, λέει, θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και τις τριηραρχίες και τις άλλες δημόσιες λειτουργίες που ανέλαβε.

* Στην αγορά των αλόγων πλησιάζει εκείνους που πουλάνε τα καλύτερα άτια και προσποιείται ότι θέλει να τα αγοράσει.

* Πηγαίνει στα καταστήματα που πουλάνε κρεβάτια και τα συναφή και ζητάει κλινοσκεπάσματα αξίας δύο ταλάντων.  Μετά βρίζει τον δούλο του γιατί δεν έφερε μαζί του τα αναγκαία χρήματα!

* Ενώ κατοικεί σε σπίτι όπου πληρώνει ενοίκιο, σε όποιον δεν τον ξέρει λέει πως είναι το πατρικό του και πως σκοπεύει να το πουλήσει γιατί είναι κάπως μικρό σε σχέση με τους (πολλούς) ξένους που φιλοξενεί.

sagittarius_hev2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ενδέκατο: Κουβεντιάζοντας με τον Δάσκαλο

Posted by vnottas στο 4 Σεπτεμβρίου, 2017

Κεφάλαιο ενδέκατο: Κουβεντιάζοντας με τον Αριστοτέλη

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

Στην είσοδο του κεντρικού κτιρίου του Λυκείου με υποδέχεται ένας σχετικά νέος άνδρας που μου συστήνεται ως Τύρταμος γιος του Μέλαντα από την Ερεσό της Λέσβου, αλλά, μου λέει, να μη παραξενευτώ αν ακούσω να τον φωνάζουν Θεόφραστο, γιατί αυτό είναι το παρανόμι που του έχει δώσει ο Δάσκαλος. «Μου φάνηκε μάλλον κολακευτικό και το κράτησα», προσθέτει χαμογελώντας.

Του λέω ποιος είμαι και μου απαντά ότι ναι, το ξέρει, και πως ο Δάσκαλος του έχει ζητήσει να με υποδεχτεί και να μου κάνει συντροφιά μέχρις ότου ο ίδιος τελειώσει την αποψινή του διάλεξη.

«Σε λίγο θα είναι εδώ. Θα σου πω τι συμβαίνει: Ο Δάσκαλος αγαπά και παροτρύνει τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα για διευκρινίσεις των φοιτητών. Μπορώ να πω ότι χαίρεται να τους ακούει να ενίστανται, αν και οι νέοι, ιδιαίτερα στην αρχή των σπουδών, αισθάνονται πολύ δέος  και διστάζουν να πουν ανοιχτά τη γνώμη τους. Σήμερα φάνηκαν κάποιοι αντιρρησίες ανάμεσα στους προχωρημένους και αυτό ενθουσίασε τον Αριστοτέλη. Δε θέλει ούτε να ξεκόψει τη συζήτηση  ούτε να τους απογοητεύσει με γενικόλογες περιληπτικές απαντήσεις. Γι αυτό η μικρή αυτή καθυστέρηση».

72_XXVI

Λίγο αργότερα, όταν ο Αριστοτέλης έρχεται να μας συναντήσει στη στοά της βιβλιοθήκης, έχω προλάβει να ενημερωθώ για τα επιστημονικά ενδιαφέροντα του Θεόφραστου. Όχι λίγα. Αρχίζουν από την μελέτη των φυτών (αυτός είναι που ταξινομεί και περιποιείται τα εξωτικά φυτά που στέλνουμε τακτικά στον Αριστοτέλη από την εκστρατεία) και φτάνουν μέχρι τους κοινούς ανθρώπους, όλους αυτούς που κυκλοφορούν γύρω μας,  που και αυτοί, κατά τη γνώμη του, μπορούν να καταχωρηθούν σε βασικές κατηγορίες-τύπους.

Όταν ο Δάσκαλος έφτασε, ο Θεόφραστος μας αποχαιρέτησε και αποσύρθηκε.

Ο Αριστοτέλης μου φάνηκε ελάχιστα αλλαγμένος από την τελευταία φορά που τον είδα, πριν τέσσερα χρόνια. Ίσως να μου φαίνεται ακμαιότερος τώρα. Η ίδρυση της Σχολής και το κλίμα της Αττικής πρέπει να του κάνουν καλό. Δεν ξέρω αν η συγγένειά του με τον Καλλισθένη είναι εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, αλλά μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως μοιάζουν κάπως μεταξύ τους: μέσου αναστήματος, λεπτοί, ευθυτενείς, με βλέμμα οξυδερκές και ερευνητικό.

Εκείνος, ευδιάθετος, μου λέει ότι με βρίσκει πιο ώριμο στην όψη από τότε, και πως είναι σίγουρος ότι αυτό ισχύει και για τον χαρακτήρα, πράγμα φυσικό και αναμενόμενο, λέει, για κάποιον που είναι παρών στη θυελλώδη και πυκνή σε γεγονότα προέλαση των Ελλήνων στην Ασία.

Του παρέδωσα τον βαρύ κύλινδρο με την αναλυτική επιστολή που μου είχε δώσει γι αυτόν ο Καλλισθένης. «Δάσκαλε, ο προϊστάμενός μου, απ’ ό, τι μου είπε, σου περιγράφει καταστάσεις και προβλήματα και μου ζήτησε να σου δώσω προφορικά οποιεσδήποτε διευκρινίσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες χρειάζονται. Είμαι λοιπόν στη διάθεσή σου. Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω, από την πλευρά μου, είναι ότι ο Καλλισθένης θεωρεί την άποψή σου απαραίτητη και θεμελιώδη, τόσο για  να εκτιμηθούν οι τρέχουσες εξελίξεις, όσο και για να επιδιωχθούν όσα χρειάζονται προκειμένου η εκστρατεία να αποβεί λυσιτελής και επωφελής για ολόκληρο τον Ελληνισμό».

Ο Αριστοτέλης με ρώτησε πώς ήταν ο Καλλισθένης όταν τον άφησα, και εγώ τον διαβεβαίωσα ότι τότε ήταν στον δρόμο της ανάρρωσης και τώρα είναι πιθανό να είναι εντελώς καλά και να έχει ήδη αναχωρήσει από τα Σούσα για το μέτωπο της εκστρατείας. Οι εμπροσθοφυλακές μας πρέπει να βρίσκονται πλέον κοντά ή και να έχουν φτάσει κιόλας στα Εκβάτανα, την παλιά πρωτεύουσα των Μήδων. Εκεί υπάρχει  βάσιμη ελπίδα να βρεθεί και να αντιμετωπιστεί οριστικά ο Δαρείος.

Δείχνει να τον χαροποιούν τα καλά νέα για τον ανιψιό και μαθητή του. Ύστερα με  ρώτησε πόσο θα μείνω στην Αθήνα. Του απάντησα ότι αυτό δεν είναι ακόμη γνωστό, ότι έχω κάποια συμπληρωματικά καθήκοντα να εκπληρώσω πριν την αναχώρησή μου και ότι η εντολή για την επιστροφή θα έρθει από την υπηρεσία, άρα από τον Καλλισθένη. Του είπα επίσης ότι όσον αφορά τη δική του αλληλογραφία με τον Ολύνθιο, μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο, να χρησιμοποιήσει το ασφαλές δίκτυο που έχω σκοπό να διοργανώσω με άμεση προτεραιότητα, ανάμεσα στην Αθήνα και το επιτελείο της υπηρεσίας των Λογίων, στην εκστρατεία. Είναι και αυτό μια εντολή του προϊσταμένου  μου.

Ο Αριστοτέλης λέει ότι πιθανώς θα χρειαστεί τις διευκρινίσεις μου πάνω στα όσα του γράφει ο Καλλισθένης και γι αυτό θα πρέπει να συναντηθούμε και πάλι σύντομα. Όμως δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία να ακούσει απόψε, από πρώτο χέρι, νεότερα για την εκστρατεία. Γι αυτό με προσκαλεί να δειπνήσω μαζί του. Συγκατανεύω και εκείνος δίνει εντολή να στρώσουν τραπέζι στον κήπο, έξω από το εστιατόριο των φοιτητών. Ένα πλήθος από αρωματικά φυτά σπαρμένα εκεί γύρω, γεμίζουν τον βραδινό αέρα με τη μυρωδιά τους ενώ, από ότι λέγεται, καταφέρνουν ταυτόχρονα να δυσαρεστούν και να  διώχνουν μακριά τους ενοχλητικούς κώνωπες.

images-4

Καθίσαμε εκεί έξω.

«Πες μου λοιπόν νεαρέ Μεγαρέα γιατί, κατά τη γνώμη σου, η μεγάλη και κραταιά αυτοκρατορία των Περσών κατακρημνίζεται τόσο εύκολα;»

Σκέφτομαι ότι μου βάζει δύσκολα, και μάλιστα πριν προλάβω να πάρω μια ανάσα και να προσαρμοστώ στο περιβάλλον. Πιθανόν θέλει να αξιολογήσει την κρίση μου. Ωστόσο δεν ενίσταμαι, όσο και αν, όπως  μόλις έμαθα, οι ενστάσεις του αρέσουν.

«Δάσκαλε νομίζω ότι μπορώ να κάνω μερικές υποθέσεις και να σου τις αναφέρω χωρίς να είμαι σε θέση να πω ποια είναι επικρατέστερη. Η πρώτη αιτία παρακμής θεωρώ ότι οφείλεται στο μέγεθος. Ο Καλλισθένης λέει ότι η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλη έκταση κάτω από ενιαία διοίκηση, όσο η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Όμως, είναι πιθανό να υπάρχει ένα όριο στη σχέση ανάμεσα σε ικανότητα διακυβέρνησης και την έκταση του εδάφους που πρέπει να ελέγχεται. Στην περίπτωση της αχανούς αυτοκρατορίας, όσο και εάν η διοίκηση στηρίζεται σε ένα επαρκές οδικό σύστημα  -η βασιλική οδός είναι πράγματι ένα επίμηκες οριζόντιο θαύμα- και σε μια αποτελεσματική ταχυδρομική υπηρεσία, δεν είναι δυνατό να στηρίξει μια ενιαία κεντρική εξουσία για πολύ καιρό. Δεν είναι όπως, για παράδειγμα, η Αίγυπτος, όπου ο κυριότερος παράγοντας συνοχής είναι η πλατιά, βατή λεωφόρος του Νείλου.  

Οι Πέρσες σατράπες που αντικαθιστούν την βασιλική εξουσία σε τοπικό επίπεδο, όσο κι αν έχει στηθεί ένα παράλληλο σύστημα με το οποίο η Αυλή προσπαθεί να τους ελέγξει,  ήταν και είναι πάντα επιρρεπείς στο να ανεξαρτητοποιηθούν ή και να ταχθούν με οποιονδήποτε  εισβολέα κρίνουν ότι τους συμφέρει.

Έπειτα, ένας άλλος λόγος αδυναμίας των Περσών  είναι η ετερογένειά των εθνών που βρίσκονται κάτω από την επικυριαρχία τους. Ανάμεσα στο μωσαϊκό των λαών που απαρτίζουν την αυτοκρατορία δεν υπάρχει ούτε κοινή γλώσσα ούτε κοινή θρησκεία, ούτε κοινά ήθη και έθιμα.  Τίποτα, που να μπορεί να τους κρατήσει ενωμένους πέρα από αυτή την εσκεμμένα μυθική μορφή του ΥπερΒασιλέα. Αυτός είναι όντως χρήσιμος όταν και εάν εξασφαλίζει ειρήνη, όμως η επιβεβαίωση της υπεροχής του και κατά συνέπεια η διατήρηση της θέσης του εξασφαλίζεται μόνον όταν επιχειρεί πολέμους. Είναι επωφελές (για την άνοδο) να ανακηρύσσεται κανείς Βασιλεύς των Βασιλέων ή και Θεός ακόμη, αλλά για να διατηρηθεί στην κορυφή πρέπει όχι μόνο να πολεμά συνέχεια αλλά και να νικάει.  Φαίνεται ότι έφτασε η στιγμή οι Πέρσες να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτού του φαύλου κύκλου.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι ορατοί λόγοι…» λέω, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι μιλάω πολύ και σταματάω.

image17

Ο Αριστοτέλης περιμένει ώσπου να τοποθετήσει ο νεαρός σερβιτόρος τους δίσκους στο τραπέζι. Αν δεν με απατά η όραση και κυρίως η όσφρησή μου, πρόκειται για έναν τεμαχισμένο κόνικλο, καλοψημένο και συνοδευμένο από διάφορα κηπευτικά, ελιές, ζεστό ψωμί και ντόπιο αθηναϊκό κρασί, ήδη αραιωμένο.

 «Είναι ενδιαφέροντα αυτά που μου λες Μεγαρέα» λέει μετά, «και μπορώ να πω ότι αποτελούν αντικείμενο και του δικού μας προβληματισμού, εδώ στο Λύκειο. Αλλά  η μαρτυρία ενός αυτόπτη είναι πάντοτε σημαντική. Για πες μου όμως, πώς βλέπεις να διαμορφώνονται τα πράγματα μετά την ελληνική παρέμβαση;»

Ειλικρινά δεν πίστευα ότι απόψε θα έπρεπε να είμαι εγώ εκείνος που θα κάνει διάλεξη. Και μάλιστα σε τόσο απρόσμενο ακροατήριο. Απρόσμενο και εκλεκτό, λέω μέσα μου για να πάρω κουράγιο. Περίμενα να ακούσω και έλπιζα να μάθω. Αλλά εδώ στην Αθήνα, λέω στον εαυτό μου, υπάρχει μακρά παράδοση οι δάσκαλοι να αρέσκονται στο να θέτουν ερωτήματα και να διδάσκουν ερωτώντας και εκμαιεύοντας. Καταλήγω λοιπόν ότι, έστω, εντάξει, ας πω τη γνώμη μου.

«Σκέφτομαι ότι πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον τρία οριακά ενδεχόμενα, Δάσκαλε. Στο πρώτο ο Αλέξανδρος και η Ηγεσία εντυπωσιάζονται από τα μεγέθη της Αυτοκρατορίας και κυρίως από τον σωρευμένο πλούτο και αποφασίζουν να προχωρήσουν, εντέλει, μόνο σε αλλαγή δυναστείας. Αυτό σημαίνει να ενσωματωθούν στο υπάρχον σύστημα  οι Έλληνες (και κυρίως οι Μακεδόνες) ως κυρίαρχη ομάδα και ως διάδοχοι των Περσών (οι οποίοι, άλλωστε, είχαν με τη σειρά τους διαδεχθεί στο ρόλο αυτόν τους πρώην κυρίαρχους Μήδους). Δηλαδή, εκτός από την επιβολή μια νέας κυρίαρχης εθνότητας, το πολύ να προστεθεί στις τρεις υπάρχουσες επίσημες γλώσσες της Αυτοκρατορίας η ελληνική και να πλαισιωθεί το ιρανικό και βαβυλωνιακό πάνθεον με μερικές ελληνικές θεότητες. Η αυτοκρατορία, πάντως, παραμένει αυτοκρατορία. Λίγο πολύ όπως την ξέρουμε.

Στη δεύτερη περίπτωση  τα νέα εδάφη ενσωματώνονται σε ένα νέο υπερεθνικό σχήμα και αρχίζουν προοδευτικά να εξελληνίζονται. Επιβάλλονται αλλαγές που αφορούν στην γλώσσα, στην επίσημη θρησκεία, στο δίκαιο, και επιδιώκεται η δημιουργία ενός νέου ενιαίου συνόλου. Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση οι αντιδράσεις των γηγενών θα είναι εντονότερες. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι στο κέντρο αυτού του ¨ελληνιστικού¨ (αν μου επιτρέπεις να χρησιμοποιήσω αυτόν τον νεολογισμό) συνόλου δεν θα είναι τα ελληνικά εδάφη -τα οποία εκ των πραγμάτων θα βρεθούν στην περιφέρεια της νέας δομής- αλλά θα μετατοπιστεί μοιραία κάπου προς τη Μεσοποταμία. Το ίδιο θα συμβεί και με τις άλλες βασικές δραστηριότητες: την παραγωγή των αγαθών και το εμπόριο.

Το τρίτο ενδεχόμενο έχει αποτελέσει θέμα μακρών συζητήσεων ανάμεσα σε ορισμένα στελέχη της υπηρεσίας των λογίων, της οποίας ηγείται ο Καλλισθένης, συχνά με την συνεργασία του Ευμένη από την Καρδία της Θράκης, και στην οποία έχω τη τιμή να συμμετέχω και εγώ. Πρέπει να σου πω ότι πρόκειται περισσότερο για μια ευχή παρά για μια πρόβλεψη. Και πρέπει επίσης να σου εξομολογηθώ ότι σε αυτές τις συζητήσεις ακούγεται συχνά η φράση: ¨Τι θα έλεγε άραγε γι αυτό ο Αριστοτέλης;¨»

Σταματάω  και τον κοιτάζω. Παραμένει απαθής και δεν κάνει σχόλια.

«Βασικός άξονας του προβληματισμού μας» συνεχίζω, «είναι η πεποίθηση ότι στην Ελλάδα παρά τους καταστρεπτικούς εμφύλιους πολέμους και τις μιζέριες που εκδηλώνονται πάντα μαζί με τις αδελφοκτόνες συγκρούσεις, έχουν συμβεί κατά τους τελευταίους αιώνες θαυμαστά πράγματα. Για παράδειγμα, πάψαμε να φοβόμαστε τη γνώση και να πιστεύουμε ότι αυτή μπορεί να αποδώσει καρπούς μόνο όταν καλλιεργείται έγκλειστη και επιτηρούμενη σε παλάτια και ναούς. Επιτρέψαμε στους ανθρώπους της γνώσης να πάρουν το λόγο δημόσια και να ανταλλάξουν απόψεις μεταξύ τους, πράγμα που ευνόησε την έρευνα και το πέρασμα νέων τομέων από το άγνωστο στο οικείο.

Αποδεχτήκαμε σε ορισμένες πόλεις τη δημιουργία νέων κατηγοριών πολιτών, με νέες δραστηριότητες και τους δώσαμε τη δυνατότητα συμμετοχής στα κοινά που παλιότερα δεν είχαν, ενώ σε άλλες πόλεις πειραματιστήκαμε μορφές κοινωνικής ισότητας -αν όχι για όλους τους πολίτες, (που ως και αυτό έγινε στα Αιόλια νησιά της Σικελίας[1]) τουλάχιστον ανάμεσα στην κυρίαρχη ομάδα πολιτών, όπως στη Σπάρτη. Σε άλλες πάλι πόλεις έγιναν αναδασμοί και ανακατανομή του πλούτου, όταν υπήρχε φανερός κίνδυνος η οικονομική ανισότητα να επιφέρει τη διάλυση. Δεν αρνηθήκαμε στις πόλεις την ελευθερία να ψάξουν για το καθεστώς που τους ταιριάζει καλύτερα και έτσι μπορεί να βρει κανείς στην Αθήνα πολίτες -αλλά και άρχοντες- που θαυμάζουν την πολιτεία των Λακεδαιμονίων, ή την μοναρχία των Μακεδόνων, ενώ από την άλλη πλευρά δεν είναι κρυφό ότι πολλοί Μακεδόνες θαυμάζουν την Αθήνα και, επιπλέον, να που -με την ευκαιρία των χθεσινών γεγονότων που υποθέτω ότι θα τα πληροφορήθηκες Δάσκαλε- θυμηθήκαμε όλοι ότι ως και οι Σπαρτιάτες  του Κλεομένη (όταν τους βόλευε, δε λέω) όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, βοήθησαν στο στερέωμα της Δημοκρατίας στην Αθήνα».

Sxedio_04

Έκανα μια παύση για να τον διευκολύνω, αν θέλει, να με διακόψει. Πράγματι ακούγοντας την αναφορά στα χθεσινά γεγονότα χαμογέλασε και μου είπε: «Αγαπητέ Μεγαρέα υπάρχουν δύο λογιών μύθοι. Κατ’ αρχήν αυτοί που πλάθονται από τους λαούς στη προσπάθειά τους να εξηγήσουν το ανεξήγητο ή να παρηγορηθούν για την αναπόφευκτη θνητότητά τους. Αυτούς τους μύθους τους σέβομαι γιατί κατά βάθος κρύβουν αλήθειες και πραγματικές αιτίες και κίνητρα που τους δικαιολογούν. Αν τους αναλύσεις έρχονται στην επιφάνεια χρήσιμα πράγματα.  Υπάρχουν όμως και μύθοι που φτιάχνονται επί τούτου για να υποστηριχτούν πολιτικές και συμφέροντα. Αυτοί είναι υποκριτικοί μύθοι και, καμιά φορά, με εξοργίζουν. Δυστυχώς το πέρασμα της Σοφιστικής από την Αθήνα, αλλά και την Ελλάδα  ολόκληρη θα έλεγα, έχει δημιουργήσει πολλούς τέτοιους ¨επιχειρησιακούς μύθους¨.

Σύμφωνα με τις πηγές μου οι ερωτοχτυπημένοι ¨τυραννοκτόνοι¨ για ένα μεγάλο διάστημα θεωρήθηκαν αυτό που ήσαν. Δύο άτομα που για τους δικούς τους λόγους σκότωσαν τον ένα από τους δύο τυράννους -και μάλιστα τον λιγότερο αυταρχικό και επικίνδυνο- και πλήρωσαν γι αυτό με τη ζωή τους. Μόνο αργότερα, μετά τους μηδικούς πολέμους και την έλευση των Σοφιστών, η ιστορία τους αναδιαμορφώθηκε σε ¨διδακτικό-συνωμοσιολογικό¨ μύθο.

Προσωπικά δεν έχω αντίρρηση για κάποιο εξωραϊσμό της πραγματικότητας, όταν βασίζεται και προωθεί την Αλήθεια. Αλλά εάν οι δημοκρατικοί θέλουν τον Δήμο άρχοντα και κύριο του μέλλοντός του, δεν επιτρέπεται να τον υποτιμούν προσφέροντάς του ιστορίες γεμάτες υπερβολές και διαστρεβλώσεις. Εγώ προσωπικά δε το ανέχομαι, όπως δεν θα ανεχόμουν, για παράδειγμα, την ανακήρυξη του Αλέξανδρου σε Θεό. Γι αυτό, αν και με είχαν καλέσει, δεν παραβρέθηκα χτες στις τελετές. 

Το μόνο καλό Μεγαρέα είναι ότι κάτι τέτοια δεν περνάνε και δε πείθουν πλέον τόσο εύκολα το Δήμο -ιδιαίτερα τους νέους.  Οι νέοι συλλαμβάνουν εύκολα τις αντιφάσεις και καμιά φορά έχουν και το κουράγιο και το κέφι να τις σατιρίσουν.  Πίστεψέ με ζω καθημερινά ανάμεσα τους και ξέρω τι σου λέω…

Αλλά συγγνώμη που σε διέκοψα. Μου μιλούσες για το τρίτο ενδεχόμενο όσο αφορά στη κατάσταση που θα διαμορφωθεί μετά την επιτυχή λήξη της εκστρατείας. Αν κατάλαβα καλά πρόκειται για την ιδεώδη, άρα δύσκολη, περίπτωση και γι αυτό σας προβληματίζει». 

«Ναι Δάσκαλε. Καταλήγουμε ότι η Πόλη είναι η βασική πολιτική οντότητα πάνω στην οποία βασίστηκαν όλα εκείνα που μας κάνουν υπερήφανους. Στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα και γενικότερα στη δημιουργία ενεργών και ευτυχισμένων πολιτών. Στη θεμιτή ένσταση ότι η μαχητική δύναμη μιας πόλης είναι μικρή για να τα βγάλει πέρα με τα ισχυρά στρατεύματα των μεγάλων βασιλείων και των αυτοκρατοριών που ενδεχόμενα θα την επιβουλευθούν, την απάντηση την έδωσε η ίδια η Ιστορία. Μπροστά στην εξωτερική απειλή οι πόλεις μας συσπειρώθηκαν και νίκησαν. Το ίδιο κάνουν συσπειρωμένες και τώρα: νικούν. Αντίθετα αποδυναμωθήκαμε και παρακμάσαμε όταν τα βάλαμε ο ένας εναντίον του άλλου.

