Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πρώτο: Στη Ζέα

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2017

ηγ

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Μέρος ΣΤ΄

Κεφάλαιο πρώτο: Αφιξη στη Ζέα

Η αλυσίδα ανάμεσα στους δυο λιθόχτιστους πύργους που επιβλέπουν την είσοδο στο λιμάνι της Ζέας είναι κατεβασμένη αφήνοντάς μας το πέρασμα των εκατό μέτρων της εισόδου ελεύθερο. Η ακτή εκατέρωθεν είναι προστατευμένη από ισχυρό τείχος.  Μπαίνουμε στον κυκλικό ναύσταθμο, το ένα σκάφος μετά το άλλο, με τα πανιά κατεβασμένα και με χρωματιστές ταινίες να κυματίζουν ψηλά στους ιστούς.

Εμψυχωμένοι από τη χαρά της πετυχημένης επιστροφής και παρά την αδιαμφισβήτητη κούραση, οι ερέτες κωπηλατούν με επιδεξιότητα ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές κατευθυντήριες κραυγές των κελευστών. Σύντομα δένουμε στους χώρους που έχουν προβλεφτεί για μας, στο κεντρικό τμήμα του πέταλου ανάμεσα στους δύο φυσικούς βραχίονες του λιμανιού. Πρώτα τα στρογγυλά φορτηγά και μετά τα πολεμικά -με τα καλυμμένα από ορείχαλκο έμβολά τους να γυαλίζουν στον απογευματινό ήλιο.  

Το δικό μας ημιφορτηγό σκάφος που μεταφέρει τους ¨τυραννοκτόνους¨ και την  ομάδα που τους συνοδεύει,  θα προσδεθεί ακριβώς στο κέντρο της προκυμαίας. Δίπλα μας δένει το μακρύ, αιχμηρό σκαρί της τριήρους η οποία ηγείται της μοίρας των πολεμικών πλοίων που προστάτευσαν το ταξίδι μας από την ασιατική ακτή ίσαμε εδώ.

Ο ναύσταθμος της Ζέας είναι ένα από τα μέρη που βοηθούν στο να καταλάβει κανείς γιατί η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια αξιοσέβαστη δύναμη. Εδώ είναι ορατές οι υποδομές της ναυτικής ισχύος της πόλης της Παλλάδος: πλήρη ναυπηγεία, πολλές δεκάδες νεώσοικοι ικανοί να στεγάσουν εργασίες συντήρησης και επιδιόρθωσης παντός είδους πλοίων, αποθήκες, σκευοθήκες και, βέβαια, πλήθος από βιοτεχνικά εργαστήρια και καταστήματα εξειδικευμένα για κάθε ναυτική ανάγκη.

Επί πλέον υπάρχει ικανή επίβλεψη των χώρων του πολεμικού λιμανιού της Ζέας, όπως και του γειτονικού λιμανιού  της Μουνιχίας, από στρατιωτικά τμήματα που εδρεύουν στον υπερκείμενο ομώνυμο ¨Λόφο της Μουνιχίας ¨[1]. Στη νοτιοδυτική πλαγιά αυτού του λόφου βρίσκονται οι κατοικίες των εργαζόμενων στα λιμάνια, οι λέσχες των πληρωμάτων των πλοίων[2], καθώς και το απαραίτητο θέατρο για την ψυχαγωγία των πειραιωτών και των φιλοξενουμένων τους.

Δεν ξέρω ακριβώς αν το νέο της άφιξής μας έφτασε από τις φρυκτωρίες ή με άλλο τρόπο, γεγονός πάντως είναι ότι στην προκυμαία υπάρχει μεγάλο πλήθος που μας περιμένει και μας επευφημεί. Σίγουρα πρόκειται για τους συγγενείς των επαναπατρισμένων πολεμιστών και των πληρωμάτων,  όμως ακούω και θριαμβευτικές κραυγές και συνθήματα που αναφέρονται στην επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨.

Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει ο Καλλισθένης όταν υποστηρίζει ότι τα σύμβολα είναι πολύτιμος συνδετικός κρίκος για κάθε ομάδα ή κοινότητα: τόσο για τους συνωμότες πέρσες ευγενείς που ανασύρουν παλιά, αλλά εμβληματικά στέμματα και ξίφη προκειμένου να αμφισβητήσουν και να κατηγορήσουν για ενδοτικότητα τον Δαρείο, όσο και για  τους πολλούς αθηναίους δημοκρατικούς που πανηγυρίζουν γιατί τα αγάλματα των τυραννοκτόνων (κυρίως επειδή συμβολίζουν το κακό τέλος των τυράννων και τον τελικό θρίαμβο της δημοκρατίας) θα πάρουν και πάλι τη θέση τους στην Αγορά.

Καθώς τα πλοία ακινητοποιούνται οι ερέτες εγείρονται, σηκώνουν τα κουπιά όρθια δίπλα τους, τα σείουν σαν να ήτανε δόρατα και, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, κραυγάζουν συγχρονισμένα τα δικά τους, ναυτικά, συνθήματα αντιχαιρετισμού. Μετά τοποθετούν τα κουπιά στις εσωτερικές θήκες και αρχίζουν, κουνώντας  με ενθουσιασμό τα χέρια, να χαιρετάν τους γνωστούς και τους άγνωστους της παραλίας. Ωστόσο παραμένουν στα πλοία. Το σήμα της αποβίβασης δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στον κεντρικό ιστό της μοιραρχίδας.

Απέναντι από το δικό μας καράβι, στην κορυφή του κυκλικού λιμανιού, έχει στηθεί ένα πρόχειρο σκίαστρο για τους επίσημους που περιμένουν.  Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζουν τα έντονα χρώματα των ενδυμασιών των μελών της επιτροπής υποδοχής και γυαλίζουν οι περικεφαλαίες και οι αιχμές των ακοντίων της τιμητικής φρουράς που την συνοδεύει.

Ακούγονται μερικές κοφτές διαταγές και οι φρουροί καταφέρνουν με λίγες συντονισμένες κινήσεις να ανοίξουν ανάμεσα στο πλήθος έναν διάδρομο που οδηγεί από το σημείο όπου είναι συγκεντρωμένοι οι εκπρόσωποι της Πόλης, έως το πλευρισμένο πλοίο μας.

Το τιμητικό άγημα παρατάσσεται στις πλευρές του διαδρόμου και η επιτροπή ανεβαίνει στο κατάστρωμα και χαιρετά με σφίξιμο των καρπών και εναγκαλισμούς τον Μοίραρχο (που έχει στο μεταξύ περάσει μαζί με τους δύο ύπαρχους από την μοιραρχίδα στο δικό μας πλοίο), τον πλοίαρχο της ημιολκάδος που μας μετέφερε, τους πρέσβεις και, βέβαια, τον υποφαινόμενο, όχι ως γιο του ισοτελούς Ευρύνου από τα Μέγαρα, κάτοικου των Αθηνών, αλλά  ως ¨εκπρόσωπο της στρατιάς που με εντολή του Συνέδριου της Κορίνθου και κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, δίνει αυτήν τη στιγμή τις δέουσες απαντήσεις των Ελλήνων στην υπεροψία και τις παρελθούσες προκλήσεις της Ασιατικής Αυτοκρατορίας¨.

Ο επικεφαλής δεν είναι κανένας τυχαίος, παρά, όπως υποδεικνύει η ιερατική ράβδος που κρατάει, και το τελετουργικό αρχοντικό του κράνος, ο ίδιος ο εκλεγμένος ¨άρχοντας βασιλέας¨, του οποίου οι αρμοδιότητες, όπως είναι γνωστό, αφορούν κυρίως την επικοινωνία με τις θεότητες για το τρέχον έτος. Προφανώς, θα ακολουθήσει κάποια θρησκευτική τελετή. Ωραία, σκέφτομαι, έτσι θα ικανοποιηθούν και τα πιο θρησκευόμενα μέλη του πληρώματος τα οποία το πήραν κάπως βαριά που η νηοπομπή δεν σταμάτησε, ως είθισται, στο ναό του Σουνίου για να ευχαριστήσει το Μεγάλο Κύριο των Κυμάτων. 

Μετά ο άρχων βασιλέας βγάζει την εθιμοτυπική περικεφαλαία. Παρά το ότι η κώμη του είναι πλέον περισσότερο λευκή παρά γκρίζα, τον αναγνωρίζω αμέσως. Πρόκειται για τον ρήτορα Λυκούργο το γιο του Λυκόφρονα, της ιερατικής γενιάς των Βουτάδων, παλιό μαθητή του Πλάτωνα και, αργότερα, του δάσκαλου Ισοκράτη. Είναι επίσης, απ’ όσο ξέρω, ένας μάλλον μετριοπαθής αντιμακεδόνας, ο οποίος ωστόσο θεωρείται το δεξί χέρι  του αρχηγεύοντος αυτή την περίοδο στρατηγού Φωκίωνα.

Τον θυμάμαι καλά.  Είχε πάντα τη φήμη του δίκαιου και του αδέκαστου άρχοντα. Μεταξύ μας, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να το έχει παρακάνει σε αυστηρότητα, γιατί μερικοί τον παρουσιάζουν ως άτεγκτο. Πάντως οι αθηναίοι είχαν αρνηθεί να τον παραδώσουν στον Αλέξανδρο, όταν εκείνος μετά την καταστροφή των Θηβών ζήτησε να του δοθούν ορισμένοι στρατηγοί ως όμηροι. Στη συνέχεια, ήδη πριν την αναχώρησή μου, η Πόλη του είχε συχνά εμπιστευτεί τα οικονομικά της και εκείνος είχε καταφέρει να υλοποιήσει αρκετά σημαντικά δημόσια έργα, όπως την ανακαίνιση του Παναθηναϊκού Σταδίου και του θεάτρου του αφιερωμένου στον Διόνυσο στους πρόποδες της Ακρόπολης, τον εκσυγχρονισμό των λιμανιών και άλλα. Σκέφτομαι ότι είναι ένας από τους αθηναίους ηγέτες με τους οποίους, νωρίτερα ή αργότερα, θα πρέπει να έχω μια ιδιαίτερη συνομιλία.

Ο Λυκούργος μας πληροφορεί ότι για την επίσημη παραλαβή από τον Δήμο των δύο αγαλμάτων  και την εκ νέου τοποθέτησή τους στο παλιό περίβλεπτο σημείο  της Αγοράς, έχει προβλεφτεί ειδική τελετή που θα γίνει αύριο, επί τόπου, με την παρουσία του Δήμου και όλης της πολιτικής ηγεσίας της Πόλης.  Τα αγάλματα θα μεταφερθούν στην Αθήνα (με το ειδικό φρουρούμενο όχημα που περιμένει να τα παραλάβει) και θα διανυκτερεύσουν στον Θολωτό Κτίριο της Αγοράς πολύ κοντά στο σημείο όπου θα τοποθετηθούν αύριο.

Σήμερα όμως, στο Θέατρο του λόφου της Μουνιχίας θα γίνει μία πρώτη τελετή υποδοχής προς τιμήν των απομάχων που επέστρεψαν και στην μνήμη εκείνων  που έπεσαν ένδοξα στην Ασία. Θα υπάρξει ευχαριστήρια θυσία σφαγείων προς τους θεούς καθώς και χοές. Εμείς μπορούμε, αν το επιθυμούμε να παρακολουθήσουμε την τελετή ή να κατευθυνθούμε άμεσα προς το Άστυ των Αθηνών. Απευθύνεται σε εμένα: «Εσένα Μεγαρέα σε περιμένει στην προκυμαία ο πατέρας σου ο Ευρύνους» μου λέει κάπως εμπιστευτικά.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Ευρύνους θα είναι εδώ. Προς στιγμήν απορώ που ο Λυκούργος δεν τον ανέβασε μαζί του στο πλοίο. Μετά σκέφτομαι τη μανία ορισμένων Αθηναίων για την τήρηση των πρωτοκόλλων που αφορούν τα προνόμια των γνήσιων πολιτών σε σχέση με τους μέτοικους, ισοτελείς ή όχι.  Ή μήπως η συμπεριφορά του άρχοντα θέλει να μου αποστείλει κάποιο πρώτο (προειδοποιητικό;) μήνυμα ότι οι αντιμακεδόνες είναι πάλι στα πάνω τους στην Αθήνα;

Ύστερα από λίγο, ο ήλιος έχει γείρει αποφασιστικά από την άλλη μεριά των απέναντι υψωμάτων (όπου βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά, ο Κάνθαρος, απ’ όπου είχα ξεκινήσει για την εκστρατεία), οι τυπικότητες έχουν ολοκληρωθεί, το πλήθος (ανάμεσά του πολλές ομάδες πολεμιστών αγκαλιασμένων με τους συγγενείς και τους φίλους τους) ανηφορίζει προς το θέατρο της Μουνιχίας, τα πλοία οδηγημένα από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ανδρών ελευθερώνουν τα αγκυροβόλια και κατευθύνονται προς τους νεώσοικους για επιθεώρηση και εγώ αγκαλιάζω επιτέλους τον πατέρα Ευρύνου.

Τον βρίσκω καθισμένο κάτω από το σκίαστρο της επιτροπής υποδοχής, με ένα χαμόγελο δακρυσμένης χαράς να υγραίνει τα γένια του. Δίπλα του καθισμένος ανακούρκουδα και ευτυχισμένος, τουλάχιστον όσο ο σκύλος Άργος όταν ξαναείδε τον Οδυσσέα, κάθεται ο Οινοκράτης, ο οποίος, χωρίς να γίνει αντιληπτός, είχε ήδη εγκαταλείψει το πλοίο για να δώσει την είδηση ότι ναι, επιτέλους φτάσαμε και να πάρει τα συγχαρίκια από το πρεσβύτερο αφεντικό του.

***

γγγ

[1] Λόφος της Μουνιχίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ¨Μοναχικός Λόφος¨. Μούνος(ιωνική), Μώνος (δωρική) =Μόνος. Ο λόφος αργότερα θα ονομαστεί Καστέλι ή Καστέλα.

[2] Λέσχες πληρωμάτων. Ήταν σύνηθες στον αρχαίο αθηναϊκό στόλο τα μέλη των πληρωμάτων να ανήκουν σε λέσχες, ένα είδος συλλόγων με ποικίλες δραστηριότητες και με έδρες στο ευρύτερο λιμάνι του Πειραιά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Αντιγραμμένο από τον Αδέσποτο Σκύλο

Posted by vnottas στο 20 Ιουνίου, 2017

[Η πρωτότυπη ανάρτηση από τον Αντώνη Αντωνάκο ΕΔΩ]

 

Ηθικόν Ακμαιότατον

Η διαφορά μου με τους ατάλαντους, είναι πως, εγώ δεν πιστεύω στο ταλέντο που έχω, ενώ αυτοί πιστεύουν στο ταλέντο που δεν έχουν.

Αφού η ατέλεια τόσο κυριαρχεί μέσα μας δεν μπορεί να αναγνωρίζουμε εμείς στον εαυτό μας τελειότητες.

Όσοι παρακολουθούμε την αντιπαλότητα μεταξύ των φυσικών πραγμάτων και του ανθρώπου, σκεπάζουμε το διαβολικό ζωηρό Εγώ μας με σημαίες ευκαιρίας γραπτής ύλης, που στρίφωσε πάνω στα πλοκάμια της φαντασίας η επιθυμία για αληθινή ζωή.

Αρωματικές νιφάδες ιδεών πάνω στο δέρμα αυτού του κόσμου της αιώνιας αλλαγής και της άπειρης άφθαρτης φθοράς.

Αν απογυμνωθείς από κάθε προκατάληψη, συντάσσοντας τα ποιηματάκια και τις βιογραφίες παράξενων πλασμάτων, υπό το μάτι του ήλιου που ερευνά και φωτίζει και επιδρά πάνω στα πράγματα, τότε θα έχεις κερδίσει τα ζουμιά μιας κυράς που ελέγετο δικαιοσύνη, που ελέγετο αφέντρα της όρασης των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν και όχι να νομίζουν πως βλέπουν.

Όταν ξέρεις, πως, το ψεύτικο και το αληθινό είναι ένα, ξέρεις πως, ο ήλιος είναι ποιητής τεράτων. Και ξέρεις πως η πραγματικότητα, ακόμα και στις πιο όμορφες και ευνοϊκές της εκφάνσεις, δεν ικανοποιεί στο βάθος την ανήσυχη φύση μας.

Και τότε ξεσπά η βία της γραφής για να περιγράψει την ποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αθωότητα της φύσης, άδολη και ιαματικά πανούργα μέσα μας. Δουλεύοντας για το καλό και το κακό που είναι Ένα. Βοηθώντας μας να βρούμε τη δική μας φωνή και να εφεύρουμε τα δικά μας άσματα σωτηρίας.

Αν υπάρχει ταλέντο αυτό είναι μόνο ο διάβολος που φέρουμε μέσα μας.

Αν καταφέρεις λοιπόν να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου, θα έχεις καταφέρει να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο κατόρθωμα. Να ξυπνήσεις το διάβολο που κοιμάται μέσα σου.

Ξανά και ξανά να ανατινάξεις τις γέφυρες της παρηγοριάς και να σπάσεις τα δεσμά της συνήθειας.

Ξανά και ξανά να ανακαλύψεις τους πιο παράφορους εαυτούς σου, περπατώντας σαν βασιλιάς ανάμεσα σε μια προβλέψιμη και κουρδισμένη ανθρωπότητα. Αφήνοντας το ισχνό σου ίχνος. Το σάλιο και το σπέρμα σου που μπόλιασαν την ερωτική αναρχία του μέλλοντος, δηλαδή του άπειρου παρόντος.

