Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Όπου ο Νίκος κι ο Ηλίας ομοιοκαταληκτούν (εξαιρετικά!)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2016

14 Playmobil figures (eg nurse, American Indian, gardener)

Λευτεριά στα πλεϊμομπίλ

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου, στ’ αρχίδια μου τα χρόνια,

που χάθηκαν και έφυγαν απ’ τις βουνοκορφές,

και κύλησαν και βρέθηκαν σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά που ‘μοιάζαν φυλακές…

playmobil-pirates-chaloupe-des-pirates-5298

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα και μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο παίζουν πολιτική.

Playmobil-Pirates---Red-Serpent--pTRU1-19413724dt 

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε του Πάουντ, του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί όταν δεν σιγοκλαίν.

Wooden_Barbarossa_Pirate_Ship_0_large 

Τα παραμύθια τέλειωσαν και πάμε γι άλλα τώρα

η επανάσταση νοσεί μες την εντατική

της ιστορίας ήτανε μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε τώρα τα υπηρετεί…

35205247

*****

*****

Στην Κοιλάδα της μνήμης

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

*

Βαλς χόρευε το εννέα με το τρία

το νάτριο στεκόταν σιωπηλό

πιο πέρα κώνοι παίζανε με μαεστρία

μα η μελωδία έβγαινε μελό.

9-23-13-702x336

Το τρίγωνο χαιρόταν τυλιγμένο

στου κύκλου τις καμπύλες τυχερό

το υδρογόνο ήταν πικραμένο

έψαχνε το οξυγόνο στο νερό.

100240.w.1280

Την άμπωτη η παλίρροια αγκαλιάζει

το άλας μες το κύμα σταματά

ιόντα φορτισμένα με μαράζι

η ύλη τα πιέζει δυνατά.

dreams_glass_b

Το κόμμα κυνηγάει την τελεία

και σμίγουνε σ’ ερωτηματικό

ακολουθούν πνεύματα και σημεία

στο τέλος να και το θαυμαστικό.

images

Μες στην οθόνη του μυαλού ξαναγυρίζουν

χωρίς ειρμό κρυμμένοι θησαυροί

πολύχρωμες σημαίες π’ ανεμίζουν

πάνω στης μνήμης την κοιλάδα την υγρή.

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Σύμφωνο συμβίωσης

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο ενδέκατο. Υπόγεια διαδρομή

Posted by vnottas στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου το δίδυμο των ερασιτεχνών ανιχνευτών καταλήγει στο υποχθόνιο τμήμα των Σούσων

138.256

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, μασουλώντας με βουλιμία φανατικού πιστού το ευλογημένο άρτυμα που προμηθεύτηκαν από τους μικροπωλητές στο προαύλιο (κάτι σαν μαλακό τυρί αλειμμένο σε μια άζυμη πίτα), ανηφορίζουν την εξωτερική μνημειακή κλίμακα και εισέρχονται στο ψηλοτάβανο πρώτο πάτωμα του πολυώροφου Ναού του Μαρδούκ.

Ο Οινοκράτης θέλει να μαζέψει κι άλλες πληροφορίες γι αυτό το παράξενο συγκρότημα κτιρίων όπου -είναι πλέον πεισμένος- εξυφαίνεται κάτι σκοτεινό και συνωμοτικό. Θέλει να εξακριβώσει με ποιο τρόπο ο ναός επικοινωνεί εσωτερικά με τα υπόλοιπα κτίσματα, σε κάποιο από τα οποία πρέπει να έχουν μαζευτεί εκείνοι που τρύπωσαν μέσα από την παράπλευρη ελεγχόμενη είσοδο: ο Άρπαλος και οι σωματοφύλακές του, ο γραμματικός του Ανάξαρχου, καθώς και άλλοι που ίσως, εξ αιτίας της σκοτεινιάς του δειλινού και του πλήθους των επισκεπτών του παρακείμενου ναού, δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Και, σε κάθε περίπτωση, θέλει η αποψινή αναφορά του στον Εύελπι να διανθίζεται με τα κατάλληλα στοιχεία που θα κάνουν τις περιγραφές του πιο ακριβείς, ζωντανές και ενδιαφέρουσες.

 Φαίνεται ότι οι πιστοί των θεοτήτων της Βαβυλώνας στα Σούσα είναι πολλοί, γιατί ο πρώτος όροφος του ναού, παρά το μεγάλο του μέγεθος, έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει. Στο κέντρο της αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των πιστών (που δεν έχουν πάψει να ψέλνουν, άλλοι μουρμουριστά, άλλοι μασουλώντας και άλλοι με μεράκι επαγγελματία αοιδού) υψώνεται το άγαλμα του γενειοφόρου, ροπαλοφόρου και φτερωτού Μαρδούκ, απεικονισμένου ύστερα από κάποια δύσκολη μάχη,  ενώ τριγύρω τού κάνουν παρέα οι απεικονίσεις άλλων θεών, προφανώς από το ίδιο θεϊκό βαβυλωνιακό σόι. Στο βάθος διακρίνονται οι σκάλες που, προερχόμενες από τα έγκατα του κτίσματος, οδηγούν στους πιο πάνω ορόφους (και αντιστρόφως).

Σε μια στιγμή, το πλήθος παύει τον ψαλμό, καθώς στην υπερυψωμένη εξέδρα που έχει στηθεί κάτω από το άγαλμα του Μαρδούκ ανεβαίνουν τρεις ρασοφόροι ιερωμένοι, ο ένας απ’ τους οποίους, εκείνος που κρατάει μια γκλίτσα ψηλότερη απ’ το μπόι του, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και αρχίζει να απαγγέλει δυνατούς ακατανόητους ήχους, που επαναλαμβάνουν πρώτα οι συνοδοί του και μετά όλο μαζί το εκκλησίασμα. Οι δύο λαθραίοι πιστοί τους μιμούνται ανοιγοκλείνοντας τα στόματά τους όσο μπορούν πιο πειστικά, ενώ παράλληλα προωθούνται στο εσωτερικό του κτίσματος παρατηρώντας  δεξιά κι αριστερά τον χώρο.

clp_assyrian2

«Αυτές οι πλαϊνές πύλες βγάζουν σίγουρα στο εσωτερικό του συγκροτήματος, αλλά εάν βγούμε από εκεί θα μας εντοπίσουν σίγουρα», λέει στο αυτί του Χοντρόη ο Οινοκράτης. «Ίσως εκείνες οι σκάλες στο βάθος να οδηγούν σε κάποιο πιο ασφαλές υπόγειο πέρασμα. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Σιγά σιγά…»  

Κάνουν να προχωρήσουν προς το βάθος της αίθουσας, αλλά δεν έχουν διανύσει παρά ένα μικρό τμήμα της απόστασης που τους χωρίζει από τις σκάλες, όταν ο Μαγκουροφόρος ιερέας βγάζει μια οξεία παρατεταμένη κραυγή, που τους τρομάζει και τους ακινητοποιεί.

Όμως δεν πρόκειται παρά για μια συνθηματική ιαχή, εγκεκριμένη και συμφωνημένη με τον εν λόγω θεό, γιατί και σ’ αυτόν, όπως και σε πολλούς άλλους θεούς αρέσουν τα συνθήματα, τα παρασυνθήματα, καθώς και τα νεύματα (σημεία) αλληλο- αναγνώρισης.  Πράγματι στο άκουσμα της κραυγής, όλοι οι εκκλησιαζόμενοι ομού και χωρίς εξαιρέσεις κάνουν την εξής χαρακτηριστική κίνηση, ο συμβολισμός της οποίας είναι προφανής. Ανασηκώνουν το αριστερό χέρι ως το ύψος της μύτης τους και εισπνέουν βαθειά, γιατί μόνον έτσι μπορούν να έχουν επαφή με την οσμή της πλάσης και να δηλώσουν (αλληγορικά) ότι όχι μόνο την ανέχονται και την εγκρίνουν, αλλά και ότι τους αρέσει σφόδρα. Μετά κατεβάζουν (το χέρι) ως το κέντρο της κοιλιακής χώρας την οποία και πιέζουν με τον δείκτη. Αυτή η κίνηση συμβολίζει ότι ο θεός τους μπορεί μεν να είναι γενειοφόρος και εκ πρώτης όψεως αρσενικός, αλλά επειδή ακριβώς είναι θεός μπορεί να δημιουργεί, να φτιάχνει και να γονιμοποιεί από μόνος του, χάρη στη Θεία Κοιλιά του (ένα απλούστερο ομοίωμα της οποίας είχε την καλοσύνη να χαρίσει και στα θηλυκά θνητά δημιουργήματά του).

 Μετά το χέρι κατεβαίνει προς το υπογάστριο, και ενώ τα δάκτυλα και η παλάμη σχηματίζουν μία δράκα (χούφτα), το ανασηκώνουν ελαφρά και συμβολικά (το υπογάστριο μαζί με ό, τι βρουν εκεί). Αυτή είναι η πιο μυστηριακή από τις φάσεις της Συμβολικής Κίνησης, για την ερμηνεία της οποίας ερίζουν διάφορες ερμηνευτικές ιερατικές σχολές. Υπάρχουν οι καθησυχαστικές και οι αποκαλυπτικές εκδοχές, καθώς και μία εσωτεριστική που απαγορεύει κάθε ανάλυση της τελικής φάσης του καθ-ιερωμένου νεύματος, για λόγους που, ακριβώς επειδή είναι μυστικιστικοί, δεν μπορούν να αποκαλυφθούν παρά σε μυημένους υψηλής πιστότητας και κατοχυρωμένης προέλευσης.

Το νεοϊδρυθέν δίδυμο της παραλλαγμένης εξερευνητικής δράσης καταλαμβάνεται εξαπίνης. Η συλλογική χορογραφική κίνηση του εκκλησιάσματος είναι τόσο αυθόρμητη, αλλά και τόσο άρτια συντονισμένη, που δεν προλαβαίνουν να σκαρώσουν παρά μια ανεπιτυχή προσομοίωσή της, με αποτέλεσμα οι διπλανοί να τους ρίξουν βλέμματα ερωτηματικά έως δυσαρεστημένα  του τύπου : Αχ αυτοί οι νεόφυτοι! Δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπουν τη συμμετοχή στις τελετές πριν μάθουν καλά το τελετουργικό.  

images (2)

Δεν έχουν άδικο. Οι δύο δεν κατανόησαν αρκετά το προσωπικό ομολογητικό περιεχόμενο του Νεύματος και έτσι, αντί να το εφαρμόσουν σε πρώτο (νοηματικό) πρόσωπο, δηλαδή στον εαυτό τους, πήγαν να το εφαρμόσουν ο ένας στον άλλο. Έτσι, ο μεν άτσαλος Χοντρόης παραλίγο να βγάλει το μάτι του Οινοκράτη, μια που δεν κατάφερε να βρει τη μύτη του με την πρώτη, ενώ αυτός ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της προσομοίωσης της τρίτης φάσης του νεύματος προκάλεσε στον Χοντρόη οξύτατο πόνο στις κάτω κοιλιακές χώρες, με αποτέλεσμα ο Ασιάτης να κοκκινίσει ως βρασμένο τεύτλο και να χοροπηδήσει ως (παχουλό) ερίφιο σε κατηφόρα ορεινής περιοχής.

Ευτυχώς ο αρχιερέας εκπέμπει την κραυγή που σημαίνει ¨τέρμα τα νεύματα¨ και το πλήθος ηρεμεί, ενώ οι δύο καταφέρνουν να προωθηθούν ακόμη λίγο προς τα ενδότερα. Πριν προλάβουν όμως να πάρουν μια ανάσα, ο ένας από τους συνοδούς του ραβδούχου ιερέα θέλει να πει κι αυτός κάτι, δικό του, και το λέει με μια κοφτή λαρυγγώδη φράση. Σε απάντηση το εκκλησίασμα βγάζει από τα θυλάκιά του ένα είδος μαύρης κονκάρδας και καθένας την στερεώνει στο στήθος του.

Ο Οινοκράτης προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό το μαύρο πράγμα και, παρατηρώντας καλλίτερα τους πλαϊνούς του, αναγκάζεται (όχι χωρίς έκπληξη) να παραδεχτεί ότι πρόκειται για μια κεραμική καρφίτσα που αναπαριστά ένα είδος μαύρης κατσαρίδας.  Μερικοί μάλιστα (με πιο φανατική φάτσα) έχουν αναρτήσει στο στήθος τους μια πραγματική μεγάλη μαύρη αποξηραμένη κατσαρίδα. Ο Οινοκράτης φυσικά αγνοεί το πραγματικό νόημα του συμβόλου, και για αυτό, αφού πρώτα προσπαθεί να σκεφτεί πού θα μπορούσε να βρει κάτι το μαύρο για να το βάλουν στο στήθος τους και αφού πειστεί ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, κάνει νόημα στον Χοντρόη ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εγκαταλείψουν αμέσως την αίθουσα. (Για την πληρότητα της παρούσας αφήγησης, ας σημειώσουμε ότι η ανάρτηση στο στήθος ενός είδους μαύρης κανθαρίδας, είχε να κάνει με το προφητικό μέρος της εν λόγω λατρείας και υποδήλωνε ότι οι πιστοί δεν θα αλλαξοπίστηζαν, αλλά  θα παράμεναν αφοσιωμένοι στον θεό τους, ακόμη και εάν εκείνος στην επόμενη απόπειρα δημιουργίας διάλεγε ως εκλεκτό και προνομιούχο πλάσμα το συμπαθές αυτό οικόσιτο έντομο).

Όμως οι εξελίξεις εμποδίζουν ακόμη μια φορά τους ελιγμούς του Οινοκράτη. Δηλαδή, συμβαίνουν δύο πράγματα: Από την αριστερή (μπαίνοντας) παράπλευρη πύλη αρχίζει να εισέρχεται στο ναό μια πομπή αποτελούμενη από (κι άλλους!) ιερείς, (κάποιους) κουκουλοφόρους και (καλοθρεμμένα) τετράποδα μηρυκαστικά -προφανώς ετοιμάζεται κάποια θυσία-, ενώ ταυτόχρονα όλες οι άλλες πύλες κλείνουν και μπροστά τους παρατάσσονται σωματώδεις ένοπλοι.

«Στις σκάλες», σφυρίζει ο Οινοκράτης στον Χοντρόη και, κρατώντας τα χέρια χιαστί μπροστά στο στήθος τους ώστε να μην είναι άμεσα ορατή η έλλειψη του μαύρου εμβλήματος, προχωρούν προς το κλιμακοστάσιο, το φτάνουν, και βλέπουν με ανακούφιση ότι δεν υπάρχει εκεί κάποιος φρουρός που να εμποδίζει την κάθοδο (αυτή τους ενδιαφέρει, άλλωστε η μόνη εναλλακτική κατεύθυνση, η άνοδος, όπως θα μάθει αργότερα ο Οινοκράτης, είναι παγιδευμένη και τα κλειδιά που εξουδετερώνουν τις παγίδες είναι γνωστά μόνο στους μυημένους βαθμού ανάλογου με το ύψος του ορόφου. Εκείνοι που μπορούν να φτάσουν στην τελευταία εσοχή του κλιμακωτού τεμένους είναι ελάχιστοι).

Καθώς λοιπόν οι πιστοί είναι προσηλωμένοι στην εισερχόμενη πομπή, οι δύο κατεβαίνουν, όσο πιο αδιάφορα αλλά και σβέλτα μπορούν, τα πέτρινα σκαλοπάτια.

assyrians

Φτάνουν στο επόμενο πλατύσκαλο και βρίσκονται σε έναν επίπεδο χώρο όπου διασταυρώνονται δύο υπόγειοι διάδρομοι, ενώ η σκάλα συνεχίζει απτόητη την κάθετη πορεία της προς τα μυστηριωδέστερα  βάθη του τεμένους. Η αίσθηση του προσανατολισμού που δεν λείπει από τον Οινοκράτη, του υπαγορεύει να ακολουθήσει τον διάδρομο προς τα αριστερά, γιατί προς τα ‘κει πρέπει να βρίσκεται η πύλη απ’ την οποία έχουν μπει στο συγκρότημα ο Άρπαλος και οι άλλοι. Προχωρούν λοιπόν αριστερά.

Το τμήμα της υπόγειας σήραγγας όπου θα βρεθούν τώρα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, χαμηλοτάβανο, υγρό και  σκοτεινό.  Κάθε άλλο. Είναι μια καλοφωτισμένη υπόγεια στοά που ενώνει τον ναό με κάποιο άλλο επίσης σημαντικό σημείο του συγκροτήματος. Επομένως είναι πολύ πιθανόν να κυκλοφορεί κόσμος εκεί κάτω και ως εκ τούτου, οι δύο ερασιτέχνες ανιχνευτές είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το κλεφτό γρήγορο βάδισμά τους και να προσποιηθούν την πιο αργή και σίγουρη κίνηση κάποιου που ανήκει στο περιβάλλον και ξέρει που πάει.

Φαίνεται ότι τα καταφέρνουν αρκετά καλά, γιατί αυτό το άνετο ύφος δεν θα αργήσει να αποδώσει όταν,  ύστερα από λίγο, βρίσκονται στη ρίζα μιας άλλης σκάλας και, πριν προλάβουν να αντιδράσουν, βλέπουν  να την κατεβαίνει διστακτικά ένας νεαρός υπηρέτης με ένα δίσκο στο χέρι. Πράγματι, αυτός ο τελευταίος τους απευθύνει το λόγο με ύφος παρακλητικό και σε μια περσική που ακόμη και ο Οινοκράτης καταλαβαίνει ότι δεν είναι η μητρική του γλώσσα.

«Τι λέει;» ρωτάει ανάμεσα στα δόντια του τον Χοντρόη.

Επίσης σφυριχτά, ο Πέρσης τον πληροφορεί ότι ο υπηρέτης θέλει να μάθει αν έχουν την καλοσύνη να του πουν πού ακριβώς είναι η συγκέντρωση, γιατί του ο αφέντης του παράγγειλε κάτι, αλλά αυτός εδώ χάθηκε.

 Ο Οινοκράτης κορδώνεται: «Παίξε το σκληρός και ρώτα τον ποιος είναι ο αφέντης του».

Ο Χοντρόης προσπαθεί να κάνει την φωνή του πιο ζόρικη και καταφέρνει να την κάνει πιο τσιριχτή. Ο υπηρέτης απαντά, χωρίς αντιρρήσεις, ότι είναι στην υπηρεσία του Βαβυλώνιου ιερέα και λογίου Μαρτούκη, ή κάπως έτσι.

«Ρώτα τον αν ο αφέντης του είναι στη συγκέντρωση της Ιερής Εποπτικής Επιτροπής ή στην άλλη»

«Δε ξέρω τίποτα για Ιερή Επιτροπή, σίγουρα είναι στην άλλη. Στην άλλη!», απαντά ο υπηρέτης. «Σε εκείνη που συμμετέχουν Βαβυλώνιοι και Έλληνες», συμπληρώνει εξυπηρετικός.

Ο Χοντρόης μεταφράζει το κατά δύναμιν και στο πρόσωπο του Οινοκράτη απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης

«Στείλε τον τώρα να κάνει μια μεγάλη βόλτα στα επάνω, όχι, καλύτερα στα κάτω-κάτω πατώματα!»

Πράγματι ο Στρουμπουλός με μια επίδειξη μιμικής και γλωσσικής πειστικότητας καταφέρνει να στείλει τον υπηρέτη στη σκάλα που είχαν οι ίδιοι κατεβεί πριν λίγο, αυτή που κατεβαίνει ακόμα πιο κάτω, προς τα μυστηριώδη βάθη του ναού.  

images (37)

Το χαμόγελο στο πρόσωπο του πολυμήχανου Οινοκράτη καθώς παρακολουθεί τον νεαρό να απομακρύνεται στην υπόγεια στοά δεν έχει ακόμη σβήσει, και στο μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται το σκαρίφημα των αμέσως προσεχών τους ενεργειών. Με δυο λόγια πρέπει: να βρουν και να πλησιάσουν  την αίθουσα αυτής της επιβεβαιωμένης πλέον ¨συγκέντρωσης¨, να δουν ό, τι είναι να δουν, ν’ ακούσουν ό, τι είναι να ακούσουν και μετά να την κάνουν για το σπίτι με τον γαλατικό τρόπο, δηλαδή στη ζούλα και χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας .

Πρώτα όμως πρέπει να επιλέξει αν θα μείνουν στα υπόγεια ή αν θα πρέπει να ανεβούν τη σκάλα απ’ όπου κατέβηκε ο νεαρός υπηρέτης. Καταλήγει ότι, όσο συνωμοτική κι αν είναι αυτή  η ¨συγκέντρωση¨ μάλλον δεν θα την έχουν θάψει εδώ κάτω και ότι, ούτως η άλλως, καλό είναι να μη παγιδευτούν στην υποχθόνια περιοχή, αλλά να πλησιάσουν την επιφάνεια και την ενδεχόμενη έξοδο. Κάνει λοιπόν νόημα στον Χοντρόη δείχνοντάς του με το δείκτη προς τα πάνω. Ωστόσο, πριν αυτός προλάβει να ανταποκριθεί, βαριά ρυθμικά βήματα ακούγονται από τον πάνω όροφο.

«Ώχ!» κάνει ο Οινοκράτης και αλλάζοντας κατεύθυνση, εγκαταλείπει τη σκάλα και, τραβώντας τον Χοντρόη από την άκρη της ρόμπας του, κατευθύνεται όσο πιο γρήγορα μπορεί προς την άλλη, την τελείως  άγνωστη και, από ένα σημείο και μετά, σκοτεινή άκρη του διαδρόμου.

«Τι εισ’ εσύ, εκεί κατ’» φωνάζει σε παραφθαρμένη περσική ένας ψηλός ένοπλος, που μαζί με άλλους τρεις εμφανίζεται στην κορυφή της σκάλας. Οι δύο παρείσακτοι βρίσκονται λίγα μέτρα πριν από το σκοτεινό τμήμα της στοάς, και επιταχύνουν, ωστόσο ο εξοικειωμένος πλέον μεταφραστής Χοντρόης δεν παραλείπει να απαντήσει στο ίδιον ιδίωμα: «Έκτακτον Προσωπιπικόν! Δια τας ανάγκας της συγκεντρώσεως!»

images (8)

Φτεροπόδαροι σαν τον Ερμή, οι δύο τρέχουν. Για ένα διάστημα ο διάδρομος φωτίζεται αμυδρά από σποραδικούς πυρσούς, αλλά οι δύο φυγάδες, καθώς πίσω τους αντηχούν τα τρεχαλητά των διωκτών τους, προτιμούν ενστικτωδώς το σκοτάδι. Ευτυχώς, ακόμα και στο σκοτεινό τμήμα η σήραγγα διακλαδώνεται, άρα η διαδρομή γίνεται πραγματικός λαβύρινθος όπου υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν. Πράγματι, μετά μερικά στάδια αδιάκοπου τρεχαλητού, οι ήχοι πίσω τους εξασθενούν και εξαφανίζονται.

«Σταμάτα να πάρουμε μια ανάσα», λέει ο (πάντα προνοητικός) Οινοκράτης και αφού βγάλει και πετάξει τη ντόπια χλαμύδα, ψάχνει στα θυλάκια του ιδρωμένου ιμάτιού του, απ’ όπου βγάζει έναν μικρό πυρόλιθο. Με την βοήθεια της πυρογόνου πέτρας ανάβει έναν  δαυλό που αποσπά από τον τοίχο του διαδρόμου. «Το θέμα είναι τώρα να βρούμε μια έξοδο στην επιφάνεια. Πρέπει πλέον να έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τον περίβολο του συγκροτήματος».

«Άνω διέξοδον ουκ είδον. Μηδέ ετέραν», παρατηρεί ο Χοντρόης.

«Ωστόσο, η στοά είναι ανηφορική, αυτό θα το κατάλαβες υποθέτω. Όπου να ‘ναι πρέπει να μας βγάλει έξω. Πέτα τη χλαμύδα που αγοράσαμε για να μη σε δυσκολεύει και ξεκινάμε».

Ξαναξεκίνούν. Πράγματι ο υπόγειος διάδρομος έχει γίνει αισθητά ανηφορικός∙ και όχι μόνο. Σε λίγο συνάντούν σκάλες… και έπειτα κι άλλες σκάλες…

«Τούτο δυσνόητον εστί. Εν τοιάυτη ανόδω ευρισκόμενοι,  εν τη πιπιφανεία καταφθάσαντες προ πολλού δει εσόμενοι!», παρατηρεί αγκομαχώντας έντονα ο Κυκλικός Δρομέας.

Ο Οινοκράτης σταματάει προς στιγμήν και, κουνώντας το σγουρόμαλλο καταϊδρωμένο κεφάλι του, αποφαίνεται: «Εκτός… Μα ναι! Ξέρεις που βρισκόμαστε τώρα Χοντρόη; Στα έγκατα της υπερυψωμένης Ακρόπολης. Πιθανότατα κάτω από τα περσικά ανάκτορα. Πες στους θεούς σου να βάλουν κι αυτοί ένα χέρι να βρούμε διέξοδο, και μάλιστα βγαίνοντας να αντικρύσουμε φιλικά πρόσωπα που να μη μας θεωρήσουν εισβολείς και μας επιτεθούν».

Αφού διανύσουν ένα ακόμη απροσδιόριστο τμήμα της στοάς και αφού σκαρφαλώσουν λαχανιασμένοι ακόμη μερικές ανοδικές κλίμακες, ο Οινοκράτης ξαφνικά σταματά και σβήνει τον δαυλό που  ακόμη φέγγει ασθενικά. «Ναι δεν έκανα λάθος, σε εκείνο το σημείο απέναντι υπάρχει αχνό φως», αποφαίνεται.

Πλησιάζουν το σημείο όπου, από κάποια αδιόρατη πηγή, εκπέμπονται οι ασταθείς ανταύγειες μιας φλόγας. Πλησιάζουν και, περισσότερο μέσω της αφής παρά οπτικά, διαπιστώνουν ότι εκεί υπάρχει ένα  πρόσφατο ρήγμα στον τοίχο. Πιθανόν μια παλιά εντοιχισμένη πόρτα που πρόσφατα γκρεμίστηκε και, πίσω από το άνοιγμα, αντηχούν κάποιοι δυσδιάκριτοι ήχοι.

Οπότε ο Χοντρόης θα είναι ο πρώτος που θα ανακράξει:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

zoroastrian-creation-myth

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Τα κειμήλια

Posted by vnottas στο 16 Ιανουαρίου, 2016

[αφιερωμένο στο μεσαίο (όπως λέμε μεγάλο ή μικρό) αδελφάκι μου, που παρακολουθεί (με ευμένεια) τις περιπέτειες των ηρώων μου εκ του μακρόθεν]

Κεφάλαιο δέκατο Ακρόπολη των Σούσων

 Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στο θησαυροφυλάκιο

tresor4

Όταν επιστρέφω στο διαμέρισμα των ανακτόρων που έχει αποδοθεί στον Καλλισθένη, σουρουπώνει. Θέλω να του διηγηθώ τις επαφές μου με τους ντόπιους και να ακούσω τις απόψεις και τις συμβουλές του. Ελπίζω μόνο ότι θα τον βρω καλύτερα.

Όσο και αν η συμπεριφορά της Σισύγαμβρης ήταν λίγο πολύ η αναμενόμενη, και όσο κι αν αυτά που μου είπε ο πέρσης αρχιερέας -σίγουρα ενδιαφέροντα για μένα- δεν θα αποτελέσουν έκπληξη για τον Καλλισθένη, σκέφτομαι ότι η μέρα δεν πήγε χαμένη. Τα λεγόμενά του ζωροαστριστή ιερωμένου επαληθεύουν λίγο πολύ τις θεωρίες του προϊσταμένου μου σχετικά με την ¨πειθώ¨, που δεν είναι παρά μια ακόμη μορφή εξουσίας. Μπορεί βέβαια αυτά που μου είπε να μην αφορούν στην χθεσινή επίθεση εναντίον μας, εντούτοις θεωρώ βέβαιο ότι οι γενικότερες θεωρήσεις και οι προτάσεις του, θα ενδιαφέρουν τον Ολύνθιο.

 Όμως, ο τελευταίος συνομιλητής μου, ο Αβουλίτης, ήταν αρκετά αποκαλυπτικός και μου υπέδειξε νήματα που πιθανότατα οδηγούν ως τα κίνητρα της χθεσινής απόπειρας. Εδώ που τα λέμε, μια εξέγερση κατά του Δαρείου από τους πρίγκιπες της ενδοχώρας που αρχίζει με μια ενέργεια εναντίον μας δεν είναι κάτι που μας εκπλήττει, όσο κι αν δεν ήταν η πρώτη από τις υποθέσεις που κάναμε. Και ομολογώ ότι, εγώ προσωπικά, θα προτιμούσα η επίθεση που αντιμετωπίσαμε να εντάσσεται σε μια τέτοια εξωγενή εξέλιξη, παρά να είναι αποτέλεσμα μιας εσωτερικής, ενδοελληνικής συνωμοσίας εναντίον μας.

Ωστόσο θα πρέπει  να κάνουμε μια σειρά από επαληθεύσεις. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, τώρα είναι που η σοφία και η πείρα του Καλλισθένη είναι απαραίτητες. Ανυπομονώ να του μιλήσω.

Στον προθάλαμο βρίσκω τον Φίλιππο το γιατρό, όρθιο πάνω από ένα τραπέζι να καθοδηγεί δύο καθισμένους βοηθούς του, που ο ένας γδέρνει κάτι αποξηραμένα κλαδιά κι ο άλλος ανακατεύει τις φλούδες και τα ξερά φυλλαράκια που προκύπτουν με λάδι και άλλα λιγότερο αναγνωρίσιμα υγρά σε μια μικρή μαρμάρινη γαβάθα.

images (4)

«Πώς πάμε γιατρέ;»

«Α, επέστρεψες Μεγαρέα. Σε γενικές γραμμές πάμε καλά. Ο Καλλισθένης διαθέτει την εσωτερική δύναμη που θα τον βοηθήσει να ξαναβρεί την ισορροπία που ανέτρεψαν οι τραυματισμοί. Αρκεί να πειθαρχήσει στις απαραίτητες οδηγίες που υπαγορεύει ο Ασκληπιός για την περίπτωσή του».

«Δεν το κάνει;»

«Τον ξέρεις, δεν τον ξέρεις; Δεν θέλω να τον ναρκώσω για να τον κρατήσω ακίνητο, αλλά τελικά φοβάμαι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Σήμερα ήθελε σώνει και καλά να διαβάσει. Χωρίς να με ενημερώσει, έδωσε εντολή να του μεταφέρουν εδώ κείμενα από εκείνα που έφτασαν χτες από την Περσέπολη με τον Θεσσαλό αξιωματικό. Είπε να του φέρουν ό, τι βρουν μεταφρασμένο και δεμένο με τον τρόπο της πόλης της Βίβλου, έτσι ώστε να μπορεί να τα χειριστεί όντας κλινήρης. Πέρασε τη μισή μέρα ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας καταλόγους και περιλήψεις στα ελληνικά, ανασηκωμένος στο κρεβάτι και με τις πληγές του να συμπιέζονται…»

«Ο κάθε πολεμιστής και τα όπλα του γιατρέ. Εσύ τα ιάματα και τις ουσίες σου, εμείς οι λόγιοι τις γραφές και τα βιβλία μας.  Με αυτά δίπλα αισθανόμαστε πιο δυνατοί».

«Πρέπει πάντως να βρήκε κάτι το ενδιαφέρον γιατί το μεσημέρι ζήτησε τον πλήρη κατάλογο του Θησαυροφυλακίου και άρχισε να ψάχνει κι εκεί».

«Τώρα είναι ξύπνιος;»

«Σου είπα, δε σου είπα; Μόνο με μια γερή δόση υπνοφόρο βότανο κατάφερα πριν λίγο να τον κοιμίσω. Τώρα ετοιμάζω κι άλλο γιατί τα αποθέματά μου τελειώνουν».

Φαίνεται ότι η έκφρασή μου απεικονίζει την απογοήτευση που νοιώθω γιατί ο γιατρός με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Αύριο», μου λέει. «Αύριο θα τα πείτε διεξοδικά».

Μένω για λίγο αμήχανος.

«Ποια βιβλία διάβασε;» τον ρωτάω μετά.

«Εκεί είναι» μου απαντά,  «στη γωνία πάνω στο μικρό τραπέζι». Κι ύστερα προσθέτει: «Α, θα το ξέχναγα, πριν κοιμηθεί άφησε ένα σημείωμα για σένα».

Μου δίνει μια πλάκα πηλού που ακόμη δεν έχει καλά καλά στεγνώσει.

Τη διαβάζω…

και μετά την ξαναδιαβάζω.

«Όχι δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι αύριο», λέω στον εαυτό μου γιατί ο γιατρός δείχνει -δικαίως- να μην καταλαβαίνει τίποτα.δδ

«Το γοργόν και χάριν έχει!» ξαναλέω. Παίρνω από το μικρό τραπέζι το ένα σύγγραμμα: τον κατάλογο των θησαυρών των Σούσων∙ ενθυλακώνω και την πλακέτα με το σημείωμα. Μετά κάνω ένα νεύμα χαιρετισμού στον Ακαρνάνα και εξαφανίζομαι σπεύδοντας προς την παλιά πτέρυγα του Θησαυροφυλακίου. Έξω έχει σκοτεινιάσει για τα καλά.

Φτάνοντας στην φρουρούμενη είσοδο, δίνω εντολή στους άντρες της ομάδας που είναι εγκατεστημένη εκεί, να ετοιμάσουν μερικούς φανούς και δαυλούς με εκείνο το παράξενο μίγμα από κατράμι και άλλες εύφλεκτες ύλες, άφθονες στη χώρα των δύο ποταμών, που τους κάνει να αποδίδουν πολύ περισσότερο φως από τις συνηθισμένες δάδες. Μετά, φτιάχνω μια μικρή ομάδα από τον κλειδούχο αξιωματικό, δύο ένοπλους και δύο δαυλοφόρους υπηρέτες και, αφού ξαναδώ το σημείωμα του Καλλισθένη και συμβουλευτώ το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει τον κατάλογο των θησαυρών, τους ζητώ να με οδηγήσουν σε μια συγκεκριμένη αίθουσα που απ’ ότι φαίνεται είναι γειτονική σε εκείνη με τα λάφυρα απ’ την Ελλάδα.

Τι ψάχνω; Αυτό στο οποίο συγκλίνουν πλέον οι μέχρι στιγμής ενδείξεις. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος αυτό που προέκυψε ως ¨πολύ πιθανό¨ στην συζήτηση με τον Αβουλίτη, και το οποίο εντόπισε από άλλο δρόμο ο Καλλισθένης: Το γεμάτο σημασίες και εθνικούς συμβολισμούς για τους πέρσες κειμήλιο, η ανάκτηση του οποίου θα μπορούσε να είναι η αιτία της χτεσινής εισβολής στο  θησαυροφυλάκιο.

Ο Καλλισθένης έπεσε σήμερα τυχαία πάνω σε ένα κείμενο σημαντικού πέρση ιστορικού της αυλής της Περσέπολης, μεταφρασμένο συνοπτικά, προφανώς ύστερα από εντολή του Ευμένη. Σε αυτό, όχι μόνο απαριθμούνται τα αντικείμενα που θεωρούνται θεμελιώδη για την ιστορική μνήμη και την εθνική συνοχή των περσών, αλλά υπάρχουν και πληροφορίες για το ακριβές σημείο της επικράτειας όπου φυλάσσονται. Μερικά από αυτά είναι εδώ, στα Σούσα. Τα σημαντικότερα στην αίθουσα που ο Ολύνθιος μου υποδεικνύει στο σημείωμά του, ζητώντας μου να τα εξετάσω και να ενισχύσω την φρούρησή τους, έτσι ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε απόπειρα ανάκτησής τους από τους Πέρσες.