Επομένως, τώρα περισσότερο από ποτέ,  πρέπει να ενισχυθούν οι θεσμοί που ενοποιούν τον ελληνικό κόσμο. Από την Αμφικτιονία ως τους αθλητικούς αγώνες και τις γιορτές θεάτρου. Είναι στην ενότητα που πρέπει να επικεντρωθούν οι προσπάθειές μας, ιδιαίτερα αν αναλάβουμε το δύσκολο έργο να επεκτείνουμε τις πολιτικές μας προς νέα εδάφη και νέους λαούς. Εάν καταφέρουμε κατ’ αρχήν να αυξήσουμε τη συνοχή διατηρώντας παράλληλα τις ιδιαιτερότητές μας, θα μπορέσουμε προοδευτικά να εντάξουμε και τους νέους λαούς στις νέες αντιλήψεις. Δε θα ήθελα να μιλήσω με συνθήματα Δάσκαλε, αλλά για την υλοποίηση της τρίτης περίπτωσης, εκείνο που ακούγεται στις συζητήσεις μας μιλάει για μια Ελλάδα των Πόλεων, από τη Σικελία έως εκεί όπου, όπου να ‘ναι, θα φτάσουμε.  Κάτω από την επίβλεψη ενός συλλογικού οργάνου ανάλογο με την Αμφικτιονία, αλλά ισχυρότερο και στελεχωμένο περισσότερο με φιλοσόφους παρά με ιερείς».

Χαμογέλασε πάλι.

«Αχ αυτοί οι νέοι!» είπε. Και πρόσθεσε:

«Μια που ανάφερες τους ιερείς, για πες για αυτούς που συνάντησες εκεί. Σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν κατά τη γνώμη σου από τους δικούς μας;»

Άφησα κάτω τη μπουκιά με το νόστιμο κουνέλι που προσπαθούσα να προωθήσω  στη γαστέρα μου και ετοιμάστηκα για νέο λόγο, αλλά ευτυχώς ο Δάσκαλος αντιλήφθηκε ότι με έχει προσκαλέσει σε δείπνο και όχι σε επίδειξη ρητορικής ικανότητας και άλλαξε γνώμη. «Αλλά ας αφήσουμε τις κουβέντες για αργότερα» είπε, «και ας τιμήσουμε αυτό εδώ το λαγοειδές. Εις υγείαν!»

«Στην υγειά σου Δάσκαλε» είπα και κατέβασα επιτέλους τη μπουκιά με το κουνέλι, βοηθώντας την με μια γερή γουλιά λευκού κρασιού αρωματισμένου με ρετσίνι.

images (13)

Τέλος του Έκτου Μέρους

(συνεχίζεται…)

[1] Ο Εύελπις αναφέρεται στα μικρά ηφαιστιογενή νησιά στην βόρεια ακτή της Σικελίας που αποικήθηκαν το 580 π.Χ. από εξόριστους προερχόμενους από την Ρόδο και την Κνίδο. Στα νησιά αυτά και ιδιαίτερα στην Μελιγουνίδα  (Λίπαρι)  εφαρμόστηκε για ένα διάστημα καθεστώς κοινοκτημοσύνης.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης ζητά να δει τον Αριστοτέλη

Posted by vnottas στο 30 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

289_d

Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης θέλει να δει τον Δάσκαλο

 

Το σπίτι που νοικιάζει ο Αριστοτέλης βρίσκεται κι αυτό όπως και το δικό μας στους πρόποδες του Λυκαβηττού, όμως ο δάσκαλος με περιμένει απόψε στο Λύκειο, εδώ λίγο παρακάτω, πάντα έξω από τα τείχη της Πόλης, στο ύψος των πυλών του Διοχάρη.  Η απόσταση είναι μικρή και λέω να περπατήσω ως εκεί.

Μου είπαν ότι η Ακαδημία του Πλάτωνα (που τώρα διευθύνει ο Ξενοκράτης) έχει όλο και πιο πολλούς σπουδαστές και μοιάζει πια με μια μικρή πόλη κατοικημένη από νέους ανθρώπους, έξω από το περιτειχισμένο Άστυ, στον βόρειο ελαιώνα. Μια πόλη με πολλούς ελληνόφωνους νεαρούς άνδρες, όχι μόνο γηγενείς, αλλά και προερχόμενους από άλλες πόλεις και  πολύ λιγότερες νεαρές γυναίκες ντόπιες, συνήθως κόρες πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Το Λύκειο του Αριστοτέλη δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιες ποσότητες, ωστόσο μοιάζει κι αυτό με μια μικρή ¨αστική¨ νησίδα μέσα στην ειδυλλιακή ύπαιθρο που περιβάλλει την Αθήνα.

Το  κτίριο της σχολής είναι μια ανακαινισμένη παλιά πέτρινη κατασκευή, κοντά στον αρχαίο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, που λειτούργησε ως δημόσιο γυμνάσιο ήδη από την εποχή του Πεισίστρατου. Λέγεται ότι εδώ ερχόταν συχνά ο Σωκράτης, ενώ παλιότερα στο γύρω πλάτωμα γυμνάζονταν οι οπλίτες και οι ιππείς του Αθηναϊκού στρατού. Ο Δάσκαλος το νοίκιασε κι αυτό, αφού όντας μέτοικος δεν μπορεί να αγοράσει ακίνητα.  Το οίκημα, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας, περιλαμβάνει πλέον δύο στοές με πλούσια βιβλιοθήκη, ιερό των Μουσών, εργαστήρια, καθώς  και κοιτώνες και χώρους σίτισης για τους οικότροφους σπουδαστές.

Ο Σταγειρήτης μαθαίνω ότι βρίσκεται ολημερίς στους χώρους του Λυκείου, αν και είναι γνωστό ότι συχνά προτιμά να διδάσκει έξω, στην ύπαιθρο, σεργιανίζοντας με τους σπουδαστές στο άλσος που περιβάλει τη σχολή.

Λέγεται ότι το περιεχόμενο των μαθημάτων του δεν μοιάζει ούτε μ’ εκείνο του μακαρίτη του Ισοκράτη (που εστιαζόταν εν τέλει σε θέματα ρητορικής και διοίκησης)  ούτε μ’ εκείνο της Ακαδημίας (όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια της Νόησης, η οποία θεωρείται ο μόνος δρόμος προς την Γνώση, που  με τη σειρά της οδηγεί στην Αρετή, η οποία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την Ευτυχία). Ούτε βέβαια έχει καμία σχέση με τους ακροβατισμούς ανάμεσα σε Αυτάρκεια, Εγκράτεια και Ηδονισμό που χαρακτηρίζει τελευταία το Κυνόσαργες. Στο Λύκειο, απ’ ότι φαίνεται, δεν επαφίενται όλα στην Νόηση, αλλά οι πληροφορίες που συλλέγονται από των αισθητό Σύμπαν θεωρούνται πολύτιμες και πρέπει να αναλύονται, να ανασυντίθενται και να ¨τακτοποιούνται¨ έτσι ώστε να μεταβάλλονται σε γνώσεις με απτές επιπτώσεις, ικανές να βελτιώσουν τον υπαρκτό Κόσμο.

Η διδακτική δραστηριότητα στη σχολή του Αριστοτέλη ασκείται  και από τους συνεργάτες, ακόλουθους και πρώην μαθητές του Δάσκαλου. Και επί πλέον υπάρχουν οι ¨Αναγνώστες¨ που αποδίδουν και επεξηγούν προφορικά τα κείμενα των συγγραμμάτων, αλλά και παρακολουθούν από κοντά τις επιδόσεις των φοιτητών. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας από τους ¨Αναγνώστες¨ της Ακαδημίας του Πλάτωνα και λέγεται μάλιστα   ότι ως εξεταστής της προόδου των σπουδαστών,  ήταν δεόντως αυστηρός.

Ο ίδιος ο Δάσκαλος αφιερώνει τις πρωινές του ομιλίες σε εισαγωγικά ή γενικά θέματα που για να γίνουν κατανοητά δεν απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση και μπορούν να τα παρακολουθήσουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ενώ οι απογευματινές του διαλέξεις (που πρέπει να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και που -μεταξύ μας- θα έδινα πολλά για να μπορέσω να παρακολουθήσω) αφορούν στα θέματα που ο ίδιος αποκαλεί ¨ακροαματικά¨ ή ¨εσωτερικά¨ και απευθύνονται αποκλειστικά προς επιλεγμένους, προχωρημένους φοιτητές.  

Υποθέτω ότι απόψε θα με δεχτεί μετά τη λήξη μιας τέτοιας  ¨ακροαματικής¨ διάλεξης.

kynos

Ο Οινοκράτης μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου απόψε. Τον ρώτησα πώς έτσι και μου απάντησε ότι θέλει να γνωρίσει τον μεγάλο σοφό.

Τον ρώτησα γιατί και μου είπε πως μια από αυτές τις μέρες, όταν θα μειωθεί η πίεση από τα άμεσα καθήκοντά μου, θέλει να μιλήσουμε και θα μου εξηγήσει.

Του είπα εντάξει, όποτε θέλει, αλλά  πως, ακόμη κι αν τον πάρω μαζί μου απόψε, τον ίδιο τον Αριστοτέλη μάλλον δεν θα τον δει. Θυμάμαι ότι κι εγώ την πρώτη φορά, πριν την αναχώρηση, είχα δυσκολευτεί να τον δω προσωπικά. Ο Δάσκαλος, σίγουρα, δεν είναι εύκολα προσιτός.

Βέβαια, τώρα δεν είναι ακριβώς όπως τότε. Εγώ έχω τώρα άλλη ιδιότητα και έχω επίσης συγκεκριμένα μηνύματα από υψηλούς αποστολείς γι αυτόν.

Αλλά κι εσύ, Οινοκράτη, του είπα, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να χειραφετηθείς και τυπικά. Μάλιστα ύστερα από το χθεσινό σου επίτευγμα, νομίζω ότι, εάν το επιθυμείς, μπορείς να επιδιώξεις -να επιδιώξουμε όλοι μαζί- να πάρεις την αθηναϊκή υπηκοότητα. Εγώ θα σε υποστηρίξω αμέριστα.

Θυμάμαι βέβαια τους ενδοιασμούς και τους φόβους που μου είχες εκφράσει στα Σούσα, αλλά θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι, κατά τα άλλα, η ζωή σου δεν θα αλλάξει δραστικά, εκτός εάν το επιθυμήσεις  εσύ. Μπορείς να παραμείνεις κοντά μου, αλλά όχι πλέον όχι ως δούλος, έστω εξειδικευμένος, αλλά ως ελεύθερος συνεργάτης.  Θα αμείβεσαι κανονικά από εμένα και την υπηρεσία και δε θα χρειάζεσαι την άδεια κανενός όταν θελήσεις, για παράδειγμα, να κάνεις οικογένεια.   Βέβαια, εάν προτιμάς να γίνεις ένας ελεύθερος υπήκοος της νέας μεγάλης πολιτικής οντότητας που θα προκύψει από την οριστική, τελική νίκη του Αλέξανδρου, αυτό είναι ακόμη πιο εύκολο.

Όσον αφορά στον Αριστοτέλη, τον οποίο σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά και μάλιστα σύντομα, σου υπόσχομαι ότι θα προετοιμάσω το έδαφος έτσι ώστε την προσεχή φορά να με συνοδέψεις κι εσύ. Και, εν τω μεταξύ, θα  έχουμε τον χρόνο να τα πούμε διεξοδικά. Λοιπόν; τι λες;

Εντάξει, μου απάντησε ο Συρακούσιος, εντάξει σε όλα.

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

9219588129_d8da90ff9a_b

Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Ξύπνησα νωρίς. Ήθελα να προετοιμαστώ κάπως γιατί όπου να ‘ναι θα κατέφθανε ο Δημάδης.

Τίμησα το πρωινό ¨άριστον¨ που μου ετοίμασε η κυρά Άνθεμη, η οποία βρισκόταν ήδη στο πόδι ακόμη πιο νωρίς από μένα και της είπα πόσο μου έχει λείψει αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο η ίδια όσο και το πρωινό που μόνο εκείνη ξέρει να φτιάχνει. Κέρδισα ένα πλατύ της χαμόγελο. Μετά αποσύρθηκα στη αίθουσα των κειμένων. Υπήρχαν εκεί περγαμηνές και πάπυροι  συλλεγμένοι από τον Ευρύνου, αλλά και κάμποσα συγγράμματα δικά μου, τόσο από εκείνα που χρησιμοποίησα στις σπουδές, όσο  και διάφορα άλλα.

Η χθεσινή συζήτηση με τον πατέρα μου σχετικά με την αντιδικία Δημοσθένη-Αισχίνη και η αναφορά του στην επικείμενη δίκη ανάμεσά τους, είχε τραβήξει την προσοχή μου στο γεγονός που, σύμφωνα με τον Ευρύνου, θα κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή  της Αθήνας τούτο το καλοκαίρι.  Ο πατέρας έχει δίκιο. Οι δίκες στην Αθήνα έχουν σχεδόν πάντα πολιτικές προεκτάσεις. Οι δικαστές είναι ένορκοι πολίτες, πολλοί στον αριθμό, και οι αποφάσεις τους εκφράζουν έγκυρα το κλίμα που επικρατεί κάθε φορά στην Πόλη.

Σκοπεύω να παρακολουθήσω αυτή τη δίκη. Με τρόπο διακριτικό, γιατί δε θέλουν πολύ οι ποικίλοι ¨ενάντιοι¨ να με κατηγορήσουν για εμπλοκή και ανάμιξη εκεί όπου δεν είμαι σπαρμένος. Η Αθήνα είναι ευαίσθητη όσον αφορά στην ανεξαρτησία της και καλά κάνει. Η πολύτιμη ενδο-ελληνική ειρήνη, για να φτουρήσει, πρέπει να είναι μια έντιμη ειρήνη. Επομένως, το ξαναλέω: προσοχή!

images (19)

Δεδομένου ότι οι σπουδές μου δεν ήταν επικεντρωμένες στα νομικά, αλλά κυρίως, θα έλεγα, στα ιστορικά θέματα (ακριβέστερα στην μετατροπή του παρόντος σε Ιστορία), θέλησα να ενημερωθώ διεξοδικότερα για τα ισχύοντα στην αθηναϊκή νομολογία και δικονομία. Άνοιξα λοιπόν τις συγγραφές. Πέρα από τους νόμους και τους κανόνες, βρήκα αρκετούς από τους λόγους των δύο μονομάχων, καθώς και άλλα ενδιαφέροντα τεκμήρια.

Μέχρις ότου ακουστεί ο θόρυβος του αμαξιού με το οποίο κατέφτασε ο Δημάδης, είχα προλάβει να αποκτήσω μια πρώτη εικόνα, όχι μόνον  του νομικού πλαίσιου, αλλά και (εδώ με βοήθησαν οι δικές μου -πριν απ’ την αναχώρηση- σημειώσεις) του ιστορικού της διένεξης ανάμεσα στους δύο επιφανείς Αθηναίους ρήτορες-πολιτικούς.

Με λίγα λόγια…

τοξοτης

Ο ένας, ο Δημοσθένης, ήταν γεννημένος εύπορος. Ο πατέρας του είχε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε κλίνες και μια άλλη όπου σκάρωνε μαχαίρια για πολεμική και ειρηνική χρήση. Πέθανε όταν ο γιος του ήταν μόνο εφτά χρονών. Του άφησε μια αξιόλογη περιουσία και τρεις ανίκανους και ιδιοτελείς κηδεμόνες. Όσο κι αν η χήρα-μάνα ανησυχούσε και διαμαρτυρόταν, οι κηδεμόνες κατασπατάλησαν την κληρονομιά.

Ο μικρός Δημοσθένης πείσμωσε! Ή θα γινόταν καλός στα όπλα και θα τους έσφαζε ή θα γινόταν δικανικός ρήτορας και θα τους έσερνε στα δικαστήρια μέχρι να τους αναγκάσει να επανορθώσουν.

Αν ζούσε αλλού θα είχε μόνον την πρώτη επιλογή. Αλλά ζούσε στην Αθήνα. Μια πόλη όπου γίνονταν παρανομίες, όπως παντού, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη ικανή να αισθανθεί έως και συλλογικό άγος όταν καταπατιόταν το κοινό αίσθημα περί δικαίου. Όποιος κι αν ήταν ο φταίχτης! Ακόμη κι αν έφταιγε η Πόλη η ίδια!

Έτσι ο μικρός αντί να ασκηθεί στην παλαίστρα βάλθηκε να ασκείται και να μαθαίνει την τέχνη του δικανικού ρήτορα. Κι ας ήταν ψευδός!

 Δημοσθένης

Ό άλλος, ο Αισχίνης, από τον περιφερειακό δήμο των Κοθωκιδών[1],  γεννήθηκε τέσσερα, πέντε  χρόνια πρωτύτερα, γιος ενός εγγράμματου δούλου που τον έλεγαν Τρόμη.  Ο Τρόμης πολέμησε για την Αθήνα, και εναντιώθηκε στους τριάντα τύραννους με αποτέλεσμα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, να χειραφετηθεί και να αλλάξει όνομα: ήταν πλέον ο Ατρόμητος. Ο Αισχίνης μπόρεσε έτσι να αποκτήσει ευρύτερη μόρφωση, ενώ τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο δημοδιδασκαλείο του πατέρα του. Πάντως, απ’ ό, τι φαίνεται, βασικά  ήθελε να γίνει ηθοποιός.

 Εν τω μεταξύ, οι αντιπαραθέσεις – κατάλοιπα της παλιάς μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών είχαν υποχωρήσει και είχαν αντικατασταθεί με τους προβληματισμούς για την ανάδυση  μιας νέας ισχυρής δύναμης στο βορρά, των Μακεδόνων. Η ενδιάμεση εμφάνιση στο πανελλήνιο προσκήνιο των Θηβαίων, ήταν εμφάνιση διαττόντων αστέρων.

 Ο Δημοσθένης καταφέρνει να διώξει ποινικά τους εκμεταλλευτές – τέως κηδεμόνες του, αλλά όχι και να αποζημιωθεί επαρκώς. Παραμένει συνήγορος-λογογράφος, και μάλιστα πολύ επιτυχημένος, αλλά παράλληλα αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις νέο-αποκτημένες ρητορικές του ικανότητες στον πολιτικό στίβο. Παρουσιάζεται ως  ένθερμος αντιμακεδόνας. Το κλίμα είναι πρόσφορο. Οι επιδρομές του Φίλιππου κατά των πόλεων που τελούν υπό αθηναϊκή προστασία και επιρροή (στην Θράκη και στα στενά της εισόδου στον Εύξεινο Πόντο) δημιουργούν στην Αθήνα δυσκολίες στον ανεφοδιασμό και φόβους για ουσιαστική απώλεια ισχύος στο άμεσο μέλλον.

Ο Αισχίνης πάλι, καταλαβαίνει από τις αντιδράσεις του κοινού ότι ως ηθοποιός δεν πρόκειται να διαπρέψει και το γυρνά και αυτός στην πολιτική. Εντάσσεται στην κυρίαρχη τότε αντιμακεδονική μερίδα. Μετά την πτώση της Ολύνθου παίρνει μέρος στην αποστολή που προσπαθεί να πείσει τις ελληνικές πόλεις του νότου να συσπειρωθούν κατά των Μακεδόνων. Η αποστολή αποτυγχάνει και ο Αισχίνης απογοητεύεται και αλλάζει στρατόπεδο. Από αυτό το σημείο και μετά υποστηρίζει τον Φίλιππο και στη συνέχεια τον Αλέξανδρο. Aeschines_bust

Η Αθήνα προσπαθεί να περιορίσει τις απώλειες (και να κερδίσει χρόνο) με διαπραγματεύσεις. Ο Αισχίνης και ο Δημοσθένης παίρνουν μέρος στις διπλωματικές αποστολές προς τον Φίλιππο, με επικεφαλής τον Εύβουλο, έναν πολιτικό που περισσότερο από φιλομακεδόνας είναι υπέρμαχος μιας ¨ήρεμης¨, μη παρεμβατικής πολιτικής των Αθηνών. Οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν με τη σύναψη ειρήνης, για την οποία οι όρκοι δόθηκαν τελικά  στις Φερές της Θεσσαλίας και πήρε το όνομα ενός άλλου φιλομακεδόνα, ο οποίος επίσης συμμετείχε στην αποστολή, του Φιλοκράτη.

Η ατελείωτη σειρά των διενέξεων ανάμεσα στους δύο ρήτορες αρχίζει ακριβώς εκείνη την εποχή, πριν από περίπου δεκάξι χρόνια. Δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε δοθεί η αποφασιστικής σημασίας μάχη στη Χαιρώνεια (οκτώ χρόνια πριν) και δεν είχε ακόμη καταστραφεί η Θήβα (πριν πέντε χρόνια).  

 Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι χρηματίστηκε από τον Φίλιππο. Την κατηγορία δεν την υποβάλλει αυτοπροσώπως, αλλά μέσω ενός πλούσιου φίλου του, του Τίμαρχου.

Ο Αισχίνης απαντά ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, ένας γνωστός φαύλος και (στα νιάτα του) εκπορνευόμενος όπως ο Τίμαρχος δεν δικαιούται να κατηγορήσει κανέναν. Πολύ περισσότερο έναν αθηναίο ευπατρίδη.

Οι ένορκοι δικαστές εγκρίνουν την ένσταση του Αισχίνη και απορρίπτουν την κατηγορία για τυπικούς λόγους. Ο Τίμαρχος χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα και αυτοκτονεί.

Ο Δημοσθένης επιμένει∙  αυτή τη φορά παρεμβαίνει προσωπικά και απαριθμεί τα επιχειρήματά του στον περίφημο λόγο ¨περί παραπρεσβείας¨

Σύμφωνα με αυτήν τη αγόρευση, οι βασικές πράξεις και παραλείψεις του Αισχίνη που έβλαψαν την Αθήνα και για τις οποίες θα πρέπει να κριθεί ένοχος προδοσίας, είναι οι εξής:

Πρώτα απ’ όλα γιατί παρενέβη ενάντια στην έγκαιρη -και εκ των υστέρων δικαιωμένη- εισήγηση του Δημοσθένη να κλείσουν οι Αθηναίοι τα στενά των Θερμοπυλών και να εμποδίσουν την κάθοδο των Μακεδόνων στο νότο.

Δεύτερο, γιατί με τη συνηγορία του Φιλοκράτη, δέχτηκε η τελική συμφωνία να υπογραφεί στις Φερές, όπου ο Φίλιππος επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων απειλούσε τους σύμμαχους Φωκείς,  αλλά και την ίδια την Αθήνα.

Τρίτο,  γιατί στο τελικό κείμενο της συνθήκης ο Αισχίνης δέχτηκε να μπει η διατύπωση ¨το κάθε μέρος κρατάει όσα (αυτή τη στιγμή) έχει¨ και όχι, όπως θα προτιμούσε η Αθήνα ¨το κάθε μέρος κρατάει τα δικά του¨.

Τέταρτο, όταν η δεύτερη αποστολή διαπραγματεύσεων έφτασε στην Πέλλα, ο Φίλιππος δεν ήταν εκεί αλλά εξαπέλυε πολεμικές επιδρομές στη Θράκη. Αντί να σηκωθούν και να φύγουν (προσβεβλημένοι) αμέσως, τα μέλη της επιτροπής, με εισήγηση του Αισχίνη και του Φιλοκράτη, παρέμειναν περιμένοντάς τον ένα ολόκληρο μήνα.

Πέμπτο, γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία του αθηναίου πρέσβη Δέρκυλου, τον είδαν να βγαίνει νύχτα από τη σκηνή του Φίλιππου. Άσε που έμεινε στις Φερές μια μέρα παραπάνω από τους άλλους πρέσβεις.

Τέλος ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι γιόρτασε μαζί με τον Φίλιππο στο μαντείο των Δελφών τη νίκη του Μακεδόνα κατά των (συμμάχων των Αθηναίων) Φωκέων.

Ο Αισχίνης απαντά  άμεσα και διαψεύδει τις κατηγορίες με έναν λόγο (που τον έχω κι αυτόν αντιγραμμένο στα κείμενά μου) με την επικεφαλίδα ¨Περί της ψευδούς Παραπρεσβείας¨. Παρά το γεγονός ότι οι φίλοι των μακεδόνων είναι ακόμη λίγοι, ο Αισχίνης αθωώνεται, αν και με μικρή διαφορά ψήφων.

Όλη αυτή η δικαστική διένεξη κράτησε δυο-τρία χρόνια. Ας σημειωθεί ότι παράλληλα κατηγορήθηκε για προδοσία και ο Φιλοκράτης, ο οποίος πρόλαβε να δραπετεύσει από την Αθήνα πριν την εκδίκαση της καταγγελίας (κατήγορος σε αυτή τη δίκη ήταν ο ρήτορας Υπερείδης). Ο Φιλοκράτης καταδικάστηκε ερήμην σε Θάνατο. αρχείο λήψης (4)

  Πέρα από τις διαρκείς ενδιάμεσες μικρο-αντιδικίες, η δεύτερη πράξη της σύγκρουσης Αισχίνη – Δημοσθένη διαδραματίστηκε πριν έξι χρόνια. Εγώ ήμουν ακόμη στην Αθήνα και την αρχική φάση αυτής της ιστορίας την θυμάμαι αρκετά καλά.