Να λένε οι άνθρωποι, πως, εδώ ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς. Ένας βασιλιάς όμως αληθινός, που διάβαινε στο δρόμο του μονάχος, δίχως ακολουθίες και τούμπανα, όχι σαν αυτούς που φοράνε στο κεφάλι τους κορώνες και βαστάνε στα χέρια πατερίτσες και ορίζουν τους λαούς σαν κοπάδια.

Posted in ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος οκτώ: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, όγδοος μονόλογος: Ο Πατέρας. [Τελευταίο- ολόκληρο το θεατρικό κείμενο (8+8 μονόλογοι ) του Benni στη δεξια στήλη κάτω από τον τίτλο ¨Μεταφράσεις ποιημάτων και σχεδιάσματα κειμένων¨].

 

biker_bici_50x80

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

του ποδηλάτου τη σκιά

στου ποταμού την πέρα όχθη.

Τραγούδησέ μου για τη μπάλα που πετάει

ανάμεσα σε ‘μένα και του γιου μου το χαμόγελο

τραγούδησέ μου για τα άρρωστα τ’ αστέρια

που απ’ το παράθυρο κοιτούσα.

.

Γιατί εγώ δεν ήξερα.

Εγώ αγνοούσα πόσα πράγματα συνέβαιναν 

και νόμιζα πως ήταν υποσχέσεις

για κάτι πιο μεγάλο

για κάτι πιο αληθινό

μα τώρα ξέρω

πως ήταν όλα αυτά η Ιστορία μου

Μπορώ να πω μονάχα τώρα

πως ήτανε μοναδικό σε όλη τη ζωή μου

εκείνο το απόγευμα.

Εκείνη η πληγή

θα παραμείνει πάνω μου η πιο βαθιά ουλή

Εκείνη υπήρξε η μοναδική μου αγάπη

κι οι φίλοι που χαιρέτισα εκείνη την ημέρα

για πάντα έφυγαν στ’ αλήθεια.

Ήμουν ευτυχισμένος

αν και αμφέβαλα

εκείνες οι σελίδες ήταν το βιβλίο μου.

Αφού υπήρξα κάτι περισσότερο

απ’ ο, τι είμαι τώρα ή ποτέ θα γίνω.

ΤΕΛΟΣ

didier2

13 αΠατέρας

13 βΠατέρας

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος επτά: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έβδομος μονόλογος (προτελευταίος).

.

Η ΜΗΤΕΡΑ

Τι κάνει ένας γέρος

μέσα σε έναν κόσμο από κρύσταλλα

ανάμεσα σε φλόγες και σ’ αστέρια

π’ ανάβουνε με κέρμα;

Θα υπάρξει άραγε ποτέ κανένας ήρωας

που να χαμογελάει φαφούτης;

Άντρα μου, δε μπορώ να σε φωνάξω

καθώς ορμάς προς τη φωτιά και τρέχεις.

Δεν ειν’ για σένα γέρο μου

αυτός ο σφάχτης μεσ’ το στήθος

και αγνοούνε τα κλειστά σου μάτια

αν είναι αυτός ο τελευταίος πόνος

ή το συνηθισμένο το λαχάνιασμα.

*

Ούτε για σένα ήτανε

όλος εκείνος ο παλιός καημός.

Η φάμπρικα σφιχτά αγκαλιασμένη

απ’ τη σκουριά και από τον κισσό

κοιμούνται οι δράκοι και δεν σκούζουν πια

λέβητες, φούρνοι και περιστροφείς

έχουνε την τραχιά ανάσα τους σβηστή.

Στον κάμπο τα πουλιά χοροπηδάνε

μεσ’ σε ξεθωριασμένους χωροδείκτες

και σε εξέδρες που δεν έχουνε κοινό.

Θα έχεις δίπλα σου το γιο σου

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

θα σου κρατάει την κεφαλή ψηλά

όταν θα πέσεις νικητής

όταν ο γιος εσύ θα έχεις γίνει.

*

Ξύπνησε, πλυν’ τα πιάτα

ψάξε ακόμη για δουλειά

ή εάν προτιμάς

σκαρφάλωσε στα μολυσμένα σύννεφα

που απ’ το παράθυρο κοιτάζεις.

Εμένα θα με βρεις κοντά στο φως

π’ έλουζε το ποτάμι κάποιες νύχτες

εκεί θα είμαστε μαζί

χωρίς καν να βλεπόμαστε

από τον ήλιο τυφλωμένοι

χρυσάφι

απ’ τ’ ανακλώμενου νερού το φως.

Σαν τον καιρό που με ποδήλατα

κόβαμε βόλτες

στου ποταμιού την όχθη.

*

Εκεί θα σε προσμένω αύριο.

Εάν μ’ αναγνωρίσεις

θα είμαι ακόμη είκοσι χρονών.

 

70x50cm-12305

 

12 Μητέραα

12 Μητέραβ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος έξι: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έκτος μονόλογος.

Y2K 2

Ο ΚΙΛΕΡ

Τραγούδαγε απόψε η τηλεόραση

για χώρες μακρινές

όπου κυκλώνουν τα χωριά στον ύπνο

κι όπου χωρίς να κάνουνε διακρίσεις (θετικές)

σφάζουν γυναίκες και παιδιά

καθώς πηγαινοέρχονται τ’ όνειρο αιμορραγεί

το σπίτι πλημμυρίζοντας.

Αποκοιμήθηκε η πόλη ζωντανή

και ξύπνησε με το λαιμό κομμένο

θα ήθελα κι εγώ να κατορθώσω

τέτοια ωραία πράγματα

αλλά είστε πολλοί

και τους μισούς να εξόντωνα

θα μου ‘βαραίναν την καρδιά οι υπόλοιποι.

*

Ντύθηκα στα γαλάζια και έχωσα στη μπότα

στιλέτο ασημένιο

το Wesson έχω μέσα στο θηκάρι

και μια Beretta έβαλα στην τσέπη

το ένα σιωπηλό και γρήγορο

σαν ιδιαιτέρα γραμματεύς

η άλλη πάλι είναι μικρή και φλύαρη

φτυστή υστερική μετρέσα.

Κατέβηκα τη σκάλα και χαιρέτισα

πολλούς ανθρώπους -όλοι καθώς πρέπει.

Χάιδεψα ένα σκύλο,

χαμογέλασα

σε μία πιτσιρίκα φοβισμένη

όλο βυζιά και ματογυάλια

βγήκα στο δρόμο.

Ο αέρας στο περίπτερο

τα είχε βάλει με τον Τύπο

και τις εφημερίδες πάνω κάτω τίναζε

σα να ‘τανε κλωνάρια ενός δάσους

φύλλα ξερά και φύλλα τυπωμένα

πετούσανε αντάμα και χορεύανε.

Βροχή και μπόρα στης τιμής μου τον ορίζοντα

κι έκρυψε ο ουρανός το γαλανό του

στα ανατολικά

κι έβαλε μαύρα.

Τ’ άθλιο παρακαλετό

των πεινασμένων γλάρων αντηχούσε

το μίασμα τ’ αψύ του αποτεφρωτή

δάγκωνε την ατμόσφαιρα.

Δε θα μπορούσα ειλικρινά να φανταστώ

σκηνογραφία καλύτερη.

*

¨Βιντεοπαιχνίδια¨

έγραφε η ταμπέλα από νέον

κι έχυνε χρώμιο και διαμάντια

πάνω στις μηχανές που πέρναγαν

φέρνοντας στο μυαλό γιγαντιαία έντομα.

κι εγώ φαντάστηκα, πυροβολώντας,

όλα αυτά μαζί

να τα εξαφανίσω.

Περίμενα παίζοντας φλίπερ

Ήμουν ο λόρδος Raiden ενάντια στον Λυκάνθρωπο

δύο φορές ενίκησα δυο έχασα.

Doom, Σαράγιεβο, Βαγδάτη,

Αλγέρι, Κίγκαλι κι η γειτονιά σου

διάλεξε όπλο

διάλεξε εχθρό

έλα μικρέ μαζί μου

εγώ ειμ’ ένα λέιζερ καθαρό

μαχαίρι ακονισμένο

είμαι ο Σατανάς του Σαματά

είμαι η Τάξις και το Ένα

είμαι αυτός που όλα

τα ξεχωρίζει και τ’ απαριθμεί.

Μπορώ να κάνω φόνο για χρυσάφι

ή για ψιλά

όταν το φέγγος μου θ’ αντιληφθείς  

να αποδράσεις θα ‘ναι ανώφελο.

*

Τη Λίζα θα σκοτώσω ή το Γιο

ή τον τυφλό το Μάντη

ή το παιδί που μοιάζει μ’ Ινδιάνο

και κλαίει σιωπηλό σε μια γωνία

ή εκείνον το Χοντρό, το μελαγχολικό

με το πορνό στην τσέπη

ή την θλιμμένη γκόμενα που κάποιον περιμένει

καπνίζοντας.

Νεαροί καημοί σε αναμονή,

καλό είναι να μη βιάζεστε

ούτε να επιμένετε

θα σας χαρίσω την ειρήνη κάποια μέρα.

Η έσχατη χημεία είμαι εγώ

ο κλώνος που τη θέση σας θα πάρει

το δέντρο το άδικα κομμένο

και το 

κατασπαταλημένο 

το νερό

η πείνα, η παγωνιά, η εγκατάλειψη

εγώ είμαι το άρθρο το εξάστηλο

εγώ το άψυχο βιβλίο

εγώ του μίσους ο κρωγμός που εκπέμπεται

απ’ οποιοδήποτε κανάλι

εγώ είμαι το δίκιο και το κάτεργο

εγώ του καθενός

ο μέσος όρος.

*

Σ’ είδα να μπαίνεις Νεκροκεφαλή

κάτω από το τατουάζ, καρδιά

εάν στα κουτουρού πυροβολήσω

είτε εσύ θα είσαι είτε άλλος

κάνει το ίδιο.

Κάποιος δεν πλήρωσε, ε και;

Ήρθε μαντάμ η Ώρα, έτσι δεν είναι;

*

Μα, με ξαφνιάζει ένα  πρόσωπο

που τρέχει καταπάνω μου κραυγάζοντας

πρόσωπο γκρίζο, γέρικο

όπως θα είναι το δικό μου

σ’ είκοσι χρόνια.

.

Τα μάτια μου αν κλείσω ονειρεύομαι

του πυροβολισμού τη λάμψη και το βρόντο.

Σαν καταρράχτης πέφτει η νύχτα

πάνω στου νέον τις επιγραφές

καθώς το στρίβω στα σοκάκια

 με κοιτάζει.

Βρέχει. Τα ίχνη θα σβηστούν, ελπίζω.

Ήταν μονάχα ένας  γέρος.

Άλλο δεν έκανα παρά ν’ ακούσω

τα λόγια που μου είπατε.

Minolta DSC

 

10 Κίλερ α1.jpeg

10 Κίλερ α2.jpeg

11 Κίλερ γ

11 Κίλερ δ

images (16)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Δύο λακωνικά από τον Νίκο

Posted by vnottas στο 3 Ιουνίου, 2017

 

θάλασσα

.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Αναλαμβάνω τις ευθύνες μου

αυτές τις μέρες θα πυρπολήσω το εγώ μου

και το νεκρό τοπίο του

θα το γεμίσω με προτομές

ανθρώπων που αγάπησα στη ζωή μου.

.

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΑΤΙΑ

Το πρωί ξαφνικά στον καθρέφτη

είδα τον πατέρα μου.

Εκείνος όμως δε μ’ έβλεπε

γιατί τα είδωλα δεν έχουν μάτια.

Έτσι απόμεινε μια πικρή γεύση

απ’ την πρώτη αδόκητη επαφή

με τον πανδαμάτορα χρόνο.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή (και μια σημείωση)

Posted by vnottas στο 1 Ιουνίου, 2017

Σημείωση για τους φίλους που παρακολουθούν τις αναρτήσεις με το (υπό εκπόνηση) ιστορικό μυθιστόρημα

images (2)

Λέω να κάνω κάποιες αλλαγές στη δομή του (υπό διαδικασία συγγραφής) ιστορικού μυθιστορήματος και θα ήθελα να ενημερώσω σχετικά όσους παρακολουθούν αυτό το συγγραφικό παιχνίδι.

α. Το Πέμπτο Μέρος είχα πρόθεση να το αφιερώσω στις περιπέτειες των ηρώων κατά την παραμονή τους στην Αθήνα του 330 πΧ, όμως η εξιστόρηση, όπως είδατε, σκάλωσε κάπως στην Τύρο, με αποτέλεσμα να είμαστε ήδη στο ένατο κεφάλαιο και μόλις που έχουμε αντικρύσει, στο βάθος, τους Αθηναϊκούς λόφους.  Επομένως μου φαίνεται σωστό να αυτονομήσω αυτά τα εννιά κεφάλαια ως πέμπτο (ταξιδιωτικό) μέρος, και να ανοίξω ένα αυτοτελές έκτο με τα (πάντοτε υπό επινόηση/συγγραφή) αθηναϊκά δρώμενα.

β. Από τα εννέα κεφάλαια του ταξιδιού της επιστροφής στην Αθήνα των ηρώων (και των χάλκινων τυραννοκτόνων),  σας έχω ήδη κοινοποιήσει τα οκτώ και σήμερα δημοσιεύω το ένατο. Όμως προτίθεμαι στη τελική εκδοχή το ένατο να αλλάξει θέση με το όγδοο και επομένως το τρέχον Ε΄ μέρος να καταλήγει με τα σχόλια και τις επεξηγήσεις του Οινοκράτη καθώς ενημερώνει περί των Αθηνών τον Χονδρόη. Μόνο που χρειάστηκε να προσθέσω μια μικρή παράγραφο στο (νυν όγδοο και από δω και μπρος ένατο και τελευταίο) κεφάλαιο του Ε΄ μέρους, όπου ο Οινοκράτης προειδοποιεί τον φίλο του πώς στην Αθήνα θα προσπαθήσουν να λύσουν πολλά μυστήρια, μερικά από τα οποία τον αφορούν (τον Οινοκράτη) προσωπικά.

γ. Το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα (θα μπει στη θέση του νυν όγδοου ως το προτελευταίο του Ε΄μέρους), αφηγείται τις σκέψεις του Εύελπι καθώς η νηοπομπή πλησιάζει στον Πειραιά,. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια να ενημερωθεί κάπως ο αναγνώστης σχετικά με το (κυρίως πολιτικό) σκηνικό που θα βρουν οι ήρωές μας με το που θα (ξανά) πατήσουν το πόδι τους στην Αττική.

*

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

  images (7)

 Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή. (Οι προβληματισμοί του Εύελπι…)

 Περίεργα, αλλόκοτα συναισθήματα με διαπερνούν. Επιστρέφω. Άγνωστο για πόσο, αλλά σε λίγο θα είμαι πάλι στην Αθήνα. Ήδη μου φαίνεται πως νιώθω τις μυρουδιές της. Είναι αξιοθαύμαστο πώς διαδίδονται οι μυρουδιές στην Αττική! Και πώς μαζί τους κουβαλάνε, όσο τίποτα άλλο, δονήσεις και αισθήματα απ’ το παρελθόν.

Πόσο μακριά βρίσκεται αυτό το παρελθόν; Δεν ξέρω. Οι χρονογραφές των ιερέων καταγράφουν τέσσερα μόλις χρόνια από τότε που ξεκίνησα, άμαθος και γεμάτος αισιοδοξία από το λιμάνι του Πειραιά, αλλά για μένα τα όσα συνέβησαν από τότε θα μπορούσαν να έχουν διαρκέσει πολύ περισσότερο. Εκεί που βρισκόμουν εγώ αυτά τα χρόνια, ο κόσμος άλλαζε κι εξακολουθεί να αλλάζει καταιγιστικά και τώρα σκέφτομαι – όχι χωρίς κάποια ανησυχία: άραγε έχει αλλάξει εξ ίσου και η Αθήνα;

Εγώ ναι, έχω αλλάξει αρκετά. Υποθέτω ότι τώρα είμαι πιο σοφός, υποθέτω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τα κίνητρα των ανθρώπων και διακρίνω διαυγέστερα τα νήματα που πλέκουν τις ιστορίες τους. Αλλά η ωρίμανση, η σοφία, η επίγνωση, μήπως μου έχουν μειώσει την ικανότητα να ευτυχώ με  τα απλά πράγματα που με συγκινούσαν και με ενθουσίαζαν άλλοτε;

Θέλοντας και μη οι σκέψεις μου γυρνούν για μια στιγμή στην εκστρατεία και τα όσα εξακολουθούν να ρέουν και να διαμορφώνονται εκεί. Το καταπονημένο αλλά ήρεμο πρόσωπο του Καλλισθένη, η αποφασιστική νευρώδης φιγούρα του Ευμένη, τα ανδραγαθήματα, οι πολιτικοί ελιγμοί, οι σκευωρίες, όλα όσα διακυβεύονται στην αχανή Ασία, ενώ οι πολεμιστές επελαύνουν και καθώς νέοι τρόποι σκέψης και  νέοι τρόποι διοίκησης αναδύονται από το καζάνι όπου οι παλιοί ανακατεύονται, κοχλάζουν και ανασυντίθενται.   

Όμως δε θα ήμουν ειλικρινής με εμένα τον ίδιο, αν δεν παραδεχόμουν ότι πίσω από όλα αυτά στο νου μου κυριαρχεί μια άλλη μορφή. Όμορφη όσο ποτέ κι όμως με κάνει να μελαγχολώ. Προς τι να το κρύψω όταν ακόμη και ο Οινοκράτης το έχει καταλάβει και ανησυχεί; 

Είναι η μορφή εκείνης-που-εξακολουθεί-να-με-παιδεύει. Εκείνη, η προικισμένη με όλες τις χάρες, εκείνη που ξαφνικά και εκεί που δεν το περίμενα, έγινε προσιτή… και αμέσως ύστερα και πάλι απρόσιτη. Εγώ έπρεπε να φύγω, είχε αποφασιστεί. Δεν είχα το χρόνο να αντιδράσω στην άρνησή της να με ακολουθήσει.