περίαπτο-σε-σχήμα-ματιού

Όλοι μαζί φτιάχνουμε μια έντονα φωτεινή σφαίρα που κινείται βιαστικά στους σκοτεινούς διαδρόμους του παλιού θησαυροφυλακίου (μερικοί πυρσοί αναρτημένοι στους τοίχους, αναμμένοι για λόγους ασφάλειας, προσθέτουν εδώ κι εκεί χαμηλές ανεπαρκείς ανταύγειες).

Φτάνουμε στη ζητούμενη αίθουσα. Η θύρα που την χωρίζει απ’ τον διάδρομο, φτιαγμένη από βαρύ και γερό ξύλο, είναι καλογυαλισμένη και αντανακλά το δυνατό φως των φανών μας.

Ο κλειδούχος αξιωματικός την ανοίγει. Οι δύο οπλίτες αφού διαπιστώσουν ευσυνείδητα ότι δεν υπάρχει κανείς μέσα και ότι δεν υπάρχει άλλη είσοδος, στήνονται εκατέρωθεν της πόρτας, σημάδι ότι το χθεσινό μας πάθημα έχει ήδη αυξήσει την επαγρύπνηση της φρουράς. Οι υπηρέτες αναρτούν τους λαμπερούς δαυλούς στους τοίχους και ανάβουν κι εκείνους που ήδη υπάρχουν εκεί.

Το εσωτερικό είναι πολυτελές. Τα αντικείμενα δεν είναι πολλά, αλλά είναι όλα τοποθετημένα πάνω σε βωμούς ή αναλόγια, με τρόπο ώστε να εξαίρεται η σημασία που τους αποδίδουν οι πέρσες. Μου κάνει εντύπωση ότι υπάρχουν ελάχιστα αγάλματα -ένα  δύο, βασιλιάδες ή θεοί, που αν κρίνω από τον τρόπο που αντανακλούν το φως, είναι χρυσά- αλλά οι τοίχοι κοσμούνται από αρκετές ανάγλυφες παραστάσεις γενειοφόρων πολεμιστών και σχηματικών λεόντων.  Με μια πρώτη ματιά τριγύρω, εντοπίζω ένα περίτεχνο τόξο, μια μεγάλη αμυγδαλόσχημη ασπίδα, -πιθανώς λάφυρο, μια που δεν έχω δει τέτοιες μέχρι στιγμής στην Ασία, μία κυρτή σπάθα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια,  μια πέτρινη πλάκα όπου βρίσκεται χαραγμένο κάποιο κείμενο,  έναν αρχαίο ξύλινο θρόνο χωρίς τίποτα το πολύτιμο πάνω του… 

13608041-Crown-decorative-ornament-Stock-Vector-crown-tattoo-floral

Αναζητώ ενστικτωδώς κάποια επίπεδη ελεύθερη επιφάνεια όπου να ακουμπήσω τις γραφές ώστε να μπορέσω να συμβουλευτώ τον πίνακα με τα περιεχόμενα της αίθουσας. Πράγματι, βρίσκω μία, δυο βήματα μπροστά μου, στο κέντρο της αίθουσας και κάνω να τοποθετήσω τους παπύρους πάνω της, αλλά σταματάω απότομα…  γιατί συνειδητοποιώ ότι η επιφάνεια αυτή δεν θα έπρεπε να είναι κενή.

 Φωνάζω να μου φέρουν ένα από τα δυνατά φανά
ρια και να εστιάσουν πάνω της. Την παρατηρώ προσεκτικά. Κάτω από το έντονο φως τα σημάδια είναι εμφανή: το λεπτό στρώμα σκόνης που καλύπτει την εν λόγω επιφάνεια είναι λιγότερο έντονο στο κέντρο, σχηματίζοντας έτσι έναν κύκλο με μια σπιθαμή διάμετρο. Τριγύρω υπάρχουν χαρακιές πάνω στη σκόνη που δε μπορεί παρά να είναι πρόσφατες. Ακουμπώ τα έγγραφα χάμω και γονατίζω για να τα εξετάσω προσεκτικότερα. Δεν δυσκολεύομαι πολύ να εντοπίσω το αντικείμενο που λείπει. Πρόκειται για μία τιάρα. Και αν μπορώ να εμπιστευτώ την κακογραφία της βιαστικής μετάφρασης πρόκειται για το αυτοκρατορικό στέμμα ενός από τους βασιλείς που έφεραν το όνομα Αρτα
ξέρξης. Και όχι μόνο. Εδώ γράφει ότι δίπλα στην τιάρα πρέπει να βρίσκεται το αυτοκρατορικό ξίφος του ίδιου βασιλέα. Ανασηκώνομαι και παρατηρώ ότι όντως, δίπλα στη βάση όπου θα έπρεπε να είναι τοποθετημένος  ο βασιλικός πίλος,   υπάρχει μια λεπτή μεταλλική κατασκευή που πρέπει να στήριζε όρθιο ένα περσικό σπαθί. Το όπλο λείπει επίσης.

 Μαζί με τον κλειδούχο και έναν φανοφόρο υπηρέτη κατευθύνομαι προς την μεγάλη ξύλινη είσοδο. Εξετάζω προσεκτικά τον μηχανισμό που την αμπαρώνει. Δεν υπάρχουν ορατά ίχνη βίαιης παραβίασης. Εάν οι εισβολείς μπήκαν στην αίθουσα από εδώ διέθεταν το κατάλληλο κλειδί, πιθανότατα και τις κατάλληλες διασυνδέσεις με κάποιους από τα ανάκτορα.180px-SzczerbiecΕπιστρέφω στην αίθουσα και αρχίζω να συγκρίνω προσεκτικά τα περιεχόμενα του κατάλογου με τα εκθέματα που έχουν απομείνει. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να λείπει τίποτα άλλο.

Ω μα τους παράξενους ντόπιους θεούς! Όλα αυτά δίνουν εξηγήσεις αλλά και δημιουργούν νέα ερωτηματικά.

Μας επιτέθηκαν όντως πέρσες οπλίτες. Οι εισβολείς δεν ήταν μόνο οι δύο που εξουδετερώσαμε. Αυτοί, είτε επειδή έτυχε να πέσουν πάνω στον Καλλισθένη τη στιγμή που έβγαινε από την Αίθουσα των Ελλήνων, είτε επειδή ακούγοντας τις φωνές μας θέλησαν να προστατέψουν την ολοκλήρωση της επιχείρησης, μας επιτέθηκαν με τη γνωστή κατάληξη. Σκοπός των εισβολέων ήταν να οικειοποιηθούν δύο τουλάχιστον βασιλικά κειμήλια και απ’ ότι φαίνεται τα κατάφεραν. Κάποιος ή κάποιοι απ αυτούς διέφυγαν παίρνοντας μαζί τους την προσχεδιασμένη λεία. Για τους λόγους που ενδεχομένως οδήγησαν σε αυτή την επιχείρηση, η αληθοφανέστερη εξήγηση που διαθέτουμε είναι εκείνη που μου έδωσε πριν λίγες ώρες ο Αβουλίτης: Τα σύμβολα θα χρησιμέψουν στη νομιμοποίηση κάποιας ανταρσίας κατά του Δαρείου.

Το πώς μπήκαν στο καλά φρουρούμενο θησαυροφυλάκιο και πως διέφυγαν στη συνέχεια εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο.

images (6)

Σκέφτομαι ότι αύριο, αφού ενημερώσω τον Καλλισθένη για τις σημερινές εξελίξεις, καθώς και για το πόσο εύστοχη ήταν η δική του ανακάλυψη και αφού ακούσω τις απόψεις και τις οδηγίες του, θα πρέπει να συναντηθώ ξανά με τον φρούραρχο και τον πολιούχο.  Να δούμε εάν ανακάλυψαν κι αυτοί κάτι και εάν τα τυχόν ευρήματά τους επιβεβαιώνουν ή δυσχεράνουν τις υποθέσεις μου.  Για ‘μενα, πάντως η σημερινή μέρα έχει ήδη αποδώσει περισσότερα από όσα περιμένα.

Προς στιγμήν αισθάνομαι να με περιτριγυρίζει, έτοιμο να επιτεθεί, ένα κύμα κούρασης και αποφασίζω ότι  μπορώ επιτέλους να επιστρέψω στη βάση μου.

«Ας μαζέψουν τα φανάρια. Τελειώσαμε, για την ώρα», λέω στον αξιωματικό.

Θα ήθελα. Να τελειώναμε εδώ αυτή την μακριά μέρα. Όμως, προφανώς, δεν τελειώσαμε ακόμα. Το αυτί μου πιάνει κάτι άλλο, όχι ευκρινές, αλλά αταίριαστο με τις ψιθυριστές κουβέντες των υπηρετών. Το αυτί μου ή το μάτι μου;

«Ησυχία» προστάζω και περιφέρω το βλέμμα μου στην περίμετρο της αίθουσας.

Δεν είμαι εντελώς σίγουρος αλλά έχω την εντύπωση ότι το βαρύ υφαντό παραπέτασμα που καλύπτει το εσωτερικό μιας κόγχης όπου φιλοξενείται το αργυρό (εξαμβλωματικό) ομοίωμα ενός ντόπιου δαίμονα κινήθηκε ελαφρά. Τραβάω το ξίφος μου και κάνω νόημα στον αξιωματικό να με μιμηθεί χωρίς να κάνει φασαρία. Πλησιάζω όσο μπορώ πιο αθόρυβα την κόγχη. Ο πειρασμός να μπήξω το σπαθί μου στο ύφασμα που όντως κινείται, έστω κι αν πρόκειται να καρφώσω έναν πέρση ποντικό, είναι υπαρκτός.   Όμως συγκρατιέμαι. Δεν ξέρω τι μπορεί να βρίσκεται εκεί πίσω, αλλά αν αυτό το υποθετικό ον μιλάει (και οι ήχοι που έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου μοιάζουν κάπως με ανθρώπινο αγκομαχητό), θέλω να τα πούμε για λίγο πριν αποδημήσει. Δεν ξέρω επίσης αν μπορεί να συγκρατηθεί και ο κλειδούχος αξιωματικός που έχει σηκώσει το ξίφος του, όχι απλώς απειλητικά, αλλά για να πάρει την απαιτούμενη φόρα που θα του επιτρέψει να τρυπήσει το παραπέτασμα μαζί με όποιον κρύβεται πίσω του.

«Στάσου», του φωνάζω και αρπάζω τον βραχίονά του, καθώς, ταυτόχρονα, ακούγεται καθαρά η ακόλουθη φράση:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

250px-PhartianFormalHeaddress

(συνεχίζεται, στο επόμενο: Οι υπόγειες διαδρομές του Οινοκράτη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο ένατο. Η σύσκεψη

Posted by vnottas στο 13 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ένατο

Οι συνωμότες συσκέπτονται

ξ

Ο Άρπαλος δεν έχει ενημερωθεί για την πλήρη σύνθεση της σύσκεψης στην οποία είναι καλεσμένος. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει καν επιδιώξει να μάθει περισσότερα από όσα ανάφερε ο Ανάξαρχος στο μήνυμά του.

Για την ώρα ο τέως φυγάς απολαμβάνει με ικανοποίηση τη γεύση της επιστροφής του στην εκστρατεία, επιστροφή που θέλει να ερμηνεύει σαν μια επιβεβαίωση της αναγκαιότητας που νιώθει απέναντί του η Ιστορία η ίδια, με τρόπο ωστόσο ανερμήνευτο ή για λόγους που ο ίδιος προτιμά να αγνοεί. (Μιλάμε για μια Ιστορία με το Ι κεφαλαίο που έχει, ίσως, την μορφή του Αλέξανδρου αναψοκοκκινισμένη από τις μάχες!)

Αν η Ιστορία τον έχει ανάγκη, αυτός θα μπορούσε ίσως να της ρίξει μια ματιά, θα μπορούσε όμως και να την αφήσει να κυλίσει χωρίς να κάνει άλλο παρά να υπάρχει ευδαιμονικά ανάμεσα στα πράγματα που είναι προορισμένα να αλλάξουν, κινούμενα από ωθήσεις που δεν αισθάνεται να τον αφορούν.

Αν η Μοίρα του έχει φερθεί με τρόπο αντιφατικό δικαιούται να είναι και εκείνος μια ιδέα αντιφατικός απέναντί της. Για την ώρα δεν θα της πάει κόντρα, το πολύ να επιτείνει μια στάλα, την ένταση του παιχνιδιού, έτσι για να δείξει (στη Ειμαρμένη και στον εαυτό του) ότι είναι ένα πιόνι ατίθασο,  μια γλώνη[1] ελαφρώς απρόβλεπτη και ίσως διασκεδαστική! Όταν τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν επαρκώς -ελπίζει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σύντομα-, τότε θα μπορέσει  να πάρει περισσότερες (και διασκεδαστικότερες) πρωτοβουλίες.

φ3

Έτσι εκείνο το βράδυ, καθώς διασχίζει τους καταθλιπτικούς βαριοστολισμένους διαδρόμους ενός κτίσματος παράπλευρου στο κυρίως τέμενος του βαβυλώνιου θεού και κατευθύνεται προς την αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σύσκεψη, έχει περισσότερη περιέργεια παρά ανησυχία για αυτές τις ¨κρίσιμες καταστάσεις¨ που δημιουργούν παρενέργειες και ¨επείγοντα προβλήματα¨, όπως ανάφερε ο Ανάξαρχος στην επιστολή του.

Ο Άρπαλος περνά από έναν προθάλαμο όπου είναι ήδη εγκατεστημένοι οι λιγοστοί αλλά πλήρως οπλισμένοι και απολύτως έμπιστοι σωματοφύλακες των συμμετεχόντων, ντόπιοι και έλληνες. Ανάμεσα τους διακρίνει και τους δύο δικούς του, οι οποίοι, τώρα που έχουν την πραγματική τους ιδιότητα, εκείνη των αφοσιωμένων φυλάκων-συνοδών, σπεύδουν να τον χαιρετίσουν όσο τελετουργικά χρειάζεται, έτσι ώστε να υπογραμμιστεί η σπουδαιότητα του αφέντη τους.

Ο Μακεδόνας εταίρος τους κλείνει το μάτι και, χαμογελώντας με την άκρη των χειλιών του, προχωρεί στην όμορη αίθουσα.

Ο χώρος όπου θα φιλοξενηθεί η σύσκεψη δεν είναι εξαιρετικά μεγάλος, ωστόσο είναι πολυτελώς διακοσμημένος, με την ασιατική (παραφορτωμένη) έννοια του όρου. Στο κέντρο υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι, ήδη γεμάτο αμφορείς με ηδύποτα και πιατέλες με ξερούς καρπούς. Ο Άρπαλος στο φως των περιμετρικών φανών και των επιτραπέζιων κηροπηγίων διακρίνει όχι πάνω από μια δωδεκάδα ανθρώπους.  Έχοντας αφαιρέσει τους ανώνυμους μανδύες χάρη στους οποίους ανακατεύτηκαν με τους προσκυνητές και μπήκαν απαρατήρητοι στο συγκρότημα, φορούν τώρα, άλλοι ντόπιες και άλλοι ελληνικές περιβολές. Καθώς ο Άρπαλος μπαίνει στην αίθουσα, τους βρίσκει  χωρισμένους σε μικρές ομάδες, να συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μερικοί όρθιοι, μερικοί καθισμένοι στις πολυθρόνες που πλαισιώνουν το τραπέζι. Ένας από αυτούς ανασηκώνεται και, με έκφραση ενθουσιασμού, ανοίγει τα μπράτσα του και κατευθύνεται προς τον Μακεδόνα.

Χωρίς τίτλο

«Άρπαλε του Μαχάτα, φίλτατε και αγαπητέ, πόσο χαίρομαι που είσαι και πάλι μαζί μας. Ξέρε ότι οι φίλοι σου δεν έπαψαν να σε σκέφτονται και να επιθυμούν την επιστροφή σου!»

Ο Άρπαλος αναγνωρίζει τον μεσήλικα άνδρα με το ελαφρώς σκυφτό σουλούπι την πεταχτή κοιλιά, την χοντρή μεγάλη μύτη και την αραιή γενειάδα.  Του χαμογελάει, όχι τόσο από συμπάθεια, όσο γιατί του έρχονται ξαφνικά στο νου οι ευτράπελες ιστορίες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, ιδίως στην Αθήνα, για τους Αβδηρίτες[2]. Και ο Ανάξαρχος, μοιάζει περισσότερο με τον κλασικό γκαφατζή και μωροφιλόδοξο Αβδηρίτη των εύθυμων ιστοριών, τον ικανό να αρπαχτεί και να εμπλακεί σε περιπέτειες με ευτελή κίνητρα, παρά με σοφό και  πολυπράγμονα φιλόσοφο της αυλής του Αλέξανδρου.

«Κι εγώ χαίρομαι που επέστρεψα Ανάξαρχε», του απαντά όσο καταφέρνει πιο εγκάρδια.  «Όσο κι αν η Αθήνα είναι ένας τόπος που γοητεύει τους πάντες, γνωρίζω ότι το μέλλον του κόσμου μας κρίνεται εδώ, στην Ασία. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτός είναι ο λόγος που είμαι και πάλι εδώ. Σε σένα πάντως μπορώ να εκμυστηρευτώ ότι δεν είναι ¨η οικουμένη¨ εκείνο που με απασχολεί περισσότερο αυτή την περίοδο».

«Κι  όμως θα έπρεπε», παρατηρεί ο Ανάξαρχος. «Γνωρίζω και, φυσικά, εκτιμώ τα θέλγητρα της Αθήνας και τις εκλεπτυσμένες απολαύσεις της. Ξέρω επίσης, από τις γοργοπόδαρες φήμες που έφτασαν ως εδώ, ότι υπήρξες επάξιος εκφραστής των νέων καιρών κατά τη παραμονή σου στην Αττική. Το όνομα της ωραίας Πυθιονίκης συνόδευε συχνά αυτές τις φήμες και έτσι καταλαβαίνω ότι η απομάκρυνσή σου από το Αθηναϊκό Άστυ μπορεί και να είχε και κάποιες επώδυνες όψεις. Ωστόσο, για τους νέους και φιλόδοξους ανθρώπους, η Αθήνα ανήκει πλέον περισσότερο στο παρελθόν παρά στο μέλλον. Αναλογίσου τι ευκαιρίες ανοίγονται εδώ!»

images (3)

«Ξέρεις πολλά πονηρέ Αβδηρίτη», γελάει ο Άρπαλος. «Μην ανησυχείς πάντως, η ωραία Πυθιονίκη δέχτηκε να με ακολουθήσει στην περιπέτεια της εκστρατείας. Δε περιμένει παρά το μήνυμά μου ότι όλα εξελίσσονται αίσια, για να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τα εδώ».

«Ωραία. Και εμείς σε καλέσαμε σε αυτήν τη σύσκεψη για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια ότι φροντίζουμε να πάνε όλα κατά τον καλύτερο και τον επικερδέστερο τρόπο».

Ο Μακεδόνας διατηρεί το αποστασιοποιημένο ύφος του, δεν απαντά, και ο Ανάξαρχος αποφασίζει να γίνει πιο συγκεκριμένος.

«Οι ντόπιοι, Άρπαλε, έχουν επινοήσει τρόπους που επιτρέπουν  την αποτελεσματική διοίκηση μεγάλων πληθυσμών και τεράστιων εκτάσεων. Οι δικές μας κλίμακες ήταν μέχρι τώρα μικρές, επαρχιακές. Εδώ μπορούν να γίνουν μεγάλα έργα και να κερδηθούν τεράστιες περιουσίες, αρκεί να μάθουμε τα απαραίτητα από τους ντόπιους και να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τους. Γι αυτό σήμερα θα γνωρίσεις μερικούς σημαντικούς τύπους, που έχουν να μας πουν ενδιαφέροντα πράγματα».

Ο Άρπαλος παρατηρεί προσεκτικότερα τους καλεσμένους και ανάμεσά τους αναγνωρίζει τον Ονησίκριτο από την Αστυπάλαια, έναν από τους ακόλουθους του Ανάξαρχου, που λέγεται ότι καταγράφει κι αυτός τα γεγονότα της εκστρατείας με σκοπό να συγγράψει στο μέλλον κάποιο ιστορικό σύγγραμμα. Τον ξέρει, ο νησιώτης ανήκει σε εκείνους τους εύπορους έλληνες που, αφού ερωτοτρόπησαν για λίγο με τον σαγηνευτικό εξτρεμισμό του Διογένη και των κυνικών, εντάχθηκαν στην εκστρατεία δίνοντας στον κυνισμό μια δική τους, τελείως χρησιμοθηρική εκδοχή, ικανή να προσαρμοστεί με τον πραγματισμό των οπαδών της Αυτοκρατορίας.  Ο Ονησίκριτος στην αρχή είχε επιδιώξει να ενταχθεί στην ομάδα του Καλλισθένη, αλλά αυτοί οι ψηλομύτες, σκέφτεται ο Άρπαλος, τον απέρριψαν.

φ

«Ο Ονησίκριτος θα εκφωνήσει μια γενική εναρκτήρια εισήγηση», τον πληροφορεί ο Άνάξαρχος, «μετά θα ακούσουμε τους άλλους και στο τέλος ελπίζω να πάρουμε μερικές εποικοδομητικές αποφάσεις»

«Ποιοι είναι οι άλλοι;»

«Οι Μακεδόνες που βλέπεις στο βάθος, είναι ο Πείθων ο εταίρος, και ο Αλκέτας ο πεζέταιρος∙ πρέπει να τους ξέρεις, πολεμούν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Παρμενίωνα»

«Καλά, μα τι θέλουν εδώ οι άνθρωποι του γερο Παρμενίωνα; Αυτός, απ’ ότι ξέρω  είναι κολλημένος στα παλιά επαρχιώτικα μακεδονικά έθιμα. Δε θα δεχόταν ποτέ να ανακατευτεί με εσάς, τους αυτοκρατορικούς».

«Αυτός ναι, έχεις δίκιο, όμως δεν ισχύει το ίδιο για μερικούς από τους αξιωματικούς του. Και αυτούς τους αξιωματικούς κρίναμε ορθό να τους πλησιάσουμε. Πρώτον, γιατί έτσι η πλοκή των ενεργειών μας γίνεται περισσότερο δυσεπίλυτη για όποιον θελήσει να χώσει τη μύτη του στις υποθέσεις μας, και, αν τυχόν υπάρξουν διαρροές σχετικές με αυτές τις συγκεντρώσεις, θα είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς  ποιος πραγματικά τις συγκάλεσε. Έπειτα, η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρέσουμε εσένα, δεν έχουμε πολλούς φίλους ανάμεσα στους Μακεδόνες. Έτσι, αυτοί οι ελάχιστοι που μπορέσαμε να πλησιάσουμε είναι πολύτιμοι γιατί μας μεταφέρουν πληροφορίες για το τι σκέφτεται ο μακεδονικός πυρήνας του στρατεύματος. Μην ξεχνάς ότι ανήκουν στο Κοινό των Μακεδόνων το οποίο, έστω θεωρητικά, εξακολουθεί να είναι το ανώτατο όργανο του μακεδονικού φύλου».

images (2)

«Είναι αλήθεια ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που συγκλήθηκε για τελευταία φορά, η συνέλευση των μακεδόνων πολεμιστών», παραδέχεται ο Άρπαλος.

«Και ούτε πρόκειται να συγκληθεί πριν κατακτηθεί ολόκληρη η κυρίως Περσία ή, τουλάχιστον, πριν λήξει η υπόθεση ¨Δαρείος¨. Αλλά ούτε κι αυτό πρόκειται να αργήσει. Μόλις ο καιρός γλυκάνει το στράτευμα θα προελάσει προς βορράν, ακολουθώντας τα ίχνη του φυγά βασιλέα. Είναι σίγουρο».

«Πες μου για τους άλλους αποψινούς προσκεκλημένους»

«Οι τύποι με τις μακριές ρόμπες είναι υψηλόβαθμοι ιερείς. Όχι, δεν είναι οι ιερείς των θεών των Περσών, οι οποίοι ακόμα δυσανασχετούν και αντιστέκονται στην προέλασή μας∙ αυτοί εδώ ανήκουν στα ιερατεία των ντόπιων θεών της Μεσοποταμίας. Ετούτοι, όπως ξέρεις, ακολούθησαν το παράδειγμα του αιγυπτιακού ιερατείου και διαπραγματεύτηκαν αντί να αντισταθούν. Βέβαια οι Αιγύπτιοι συνάδελφοί τους πρόλαβαν να προσφέρουν στον Αλέξανδρο την πατρότητα του Άμμωνα, αφού πρώτα μεταμφίεσαν, αυτόν τον παλιό τους θεό, σε Δία. Όμως κι αυτοί εδώ έχουν πολλά άλλα να προσφέρουν στη Αυτοκρατορία: όχι μόνο τη θρησκευτική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας, όχι μόνο την αυτονόητη άμεση επιρροή πάνω στις μάζες των λαών που υπήρξαν κατακτημένοι από τους Πέρσες, αλλά και κάτι πολύ πιο χειροπιαστό από όλα αυτά: χρήματα. Χρήματα αγαπητέ μου Άρπαλε!

Και κάτι άλλο, ακόμη πιο πολύτιμο. Αυτοί εδώ κατέχουν τη τέχνη του πολλαπλασιασμού των χρημάτων, με τρόπους νέους, άγνωστους στο ταμείο της Δήλου, ή των Δελφών ή του Παρθενώνα των Αθηνών.

Ξέρεις τι κατάλαβα Άρπαλε; Οι νέοι τρόποι πλουτισμού απαιτούν ανταλλαγές, οι ανταλλαγές απαιτούν εμπιστοσύνη, η εμπιστοσύνη ενισχύεται από την πίστη σε κοινούς φιλοχρήματους θεούς και οι θεοί αυτοί έχουν ανάγκη από έξυπνα και προσαρμοστικά ιερατεία. Εμείς, αν θέλουμε να εγκαταστήσουμε με επιτυχία τη Νέα μας Αυτοκρατορία, πρέπει να τα βρούμε μαζί τους. Τα ανταλλάγματα που ζητούν δεν είναι παράλογα, θα δεις».

«Εκείνον τον ιερέα εκεί κάτω μου φαίνεται ότι τον έχω ξαναδεί».

Δεν αποκλείεται. Τον λένε Μαρτούκη. Είναι καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας, και θεωρείται άριστος ιερέας – μελετητής της ιστορίας της Βαβυλώνας και ιδιαίτερα της εποχής του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί. Σημείωσε ότι πρόκειται για το βασιλιά που καθιέρωσε αυτό που ήδη αρχίσαμε να αποκαλούμε ¨πιστωτικό σύστημα¨: το ενδιαφέρον αυτό σύστημα πλουτισμού που οι ανατολίτες έχουν τελειοποιήσει.

 Ξέρεις ποιο είναι το αστείο στην περίπτωσή του; Αν και είναι δικός μας άνθρωπος -τον μυήσαμε εδώ και καιρό μια που οι γνώσεις του μας είναι χρήσιμες- δεν τον φέραμε εμείς από την Βαβυλώνα στα Σούσα για τη σύσκεψη. Ήταν ήδη εδώ. Και ξέρεις ποιος τον έφερε; Ο Καλλισθένης, που τον χρησιμοποιεί ως μεταφραστή κειμένων που περιλαμβάνονται στους θησαυρούς που τακτοποιεί. Αυτό είναι κάτι που, εκτός των άλλων, μας επιτρέπει να έχουμε κάποιες, έστω λίγες, πληροφορίες για το τι κάνουν αυτοί οι μυστικοπαθείς στο άντρο τους».

images (1)

«Και εκείνοι οι παχουλοί, στο βάθος;»

«Α, αυτοί αποτελούν μια, ας πούμε, ¨άθεη¨ παραλλαγή τω προηγούμενων.  Όχι ότι δεν έχουν τον θεό τους, τον έχουν, αλλά πρόκειται για έναν θεό που το χρήμα τον ενδιαφέρει. Αντιπροσωπεύουν έναν παλιό οίκο ιδιωτών εμπόρων από την Βαβυλώνα, αλλά μιλάνε και για λογαριασμό άλλων μεσοποτάμιων εμπόρων και τραπεζιτών. Αυτοί μοιάζουν κάπως με τους πλούσιους μέτοικους της Αθήνας, αλλά εδώ πρόκειται για άλλη κλίμακα ποσών. Μπορούν να διαπραγματευτούν γιατί διαισθάνθηκαν έγκαιρα τις αλλαγές που εγκυμονούν οι καιροί και φρόντισαν να κρύψουν τεράστια πλούτη σε διάφορα σημεία του εμπορικού τους δικτύου.  

Είναι κι αυτοί δυσαρεστημένοι από τους Πέρσες μονάρχες που τις τελευταίες δεκαετίες έβαλαν χέρι στα πλούτη των εμπορικών οίκων και των τραπεζών προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες, αλλά και τις εμφύλιες διαμάχες τους. Με αντάλλαγμα ορισμένα εμπορικά προνόμια, θα χρηματοδοτούσαν ευχαρίστως και αφειδώς τη συνέχιση της εκστρατείας προς τις χώρες των Ινδών».

Μιλώντας ο Ανάξαρχος πλησίασε μια ευμεγέθη κλεψύδρα, τοποθετημένη σε μια ειδική στήλη σε περίοπτο σημείο της αίθουσας, όπου οι τελευταίοι κόκκοι άμμου έρρεαν από το άνω προς το κάτω διάζωμα, και την αντέστρεψε. Μετά ανέβασε την ένταση της φωνής του και είπε:

Αγαπητοί φίλοι μπορούμε να αρχίσουμε. Την συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης θα κάνει ο λογογράφος Ονησίκριτος

***

[1] Γλώνη ή γλήνη: Κούκλα, μαριονέτα

[2] Άβδηρα: Πλούσια πόλη των θρακικών παραλίων που έχτισαν αρχικά άποικοι απ’ τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας και, μετά την καταστροφή της από τη θρακική φυλή των Τριβαλλών, επανοικοδόμησαν άποικοι από την επίσης μικρασιατική Τέω.  Οι Αβδηρίτες είχαν υποδεχθεί φιλικά τους Πέρσες (από τους οποίους είχαν δεχθεί πλούσια δώρα) κατά την εισβολή του 462 π.Χ. και ίσως αυτή να είναι η απώτερη αιτία των σκωπτικών σχολίων που κυκλοφορούσαν εις βάρος τους μεταξύ των λοιπών Ελλήνων. Στις σατιρικές αυτές ιστορίες οι Αβδηρίτες παρουσιάζονται ως ανόητοι και μωροφιλόδοξοι: Κατασκευάζουν  πολυτελή υδραγωγεία χωρίς να διαθέτουν επαρκές νερό,  φτιάχνουν τεράστιες πύλες στα τείχη της πόλης τους αγνοώντας τις βασικές αρχές της περιαστικής άμυνας, και εμπλέκονται σε ατελείωτες δικαστικές διαμάχες για ευτελείς λόγους (¨περί όνου σκιάς¨). Μετά την μάχη των Πλαταιών, τα Άβδηρα εντάχθηκαν στην Αττική Συμμαχία της Δήλου, πληρώνοντας ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν οι φιλόσοφοι Λεύκιπος, Δημόκριτος και άλλοι. Γνωστός Αβδηρίτης και ο σοφιστής Ανάξαρχος που αναφέρεται εδώ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο όγδοο. Οι εκμυστηρεύσεις του Σατράπη.

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο όγδοο.  Ακρόπολη των Σούσων

Όπου ο σατράπης της Σουσιανής κάνει διαφωτιστικές εκμυστηρεύσεις

1

Οι διοικητικές υπηρεσίες της Σατραπείας της Σουσιανής βρίσκονται ως επί το πλείστον στο επίπεδο, κάτω τμήμα της πόλης, ωστόσο, ο ίδιος ο σατράπης κατοικεί σε ένα μέγαρο προσαρτημένο στο συγκρότημα των  βασιλικών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη Ακρόπολη. Εκεί κατευθύνομαι τώρα συνοδευόμενος πάντα από τον Νικία, τον λόγιο που γνωρίζει καλά την περσική γλώσσα.

Ο Αβουλίτης, όπως και οι άλλοι σημερινοί συνομιλητές μου, έχει ειδοποιηθεί  για την επικείμενη επίσκεψη ενός εκπροσώπου της ελληνικής διοίκησης και περιμένει ήδη στην αίθουσα υποδοχής του κτιρίου, πλαισιωμένος από δύο εντυπωσιακά στολισμένους άντρες της προσωπικής του φρουράς. Ωστόσο δείχνει να παραξενεύεται, αν όχι να δυσανασχετεί (και τα ήδη σμιχτά μαυριδερά του φρύδια συνοφρυώνονται ακόμη περισσότερο), όταν διαπιστώνει ότι ο επισκέπτης του δεν είναι ο φρούραρχος Μάζαρος ή ο πολιούχος Αρχέλαος, αλλά ένας από τους συνεργάτες του λόγιου Καλλισθένη, αυτού που ο  πέρσης πρέπει να θεωρεί ως έναν ισχυρό μεν, αλλά και σκοτεινό παράγοντα, με αρμοδιότητες κάπως ασαφείς. Επί πλέον το γεγονός ότι εμφανίζομαι με κάποια ενοχλητική καθυστέρηση, ενισχύει τον έκδηλο εκνευρισμό του.

Εγώ δεν είχα μέχρι τώρα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον ευπροσάρμοστο τέως αξιωματούχο του Δαρείου. Έχω όμως ακούσει τον Καλλισθένη να λέει πως ο Αβουλίτης αποτελεί την προσωποποίηση μιας από τις αιτίες της παρακμής της περσικής αυτοκρατορίας: την στελέχωσή της με ανθρώπους προσκολλημένους στην εξουσία, όχι για την εξυπηρέτηση κάποιου ιδανικού, όχι για το καλό της πολιτείας όποιο κι αν είναι το καθεστώς της, και ούτε – όπως αποδεικνύεται στην πράξη- γιατί είναι αφοσιωμένοι στον μεγάλο ¨Βασιλέα των Βασιλέων¨. Άνθρωποι σαν τον Αβουλίτη είναι προσκολλημένοι στην εξουσία για έναν στοιχειωδέστερο λόγο: απλά και μόνο γιατί εξουσία σημαίνει προνόμια. Ο Αβουλίτης ζει για να απολαμβάνει αυτά τα προνόμια και του είναι αδιάφορο με ποιον θα συμμαχήσει ή σε ποιον θα υποταχτεί προκειμένου να μην τα χάσει.

7

«Αβουλίτη, Σατράπη της Σουσιανής χάρη στη μεγαθυμία του Βασιλέα Αλέξανδρου, σε χαιρετώ!» του λέω, έτσι για να του κόψω την πόζα και ελπίζοντας ότι ο Νικίας θα αποδώσει την ειρωνική μου διάθεση στα περσικά. «Είμαι ο Εύελπις του Ευρύνου, και αυτήν τη στιγμή αντικαθιστώ τον Λόγιο Καλλισθένη που έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον χώρο των ανακτόρων».

«Η ευθύνη για την ασφάλεια στα ανάκτορα και σ’ ολόκληρη την Ακρόπολη ανήκει στην ελληνική διοίκηση», μουρμουρίζει ανάμεσα στα στριφτά μουστάκια του ο σατράπης, αλλά ο Νικίας πιάνει τα  λόγια του και μου τα μεταφράζει.

«Και βέβαια», του απαντώ. «Γι αυτό βρίσκομαι εδώ. Διεξάγω έρευνα για την απόπειρα και ζητώ την άμεση και αμέριστη συνεργασία σου».

Δεν χρειάζεται να γίνω πιο επιγραμματικός, ο σατράπης δείχνει να μαλακώνει με αστραπιαία ταχύτητα.  Τα κρυμμένα κάτω από τον μύστακα χείλια του ανοίγουν (αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρά δόντια) και ένα χαμόγελο που πολύ θα ήθελε να φανεί εγκάρδιο καλύπτει τη γενειοφόρο φάτσα του.