Έχει μεσολαβήσει η ήττα των συσπειρωμένων αντιμακεδόνων στη Χαιρώνεια, με αποτέλεσμα εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η Αθήνα πρέπει να τα βρει με τον Φίλιππο να είναι πλέον μια υπαρκτή συνιστώσα της πολιτικής ζωής, η οποία ενίοτε (αν και όχι συχνά) καταφέρνει να πλειοψηφεί.  Ο Κτησιφώντας, ένας φίλος του Δημοσθένη και, φυσικά,  ενάντιος στους Μακεδόνες, έχει την έμπνευση (ή του υποβάλλεται, ποιος ξέρει από ποιόν!) να προτείνει στον Δήμο την απονομή τιμών στον Παιανέα Ρήτορα. Και αυτό γιατί ως Άρχοντας ¨Τειχοποιός¨,  δηλαδή επιφορτισμένος με την επανόρθωση ενός τμήματος του αθηναϊκού τείχους, όχι μόνο είχε κάνει καλή δουλειά, αλλά είχε βάλει και λεφτά από τη τσέπη του για την ολοκλήρωση του έργου. Θα έπρεπε λοιπόν να αποδοθεί στον Δημοσθένη χρυσό στεφάνι, και μάλιστα σε ειδική τελετή στο θέατρο του Διονύσου.

Ο Αισχίνης δεν καθυστερεί. Υποβάλλει αμέσως ¨γραφή παρανόμων¨ (ένσταση κατά νόμον γραπτή, επειδή το θέμα αφορά στη δημόσια ζωή της Πόλης και όχι την ιδιωτική ζωή των πολιτών) όπου ισχυρίζεται ότι:

Ένα. Ο Δημοσθένης δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη θητεία του ως τειχοποιός, άρα δεν μπορεί ακόμη να γίνει καμία αποτίμηση του έργου του.

Δύο. Σε κάθε περίπτωση, η απονομή τιμών σε οποιονδήποτε δεν μπορεί να γίνει σε Θέατρο. Αυτό είναι πρωτάκουστο και ενάντια στις παραδόσεις της Πόλης.  

Τρίτο (φαρμακερό και ουσιαστικότερο): Οι δραστηριότητες του Δημοσθένη στο σύνολό τους όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά, αντίθετα, έβλαψαν την πόλη.

 images (22)

Λίγο μετά την έναρξη των προκαταρκτικών διαδικασιών για την δίκη, συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο που ανατρέπει τις ασταθείς αθηναϊκές πολιτικές ισορροπίες: ο Φίλιππος δολοφονείται και οι Αθηναίοι, προς στιγμήν θεωρούν ότι ο βόρειος κίνδυνος εξέλειπε. Το ρεύμα που υποστηρίζει ότι η Αθήνα θα πρέπει να ακολουθήσει και πάλι ηγεμονική πολιτική παίρνει τ’ απάνω του.

Ο Αισχίνης σκέφτεται ότι δεν τον συμφέρει η άμεση εκδίκαση της ¨γραφής¨ και (όσο μπορεί) χρονοτριβεί. Όντως καταφέρνει να αναβάλει την δίκη. Περιμένει να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και η κατάσταση (νοούμενη ως συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων) να γίνει πιο ευνοϊκή.

Πράγματι, ο Αλέξανδρος δεν ¨τρώει τα μούτρα του¨ στην Ασία, όπως περίμεναν και προανήγγελλαν πολλές Κασσάνδρες, αλλά, αντίθετα, αποδεικνύεται ικανός και αποτελεσματικός στρατηλάτης. Νίκες κατά των Περσών, καλή συμπεριφορά απέναντι στην Αθήνα -παρά τους ακκισμούς της πολιτικής της, δώρα αφιερωμένα στην Αθηνά την Παλλάδα, επιβολή πάνω στους προαιώνιους νταήδες της Πελοποννήσου, και τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ιδού και η επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨… τι άλλο καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί;

Ο Αισχίνης αναθαρρεύει και, απ’ ότι φαίνεται, έχει ήδη βάλει ξανά μπρος τη δικαστική σύγκρουση. Δεν ξέρω ακόμη, αλλά θα μάθω, αν οι πρωτοβουλίες είναι αποκλειστικά  δικές του ή του συνόλου των φιλομακεδόνων. images (21)

Ακούω τ’ αμάξι του Δημάδη που καταφτάνει και συμμαζεύω κάπως τους παπύρους. Μετά από λίγο, καλοντυμένος,  πληθωρικός, ενθουσιώδης χωρίς να ζορίζεται, να σου ο περίφημος Δημάδης: ο τύπος που όντας αιχμάλωτος των Μακεδόνων μετά τη μάχη της Χαιρώνειας τόλμησε να τη μπει στον Φίλιππο. Ο τύπος που επειδή, παρ’ όλα αυτά, είχε γοητεύσει τον Μακεδόνα, όταν του ζητήθηκε από την Πόλη να διαπραγματευτεί τους όρους της ήττας, απάντησε ¨Εντάξει,  αλλά πρώτα θα με απαλλάξετε από τα χρέη μου¨! Ο τύπος που ανάμεσα σε ένα καλαμπούρι και ένα άλλο έπεισε τον Αλέξανδρο μετά τη καταστροφή της Θήβας να συγχωρήσει τους αθηναίους αντιμακεδόνες ρήτορες και λέγεται ότι εισέπραξε για αυτό πέντε τάλαντα από τον Δημοσθένη και τους λοιπούς.

Εάν κάτι έχει αλλάξει στην Αθήνα μετά την ηρωική εποχή των μηδικών πολέμων, είναι ότι τύποι σαν τον Δημάδη όχι μόνον είναι πλέον ανεκτοί,  αλλά και ασκούν γοητεία και επιρροή. Νέοι καιροί, νέα ήθη!

demades

Χαίρε νεαρέ Μεγαρέα

Πώς σου φάνηκε η χθεσινή υποδοχή; Δε φαντάζομαι να έπληξες, ε;

Ούτε να σου την είχαμε ετοιμάσει επί τούτου αυτή την ¨εορτή μετά θεαμάτων¨, προκειμένου να σε απαλλάξουμε από τη βαρεμάρα των επισήμων τελετών. Αστειεύομαι φυσικά. Ευτυχώς ο υπηρέτης σου μας ξελάσπωσε όλους. Όλους εμάς τους υπεύθυνους για τη διοργάνωση της παραλαβής, εννοώ. Ικανότατος. Μπράβο του. Πώς τον είπαμε; Οινοκράτη;  Τον πουλάς; Φυσικά και αστειεύομαι, αγαπητέ.

Όμως να μιλάει ο Δημοσθένης περί Δημοκρατίας και τα λοιπά και να τον διακόψουν ¨αποκαλύπτοντας¨ ποιον; τον Κλεομένη! Χα! Εκείνον που σύμφωνα με τους ντόπιους αριστοκράτες συνέβαλε όσο λίγοι στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας!!! Σιγά τους τυραννοκτόνους, λένε! Και ποιον άλλο; Τον Λεωνίδα, τον μόνο Σπαρτιάτη που είναι διαχρονικά και αδιαφιλονίκητα δημοφιλής σε όλη την Ελλάδα! Χα! Πάντως εδώ κάποιος μας δουλεύει όλους. Και θα έλεγα ότι αυτός ο κάποιος αποδεικνύεται αρκετά πνευματώδης! (γελάει). Ενώ οι ρήτορές μας παραείναι σοβαροφανείς, δεν βρίσκεις;

Ζήτησα να μιλήσουμε για να τις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά θέλω και να σε συγχαρώ για την χθεσινή σου ομιλία. Γιατί; Πρώτα απ’ όλα γιατί ήταν σύντομη. Βέβαια και δεν το εννοώ: άλας- Αττικόν Άλας. Πάντως ήταν όντως σύντομη και ουσιώδης. Τα είπες καλά και είναι σημαντικό που, όπως υπογράμμισες, ο απεσταλμένος από το μέτωπο της εκστρατείας, εσύ, είσαι ένας κάτοικος της Αθήνας.  Έτσι δε χρειάζεται να βρούμε γλώσσα αμοιβαίας κατανόησης. Την έχουμε ήδη.

Και επειδή έχουμε κοινή γλώσσα ήρθα να μιλήσουμε. Εμείς, οι φίλοι των Μακεδόνων και της πανελλήνιας συσπείρωσης, σε όποια πολιτεία κι αν ανήκουμε, ίσως πρέπει να μιλάμε πιο συχνά μεταξύ μας. Δε λέω να ζητάμε την άδεια του Αλέξανδρου για καταστάσεις που εκείνος αγνοεί, αλλά που εμείς γνωρίζουμε καλά, ή για πράγματα που η προελαύνουσα ηγεσία των Ελλήνων απλώς δεν ξέρει. Λέω ότι, για να βοηθήσουμε στην υλοποίηση των κοινών επιδιώξεων, πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γνωστή και να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η δική μας εκδοχή. Εμείς βλέπουμε καλύτερα τους υφάλους που απειλούν την πορεία του Ελληνισμού προς μια ωριμότερη εποχή. Δεν λέω πως δεν κάνουμε λάθη. Το αντίθετο. Έχουμε κι εμείς τις ατυχείς στιγμές μας. Γι αυτό ο συντονισμός είναι χρήσιμος. Θέλεις ένα παράδειγμα; Θα στο δώσω.

Θα έχεις μάθει υποθέτω για τις πρωτοβουλίες του Αισχίνη. Ξαναέβαλε μπροστά τις δικαστικές διαδικασίες κατά της παρέας του Δημοσθένη. Πρόκειται για τη γνωστή υπόθεση περί ¨στεφάνου¨. Θα τα θυμάσαι όλα αυτά υποθέτω, ήσουν ακόμη εδώ όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Υπέβαλε λοιπόν ¨γραφή παρανόμων¨ κατά της πρότασης του Κτησιφώντα να στεφανωθεί ο Δημοσθένης, του οποίου, όπως όλοι ξέρουν, ο Κτησιφώντας δεν είναι παρά ένας από τους αχυράνθρωπους. Φυσικά, ο Αισχίνης τον Κτησιφώντα τον έχει χεσμένο. Ο στόχος του είναι πάντα ο Παιανέας -παρεμπιπτόντως: είμαι κι εγώ από την Παιανία ξέρεις, αλλά από την Άνω, την “Καθύπερθεν Παιανία”, ο άλλος είναι από την Κάτω, την  “Υπένερθεν ”∙ αυτό για να μη γίνονται άτυχες συγχύσεις. Σου έλεγα λοιπόν ότι μπορεί να έχει τα δίκια του ο Αισχίνης, μπορεί να ήταν ο Δημοσθένης που ήρξατο χειρών αδίκων. Όμως αυτή η υπόθεση φαίνεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση στο Δήμο, από ό, τι οι συνήθεις διαξιφισμοί ανάμεσα στους δύο. Φοβάμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, πως ο αντίκτυπος της υπόθεσης θα είναι μεγαλύτερος είτε κερδίσει ο δικός μας,  είτε ο άλλος. Φοβάμαι επίσης ότι αν νικήσει ο Δημοσθένης (πράγμα που δε πρέπει να αποκλείουμε δεδομένου ότι στην Αθήνα αυτόν τον καιρό πνέουν ισχυροί υπόγειοι άνεμοι) οι ισορροπίες θα αλλοιωθούν εις βάρος μας.

Με λίγα λόγια, αν μπορείς, συγκράτησε τον Αισχίνη.  Η μανία του κατά του Δημοσθένη μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα∙ και σε εμάς και στον ίδιο.

Και κάτι άλλο. Καλό είναι να ξέρει ο Αλέξανδρος ότι η δουλειά υπέρ του κοινού μέλλοντος στοιχίζει. Ιδιαίτερα στα μετόπισθεν. Αλλά νομίζω ότι το ξέρει. Περιμένω να δω μόνο πόσο το ξέρει…

Τώρα που εξαπέλυσα και αυτό το σαφές υπονοούμενο, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σε αφήσω. Σου εύχομαι καλή παραμονή και καλή έκβαση των επιδιώξεών σου Μεγαρέα. Εμείς -αυτός είναι ένας πληθυντικός μεγαλοπρέπειας…, αστειεύομαι- θα είμαστε πλάι σου. Αν χρειαστεί σφύριξε.

homepage

[1] Ο Δήμος των Κοθωκιδών, πιθανώς έξι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ελευσίνας, ανήκε στην Οινηίδα   φυλή και ήταν ένας ¨Παραλιακός Δήμος¨ Συμμετείχε στη Βουλή των πεντακοσίων με δύο βουλευτές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο Έβδομο και Όγδοο : Περί των εξαφανισμένων χάλκινων ηρώων

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

01_ceb1cf81cf87ceb1ceafceb1-ceb1ceb8ceaecebdceb1

Κεφάλαιο έβδομο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

Όταν άρχισε ο σαματάς, εγώ δεν είχα μιλήσει ακόμη. Όπως είχαμε συμφωνήσει θα έπαιρνα το λόγο τελευταίος, μετά τον Φωκίωνα και τον Δημοσθένη. Ο Φωκίωνας υπήρξε ολιγόλογος, ο δε Δημοσθένης, και να ήθελε να είναι σχοινοτενής, δεν πρόλαβε. Όταν άρχισε η φασαρία ήταν στην αρχή της ομιλίας του.

Εγώ τον παρακολουθούσα προσεκτικά ώστε να μπορέσω να καταλάβω, πέρα από τα ωραία ρητορικά του σχήματα, πού ακριβώς το πάει, αλλά όταν συνέβησαν τα απρόοπτα γεγονότα δεν είχε πει ακόμη αρκετά και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πει κάτι που να με εκπλήξει. Ήταν ο Δημοσθένης που περίμενα, με τη γνωστή του πολιτική και τη γνωστή λεκτική του δεινότητα.

Όμως, ξαφνικά τον είδα να σταματά και να κοιτάζει διερευνητικά το πλήθος. Θεώρησα ότι ήταν μια ηθελημένη σιγή που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του κοινού στα όσα θα έλεγε αμέσως μετά. Ωστόσο, η σιγή του ρήτορα παρατάθηκε και εκείνο που άρχισε να ακούγεται ήταν φωνές από το πλάτωμα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κόσμος.

Είδα τον Δημοσθένη να εγκαταλείπει το βήμα και να κατεβαίνει κάτω. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα.

Κοιτάζω προσεκτικότερα και βλέπω ότι η προσοχή του κόσμου έχει συγκεντρωθεί στα αγάλματα. Κάποιος έχει τραβήξει το σκοινί. Τα αγάλματα είναι τώρα ξεσκέπαστα. Ο Πανόπτης Ήλιος έχει βουτήξει για τα καλά στα νερά του Σαρωνικού, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή. Μου φάνηκε ότι η μία προτομή ξασπρίζει κάπως ανώμαλα, ενώ και η άλλη επίσης γυαλίζει περίεργα.

Μα τα κατάμαυρα δαιμόνια των Μεσοποτάμιων, αυτοί εδώ δεν είναι οι ¨τυραννοκτόνοι¨! Όχι τουλάχιστον αυτοί που παραδώσαμε εμείς χτες. Είναι άλλοι! Κάποιος έχει αποφασίσει να χλευάσει και εμάς και τις αρχές της Αθήνας αντικαθιστώντας τις γνήσιες προτομές με αυτές εδώ.

¨Πρόκειται μόνον γι αυτό;¨ αναρωτιέμαι, ¨ή απόψε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ θα προσθέσουν στα παλιά και νέα θύματα;»

Ακούγονται δυνατοί διθυραμβικοί ήχοι. Τύμπανα; Κύμβαλα; Μάλλον κι απ’ τα δυο. Ανάμεσα στο πλήθος εμφανίζονται μεγάλες αγριωπές μάσκες πάνω σε σώματα που, παρά τη ζέστη, φορούν δέρματα ζώων. Τα όντα αρχίζουν να κινούνται ρυθμικά, μαγνητίζοντας τα βλέμματα  του πλήθους.

111258

Σκέφτομαι ότι, εκτός από μένα, θα πρέπει να έχουν μπει σε συναγερμό κι οι άλλοι πάνω στην εξέδρα των επισήμων. Εκείνοι άλλωστε έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση του επεισοδίου. Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου σ’ αυτούς.

Ο πρώτος που συνέρχεται απ’ την έκπληξη είναι ο Λυκούργος. Ανταλλάσσει μόνον μια ματιά με τον γηραιό άρχοντα Φωκίωνα και μετά, με μία  αποφασιστική κίνηση βγάζει το ιερατικό άμφιο αποκτώντας έτσι και πάλι τη γνωστή δυναμική εικόνα του στρατηγού. Κάνει νόημα στον επικεφαλής της φρουράς, κι εκείνος πλησίαζει.

Πρέπει να πω ότι γύρω μας υπήρχαν διαφορετικά είδη ένοπλων ομάδων: το εφημερεύον τμήμα της Φρουράς της Πόλεως, μία ομάδα τοξοτών από τη Θράκη που αστυνόμευαν τον συνολικό χώρο της Αγοράς και το ειδικό άγημα με στολή τελετής για την απόδοση τιμών στους επισκέπτες και τ’ αγάλματα. Αν ήταν επαρκείς ή λίγοι θα εξαρτιόταν από τον αριθμό και την ποιότητα των τυχόν επιτιθέμενων, προς το παρόν άγνωστα και τα δύο.

Να πω επίσης, ότι με την ιδιότητα του τιμούμενων, είχαν παραταχθεί στη βάση της εξέδρας και τα μέλη της δικής μας ομάδας, εκείνης που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια των αγαλμάτων, απ’ την αναχώρηση απ’ τα Σούσα έως την παράδοσή τους, χτες το βράδυ,  στους Αθηναίους. Αυτοί είχαν αρχίσει να κινούν κάπως νευρικά τις όρθιες σάρισές τους, να επιδιώκουν την προσοχή μου και να με κοιτούν ερωτηματικά. Τους έκανα νεύμα να κάτσουν, προς το παρόν, στα αυγά τους.

images (7)

Ο επικεφαλής της φρουράς άκουγε τον Λυκούργο και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. Μιλούσαν με τις κοφτές φράσεις που απαιτούν οι έκτακτες περιστάσεις. Αν κατάλαβα καλά ο στρατηγός του είπε να επέμβει αμέσως και να συλλάβει τους ταραξίες, χωρίς όμως αιματοχυσία. Εκτός κι αν κάτω από τα δέρματα κρύβουν όπλα και επιτεθούν.

Ύστερα ο  αξιωματικός απομακρύνθηκε και άρχισε να μοιράζει εντολές στη φρουρά, στους Σκύθες χωροφύλακες, ακόμη και στο τιμητικό άγημα. Είδα τους βόρειους ξανθούς αστυνομικούς να εναποθέτουν τα τόξα τους στο φορτηγό όχημα ανεφοδιασμού (την περίφημη ¨σαύρα¨) που τους συνοδεύει πάντοτε και να προμηθεύονται από εκεί κοντές ξύλινες ράβδους.

Ο Δημοσθένης επέστρεψε στην εξέδρα. Ήταν ασυνήθιστα χλωμός και λαχανιασμένος. «Τα αγάλματα αναπαριστούν  Λακεδαιμόνιους βασιλείς, αλλά ποιος  είναι ο δάκτυλος που κινεί αυτούς τους δαίμονες εκεί κάτω, δεν μπορώ να πω».  Στράφηκε προς τον Φωκίωνα: «Πρέπει να μάθουμε, στρατηγέ! Σε κάθε περίπτωση διακυβεύεται το κύρος της Πόλης μας!»

Ο Φωκίωνας δείχνει ήρεμος∙ προφανώς κρίνει επαρκείς τις πρωτοβουλίες του Λυκούργου.

Ο Αισχίνης, αντίθετα,  μοιάζει πιο ανήσυχος απ’ όλους. «Να που οδηγεί η ¨ηπιότητα!¨» μασουλάει ανάμεσα στα δόντια του. Μου φάνηκε ότι τα έχει βάλει με τον Λυκούργο. «Φρόντισε ώστε να καλυφτεί η εξέδρα με ισχυρό κλοιό οπλιτών», του λέει. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι μασκοφόροι στασιαστές και να μας επιτεθούν όταν θεωρήσουν τη στιγμή κατάλληλη. Αν πρόκειται για Σπαρτιάτες, απελπισμένους μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη, θα δοθεί σίγουρα μάχη.  Ίσως θελήσουν να ξεμπερδεύουν μαζί μας μια και καλή. Πού θα ξαναβρούν ομού συγκεντρωμένη όλη την αθηναϊκή ηγεσία;». Κάνει μια μικρή παύση, αλλά στη φαρέτρα του έχει ακόμα ένα χτύπημα ουράς: «Αλλά δεν αποκλείω υπεύθυνοι να είναι οι δικοί μας, οι ¨αντιμακεδόνες¨, που θέλουν να χλευάσουν και να  υπονομεύσουν μια εκδήλωση φιλίας με τεράστια συμβολική σημασία∙ ή να πρόκειται ακόμη και για πράκτορες των Περσών!».

Ο Λυκούργος τον κοιτάζει, αλλά μάλλον έχει το νου του αλλού, προφανώς στους οπλίτες που παίρνουν θέση για να υλοποιήσουν τις εντολές του.

Όμως, φαίνεται ότι κάτι πήρε τ’ αυτί του Δημοσθένη εκεί παραδίπλα. Μάλλον τη λέξη ¨αντιμακεδόνες¨, οπότε  καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς του Αισχύνη για υποτιθέμενες ευθύνες της δικής του παράταξης και, για μια στιγμή, χάνει τη ψυχραιμία του.  «Ας σοβαρευτούν οι ρητορίσκοι», λέει οργισμένος.  «Ποιος Αθηναίος, αντάξιος αυτής της ιδιότητας, θα βεβήλωνε μια εκδήλωση προς τιμήν των ηρώων Τυραννοκτόνων;»

Προφανώς η ερώτησή του κρίθηκε ως ρητορική, γι αυτό κανείς δεν του απάντησε.

21519-123

Ο Οινοκράτης, όταν κατάλαβε ότι κάτι το ανώμαλο συμβαίνει και ότι η τελετή έχει διακοπεί, αντέδρασε ενστικτωδώς. Εγκατέλειψε τα σκαλοπάτια της Ποικίλης Στοάς και έτρεξε προς την εξέδρα προσπαθώντας να καταλάβει αν ο αφέντης του κινδυνεύει ή όχι. Όταν έφτασε κοντά και είδε ότι ήμουν σώος κούνησε εύχαρις και τα δύο του χέρια προς το μέρος μου.  Τον είδα, τον φώναξα, και πλησίασε στη βάση της εξέδρας.

«Αν οι τύποι που χοροπηδάνε είναι ένοπλοι θα έχουμε σύγκρουση κι αν πρόκειται για κλιμάκιο Σπαρτιατών ίσως και σφαγή, αλλά δεν το νομίζω», του είπα.  «Εάν όμως στο τέλος το βάλουν στα πόδια, έχω οδηγίες για σένα: Επίλεξε έναν από τους μασκοφόρους και παρακολούθησέ τον. Βρες που θα καταλήξει. Θυμήσου ότι ψάχνουμε για τα αγάλματα, τα γνήσια, αυτά εκεί είναι πλαστά. Πάρε ένα άλογο από τους δικούς μας, μπορεί να σου χρειαστεί. Μόλις βρεις οτιδήποτε χρήσιμο έλα αμέσως να με βρεις. Είτε εδώ είτε στο κυλικείο του Πρυτανείου ή όπου αλλού∙ ψάξε με».

Ο Οινοκράτης μου κλείνει ¨συνωμοτικά¨ το μάτι, χαμογελάει και απομακρύνεται βιαστικός.

images (8)*

Είναι ενδιαφέρον  να παρακολουθεί κανείς πως αντιδρά η υψηλή ηγεσία της Αθήνας, όταν (πράγμα όχι σύνηθες) βρίσκεται σε απαρτία, συμπολίτευση και αντιπολίτευση μαζί, απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση που εγκυμονεί, ενδεχομένως, σοβαρούς κινδύνους. Και επιπλέον, με το λαό αποκάτω, να μη ξέρει κανείς με σιγουριά με ποιον ενδέχεται να συμπαραταχθεί!  Περισσότερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε σχετική μελέτη και διατριβή. Ενδιαφέρον και ως απλό θέαμα-ακρόαμα.

Εκ των υστέρων, μπορώ να πω πως το απόλαυσα!