Μαζί της πίσω στην Αθήνα θα ήταν σαν να μου είχαν προσφέρει ένα δώρο οι θεοί. Δεν μου παραχωρήθηκε. Μαζί της οπουδήποτε θα ήταν μια ανέλπιστη ευτυχία. Όμως ούτε κι αυτό προβλεπόταν για μένα. Τώρα ταξιδεύω ανάμεσα σε γλυκόπικρες σκέψεις, χωρίς αυτήν… κι όμως σχεδόν κάθε στιγμή, θελημένα ή άθελα, μαζί της.

images (24)

Από τα άλλα πλοία της νηοπομπής φτάνουν ως τα εδώ οι φωνές των απόμαχων πολεμιστών, ανακατεμένες με τα τριξίματα των κουπιών, τα πλαταγίσματα των πανιών και τα κρωξίματα απ’ τα θαλασσοπούλια. Οι ερέτες κωπηλατούν και τραγουδούν συγκινητικά παλιά αθηναϊκά άσματα του νόστου. Όπως αυτοί έτσι κι εγώ χαίρομαι που, όπου να ‘ναι, θα δω τους δικούς μου και χαίρομαι, ακόμα, με τη χαρά που θα πάρουν κι εκείνοι βλέποντάς με.  

Ως και οι πρέσβεις, δείχνουν ευχαριστημένοι και έχουν πάψει να μουρμουρίζουν διατυπώνοντας τις γνωστές, συνήθεις αν όχι πάγιες ¨διπλωματικές¨  επιφυλάξεις τους. Όταν δεν προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις προθέσεις μου για το τι ακριβώς θα κάνω στην Αθήνα (πράγμα, όπως και να το κάνουμε, συμβατό με τα διπλωματικά τους καθήκοντα) ή να με κολακέψουν ως ¨σχεδόν Αθηναίο¨ που έχει τη σπάνια ευκαιρία να συμβάλει στην απονομή ιστορικής δικαιοσύνης προς την πόλη της Παλλάδας, αφιερώνονται σε ανώδυνους υπολογισμούς και προβλέψεις.

Υπολογίζουν ότι είμαστε στο μήνα  Σκιροφοριώνα κι ότι, ακόμα κι αν χάσουν τους ιππικούς αγώνες που γίνονται κάθε τέτοιο μήνα και είναι αφιερωμένοι στον Δία, σίγουρα θα βρισκόμαστε στο Άστυ καθώς θα μπαίνει ο Εκατομβαιώνας και μαζί του το νέο έτος. Επομένως έχουμε μπροστά μας Παναθήναια και μάλιστα τα Μεγάλα, τα ανά τετραετία, που πάει να πει  Παναθηναϊκούς αγώνες, ανοιχτούς σε αθλητές, καλλιτέχνες  και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Με ρωτούν αν συμφωνώ, και εγώ τους λέω ότι έτσι είναι, έχουν δίκιο, τίποτα δεν είναι σαν τα αθηναϊκό καλοκαίρι, ιδίως όταν, κάθε τέσσερα χρόνια,  περιλαμβάνει τις γιορτές των Μεγάλων Παναθηναίων. Δεν αναφέρω καθόλου τις ανταγωνιστικές Ολυμπιακές γιορτές (οι τελευταίοι πανελλήνιοι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν πριν τρία χρόνια) κι έτσι δε τους χαλάω τον ενθουσιασμό.

images (9)

Ο Παλαμήδης, ο βετεράνος πολεμιστής που, ύστερα από θερμή παράκληση του Οινοκράτη, ταξιδεύει στο ίδιο πλοίο με μας, είναι καλή παρέα.

Διαπίστωσα ότι έχει άποψη για ό, τι συμβαίνει στην εκστρατεία και πέρασα πολλές ώρες του ταξιδιού συζητώντας μαζί του για όσα διακυβεύονται στην Ασία.  Μου μίλησε και για κάποια προβλήματα των πολεμιστών, που απ’ ότι φαίνεται δεν είναι επαρκώς γνωστά στην ηγεσία. Πολλοί οπλίτες, ικανοί και άξιοι στο πεδίο της μάχης, είναι αντίθετα άμαθοι και αφελείς σε ό, τι έχει να κάνει με το χρήμα και τις συναλλαγές. Κάποιοι επιτήδειοι (συνακολουθούντες ή και ντόπιοι ασιάτες) εκμεταλλεύονται αυτήν την απειρία και απομυζούν σκοτεινά κέρδη -νομίσματα και λάφυρα- φτιάχνοντας μεγάλες αν και αφανείς περιουσίες. Θυμήθηκα ότι κάτι μου είχε αναφέρει σχετικά ο Οινοκράτης (ή μήπως ήταν ο Ευρυμέδοντας;)  πριν την αναχώρηση, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα της προετοιμασίας δεν είχα δώσει επαρκή σημασία. Τώρα βλέπω ότι ο Παλαμήδης ενδέχεται να έχει δίκιο και καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε τη κατάσταση προτού πολλοί οπλίτες βρεθούν ξαφνικά καταχρεωμένοι.

Τα λόγια του βετεράνου με έκαναν να θυμηθώ τα όσα μου είπε ο Ευμένης για την επιθυμία του Αλέξανδρου να μάθει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στρατεύματος, προκειμένου να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη συνέχιση ή όχι της προέλασης  (μετά την -προβλεπόμενη- εξουδετέρωση του Δαρείου).  Σκέφτομαι ότι αν επιχειρηθεί μια τέτοια διερεύνηση είναι πιθανό να έρθουν στην επιφάνεια πολλές απρόβλεπτες πτυχές της κατάστασης που επικρατεί στη βάση της στρατιάς. Αποφασίζω ότι θα είναι καλό να αναφέρω τις διαπιστώσεις του απόμαχου στον Καλλισθένη στην επόμενη επιστολή μου.

Με τον Παλαμήδη μιλάμε και για ο Άστυ των Αθηνών. Λείπει κι αυτός από κει πάνω-κάτω όσο κι εγώ. Όπως κι εγώ, προσπαθεί να ξαναμπεί κάπως στο κλίμα της πόλης για να μη φανεί απληροφόρητος κι αποξενωμένος όταν ξεμπαρκάρει. Γι αυτό, κάθε τόσο, ζητάει από τους πρέσβεις πληροφορίες για τα όσα έχουν συμβεί στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

Οι πρέσβεις δεν ξανοίγονται ιδιαίτερα και τηρούν την διπλωματική τους επιφυλακτικότητα, προπαντός όταν η κουβέντα αφορά στις πολύπλοκες πολιτικές ισορροπίες της Αττικής και όταν οι ίδιοι βρίσκονται σε πλήρη νηφαλιότητα. Που πάει να πει ότι  γίνονται κάπως πιο ομιλητικοί σε δυο περιπτώσεις: Όταν τυχαίνει η συζήτηση να συνοδεύεται από υγρά κατασκευάσματα βακχικής προέλευσης και Οινοκρατικής παρασκευής και, βέβαια,  όταν τα θέματα αφορούν στα καλλιτεχνικά και τα αθλητικά δρώμενα…

Από αυτά που ήδη ξέρω, λόγω της μακρόχρονης παραμονής μου στην πόλη της Παλλάδας, αλλά και έχοντας ενημερωθεί όσο γίνεται πιο αναλυτικά από τους προϊστάμενούς μου και τις υπηρεσίες, πριν την αναχώρηση, καθώς και από αυτά που συμπεραίνω  από τα υπαινικτικά σχόλια που ξεφεύγουν από τους πρέσβεις, η κατάσταση που, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρω στην Αθήνα άμα τη αφίξει, σε γενικές γραμμές, έχει ως εξής:

Πρώτα η γενική πολιτική κατάσταση.

Η εξουσία στην Αττική, βέβαια, εξακολουθεί να ασκείται με βάση την αθηναϊκή επινόηση του ¨αρχηγεύοντος Δήμου¨ που αποκαλείται ¨Δημοκρατία¨ και  που αποτελεί βασική συνιστώσα του πανελλήνιου γοήτρου  των Αθηνών, ενώ κάποιες παραλλαγές της εφαρμόζονται και στις πόλεις που τελούν κάτω από την Αθηναϊκή επιρροή.

Στο κυρίαρχο όργανο αυτού του πολιτεύματος, τη Συνέλευση των Πολιτών, (ή Εκκλησία του Δήμου, όπως την αποκαλούν οι Αθηναίοι) οι συσπειρώσεις, εδώ και καιρό, δεν είναι πια εκείνες του παρελθόντος. Δεν είναι πια διακριτοί, όσο άλλοτε, οι ¨ολιγαρχικοί¨ σε αντιπαράθεση με τους ¨δημοκρατικούς¨, ή, ας πούμε, οι ¨παράλιοι (ναυτικοί, έμποροι)¨ κόντρα στους ¨μεσόγειους¨ (κτηματίες), ή τους ¨ορεινούς¨ (φτωχοί αγρότες και κτηνοτρόφοι)  ή τους κατοίκους του κεντρικού άστεως, τους επιλεγόμενους και ¨αστούς¨ (όπου συγχρωτίζονται οι διοικητικοί με τους βιοτέχνες, τους καλλιτέχνες  και αδιευκρίνιστους άλλους).  Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, -σημεία των καιρών- στη Συνέλευση έχουν σχηματιστεί δύο κυρίαρχες ομάδες: από τη μια μεριά οι φίλοι των Μακεδόνων και από την άλλη οι κεντρομόλοι Αθηνοκεντρικοί. Δίπλα σε αυτά τα δύο ¨κόμματα¨υπάρχουν (αν και -εκ των πραγμάτων- σε  κρίση), οι μικρότερες ομάδες των κρυπτο-λακωνιζόντων και, πιθανώς να επιβιώνουν ακόμη και κάποιοι κρυπτο-μυδίζοντες.

Πολλούς από όλους αυτούς τους γνωρίζω από παλιά. Ίσως όμως την τελευταία τετραετία να αναδείχτηκαν στη δημόσια ζωή της πολιτείας και άλλα, νέα πρόσωπα,  που να μην τα ξέρω και τα οποία  έχουν διαφύγει της προσοχής των υπηρεσιών  που παρακολουθούν τις εξελίξεις απ’ τους μακρινούς σταθμούς της ασιατικής εκστρατείας

Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι ότι, εδώ που τα λέμε, στην πολιτική ζωή, -της κατά τα άλλα καινοτόμου Αθήνας- κυριαρχούν οι γηραιοί (εξηντάρηδες και βάλε), ενώ η ηγεσία της εκστρατείας αποτελείται ως επί το πλείστον από νέους κάτω των τριάντα ετών. Πάντως τίποτα δεν αποκλείει οι ¨παλιοί¨ των Αθηνών να έχουν αναπροσαρμόσει τις απόψεις τους,  γιατί αυτή η τελευταία τετραετία έχει φέρει τα πάνω κάτω σε ολόκληρη την υφήλιο.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει έγκυρα να διαπιστώσω πόσο ειλικρινής είναι φιλία εκείνων που αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του Αλέξανδρου στην ελληνική επέκταση (και τους νέους συσχετισμούς που προκύπτουν από αυτήν) και εάν εκείνοι που εκπροσωπούν αυτή την τάση είναι πρόσωπα αξιόλογα και αξιοσέβαστα ή αν έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις τους οι συνήθεις αφερέγγυοι καιροσκόποι.  Δηλαδή θα πρέπει να εξακριβώσω ποιοι ακολουθούν τους Μακεδόνες επειδή θεωρούν πως είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα όσα είχε οραματιστεί για τους Έλληνες ο δάσκαλος Ισοκράτης και ποιοι, αντίθετα, τους υποστηρίζουν απλά και μόνο επειδή επωφελούνται από το να είναι με τους ισχυρότερους, είτε αυτοί είναι Μακεδόνες, είτε Λακεδαιμόνιοι είτε Πέρσες.

Πριν την θριαμβευτική εξόρμηση του Αλέξανδρου προς ανατολάς, οι κύριοι εκπρόσωποι των φιλικά διακείμενων προς τους μακεδόνες βασιλείς στην Αθήνα, πέρα από τον ειρηνιστή Εύβουλο που όντας πλέον πάνω από εβδομήντα πέντε ετών,  έχει αποσυρθεί από τα κοινά, και τον Φιλοκράτη (εκείνον της ομώνυμης ¨ειρήνης¨, που βρίσκεται ακόμη αυτοεξόριστος με μια θανατική ποινή που δεν έχει ακόμα αρθεί, να επικρέμεται στην κεφαλή του), ήταν -και απ’ ό, τι φαίνεται εξακολουθούν να είναι- ο Αισχίνης από το δήμο των Κοθωκιδών και ο Δημάδης από την Παιανία.

Οι δυο τους διαφέρουν στην ηλικία κατά μία δεκαετία, (πάνω κάτω εξηντάρης σήμερα ο Αισχίνης, πενηντάρης ο Δημάδης) και κατάγονται και οι δύο από τα φτωχά στρώματα του Αθηναϊκού πληθυσμού. Ο πατέρας του Αισχύνη ήταν εγγράμματος δούλος που χειραφετήθηκε πολεμώντας για την Αθηναϊκή Δημοκρατία, ενώ του Δημάδη ήταν βαρκάρης. Μοιάζουν επίσης στο ότι και οι δυο, στην αρχή της πολιτικής τους ζωής, αντιμετώπισαν την μακεδονική επέκταση ως κίνδυνο για την Αθήνα, όμως αργότερα άλλαξαν γνώμη, διαφοροποιήθηκαν από τον πολυπράγμονα, αλλά συνεπή αντιμακεδόνα Δημοσθένη και ηγήθηκαν της παράταξης των φιλομακεδόνων. Κατά τα άλλα μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο Αισχύνης, μοιάζει συνεπής στις αρχές που τώρα διακηρύσσει, ενώ τον Δημάδη οι περισσότεροι τον θεωρούν καιροσκόπο και θηρευτή πολιτικών (και οικονομικών) ευκαιριών.

όπλα

Όμως, πιο σημαντική από την τη διερεύνηση των προσκείμενων, είναι η ανάλυση της επιρροής των ενάντιων, δηλαδή εκείνων που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αθήνα, παρά τις ήττες και τις απώλειες των πρόσφατων χρόνων, μπορεί ακόμη να αποτελέσει την ηγέτιδα δύναμη των ελλήνων.

Εγώ που επιστρέφω από μια εκστρατεία που ανατρέπει και εξαρθρώνει βασίλεια και αυτοκρατορίες, αν δεν γνώριζα από κοντά τις αθηναϊκές ιδιομορφίες, θα απορούσα με την ανθεκτικότητα και την επιμονή με την οποία η Αθήνα εξακολουθεί να διεκδικεί όχι μόνο αυτονομία αλλά και ηγετικό ρόλο στις τρέχουσες εξελίξεις. Εγώ όμως ξέρω ότι οι Αθηναίοι είναι μαθημένοι όχι μόνο να συμμετέχουν στη διοίκηση της πόλης τους, αλλά και η πόλη τους να παίζει αποφασιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Επομένως πολύ δύσκολα θα ανεχθούν μία παγκόσμια τάξη στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται σε κάποιο απομακρυσμένο αυτοκρατορικό  κέντρο. Ξέρω, επίσης ότι ανάμεσα στους αντιμακεδόνες υπάρχουν ορισμένα σπινθηροβόλα πνεύματα.

Επικεφαλής τους βρίσκεται ο πασίγνωστος πλέον ρήτορας Δημοσθένης, που πρέπει να είναι πλέον περίπου πενήντα τεσσάρων ή πενήντα πέντε ετών. Μαζί του ο γηραιότερος (πρέπει να ‘χει πατήσει τα εξήντα), ευπατρίδης   Λυκούργος, από την ιερατική γενιά των Βουτάδων, ικανός διαχειριστής των οικονομικών που, παρά ταύτα, δεν έχει χάσει την φήμη του ¨υπεράνω χρημάτων¨. Στην ίδια περίπου ηλικία και ο παλιός μαθητής του Ισοκράτη, ο πλούσιος και καλοζωισμένος ρήτορας Υπερίδης. Ίσως, κατα τη διάρκεια της απουσίας μου από την Αθήνα να έχουν αναδειχτεί και ανάμεσα στους αντιμακεδόνες, άλλα, νεότερα στελέχη.

Πάντως, από ότι φαίνεται, ο κυριότερος, από τους αθηναίους ηγέτες αυτή τη στιγμή είναι ο ικανός τηρητής ισορροπιών, (γηραιός κι αυτός, πάνω από εβδομήντα) στρατηγός Φωκίωνας, που συνδυάζει τις εξής αντιφατικές ιδιότητες: Αφενός (όντας παλιός ολιγαρχικός και φιλολάκων) μοιάζει να είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς πολιτικούς της Δημοκρατίας, ο οποίος όμως, παρά την αντιδημοτικότητά του, εξακολουθεί να εκλέγεται αδιάκοπα σε καίριες θέσεις και να επηρεάζει αποφασιστικά τα τεκταινόμενα. Αφετέρου, όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα σπάνιο δείγμα (τουλάχιστο για τη σημερινή αθηναϊκή δημοκρατία) αδιάφθορου και ανυστερόβουλου πολιτικού ηγέτη. Ο Αλέξανδρος τον εκτιμά ιδιαίτερα και η υπηρεσία μού έχει αναθέσει ειδική μεταχείριση σε ό, τι τον αφορά.