«Κάθισε, αξιότιμε εκπρόσωπε του επιφανούς Καλλισθένη, και θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ σε όλες σου τις επιθυμίες», μου λέει τώρα, σύμφωνα με τον διερμηνέα.

Καθόμαστε, ενώ οι δύο στολισμένοι σωματοφύλακες κατευθύνονται προς την είσοδο της αίθουσας προκειμένου να στηθούν εκεί, αλλά ο σατράπης τους κάνει νόημα να αποσυρθούν κι αυτοί εξαφανίζονται κλείνοντας πίσω τους την πόρτα.

images (14)

Υποπτεύομαι ότι ο Αβουλίτης έχει προετοιμάσει ¨εμπιστευτικές¨ εκμυστηρεύσεις που βεβαίως προορίζονταν για πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους, αλλά που εν τέλει μάλλον αποφασίζει να τις κάνει σ’ εμένα.

«Πληροφορήθηκα το δυσάρεστο περιστατικό», μου λέει. «Και προτίθεμαι να διενεργήσω έρευνα ανάμεσα στους πέρσες των ανακτόρων…»

«Δεν χρειάζεται», διακόπτω (τον Νικία που μεταφράζει). «Αρκεί η φιλότιμη συνεργασία σου στην έρευνα που διεξάγουμε εμείς».

«Όμως, σε αυτήν την περίπτωση μπορώ να κάνω μόνο εικασίες», αντιδρά. «Ενώ αν μου επιτραπεί να διερευνήσω διεξοδικά  το τι συνέβη, τα όσα θα σου πω θα είναι τεκμηριωμένα».

Είναι προφανές ότι ο Αβουλίτης, όχι μόνο είναι ενήμερος για την απόπειρα, αλλά και καταλαβαίνει ότι δημιουργούνται υποψίες για τον ίδιο, πιθανώς και για τη Σισύγαμβρη και θέλει να τις διασκεδάσει. Βέβαια, μάλλον μας θεωρεί αφελείς αν πιστεύει ότι θα αναθέσουμε σ’ αυτόν τον ίδιο την διαλεύκανση της υπόθεσης. Αλλά μάλλον δεν το πιστεύει και γι αυτό εγκαταλείπει το αίτημα χωρίς πολλές αντιρρήσεις.

«Ακούω τις εικασίες» του λέω. Και σε παρακαλώ να είσαι όσο πιο λακωνικός μπορείς» [1]

«Ανάμεσα στους πέρσες ευγενείς υπάρχουν αυτή την στιγμή τουλάχιστον τρεις ομάδες ή μάλλον τρεις τάσεις:», αρχίζει την αφήγησή του ο Αβουλίτης, «Από την μια μεριά εκείνοι που είναι προσκολλημένοι στον Δαρείο, πρόκειται κυρίως για τους συγγενείς του ή ανθρώπους που ευεργετήθηκαν από τους Αχαιμενίδες, από την άλλη εκείνοι που σαν και εμένα αναγνωρίζουν τη στρατιωτική ανωτερότητα των Μακεδόνων και αποδέχονται τη δημιουργία μιας ελληνοπερσικής διοίκησης και, τέλος, λιγότεροι αλλά φανατικοί, ορισμένοι ¨φιλοπάτριδες¨ που ψέγουν τον Δαρείο για υποχωρητικότητα, για ανικανότητα να αντισταθεί στην επέλαση των Ελλήνων και για διάθεση συμβιβασμού με τους εισβολείς. Για αυτούς ο Δαρείος πρέπει να ανατραπεί και εμείς που αποδεχτήκαμε την επικυριαρχία των Μακεδόνων να σταυρωθούμε δημόσια».

«Βρίσκω την ¨εικασία¨ σου αληθοφανή», του λέω. «Αλλά θα ήθελα να μου πεις τα ονόματα μερικών από αυτούς του τελευταίους».

«Αν δεν κάνω λάθος έλαβες μέρος στην εκστρατεία κατά της Περσέπολης…»

Διαπιστώνω ότι ξέρει για μένα περισσότερα από όσα θα ήθελε να παραδεχτεί.

«Ναι, ήμουν παρών» του απαντώ.

«Στην Περσική Πύλη συναντήσατε ισχυρή αντίσταση, έτσι δεν είναι; Θυμάσαι το όνομα του αρχηγού των ιρανικών δυνάμεων στο πέρασμα»;

«Ο Αριοβαρζάνης;»

«Ναι, ο γιος του Αρτάβαζου, του σατράπη της  Φρυγίας»

«Καλά, αλλά μάθαμε ότι αυτός μετά την ήττα, αφού περιπλανήθηκε για λίγο στα βουνά του Ζάγκρου, τελικά ενώθηκε με τα στρατεύματα του Δαρείου στο βορρά της οροσειράς».

«Εκείνο που δε ξέρετε είναι ότι, αφού επέστρεψε ως ¨ηττημένος¨ μεν, αλλά ¨ήρωας¨, στα βασιλικά στρατεύματα, είχε μια μυστική συνάντηση με έναν άλλο, πολύ πιο ισχυρό και επικίνδυνο σατράπη».

«Ποιον;»

2

«Θυμάσαι στην σύγκρουσή σας με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα ποιος ήταν επικεφαλής των στρατευμάτων από τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, που σας πολέμησαν με μένος;»

«Μιλάς για τον Βήσσο;»

«Ναι, μιλάω για τον Βήσσο, η σατραπεία του οποίου δεν έχει ακόμη υποταγεί, και ο οποίος πιθανολογώ – αλλά εξηγούμαι, πρόκειται για εικασία – ότι ηγείται μιας εξέγερσης ορισμένων σατραπών κατά του Δαρείου».

«Ενδιαφέρον», παρατηρώ, και αρχίζω να καταλαβαίνω που το πάει. «Αλλά πως τα  συνδέεις όλα αυτά με τη χθεσινή απόπειρα».

«Εάν υποθέσουμε ότι ο Βήσσος παίρνει πρωτοβουλίες εναντίον σας χωρίς την έγκριση του Δαρείου, το πρώτο που πρέπει να κάνει για να αποκτήσει συμμάχους ανάμεσα στους άλλους ευπατρίδες είναι το να τους πείσει για την αξιοπιστία των προθέσεών του. Να τους πείσει δηλαδή ότι δεν θα τους εγκαταλείψει ξαναβρίσκοντάς τα με τον Δαρείο, όταν αυτοί θα έχουν πια εκτεθεί. Οι καιροί είναι δύσκολοι και οι πέρσες άρχοντες είναι δύσπιστοι. Και, εδώ που τα λέμε, (εδώ ο Αβουλίτης ρίχνει ένα πικρό ή ίσως χαιρέκακο χαμόγελο) γιατί να μην είναι, όταν βλέπουν τον ίδιο τον Δαρείο να παραπαίει και να κάνει προτάσεις συμβιβασμού στον Αλέξανδρο;

Ο Βήσσος λοιπόν πρέπει σε αυτήν την περίπτωση να κάνει πρώτα ένα αποφασιστικό βήμα που θα του στερεί κάθε δυνατότητα υπαναχώρησης. Και αυτό το βήμα -εικάζω- δεν μπορεί παρά να είναι μόνον ένα».

«Δηλαδή;»

«Να ανακηρυχθεί ο ίδιος αυτοκράτορας». 

Μα ναι, είναι μια εκδοχή που ήδη θεωρούσα ότι πρέπει να διερευνηθεί… Όχι με πρωταγωνιστή τον Βήσσο, τις προθέσεις του οποίου αγνοούσα, αλλά οπωσδήποτε κάποιον από τους δυσαρεστημένους με τον Δαρείο πέρσες ευγενείς.

 «Ασφαλώς με τρόπο πανηγυρικό», προσθέτω.

«Ασφαλώς» συμφωνεί. «Αν δεν δείξει ότι έχει τα κότσια να διακινδυνεύσει το κεφάλι του  προχωρώντας σε μια πράξη χωρίς επιστροφή, -και μια τέτοια πράξη είναι το να φορέσει την αυτοκρατορική τιάρα- οι άλλοι, ακόμη κι αν συμφωνούν μαζί του και καταδικάζουν την άτολμη συμπεριφορά του Δαρείου, δεν πρόκειται να τον ακολουθήσουν…»

«Οπότε θα ήταν χρήσιμο γι αυτόν να επικυρώσει την στέψη του με τη κατοχή και την επίδειξη κάποιου ιερού κειμήλιου που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων… Έτσι λες ότι έχουν τα πράγματα Αβουλίτη;»

«Πρόκειται για μια εικασία» μου υπογραμμίζει σχεδόν με παράπονο που δεν τον αφήνουμε να το ψάξει από μόνος του, «αλλά μια εικασία θεμιτή, αν κάποιος γνωρίζει τη νοοτροπία των ημών των Περσών».

 «Έχω ακόμη μια ερώτηση σατράπη Αβουλίτη. Ποιο αντικείμενο, από εκείνα που υπάρχουν στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων θα μπορούσε να έχει τέτοια εμβληματική αξία ώστε ο Βήσσος να διοργανώσει μια επιχείρηση ανάκτησής του».

Το παίζει για λίγο σκεφτικός. Ύστερα μου λέει.

«Υπάρχουν αρκετά. Το ποιο έχει, ενδεχομένως, διαλέξει, εξαρτάται   από τα παράπλευρα μηνύματα που θέλει να στείλει στους άλλους σατράπες και στον λαό των περσών. Εγώ στη θέση σου θα έψαχνα ανάμεσα στα αντικείμενα που ανήκαν στον τελευταίο Αχαιμενίδη βασιλέα, πριν από τον Δαρείο τον Κοδομανό».

«Για ποιο λόγο;»

«Γιατί ο Αρταξέρξης ο τέταρτος δολοφονήθηκε ύστερα από συνωμοσία των αυλικών προκειμένου να αναλάβει την αυτοκρατορία ο Δαρείος. Ο Βήσσος, αν κατάφερνε να στεφθεί με τα σύμβολά του, θα παρουσιαζόταν ως εκδικητής του προηγούμενου βασιλιά και αποκαταστάτης κάποιας παλιότερης νομιμότητας.  Έπειτα λάβε υπ’ όψιν σου ότι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάθε αυτοκράτορας φέρει και τιμά τα ιδιαίτερα εμβλήματα των προηγούμενων αυτοκρατόρων που είχαν το ίδιο όνομα. Επομένως ανάμεσα στα εμβλήματα του Αρταξέρξη του Δ΄ που βασίλεψε μόνο δυο χρόνια, θα βρεις εκείνα των τριών προγενέστερων ομώνυμων βασιλέων. Μπορεί να μην ήταν όλοι τους εξ ίσου δημοφιλείς, αλλά τα εμβλήματά τους θυμίζουν στους λαούς της αυτοκρατορίας τις εποχές της αδιαμφισβήτητης αυτοκρατορικής δύναμης. Ο κάτοχός τους, ιδιαίτερα αν τα έχει ανακτήσει από τους έλληνες, αποκτά σημαντικό κύρος και αναγνώριση».

artaxerxes

Δε ξέρω τι μαθαίνουν οι λαοί της αυτοκρατορίας για τους παλιούς ηγέτες τους και για ποιους λόγους τους ανακηρύσσουν μετά θάνατον ¨ήρωες – πατέρες¨, εγώ όμως, δυο τρία βασικά πράγματα για τους βασιλείς των περσών τα είχα μάθει ήδη στα πρώτα χρόνια της φοίτησής μου κοντά στον Ισοκράτη. Και όχι μόνο τα σχετικά με κάποιους ευρύτερα γνωστούς όπως ο Κύρος ο Β΄, ή ο Δαρείος ο Α΄ αλλά και για εκείνους που έφεραν το περσικό όνομα Αρταξάθρα (βασίλειο της αλήθειας, της ορθότητας), που εμείς το εξελληνίσαμε σε ¨Αρταξέρξης¨.

Ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλέας, πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό, ο Αρταξέρξης, ο Δ΄, όντως βασίλεψε πολύ λίγο. Τον δηλητηρίασε ένας παντοδύναμος αυλικός, αιγυπτιακής καταγωγής, ο περιβόητος Βαγώας (που στα περσικά σημαίνει ευνούχος). Ήταν ο ίδιος που τον είχε στέψει βασιλιά δυο-τρία χρόνια πριν, δολοφονώντας τον Αρταξέρξη τον Γ΄ και πολλούς από τους υπόλοιπους επίδοξους διαδόχους. Εμείς δεν συνηθίζουμε να προάγουμε ευνούχους στα ύπατα αξιώματα, στις αυτοκρατορίες όμως φαίνεται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο Βαγώας λέγεται ότι είχε αποκτήσει εξουσία και πλούτο γιατί είχε συμβάλει στην ανάκτηση της επαναστατημένης Αιγύπτου, αλλά ο Ισοκράτης (στις τελευταίες του παραδόσεις) μας έλεγε ότι εκείνος που  είχε ουσιαστικά επιτύχει αυτήν τη νίκη ήταν ένας έλληνας μισθοφόρος, ο Μέντωρ ο Ρόδιος[2], ενώ ο πλούτος του Βαγώα οφειλόταν, συν τοις άλλοις, στο ότι είχε κατάσχει ιερά αιγυπτιακά κείμενα και, προκειμένου να τα επιστρέψει, είχε ζητήσει και πάρει από τους ιερείς τεράστια ποσά .

Ο προηγούμενος Αρταξέρξης, ο Γ΄, αν και όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν πάνω από εξήντα πέντε χρονών, πρόλαβε πριν καταπιεί το δηλητήριο του Βαγώα, να  βασιλέψει για καμιά εικοσαριά χρόνια. Φημολογείται ότι ήταν ζόρικος τύπος. Εκτός  από την επανάκτηση της Αιγύπτου είχε καταστείλει μια μεγάλη εξέγερση των Φοινίκων.

Τον ακόμη προγενέστερο Αρταξέρξη τον Β΄, εμείς οι Έλληνες τον θυμόμαστε για δύο λόγους:  ο ένας είναι ότι πρόκειται για αυτόν που νίκησε σε (κυριολεκτικά) αδελφοκτόνο πόλεμο τον (αδελφό του) Κύρο,  εκείνον που είχε προσλάβει τους ¨Μυρίους¨ έλληνες μισθοφόρους∙ ο άλλος είναι γιατί οι ενδοελληνικές έριδες (όπως υπογράμμιζε συχνά ο Ισοκράτης) είχαν επί των ημερών του οδηγήσει στην επώδυνη Ανταλκίδειο Ειρήνη,  που εκτός από την επιστροφή των παράλιων μικρασιατικών πόλεων στην περσική επικυριαρχία, τού επέτρεψε για μεγάλο διάστημα (ουσιαστικά μέχρι την νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών) να διαιτητεύει ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις.

Υπήρξε ακόμη ένας Αρταξέρξης, ο Α΄, ο επιλεγόμενος και Μακρυχέρης (φαίνεται ότι όντως είχε το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό). Αυτόν εδώ εμείς οι έλληνες μπορούμε να τον θυμόμαστε χωρίς δυσαρέσκεια. Ήταν ο γιος και διάδοχος  του γνωστού Ξέρξη που υπέστη την πανωλεθρία της Σαλαμίνας, ενώ είχε υποστεί και ο ίδιος βαριά ήττα από τον Αθηναϊκό στόλο, πράγμα που τον υποχρέωσε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της ασιατικής όχθης του Αιγαίου.

Αυτούς λοιπόν τους βασιλείς θέλουν να ανακαλέσουν στη λαϊκή μνήμη οι πέρσες πρίγκιπες προκειμένου να διεκδικήσουν την εξουσία που ακόμη διαχειρίζεται ο Δαρείος; Δεν μου φαίνονται και ιδιαίτερα σπουδαίοι, αλλά παραδέχομαι ότι δεν γνωρίζω αρκετά καλά τη νοοτροπία αυτών εδώ των λαών ώστε να μπορώ να κρίνω με σαφήνεια τις ενέργειές τους.

3 (Persep)

Αποχαιρέτησα τον Αβουλίτη αφού πρώτα τον διαβεβαίωσα ότι εφ’ όσον εκτελεί με ευσυνείδητο τρόπο τα εισπρακτικά του καθήκοντα και φροντίζει ώστε να είναι ανέφελες οι σχέσεις του με τις ελληνικές αρχές, δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τη θέση του ως σατράπης της Σουσιανής. Δεν είναι ότι είμαι απόλυτα πεισμένος για κάτι τέτοιο, αλλά θεώρησα ότι έπρεπε να του πω έναν καλό λόγο, μια που αυτά που εκείνος μου είπε δίνουν κατά πάσα πιθανότητα το νήμα για το ξεμπέρδεμα της υπόθεσης της απόπειρας.

Μετά, αφού ευχαρίστησα και αποχαιρέτισα τον Νικία κατευθύνθηκα προς το κατάλυμα του Καλλισθένη, ελπίζοντας ότι θα βρω τον προϊστάμενό μου καλύτερα απ’ ότι τον άφησα το πρωί.

5

[1] Σημείωση του Εύελπι στο περιθώριο του φύλλου παπύρου: Δεν ξέρω με ποιο συνώνυμο απέδωσε το ¨λακωνικός¨ στα περσικά ο Νικίας, εκτός κι αν η φήμη των νότιων Πελοποννήσιων έχει φτάσει ως τα εδώ εμπλουτίζοντας και την περσική γλώσσα με ένα ακόμη συνώνυμο του ¨ολιγόλογου¨.

[2] Ο Μέντωρ ο Ρόδιος, καθώς και ο νεότερος αδελφός του Μέμνων υπήρξαν ικανοί στρατιωτικοί στην υπηρεσία των τελευταίων περσών ηγεμόνων

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπο εκπόνηση. Μέρος Γ΄Κεφάλαιο έβδομο:Παρακολούθηση

Posted by vnottas στο 31 Δεκεμβρίου, 2015

Κεφάλαιο έβδομο.

Πίσω στην πλατεία των παιγνίων όπου ο Ευρυμέδοντας αποχαιρετά τον Παλαμήδη, …ενώ δύο (αχτύπητοι) αυτοσχέδιοι ανιχνευτές παρακολουθούν τον Άρπαλο

 bank

Ό ήλιος έχει ήδη σκαρφαλώσει ψηλά στον ουρανό των Σούσων, η θερμοκρασία έχει γίνει πλέον ευχάριστη, ενώ στο πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο κυκλοφορεί τώρα πολύς κόσμος. Μετά την εσπευσμένη αναχώρηση του Οινοκράτη και του Χοντρόη,  το Πουλχερίδιο έχει ζητήσει την άδεια να κάνει μια μικρή βόλτα και να χαζέψει την Αγορά εκεί απέξω. Στο κυλικείο έχουν μείνει να κουβεντιάζουν ο Ευρυμέδοντας και ο Παλαμήδης

Οι φόβοι και οι ανησυχίες του τραυματία στρατιωτικού έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του νεαρού Θεσσαλού ιππέα. Η αφήγησή του Αθηναίου δεν ακούγεται παράλογη και συμπίπτει με ορισμένα πράγματα που και ο ίδιος έχει παρατηρήσει κατά καιρούς, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί τη σοβαρότητά τους. Ναι, ίσως ο Παλαμήδης έχει δίκιο. Πολύς τζόγος, πολλοί τοκογλύφοι. Ίσως η γοργή εξέλιξη των γεγονότων, η ασταμάτητη προέλαση, οι συνεχείς νίκες, να έχουν ως παρενέργεια το να  αγνοηθούν κάποιες δυσάρεστες καταστάσεις που βιώνουν οι οπλίτες ή, έστω, ορισμένες ανησυχητικές ενδείξεις για προβλήματα στο προσεχές μέλλον.  Και είναι αναμενόμενο αυτές οι παράπλευρες ¨πληγές¨ να είναι περισσότερο ορατές στη βάση, παρά στο στενό κύκλο των στρατηλατών. Σκέφτεται ότι πρέπει να μιλήσει γι όλα αυτά στον Εύελπι, ίσως και να συντάξει μια κανονική αναφορά προς την ηγεσία της ομάδας, τον Ευμένη ή τον Καλλισθένη… Η επίβλεψη του ηθικού των οπλιτών και τα τυχόν προβλήματα που αναφύονται στη βάση, είναι  ανάμεσα στα καθήκοντα της υπηρεσίας του. Αλλά όχι, καλλίτερα να το συζητήσει πρώτα με τον συνομήλικό του Μεγαρέα.

Όπως και να ‘χει, τώρα αισθάνεται πως πρέπει να εκφράσει τη συμπάθειά του προς τον Παλαμήδη.

foin

«Όσα κι αν είναι τα προβλήματα που ταλανίζουν την εκστρατεία, εσύ Παλαμήδη θα μπορούσαμε να πούμε ότι είσαι τυχερός, έτσι δεν είναι; Τραυματίας στο πεδίο της μάχης, επιστρέφεις στην σημαντικότερη πόλη του ελληνισμού νικητής, τιμημένος από τον αρχηγό, τον βασιλιά των Μακεδόνων. Ο Αλέξανδρος είναι γενναιόδωρος με όσους τερματίζουν την αποστολή τους είτε είναι Μακεδόνες είτε λοιποί Έλληνες…»

«Δεν παραπονιέμαι, Θεσσαλέ. Κι αν το δεξί χέρι δε με υπακούει πια, προσπαθώ να ασκήσω το ευώνυμο. Ελπίζω να καταφέρω να υπερασπιστώ την ανταμοιβή μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής».

«Έχεις συγγενείς που σε περιμένουν στην Αθήνα;»

«Έχω ένα γιο και μια κόρη. Η κόρη μου είναι παντρεμένη. Ο γιος μου ενηλικιώνεται φέτος και θα αρχίσει να συμμετέχει στις κληρώσεις για ορισμένα δημόσια αξιώματα. Χαίρομαι που θα είμαι κοντά του να τον βοηθήσω στα πρώτα του βήματα ως αθηναίο πολίτη. Πάντως…»

«Πάντως, τι;»

«Πάντως φαίνεται ότι και στο Άστυ υπάρχουν προβλήματα. Αλλά σίγουρα εσύ θα ξέρεις περισσότερα».

«Για την Αθήνα; Όχι. Οι σχέσεις φαίνονται ομαλές αυτή την περίοδο. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Αλέξανδρος θαυμάζει την πόλη σας και έχει ήδη δείξει την ανεκτικότητα και τη μεγαθυμία του απέναντί της. Να μου πεις για τους Σπαρτιάτες, μάλιστα!».

«Κυκλοφορούν φήμες για την εμφάνιση σιτοδείας. Λέγεται ότι τα πλοία μας δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό της πόλης σε σιτηρά και παράλληλα ότι πολλοί παλιοί σύμμαχοι έχουν σηκώσει κεφάλι εναντίον μας. Υπάρχει, λένε, πρόβλημα στις πόλεις που έχουν υιοθετήσει δημοκρατικά πολιτεύματα, γιατί οι ολιγαρχικοί συσπειρώνονται και απαιτούν αμνηστία και επιστροφή των εξόριστων».

«Όχι, ειλικρινά δεν έχω ακούσει τέτοιες φήμες. Πάντως μη δίνεις μεγάλη σημασία σε αυτά που κυκλοφορούν», λέει ο Ευρυμέδοντας και ανασηκώνεται. Έχει εντοπίσει την Πουλχερία απέναντι, να περιεργάζεται τα εμπορεύματα ενός πραγματευτή. Της κάνει νόημα να επιστρέψει. «Ιδιαίτερα αυτά που διαδίδονται ανάμεσα στους συνακολουθούντες», συνεχίζει. «Σε κάθε περίπτωση, όπου να ’ναι επιστρέφεις.  Θα διαπιστώσεις μόνος σου τι τρέχει, κι επειδή είσαι Αθηναίος, θα έχεις το προνόμιο να συνεισφέρεις κι εσύ στις αποφάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι δεν είναι;» Ο Θεσσαλός απλώνει τα χέρια του και σφίγγει τα χέρια του Αθηναίου που έχει κι αυτός σηκωθεί όρθιος.

«Έτσι», απαντά εκείνος.

«Ας είσαι λοιπόν γερός Παλαμήδη κι ας είναι ούριοι οι άνεμοι του ταξιδιού σου».

«Να είσαι καλά νεαρέ Θεσσαλέ. Και η μικρή ας πει στη κυρά της να μην ανησυχεί. Η επιστολή της θα παραδοθεί οπωσδήποτε!»

***

 αρχείο λήψης (1)

Ο Οινοκράτης, ο οποίος δεν έχει απομακρυνθεί πολύ από την πλατεία με τα παιχνίδια, σκέφτεται ότι έκανε πολύ καλά που πήρε μαζί του το πουγκί με τα χρήματα των οικιακών εξόδων. Έτσι χάρη σε λίγες υποδιαιρέσεις του ντόπιου Δαρεικού  (και σε μια μικρή δόση από το απαραίτητο παζάρεμα, η αποφυγή του οποίου,  όπως έχει ήδη διαπιστώσει, σ’ αυτά εδώ τα μέρη θεωρείται προσβολή), μπόρεσε να προμηθευτεί δύο από εκείνα τα ολόσωμα ελαφρά και φαρδιά ιμάτια που συνηθίζουν να φοράνε οι γηγενείς, μαζί με δυο λευκά καλύμματα της κεφαλής και του αυχένα.

Αφού λοιπόν ο ίδιος και ο Χοντρόης παραλλάσσονται μέσα σ’ αυτές τις ανώνυμες τοπικές περιβολές και αφού εισπράξουν μια σειρά από θαυμαστικούς γαργαρισμούς του πωλητή (που υποθέτουν ότι αντιστοιχούν σε επαίνους για την κομψότητα της νέας τους εμφάνισης), επιστρέφουν στον αυτοσχέδιο κυνόδρομο, στήνονται στην άκρη της πίστας (όσο πιο μακριά μπορούν από τον Άρπαλο, αλλά χωρίς να πάψουν να τον επιτηρούν) και  αρχίζουν να χειρονομούν και να επιφωνούν μιμούμενοι τους άλλους θεατές.

Στην πίστα, τα σκυλιά τρέχουν πίσω από ένα κομμάτι κρέας δεμένο σ’ ένα σκοινί, με τα αυτιά τους να ανεμίζουν και τα σάλια τους να τρέχουν, καθώς ένας γεροδεμένος δούλος στην άλλη άκρη του κυνόδρομου, στριφογυρίζει ένα είδος τροχαλία που μαζεύει το σκοινί και κάνει την μπριζόλα να τρέχει γρηγορότερα απ’ τα ζώα. Για την ώρα προηγείται ένας θηριώδης γαλατικός σκύλος, αλλά ξαφνικά, ένας μικρόσωμος μπάσταρδος με μια απρόσμενη επιτάχυνση περνάει μπροστά, και καθώς η κούρσα φτάνει στο τέλος της, καταφέρνει να μπήξει τα δοντάκια του στο γοργοπόδαρο κρέας.

¨Προφανώς ο κοπρίτης πεινάει πιο πολύ… αχ αυτή η πείνα!¨, σκέφτεται ο Οινοκράτης και σκέφτεται επίσης ότι ίσως  πρέπει να στοιχηματίσει κι αυτός κάτι στον επόμενο γύρο∙ όμως, την ίδια στιγμή κόβει με την άκρη του αεικίνητου ματιού του τον ευκολομπούχτιστο Άρπαλο, προφανώς απογοητευμένο από την έκβαση του αγώνα, να κάνει νόημα στους δυο ακολούθους του ότι ήρθε η ώρα να την κάνουν για αλλού.

«Από πίσω τους, και  διακριτικά…”, λέει στον στρογγυλό ασιάτη,

images (5)

«Για κοίτα, αυτοί θα καταλήξουν στην ίδια ταβέρνα όπου τους συναντήσαμε χτες», παρατηρεί ο Οινοκράτης.

Πράγματι, οι τρεις Μακεδόνες περπατούν με τον ρυθμό που υπαγορεύει το αργό βήμα του Άρπαλου, κρατώντας τα άλογά τους από τα χαλινάρια και απολαμβάνοντας κατά τα φαινόμενα τον μεσημεριανό περίπατο, προς την γνωστή πλατεία με τα (βρώσιμα) περιστέρια, μπροστά στην Πύλη προς την Βαβυλώνα.

«Φαίνεται ότι το χτεσινό νταβαντούρι τους άρεσε!»

«Είτε, πόπερ τα μάλα πιπιθανότερον εστί, ουδέν μέμνηνται των πεπεπραγμένων την υστεραίαν. Άλλως τε,   εν τη λήξει ξηροί εν κώμα καταπέπεσον», εικάζει ο Χοντρόης.

«Όπως και να ‘χει, καλό είναι να τους περιμένουμε εδώ απ’ έξω», αποφαίνεται ο Σικελός και παίρνει θέση σε ένα πεζούλι, που ο κορμός ενός τεράστιου φοινικόδεντρου κρύβει από τα μάτια όσων μπαινοβγαίνουν στο οινοποτείον ¨Η Ωραία Πατρίς¨.

RF0073

Έχει ήδη περάσει αρκετή ώρα όταν ο (εν τέλει προνοητικός) Οινοκράτης ρίχνει μια περιστροφική ματιά στην πλατεία και λέει στον Ασιάτη: «Μη το κουνήσεις από ‘δω κι έχε τον νου σου στην πόρτα. Εγώ πάω να συνεννοηθώ με κείνους τους αγωγιάτες  στην απέναντι γωνία. Σκέφτομαι ότι, τώρα που ο Άρπαλος και οι δικοί του θα βγουν απ’ την ταβέρνα φαγωμένοι και βαριοί, δεν θα συνεχίσουν πεζή. Επομένως ίσως να χρειαστούμε κι εμείς ένα αμάξι». Πράγματι απομακρύνεται και ύστερα από λίγο επιστρέφει μέσα σε ένα μόνιππο όχημα που κουμαντάρει ένας ντόπιος ηνίοχος. Σχεδόν την ίδια στιγμή οι τρεις μακεδόνες εμφανίζονται στην έξοδο της ταβέρνας ορατά δυσκίνητοι από την κατανάλωση των λιχουδιών του μαγαζιού και τελούντες εν ευθυμία. Ο (λόγω όγκου) εύκολα  διακριτός Κάνθαρος κατευθύνεται στους παρακείμενους στάβλους και επιστρέφει με τα άλογα. Οι τρεις καβαλάνε με κάποια δυσκολία  τα άτια και εγκαταλείπουν την πλατεία χωρίς ιδιαίτερη βιάση. 

Καθώς ο Χοντρόης σκαρφαλώνει στο κάρο, ο Οινοκράτης δείχνει στον αμαξά τους ιππείς που απομακρύνονται, και του κάνει νόημα: «Ακολούθησε αυτούς τους εμπόρους», ενώ παράλληλα απευθύνεται στον ασιάτη: «Πες του το κι εσύ στα περσικά. Να κρατάει απόσταση, αλλά να μη τους χάσει απ’ τα μάτια του».

Ο ήλιος έχει πια πάρει για τα καλά την κατιούσα προς την μεγάλη πεδιάδα των δυο ποταμών, όταν οι τρεις καβαλάρηδες, ιππεύοντας χαλαρά και αστειευόμενοι μεγαλόφωνα μεταξύ τους -ιδιαίτερα όταν διασταυρώνονται με μια φάλαγγα αιχμαλώτων που οδηγείται (ποιος ξέρει που) από ένα άγημα πεζέταιρων-  φτάνουν στο κάπως αλλόκοτο συγκρότημα των κτιρίων όπου φιλοξενείται ο Βαβυλώνιος Θεός  Μαρντούκ. Κοιτώντας τον από την πλευρά του προαύλιου, ο κυρίως ναός υψώνεται πολυώροφος (κάθε όροφος τραβηγμένος προς τα πίσω σχετικά με τον από  κάτω) και επιβλητικός∙ μαζί με τα λοιπά κτίσματά που τον πλαισιώνουν καταλαμβάνουν έναν ολόκληρο οικοδομικό κύκλο, αλλά οι τρεις γνωρίζουν πια τα κατατόπια και κατευθύνονται με σιγουριά προς μια παράπλευρη είσοδο, στα αριστερά της κύριας πύλης. Καθώς εξαφανίζονται πίσω της, στην άλλη άκρη του πλατώματος που ανοίγεται μπροστά στον ναό, έχει ήδη εμφανιστεί και σταματήσει η άμαξα με τους δύο παρακολουθητές.

Assyria_Ninebh_01

Ο Οινοκράτης αφού πληρώσει και διώξει τον ηνίοχο, τραβάει τον στρογγυλό του σύντροφο (από την νεοαποκτημένη φαρδιά ρόμπα) για να κάνουν μια πρώτη αναγνωριστική περιφορά  γύρω  απ το σύμπλεγμα των κτισμάτων.

«Ξέρεις τι είναι εδώ;» τον ρωτάει καθώς περπατούν παράλληλα με τον ψηλό μαντρότοιχο που κρύβει το εσωτερικό του συγκροτήματος.

Ο Χοντρόης του απαντά ότι, ναι ξέρει, αλλά ότι θα προτιμούσε να μη ξέρει, γιατί εδώ είναι η έδρα των φοβερών και τρομερών ιερέων του Μαρδούκ, του Βαβυλώνιου θεού που το ιερό πυρ του Αχούρα Μάσδα δεν έχει ακόμη καταφέρει να τον εξαγνίσει, που πάει να πει να τον καταστρέψει και να τον εξαφανίσει οριστικά από το Πάνθεον της Ανατολής.

«Καλά», λέει συγκαταβατικά ο Σικελός. «Ας πάμε τώρα να βρούμε ένα κατάλληλο σημείο απ’ όπου να μπορούμε να δούμε αν μπαινοβγαίνουν εδώ κι άλλοι ενδιαφέροντες τύποι, εκτός από τους τρεις γνωστούς μας ¨εμπόρους¨.

Όταν είσαι δούλος μαθαίνεις να περιμένεις. Συνήθως χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι. Ας πούμε, το να πάρει αποφάσεις το αφεντικό. Να περιμένεις με δική σου πρωτοβουλία είναι κάτι αλλιώτικο. Ίσως πιο συναρπαστικό, αλλά ίσως πάλι δεν είναι αυτή η καταλληλότερη λέξη. Πάντως, οι δύο πρόσφατοι ας-πούμε-φίλοι, περιμένουν τώρα πίσω από μια συστάδα διακοσμητικών θάμνων στην άκρη του πλατώματος χωρίς να δυσανασχετούν.

…Και, καθώς η νύχτα παίρνει να καλύπτει σιγά σιγά την Πόλη των Κρίνων, παρατηρούν ότι η κίνηση γύρω από τον ναό αρχίζει, απρόσμενα, να αυξάνεται. Από τα σκοτεινά πλέον γύρω στενά,  εμφανίζονται και συρρέουν προς το πλάτωμα διάφοροι τύποι, κυρίως άνδρες, αλλά και γυναίκες, ποικίλης ηλικίας. Οι περισσότεροι είναι τυλιγμένοι σε φαρδιά άβαφα ιμάτια λίγο πολύ όμοια με εκείνα που τώρα καλύπτουν τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Μάλιστα, καταφτάνουν και μερικοί μικροπωλητές, στις τάβλες των οποίων υπάρχουν κεριά, κεραμικά σύμβολα του βαβυλώνιου θεού, αλλά και φαγώσιμα προς σπονδή ή άμεση κατανάλωση, σημάδι ότι το τέμενος είναι απόψε ανοιχτό και δέχεται τους πιστούς. Πολλοί κοντοστέκονται στο πλάτωμα συζητώντας μεταξύ τους, αλλά ο κύριος όγκος κατευθύνεται προς την μνημειακή σκάλα της κεντρικής πύλης. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, απόψε, διεξάγεται κάποια τελετή, κάποια ¨λειτουργία¨, πολύ περισσότερο που σε λίγο από το εσωτερικό του ναού αρχίζουν να αναδύονται ήχοι παράταιρων ψαλμών.

post-f7

Όμως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Οινοκράτης διαθέτει μάτι οξυδερκές και παρατηρητικό, και έτσι δεν του διαφεύγει ότι μερικοί επισκέπτες δεν κατευθύνονται τελικά προς την κύρια πύλη του τεμένους, αλλά ότι επωφελούνται από τον συνωστισμό που επικρατεί τώρα στο πλάτωμα, για να ¨τρυπώσουν¨ όσο πιο διακριτικά μπορούν σε εκείνη την ίδια παράπλευρη πύλη από όπου, προηγουμένως,  είχαν μπει μέσα οι τρεις ψευτο-έμποροι.