Πάντως -ευτυχώς για την αθηναϊκή ομόνοια- η φάση της μεγάλης έντασης δεν κράτησε πολύ ακόμη. Καθώς οι άνδρες της φρουράς συμπτύχθηκαν προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κραδαίνοντας τις σπάθες (από την πλατιά και όχι την κοφτερή μεριά) και καθώς οι Σκύθες παρατάχθηκαν εκατέρωθεν και περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης (χτυπώντας το ξύλινο ρόπαλο στη χούφτα του αριστερού χεριού), οι αγριωποί χορευτές κινούμενοι λες άπαντες από τα ίδια αόρατα νήματα, πέταξαν ταυτοχρόνως τα αυτοσχέδια κρουστά, έβγαλαν τα δέρματα που κάλυπταν τα σώματά τους, αλλά όχι τις μάσκες και, βάζοντας φτερά στα ποδάρια, άρχισαν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση.

images (5)

Εν τω μεταξύ οι θεατές, μετά την απροσδόκητη και μάλλον ¨ονειρική¨ εμφάνιση των χορευτών, έμοιαζαν να έχουν ξεπεράσει το αρχικό δέος που προκάλεσε η ¨ιερόσυλη εξαφάνιση των τυραννοκτόνων¨ και η αντικατάστασή τους. Τώρα θα έλεγα ότι είχαν αρχίσει να εισπράττουν το ενδόμυχα ¨τραγελαφικό¨ νόημα (ή μη-νόημα) της σκηνής. Έτσι δεν με παραξένεψε που, τελικά, δεν εμπόδισαν τους χοροπηδητές στη φυγή τους.

Η οποία φυγή δεν ήταν και τόσο τυχαία όπως είχε φανεί αρχικά, αλλά ήταν σοφά προσχεδιασμένη και βασισμένη σε πολύ καλή γνώση του εδάφους.  Ο κάθε φυγάς κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο της Αγοράς, όπου βρήκε συνένοχους που τον βοήθησαν να εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβα αν τους προμήθεψαν αλλιώτικα ρούχα, για να αναμειχθούν έτσι δήθεν ανέμελοι με τους θεατές, ή αν τους έδωσαν γρήγορα άτια  με τα οποία έγιναν καπνός στο σούρουπο. Το γεγονός είναι ότι λίγο αργότερα, αν εξαιρέσεις τους ¨τυραννοκτόνους¨ που εξακολουθούσαν να απουσιάζουν, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά!

images (17)

Η υψηλή εξέδρα παρακολούθησε τα γεγονότα με λιγότερο κέφι και περισσότερη αμηχανία από ό, τι ο κόσμος στο πλάτωμα. Αρχικά, βέβαια, η ανακούφιση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα. Βρέθηκε χρόνος να μου παρουσιάσουν επισήμως τον Δημοσθένη, με τον οποίο αντάλλαξα μια τυπική χειραψία. Κατέφτασε -καθυστερημένος- και ο ευτραφής ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος άρχισε να ρωτάει ανήσυχος στο γύρο, ¨τι γίνεται παίδες; Έχουμε κίνημα;¨.  Πάντως το ερώτημα που έπρεπε (εκ των πραγμάτων) να απαντηθεί ήταν: Και τώρα τι κάνουμε;

Σαφώς έπρεπε να περιμένουμε το αποτέλεσμα της εξόρμησης της φρουράς. Αν μπορούσαμε να ανακρίνουμε έστω και έναν από αυτούς τους περίεργους αμφισβητίες θα μαθαίναμε ασφαλώς ενδιαφέροντα πράγματα .

Όμως πήρε να σκοτεινιάζει και ουδείς συλληφθείς κατέφτανε στην εξέδρα.

Επί πλέον ο μαζεμένος κόσμος δεν έλεγε να διαλυθεί, παρά περίμενε να δει τι θα γίνει.

Ο Φωκίωνας ζήτησε τη γνώμη των παρόντων. Ο Δημοσθένης ήθελε να μετακινηθούμε -όχι όλοι, μόνο η αθηναϊκή ηγεσία- στους πάγιους χώρους αντιμετώπισης κρίσεων, στον Άρειο Πάγο. Εγώ, που έτυχε να βρίσκομαι πλάι του και ρωτήθηκα αμέσως μετά, είπα να αποτολμήσω να εκφέρω γνώμη, αν και  θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν είναι η διπλωματικότερη κίνηση.

Είπα ότι θα έπρεπε να μείνουμε εδώ, περιμένοντας να δούμε τι θα καταφέρει η φρουρά. Εν τω μεταξύ, χωρίς να μεγαλοποιούμε τα γεγονότα με πρόωρους λόγους προς το κοινό, θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα καλοψημένα πλέον σφάγια της θυσίας στον κόσμο.

Ο Δημάδης υπερθεμάτισε, ο Λυκούργος έδειξε μάλλον να συμφωνεί και ο Φωκίωνας κίνησε καταφατικά το δασύ λευκό του κεφάλι. Τα ψητά άρχισαν να μοιράζονται, και όσο για μας, οι υπηρέτες έφεραν αναψυκτικά και μεζέδες, ενώ οι μάγειροι του Πρυτανείου ειδοποιήθηκαν πως το δείπνο θα γινόταν μεν απόψε, αλλά με κάποια καθυστέρηση.

f2783012efaefa49f61bc6d7dfab9471--holidays-halloween-diy-halloween*

Ο Οινοκράτης δεν είχε καταλήξει ποιον θα παρακολουθούσε εν τέλει, μέχρι τη στιγμή που οι χοροπηδητές πέταξαν τις προβιές και τα άλλα δέρματα από πάνω τους. Τότε, με μία μόνη ματιά έκανε την επιλογή του. Δεν ήταν βέβαια τυχαίο πως η επιλογή αυτή διέθετε δύο εσπεριδοειδή στήθη και εξ ίσου ενδιαφέροντες γλουτούς. Το γεγονός ότι η κεφαλή της περιβαλλόταν από φίδια, μια και απεικόνιζε την Μέδουσα, ποσώς επηρέασε την απόφασή του.

Η ¨Μέδουσα¨ εκινείτο με εξαιρετική ταχύτητα, αλλά και χάρη. Χώθηκε στον δρόμο της Αγοράς στο οποίο έβλεπαν πολλά δημόσια κτίρια και τρύπωσε ανάμεσα στο παλιό και το νέο Βουλευτήριο. Στο πρώτο σκοτεινό σημείο που συνάντησε πέταξε το προσωπείο της Οφιούσας, το οποίο ο Οινοκράτης θεώρησε σωστό να περιμαζέψει ως ενθύμιο. Σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο προμηθεύτηκε (ως δια μαγείας) ένα πέπλο με το οποίο έκρυψε την κόμη της. Πρέπει να είναι ξανθιά, κατέληξε ο Οινοκράτης από ό, τι πρόλαβε να δει.

Είχαν φτάσει στο ύψος του Πρυτανείου δηλαδή του κτιρίου όπου στεγάζονται οι πρυτάνεις (οι πενήντα βουλευτές της φυλής που κάθε φορά  -για τριάντα πέντε περίπου μέρες- ασχολούνται όχι με τη ψήφιση των νόμων αλλά με την εφαρμογή τους και τη διοίκηση). Το κτίριο ονομάζεται και Θόλος εξ αιτίας του κυκλικού του σχήματος, ή (η) Σκιάς γιατί μοιάζει με κυκλικό σκίαστρο ή και με μεγάλο ψάθινο καπέλο. Εκεί ο Συρακούσιος έχασε την πεπλοφόρο ξανθή νέα.

Ο Οινοκράτης ανέβηκε στο άλογο που μέχρι τότε το έσερνε απ’ τα χαλινάρια και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κυλινδρικό κτίριο. Ήταν μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία που, σε μια στιγμή, το μάτι του περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε, ότι μια μικρή σιδερένια πόρτα είχε μόλις ανοιγοκλείσει.  Η πόρτα αυτή δεν βρισκόταν πάνω στον καμπύλο τοίχο της Θόλου, αλλά σε ένα μικρότερο παράπλευρο χαμηλό κτίσμα προσαρτημένο στο Πρυτανείο.

αρχείο λήψης

Ο Οινοκράτης το ήξερε καλά αυτό το κτίσμα. Κάποιοι παλιοί του φίλοι που έτυχε να είναι ταυτόχρονα και πολύ καλοί μάγειροι, είχαν περάσει και θητεύσει εδώ. Γιατί εδώ βρίσκεται το περίφημο Μαγειρείο του Πρυτανείου. Η Πολιτεία των Αθηνών παρέχει εγγυημένα καλή τροφή στους πενήντα πρυτανεύοντες βουλευτές. Είναι κι αυτό ένα θέμα αρχής και κύρους. Εδώ διοργανώνονται και τα δημόσια γεύματα που η Πόλη προσφέρει σε επιφανείς φιλοξενούμενους.

Ο Οινοκράτης αφίππευσε και πήρε μια βαθειά εισπνοή… Ψάρι…! Η χαρακτηριστική οσμή τον πληροφόρησε ότι κάπου εδώ ετοιμάζεται, εκτός των άλλων,  μια υπέροχη λεμονάτη ψαρόσουπα. Ο Οινοκράτης ξεροκατάπιε, έδεσε τ’ άλογο σ’ ένα κάγκελο και έσπρωξε απαλά τη σιδερένια πόρτα. Αυτή έκανε πίσω χωρίς διαμαρτυρίες και τριξίματα.

images (14)

***

Κεφάλαιο όγδοο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

F7
*

Εμείς, στην εξέδρα, περιμέναμε. Αν και οι περισσότεροι παρόντες είχαν κάπως χαλαρώσει και αντάλλασσαν μεταξύ τους υποθέσεις και ευφυολογήματα σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα, με θορυβοδέστερο -ποιον άλλο;- τον Δημάδη, παρατήρησα ότι ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης δεν μιλιόντουσαν καν και, όταν δεν αντάλλασσαν ματιές μίσους, αγνοούσαν επιδεικτικά ο ένας τον άλλον.

«Τι τρέχει με αυτούς του δύο;» ρώτησα τον πατέρα Ευρύνου, που δεν είχε πτοηθεί από τα συμβάντα  και έδειχνε ευδιάθετος, «πρόκειται για τη γνωστή αμοιβαία αντιπάθεια ή έχει προκύψει κάτι καινούργιο;»

Γέλασε. «Πρόκειται για τη δίκη», μου είπε. «Ή μάλλον για την ατελείωτη σειρά δικανικών διαξιφισμών και συγκρούσεων στους οποίους έχουν εμπλακεί με πάθος οι δύο τους και στην οποία δε διστάζουν να αναμίξουν και τρίτους. Έτσι καταφέρνουν να φθείρουν εαυτούς, αλλήλους, και κυρίως την πόλη. Την πόλη που, κατά τα άλλα, παρακολουθεί τη σύγκρουση με νοσηρή περιέργεια».

«Υπάρχει ακόμη εκκρεμούσα δίκη; Πώς και δεν άκουσα τίποτα σχετικά;»

«Άκουσες. Και μάλιστα κάμποσα. Πριν φύγεις για την εκστρατεία».

«Πριν φύγω!; Για ποιο πράγμα μιλάμε; Λες για την μήνυση του Δημοσθένη κατά του Αισχίνη. Πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο;»

«Βλέπω ότι, παρά το ότι ήσουν-δεν ήσουν τότε δέκα χρονών, παρακολουθούσες ήδη τα πολιτικά συμβάντα. Όμως όχι, δε μιλάω για εκείνην τη δίκη, την περίφημη δίκη ¨περί παραπρεσβείας¨, που με υποκίνηση του Δημοσθένη προκάλεσε η καταγγελία κατά του Αισχίνη κάποιου Τίμαρχου. Μιλάω για την μεταγενέστερη καταγγελία, του Αισχίνη αυτήν τη φορά, ενάντια σε έναν κολλητό του Δημοσθένη, τον Κτησιφώντα».

«Τώρα θυμάμαι! Ο Κτησιφώντας ζήτησε να τιμήσει ο Δήμος τον Δημοσθένη γιατί είχε κάνει καλά τη  δουλειά που του ανατέθηκε. Μιλάμε, αν δεν κάνω λάθος, για τα οχυρωματικά έργα  κατά του Φίλιππου. Αλλά, φυσικά, ο Αισχίνης είχε αντιρρήσεις. Μα καλά, μη μου πεις ότι αυτή η ιστορία εκκρεμεί ακόμη!»

«Ναι αγόρι μου, εκκρεμεί. ‘Η μάλλον επιστρέφει στις αίθουσες των δικαστηρίων αυτές τις μέρες. Και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα, η έκβασή της δεν αποκλείεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Τόσο σοβαρές που μπροστά τους η κλοπή των ¨τυραννοκτόνων¨ και τα χοροπηδήματα των αποψινών  μασκοφόρων θα μοιάζουν απλώς παιδιαρίσματα!»

Δίπλα μου κατέπλευσε ο πληθωρικός Δημάδης. Ο Ευρύνους πρόλαβε μόνο να προσθέσει στα όσα μου έλεγε πριν, τη φράση: «Να προσέχεις!»

Ο Δημάδης ήθελε να με ρωτήσει… για τον Βουκεφάλα! Ήθελε να μάθει τι κάνει αυτό το μυθικό πλέον άτι. Ή μάλλον ήθελε να μου πει ότι αγαπάει τα άλογα, ότι εκτρέφει και εκπαιδεύει ταχύτατους  τετράποδους δρομείς και  ότι, εάν προλάβει, σκοπεύει να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες στα φετινά  Μεγάλα Παναθήναια. Εάν δεν προλάβει, θα λάβει σίγουρα μέρος στους Ολυμπιακούς, του χρόνου, στην εκατοστή δέκατη τρίτη Ολυμπιάδα.

images (16)

Παρατήρησε ότι τον κοίταζα κάπως αφηρημένα και επιτέλους ήρθε στην ουσία: Ήθελε να επιβεβαιώσει εάν θα συναντηθούμε αύριο και πού. Του είπα ότι το απόγευμα θα επισκεπτόμουν τον Αριστοτέλη, αλλά θα μπορούσε να με επισκεφτεί στο σπίτι του Λυκαβηττού το πρωί, όχι πολύ νωρίς, ας πούμε γύρω στη δεύτερη πρωινή ώρα. Είπε εντάξει, μου έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και απομακρύνθηκε.

images (4)

Ο Οινοκράτης ξέρει τα κατατόπια. Καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του προσαρτημένου στη Θόλο οικήματος, αναρωτιέται εάν κάποιος από τους παλιούς του φίλους εργάζεται ακόμη εδώ. Για να το μάθει, δεν έχει παρά να ρωτήσει. Αποφασίζει: είναι εδώ γιατί ψάχνει έναν παλιό του φίλο. Βρήκε ανοιχτή τη πόρτα και μπήκε.

Υιοθετεί λοιπόν ύφος ανέμελο και προχωρεί προς τον κεντρικό χώρο των μαγειρικών εγκαταστάσεων, όπου μια πλειάδα ανδρών ποικίλης ηλικίας πλαισιωμένοι και από νεαρούς χειρώνακτες, ασκούν με εκφραστική, σχεδόν χορευτική αρμονία κινήσεων τη γαστρονομική τέχνη:  Ανακατεύουν, ψιλοκόβουν, τηγανίζουν, βράζουν, ψήνουν, ζυμώνουν πλάθουν, πλένουν, τεμαχίζουν, ξεπουπουλίζουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν (τις δημιουργίες τους), αποδοκιμάζουν (των αλλονών), αλατίζουν, αρωματίζουν, φυσάνε (ό, τι καίει πολύ), ξεφυσάνε (όταν ζορίζονται).

«Συγγνώμη κύριοι», λέει ο Σικελός. «Θα μπορούσατε να μου πείτε εάν ο Πολύκαρπος από τη Γέλα βρίσκεται ακόμη εδώ γύρω;» Οι μάγειροι τον προσέχουν και, όχι χωρίς κάποια ενόχληση, μερικοί κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά.  Όχι δε ξέρουν κανέναν τέτοιο.

«Δούλευε εδώ πριν τέσσερα χρόνια», επιμένει ο Οινοκράτης.

Εκείνοι εξακολουθούν να κουνάνε τα κεφάλια τους πέρα δώθε, ώσπου ένας πετιέται και λέει: «Ρε παιδιά, μήπως λέει τον Κάρπο; Νομίζω πώς καταγόταν από τη Σικελία. Εσύ ρε Φιλήμονα, που είσαι από εκείνα τα μέρη, δεν τον θυμάσαι; »

Ο εν λόγω Φιλήμονας ανασηκώνει ένα κεφάλι πλαισιωμένο με σγουρά μαύρα μαλλιά. «Δεν ήμουνα  εδώ πριν τέσσερα χρόνια. Δε είχα έρθει ακόμη». λέει. «Αλλά ναι, τον θυμάμαι τον Κάρπο, ήταν εδώ όταν ήρθα, αλλά έμεινε λίγο. Εκτός από μάγειρας, ήξερε και τα ναυτικά. Αυτό τον έκαψε. Ο αφέντης του τον πούλησε σε καλή τιμή σ’ έναν πλοιοκτήτη».

images

Ύστερα το βλέμμα του μελαχρινού τριαντάρη Φιλήμονα, συναντάει εκείνο του Οινοκράτη και σκαλώνει εκεί. Αλλά και ο Οινοκράτης μένει μια στιγμή ακίνητος προσπαθώντας να συνδυάσει εικόνες και λοιπές μνήμες από το απώτατο παρελθόν. Η αναγνώριση είναι αμοιβαία και ταυτόχρονη:

«Φιλήμονα;»

«Τσίτσο;»

Ο Οινοκράτης ανατριχιάζει. Δεν ξέρει αν φταίει το παλιό του παρατσούκλι, -έτσι τον φώναζε κι η μακαρίτισσα η μάνα του σε στιγμές μητρικής τρυφερότητας- ή η ξαφνική ανεύρεση, όχι αυτουνού που περίμενε, αλλά ενός άλλου φίλου απ’ τον παλιό καλό καιρό των Συρακουσών.

Αγκαλιάζονται.

«Σε αιχμαλώτισαν κι εσένα πειρατές;» ρωτάει ο Οινοκράτης.

«Όχι, ήρθα εθελοντικά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη δε μπορεί παρά να ανέχεται καλύτερα την αγαπημένη μου τέχνη».

Ο Οινοκράτης χαμογελάει. Ξέρει ποια είναι η αγαπημένη τέχνη του Φιλήμονα.

Δεν είναι ο εμπνευσμένος συνδυασμός γεύσεων. Είναι το ευφυές ανακάτεμα των ιδεών, έτσι ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα ο εγγενής παραλογισμός της κάθε τάχα ¨γειωμένης¨ πραγματικότητας (τι είπα!). Με άλλα λόγια η κωμική ποίηση. Του δίνει δίκιο που ήρθε εδώ, στην Αθήνα. Η συγγραφή κωμωδιών δεν φτουράει ούτε στις  βασιλικές αυλές ούτε και σε εκείνες των τυράννων, ακόμη κι αν αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζονται μερικές φορές ¨φωτισμένοι¨ όσον αφορά σε άλλα είδη τέχνης. Η κωμωδία είναι εύθραυστο είδος που δεν σηκώνει πιέσεις. Άρα χρειάζεται την ανεκτικότητα των Αθηναίων. Το αττικόν άλας της κάνει καλό…

«Και πώς βρέθηκες στο Πρυτανείο;»

«Έχω προσληφθεί. Με μικρό μισθό, αλλά πες πως τα βγάζω πέρα. Ας είναι καλά οι ιταλικές συνταγές που είναι του συρμού στην Αθήνα, και εγώ που είμαι καλός στα ζυμαρικά όσο και στα άζυμα».

αρχείο λήψης (2)

Ο Οινοκράτης – Τσίτσος  σκέφτεται ότι η ώρα περνάει. Και ότι έχει μια αποστολή να εκτελέσει.

«Θα τα πούμε. Όλα. Και είναι πολλά…»,  λέει, «αλλά τώρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη».

«Ναι. Πες μου».

«Πριν από μένα πρέπει να μπήκε εδώ μέσα μια ξανθούλα. Την είδες;»

«Ασφαλώς λες για τη μικρή Ιππαρχία. Πρέπει να πέρασε για να πάρει τον αδελφό της τον Μητροκλή. Δουλεύει κι αυτός εδώ. Είναι πρόσφυγες από εκείνους που κατάφυγαν στην Αθήνα μετά τις καταστροφές που έκανε ο Φίλιππος στο Βορρά. Κανονικά θα έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο, αλλά σήμερα φαίνεται να υπάρχει πανικός στο μαγαζί και ίσως την εμπόδισαν. Όχι μόνο είχαμε εδώ αυτά τα άσχημα αγάλματα που ήρθαν από την Ανατολή, αλλά ετοιμάζουμε και ένα τσιμπούσι για τους μεταφορείς. Ευτυχώς προς ώρας αναβλήθηκε, γι αυτό και έχω την ευχέρεια να σου μιλάω τώρα, αλλά δυστυχώς δεν ματαιώθηκε».

«Τι ακριβώς κάνει ο αυτός ο Μητροκλής στο πρυτανείο;»

«Δουλεύει στη γραμματεία που βοηθά τους πρυτανεύοντες βουλευτές στο διοικητικό τους έργο».

«Άρα δουλεύει απάνω, στο κυρίως κτίσμα, στη Θόλο;»

«Ναι».

«Άρα η μικρή πήγε προς τα εκεί».

«Μάλλον».

«Άντε, πάμε να τη βρούμε».

«Τι έγινε; Τόσο σου γυάλισε η νεαρά; Δε λέω, είναι ομορφούλα, αλλά δυστυχώς είναι δεσμευμένη. Με έναν Θηβαίο, απ’ όσο ξέρω».

«Δε μ’ ενδιαφέρει ο Θηβαίος, δείξε μου από πού θα ανεβώ πάνω».

«Δεν θα σου το συμβούλευα. Απάνω υπάρχει φρουρά και ο επικεφαλής λοχαγός μου φάνηκε σήμερα ιδιαίτερα ευέξαπτος. Αλλά θα δεις πόσο νευρικός θα γίνει εάν ανακαλύψει ότι μπαινοβγαίνει κόσμος στο πρυτανείο χρησιμοποιώντας τις πόρτες του μαγειρείου».

«Πώς τον λένε το λοχαγό;»

«Τον λένε Φώκο και δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι γιος του γέρο Φωκίωνα».

Στο κούτελο του Οινοκράτη εμφανίζονται οριζόντιες γραμμές.

«Είναι πάντα νευρικός αυτός ο Φώκος;»

«Όχι, είναι καλό και πράο παιδί. Αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο είναι κάπως! Και ιδιαίτερα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου φταίνε αυτά τα κακομούτσουνα αγάλματα που μας έφεραν εδώ».

«Ξέρεις πού ακριβώς φιλοξενούσατε τα αγάλματα;»

«Όχι».

«Ξέρεις πού θα μπορούσε να κρύψει κανείς εδώ μέσα κάτι σε μέγεθος προτομής; Δύο προτομών σε φυσικό μέγεθος, για να είμαι ακριβέστερος».

«Υποθέτω στην αποθήκη ξερών τροφίμων ή στο σκευοφυλάκιο».

«Πάμε».

«Τον βλέπεις εκείνον με τις γαλατικές μουστάκες; Εκείνον εκεί τον τεράστιο, με τον μπαλτά, λέω. Εάν δεν μου τον έχει πετάξει ακόμη κατακέφαλα που έπιασα κουβέντα μαζί σου, είναι επειδή η ομάδα βρίσκεται τρόπον τινά σε αναμονή. Μόλις έρθει η εντολή ξαναβάζουμε μπροστά τις φωτιές, γιατί όπως λέμε και στην πατρίδα, το καλό φαί πρέπει να είναι απολύτως ζεστό. Και εγώ στις φωτιές είμαι ειδικός».

«Μη φοβάσαι Φιλήμονα. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έλα!»

αρχείο λήψης (3)

Στην αποθήκη ξηρών τροφίμων δε βρήκαν τίποτα. Στο δωμάτιο με τα σκεύη ούτε. Εκεί όμως υπήρχε μια χαμηλή πόρτα. Ο Φιλήμονας είπε πως εκεί πίσω βάζουν τα χαλασμένα σκεύη πριν τα παραδώσουν στους τεχνίτες για επισκευή. Καζάνια ξεγάνωτα και άλλα τέτοια. Ο Οινοκράτης παίρνει μαζί του μια κουτάλα και μπαίνουν σκυφτοί. Η κουτάλα χρησιμεύει για μια αυτοσχέδια δοκιμή ήχου. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως θετικό. Ο ήχος λέει ότι κάτω από τα αναποδογυρισμένα καζάνια υπάρχει πράγμα!