Παράλληλα με την αξιολόγηση των καταστάσεων και των χαρακτήρων που επικρατούν στην πολιτική ζωή της πόλης της Παλλάδος, θα πρέπει να διερευνήσω, με άκρα διακριτικότητα, πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της Αθήνας με τον αντιβασιλέα Αντίπατρο. Είναι αναμενόμενο ότι ο Μακεδόνας στρατηγός, μόλις συνέλθει από την επώδυνη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη, θα ασχοληθεί ειδικότερα με τους Αθηναίους. Μέχρι στιγμής δεν έχει ενημερώσει την ηγεσία για τις ακριβείς προθέσεις του, και πιθανώς θεωρεί πλεοναστικό ή και περιττό να ζητήσει κατευθυντήριες γραμμές από το επιτελείο της εκστρατείας, αλλά είναι εξ ίσου πιθανό να έχει κατ’ ευθείαν επαφή με τον Αλέξανδρο. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο Βασιλιάς επιθυμεί συμπληρωματική πληροφόρηση για τη δράση του αντιβασιλέα. Ο Ευμένης θεωρεί ότι οι ανησυχίες του Αλέξανδρου για τη συμπεριφορά του Αντίπατρου οφείλονται σε καταγγελίες της βασιλομήτορος Ολυμπιάδας, η οποία είναι γνωστό ότι αντιπαθεί τον στρατηγό που αντικαθιστά το γιο της στο βασίλειο της  Μακεδονίας.

Ο Ευμένης ήταν αρκετά σαφής σχετικά με αυτό το θέμα. Θα πρέπει να εξακριβώσω εάν ο Αντίπατρος έχει ήδη διεισδύσει ¨αυτόνομα¨ στους κύκλους της Αθηναϊκής ηγεσίας ή όχι, καθώς επίσης πώς τον αντιμετωπίζουν γενικότερα οι έλληνες του νότου.

5greca

Όμως δεν ξεχνώ ότι ο βασικός λόγος που είμαι εδώ, ο λόγος για τον οποίο ο Καλλισθένης με πρότεινε για αυτήν την αποστολή, είναι η αποκατάσταση της επαφής της ομάδας μας με τον δάσκαλο Αριστοτέλη. Η κρισιμότητα των καιρών που διανύουμε, η αναγκαιότητα να ληφθούν οσονούπω αποφάσεις που θα επηρεάσουν τον απώτερο βίο των Ελλήνων και παράλληλα η ανάπτυξη στην αυλή του Αλέξανδρου οργανωμένων ανταγωνιστικών ομάδων με απρόβλεπτη επιρροή, καθιστούν αναγκαία και επείγουσα μια διαβούλευση εκείνων που δρουν στο μέτωπο της Εξόρμησης με τους Σοφούς που μπορούν να συμβάλουν έστω από τα μετόπισθεν. Δηλαδή (επί της ουσίας) με τον εγκυρότερο σημερινό φιλόσοφο: τον Αριστοτέλη.  Επί πλέον η αλληλογραφία με τους σοφούς των μετόπισθεν θα πρέπει να επανα-κωδικοποιηθεί έτσι ώστε να  προφυλαχτεί από τις παρεμβάσεις και τις υποκλοπές των -όλο και πιο επικίνδυνων- ¨άλλων¨

Ο Σταγειρήτης όχι μόνο έχει άποψη για την εκστρατεία, αλλά και ξέρει καλά πρόσωπα και πράγματα. Πέρα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που τρέφει για τον ¨πνευματικό του πατέρα¨ ιδιαίτερη εκτίμηση αν όχι αγάπη, τον υπολογίζουν και τον σέβονται πολλοί από τους νεαρούς μακεδόνες στρατηγούς που υπήρξαν κι αυτοί μαθητές του.  Εάν αυτήν τη στιγμή είναι καθοριστικής σημασίας κάποιος να συμβουλέψει τον βασιλιά, έτσι ώστε το Μεγάλο Επίτευγμα να μην συρρικνωθεί σε μια σειρά αιματηρών συγκρούσεων προς άγραν χρυσού και επιβολής, δεν υπάρχει ιδεωδέστερος από τον Αριστοτέλη.

Ο Καλλισθένης θα επιθυμούσε να μιλήσει ο ίδιος με τον Δάσκαλο, όμως ο τραυματισμός του απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να αναλάβω εγώ έναν μεσολαβητικό ρόλο.

Immagine19

Να ‘μαι λοιπόν να πλέω με την πλώρη στραμμένη προς τα λιμάνια του Πειραιά και να αναλογίζομαι πως θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα.

Και… δεν είναι μόνο αυτά… (χαμογελάω). Είναι και η εκδούλευση που έχω υποσχεθεί στον Άρπαλο, καθώς και οι χαιρετισμοί που πρέπει να μεταφέρω από την Θαϊδα στη κυρά – Φρύνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος πέντε: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2017

αρχείο λήψης (3)

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, πέμπτος μονόλογος.

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

απ’ το εξώφυλλο μην κρίνεις το βιβλίο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως.

Κάποιος δε πλήρωσε; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

*

Παιδιά ελάτε εδώ, εδώ ειν’ η Παράγκα

όλα τα τέρατα εδώ

είναι σε προσφορά

υπάρχει εκείνος που τον πρόσβαλαν

υπάρχει εκείνη που την πρόδωσαν

και το μωρό το πεινασμένο

και ο γεροπαράλυτος

και ο μαροκινός

και ο ανθρωποφάγος

και ο τουφεκισμένος, ο κρεμασμένος,  ο στραγγαλισμένος

και ο φανατικός με το μαχαίρι του στο χέρι

όλοι αντάμα μεσ’ το ίδιο το κλουβί.

Πάνω στου λιονταριού το σώμα

πάτα το πόδι

πέτα τα πτώματα στο σκάμμα

την αγωνία και τον ρόγχο φωτογράφισε

κι έπειτα, με τη λίστα, γύρνα σπίτι.

*

Ήπια πολύ. Απ’ όλα καταβρόχθισα.

κι έχω τις τσέπες με λεφτά γεμάτες

Εγώ είναι που δεν πλήρωσα; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

Όταν θα φτάσει ο Κίλερ

θ’ ακούσω το τραγούδι του

μικρά και υγρά τα βήματα

σταγόνες από αίμα στο μαχαίρι

θα πάρω δρόμο,

θα σκαρφαλώσω σ’ ένα τρένο

θα πάω να γίνω χρυσοθήρας

στο Χόλυγουντ θα έχω μια πισίνα

ή ένα κότερο αραγμένο στη μαρίνα

ή θα με βρείτε πεθαμένο σε σουίτα

ή σε κανενός σταθμού

τ’ αποχωρητήρια.

Άθλιος, φουκαράς και βρώμικος

ή Αστραφτερός, Πολυτελής και Μέγας,

ό, τι το αίμα αγγίζει

θα μένει πάντα λερωμένο από αίμα.

*

Μικρή πλακέτα έχω στο λαιμό μου

ασημωμένη

γράφει πότε γεννήθηκα

μα έχει κι άλλο χώρο.

Θέλεις εσύ, μικρέ, να συμπληρώσεις τη γραφή;

Ο Φάντης Κούπα, ο πιτσιρικάς, ειν’ χαραγμένος

 απάνω στη λαβή του μαχαιριού μου

είμαι έτοιμος και μην κοιτάς

που μοιάζει παιδικό το πρόσωπό μου.

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

μην κρίνεις το βιβλίο απ’ το εξώφυλλο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως

*

Πράγμα γυρεύεις; Μια μονάχα στάλα;

Τι τα θες,

δουλειές να κάνεις είναι ωραίο πριν τον θάνατό σου.

Παίρνει μαζί του ο Ραμσής δολάρια στον τάφο

θάβει μαζί του ο εμίρης

νύφες καταψυγμένες

και η μοτοσικλέτα μου στο χώμα θα χωθεί

θα πάει ίσια κάτω ως τον πάτο

με πέρλες στολισμένη

για να πουλήσει ηρωίνη στους διαβόλους

ή

για να διαφθείρει τους αγγέλους

ή

τον κώλο της για να ‘χει να σκουπίσει.

Κρυμμένος είναι πάντα ο ουρανός μου

μαύρα γυαλιά φοράει

και να που τώρα ακούω

να πλησιάζουν βήματα

κι αν κάποιου έφτασε η σειρά

δε θα ‘θελα να είμαι εγώ Θεέ μου.

Θεέ, με τον παρά μου ας μπορούσα

τουλάχιστον το φόβο ν’ αγοράσω.

Εγώ είμαι που δεν πλήρωσα ε, και;

Είστε μήπως Μαντάμ

ο θάνατος;

images (2)

Κρανίο1

Κρανίο2

Κρανίο3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Των Δυτικών το Κάρμα και ο Ηράκλειτος (Occidentali’s Karma)

Posted by vnottas στο 16 Μαΐου, 2017

 images (8)

Προσωπικά με το Γιούρο-πανηγύρι, καμία ή, άντε καλά, πολύ μικρή σχέση. Τόσο μικρή, που μόλις και που πήρε τ’ αφτί μου ότι, ανάμεσα στο διάχυτο νταβαντούρι των ημερών, υπήρχε και ολίγον τι από Ηράκλειτο.

Φυσικά απόρησα. Όχι πολύ. Ξέρω ότι η αποκαλούμενη και ¨δημιουργική φαντασία¨ των σεφ-μαγείρων της μαζικής κουλτούρας όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει, άρα δεν πρόκειται να αφήσει να της γλιτώσουν ούτε οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ούτε καν ο (όπως και να το κάνουμε) στρυφνός και ζόρικος  Εφέσιος. (Πολύ περισσότερο που, απ’ ό, τι μαθαίνω, παλιότερα, τον επίζηλο τίτλο του Γιουροβιζιονικού ¨σούπερ σταρ¨ είχε διεκδικήσει -χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- και ο μέγας Σωκράτης, αυτοπροσώπως).

Αφού λοιπόν στην προκείμενη περίπτωση, το ίδιο ο Βούδας – το ίδιο ο Κούδας, το ίδιο ο Ιησούς – το ίδιο κι ο Ιούδας, γιατί να μη πάρει διακεκριμένη θέση δίπλα στην αξύριστη Κοντσίτα Βούρστελ και μια κάποια ρήση αποσταγμένη από την αρχαία φιλοσοφική αναζήτηση;

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διέκρινα ανάμεσα στα ηλεκτρονικά τάμπα-τούμπα το γνωστό ρηθέν ¨τα πάντα ρέι¨ (με την εράσμια προφορά που χρησιμοποιούν οι δυτικοί) και ως εκ τούτου είπα να σιγουρευτώ ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω τι ακριβώς λέει το ιταλικής προέλευσης άσμα.

Το βρήκα και εξεπλάγην. Και μετά άρχισα να ψάχνω πώς και έτσι. Και εντρύφησα (όσο μπόρεσα) στα πεπραγμένα του πρόσφατου φεστιβάλ πολιτισμικού αυτοχειριασμού.

Η έκπληξή μου οφείλεται στο ότι οι στίχοι του άσματος μου φάνηκαν ψαγμένοι. Επικρατέστερη εκδοχή για αυτή την ανακολουθία (μουσική: λάιτ-ποπ, προορισμός: η ΒούρστελΒίζιον, αλλά στίχοι που μοιάζουν ψαγμένοι, προβληματισμένοι, ειρωνικά καταγγελτικοί) καταλήγω ότι δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά ότι οι Ιταλοί θέλησαν να κάνουν λίγη πλάκα με τους περιφερόμενους Βρυξελιώτες αηδούς (με ήτα).

Και φαίνεται να έχουν τους λόγους τους. Πρώτον, διαθέτουν κι αυτοί ένα ανάλογο, δικό τους, ετήσιο πανηγύρι, που όσο κι αν έχει παρακμάσει σε σχέση με παλιότερες εποχές, εξακολουθεί να κάνει (ανταγωνιστικό) παιχνίδι στις -εξ ίσου ανουσιοποιημένες (με ου) – παγκόσμιες μουσικές αγορές. Δεύτερον, όταν πριν λίγα χρόνια είπαν να πάψουν να σνομπάρουν το φεστιβάλ της Γιούρο και έστειλαν εκεί τρεις νεαρούς τενόρους, παρά το ότι αυτοί ήρθαν πρώτοι στην προτίμηση του κοινού, τους έθαψαν οι κριτικές επιτροπές με τους εκπροσώπους (στην ουσία) των (δισκογραφικών) αγορών.

Έτσι φέτος, αφού πρώτα εξέλεξαν στο Σαν Ρέμο (με δόση αυτοειρωνίας) τον άγνωστο γελαστό χοροπηδητή και την συμπαθή του μαϊμούδα, τους απέστειλαν με μάλλον χλευαστική διάθεση στο Κίεβο.

Υποθέτω ότι ήταν εν γνώσει του ότι με τέτοιους στίχους (σας παραθέτω παρακάτω μια πρόχειρη μετάφραση) δεν είχαν καμία ελπίδα διάκρισης.

Ωστόσο οι εκπλήξεις δε τελειώνουν εδώ. Όλως περιέργως το τραγούδι που βραβεύτηκε τελικά φέτος, δεν είχε καμιά σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Ήταν παραδόξως, ένα έντονα πορτογαλικό (όχι αγγλόφωνο/παγκοσμιοποιητικό), μελωδικό και τρυφερό τραγούδι. Όμως δε ξέρω αν θα το βράβευαν, εάν δε τους έδινε την ευκαιρία (χάρη σε μια λυπηρή συγκυρία που έχει να κάνει με την υγεία του ερμηνευτή) να ξαναπροβάλουν τον  ήδη πολυδιαφημισμένο ¨μη κυβερνητικό ανθρωπισμό¨ τους. (ΑΑΑ Ζητείται Ανθρωπιά εικονική).

images (10)

Ακολουθεί μετάφραση του τραγουδιού.  [Λάβετε υπόψη α) ότι στο πρωτότυπο οι σύντομοι στίχοι είναι επιγραμματικοί, χωρίς κατ’ ανάγκην συντακτική σύνδεση μεταξύ τους και, ενίοτε, με αδύναμες ομοιοκαταληξίες β) το ¨ναμαστέ¨ δεν είναι ¨να ‘μαστε¨ (καλά), αλλά σανσκριτικής (γιογκικής ) προέλευσης επιφώνημα/χαιρετισμός: namah = υποκλίνομαι, te= εσένα γ) Δεν μεταφράζω τις επαναλήψεις της επωδού].

Των Δυτικών το Κάρμα

Να ζει κανείς ή  (σώνει και καλά) πρέπει να ζει;

Του Άμλετ η αμφιβολία

Σύγχρονη όσο ο άνθρωπος ο νεολιθικός

Βολέψου στο κλουβί σου, το δύο επί τρία

Διανοούμενοι σε καφενέ (και)

Διαδικτυολόγοι

 Των ανωνύμων selfιστών μέλη επίλεκτα

Ειν’ η νοημοσύνη ντεμοντέ

(οι) Απαντήσεις εύκολες

(και τα) Διλήμματα ανώφελα

Α Α Α Ζητούνται (ναι, ψάξε)

Ιστορίες με τέλος θεαματικό

Ελπίζοντας (ναι, έλπιζε)

(πως) Ό, τι κι εάν συμβεί, (θα είναι για καλό)

τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

(και ¨χορεύοντας στη βροχή¨)

Επωδός:

Μαθήματα Νιρβάνας

Ειναι κι ο Βούδας στην ουρά

(του κυκλικού χορού)

Για όλους στο προαύλιο μια ώρα 

(κι) από μια ώρα δόξας στον καθένα ,

Alé!

Το πλήθος ένα μάντρα φωνάζει

Η εξέλιξη (σκοντάφτει και) διστάζει 

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

Των Δυτικών το κάρμα

Γυμνή η μαϊμού χορεύει

Των Δυτικών το κάρμα

*

Βρέχει Chanel σταγόνες

Πάνω σε σώματα  αποστειρωμένα

Απ’ των ομοίων σου τις μυρουδιές, φυλάξου

Με το ιντερνέτ  όλοι (κι όλες) ξερόλες

Κόκα των λαών

Όπιο των φτωχών

*

Α Α Α Ζητείται ανθρωπιά εικονική

Sex appeal

Ό,τι κι αν γίνει, εν τέλει,

Τα πάντα ρει

And “Singing in the rain”

*

Σαν η Ζωή τα χάνει

(Ζωή αφηρημένη)

Οι άνθρωποι εκπίπτουν

Των Δυτικών το Κάρμα

Των Δυτικών το Κάρμα

Η Μαϊμού το λόγο παίρνει

Ναμαστέ αλέ!

Όμμμμ!

images (9)

ΟCCIDENTALI’S KARMA

Essere o dover essere
Il dubbio amletico
Contemporaneo come l’uomo del neolitico
Nella tua gabbia 2×3 mettiti comodo
Intellettuali nei caffè
Internettologi
Soci onorari al gruppo dei selfisti anonimi
L’intelligenza è démodé
Risposte facili
Dilemmi inutili

AAA cercasi storie dal gran finale,
Sperasi
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Piovono gocce di Chanel
Su corpi asettici
Mettiti in salvo dall’odore dei tuoi simili
Tutti tuttologi col web
Coca dei popoli
Oppio dei poveri

AAA cercasi umanità virtuale
Sex appeal
Comunque vada, panta rei
And “Singing in the rain”

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma

Quando la vita si distrae
Cadono gli uomini
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia si rialza
Namaste, ale!

Lezioni di Nirvana
C’è il Buddha in fila indiana
Per tutti un’ora d’aria, di gloria (ale!)
La folla grida un mantra
L’evoluzione inciampa
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Occidentali’s karma
La scimmia nuda balla
Occidentali’s karma
Om

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τέσσερα: Λίζα

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2017

TheSovietMayanPlayingCards33

Η ΛΙΖΑ

Είχε, που λέτε, το χορό της

η Πολυπλοκότητα

κι ήταν παρών κι ο βασιλιάς

ο Χωρίς Σχήμα

κι ήτανε εκεί επίσης κι η βασίλισσα

η Αυτού Μεγαλειότης η Ασυνέπεια.

Τότε κάποιος εκμεταλλεύτηκε το Χάος

και σκότωσε την Διαφορά.

Χωρίς λοιπόν τη Διαφορά και τη Διευκρίνιση

θέλησε να μας κάνει να πιστέψουμε

ότι η Βία

άλλο δεν είναι παρά θέμα Αισθητικής

και πως ένα νεύμα Αγάπης

με ένα μινουέτο εξισούται

ή με μια ρεβερέντζα.

Από μακριά οι φωτογράφοι

τραβούσαν πόζες τολμηρές

σε πριγκιπέσσες και σε πρίγκιπες

που ‘καναν τάχα πως δεν τους αρέσει.

Το λόγο έπαιρναν

από τους Δούκες της Κουλτούρας

οι χειρότεροι

γιατί τους περισσότερο καλούς

τους είχαν πάρει από φόβο.

*

Δεν πρέπει να πεθαίνει πια κανείς

χωρίς μια σοβαρή συζήτηση

ακατασχέτως μιλώντας για τα θύματα

εμείς θα ξανανιώνουμε.

Νέες απαιτήσεις θα ‘χουνε τα σώματα

νέες θα ζητούν φροντίδες

καθώς  θ’ αποσαθρώνεται η ψυχή

τον κομμωτή σου να τον στήνεις, δεν αρμόζει.

.

Δε μου ταιριάζουν τα κακά τα συναισθήματα

ούτε και τα καλά

τα σκέτα συναισθήματα μ’ αρέσουν

τ’ αληθινά

εκείνα που δεν λέγονται.

Εγώ, π’ ακόμη σ’ όλα αυτά πιστεύω

είμαι η βασίλισσα κι η δούλα

που στα τραπέζια ανάμεσα πορεύεται

και σας πουλάει αρώματα

και μέσα από τα χέρια σας περνάει

χωρίς να λερωθεί.

Εγώ είμαι το πλάσμα

που λείπει από τον άθλιο κατάλογο

των τηλε-προγραμμάτων

κι όχι η μπριζόλα που χορεύει

εκείνη που λατρεύουν οι Αμερικάνοι

ούτε του Μπος η κούκλα

εγώ είμαι εκείνη που ερωτεύεται

και από μακριά ακτινοβολεί.

.

Είμαστε μόνοι και είμαστε τρελοί

λύκοι είμαστε στο δόκανο πιασμένοι

που όμως συνεχίζουν την τρεχάλα.

Γέροι με ένα μόνον πόδι

με τα ποδήλατα ερωτοχτυπημένοι

όλα τα κόλπα ξέρουμε

που δίδαξε ο Δράκος ο Μικρός.

 Ο Flannery μας φωνάζει στη βεράντα

και ηχεί του επιλοχία

η φιλαρμονική.

.

Προύχοντες όλοι εσείς των Οθονών

που επιμένετε ν’ αποκαλείτε ¨όνειρα¨

αυτά που ήδη αρχίσατε να χάνετε

αυτά που δε μπορείτε πια να δείτε

κι ό, τι έχει απομείνει από τον κόσμο.

Εγώ ζω

μόνη μου στον πυθμένα του ηφαίστειου

πέτα μου ένα σκοινί ν’ ανέβω

γυμνή θα βγω να σε αποτρελάνω.

Εγώ είμαι η δίψα

εγώ είμαι το νερό

εγώ είμαι ο Άγγελος κι ο Ευαγγελισμός

εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

κι εκεί, στην ακροθαλασσιά, ξυπνώ

γιατί εγώ ξέρω να πετάω στο σκοτάδι.

και θα ‘θελα

σ’ όλους τους τοίχους

να γράψεις τ’ όνομά μου.

Σχεδίασα λοιπόν το πρόσωπό σου

στο μέρος που περισσότερο απ’ όλα

με τρομάζει

κι είναι εκεί που επιστρέφω κάθε νύχτα.

*

Κάτω απ’ την πόλη καίει ένα ηφαίστειο

κάτω απ’ το τατουάζ έχει μια αμμουδιά

πίσω απ’ τον κακότροπο τον άνθρωπο

είναι τα λόγια μας

και πέρα από κάθε αυτοθυσία βρίσκεται

μια σκοτεινή, τυφλή αναμονή

 αυτό μην το ξεχάσεις όταν

στους πρόποδες θα είσαι στου Μνημείου.

Εδώ μπορείτε να αγοράσετε τα κάδρα του Βαν Γκογκ

όσο εκείνος είναι ζωντανός

όταν πεθάνει αφήστε στους εμπόρους

κάθε αποστεωμένο μεγαλείο.

Μην αγαπάτε μόνον τους νεκρούς

τους ζωντανούς σ’ ένα χορό καλέστε.

.

Εγώ είμαι της πόλης το κορίτσι

αλλάζω κέφια κάθε τόσο

αλλά μη με φοβάστε ούτε εμένα

ούτε τις χίλιες δυο φωνές μου.

Άκου με, τραγουδάω, κι ανάμεσα στις νότες

είναι και τ’ όνομά σου.

χαρτί 8

6 Λίζα α τμήμα

7 Λίζα β τμήμα

7 Λίζα γ τμήμα

8 Λιζα δ τμήμα

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Απριλίου ξανθίσματα-Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2017

thessaloniki5α

thessaloniki5δ

thessaloniki5β

thessaloniki5γ

Θα μιλήσει ο Ηλίας Κουτσούκος, συγγραφέας, πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ο (υποφαινόμενος) Βασίλης Νόττας. Θα συντονίσει η φιλόλογος Θεοδώρα Λειψιστινού.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μία έξτρα παράσταση

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2017

β

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Μία έξτρα παράσταση του έργου ¨Η τελευταία διαθήκη¨, (βλέπε εδώ παρακάτω) από την ομάδα ¨Θεάτρου Περιπέτεια¨.

Θα δοθεί την Κυριακή 14 Μαΐου 2017, ώρα 21:00 στο θεατράκι των ¨Παραβατών¨ Αισχύλου 6 Πυλαία. Τηλ. 6938151940

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τρία: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 7 Μαΐου, 2017

images (39)

Ο ΓΙΟΣ

Άκουσε, άκουσε το μπλουζ του φλίπερ

όλοι εκτοξεύτηκαν, μαγεύτηκαν, πετάνε

συγκρούονται, σκουντιούνται

και πάλι ξαναρχίζουν

από το ένα φως μέχρι το άλλο

χωρίς ποτέ να σταματάνε

κι ουρλιάζει η πόλη από τη χαρά της.

Άκουσε, άκουσε τις γλώσσες της Βαβέλ.

.

Το τσίρκο μεσ’ το φλίπερ έχει ανάψει

– πυρκαγιά –

ακούς μουγκρίσματα, σαλπίσματα, κραυγές

και γρατζουνίσματα ηλεκτρικής κιθάρας.

Ωσάν συγχρονισμένες χορωδοί

ανοίγουν οι αλιγάτορες το στόμα

έλα μικρή μου στη σκοποβολή

κάποια ψυχή θα πιάσουμε

έλα μικρέ μαζί μας

και στη πισίνα θα σε πάμε των σειρήνων. 

Είναι αλήθεια, ο κόσμος ειν’ κακός

κι ότι ο κόσμος ειν’ κακός, είναι αλήθεια

μα όχι δα και τόσο πιο πολύ

απ’ ό, τι εμείς.

.

Τι είναι που σου λέει ο μεθυσμένος;

 ότι αντάμωσε έναν κομήτη, λέει,

και πως στον κώλο έχει μια πληγή

από τ’ αστέρια τα πολλά  

που έχει καβαλήσει ως τα τώρα.

Έχει στο μπαρ μία καρέκλα αδειανή

πέθανε ο ποιητής

μα είναι εδώ οι γόπες, το καπέλο, 

και στο ποτήρι πάνω

σημάδι από το σάλιο του.

untitled

Με έναν ύμνο από τη βίβλο την παλαιά

τον άνθρωπο-ποντίκι να τιμήσετε

που απ’ τους οχετούς

κατάφερε να φτιάξει μία θάλασσα

και π’ όλες της ερήμου τις οφθαλμαπάτες

τις ξεδιάλυνε

κι εγώ σου λέω γεια, μικρή γραφίδα.

Sweeney Pompeo, κένταυρε ποιητή

Τσέχε ζυθοποιέ αντίο

αντίο και σε εσέ μικρή απ’ τη Σαρδηνία

όλους σας έχω στην καρδιά μου

μα είν’ το φλίπερ που με σπρώχνει μακριά

μ’ ένα χλευαστικό κουδούνισμα.

Γεια σου Ινδιάνε, γεια σου Lee φαρμακερέ

Κι αν πέθανε ο Δάσκαλος

δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

Sweeney_Agonistes

Μαύρα κοράκια παίζουν μουσική,

ο Βασιλιάς Μελάνης κλαίει

κοντά σε μία νέγρα ηλεκτρική

την drag queen την πιο γοητευτική

την πάπια Ντέζη, τη Λολίτα

εμείς οι ερωτευμένοι καθισμένοι

πετάμε απ’ το ‘να διάστημα στο άλλο

και γελάμε

κι ύστερα χάμω ξαναπέφτουμε

πιότερο ερωτευμένοι από πριν.

.

Έλα Λίζα,

του ερημωμένου μου βασίλειου άνασσα

μια βόλτα στα χορτάρια θα σε πάω

που ανάμεσα στις ράγες ξεφυτρώνουν,

στις σκονισμένους βάτους που

τα τρένα   χαστουκίζουν

εκεί θα σου χαρίσω έναν κρίνο

με πέπλο καλυμμένο

από σκιά και απ’ αιθαλομίχλη.

Ψηλά απ’ τις σιδερένιες γέφυρες

θα βλέπουμε αποκάτω στο κανάλι

ξεράσματα αφρού, κίτρινα απόνερα

και Οφηλίες πλαστικές

από εκεί θα φτάσουμε στη θάλασσα.

.

Καθώς σε έβλεπα να ξεπροβάλεις

μέσα από μια ομίχλης χορωδία 

με το κοντό σου το παλτό

μου κόπηκε η ανάσα.

Τα χείλη σου θα ‘θελα να δαγκώσω

να πιω απ’ την γωνία του ματιού σου

να κλέψω τα μαλλιά σου

ενώ όλα τριγύρω θα εκρήγνυνται

σε μια γιορτή κουδουνιστών θορύβων

από φλίπερ.

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

να που οι δρόμοι οι σκοτεινοί

μας υποδέχονται

και τα παράθυρα τα σφαλιστά

ανάβουνε

ενώ εμείς θα περπατάμε χέρι χέρι.

Είμαστε εμείς  η Πόλη και ο Κόσμος

εμείς μικρά φωτάκια

στου φλίπερ το πολύχρωμο κατάστρωμα.

.

Εσύ που ακονίζεις το μαχαίρι

πρόσεξε

δεν έχω μόνο μια καρδιά, αλλά πολλές

Άκουσε τα τύμπανα και τρέμε

Κατάρα μαύρη σ’ όποιον

τους εραστές χωρίζει.

images (2)

4 Πόλη β Γιος α τμημα

5 Γιος β

5 Γιος βν τμήμα

6 Γιος γ Λίζα α τμήμα γ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μια ακόμη θεατρική παράσταση

Posted by vnottas στο 4 Μαΐου, 2017

θεατρο3 .jpeg

  • Κι επειδή, όπως έχουμε ξαναπεί, τίποτα το καλλιτεχνικότερο από τις προσπάθειες των ερασιτεχνών, να μια ακόμη παράσταση φτιαγμένη με μεράκι και γνήσια αγάπη για τη θεατρική τέχνη. Από την ομάδα ¨Θεάτρου Περιπέτεια¨ «Η τελευταία διαθήκη» με βάση το έργο του Ι. Καμπανέλλη ¨Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού¨. Σκηνοθεσία Ηλίας Λουκάτος,. Παίζουν:  Ελίζα Ισαακίδου, Τάσος Παπαγεωργίου, Ηλίας Λουκάτος, Κλεοπάτρα Μπαμπαράτσα, Άννα Λειβαδιώτου, Δέσποινα Ρετσινά, Χρήστος Δελτσίδης, Αντώνης Κακαμούκας, Σοφία Κασούρη – Νόττα, Κώστας Τζούρτζιας, Αντωνία Φαρμάκη, Μαρία Περμεκενλή. Την  Παρασκευή 5, Σάββατο 6 και Κυριακή 7 Μαίου, ώρα 21:00 στο θέατρο Σοφούλη, Τραπεζούντας 5 (Σοφούλη)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ | Με ετικέτα: | 1 Comment »

Μπλουζ 16. Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Δύο: Η Πόλη

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2017

Η Μπαλάντα της πόλης που πονάει: Μονόλογος δεύτερος

images (5)

.

Η ΠΟΛΗ (ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ)

Να μη φοβάσαι τις πολλές φωνές μου

ανάμεσά τους είναι μια που σε φωνάζει

κόλαση μην τον λες αυτόν τον τόπο

κανένας δε δικάζεται εδωπέρα

είναι η κόλαση που τρέφεται

με ετυμηγορίες

εδώ έχουν άλλα πράγματα, καλύτερα,

να κάνουν οι διαβόλοι.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πόλη που ονειρεύομαι

το μαγαζάκι με τα ντεμοντέ κουμπιά 

και στη βιτρίνα

το σκύλο τον φιλόσοφο.

Σ’ ένα παγκάκι καθισμένοι κάτι γέροι 

κατασκοπεύουνε των γυναικών τα χείλη

μέσα στα  λεωφορεία που περνάνε,

μα και τον Χάρο

που τους κόβει το εισιτήριο

¨νέους¨ να τους αποκαλεί και να γελάει.

.

Η κίνηση φρενήρης στο Υπερμάρκετ

αντιλαλούν καρδιές και καροτσάκια

βραδάκι, δείπνου μυρουδιές και φεγγαρόφως

και η μελαγχολία

μιας νεκροφόρας μαύρης

που στο νεκροτομείο μπαινοβγαίνει 

και τ’ άλλα τα αμάξια την σνομπάρουν.

.

Κορίτσια που σχολνούν απ’ το σχολείο

γελώντας, μοναχά ή σε παρέες

τα μάτια τους παραβαμμένα ίσως

και τονισμένοι οι αναστεναγμοί τους

δεν πάει πολύ που πρωτοερωτευτήκαν

και πάει μόλις λίγο

που τα  αφήσαν μοναχά. 

Τα αγόρια τις κοιτάζουν

άγγελοι τάχα άτονοι, πεσμένοι

γιατί ακόμη αρκετά δεν έχουν ζήσει

πραγματικά για να ‘ναι κουρασμένοι.

Νέοι ονειροπόλοι;

ή μήπως μαριονέτες

απ’ τους fashion καθοδηγητές υπογραμμένες;

Νέοι εξεγερμένοι;

ή μήπως γερασμένοι ηθοποιοί;

όλοι για μια στιγμή ελπίζουν το καλύτερο

κι εγώ μαζί τους.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πιτσαρία η χλωμή της νύχτας

γύρω μοναχικοί κακοποιοί

κοσμο-πουτάνες

νέγρες μικρές γυμνές στο κρύο

ένας ξερνάει ακουμπισμένος σ’ ένα τοίχο

κι άλλος μασάει ξαπλωμένος καταγής.

σα να ‘τανε αρχαίος και ρωμαίος

λάμπει το πεζοδρόμιο

από φτυσιές, σκατά και πενταροδεκάρες.

Εγώ βρίσκομαι μέσα μου – εσώκλειστος

μα βλέπω και γελάω και ακούω:

έντομα μέσα σε παγίδες από φως,

στραβά πετάγματα αλλόκοτων πουλιών,

τ’ ασθενοφόρο που γκαζώνει

τις πόρτες του βροντώντας,

τα σιωπηλά τα κοιμητήρια, τ’ άθλια πάρκα,

τ’ αμάξια τα ξεκοιλιασμένα,

τους κάδους τους καμένους,

τις φλύαρες κεραίες που πιάσανε κουβέντα μεταξύ τους,

τους λάκκους,

του δρόμου τα μπαλώματα

και

δέντρα στραβωμένα,

γεράνια απελπισμένα,

μέσα στα λούκια μουσική,

βήματα σκύλων επάνω στο χαλίκι

και πάνω στους μαρμαρωμένους βασιλιάδες

σκόνη.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

αφορισμένη της ασφάλτου όταν πιάνει η ζέστη

ή χιόνι βρώμικο

που καταπίνει αποτσίγαρα και ίχνη

ή μια μαργαρίτα που φυτρώνει

δίπλα στης υπονόμου το καπάκι

ή ένα τσαμπί σταφύλι

στον Μυστικό τον Κήπο.

.

Εγώ είμαι μια άλλη.

Μέσα μου, άμα λάχει, μπορείς και να χαθείς

μα σαν ξαναβρεθούμε

θα ‘ναι μια μάχη υπέροχη.

Απ’ όλες τις ψευτιές που μας δεσμεύουν

κι από τις αλυσίδες

από μονάχα μια, τουλάχιστον,

ας είσαι λεύτερος:

δεν πρέπει να ελπίζουμε,

μπορούμε,

κάθε στιγμή της μέρας.

images (4)

3 Πόλη α α

3 Πόλη α β

4 Πόλη β δ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 1 Comment »

Blues in sedici – Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μέρος δεύτερο, Μονόλογος ένα: ο Μάντης

Posted by vnottas στο 28 Απρίλιος, 2017

Σήμερα αναρτώ την απόδοση στα ελληνικά του πρώτου μονόλογου του δεύτερου μέρους (secondo movimento) του Blues in sediciΗ μπαλάντα της πόλης που πονάει του Στέφανου Μπέννι.[1] 

Πρόκειται για ακόμη οκτώ ποιητικά κείμενα με τους ίδιους ήρωες του πρώτου μέρους. Αυτή τη φορά μονολογούν με διαφορετική σειρά: προηγείται πάντα ο τυφλός Μάντης και ακολουθούν η Πόλη (οι εποχές), ο Γιος, η Λίζα, η Νεκροκεφαλή, ο Κίλερ, η Μητέρα και, τελευταίος, ο Πατέρας.

Κατά τη μεταφορά στην ελληνική γλώσσα συνάντησα κάποιες δυσκολίες. Τα κείμενα κάνουν δέουσα χρήση της ¨ποιητικής άδειας¨ και συχνά απογειώνονται σε νοηματικές σφαίρες των οποίων οι σημασίες και οι συμβολισμοί είναι γνωστοί μόνο στον συγγραφέα. Για να λύσω το πρόβλημα ακολούθησα το πιο απλό δρόμο: απευθύνθηκα στον ίδιο (διατηρεί έναν ενδιαφέροντα ιστότοπο,  εδώκαι είχα μια ευγενική και κατατοπιστική απάντηση μέσα σε λίγες μέρες (από τη συνεργάτιδά του Viviana Dominici την οποία και ευχαριστώ).

Οι σύνδεσμοι για τους μονολόγους του πρώτου μέρους είναι οι εξής:

 Μπλουζ 1 (Ο τυφλός μάντης), Μπλουζ 2 (Ο Πατέρας), Μπλουζ 3 (Η Μητέρα), Μπλουζ 4 (Ο Γιος), Μπλουζ 5 (Η Λίζα), Μπλουζ 6, (Η Πόλη), Μπλουζ 7 (Ο Κίλερ), Μπλουζ 8(Η Νεκροκεφαλή)

………………………..

[1] Ο ίδιος γράφει το επίθετό του με δύο ¨ν¨ και δεδομένου ότι οι ιταλοί τα διπλά σύμφωνα τα προφέρουν, αποφάσισα να το μεταγράψω κι εγώ στα ελληνικά με δύο ¨ν¨ -αποφεύγοντας έτσι τη σύγχυση με το γελοιογραφικό ¨Μπένυ¨ που κυκλοφορεί τελευταία.

…………………………

images (46)

ΜΠΛΟΥΖ σε Δεκάξι

Δεύτερη Κίνηση

Ο ΜΑΝΤΗΣ

Τις πολλαπλές φωνές εγώ δεν τις φοβάμαι

γιατί έχω μάθει ανάμεσά τους να διακρίνω

εκείνη που μου μοιάζει

κι εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ δεν είναι πως την πόλη την φοβάμαι

μα ξέρω πως μπορεί ν’ αλλάξει σχήμα

σπηλιά να γίνει ή και δάσος μαύρο

και ξέρω ότι θα με κυνηγήσει

ανήλεη και γοργή

σαν λαίλαπα.

Εγώ τα όνειρα δεν τα φοβάμαι

είναι εκείνα όμως

που με προκαλούνε.

*

Είδα στον ύπνο μου

τράπεζες αδειανές και φωτισμένες

όπου, τη νύχτα, κάποιοι παρελαύνουν∙

φέρετρα ξεφορτώνουν πλαστικά

γεμάτα κόκαλα.

Χώρο δεν έχει πια στα κοιμητήρια

και έτσι οι πεθαμένοι

πρέπει να βολευτούν με κάποιο τρόπο

κάτω απ’ το πράσινο χαλί των μοκετών.

Έτσι κάθε πρωί θα περπατάμε

πάνω στα κόκαλα των σκελετών.

Έτσι τα σπόρια βλέπω να πετάγονται

από τα έγκλειστα φυτά

στις εσοχές των τοίχων.

Έτσι θ’ αποκοιμιούνται τα παιδάκια

γεμάτα μ’ ακατάβλητη, τυραννισμένη, ελπίδα.

.

Και κάπως έτσι θα ‘λεγα πως φθείρεται

-και αναπαύεται-

η πόλη αυτή που ενίοτε

λέω πως ειν’ δική μου

αφού ο καθένας απ’ τους άλλους

-κακόβουλα μιλώντας-

την κατηγορεί

έκπληκτος με των άλλων την κακία

ο κάθε πάσχων προσπαθώντας να διαγνώσει

τον πυρετό στων αλλονών τα μάτια.

*

Εγώ γέρος, τυφλός κι αναμενόμενος

βλέπω πάνω στη γέφυρα

δυο αγκαλιασμένους νέους

δεν καθρεφτίζει την εικόνα το νερό

-είν’ μαύρο-

μα ξέρω εγώ πόσο βαθιά είναι τα όνειρά τους

και πόσο πόνο ένα φιλί σε μια στιγμή γιατρεύει.

*

Βλέπω έναν άντρα να  μοντάρει ένα πιστόλι

σιγά σιγά, με ιερή ευλάβεια

κάποιος δεν πλήρωσε και πρέπει να πληρώσει

και είναι αυτό το μόνο πάθος

π’ ακόμα μας ανάβει.

Κρυμμένον βλέπω εκείνον που φοβάται.

*

Βλέπω έναν άντρα να προβάλλει τρέχοντας

πάει προς το βασίλειο του Raiden

κι είναι μια προφητεία που τον κυνηγά

δε θα ‘χει τις αμφιβολίες τ’ Αβραάμ

όμως το αίμα του

θα το υπερασπιστεί.

Ούτε ευτυχία υπάρχει

ούτε αυτοθυσία

θα υπάρξει όμως κάτι που τους μοιάζει.

Κάποιος θα πρέπει να το κάνει, γιε μου

τις προσβολές χρόνων πολλών

για να ξεπλύνει.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δε βλέπω

μα εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

αρχείο λήψης2

1 Μάντης α χ

2 Μάντης β χ

2 Μάντης β χ β

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η ροδακινιά μετά τη μάχη

Posted by vnottas στο 25 Απρίλιος, 2017

(Δύο ακόμη ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου)

writing-quill-with-ink-blot_small

ΩΔΗ ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΡΟΔΑΚΙΝΙΑ

Ροδακινιά που άνθιζες το Μάρτη

και γέμιζε χαμόγελα η αυλή μου

ξεράθηκες ναυάγιου κατάρτι

κατάντησες και χλόμιασε η ψυχή μου.

.

Κλαδιά νεκρά και φύλλα μαραμένα

οι πεταλούδες πια δεν σ’ ακουμπάνε

ούτε πουλάκια κάθονται σ’ εσένα

ακόμα και οι σφήκες προσπερνάνε.

.

Μια αράχνη μόνο πλέκει τον ιστό της

κι αποτυπώνει της σοφίας της το στίγμα

λεπτομερώς δεν λείπει ούτε σίγμα

απ’ τον πικρό ανεξιχνίαστο χρησμό της.

Τα βλέπεις πια στης μοίρας σου το χάρτη

ροδακινιά που άνθιζες τον Μάρτη.

***

Battaglia-di-Waterloo

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

 «…και μόνο

λίγα πόδια και χέρια

ακόμη σπάραζαν κάτω απ’ τα δέντρα…» Μίροσλαβ Χόλουπ

*

Πάνω στην κόκκινη λάσπη

που είχε περάσει το ιππικό

λίγες μόνο μέρες μετά τη μάχη

άρχισε ελαφρά να πρασινίζει.

Τα σπαρμένα δόντια

έγιναν ρίζες θάμνων και δενδρυλλίων

τα θραύσματα οστών

έθρεψαν παπαρούνες

και στα νύχια βλάστησαν ξεράγκαθα.

Οι αφέγγαρες νύχτες

έκρυβαν κάτι

από τη μοναξιά της ήττας

και μόνο του ήλιου το φως έδειχνε

που θα βοσκήσουν τα όρνια.

Ούτε χρυσός ούτε ασήμι

μόνο μπρούτζος από τα βόλια

και των παγουριών ψευδάργυρος

ξεχώριζαν που και που

μέσα στην κόκκινη λάσπη.

Σιγά-σιγά σκεπάζονται όλα από τη βλάστηση

και σε λίγο θα λησμονηθεί εντελώς

ότι εδώ η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα.

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο ένατο. Στο βάθος: αι Αθήναι

Posted by vnottas στο 17 Απρίλιος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

212643

Κεφάλαιο όγδοο: Στο βάθος Αθήναι

Είναι μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα, πρωί. Η νηοπομπή έχει πάρει το τριγωνικό σχήμα της αιχμής του βέλους και στοχεύει τη στεριά που έχει φανεί στο βάθος, βορειοδυτικά. Το άσπρο σημάδι πάνω στη κορυφή των βράχων δε μπορεί παρά να είναι ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Η εμφάνισή του σημαίνει ότι ο Ιχθυόφιλος Τριαινοφόρος τους έχει συμπαρασταθεί ως το τέλος και ότι, όπου να ‘ναι, το ταξίδι ολοκληρώνεται αισίως.

Η πρώτη επιτροπή υποδοχής που συναντούν μπαίνοντας στον Σαρωνικό κόλπο είναι μια παρέα γλάροι, ασυντόνιστοι και ατομικιστές, που παίρνουν να στριφογυρίζουν  ανάμεσα στους ιστούς και τα, στραβοφουσκωμένα απ’ το βορειοδυτικό αεράκι,  ιστία. Οι κρωγμοί τους καλύπτουν  για μια στιγμή τους παφλασμούς των κυμάτων πάνω στα σκάφη και το ρυθμικό ήχο των κουπιών που βυθίζονται στα γαλάζια νερά για να βοηθήσουν κι αυτά την πλεύση. Τα κρωξίματα συναγωνίζονται για λίγο, με τρόπο χλευαστικό θα ‘λεγε κανείς, τους ήχους των τυμπανιστών που παροτρύνουν και συντονίζουν τους κωπηλάτες και μετά, οι γλάροι, ο ένας μετά τον άλλο, απομακρύνονται ακολουθώντας ένα κοπάδι σαρδέλες που κατευθύνεται προς τις ακτές της Αίγινας.

Ύστερα από λίγο στρίβουν και τα πλοία για να πάρουν πορεία παράλληλη με την νοτιοδυτική ακτή της Αττικής χερσονήσου.

δ

Ο Οινοκράτης είναι καθισμένος πάνω σε μια κουλούρα καραβίσιο σκοινί και επιθεωρεί την ακτή που παρελαύνει.

«Δεν φαίνεται από εδώ», λέει στον Χοντρόη, «αλλά πίσω από το ναό του Ποσειδώνα βρίσκεται ο τόπος στον οποίο οι Αθηναίοι οφείλουν πολλά, και κυρίως τον στόλο τους».

Ο Πέρσης είναι ακουμπισμένος στην κουπαστή και ατενίζει κι αυτός τη στεριά. «Εστί ουν εκεί δάσος πιπυκνόν και δένδρα υψηλόκορμα;» ρωτάει με θαυμασμό. «Αρέσκομαι των δασών, προποτιμητέα των ερημικών εκτάσεων ταύτα εισίν!»

«Όχι, δεν έχει δάσος. Την ξυλεία για την κατασκευή των σκαφών την παίρνουν  από τα δασωμένα βουνά της Αττικής ή την εισάγουν από αλλού∙ εκεί πίσω έχει κάτι πολυτιμότερο. Εκεί, σε μικρή απόσταση από το ναό, βρίσκονται τα περίφημα δημόσια μεταλλεία του Λαυρίου. Ασήμι και μόλυβδος! Από εκεί προέρχονται οι δημοφιλείς αθηναϊκές δραχμές και από εκεί χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό οι ναυπηγήσεις των πλοίων της Δημοκρατίας.

«Τι ουν εστί ¨δημόσια¨ μεταλλεία;» ξαναρωτάει ο ασιάτης.

«Το ¨δημόσια¨ σε μπερδεύει; Καταλαβαίνω, εσείς δεν έχετε τέτοια. Σε σας τα πάντα ανήκουν σε κάποιον και ο, τι περισσεύει ανήκει στο Μεγάλο Βασιλέα, έτσι δεν είναι; Ή μάλλον δεν το είπα καλά, διορθώνω: Όλα ανήκουν στο Μεγάλο Βασιλέα και αυτός ό, τι του περισσεύει μπορεί να το παραχωρεί στους ιδιώτες». Ο Οινοκράτης χαμογελάει. «Εδώ δεν είναι ακριβώς έτσι. Εδώ ό, τι δεν ανήκει στους ιδιώτες ανήκει σε όλους. Όταν λέμε ¨όλοι¨ εννοούμε βεβαίως τους ελεύθερους πολίτες, οι οποίοι αποτελούν το Δήμο. Ό, τι ανήκει στο Δήμο είναι Δημόσιο. Τα μεταλλεία του Λαυρίου, εκεί πίσω είναι ένα καλό παράδειγμα».

«Και οίτινες εκεί εργάζονται τι θέλει εισίν;» απορεί ο Χοντρόης.

«Στα λατομεία έχει απ’ όλα. Από φτωχούς αλλά ελεύθερους πολίτες που εργάζονται με μισθό, κυρίως ως επόπτες, έως ανελεύθερους που δουλεύουν στις στοές. Από αυτούς τους τελευταίους άλλοι ανήκουν στο δημόσιο και άλλοι σε ιδιώτες που έχουν αναλάβει συγκεκριμένα έργα σε σύμβαση με την πολιτεία. Και οι μεν και οι δε είναι οι πιο τυραννισμένοι δούλοι. Περισσότερο και από τους ερέτες και τους υπ’ ερέτες  στα εμπορικά πλοία, οι οποίοι υποφέρουν μεν αλυσοδεμένοι, αλλά μπορούν τουλάχιστον να χαρούν το φώς της ημέρας».

«Άρα ουκ επ’ αγαθώ τω δημοσίω ανήκειν;».

«Εξαρτάται. Υπάρχουν περιπτώσεις που είναι πολύ καλύτερα να ανήκεις στην κοινότητα παρά σε έναν οποιονδήποτε ιδιώτη. Για παράδειγμα πάρε τους τοξότες -θα τους γνωρίσεις σύντομα, είναι κάτι θεόρατοι ξανθοί Θράκες- που οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν για την επιτήρηση της εφαρμογής των νόμων και των κανόνων στο κέντρο της πόλης. Αυτοί, ανάμεσα στα άλλα προνόμια που έχουν, οπλοφορούν κιόλας (με αυτά τα ¨δόλια όπλα¨, όπως αποκαλούν τα τόξα οι Δωριείς κύριοί μου). Πρέπει να ξέρεις ότι η οπλοφορία είναι απαγορευμένη, όχι μόνο στους δούλους αλλά και στους απελεύθερους και, συχνά, ακόμη και στους μέτοικους, οι οποίοι μπορούν μερικές φορές να φέρουν όπλα, αλλά μόνον κατ’ εξαίρεση και με ειδική άδεια. Βέβαια σε περίπτωση που η πόλη βρίσκεται σε θανάσιμη απειλή, όπως όταν είχαν εισβάλει οι δικοί σας, τότε τα όπλα δίνονται σε όλους».

minoan_410_310_8

Ο Χοντρόης έχει ένα σωρό απορίες,  και ο Οινοκράτης ανασύρει από το παρελθόν τις γνώσεις και τις εμπειρίες του από τη γη των Αθηναίων και του απαντάει ευχαρίστως.

«Αι λευκαί εν ταις παπαραλίαις γραμμαί τινί τρόπω γεγόνασιν;»

«Τι στην ευχή, δενς έχεις ξαναδεί αλυκές; Αλλά έχεις δίκιο, εσείς το αλάτι το βγάζετε από τη γή, ως ορυκτό, και μετά το πουλάτε πανάκριβο. Ποιο ακριβό κι από τα ινδικά καρυκεύματα… Εμείς εδώ το βγάζουμε από τη θάλασσα. Όμως, αν μείνουμε αρκετά εδώ, θα έχεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις ότι το ¨αττικόν άλας¨ δεν είναι μόνο ευχάριστο στη γεύση, αλλά κάνει καλό και στο πνεύμα…»

Ο Χοντρόης τον κοιτάζει ερωτηματικά.

«Άσε» λέει ο Οινοκράτης «κάθε πράγμα στην ώρα του». Ύστερα συνεχίζει τη ξενάγηση: «Οι δύο πύργοι που βλέπεις πίσω από τις αλυκές ανήκουν στο ναό του Απόλλωνα Ζωστήρα,  σε λίγο θα δούμε και το μεγάλο άγαλμα του Απόλλωνα που είναι στημένο ανάμεσά τους. Τώρα που τους κοιτάμε, σίγουρα μας παρατηρούν κι αυτοί, δηλαδή οι ιερείς που εδρεύουν εκεί, γιατί εκτός των άλλων, δουλειά τους είναι να επιτηρούν τη κίνηση στο Σαρωνικό.

Τις ξέρες μπροστά από ναό τις βλέπεις; Ξέρεις τι λένε οι Αθηναίοι γι αυτές; Λένε ότι ο στόλος του Μεγάλου Βασιλιά σας, ύστερα από την ήττα στη Σαλαμίνα, είχε τέτοιο φόβο που νόμιζε ότι τα βράχια ήταν αθηναϊκά πλοία που τους κυνηγούσαν…»

scan0033

Έχει μεσημεριάσει, τα πλοία πλέουν ανεμπόδιστα και οι κωπηλάτες με τη βοήθεια του αυλητή έχουν  πιάσει ένα παλιό θαλασσινό τραγούδι.

Ο Οινοκράτης δείχνει τα στρογγυλά υψώματα στο βάθος, «Αυτό το καταπράσινο βουνό που άρχισε να υψώνεται στα δεξιά μας το λένε Υμηττό. Όταν θα είμαστε στο Άστυ, θα βλέπουμε τον ήλιο να ανατέλλει από την κορυφή του. Εκείνο εκεί το κτίσμα που ξεχωρίζει στην ακτή είναι ένα από τα πιο παλιά θέατρα της Αττικής. Είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο και ανήκει στο δήμο του Ευωνύμου. Ξέρεις τι είναι τα θέατρα, έτσι δεν είναι;»

«Ο ημέτερος τέως κύριος, ο εξ Ελλάδος, ο παπάσχων το άλγος του νόστου, σφόδρα τα επεπεθύμει»

«Το πιστεύω και τον κατανοώ. Τέλος πάντων, αφού φτάσαμε ως εδώ σημαίνει ότι όπου να ‘ναι θα είμαστε στο Φάληρο, τον παλιό λιμάνι της Αθήνας. Αλλά απ’ ότι ξέρω δε θα αποβιβαστούμε εκεί. Οι Αθηναίοι έχουν ειδοποιηθεί για την άφιξή μας και μια επιτροπή θα μας περιμένει στο λιμάνι της Ζέας, ένα από τα λιμάνια του Πειραιά.  Αλλά για κοίταξε προς τα εκεί…»

Ο Οινοκράτης δείχνει προς τα βορειοδυτικά. «Τα βλέπεις τα υψώματα που διαγράφονται στο βάθος; Ε, ναι, το τριγωνικό είναι ο λόφος του Λυκαβηττού,  το άλλο, πιο αριστερά, είναι ο Λόφος των Μουσών, αλλά οι λάμψεις που βλέπεις στη κορυφή του προέρχονται από τον Παρθενώνα που βρίσκεται πάνω στην Ακρόπολη, ακριβώς από πίσω.

Ο Χοντρόης γυρίζει προς τα κει και προσπαθεί να διακρίνει τον περίφημο ναό της παρθένου Αθηνάς.

«Καλά, μη ξελαιμιαστείς κιόλας», του λέει ο Οινοκράτης «Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σε πάω να τον δεις από κοντά».

Το σκέφτεται για λίγο και μετά προσθέτει:

 «Και όχι μόνον εκεί. Θα τα εξερευνήσουμε για τα καλά τα αθηναϊκά πεδία οι δυο μας Χοντρόη. Έχουμε να διαλευκάνουμε πολλών λογιών μυστήρια: εκείνα που θα μας αναθέσουν και άλλα, που μας τα φόρτωσε η ζωή. Μη με κοιτάς με ανησυχία όταν λέω ¨μας¨, εμένα εννοώ, αλλά να είσαι σίγουρος ότι όλα τα κουβάρια θα τα ξεμπλέξουμε.  Εσύ αρκεί να είσαι εν τάξει με τον φίλο σου τον Οινοκράτη κι όλα θα πάνε κατ’ ευχή. Να δεις που τελικά η Αθήνα θα σου αρέσει. Ε, τι λες αείκυκλε και πεπεριστρεφόμενε;» ρωτάει ο Οινοκράτης και γελάει. «Συμφωνείς;»

«Μετ’ επιπιτάσεως!», συμφωνεί ο Χοντρόης… και ανησυχεί: «Εξεφράσθην ορθώς;»

«Η ¨επίταση[1]¨ πάει μια χαρά, και η ¨πρόταση¨ και η ¨κατάστασ稻, απαντά ο Οινοκράτης καθώς ο νους του σκαλώνει στους όρους ανάλυσης της θεατρικού δράματος με την οποία είχε ασχοληθεί για κάποιο διάστημα κατά το απώτερο νεανικό συρακούσιο παρελθόν του. «Αρκεί, ευτραφέστατε, να αποφύγουμε την ¨καταστροφή¨».

****

[1] επίτασις: ένα από τα πέντε μέρη στα οποία αναλύεται η πλοκή του κλασσικού αρχαίου δράματος: Πρόλογος, πρόταση, επίταση, κατάσταση, καταστροφή ή λύση. Οι Συρακούσες θεωρούνται πόλη πρωταρχικού ενδιαφέροντος για όποιον ασχολείται με την ιστορία του Θεάτρου αλλά και της Ρητορικής

88dd190597615cb4264c0b8a76a336b1

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Γουλιέλμος Τέλος και τ’ ανοιξιάτικα αγριολούλουδα

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2017

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος – και μια που σήμερα είναι Μία τ’ Απρίλη, Νίκο χρόνια πολλά)

Γουλιέλμος-Τέλος

ΑΣ ΗΤΑΝ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Μπροστά πηγαίνει με το τόξο επ’ ώμου

αγέρωχος ο Γουλιέλμος Τέλος

πίσω του ακολουθεί περιχαρής

ο μικρούλης γιος του

με κομμάτια μήλου

στα ξανθά του μαλλιά.

Από δω κι από κει

στον κεντρικό δρόμο

τους παρακολουθούν έντρομοι

ψυχαναλυτές, ζωγράφοι, ποιητές

έτοιμοι να τους κατασπαράξουν

μόλις συνέλθουν από το ξάφνιασμα.

Τ’ απρόοπτα κατά κανόνα

άλλους τους αιφνιδιάζουν

κι άλλους τους εκστασιάζουν.

Δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά βέβαια

αν αντί μήλου, ο στόχος

ήταν πορτοκάλι, πρέπει να πούμε.

flowers-2082494__340

ΟΠΩΣ ΤΟΤΕ

Με λουλούδια ανοιξιάτικα

θα σου κεντήσω τη μνήμη

και μ’ ήχους φτερουγίσματος

θα ξαναγυρίσω από παλιά

για να γεμίσω τη μοναξιά σου

γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσας μπλε.

Θα ξαναπερνάω κάτω απ’ το παράθυρό σου

κι εσύ πίσω από τις κουρτίνες

θα κλαις όπως όταν σου κέντησα τη μνήμη

με λουλούδια ανοιξιάτικα.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εν τάξει, είναι παλιό, αλλά έχει γούστο

Posted by vnottas στο 31 Μαρτίου, 2017

 

John-Travolta

Πω πω πω ένας Τραβόλτα.  Για να το δείτε στο Κάντε κλικ εδώ

Έχει και μια εκδοχή με τον Jean-Claude Van Damme  (στο πιο αεράτο!) εδώ

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Το έλεγα στους φίλους μου

Posted by vnottas στο 27 Μαρτίου, 2017

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου

στο διάολο τα χρόνια

που έφυγαν και χάθηκαν

απ τις βουνοκορφές

και κύλησαν και βρέθηκαν

σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά

που έμοιαζαν φυλακές…

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε

γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή

που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα

ή  μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο

παίζουν πολιτική…

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς

Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε

του Πάουντ του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα

ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί

μέσα τους.. σιγοκλαίν…

Τα παραμύθια τέλειωσαν

και πάμε γι άλλα τώρα

η Επανάσταση νοσεί

μες την εντατική

της Ιστορία ήτανε

μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε

τώρα τα υπηρετεί

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Απόψε στο TV5 Monde: George Brassens

Posted by vnottas στο 25 Μαρτίου, 2017

Σήμερα το βράδυ στις 10:00 στο TV5 Monde  μια εξαιρετική εκπομπή αφιερωμένη στον  George Brassens

 τίτλος: MERCI…

images (83)

Revivez en chanson la carrière d’un artiste majeur du patrimoine musical français.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος οκτώ: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 18 Μαρτίου, 2017

αρχείο λήψης (2)

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Άναψε την κονσόλα, νεαρέ

και μάθε πώς να σέρνεσαι

αν θέλεις κάποτε να γίνεις

φίδι χωρίς σκιά και ξύπνιο

σαν κι εμένα.

Εγώ είμαι το ψάρι το μικρό

 το πιο ιοβόλο.

Εγώ εγκαίρως έμαθα

πώς στο σκοτάδι να δαγκώνω.

Στις τσέπες μου δεν κουβαλάω πια 

φωτογραφίες

βρισιές δε γράφω πια στους τοίχους

ούτ’ ερωτόλογα.

Μ’ αρέσουνε οι νικητές

και οι ανοιχτοχέρηδες.

Μ’ αρέσει η Αποκάλυψη

αλλά με φωτισμό σωστό

και με σινιέ κουστούμια.

Να διακινώ μ’ αρέσει

και να καταναλώνω.

Μ’ αρέσει -αν μου επιτρέπετε

έτσι να εκφραστώ-

αυτό που σ’ όλους σήμερα

¨του θανατά¨ αρέσει.

images

Αγόρασε το πράμα μου

παρ’ το, είτ’ είσαι γέρος

είτε ακόμη είσαι νιος

είτε πατέρας είτε γιος,

αυτή είναι η μόνη μουσική

ολομερής που παίζει

σ’ οθόνες και ραδιόφωνα.

Και πες μου, τι νομίζεις πως

τα βιβλία θα μπορούσαν  να βοηθήσουν  

όταν θα είσαι πάνω στην καρέκλα

την ηλεκτρική;

images (79)

Οι έσχατοι ουκ έσονται οι πρώτοι

παρά ψοφάνε απ’ το κρύο ξαπλωμένοι

πάνω στις μαντεμένιες σχάρες

των υπονόμων

κι η νύχτα απ’ το τοπίο τους διαγράφει

σα να ‘ταν βάρκες που φουντάρανε στον πάτο.

Μη δίνεις βάση στις κραυγές

κι έλα να σε κεράσω.

Ξέρω μια Πολωνέζα που μπορεί

να σου ρουφήξει την καρδιά.

Και ξέρω κι ένα χάπι

που τα μυαλά στα ψήνει

έτσι μετά, μπορείς και να τα φας.

O Raiden μπορεί να καθαρίσει

πάνω από εκατό εχθρούς

πατώντας τα σωστά κουμπιά.

Κάτω, στο σκοτεινό σοκάκι

έχω αμάξι αεροδυναμικό

βγαλμένο από τα κόμικς,

χρώμα πράσινος δράκος

που ανέμελος φουμάρει ένα πούρο.

Έλα, σε περιμένω στο ημίφως.

Το σβήσιμο είναι

η υψηλή μου τέχνη.

αρχείο λήψης (4)

Θα ‘θελα να πεθάνω ακόμη νέος

μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα

να ξανανιώσω

γι αυτό με υπομονή θα περιμένω

η έσχατη κραυγή να ακουστεί

και θα ‘ναι η δική μου, όχι του κόσμου.

αρχείο λήψης (3)

[Με τον μονόλογο της Νεκροκεφαλής ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος -primo movimento το λέει ο Στέφανο Μπένι- του ¨Μπλουζ σε 16¨.  Όπως είδατε, γοητεύτηκα, κόλλησα και μετέφρασα περισσότερους μονόλογους από όσους είχα προαναγγείλει. Υπάρχει ωστόσο άλλο τόσο ¨μπλουζ¨, όπου οι ήρωες ξαναμονολογούν. Ίσως τους δούμε μαζί στο προσεχές μέλλον. Τώρα λέω να επιστρέψω στους (παραμελημένους) ήρωες του ιστορικού μυθιστορήματος].

Κρανίο 1

Κρανίο2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος επτά: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2017

(Εδώ παρακάτω η μετάφραση-απόδοση του έβδομου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨του Στέφανου Μπένι)

images (74)

 

Ο ΚΙΛΕΡ

Η μυρουδιά από δέρμα

που αναδύεται

απ’ των αυτοκινήτων τα καθίσματα

κι από των όπλων τα θηκάρια

το ξαφνιασμένο τρόμαγμα στα μάτια

αυτών που με φοβούνται.

Μ’ αρέσει βιαστικός να προσπερνάω

όπως οι τίτλοι κι οι επιγραφές

στο κάτω μέρος της οθόνης

χωρίς τίποτα πριν και τίποτα μετά.

Δεν λέω, είναι καλύτερα στα φιλμ 

όταν τινάζονται όλα στον αέρα

το αίμα τρέχει και λαμποκοπά

γελάει ο κόσμος και χειροκροτεί

και οι κακοί ανασταίνονται

για να ξανασκοτώσουν.

Μα έχω εγώ υπομονή: μια μέρα

όλοι τους θα με σέβονται

όπως τον δήμιο που του παίρνουνε συνέντευξη

-απ’ τις πλάτες-

στην αίθουσα επισήμων του Ιδρύματος.

Κι η φάτσα μου θ’ απεικονίζεται

σε κάρτες που οι συλλέκτες θ’ ανταλλάσσουν

κι ύστερα θα κολλάν -με ικανοποίηση-

στο Άλμπουμ των Μεγάλων Δολοφόνων.

*

Μη με ρωτάς ποιος είμαι

με ξέρει η καρδιά σου

μη με ρωτάς τι ειν’ αυτό που σου πουλάω

θα ‘ρθει η μέρα που θα τ’ αγοράσεις.

Έχω χαράξει -τατουάζ- ένα κρανίο

που θα ‘ναι το πορτρέτο σου μια μέρα.

Ξέρω εγώ τι θα επιθυμούσες

και τα εγκλήματα που στ’ όνειρό σου βλέπεις.

Ξέρω εγώ τι εσκεμμένα κρύβεις

πίσω από το θολό σου βλέμμα

πίσω απ’ την θωρακισμένη πόρτα σου

πίσω απ’ το αιμοχαρές σκυλί σου

πίσω απ’ τις ξυλιές που δίνεις στα παιδιά σου.

Ξέρω τι θα ‘θελες να πεις

τη νύχτα στο τηλέφωνο.

*

Μη με ρωτάς γιατί γυαλίζω το ντουφέκι

εγώ άλλο δεν κάνω, παρά ακούω

όσα μου ψιθυρίζεις.

images (73)

Κίλερ 1

Κίλερ 2

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος έξι: Η πόλη (ως βιντεοπαιχνίδι)

Posted by vnottas στο 16 Μαρτίου, 2017

(Συνεχίζουμε την προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των μονολόγων των ηρώων του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι)

p24_7 copy

Η ΠΟΛΗ (ως ΑΙΘΟΥΣΑ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ)

Είδα το φως.

Εκεί όπου η πόλη σκύβει και προσεύχεται

και ύστερα γκρεμίζεται στον καταρράχτη

της άβυσσου που ‘χει τα μάτια μύγας.

Ονείρου οθόνες,

χρώματα νέα, που κανείς δεν είδε ως τα τώρα

τον cyber Kabuki γοητεύουν.

images (43).

Είδε ο γεροζωγράφος ο Yomiuri  

στην κορυφή ενός ουρανοξύστη

μία ροδακινιά

και απ’ αυτήν εσκάρωσε φανέλα

του NBA

κι ύστερα ένα παιχνίδι βίντεο σχεδίασε

που ‘χει να κάνει με το μέλλον

της οικουμένης σύμπασας.

images (47)

Ρέει το αίμα, τα τέρατα ψοφάνε.

Γυμνές δονούμενες γυναίκες

με δέρμα από πίξελ

μας σαγηνεύουν.

Εκεί ‘μαστε κι εμείς

μελλοντικό μουσείο από κερί

διαφωτισμένοι και νεκροί.

Πολεμιστές που μ’ ένα κέρμα παίρνουν μπρος

πωλούνται σε τιμή του σκοτωμού

σε δέσμες ανά δέκα.

Γυμνά κρανία, τρυπημένες μύτες  

φυλή που απ’ τις πολλές τις κατακτήσεις

έχει πεθάνει.

Χωρίς να υπολογίσεις

την έκφραση που έχουμε εμείς

καθώς την Queen Alien εκτελούμε

και την απόχρωση που παίρνουνε τα μάτια

-εκείνη τη στιγμή-

της Φλόγας της Συνθετικής.

images (45)

Raiden με λένε

τα όπλα  μου εκπέμπουν φως και θα σε προστατέψω.

Κι αυτόν που βλέπεις από ‘δω τον λεν’ Κρανίο

ή Νεκροκεφαλή

Έχει απ’ όλα κι όλα τα πουλάει.

Σκάφη που φτάσαν από χώρες μακρινές

με καπετάνιους κάτι πλούσιους, δικούς μας,

λίγο βαριεστημένους,

φέρανε κόκα άφθονη

για το Νεκρό Κεφάλι.

Είμαι ψάρι μικρό γεμάτο αγκάθια

περήφανα δηλώνω, είμαι φασίστας

αλλά και το αντίθετο

μία χαρά μου πάει.

Τσίνα το λένε το κορίτσι μου

πούτσες και παγωτά γι αυτήν κάνει το ίδιο.

Ενδυμιόνη θα τη φώναζα, αν το ήθελε.

Πάρ’ τηνα, παίξε την,

χρησιμοποίησέ την

δε σε ζαλίζει, είναι καλή,  μπόνους ζωής σου δίνει

μάζεψ’ το  απ’ το δέντρο και πιο μακριά θα φτάσεις.

κούνα το Joystick,

κέρδισε πόντους, χώρο,

πήγαινε ως την έσχατη την Πύλη

εκεί θα βρεις τον Μπος

ή μια φτηνή Νιρβάνα

ή απ’ το Kyoto ένα γκονγκ

ή χάρτινες κορδέλες

μ’ επιθυμίες πάνω τους γραμμένες

από εκείνες που συλλέγουν οι γκουρού

για του MTV τα βίντεο.

images (48)

Άναψε τώρα το Μαντείο

 και ρώτησέ το

για μια δεκάρα από ψεύτικο χρυσάφι

όλα θα σου τα πει για την Wall Street

μία χλωμή Κασσάνδρα

images (44)

Και από ‘δω, το τζάκι μας, εδώ η θαλπωρή μας

εδώ το φρέον καίγεται κι οι οπτικές οι ίνες

τελειώσανε τα αστέρια εδώ

κι οι απορροφητήρες.

Ρίξε μου, σπρώξε, χόρεψε, σκότωσε, κάν’ τον μάγκα

μάσα την τσίχλα, φίλα με,

σκότωσε τη βασίλισσα

και πρόσεξέ με, είμαι εδώ, ο ουρανός δεν είναι.

d2b5c15e2574ee4b7d8c6a1421b18abb30371f7d_hq

Είναι δεκατριών χρονών. Ιζότα τ’ όνομά της

να παντρευτεί ένα τέρας είναι το ριζικό της.

Σωσ’ την.

Μα τι μπορώ να κάνω, αφού είναι όλα τέρατα

και το παιχνίδι τα ξερνά, μυριάδες μεσ’ το δρόμο;

Εμπιστέψου με

Είμαι της Πύλης ο Φρουρός

Αγόρασέ την, δοκίμασέ τηνε, θα δεις, κάνει καλό

προέρχεται από τόσο μακριά

όσο κι οι εξωγήινοι.

Θυμίαμα για τον  Rimbaud, (τον ποιητή)

έκσταση για τον Ryu, (τον γιαπωνέζο manga)

εκατομμύρια πόντοι

τριγράμματο έχω όνομα, μα είναι και το πρώτο

(οι μάγισσες γελάσανε με τούτον το χρησμό μου).

Μάζεψα από χάμω

το νέο υπερόπλο

μα ο σφυγμός μου αδύναμος κι έφευγε η ζωή μου

και η ανάσα μου βαριά, σαν μπάρα αναλογική

Έπεσα κάτω, μα…

Καινούργιο κέρμα  στη σχισμή

και νά’σου π’ ανασταίνομαι

πολλές φορές εμείς εδώ μπορεί ν’ αναστηθούμε

εδώ είδα το αίμα μου

σταγόνα τη σταγόνα

στις φλέβες να επιστρέφει

εδώ εγώ είδα το φως, καθώς

ερεθισμένες έτρεμαν οι φλέβες του λαιμού μου.

Εγώ θα είμαι ο νικητής

εγώ θα σε γλιτώσω

για μένα άλλος τόπος δεν υπάρχει.

Κι έξω είναι νύχτα.

images (1)

Η πόλη 1

Πόλη 2

Πόλη 3

 

images (42)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος πέντε: Λίζα

Posted by vnottas στο 14 Μαρτίου, 2017

(Μονόλογοι από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα)

ΛΙΖΑ

Εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

τι λένε οι άλλοι δεν ακούω

-αν για το σώμα μου μιλάνε 

ή για το πεπρωμένο που επίκειται.

Έχω εγώ πόδια μικρά να δραπετέψω  

κι έχω έναν κώλο που θαυμάζω

όπως η κυρά-αλεπού θαυμάζει την ουρά της

-με ματαιοδοξία.

Θα ‘θελα να με σέβονται, όπως εγώ

σέβομαι τη βελανιδιά του κήπου

που πίνει τις σταγόνες του αίματός μας

όταν κρύβει τον ήλιο

κι όταν την οροφή ενός ονείρου 

μεσ’ στο σκοτάδι υποδείχνει.

Γελάω εγώ και σβήνω το κραγιόν μου

και ύστερα το ξανα-ματα-βάζω

να πω γιατί, δε θα ‘ξερα.

Θα ‘θελα, εγώ, ν’ αλλάζω κάθε ώρα

-μα άστατη μη με πείτε.

Χρειάζομαι αέρα καθαρό, καπνό κι ομίχλη

να φεύγω και να μένω

ν’ ανασηκώνομαι ψηλά, μετά να πέφτω χάμω,

-τρελή να μη με πείτε.

*

Θέλω μια πόλη, εγώ, που να μην είναι

μόνο ταμπέλες φωτεινές

εγώ αγαπώ τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις

κι όχι ό, τι έρχεται μετά

τους σμπάρους, τις σειρήνες.

Εγώ ακούω των σκύλων τους κλαυθμούς

απ’ τη φωλιά τους.

Στ’ αρώματα δουλεύω εγώ, στα σαμπουάν

κι όμως αισθάνομαι τη βρώμα της ανάσας

των κροκοδείλων.

Εγώ κλαίω σκυφτή

μπρος στο βωμό

του ραδιοφώνου ενός αυτοκινήτου

κλωτσάω εγώ και γρατζουνώ.

Εγώ δε θα ‘θελα ποτέ να γεννηθώ

και θα ‘θελα γριά να είμαι τώρα

όπως είναι φθαρμένο, γέρικο, σαθρό

ό, τι έμαθα ως τα τώρα απ’ τον κόσμο.

Θέλω στα μπράτσα σου να κοιμηθώ

και με τις ώρες να σ’ ακούω να μιλάς

για τον Γονιό σου

αλλά και να σ’ αφήσω μοναχό

κι η μηχανή να φλέγεται στη χαραγμένη άσφαλτο.

Θέλω

με το μικρό το δάχτυλο

το αίμα σου να γλύψω

και να σου τον ρουφήξω

και έπειτα ψυχρή σαν ντίβα σε ταινία

να τον δείξω

στις φίλες μου

και θα ‘θελα για μένανε να γράψεις

σ’ όλους τους τοίχους.

*

Ένα ψαλίδι έχωσα εγώ στο μπράτσο ενός τύπου

που πάνω μου σαλιάριζε

εγώ αιχμάλωτη στο δάσος

στα αποτρίχια των σκυλιών ανάμεσα

δαγκώνω κι υποφέρω.

Εγώ είμαι η βασίλισσα, η δούλα

εγώ δεν ξέρω απόψε που να πάω

ούτε και ξέρω, απόψε, στο σκοτάδι

πού θα σε βρω.

βββ

Λίζα

Λίζα2

Λίζα α3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τέσσερα: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 13 Μαρτίου, 2017

Απόδοση στα Ελληνικά του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι.16

Ο ΓΙΟΣ

Σε είδα από την πόρτα της κουζίνας

είχες τον άσπρο αυχένα ενός γέρου

και είχε πάρει του κενού σου το σουλούπι

το πανωφόρι που στην είσοδο κρεμόταν.

Γύρω παλιές φωτογραφίες

κι ημερολόγια ετών που δεν υπάρχουν

-ναι, ζούμε μερικές φορές

σε χρόνια που ολότελα έχουν λήξει.

Σκυμμένος στο τραπέζι της κουζίνας

τα μπράτσα σου κλειστά και σταυρωμένα

σα να ‘θελες  την οικουμένη όλη

σφιχτά να την κρατήσεις να μη φύγει.

Μετρώντας τις σχισμές στο μουσαμά.

Ξεροκέφαλε

Πατέρα.

*

Θα ήθελα να μη μετρώ ορόφους

καθώς βυθίζεται αργά ο ανελκυστήρας

στα ισόγεια βάθη

αυτού του άσχημου κτιρίου

Ούτε να ανασαίνω μ’ ανακούφιση

καθώς αφήνω πίσω πια

αυτούς τους ξεφτισμένους τοίχους

Να ’μαι κοντά σου θα ‘θελα.

Μα δεν μπορώ.

*

Τα κύματα με παίρνουν και με πάνε

-έξω- σ’ ωκεανό κατάφωτο.

Εκεί όπου βροντάνε καταρρέοντας  

οι καταρράχτες

σε αίθουσες με βιντεοπαιχνίδια

πάλλονται κινητήρες, φτάνουνε αχοί από μακριά

Japan Redondo Seattle

λάμψεις, αστέρια, μπόνους, νέα όπλα,

σενάρια Mortal Kombat

όπως δεν έχεις δει ποτέ, ούτε στα όνειρά σου.

*

Το βλέμμα της

έρχεται και μ’ αρπάζει

μέσα απ’ αρώματα και διαφημίσεις ψεύτρες.

Η αντανάκλασή της στην βιτρίνα

τα χέρια της καθώς κινούνται

φτιάχνοντας τα πακέτα

να συσκευάζουν λακ για εύθυμους φασίστες

για τα δαιμόνια τζελ,

σπρέι για τις νεράιδες

και μυρωδιές που έρχονται από ‘κεί όπου γιορτάζουν

βαλσαμωμένοι πεζοναύτες

Μπάρμπι σε αποσύνθεση

αρτίστες τους κακούς που προσποιούνται 

τενόροι που το παίζουν ευεργέτες

σε μία πολυθρόνα πεθαμένοι

εδώ κι αιώνες

στου Motel Bates

το τελευταίο πάνω πάτωμα.

*

Όμως αποτελούμε, εγώ κι εκείνη

σύννεφο δίδυμο

κι αχτύπητο της κίνησης ζευγάρι.

Κάτω από ήλιο κίτρινο, φτιαγμένο από νέον

που κατακαίει τους δρόμους.

Εκεί όπου ο έμπορας αρέσκεται 

να σε φωνάζει ¨αδελφό¨

χάπια, αμφεταμίνες, πρόζακ, ξίφη,

εκεί δίνω τις μάχες μου εγώ και τραγουδώ

μπορείς πατέρα να μ’ ακούσεις;

*

Εσύ που με προστάτεψες βρυχώμενος

όταν πρωτοφοβήθηκα το θάνατο

και δίπλα μου ξαγρύπνησες στον πυρετό μου.

Εσύ που έξω απ’ το σχολείο δίσταζες

να μπεις μέσα μαζί μου ή όχι

κι από του φράχτη τις τσουκνίδες μ’ έβλεπες

να παίζω μπάλα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης.

Εσύ π’ ακόμη ψάχνεις για ψωμί και γάλα

γέρος, χωρίς δουλειά

σκυφτός, τραυματισμένος, ακτήμονας, ατζέκος

πώς θα μπορέσω να σου πω ότι μεθάω

μ’ αυτό που ίσως εσένα σε σκοτώνει

την πόλη και τα ερπετά της

τον γίγαντα του Φεγγαριού που απόψε

θα κάψει όλες τις στέγες

και λέει, αύριο θα την δεις την πιο ωραία

εκείνη που την ομορφιά της περιφέρει

σαν κάτι που το λαχταράς,

σαν ένα όνομα,

σαν κάτι τι

που είναι αναγκαίο.

***

2850-old_toys_590_b

Γιος 1

Γιος βββ2

Γιος γ3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τρία: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2017

Εδώ παρακάτω, η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά του τρίτου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Εδώ μιλάει η Μάνα και απευθύνεται σε μας τους άλλους και στον Πατέρα.

ceaccf84ceb9cf84cebbcebf2

Η ΜΗΤΕΡΑ

Εκεί που τώρα ζω

μοιάζει με αμμουδιά ερημωμένη

μ’ αμμόλοφους και μ’ άγρια χορτάρια

ορίζοντα τα κύματα δεν έχουν

κι αλλάζουν ολοένα φως και χρώμα

όπως υπαγορεύουνε τα νέφη.

Δεν έχουμε, εμείς οι πεθαμένοι

ούτε σκοτάδι μήτε φως μηδέ Ημέρες

*

Συχνά μπορώ από ‘δω να σας διακρίνω

πέρα, απ’ της θάλασσας την άλλη όχθη

προσμένω μια σκιά, μία φωνή

τις φράσεις και τα γράμματά σας

τα κατασκοπεύω

και σαν ένα κερί ή ένας γάτος

με ένα φύσημα σας δείχνω την αράδα

που λέει για μένα.

*

Αλλά εδώ είναι ο τόπος μου ο νέος

και δεν μου επιτρέπεται ένα νεύμα

να σας γιατρέψω.

Μόνο κείνο το φύσημα

τ’ ανάλαφρο

σαν μια φωνή ερωτευμένη

σαν ένα κάλεσμα πίσω απ’ τον τοίχο

ή πέρα από το φράχτη με τα ρόδα

ενός πουλιού μυστήριο τραγούδι.

*

Περίμενα έξω απ’ το μπαρ

δε μ’ είδες

με δύναμη και με οργή μιλούσες

γι αγώνες και για δίκιο.

Με είδες και μου γέλασες

Άργησα, δεν κατάλαβαν  μου είπες.

Δεν πειράζει.

Στο λόφο πήγαινέ με ν’ ανασάνω.

Να πηδηχτούμε.

Να δούμε από ψηλά

τον τόπο της ζωής μας.

*

Κει κάτω, σταυρωμένος στην κουζίνα

είσαι ακόμη όπως σ’ αγαπούσα

αήττητος, περήφανος, δικός μου

ν’ ακούσεις δε μπορείς, μα στο φωνάζω.

16

*

LA MADRE

μάναα1

Μάνα α2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος δύο: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2017

(Από το ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ του Στέφανου Μπένι. Πρώτη κίνηση. Η απόδοση του δεύτερου μονόλογου)

16

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Έτσι στέκομαι εγώ: εσταυρωμένος

πάνω σ’ απόγευμα καθημερνό

όρθιος μπροστά στην άβυσσο

του τραπεζιού της κουζίνας με τ’ άπλυτα πιάτα

-έχουν κι αυτά δροσοσταλίδες-

να σκέφτομαι πως άλλο πια δεν πάει

ορθός να στέκω απέναντι στον άνεμο του πόνου

*

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

το λιγδερό γαλάκτωμα  που ρέει απ’ το ταβάνι

τον βρόντο, τη θερμότητα που ‘ρχεται απ’ τις πρέσες

τραγούδα μου το Κόκκινο,

του Αδέκαστου το Πράσινο

σακατεμένους σύντροφους

ομάδα περιφρούρησης στο χιόνι

και τις γροθιές που φάγαμε και δώσαμε

τραγούδα μου το φάκελο που γράφει

πως απ’ αυτό είσαι ελεύθερος

και πως για αυτό είσαι γέρος.

*

Τραγούδα μου τις μέρες

χωρίς αρχή, χωρίς σκοπό

και πες μου ποιο είναι τ’ Όνομα

που πρέπει να επικαλεστώ;

Έτυχε άραγε ο Θεός να μπει σε σουπερμάρκετ;

να ‘χει τα μάτια χαμηλά και κέρματα στη τσέπη

να ψάχνει γάλα -το φτηνό-

για τον μοναδικό του γιο, τον πεινασμένο;

Ξέρει ο Θεός το ντοματάκι σε κονσέρβα πόσο κάνει;

Έμεινε άραγε άνεργος για χρόνια;

Ξέρει ο Θεός τα κέρματα στη τσέπη να μετράει

σα να ξανάγινε παιδί;

Όχι αυτό δεν το επιτρέπει ο Θεός,

το θέλει μόνο

μέσα στην Ιερή την Κούρασή του.

*

Έτσι τον συναντάμε επιτέλους τον Πατέρα

στο πέρασμα με το ετοιμοθάνατο χαμόγελο

που ‘ χει στο στόμα το κορίτσι του ταμείου 

ύστερα από δεκάωρη εργασία.

Πένθιμα φώτα από νέον, στην ουρά,

διαλέγοντας απορρυπαντικά, να πλύνει στον Αιώνα

αυτά που θα λερώσουμε και θα ξαναφορέσουμε

νύφης φορέματα,  στολές  δολοφόνων

τα παλαιά πουκάμισα, τα ένδοξα μανικέτια

και μια φανέλα αθλητική, πράσινη, της θαλάσσης.

Αμίλητος με κοίταζε ο γιος μου

τη μακρινή εκείνη μέρα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

για τον πατέρα του περήφανος.

Τον ίδιο τον πατέρα του που τώρα

θέλει ο Θεός να σέρνεται

στου σουπερμάρκετ την ουρά

δίπλα στους γέρους με τα χαρτιά υγείας

και παραδίπλα, μια κυρία, ανήσυχη, ν’ ακούει το σκυλάκι

που δέσμιο σ’ ένα στύλο κλαψουρίζει

-υιός βουβός και ευσεβής που πάντα ίδιος μένει.

Ανάμεσα σε νέους που φιλιούνται

και ξεβουλώνουν μπύρες

και μία άλλη, αναποφάσιστη, κυρία

που έχει πολύ κρέας στο καρότσι  :

φαρμακερές γελάδες / κοτόπουλα απ’ τους πόλους / κόκαλα βροντοσαύρου.

*

Εγώ,

που το στερνό κουδούνισμα γνωρίζω του ταμείου

καθώς το βράδυ πέφτει χάφτοντας πεπρωμένα

Σου αγόρασα το γάλα που ξέρω πως σ’ αρέσει

μια πλάκα σοκολάτα μ’ ένα δωράκι μέσα

made in China.

Για τα τσιγάρα, κέρματα δεν περισσέψαν

μα δεν πειράζει λέω, δεν πειράζει.

*

Κι ενώ  ο Θεός κοιμάται πάνω σε νέφη μολυσμένα

κι ενώ στο έρμο γήπεδο μια μπάλα αναπηδάει

σελήνη μόνη και ηχηρή, φτιαγμένη από κουρέλια,

στου σουπερμάρκετ την αυλή ξεχύνεται ένα βόδι

σε εφιάλτη είδε ότι το σφάζουν

κι ο φόβος που το τυραννά, είναι που με ξυπνάει.

1

IL PADRE

Π12

Π2

Πας1

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 2 Σχόλια »