Ο Οινοκράτης εστιάζει, όσο μπορεί, σε αυτήν τη δευτερεύουσα είσοδο και τους επισκέπτες της, χωρίς όμως να καταφέρει να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την ταυτότητά τους, μέχρις ότου, μια από τις σκιές που μπαίνουν εκεί τραβάει την προσοχή του. Μα ναι, αυτήν την κοντή καμπούρικη σκιά νομίζει ότι την αναγνωρίζει. Αν δεν πρόκειται για οφθαλμαπάτη οφειλόμενη στο χαμηλό φωτισμό των δαυλών της πύλης, η σκιά έχει φτυστό το περίγραμμα ενός ¨συναδέλφου¨. Ο Οινοκράτης ονομάζει ¨συναδέλφους¨ τους δούλους που, όπως και ο ίδιος, ασκούν ¨προχωρημένα¨ καθήκοντα, σαν, ας πούμε, του οικονόμου, ή του παιδαγωγού, ή του γραμματικού, και οι οποίοι έχουν συνήθως αισθητά βελτιωμένη μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους. Αυτός εδώ είναι προσκολλημένος σε έναν αβδηρίτη σοφιστή, τον οποίον ακολουθεί κατά πόδας, καταγράφοντας τις σοφίες που  εκείνος (επίτηδες ή κατά λάθος) εκφωνεί, ούτως ώστε να μην τις στερηθεί η αιωνιότητα. Επομένως, αν η σκιά αντιστοιχεί σε αυτόν τον ¨συνάδελφο¨ (όσο κι αν ένας βαβυλωνιακός ναός δεν είναι το πιο προσιδιάζον μέρος για κάτι τέτοιο) κάπου εκεί πρέπει να βρίσκεται και το αφεντικό του, ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης.

«Ξέρεις τι θα κάνουμε τώρα σύντροφε;» γυρίζει και ρωτάει τον Χοντρόη.

Εκείνος του απαντάει ότι ξέρει. Θα πάνε να φάνε κάτι τι, γιατί δεν έχουν βάλει τίποτα στο στόμα τους μετά τα πρωινά κεράσματα του Παλαμήδη. Και προσφέρεται να πάει να αγοράσει κανα φαγώσιμο από τους μικροπωλητές έξω από τον ναό.

«Θα πάμε να προσκυνήσουμε!» διευκρινίζει ο Σικελός. «Αλλά αφού επιμένεις, πάρε λίγους οβολούς και άντε πρώτα να φέρεις μερικές πίτες από τα καροτσάκια».

tiamat-as-a-serpent

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Νίκος, τέσσερα ποιήματα

Posted by vnottas στο 19 Δεκεμβρίου, 2015

(γράφει  ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Στριμωγμένοι σε εξισώσεις και τετραγωνικές ρίζες

που μόλις είχαν χαραχτεί με κιμωλία

στον πίνακα της τρίτης Γυμνασίου

οι αριθμοί άρχισαν να διαπληκτίζονται.

Η επιθετική διάθεση του τρία

απέναντι στο εφτά ήταν εμφανής

αλλά το πέντε ουδόλως συμφωνούσε

και το ψιθύρισε στο εννέα.

Μετά μπήκε στη μέση το δύο

και είπε τη γνώμη του

βρίσκοντας ανταπόκριση από το οχτώ.

Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε το ένα

 που μέσα σ’ απόλυτη ησυχία

αφού κανείς δεν το αμφισβητούσε

τονίζοντας μια μια τις συλλαβές

τους είπε χωρίς να δέχεται αντίλογο:

καλά τι αμετροέπεια είναι αυτή

λησμονήσατε ότι όλοι μας

προερχόμαστε εκ του μηδενός;

Τότε ακριβώς ήταν που ο  μαθηματικός

είπε στον καλύτερο της τάξης

καθάρισε παιδί μου τον πίνακα

τώρα θα συνεχίσουμε με γεωμετρία.

images (14)

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Μια Δευτέρα του 1946

πρωταπριλιά ήταν

έλαβα θέση κι εγώ

στην αφετηρία εκκίνησης

της λύσης του αινίγματος.

Πέρασαν τα χρόνια

κι ακόμη πορεύομαι αμήχανος

γεμάτος απορίες

καθώς οι ανισόπεδες διαβάσεις

δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο

το περίπλοκο εγχείρημα.

Ξέρω μόνο πως αποφασίζουν άλλοι

για την τύχη μου

ίσως κι εγώ για κάποιους απ’ αυτούς.

Γνωρίζω ακόμα πως ο καθένας

τελικά είναι ακριβός και μόνος.

Τέλος έμαθα πως τα μυστικά

δεν κρύβονται στους ίσκιους

αλλά συνήθως στο ξετσίπωτο φως.

Γεννήθηκα εδώ

στα χαλάσματα που γράφω τώρα

και ταλανίζομαι από το μύθο

της αιώνιας αλήθειας.

Τα βυσσινί μάτια της βουκαμβίλιας

του κήπου μου

γεμάτα από ήλιο

απλώς μου επιβεβαιώνουν

καθώς λιγοστεύει ο χρόνος μου

πως το αίνιγμα του κόσμου

είναι αξεδιάλυτο

γι αυτό συναρπαστικό κι ωραίο

όπως ακριβώς της πρωταπριλιάς του 1946

που πήρα θέση στη γραμμή εκκίνησης.

βουκαμβίλια-φωτογραφία

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΛΠΙΔΑ

Η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο λόγος

μου είπε η γριά Σειρήνα

κι εγώ σκέφτηκα ψύχραιμος:

εν αρχή ην ο λόγος

έχει δίκιο.

Αργότερα όμως άλλαξε γνώμη

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ η θυσία

μου ψιθύρισε τραγουδιστά

κι εγώ φοβισμένος αναλογίστηκα:

θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης

ίσως να γνωρίζει.

Όμως αυτή συνέχισε ατάραχη

να μεταβάλει άποψη:

η τελευταία σου ελπίδα ειν’ ο θάνατος

κάγχασε μέσα στον ύπνο μου

φιλοσοφία μελέτη θανάτου εστί

μου  ‘ρθε στο νου

και προφασιζόμενος

ότι δεν αντέχω την μελέτη

την στραγγάλισα.

images (16)

ΕΠΑΝΟΔΟΣ

Τώρα που βρήκε τις λέξεις

δεν ήθελε με τίποτα να τις χάσει

τις συγκράτησε λοιπόν πάση θυσία.

Όμως τι απογοήτευση δοκίμασε

όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσει

και διαπίστωσε με έκπληξη

ότι  μ’ αυτές τίποτα

δεν μπορούσε πια να πει

αφού ήταν τελείως ακατοίκητες.

Αυτά που εννοούσαν είχαν προ πολλού μετακομίσει.

Έτσι ξαναγύρισε στη σιωπή.

IMγG_1890

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Λεωφορείο το θέατρο

Posted by vnottas στο 17 Δεκεμβρίου, 2015

LEOFORIO

 (γραφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το  δύσκολο Θέατρο

Ξυπνάω στις επτά. Είτε κοιμηθώ στις τρεις ή στις τέσσερις τα ξημερώματα, στις επτά ,είμαι στο πόδι. Πίνω τον καφέ μου σιγά-σιγά ενώ βλέπω στη τηλεόραση όλα τα νέα, αλλάζοντας δυο-τρία κανάλια, δήθεν για να έχω μια σφαιρική ενημέρωση.

Ξέρω πολύ καλά τι παίζουν και μόνο που χρησιμοποιείται απ όλους ο όρος «παίζουν» φτάνει για να καταλάβω-εδώ και χρόνια-ότι πρόκειται για θέατρο. Φυσικά κακής ποιότητας. Το 1974 πήρα απ το Σωματείο εισιτήριο της Εργατικής Εστίας για ένα έργο του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι άλλαξε η ζωή μου. Τότε ήμουν νεαρός και δυναμικός συνδικαλιστής. Το έργο είχε τίτλο  «η μεταφυσική του μοσχαριού με τα δυο κεφάλια..». Ήταν ενός Πολωνού συγγραφέα. Όσοι πήγαμε δεν καταλάβαμε τίποτα. Εγώ όμως κατάλαβα καλά πως μας έστειλαν στο θέατρο, για να μην καταλάβουμε τίποτα. Κατάλαβα μετά από καιρό, πως όλα ήταν «θέατρο»  και πήγαινα στο θέατρο για να βλέπω πως παιζόταν το θέατρο, ώστε όταν φεύγεις από μέσα ,να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Δηλαδή όλα να φαίνονται υπερβολικά, η φτώχεια, η κουταμάρα, η εξυπνάδα, η ομορφιά, η ασχήμια. Κι ακόμα το χειρότερο ήταν για μένα ,πως οι ηθοποιοί έπαιζαν υπερβολικά τους ρόλους τους ή φωνάζαν, λες και ήμασταν όλοι από κάτω κουφοί. Μετά άρχισα σιγά-σιγά να κάνω «θέατρο» τη ζωή μου, δηλαδή, μου άρεσε να νομίζω πως είμαι κάτι άλλο απ αυτό που είμαι, αλλά με προσοχή, χωρίς ακραίο παίξιμο και είδα πως έπιανε μέσα μου και έξω μου  και αισθανόμουν καλά.

Έπιανε το θεατρικό μου κόλπο στη δουλειά, στις σχέσεις, στους συγγενείς, στο δρόμο…Λέγαν όλοι «δεν αγριεύει ο Ξενοφών αλλά όταν αγριεύει, αγριεύει…» ή «δεν γελάει συχνά ο Ξενοφών Καρακώστας αλλά όταν γελάει, γελάει…»

Παίρνω το αυτοκίνητο και φτάνω στο αμαξοστάσιο στις οκτώ. Θα πω τις καλημέρες μου στον επόπτη και στον βοηθό του και θα παραλάβω ένα από τα αρθρωτά λεωφορεία -που ευτυχώς είναι αυτόματα – και θα βγω με τη δέουσα πάντα προσοχή στον κεντρικό άξονα, αρχίζοντας το δρομολόγιο Φοίνικας-Σιδηροδρομικός Σταθμός. Ανάλογα με την εποχή πότε ζέστη, πότε κρύο, ρυθμίζω το κλιματιστικό. Σταματώ με προσοχή σ όλες τις στάσεις, επιτηρώ απ την οθόνη του καντράν τις πόρτες. Δεν απαντώ, παρά μονολεκτικά στους ανόητους -κυρίως το κάνουν οι ηλικιωμένοι-όταν ρωτούν αν θα κατέβουν σωστά και σε ποια στάση.

Έχω ήδη συμπληρώσει τριάντα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά και είμαι απίστευτα τυχερός γιατί δεν έπεσα σε μεγάλες φασαρίες, δεν μου έριξαν διαδηλωτές μολότοφ στο λεωφορείο, δεν έγιναν παρά ελάχιστα δυσάρεστα περιστατικά μέσα, οι όποιοι ελεγκτές δεν βρήκαν να σημειώσουν κάποια παράβαση μου, είμαι προσεκτικός, διαρκώς, φοράω ένα ζευγάρι γυαλιά  eagl eye κι έτσι βλέπω τα πάντα πιο φωτεινά. Τα τελευταία δυο χρόνια λίγο έχουν δυσκολέψει τα πράγματα, γιατί μερικές φορές βλέπω στις στάσεις, να περιμένουν διάφοροι περίεργοι, αλλά προς το παρών ελέγχω την κατάσταση. Στους γιατρούς που μας εξετάζουν μια φορά το χρόνο, δεν έχω πει τίποτα για τους περίεργους στις στάσεις.

 Εισιτήριο-ιππήλατου-λεωφορείου-το-1864

Δεν χρειάζονται κουβέντες με τους επιβάτες κι αυτοί δεν πρέπει να μιλούν στον οδηγό…Σταματώ και παίρνω. Βάζω μέσα κουρασμένους απ τη ζωή τους,   απογοητευμένους, συνταξιούχους, χαζοχαρούμενα παιδιά, δημοσίους υπαλλήλους και μερικές φορές νομίζω πως στοιβάζω στρατιώτες από κάποιο μέτωπο που υποχώρησαν, ίσως κάποιο ηρωικό πρόσωπο του παρελθόντος κυρίως σκηνές από ταινίες που είδα.

‘Έχει δυο-τρεις μήνες τώρα, που βλέπω διάφορους περίεργους στις στάσεις, είτε μπροστά στη Νομαρχία, είτε στη Διαγώνιο, είτε στην Αγία Σοφία…Άλλοι περιμένουν κανονικά, με ρούχα όμως άλλης εποχής -της δικής τους- χωρίς οι επιβάτες να τους κοιτάζουν περίεργα και μερικοί ανεβαίνουν στο αστικό μου και κάθονται σιωπηλοί, προτιμώντας τις θέσεις πίσω απ τον οδηγό. Δηλαδή μόνο εγώ τους βλέπω.

Προχθές βλέπω στη στάση της Νομαρχίας να περιμένει ένας στρατιωτικός μ’ ένα τεράστιο σπαθί και μπλε σκούρο καπέλο και μόλις επιβιβάζεται τον αναγνωρίζω αμέσως. Ήταν ο στρατηγός Τζορτζ  Άρμστρογκ  Κάστερ. Στέκεται όρθιος και κρατιέται απ τον πλάγιο βραχίονα της θέσης μου και κοιτούσε ερευνητικά τα στενά της Βασιλίσσης Όλγας. Τον κοιτάζω κλεφτά απ τον καθρέπτη και τον ρωτάω  «πάμε καλά ή θα μας τσακίσουν οι Σιου στο Λιτλ μπιγκ  Χορν  στρατηγέ μου;» Αυτός με κόβει με αυστηρή ματιά και απαντάει μέσα απ τα δόντια του  «αν τολμούν ας κατέβουν απ’ τους λόφους που κρύβονται…»

Rotation-of-general-insignia

Κατέβηκε στη Διαγώνιο χωρίς μιλιά. Εγώ όμως του φώναξα «καλή τύχη Στρατηγέ μου..». Τότε ένα γεροντάκι που καθόταν στη πρώτη σειρά, μονολογεί δυνατά, «στρατηγός ε και παίρνει το λεωφορείο ε,ε. Παλαιά θυμάμαι οι στρατηγοί πηγαίναν με γυαλιστερά  τζιπ αλλά σήμερα, τι να σου κάνουν κι οι στρατηγοί… κι αυτοί έχουν κουτσουρεμένες συντάξεις, πάει, πάει  χάλασαν όλα…»

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο  έκτο: Στον ανακτορικό ναό του Αχούρα Μάσδα

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2015

images (7)

Όπου ο Εύελπις συναντά τον Πέρση αρχιερέα Αζάρη

Στα ανατολικά του ανακτορικού συγκροτήματος ο Αζάρης μας υποδέχεται στον πρόναο του τεμένους του Αχούρα Μάσδα και μετά μας οδηγεί σε μια ακόμη ψηλοτάβανη αίθουσα στολισμένη με περίτεχνα ανάγλυφα και επιπλωμένη με πολυτελή καθίσματα.  Μια μεγάλη φωτιά με έντονες γαλαζωπές φλόγες καίει στο κέντρο του χώρου μέσα σε έναν ορειχάλκινο δίσκο. Ο μακροπρόσωπος ιερέας μας κάνει νόημα να καθίσουμε γύρω απ’ το χαμηλό τραπέζι, όπου έχουν ήδη σερβιριστεί πολύχρωμα ποτά.

Δεν χρειάζεται να του κάνω προκαταρκτική ενημέρωση για τα όσα έχουν συμβεί, γιατί ο ιερωμένος παίρνει πρώτος το λόγο και μου λέει σε κατανοητά ελληνικά ότι γνωρίζει τα σχετικά με την χθεσινή απόπειρα, ότι την καταδικάζει απερίφραστα και ότι έχει ήδη ζητήσει τη συμβολή των θεών του στην ταχεία ίαση του Καλλισθένη.

Δεν εκπλήττομαι. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα θα ήταν δύσκολο η αναστάτωση που δημιουργήθηκε μετά την συμπλοκή, χτες, να περνούσε απαρατήρητη από τους Πέρσες που εξακολουθούν να διαμένουν στην Ακρόπολη των Σούσων. Ιδιαίτερα απ’ αυτούς που δεν τελούν υπό άμεση επιτήρηση, και ακόμη περισσότερο από έναν ιερέα∙ αυτοί είναι γνωστό ότι καταφέρνουν να τα μαθαίνουν όλα πρώτοι. Αναμενόμενη είναι και η λεκτική καταδίκη της χθεσινής επίθεσης, καθώς και τα ¨περαστικά¨ για τον Καλλισθένη. Ίσως πιο αξιοπερίεργη προκύπτει η σχετικά καλή χρήση από μέρους του της ελληνικής γλώσσας∙ χτες μιλούσε και έψελνε μόνο στα περσικά.

DSC_0554_zpsltzsom9j

Είναι αρκετά ευφυής για να καταλάβει την απορία μου και σπεύδει να διευκρινίσει ότι όταν ήταν νεότερος είχε ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στις ελληνικές  πόλεις της ασιατικής ακτής που μέχρι πρόσφατα τελούσαν υπό τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Όταν συναντηθήκαμε χτες το πρωί είχε χρησιμοποιήσει τα περσικά γιατί ήταν παρούσα η βασιλομήτωρ, προς την οποία θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να επιδείξει τον απαραίτητο σεβασμό.

Ο Νικίας βλέποντας ότι δε θα χρειαστεί η μεταφραστική του βοήθεια ανασηκώνεται, αλλά του κάνω νόημα να παραμείνει. Θεωρώ ότι υπάρχει πάντα η περίπτωση να υπάρξουν προβλήματα γλωσσικής κατανόησης. Μετά απευθύνομαι στον Αρχιερέα.

«Ποια είναι λοιπόν η άποψή σου για τα όσα συνέβησαν Μεγάλε Ερμηνευτή του Αχούρα Μάσδα;»

Ένα χαμόγελο τέμνει οριζόντια το επίμηκες πρόσωπό του αποκαλύπτοντας δύο ευμεγέθεις κονικλοειδείς κοπτήρες.

«Η ερώτησή σου απευθύνεται στον ηττημένο Πέρση ή στον Ιερέα;»

Αυτός εδώ αρχίζει να μου προκύπτει πιο σύνθετος, πιο μπερδεμένος, απ’ ότι προμηνύει το ελαφρώς φαιδρό παρουσιαστικό του. Βέβαια, ξέρω πια ότι οι Πέρσες έχουν μανία με τους διχασμούς και τις διχοτομήσεις. Αλλά αφού του αρέσουν οι ερωτήσεις, είναι η σειρά μου:

«Ποιος από του δύο έχει να μου πει κάτι το ενδιαφέρον;»

images (9)

«Ως Πέρσης», μου απαντά, «θεωρώ περιττό να προσθέσω οτιδήποτε στα όσα είναι αυτονόητα. Μια επιθετική ενέργεια ενάντια στις ισχυρές και μέχρι στιγμής αήττητες δυνάμεις των εισβολέων είναι αναμενόμενη και, απ’ ότι ξέρω, σύμφωνη με τη θέληση όλων των Θεών του πολέμου, συμπεριλαμβάνοντας και τον δικό σας τον Άρη. Ανάλογες ενέργειες αντίστασης θα κάνατε κι εσείς, ή μάλλον έχετε ήδη κάνει στο παρελθόν και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο μια που αγνοώ οτιδήποτε αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό.

«Και ως αρχιερέας;»

«Ως ιερέας, οφείλω να έχω μια γενικότερη οπτική πάνω στα όσα έχουν προδιαγράψει οι θεότητες. Και δεν έχω αντίρρηση να σου πω όσα μου υπαγορεύει αυτή η οπτική. Όμως αυτά δεν έχουν άμεση σχέση με το χτεσινό επεισόδιο. Αφορούν στο πως μπορούμε να κάνουμε λιγότερο επώδυνη τη σημερινή σχέση ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες.  Επομένως θα καταχραστώ τον πολύτιμο χρόνο σου, μόνον εάν εσύ το κρίνεις χρήσιμο.

Σκέφτομαι ότι ο Αζάρης θέλει να διατυπώσει με τρόπο λογικό, αυτά που η Σισύγαμβρη έχει συλλάβει από ένστικτο. Δηλαδή πως ο συμβιβασμός του Αλέξανδρου με τον Δαρείο -επικυρωμένος αν είναι δυνατό και από έναν δυναστικό γάμο- και η συνεπακόλουθη μοιρασιά της αυτοκρατορίας, θα μπορούσε να είναι, εν τέλει, η καλύτερη λύση.

«Σε ακούω σεβάσμιε Ιερέα», του λέω.

Παίρνει μια ανάσα, και αρχίζει ως εξής:

«Έρχεστε από μακριά, αν και τα ήθη σας δεν μας είναι άγνωστα. Ορισμένες από τις πόλεις σας θα έλεγα ότι ¨κοσμούσαν¨ μέχρι πρόσφατα την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Κάποιες απ’ αυτές, όπως την Μίλητο για παράδειγμα,  τις γνώρισα  όταν ήμουν νέος και πρέπει να πω ότι τις θαυμάζω για τη ζωτικότητά τους. Θα σου εξομολογηθώ ότι, ήδη από τότε,  φοβόμουν ότι αν οι πόλεις των Γιουνάν ομονοήσουν και στραφούν προς ανατολάς, η Αυτοκρατορία θα κινδύνευε. Δυστυχώς για εμάς, οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν.

Σήμερα τα στρατεύματά σας έχουν αποκόψει την χώρα των Περσών από τις πιο εύφορες προσαρτήσεις της, τη Δυτική Ασία, τη Συρία και την πεδιάδα των δύο Ποταμών.  Για να μη μιλήσω για την Αίγυπτο, όπου όμως δεν είχαμε καταφέρει να στερεώσουμε την επικυριαρχία μας. Όμως τα εδάφη  που γέννησαν τους Πέρσες, η κοιτίδα και η αφετηρία τους, είναι ακόμη σε θέση να αντισταθούν. Ο Μεγάλος Βασιλέας βρίσκεται ήδη εκεί και ετοιμάζει την αντεπίθεση. Όσο επώδυνη κι αν είναι η άλωση και η καταστροφή της Περσέπολης, ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, και οι μελλοντικές καταστροφές δεν αποκλείεται να μην αφορούν μόνο τους Πέρσες».

images (5)

«Θέλεις να πεις ότι για το κοινό καλό συντάσσεσαι με εκείνους που επιθυμούν να πάψουν οι εχθροπραξίες και βρεθεί μια συνεννόηση;» 

Ο Αζάρης με κοιτάζει με βλέμμα εξεταστικό και έντονο.

«Όχι μόνον αυτό», υπερθεματίζει.

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή για να αποφευχθούν οι μαζικοί σκοτωμοί, για να επέλθει η ομόνοια μεταξύ των λαών μας και για να δημιουργηθεί μια κοινή μελλοντική Ιστορία, δεν αρκεί να τα βρουν μεταξύ τους οι στρατηλάτες». 

«Αλλά;»

«Πρέπει να συμφωνήσουν οι Θεοί!»

Τώρα ναι, αρχίζω να καταλαβαίνω καλύτερα που το πάει ο Αζάρης.

«Νομίζεις, Μεγάλε Αρχιερέα,  ότι οι δικοί σας θεοί θα είχαν αντίρρηση σε μια συμφωνία ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες;»

«Δεν το νομίζω, αλλά σε κάθε περίπτωση εδώ είμαστε και μπορούμε να κάνουμε επίκληση στην ευμένεια και την κατανόηση τους. Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός». Σιωπά πάλι για λίγο και μετά επανέρχεται. «Όμως δεν ξέρω πως θα το πάρουν οι δικοί σας Θεοί. Όπως δεν ξέρω ποιος είναι ο πιο έγκυρος μεσολαβητής με τους Θεούς σας».

Τον κοιτάζω ερωτηματικά…

«Μα ναι», συνεχίζει, «το μόνο που ξέρω είναι ότι ο Βασιλεύς των Μακεδόνων συνοδεύεται από έναν μάντη – ιερέα, τον οποίο συμβουλεύεται συχνά∙ κάποιοι μιλάνε και για κάποιο είδος μάγισσας, αλλά πιθανόν πρόκειται για φήμες. Όμως δεν βλέπω πουθενά το επίσημο Ιερατείο των Ελλήνων Θεών».

images (6)

Αν ο Καλλισθένης δεν μου είχε μιλήσει -συχνά θα έλεγα- για τους τρόπους με τους οποίους οι ανατολίτες ιερείς ανακατεύονται και διεκδικούν ένα τμήμα της εξουσίας, ομολογώ ότι θα είχα μείνει ενεός με τον τρόπο που τούτος εδώ συλλογιέται.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αντιμετωπίσαμε ήδη αυτό το φαινόμενο στην Αίγυπτο: Ένα πανίσχυρο ιερατείο, με γνώσεις καλυμμένες από πέπλα θεϊκού μυστηρίου, αλλά ικανό να εγγυηθεί χειροπιαστά πράγματα, όπως τη συναίνεση των υπηκόων και την κατά το δυνατό ομαλή καθοδήγηση της χώρας. Αυτοί είναι που μεσολάβησαν στην αναίμακτη παράδοση της Αιγύπτου στους Έλληνες και που διευθέτησαν την ¨υιοθέτηση¨ του Αλέξανδρου από τους θεούς τους. Όμως στην Αίγυπτο η στρατιά έμεινε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και, όσο και εάν η ομάδα μας ενδιαφέρεται για αυτά τα θέματα, δεν προλάβαμε να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τη νοοτροπία και τις μεθόδους τους.

Να όμως που και εδώ, απ’ ό, τι φαίνεται, το ιερατείο διεκδικεί τη συμμετοχή του στις εξελίξεις. Ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να μάθω περισσότερα για τις προθέσεις τους από αυτόν εδώ τον υψηλόβαθμο ανακτορικό ιερέα που δηλώνει πρόθυμος να συνεργαστεί.

«Ο Αρίστανδρος από την Τελμησσό» του απαντώ, «ο ιερέας που συμβουλεύει τον άνακτα, είναι ένας ικανός μάντης και το έχει αποδείξει σε πολλές περιπτώσεις. Οι συμβουλές του θεωρούνται πάντα πολύτιμες, αλλά, όπως συμβαίνει και με τους λοιπούς μάντεις, αμφισβητούνται μόνο σε μία περίπτωση: εάν συμβεί να συγκρουστούν με αυτά που υπαγορεύει μια άλλη θεότητα, που δε διαθέτει ναούς και βωμούς θυσιών, η οποία όμως είναι όλο και πιο σημαντική για τους Έλληνες, όπως ίσως γνωρίζεις από την περίοδο που έζησες στην Ιωνία. Η θεότητα αυτή, που αποκαλείται Λόγος ή Λογική, μπορεί να μην έχει ιερείς, υποστηρίζεται όμως από ανθρώπους αποδεδειγμένης σοφίας, καθώς και από πειστικούς ρήτορες. Ο Αριστοτέλης ο δάσκαλος του Αλέξανδρου είναι ένας από εκείνους που διερευνούν τους νόμους που υπαγορεύει ο Λόγος».

Ο Αζάρης κάνει μια μικρή κίνηση δυσανασχέτησης, αλλά ¨τσιμπάει¨.

«Αυτά που μου λες μπορεί να ισχύουν για ορισμένους από σας. Κυρίως για τους Αθηναίους και τους οπαδούς τους. Όμως αγαπητέ μου, ο καιρός των Αθηναίων έχει περάσει. Ξέρουμε ότι ηττήθηκαν στους εσωτερικούς πολέμους της Ελλάδας, όπως εξ άλλου εξαντλήθηκαν και οι φονταμενταλιστές Λακεδαιμόνιοι. Και εγώ σε ερωτώ: οι Μακεδόνες που σήμερα ηγούνται σ’ αυτή την προσπάθεια οικουμενικής εξάπλωσης των Ελλήνων, διαθέτουν πειθώ και χειριστές πειθούς, έτσι ώστε να ελπίζουν να πείσουν τις μάζες των Ασιατών και να γίνουν αποδεκτοί ως μία νέα ηγετική τάξη στις χώρες της Ανατολής;  Δεν διστάζω να σου πω ότι, από αυτά που είμαι σε θέση να παρατηρήσω, η άποψή μου είναι αρνητική. Δεν διαθέτετε έναν τέτοιο εργαλείο.

Ahuru-Mazda-Persian-Achaemenid-wall-art-reliefZoroastrian-god

Θα σου πω κάτι ακόμα. Από ό, τι αναφέρουν οι γραφές αντιμετωπίσαμε κι εμείς ανάλογα προβλήματα όταν κατακτήσαμε τις χώρες της Μεσοποταμίας. Εδώ υπήρχαν ισχυροί θεοί και τολμώ να πω, ένα ακόμη πιο ισχυρό ιερατείο. Τα προβλήματα που μας δημιούργησαν δεν τα λύσαμε ποτέ στο σύνολό τους. Δυστυχώς και για εσάς, το ιερατείο αυτό υπάρχει ακόμη.

Ξέρω ότι σας διευκόλυναν να καταλάβετε την Βαβυλώνα, ξέρω επίσης ότι πήραν τα πρώτα ανταλλάγματα. Οι Μακεδόνες τους επέτρεψαν να ξαναλειτουργήσουν ορισμένους ναούς που εμείς είχαμε κλείσει, και να ιδρύσουν νέους. Ξέρω επίσης ότι σας προτείνουν, – διακριτικά γιατί δε θέλουν να γίνει γνωστό το ύψος του πλούτου  που έχουν ακόμη στα χέρια τους- τη συμβολή τους στη χρηματοδότηση της εκστρατείας. Σχετικά με αυτό, ένα έχω να πω: Αν δεν είστε εξαιρετικά προσεκτικοί θα διαβρωθείτε χωρίς καν να το αντιληφθείτε».

Τον κοιτάζω προσεκτικά. Αν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του εξακολουθούν να παραπέμπουν σε άνδρα εύθυμο αν όχι φαιδρό, παρατηρώντας τον νομίζω ότι διακρίνω τα ίχνη μιας πραγματικής ανησυχίας. Το θέμα είναι τι τον ανησυχεί πραγματικά. Αποφασίζω να του θέσω άμεσες ερωτήσεις, ώστε να εκμαιεύσω μια απάντηση έξω από τους μεγάλους εμφανείς κοπτήρες του.

«Τι είναι λοιπόν Μεγάλε Αρχιερέα εκείνο που προτείνεις στους Μακεδόνες;»

«Προτείνω την ασφαλέστερη δυνατή συμμαχία: μια συμμαχία Θεών.  Ή μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, προς το παρόν προτείνω μια εκεχειρία. Οι Θεοί μας δεν θα σας πολεμήσουν, αντίθετα θα επιτρέψουν την αποδοχή σας από τις μάζες. Εσείς δε θα πολεμήσετε τους θεούς μας. Αργότερα, είναι σίγουρο ότι οι συνθήκες θα οδηγήσουν στη γέννηση νέων θεοτήτων, που θα έχουν τα καλύτερα από τα κοινά χαρακτηριστικά των λαών μας και θα είναι ικανές να καθοδηγήσουν τη νέα Ελληνοασιατική Αυτοκρατορία».

Ρίχνω μια ματιά στον Νικία δίπλα μου και με κοιτάζει κι αυτός. Το βλέμμα του εμπεριέχει ερωτηματικά και αρκετή δόση έκπληξης…

«Αλλιώς…;»

«Αλλιώς είναι πολύ πιθανές οι ακόλουθες εξελίξεις: Εσείς, δεδομένου ότι δεν διαθέτετε ένα οργανωμένο ιερατείο, και επί πλέον αγνοείτε τα τοπικά ήθη και την τοπική νοοτροπία, θα αναγκαστείτε να αποδεχτείτε την στήριξη των Μάγων της Βαβυλώνας, (εσείς τους αποκαλείτε έτσι, αν και δεν έχουν καμιά σχέση με τους παλιούς Μάγους των Μήδων ή τους δικούς μας Μάγους του ήπιου Ζωροαστρισμού) Αυτούς που είμαι σίγουρος ότι ήδη προσπαθούν να σας πείσουν ότι γνωρίζουν καλύτερα τους λαούς της εύφορης πεδιάδας. Έτσι θα τους παραδώσετε, αμαχητί, την σημαντική εξουσία της πειθούς. Μη ξεχνάτε, όμως, ότι είναι ισχυρότεροι από ότι φαντάζεστε και ότι ξέρουν να διακινούν, μαζί με τη λατρεία των θεών τους, αφανή μεν, αλλά πραγματικό πλούτο. Επομένως θα είναι επικίνδυνοι για σας, ακόμη και αν δεχτούν να θεοποιήσουν τον βασιλιά σας∙ ίσως μάλιστα σε αυτή την περίπτωση να αποδειχτούν ακόμα περισσότερο επίφοβοι, γιατί θα ζητήσουν να αναλάβουν οι ίδιοι τα τελετουργικά της λατρείας και μαζί  όλα τα σχετικά προνόμια».

«Και εσείς; Τι θα κάνετε σ’ αυτή την περίπτωση;»

«Εμείς θα βρεθούμε υποχρεωμένοι να κάνουμε παραχωρήσεις προς ορισμένες ομάδες φανατικών που επιθυμούν την εφαρμογή μιας ακραίας εκδοχής της διδασκαλίας του προφήτη Ζαρατούστρα και οι οποίοι έχουν ενισχυθεί έντονα τον τελευταίο καιρό. Κατηγορούν το ιερατείο για υπερβολική ανοχή απέναντι στις άλλες θεότητες και τους ηγεμόνες για πολιτική υποχωρητικότητα απέναντι στους μη Πέρσες, καθώς και αναποτελεσματική αντίσταση στην επέλαση των Ελλήνων. Διακατέχονται από υπερβολική επιθυμία να προσδιορίζουν κάθε φορά και με κάθε ευκαιρία το ¨καλό¨ που πρέπει να προστατευτεί και το ¨κακό¨ που πρέπει να πολεμηθεί. Να σκεφτείς ότι απεχθάνονται τους ναούς και ότι προτιμούν να ιερουργούν στην ύπαιθρο και να αφήνουν τους νεκρούς στο έλεος των όρνεων, παρά να τους θάβουν.  Αν επικρατήσουν δεν θα έχουμε προβλήματα μόνο εμείς, αλλά και εσείς».

***

page21

Με τον Νικία πάντοτε πλάι μου, εγκαταλείπω τον Ναό του Αχούρα Μάσδα  και κατευθύνομαι προς τον χώρο σίτισης της φρουράς. Έχει ήδη μεσημεριάσει για τα καλά και αισθάνομαι ότι, πριν συναντήσω τον Πέρση σατράπη, πρέπει κάτι να βάλω στο στόμα μου και να στυλωθώ.

Καθόμαστε στα τραπέζια των αξιωματικών και ενώ περιμένουμε τους υπηρέτες να μας φέρουν τους δίσκους που παραγγέλλουμε,  προσπαθώ να συνοψίσω τα αποτελέσματα από τις πρώτες αυτές επαφές. Το πρώτο μου συμπέρασμα είναι μάλλον απαλλακτικό για τους δύο πρωινούς μου συνομιλητές. Σίγουρα έχουν συγκεκριμένες επιδιώξεις και πιθανότατα ενεργούν παρασκηνιακά για να τις υλοποιήσουν, αλλά αν τα όσα διηγούνται είναι αληθινά (και δε βλέπω γιατί να μην είναι) δεν έχουν λόγο να είναι αναμεμιγμένοι στη χθεσινή απόπειρα. Η βασιλομήτωρ επιθυμεί την ευόδωση μιας συνεννόησης ανάμεσα στο Δαρείο και τον Αλέξανδρο, και η ανάμιξή της σε κάθε ενέργεια που οξύνει το κλίμα στα ανάκτορα δυσχεραίνει την υλοποίηση αυτής της επιθυμίας.