Όντως κάτω από το πρώτο καζάνι εμφανίζεται ο γενειοφόρος και κάτω από το διπλανό ο αμούστακος. Οι «τυραννοκτόνοι¨ έχουν επιστρέψει. Ο Οινοκράτης παίρνει μια βαθειά ανάσα ανακούφισης και δίνει μια επιβραβευτική κατραπακιά στη πλάτη του Φιλήμονα, που δεν πολυκαταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

«Έχω ένα άλογο έξω. Βοήθησέ με να τους βάλουμε σε δύο σάκους και να τους φορτώσουμε».

«Θα κλέψουμε τα αγάλματα; Είσαι καλά;»

«Όχι δα. Δεν τα κουβαλήσαμε από την Ασία για να τα κλέψουμε. Απλώς θα τα ξανα-παραδώσουμε στους ιδιοκτήτες. Έλα μαζί μου Φιλήμονα και να δεις πως θα σου βγει σε καλό. Τι θα έλεγες, ας πούμε, για μία διάκριση στον διαγωνισμό κωμωδίας στα προσεχή Λήναια; Ή προτιμάς τα ¨Διονύσια¨; Εντάξει!  Τί διάκριση… Ένα πρώτο βραβείο θα έλεγα!»

140

*

Στην εξέδρα ανεβαίνει ένας της Φρουράς και κατευθύνεται προς τον Λυκούργο. Η προσοχή όλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Ο φρουρός κάτι λέει ψιθυριστά στον Άρχοντα κι εκείνος αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα στους παρευρισκόμενους. Προφανώς κάποιον ψάχνει. Το βλέμμα του σταματάει πάνω μου. Μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω.

«Ένας που ισχυρίζεται πως είναι υπηρέτης σου, σε ζητάει επειγόντως» μου λέει.

«Ο Οινοκράτης!», λέω και στρέφω τη προσοχή μου στην άκρη του ευρύχωρου κλοιού που οι φρουροί έχουν σχηματίσει γύρω από την εξέδρα.

Ο φρουρός καταφάσκει. «Ναι, έτσι είπε ότι τον λένε».

Δεν έχει πια πολύ φως στο πλάτωμα, έχει σχεδόν νυχτώσει, αλλά τον βλέπω. Με το ένα χέρι υψωμένο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, ενώ με το άλλο κρατάει σφικτά τα χαλινάρια ενός γκρίζου αλόγου. «Είναι όντως ο υπηρέτης μου», λέω. «Κατεβαίνω».

Αφήνω τους υπόλοιπους, μάλλον δυσαρεστημένους που δεν πρόκειται για την αναμενόμενη σύλληψη κάποιου ταραξία και κατευθύνομαι προς τον δαιμόνιο Συρακούσιο. Πλησιάζοντας βλέπω ότι χαμογελάει από το ένα αυτί ως το άλλο. Είναι παραπάνω από προφανές ότι έχει καλά νέα.

Ευτυχώς προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σύντομος. Με τον τρόπο του!

«Ξέρεις τι έχω εδώ μέσα;» μου λέει και μου δείχνει δύο μεγάλους σάκους που κρέμονται εκατέρωθεν της πλάτης του ζωντανού.

Για να μη χάνουμε χρόνο του δίνω τη πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου.

«Βρήκες τα προσωπεία των άγριων διαδηλωτών», του λέω. «Μπράβο Οινοκράτη, είναι κι αυτό κάτι. Μήπως κατάφερες να δεις και τα πρόσωπά τους;»

 «Χα!» κάνει ενώ ταυτόχρονα λύνει το ένα σακί, το τοποθετεί στο έδαφος και το ανοίγει. Παίρνω έναν πυρσό από έναν οπλίτη εκεί δίπλα και τον πλησιάζω στο σκούρο όγκο που ήρθε στην επιφάνεια. Κοιτάζω προσεκτικά. Εάν δεν πρόκειται για αντικατοπτρισμό ή οφθαλμαπάτη, αυτός εδώ είναι ο ¨Αρμόδιος¨.

«Πού;» τον ρωτάω

«Στο Πρυτανείο. Συγκεκριμένα στα μαγειρεία. Εκεί με οδήγησε αυτός που παρακολούθησα. Πολύ κοντά στο σημείο όπου παραδώσαμε τα αγάλματα στους Αθηναίους».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά έχω κάποιες ιδέες που ίσως μας βοηθήσουν στην έρευνα».

«Έλα μαζί μου» του λέω, «αλλά μίλα μόνο αν σου δώσω το λόγο εγώ και πες μόνο όσα μου είπες ως τώρα. Για τις ιδέες σου θα μιλήσουμε διεξοδικά οι δυο μας. Αργότερα».

«Εννοείται», μου απαντάει. «Α, και κάτι άλλο, αυτός εκεί είναι ο παλιός μου φίλος ο Φιλήμονας, μελλοντικός διάσημος κωμικός ποιητής. Με βοήθησε στην ανάκτηση των αγαλμάτων και του εγγυήθηκα πλήρη κάλυψη απέναντι στα αφεντικά του. Δουλεύει εκεί, στο μαγειρείο της Θόλου».

Φωνάζω τους φρουρούς και έρχονται να βοηθήσουν.

Έτσι, μπροστά εγώ, πίσω μου οι προτομές στην αγκαλιά τεσσάρων γεροδεμένων οπλιτών, πιο πίσω περήφανος ο Οινοκράτης και ο -πως τον είπαμε; Φιλήμονας;-  να τα έχει κομμάτι χαμένα, και, ακόμη παρά πίσω, το γκρίζο άλογο που κανείς δε φρόντισε να δέσει κάπου, κατευθυνόμαστε, όλοι μαζί, προς την εξέδρα.

Ανεβαίνω στην εξέδρα μαζί με τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Οι χάλκινες προτομές, οι φρουροί και το άλογο μένουν στο έδαφος. Όπως είναι φυσικό, αισθάνομαι τώρα περισσότερη αισιοδοξία και το μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρο. Μαζεύονται όλοι γύρω μου. Εάν υπήρχε μία ιαχή ανακούφισης θεωρώ ότι θα μπορούσε να αναδυθεί τώρα. Επειδή δεν (νομίζω ότι) υπάρχει, ακούω μόνο μια αυξημένη διάχυτη βαβούρα. Επωφελούμαι από την έκπληξή τους και παίρνω αμέσως το λόγο. Τους εξηγώ τι συνέβη:

Ο υπηρέτης μου ακολούθησε έγκαιρα έναν από τους μεταμφιεσμένους, Δεν μπόρεσε να τον συλλάβει, δεν είχε άλλωστε την σχετική αρμοδιότητα. Τον είδε να κατευθύνεται στη Θόλο, αλλά εκεί έχασε τα ίχνη του. Επειδή είχε από παλιά κάποιους φίλους ανάμεσα στους μαγείρους, κατάφερε να μπει στο παράπλευρο κτίσμα, στο μαγειρείο, και να κάνει μια μικρή αλλά αποτελεσματική έρευνα. Σε μια δευτερεύουσα  αποθήκη, σκεπασμένες με παλιά καζάνια, βρήκε τις προτομές. Νάτες!» Τους δείχνω τα σκούρα χάλκινα αγάλματα που φωτίζονται τώρα από τους πυρσούς των φρουρών. «Είμαι σίγουρος ότι σήμερα ή αύριο η φρουρά θα καταφέρει να εντοπίσει όλους τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τα λοιπά αποψινά συμβάντα».

αρχείο λήψης

Δεν δείχνουν όλοι το ίδιο ενθουσιασμένοι με τις εξηγήσεις μου. Ο Δημοσθένης για παράδειγμα εξακολουθεί να είναι συνοφρυωμένος και στριφνός, αν και δεν ακούω με ακρίβεια όλα όσα λέει κάτω από τα μουστάκια του. Ο Δημάδης πάλι δείχνει πασίχαρης και δε σταματά τα φιλικά και επιβραβευτικά χτυπήματα στις πλάτες του Οινοκράτη και του Φιλήμονα. Ο κύριος λόγος -εικάζω- για τον οποίο ο Αισχίνης δεν γκρινιάζει αυτή τη στιγμή, είναι για να μη φανεί ότι συμφωνεί σε οτιδήποτε με τον Δημοσθένη.

Εμφανώς πιο αναπτερωμένος είναι πια κι ο γέρο -Φωκίωνας, ο οποίος και αναλαμβάνει ξανά τα ηνία. Αφού συνεννοηθεί  για λίγο με τον Λυκούργο, απευθύνεται στην ομήγυρη.

«Μετά από αυτή την αίσια εξέλιξη, θα πρέπει να επιστρέψουμε το γρηγορότερο στην ομαλότητα», λέει. «Οι προτομές μπαίνουν ήδη στη θέση τους και θα φρουρούνται για όσο χρειαστεί».

Κάνει μια παύση για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προσοχή και συνεχίζει: «Τα αποψινά γεγονότα δε πρέπει να μεγαλοποιηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες αυτών που τα προκάλεσαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Θεωρώ ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε, έστω με συνοπτικές διαδικασίες, την αποψινή τελετή. Άλλωστε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ επέστρεψαν. Και όπως βλέπετε, ο λαός είναι ακόμη εδώ και, χάρη στα ψητά και τον οίνο που ευφραίνει γενικώς,  μου φαίνεται μάλλον ευτυχέστερος και πιο καλοπροαίρετος  από ό, τι πριν λίγο».

Στρέφεται προς τον Παιανέα: «Εάν ο ευπροσήγορος Δημοσθένης θέλει, νομίζω ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει, έστω και τώρα, την ομιλία που αναγκάστηκε να διακόψει προηγουμένως», και κοιτώντας έναν γύρο τους άλλους, προσθέτει: «Το επιβάλλουν οι αρχές της ισηγορίας που ισχύουν στην πόλη μας».

Ο Δημοσθένης όμως δεν θέλει. Διαφωνεί. Υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που τους έδωσα, ή μάλλον αυτές που μας προμήθεψε ο υπηρέτης μου και ο φίλος του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν τα γεγονότα. Όχι. Εκείνος θα μιλήσει την κατάλληλη ώρα. Όταν θα μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί και γιατί.

«Εντάξει», λέει ο Φωκίωνας, χωρίς να δείξει ότι τον λυπεί ιδιαίτερα η άρνηση του ρήτορα. Ύστερα απευθύνεται σε εμένα:

«Αγαπητέ Εύελπι, είσαι όχι μόνο το τιμώμενο πρόσωπο αλλά και εκείνος που συνετέλεσε στη επίλυση μιας δυσάρεστης -ας τη πούμε έτσι- κατάστασης. Νομίζω ότι δε θα αρνηθείς να πεις λίγα λόγια στον κόσμο, σύμφωνα πάντα με το αρχικό πρόγραμμα της εκδήλωσης, και να κλείσεις έτσι την τελετή».

Του έκανα νεύμα κουνώντας καταφατικά την κεφαλή, ότι δεν είχα αντίρρηση.

«Ωραία. Ας ηχήσει λοιπόν η σάλπιγγα και ας σε αναγγείλει ο κήρυκας. Αμέσως μετά, θα πάμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο για το καθιερωμένο σε αυτές τις περιπτώσεις δείπνο. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πούμε μεταξύ μας με μεγαλύτερη άνεση. Γιατί, μπορεί μεν να είμαι εγώ ο πρεσβύτερος και εκείνος που διαθέτει πολυθρόνα, αλλά καταλαβαίνω ότι κι εσείς, οι νεότεροι, πρέπει να έχετε πιαστεί καθισμένοι τόση ώρα σ’ αυτά τα άβολα έδρανα».

Έτσι η εκδήλωση ολοκληρώθηκε  με μια μικρή δική μου παρέμβαση, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Είπα λίγα. Τα αυτονόητα. Είπα δηλαδή ότι έρχομαι από το μέτωπο της εκστρατείας για να μεταφέρω την εκτίμηση του βασιλιά των Μακεδόνων στην πόλη της Παρθένου Αθηνάς και μαζί τα κειμήλια που έκλεψε παλιότερα ο Ξέρξης. Όμως δεν είμαι άγνωστος στους Αθηναίους, όπως δεν μου είναι άγνωστοι και εκείνοι. Ότι για πολλά χρόνια η οικογένειά μου ζει εδώ, μαζί τους, κάτω από τον ίδιο διαφανή αττικό ουρανό. Ότι η οικογένειά μου μετοίκησε εδώ γιατί πίστευε ανέκαθεν στην ανάγκη οι Έλληνες να είναι ενωμένοι και ισχυροί, αλλά μόνον εδώ μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα αυτές τις απόψεις. Η Αθήνα μας δέχτηκε χωρίς περιορισμούς και όρους και  πως, προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων γι αυτό.

Όσο αφορά στην αποψινή τελετή, τους είπα χαμογελώντας πως νομίζω ότι εν τέλει, οι θεοί, έχουν τρόπους για να δείχνουν τη θέλησή τους, έστω κι αν συνηθίζουν -και μάλλον τους αρέσει- να μας  υποβάλουν σε λογής λογής δοκιμασίες. Σήμερα, κάποιοι θέλησαν να μας διασκεδάσουν χοροπηδώντας μπροστά μας και εξαφανίζοντας (μόνο για λίγο) τις τιμώμενες εικόνες. Τώρα όμως οι προτομές είναι στη θέση τους, οι θεοί πρέπει να μας ατενίζουν με ευαρέσκεια, και εγώ απευθύνω στους Αθηναίους τις βαθιές και από καρδιάς ευχαριστίες μου για την υποδοχή.

Αυτά τους είπα.

Μετά πήγαμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο. Ζήτησα την άδεια να κρατήσω κοντά μου τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Μου δόθηκε ευχαρίστως. Και κάτι άλλο. Η ψαρόσουπα μου φάνηκε εξαιρετική!

images (13)

(συνεχίζεται)

 

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο έκτο: Συνέλευση στου Κυνοσάργους

Posted by vnottas στο 10 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

8374527

[Αφιερωμένο στο μεσαίο μου αδελφάκι, που με διαβάζει με προσοχή (και ίσως κάποια νοσταλγία)]

Κεφάλαιο έκτο: Δέκα μέρες πριν, στο δήμο της Διομείας

.

Τον καιρό εκείνο, εάν κατευθυνόσουν προς το Αθηναϊκό Άστυ προερχόμενος από τα νοτιο-ανατολικά, είτε θα έπαιρνες τις παραλιακές οδούς που θα σε οδηγούσαν πρώτα στο Φάληρο και μετά στο δρόμο που παράτρεχε  το φαληρικό τείχος οπότε, ακολουθώντας τον, θα ανηφόριζες μέχρι την Πόλη, είτε πάλι μπορούσες να πάρεις το δρόμο που διένυε τους δυτικούς πρόποδες του Υμηττού, να περάσεις το δήμο του Ευωνύμου, να διασχίσεις τον εκτεταμένο δήμο της Αλωπεκής και να φτάσεις έτσι στο δήμο της Διομείας. Ο δήμος αυτός διαιρείτο σε δύο τμήματα, το ένα εντός και το άλλο εκτός των τειχών, που τα ένωνε η ομώνυμη Πύλη.

Το εκτός των τειχών τμήμα ήταν αραιοκατοικημένο και περιελάμβανε δύο χαμηλούς λόφους: ο ένας, ο ανατολικός, ήταν γνωστός από τον τάφο του Ισοκράτη που βρισκόταν εκεί, ο άλλος πάλι, δυτικότερα, είχε  στην κορυφή του ένα μικρό ναό-παρατηρητήριο απ΄όπου μπορούσε να εποπτεύσει κανείς την ακτή του Φαλήρου [1].

Στην περιοχή υπήρχαν δύο γειτονικά μεταξύ τους ιστορικά κτίσματα: το ένα ήταν ο ναός του Ηρακλή, το άλλο ήταν το τρίτο μεγάλο γυμνάσιο της Αθήνας που, όπως και τα άλλα είχε εξελιχθεί σε χώρο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η περιοχή ονομαζόταν Κυνοσάργους και, όπως είναι φυσικό, υπήρχε τουλάχιστον ένας μύθος που εξηγούσε το κάπως παράξενο αυτό όνομα.

Σε περίληψη, ο μύθος έλεγε τα εξής:

Κατ’ αρχήν ήταν ένας σκύλος άσπρος και, απ’ ό, τι προκύπτει, ξύπνιος και πεινασμένος, που έκοβε βόλτες στη περιοχή. Τον έλεγαν Αργό (που σύμφωνα με μερικούς σήμαινε τότε λευκός) και ήταν γρήγορος.

Επί πλέον υπήρχε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Δίδυμο, ο οποίος ήθελε να τα έχει καλά με τους θεούς και  γι αυτό το λόγο είχε διοργανώσει εκεί κοντά μια θυσία.

Προτού όμως προλάβει ο βασιλιάς να διανείμει τα σφάγια σε θεούς και πιστούς, ο σκύλος εμφανίστηκε ταχύτατος μεσ’ απ’ τους θάμνους, βούτηξε το ψημένο κρέας και εξαφανίστηκε προς τα καλάμια του Ιλισού ποταμού που περνούσε κι αυτός από εκεί κοντά. Φρουροί και λοιποί ενδιαφερόμενοι έτρεξαν ξωπίσω του και εν τέλει κατάφεραν να βρουν κάποια υπολείμματα των εξαγιασμένων κρεάτων δίπλα  στην νότια όχθη του ποταμού.

Τότε παρενέβη ο ιερέας-αποκωδικοποιητής και είπε:

¨Εγώ λέω ότι ο σκύλος είναι θεόπεμπτος. Οι θεοί λένε ότι ο Δίδυμος δεν τη βγάζει καθαρή με μια απλή θυσία, αλλά ότι πρέπει να χτίσει, εκεί ακριβώς όπου βρέθηκαν τα κόκαλα, ένα ναό στον Ηρακλή¨.

Ο Δίδυμος είπε: ¨εντάξει¨ και έχτισε το ναό. 

Ο σκύλος αρκέστηκε στο να δώσει το όνομά του στην περιοχή: ο τόπος του Κυνός του Αργού, άλλως: Κυνοσάργους. 

Αργότερα οι αθηναίοι έφτιαξαν ένα ακόμη δημόσιο γυμνάσιο που πήρε και αυτό το όνομα του άσπρου σκύλου. Ακόμη αργότερα δημιουργήθηκε εκεί από τον μακαρίτη τον Αντισθένη μια (κάπως περιθωριακή, για να τα λέμε όλα) φιλοσοφική σχολή που πήρε το όνομα ¨οι σκύλοι¨ ή ¨οι κυνικοί¨.

 Κατά τα άλλα, στο σημείο αυτό ο Ιλισός,  αφού δεχτεί τα νερά της πηγής της Καλλιρρόης, προσπερνά κελαρυστός και, ρέοντας αφρισμένος πάνω στις κροκάλες, συνεχίζει την κατηφορική του πορεία δίπλα σε καλαμιές και πλατάνια, αναζητώντας την παρέα του Ηριδανού ή του Κηφισού ή ό, τι άλλο βρει τέλος πάντων, προκειμένου να μην καταλήξει στον Σαρωνικό μόνος του.

images (3).

Στους κατοίκους της Διομείας, τους Διόμειους, είχε συμβεί στο παρελθόν να περιπέσουν στην, ας πούμε ¨δυσμένεια¨, ενός δηκτικού πλην όμως δημοφιλέστατου τύπου που ονομαζόταν Αριστοφάνης, ο οποίος -ποιος ξέρει τι του είχαν κάνει του ανθρώπου- τους είχε κολλήσει το παρατσούκλι ¨οι Διομειαλαζόνες¨.

Ίσως να υπήρχε ένας ανιχνεύσιμος λόγος γι αυτό. Ίσως ο Αριστοφάνης από την μια και οι κάτοικοι του δήμου της Διομείας -ιδιαίτερα οι εκτός των τειχών- από την άλλη, να ανταγωνίζονταν,  ήδη από τότε, στην παραγωγή ενός δυσεύρετου και ως εκ τούτου πολύτιμου αγαθού. Του αστείου! Το αστείο ήταν ένα προϊόν των άστεων και δεν πρέπει να συγχέεται με το πιο διαδεδομένο ¨χωρατό¨, που προερχόταν κατ’ ευθείαν από την ύπαιθρο.

Αυτή, βέβαια, δεν είναι παρά μόνον μια υπόθεση γιατί τον καιρό που διέπρεπε ο Αριστοφάνης, οι κωμικοί της περιοχής δεν ήσαν ακόμη τόσο διάσημοι. Αλλά και το ¨πνεύμα¨ που καλλιεργούσαν και με το οποίο θα ξεκαρδίζονταν οι ίδιοι και οι  διαρκώς αυξανόμενοι οπαδοί τους, ήταν διαφορετικό από εκείνο του παλιού κωμωδιογράφου.

Ο Αριστοφάνης, όπως και οι περισσότεροι ομότεχνοι της γενιάς του, ήταν προσκολλημένος στην ιδέα μιας πολιτείας  κυρίαρχης και -κατά βάθος- γενικότερα αποδεκτής, έτσι ώστε να αξίζει τον κόπο να καταδικάσεις και να γελοιοποιήσεις εκείνους που, όντας ατομικιστές και επιδειξίες (φιλοπόλεμοι, ψευτοφιλόσοφοι, διεφθαρμένοι αναρριχητές και διαφθείροντες ισχυροί) έκαναν κακό στην κοινότητα.

Προτομή-του-Αριστοφάνη

Αντίθετα, εάν πάρουμε για παράδειγμα, τους ¨εξήκοντα¨ γελωτοποιούς του Κυνοσάργους, η κωμικότητά τους είχε διαφορετικές αφετηρίες. Αυτοί δεν έβλεπαν πια γύρω τους μια κοινότητα ικανή να επιβληθεί. Έβλεπαν κυρίως τις αντιφάσεις και τους χαρακτηριστικούς τύπους που είχαν δημιουργηθεί από τους περίεργους, ασυνεπείς και -με λίγη ή πολλή καλή θέληση- διασκεδαστικούς ¨νέους καιρούς¨.

Οι νεαροί ¨εξηντάρηδες¨ δεν πίστευαν ότι η παρέμβασή τους θα μπορούσε να διορθώσει την πολιτεία. Επομένως, περιορίζονταν σε εκείνο που έμοιαζε εφικτό: να δείξουν και να αναδείξουν την γελοιότητα των νέων «τύπων» που κυκλοφορούσαν πλέον στις πόλεις: τους κακόγουστους νεόπλουτους, τους επιδεικτικούς δοκησίσοφους ξερόλες,  τους αναίσχυντους ερωτύλους, τους ύπουλους καιροσκόπους, αλλά και τους πονηρούς υπηρέτες, τους κομψευόμενους αφέντες, τις εύπιστες κι αλλοπρόσαλλες κυράδες… Με άλλα λόγια, έβλεπαν ότι οι αντιφάσεις που κάθε λίγο εκρήγνυνταν γύρω τους μπορούσαν να προκαλέσουν ιαματικό γέλωτα, και αυτό τους αρκούσε.

Αλλά και πέρα από τα μέλη των ¨εξήκοντα¨, τις πλάκες και τις φάρσες που σκάρωναν (οι οποίες στη συνέχεια, σχολιάζονταν και  έτερπαν την αγορά και τα συμπόσια) υπήρχαν και εκείνοι που έγραφαν κωμικά επιγράμματα, ποιήματα, άσματα, αλλά και κωμωδίες ολόκληρες διεπόμενες από το νέο αυτό  πνεύμα.

Όλους αυτούς (περιθωριακούς φιλόσοφους, κωμικούς και κωμωδιογράφους του νέου ρεύματος, καθώς και σπουδαστές προβληματισμένους μεν, αλλά και έτοιμους να συμμετάσχουν σε κάθε λογής επεισοδιακή φάση) μπορούσες να τους συναντήσεις πλέον παντού, ακόμη και στην Αγορά ή και στα γυμναστήρια του Κλεινού Άστεως, όμως το μέρος όπου ήταν δυνατό να τους βρεις μαζεμένους να κουβεντιάζουν και να ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες περί του Παντός (επιστητού και μη), ήταν το εκτός των τειχών τμήμα του δήμου της Διομείας που, όπως είπαμε, οι Αθηναίοι αποκαλούσαν συνήθως Κυνόσαργες, συνηθέστερα στη γενική: (ο τόπος του) Κυνοσάργους.

images

Αυτό ακριβώς συνέβαινε και ’κείνο το διαυγές βραδάκι, το φωτισμένο από τον χρυσαφί κύκλο του φεγγαριού και πασπαλισμένο με άρωμα πεύκου που το απαλό αεράκι μετέφερε ως εδώ από τον Υμηττό. Ήταν το τελευταίο δεκαήμερο του Σκιροφοριώνα κι είχε αρχίσει να κάνει ζέστη. Καμιά τριανταριά νέοι ήταν μαζεμένοι στον Ιλισό, άλλοι ξαπλωμένοι στα χορτάρια της όχθης, άλλοι καθιστοί με τις πλάτες ακουμπισμένες στα δέντρα, άλλοι όρθιοι.