Ο Αζάρης πάλι, έχει δικά του σχέδια για τη αυριανή δομή της εξουσίας στην Ανατολή. Σχέδια που σύμφωνα με τις εκμυστηρεύσεις του αποβλέπουν σε έναν ¨αμοιβαία επωφελή¨ συμβιβασμό ανάμεσα στους πέρσες, -αλλά εννοεί κυρίως το επίσημο περσικό ιερατείο- και τον Μακεδόνα.

Οι απόψεις του μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες, μια που εξαρτώνται από εντάσεις που δεν δίστασε να μου περιγράψει: φαίνεται  ότι στο χώρο των ιερέων υπάρχει μια διπλή έντονη ρήξη. Αφενός ανάμεσα στο αυτοκρατορικό ιρανικό ιερατείο και το ντόπιο ιερατείο που καθοδηγείται από τους μάγους της Βαβυλώνας και αφετέρου ανάμεσα στους ιερείς της επίσημης θρησκείας και κάποιων ζηλωτών που επιζητούν την κάθαρση της ¨λατρείας του πυρός¨ από τις ¨μαλθακές¨ αυτοκρατορικές αντιλήψεις, την επιστροφή στην αρχική της καθαρότητα και , γιατί όχι, στην αρχική της επιθετικότητα.

Μπορεί, σκέφτομαι, να μην έχω ακόμη κάτι το χειροπιαστό για τους υπεύθυνους της χθεσινής δολοφονικής απόπειρας, αλλά οι πιθανοί ένοχοι ανάμεσα στους ένοικους του παλατιού, μειώθηκαν ήδη κατά δύο. Κάτι είναι κι αυτό για την ώρα.

Μα τον Δία (ποιον άλλο;) δεν βλέπω την ώρα να συζητήσω όλα αυτά με τον Καλλισθένη, του οποίου οι αναλύσεις σχετικά με την σημασία της ¨εξουσίας της πειθούς¨ ακόμη μια φορά επαληθεύονται. Αλλά πρέπει ακόμη να δω τον ντόπιο Σατράπη.

αρχείο λήψης (4)

Φτάνουν οι δίσκοι με τα εδέσματα και ένας αμφορίσκος με αραιωμένο κρασί.

 «Ας ελπίσουμε» λέω στον Νικία ανυψώνοντας με ευχητήριο τρόπο το ποτήρι μου, «ότι από τον Αβουλίτη θα εκμαιεύσουμε πιο συγκεκριμένα πράγματα».

«Είθε!» μου απαντάει.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μελανιές

Posted by vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2015

x12099400

Κονδυλοφόροι στα δάκτυλα…

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το 1961 ήμουν υποχρεωμένος να βρίσκομαι κάθε απόγευμα στο σταθμό της Βασιλικής Χωροφυλακής σ  ένα χωριό του Έβρου. Εκεί, παρουσία του πατέρα μου διάβαζα κι έγραφα τα μαθήματα μου, μέσα στο γραφείο του, απλώνοντας τα βιβλία μου και τα δυο  μου τετράδια σ ένα μικρό τραπεζάκι.

Ο σταθμός τότε είχε προσωπικό, τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν διοικητής σε επτά χωριά και πέντε χωροφύλακες που ήταν, απ τα μισόλογα που έλεγαν οι συμμαθητές μου, ο φόβος και το τρόμος των ντόπιων.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη έκανα την καλλιγραφία μου στο τραπεζάκι βουτώντας τον κονδυλοφόρο στο μελάνι, κι ο πατέρας μου παιδευόταν μ ένα χειροκίνητο τηλέφωνο, για να μιλήσει σε κάποιον ανώτερο του, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα ο χωροφύλακας ο Βαγγέλης, που έριχνε το περισσότερο ξύλο απ όλους,  στους λίγους που υπήρχαν κομμουνιστές, έχοντας γραπωμένο απ το γιακά, κάποιον   Σίμο -γύρω στα σαράντα- που έλεγαν πως ήταν ο μόνος ‘αδιόρθωτος’ αριστερός στο χωριό.

Τον πέταξε πάνω σ ένα ξύλινο καναπέ κι είπε στον πατέρα μου ‘τον έφερα για να του ρίξουμε  ένα μπερντάκι πέρα απ το πρωινό γαμώ το καντήλι του, ε καπετάνιο..’

imagesδ (3)

Τότε ο Βαγγέλης γύρισε και με είδε και μου λέει  ‘ας πάρω τους κονδυλοφόρους σου αγόρι μου για λίγο..’ ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει και παίρνοντας τρεις κονδυλοφόρους, ανοίγει τα δάκτυλα του Σίμου  και τους βάζει ανάμεσα τους και ύστερα ,του σφίγγει δυνατά το χέρι, κι αυτός βγάζει ένα ουρλιαχτό σαν σκυλί που το κλωτσάνε κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω κι ο πατέρας μου χασκογελάει, ενώ στο γραφείο οι Χριστοπαναγίες χτυπούν από τοίχο σε τοίχο και μέσα μου, το μόνο που υπάρχει, το νιώθω,  είναι ένα μίσος και τίποτα άλλο, τίποτα άλλο, τίποτα άλλο…

Βγήκα τρέχοντας απ το γραφείο και πήγα δίπλα στη κουζίνα του σταθμού όπου ένας άλλος χωροφύλακας έτρωγε τη φασολάδα του και γελούσε  ακούγοντας τις κραυγές ‘ έλα κάτσε -μου λέει- θα τον γαμήσουν στο ξύλο αυτόν τον άχρηστο ,ο πατέρας σου κι ο Βάγγος’ κι εγώ τον ρώτησα τι θα τον κάνουν  μετά….

Αυτός -ενώ ακούγαμε τα ουρλιαχτά του Σίμου- μου εξήγησε πως αργότερα θα πάει στο σπίτι του και θα ειδοποιήσει τη μητέρα του να ‘ρθει να τον πάρει, γιατί μετά το ξύλο δεν μπορούσε να περπατήσει και γι αυτό τον κουβαλούσε η μητέρα του στη πλάτη.

Δεν θυμάμαι και πολλά για μετά, τι ακριβώς έγινε, παρά μόνο, πως παρόλο που έγραφα όμορφα γράμματα στη καλλιγραφία μου, σιχαινόμουν για χρόνια , πολλά-πολλά χρόνια, τους κονδυλοφόρους.

ηγ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, κεφάλαιο πέμπτο. Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

Posted by vnottas στο 23 Νοεμβρίου, 2015

Κεφάλαιο πέμπτο. Κεντρική αγορά των Σούσων: η Πλατεία των Παιγνίων.

Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

images (7)

Ακούγοντας το όνομα της Θαΐδας ο Παλαμήδης ξαναβάζει το βαλάντιο, που είχε ασυνείδητα ανασύρει καθώς παρακολουθούσε το παιχνίδι των κύβων, στο θυλάκιο κάτω από τον μανδύα του και χαμογελάει.

«Ώστε σας στέλνει η Θαΐδα», λέει φωνάζοντας ώστε να καταφέρει να ακουστεί πάνω από τη βαβούρα του παιχνιδιού. «Τι κάνει αυτή η ψυχή;  Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι αυτήν; Μου φαίνεται σαν χτες, κι όμως τώρα που το σκέπτομαι, την τελευταία φορά που την είδα ήμασταν ακόμη στην Αθήνα…

Αλλά, περιμένετε, εδώ έχει πολλή φασαρία. Δε μπορεί να μιλήσει κανείς. Πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνο το περιστύλιο, στο βάθος».

Ρίχνει μια περιστροφική ματιά στους τέσσερεις που έχουν μαζευτεί γύρω του. «Μα πόσοι είστε; Είναι και ο παχουλός Πέρσης μαζί σας; Εντάξει, ελάτε όλοι.   Αν δεν μου φέρνετε δυσάρεστα νέα, θα σας κεράσω ένα ποτήρι κρασί».

«Η νεαρή από ‘δω είναι ακόλουθός της Θαΐδας», διευκρινίζει ο Ευρυμέδοντας καθώς προχωρούν προς το περιστύλιο, όπου  κάτω απ’ τον ίσκιο μιας συστάδας φοινικόδεντρων και πάνω σε στενόμακρους πάγκους σερβίρουν ποτά και μεζέδες από ένα παρακείμενο περσικό μαγαζί. «Θα σου εξηγήσει η ίδια περί τίνος πρόκειται».

Κάθονται στα πέτρινα πεζούλια που περιστοιχίζουν τους πάγκους και το Πουλχερίδιον εξηγεί στον απόμαχο τι ακριβώς θέλει η κυρά της απ’ αυτόν. Ύστερα βγάζει από το δισάκι που έχει περασμένο στον ώμο της το μικρό κύλινδρο και του τον δίνει.

«Αυτό είναι όλο;» αναρωτιέται ο Παλαμήδης, παίρνοντας στα χέρια του τον πάπυρο. «Να πεις στην κυρά σου ότι θα εκτελέσω την επιθυμία της μετά χαράς. Και να της μεταφέρεις την αγάπη μου. Πες της ότι η Αθήνα δε θα είναι ίδια χωρίς αυτήν». Ύστερα σηκώνει το χέρι του και ένας αεικίνητος σερβιτόρος εμφανίζεται για να πάρει παραγγελία.

arhaia-ellada-diatrofi

«Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν αίσια επιστροφή», λέει ο Ευρυμέδοντας και αφού χύσει μια γουλιά κρασί στο δάπεδο, σηκώνει τον κύλικα ψηλά. Οι άλλοι τον μιμούνται.

«Σας ευχαριστώ» απαντάει ο απόμαχος, υψώνοντας κι αυτός τον κύλικά του με το αριστερό χέρι.

Πίνουν.

«Ποια, άραγε, θα μπορούσε να είναι η ευτυχέστερη στιγμή μιας εκστρατείας παρά η επιστροφή των νικητών στην πατρίδα», παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας και νιώθει να τον πλημμυρίζει κάτι σαν απρόβλεπτη συγκίνηση, που ξαφνιάζει και τον ίδιο.

Ο Παλαμήδης τον κοιτάζει προσεκτικότερα.

«Βλέπω ότι δεν είσαι Μακεδόνας, και σίγουρα ούτε Αθηναίος… Σε ποια μονάδα υπηρετείς συμπολεμιστή;»

«Είμαι Θεσσαλός ιππέας από την Φάρσαλο, αλλά μ’ έχουν αποσπάσει στην υπηρεσία των λογογράφων, εννοώ εκείνους που βρίσκονται υπό την ηγεσία του Καλλισθένη του Ολύνθιου και του Ευμένη του Καρδιανού».

Ο απόμαχος κουνάει το κεφάλι του με νόημα. «Οι οποίοι, από ό, τι ξέρουμε όλοι, είναι κάτι παρά πάνω από απλοί καταγραφείς των γεγονότων…».

Ο Ευρυμέδοντας, που έχει ακούσει κι άλλες φορές αυτό το σχόλιο, ειπωμένο άλλοτε με φόβο, άλλοτε με ψόγο, σπάνια με σκωπτική διάθεση, χαμογελάει: «Δεν γίνεται καταγραφή χωρίς πρώτα να συλλεχθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες».

«Έχεις δίκιο» παραδέχεται ο Αθηναίος. «Ούτε πόλεμος. Ούτε καν συντονισμός της εκστρατείας».

αρχείο λήψης (1)

Ο Παλαμήδης μένει για λίγο σιωπηλός κι έπειτα κοιτάζει τον νεαρό Θεσσαλό στα μάτια.

«Κοίτα συμπολεμιστή. Εγώ, καλώς ή κακώς φεύγω. Όχι επειδή το ζήτησα, αλλά επειδή έτσι το θέλησε η ειμαρμένη. Αφού όμως το ‘φεραν οι θεοί πριν φύγω να συναντήσω κάποιον σαν κι εσένα, δηλαδή κάποιον από εκείνους που ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στη βάση του στρατεύματος, για το τι λένε και τι σκέπτονται οι οπλίτες, λέω να σου πω μερικές κουβέντες, κι εσύ καν’ τες ό, τι θέλεις.

Αν θες, κράτα τες για τον εαυτό σου∙ είσαι νέος και μπορεί να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα τι τρέχει γύρω μας αυτήν τη μπερδεμένη και πυκνή σε γεγονότα εποχή, ή αν θες πάλι ανάφερέ τες στους ανώτερούς σου∙ κανονικά, κι αν δεν έχω εκτιμήσει λάθος τη δουλειά που κάνουν, θα πρέπει, όσα σου πω, να τους ενδιαφέρουν.

Σου μιλάει ένας Αθηναίος πολίτης, από εκείνους που, όταν καλούνται να συναποφασίσουν στην εκκλησία του Δήμου για σημαντικά ζητήματα, θέλουν να γνωρίζουν όσο γίνεται  περισσότερα για τα επίμαχα θέματα. Ένας από εκείνους που εκτιμούν  τις πληροφορίες, και περισσότερο εκείνες που με την κατάλληλη επεξεργασία καταλήγουν σε πολύτιμες γνώσεις».

Ο Ευρυμέδοντας κοιτάζει κι αυτός παρατηρητικά τον απόμαχο.  Προς στιγμήν αναρωτιέται αν τον περιμένει μια ακόμη φλυαρία από εκείνες που συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, αυτοί τέλος πάντων που εγκαταλείπουν την ενεργό δράση, ή εάν αυτός ο συμπαθής ψηλός γκριζομάλλης έχει να του πει κάτι το ενδιαφέρον. Αποφασίζει ότι  ακόμη κι αν ισχύει η πρώτη εκδοχή, είναι ορθό να δείξει τον πρέποντα σεβασμό προς τον τραυματισμένο πολεμιστή. Έπειτα, δεν έχει κανείς κάθε μέρα την ευκαιρία να ακούσει την περίφημη αττική διάλεκτο όπως την μιλάει ένας γνήσιος Αθηναίος.

Ο Θεσσαλός ρίχνει μια ματιά και στους άλλους: Ο Οινοκράτης, πλάι του, δείχνει να ενδιαφέρεται για τη συζήτηση, ενώ στην άλλη του πλευρά το  Πουλχερίδιον έχει κουρνιάσει κάτω από τη στρατιωτική του χλαμύδα, μια που το λεπτό της φόρεμα δεν αρκεί για να την προφυλάξει από την πρωινή ψύχρα. Ο Χοντρόης περιφέρει (κυκλικά) το ανήσυχο βλέμμα του στον δρόμο, έξω από το περιστύλιο.

«Σε ακούω συμπολεμιστή», λέει ο Ευρυμέδων.

zari

«Είμαστε σε αυτή την εκστρατεία εδώ και τέσσερα χρόνια. Νικάμε. Και όχι τον οποιοδήποτε δικό μας, ή κάποια από τις άγριες συνοριακές φυλές του βορρά, αλλά την μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Οι μισθοί των στρατιωτών φτάνουν πλέον χωρίς καθυστερήσεις. Κι εμείς οι τραυματισμένοι και οι απόμαχοι επιστρέφουμε με τιμές στην Ελλάδα.

Πράγματι έτσι είναι και γι αυτό θα είχες ίσως δίκιο να μου πεις: τι θέλεις Παλαμήδη και γκρινιάζεις; Τι έχεις δει που δεν πάει καλά; Τι βλέπεις εσύ που οι αρχηγοί δεν βλέπουν;

Τι βλέπω… Ας αρχίσουμε από αυτό που μπορείς να δεις και εσύ Θεσσαλέ. Κοίτα εκεί έξω. Τους βλέπεις τους πάγκους με τα παιχνίδια; Εγώ τους γνωρίζω καλά. Δεν πρόκειται, όπως μοιάζει, για τη δίκαια αναψυχή των πολεμιστών που μετά τις πολεμικές συγκρούσεις στριμώχνονται και εκτονώνονται γύρω από τα ζάρια∙ πρόκειται για την αναπάντεχη, οργανωμένη και κρυφή ήττα τους! Ξέρω τι σου λέω.

Στην αρχή, καταφτάνουν γύρω από αυτά τα τραπέζια άμαθοι. Νομίζουν ότι αφού οι θεοί τους γλίτωσαν από τους κινδύνους της μάχης, είναι πλέον άτρωτοι σε οποιαδήποτε διακινδύνευση. Όμως, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, έχουν πια εθιστεί στον  τζόγο.

Τι κι αν το ξέρουν πως πρόκειται για απάτη. Τι κι αν ξέρουν ότι εκτός από τους επιτήδειους που στήνουν τα παιχνίδια, είτε τους δικούς μας είτε τους ντόπιους, δεν κερδίζει κανένας άλλος. Παίζουν και χάνουν. Αυτοί, που η Ιστορία θα καταχωρήσει ως τους κατ’ εξοχήν νικητές! Χάνουν κανονικά. Συστηματικά.

Δεν ξέρω αν παίζεις Θεσσαλέ, αλλά σίγουρα θα έχεις ακουστά για εκείνους, είναι πια πολλοί, που έχασαν περιουσίες ολόκληρες σ’ ένα ανόητο στοίχημα.

Και τι έγινε, θα μου πεις. Ας χάσουν και κανένα μισθό. Παθήματα, μαθήματα. Αυτοί δε θα ζήσουν όπως εμείς στις περίκλειστες αυτόνομες πόλεις μας, όπου όλοι εποπτεύουν και προστατεύουν όλους και κυρίως τους νέους. Αυτοί εδώ θα ζήσουν στη νέα μεγάλη ενιαία αυτοκρατορία. Πρέπει να μάθουν να αυτόπροστατεύονται.

Ίσως θα έπρεπε να είναι έτσι. Όμως δεν είναι. Η απομύζηση των οπλιτών δεν γίνεται μόνο με τα τυχερά παιχνίδια. Έχει κι άλλα σαγόνια.

Για κοίτα εκεί παρακάτω, όχι δε λέω για τους μπερντέδες των πορνείων, κοίταξε εκείνα τα πολυτελή τραπέζια πού ‘ναι στημένα στην άκρη του δρόμου, μπροστά από τα μαγαζιά και τις αποθήκες των ντόπιων -οι οποίες, αν πλησιάσεις, θα διαπιστώσεις ότι είναι γεμάτες με λάφυρα πολέμου.

Romanreliefbank

Σε τούτη τη γωνιά της Αγοράς είναι μαζεμένα τα περισσότερα τραπέζια. Πρόσεξε τους τραπεζίτες τους. Δεν είναι μόνον οι γνωστοί συνακολουθούντες, οι νομισμανταλλάκτες και οι αργυραμοιβοί.   Τα διακρίνεις τα σαρίκια και τις πολύχρωμες στολές των ντόπιων τοκογλύφων; Τους βλέπεις, με τους γραφείς και τους δραγουμάνους από κοντά, να διαλαλούν το εμπόρευμά τους; το Χρήμα! Βλέπεις τους δούλους που από τους κουβάδες με την νωπή άργιλο φτιάχνουν τα πλακίδια όπου θα καταγραφούν οι όροι των συναλλαγών;  Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι Βαβυλώνιοι που ισχυρίζονται ότι έχουν ειδική άδεια, μετά από την αναίμακτη παράδοση της πόλης τους, να δανείζουν έντοκα τους οπλίτες μας και να αγοράζουν τα λάφυρα;

Μα ναι, τα ξέρεις όλα αυτά. Κυκλοφορείς στη πόλη και τα βλέπεις. Εκείνο που ίσως δε ξέρεις είναι πόσοι από τους στρατιώτες μας είναι ήδη καταχρεωμένοι.

Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουν, έχουν διανύσει έναν  πλήρη κύκλο από αίμα και χρήμα, χωρίς τελικά να αποκομίσουν παρά χρέη. Μάχες, νίκες, λάφυρα που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να αποθηκευτούν και  που ανταλλάσσονται με νομίσματα. Χρήματα και τιμαλφή, κερδισμένα χάρη στα ξίφη που όμως θα διασπαθιστούν για να δημιουργηθούν τελικά νέα χρέη.

Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτο ή πιθανότατα, λέω εγώ, ελεγμένο από δυσδιάκριτους παράγοντες, που η ηγεσία πρέπει να βρει και να εξουδετερώσει. Έγκαιρα. Εάν Θεσσαλέ, δεν πάρετε μέτρα, σε λίγο καιρό τα προβλήματα που σωρεύονται στο στράτευμα θα οδηγήσουν σε εκτροπές που δε θα μπορείτε πια να ελέγξετε».greekvases-2-640

Καθώς ο Παλαμήδης εκφράζει τις ανησυχίες του για την πορεία της εκστρατείας και ενώ ο νεαρός Ευρυμέδοντας, ο Οινοκράτης, ακόμη και το Πουλχερίδιον, τον παρακολουθούν τώρα με ενδιαφέρον, ο μόνος που μοιάζει να είναι αλλού είναι ο Χοντρόης.  Ο Πέρσης έχει προσηλώσει το βλέμμα του στο βάθος, απέναντι από το περιστύλιο, όπου σε μια πρόχειρα περιφραγμένη αυτοσχέδια αρένα, ετοιμάζεται η διεξαγωγή ενός αγώνα ταχύτητας με πρωταγωνιστές, αν κρίνει κανείς από τις υλακές που φτάνουν ως εδώ, σκύλους-δρομείς.

Δεν είναι η κυνοδρομία που έχει τραβήξει τη προσοχή του Χοντρόη -αυτό το παιχνίδι είναι γνωστό στα Σούσα και δεν εντυπωσιάζει κανένα- αλλά κάποιοι από τους  επισκέπτες που καταφτάνουν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα και να στοιχηματίσουν.

Ο Πέρσης περιστρέφει τώρα το στρογγυλό του κεφάλι προς τον Οινοκράτη και προσπαθεί να του κάνει διακριτικά νόημα, αλλά εκείνος είναι προσηλωμένος στην αγόρευση του Παλαμήδη και δεν παίρνει χαμπάρι, έτσι ο Χοντρόης τον τραβάει απ’ το ιμάτιο, και όταν εκείνος σκύβει του λέει.

«Παπαρατήρησε έναντι, Οίνον-Εκράτη. Ανεφάνη Χωλός μετά των αυτού συνοδών».

«Τι λες Χοντρόη; Τι θέλεις τώρα πάλι…» αρχίζει να διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης, αλλά μετά διαπιστώνει περί τίνος πρόκειται:   Στο βάθος, ανάμεσα στους κυνόφιλους τζογαδόρους έχει εμφανιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα του Άρπαλου καθώς και των σωματοφυλάκων του, του μετρίως γιγαντιαίου Κάνθαρου και του ακουστικώς προικισμένου Σωσίβιου.

Ο Οινοκράτης καταπίνει βιαστικά το υπόλοιπο κρασί του, ζητά ευγενικά την άδεια να εγκαταλείψει την συντροφιά προκειμένου να ασχοληθεί με τις δουλειές της ημέρας και, τραβώντας τον Χοντρόη από το μανίκι, εξαφανίζεται μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που έχει γεμίσει το πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο.

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μάθημα Ανατομίας…

Posted by vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2015

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

  The_Anatomy_Lesson

Ο καθηγητής Ιατρικής Διαμαντής Καρλάφτης έχει για τους φοιτητές του το παρατσούκλι ‘ο κόφτης’ γιατί διδάσκει Ανατομία, μάθημα δηλαδή που θα το δώσεις τουλάχιστον δυο φορές και θα είσαι τυχερός αν το περάσεις με 5.

Είναι πέντε το απόγευμα, και στο αμφιθέατρο της Ανατομίας ο καθηγητής βρίσκεται μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι επίδειξης, όπου επάνω του κείτεται το πτώμα ενός άντρα 75 περίπου ετών. Με το νυστέρι του, έχει ανοίξει το στέρνο μέχρι το κάτω μέρος της κοιλίας και με τα επιδέξια χέρια του ανασύρει τους δύο πνεύμονες σε σχήμα κώνου, τονίζοντας  στους επτά φοιτητές γύρω του, πως ‘ο δεξιός πνεύμων είναι πιο ογκώδης  του αριστερού’… Ρωτάει με ειρωνικό ύφος, μήπως ξέρει κάποιος απ τους φοιτητές γιατί είναι πιο ογκώδης ο δεξιός πνεύμων, δεν παίρνει απάντηση, οπότε τους λέει με υποκρυπτόμενο σαρκασμό πως…’ ο δεξιός πνεύμων είναι ταυτόσημος με τη πολιτική, άρα εκπροσωπεί τη Δεξιά…’ και γελά πρώτος πριν αρχίσουν να γελούν δειλά οι φοιτητές…

Όλοι φορούν άσπρες μάσκες και μπλε γάντια στα χέρια, ώστε η φαινόλη και η φορμαλδεύδη του πτώματος, να μην ενοχλεί την εκπαιδευτική ομήγυρη, παρά το γεγονός πως το μάθημα Ανατομίας είναι το πλέον σιχαμερό και ανάλογο του πόσο προετοιμασμένος είναι ψυχολογικά ο εκπαιδευόμενος να το αντέξει.

Ο καθηγητής Καρλάφτης συνεχίζει τώρα βγάζοντας το συκώτι, επισημαίνοντας πως το βάρος του είναι σταθερό, γύρω στα 1500 γραμμάρια, διότι όπως γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, -λέει ειρωνικά πάντα- βρίσκονται άνθρωποι τριγύρω μας να μας πρήξουν το συκώτι, άλλωστε κι εσείς το κάνετε συνεχώς σε εμένα…

άσκα-ος-κουκουβαγιών-μάθημα-ανατομίας-η-με-έτη-του-ανθρώπινου-σκε-44277510

Οι φοιτητές γελούν, βρίσκουν τον ‘κόφτη’ καθηγητή να είναι κεφάτος σήμερα, ο οποίος δείχνοντας τώρα τον σπλήνα, τους επισημαίνει πως θα ήταν ενδιαφέρον ν ανατρέξουν στο πίνακα ‘μάθημα ανατομίας του δόκτορος Τουλπ’ του Ρέμπραντ ‘διότι η ανατομία είναι το ήμισυ της Ιατρικής…’

Το μάθημα διακόπτει με την είσοδό της στο αμφιθέατρο, η γραμματέας του καθηγητή, η οποία κάτι του λέει στο αυτί κι αυτός ανακοινώνει στους φοιτητές ότι θα λείψει για περίπου μισή ώρα στο γραφείο του, πλην όμως αυτοί να περιεργαστούν τα όργανα του πτώματος και με την επάνοδο του, η παράδοση θα συνεχιστεί.

Μόλις φεύγει ο καθηγητής, οι φοιτητές αρχίζουν τη πλάκα με τους υπόλοιπους του αμφιθέατρου, δείχνοντας το όργανα του πτώματος, ενώ ένας απ αυτούς παίρνει τον ένα πνεύμονα  και τον πετά προς τον συναδελφό του, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και σε δευτερόλεπτα κι ο άλλος πνεύμονας γίνεται μπάλα του βόλεϊ, ενώ από πάνω άλλοι φωνάζουν ‘δώστε πάσα τον σπλήνα στην εξέδρα ρε μαλάκες’, δηλαδή  επικρατεί στο αμφιθέατρο κάτι το φρικώδες και γελοίο μαζί, ανάμεσα σε χαχανητά και σφυρίγματα κερκίδας και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα, ο καθηγητής Διαμαντής Καρλάφτης εμφανίζεται κι όλοι μένουν ακίνητοι, σιωπηλοί  υποπτευόμενοι τι θα ακολουθήσει.

Ο καθηγητής προχωρεί μέχρι το τραπέζι της ανατομίας και αρχίζει να επανατοποθετεί τα όργανα στη θέση τους, εντός του πτώματος κι αφού κοιτάξει σοβαρός-σοβαρός έναν-έναν τους φοιτητές και μετά το υπόλοιπο του ακροατηρίου, λέει: ’Φυσικά
πως θα περάσουν πολλά εξάμηνα για να περάσετε το μάθημά μου, μετά απ αυτό το ανοσιούργημα. Επίσης, να σας ενημερώσω, πως το πτώμα αυτό ανήκε  στον ποιητή Ευγένιο Καρακώστα που ήταν δωρητής σώματος και αγαπημένος φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Πιστεύω πως το μόνο που θα ήθελε ειδικά σε σας να χαρίσει, θα ήταν τα αρχίδια του. Αντε μου όλοι στο διάολο τώρα ηλίθιοι…’

48fbd39db89eb5519d690a389983af97

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ένα χαμόγελο…

Posted by vnottas στο 15 Νοεμβρίου, 2015

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα πρόσφατα. Είναι Θεσσαλονικιός, γιατρός (οφθαλμίατρος) και λογοτέχνης. Το ποίημα που αναρτώ είναι από την τελευταία του συλλογή ¨Τέλος Περιπλάνησης¨

471bd07fdaa7b040f7ab8b2a13f8f35b_XL

Ένα χαμόγελο

Μας γνώρισαν φίλοι κοινοί ανοιξιάτικο βράδυ

Δεν είχες όρεξη να ‘ρθεις

Όμως η νύχτα μύριζε ωραία

Με την τριμμένη φορεσιά του κυνηγού περπατούσα αδέξια

Τα λουλούδια του πάρκου γιορτή

Οι ελπίδες γυαλισμένα μαχαίρια

Η φωτιά κι η βροχή ξεχασμένες σκιές

Κι ένας δρόμος φαρδύς μια καινούργια σελίδα

Αγκαλιάζοντας φρούτα του πάθους,

Θημωνιές και κισσό

Το τελευταίο προβάλαμε επεισόδιο στη σειρά των ονείρων.

*

Το χαμόγελό σου αυτοσχέδια έκρηξη στην ανύποπτη γη μου

Κερδισμένη σιωπή

Κερδισμένη ζωή

Χειροκρότημα.

Μυλ2

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄κεφάλαιο τρίτο και τέταρτο. Στο ναό του Μαρδούκ – Σισύγαμβρις

Posted by vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2015

Μέρος Γ Κεφάλαιο τρίτο.

Πρωί. Στο ναό του Μαρδούκ, στα Σούσα

 

images (1)

Ο Άρπαλος σηκώνει το κεφάλι και περιεργάζεται τις τρομακτικές φιγούρες που μοιάζουν να κρέμονται από την οροφή και να τον απειλούν: Δαιμόνισσες και  δαίμονες σκαλισμένοι σε σκούρες σκληρές πέτρες, με πρόσωπα εξωτικά, σώματα παραμορφωμένα και μέλη δανεισμένα από οξύνυχα αιμοβόρα ζώα. Μετά, κατεβάζει το βλέμμα πιο χαμηλά, όπου κυκλοφορούν μεταλλικοί δράκοι με κέρατα και φολιδωτά κορμιά, Εδώ κι εκεί είναι τοποθετημένα σκυθρωπά αγάλματα θεοτήτων και στο κέντρο κυριαρχεί ένας ογκωδέστερος εξανθρωπισμένος γενειοφόρος Θεός, όμοιος με έναν άλλο, φτερωτό, που απεικονίζεται στο βάθος, σε ένα μεγάλο επιτοιχισμένο ανάγλυφο. Μια βαριά δυσάρεστη μυρωδιά αιωρείται στη σκοτεινή αίθουσα μαζί με τις αναθυμιάσεις των λιγοστών αναμμένων κεριών. «Δε διάλεξα το καλύτερο μέρος για να φιλοξενηθώ», σκέφτεται ο Μακεδόνας.

Ο τέως γενικός θησαυροφύλακας και τέως φυγάς βρίσκεται σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα που ανήκει στους ιερείς του θεού Μαρδούκ, του αρχαίου αλλά ακόμη ισχυρού πολιούχου θεού της Βαβυλώνας. Η ισχύς του Μαρδούκ επαληθεύεται και από το ότι, παρά τη φανερή δυσαρέσκεια, τόσο του παλιού ορθόδοξου ιερατείου του Πέρση θεού Αχούρα Μάσδα, όσο και των οπαδών του ανακαινιστή Ζωροάστρη, διαθέτει ακόμη ναούς και σε κάποιες άλλες μεγάλες πόλεις, πλην της Βαβυλώνας, κυρίως στα Νότια και τα Δυτικά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Όπως αυτός εδώ, που λειτουργεί στα Σούσα, όχι μόνο ως σημείο αναφοράς για τους πιστούς της παλιάς μεσοποτάμιας θρησκείας, αλλά και σαν βάση εξόρμησης και τραπεζιτικό παράρτημα για τους Βαβυλώνιους που εμπορεύονται στην Σουσιανή επαρχία.   

tiamar

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρδούκ, όπως άλλωστε και ο φοινικικής προέλευσης Βάαλ και άλλοι ελάσσονες θεοί που λατρεύονται από τους ¨Μάγους[1]¨ του βαβυλωνιακού ιερατείου, πάει καιρός που δεν τα πάνε και τόσο καλά με την Ιρανική διοίκηση. Όχι μόνο γιατί αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των Ζωροαστρών, αλλά και γιατί η δυναστεία των Αχαιμενιδών έχει αρχίσει, ήδη από την εποχή του Ξέρξη, να βάζει χέρι στους θησαυρούς των πλούσιων ναών, μειώνοντας τα αποθεματικά και το κύρος των παλιών Μεσοποτάμιων θεών. Όπως είναι επίσης αλήθεια -σκέφτεται ο Άρπαλος- ότι τώρα τελευταία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις νέες ισορροπίες που δημιούργησε η προέλαση των Ελλήνων, για να επανακτήσουν ισχύ και κέρδη.

Ο Άρπαλος έχει φροντίσει να πληροφορηθεί για τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της αναίμακτης παράδοσης της Βαβυλώνας. Ξέρει για τις υποσχέσεις των Βαβυλωνίων ¨Μάγων¨ προς τους Μακεδόνες, χάρη στις οποίες ο Αλέξανδρος έχει επιτρέψει την εκ νέου οικοδόμηση των καταστραμμένων ναών και την επαναλειτουργία πολλών άλλων που οι Πέρσες είχαν σφραγίσει εδώ και δεκαετίες. Ξέρει επίσης ότι οι ¨Μάγοι¨ κάθε άλλο παρά έχουν αποσυρθεί οικειοθελώς από τα παιγνίδια του πλούτου και της εξουσίας μόνο και μόνο επειδή ο Δαρείος χάνει, προς το παρόν, ορισμένες μάχες απ’ το παιδαρέλι από το βόρειο Γιουνάν.

Έτσι ο Άρπαλος δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα που ο Ανάξαρχος, στο επείγον μήνυμα που του έστειλε με προσωπικό αγγελιοφόρο από την Περσέπολη,  τον συμβούλευσε να διανυκτερεύσει, κατά την παραμονή του στην Πόλη των Κρίνων, στο κτίσμα των βαβυλωνίων ιερέων. Ο Άρπαλος ακολούθησε τη συμβουλή, αν και η βαριά, σκοτεινή ατμόσφαιρα των διαμερισμάτων όπου διανυκτέρευσε και του πρώτου από τους πολλούς ορόφους του ναού όπου τον ξεναγεί τώρα ένας σκυφτός ξερακιανός ιερέας, τον ψυχοπλακώνει και τον δυσαρεστεί.

1411302621_112445_1411321976_noticia_grande

Ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, επαγγελματίας σοφιστής και επίδοξο μέλος των στενών αυλικών κύκλων, στο μήνυμά του, αφού πρώτα χαιρέτιζε θερμά την επιστροφή του Άρπαλου πίσω στην προελαύνουσα εκστρατεία, αφού  αφιέρωνε αρκετές αράδες εξυμνώντας τις αρετές του γιου του Μαχάτα, (τις οποίες εννοείται ότι ο ίδιος  είχε αμέσως αντιληφθεί, αν και προφανώς είχαν παρεξηγηθεί από τους άλλους) και αφού έκανε ορισμένες νύξεις σχετικά με το θετικό ρόλο που προσωπικά έπαιξε στην απόφαση του Αλέξανδρου να συγχωρήσει τον παιδικό του φίλο, του ζητούσε να συναντηθούν ¨για να αντιμετωπίσουν από κοινού και προς αμοιβαίο όφελος τις ευκαιρίες και τα προβλήματα που καθημερινά παρουσιάζονται¨.  Ευκαιρίες και προβλήματα που έχουν πάρει πλέον επείγοντα χαρακτήρα και που απαιτούν άμεση συσπείρωση των ¨εχεφρόνων¨ Εκείνο που τώρα χρειάζεται είναι μια άμεση παρέμβαση, δεδομένου ότι η εκστρατεία έχει φτάσει πλέον σε κρίσιμη φάση.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν -έγραφε χωρίς να διευκρινίζει περισσότερα. Υπογράμμιζε όμως ότι οι αποφάσεις που θα παρθούν τώρα, θα επηρεάσουν την μελλοντική διαμόρφωση της οικουμένης (- αυτό ήταν ένα επιχείρημα που ο Άρπαλος έχει βαρεθεί να ακούει και, εδώ που τα λέμε, τον ενδιαφέρει ελάχιστα).

Εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην Περσέπολη και ο Άρπαλος στην Βαβυλώνα, ο Ανάξαρχος πρότεινε να μοιραστούν την απόσταση και να συναντηθούν στην -ενδιάμεση- πόλη των Σούσων. Εάν δε ο Άρπαλος δεν έχει αντίρρηση, θα μπορούσε να οργανωθεί στα Σούσα μια άτυπη και, φυσικά, άκρως μυστική σύσκεψη που θα συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες που συμμερίζονται τις ανησυχίες για την κρισιμότητα της στιγμής.

Ο Άρπαλος απάντησε με τον ίδιο αγγελιοφόρο ότι δεν είχε αντίρρηση, και ότι θα βρισκόταν στα Σούσα την προτεινόμενη ημερομηνία.

foin

Τελικά ο επιστρέψας τέως φυγάς και ο ξερακιανός ιερέας βγαίνουν από τον ναό περνώντας μια αψιδωτή πλευρική πύλη, κατεβαίνουν την εξωτερική σκάλα και βρίσκονται σε ένα αίθριο που το λούζει ο πρωινός ήλιος. Κάπου κοντά πρέπει να ρέει ο ποταμός Χοάσπης, όχι τόσο ορμητικά ώστε να εμποδίζει τα πλεούμενα να τον ανεβαίνουν μεταφέροντας εμπορεύματα από την πεδιάδα και την ακτή, άλλα ούτε και τόσο ήρεμα ώστε να μην ακούγεται  ως εδώ η υποβλητική βουή των νερών που ρέουν. Στον υπαίθριο αυτόν χώρο βλέπουν επίσης οι αποθήκες και οι στάβλοι του συγκροτήματος. Ο Κάνθαρος και ο Σωσίβιος περιμένουν εκεί έξω τον Άρπαλο.

Ο Μακεδόνας, βγαίνοντας, παίρνει μια βαθιά  ανάσα ανακούφισης και ρωτάει τον σκυφτό συνοδό του αν υπάρχει κίνδυνος η επικείμενη συγκέντρωση των επιφανών καλεσμένων να τραβήξει την προσοχή των αρχών και των περιπόλων που ελέγχουν την κατεχόμενη πόλη. Εκείνος του απαντά ότι οι αποψινοί επισκέπτες έχουν οδηγίες να καταφτάσουν διακριτικά, χωρίς τα εμβλήματα της όποιας εξουσίας τους και να αναμειχτούν με τους προσκυνητές που προβλέπεται ότι θα έρθουν απόψε στο τέμενος κατά εκατοντάδες, από ολόκληρη τη Σουσιανή, για να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη και σημαντική τελετή: την επέτειο της νίκης του Μαρδούκ κατά του Χάους. 

Ο Άρπαλος έχει ακόμη μία ερώτηση: πότε ακριβώς θα καταφτάσουν οι άλλοι συμμετέχοντες στην ¨συνάντηση¨. Ο ξερακιανός ιερέας του απαντά ότι ο ναός έχει ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος να φιλοξενήσει τη σύσκεψη των ¨ανώνυμων¨ μεν, πλην όμως επιφανών παραγόντων, την ίδια εκείνη μέρα, με τη δύση του ήλιου.  

Ο Άρπαλος στρέφεται προς του δύο συνοδούς του: «Παίδες, φέρτε τα άλογα∙ έχουμε χρόνο για μια βόλτα στα αξιοθέατα των Σούσων».

priests-of-fish-god

[1] Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας συνάντησαν πολλούς ¨Μάγους¨. Η ρίζα της λέξης είναι περσική (ακριβέστερα Μηδική) και αναφέρεται αρχικά σε μια από τις φυλές των Μήδων, η οποία ασκούσε ιερατικά καθήκοντα και εξακολούθησε να τα ασκεί και μετά την επικράτηση των Περσών. Πάντως η λέξη  ¨Μάγοι¨ χρησιμοποιείται συχνά από τους αρχαίους ιστορικούς για να κατονομαστεί το ιερατείο της Βαβυλώνας ή και, γενικότερα, οι Χαλδαίοι της Μεσοποταμίας.  

***

Μέρος Γ Κεφάλαιο τέταρτο.

Όπου ο Εύελπις συναντά την Συσίγαμβρη

upl555d7dd0691af

Οι διάδρομοι μέσα σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο είναι κυριολεκτικά ατελείωτοι και λαβυρινθώδεις. Τουλάχιστον για μένα, που δεν συχνάζω σε αυτή την πτέρυγα των ανακτόρων. Ο Νικίας πλάι μου, δείχνει πιο άνετος∙ είναι που συμμετέχει στις παραδόσεις μαθημάτων ελληνικής γλώσσας προς τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και κυκλοφορεί σε αυτήν τη διαδρομή καθημερινά. Καθώς προχωρούμε ο λόγιος με ενημερώνει για την συμπεριφορά των υψηλών μαθητών του τις τελευταίες μέρες. Δεν φαίνεται να έχει προκύψει κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.

Μας συνοδεύουν δύο Μακεδόνες φρουροί οι οποίοι, όταν επιτέλους φτάνουμε στην δίφυλλη πόρτα των διαμερισμάτων της βασιλομήτορος, την ανοίγουν αλλά δεν την προσπερνούν, παρά παίρνουν θέση εκατέρωθεν για να μας περιμένουν. Στην πόρτα εμφανίζεται ένας Πέρσης που αναλαμβάνει να εκφωνήσει την άφιξή μας.

Η Σισύγαμβρη δεν παύει να με εντυπωσιάζει. Σήμερα είναι καθισμένη σε μια πολυτελή πολυθρόνα, σε ένα υπερυψωμένο τμήμα του δαπέδου στο κέντρο της αίθουσας.  Φοράει έναν μαύρο χιτώνα και από πάνω έναν λευκό φαρδύ μανδύα διακοσμημένο με χρωματιστές ταινίες και πολύτιμες πέτρες. Πάνω στην περίτεχνη κόμμωσή της είναι στερεωμένη (ελαφρώς γυρτά προς τα πίσω, γιατί όρθια επιτρέπεται  να την φοράει μόνον ο Πέρσης αυτοκράτορας αυτοπροσώπως) η τιάρα, αυτή η μη πολεμική περικεφαλαία που τόσο αρέσει στους ντόπιους άρχοντες.

Άντε να της πάρεις τον αέρα, σκαρφαλωμένη όπως είναι εκεί πάνω, σκέφτομαι, καθώς γέρνω ελαφρά το κεφάλι και ανυψώνω σε χαιρετισμό το δεξί μου χέρι. Ευτυχώς η Σισύγαμβρη σηκώνεται και κατεβαίνει από την εξέδρα, χωρίς όμως να μας πλησιάσει ιδιαίτερα. Έχω ακόμα μια φορά την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι, ακόμη και εάν δε φορούσε αυτό το πανύψηλο καπέλο, δε θα έπαυε να είναι μία ψηλόκορμη ωραία γυναίκα κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας. Εστιάζω στο βλέμμα της: είναι ερωτηματικό ή μήπως κάπως περιπαικτικό;

«Πες της», λέω στον Νικία, «ότι δε θα την ενοχλούσαμε χωρίς να την έχουμε ειδοποιήσει πολύ πιο έγκαιρα, εάν δεν προέκυπταν απρόβλεπτα γεγονότα, σχετικά με τα οποία, πες της, υποθέτω ότι θα έχει ήδη πληροφορηθεί».

Ο Νικίας μεταφράζει και η Σισύγαμβρη συνοφρυώνεται προσπαθώντας, φαντάζομαι, να καταλάβει  το ακριβές νόημα αυτής της σειράς δυσπρόφερτων ήχων που παράγει ο διερμηνέας.   Μετά κουνάει το κεφάλι της με έναν τρόπο που, αν αποκωδικοποιώ σωστά, σημαίνει ότι δεν ξέρει ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν ξέρει με σιγουριά τι ακριβώς έχει συμβεί.

«Πες της ότι ο Καλλισθένης έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον ευρύτερο χώρο των ανακτόρων και ότι διεξάγεται έρευνα για να εντοπιστεί η ταυτότητα και τα κίνητρα εκείνων που οργάνωσαν την επίθεση. Πες της ότι την παρακαλώ να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που θα μας διευκολύνουν να βρούμε τους ενόχους και να αποφύγουμε τη λήψη δυσάρεστων έκτακτων μέτρων γενικότερης κλίμακας».

Ο Νικίας αποδίδει στα περσικά τα λόγια μου και η Ιρανή αυτή την φορά απαντά. Η άκαμπτη αταραξία της έχει τώρα κάπως υποχωρήσει και στη θέση της διακρίνω μια πιο ανθρώπινη αντίδραση∙ θέλει να μάθει σε τι κατάσταση βρίσκεται ο Καλλισθένης. Την καθησυχάζω.

Γίνεται κάπως πιο ομιλητική. Μου λέει ότι όντως κυκλοφόρησε ανάμεσα στο ιρανικό προσωπικό η φήμη ότι κάτι συνέβη στο θησαυροφυλάκιο και ότι από χτες το μεσημέρι υπήρξε ασυνήθιστη παρουσία ελλήνων αξιωματούχων στα ανάκτορα, αλλά ότι μόλις τώρα μαθαίνει για τον τραυματισμό του Καλλισθένη. Ρωτάει αν θα επιθυμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον προσωπικό της γιατρό.

Της απαντώ ότι προς το παρόν δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο και την ευχαριστώ εκ μέρους της ελληνικής διοίκησης για το ενδιαφέρον της. Ύστερα την ρωτάω αν γνωρίζει την ύπαρξη μυστικών διαδρόμων που να οδηγούν στο θησαυροφυλάκιο ξεκινώντας από άλλα σημεία των ανακτόρων.

Μένει για λίγο σκεπτική και μετά μου λέει ότι τα περσικά ανάκτορα των Σούσων έχουν οικοδομηθεί από τον Μεγάλο Βασιλέα Δαρείο τον πρώτο, δυο εκατοντάδες χρόνια πριν και ότι έχουν επίσης προστεθεί κατασκευές  από άλλους Αχαιμενίδες βασιλείς.  Δεν αποκλείει στα αρχεία να υπάρχουν ακόμη τα σχετικά σχεδιαγράμματα. Όμως για ¨μυστικούς υπόγειους διαδρόμους¨ τα μόνα που έχει ακούσει βρίσκονται  στους περιπετειώδεις διασκεδαστικούς μύθους που διηγούνται οι επαγγελματίες παραμυθάδες στις γιορτές. Αν τους πιστέψει κανείς, υπάρχει ολόκληρο δίκτυο από διαδρόμους στο υπέδαφος της Ακρόπολης.  Η ίδια όμως δεν έχει επισκεφτεί ποτέ κανέναν και έτσι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στην ερώτησή μου.

Λέω στον Νικία να την ρωτήσει ευθέως αν θεωρεί ότι ανάμεσα στους Πέρσες που ακόμη διαμένουν στα ανάκτορα, είτε ως ¨υποχρεωτικά¨ φιλοξενούμενοι, είτε επειδή διατήρησαν τις θέσεις τους χάρη στη γενναιοδωρία του Αλέξανδρου, όπως ο Σατράπης Αβουλίτης, υπάρχουν κάποιοι που θα μπορούσαν να έχουν οργανώσει ή απλώς βοηθήσει στην εκτέλεση αυτής της επίθεσης.

Η Σισύγαμβρη μένει σιωπηλή, δείχνοντας ότι η συνεργασιμότητά της έφτασε στα όρια της.

Εντάξει, δεν περίμενα να απαντήσει. Είναι γνωστό ότι επιθυμεί τον συμβιβασμό ανάμεσα στον γιο της και τον Αλέξανδρο, αλλά δε παύει να είναι μια περσίδα βασίλισσα.

Εγώ οφείλω να επιμείνω. «Ρώτησέ την τώρα Νικία αν, κατά τη γνώμη της, υπάρχει κάτι ανάμεσα στα αποθηκευμένα λάφυρα που θα ενδιέφερε τους ιρανούς που αντιστέκονται στην ελληνική επέκταση, έτσι ώστε να οργανώσουν μια επιχείρηση ανάκτησής του. Κάποιο σύμβολο, κάποιο κειμήλιο. Κάτι που ενδεχομένως θα τους ενίσχυε το ηθικό και θα τους συσπείρωνε».

Η Σισύγαμβρη παίρνει πάλι το υπεροπτικό της ύφος. «Οι Πέρσες και οι λαοί που τους ακολουθούν, όσο ζει ο Μεγάλος Βασιλέας, δεν έχουν ανάγκη από σύμβολα για να συσπειρωθούν. Αρκούν τα κελεύσματα και τα εμβλήματα του μονάρχη τους», απαντά.

«Ρώτα την αν είναι το ίδιο σίγουρη ότι δεν υπάρχουν ευγενείς που θα επιθυμούσαν να πάρουν τη θέση του Δαρείου, ίσως επειδή τον θεωρούν εξαιρετικά συμβιβαστικό, και ότι αυτοί δεν θα ήταν ικανοί να πάρουν πρωτοβουλίες, ώστε να δείξουν ότι μπορούν να τα βάλουν με τους Έλληνες».

Εκείνη μένει και πάλι σιωπηλή για λίγο.

«Αυτό δεν το αποκλείω» λέει τελικά και η φωνή της φτάνει στ’ αφτιά μου λιγότερο  σίγουρη.

«Πες της ότι θα είμαι στη διάθεση της, αν θελήσει να μου πει κάτι περισσότερο» λέω στον Νικία. «Και», συνεχίζω με χαμηλότερη φωνή, «μετά αποχαιρέτισέ την. Δεν νομίζω ότι θα εκμαιεύσουμε τίποτα άλλο εδώ. Πάμε να δούμε τον Αβουλίτη, ή μάλλον όχι, αυτόν ας τον αφήσουμε λίγο να περιμένει, πάμε στον Αζάρη».

h garden 2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Casta diva στη Λαχαναγορά

Posted by vnottas στο 11 Νοεμβρίου, 2015

[γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος- τραγουδάει η Μαρία Κάλλας ζωντανά, στο Παρίσι, το 1958]

 

 1472319885_4b7b22510c_m

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας δεν έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα έπαιρνε από άποψη γιατί σκεφτόταν πως αυτοί που ήταν καλύτεροί του στο Γυμνάσιο του Περιστερίου που πήγαινε, σκατά πατημένα ήταν αφού στη συνέχεια θα γίνονταν σαν τους πατεράδες τους.

Τον μόνο άντρα που γούσταρε ο Γιαννάκης ο Γκλάβας ήταν ο νονός του, που είχε μια μεγάλη αποθήκη, στη Λαχαναγορά του Ρέντη και προμήθευε πλοία με τα πάντα. Πατάτες, ντομάτες, λάχανα, κι όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο νονός του ήταν περίεργος τύπος, πνιγμένος μες στα τιμολόγια και κάτι τεράστιους γκρίζους φακέλους και δίπλα του στο γραφείο,  είχε ένα μεγάλο, το μοναδικό στην αγορά στερεοφωνικό, όπου συνέχεια έπαιζε Μαρία Κάλλας, σαν μια απίστευτη κόντρα με τα σκυλάδικα, που άκουγαν οι νταλικιέρηδες απ’ τις ανοιχτές καμπίνες τους, όταν φόρτωναν  το εμπόρευμα. 

Όταν ο πατέρας του Γιαννάκη κατάλαβε πως ο γιος του με τίποτα δεν θα προχωρούσε στο σχολείο και το κουβέντιασε με το νονό του, ο νονός καλοδέχθηκε τον Γιαννάκη στη τεράστια αποθήκη της  Λαχαναγοράς του Ρέντη, για να βάλει σε μια τάξη στα τιμολόγια, πράγμα, όχι και τόσο δύσκολο…

Στη λαχαναγορά -όπου δεν έβρισκες θηλυκή γάτα- ο Γιαννάκης μάθαινε δίπλα στο νονό  του όλα τα κόλπα, συνήθισε το ωράριο 4 το πρωί με 2 το μεσημέρι και αγάπησε τρελά την Κάλλας που άκουγε ο νονός του, καπνίζοντας αδιάκοπα, με τις ενδιάμεσες ατάκες του… ‘ρε τη καριόλα, τι θεϊκή φωνή είναι αυτή..’ ή ‘πω, πω ρε πούστη μου, τι ήχους βγάζει η θεά ’ κτλ.

Όταν ρώτησε το νονό του ποιος του έμαθε τη κλασική μουσική, αυτός απάντησε πως το έκανε μόνος του, πιτσιρικάς, για να γλυτώσει από τους ήχους του εμφύλιου στην Αθήνα, τα χωνιά που ούρλιαζαν στις γωνίες και απ τον βρυχηθμό των εγγλέζικων τανκς τις νύχτες γύρω απ το Μοναστηράκι.

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας έμαθε όλες τις λεπτομέρειες απ τις άριες, ήξερε πια κάθε νότα απ τη Norma του Μπελίνι, φανταζόταν αυτόν τον παραμυθένιο απίθανο κόσμο της όπερας, μέσα στα τιμολόγια απ’ τις πατάτες και τα λάχανα και τα υπόλοιπα ζαρζαβάτια.

Είχε πάνω από δέκα γύφτους να φορτώνουν  τα φορτηγά από την αποθήκη, γαμούσε -γιατί ήταν και όμορφο παιδί- όλες τις καινούργιες γκαρσόνες απ τις καφετέριες στο Περιστέρι και κυρίως του άρεσε, όταν έμπαινε στη λαχαναγορά, μετά από σκυλάδικο, να βάζει τέρμα τα γούφερ-μεγάφωνα μ’ ανοιχτά  τα παράθυρα του Fiat κι η θεϊκή φωνή της Καλλας στο ‘casta diva’  να σαρώνει το περιβάλλον .

Αυτό όμως που του άρεσε πιο πολύ, ήταν να ακούει το καλωσόρισμα των γύφτων ‘γεια σου κυρ-Γιάννη με τα ωραία και παράξενα τραγούδια σου’ χωρίς να ξέρει ότι ο επικεφαλής των γύφτων, ο Άλκης o παραμυθατζής απ’ τα Λιόσια, είχε ξεκαθαρίσει στους δικούς του ότι… ‘ακούει στο φουλ ο κυρ-Γιάννης γιατί αυτή που τσιρίζει έτσι, είναι  η μάνα του που τον άφησε μικρό κι έφυγε στην Ιταλία να γίνει τραγουδιάρα και γι αυτό να του μιλάτε με σεβασμό και όμορφα…images

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙ’ ΑΓΡΙΟΥΣ… Δεν περιέχουν γλουτένη.

Posted by vnottas στο 10 Νοεμβρίου, 2015

Ο Βασίλης Μεταλλινός, φίλος, αρχιτέκτονας και δίτροχος ταξιδευτής, μου έστειλε μερικές αράδες με αποσπάσματα από (πρόσφατες;) περιπέτειές του, που αναρτώ με χαρά.

8 (2)

Επιστρέφοντας απ’ το Σουδάν, η φυγή μου απ’ την Αίγυπτο θα ‘κανε το «εξπρές του μεσονυκτίου» να φαντάζει σαν παιδική ταινία με τον Τάμπο το ελεφαντάκι…
Αλλά …αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Μετά από τρείς αποτυχημένες προσπάθειες να πάρω το μαγικό χαρτάκι «traffic clearence» από την Traffic Policeτης Nuweibaa, απαραίτητο για κάθε ταξιδευτή με όχημα όταν εγκαταλείπει την χώρα, προσπαθώ να λαδώσω ένα τελωνειακό για να «την κάνω».
Ξέρω πολύ καλά ότι μου το ‘χουν μπλοκάρει oι κελεμπιοφόροι Κλουζώ των Σουδανο-Αιγυπτιακών συνόρων, αποτυγχάνοντας για τρίτη συνεχή μέρα, να εντοπίσουν το ονοματεπώνυμό μου σε κάποια λίστα διαπρεπών μορφών της διεθνούς τρομοκρατίας, στους σκληρούς δίσκους της Ασφάλειας του Aswan.

Το να συνταξιδεύεις από το Σουδάν παρέα μ’ ένα ζευγάρι Γερμανών τζιπάδων δεν είναι ούτε παράξενο ούτε επικίνδυνο… Το να έχουν ξαλαφρώσει την μοτοσυκλέτα σου από ένα βαρύ σακ βουαγιάζ είναι ένα ρίσκο μάλλον γι’ αυτόν που το μεταφέρει. Όμως το να βρεθεί το σακ βουαγιάζ κατά τον συνοριακό έλεγχο της Αιγύπτου στο όχημα οδηγού που συλλαμβάνεται με περίστροφο, σε μπλέκει σε περιπέτειες πιο επικίνδυνες κι απ΄ το δελτίο του Μega.

Γνωρίζοντας ότι οι τελωνειακοί στις Αφρικανικές χώρες σε κολλάνε σαν λιγούρικες βδέλλες για μπαξίς, τα «χώνω» ίσα και σταράτα στον ελεγκτή των αναχωρήσεων.
«Να σΕ δώσω 300 δολάρια και γίνομαι ατμός με το επόμενο καράβι για Ιορδανία…»
Με βλέμμα καυλωμένου κερκοπιθηκοειδούς, μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω σ’ ένα μικρό γραφείο όπου ένας τελωνειακός, με φάτσα που «έφερνε» στον μαφιόζο Sam «Momo» Giancana, μασουλούσε μια αλληλουχία από ψαροκροκέτες που τις πασπάλιζε με χούμους…
«Δώσε 500 δολάρια και ίσως μπορέσω να σε απαλλάξω απ’ την ταλαιπωρία να τρέχεις και πάλι στην Traffic Police», μΕ πέταξε συνωμοτικά ο πιθηκοειδής ελεγκτής, κάνοντας το ηθικό μου περντέ πιλάφ…
«Θρη χάντρεντ μπαξ» επέμεινα με προφορά και στιλ καουμπόυ στο Κάνσας…
«350» απάντησε με την αταραξία της πυραμίδας του Χέοπα… ενώ ο συνάδελφος στο βάθος του φώναζε κάτι ακατάληπτα αραβικά σαν να προσπαθούσε να βγάλει ροχάλα…
Η κακούργα η ανάγκη σκέφτηκα, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου σκηνές απ’ το «Εξπρες του μεσονυκτίου».
«Οk» ψιθύρισα μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό αλλά …ικανοποιημένος συγκρίνοντας αντίστοιχη διαπραγμάτευση με κάτι απαιτητικούς υπαλλήλους Πολεοδομικών γραφείων …που βρυχώνταν σαν πεινασμένες ύαινες!
Και οι δύο βγήκαν έξω. Ήρθε κι ένας τρίτος, γαλονάς, άνευ πηλικίου με σβέρκο κητοκαρχαρία . Μιλούσαν για 10 λεπτά.
Με πλησιάζει ο ελεγκτής και με ρωγμώδη λυγμό μΕ λέει «μπαντ νιούζ φορ γιου, αϊ κενότ ντου ένιθινγκ μάι φρεντ. Νο τράφικ κλίρενς νο μποτ. Δις ιζ δε ρουλς!»
Παθαίνω ψαϊκολότζικαλ κολάπσους… Λέω πάει τελείωσε για μένα…
Βάζω μπρος τη μηχανή και ξαναπηγαίνω στην TrafficPolice.
Η κατάσταση στους διαδρόμους ήταν εφιαλτική. Ατέλειωτες ουρές με φωνακλάδες κελεμπιοφόρους να διαγκωνίζονται για τη σειρά και μια μπόχα μεταξύ ληγμένου τραχανά και χημικής τουαλέτας πακιστανικού πλοίου… Ευτυχώς το γραφείο που μ’ ενδιέφερε είχε ένα γκισέ στο προαύλιο του κτιρίου και δεν είχε καθόλου κόσμο.
Δίνω το διαβατήριό μου σε μια στρουμπουλή υπάλληλο με φράντζα μαλλί meche blondeκαι μια μαντήλα με gold νήμα από την παρτίδα που πιθανολογώ ότι ράβεται κι ο Φλωρινιώτης.
Χτυπάει το σαραβαλιασμένο κομπιούτερ. Σε 30 δευτερόλεπτα παίρνει ένα μικρό χαρτάκι, κάτι γράφει, το σφραγίζει και μου το δίνει…
«Υour trafficclearence mister» μου λέει, σηματοδοτώντας το τέλος μιας αγωνιώδους εκκρεμότητας και κάνοντας την καρδιά μου να πετάρει σα να κέρδισα το τζόκερ!
Καβαλάω τη μοτοσυκλέτα και με φουλ γκάζια οδηγώ προς το λιμάνι. Πεντακόσια μέτρα από την πύλη, πατάω πάνω σε βρεγμένα σάπια σκουπίδια και χάνω τον έλεγχο της μηχανής. Με 3-4 ζίγκ ζάγκ και πολύ τύχη, την κρατάω όρθια και γλυτώνω τη μετωπική μ’ ένα σαράβαλο φορτηγό που δεν έκοψε καθόλου ταχύτητα βλέποντάς με να χορεύω «τσάρλεστον» με τη μοτοσυκλέτα…
Φτάνω στην πύλη του τελωνείου. Δίνω το χαρτάκι στον γνωστό ελεγκτή, που με κίνηση εκδοροσφαγέως το αρπάζει και μου κάνει νόημα να περάσω στον επόμενο έλεγχο.
Επτά ώρες αργότερα βρίσκομαι μέσα στο πλοίο, περιμένοντας την αναχώρηση στριμωγμένος σ’ έναν ελεεινό καναπέ, ψόφιος απ΄τη κούραση, ανάμεσα σε κάτι κελεμπιοφόρους με φάτσες …»national geographic»…
Κι εκεί που χαλαρώνουν οι νευρώνες του εγκεφάλου μου από το στρες και την αγωνία, από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούω στ’ αγγλικά να καλούν τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με αριθμό ΝΕΒ 83 να κατέβει αμέσως στην μπουκαπόρτα του πλοίου!!!
«Το εισιτήριο μου ‘πεσε απ’ το χέρι, είπα δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν!» (για να παραφράσουμε και λίγο τους στίχους από «το προσκλητήριο» του Χριστοδουλόπουλου…)
Δραματική αναστροφή φάσης. Μου ‘φυγε η μαγκιά…»Τελειώσαμε» σκέφτηκα σε κατάσταση εξάχνωσης της ταξιδιωτικής μου λίμπιντο.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες με τρεμάμενα γόνατα, σαν να εκτελούσα χορογραφία του Σαρμπέλ, και κατευθυνόμενος προς την μπουκαπόρτα, πέρασε όλη μου η ζωή σε φλας μπακ!
Ανεπαισθήτως έριξα και μια πονετική ματιά στη μοτοσυκλέτα μου που ήταν παρκαρισμένη δίπλα σε κάτι κασόνια με φρέσκους χουρμάδες.
Πλησίασα στην έξοδο …κι ενώ περίμενα τη γνωστή σκηνή με τα 3-4 περιπολικά με περιστρεφόμενους φάρους, ανοιχτές πόρτες κι από πίσω αστυνομικούς να με σημαδεύουν με τα πιστόλια τους ουρλιάζοντας, βλέπω μια βλακόφατσα, ένα τελωνειακό ξυπόλυτο με πλαστική παντόφλα να μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Δίπλα του ήταν ένα σαραβαλιασμένο Suzuki DR600, μανιβελάτο, με προβιά στη σέλα και βέλγικες πινακίδες.
«Εσύ που ξέρεις από μηχανές, οδήγησέ το μέσα στο πλοίο, για να το στείλουμε ασυνόδευτο στην Ιορδανία» μου ζήτησε με αυτιστικά αγγλικά, κάνοντας τα νεύρα μου χορδές από σαντούρι και τη γλώσσα ναυτικό κόμπο…
Μισή ώρα αργότερα.
Ξαπλωμένος στο βρώμικο κατάστρωμα, εξαντλημένος άκουγα τις αλυσίδες από τις άγκυρες να γρυλίζουν και τις μηχανές του πλοίου να φουλάρουν κάνοντάς το να τρίζει σαν να ‘ναι έτοιμο να διαλυθεί.
Σε λίγα λεπτά αρχίζει να κινείται αργά στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας προς το λιμάνι της Aqaba.
Βλέποντας απέναντί μου μια παρέα φωνακλάδων Ιταλών υπό ακατάσχετη φωτοδιάρροια, να στέλνει κατά ριπάς αδιάφορες εικόνες του λιμανιού στο ιντερνετικό υπερπέραν…
…κι ακούγοντας παραδίπλα ένα βαρεμένο τύπο που προσπαθούσε με ούτι να παίξει το ριφ του «smoke on thewater»…
…έριξα μια τελευταία ματιά στο λιμάνι, έστρωσα το υπόστρωμα στο πάτωμα και…
.
.
…χωρίς καν να θυμηθώ το χρώμα των ματιών της …αποκοιμήθηκα.

Sudan%202010

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η τρυφερή Μελίσσα

Posted by vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2015

 Ο Νίκος «κεντάει» πάνω στον καμβά των παιδικών αναμνήσεων…  

    71237014

     ΜΕΛΙΣΣΑ

 (γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

Μελίσσα τη λέγανε.  Ήταν πολύ όμορφη κι είχε μια καλοσύνη ανεπιτήδευτη, πηγαία που δε την βρίσκεις εύκολα.  Το χρώμα της σκούρο μελί, τα μάτια της βαθύ καφέ, ας μη χαμογελούσε απέπνεε μιαν αισιοδοξία μέσα από τη σιγουριά της.  Μέρα τη μέρα με κατάκτησε σε τέτοιο βαθμό που αναζητούσα να τη συναντήσω για να αισθανθώ βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά.  Ήταν ο πρώτος μου έρωτας και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχα συμπληρώσει τα πέντε.  Όταν πήγαινα στο χώρο της, σηκωνόταν με πλησίαζε με επεξεργαζόταν με περιέργεια και συμπάθεια τέτοια που με γέμιζε ευφορία.  Της άρεσε πολύ να χαϊδεύω το θαυμάσιο τρίχωμά της και μου το ανταπέδιδε ακουμπώντας τη πελώρια μουσούδα της πάνω στα ξανθά αχτένιστα μαλλιά μου.  Ακράδαντα πιστεύω μέχρι σήμερα ότι δεν έχει υπάρξει άλλη τέτοια αγελάδα. 

Η σχέση που μ’έδενε με τη Μελίσσα εκτός από ψυχική κι αισθηματική αποτελούσε εγγύηση για μένα, μια κι ο παππούς μου πλάι της έβαζε τη Παγώνα, άλλη αγελάδα, που ήταν χαρακτήρας κακός, επιθετικός, μ’έναν αδικαιολόγητο κυκλοθυμισμό κι άκρως επικίνδυνη σε όποιον την πλησίαζε.  Όχι μόνο δεν την αγαπούσα την κοκκινοτρίχα αυτή, αλλά τη φοβόμουν και την έτρεμα.  Τρεις φορές που χρειάστηκε μεσολάβησε αποφασιστικά η Μελίσσα για να με προστατέψει, απομακρύνοντάς την.  Η αλήθεια είναι ότι φαινόταν να την υπολογίζει η Παγώνα γι αυτό όταν μ’έβλεπε κοντά στην αγαπημένη μου, δεν ασχολιόταν καθόλου μ’εμένα παρ’ότι το βλέμμα της έκρυβε πάντα μιαν αδιευκρίνιστη απειλή.

Πέρασαν έτσι περίπου τέσσερεις μήνες.  Η συντροφιά με τη Μελίσσα πρωί απόγευμα γέμιζε τις παιδικές μου ώρες.  Ένα ανοιξιάτικο ξημέρωμα πολύ νωρίς πριν προβάλλει ο ήλιος, ξύπνησα τρομαγμένος από δυνατά χτυπήματα που ακούστηκαν στην εξώπορτα.  Άγνωστες φωνές έφτασαν στ’αυτιά μου.  Άκουσα τον παππού να τους αποκρίνεται λέγοντας : «Ένα λεπτό να βάλω το παντελόνι μου και θα σας πάω να τις δείτε.»  Ύστερα ακολούθησε παύση για μερικά λεπτά.  Σε λίγο όμως άκουσα μια βραχνή φωνή, δε θα σβήσει ποτέ από το μυαλό μου η χροιά της, να λέει : «Δεν υπάρχει κανένα θέμα διαλέξαμε αυτή που είπαμε, αύριο το πρωί θα έρθουμε με τα χρήματα ο λόγος μας όπως ξέρεις είναι συμβόλαιο.»  Μετά τα βήματά τους απομακρύνθηκαν κι ο ήχος τους στο λιθόστρωτο καθώς αργόσβηνε, ήταν σαν εισαγωγή σε μουσικό μελαγχολικό κομμάτι.   Ένα προαίσθημα λύπης με κυρίευσε.  Η τρελή μου υποψία επιβεβαιώθηκε όταν ο παππούς μου πληροφόρησε την γιαγιά πως οι άγνωστοι απ’το διπλανό χωριό διάλεξαν ν’αγοράσουν τη Μελίσσα.  Μαχαιριά στο στέρνο μου έπεσε το νέο.

Ντύθηκα βιαστικά κι έτρεξα στο στάβλο.  Ανύποπτη η αγαπημένη με περιεργάστηκε με κάποια απροσδιόριστη θλίψη, έτσι μου φάνηκε.  Ενώ τη χάιδεψα ένιωσα ρίγος, μουρχόταν να κλάψω.  Ήταν η πρώτη μου φορά που βίωνα ένα χωρισμό.  Αυτή ήρθε από πάνω μου και με την ανάσα της να μοσχοβολάει βίκο κι αγριόχορτα δρόσιζε το κεφάλι μου.  Θυμάμαι καθαρά τη μέρα εκείνου του μακρινού Απριλίου.  Ο λαμπρός ήλιος ανέβαινε καλπάζοντας στον ουρανό, τα πουλιά τραγουδούσαν ασταμάτητα κι άπειρα ζωύφια πετούσαν ζουζουνίζοντας.  Βράδιασε γρήγορα, πολύ γρήγορα έτσι μου φάνηκε.  Δεν θυμάμαι αν έφαγα, πότε και πως κοιμήθηκα.  Μια μαυρίλα μόνο τύλιγε τη σκέψη μου. 