«Αυτοί εδώ μας δουλεύουν κανονικά» έλεγε ένας νεαρός με το μαλλί μακρύ σχεδόν όσο των εμπόλεμων Σπαρτιατών. «Λόγος περί Αληθείας πολύς, πράξεις Φιλαληθείας ουδεμία!».

«Θα έχουμε ακόμη μια εορτή, αγαπητέ Μέναιχμε! Ε και; Θα μας βγάλουν ακόμη μερικούς λόγους! Ε, λοιπόν; Θα επικαλεστούν πάλι το όνομα της Δημοκρατίας, αλλά αμφιβάλω αν θυμούνται τι ακριβώς είναι. Ίσως κάποιος θα έπρεπε να τους το θυμίσει!» είπε ένας με γένι που είχε αρχίσει να γκριζάρει, λίγο μεγαλύτερος από τους άλλους.

«Πείτε μου εσείς αγαπητοί εν Ιλισώ φίλοι. Είναι δημοκρατία να γιγαντώνεις τους μύθους που σε συμφέρουν; Είναι δημοκρατία να επινοείς καινούργια σοφίσματα; Είναι δημοκρατία να δημιουργείς σύγχυση στους γύρω σου και μετά από πάνω να ζητάς να σε επιβραβεύσουν;» αναρωτήθηκε ένας καστανομάλλης με μεγάλη μύτη που ακουμπούσε τη πλάτη πάνω στον κορμό μιας γέρικης ελιάς.

«Εμείς, οι άποικοι στο Βορρά, όταν οι επιδρομές του Φίλιππου μας ανάγκασαν να επιστρέψουμε στο Νότο, ήμασταν σίγουροι ότι εδώ θα βρίσκαμε προστασία και σιγουριά …», παρεμβλήθηκε  μια όμορφη ξανθή νέα,  «όμως δε βρήκαμε παρά λόγια… πολλά λόγια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τώρα μας καλούν να γιορτάσουμε για τις προσφορές και τα δώρα του Αλέξανδρου!»

«Ω, τι σοβαρότητες είναι αυτές Ιππαρχία», διαφώνησε  ένας πιτσιρικάς, γύρω στα δώδεκα. «Εάν αυτά που συμβαίνουν δεν είναι παρά αστειότητες, δε έχουμε παρά να γελάσουμε λιγάκι μαζί τους!»

«Καλά τα λέει ο Μενανδράκος»,  τον υπερασπίστηκε ένας μεγαλύτερος με κοντό ιμάτιο, στηριγμένος σε μια τεράστια γκλίτσα.

«Να γελάσουμε; ναι! Να κάνουμε και τους άλλους να γελάσουν; Βεβαίως. Όχι όμως όπως οι μωροί κι οι μπουνταλάδες, δηλαδή χωρίς να ξέρουμε το λόγο. Και μάλιστα καλά. Ας μιλήσει λοιπόν όποιος νομίζει ότι ξέρει καλά τι τρέχει, και μετά, εάν συμφωνήσουμε, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε», είπε εκείνος με τα ίχνη γκρίζου στο γένι του, που ασήμιζαν τώρα στο φεγγαρόφως και ανασηκώθηκε εγκαταλείποντας τον κορμό της ελιάς. Το σώμα του ήταν κάπως στραβό, αλλά το πρόσωπό του είχε ευγενικά χαρακτηριστικά.

«Έχει δίκιο ο Κράτης!» φώναξε ο καστανομάλλης με τη μεγάλη μύτη. «Θα μιλήσω εγώ».

Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω του. Τον ήξεραν όλοι. Είχε αρχίσει να φοιτά στο Λύκειο, αλλά μετά είχε στραφεί προς τους ¨σκύλους¨ με τους οποίους είχε γίνει πλέον κολλητός. Επιπλέον ήταν σταθερό μέλος της παρέας των εξήκοντα. Τον έλεγαν Καλλιμεδώνα, αλλά όλοι τον φώναζαν Κάραβο[2]

images (6)

«Ο Αριστοτέλης, μπορεί να υπήρξε ο δάσκαλος του Αλέξανδρου, επομένως δεν αποκλείεται να κληθεί κάποτε να απολογηθεί για τις πράξεις του μαθητή του, πάντως όλοι ξέρουμε πως είναι αξιόπιστος δάσκαλος και προσπαθεί να τεκμηριώσει όσα λέει. Φοίτησα κι εγώ κοντά του για ένα διάστημα, κι αν δεν είχα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι εκεί μέσα παραείναι τυπικοί και μανιώδεις με τις κατατάξεις και τις κατηγοριοποιήσεις, ίσως και να ήμουν ακόμη εκεί πέρα. Πάντως ξέρω, όπως άλλωστε κι εσείς, ότι έχει τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Αθήνας. Ανάμεσα στο συγγράμματα υπάρχουν και κείμενα του μεγάλου Θουκυδίδη, τα οποία είχα την ευκαιρία να δω και να μελετήσω όταν παρακολουθούσα το Λύκειο. Θα επικαλεστώ λοιπόν τα κείμενα αυτά, αλλά και την άποψη του ίδιου του Αριστοτέλη που, απ’ ό, τι φαίνεται, τα στοιχεία του Θουκυδίδη τον έπεισαν. Σημειώστε ότι αυτά που θα σας πω ίσως σας φανούν γνωστά, γιατί υπάρχουν ακόμη γέροντες που λένε τα ίδια, ισχυριζόμενοι ότι έτσι τα άκουσαν από τους παππούδες τους.

«Φίλε… έλα στο ζουμί» φώναξε κάποιος στο βάθος που είχε μετατρέψει έναν κομμένο κορμό σε ανάκλινδρο.

«Έρχομαι και συμπτύσσω: Τι θα μας πουν σε λίγες μέρες ο Δημοσθένης, ο Φωκίωνας, ο Υπερείδης και οι λοιποί; Θα μας επαναλάβουν την γνωστή επίσημη εκδοχή. Θα μας πουν ότι επιστρέφουν οι ¨τυραννοκτόνοι¨ και ότι οφείλουμε να είμαστε ευτυχείς. Γιατί; Μα γιατί αυτοί οι δύο τύποι θυσιάστηκαν για να σκοτώσουν τους τυράννους και έτσι να  περάσει η εξουσία από τους Πεισιστρατίδες στο Δήμο της Αθήνας.

Τους είχαμε ήδη φτιάξει νέα αγάλματα, ταΐζαμε τιμής ένεκεν στο Πρυτανείο όσους δήλωναν απόγονοί τους και τώρα συν τοις άλλοις, θα είμαστε υποχρεωμένοι και στον Αλέξανδρο που μας στέλνει πίσω τις πρωτότυπες εικόνες τους…

Ας δούμε τώρα τι ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης.

Ο ιστορικός λοιπόν λέει ότι…

Πρώτο: οι αποκληθέντες τυραννοκτόνοι σκότωσαν τον ένα μόνο από τους γιους του τύραννου Πεισίστρατου και μάλιστα όχι εκείνον που είχε κληρονομήσει και ασκούσε την κυρίως εξουσία, τον Ιππία, αλλά τον αδελφό του τον Ίππαρχο, που ως επί το πλείστον τον απασχολούσαν τα καλλιτεχνικά θέματα.

Δεύτερο: η αιτία του φονικού δεν είχε να κάνει με την πολιτεία, ούτε με το πολίτευμα, ούτε με τις διεκδικήσεις του λαού των Αθηνών. Επρόκειτο για ερωτική αντιζηλία.  Οι δύο τύποι ήταν μεταξύ τους εραστές που παρενοχλήθηκαν ερωτικά από τους Πεισιστρατίδες. Δεν ξέρω ακριβώς τι τύπου έρως συνέδεσε τους ήρωες αυτής της ιστορίας. Οι φίλοι, από τους παρόντες, που φοιτούν στην Ακαδημία και θεωρούνται ειδήμονες στα σχετικά με τον άτακτο ακόλουθο της Αφροδίτης, θα μπορούσαν ίσως να μας διαφωτίσουν εάν ένας τέτοιος έρωτας εμπίπτει στην κατηγορία του αποκαλούμενου ¨πλατωνικού¨ ή πρόκειται για κάποια επιβαρυμένη περίπτωση που προκαλεί μεγαλύτερα πάθη!

Ό, τι και να πούμε, το γεγονός είναι ότι υπήρξε αντιδικία, ζηλοτυπία, σύγκρουση και εντέλει φόνος.  Την πλήρωσε όπως σας είπα ο Ίππαρχος, αλλά ακριβώς επειδή ή όλη ιστορία ήταν περισσότερο πάθος παρά καλά προετοιμασμένη πολιτική συνωμοσία, οι ¨τυραννοκτόνοι¨ συνελήφθησαν αμέσως. Ο ένας σκοτώθηκε επί τόπου και ο άλλος αργότερα, χωρίς να ομολογήσει την ύπαρξη συνωμοσίας, αν και βασανίστηκε.

Γεγονός είναι επίσης ότι ο κυρίως τύραννος της εποχής, ο Ιππίας, όχι μόνο δε σκοτώθηκε, αλλά κυβέρνησε την Αθήνα για τρία – τέσσερα χρόνια ακόμη. Και μάλιστα, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, με τρόπο ειδεχθέστερο από ό, τι πριν.

Αλλά το πιο ευτράπελο από όλα αυτά, εκείνο που αποδεικνύει ότι η Ιστορία από μόνη της και όχι ύστερα από δική μας επέμβαση, διαθέτει και πνεύμα και ειρωνεία και σαρκασμό, είναι ότι τον εν λόγω τύραννο, τον Ιππία, εκείνον δηλαδή που δεν ανέτρεψαν οι τυραννοκτόνοι, τον ανέτρεψαν τελικά οι Λακεδαιμόνιοι! Μάλιστα φίλοι μου. Οι Σπαρτιάτες! Οι θεωρούμενοι παραδοσιακοί προστάτες των απανταχού ολιγαρχικών! Εκείνος δε που υλοποίησε αυτό που ονομάστηκε ¨αποκατάσταση¨ (αν δεχτούμε  ότι ένα είδος Δημοκρατίας υπήρχε ήδη στην Αθήνα από την εποχή της νομοθεσίας του Σόλωνα) ή ¨δημιουργία¨ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ήταν ένας απροκατάληπτος και -όπως τον περιγράφει ο Θουκυδίδης- απρόβλεπτος βασιλιάς της Σπάρτης: ο Κλεομένης (βίος και πολιτεία και ο ίδιος -αλλά δεν θέλω να επεκταθώ)  που ήταν γιος του Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα των Θερμοπυλών!»

«Μα αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που αξίζει τον κόπο να γιορτάσουμε!» ακούστηκε μια εύθυμη φωνή από κάτω.

«Νομίζω πως ναι… και έχω μια ιδέα», είπε Κάραβος.

«Προτείνω να φτιάξουμε μια μικρή επιτροπή και να επεξεργαστούμε τις ιδέες μας», είπε ο Κράτης.

images (9).

Η Αθήνα είναι ένας τόπος με ενδιαφέρουσα και περιπλεγμένη ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι το λεκανοπέδιο έχει ζήσει τα πάντα-όλα και το αντίθετό τους. Αυτά τα ¨όλα¨, κλασικά και μη, στην Αθήνα ήταν συνήθως εικονογραφημένα.  Κι αυτό γιατί στους Αθηναίους αρέσουν οι εικόνες: γλυπτές, ανάγλυφες, ζωγραφιστές, ακόμη και λεκτικές, από εκείνες που διακοσμούν την ακατάσχετη ροή των ρητορικών εμπνεύσεων.

Όμως, ακριβώς επειδή οι καιροί στην Αθήνα αλλάζουν συχνά και οι εμπειρίες πολλαπλασιάζονται επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τα γούστα, είναι επακόλουθο ότι θα πρέπει να ανανεώνονται και οι σχετικές εικόνες.  Πράγματι οι Αθηναίοι τις ανανεώνουν.

Ωστόσο υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: Τι να κάνουν με τις παλιές εικόνες, όταν αυτές έχουν πια ξεπεραστεί από τους καιρούς ή από τους συσχετισμούς των δυνάμεων; Να τις καταστρέφουν;

Η εμπειρία είχε δείξει ότι η οριστική καταστροφή δεν είναι η καλύτερη λύση. Γιατί, (όπως λέει και η δημώδης φράση)¨έχει ο καιρός γυρίσματα¨∙ που πάει να πει ότι το ενδεχόμενο μιας ανακύκλωσης είναι πάντοτε πιθανό.

Τελικά οι Αθηναίοι βρήκαν τη λύση που τους φάνηκε πιο απλή και αποτελεσματική: Ήταν η  δημιουργία των περιφραγμένων χώρων εναποθήκευσης τετριμμένων εικόνων, των γνωστών και ως ΠΕΧΕΤΕ. Τον καιρό της αφήγησής μας, στις μάντρες των ΠΕΧΕΤΕ μπορούσες να βρεις άφθονο εικονογραφικό υλικό από περασμένες εποχές και παρελθόντα γούστα.

Σε μία από αυτές, ο φύλακας λεγόταν Δεινίας και ήταν ένθερμος φίλος των κυνικών και των κωμικών (αδιακρίτως) καθώς και των συγκεντρώσεων παρά τον Ιλισό. Ήταν λοιπόν αυτός που υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει έναν τουλάχιστον ¨Κλεομένη σε ορείχαλκο¨, καθώς και έναν Σπαρτιάτη, μάλλον σε μάρμαρο, που  έφερνε προς τον Λεωνίδα, αν και δεν ήταν σίγουρος πως επρόκειτο ακριβώς για τον ήρωα των Θερμοπυλών.

«Εντάξει μ’ αυτό»,  είπε ικανοποιημένος ο Κάραβος. Η φάση Βήτα θα είναι λίγο πιο δύσκολη. Η Θόλος του πρυτανείου, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα εναποτεθούν αρχικά οι ¨τυραννοκτόνοι¨ φρουρείται πολύ καλύτερα από τις αποθήκες των ξεπερασμένων εικόνων».

«Μην ανησυχείς», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Κράτης. Έχουμε κι εκεί έναν αφοσιωμένο φίλο. Θα εκπλαγείς όταν μάθεις για ποιον πρόκειται».

«…και να μη ξεχνάτε τη χορογραφία της φάσης Γάμα», είπε χοροπηδώντας η μικρή ξανθή Ιππαρχία. Θα σας την διδάξω εγώ και απαιτώ προσοχή και προσήλωση».

images (12).

[1] Στο λόφο αυτόν είχαν στρατοπεδεύσει οι Αθηναίοι μετά τη μάχη του Μαραθώνα και από εδώ είχαν δει και αποτρέψει μια προσπάθεια του περσικού στόλου να αποβιβάσει στρατεύματα στο Φάληρο.

[2] Κάραβος: Κερασφόρο σκαθάρι αποκαλούμενο και «κεράμβυξ». Η λέξη σημαίνει επίσης γαρίδα, ή και καράβι.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Η τελετή

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

αρχείο λήψης (1)

.

Κεφάλαιο πέμπτο. Τελετή (με εκπλήξεις) στο Λεωκόριο

Στο μέγαρο του βουλευτηρίου υπάρχει παραταγμένο άγημα υποδοχής, καθώς και λοφιοφόρος τελετάρχης που υποδέχεται τον Εύελπι και τον Ευρύνου και τους οδηγεί ως την λιτή αίθουσα-γραφείο του στρατηγού Φωκίωνα. 

Ο Εύελπις σημειώνει με ικανοποίηση ότι, αυτήν τη φορά, δεν υπήρξε καμιά ένσταση που να αφορά στην παρουσία του Ευρύνου στη συνάντηση.  Σε αντίθεση με τον επιφυλακτικό Λυκούργο χτες στη Ζέα, σήμερα, ο γηραιός ηγέτης Φωκίωνας χαιρετά πρώτα τον πατέρα Ευρύνου και συνοδεύει τον  χαιρετισμό με καλά λόγια για την ήρεμη συμβολή του ίδιου, αλλά και των λοιπών υποστηρικτών των ιδεών του αείμνηστου Ισοκράτη,   στην ήρεμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Αθήνα∙ και μάλιστα  σε μια εποχή αλλαγών και εύθραυστων ισορροπιών, όπως η σημερινή.

Έπειτα τον μακαρίζει για την ευτυχία που του επιφύλαξαν οι θεοί, να δει το γιο του να επιστρέφει νικητής από μια πανελλαδική εκστρατεία και μάλιστα φέροντας ως τρόπαιο πίσω στην Πόλη της Παλλάδας ένα από τα σύμβολα της ιδιαιτερότητάς της.

Ύστερα σφίγγει το χέρι του Εύελπι και τον ρωτάει αν θεωρεί ότι η υποδοχή υπήρξε μέχρι στιγμής ικανοποιητική, ή αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Μεγαρέας τον διαβεβαιώνει ότι όλα  μπορούν να θεωρηθούν άψογα.

Ο Φωκίωνας είναι ένας ψηλός καλοστεκούμενος γέροντας με φουντωτά γκρίζα φρύδια, λευκή γενειάδα και λιτή αμφίεση. Έχει πολεμήσει ως στρατηγός και ναύαρχος για τη δόξα της Πόλης των Αθηνών ενάντια στους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες, αλλά δεν υπέκυψε στις φιλοπολεμικές εξάρσεις των ρητόρων όταν θεώρησε ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν αρνητικός και ότι οι προτροπές τους θα κατέληγαν άσχημα για την Αθήνα. Με τη σημερινή ορολογία, σκέφτεται ο Εύελπις,  θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς μετριοπαθή φιλομακεδόνα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθής αντιμακεδόνας. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά χρήσιμες μεν, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βοηθητικές ετικέτες ¨γενικού προσανατολισμού¨. Η πραγματικότητα είναι πιο μπερδεμένη.

Και οι δυο ηγέτες θεωρούνται έντιμοι και αδιάφθοροι και διοικούν την Αθήνα, παρά την έντονη αντιπολίτευση της ομάδας του Δημοσθένη και παρά το ότι οι Αθηναίοι πολίτες δεν παύουν να τους κατακρίνουν και να τους βρίζουν για την αυστηρότητά τους, ενώ βέβαια, παραδόξως, τους υπερψηφίζουν και τους αναθέτουν τις βασικές ευθύνες της πόλης.

Phocion

Ο Εύελπις αποφασίζει να μεταφέρει με ευθύτητα το μήνυμα του Αλέξανδρου προς τον παλαίμαχο αθηναίο ηγέτη.

«Έχω εντολή σεβαστέ Φωκίωνα να σου μεταφέρω τους χαιρετισμούς του Αλέξανδρου, του βασιλέα των Μακεδόνων. Γνωρίζεις ήδη την εκτίμηση που τρέφει για σένα. Και επειδή ο βασιλεύς είναι περισσότερο άνθρωπος των έργων παρά των λόγων, έχω λάβει εντολή να σε ενημερώσω ότι έχει κατατεθεί στο ταμείο του Δελφικού Ναού του Απόλλωνα ένα ποσό εκατό ταλάντων που μπορείς να αναλάβεις και να διαχειριστείς με διακριτική ευχέρεια μόνον εσύ».

Ο Φωκίωνας συνοφρυώνεται περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπουν, από μόνα τους, τα πυκνά του φρύδια, και χαμηλώνει το βλέμμα σκεφτικός. Ύστερα κοιτάζει πάλι τον Εύελπι καταπρόσωπο.

«Θέλω να ευχαριστήσεις τον βασιλιά γι αυτή την γενναιόδωρη προσφορά. Αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα χρηματικό ποσό  που να μην ελέγχεται από επιτροπή εκλεγμένη από τη Βουλή. Είμαι υποχρεωμένος να συμπεριφερθώ έτσι από τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της Πόλης μου. Αν τους καταπατούσα είμαι βέβαιος ότι θα έχανα όχι μόνο την αξιοπιστία απέναντι στους συμπολίτες μου, αλλά και τη δική του εκτίμηση».

Μένει για λίγο σιωπηλός και μετά συνεχίζει. 

«Όμως δε θα ήθελα κατά κανένα τρόπο να τον λυπήσω με την άρνησή μου. Γι αυτό θέλω να του μεταφέρεις ότι θα του είμαι εξ ίσου ή και περισσότερο υπόχρεος αν φροντίσει να επιλυθεί σύντομα το θέμα των αθηναίων αιχμαλώτων. Ναι, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στο στράτευμα του Δαρείου,  αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να είναι αθηναίοι και είναι φυσικό η πατρίδα να ανησυχεί γι αυτούς.

Η ευμένεια απέναντί τους θα διευκολύνει την δημιουργία της νέας Ελλάδας που θα έχει πια ξεπεράσει τις ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Εγώ από τη μεριά μου εγγυώμαι ότι οι στρατιώτες αυτοί όχι μόνο θα ανανήψουν, αλλά και θα παίξουν στο μέλλον θετικό ρόλο στην εποχή που μόλις τώρα αρχίζει».

Ο Εύελπις διαβεβαιώνει τον στρατηγό ότι θα μεταφέρει το αίτημά του στον βασιλέα και πως ο ίδιος, προσωπικά, το θεωρεί θεμιτό.

240

Ύστερα από λίγο, συνοδευόμενοι από τους οπλίτες του αγήματος κατευθύνονται πεζοί λίγο παρακάτω, μπροστά στον Ναΐσκο του Λεωκόριου,  όπου δίπλα στα υψηλόκορμα και -ομολογουμένως πανέμορφα- αγάλματα των τυραννοκτόνων που έχουν εκπονήσει ο Κριτίας και ο Νησιώτης, είναι τοποθετημένα τα αυθεντικά πρωτότυπα ¨ομοιώματα¨, τα φιλοτεχνημένα από τον Αντήνορα. Αυτά τα τελευταία είναι  σκεπασμένα με υφασμάτινο κάλυμμα, έντεχνα στερεωμένο έτσι ώστε να μπορούν να αποκαλυφτούν με το τράβηγμα ενός μόνο σκοινιού.

 Κάτω από την υψηλή επίβλεψη του άρχοντα βασιλέα Λυκούργου, ο οποίος είναι ήδη εκεί (άλλωστε η έδρα του επιφορτισμένου για τα ιερατικά θέματα βασιλέα, η Βασίλειος Στοά, βρίσκεται κι αυτή εκεί, στην Αγορά, ακριβώς απέναντι από το Λεωκόριο) οι ιερείς ετοιμάζουν τις φωτιές που σε λίγο θα στείλουν στους θεούς τη τσίκνα από τα σφάγια που τόσο τους αρέσει. Εξ άλλου, η προοπτική μιας χορταστικής θυσίας έχει προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον ικανού αριθμού φτωχών κατοίκων του Άστεως που έχουν προστεθεί σε εκείνους που ενδιαφέρονται να δουν τους χάλκινους ήρωες ¨τυραννοκτόνους¨ και να γιορτάσουν την επιστροφή τους.

Lycurgus (1)

«Καλά», ρωτάει ο Εύελπις τον πατέρα του, «πότε ο Λυκούργος εγκατέλειψε την θητεία του ως υπεύθυνος για τα οικονομικά για να αναλάβει τα των Θεών; Πριν φύγω θυμάμαι ότι όλοι τον θεωρούσαν αυστηρό μεν, αλλά  επιτυχημένο διαχειριστή».

«Όντως», του απαντάει ο Ευρύνους, «υπήρξε και είναι καλός διαχειριστής των πόρων της Πόλης. Εν τούτοις έκανε μια απλή διαπίστωση: η θέση του υπεύθυνου για τα οικονομικά δεν πρέπει να ανήκει για πολύ καιρό στο ίδιο πρόσωπο γιατί έτσι αυξάνεται η πιθανότητα ο κάτοχος του αξιώματος να διαφθαρεί από τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Γι αυτό φρόντισε να ψηφιστεί  νόμος που να απαγορεύει σε οποιονδήποτε  να παραμένει σ’ αυτήν τη θέση για πάνω από δύο θητείες. Μετά, φυσικά, παραιτήθηκε».

«Και;» απορεί ο Εύελπις. «Ποιος είναι ο σημερινός διαχειριστής των ταμείων;»

«Ένας που εκλέχθηκε μετά από δική του υπόδειξη. Το όνομά του όμως έχει μικρή σημασία γιατί εκείνος του οποίου η άποψη μετράει για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα οικονομικής φύσεως είναι πάντοτε ο Λυκούργος. Διότι σ’ αυτόν εξακολουθούν να απευθύνονται οι Αθηναίοι πριν πάρουν τις σχετικές αποφάσεις». Ο Ευρύνους χαμογελάει κάτω από τα -ακόμη μαύρα- μουστάκια του. «Τυπική Αθηναϊκή λύση!» λέει. «Και να σημειώσεις ότι όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι».

«Και γιατί βασιλεύς;»

«Γιατί όπως ξέρεις η μόνη εξουσία που έχουν στην Αθήνα οι άρχοντες βασιλείς αφορά στην εποπτεία των θρησκευτικών θεμάτων. Λάβε υπ’ όψιν ότι ο Λυκούργος ανήκει στην ισχυρή ιερατική γενιά των Βουτάδων. Επομένως, μετά την τυπική απομάκρυνσή του από τα Ταμεία, η μάλλον τιμητική θέση του Βασιλέα κρίθηκε ιδεώδης γι αυτόν».

Πατέρας και γιος σταματούν τα ψιθυριστά τους σχόλια για να αντιχαιρετίσουν τον ενθουσιώδη ευπατρίδη με την πλούσια ενδυμασία που κατευθύνεται προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά. «Χαιρετώ τον άξιο συνέλληνα συμπολίτη μου Ευρύνου και τον αξιότιμο γιο του, ο οποίος αποδεικνύει πως η γνώση του Λόγου δεν αποτρέπει, αλλά μπορεί περίφημα να συνυπάρξει με την γενναιότητα των πράξεων»

«Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, άρχοντα Δημάδη», απαντά ο Ευρύνους και σφίγγει το χέρι του αθηναίου ρήτορα-πολιτικού.

«Τον θυμάμαι τόσον δα μικρούλη» συνεχίζει εκείνος δείχνοντας τον Εύελπι, «να ανακατεύεται στα πόδια των μεγάλων και να ενδιαφέρεται ήδη από τότε, τόσο για τα γράμματα, όσο και για τα σχετικά με την διοίκηση των πόλεων. Ο μακαρίτης ο Ισοκράτης έκανε γι αυτόν το μικρό πολλά κολακευτικά σχόλια».

demades

Ο Εύελπις θυμάται κι αυτός τις επισκέψεις του ρήτορα Δημάδη στη σχολή του Ισοκράτη. Εδώ που τα λέμε δύσκολα θα μπορούσε να ξεχάσει, αν όχι την πληθωρική και συνήθως κεφάτη συμπεριφορά του, τουλάχιστον την μόνιμα εντυπωσιακή του αμφίεση.

«Θα πρέπει να βρεθούμε», συνεχίζει απευθυνόμενος στον Εύελπι ο ρήτορας. Ο τόνος του είναι ανέμελος, αλλά το βλέμμα του είναι διεισδυτικό και έντονο.

«Και βέβαια», απαντά ο νεότερος Μεγαρέας. «Ίσως και αύριο…», αλλά ο Δημάδης τον διακόπτει αγγίζοντάς τον στο μανίκι και δείχνοντας του έναν άλλο γνωστό Αθηναίο, που τους πλησιάζει βιαστικά.

«Είμαι σίγουρος ότι καταφτάνει ακόμη ένα αίτημα για επείγουσα συνάντηση…» χαμογελάει. Ύστερα δείχνοντας τον νεοφερμένο στους Μεγαρείς, τον αναγγέλλει: «Ιδού, λοιπόν ο πασίγνωστος Αισχίνης, φίλος των Μακεδόνων και ακραιφνής αντίπαλος του Παιανέα Δημοσθένη!»

«Μη με αναγκάζεις», λέει εκείνος κάνοντας ένα δυσαρεστημένο μορφασμό, «να ακούω ονόματα που μου χαλάνε τη διάθεση, και μάλιστα τη στιγμή που είμαι έτοιμος να χαιρετίσω έναν συμπολίτη που συμμετέχει στην εκστρατεία, και μάλιστα σε στρατηγική θέση». Ο Αισχίνης είναι γκρίζος στα μαλλιά, στο γένι, στα φρύδια, και πιθανότατα στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον ¨άνετο¨ Δημάδη μοιάζει νευρώδης και συντηρητικός. Ο νεοφερμένος χαιρετά τον Ευρύνου και τον Εύελπι.

«Τον δικό σου δεν τον είδα ακόμη», επιμένει κάπως περιπαικτικά ο Δημάδης. «Ήρθε ή θέλει να μας κάνει να τον περιμένουμε;»

«Ο Φωκίωνας δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν. Τον ξέρεις».

«Έχεις δίκιο. Άλλωστε να ‘τος κι ο Παιανεύς. Βλέπω το αμάξι του να καταφτάνει». Ύστερα απευθυνόμενος στον Εύελπι: «Τον συνάντησες ήδη τον Δημοσθένη;»

Δημοσθένης

«Όχι. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τον ξέρω εκ φήμης και εξ όψεως από τότε που ήμουν παιδάκι, γιατί ήδη τότε ήταν διάσημος και αρκετά δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους. Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης τον ανέφερε συχνά ως πρώην μαθητή του που όμως είχε διαφοροποιηθεί από το πνεύμα της Σχολής.  Υποθέτω πάντως ότι θα μου τον παρουσιάσουν επισήμως ή τώρα, ή στο δείπνο μετά την τελετή».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τη γενική προσοχή τραβάει ο Λυκούργος, ο οποίος όρθιος μπροστά στον βωμό και φορώντας πλέον τα ιερατικά του άμφια, υψώνει τα χέρια επιβάλλοντας την γενική ¨ιερή σιγή¨ που προβλέπει το τελετουργικό. Ύστερα από λίγο τα κατεβάζει, υψώνει τη κεφαλή προς τον υπερκείμενο Παρθενώνα και απευθύνεται προς τους Θεούς αρχίζοντας από την πολιούχο Αθηνά, αλλά χωρίς να παραβλέψει την λοιπή ιεραρχία των Αθανάτων.

Με γλώσσα απλή τους εξηγεί ότι οι Αθηναίοι δεν είναι αγνώμονες, αλλά αντίθετα αγαπούν τους θεούς που εισακούουν τις εκκλήσεις και τις προσευχές τους. Και πως ξέρουν ότι εάν η Αθήνα ευημερεί, ίσως περισσότερο από όσο της αξίζει, αν κρίνει κανείς από την ασυνέπεια αρκετών πολιτών σχετικά με τις υποχρεώσεις τους- αυτό οφείλεται στην αγάπη και την εύνοια των Θεών απέναντι στην πόλη της παρθένου Αθηνάς. Σήμερα οι Αθηναίοι είναι εδώ για να ευχαριστήσουν την Θεά  που επιτρέπει στην πολιτεία να επιβιώνει με τιμή και αξιοπρέπεια, αλλά και να υποσχεθούν στους Θεούς ότι και στο μέλλον θα είναι αντάξιοι της επιείκειάς τους.

Ο Λυκούργος κάνει νεύμα προς τους βοηθούς των ιερέων και αυτοί φέρνουν κοντά τα επιλεγμένα σφάγια, με επικεφαλής ένα καλοθρεμμένο κριάρι που τα κέρατά του είναι βαμμένα χρυσαφιά. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός φέρνει τη λεκάνη με το αγιασμένο νερό (τη χέρνιβα) και μια κόρη το καλάθι με τους απαραίτητους κριθαρόσπορους. Ο Βασιλέας ο επί των Θεών παίρνει μια δέσμη από κλαδιά ελιάς που μαζί με την ιερή μάχαιρα είναι τοποθετημένη απ’ την αρχή της τελετής πάνω στο τραπέζι δίπλα στο βωμό, την εμβαπτίζει στην χέρνιβα και ραντίζει πρώτα το (ακόμη) ζωντανό και μετά τους γύρω του παρευρισκόμενους. Ύστερα τους ραίνει με τους σπόρους του κριθαριού και, μετά, παίρνει από τον βωμό το καλοακονισμένο μαχαίρι, κόβει από το ζώο μια τούφα μαλλί και το ρίχνει στην μικρή συμβολική φωτιά που καίει πάνω στον βωμό (παραδίπλα έχουν ήδη φουντώσει οι φωτιές που σε λίγο, προς τέρψιν -και θρέψιν- θεών και πιστών, θα ψήσουν όλα τα ζώα της θυσίας).

Τέλος, ο Λυκούργος -με μια αστραπιαία κίνηση, που δείχνει πόσο καλός στρατιώτης υπήρξε- κόβει το λαιμό του κριαριού.

.

234

Ο Οινοκράτης ξαναβάζει το (ορνιθοσκαλισμένο) λεύκωμα και το καρβουνάκι μεσ’ στο δισάκι και το βλέμμα του εστιάζεται στην τελετή που έχει ήδη αρχίσει. 

Το περιστύλιο στο οποίο έχει  καταφύγει περιβάλλει ένα υπερυψωμένο δημόσιο κτίριο και του εξασφαλίζει καλή θέα στα τεκταινόμενα στο πλάτωμα μπροστά στο Λεωκόριο. Συγκεκριμένα, ο Οινοκράτης βρίσκεται κάτω από τους δωρικούς κίονες που περιβάλλουν την στοά του Πεισιάνακτα, την αποκαλούμενη και Ποικίλη, εξ αιτίας των εικόνων που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ διάσημοι ζωγράφοι.

Την επόμενη φορά, σκέφτεται, πρέπει να φέρει εδώ τον Χοντρόη για να του δείξει τις σκηνές από τη μάχη του Μαραθώνα, όπως τις έχει απεικονίσει ο Πολύγνωτος από τη Θάσο. Ή τη μάχη  με τις Αμαζόνες, ή την άλωση της Τροίας…   Και εάν του Χοντρόη δεν του αρέσει η ζωγραφική, θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν όμορφο στεγασμένο χώρο ¨πολλαπλών χρήσεων¨ από τους πιο αγαπημένους των Αθηναίων. Κρίμα που σήμερα δε μπόρεσε να πάρει τον Πέρση μαζί του. Την προσεχή φορά θα τον ανεβάσει στον Παρθενώνα να του δείξει τις περσικές ασπίδες του αναθήματος του Αλέξανδρου στην Παρθένο και μετά θα τον φέρει εδώ, να δει τι σημαίνει Αγορά.

image005

Σήμερα, βέβαια, αν τον είχε εδώ, θα μπορούσε να παρακολουθήσει και πως γίνεται μια δημόσια θυσία στην Ελλάδα. Δε πειράζει, σύντομα θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες∙ το μήνα αυτό -που δεν τον αποκαλούν τυχαία Εκατομβαιώνα- από θυσίες άλλο τίποτα!

Σήμερα πάντως ο κόσμος είναι μεν πολύς, αλλά η συγκέντρωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πάνδημη. Ο Συρακούσιος θυμάται ότι στο παρελθόν έχει δει άλλες, με πολύ μεγαλύτερη προσέλευση. Εκείνο πάντως που του κάνει κάποια εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στους παρόντες υπάρχουν πολλοί νεαροί αθηναίοι. ¨Αυτοί, πριν τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από την Αθήνα θα πρέπει να ήσαν ακόμη παιδιά νιάνιαρα¨, σκέφτεται.

Η προσοχή του Οινοκράτη αποσπάται από τους οσμηρούς καπνούς που αναδύονται απ’ το πλάτωμα και στρέφεται προς τέσσερεις γεροδεμένους σκλάβους που καταφτάνουν μεταφέροντας ένα πολυτελές φορείο. Οι βαστάζοι σταματούν εκεί κοντά του και εναποθέτουν το φορείο στο έδαφος, αφού πρώτα κατεβάσουν τα στηρίγματα που θα το κρατήσουν στέρεα υπερυψωμένο, σε ικανή απόσταση από τη γη. Μετά παρατάσσονται γύρω του. Ο Οινοκράτης το παρατηρεί προσεκτικότερα, διακρίνει την επιβάτιδα και χαμογελάει. Αυτό το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, η κυρά Φρύνη αποφάσισε να βγει από το μέγαρό της και να μη χάσει το θέαμα. Ωστόσο προτίμησε να μη πλησιάσει τους επίσημους, στο κέντρο, αλλά να παρακολουθήσει την εκδήλωση κάπως ¨εκ του μακρόθεν¨ και κάπως ¨αφ’ υψηλού¨.

Την στιγμή εκείνη προσέχει ότι στην περιφέρεια του συγκεντρωμένου κόσμου, καταφτάνει ακόμη ένα όχημα, αυτή τη φορά ένα κλειστό σκεπασμένο κάρο, που το σέρνουν δύο άλογα και στο οποίο οι ανοιχτές μπροστινές θέσεις του ηνίοχου και του συνοδού του καλύπτονται από πλατύ σκίαστρο φτιαγμένο από ψίαθο. Οι δυσδιάκριτοι οδηγοί φορούν κι αυτοί ψάθινες καυσίες μακεδονικού τύπου, που, απ’ ό, τι φαίνεται, τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει του συρμού[1] και στην Αθήνα.  Το όχημα σταματάει πίσω από μια γέρικη ελιά, η οποία το κρύβει κάπως από το πλάτωμα, όχι όμως και από την υπερυψωμένη θέση του Συρακούσιου. Το βλέμμα του θα προσπερνούσε αδιάφορα το νεοφερμένο κάρο, εάν από τα πλαϊνά του ανοίγματα, δεν άρχιζαν να βγαίνουν κάτι πλάσματα ακαθόριστου περιγράμματος που αφήνουν τον Οινοκράτη άναυδο!

¨Τι είναι πάλι αυτά τα τέρατα;¨, απορεί και, ταυτόχρονα, αρχίζει να ανησυχεί.

.ph6

Ο γέρο-Φωκίωνας είναι στρατιωτικός και όχι ρήτορας. Επί πλέον είναι γνωστό ότι θαυμάζει τους Λακεδαιμόνιους, όχι μόνο επειδή ξέρουν να χειρίζονται τα όπλα, αλλά και επειδή δεν συνηθίζουν να πλειοδοτούν στα λόγια.  Όταν είναι αναγκασμένος να μιλήσει δημόσια, όλοι ξέρουν ότι θα είναι επιγραμματικός και συγκεκριμένος. Στην Αθήνα τέτοιοι ομιλητές, αυτήν την εποχή, είναι μάλλον σπάνιοι άρα συνήθως καλοδεχούμενοι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Καθώς ο Πρυτανεύων παίρνει το λόγο, η βαβούρα του πλήθους μειώνεται, αν και κάποιες ασυντόνιστες φωνές, αδιευκρίνιστου περιεχόμενου εξακολουθούν να αναδύονται από τα άκρα της συγκέντρωσης.

Ο Φωκίωνας, με κοφτές φράσεις, χωρίς σχήματα λόγου και με λιγοστά έως καθόλου επίθετα απευθύνεται επισήμως στον Εύελπι, ως απεσταλμένο από το μέτωπο της Κοινής Πανελλαδικής Εκστρατείας  κατά των Περσών, αλλά είναι φανερό ότι στην ουσία απευθύνεται στο λαό των Αθηνών. Ευχαριστεί τον Αλέξανδρο για την απόφαση, αλλά και τον Μεγαρέα για την υλοποίηση, της επιστροφής των ιστορικών κειμηλίων και, κοιτάζοντας τον Λυκούργο που (ως αρμόδιος επί των Θεών) κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, καθησυχάζει τους Αθηναίους ότι η θεά Νέμεση δεν παραμελεί τα καθήκοντά της.

Ύστερα υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο αθηναϊκός στόλος στην στήριξη και τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων ξηράς και ολοκληρώνει λέγοντας ότι είναι βέβαιος ότι αυτός ο αποφασιστικός ρόλος θα αναγνωριστεί πλήρως και ότι μελλοντικά ο έλεγχος των θαλασσών δεν θα αφεθεί ούτε στους Φοίνικες που επί αιώνες υπήρξαν σύμμαχοι και εντολοδόχοι των Περσών, αλλά ούτε και σε πόλεις όπως η Ρόδος ή άλλες, που έως πρόσφατα συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι επιδοκιμασίες που ακολουθούν τον λόγο του Φωκίωνα είναι λίγες και συμμαζεμένες. Ο ίδιος δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδράσεις του πλήθους και επιστρέφει στην πολυθρόνα του, στο κέντρο της εξέδρας των επισήμων, ενώ στο βήμα ανεβαίνει ο Δημοσθένης.

Ο Δημοσθένης δε μοιάζει να έχει αλλάξει καθόλου αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σκέφτεται ο Εύελπις. Είναι πάντα λεπτός και η  ηλικία του, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμη. Απόψε φοράει έναν ποδήρη θερινό χιτώνα που τον κάνει να φαίνεται ψηλότερος από όσο πραγματικά είναι. Το πρόσωπό του δείχνει περισσότερα: Έναν άνθρωπο θεληματικό, επίμονο, συστηματικό, όσο κανένας άλλος από τους σημερινούς ρήτορες-πολιτικούς της Αθήνας. Δεν έχει ίσως τον αυθορμητισμό και την ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, όπως για παράδειγμα ο Δημάδης,  αλλά κάτι τέτοιο θα του ήταν άχρηστο, αφού κάθε φορά που παίρνει το λόγο είναι πλήρως προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει και πως θα το πει. Και εκείνο που κυρίως δείχνει να ξέρει καλά είναι ότι η γλώσσα και ο λόγος μπορούν να ασκήσουν εξουσία περισσότερο αποτελεσματικά απ’ όσο οι σπάθες και τα δόρατα. Τουλάχιστον στην εκλεπτυσμένη δημοκρατική Αθήνα.

Να ’τος λοιπόν ο ¨υπ’ αριθμόν ένα¨ εχθρός των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο!

Ή μήπως ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός, όπως άλλωστε αρκετά από τα επιχειρήματά του;  Μήπως άραγε δεν είναι οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έμπρακτα αντιτάχθηκαν στη μακεδονική επεκτατικότητα και που θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο; Αυτοί δεν είναι που ηγήθηκαν της πρόσφατης εξέγερσης στην Πελοπόννησο και μάλιστα ύστερα από εξακριβωμένες επαφές με τους Πέρσες; Ή, πιο μπροστά, οι Θηβαίοι, που το πλήρωσαν εξ άλλου πολύ ακριβά;

Θα είχαμε ίσως μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα  εάν γνωρίζαμε τα ακριβή κίνητρα και τις απώτερες προθέσεις του Δημοσθένη, σκέφτεται ο Μεγαρέας. Πατριωτισμός; Ιδιοτέλεια; Ξεροκεφαλιά;

.

Ο Δημοσθένης ξέρει πως σήμερα μιλάει στο λαό και όχι στους βουλευτές και έχει προσαρμόσει το ύφος του ανάλογα. Η γλώσσα του είναι πιο απλή και πιο επιγραμματική.

Αρχίζει μιλώντας για την Πόλη και τα περασμένα της μεγαλεία. Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έφτασε ψηλά γιατί αντιμετώπισε και νίκησε την τυραννία ή οποία άλλωστε, όπως όλοι ξέρουν, ως καθεστώς δεν έχει πολλές διαφορές από τη βασιλεία. Κατηγορεί τους Αθηναίους πως δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε στα ρεύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα. «Όμως», σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα σκεπασμένα ομοιώματα των τυραννοκτόνων, «ξέρουμε όλοι καλά ποια είναι η τελική μοίρα των τυράννων!»

Τότε συμβαίνει κάτι το απρόσμενο. Κάποιο αόρατο χέρι κόβει το σκοινί που κρατάει σκεπασμένα τα αγάλματα του Αντίνορα. Το πανί πέφτει. Ο Δημοσθένης δείχνει έκπληκτος. Ξέρει ότι η αποκάλυψη των αγαλμάτων προβλέπεται να γίνει μετά το τέλος των ομιλιών και ότι θα την κάνει ο ίδιος ο Φωκίωνας στο όνομα του συνολικού αθηναϊκού λαού. Σκέφτεται ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος από τους χειριστές και ότι το ύφασμα είχε στερεωθεί ελαττωματικά. Ξεπερνά πάντως με ψυχραιμία την προσωρινή έκπληξη και ετοιμάζεται να συνεχίσει το λόγο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι από το συγκεντρωμένο πλήθος αρχίζουν να εκφέρονται κραυγές δυσνόητες, που όμως φανερώνουν στην αρχή έκπληξη και μετά οργή!

Στρέφει κι αυτός την προσοχή του προς τα αποκαλυφθέντα αγάλματα, προς τα οποία κοιτάζει και το πλήθος που φωνασκεί. Τι συμβαίνει άραγε; Δεν αρέσουν στο πλήθος; Τι περίμεναν να δουν; Αφού τα γνήσια πρωτότυπα αγάλματα δεν τα έχει ξαναδεί ποτέ κανένας από τους παρόντες. Όταν τα ¨απήγαγε¨ ο Ξέρξης εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κανείς τους δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Ο Δημοσθένης στενεύει τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα πάνω στους σκούρους όγκους των αγαλμάτων. Πρόκειται για προτομές. Η μια του είναι άγνωστη, ή άλλη όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ανά το Πανελλήνιο, αν όχι άλλο, από την χαρακτηριστική σπαρτιάτικη περικεφαλαία. Πρόκειται για τον γνωστότερο Λακεδαίμονα στρατηλάτη: τον Λεωνίδα τον εκ των Αγιαδών, βασιλέα της Σπάρτης. Με άλλα λόγια τον Λεωνίδα της μάχης των Θερμοπυλών!

image002 (1)

Ο Δημοσθένης ξέρει ότι οποιαδήποτε απρόβλεπτη κρίση μπορεί να την χειριστεί καλύτερα αν βρίσκεται επί του βήματος των ομιλητών, παρά μακριά από αυτό. Γι αυτό διστάζει να εγκαταλείψει την προνομιούχο θέση, αλλά εν τέλει δεδομένου ότι κανείς δε του δίνει πλέον σημασία, παρά όλοι φωνάζουν, και δεδομένου επίσης ότι ανάμεσα στους επίσημους επικρατεί μάλλον γενικευμένη απορία και προσωρινή αδράνεια, τελικά κατεβαίνει στο πλάτωμα και προσπαθεί να παραμερίσει τον κόσμο και να πλησιάσει στις προτομές, πράγμα αρκετά δύσκολο.

«Ποιος είναι ο άλλος» ρωτάει έναν φωνασκούντα διαμαρτυρόμενο.

«Ο άλλος είναι ο αδελφός του! Ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, ο βασιλιάς Κλεομένης! Έτσι γράφει από κάτω».

 Ο Δημοσθένης προσπαθεί να κάνει ακόμη μερικά βήματα προς τις προτομές, αλλά τότε συμβαίνει ακόμη κάτι το αναπάντεχο.

Ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας μπαστούνια, χτυπώντας χάλκινα κύμβαλα και χοροπηδώντας  κυκλικά γύρω από τις προτομές με άτεχνο πρωτόγονο τρόπο, εμφανίζονται  ορισμένες τρομακτικές μορφές, σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για να απεικονίσουν τους χειρότερους εφιάλτες των μυθικών ηρώων.

(συνεχίζεται)

Βασίλειος Στοά(1)

 

[1] Συρμός: Συμπεριφορά ή τάση που ¨σέρνεται¨ ανάμεσα σε αλληλομιμούμενους πολίτες

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Τι έγραψε ο Εύελπις στο ιστορικό του σύγγραμμα για τις μέρες εκείνες.

Posted by vnottas στο 22 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Κεφάλαιο τέταρτο: Να τι έγραφε, χρόνια μετά, ο Εύελπις, σχετικά με τα γεγονότα εκείνα.

Στο σημείο αυτό της αφήγησης είναι χρήσιμο να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από τα προσφάτως ανευρεθέντα και ήδη μνημονευθέντα κείμενα του Ευέλπιδος του Μεγαρέως. Τα εν λόγω αποσπάσματα εκτιμάται ότι πρέπει να έχουν γραφεί μετά το 320 πχ, δηλαδή πάνω από μια δεκαετία αργότερα από την εποχή στην οποία αναφέρονται και την οποία εξιστορούν.

 *

Εύελπις του Ευρύνου ο εκ Μεγάρων. Αποσπάσματα. Μετάφραση στην τρέχουσα ελληνική)

(Σχετικά με την επαναστατικότητα των νέων)

[…] 

Είναι αλήθεια ότι ορισμένα πράγματα τα αγνοούσα. Ορισμένα άλλα, όμως, τα ήξερα.

Ήξερα για παράδειγμα τις γενικότερες τάσεις και τα ρεύματα που επικρατούσαν στην αθηναϊκή νεολαία τον καιρό εκείνο. Άλλωστε λίγα χρόνια πριν, την νεολαία αυτήν τη ζούσα και την παρατηρούσα από κοντά, έστω κι αν δεν ήμουν πλήρες μέλος της. Γνώριζα προσωπικά ορισμένους συνομήλικούς μου που ανήκαν σε επιφανείς γενιές και είχα φιλικές σχέσεις με άλλους, χαμηλότερης καταγωγής μεν, αλλά που ενηλικιούμενοι θα γίνονταν κι αυτοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα. Ήξερα λίγο πολύ τι πίστευαν και για ποια θέματα θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν. 

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης αλήθεια ότι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι νέοι της Αθήνας είχαν δείξει για τελευταία φορά  έντονες ανησυχίες και συγκεκριμένα σημάδια αμφισβήτησης. Εδώ που τα λέμε, κάτι ανάμεσα σε καταγγελία της ισχύουσας τάξης και ανταρσία, οι Αθηναίοι είχαν να δουν από τον καιρό του περιβόητου Αλκιβιάδη,  όταν οι νεολαίοι είχαν κόψει τις κεφαλές (και τους φαλλούς – σύμβολα της πατρικής εξουσίας, αλλά και της οριοθέτησης των ιδιωτικών περιουσιών) των οδόσημων Ερμών, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

Αλκ

[…] Όπως έχω αναφέρει και σε άλλα σημεία της παρούσας γραφής, οι βασικοί ηγέτες της Αθηναϊκής δημοκρατίας την εποχή που επέστρεψα στην Αθήνα ήταν, σχεδόν όλοι, ηλικιωμένοι. 

Όμως, την ίδια εποχή, όχι μόνον οι ¨υγιείς βάρβαροι¨ όπως αποκαλούσαν κάποιοι φιλοσοφούντες τα αλλοδαπά έθνη του βορρά, αλλά και ορισμένα  περιφερειακά ελληνικά έθνη προτιμούσαν ήδη να δίνουν ουσιαστική  εξουσία σε άτομα εξαιρετικά  νεαρής ηλικίας. Βεβαία, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η άνοδος στον θρόνο των Μακεδόνων του νεαρού Αλέξανδρου, αλλά και η προώθηση σε καίριες θέσεις εξουσίας μιας συντροφιάς συνομηλίκων του, που την περίοδο εκείνη υπέτασσαν την Ασία.

 Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κάποιες επιπτώσεις ανάμεσα στους νεαρούς Αθηναίους. Και οι επιπτώσεις αυτές δημιουργούσαν ένα ιδιότυπο κλίμα, έστω κι αν κάθε υποομάδα της νεολαίας προσλάμβανε και ερμήνευε τις εξελίξεις με διαφορετικό τρόπο. Γιατί στην Αθήνα, σε αντίθεση με τη Σπάρτη και τις άλλες λακωνίζουσες δωρικές πόλεις,   υπήρχαν και υποομάδες και ρεύματα και τάσεις, τόσο ανάμεσα στους ενήλικες, όσο και ανάμεσα στους νέους.

Ας αρχίσουμε από τους νεαρούς που παρακολουθούσαν την ακαδημία του Πλάτωνα (ως επί το πλείστον  γόνους ολιγαρχικών αριστοκρατικών οικογενειών), αλλά και εκείνους που τους ακολουθούσαν και συμμερίζονταν τις απόψεις τους, έστω κι αν δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες που θα τους επέτρεπαν να συμμετέχουν σε όλες  τις ¨ακαδημαϊκές¨ δραστηριότητες.

Εκεί στην Ακαδημία, κατά τη γνώμη μου, ο νεανικός ενθουσιασμός οδηγούσε, σε δύο ¨φυγές¨: μία προς τα μπρος και μία προς τα πίσω.

Δηλαδή, αφ’ ενός  προς μια επιθυμητή μελλοντική Ουτοπία,  όμοια ή παρόμοια με εκείνη που έχει περιγράψει ο Πλάτωνας στην ¨Πολιτεία¨ του, και αφ’ ετέρου προς τα αρχέγονα ελληνικά ιδεώδη της Ομηρικής Εποχής, όπως εκείνα που εφαρμόζονται ακόμη και σήμερα στην Σπάρτη.  Και τα δύο αυτά ¨ιδανικά¨ απείχαν παρασάγγες από τις επιδιώξεις και τα οράματα που εξέφραζαν οι, ως επί το πλείστον, ¨περί των πραγμάτων τυρβάζοντες¨ (πραγματιστές)¨ και ¨συμβιβαστικοί¨ ρήτορες του κοινοβουλίου.

Στο άλλο αθηναϊκό γυμνάσιο/φιλοσοφική σχολή, το Λύκειο  του Αριστοτέλη, είχε κατά κάποιο τρόπο διοχετευτεί το νεανικό κοινό που άλλοτε ακολουθούσε τον Ισοκράτη, έστω και εάν ο Σταγειρήτης είχε εμφανώς διαφοροποιημένες απόψεις και είχε προσανατολίσει τη θεματολογία της σχολής του σε ένα σωρό οργανωμένα πλέον  θέματα, όπως η Φυσική, η Ηθική, η Αισθητική και όχι, όπως έκανε ο παλιός δάσκαλος,  στη Ρητορική, την ενταγμένη στην πολιτική προσπάθεια ενοποίησης των Ελλήνων.

Όμως, η λατρεία του ¨ορθού λόγου¨  και η συστηματική ταξινόμηση των κεκτημένων γνώσεων των Αριστοτελικών περιπατητών[1], οδηγούσε σε αλλαγές του τρόπου σκέψης των νέων, προς το παρόν όχι άμεσα διακριτές, αλλά που σίγουρα εγκυμονούσαν εκπλήξεις και, ενδεχομένως, εκρήξεις. Ήδη όμως ήταν φανερό ότι οι νεαροί αριστοτελικοί δεν ανέχονταν ασυζητητί τους μύθους που πλάσαραν οι παλιοί ρήτορες ούτε τα σοφίσματα που προτιμούσαν οι πιο εκσυγχρονισμένοι. Υπήρχε λοιπόν και εκεί κάποια αδιόρατη δυσαρέσκεια και τα σπέρματα μιας τάσης για αμφισβήτηση.  

Ο τόπος πάντως όπου η νεανική αμφισβήτηση έπαιρνε τα πιο έντονα (και ενίοτε τα πιο διασκεδαστικά για μερικούς και ανησυχητικά για άλλους) χαρακτηριστικά της, ήταν το τρίτο γυμνάσιο-σχολή της Αθήνας, το Δημόσιο Γυμνάσιο του Κυνοσάργους.

Εκεί, στην αριστερή όχθη του Ιλισού, και όχι πάντοτε και κατ’ ανάγκην στα πλαίσια των κανονικών τακτικών μαθημάτων και διαλέξεων, αλλά, συχνότερα, άτυπα και έξω από την οργανωμένη διδακτική δραστηριότητα, όχι τόσο στις αίθουσες, όσο κάτω από τα σκιερά πλατάνια, είχε δημιουργηθεί εδώ και καιρό μια ευδιάκριτη εστία έντονων προβληματισμών και συζητήσεων πάνω σε θέματα ηθικά, κοινωνικά, και πολιτικά.

Στον ειδυλλιακό αυτόν τόπο μαζεύονταν λογής λογής νεολαίοι, άλλοι εύποροι, άλλοι λιγότερο, ορισμένοι (λίγοι) αριστοκρατικής προέλευσης, άλλοι (οι περισσότεροι) γιοι ¨παραλιακών¨ εμπόρων, ακόμη και πλούσιων μετοίκων. Εδώ, που και που, μπορούσες επίσης να συναντήσεις  ως και κάποια φιλομαθή κορασίδα,  ή, όχι και τόσο σπάνια, κάποια διανοούμενη εταίρα.

Κανονικά, σε αυτό το Γυμνάσιο, το μόνο που δεχόταν επισήμως τους μη αμιγείς Αθηναίους, θα έπρεπε να έχω φοιτήσει και εγώ. Όμως, οι σχέσεις του Ευρύνου με τμήμα των ισχυρών πολιτικών της εποχής και η προσωπική του φιλία με τον Ισοκράτη, με είχαν οδηγήσει στην ιδιωτική σχολή του μεγάλου ρήτορα. Πρέπει πάντως να παραδεχτώ ότι, ήδη από τότε, με γοήτευε η φήμη αυτού του αντισυμβατικού τόπου, όπου οι προβληματισμοί ανακατεύονταν με τραγούδια και με αστεϊσμούς που σύντομα περνούσαν από την αριστερή όχθη του Ιλισού στη δεξιά  για να διασκεδάσουν το όλον Άστυ.

ξξ

[…] Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Αθήνα ήταν ήδη τότε μια μεγάλη ¨Γυμνασιούπολη¨, φημισμένη ανά την Μεσόγειο, της οποίας τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά, παρακολουθούσε μεγάλο πλήθος νέων από τις άλλες ελληνικές μητροπόλεις, από τις αποικίες, καθώς και γόνοι αλλοδαπών εθνών. Όπως για τους αμιγώς Αθηναίους, έτσι και για τους αμιγώς ξένους (οι οποίοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Πόλη μόλις θα τελείωναν τις σπουδές τους) δεν υπήρχαν απαγορεύσεις επιλογής. Εφόσον διέθεταν τα απαραίτητα χρήματα μπορούσαν να επιλέξουν Σχολή και Δάσκαλο. Από αυτήν την κατηγορία νέων, που με θαυμασμό και περιέργεια περιδιάβαιναν πέρα δώθε την Αττική Γη προήλθαν, αργότερα, ξένοι ηγέτες – φίλοι της Αθήνας, αρχηγοί νέων φιλοσοφικών ρευμάτων, ενώ, παρά το παρακμιακό στοιχείο που ήδη διάβρωνε την ατμόσφαιρα εκείνη την εποχή,  οι αθηναϊκοί προβληματισμοί μεταλαμπαδεύονταν στο σύνολο του ελληνικού χώρου.

Έλεγα λοιπόν πως, παρά το ότι γνώριζα ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αθηναίων νέων της εποχής, δεν είχα προβλέψει ότι θα μπορούσαν να εμφανιστούν διεκδικητικά στο πολιτικό προσκήνιο. Γι αυτό, αμέσως μετά τα ¨γεγονότα¨ ανέθεσα στον Οινοκράτη να ψάξει και να μου βρει όσα στοιχεία μπορούσε.

11742690_876721375729908_2855430062594121711_n

[1] Κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος κειμένου, το Λύκειο του Αριστοτέλη, χάρη στην εκτός αιθουσών διδασκαλία, είχε αποκτήσει την επωνυμία ¨Περιπατητική Σχολή¨ και οι οπαδοί – μαθητές του Αριστοτέλη αποκαλούντο ήδη ¨περιπατητικοί¨.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ένα οργισμένο ποίημα του Νίκου (και ένα συνειρμικό σημείωμα)

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2017

Ο Νίκος (Μοσχοβάκος) μου έστειλε το ποίημα που ακολουθεί

 250px-Nero_Julius_Caesar

ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΠΟΥΝ ΝΕΡΩΝΑ

Κάψε την πόλη λοιπόν

μη φοβάσαι δεν θα σε πουν Νέρωνα

από αγάπη για τη ζωή κάψε την πόλη

πυρπόλησε τα εκμαγεία μίσους

τις τράπεζες βδέλλας πυρπόλησε

τους στενούς δρόμους αγχόνες ονείρων

τις μεγάλες λεωφόρους κάψε

και τα χαμαιτυπεία παραχάραξης πίστης.

Με την δάδα της αγωνίας χωρίς ματαιοδοξία

βάλε φωτιά στους οίκους συναλλαγής

στα κέντρα πλειστηριασμών οδύνης

στα πορνεία υποσχέσεων πλαστής ηδονής

στα πολυκαταστήματα τζόγου και συνήθειας

στα προμελετημένα δελτία προγνώσεως καιρού.

Μη σταματάς δεν θα σε πουν Νέρωνα

από αγάπη κάψε την πόλη

πυρπόλησέ την με σπαραγμό

κι ας σκορπιστούν τα αποκαΐδια της

σ’ όλου του σύμπαντος το εύρος

ας φτάσουν μέχρι τις χαράδρες της σελήνης.

Κάτω από την τέφρα της πόλης

ας κοιμηθούν για λίγο ακόμη τα όνειρα.

Όχι! δεν θα σε πουν Νέρωνα.

*

517447282

Τον ευχαρίστησα και του έστειλα το ακόλουθο συνειρμικό σημείωμα

Συνειρμικό

Κι εάν σε πούνε Νέρωνα, τι έγινε;

Έτσι κι αλλιώς

αλλάζουν οι καιροί και φεύγουνε

κάποτε οι βεβαρυμμένοι θ’ αναδυθούν

και οι φελλοί θα καταποντιστούνε στ’ άπατα.

*

Θα ‘ρθει ξανά η μέρα που θα χρειαστεί

να γίνουν εμπρηστές οι ποιητές

και πυροδότες,

τότε τον Νέρωνα απ’ τον βούρκο θα ανασύρουνε

ίσως του δώσουν λίγο χρόνο ν’ απολογηθεί

-ίσως και όχι, γιατί τότε

θα κρίνουν κάτι τέτοιο περιττό και αδόκιμο.

Υπέρ αυτού θα υπάρχουν πλέον επιγράμματα

θα ‘χουν γραφτεί διατριβές, συγγράμματα

και πάνελ κι εκπομπές που εμβαθύνουν

της επιφάνειας την άτρητη στιλπνότητα.

Στις  λέσχες των αναγνωστών επιλεγμένα μέλη

των λέξεων το βάρος θα ζυγίζουνε

και θα κοσμούν τα αποφθέγματα του Νέρωνα

με πλήθος εμβριθών υποσημειώσεων

και, βέβαια, με  λάμψεις αστερίσκων

καινοφανών.

*

Γι αυτό

(αλλά και γι άλλα που θα μου ‘ρθουνε  αργότερα)

σου λέω:

Και να σε πούνε Νέρωνα τι έγινε;

ΒΝ

nerod0bd

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τρίτο: Απόψε έχει τελετή

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

RF0073

Κεφάλαιο τρίτο. Πριν την τελετή

Ο Εύελπις προσπαθεί να παραμερίσει το συγκινησιακό φορτίο της πρώτης-μέρας-ξανά-στην-Αθήνα και να συγκεντρωθεί. Δεν είναι εύκολο.

Ανακαλύπτει με έκπληξη ότι θα ήθελε να κάνει πράγματα που άλλοτε του φαίνονταν μάλλον ανιαρά και συχνά περιττά, όπως το να καθίσει στο αίθριο και να πιάσει ψιλοκουβέντα με τον πατέρα Ευρύνου, με τη μητέρα Άνθεμη, με την αγαπημένη αδελφή Δανάη, που δεν είναι πια τόσο μικρή, και να μάθει με λεπτομέρειες πώς είναι οι ίδιοι, τι κάνουν οι συγγενείς και οι παλιοί φίλοι που ξανασυνάντησε χτες, να καλύψει κάπως τα κενά των τελευταίων τεσσάρων χρόνων και να αισθανθεί σαν να μην έφυγε ποτέ.

Με τον Ευρύνου, ευτυχώς, είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατά τη διάρκεια της διαδρομής από τον Πειραιά ως τον Λυκαβηττό. Μίλησαν για πολλά κι ανάμεσά τους και για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Ο Ευρύνους έχει πάντοτε άποψη για τα τεκταινόμενα στην Αθήνα, και οι εκτιμήσεις του είναι σχεδόν πάντα ψύχραιμες και αντικειμενικές, τόσο που πολλοί Αθηναίοι φίλοι έρχονται και ζητούν συχνά την γνώμη του πριν πάρουν θέση στη Βουλή για σημαντικά θέματα.

Όμως, με το που έφτασαν στο σπίτι, τον Εύελπι τον διεκδίκησαν οι συγγενείς, οι φίλοι και κυρίως οι γυναίκες, η Άνθεμη και η Δανάη. Νιώθει ότι τους χρωστάει κι άλλη, περισσότερη προσοχή. ¨Ευτυχώς, όπου να ‘ναι φτάνουν από το λιμάνι οι αποσκευές με τα δώρα¨, σκέφτεται και χαμογελάει. Γίνεται πάλι αισιόδοξος: Για όλα θα υπάρξει καιρός.

Σήμερα όμως όλα δείχνουν πως η μέρα θα είναι έντονη. Τις εσπερινές ώρες, όταν ο ήλιος πάψει να καίει ενοχλητικά, προβλέπεται η τελετή στο Λεωκόριο. Και εκτός αυτού,  τόσο η εθιμοτυπία, όσο και η αναγκαιότητα να εκτελέσει σωστά τις διάφορες επιταγές της αποστολής του, τού επιβάλλουν να επισκεφτεί τον ¨αρχηγεύοντα¨ του Δήμου, τον  άρχοντα στρατηγό Φωκίωνα.  

Ο Αισχύνης και ο Δημάδης, οι δύο σημαντικότεροι ηγέτες της φιλομακεδονικής παράταξης θα είναι σίγουρα παρόντες στην τελετή και πιθανότατα στο δείπνο που θα παρατεθεί μετά. Θα τους δει εκεί δημόσια και, επίσης δημόσια, σκοπεύει να δηλώσει ότι θέλει να συναντηθεί όχι μόνο με τους θεωρούμενους ως προσκείμενους στην ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, την οποία άλλωστε δεν εκπροσωπεί, αλλά με τους πάντες. Ακόμη και με τον ρήτορα Δημοσθένη εάν εκείνος το επιθυμεί.

Οι συναντήσεις αυτές ανάμεσα στην αθηναϊκή πολυαρχία και έναν εκπρόσωπο όχι των μακεδόνων, αλλά της κοινής προελαύνουσας εκστρατείας, δεν πρέπει να είναι κρυφές. Ξέρει ότι κάθε μυστική  επαφή μπορεί να προκαλέσει κακόβουλα σχόλια, ανοιχτές επικρίσεις και  ηθελημένες διαβολές που εν τέλει θα δυσκολέψουν την αποστολή του.

 Ξέρει επίσης ότι οι κινήσεις του ενδιαφέρουν πολλούς και ούτως ή άλλως θα παρακολουθούνται. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να κάνει εκ των προτέρων γνωστή την πρόθεσή του να συναντήσει και να ενημερώσει όποιον ενδιαφέρεται για την επέλαση των  ελληνικών στρατευμάτων στην Ασία. Μένει να επαληθευτεί αν οι δικές του καλές προθέσεις θα αντιστοιχούν με εκείνες των άλλων. Στο κάτω κάτω, πρέπει να ‘χει κανείς κατά νου ότι βρισκόμαστε στην σημερινή ¨σοφιστική¨ Αθήνα, όπου το τι ¨φαίνεται ότι είσαι¨ μετράει ίσως περισσότερο από το τι ¨είσαι στην πραγματικότητα¨, άρα: προσοχή.

Από ό, τι του είπε ο Λυκούργος, είναι σίγουρο ότι ¨απόψε στο Λεωκόριο και μετά, στο Δείπνο, θα είναι παρών ο εντονότερος από τους ρήτορες που εχθρεύονται τους Μακεδόνες και την κοινή δράση μαζί τους, ο πασίγνωστος πλέον Δημοσθένης¨. Και όχι μόνο θα είναι παρών αλλά,  όπως υπαγορεύουν οι δημοκρατικές διαδικασίες, θα μιλήσει κιόλας.

¨Θα χαρώ να τον ακούσω¨, απάντησε ο Εύελπις και χαμογέλασε. Εκείνο που κάπως τον ανησυχεί δεν είναι η ομιλία  που θα εκφωνήσει ο Παιανέας,  είναι ότι ο Λυκούργος του ζήτησε να απευθύνει χαιρετισμό στους Αθηναίους και ο εκείνος ο ίδιος.

¨Κάτι τέτοιο θεωρείται μέγιστη τιμή¨, σκέφτεται, ¨και επί πλέον μου δίνει την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής ορισμένα πράγματα, αλλά, κακά τα ψέματα, μπορεί να κρύβει απροσδόκητες παγίδες. Οι Αθηναίοι πολίτες είναι μαθημένοι σε πολύ καλύτερους ρήτορες από μένα, και, διαιρεμένοι όπως είναι αυτόν τον καιρό,  ασφαλώς αποτελούν ένα κοινό δύσκολο ¨.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πει όχι. Ζητάει όμως ορισμένα πράγματα. 

Πρώτο: Η εθιμοτυπική συνάντηση με τον Φωκίωνα να γίνει οπωσδήποτε πριν από την τελετή και την εκφώνηση των λόγων και όχι μετά. Θέλει να είναι έγκυρα και έγκαιρα κατατοπισμένος πριν μιλήσει δημόσια. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε  ο Λυκούργος, «έτσι το έχουμε προβλέψει. Θα σε δεχτεί στο Βουλευτήριο και από κει θα πάμε όλοι μαζί στο Λεωκόριο».

Δεύτερο: Να μιλήσει τελευταίος ώστε, αν χρειαστεί, να απαντήσει σε ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Καμία αντίρρηση ούτε σ’  αυτό.

Τρίτο και τελευταίο, θέλει να μάθει ποιοι άλλοι θα μιλήσουν εκτός από τον Παιανέα και τον ίδιο. Η απάντηση ήταν: «Μόνον ένας, ο ίδιος ο στρατηγός Φωκίωνας. Θα μιλήσει πρώτος μόλις ολοκληρωθεί η θυσία. Μετά ο λόγος θα δοθεί στον Δημοσθένη και θα κλείσεις εσύ. Ύστερα θα αποκαλύψουμε τα αγάλματα και μετά θα πάμε στην Θόλο του Πρυτανείου για το δείπνο».

Φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν στην τελετή της επανατοποθέτησης των αγαλμάτων έχουν οργανωθεί με επιμέλεια, σύμφωνα πάντοτε με τα αθηναϊκά ήθη. 

Ο Εύελπις αναρωτιέται προς στιγμήν αν, απόψε, θα καταφέρει να έχει μια πρώτη επαφή και με το δάσκαλο Αριστοτέλη. Μετά σκέφτεται ότι είναι πιθανό ο ¨φιλοξενούμενος¨ στην Αθήνα Σταγειρίτης να μην θεωρήσει απαραίτητο (ή και να μην έχει καν κληθεί) να παραστεί σε μια τελετή που αφορά ¨εσωτερικά¨ ιστορικά  θέματα της  Πόλης.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, είναι ορθό να αναγγείλει την άφιξή του στον Δάσκαλο σήμερα κιόλας. Συντάσσει λοιπόν μια επιστολή όπου υποβάλλει τα σέβη του στον Αριστοτέλη και ζητάει να γίνει δεκτός στο Λύκειο αύριο το απόγευμα, προκειμένου να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς του βασιλέα Αλέξανδρου και του επικεφαλής των Λογίων, ιστορικού Καλλισθένη.

Στέλνει την επιστολή με έναν υπηρέτη και παρακαλεί τον Ευρύνου να ετοιμαστεί για να τον συνοδέψει στην επίσκεψη στον Φωκίωνα. Η υπόλοιπη οικογένεια θα ξεκινήσει αργότερα και θα κατευθυνθεί στην Αγορά για να παρακολουθήσει την τελετή.

Δύο άλογα ζεύονται στο κομψό όχημα που ο οίκος των Μεγαρέων χρησιμοποιεί για τις  μετακινήσεις σε όσους  δρόμους της Αττικής έχουν λιθοστρωθεί, ο ηνίοχος παίρνει τη θέση του και, πατέρας και γιος, ξεκινούν για το κέντρο της Πόλης.

  Ένα ελαφρό αεράκι ανηφορίζει από το Φάληρο και σπάει την κάψα του θερινού απομεσήμερου. Ο Εύελπις χαλαρώνει. Δίπλα του υπάρχει το σημαντικότερο σύμβολο ασφάλειας: ο πατέρας. Είναι και πάλι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

Ωστόσο, ο  Εύελπις δεν θα ήταν τόσο βέβαιος  για την αίσια έκβαση αυτής της ιστορικής μέρας αν ήξερε μερικά πράγματα που είχαν συμβεί στο κλεινόν άστυ τα τελευταία δεκαήμερα.

ddef0392980019d10dfa921b22c70b0e

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η Φιλοδοξία του Αυλικού και ο Ντ’ Ανούντσιο (πάλι, στο Λιανοκλάδι)

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2017

 Δύο πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου

.

Η ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΥΛΙΚΟΥ

Μέσα στην έκστασή σας Μεγαλειοτάτη

με αποκαλέσατε μέγα Τσάρο

όταν από καθήκον και φόβο

πλάγιασα μαζί σας.

Εγώ όμως γνωρίζω καλά

πως είμαι μόνο ένας νεαρός αυλικός.

Όχι όχι δεν είναι μες στις ροπές μου

αλλά την επόμενη φορά

έχω την τρελή φιλοδοξία

να με αποκαλέσετε Αυτοκράτορα.

intro

.

ΠΑΛΙ Ο ΝΤ’ ΑΝΟΥΝΤΣΙΟ ΣΤΟ ΛΙΑΝΟΚΛΑΔΙ

 Ξανάδα τον Ντ’ Ανούντσιο στο τρένο