Όταν το φως της αυγής άρχισε να μπαίνει από τον φεγγίτη και να διαλύει το σκοτάδι στο δωμάτιο, σηκώθηκα από νωρίς κι έτρεξα στη Μελίσσα.  Οι τελευταίες μας στιγμές, σκεφτόμουν μοιρολατρικά.  Περίμενα μ’ένα κόμπο στο στήθος να δω τους ανυπόφορους μισητούς εχθρούς να καταφθάνουν.  Δεν άργησαν.  Ήταν πολύ κεφάτοι.  χαιρέτησαν τον παππού, του μέτρησαν πολλά χαρτονομίσματα λέγοντάς του ταυτόχρονα πως είχαν μεταβάλλει γνώμη.  «Λέμε ν’αγοράσουμε την άλλη την κόκκινη εάν δεν υπάρχει αντίρρηση», κατέληξαν.  Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, μουρχόταν να φωνάξω ζήτωωω ! …  Ο παππούς  δεν αρνήθηκε και μετά από λίγο η Παγώνα καπιστρωμένη και δεμένη μ’ένα σκοινί που την άκρη του κρατούσε ο ένας από τους αγοραστές, έφευγε μαζί τους.  Με κοίταζε με το απλανές βλέμμα της σαν να μου ζητούσε συγνώμη.  Εγώ ήδη την είχα συγχωρήσει.  Έμεινα για λίγο σκεπτικός μέχρι που χάθηκε απ’το οπτικό μου πεδίο η Παγώνα με τους νέους ιδιοκτήτες της. 

Πολύ αργότερα έμαθα ότι οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως «Ους οι θεοί βούλονται σώζεσθαι και εξ αυτών ανασπώσι των βαράθρων.»  Αν το ήξερα τότε θα ταίριαζε απόλυτα με τα όσα έγιναν.  Έτσι απροσδόκητα ξαναβρέθηκα με τη Μελίσσα.  Οι μέρες χάντρες στο κομπολόι του χρόνου συνέχισαν να παρέρχονται η μια μετά την άλλη, η μια μετά την άλλη…

Ένα μεσημέρι θυμάμαι ότι μετά το φαγητό ο παππούς διάβαζε στη γιαγιά δυνατά και πολλές φορές συλλαβιστά μιαν εφημερίδα που τυχαία είχε πέσει στα χέρια του.  Τα λόγια δυσνόητα για μένα τότε, όμως έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου ανεξίτηλα.  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.»  Τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού  ; τόλμησα να ρωτήσω.  Δεν πρόλαβα να πάρω απάντηση γιατί μπήκε η μαμά μου στη κάμαρα κι ανήγγειλε το νέο που είχε φτάσει στ’αυτιά της.  Την Παγώνα λέει την είχαν σφάξει και το κρέας της πουλήθηκε στα χωριά της περιοχής μέχρι την Αρεόπολη.   Ο παππούς άφησε να του πέσει η εφημερίδα και κάτι σαν να συλλογίστηκε.  Η γιαγιά που πάντα ήταν πιο ψύχραιμη σχολίασε με ρεαλιστική αυθάδεια, αυτός ήταν ο προορισμός της, όπως όλων των αγελάδων.  Εγώ ανατρίχιασα και ταυτόχρονα μούρθε στο μυαλό η Μελίσσα.  Κυριολεκτικά είχε γλιτώσει από του χάρου τα δόντια.  Κατά βάθος είχα συγκλονιστεί από την τύχη της δύστροπης Παγώνας και την σκεφτόμουν χωρίς να μούρχονται οι κακές στιγμές της.

firing-squad-execution

Μετά απ’όλα αυτά μπορώ να πως ότι έγινα ακόμα πιο τρυφερός με τη Μελίσσα.  Χωρίς νάχω συνειδητοποιήσει τι είναι ο θάνατος, ένιωθα ότι είναι κάτι αμετάκλητο, χωρίς επιστροφή.  Όλα γίνονταν κάτω από τη σκιά του σ’ένα οδυνηρό άγνωστο θαμπό τοπίο.  Αυτό μου δημιουργούσε μιαν αναστάτωση στο στήθος.  Η σκέψη μου ταραζότανε ασυνήθιστα όταν προσπαθούσα να φτάσω σε κάποιο ξέφωτο διέξοδο.  Δεν κατάφερνα όμως νάχω κάποιαν εξήγηση.

Στο μεταξύ μπήκαμε στο καλοκαίρι.  Αίθριες διαυγείς μέρες και νύκτες αστρογεμισμένες, με συνέπεια εναλλάσσονταν και διέγραφαν την τροχιά του διανυόμενου χρόνου.  Ένα πρωινό του Ιουλίου, όταν ξύπνησα η μαμά μου ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε γιατί ο πατέρας μου μας περίμενε στην Αθήνα.  Μ’έπλυνε, με χτένισε, μ’έντυσε με τα καλά μου και κατεβήκαμε στο Γερολιμένα για να πάρουμε το πλοίο για Πειραιά.  Επειδή διέκρινε πως στεναχωρήθηκα μου υποσχέθηκε κατηγορηματικά πως σύντομα θα επιστρέφαμε.  Εγώ πάντως με δάκρυα στα μάτια είχα αποχαιρετήσει τη Μελίσσα γιατί κατά βάθος κάτι μου έλεγε ότι δεν πρόκειται να την ξαναδώ.  Αλλά κι εκείνη κάτι είχε ψυχανεμιστεί αφού εκτός από την έκδηλη μελαγχολία στα μάτια της, μουγκανίστηκε, πράγμα που δεν το συνήθιζε, δυο φορές δυνατά και παραπονιάρικα. Σαν το πλοίο προσάραξε στο λιμάνι του Πειραιά είδα έκπληκτος για πρώτη φορά αυτοκίνητα να κινούνται πάνω κάτω στους δρόμους ενώ ένα βυτιοφόρο υδροφόρος του Δήμου κατάβρεχε για να μη σηκώνεται σκόνη.  Εγώ σκεφτόμουν εκείνη.  Α γιατί να μην την έχω κοντά μου ;  Να βλέπουμε μαζί όλα αυτά τα θαύματα. 

Σιγά σιγά μπήκα σ’ένα νέο τρόπο ζωής.  Έμαθα να παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς, έκανα τους πρώτους μου φίλους, όμως ποτέ δεν σταμάτησα να συλλογίζομαι τη Μελίσσα.  Οι λιγοστές ελπίδες μου για επιστροφή στο χωριό εξανεμίστηκαν μάλλον ανώδυνα αφού οι νέες συνθήκες διαβίωσης μου αποκάλυψαν ένα νέο κόσμο ωραιοποιημένο ή μπορεί κι ωραίο.   Χωρίς να το επιδιώξω έμαθα μετά από λίγο καιρό ότι ο παππούς που στο μεταξύ αρρώστησε, πούλησε και τη Μελίσσα.  Δεν ρώτησα τι απέγινε, από φόβο μήπως η απάντηση ήταν κάτι που δεν ήθελα ν’ακούσω.   Ποια ήταν η τύχη της άραγε ;  Ναι ήμουν δειλός, δεν θέλησα ποτέ μου να μάθω.  Μερικές φορές όταν την σκεφτόμουνα, χωρίς να το καταλαβαίνω ερχόντουσαν τα λόγια της εφημερίδας που διάβαζε κάποτε ο παππούς :  «Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας οδηγήθηκαν και οι δύο καταδικασθέντες στο Γουδί στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων και πριν την ανατολή του ήλιου εθανατώθησαν δια τυφεκισμού.» 

Στο μεταξύ είχα μάθει τι πα να πει εθανατώθησαν δια τυφεκισμού κι αναρωτιόμουν χωρίς νάμαι σίγουρος, ποιος τάχα είχε θανατωθεί η Μελίσσα ή εγώ ;  Μια γλυκιά πληγή μέσα μου, μου θύμιζε διαρκώς ότι το μόνο που δεν θανατώθηκε ήταν αυτό που είχα νιώσει για κείνη.  Και μου ήταν αρκετό για να ελπίζω και να πορεύομαι.

Ν.Μ.

images

Επί τη (βουκολική) ευκαιρία σας θυμίζω δύο προσαρμογές στα ελληνικά στίχων του Μπρασένς που σας είχα φτιάξει παλιότερα (Β.Ν.)  Έδώ  και εδώ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο δεύτερο Ο Παλαμήδης

Posted by vnottas στο 1 Νοεμβρίου, 2015

ancient greek games1

Κεφάλαιο δεύτερο. Όπου το Πουλχερίδιον και οι συνοδοί του αναζητούν τον Παλαμήδη τον Αθηναίο

Ο Εύελπις έχει ήδη αναχωρήσει για την Ακρόπολη και έτσι τώρα, σύμφωνα με τις εντολές του, ο Οινοκράτης μπορεί να περιποιηθεί το ζευγάρι των προσωρινών φιλοξενούμενων. Τους γνωρίζει, άλλωστε, και τους δύο.

Τον Θεσσαλό, που είναι ένα από τα στρατιωτικά μέλη  της ομάδας του Καλλισθένη, τον ξέρει καλλίτερα, αλλά και η νεαρή προστατευόμενη της Θαΐδας δεν του προκύπτει εντελώς άγνωστη: το οξυδερκές (και κοφτερό) μάτι του την έχει εντοπίσει ήδη παλιότερα, αν και μέχρι σήμερα δεν είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει από κοντά.

 Ετοίμασε λοιπόν, με τη βοήθεια του Χοντρόη, ένα γενναιόδωρο πρωινό, το οποίο τώρα σερβίρει στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι της αίθουσας του μαγειρείου.

«Αν η κυρά μου μάθαινε ότι είμαι εδώ από χτες και δε παράδωσα ακόμη το γράμμα της στον Παλαμήδη τον Αθηναίο, θα με σκότωνε!» δηλώνει το Πουλχερίδιον μ’ ένα  ύφος κάπου ανάμεσα στο τρομαγμένο και το ναζιάρικο, ενώ ταυτόχρονα βουτάει ψωμί στο αχνιστό ζωμό του πινακίου της.

«Ναι, αλλά αν κατάλαβα καλά, αυτό το γράμμα δεν απευθύνεται στον Παλαμήδη τον ίδιο, πρόκειται για μια επιστολή που ο απόστρατος θα μεταφέρει στην Αθήνα, έτσι δε μου ‘πες;» παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας.

«Ναι. Είναι μια γραφή που η κυρά μου στέλνει στη φίλη της την κυρά Φρύνη, την Ωραία των Αθηνών∙ είμαι σίγουρη ότι θα την έχεις ακουστά».

Ο Οινοκράτης εκείνη τη στιγμή ακουμπάει στο τραπέζι, ακριβώς μπροστά στο Πουλχερίδιον, με επιδεικτική κίνηση και έκδηλη περηφάνια, ένα σπάνιο έδεσμα: μαύρες ελιές Πελοποννήσου ξιδάτες!

Ο Ευρυμέδοντας του κλείνει το μάτι. «Κάτι ξέρουμε κι εμείς οι καμπίσιοι, απ’ αυτά που γίνονται στα μεγάλα άστεα… Και για τις ωραίες γυναίκες που βασιλεύουν εκεί. Εξ άλλου η Φρύνη είναι πιο διάσημη ακόμη κι απ’ αυτές  εδώ τις ελιές», λέει χαμογελώντας. Ύστερα παίρνει μια ζουμερή ξιδάτη και την δοκιμάζει. «Από τις Καλάμες των Φηρών[1]! Που τις βρήκες αθεόφοβε Οινοκράτη;»

Κι επειδή ο Σικελός το παίζει μυστηριώδης και αντί να απαντήσει ανασηκώνει τους ώμους, ο Ευρυμέδοντας στρέφεται πάλι στη νεαρή:

«Μην ανησυχείς Πουλχερία που δεν καταφέραμε να παραδώσουμε χτες κι αυτή την επιστολή, ο Παλαμήδης δεν πρόκειται να φύγει σύντομα. Στο είπα ήδη: Για να αναχωρήσουν οι απόμαχοι πρέπει πρώτα να καλυτερέψει ο καιρός, έπειτα οι οιωνοσκόποι να αποφανθούν επισήμως ότι  έφτασε η κατάλληλη μέρα και, επί πλέον, πρέπει να προηγηθούν όλες οι απαραίτητες τελετές.  Επομένως το γράμμα δε πρόκειται να καθυστερήσει εξ αιτίας σου».

«Όμως σήμερα θα πάμε, να ξεμπερδεύουμε με την επιστολή, έτσι δεν είναι Ευρυμεδοντάκη μου;»

«Τι μανία με αυτά τα υποκοριστικά, Πουλχερία; Δε μπορείς να με λες Ευρυμέδοντα όπως όλος ο κόσμος; Τι κακό έχει το όνομά μου;  Μου το δώσανε σε ανάμνηση της νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στον ποταμό Ευρυμέδοντα[2] καμιά εκατοστή και βάλε χρόνια πριν. Οι  θεσσαλικές πόλεις δεν συμμετείχαν επισήμως σ’ εκείνη την εκστρατεία, αλλά κάποιοι πρόγονοί μου ήταν εκεί. Σημαίνει μέδω, εκτείνομαι, ενδιαφέρομαι, κυριαρχώ ευρέως. Δε σ’ αρέσει;  

«Ω, είναι υπέροχο γλυκέ μου. Μόνο να, πώς να στο πω, είναι για ό, τι μου αρέσει, για ό, τι με γοητεύει που φτιάχνω τα δικά μου ονοματάκια», λέει το Πουλχερίδιον με το πιο σαγηνευτικό του χαμόγελο.

«Και το δικό σου; ¨Πουλχερία!¨,  δε το ‘χω ξανακούσει… Μόνη σου το ‘φτιαξες;»

«Μου το έδωσε η κυρά μου, η Θαΐδα. Λέει ότι προέρχεται από τις χώρες της Ιταλίας και σημαίνει όμορφη.  Λοιπόν τι λες, θα πάμε να παραδώσουμε την επιστολή σήμερα;»

Ο Θεσσαλός νεύει καταφατικά και απευθύνεται στον Σικελό.

«Οινοκράτη ξέρεις αν τους επαναπατριζόμενους τους έχουν ακόμη στο κτίριο των καραβανιών, στο κέντρο;» 

«Ο Οινοκράτης, αν και δεν είναι παρά μόλις προχτές που επέστρεψε στην Πόλη των Κρίνων, συμβαίνει να το ξέρει κι αυτό», αποκρίνεται ο ερωτώμενος με το αγαπημένο του ύφος, εκείνο του ειδήμονα επί του παντός (επιστητού και μη).  «Απ’ ότι, λοιπόν, ξέρω, εκεί είναι  και εκεί θα μείνουν μέχρι την αναχώρησή τους.

Όμως τους περισσότερους θα τους βρείτε στο κτίριο μόνο τη νύχτα. Όσοι δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα υγείας, όλη μέρα γυρίζουν εδώ κι εκεί. Όπως καταλαβαίνετε, πριν επιστρέψουν στις οικογένειες και στα σόγια, συλλέγουν τις τελευταίες αναμνήσεις από την ασιατική τους περιπέτεια.

Πάντως, οι πιο πολλοί απ’ αυτούς συχνάζουν σε ορισμένα ¨συγκεκριμένα¨ σημεία της Αγοράς, και, βεβαίως, αν θέλετε, μπορώ να σας πάω εγώ ως τα εκεί. Εξ άλλου, έχω να κάνω κι άλλες δουλειές στο κέντρο».

*greekvases-2-640

Ο Παλαμήδης, αν και ψηλός και γεροδεμένος, είναι πια κοντά στα πενήντα και έτσι, ακόμη κι αν δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και δεν δυσκολευόταν πλέον να χειριστεί τα βαριά όπλα, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα είχε, έτσι κι αλλιώς, αρχίσει να σκέπτεται την αποχώρησή του από την  άμεση πολεμική δράση. Και πράγματι, την σκεφτόταν ήδη πριν τραυματιστεί, καθώς μαζί με την ηλικία και τα παρατρεχάμενά της, αυξήθηκε μέσα του και η νοσταλγία για το πατρώο Αθηναϊκό Άστυ.

Όμως αυτό το τελευταίο διάστημα, από τότε που τον καταχώρησαν στον κατάλογο όσων πρόκειται να επαναπατριστούν λόγω ανήκεστου τραυματισμού και τον έστειλαν στα Σούσα σε αναμονή της αναχώρησης, το άλγος του νόστου περιορίστηκε και άρχισε να βλέπει τον κατακτημένο τόπο με κάπως διαφορετικό μάτι, που πάει να πει με λιγότερες προκαταλήψεις και με περισσότερο ενδιαφέρον και περιέργεια.

 Ίσα με τώρα, το άγχος των αλλεπάλληλων μαχών και η αναπόφευκτα τεντωμένη ατμόσφαιρα του στρατοπέδου, του δημιουργούσαν άλλου είδους συναισθήματα απέναντι στους λαούς και τις χώρες που υπέκυπταν καθώς το στράτευμα προήλαυνε. Συναισθήματα όχι απολύτως σαφή, αλλά, βέβαια, ούτε ψύχραιμα ούτε και ιδιαιτέρως φιλικά.

Τώρα όμως ο Παλαμήδης θέλει να μάθει περισσότερα, ό, τι τέλος πάντων προλάβει, για την κοινωνία αυτού του περίεργου τόπου όπου έδωσε τις τελευταίες του μάχες.

Έτσι ο απόμαχος περνάει αυτές τις ύστατες μέρες της παραμονής του εδώ τριγυρίζοντας στα σοκάκια και τις αγορές της Πόλης των Κρίνων και συλλέγοντας κυρίως οπτικές εντυπώσεις∙ εκτός κι αν είναι τυχερός και συναντήσει κανένα ελληνομαθή ντόπιο ή κάποιον Έλληνα που να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, οπότε μπορεί να μάθει κάτι περισσότερο ρωτώντας και συζητώντας.

Στις περιηγήσεις του αυτές ο Παλαμήδης προσπαθεί να αποφύγει ορισμένα σημεία της πόλης, τα οποία αντίθετα είναι πολύ δημοφιλή ανάμεσα σε πολλούς συναδέλφους του – είτε υπό αποστρατεία είτε όχι. Πρόκειται για τους χώρους εκείνους που είναι αφιερωμένοι στα παιχνίδια: Παίγνια επιτραπέζια, κυρίως κύβοι και αστράγαλοι, συνήθως γύρω από πολύχρωμους πάγκους που οι επιτήδειοι συνακολουθούντες μεταφέρουν από τους καταυλισμούς τους στις αγορές των νεοκατακτημένων πόλεων, αλλά και παιχνίδια στοιχημάτων, που οργανώνονται  σε αυτοσχέδιες αρένες, όπου κοκόρια και σκύλοι διεκδικούν πρωταθλήματα (ελεύθερης όσο και θανάσιμης) πάλης και ταχύτητας. Καμιά φορά, παρά την σχετική απαγόρευση του φρουραρχείου, τα στοιχήματα στήνονται για αγώνες ανάμεσα σε γεροδεμένους σκλάβους.

Ο Παλαμήδης, υπήρξε θύμα μιας ισχυρής έλξης προς αυτά τα παιχνίδια και το ξέρει, όπως ξέρει και ότι οι δαίμονες-υποκινητές βρίσκονται ακόμη μέσα του.  Έτσι, συχνά, οι φυγόκεντρες δυνάμεις που επιβάλει στον εαυτό του δεν καταφέρνουν να υπερκεράσουν τις παιγνιομόλους που του υποβάλλουν ύπουλα οι δαίμονες και ο Παλαμήδης ύστερα από σπειροειδείς περιπάτους, βρίσκεται παγιδευμένος δίπλα στα τραπέζια του τζόγου, να παρακολουθεί προσπαθώντας να μην παίξει.

Εκεί, στη γειτονιά των παιγνίων, στην άκρη της Αγοράς,  οδηγεί τον Ευρυμέδοντα και την μικρή Πουλχερία ο Οινοκράτης, ο οποίος έχει πάρει μαζί του, μπας και τυχόν χρειαστεί γλωσσική βοήθεια, τον κολλητό του πλέον, Χοντρόη. Αφού λοιπόν έχει ήδη ρωτήσει δυο τρεις από τους περιφερόμενους έλληνες στρατιωτικούς, ο τελευταίος απ’ αυτούς τού έχει υποδείξει μια ομάδα οπλιτών, που αν κρίνει κανείς από τις στολές τους προέρχονται από διαφορετικά σώματα, οι οποίοι φωνασκούν στριμωγμένοι γύρω από ένα υπαίθριο τραπέζι.  Παρά τη βοή της αγοράς και τις φωνές των παικτών, από εκείνη τη μεριά προέρχεται διακριτός ο ήχος των κύβων που κατρακυλάνε στην τάβλα.

Ο Σικελός προκειμένου να ολοκληρώσει αισίως την έρευνα που έχει οικειοθελώς αναλάβει, αρχίζει να φωνάζει: «Παλαμήδης… Παλαμήδης από την Αθήνα… Είναι εδώ ο Παλαμήδης ο Αθηναίος; Μήνυμα από την καλλίπυγο Θαΐδα για τον Παλαμήδη τον εξ Αθηνών»

ancient-gambling

[1] Φηρές ή Φαρές: Αρχαία πόλη, περίπου στη θέση της σημερινής Καλαμάτας. Οι αρχαίες Καλάμαι ήταν γειτονικό χωριό.

[2] Ευρυμέδοντας Ποταμός: Ποταμός της Μικράς Ασίας που εκβάλλει στον κόλπο της Αττάλειας απέναντι απ’ την Κύπρο. Εκεί οι Έλληνες, υπό την ηγεσία του Κίμωνα του Αθηναίου, νίκησαν τους Πέρσες περί το 466 πΧ.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κάστανα στο Πάικο….

Posted by vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2015

 (γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

καστανιές-2

Τέλος Οκτώβρη του 48, απομεσήμερο κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας απ το Κιλκίς, είναι σε αποστολή ‘επιτήρησης εχθρού’ μαζί με τρεις συντρόφους του απ το λόχο του κατετάν Σφυρή  στις παρυφές του Πάικου σ ένα πέταλο γεμάτο καστανιές.

Είναι κρυμμένοι, καμουφλαρισμένοι μέσα σε κάτι βατσινιές και με τα κιάλια κοιτάζουν κάθε τόσο προς την πεδιάδα, όπου οι πληροφορίες έλεγαν πως μπορεί να εμφανιζόταν ένα τάγμα πεζικού και αν το έβλεπαν, έπρεπε αμέσως να κινηθούν βορειοανατολικά προς τη κορυφή για να ειδοποιήσουν  τις μονάδες του απελευθερωτικού στρατού.

Ο Γιαννάκης με το αετίσιο  μάτι του οργώνει την πεδιάδα χωρίς να ξέρει βέβαια πως τριακόσια μέτρα πιο πάνω κι αριστερά από αυτόν και τους συντρόφους του, βρίσκεται ακίνητος μπρούμυτα μέσα στους σκληρούς θάμνους  ο οπλίτης-ελεύθερος σκοπευτής Χρήστος Μπούμπασης από το Χέρσο του Κιλκίς, το καμάρι του 505 τάγματος πεζικού που μέχρι σήμερα –δυο χρόνια τώρα- είχε στείλει στον άλλο κόσμο πάνω από 20 καθοδηγητές κι αξιωματικούς του ΕΛΑΣ.

images (15)

Ο Χρήστος ο Μπούμπασης ή ‘χάρος’ -όπως τον είχαν ονομάσει στο τάγμα -ήταν πάντα μόνος του, έχοντας τη μόνη εντολή, να σημαδεύει μέσα από  τη διόπτρα του  πεντάκιλου  enfield του, επιλεκτικά τους επικεφαλής των ανταρτών ή τους ανιχνευτές τους.

Τώρα ξαπλωμένος στο θάμνο, έβλεπε μέσα απ τη διόπτρα του ντουφεκιού του από ώρες, τους τέσσερις αντάρτες τριακόσια μέτρα κάτω και πλάγια και σκεφτόταν μόνο πότε θα τραβήξει τη σκανδάλη. Ο Χρήστος που μόλις χτες έκλεισε τα εικοσιδύο, ξέρει απ το λοχαγό του, πως ο εμφύλιος θα τελειώσει γρήγορα και με το χαρτί που θα πάρει απ το τάγμα του, θα μπορέσει ν ανοίξει περίπτερο στο Κιλκίς κι όχι να ξεπατώνεται στα κουτσοχώραφα του Χέρσου.

Οι καστανιές στο Πάικο είναι φορτωμένες κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας λέει στους συντρόφους του, πως θα μαζέψει  μερικά κάστανα στο ντορβά από τα δυο ψηλά δέντρα που είναι μπροστά τους κι οι τρεις συναγωνιστές του συμφωνούν γιατί τους έχει κόψει η πείνα απ το πρωί.

Πάνω του στα τριακόσια μέτρα ο ‘χάρος’ βλέπει μέσα απ τη διόπτρα του τον Γιαννάκη να βαδίζει προς τις καστανιές και ξέρει πως είναι κατάδικος του, όπως κι οι άλλοι τρεις αντάρτες κι αυτό σημαίνει τουλάχιστον μια κούτα τσιγάρα Ματσάγκος, μια εύφημη μνεία, δυο μερίδες κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κονιάκ απ το λοχαγό του, πέρα απ την διήμερη άδεια για το Χέρσο και ήρεμα, αποφασιστικά, αμετάκλητα τραβάει τη σκανδάλη και πυροβολεί με ακρίβεια, το πίσω μέρος απ το κεφάλι του Γιαννάκη και σε δέκα δεύτερα έχει κλείσει βόλτα στον αγύριστο τους συμπατριώτες του, μέσα από τον σκληρό μαύρο αμφιβληστροειδή του.

360px-Spotting_the_Enemy_Sniper

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Γενέθλιο…

Posted by vnottas στο 21 Οκτωβρίου, 2015

Αυτή τη φορά προσπάθησα να αποσιωπήσω αυτήν την (αμφισβητούμενη) επέτειο (έστω ως προσωρινή επικράτηση επί του πανδαμάτορος), αλλά  δεν απέφυγα να ακούσω τις σκέψεις μου όπως τις διατύπωσε ο Νίκος, αφιερώνοντάς μου τους παρακάτω στίχους…

γεν1

(επί του θέματος, ιδού και λίγος Μπρασένς όπως σας τον μετέφρασα παλιότερα εδώ )

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Συννεφιές…

Posted by vnottas στο 21 Οκτωβρίου, 2015

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΙΑ

Synefia

Αγάπησα τα σύννεφα

τα κάθε είδους σύννεφα.

Τα μαύρα της καταιγίδας

τα ρόδινα της αυγής

τα διάφανα άλλοτε του έρωτα

κι άλλοτε της προδοσίας

τα πυκνά της επανάστασης

τα πορφυρά του ηλιοβασιλέματος

τα γκρίζα της γονιμότητας

τα μεταβαλλόμενα της ειρωνείας

τα μενεξελιά της θλίψης

παλαιοτέρων ποιητών

ακόμη κι αυτά

που κάποιες φορές παίζουν με το φεγγάρι

ιδίως την πανσέληνο.

Ναι τ’ αγάπησα

και μέτρησα πολλές φορές

τον χρόνο μου μ’ αυτά.

Όμως ποτέ μου δεν μπόρεσα

ν’ αντέξω την συννεφιά.

ce63af7e92fd0180d3beff4f8e3bbafc-300x293

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος τρίτο: Έρευνες

Posted by vnottas στο 17 Οκτωβρίου, 2015

Η διαμόρφωση (ας την πούμε έτσι) του τρίτου μέρους των περιπετειών του Εύελπι του Μεγαρέα (γραμματικού στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της ανατολικής Αυτοκρατορίας) βρίσκεται σε καλό σημείο, γι αυτό λέω να αρχίσω την ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο των πρώτων κεφαλαίων.

Στο τρίτο μέρος, όπως και στα δύο προηγούμενα (θα) εξιστορούνται τα γεγονότα μιας μόνο ημέρας (αυτή την φορά της τελευταίας μέρας του Ανθεστηρίωνα, καθώς τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει η άνοιξη του 330 πΧ), ενώ η δράση θα εξακολουθήσει να εκτυλίσσεται στην πρωτεύουσα πόλη της Σουσιανής, την πόλη των Κρίνων (Σούσα).

Σε γενικές γραμμές θα παρακολουθήσουμε τις έρευνες που διεξάγει ο Εύελπις προκειμένου να εξιχνιάσει την υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο και, παράλληλα, τον Οινοκράτη και τους φίλους του να παρακολουθούν κατά πόδας τον Άρπαλο και τους σωματοφύλακές του. Έτσι θα βρεθούμε στα διαμερίσματα της βασίλισσας Σισύγαμβρης, στον ανακτορικό ναό του Αχούρα Μάσδα, στη ¨γειτονιά των παιχνιδιών¨ της Αγοράς των Σούσων, στον ναό του βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ, και αλλού. Κάθε παρατήρηση είναι ευπρόσδεκτη. Προς τους (εθελοντές) αναγνώστες: καλό διάβασμα.

images (2)

Μέρος Γ΄: Τελευταία μέρα του Ανθεστηριώνα μήνα

Κεφάλαιο πρώτο.

Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται τον τραυματισμένο Καλλισθένη

Όταν ξυπνάω, ο ήλιος έχει μόλις εγκαταλείψει τις κορφές του Ζάγκρου κι ανηφορίζει στον ουρανό των Σούσων, ενώ οι ακτίνες του διαπερνούν εγκάρσια τα ψηλά παράθυρα φωτίζοντας το υπνοδωμάτιο.

Δε νιώθω ξεκούραστος, αλλά τεντωμένος και στο μυαλό μου τριγυρίζουν ακόμη στρόβιλοι από όνειρα. Όνειρα από εκείνα που πλημμυρίζουν τις νύχτες μου τον τελευταίο καιρό. Όνειρα περίεργα, ακαταστάλαχτα, ανακατεμένα με νυχτερινές σκέψεις, άσχετες η μια με την άλλη, που όμως μου φαίνονται πλεγμένες, όλες μαζί, σε ακατανόητα, παράξενα σκηνικά…

Υπάρχουν μερικές μορφές που, καθώς ξυπνώ, διακρίνονται ακόμη ανάμεσα στα νέφη που χωρίζουν τον ενύπνιο κόσμο από εκείνον τη εγρήγορσης και με κοιτάζουν σαν να θέλουν κάτι να μου πουν και δεν πρόφτασαν: Η Θαΐδα, ο Καλλισθένης, ή ακόμη και, τρεχάτος, ιδρωμένος και ανήσυχος, ο Οινοκράτης ο υπηρέτης μου.

Τινάζω το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά και οι μορφές θολώνουν και διαλύονται. Κατευθύνομαι στον λουτήρα,   παίρνω με τις χούφτες μου κρύο νερό από τη λεκάνη που μου έχει ετοιμάσει ο Οινοκράτης  και καταβρέχω το πρόσωπό μου. Στη θέση των σκιών σχηματίζονται τώρα οι μνήμες της χτεσινής μέρας: η εισβολή των μαυροφορεμένων δολοφόνων στο θησαυροφυλάκιο, ο τραυματισμός του Καλλισθένη, η επείγουσα έκτακτη σύσκεψη με τον φρούραρχο και τον διοικητή της πόλης των Σούσων…

Ναι, όλα αυτά, αλλά και κάτι άλλο που μου άφησε αλλιώτικη γεύση, αν και όχι άσχετο με τα προηγούμενα: το μήνυμα της Θαΐδας, φιλικό, ίσως τρυφερό, που με προειδοποιεί ότι οι ¨άλλοι¨, δηλαδή ο γλοιώδης Ανάξαρχος και οι δικοί του, δεν περιορίζονται πια στις έμμεσες διαβολές αλλά έχουν αποφασίσει να επιτεθούν με νέους δόλιους  τρόπους στον Καλλισθένη και την ομάδα μας.

Βάζω φωνή και ο Οινοκράτης σκάει μύτη στην άλλη άκρη της μεγάλης κάμαρας και με καλημερίζει. Είναι φορτωμένος με τον ιματισμό μου, έναν ενισχυμένο δερμάτινο θώρακα και το ξίφος μου.

images

«Το σπαθί ναι, τον θώρακα όχι», του λέω. «Και κοίτα, σήμερα, για λόγους ας πούμε εθιμοτυπικούς, θα πρέπει να το παίξουμε κομψοί. Ίσως χρειαστεί να συναντήσω ό, τι μας απόμεινε από  την περσική διοίκηση και το ντόπιο  βασιλικό οίκο. Γι αυτό βγάλε και ετοίμασε την καλή πορφυρή χλαμύδα. Όμως πρώτα φτιάξε μου δύο πράγματα: κάτι να με κρατήσει ξύπνιο και διαυγή, γιατί απόψε κοιμήθηκα ελάχιστα και ένα γερό πρωινό».

Παίρνει μια απορημένη έκφραση και ανασηκώνει τον βαρύ θώρακα που με δυσκολία κρατάει στο δεξί του χέρι. «Μα αφέντη», ενίσταται, «αν ο κύριος Καλλισθένης φορούσε χτες τον θώρακά του, σήμερα η υγεία του θα ήταν πολύ καλύτερη, δε θα ήταν;»

Ίσως έχει δίκιο. Αλλά δε μου πάει να φορτωθώ τον βαρύ  θώρακα λες και πάω σε προκαθορισμένη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Οινοκράτης αφήνει τα ιμάτια σε έναν περσικό κλισμό[1], το ξίφος με τον τελαμώνα[2] πάνω σε έναν ελληνικό δίφρο οκλαδία,[3] που κι εγώ δε ξέρω πως βρέθηκε εκεί δίπλα, και κάνει να αποσυρθεί, αλλά τον σταματάω.

«Για πες μου, τι ήταν αυτά που μου έλεγες χτες; Είχα πολλά στο κεφάλι μου και μέσα στην αναστάτωση που επικρατούσε δεν σε πρόσεξα καλά. Κάτι έλεγες για ένα οινοποτείο… Καλά μωρέ Οινοκράτη, δεν είπαμε να αποφεύγουμε τις ακρατο-κατανύξεις; Και μάλιστα μεσημεριάτικα; Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις; Γιατί, αν δεν έχεις, να σου αναθέσω μερικές πρόσθετες δουλειές…»

«Όχι αφέντη, θα σου εξηγήσω τι έγινε. Βγήκαμε με τον Χοντρόη για ψώνια στην αγορά∙ ψάχναμε κυρίως φρέσκα λαχανικά που, βέβαια, δεν υπάρχουν στο κελάρι,  και μια που έφτασε η ώρα του μεσημεριανού φαγητού είπαμε να τσιμπήσουμε κάτι…»

«Και τι έγινε; Πέσατε πάνω σε ανθρώπους του Άρπαλου;»

«Όχι αφέντη. Στο οινοποτείο κατέφτασε ο Άρπαλος ο ίδιος. Ξανθός, κουτσός και υπερόπτης, μαζί με δύο τύπους που πρέπει να ‘ναι οι σωματοφύλακές του. Στην αρχή δεν είπε ποιος είναι, αλλά αργότερα, όταν μέθυσε, όχι μόνο παραδέχτηκε ότι παρίστανε τον έμπορο ενώ στην πραγματικότητα είναι φίλος και εταίρος του βασιλιά, αλλά και κάτι του ξέφυγε για μια συνωμοσία που εξυφαίνεται εδώ, στα Σούσα. Βέβαια, επειδή οι περισσότεροι από τους πελάτες του οινοποτείου ήταν σκνίπα, κανένας δε νοιάστηκε για το τι έλεγε ο χωλός δήθεν έμπορος. Κανένας εκτός από τον υποφαινόμενο Οινοκράτη, ο οποίος ακολουθώντας τη σοφή παραίνεση του κυρίου του, ήταν απολύτως νηφάλιος, ή εν πάση περιπτώσει νηφάλιος μέσα σε λογικά πλαίσια. Κι επειδή ξέρω ότι ο Αφέντης δεν συμπαθεί τον γιο του Μαχάτα, έσπευσα να σε ειδοποιήσω για το τι είδα και τι άκουσα».

Σκέφτομαι για μια στιγμή τις διευκρινίσεις του υπηρέτη μου∙ σήμερα οι κουβέντες του είναι περισσότερο κατανοητές∙ προφανώς εκείνος είναι πιο σαφής κι εγώ (αν και δεν το πολύ-αισθάνομαι) πιο ξεκούραστος απ’ ό, τι χτες το βράδυ.

«Καλά έκανες Οινοκράτη», του λέω. «Και κοίτα, όταν ¨ξαναβγείς για ψώνια¨ στην αγορά, έχε το νου σου και δες αν υπάρχουν κι άλλοι που να πρόσεξαν την παρουσία του Άρπαλου στα Σούσα. Κι αν όντως κυκλοφορεί εδώ, μάθε που βρίσκεται και ειδοποίησέ με. Δε θέλω να αναμείξω τις υπηρεσίες που εποπτεύουν.  Το θέμα είναι λεπτό. Ο  Άρπαλος είναι ένας επικίνδυνος τύπος, όμως είναι πράγματι κολλητός του βασιλιά που απ’ ότι φαίνεται του τα συγχωρεί όλα. Τι λες, μπορείς να τα καταφέρεις;».

Στο πρόσωπο του υπηρέτη μου απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης: ψοφάει να του δίνω πρωτοβουλίες, αλλά κι όταν δεν του δίνω, τις παίρνει μόνος του!

«Βεβαίως», μου απαντά και κάνει πάλι να αποσυρθεί για να βάλει το θώρακα στη θέση του και να ετοιμάσει το πρωινό. Αλλά τον σταματάω ξανά.

«Α, και κάτι άλλο. Τον Ευρυμέδοντα και τη μικρή της Θαΐδας, τους βόλεψες;»

«Βεβαίως. Το σπίτι είναι μεγάλο».

«Περιποιήσου τους, μέχρι να δούμε τι μηνύματα θα χρειαστεί να μεταφέρουν γυρίζοντας πίσω».

Ο Οινοκράτης εξαφανίζεται στα ενδότερα και εγώ προσπαθώ να καταστρώσω νοερά ένα πρόγραμμα  με τα όσα θα πρέπει να κάνω σήμερα. Τελικά καταλήγω ότι δε μπορώ να προγραμματίσω τίποτα πριν δω τον Καλλισθένη.

***

bronce-carriazo-tartessos11

Ο Καλλισθένης είναι χλωμός και έχει τα μάτια κλειστά.

«Είναι φυσιολογικό, με το αίμα που έχασε», μου λέει ο Φίλιππος ο γιατρός.

Ο Φίλιππος έχει διανυκτερεύσει εκεί, δίπλα στον τραυματία. Δεν είναι μόνο ότι συμπαθεί τον Καλλισθένη, είναι και που δεν ξεχνά ότι ο Ολύνθιος τον υποστήριξε  όταν ο στρατηγός Παρμενίωνας τον είχε κατηγορήσει ότι εξαγοράστηκε από τους Πέρσες  και ότι σκόπευε να δολοφονήσει τον Αλέξανδρο.

Ήμασταν στην Τύρο, τρία χρόνια πριν.

Ο βασιλιάς είχε κολυμπήσει ιδρωμένος στα κρύα νερά του ποταμού Κύδνου και αρρώστησε. Ο Φίλιππος ετοίμασε ένα δραστικό υγρό ίαμα, αλλά πριν το πιεί ο Αλέξανδρος, έφτασε  ένας αγγελιαφόρος με επείγον μήνυμα από τον Παρμενίωνα. Ο στρατηγός έγραφε ότι είχε πληροφορίες πως ο γιατρός είχε ‘ρθει σε μυστική επαφή με τον Δαρείο, ο οποίος μάλιστα του υποσχέθηκε να τον παντρέψει με μια απ’ τις κόρες του, αν εξουδετέρωνε τον Μακεδόνα.

Στον Αλέξανδρο δεν καλοφάνηκε που ο Παρμενίωνας είχε δικό του δίκτυο συλλογής πληροφοριών και μάλιστα ότι επόπτευε ανθρώπους του στενού βασιλικού περιβάλλοντος, όπως ο γιατρός. Πάντως, ζήτησε τη γνώμη του Καλλισθένη, ο οποίος του είπε πως εύρισκε άδικη και ατεκμηρίωτη την κατηγορία και ότι ο ίδιος ήταν έτοιμος να εγγυηθεί για την εντιμότητα του Ακαρνάνα.  Ο Αλέξανδρος πείστηκε, ήπιε το φάρμακο και ήδη την επόμενη μέρα ήταν πολύ καλύτερα.

Ωστόσο ο βασιλιάς είχε αρχίσει να δυσπιστεί απέναντι στον γέρο στρατηγό. Ο Παρμενίωνας από την άλλη, σε αντίθεση με τους πιο πολλούς Μακεδόνες αξιωματικούς που συμπαθούν τον Καλλισθένη, πνέει από τότε μένεα εναντίον του και ισχυρίζεται ότι υπερασπιζόμενος τον Ακαρνάνα έβαλε σε κίνδυνο  την ασφάλεια του Αλέξανδρου και,  κατά συνέπεια, της εκστρατείας.

«Πώς είναι Φίλιππε;» ρωτάω τον γιατρό.

«Σήμερα θα δείξει. Πάντως είμαι αισιόδοξος».

«Θα μπορέσει να μου μιλήσει;»

«Πιστεύω πως ναι. Έχει πυρετό, αλλά καίει λιγότερο από όσο περίμενα. Πάντως δε πρέπει να ελπίζεις πολλά, σήμερα τουλάχιστον. Ακόμη κι αν όλα πάνε καλά, η ανάρρωσή του θα απαιτήσει αρκετό χρόνο».

«Πόσο;» Η φωνή που διατυπώνει αυτήν τη μονολεκτική ερώτηση δεν είναι η δική μου. Είναι η εξασθενημένη φωνή του Καλλισθένη, ο οποίος έχει ανοίξει τα μάτια και μας κοιτάζει. Το καστανό του βλέμμα αντανακλά εξάντληση και φυσικό πόνο.

«Ω, καλώς τον! Πώς αισθάνεσαι φίλε μου Καλλισθένη;» ρωτάει αντί να απαντήσει ο Φίλιππος. «Πονάς πολύ;»

Ο τραυματισμένος απαντά αρθρώνοντας τις λέξεις με δυσκολία: «Και πονάω και κολλάω και κάτι μου μυρίζει…»

«Θα ήταν περίεργο και σίγουρα ανησυχητικό αν δεν πόναγες∙ κολλάς γιατί έχω επαλείψει τις πληγές σου με μέλι, έτσι θα αποφύγουμε να κακοφορμίσουν∙ κι εκτός από μέλι έχω βάλει και δίκταμο από την Κρήτη, αυτό είναι που μυρίζει. Είσαι τυχερός που είχα λίγο μαζί μου, γιατί η φαρμακαποθήκη των Σούσων δεν έχει ακόμη πλήρεις προμήθειες», τον καθησυχάζει ο γιατρός.

Μετά, καθώς βλέπει ότι ο Καλλισθένης κινείται κάπως σα να θέλει να ανασηκωθεί, η φωνή του γίνεται πιο έντονη. «Και μη κουνιέσαι! Αν δε μείνεις όσο πιο ακίνητος γίνεται, αυτό το ¨πόσο¨ που ρώταγες πριν θα είναι ιδιαίτερα μακρύ! Είπα, μην κουνιέσαι. Θα σε ανασηκώσουμε εμείς».

Μιλώντας, παίρνει ένα κεντημένο περσικό προσκέφαλο και μου κάνει νόημα να τον βοηθήσω. Πιάνουμε προσεκτικά τον κορμό του Καλλισθένη, τον ανασηκώσαμε λίγο και ο Φίλιππος προσθέτει το μαξιλάρι στην πλάτη του.

Ύστερα, αφού πρώτα με συμβουλεύσει να μην κουράσω πολύ τον πληγωμένο, ο γιατρός απ’ την Ακαρνανία αποσύρεται διακριτικά.

Το ταλαιπωρημένο βλέμμα του Καλλισθένη εστιάζεται τώρα σε εμένα.

«Πες μου», λέει σιγανά.myth_Adis

Προσπαθώ να του αφηγηθώ συνοπτικά όσα συνέβησαν χτες, μετά την επίθεση εναντίον μας και ενώ εκείνος ήταν ναρκωμένος από το παρασκεύασμα του Ακαρνάνα. Πρώτα του αναφέρω τη σύσκεψη με τον Αρχέλαο και τον Μάζαρο και τα όσα αποφασίσαμε εκεί.

«Ναι», συμφωνεί. «Ο Μάζαρος ας αναλάβει την έρευνα στη φρουρά, ενώ με τους Πέρσες -κυρίως τους ¨φιλοξενούμενους¨- σωστό είναι να μιλήσεις εσύ. Εμείς έχουμε αναλάβει την ευθύνη γι αυτούς. Να είσαι διακριτικός, αλλά μην τους αφήσεις να σου πάρουν τον αέρα».

«Λέω, εκτός από τη Σισίγαμβρη και τον Αβουλίτη, να μιλήσω και με τον αρχιερέα, τον Αζάρη».

«Σωστά», συμφωνεί. «Και να έχεις κατά νου ότι οι ιερείς της Ανατολής ανακατεύονται στην πολιτική πολύ εντονότερα από τους δικούς μας, κι ας παριστάνουν τους υπεράνω».

Του λέω ακόμη για την άφιξη του Ευρυμέδοντα με τους παπύρους και τις περγαμηνές, καθώς και την επιστολή του Ευμένη. Μου ζητάει να του την διαβάσω, πράγμα που κάνω. «Σήμερα το πρωί του έστειλα το γράμμα που είχαμε πει χτες, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον βασιλιά για να σωθούν οι συγγραφές, αλλά όπως βλέπεις είχε ήδη δράσει από μόνος του. Είναι φανερό ότι το μόνο που μπόρεσε να κάνει, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, είναι το να σώσει μερικά βιβλία», καταλήγω.

Στο μέτωπό του Καλλισθένη προστίθεται μια ρυτίδα. «Όλα δείχνουν ότι τα ανάκτορα της Περσέπολης θα καταστραφούν», λέει με θλίψη. «Και δεν ξέρω τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να το αποτρέψουμε. Η πρωτοβουλία του Ευμένη να σώσει αυτά τα βιβλία και να τα στείλει εδώ, είναι αναμφίβολα  γενναία.  Όμως φοβάμαι ότι δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο αυτή την στιγμή∙ δεν έχουμε άλλους ισχυρούς φίλους κοντά στον βασιλιά αυτή την περίοδο».

Μένουμε για λίγο σιωπηλοί.

«Υπάρχει ακόμη κάτι, μάλλον απρόσμενο», προσθέτω μετά.

Βγάζω από τον σάκο μου τον μικρό κύλινδρο με το μήνυμα της Θαΐδας και του το διαβάζω.

Στο πρόσωπο του Καλλισθένη, παρά τις πληγές και τους πόνους, εμφανίζεται προς στιγμή μια ιδέα χαμόγελο: «…ανίκατε μάχαν»,  θέλει να με πειράξει, αλλά ύστερα σοβαρεύει και με κοιτάζει ερωτηματικά.  «Λες;»

Συνοφρυώνομαι. «Να έφτασαν ως εκεί; Να μίσθωσαν αυτοί τους μαυροφορεμένους; Δε θα ήταν πολύ ευφυές από μέρος τους, αλλά τι να πω; Είναι ικανοί για όλα. Πάντως, αν το μήνυμα της Θαΐδας είχε φτάσει λίγες ώρες νωρίτερα, ίσως να ‘χαμε το νου μας και  να προσέχαμε περισσότερο.  Δεν ξέρω…

Και, συν τοις άλλοις, τώρα που το σκέπτομαι, αν λάβεις υπόψη σου…»

«Τι;»

«Ότι ένας από τους δικούς τους βρίσκεται αυτές τις μέρες στα Σούσα…»

«Ποιος;»

«Ο ισχυρότερος. Αυτός που προς στιγμήν τους είχε εγκαταλείψει αναζητώντας άλλες ευδαιμονίες, αλλά τελικά αποφάσισε ότι προτιμά αντί για τους Μεγαρίτες και τους Αθηναίους να ταλαιπωρεί εμάς! Ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ήξερα ότι επέστρεψε, αλλά είχα την εντύπωση ότι ο Αλέξανδρος του είχε δώσει κάποιες αρμοδιότητες στην Βαβυλώνα για να τον κρατάει απασχολημένο και προπαντός για να τον κρατάει μακριά από τους νέο-κατακτημένους θησαυρούς. Αυτό τουλάχιστον τον είχαμε συμβουλέψει όταν θέλησε να τον συγχωρήσει για την υφαρπαγή και τη λιποταξία και να του επιτρέψει να γυρίσει πίσω. Εσύ πώς έμαθες ότι είναι εδώ;»

«Αν και ήταν μεταμφιεσμένος –παρίστανε τον έμπορο- τον αναγνώρισε ο Οινοκράτης, που όπως ξέρεις κόβει το μάτι του».

«Δε ξέρω ποιανού το μάτι κόβει, αλλά τώρα πρέπει να σας διακόψω εγώ. Για σήμερα ξεπεράσαμε τα θεμιτά όρια». Στο παραπέτασμα της εισόδου του δωματίου εμφανίζεται και πάλι ο γιατρός. Αυτή τη φορά κρατάει έναν κύλικα και ένα κοχλιάριο[4]. «Ο ασθενής πρέπει να ηρεμήσει και να αναπαυθεί και εδώ έχω κάτι που σίγουρα θα τον βοηθήσει», λέει και είναι φανερό ότι δε σηκώνει αντιρρήσεις.

Αποχαιρετώ τον Καλλισθένη και το γιατρό, παίρνω την κόκκινη χλαμύδα μου από τον προθάλαμο όπου την είχα αφήσει μπαίνοντας, και μαζί με τον Νικία τον λόγιο μεταφραστή που ειδοποιημένος με περιμένει επίσης εκεί, κατευθύνομαι προς τα διαμερίσματα των ανακτόρων όπου διαμένει η βασιλομήτωρ Σισύγαμβρη.

3σimages

1 Κλισμός: κάθισμα παρόμοιο με τη σημερινή καρέκλα.

[2] Ο Κολεός (θήκη, περίβλημα) του κλασικού αθηναϊκού σπαθιού κρεμόταν συνήθως από τον ώμο με τελαμώνα (λουρί).

[3] Δίφρος οκλαδίας: αναδιπλούμενο σκαμνάκι που χρησιμοποιούταν στις οικίες, αλλά και στις εκστρατείες.

[4] Κοχλιάριο: Κουταλάκι

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Έλμερ Φαντ 1957

Posted by vnottas στο 9 Οκτωβρίου, 2015

elmerfudd

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ήμουν στη πρώτη δημοτικού, στη Νέα Φιλαδέλφεια, όταν ξυπνώντας ένα πρωί βρήκα πάνω στο κομοδίνο μου ένα μεγάλο πακέτο και όταν το άνοιξα είδα πως είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, χρώμα καφέ που δεν μου άρεσαν καθόλου γιατί  είχαν εντελώς στρογγυλές  μύτες και κορδόνια.

Η μητέρα μου, μου είπε πως τα είχε αφήσει ο πατέρας μου το βράδυ που είχα κοιμηθεί.

Εγώ τότε, όταν ο πατέρας φορούσε τη στολή του, ρουφούσε με θόρυβο τον καφέ του κι έριχνε μερικές Χριστοπαναγίες πριν φύγει, έκανα πως κοιμόμουν γιατί φοβόμουν εκείνον  τον  απαίσιο θόρυβο από το χαστούκι πούδινε ανελλιπώς μετά το καθιερωμένο βρισίδι του στη μάνα μου.

Το πρωί έκανα πάντα το κόλπο πως κοιμόμουν γιατί έτσι κι αλλιώς λίγο πριν το βραδάκι ο πατέρας μου μετά από τις ρετσίνες του, που έπινε στη κουζίνα, καταχέριαζε τη μάνα μου κι εγώ το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάω στο μέσα δωμάτιο και να κλείσω τη πόρτα να κάνω πως δήθεν διαβάζω και να ακούω τα χαστούκια χωρίς να τα βλέπω.

Τώρα όμως το πρόβλημά μου ήταν αυτά τα καινούργια παπούτσια, τα καφέ με τα κορδόνια που δεν τα ήθελα με τίποτα αλλά έπρεπε να τα φορέσω γιατί αν έλεγα δεν τα φορώ θα έτρωγα οπωσδήποτε τις μπούφλες μου.

Όμως η μητέρα μου όταν ήρθε στο δωμάτιο, μου είπε πως σήμερα δεν θα πήγαινα σχολείο κι ότι θα πηγαίναμε μαζί στη Διοίκηση της Χωροφυλακής όπου αυτή θα έλεγε πως τρώει κάθε μέρα ξύλο απ το πατέρα μου και μένα αν θα με ρωτούσαν, θα έλεγα πως ναι τρώει.

Άρχισε να με ντύνει και μου έβαλε τα παπούτσια με τις στρογγυλές μύτες που σιχαινόμουν γιατί τέτοια παπούτσια φορούσε σε κάτι εικονογραφημένα περιοδικά ο Ελμερ Φαντ που τον μισούσα γιατί όλο πυροβολούσε τον Μπαγκς Μπάνι τον λαγό και μου έδεσε τα κορδόνια γιατί εγώ δεν ήξερα να τα δένω επειδή πιο μπροστά φορούσα παπούτσια παντοφλέ που μου άρεσαν πολύ γιατί δεν είχαν κορδόνια.

Αυτό που έλεγε η μητέρα μου στη διαδρομή δεν μου ήταν και τόσο ευχάριστο κι ας έχανα το σχολείο γιατί δεν ήξερα σε ποιον θα έλεγα πως ο πατέρας μου την δέρνει και μήπως αυτός που θα το έλεγα ύστερα θα το έλεγε στον πατέρα μου και μετά πάλι θα έπεφτε πολύ ξύλο στο σπίτι αλλά μετά βάλθηκα να κοιτάζω μόνο τα καφέ μου παπούτσια που τα ονόμασα αυτομάτως ‘έλμερ φαντ’ και σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα θα τα έβλεπαν οι συμμαθητές μου και θα με κορόιδευαν όλοι στη τάξη.

Φθάσαμε σ ένα δρόμο κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, σ ένα ωραίο κτίριο που έγραφε απέξω ‘Αρχηγείον  Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής’ και ανεβήκαμε στο δεύτερο όροφο σ ένα πολύ όμορφο γραφείο που πίσω του καθόταν ένας τύπος με στολή που είχε πιο πολλά παράσημα απ τον πατέρα μου και τρία χρυσαφιά άστρα  στους ώμους του κι ήταν κάτι σαν τον θείο μου τον Δημητράκη στην ηλικία κάπου στα 50  δηλαδή.

Όση ώρα μιλούσε η μητέρα μου και του έλεγε με το νι και με το σίγμα για το ξύλο που έτρωγε, εγώ κοιτούσα τα παπούτσια μου και διαπίστωνα πως ήταν τόσο γυαλιστερά ώστε όπως ήμουν σκυμμένος φαινόταν το πρόσωπο μου πάνω τους.

Δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε σε κείνο το γραφείο, με τη μάνα μου να κλαίει κατά διαστήματα κι αυτόν να λέει ‘σας παρακαλώ κυρία μου, όχι μπροστά στο παιδί’, πάντως κάποια στιγμή ο τύπος αυτός σηκώθηκε απ το γραφείο του κι ήρθε προς το μέρος μου, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε ‘ώστε έτσι ο μπαμπάς λοιπόν’ κι εγώ έγνεψα ‘ναι’ με το κεφάλι και μετά φύγαμε.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι πάλι κοιτούσα τα παπούτσια μου και γέλασα από μέσα μου γιατί σκέφτηκα πως αν μου κολλούσε κάποιος συμμαθητής μου θα του έλεγα να το βουλώσει  γιατί θα έπαιρνα μια καραμπίνα και θα τον κυνηγούσα όπως έκανε ο Ελμερ Φαντ  στον Μπαγκς Μπάνι.

vieille-chaussure2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όχι δε το εγκατέλειψα, αργά μεν, αλλά προχωράει…

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

images (5)

Στο υπό εκπόνηση μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές (με τον τελείως προσωρινό τίτλο ¨Κύλικες και δόρατα¨) έχετε ήδη παρακολουθήσει (μέρος Α΄) τα όσα συνέβησαν μια χειμωνιάτικη μέρα του 330 π.Χ. στον Εύελπι τον Μεγαρέα, γραμματικό στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και μέλος της ισχυρής ¨επικοινωνιακής¨  ομάδας που διοικείται από τον ιστορικό Καλλισθένη τον Ολύνθιο. Το συνολικό πρώτο μέρος μαζί με μια εισαγωγή στο ¨κλίμα¨ της εποχής (αντλημένο από υποτιθέμενα ευρήματα ανασκαφών) βρίσκεται πάντα αναρτημένο, όλο μαζί με τη σειρά, στις ¨σελίδες¨ και για να το βρείτε αρκεί ένα κλικ στον σχετική αναγραφή ακριβώς κάτω από τον τίτλο του Ιστολογοφόρου. Σήμερα αναρτώ το τελευταίο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του  μυθιστορήματος. Αναρτώ επίσης εδώ παρακάτω, σε κανονική ροή, ένα ακόμη ιντερμέδιο (ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο μέρος), καθώς και όλο το δεύτερο μέρος, μαζεμένο και με τη σειρά: κλικ στις ¨σελίδες¨ (αριστερή στήλη κάτω, ή δίπλα στο πρώτο, κάτω από τον τίτλο).

Όπως θα είδατε το δεύτερο μέρος εξακολουθεί να διαδραματίζεται στα Σούσα και αφηγείται τα όσα συμβαίνουν την αμέσως επόμενη μέρα. (Μεταξύ άλλων τη δολοφονική απόπειρα κατά του Καλλισθένη, την άφιξη του Άρπαλου στα Σούσα, τις περιπέτειες του Οινοκράτη, του Χοντρόη του Πουλχερίδιου  κ.α.).

Ευχαριστώ τον Λευτέρη Καβαλιέρο για τις εύστοχες παρατηρήσεις του και βέβαια τον Νίκο Μοσχοβάκο και τον ξενιτεμένο αδελφό μου Αλέξανδρο Νόττα που έχουν άμεση επαφή με τα χειρόγραφα (και λένε ενθαρρυντικά λόγια).

Με λιγότερα λόγια: η περιπέτεια συνεχίζεται…

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση, Ιντερμέδιο ΙΙ: Επιστολές

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Επιστολή Ι

 grafi iii

Από την Θαΐδα την Εξ Αθηνών προς τον Εύελπι τον Μεγαρέα.

Αγαπητέ Εύελπι

Εύχομαι οι θεοί που αγαπούν τις τέχνες του λόγου να σου συμπαρίστανται.

Σου αποστέλλω την παρούσα γραφή γιατί έμαθα ορισμένα πράγματα που σε αφορούν και πιστεύω ότι καλό είναι να τα μάθεις κι εσύ.

Όπως ασφαλώς ήδη ξέρεις, στο βασιλικό περιβάλλον υπάρχουν ορισμένοι που σε αντιπαθούν, όπως αντιπαθούν και εχθρεύονται και τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο, τον επικεφαλής της υπηρεσίας στην οποία ανήκεις. Μιλώ για εκείνους που θέλουν να αποκαλούνται ¨οπαδοί της σοφίας¨ και είναι συγκεντρωμένοι γύρω από τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη.

Από ό, τι είμαι σε θέση να ξέρω, οι εν λόγω  σοφιστές δεν περιορίζονται πλέον στο να σχολιάζουν ή να διαδίδουν φήμες σχετικά με τις υποτιθέμενες διαφωνίες του Ολύνθιου με την βασιλική πολιτική, αλλά σκοπεύουν να προχωρήσουν σε δραστικότερες ενέργειες εναντίον του και εναντίον των πιστότερων συνεργατών του, όπως εσύ.

Δυστυχώς δεν έμαθα ποιες ακριβώς θα είναι αυτές ενέργειες, ούτε πότε ακριβώς θα εκδηλωθούν. Όμως από το ύφος και το μένος με το οποίο διατυπώνουν τις προθέσεις τους, συμπεραίνω ότι δεν θα αργήσουν να περάσουν στη δράση. Γι αυτό έκρινα ότι θα έπρεπε να σε ειδοποιήσω έγκαιρα και γι αυτό σου στέλνω την παρούσα επιστολή μέσω της μικρής Πουλχερίας.

Πάντως, νομίζω ότι θα σε ενδιαφέρει να μάθεις πως οι περισσότεροι από τους εταίρους του Αλέξανδρου, εκτιμούν το κουράγιο με το οποίο ο Καλλισθένης επιμένει στις απόψεις του εναντίον αυτού του περίεργου όσο και απρόσμενου  ¨μηδισμού¨ που εμφανίστηκε τελευταία στις τάξεις μας. Πολλοί μάλιστα από τους ισχυρούς εταίρους θεωρούν ότι τόσο ο Ολύνθιος όσο και ο Ευμένης ο Καρδιανός, παρά το ότι δεν είναι Μακεδόνες, καλώς έχουν αναλάβει υψηλά καθήκοντα στην εκστρατεία και καλώς έχουν αυξημένη εξουσία.

 Ίσως σε ξενίσει το ότι θέλησα να σε ειδοποιήσω. Δεν πρέπει. Θα σου πω ότι μου ήσουν πάντοτε συμπαθής και ότι πάντοτε εκτιμούσα την ευγενική και διακριτική σου συμπεριφορά.

Σε παρακαλώ να προσέχεις και εύχομαι να σε ξαναδώ υγιή και ευδαίμονα στην Περσέπολη ή όπου αλλού.

Η φίλη σου Θαΐδα.

αDSCN1769

Υστερόγραφο: Σε παρακαλώ φρόντισε ώστε η νεαρή Πουλχερία να επιστρέψει ασφαλής στην Περσέπολη.

 

Επιστολή ΙΙ

Από τον Ευμένη τον Καρδιανό προς τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο

Αγαπητέ Καλλισθένη χαίρε

Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σου για τη περισυλλογή οποιωνδήποτε  πηγών γνώσης μπορούν να διασωθούν από τους κινδύνους των μαχών, σπεύδω να σου αποστείλω ορισμένους παπύρους που, ύστερα από μια πρώτη εξέταση με την βοήθεια των μεταφραστών, μου φάνηκαν ενδιαφέροντες. Σου στέλνω επίσης συγγραφές πάνω σε περγαμηνές, ορισμένες εκ των οποίων είναι δεμένες με τον τρόπο που ακολουθούν στην μεσογειακή πόλη  Βύβλο. Στο συνοδευτικό υπόμνημα υπάρχει μνεία στο περιεχόμενο των κειμένων, ενώ για ορισμένα έχει εκπονηθεί μια πρώτη πρόχειρη μετάφραση από τους συνεργάτες της ομάδας μας.

Εδώ η πόλη, -κατ’ εξοχήν περσική αυτοκρατορική πόλη, αλλιώτικη από τις πόλεις που κατακτήσαμε ως τα τώρα- όπως ξέρεις υπέστη ήδη δήωση και ειλικρινά δεν ξέρω αν τα ανάκτορα και η προσκείμενη σε αυτά παπυροθήκη θα διασωθούν τελικά. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο πήρα την πρωτοβουλία της αποστολής των συγγραφών. Γεγονός είναι ότι το θέμα της καταστροφής των ανακτόρων συζητιέται και ότι, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχουν φωνές -οι γνωστές- που επιμένουν να προτρέπουν τον άνακτα σε πολιτικές ¨επίδειξης ισχύος¨. Όπως και να χει, οι σχετικές αποφάσεις δε θα αργήσουν να υλοποιηθούν γιατί το στράτευμα δεν πρόκειται να ακινητοποιηθεί εδώ επί μακρόν. Ο Δαρείος, εκεί στο βορρά όπου έχει καταφύγει, δεν πρέπει να έχει χρόνο να ανασυγκροτήσει μεγάλες αξιόμαχες δυνάμεις.

Θέλω να ελπίζω ότι θα επιστρέψεις σύντομα στο κύριο σώμα της εκστρατείας ώστε να αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα από κοινού.

Ας είσαι γερός

Ευμένης ο του Ιερωνύμου εκ Καρδίας

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: το τελευταίο κεφάλαιο του Β΄ μέρους.

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Μέρος Β Κεφάλαιο ένατο

Αργά τη νύχτα της δεύτερης μέρας (σημειώσεις του Εύελπι)

 images (3)

…Η Νύχτα έχει προχωρήσει και η αυριανή μέρα προοιωνίζεται δύσκολη. Αισθάνομαι τα μάτια μου να τσούζουν και το κεφάλι μου έχει βαρύνει, ωστόσο νομίζω ότι τα βασικά σημερινά γεγονότα τα σημείωσα∙ ίσως και κάτι παραπάνω. Δε μένει παρά να συμπληρώσω ότι ο Καλλισθένης, όταν τον επισκέφτηκα πριν φύγω από τη ζώνη των ανακτόρων, ήταν βυθισμένος σε έναν αφύσικο βαθύ ύπνο που οφειλόταν στα βότανα του Φίλιππου και ήταν φασκιωμένος με επιδέσμους που εδώ κι εκεί είχαν κοκκινίσει, αν και δεν αιμορραγούσε πια.

Ο γιατρός ήταν ακόμη εκεί και προσπαθούσε να είναι καθησυχαστικός. Οι δύο βασικές πληγές βρίσκονταν στον αριστερό ώμο (εκείνη που είχαν προκαλέσει οι εισβολείς στην αρχή, καθώς ο Καλλισθένης έβγαινε από την ¨Αίθουσα των Ελλήνων¨) και στον μηρό (εκείνη που προκάλεσε ο δεύτερος εισβολέας πέφτοντας πάνω του, ύστερα από τη δική μου τρικλοποδιά), και οι δυο έξω από τις ζώνες που συνήθως κρύβουν τα πιο ευαίσθητα όργανα του σώματος. Οι πληγές είχαν καθαριστεί με αποσταγμένο παλιό κρασί και δεθεί σφιχτά, αλλά ο τραυματισμός, μου εξήγησε ο Φίλιππος, είχε ανατρέψει βίαια την εσωτερική ισορροπία του οργανισμού και το πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η ανατροπή θα φανεί από τον πυρετό που θα ανεβάσει ή από άλλα ανησυχαστικά φαινόμενα που συνήθως παρουσιάζονται μετά τον τραυματισμό.

Αύριο θα είναι σε θέση να μου πει περισσότερα. Απόψε, ένας υπηρέτης είναι επιφορτισμένος να τοποθετεί στο μέτωπο του Καλλισθένη επιθέματα νοτισμένα σε μια υγρή ουσία που ο γιατρός είχε παρασκευάσει σε μια λεκάνη.

Ήμασταν τυχεροί που ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας βρίσκεται εδώ. Είχε καθυστερήσει στη Βαβυλώνα, γιατί εκεί είναι συγκεντρωμένοι οι βαρύτερα τραυματισμένοι μαχητές και, επιστρέφοντας στα προελαύνοντα στρατεύματα, έχει σταματήσει για λίγο στα Σούσα, προκειμένου να επιβλέψει τη δημιουργία της τοπικής υγειονομικής υπηρεσίας. Παρά τα κατάλευκα μαλλιά και γένια του, είναι ένας ζωντανός και αεικίνητος άνθρωπος που έχει μυηθεί στην ιατρική στο ονομαστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου.  

arxaia_farmaka_04-02-2012

Πριν σταματήσω αυτή την πρόχειρη καταγραφή, ας πω ακόμη ότι, πριν πάω να δω πως τα πάει ο Καλλισθένης, δέχτηκα δύο μηνύματα. Το πρώτο το μετέφερε ο Ευρυμέδοντας ο Θεσσαλός, ο οποίος κατέφτασε από την Περσέπολη με μια άμαξα γεμάτη κυλίνδρους παπύρων και βιβλία από διπλωμένες περγαμηνές. Το μήνυμα προέρχεται από τον Ευμένη τον Καρδιανό και δεν απευθύνεται σε εμένα, αλλά στον Καλλισθένη. Δεν το άνοιξα, αλλά μπορώ να υποθέσω σε τι αναφέρεται: Ο Ευμένης, αν και δεν έχει ακόμη λάβει τη δική μου επιστολή (που έφυγε για την Περσέπολη μόλις σήμερα το πρωί), πήρε πρωτοβουλία από μόνος του, και διέσωσε κάποια από τα γραπτά κείμενα που βρήκε εκεί. Ο Καλλισθένης, όπως και εγώ άλλωστε, θα χαρεί όταν το μάθει, ελπίζω αύριο.

Το άλλο είναι ένα μήνυμα για μένα και προέρχεται από την Θαΐδα. Το μετέφερε η μικρή Πουλχερία, μια από τις ακολούθους της. Αυτή τη στιγμή  ο μικρός κύλινδρος βρίσκεται εδώ δίπλα μου  και είναι ακόμη κλειστός.

Αναρωτιέμαι αν, ίσα με τώρα, γράφω και ξαναγράφω διάφορα πράγματα, γιατί θέλω να καθυστερήσω τη στιγμή που θα ξεσφραγίσω το γράμμα της. Καθυστερώ τη στιγμή που φοβάμαι ότι θα ανακαλύψω, με απογοήτευση, ότι δεν απευθύνεται σε εμένα παρά για κάποιο δευτερεύον, ασήμαντο θέμα, ή μήπως πάλι καθυστερώ τη στιγμή που θα ανακαλύψω με χαρά ότι η Θαΐδα απευθύνεται σε εμένα για κάτι σημαντικό, γιατί με χρειάζεται, γιατί, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, έπαψε να αδιαφορεί πανηγυρικά για την διακριτική μου παρακολούθηση, και το φανερό μου ενδιαφέρον γι αυτήν; 

Όπως και να ναι,  ήρθε η ώρα να διαβάσω το γράμμα της και να μάθω.

Τέλος του Β΄ μέρους

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

βροχή…

Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2015

ΜΕΣ ΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΒΡΟΧΗ

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβακος)

images 

Την είδα μες τη γαλάζια βροχή

είχε μαύρα κάρβουνα μάτια

χείλη πυράς κατακόκκινα

κι ένα χαμόγελο παντοτινό.

Δεν θυμάμαι πια το λίκνισμά της

γιατί πρόσεχα το τσίτινο φόρεμα

που κολλημένο πάνω της

πρόδιδε του κορμιού της τη μαγεία.

Ούτε το τραγούδι της θυμάμαι

γιατί καθώς αργοχανόταν

μες τη γαλάζια βροχή

ο ήχος των νερών σκέπαζε τη μελωδία.

Αχνά φέρνω στο νου μου

πως ήταν σούρουπο χωρίς ουρανό

κι εγώ παιδάκι ανυποψίαστο

είχα χάσει το δρόμο

μες τη γαλάζια βροχή

εκείνου του μακρινού καλοκαιριού.

rain460

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Με πηλό δύσκαμπτο…

Posted by vnottas στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

ΤΕΡΑΚΟΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Sikeli4 Δεν είναι πεδιάδα η ψυχή μου

σας γελά το κίτρινο της λίρας

χρώμα του γινομένου σταριού

σαν το ριπίζει ο άνεμος.

Ούτε θάλασσα φουρτουνιασμένη είναι

ας έχει βαθύ μπλε τ’ονείρου

κι ακρογιαλιές απάτητες

ολόγυρα να την ορίζουν.

Όχι πως είναι ουρανός

τα σύννεφα που απλώνονται

στο γκρίζο και στ’ασήμι βουτηγμένα

την άλλη όψη της αλήθειας δείχνουν.

Μια τερακότα είναι εν τέλει η ψυχή μου

ψημένη μες σε κάμινο αργίλου

με πηλό δύσκαμπτο

στα χέρια αυτοδίδακτου αγγειοπλάστη

που ποτέ δεν λογάριασε κανέναν.

Hellen.E4.1b_Women

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »