Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Έτσι έχασα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος, μου λέει ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία)

αρχείο λήψης (1)

¨…είχα φτάσει στο Παρίσι απ το Μπέρκλεϊ. Απ’ το Μπέρκλεϊ  με έδιωξαν  ως persona non grata, οπότε σκέφτηκα, καλύτερα να πάω στο Παρίσι. Στην αρχή βρήκα δουλειά να καθαρίζω καμινάδες. Μετά γνώρισα μια κυρία κουλτουριάρα και πλούσια γύρω στα 50. Με έβγαζε έξω, με πήγαινε σε ωραία μέρη, σικάτα μπιστρό, καφέ, σινεμά. Ήμουν όπως βλέπεις  Απόλλωνας τότε ε..(μου δείχνει μια φοβερή ασπρόμαυρη φωτογραφία του δεκαετίας 60).

Ένα βραδάκι είμαστε σ’ ένα σινεμά και βλέπαμε μια πολύ δυσνόητη ταινία και βγήκα ξαφνικά στο φουαγιέ να καπνίσω  ένα τσιγάρο. Βγαίνει απ’ την αίθουσα μια όμορφη λεπτή ξανθιά και μου ζητάει φωτιά. Κάθεται δίπλα μου κι αρχίζει τη κουβέντα. Φύγαμε μαζί στο τέταρτο (μου δείχνει ένα πακέτο με φωτογραφίες   αυτός κι η Τζιν Σίμπεργκ  αγκαλιά…)  Μείναμε μαζί πάνω από δυο χρόνια. Κάθε μέρα σχεδόν πλακωνόμασταν στο ξύλο, έτσι για το παραμικρό και για πλάκα. Μια μέρα μ’ έδιωξε και θυμωμένος, καθώς περνούσα μια γέφυρα του Σηκουάνα, μου ζήτησε δυο τσιγάρα μια όμορφη κοπέλα, αμερικανίδα τουρίστρια, που έμενε για την εμπειρία, σαν κλοσάρ, κάτω απ’ τη γέφυρα. Τα φτιάξαμε αμέσως. Ήταν η κόρη του Χέινς, του βασιλιά της αμερικάνικης μουστάρδας και του τομάτο- τζους. Μέναμε σε ακριβά ξενοδοχεία και ήταν φουλ ερωτευμένη, μου έλεγε πως έπρεπε να παντρευτούμε και να ζήσουμε μια υπέροχη ζωή στη Νέα Υόρκη (τώρα μου δείχνει φωτογραφίες αγκαλιά με την Ελενα Χέηνς  σε διάφορες πόζες ).

Εγώ όμως -κι εσύ κορόιδευε όσο θες- είχα δώσει το λόγο μου στη Γιάννα πως θα γυρνούσα, θα την έπαιρνα απ το Σιδηρόκαστρο και θα μέναμε στη Θεσσαλονίκη για πάντα. Έτσι γύρισα πίσω και παντρευτήκαμε και τα άλλα τα ξέρεις…¨

images (1)

Τον κοιτάζω, δεν μπορώ να του πω ¨μα πόσο μαλάκας είσαι¨ γιατί απ όλο του το παχύ πρόσωπο πια, βγαίνει μια απίστευτη τρυφερότητα μιλώντας για την αγαπημένη του, που της είχε δώσει το λόγο του, να γυρίσει  κι αυτή αφού γύρισε και πέρασαν τα χρόνια -τον παντρεύτηκε φυσικά με δόξα και τιμή-  και τώρα είναι σαν τετράφυλλη ντουλάπα κι αυτός είναι σαν θερμοσίφωνας  με πόδια, απ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, η τρυφερότητα παραμένει καθεστώς, άνευ ιστορικής ή άλλης ερμηνείας… οπότε το μόνο που μπορώ να του πω είναι, ¨αν έπαιρνες την Χέηνς θα είχα τώρα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας για την Ευρώπη, γαμώ τον Αντίχριστό σου κι όχι να περιμένω τη κωλοσύνταξη μου κάθε τέλος του μήνα  και να μετρώ τα τσιγάρα μου ένα-ένα… Χώρια που και συ μια σκατοσύνταξη παίρνεις κι όταν ξεντύνεται η Γιάννα σου το βραδάκι και πέφτει στο κρεβάτι, σε πιάνει τεταρταίος ε..¨

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Η Μυώπη αναφέρει…

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2016

image002

Μέρος Δ. Κεφάλαιο 13.

 Λίγο νωρίτερα, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, στο κέντρο της Περσέπολης…

Η Μυώπη, σείοντας ανιχνευτικά την βακτηρία προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της, ενώ παράλληλα φροντίζει να μένει στην άκρη, μακριά από το κέντρο της οδού, όπου θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τους ιππείς και τα διερχόμενα οχήματα. Που και που ακούει να την χαιρετούν και απαντά με τη γλυκιά καμπανιστή φωνή της προς την κατεύθυνση του χαιρετισμού. Που και που επίσης, ακούει κάποια σχόλια θαυμασμού που της προκαλούν ένα χαμόγελο ικανοποίησης και θλίψης μαζί.  

Η Μυώπη είναι μια όμορφη σχεδόν τυφλή νεαρή γυναίκα η οποία ανήκει πλέον στην υπηρεσία της Θαίδας της Αθηναίας και που, πιο μπροστά, ήταν μία από τους ταλαιπωρημένους και σακατεμένους ¨Ερετριείς¨, αυτούς που είχαν εμφανιστεί σχεδόν από το πουθενά πριν η στρατιά μπει στην Περσέπολη. Είχαν ισχυριστεί ότι είναι απόγονοι των Ελλήνων από την Ερέτρια, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Ξέρξη και είχαν μεταφερθεί  στην Περσία, εδώ και κάμποσες γενιές, για να χρησιμέψουν ως εξειδικευμένοι δούλοι, κυρίως σε οικοδομικές εργασίες[1]. Ο Αλέξανδρος συγκινήθηκε από τα βάσανα της διαβίωσής τους στην Περσία που του αφηγήθηκαν και αφού τους χορήγησε δώρα, επέτρεψε σε όσους το επιθυμούσαν και το άντεχαν να ενταχτούν στους συνακολουθούντες την εκστρατεία.    

Η Θαίδα είχε ενδιαφερθεί για την νεαρή και την είχε προσλάβει στην υπηρεσία της, χωρίς ακόμη να ξέρει ότι, πέρα από την λεπτή της ομορφιά, διέθετε ένα τουλάχιστον σημαντικό προσόν: Η Μυώπη διέθετε εξαιρετική ακοή. Και επιπλέον, εκτός από την Ιωνική, γνώριζε καλά τις γλώσσες της αυτοκρατορίας των Περσών και ήταν σε θέση να καταλάβει κάποιες τοπικές διαλέκτους. Όταν η Θαίδα πληροφορήθηκε για αυτές τις ικανότητες, φρόντισε να αξιοποιήσει την νεαρή με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που είχε αρχικά στο μυαλό της.

Έτσι, με την πρόφαση κάποιων εξειδικευμένων αγορών, η Μυώπη είτε μόνη είτε συνοδευμένη από άλλες ακολούθους της Θαίδας, περιδιαβαίνει καθημερινά το κέντρο της πόλης φροντίζοντας όχι τόσο να ψωνίζει, όσο να ακούει  και στη συνέχεια να μεταφέρει στην κυρία της, ό,τι το ενδιαφέρον, το ασυνήθιστο, το διασκεδαστικό ή ανησυχητικό πέφτει στην οξεία αντίληψή της.

image006

Σήμερα, όσα φτάνουν ως τα αφτιά της Μυώπης δηλώνουν ότι η μέρα είναι σίγουρα αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Ακούει περισσότερα κάρα να σέρνονται στα πλακόστρωτα, περισσότερα άλογα να τριποδίζουν ανάμεσα στο πλήθος, και τους ανθρώπους να τρέχουν περισσότερο βιαστικά από τις άλλες μέρες. Μερικοί τραγουδούν εμβατήρια άσματα, άλλοι ποδοκροτούν χορεύοντας αυτοσχέδιους πολεμικούς χορούς και ξεφωνίζοντας πολεμικά συνθήματα, ενώ οι φωνές των πωλητών σκεπάζονται όλο και συχνότερα από τις συγχρονισμένες ιαχές των στρατιωτικών τμημάτων που διασταυρώνονται καθώς πορεύονται από τον ένα στρατιωτικό καταυλισμό στον άλλον.  

Η φασαρία δεν εκπλήττει τη Μυώπη. Ξέρει ήδη ότι αύριο κιόλας η εμπροσθοφυλακή ξεκινάει κι ότι εδώ στην Πόλη των Περσών θα γίνουν απόψε οι τελετές της αναχώρησης. Εκείνα που της φάνηκαν αξιοπερίεργα και την κάνουν τώρα να προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της προκειμένου να επιστρέψει στον γυναικωνίτη μια ώρα αρχύτερα, είναι τα θραύσματα μιας συζήτησης ειπωμένης στα ελληνικά. Περίεργα, ανακατεμένα ελληνικά: κάποιοι που μιλάνε τα αιολικά των μακεδόνων, αλλά με τον λαϊκό τρόπο των συνακολουθούντων και κάποιοι που μιλάνε τα ελληνικά που η ίδια γνωρίζει καλά: ιωνικά, αλλά με την κοφτή, μη μελωδική επιρροή της περσικής: τα ιωνικά των ¨Ερετριέων αιχμαλώτων¨.

Αλλά, τέτοια γλωσσικά μείγματα, καθώς και πολλά άλλα παραπλήσια, ακούει κανείς καθημερινά στις κατακτημένες πόλεις. Εκείνο που ανησυχεί την Μυώπη είναι το περιεχόμενο της συνομιλίας που έφτασε ως αυτήν από εκείνη την ομάδα από ακαθόριστες σκιές  στο βάθος της στοάς. Οι σκιές μιλούσαν σιγανά και συνωμοτικά. Και μιλούσαν για φωτιά… Για μεγάλη φωτιά που θα κάψει τα πάντα… Απόψε ή το πολύ αύριο!

Η Μυώπη μισοκλείνει τα βλέφαρα προσπαθώντας να δώσει περιγράμματα στη θολούρα που την περιβάλλει. Ευτυχώς, αυτός ο λευκός όγκος που διαγράφεται αμυδρά τώρα απέναντί της δε μπορεί παρά να είναι ο γυναικωνίτης. Σε λίγο θα μπορέσει να τα αναφέρει όλα αυτά στην κυρά Θαίδα.

image008

[1] Υπάρχει σχετική αναφορά στο πέμπτο κεφάλαιο του πρώτου μέρος του παρόντος αφηγήματος.

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Η ερωτική εξομολόγηση του Εύελπι)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Του Διγενή… τώρα

Posted by vnottas στο 22 Ιουλίου, 2016

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

digenis_kai_xaros_0

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

Τ’ άρματα σαν εζώστηκε όπως και στα γουέστερν

κατέβηκε στη δημοσιά το Χάρο ν’ ανταμώσει

μα ‘κείνος δεν ερχότανε φοβήθηκε κι εκρύφτει

απ’ τον καιρό του Διγενή είχε να γίνει τούτο.

.

Ψάχνει ζερβά στη ρεματιά δεξά στο κορφοβούνι

μπροστά στο ξεροπήγαδο πίσω στο μοναστήρι

σ’ ανατολή τον γύρεψε εκεί που βγαίνει ο ήλιος

στη δύση τον εγύρεψε εκεί που βασιλεύει

τους λύκους όλους ρώτησε όλα τα μαυροπούλια

κανείς δεν είχε να του πει κανείς δεν αποκρίθει.

.

Αποκοιμήθηκε ήσυχος στου πλάτανου τη ρίζα

και στ’ όνειρό του έφτασε άγγελος που του λέει

μες στην καρδιά σου γύρεψε το Χάρο ν’ ανταμώσεις.

.

Ποτέ του δεν εξύπνησε, ποτέ του δεν τον είδε.

Πήρε τον δρόμο τον τραχύ πάει για τον άλλο κόσμο.

φώτη κόντογλου - ο διγενής ακρίτας_2

***

ΤΩΡΑ

Το σύμπαν μια αιώρα

και πάνω του το τώρα

γεννιέται και πεθαίνει

μα πάντα τώρα μένει.

images (12)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Του φίλου μου προφήτη Ηλία ανήμερα…

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2016

Από το ύψωμα του οκταόροφου λόφου ο Ηλίας (Κουτσούκος) βλέπει και γράφει…

Τα Μεγάλα Δίκτυα Κάνουν Τον Κόσμο Τοσοδούλη Εύκολα

…μάγκες-τράγκες εργολήπτες των Μέσων
παπαδάκια του όρθρου των λοιπών ενδιαμέσων
αρλεκίνοι μεγκάλοι πρωινοί γητευτές
αδελφούλες στο τζάμι με τις faκe θεές
άντε χαθείτε…

πίσω απ’ τις πολύχρωμες μπάρες
κουστουμάτοι και άδειοι
με τις τόσες παπάρες
που εκτοξεύετε δήθεν κεραυνούς κι ερωτήσεις
στων 8 τα δελτία που τα λέτε “ειδήσεις”
κι απευθύνεσθε βέβαια σε αυτούς που υποφέρουν

του γκουβέρνου σεκιούριτι
σας πληρώνουν και ξέρουν..
Βεληγκέκες πιστοί του Συστήματος
και του φόβου εκτροφείς τετραγώνου διαστήματος

άντε χαθείτε

στο μόνο που είστε ικανοί
είναι να κάνετε ένα πανέμορφο οικόπεδο
γερμανικό του δεύτερου παγκόσμιου στρατόπεδο
και προς Θεού να μην ενοχληθούν οι Αγορές
γιατί του άρρωστου η αιτία
είναι οι άνεργοι, οι φοιτητές και η οχλοκρατία
μα πάνω απ όλα είναι του Χρηματιστήριου η πτώση
γι αυτό το πόπολο πρέπει να παίρνει
τη σωστή του “δόση”
φοβία από έμπολα ,τρόμο από Τζιχαντιστές,
τα νέα απ το Χόλυγουντ, του Κλούνεη ο καφές
κι επίσης το Διαδίκτυο
γλυκά να σε κοιμίζει
να μένεις μια ζωή υπόδικος σε δίκτυο
που θα σε νανουρίζει…

αρχείο λήψης (3)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Πανσέληνος

Posted by vnottas στο 19 Ιουλίου, 2016

image

Απόψε θα ‘χουμε φεγγάρι.
Ορίστε φάνηκε
αρχινάει να βγαίνει.
Νάτο ψηλά στον ουρανό κρέμεται κιόλας.

Ο θεός 
πρέπει να ‘ναι…
– με τη λαμπερή
ασημένια κουτάλα του
ανακατώνει 
την κακαβιά των αστεριών.

***

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι

1 (1)

Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Το μυστικό του κόσμου

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

images (9)

ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ

Μεσ’ τ’ ανοιξιάτικο λιβάδι

ένα γελαστό χαμομήλι είπε

σε μια ναζιάρα άσπρη μαργαρίτα

σκύψε λίγο για να σου αποκαλύψω

το μυστικό του κόσμου

σκύψε λίγο για να μάθεις κι εσύ

ότι τίποτα δεν έχω να σου πω

και δώσε μου ένα κροκάτο φιλί.

Μη με προδώσεις όμως

ασ’ τους άλλους να πιστεύουν

ότι σου εκμυστηρεύτηκα το μυστικό του κόσμου.

Θα ζήσουν με την ελπίδα

ότι κάποτε θα το μάθουν κι αυτοί

μέχρι ν’ αλλάξουν οι εποχές

μέχρι να φύγει η άνοιξη.

Αυτό είναι το μυστικό μου

το μυστικό του κόσμου.

images (11)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Εξάρτηση

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ξξ

ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Παλαιότερα δούλος της Φρύνης

εσχάτως ακόλουθος της Φανής

πάντοτε όμως εξαρτημένος

από τη μέθη της ηδονής.

Sxedio_04

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δωδέκατο. Θαϊδα ΙΙ

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2016

Δ΄ 12. Θαϊδα ΙΙ

images (8)

Η Θαίδα φοράει έναν λεπτό χιτώνα φτιαγμένο από σπάνιο ύφασμα. Οι έμποροι λένε ότι οι ίνες αυτού του υφάσματος προέρχονται από το κουκούλι ενός σκουληκιού που ζει μόνο στο νησί της Κω[1], αν και φημολογείται ότι κάτι ανάλογο υπάρχει και στη άγνωστη βαθειά Ανατολή. Πάνω στον ανάριο χιτώνα λαμποκοπούν επιρράμματα από λεπτά φύλλα χρυσού. Η Θαίδα κάθεται μπροστά στον καλογυαλισμένο καθρέφτη και χαμογελά ικανοποιημένη στο πανέμορφο είδωλό της. 

¨Ω θεοί!¨, σκέφτεται. ¨Πόσο περίπλοκο έχει γίνει το παιχνίδι!

Γιατί, ω θεοί, μου επιτρέπετε να τα ’δω  όλα αυτά  ως ένα παιχνίδι, έτσι δεν είναι;

Εγώ εάν -λέω, εάν- η γνώμη μου μετράει έστω και λίγο, το ομολογώ: θα ήθελα να μην είναι παρά ένα παιχνίδι, που μερικές φορές σε διασκεδάζει κι άλλοτε σου προκαλεί έξαρση κι αγωνία. Βέβαια λίγο επικίνδυνο, δε λέω, αλλά σίγουρα συναρπαστικό.

Άλλωστε είστε εσείς (εσείς; οι μοίρες; κάποιος τέλος πάντων από τους αποπάνω!) που  με θελήσατε τέτοια. Που τα κανονίσατε έτσι ώστε οι άντρες να με αγαπάνε και εγώ να τους αγαπώ επίσης, κι εκείνοι εκτός από μένα να λατρεύουν κι αυτήν την απαιτητική τσαπερδόνα[2] που ονομάζουν ‘εξουσία’. Κι εγώ, αν θέλω να είμαι παρούσα στο περίπλοκο παιχνίδι που στήνουν για χάρη της, θα πρέπει να δεχτώ τους όρους αυτού του παιχνιδιού.

Ευτυχώς που ο αγώνας για την κυρά-εξουσία δε δίνεται μόνον στα πεδία των μαχών. Αν ήταν έτσι, θα ήταν μια ιστορία μόνο για αρσενικούς κι εγώ θα έμενα απ’ έξω. Και δε θα παραπονιόμουνα, ω θεοί, σας διαβεβαιώ.  

Όμως ο αγώνας διεξάγεται σχεδόν παντού. Και αναμφίβολα ο ρόλος του εμψυχωτή, του καλλωπιστή, του παρηγορητή, (αλλά, εδώ που τα λέμε, και του τελικού κριτή, αυτού που απονέμει -ή που πάει μαζί με- το έπαθλο), είναι ένας ρόλος που ανήκει, όπως και να το κάνουμε, σε εμάς, τις γυναίκες. Είναι φανερό ότι έτσι τα έχετε τακτοποιήσει τα πράγματα, εσείς, ω θεοί!¨

Αυτά σκέφτεται η Θαίδα καθώς με τη βοήθεια του Πουλχερίδιου ολοκληρώνει την περίτεχνη κόμμωσή της.

images (10)

«Η Κυρία ακτινοβολεί ωραιότητα», σχολιάζει η μικρή μαθητευόμενη, της οποίας η εκφραστική ικανότητα βελτιώνεται ταχύτατα τον τελευταίο καιρό. «Τι κρίμα που ο γενναίος Πτολεμαίος βρίσκεται σε αποστολή έξω από την πόλη και δε θα μπορέσει να θαυμάσει απόψε την κυρία!».

Ο Πτολεμαίος έχει πράγματι αναχωρήσει με τα ανιχνευτικά τμήματα και λείπει ήδη μια βδομάδα.

«Αυτός δεν είναι λόγος για να μη φροντίζουμε την εμφάνισή μας αγαπητό Πουλχερίδιον», λέει η Θαίδα με διδακτικό ύφος.

Ύστερα η προσοχή της επιστρέφει στα μαλλιά της που σχηματίζουν μια άψογη πολυεπίπεδη γεωμετρική κατασκευή, πλαισιωμένη από μικρές επικρεμάμενες αργυρές λάμψεις. «Δεν είναι άσχημα», λέει. 

img011145604

¨Αλλά ας μη παρασύρομαι¨, σκέφτεται η Θαίδα, καθώς με την βοήθεια ενός δεύτερου μικρού καθρέφτη προσπαθεί να δει την πλάγια όψη του προσώπου της. ¨Ο νεαρός Μεγαρέας φτάνει όπου να ‘ναι και πρέπει να αποφασίσω τι θα του πω. Γιατί από όλα αυτά που συμβαίνουν, που ξέρω ότι συμβαίνουν, μερικά σίγουρα τον ενδιαφέρουν¨.

Οι σκέψεις της επιστρέφουν στην χθεσινοβραδινή επίσκεψη του άνδρα με το δυσδιάκριτο πρόσωπο: ¨’Στο όνομα της ‘ιερής ελιάς’!¨- χαμογελάει. ¨Τι μεγαλόσχημο σύνθημα! Μερικοί βρε παιδί μου έχουν την ρητορική στο αίμα τους¨.

Είχε περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία του επίσκεψη. Και ήταν η πρώτη φορά που η Θαίδα δεν είχε προηγουμένως λάβει τη συμφωνημένη προειδοποίηση ότι επρόκειτο να την επισκεφτούν.

«Μη σου κακοφαίνεται, Θαίδα», της είχε πει ο επισκέπτης αφαιρώντας το κάλυμμα της κεφαλής όταν βρέθηκαν μόνοι. «Δεν έρχομαι για να σου ζητήσω να μου πεις πράγματα. Έρχομαι γιατί έχω εγώ κάποια σημαντικά πράγματα να σου πω».

Η αφαίρεση της καλύπτρας είχε φέρει στο φώς το κεφάλι του Ηλιόδωρου. Σαραντάρης, με λεπτά αριστοκρατικά χαρακτηριστικά και νευρώδες σώμα, γνωστός ως επιστήθιος φίλος του αττικού ρήτορα Δημάδη, άρα φιλομακεδόνας, είναι ο επικεφαλής της αθηναϊκής αντιπροσωπείας στην Εκστρατεία.

Όμως, όσο φιλομακεδόνας κι αν είναι ο Ηλιόδωρος, κάποιος άγραφος (αλλά κατά τα φαινόμενα κοινά αποδεκτός) κανόνας συμπεριφοράς, επιβάλλει να μην υπάρχουν ιδιαίτερες επαφές ανάμεσα στην -Αθηναία- σημαντικότερη εταίρα της μακεδονικής αυλής και τον επικεφαλής των Αθηναίων πρέσβεων. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει υποψίες για αθέμιτες διαπλοκές ανάμεσά τους.

Επί πλέον θα πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι οι Αθηναίοι πρέσβεις έχουν μια ιδιορρυθμία: ανάμεσά τους υπάρχουν και εκπρόσωποι της (αττικής) αντιπολίτευσης. Οι Μακεδόνες αποδέχονται κάτι τέτοιο γιατί, γνωρίζοντας τις ¨παραξενιές¨ και τις δυσπρόβλεπτες ¨εναλλαγές¨ του αθηναϊκού καθεστώτος, θέλουν να έχουν άμεση πρόσβαση   και στους αντιπολιτευόμενους. Όμως, όπως είναι φυσικό, αυτή η ετερογενής σύνθεση δεν ενισχύει την αξιοπιστία των Αθηναίων απέναντι στους Μακεδόνες. Οι Αθηναίοι το ξέρουν και φροντίζουν η παρουσία τους να είναι διακριτική, έως και συνωμοτική, εάν χρειαστεί.

image002

«Τι συμβαίνει;», ρωτάει η Θαίδα.

Ο Ηλιόδωρος παύει να την κοιτάζει θαυμαστικά και μπαίνει αμέσως στο θέμα.

«Θα σου πω. Είναι πιθανότατο ως αύριο το πολύ, να δεχτείς μια πρόταση που μάλλον θα συνοδεύεται από δελεαστική προσφορά».

«Από ποιον;»

«Από κάποιους που θα προσπαθήσουν να κρατήσουν την ταυτότητά τους κρυφή».

«Αλλά που εσείς ξέρετε ποιοι είναι…»

«Βεβαίως. Αλλά μια επιβεβαίωση, αν καταφέρεις να μάθεις περισσότερα για το παρασκήνιο αυτής της ιστορίας, δε βλάπτει».

«Και τι θα μου ζητήσουν;»

Ο επισκέπτης μένει για μια στιγμή σιωπηλός.

«Να κάψεις τα ανάκτορα της Περσέπολης» λέει μετά.

Ένα καμπανιστό γελάκι ξεφεύγει από τα κόκκινα χείλη της Θαίδας.

«Εγώ; Γιατί;»

«Εσύ. Βασικά γιατί είσαι Αθηναία».

«Εμείς οι Αθηναίες είμαστε γνωστές για πολλά, αλλά όχι για εμπρησμούς. Το πολύ να καίμε καρδιές, όχι ανάκτορα…», λέει η Θαίδα και ξαναγελάει.

«Και όμως, για σκέψου το. Σε ποιον θα μπορούσε να αποδοθεί ευκολότερα μια τέτοια επιθυμία και μια τέτοια πράξη, παρά σε έναν από εμάς. Έναν Αθηναίο ή μία Αθηναία. Η Αθήνα είναι που λεηλατήθηκε και κατακάηκε από τους Πέρσες».

«Πριν από πολλά πολλά χρόνια… αν δεν κάνω λάθος».

«Πριν περίπου ενάμιση αιώνα», επιβεβαιώνει ο πρέσβης.

«Δεν στέκει».

«Γιατί;»

«Γιατί οι δικές μου πληροφορίες», επιμένει η Θαίδα, «λένε ότι την πόλη, δηλαδή τα ανάκτορα και ότι άλλο έχει απομείνει από αυτήν, θα την κάψουν οι μακεδόνες οι ίδιοι».

images (22)

«Οι δικές μου είναι διαφορετικές: λένε ότι το επιτελείο είναι διχασμένο. Οι πεζέταιροι και κυρίως η μάζα των συνακολουθούντων πιέζουν για μια ακόμα λεηλασία, που αυτή τη φορά να συμπεριλαμβάνει και τα ανάκτορα, γιατί θεωρούν ότι τα λάφυρα που μέχρι στιγμής τους αποδόθηκαν είναι ανεπαρκή…  Ορισμένοι επιτελικοί υποστηρίζουν επίσης ότι αν γκρεμιστούν τα ανάκτορα ο εκφοβισμός θα είναι αρκετός, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ισχυρής αντίστασης κατά την επικείμενη προέλαση της στρατιάς προς τα βορειοανατολικά. Από την άλλη μεριά, ο Καλλισθένης, ο Ευμένης και οι δικοί τους είναι αντίθετοι, γιατί δε θέλουν να κινδυνέψουν οι βιβλιοθήκες. Ίσως και γιατί η εικόνα που έχουν πλάσει και διαδίδουν για τον βασιλιά, δεν είναι συμβατή με την πλήρη καταστροφή των πόλεων που έχουν ήδη παραδοθεί από μόνες τους.

Ο ίδιος ο  Αλέξανδρος φαίνεται ότι δεν έχει πάρει ακόμη την οριστική απόφαση.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που θα ήταν ευτυχείς αν συνέβαιναν τα εξής: Αν η πόλη ισοπεδωνόταν, αν οι ίδιοι έμεναν έξω από κάθε υποψία και εάν η ευθύνη θα μπορούσε να ριχτεί στην Αθήνα. Σε μια κακιά και μνησίκακη Αθήνα που παρασύρει τον Αλέξανδρο σε επώδυνες αντεκδικητικές πράξεις άγους».

«Καταλαβαίνω ποιους υπαινίσσεσαι, αν και δεν μπορώ να πω ότι κατανοώ καλά τα κίνητρά τους». 

«Υποθέτω ότι καταλαβαίνεις σωστά ποιοι είναι. Ο Ανάξαρχος και οι δικοί του. Είναι αλήθεια ότι  διαμορφώθηκαν ως ομάδα με επιρροή μόλις το τελευταίο διάστημα, ύστερα απ’ τη επιστροφή από την Αίγυπτο, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι έχουν στενές επαφές με παράγοντες που ανήκουν κυρίως στα έθνη που ήταν ως τώρα υποτελή στους Πέρσες, αν και κατάφεραν να διατηρούν πλούτο και επιρροή.

Όλοι αυτοί αντιπαθούν τους Αχαιμενίδες οι οποίοι τα τελευταία χρόνια τους είχαν ζορίσει, κυρίως επιβάλλοντας φόρους και περιορισμούς στην εμπορική τους δραστηριότητα. Μαζί με αυτούς: τους Βαβυλώνιους, τους Ελαμίτες και άλλους, η ομάδα του Ανάξαρχου έχει φτιάξει μια πολιτική και μια πρόταση διοίκησης που οι άνθρωποί της διαφημίζουν και προωθούν στην αυλή του Μακεδόνα. Επίσης θα ξέρεις φαντάζομαι ότι διατηρούν στενές επαφές με ορισμένες κλίκες των συνακολουθούντων.

Ωστόσο, το αυτοκρατορικό πρότυπο που προτείνουν αντιμετωπίζει μια σειρά από εμπόδια, τα οποία αν δεν καταφέρουν να εξουδετερώσουν, έχουν πολύ λίγες πιθανότητες να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους.

«Δηλαδή; Ποιους; Ποιοι αποτελούν εμπόδιο στα σχέδια του Ανάξαρχου;»

eaa2e-episkyro2

«Στους απαριθμώ:

Ας αρχίσω με τους Πέρσες τους ίδιους. Δεν έχουν ακόμη εμφανή επιρροή στα τεκταινόμενα, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται τους επιφυλάσσεται ιδιαίτερα φιλική μεταχείριση. Όμως, η ιδέα που προωθεί τελευταία ο Αλέξανδρος για κοινή ελληνοπερσική διοίκηση βρίσκει την ομάδα του Ανάξαρχου σύμφωνη μεν, αλλά μόνο στα λόγια. Θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα τους άφηνε απέξω. Αντίθετα ό, τι απομακρύνει τους Πέρσες από τους Έλληνες, ας πούμε μια αναίτια σφαγή, θεωρούν ότι τους διευκολύνει.

Δεύτερον: η ομάδα των μακεδόνων στρατηγών. Τόσο των παλιών, των ¨φιλιππικών¨, όσο και εκείνων που ανήκουν στην ομάδα των στενών φίλων του Αλέξανδρου. Οι πρώτοι γιατί είναι συντηρητικοί και δεν καταλαβαίνουν από εμπόριο και κερδοσκοπία. οι νεότεροι γιατί είναι τόσο δεμένοι με τον Αλέξανδρο που είναι αναφανδόν αρνητικοί σε οποιαδήποτε πρόταση που δεν εκπορεύεται άμεσα από αυτόν. Οι πληροφορίες μου λένε ότι οι Αναξαρχικοί έχουν ήδη προσπαθήσει να παρεμβάλλουν ζιζάνια στις σχέσεις του Αλέξανδρου με ορισμένους από τους στρατηγούς του. Το μέλλον θα δείξει.

Τρίτον, όσοι εξακολουθούν να θαυμάζουν ή να αναφέρονται θετικά για την Αθήνα και το Αττικό πολιτικό πρότυπο. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο δύσκολα αφού μέχρι στιγμής ο κυριότερος φορέας μια πολιτικής φιλικής προς την Αθήνα είναι ο ίδιος ο βασιλιάς. Αν όμως οι άνθρωποι του Ανάξαρχου καταφέρουν να διαδώσουν ότι η Αθήνα προσπαθεί να κάνει επεκτατική πολιτική στις πλάτες του Αλέξανδρου, ή και να εκβιάσει τις αποφάσεις του (με μια εμπρηστική πράξη για παράδειγμα), τότε μπορούν να ελπίζουν ότι θα πλήξουν δραστικά την όποια επιρροή μας.

Τέταρτον: υπάρχει βέβαια και η ομάδα του Καλλισθένη και του Ευμένη. Οι περί τον Ανάξαρχο θεωρούν ότι αυτοί επηρεάζονται από τον Αριστοτέλη, ο οποίος έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, άρα λίγο πολύ τους ταυτίζουν με εμάς. Τους αντιπαθούν πάντως ιδιαίτερα γιατί ξέρουν ότι τα σοφιστικά τους όπλα, με αυτούς είναι δύσκολο να λειτουργήσουν».

«Έτσι λοιπόν…»

«Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, ίσα με αύριο το μεσημέρι κάποιος από αυτούς θα επιδιώξει να σε δει και να σου προτείνει, έναντι βεβαίως πλουσιοπάροχης αμοιβής, να  αναλάβεις να παρασύρεις τους συνδαιτυμόνες του συμποσίου που ετοιμάζεται για την αναχώρηση του στρατεύματος σε μια θεαματική πυροτεχνική καταστροφή των ανακτόρων. Εκείνο που δε θα σου πει είναι ότι, αμέσως μετά, έχουν έτοιμη μια εκστρατεία διάδοσης κατηγοριών εναντίον σου για αυτήν ακριβώς την πράξη, την οποία βέβαια θα έχεις κάνει -υποτίθεται-  ύστερα από δική μας προτροπή και συνεργεία».

Δεν είχε άδικο ο Ηλιόδωρος. Πράγματι, σήμερα το πρωί κατέφτασε στον γυναικωνίτη τίποτα λιγότερο παρά -η Θαίδα δεν το περίμενε-  ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης ο ίδιος. Συνοδευμένος από δύο συνομηλίκους του σιτεμένους καλαμαράδες, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι τον ενδιαφέρουν οι νεαρές ¨νύμφες¨ και ότι ο λόγος της πρωινής του επίσκεψης ήταν να επιλέξει μερικές για τις συνεστιάσεις της αναχώρησης. Όμως, αμέσως μετά, είχε αφήσει την επιλογή στους συνοδούς του, ενώ ο ίδιος ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως με τη Θαίδα. 

Η Θαίδα στην σκέψη του αβδηρίτη κάνει μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας, αλλά η έκφρασή της αλλάζει ραγδαία, καθώς το Πουλχερίδιον εμφανίζεται στην είσοδο του δώματος, για να την ειδοποιήσει, με ένα πλατύ χαμόγελο, ότι ο Εύελπις μόλις έφτασε.

 ***

eik17

[1] Πρόκειται για τον, γνωστό κατά την αρχαιότητα, ¨άγριο¨ μεταξοσκώληκα της νήσου Κω.

[2] Τσαπερδόνα: από το Σαπέρδης, πράσινη σαύρα που κουνάει έντονα την ουρά της (η εταίρα Φρύνη κατά την περίφημη δίκη της, είχε αποκληθεί ¨σαπέρδιον¨. Σύμφωνα με άλλους, ¨σαπέρδης¨ είναι το ψάρι ρέγγα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Ό ήλιος έχει πια σκαρφαλώσει ψηλά στον ουρανό εξαφανίζοντας ό, τι έχει απομείνει από την τέως χρυσαφιά σελήνη και, μαζί μ’ ένα αεράκι που κατεβαίνει από τα βουνά του βορρά, χαρίζει στην Περσέπολη μια διαυγή, δροσερή, κίτρινη λιακάδα.

Ο Εύελπις κατευθύνεται έφιππος προς τα κεντρικά κτίρια των ανακτόρων. Είναι φανερό ότι η είδηση για την επικείμενη αναχώρηση της στρατιάς έχει κυκλοφορήσει, όπως είναι φανερό ότι η ατμόσφαιρα στην πόλη έχει αλλάξει αισθητά. Μια ορατή ένταση διαπερνά το πλήθος των  συνακολουθούντων που γεμίζει τώρα τους δρόμους αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τα τεκταινόμενα. Θα γίνει άραγε εγκατάσταση εποίκων στην Περσέπολη; Ποιος από τους εταίρους θα παραμείνει ως επικεφαλής της φρουράς στην κατακτημένη πόλη; Μήπως η πόλη θα καταστραφεί εντελώς, όπως ισχυρίζονται ορισμένες φήμες που κυκλοφορούν επίμονα τις τελευταίες μέρες;  …Και οι γιορτές; Οι γιορτές και οι τελετές αναχώρησης; Πότε θα γίνουν; Οι εξέδρες μοιάζουν να είναι έτοιμες… Θα υπάρξει άραγε ο απαιτούμενος χρόνος ώστε να στηθούν όλες οι απαραίτητες κερδοφόρες ¨δουλειές¨ που συνοδεύουν κάθε μεγάλη εκδήλωση ή η ευκαιρία θα πάει χαμένη;

Ο Εύελπις παρατηρεί ότι μαζί με τον ίδιο, ανηφορίζουν προς τις κεντρικές αίθουσες των ανακτόρων ομάδες πρέσβεων από τις συμμάχους ελληνικές πόλεις. Φορούν ενδυμασίες ¨παράστασης¨∙ προφανώς έχουν κληθεί για να ενημερωθούν επισήμως, προκειμένου να συντάξουν τις αναφορές τους προς τα διάφορα άστεα. Σε λίγο, σκέφτεται, θα αναχωρήσουν βιαστικοί ιππείς μεταφέροντας  στο πανελλήνιο την είδηση ότι η εκστρατεία συνεχίζεται, πιθανώς μαζί με εικασίες και προβλέψεις για τις παρά πέρα προθέσεις της μακεδονικής ηγεσίας.

ceb1cf81ceb3cf85cf81cf8c-cf84ceb5cf84cf81ceacceb4cf81ceb1cf87cebccebf-ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85-ceb3ce84cebcceb1ceba

Ο Ευμένης, που βρίσκεται στο γραφείο του πολιορκημένος από περγαμηνές και παπύρους γεμάτους κείμενα και σχέδια-γράμματα, υποδέχεται τον Εύελπι με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Όλα εντάξει;», τον ρωτάει, «ξεκουράστηκες κάπως από το ταξίδι;»

Ο Εύελπις ανταποδίδει το χαμόγελο και τον διαβεβαιώνει ότι αισθάνεται κάτι παραπάνω από εν τάξει: είναι έτοιμος να αναλάβει ξανά πλήρη καθήκοντα.

Ο Ευμένης τον κοιτάζει για μια στιγμή σκεφτικός.

«Μη βιάζεσαι. Ο Καλλισθένης εισηγείται κάτι το διαφορετικό για σένα», λέει και τραβάει κοντά του έναν από τους παπύρους που πλημμυρίζουν το γραφείο. «Υποθέτω πως είσαι ενήμερος…»

Ο Εύελπις κάνει να απαντήσει, αλλά ο Ευμένης βιαστικός, ίσως λόγω της σύσκεψης που επίκειται, ρίχνει μια ματιά στον πάπυρο με την επιστολή του Καλλισθένη, που τώρα κρατάει ανοιχτή μπροστά του και συνεχίζει.

«Διάβασα με προσοχή την επιστολή του Ολύνθιου. Σήμερα μάλιστα το πρωί συναντήθηκα με τον βασιλέα στον οποίο παρέδωσα τον γραπτό χαιρετισμό του Καλλισθένη και συζήτησα μαζί του σχετικά με ορισμένα από τα θέματα που θίγει στην επιστολή του προς εμένα. Έχω λοιπόν να σου πω, με λίγα λόγια, ότι ο βασιλέας εγκρίνει!»

Ο Εύελπις αρχίζει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται, αλλά προλαβαίνει να αρθρώσει μόνο μια λέξη: «Εγκρίνει; …» με ερωτηματικό και αποσιωπητικά.

«…Την πρόταση του Καλλισθένη να συνοδεύσεις εσύ τα αγάλματα που θα επιστρέψουμε στους Αθηναίους. Στην Αθήνα θα παραμείνεις όσο θα χρειαστεί ώστε να συντάξεις μια πλήρη αναφορά για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί, αλλά και για τις πληροφορίες που φτάνουν εκεί από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Η πρόσφατη νίκη του Αντίπατρου[1]  κατά των Σπαρτιατών φέρνει ξανά την Αθήνα στο προσκήνιο, αλλά και δίνει στον αντιβασιλέα εξαιρετική δύναμη. Πριν φύγεις θα σε ενημερώσω λεπτομερέστερα για το πώς διαγράφεται η κατάσταση σήμερα και πού θα πρέπει να εστιάσεις την προσοχή σου. 

Αλλά υποθέτω ότι θα σου δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και ο Καλλισθένης, αφού τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, -πολύτιμα σύμβολα για τους Αθηναίους και το πρωτότυπο όσο και χαώδες πολίτευμά τους- βρίσκονται στα Σούσα και η παράδοσή τους θα γίνει εκεί. Θα τα δώσουμε  σε μια αντιπροσωπεία πρέσβεων, αλλά ο επίσημος συνοδός μέχρι την άφιξή στην Αθήνα και την παράδοσή τους στις εκεί αρχές θα είσαι εσύ».

«Ήμουν πράγματι ενήμερος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή ότι ίσως χρειαστεί να συνοδεύσω τα αγάλματα στην Αθήνα, γιατί ο Καλλισθένης, που είναι υπέρμαχος αυτής της χειρονομίας καλής θέλησης απέναντι στους Αθηναίους, πιστεύει ότι, παράλληλα, πρέπει να έχουμε μια καλύτερη γνώση των όσων τεκταίνονται εκεί. Επομένως γνωρίζω ότι κάποιος από εμάς θα πρέπει να επισκεφτεί την Αθήνα και να επαληθεύσει τις διάφορες, συχνά αντιφατικές πληροφορίες που φτάνουν από την πρωτεύουσα πόλη των Ιώνων. Όμως δεν περίμενα να εγκριθεί τόσο γρήγορα η πρότασή του».

«Βρισκόμαστε σε μια φάση αλλεπάλληλων εξελίξεων και όπως ξέρεις ο βασιλιάς δεν καθυστερεί να πάρει αποφάσεις. Το γεγονός ότι η στρατιά θα βρεθεί και πάλι σε πορεία απαιτεί το να κλείσουμε εγκαίρως ορισμένες εκκρεμότητες.

Εξ άλλου, μετά τη σύλληψη του Δαρείου, που -πίστεψέ με- δεν πρόκειται να αργήσει,  ο βασικότερος στόχος της εκστρατείας θα έχει επιτευχθεί και μέχρι τότε θα πρέπει να έχουμε ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της επόμενης φάσης. Είναι λοιπόν αναγκαίο η ηγεσία να είναι καλά πληροφορημένη για το τι συμβαίνει σήμερα σε όλους τους τομείς. Να ξέρει τι σκέφτεται το στράτευμα, πώς αντιδρούν και τι σκαρφίζονται οι Πέρσες, αλλά και ποιο είναι το κλίμα στα μετόπισθεν, τόσο στην χώρα των Μακεδόνων, όσο και στις πόλεις του ευρύτερου ελληνικού χώρου.  

Αλλά περισσότερα θα σου πω αύριο. Τώρα δεν πρέπει να καθυστερούμε άλλο, η σύσκεψη των εταίρων αρχίζει όπου να ‘ναι. Εσύ, όπως είπαμε, θα παραμείνεις στον προθάλαμο, εγώ θα ανιχνεύσω το κλίμα που θα επικρατήσει και, εάν χρειαστεί, θα σε ειδοποιήσω να μπεις για να δώσεις κάποιες διευκρινίσεις».

Ο Ευμένης διαλέγει ορισμένα από τα έγγραφα που πλημμυρίζουν  το γραφείο του και τα τοποθετεί προσεκτικά μέσα με μια μεγάλη δερμάτινη θήκη. Μετά φωνάζει τον υπασπιστή του και του ζητάει να συμμαζέψει και να κλειδώσει τα υπόλοιπα. Με την θήκη με τα έγγραφα υπό μάλης, ξεκινάει για την αίθουσα όπου θα συνεδριάσουν οι Εταίροι. Ο Εύελπις και ο υπασπιστής τον ακολουθούν.

300px-Persepolis_Reconstruction_Apadana_Chipiez - Αντίγραφο

 Ο ¨προθάλαμος¨ στον οποίο έχει αναφερθεί ο Ευμένης δεν είναι ο ¨όποιος κι όποιος¨ χώρος αναμονής, αλλά η εντυπωσιακή  Απαντάνα της Περσέπολης, πλάι στην οποία -σε έναν μικρότερο εξ ίσου πολυτελή χώρο- διεξάγεται η σύσκεψη. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα όπου κυκλοφορούν τώρα οι διάφοροι υπασπιστές και συνεργάτες, περιμένοντας μήπως και οι σύμβουλοι που συνεδριάζουν χρειαστούν τη συνεισφορά τους.

Η Απαντάνα δεν θα έπρεπε ίσως να προκαλεί έκπληξη στους Έλληνες.  Στην τετράχρονη πορεία τους σε Αίγυπτο και Ασία έχουν ήδη δει και θαυμάσει εκπληκτικές κατασκευές. Έχουν ήδη εκπλαγεί και σχολιάσει τον τιτανικό γιγαντισμό των αιγυπτιακών φαραωνικών τάφων, τις ¨εκκρεμείς¨ κατασκευές της πληθωρικής Βαβυλώνας, καθώς και την ανάλογη (αν και κάπως μικρότερη) αίθουσα υποδοχής που οι Πέρσες αποκαλούν επίσης ¨Απαντάνα¨, στα Σούσα. Ωστόσο δεν μπορούν να αποφύγουν το να σηκώνουν κάθε τόσο τα βλέμματά τους προς τα πάνω, καμιά ογδονταριά πόδες[2] ψηλότερα και να κάνουν επαινετικά ή δεικτικά σχόλια για την πλούσια διακοσμημένη οροφή, καθώς και για τα περίτεχνα ζωόμορφα κιονόκρανα στην κορυφή των εβδομήντα δύο κιόνων που την στηρίζουν.

Στη νότια πλευρά της Απαντάνα ξεκινάει μια σύντομη εξωτερική στοά, η οποία ενώνει το γιγαντιαίο κτίριο υποδοχής με την μικρότερη διπλανή πολυτελή κατασκευή από γκρίζα σκληρή πέτρα, που οι Πέρσες αποκαλούν Ταχάρα[3].  Εκεί συνεδριάζουν σήμερα οι εταίροι του στενού κύκλου.  Η είσοδος στη στοά φρουρείται εκατέρωθεν από δύο σωματώδεις μακεδόνες, αλλά η φρούρηση είναι περισσότερο τελετουργική παρά ουσιαστική, μια που κάθε τόσο μπαινοβγαίνουν σ’ αυτήν κάποιοι έμπιστοι συνεργάτες και υπηρέτες. Ένα χαρακτηριστικό περιβραχιόνιο κεντημένο με τον μακεδονικό ακτινωτό ήλιο επιτρέπει την πρόσβασή τους στα ενδότερα. Οι υπόλοιποι γνωρίζουν ότι ο χώρος αποτελεί ¨άβατον¨ εάν δεν υπάρχει ειδική πρόσκληση. 

Εκεί καταφτάνει τώρα ο Εύελπις, ύστερα από πολλή ώρα αναμονής, συνοδευόμενος από τον αξιωματικό που τον ειδοποίησε ότι ο Ευμένης τον χρειάζεται.

Οι υψηλοί αξιωματούχοι της εκστρατείας (δύο δεκάδες πάνω κάτω) είναι καθισμένοι γύρω από μια μεγάλη ωοειδή ξύλινη τράπεζα, η κορυφή της οποίας παραμένει κενή.

αρχείο λήψης (1)

Ο Εύελπις μπαίνοντας, βρίσκει τον Ευμένη να ομιλεί:

«…συνοψίζοντας σχετικά με αυτό το θέμα, μπορώ να πω ότι οι συνολικές προβλέψεις είναι θετικές και ότι οι επιμελητείες θα είναι σε θέση να ανεφοδιάσουν το στράτευμα, αφού οι επιτάξεις και οι αγορές των απαραίτητων βασικών αγαθών  έχουν ολοκληρωθεί. Βέβαια, τα ειδικά αποσπάσματα ανεφοδιασμού θα πρέπει να παραμείνουν σε επιφυλακή και να προηγούνται της πορείας του κυρίως εκστρατευτικού σώματος, προκειμένου να επιτάξουν οτιδήποτε άλλο χρειαστεί.  

Η συνεργασιμότητα των πληθυσμών που θα συναντήσουμε καθ’ οδόν, σύμφωνα με τις αναφορές των ανιχνευτών, δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη γιατί αφήσαμε ήδη πίσω τις εξαρτημένες περιοχές και μπαίνουμε σε ορεινά εδάφη που ανέκαθεν ανήκαν σε Πέρσες και Μήδους, δηλαδή στα αρχοντικά σόγια της αυτοκρατορίας. Όμως η φήμη των νικών μας έχει ήδη διαδοθεί -φροντίσαμε κι εμείς γι αυτό- όπως και η φήμη για την πρόθεσή μας να είμαστε ευμενείς ή σκληροί, ανάλογα με το εάν υπάρχει ή όχι διάθεση για συνεργασία από τους ντόπιους. Οι πληροφορίες μας λένε ότι επικρατεί διχόνοια ανάμεσα στους πέρσες ηγέτες της περιοχής και ότι εκείνοι που θα ήθελαν να καταστρέψουν υποχωρώντας κάθε δυνατή πηγή ανεφοδιασμού, δεν κατάφεραν μέχρι στιγμής να επιβάλουν την άποψή τους».

Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους δεν δείχνουν να έχουν αντιρρήσεις στα όσα λέει ο Καρδιανός εταίρος, μερικοί μάλιστα κουνάν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους. Ο Ευμένης βλέπει ότι ο Εύελπις είναι πλέον μέσα στην αίθουσα και του κάνει νεύμα να πλησιάσει.

«…Αλλά η ένταση και η ανασφάλεια δεν επικρατεί μόνο σε τοπικό επίπεδο», συνεχίζει, «από ό, τι φαίνεται, κυριαρχεί πλέον και ανάμεσα στους πρίγκιπες και τους επιτελικούς του περσικού στρατού. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στα Σούσα όπου βρίσκεται, δυστυχώς τραυματίας αυτή τη στιγμή, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Εκεί είχαμε μια εν πολλοίς αποτυχημένη προσπάθεια εισβολής στο θησαυροφυλάκιο της πόλης, η έρευνα για την οποία, όμως, μας οδήγησε στην επιβεβαίωση κάποιων διάσπαρτων πληροφοριών που ήδη είχαν φτάσει στ’ αυτιά μας: Ανάμεσα στους Πέρσες ευγενείς εξυφαίνεται συνωμοσία κατά του Δαρείου του Κοδομανού. Την έρευνα διεξήγαγε ο Εύελπις ο Μεγαρέας, ο οποίος μόλις έφτασε από την πρωτεύουσα της Σουσιανής και που, εάν το επιθυμείτε, μπορεί να σας πει περισσότερα για τα όσα συνέβησαν εκεί».

Δεν υπήρξαν αντιρρήσεις και ο Ευμένης έκανε νόημα στον Εύελπι να έρθει δίπλα του και να πάρει το λόγο.

8f87c-alexander2biii2bthe2bgreat2c2b3362b-2b3232bb-c

Ο Μεγαρέας δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα παραστεί, και πολύ περισσότερο μιλήσει,  σε μια σύσκεψη της αφρόκρεμας των εταίρων. Όμως το ενθαρρυντικό βλέμμα του Ευμένη τον βοηθάει να ξεπεράσει όποια συστολή μπορεί να αισθάνεται μπροστά στους πιο ένδοξους -μερικοί από αυτούς είναι ήδη ζωντανοί θρύλοι- και τους πιο έμπειρους από τους συμπολεμιστές της εκστρατείας. Ξέρει ότι επιθυμία του Καλλισθένη είναι οι πολεμιστές της πρώτης γραμμής να γνωρίζουν την σημασία των ¨κρυφών μαχών¨ που δίνονται από τις ¨υπηρεσίες¨ στο παρασκήνιο της εκστρατείας, αλλά ξέρει επίσης ότι μιλώντας στους σκληρούς μάχιμους πρέπει να είναι λακωνικότερος των Σπαρτιατών.  Έτσι περιορίζεται στα βασικά: Οι Πέρσες είναι διαιρεμένοι και εμείς κάνουμε ό, τι χρειάζεται έτσι ώστε κάθε γεγονός, κάθε πληροφορία, να αποβεί σε όφελος της νικηφόρου πορείας του στρατεύματος.

Ό Εύελπις έχει σχεδόν ολοκληρώσει τα όσα έκρινε σκόπιμο να πει, όταν μια αναταραχή στην είσοδο της αίθουσας τραβάει την προσοχή του, καθώς και την προσοχή του υψηλού ακροατηρίου του προς τα εκεί. Πριν το βλέμμα του τον βοηθήσει να ξεκαθαρίσει περί τίνος ακριβώς πρόκειται, ακούει τους ξηρούς κρότους που δημιουργεί το κτύπημα των σαυρωτήρων[4] στο πέτρινο πάτωμα της αίθουσας και  βλέπει  τους εταίρους να πετάγονται όρθιοι και σχεδόν συντονισμένα να ζητωκραυγάζουν.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και η συνοδεία του έχουν μπει στην αίθουσα.

Από μακριά εκείνο που ξεχωρίζει είναι το λοφίο από την περικεφαλαία του εταίρου Ηφαιστίωνα, αλλά καθώς η ομάδα πλησιάζει στο τραπέζι, είναι φανερό ότι η προσοχή όλων εστιάζεται σε έναν όμορφο, αν και λιγότερο εντυπωσιακό, νέο άνδρα, με ξανθή χαίτη και σταθερό, αποφασιστικό βλέμμα, του οποίου η παρουσία μοιάζει να μαγνητίζει και να ξεσηκώνει όλους τους παρευρισκόμενους.

Alexander-III-of-Macedon-264x400

Καθώς ο βασιλιάς μέσα σε κραυγές ενθουσιασμού πλησιάζει στο τραπέζι της συνεδρίασης, στο μυαλό του Εύελπι έρχονται μερικές εμπιστευτικές φράσεις του Καλλισθένη:

¨Οι μακεδόνες αγαπάνε ειλικρινά τον βασιλιά τους, και όχι μόνον επειδή τους οδηγεί από νίκη σε νίκη. Τον αγαπούν γιατί μάχεται δίπλα τους, γιατί τον αισθάνονται όμοιό τους. Ο ίδιος όμως, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται καν, έχει υποστεί την επιρροή της υπερβολικά φιλόδοξης μάνας του. Έτσι, αν και είναι ευτυχισμένος, μόνον όταν βρίσκεται -ίσος μεταξύ ίσων- ανάμεσα στους φίλους και τους συμπολεμιστές του, και αυτό μπορεί να το καταλάβει εύκολα όποιος τον παρατηρήσει προσεκτικά,  θέλει ταυτόχρονα να ξεχωρίζει όχι σαν απλός βασιλιάς-ηγέτης, αλλά σαν κάτι το παραπανίσιο, που του το έχει υποβάλει η ανικανοποίητη εμμονή της Ολυμπιάδας¨. 

Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται χαμογελώντας προς στην κορυφή της μεγάλης τράπεζας σφίγγοντας τα χέρια που προτείνονται προς το μέρος του. Για μια στιγμή κοντοστέκεται για να σφίξει τον καρπό του Ευμένη. ¨Ναι¨, σκέφτεται ο Εύελπις, ¨αυτός είναι ο Αλέξανδρος των φίλων, των Μακεδόνων, των Ελλήνων!¨

«Ενημερώθηκαν;» ρωτάει ο βασιλιάς τον Καρδιανό.

«Ναι Αλέξανδρε».

Η προσοχή του βασιλιά στρέφεται τώρα προς τον Μεγαρέα.

«Ο Ευμένης μου είπε ότι ο Ολύνθιος είναι καλύτερα. Θεωρείς ότι θα τον έχουμε σύντομα πλάι μας;»

«Ναι, βασιλέα Αλέξανδρε. Σύντομα θα είναι σε θέση να ταξιδέψει», απαντά ο Εύελπις.

«Χαίρομαι που το ακούω. Έμαθα επίσης ότι η μεταφορά των θησαυρών στα Σούσα έγινε με επιτυχία, ενώ κατά την επιστροφή σου εδώ είχες κάποια προβλήματα, τα οποία όμως αντιμετωπίστηκαν».

Ο Εύελπις απορεί. Ο Ευμένης έδωσε στο βασιλιά τόσο λεπτομερή αναφορά που να περιλαμβάνει και το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη; Αλλά αμέσως μετά καταλαβαίνει. Για την ιστορία της ενέδρας στον Καλαμώνα πρέπει να μίλησε στον βασιλιά ο καλός του φίλος, ο Άρπαλος. Ανασηκώνει το βλέμμα του και, πράγματι, διακρίνει λίγο πιο πίσω, δυσδιάκριτο ανάμεσα στους ψηλόκορμους εταίρους, τον γιο του Μαχάτα να του στέλνει ένα μικρό δυσερμήνευτο χαμόγελο.

«Όλα πήγαν καλά βασιλιά Αλέξανδρε».

«Εύχομαι να πάνε όλα καλά και στη νέα σου αποστολή», λέει ο βασιλιάς καθώς τους αφήνει και παίρνει τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού.

images (3)

***

[1] Αντίπατρος: Ευγενής Μακεδόνας στην υπηρεσία αρχικά του Φίλιππου, ορίστηκε στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο ως στρατηγός αντιβασιλέας της Μακεδονίας, για όσο θα διαρκούσε η εκστρατεία στην Ασία. Κατά την εποχή της αφήγησής μας (330 πΧ ) ο Αντίπατρος, αφού είχε ήδη  εξουδετερώσει ορισμένα κινήματα αποστασίας στον Πόντο και την Θράκη, είχε στραφεί κατά των εξεγερμένων Σπαρτιατών, τους οποίους και νίκησε στη μάχη της Μεγαλόπολης.

[2] Για την ακρίβεια 24 μέτρα ή (με τον πόδα στα 0,3053μ) 77,84 πόδια ή 7,78  άκαινες (1 άκαινα=10 πόδες)

[3] Η Ταχάρα (στην παλιά περσική γλώσσα: χειμερινό ανάκτορο) κτίστηκε από τον Δαρείο τον πρώτο και τελειοποιήθηκε από τον Ξέρξη. Πρόκειται για μια (σχετικά) μικρή κατασκευή 1160 τ. μέτρων. Η αίθουσα στην οποία τοποθετούμε την (υποτιθέμενη) σύσκεψη είναι υπαρκτή στα ερείπια της Περσέπολης και έχει επιφάνεια  15.15  × 15.42 μέτρα 

[4] Σαυρωτήρας: Μεταλλικό εξάρτημα στη βάση των ακοντίων, προκειμένου να διευκολύνεται η στερέωσή τους στο έδαφος και να ισορροπείται το βάρος της αιχμής.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Οι μανατζαραίοι…

Posted by vnottas στο 6 Ιουλίου, 2016

ΕξώφΧρεοφειλέτεςUPLD

Εσπρέσο έπιναν, κάπνιζαν πούρα

τέσσερα τάλιρα η κάθε τζούρα

Τρία πατώματα το πρώτο σπίτι

αυτό που έφτιαξαν επί Σημίτη.

.

Τα καλοκαίρια τους με τις μοντέλες,

όσο το νοίκι μας, τόσο οι ομπρέλες.

Και τα Χριστούγεννα μοίραζαν μπόνους

τώρα μοιράζονται καημούς και πόνους.

.

Πάντοτε γύρω τους έτρεχε πλήθος

οι αποφάσεις τους γίνονταν  μύθος

Χρυσάφι η  κάρτα τους άμα την είχες

μπράβο τους έλεγαν κι ας λέγαν τρίχες.

.

Όπου και πήγαιναν γινόταν ντόρος

με τις τζιπάρες τους σε κάθε όρος

Κι απ τις Αράχοβες και τις Μυκόνους

τώρα τους βλέπεις πια… σκυφτούς και μόνους.

 

images (7)

Το βρήκα κόβοντας βόλτες στο διαδίκτυο: Όχι, για να μη λέμε ότι το λαϊκό τραγούδι δεν παρακολουθεί (όπως έκανε και παλιά) την επικαιρότητα.

Οι Μανατζαραίοι Μουσική: Δημήτρης Σάββας Ερμηνεύει ο Άθως Δανέλλης

Από τους «Χρεοφειλέτες» Ακούστε το εδώ

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Θαίδα Ι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ Κεφάλαιο 10

Θαΐδα Ι

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Η μέρα μαραίνεται και πέφτει. Μαζί με το φως που φεύγει, η ζεστασιά της ατμόσφαιρας αποδυναμώνεται και υποχωρεί. Το σκότος ανατέλλει ψυχρό, μαβί και ασημοκεντημένο. Ένα -ακόμη αόρατο- χρυσαφί φεγγάρι  περιμένει στα παρασκήνια τ’ ουρανού τη σωστή ώρα για να κάνει -εντυπωσιακή- την εμφάνισή του.

Η Θαΐδα έχει ρίξει στους ώμους της ένα επίβλημα[1] και έχει βγει στον εξώστη του γυναικωνίτη για να χαζέψει από ψηλά την κατακτημένη πόλη, με τα μάτια ¨αυτής που φεύγει¨.

Η είδηση κυκλοφόρησε το απομεσήμερο, αλλά η Θαΐδα τη γνώριζε ήδη: Η αναχώρηση του στρατεύματος θα γίνει απ’ την μια μέρα στην άλλη  και όλοι οφείλουν να είναι έτοιμοι.

Η νύχτα προαναγγέλλεται αλλιώτικη. 

Σε πολλά σημεία ανάμεσα στα ανακτορικά κτίρια διακρίνονται τώρα ζωηρές μεγάλες φωτιές, γύρω απ’ τις οποίες, παρά την έλευση του σκότους, διάφορες δραστηριότητες συνεχίζονται με απρόσμενη ένταση.  

Βιαστικοί καβαλάρηδες εξακολουθούν να διασχίζουν τους δρόμους μεταφέροντας μηνύματα και εντολές προς τις μονάδες του στρατεύματος, ενώ τμήματα οπλιτών  περνούν κάθε τόσο στην μεγάλη λεωφόρο μπροστά απ’ τον γυναικωνίτη, χτυπώντας το πλακόστρωτο οδόστρωμα με βήμα έντονο, ρυθμικό και υπαινικτικό.

Μερικές ομάδες ξυλουργών που έχουν εγκατασταθεί από το μεσημέρι στην κεντρική πλατεία, εργάζονται ακόμη στήνοντας βιαστικά σκαλωσιές, εξέδρες και κερκίδες για τις τελετές της αναχώρησης. Σε άλλα σημεία, γύρω από τις φωτιές, κάποιοι αοιδοί τραγουδούν ηρωικές και θλιμμένες νοσταλγικές ιστορίες, ενώ οι υπόλοιποι που ζεσταίνονται μαζί τους, τους χειροκροτούν και τους απαντούν εν χορώ, όταν η μελωδική αφήγηση το απαιτεί.

images (5)

Ο απόηχος από τις φωνές των τραγουδιστών και τα σφυριά των τεχνιτών φτάνει ως τα αυτιά της Θαίδας και της δημιουργεί ασυνήθιστα συναισθήματα.

Το σκηνικό που απλώνεται μπροστά της, από τη μια της φαίνεται οικείο (δεν ατενίζει δα για πρώτη φορά την αναχώρηση από μια κατακτημένη πόλη, ξεκινώντας μαζί με το στράτευμα για αλλού)  και από την άλλη της φαίνεται αλλόκοτο, προορισμένο ίσως για κάποια άλλη, όχι γι αυτήν. Όχι για την Θαΐδα που έως μόλις λίγα χρόνια πριν, υπήρξε το ανατέλλον αστέρι και η μέλλουσα βασίλισσα των ηγετών και των ποιητών της Αττικής.  Όχι για την Θαΐδα την επαξίως Αθηναία.

Εικόνες από το παρελθόν ανακατεύονται με τους φόβους και τις ελπίδες της για το μέλλον.

Οι σκέψεις της Θαίδας επικεντρώνονται για μια στιγμή στον Μένανδρο, που την έκανε συνεχώς να γελάει, και μετά -καθώς ένας ενοχλητικός κόμπος εγκαθίσταται στο λαιμό της – εστιάζονται στον Ευθύδημο.

Ο Ευθύδημος: κάτι σαν πρώτη αγάπη, ο νεαρός που φοιτούσε φιλοσοφία και την παραμελούσε, εκείνος που είχε αρνηθεί να υποκύψει στη γοητεία της και αυτό έκανε το πάθος της για αυτόν να ξεχειλίζει ασυγκράτητο.

Αναρωτιέται γιατί άραγε ο Ευθύδημος αναδύθηκε από το απώτερο παρελθόν και τριγυρνάει απόψε στις σκέψεις της.

Δεν αναρωτιέται για πολύ. Η Θαΐδα είναι μια ευφυής γυναίκα που μπορεί να ψάχνει μέσα της, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ξεγελάει τον εαυτό της.  Κατά βάθος ξέρει γιατί η εικόνα του  νεαρού που την σαγήνευσε όταν ήταν ακόμη αφελές κοράσιον, ξανασκάει απόψε μύτη από το μακρινό τότε:  Είναι γιατί ο αθηναίος μοιάζει φτυστός με κάποιον άλλον και αυτός ο άλλος, (όπως πληροφορήθηκε μόλις πριν λίγο από τις απεσταλμένες της στα παζάρια του κέντρου, εκεί όπου όλα παρατηρούνται, όλα λέγονται και όλα σχολιάζονται), επέστρεψε σήμερα το απόγευμα στην Περσέπολη.

Ο Εύελπις ο Μεγαρέας και ο Ευθύδημος της εφηβικής της ηλικίας μοιάζουν.

Το ίδιο ανάστημα, τα ίδια γελαστά μάτια, τα ίδια σπαστά καστανά μαλλιά.

Εδώ που τα λέμε, αυτήν τη διαπίστωση την έχει κάνει προ ημερών. Από τη στιγμή που ο Εύελπις της έστειλε με το Πουλχερίδιον μια επιστολή που μοιάζει ερωτική, η αναδρομική σύγκριση έγινε αυτόματα και τώρα εκείνη είναι σίγουρη: Αυτοί οι δύο μοιάζουν. 

υ

Έστω κι αν ο Ευθύδημος δεν της είχε γράψει ποτέ…

Μόνον εκείνη του είχε γράψει απελπισμένες επιστολές, αλλά ακόμη κι αυτές κάποια στιγμή εκείνος τις της είχε επιστρέψει.

Η νύχτα έχει γίνει πιο ψυχρή και πιο φωτεινή καθώς η Σελήνη πήρε να ανηφορίζει ψηλά.

Η Θαΐδα κάνει απότομη μεταβολή και ξαναμπαίνει στο πολυτελές δωμάτιό της, όπου οι υπηρέτες έχουν ήδη ανάψει τους περιμετρικούς πυρσούς και κατευθύνεται σε ένα σεντούκι τοποθετημένο σε  εσοχή του απέναντι τοίχου∙ εκεί βρίσκονται θαμμένοι κάποιοι από τους προσωπικούς της ¨θησαυρούς¨. Το ανοίγει και αρχίζει να ανασκαλεύει το περιεχόμενό του.

Βρίσκει και τραβάει έξω έναν σακούλι από μαλακό δέρμα, και απ’ αυτό -στην τύχη- έναν από τους μικρούς  καλαμένιους κυλίνδρους που βρίσκονται εκεί, κι απ’ αυτόν πάλι, ένα κομμάτι πάπυρο σφιχτοδεμένο με πορφυρή κορδέλα. Τον ανοίγει.

Τα γράμματα που είχε τότε χαράξει πάνω στο κιτρινωπό φόντο, της φαίνονται τώρα παιδικά και αστεία… Και τα λόγια που σχηματίζουν επίσης…

¨Από τότε που σου ‘ρθε η ιδέα να ασχοληθείς με τη φιλοσοφία, μου έγινες σεμνός και ψηλομύτης, Ευδύθημε.

 Περνάς κάθε μέρα μπροστά από το σπίτι μου, βιαστικός, υπεροπτικός, με τα βιβλία σου στο χέρι και δε μας ρίχνεις ούτε μια ματιά.

Μήπως τρελάθηκες Ευθύδημε;

Ποιος είναι αυτός ο κακομοίρης που σου διδάσκει ετούτα τα τάχατε σπουδαία πράγματα και σε κάνει να με παραμελείς;

Εγώ ξέρω ποιος είναι. Εσύ, απ’ ότι φαίνεται, ακόμη δεν ξέρεις.

Τις προάλλες μου ζήτησε να τα φτιάξουμε, ναι να τα φτιάξουμε ερωτικά. Κι όταν είδε ότι δεν τον ήθελα γιατί προτιμούσα εσένα και ότι το βαλάντιο των σοφιστών με αφήνει αδιάφορη, άρχισε να κάνει ό, τι μπορεί για να σε κρατήσει μακριά μου[2]¨. 

Η Θαΐδα χαμογελάει γλυκόπικρα. ¨Από τότε μου τη δίνανε οι σοφολογιότατοι¨, σκέφτεται. ¨Και δεν είχα άδικο…¨

images (6)

Ένα ξερό βήξιμο από τη μεριά της πόρτας τραβάει την προσοχή της προς τα εκεί.

«Τι θέλεις Πουλχερίδιον;»

«Να σε ειδοποιήσω για δύο πράγματα ωραία μου αφέντρα», απαντάει το Πουλχερίδιον με το χαμογελαστό του ύφος.

«Λέγε».

«Μόλις έφτασε αυτό το μήνυμα για σένα».

«Φερ’ το εδώ».

Η Θαΐδα ξαναβάζει την παλιά της επιστολή στον κύλινδρο και τον κύλινδρο στο σακούλι. Μετά ανοίγει το σημείωμα που της δίνει η μικρή ακόλουθη.

Χαμογελάει καθώς διαβάζει τις λίγες ρίγες.

«Είναι ο Εύελπις», λέει. «Το περίμενα. Θέλει να με δει αύριο βράδυ».

Μένει μια στιγμή ακίνητη με το βλέμμα ονειροπόλο. «Μα γιατί αύριο; Γιατί όχι απόψε. Δεν είναι δα και τόσο αργά, είναι; Άλλωστε όλη η πόλη είναι ακόμη ξύπνια.»

Το Πουλχερίδιον κάτι θέλει να πει, αλλά η Θαΐδα δεν την αφήνει. «Να τον ειδοποιήσουμε να έρθει τώρα… Τι λές Πουλχερίδιον;»

«Δε γίνεται…» λέει η μαθητευόμενη.

«Γιατί;»

«Γιατί το δεύτερο που έχω να σου πω είναι ότι έφτασε και σε ζητάει εκείνος ο Κουκουλοφόρος. Τον έχω βάλει να περιμένει στον πρώτο προθάλαμο, και όσο και αν το πρόσωπό του είναι δυσδιάκριτο, κινείται νευρικά και μοιάζει να επείγεται…»

«Και σου είπε…;»

«Ναι, η φράση που χρησιμοποίησε είναι σωστή: Σε ζητάει, είπε, ¨στο όνομα της ιερής ελαίας¨.

Η Θαΐδα στραβώνει το όμορφο στόμα της σε μια έκφραση συγκρατημένης δυσαρέσκειας.

«Εντάξει», αποφασίζει τελικά. «Θα τον δεχτώ. Ας ξεμπερδεύουμε μ’ αυτό μια ώρα αρχύτερα». 

3

 

[1] Επίβλημα: εσάρπα, πανωφόρι

[2] Το πλήρες κείμενο της επιστολής που χρησιμοποιώ  εδώ (σε ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου), είναι δανεισμένο από τον συγγραφέα Αλκίφρονα (2ος-3ος  αιώνας μΧ) και  υπάρχει στο ¨Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.¨   Αλκίφρων: «Επιστολές Εταίρων», εκδόσεις «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», 2007.

Λέω να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την επιστολή στο παράρτημα, στο τέλος του μυθιστορήματος.

 Οι πρώτες αράδες έχουν ως εξής:

Θαῒς Εὐθυδήμῳ

Ἐξ οὗ φιλοσοφεῖν ἐπενόησας, σεμνός τις ἐγένου καὶ τὰς ὀφρῦς ὑπὲρ τοὺς κροτάφους ἐπῆρας. εἶτα σχῆμα ἔχων καὶ βιβλίδιον μετὰ χεῖρας εἰς τὴν Ἀκαδημίαν σοβεῖς, τὴν δὲ ἡμετέραν οἰκίαν ὡς οὐδὲ ἰδὼν πρότερον παρέρχῃ. ἐμάνης Εὐθύδημε· οὐκ οἶδας οἷός ἐστιν ὁ σοφιστὴς οὗτος ὁ ἐσκυθρωπακὼς καὶ τοὺς θαυμαστοὺς τούτους διεξιὼν πρὸς ὑμᾶς λόγους; ἀλλ᾽ ἐμοὶ μὲν πράγματα πόσος ἐστὶν οἴει χρόνος ἐξ οὗ παρέχει βουλόμενος ἐντυχεῖν, προσφθείρεται δὲ Ἑρπυλλίδι τῇ Μεγάρας ἄβρᾳ; τότε μὲν οὖν αὐτὸν οὐ προσιέμην· σὲ γὰρ περιβάλλουσα κοιμᾶσθαι μᾶλλον ἐβουλόμην ἢ τὸ παρὰ πάντων σοφιστῶν χρυσίον·

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Έρχομαι από το φεγγάρι (κι έχει μια Γη απόψε!)

Posted by vnottas στο 27 Ιουνίου, 2016

ατμός-μηχανών-23805022

Δύο απ’ τα ¨ποιήματα του τρένου¨ του Νίκου Μοσχοβάκου

.

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ξεκίνησα το ταξίδι μου

από το φεγγάρι.

Είχα ξεχαστεί για πολύ καιρό

στις γυμνές κοιλάδες του

χωρίς να σκέφτομαι να γυρίσω.

Έκανα παρέα με δαίμονες

που με σκλάβωσαν με την κατανόησή τους

και μού ‘φεραν σα δώρο τη λησμονιά.

Μέρες και νύχτες πέρναγαν

χωρίς ημερομηνίες

μ’ ατέρμονες αναζητήσεις

και αποφασιστικά διλήμματα.

Μέχρι που μου πήρε τα μυαλά

μια φεγγαρονεράιδα

με χαλκοπράσινα μαλλιά

και σπάνιου χαμόγελου μάτια.

Εγκατέλειψα τους δαίμονές μου

και προσκολλήθηκα πάνω της.

Μέτραγα τις ανάσες της,

τα βήματά της, τις χειρονομίες της,

αργότερα τις απουσίες

και τις απιστίες της.

Ο χρόνος ξαναγύρισε στη ζωή μου

μαζί κι η νοσταλγία

για μια επιστροφή στο παρελθόν.

Έτσι κάποια στιγμή απέδρασα

κι άρχισα πετώντας

να απομακρύνομαι από το φεγγάρι.

Το ταξίδι μου ίσως κρατήσει πολύ

ίσως αιώνες, γιατί μπερδεύομαι

με τους νόμους της βαρύτητας.

Όμως είναι βέβαιο πως θα γυρίσω

να με περιμένετε λοιπόν

εκεί στο παλιό μας στέκι

να τα πιούμε.

Έχω να σας διηγηθώ πολλά

που έμαθα σ’ αυτήν την περιπέτεια

και πρώτα απ’ όλα

να σας μεταφέρω

την προσωπική μου μαρτυρία

για το πόσο πληκτική είναι η αθανασία.

Ξεκίνησα το ταξίδι μου από το φεγγάρι.

Έρχομαι.

κ

 

 

ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΓΗ ΑΠΟΨΕ

 

Έπαιζε ολομόναχος κιθάρα

πάνω σε έναν λόφο του φεγγαριού

ο μελαγχολικός άγγελος της ανησυχίας

κολλημένες πάνω στο μυαλό του

σαν επίμονοι αχινοί, οι υποψίες

γέμιζαν τη μελωδία του νοσταλγία

την όμορφη αυτή σεληνιακή νύχτα.

Συνόδευε αεράκι δροσερό τη μουσική

κι είχε μια γη ολοστρόγγυλη στον ουρανό

που σε τρέλαινε με το άλικο φως της.

Λες να υπάρχει ζωή εκεί πάνω;

αναρωτιόταν ο κιθαρίστας άγγελος

και τα δάχτυλά του χόρευαν

παθιασμένα πάνω στις χορδές.

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Ηλίας καλπάζει προς το μέλλον

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

κ

Καβάλησε τη μηχανή του

με πριγκιπική σιγουριά ο Ηλίας

κι έφυγε αφηνιασμένος προς το μέλλον.

Ο δρόμος είχε στροφές

και χρειαζόταν όχι μόνο ικανότητα

αλλά και φρόνηση περισσή.

Με του ποιητή την κόμη ν’ ανεμίζει

οδηγούσε παθιασμένος

κι άκουγε την αυξομειούμενη

μουσική της μηχανής

ψιθυρίζοντας ρώσικες μελωδίες.

Ξαφνικά είδε τριγύρω του

άλογα να ξεχύνονται στον δρόμο

και να τρέχουν αδέσποτα

ενώ η ταχύτητά του μηδενίστηκε.

images

Αμέσως εννόησε πως τ’ άλογα εκείνα

ήταν τα δικά του άλογα

αυτά που ίππευε και τον πήγαιναν

στους δρόμους του μέλλοντος

κι είχαν αυτονομηθεί

από την διστακτική μηχανή του.

Χαμογέλασε ψύχραιμα ο Ηλίας

και σαν αληθινός ποιητής που είναι

καβάλησε ένα κατάλευκο άλογο που βρέθηκε μπροστά του

και καλπάζοντας συνέχισε απτόητος

την πορεία του προς το μέλλον.

images (33)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο ένατο. Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στην Περσέπολη

Posted by vnottas στο 13 Ιουνίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ένατο: Άφιξη στην Περσέπολη[1].images (23)

Είναι πλέον προχωρημένο απόγευμα, όταν η πολυτελής άμαξα -που τώρα εκτός από τον Άρπαλο μεταφέρει, προσκεκλημένο, και τον Εύελπι- και οι ένοπλοι ιππείς συνοδοί, φτάνουν στην οχυρωμένη περίμετρο της Περσέπολης,

Έξω από τα τείχη συναντούν τα απομεινάρια από την αρχική εγκατάσταση των συνακολουθούντων. Τώρα, ένα τμήμα της έχει μετατραπεί σε περιφραγμένο χώρο όπου έχουν συγκεντρωθεί, για λόγους ασφαλείας, ορισμένοι από τους αιχμαλώτους -κυρίως ενήλικοι αρσενικοί. Η εμπειρία υποδεικνύει ότι μια απελπισμένη απόπειρα εξέγερσης δεν μπορεί ακόμα να αποκλειστεί και, εάν συμβεί, είναι προτιμότερο να συμβεί εκτός, παρά εντός των τειχών.

Μετά την λεηλασία οι περισσότεροι από τους συνακολουθούντες έχουν εγκατασταθεί πια μέσα στα τείχη∙ είναι μάλλον δυσαρεστημένοι γιατί η πόλη που (επιτέλους) τους επέτρεψαν να δηώσουν είναι μικρότερη από ό, τι περίμεναν. Καμία σχέση με τα πλούσια Σούσα και την πληθωρική Βαβυλώνα. Επί πλέον, δεν τους άφησαν να πειράξουν τα ανακτορικά κτίρια, από όπου, εξάλλου, οι περισσότεροι θησαυροί μεταφέρθηκαν εγκαίρως αλλού. Έξω από τα τείχη παραμένουν λιγοστοί, που οπλισμένοι και καθοδηγούμενοι από έναν λόχο οπλιτών, επιτηρούν τους εξανδραποδισμένους (έναντι αντιτίμου που καταβάλλουν οι νέοι κύριοί τους) μέχρις ότου διοχετευτούν στις αγορές.    

Γύρω από την τοξωτή είσοδο, την οποία διασχίζουν τώρα οι ταξιδιώτες, τα τείχη είναι αλώβητα αφού η πόλη παραδόθηκε αμαχητί. Κάτω από την αψίδα, η φρουρά είναι σε θέση να αναγνωρίσει αμέσως τους επικεφαλής της μικρής ομάδας κι έτσι ο Εύελπις, ο Άρπαλος και οι συνοδοί τους μπαίνουν στην πόλη χωρίς πολλές διαδικασίες.

αρχείο λήψης (3)

Προσπερνώντας την πύλη, το θέαμα γίνεται  πιο θλιβερό και αλλόκοτο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν ορατά σημάδια της πρόσφατης λεηλασίας, αλλά και γιατί  -κατά κάποιο τρόπο οδυνηρή εκκρεμότητα- είναι αισθητό ότι δεν έχει ακόμη αποφασισθεί οριστικά η τύχη της πόλης.

Τα κουφώματα χάσκουν ξεχαρβαλωμένα σε πολλά μαγαζιά και σπίτια, στους τοίχους δεν έχουν σβηστεί  ακόμη οι σκούρες κηλίδες απ’ το αίμα, ενώ στις άκρες των δρόμων υπάρχουν σωροί από θρυμματισμένα αγγεία. Υπάρχουν επίσης εγκαταλειμμένα κουφάρια οικοσκευών που σύρθηκαν ως εκεί για να μοιραστούν κατά το δεύτερο χέρι της δήωσης, όταν στο πλιάτσικο ξαμολήθηκαν οι άτακτες ορδές της ¨ουράς¨ του στρατεύματος.

Ο Εύελπις αισθάνεται την καρδιά του να σφίγγεται και δεν απαντά στα  σαρκαστικά σχόλια που κάνει μονολογώντας με σφικτό στόμα ο Άρπαλος. Ο Εύελπις ήταν εδώ όταν συνέβη το κακό και δε φαίνεται να το έχει ξεπεράσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπει μια πόλη να λεηλατείται, αλλά τις άλλες φορές επρόκειτο για πόλεις που είχαν αρνηθεί να παραδοθούν, που είχαν πολεμήσει -ενίοτε άνανδρα- ή, που, εν πάση περιπτώσει, είχαν αθετήσει συμφωνίες και ειλημμένες υποχρεώσεις. Προβληματισμένος, ο Μεγαρέας, αναλογίζεται με πίκρα τα λόγια του Καλλισθένη, ¨…είμαστε εδώ για να διαδώσουμε την δόξα του έλλογου Ανθρώπου!¨

images (28)

Παρ’ όλα αυτά, στο βάθος, υψώνεται τεράστιο, επιβλητικό, το ανακτορικό συγκρότημα που δεν έχει θιγεί, όχι ακόμη τουλάχιστον, και όπου στεγάζεται τώρα η ηγεσία, καθώς και οι επιτελικές υπηρεσίες της στρατιάς. Προς τα εκεί κατευθύνεται η ομάδα ακολουθώντας τον φαρδύ δρόμο που ενώνει τη δυτική πύλη με τα ανάκτορα.  

Αν και είναι ακόμη νωρίς και ο φυσικός φωτισμός είναι ακόμη έντονος, ο δρόμος δεν έχει μεγάλη κίνηση. Λίγοι πεζοί και ακόμα λιγότερα οχήματα. Καμιά σχέση με το μεγάλο θορυβώδες παζάρι των Σούσων ή το ζαλιστικό χάος της Βαβυλώνας. Υπάρχουν βέβαια οι περιπολίες έφιππων και πεζών οπλιτών οι οποίοι, που και που, διασχίζουν το δρόμο, για να εξαφανιστούν μετά στα εκατέρωθεν στενά σοκάκια του κέντρου∙ υπάρχουν επίσης, εδώ κι εκεί, πάγκοι όπου διάφοροι συνακολουθούντες έμποροι έχουν απλώσει αντικείμενα προς ανταλλαγή ή πώληση.

Φτάνοντας στην είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος, την περίφημη ¨Πύλη των Εθνών¨, οι ταξιδιώτες χωρίζουν. Ο Εύελπις δείχνει στον Άρπαλο προς τα που πρέπει να πάει για να βρεθεί στα διαμερίσματα του βασιλιά, ενώ ο ίδιος και οι συνοδοί του κατευθύνονται προς την λεγόμενη ¨στρατιωτική γωνιά¨ του συγκροτήματος, αναζητώντας τον έτερο από τους επικεφαλής των επιτελικών υπηρεσιών που έχουν αποκληθεί ¨λόγιες¨, τον Ευμένη τον Καρδιανό.

images (25)

Ο οπλίτης της φρουράς αναγγέλλει την άφιξη του Εύελπι.

Ο Ευμένης σηκώνεται από το γραφείο και τον χαιρετά με εγκαρδιότητα. 

Ευγενική φυσιογνωμία, σπινθηροβόλα μάτια, αεικίνητο νευρώδες σώμα πολεμιστή.  Πρέπει να είναι λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερος από τον Εύελπι, όμως συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ¨παλιούς¨, αφού είναι μία επιλογή του Φίλιππου που ο Αλέξανδρος ενέκρινε, κρατώντας τον δίπλα του όταν ανέλαβε τα ηνία. Ο Ευμένης δεν είναι Μακεδόνας. Κατάγεται από την Καρδία, μια ιωνική αποικία σ’ εκείνη τη γλώσσα ξηράς που αποτελεί την βόρια όχθη του Ελλήσποντου και αποκαλείται Θρακική Χερσόνησος. Λέγεται ότι  Φίλιππος, όταν αλώνιζε την περιοχή προσαρτώντας τις πόλεις στο βασίλειό του, τον είχε τυχαία δει (και θαυμάσει) να αγωνίζεται στην παλαίστρα, προτού τον προσκαλέσει στην μακεδονική αυλή και του αναθέσει όχι στρατιωτικά, αλλά υψηλά καθήκοντα γραμματείας. Ο Αλέξανδρος βλέποντας τις οργανωτικές αλλά και τις στρατιωτικές του ικανότητες τον έχει τιμήσει εντάσσοντάς τον στους  εταίρους και μάλιστα στον στενό κύκλο όπου παίρνονται οι αποφάσεις.  Το γεγονός ότι εκτός από τα γραμματειακά του καθήκοντα είναι παρών στις μάχες, του έχει εξασφαλίσει τη συμπάθεια των βετεράνων μακεδόνων  πολεμιστών και του έχει προσδώσει πρόσθετο κύρος.

alex

«Κάθησε, έχουμε να πούμε πολλά», τον προτρέπει ο Καρδιανός. «Και πριν απ’ όλα, πες μου πως είναι ο Καλλισθένης».

«Αναρρώνει. Ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας, που ευτυχώς ήταν στα Σούσα και τον περιποιήθηκε, λέει ότι δεν θα αργήσει να είναι σε θέση να ταξιδέψει. Ο ίδιος ελπίζει να είναι εδώ πριν η στρατιά ξεκινήσει και πάλι. Εν τω μεταξύ σου στέλνει αυτές εδώ τις επιστολές, Η μία είναι για σένα και την άλλη σε παρακαλεί να την παραδώσεις στον βασιλέα, τον ίδιο».

Ο Εύελπις ακουμπά τους κυλίνδρους στο γραφείο του Ευμένη και κάθεται σε ένα είδος περσικού κλισμού, απέναντί του.

«Αν και εύχομαι να αναρρώσει το ταχύτερο, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα μας προλάβει εδώ. Θα σου πω σχετικά αργότερα. Όπως, αργότερα, θα διαβάσω με προσοχή και την γραφή του», λέει ο Ευμένης και κάθεται στην πολυθρόνα πίσω από το πολυτελές τραπέζι. «Έλαβα την επιστολή που μου έστειλες με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό και έχω ήδη ενημερώσει σε γενικές γραμμές τους εταίρους. Τώρα θέλω να μου τα πεις όλα διεξοδικά. Πες μου αναλυτικά για την απόπειρα εναντίον σας και για τις έρευνες που διεξαγάγατε».

Ο Εύελπις παίρνει μια βαθειά ανάσα.  

«Δεν είχα ακόμη καλά καλά αρχίσει την τακτοποίηση του θησαυρού στις σχετικές  εγκαταστάσεις των ανακτόρων των Σούσων…» αρχίζει την αφήγησή του.

Και συνεχίζει την λεπτομερή του εξιστόρηση για ώρα πολλή, προσθέτοντας τα βασικά σημεία των απαντήσεων που έδωσαν στα ερωτήματά του οι Πέρσες των ανακτόρων, την ανακάλυψη της υφαρπαγής των κειμηλίων  και το βασικό συμπέρασμα της έρευνας, ότι δηλαδή η επίθεση είχε ως αφετηρία την επιθυμία να  ανακτηθούν αυτά τα ¨εμβλήματα¨ και να χρησιμέψουν για την νομιμοποίηση μιας επικείμενης ανταρσίας ορισμένων Περσών ευγενών κατά του Δαρείου.

«Ήδη δημιουργήσαμε στα Σούσα μια ομάδα που διερευνά σχετικά με αυτούς του επίδοξους αντικαταστάτες του Δαρείου, έτσι ώστε, αν χρειαστεί να επέμβουμε, να έχουμε καλύτερη γνώση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων της ηγεσίας των Περσών και των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σε αυτές.  Ίσως πρέπει να διερευνήσουμε και εδώ».

«Φοβάμαι ότι μετά την λεηλασία της πόλης δεν υπάρχουν πολλοί πέρσες διατεθειμένοι να μας παράσχουν πληροφορίες και να μας βοηθήσουν. Όχι εδώ στην Περσέπολη, τουλάχιστον», λέει ο Ευμένης. «Υπάρχουν πάντως αρχεία που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα. Άλλωστε, αν κατάλαβα καλά, ήδη βοήθησαν τα μεταφρασμένα κείμενα που σας έστειλα με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό, μαζί με όσα γραπτά μπόρεσα».

«Και βέβαια, και ο Καλλισθένης σου είναι ευγνώμων γι αυτό», διευκρινίζει ο Εύελπις. «Υπάρχει φόβος να συνεχιστούν οι λεηλασίες και στα αυτοκρατορικά κτήρια;»

«Όχι όσο τα χρησιμοποιούμε εμείς.

Όμως πρέπει να σου πω κάτι που αποφασίστηκε μόλις σήμερα. Ξεκινάμε. Τις επόμενες μέρες. Συγκεκριμένα σε τρεις-τέσσερεις μέρες, αν δεν υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις. Οι προπαρασκευή έχει ολοκληρωθεί. Οι ανιχνευτές επέστρεψαν και έχουμε πλέον ικανοποιητική γνώση της διαδρομής προς τα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα των Μήδων όπου  έχει καταφύγει ο Δαρείος. Έχουμε ήδη παραδώσει τις εκτιμήσεις μας για τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσουμε κατά την πορεία προς το βορρά. Η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την μετακίνηση της στρατιάς, αλλά πολλά θα εξαρτηθούν και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν οι πληθυσμοί των περιοχών που θα διασχίσουμε.

Η απόφαση κοινοποιήθηκε ήδη στο στράτευμα. Όπου να ‘ναι θα ειδοποιηθούν και οι συνακολουθούντες. Δε μένει παρά να γίνουν οι απαραίτητες ευκτήριες τελετές και, όπως λένε οι παλιότεροι ¨Διός θέλοντος και καιρού επιτρέποντος¨ ξεκινάμε. Ο καιρός είναι αποφασιστικής σημασίας γιατί η διαδρομή που θα ακολουθήσουμε θα μας φέρει πάλι στα βουνά, και επιπλέον, πρέπει να πορευτούμε με ταχύτητα.

Γι αυτό σου έλεγα πριν ότι ο Καλλισθένης δε θα μας προλάβει εδώ, ακόμα και εάν η υγεία του αποκατασταθεί, όπως του εύχομαι, το συντομότερο. Ειδοποίησε τον να περιμένει έως ότου η στρατιά φτάσει στον επόμενο σταθμό και να ξεκινήσει μόνον όταν αισθανθεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει πορεία πάνω στα βουνά του Ζάγκρου».

«Θα τον ειδοποιήσω. Εγώ πάντως είμαι και πάλι εδώ, στην διάθεσή σου, και θα ήθελα να μου δώσεις οδηγίες για τις προτεραιότητες που υπάρχουν αυτή την στιγμή».

«Κοίταξε. Αύριο το μεσημέρι έχει συγκληθεί μία ακόμη σύσκεψη του συμβουλίου των εταίρων, στην οποία ενδέχεται να παραστεί και ο βασιλιάς. Θα κάνω μια ενημερωτική εισήγηση για διάφορα θέματα της αρμοδιότητάς μας και πιθανόν θα ζητηθούν διευκρινίσεις. Καλό θα ήταν να με συνοδεύσεις και να είσαι παρών σε αυτό το τμήμα της συζήτησης. Αν σου ζητηθεί, επανέλαβε τους αυτά που μου είπες. Εν τάξει;»

«Τιμή μου!»

«Κατά τα άλλα, -και ανάμεσα σε όλα τα άλλα- μας έχει ζητηθεί να διερευνήσουμε σχετικά με τη κατάσταση που βρίσκεται το ηθικό των οπλιτών μας. Προφανώς ο βασιλιάς, κλείνοντας την υπόθεση ¨Δαρείος¨, πρόκειται να πάρει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της εκστρατείας και θέλει να ξέρει τι σκέπτεται το στράτευμα. Τόσο οι Μακεδόνες όσο και οι λοιποί Έλληνες. Οι βάρβαροι μισθοφόροι τον ενδιαφέρουν λιγότερο. Σκέψου με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο, και το ξανασυζητάμε. Περισσότερες οδηγίες για το τι πρέπει να κάνεις, είμαι σίγουρος ότι σου έχει ήδη δώσει ο Καλλισθένης. Εγώ θα σου πω, αν χρειάζεται, την άποψή μου αφού διαβάσω το γράμμα του και εφόσον υπάρχουν εκεί σημεία που να σε αφορούν. Σύμφωνοι;

«Σύμφωνοι», λέει ο Εύελπις και σηκώνεται. Απλώνει το χέρι για τον αποχαιρετισμό, αλλά το ξανακατεβάζει αμέσως.

«Και κάτι άλλο αγαπητέ Ευμένη, που πιθανότατα σου είναι γνωστό, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι πρέπει να σου αναφέρω.

«Σε ακούω».

«Στην Περσέπολη, μαζί μου, κατέφτασε σήμερα ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ο Άρπαλος; Μαζί σου;»

«Ταξίδεψα συνοδευόμενος από δύο σωματοφύλακες. Ευτυχώς εξαιρετικοί πολεμιστές και οι δύο. Στα μισά της διαδρομής πέσαμε σε ενέδρα μιας μεγάλης ομάδας πολεμιστών, ίσως μια συμμορία ορεινών Ουξίων. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα βγάζαμε πέρα, αν δεν κατέφτανε η αρμάμαξα του Άρπαλου. Αυτός έδωσε εντολή στους τρείς συνοδούς του να εμπλακούν στην σύγκρουση και να μας βοηθήσουν. Πράγματι, έτσι καταφέραμε να τρέψουμε τους ανατολίτες σε φυγή. Από εκείνο το σημείο συνταξιδέψαμε ως εδώ».

«Ήξερα ότι μετά την επιεική απόφαση του Αλέξανδρου, έχει επιστρέψει στην Ασία και ότι σταμάτησε στην Βαβυλώνα (μια πόλη που γοητεύει έτσι κι αλλιώς τύπους σαν τον Άρπαλο) περιμένοντας να δει εάν θα του ανατεθούν  νέα καθήκοντα και τι είδους. Δεν ήξερα ότι επρόκειτο να έρθει εδώ, Αλλά γιατί όχι. Ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε. Είναι άλλωστε παλιοί φίλοι. Δεν μένει παρά να του ξαναδώσει και τα οικονομικά!  Πάντως με εκπλήττει ότι σας βοήθησε. Προφανώς δεν σε αναγνώρισε. Απ’ ότι ξέρω αντιπαθεί σφόδρα τον Καλλισθένη και όσους θεωρεί άνθρωπούς του».

«Με αναγνώρισε, εκ των υστέρων».   

«Έχε τον στον νου σου. Κανείς δε ξέρει τι ακριβώς θέλει. Νομίζω ούτε κι ο ίδιος. Πάντως ο βασιλιάς τον αγαπάει, και κανένας από όλους εμάς δεν δικαιούται να αρνηθεί την ευθυκρισία του βασιλιά χωρίς να βγάλει το ίδιο του το μάτι με το δάχτυλό του».

15_21

Όταν ο Εύελπις εγκαταλείπει τα κτίρια της επιμελητείας είναι πια νύχτα, φωτισμένη από ένα μεγάλο χρυσαφί φεγγάρι . Παρόλη την κούρασή του βρίσκεται σε υπερένταση και για αρκετή ώρα περπατάει στους δρόμους ανάμεσα στα επιβλητικά ανακτορικά κτίσματα, διχασμένος ανάμεσα σε δύο αντίρροπες επιθυμίες. Η μία, ισχυρή, σχεδόν βίαιη παρότρυνση από τα βάθη των σπλάχνων του, τον ωθεί προς τους πολυτελείς γυναικωνίτες,  όπου ξέρει ότι έχει εγκατασταθεί η Θαΐδα και η ακολουθία της. Η άλλη προέρχεται απ’ την σωρευμένη εξάντληση από το ταξίδι και τον σπρώχνει προς το παλιό του κατάλυμα, όπου, ύστερα από εντολή του Ευμένη, πρέπει να τον περιμένουν δύο υπηρέτες, έτοιμοι να τον περιποιηθούν. Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά του τον φέρνουν μπροστά στα σκαλοπάτια του γυναικωνίτη. Δεν τα ανεβαίνει. Σκέφτεται ότι δεν ξέρει ποιον θα μπορούσε να βρει εκεί. Και, επιπλέον, ότι σαν θα την συναντήσει θα πρέπει  να είναι πιο ξεκούραστος και πιο ευπαρουσίαστος απ’ ό, τι τώρα. Παίρνει το δρόμο προς το οίκημα που του έχει αποδοθεί. Θα της στείλει, απόψε κιόλας, μήνυμα ότι έφτασε και ότι θα ήθελε να την επισκεφτεί, αν είναι δυνατόν, αύριο το βράδυ.

images (22)

[1]Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι η πρωτεύουσα πόλη της περσικής αυτοκρατορίας δεν μπορεί παρά να είναι η τεράστια πολύβουη εντυπωσιακή Βαβυλώνα, ή έστω τα ανακαινισμένα από τον Ξέρξη Σούσα, ή πάλι, η παλιά γνήσια περσική πόλη των Πασαργάδων, όπου βρισκόταν ο τάφος του Κύρου. Τελικά πείστηκαν ότι οι τρεις αυτές πόλεις στις οποίες κατοικούσαν κατά διαστήματα οι μεγάλοι βασιλείς, ασκούσαν και οι τρεις πρωτεύοντα ρόλο. Όμως οι Πέρσες είχαν χτίσει ακόμη μια πρωτεύουσα, που οι έλληνες αποκάλεσαν Περσέπολη, όχι ιδιαίτερα εκτεταμένη, με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια, αλλά με μάλλον αδύναμη οικονομική και κοινωνική ζωή, την οποία χρησιμοποιούσαν κυρίως  ως χώρο υποδοχής των πρεσβειών των κατεκτημένων χωρών καθώς και για άλλες τελετουργικές χρήσεις.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Στη σκιά των συζύγων

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2016

11058381_941973229179155_7719538206387779765_n

Οι ¨καθώς πρέπει¨ τύποι, ας συγκρατηθούνε

μα τον Τιτανικό αν κυβερνούσα εγώ

πριν καταβυθιστεί, θα ‘λεγα να σωθούνε

οι άπιστες πρώτα γυναίκες, χωρίς δισταγμό.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Αυτές το γιατρικό, -και να μην εκπλαγείτε-

στου μοναχικού τα πάθη και τον πυρετό,

απλόχερα προσφέρουν, μην τις παρεξηγείτε

πρόκειται κατά βάθος… για αλτρουισμό.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Ερωτευτείτε εσείς μ’ όποια σας κάνει κέφι,

όμως και μένα ακούστε, μιλάω σοβαρά:

η άπιστη της πλήξης  διώχνει μακριά τα νέφη

κι όσο για τους συζύγους… τα πάω μια χαρά.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Όμως για σιγουριά, αυτούς που ‘χω γνωρίσει

τους έχω κοσκινίσει εξαντλητικώς

Αν η κυρία Τάδε με έχει κατακτήσει

θα πρέπει να μ’ αρέσει ο Τάδε κι αυτός.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Πρέπει ο κύριος Τάδε να ‘ν από τέλεια πάστα

αλλιώς αλλάζω γνώμη και τα παρατώ

να ‘ναι καλό παιδί -αν όχι, βρασ’ τα κι άστα-

εκείνος που απ’ το ίδιο ποτήρι θα πιώ.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Όταν ήμουν μικρός, και μου ‘λειπε η εμπειρία

έκανα που και που σφάλματα αισθητικής

τα ‘μπλεκα με συζύγους που ασκούσαν εξουσία,

ήτανε λάθη της φάσης της εφηβικής.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Πείτε πως είμαι λοξός ή και  κολλημένος

μ’ αυτός που μαζί του θα  γίνω ασφαλώς κολλητός

περνώντας την σκυτάλη, στεγνός ή ιδρωμένος,

πρέπει να ειν’ ευπατρίδης και διακριτικός.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ  / είμαι μαζί τους.

*

Μα κι άθλιους συζύγους εάν θα συναντήσεις

να μη ξεχνάς τους καλούς, ευγενείς και σωστούς

που όσο και αν εκείνες, εν τέλει, θες  ν’ αφήσεις

τις κρατάς λίγο ακόμη μπας και χάσεις κι αυτούς.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Αυτές τις μέρες, έχω κι εγώ μία κυρία

που, για να τα λέμε όλα, χωρίς κέφι τιμώ

όμως με τον δικό της σαν το Δάμωνα με τον Φιντία

γίναμε φίλοι, γι αυτό και δεν την παρατώ.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Κι όταν εκνευρισμένη απ’ τη σχέση μας που φθίνει

βρίσκει εκείνη έναν τρίτο και με απατά,

έτσι και πω πως, για μένα, αυτός  ο κύκλος κλείνει,

ο σύζυγός μ’ ικετεύει: ne me quittez pas!

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Μένω κι ο ένας τον άλλο έτσι παρηγορούμε:

¨είσαι ο κερασφόρος που προτιμώ¨

λέω εγώ, κι εκείνος: ¨μπορεί να προηγούμαι,

αλλά μαζί σου θα ήθελα κάτι κοινό¨.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Kι αν αργεί η Σουρλουλού απ’ τα ραντεβού να γυρίσει

κι όταν τυχαίνει να ‘χει ρεπό κι η νταντά

κι ο σύζυγος στο ψάρεμα έχει καθυστερήσει

θα ‘μαι εγώ, ο φουκαράς, που κρατάει τα παιδιά…

Πέτρες να μην πετάτε στις άπιστες, πια!!!

il-magnifico-cornuto-(1964)

Ολίγες διευκρινίσεις για το Ιλαρο (τραγικό) τραγουδάκι του Georges Brassens ¨Στη σκιά των συζύγων¨ και την προσπάθεια απόδοσής του στα Ελληνικά.

*Στη δεύτερη στροφή ο Μπρασένς μιλάει, πιο συγκεκριμένα, για τις γυναίκες των σιδηροδρομικών στις οποίες και αποδίδει τα δέοντα εύσημα (σύμφωνα με τη γαλλική παράδοση οι σταθμάρχες συντηρούν την καλλίτερη ομάδα απίστων). Στα ελληνικά η αναφορά αυτή δεν ¨χώρεσε¨.

*Στην έκτη στροφή μιλάει για τις άπιστες που πλέον αποφεύγει: τις γυναίκες των flics (¨μπάτσων¨)∙ εδώ το αποδώσαμε ως ¨γυναίκες αυτών που ασκούν εξουσία¨.

*Στην ένατη στροφή αντί για τον Ορέστη και τον Πυλάδη χρησιμοποιήσαμε τον Δάμωνα και τον Φιντία. – βόλευε καλύτερα στη ρίμα με την ¨κυρία¨.

*Στην δέκατη στροφή:, το ¨ne me quittez pas!¨ -το άφησα ως έχει. Εκτός από απελπισμένη έκκληση (μη μ’ αφήνεις!), παραπέμπει στο περίφημο τραγούδι του Ζακ Μπρελ.

*Στη δωδέκατη στροφή: Σουρλουλού  -απαιτεί σύμπτυξη συλλαβών, αλλά αποδίδει καλύτερα το πνεύμα του δημιουργού (pimbêche:  nom féminin: Femme prétentieuse, arrogante, capricieuse).

Ο Μπρασένς σε μια ζωντανή ηχογράφηση

***

Ανάγνωση της απόδοσης στα Ελληνικά

departing-for-the-sabbatt-L-e1416523699772

A l’ombre des maris

Les dragons de vertu n’en prennent pas ombrage, 
Si j’avais eu l’honneur de commander à bord, 
A bord du Titanic quand il a fait naufrage, 
J’aurais crié : «Les femm’s adultères d’abord !» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Car, pour combler les voeux, calmer la fièvre ardente 
Du pauvre solitaire et qui n’est pas de bois, 
Nulle n’est comparable à l’épouse inconstante. 
Femmes de chefs de gar’, c’est vous la fleur d’époi 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Quant à vous, messeigneurs, aimez à votre guise, 
En ce qui me concerne, ayant un jour compris 
Qu’une femme adultère est plus qu’une autre exquise, 
Je cherche mon bonheur à l’ombre des maris. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


A l’ombre des maris mais, cela va sans dire, 
Pas n’importe lesquels, je les tri’, les choisis. 
Si madame Dupont, d’aventure, m’attire, 
Il faut que, par surcroît, Dupont me plaise aussi ! 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…

.
Il convient que le bougre ait une bonne poire 
Sinon, me ravisant, je détale à grands pas, 
Car je suis difficile et me refuse à boire 
Dans le verr’ d’un monsieur qui ne me revient pas. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


Ils sont loin mes débuts où, manquant de pratique, 
Sur des femmes de flics je mis mon dévolu. 
Je n’étais pas encore ouvert à l’esthétique. 
Cette faute de goût je ne la commets plus. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Oui, je suis tatillon, pointilleux, mais j’estime 
Que le mari doit être un gentleman complet, 
Car on finit tous deux par devenir intimes 
A force, à force de se passer le relais. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Mais si l’on tombe, hélas ! sur des maris infâmes, 
Certains sont si courtois, si bons, si chaleureux, 
Que, même après avoir cessé d’aimer leur femme, 
On fait encor semblant uniquement pour eux. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
C’est mon cas ces temps-ci, je suis triste, malade, 
Quand je dois faire honneur à certaine pécore. 
Mais, son mari et moi, c’est Oreste et Pylade, 
Et, pour garder l’ami, je la cajole encore. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Non contente de me déplaire, elle me trompe, 
Et les jours où, furieux, voulant tout mettre à bas, 
Je cri’ : «La coupe est pleine, il est temps que je rompe !» 
Le mari me suppli’ : «Non, ne me quittez pas !» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Et je reste, et, tous deux, ensemble, on se flagorne. 
Moi, je lui dis : «C’est vous mon cocu préféré.» 
Il me réplique alors : «Entre toutes mes cornes, 
Celles que je vous dois, mon cher, me sont sacré’s.» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


Et je reste et, parfois, lorsque cette pimbêche 
S’attarde en compagni’ de son nouvel amant, 
Que la nurse est sorti’, le mari à la pêche, 
C’est moi, pauvre de moi ! qui garde les enfants. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère.
mesopotamian-art-08-300x267

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο μικρός μαθητής και ο περίεργος Σιγιμούνδος

Posted by vnottas στο 3 Ιουνίου, 2016

Δύο πρόσφατα ποιήματα του Νίκου Μοχοβάκου (με έκτακτη συμμετοχή -στο δεύτερο- του Νότη του Κρητός)

ΔΙΕΔΟΘΗ

ΜΑΘΗΤΗΣ

                                                                                                                                                                               

Τέντωσε τους μηρούς του ο μικρός μαθητής

σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών

και ξάνοιξε πάνω από τον τοίχο της μάντρας.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε κει

είδε τότε πως τα πράγματα

δεν ήταν όπως τα ‘λεγε ο δάσκαλος.

Την άλλη μέρα δεν πήγε σχολείο

ούτε και τις επόμενες.

Χάθηκε μέσα στον χρόνο.

Διεδόθη πως έγινε επαναστάτης.

images (6)

****

images (11)

Ο ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ ΣΙΓΙΜΟΥΝΔΟΣ

Ο Σιγιμούνδος μόλις ξεμπάρκαρε

σε κάποιο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας

ίσως στην Κωστάντζα

ζήτησε από τη γυναίκα του κατά λεπτώς λογαριασμό

πού ξόδεψε τα λίγα χρήματα

που της αναλογούσαν για τ’ αναγκαία.

Ότι κι αν του ‘πε εκείνη

δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή.

Την κοίταζε αυστηρά

πίσω από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου

που φορούσε

και στο τέλος αναστατωμένος

της επέβαλε την αυστηρή ποινή

της πάση θυσία συλλογής

πενήντα φακέλων μαύρης ζάχαρης.

Ήθελε να τα πάρει μαζί του για ασφάλεια

όπως αιτιολόγησε την απόφασή του

στο νέο ταξίδι που είχε

να διασχίσει τη Νεκρά Θάλασσα

και την έρημο του Σινά.

Όλοι έμειναν ικανοποιημένοι όταν το έμαθαν

γιατί απέφυγε η καημένη τα χειρότερα.

Ο βιογράφος του βέβαια Νότης ο Κρης

γνωστός ρεμπέτης του μεσαίωνα

καταγράφει το περιστατικό

για να το διαβάζουν

στο μέλλον οι σουφραζέτες

προκειμένου να τον συμπεριλάβουν

στις προγραφές τους.

top-5-feminist-movements-2

Σημείωση σχετική με  παλιότερη ανάρτηση: Έκανα κάποιες συμπληρωματικές διορθώσεις (κυρίως στην επωδό) στην παλιότερη μετάφραση / απόδοση του τραγουδιού του Μπρασένς  Le pluriel (εδώ)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | 2 Comments »

Χιουμοριστικό τραγουδάκι: Αν ήταν λίγο χαριτωμένη (Si seulement elle était jolie)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2016

(Απελπισμένα!) χιουμοριστικό  τραγουδάκι που ο Ζωρζ Μπρασένς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει και που κυκλοφόρησε αργότερα, όταν ο Γιώργης είχε φύγει , από τον Jean Bertola (1985), εδώ σε μια ερασιτεχνική προσπάθεια ελεύθερης απόδοσης στα ελληνικά. Σας θυμίζω και το παραπλήσιο ¨Μισογυνισμού εξαιρουμένου¨ που σας είχα, εξ ίσου ερασιτεχνικά, μεταφράσει/αποδώσει παλιότερα (εδώ).

i-antzelina-tzoli-ensarkonei-tin-pio-diasimi-magissa

To κείμενο στα γαλλικά

Si seulement elle était jolie

Si seulement elle était jolie
Je dirais: «tout n’est pas perdu.
Elle est folle, c’est entendu,
Mais quelle beauté accomplie!»
Hélas elle est plus laide bientôt
Que les sept péchés capitaux
Que les sept péchés capitaux

*

Si seulement elle avait des formes,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est moche c’est entendu,
Mais c’est Venus copie conforme.»
Malheureusement, c’est désolant,
C’est le vrai squelette ambulant
C’est le vrai squelette ambulant.

*

Si seulement elle était gentille,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est plate c’est entendu,
mais c’est la meilleure des filles.»
Malheureusement c’est un chameau,
Un succube, tranchons le mot
Un succube, tranchons le mot.

*

Si elle était intelligente,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est vache, c’est entendu,

Mais c’est une femme savante.»
Malheureusement elle est très bête
Et tout à fait analphabète
Et tout à fait analphabète.

*

Si seulement l’était cuisinière,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est sotte, c’est entendu,
Mais quelle artiste culinaire!»
Malheureusement sa chère m’a
Pour toujours gâté l’estomac
Pour toujours gâté l’estomac.

*

Si seulement elle était fidèle,
Je dirais :»tout n’est pas perdu,
Elle m’empoisonne, c’est entendu,
Mais c’est une épouse modèle.»
Malheureusement elle est, papa,
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!

*

Si seulement l’était moribonde,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle me trompe c’est entendu,
Mais elle va quitter le monde.»
Malheureusement jamais elle tousse:
Elle nous enterrera tous
Elle nous enterrera tous.

images (2)

Αν ήταν λίγο χαριτωμένη

magisa-650x250

Ας ήτανε χαριτωμένη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει κάπως σε γαρίδα

κι ας είναι πάντα γουρλωμένη.

Μα, ωιμέ, αυτό που φέρνει σοκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ.

μπουλντόγκ2

                   Αν είχε και καμιά  καμπύλη                     

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

μπορεί να φέρνει σε πανίδα,

μα ‘χει για ¨πιάσιμο¨ την ύλη.

Μα, αλί, η εν λόγω δεσποινίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα!

άσχημη-πα-αιά-μάγισσα-κινούμενων-σχε-ίων-με-τη-σκεπτόμενη-φυσα-ί-α-52881602

Ας ήταν μόνο ευγενική

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει σ’ οδοντογλυφίδα,

είναι τουλάχιστον σωστή.

Μα , ωιμέ, σε φτύνει σα γκαμήλα,

έχει μια μόνιμη ξινίλα

κι έχει το τακτ ενός γορίλα!

paper.2

Μόνο να ήταν έξυπνη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα,

ας σου θυμίζει τον Αττίλα,

είναι τουλάχιστον σοφή.

Μα, ωιμέ, από γράμματα μηδέν

και από πνεύμα γκαζοζέν

και από πνεύμα γκαζοζέν!

20060924_223207_Atilla

Ας ήξερε να μαγειρεύει

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας είναι ξύπνια σαν οβίδα,

στην κατσαρόλα σε μαγεύει.

Μα, ωιμέ, με λίπη και με πάχη

μου καταστρέφει το στομάχι

μου ‘χει διαλύσει το στομάχι!

images (3)

Να ‘ταν τουλάχιστον πιστή

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

ας με φλομώνει στη θερμίδα

δεν είναι καμιά κουνιστή.

Μα αλίμονο: σ’ όποιον αντέχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει!

αρχείο λήψης

Στον τάφο αν είχε το να πόδι,

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα

κι ας μ’ απατάει σαν βακχίδα

με κάθε Πάνα τραγοπόδη

Ωιμέ, μα όλους του διαβόλους,

αυτή θε να μας θάψει όλους

αυτή θε να μας θάψει όλους!

54-cebf-ceb3ceb9ceb1cf84cf81cf8ccf82-cf84ceb7cf82-cf80ceb1cebdcf8ecebbceb7cf82-cf87ceb1cf81ceb1cebacf84ceb9cebacf8c-cf84cebfcf85-cf80

*

Με τον Bertola

Μία ανάγνωση

Κι επειδή οι αρσενικές κακίες υποκρύπτουν συνήθως αγάπη ή ζήλεια, ιδού και ένα ελληνικό (παλιότερο) τραγουδάκι του Γιώργου Οικονομίδη: ¨Ζήλεια¨ ( Οικονομίδης Γ. , Ανύσιος Μ. 1946 – εισβολή του σουίνγκ στην Ευρώπη)

Ο Οικονομίδης 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας…

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2016

images

Για τα πολιτικά, σώνει και καλά, αν μουρμουράτε

αν και, πώς να το πω, την όρεξη μου  χαλάτε…

αντε, μιλήστε και γι αυτά, δεν βγάζω το κουμπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

ΚΑΤΩ! της μούσας του έρωτα κάθε κομπογιαννίτης

κι όσοι  τον κώλο γλύφουνε της Θείας Αφροδίτης

και κάτι αρτίστες που κολλάν σαν να τανε τσιμπούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ήμουν ως χτες ειρηνιστής σε όλη τη ζωή μου.

Δεν ήμουν διόλου τσαμπουκάς, μα  έτυχε η δική μου

ναναι καργιόλα ολίγον τι και όχι κελεπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

stoli_71024-600x600Ήτανε λέει ορφανό και κόκκινα φορούσε,

είπε θα πάει στη γιαγιά,  που μοναχή της ζούσε,

με τόση δα κοντή ποδιά, στο στόμα γλειφιτζούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Περίμενα τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα,

περίμενα ένα χρόνο και ακόμη παραπέρα,

κανένα λύκο αντάμωσε, μου φαίνεται, λιγούρη…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

B 36489

Αυτό το μούτρο, ο Έρωτας, τρελαίνεται για πλάκες

τα βέλη φαρμακώνει ευθύς και ψάχνει να βρει βλάκες

κι είναι φαρμάκι ζόρικο, δεν ειναι κανναβούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Κι όπως συμβαίνει που και που κάτω απ’  τα πέταλά της

η μαργαρίτα έχει σκορπιούς κι αράχνες της απάτης·

λάγνα οχιά απαίσια και ατίθασο μαμούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ο έβδομος ο ουρανός στην κεφαλή μου αν πέσει 

και η απελπισία μου στον τάφο αν θα βρει θέση  

Ένα μονάχα θα σας πω πριν  το αιώνιο χουζούρι:

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

***

0

Εδώ από τον Μπρασένς

Εδώ στα Ρωσικά

…και μία ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα…

Sauf le respect que je vous dois 

Si vous y tenez tant parlez-moi des affaires publiques 
Encor que ce sujet me rende un peu mélancolique 
Parlez-m’en toujours je n’vous en tiendrai pas rigueur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Fi des chantres bêlant qui taquine la muse érotique 
Des poètes galants qui lèchent le cul d’Aphrodite 
Des auteurs courtois qui vont en se frappant le c?ur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Naguère mes idées reposaient sur la non-violence 
Mon agressivité je l’avait réduite au silence 
Mais tout tourne court ma compagne était une gueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ancienne enfant trouvée n’ayant connu père ni mère 
Coiffée d’un chap’ron rouge ell’ s’en fut ironie amère 
Porter soi-disant une galette à son aïeule 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Je l’attendis un soir je l’attendis jusqu’à l’aurore 
Je l’attendis un an pour peu je l’attendrais encore 
Un loup de rencontre aura séduite cette fugueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Cupidon ce salaud geste qui chez lui n’est pas rare 
Avait trempé sa flèche dans le curare 
Le philtre magique avait tout du bouillon d’onze heures 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ainsi qu’il est fréquent sous la blancheur de ses pétales 
La marguerite cachait une tarentule un crotale 
Une vraie vipère à la fois lubrique et visqueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Que le septième ciel sur ma pauvre tête retombe 
Lorsque le désespoir m’aura mis au bord de la tombe 
Cet ultime discours s’exhalera de mon linceul 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois

redridinghood2-ipop.gr_-600x600

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι (από το ιστολόγιο ενός φοιτητή δημοσιογραφίας του ΑΠΘ)

Posted by vnottas στο 21 Μαΐου, 2016

Αυτές τις μέρες το Ιστολογοφόρο κλείνει εννέα χρόνια αρμένισμα στον διαδικτυακό ωκεανό. Όταν απέπλευσε, τον Μάη του 2007, φιλοδοξούσε ανάμεσα στα άλλα να χρησιμέψει ως βοηθητικό διδακτικό εργαλείο, μια που ο συντάκτης του δίδασκε τότε κοινωνιολογικά-επικοινωνιακά μαθήματα στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου. (Πράγματι οι φοιτητές μου προτιμούσαν ήδη να ενημερώνονται από το διαδίκτυο παρά από τον πίνακα ανακοινώσεων). Αυτή η χρήση κράτησε ως τον Αύγουστο του 2013, όταν ο υποφαινόμενος (ελπίζω όχι ως ένας από τους τελευταίους Μοϊκανούς) βγήκε στη σύνταξη.

Αυτές τις μέρες αναρωτιόμουνα αν θα έπρεπε να αναρτήσω κάποιο είδος επετειακού κειμένου ¨επί τη ευκαιρία¨. Τελικά αντί για ¨απολογητικό¨ ή ¨απολογιστικό¨ κείμενο, προτιμώ να αναδημοσιεύσω μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση από το ιστολόγιο ενός σημερινού φοιτητή του τμήματος (το πρωτότυπο εδώ)

[Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά (οι φοιτητές μου) μου λείπουν]

Σημείωση: Αμέσως μετά σας έχω σχεδόν έτοιμη και την μετάφραση-απόδοση του τεσσαρακοστού  Μπρασένς με τίτλο ¨Με όλο τον σεβασμό μου για σας¨

DCIM101GOPROGOPR1964. Processed with VSCO with b4 preset

Capturing the Wide World

Η σχολή μου, δηλαδή η σχολή δημοσιογραφίας στο ΑΠΘ, έχει ένα ευρύ πρόγραμμα σπουδών. Είναι μάλλον μία σχολή εφ’ όλης της ύλης, όπως θα είναι και το επαγγελματικό μέλλον των φοιτητών της. Δεν ξέρω πώς ακριβώς διδάσκεις σε κάποιον το δημοσιογραφικό επάγγελμα και αν ρωτήσετε τους κακεντρεχείς, ούτε οι καθηγητές μου.

Στη σχολή μου δεν υπάρχουν μαθήματα Ρουφιανιά I και Ρουφιανιά II, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Δεν είναι κρυφό επίσης πως η πλειοψηφία έχει συνδέσει το δημοσιογραφικό επάγγελμα με ρυπαρά, διεφθαρμένα ποντίκια που θυσιάζουν όλα τους τα πιστεύω για μια καρέκλα και έναν παχουλό μισθό.

Αναρωτιέμαι δύο πράγματα. Το πρώτο είναι πόσοι απόφοιτοι της σχολής μου θα ασχοληθούν με το δημοσιογραφικό επάγγελμα και η απάντηση είναι «ελάχιστοι». Το δεύτερο είναι πόσοι από αυτούς θα είναι διεφθαρμένοι και πόσο, και η απάντηση είναι «δεν έχω την παραμικρή ιδέα».

Μου φαίνεται ενδιαφέρον που έχω δίπλα μου στο αμφιθέατρο τον εν δυνάμει Ευαγγελάτο. Τι μπορείς να πεις σε έναν ανερχόμενο Ευαγγελάτο; Μπορείς να τον δέσεις σε μια καρέκλα και να τον βασανίσεις μέχρι να παραδεχτεί ότι είναι ο πατέρας του Σαντικάι. Μπορείς επίσης να του δώσεις 18 παράσημα ανδρείας για τα 18 χρόνια που είναι σε σχέση με την Τατιάνα Στεφανίδου. Αλλά εκτός αυτού; Τι;

Προσφάτως σε ένα μάθημά μου ήρθε ένας από τους μάγειρες του Estrella (ένα εστιατόριο στη Θεσσαλονίκη), ο Δημήτρης Κοπαράνης. Ο Δημήτρης εκτός από μάγειρας είναι και συμφοιτητής μου, οπότε το ότι ήρθε στο μάθημα δεν είναι «επίτευγμα» αλλά «δείγμα καλού φοιτητή». Ο Δημήτρης λοιπόν ετοίμασε ένα easy-to-make προφιτερόλ. Παρόλο που οι πιθανότητες ήταν εναντίον του, κατάφερε να το ετοιμάσει μέσα σε μία αίθουσα με 27 κινητά να μαγνητοσκοπούν κάθε του κίνηση.

Το θέμα του μαθήματος ήταν η live κάλυψη αυτού του event από τους φοιτητές μέσω των social media. Φωτογραφίες, βίντεο, «αχ Δημήτρη ξαναχτύπα λίγο την κρέμα γιατί δε βγήκε καλή η φωτό» και άλλα τέτοια στιγμιότυπα από το backstage κάθε καλού ρεπορτάζ. Ο Δημήτρης μου είχε δώσει δύο κουτιά με κρέμα σαντιγί και τα κατέβασα στη γραμματεία, όπου έχει ψυγείο.

DCIM101GOPROGOPR1969. Processed with VSCO with f2 preset

Κατεβαίνοντας λοιπόν αντίκρυσα στον τοίχο του πρώτου ορόφου, δίπλα ακριβώς από την γραμματεία, το σύνθημα «Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης», την ίδια στιγμή που 3 ορόφους πάνω μία νέα φουρνιά –ενδεχόμενων- δημοσιογράφων ήταν κατά κάποιον τρόπο «επί τω έργω» σε αυτήν την μάλλον απλοϊκή άσκηση. Μία άσκηση που δε σηκώνει παρερμηνεία, πίσω από την οποία δεν κρύβεται κανένα απολύτως συμφέρον και για την οποία δεν θα νοιαστεί απολύτως κανένας.

Με προβλημάτισε λοιπόν το ότι αυτό ίσως είναι το μέλλον. Ίσως κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το τρυπάκι του να δουλεύει τον κόσμο για παραπάνω λεφτά το μήνα. Με τρομάζει ακόμα περισσότερο το ότι αρκετοί «επαγγελματίες» δεν βλέπουν το κακό στο να φουσκώνουν λίγο τα νέα και το θεωρούν άκακο. Η άγνοια είναι άλλωστε απείρως χειρότερη της ραδιουργίας.

Δεν είχα και πολύ χρόνο να το σκεφτώ, οπότε έβαλα τη σαντιγί στο ψυγείο και ανέβηκα στον τέταρτο. Κανένας από τους συμφοιτητές μου δεν μου κάνει για μέλλον λαμόγιο. Κανένας δε θέλω να πιστεύω πως θα κοροϊδεύει την κοινή γνώμη για κάποια ευρώ τον μήνα. Στη φαρέτρα μου έχω μόνο αυτήν την ελπίδα αλλά μου αρκεί. Άλλωστε, για την νέα φουρνιά, δεν ξέρω αν είμαστε αλήτες και ρουφιάνοι: το μόνο σίγουρο είναι πως δεν είμαστε -ακόμη- δημοσιογράφοι.

Δυστυχώς, ένας αρκεί για να χαλάσει την πιάτσα. Αν υπάρχουν χίλιοι πάγκοι που πουλούν δυσάρεστες αλήθειες, θα σχηματιστεί ουρά στον έναν πάγκο που πουλά παρηγορητικά ψέματα. images (1)

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο Όγδοο: Η μύηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2016

 

οο

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο όγδοο. Ο Οινοκράτης και η μυητική τελετή

Εάν ο Οινοκράτης δεν είχε δει τον τελευταίο καιρό όνειρα, όνειρα από εκείνα που εξελίσσονται κάπου ανάμεσα σ’ ένα ασαφές υπερβατικό σκηνικό και σε μια θολή γήινη πραγματικότητα, ίσως δεν θα είχε μέτρο σύγκρισης προκειμένου να περιγράψει την εμπειρία της ημέρας εκείνης. Ωστόσο, καταλήγει ότι αυτήν την αίσθηση, την κάπως περίεργη, την κάπως ανησυχητική, την με κάποια έξαρση, την με κάποιο κατακάθι,  την είχε ¨εν τινι μέτρω¨ ξανααισθανθεί μόνον σε αυτά τα αλλόκοτα όνειρα που   τον κατακλύζουν τελευταία.

Είχαν έρθει να τον πάρουν δύο εντυπωσιακοί παιδαράδες οπλίτες, ντυμένοι με την καλή τους στολή, που είναι και οι τελευταίοι των οποίων είδε τα πρόσωπα εκείνη τη μέρα.  Αυτοί, χωρίς περιττά λόγια, -για να είμαστε πιο ακριβείς, χωρίς να βγάλουν μιλιά –  περιορίστηκαν στο να του δέσουν τα μάτια με ένα μαλακό μαύρο ύφασμα και, μετά, να τον επιβιβάσουν σε μια κλειστή άμαξα.

Καλπασμός, τίκι τάκα πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων των Σούσων και μετά σούρσιμο πάνω σε χωματόδρομους ποιος ξέρει που.

Χλιμίντρισμα, σταμάτημα κάπου, ή κάπου αλλού!

Κάποιος να τον τραβάει για να κατεβεί απ’ την άμαξα.

Κάποιος να του δίνει την άκρη ενός μπαστουνιού. Κάποιος, που κρατάει την άλλη άκρη, να τον τραβάει προς τα κάπου.

Περπάτημα. Στροφές. Μυρωδιά υγρασίας, ίσως μούχλας.

Σκαλοπάτια ανηφορικά. Σκαλοπάτια κατηφορικά, γλιστερά.

Αντήχηση. Για να φτιάχνει τέτοια αντήχηση, ο χώρος πρέπει να είναι κλειστός και ψηλοτάβανος, ίσως θολωτός.

Τον στήνουν όρθιο σε κάποιο σημείο. Μυρωδιές μυστηριώδεις, απροσδιόριστης προέλευσης, που αιωρούνται…

Τώρα επικρατεί απόλυτη σιγή!

ο

Έξαφνα, μια συγχρονισμένη χορωδιακή βοή αρχίζει υπόκωφα και ανελίσσεται αστραπιαία σε οξύτατη ιαχή.

Ο Οινοκράτης τρομάζει, όπως θα τρόμαζε οποιοσδήποτε που θα του έκαναν ξαφνικά και απροειδοποίητα ¨μπαμ¨ πίσω από τ’ αφτί∙ για να τα λέμε όλα: ίσως και λίγο περισσότερο.

Η ιαχή καταλαγιάζει και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή μουρμούρα. Ο Οινοκράτης ηρεμεί και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς λένε. Δεν τα καταφέρνει.

Παύση. Δονούμενη ανησυχητική σιγή.

Κάποιος του βάζει ένα κουτάλι ανάμεσα στα δόντια. Κατάποση εκ των πραγμάτων στραβή. Γεύση γλυκόπικρη!

Παύει να είναι ακριβώς ξύπνιος ή ακριβώς εν υπνώσει, αλλά αρχίζει να καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει το μουρμουρητό που ξαναρχίζει.

Πρόκειται για μια θεϊκή ιστορία!

Άγνωστη;

Όχι. Γνωστή!

Prometheus-Hercules

Ζωντανεύει ο ¨μύθος¨ του τιτάνα Προμηθέα, εκείνου που ¨πρώτα σκέφτεται¨. Του γιού του Ιαπετού και της Θέμιδας, της μητέρας προστάτιδας της ανθρώπινης τάξης και των θεσμών.

Του Προμηθέα που μεγαλώνει αλλιώτικος από τους άλλους τιτάνες και αλλιώτικος κι από τους Ολύμπιους.

Του Προμηθέα που αγαπάει τους θνητούς σε βαθμό που να αποπειραθεί, για χάρη τους, να ξεγελάσει τους θεούς.

Του Προμηθέα που μπάζει τους θνητούς στο θεϊκό παιχνίδι, χαρίζοντάς τους καινούργια μυστήρια όπλα!

Του Προμηθέα που δρα κρυφά για το κοινό ανθρώπινο καλό.

Του Προμηθέα που δρα κρυφά, αλλά χαρίζει τη Γνώση!

Του Προμηθέα που παρακούει, αλλά ¨προμηθεύει¨ την φωτιά της κατασκευής και της κάθαρσης!

Του Προμηθέα που θα διωχθεί, θα βασανιστεί!

Του Προμηθέα που θα δικαιωθεί τελικά χάρη στην παρέμβαση του ημίθεου προγόνου: του μαχητή Ηρακλή!

Μία φωνή, μόνη, αναρωτιέται:

«Είναι ένοχος για όλα αυτά ο Προμηθέας;»

«Όχι», απαντούν εν χορώ πολλές φωνές. «Είναι αθώος!»

«Είναι αθώος», ψελλίζει και ο Οινοκράτης, πεισμένος μεν, αλλά με βαριά βλέφαρα.

Πρέπει κάπου να υπάρχει ένα κύμβαλο με ήχο βαθύ. Ηχεί και η αφήγηση ολοκληρώνεται.

Κάποιος πλησιάζει και αφαιρεί τον μαύρο επίδεσμο από τα μάτια του Οινοκράτη.

Η ορατότητα δεν βελτιώνεται. Η αίθουσα είναι μαύρη. Η οροφή δεν διακρίνεται, ούτε οι περιμετρικοί τοίχοι. Οι παρόντες είναι τυλιγμένοι στο ανεπαρκές ημίφως λίγων και ασθενικών επικρεμάμενων καντηλιών και σε μελανές τηβέννους. Και φορούν μάσκες που μοιάζουν με εκείνες των ηθοποιών στις τραγωδίες.

greek11

Ένας απ’ αυτούς κάνει δυο βήματα μπροστά και ρωτάει υψηλόφωνα.

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ο Οινοκράτης δεν είναι σε θέση να απαντήσει και κατά συνέπεια δεν απαντά. Βρίσκεται ακόμη στον Καύκασο και παρακολουθεί με δέος την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον Ηρακλή τον ροπαλοφόρο, κάτω από τις επευφημίες των θνητών που έτυχε να είναι ζωντανοί εκείνη την ηρωική-θεϊκή περίοδο.

Ένας καταρράκτης από ψυχρό νερό που προέρχεται από κάπου ψηλά, τον κατάμουσκεύει και τον επαναφέρει στην (αλλοιωμένη) πραγματικότητα.

«Εσύ ποιος είσαι;», επαναλαμβάνει η Φωνή.

«Ο Οινοκράτης», λέει ο Οινοκράτης με επιφύλαξη.

«Και τι θέλεις;» επιμένει η Φωνή.

«Να υπηρετήσω», απαντά ο Σικελός που για αυτή την ερώτηση είναι κατάλληλα δασκαλεμένος.

«Στο όνομα ποίου;» ρωτάει μια άλλη φωνή.

«Του προστάτη της Γνώσης. Του Προμηθέα».

«Για ποιον;»

«Για την πατρίδα, τον βασιλέα,  την εκστρατεία».

«Και ποίος ο ανάδοχος;» ακούγεται μια ακόμη φωνή.

Ευτυχώς σε αυτή την ερώτηση απαντούν από μόνοι τους και από κοινού οι υπόλοιποι, γιατί ο Οινοκράτης νόμιζε ότι ανάδοχος ήταν ο αφέντης του.

«Ο φέρων το Κάλλος του Σθένους!» χορ-ωδούν οι φωνές έμπλεες σεβασμού.

οοο

Του έγιναν κι άλλες ερωτήσεις, περισσότερο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του τελετουργικού, παρά για να μάθουν κάτι καινούργιο οι μασκοφόροι, γιατί ο Οινοκράτης είχε ήδη καταθέσει γραπτά τις βασικές απαντήσεις στα πιο εύλογα ερωτήματα των υπηρεσιών, ακολουθώντας τις συμβουλές που του είχε δώσει ο Εύελπις πριν φύγει.

Όταν οι ερωτήσεις τελείωσαν, του ζητούν να μπει μέσα σε μια ξύλινη κάσα που βρίσκεται  ακουμπισμένη εκεί κοντά, αν και δε την είχε παρατηρήσει πρωτύτερα. Μπαίνει και ξαπλώνει μέσα της, ενώ οι μασκοφόροι αποχωρούν ένας ένας, προφανώς για να πάνε να συσκεφτούν και να βγάλουν την τελική ετυμηγορία.

Κάποιος, πριν φύγει, καρφώνει το καπάκι του κιβώτιου που εγκυμονεί πλέον Οινοκράτη σε κατάσταση ημιεγρήγορσης. Ευτυχώς οι σανίδες του κουτιού έχουν μεταξύ τους κενά απ’ όπου ο υγρός αέρας της αίθουσας μπορεί να φτάσει ως τα ρουθούνια του -συμβολικά νεκρού- μουσκεμένου επίδοξου κρατικού λειτουργού

ξξ

Στη κοιλιά της κάσας το υποψήφιο μέλος των υπηρεσιών περιμένει… Ώρες, που του φαίνονται ατέλειωτες. Φτερνίζεται. ¨Πάλι καλά που μου κάνουν τη συντομευμένη διαδικασία… Πού και να μου κάνανε την ΄αναλυτική΄¨, σκέφτεται (καθώς σιγά σιγά ανακτά την γνωστή του θυμοσοφία)  και παρηγοριέται.

 

Κάποτε ακούγονται και πάλι ήχοι προσέλευσης. Ένας ξεκαρφωτής ανοίγει την κάσα, ενώ οι λοιποί μασκοφόροι επιδίδονται σε άσματα μάλλον πανηγυρικού χαρακτήρα.

Ο Οινοκράτης βγαίνει με δυσκολία από το κιβώτιο και προσπαθεί να ξεαγκυλωθεί και να στηθεί όρθιος. Ίσως και να τα κατάφερνε, εάν δεν τον πλησίαζε ένας, με τραγική έκφραση (στη μάσκα) και δεν τού έλεγε με εγκάρδια ιλαρότητα: «Συγχαρητήρια νέε! Τα κατάφερες!», ενώ παράλληλα του καταφέρει ισχυρή κατραπακιά οικειότητας στην πλάτη. Ο Οινοκράτης παραπαίει.

«Είσαι πλέον εις εξ ημών», τον διαβεβαιώνει ένας άλλος, με μια κατραπακιά που, προερχόμενη από την άλλη του πλευρά, τον βοηθάει να ξαναβρεί μια στοιχειώδη ισορροπία, πριν πλακώσουν ενθουσιασμένοι και οι υπόλοιποι.

Τελικά του ξαναδένουν τα μάτια και του δίνουν πάλι το μπαστούνι.

Όχι πολύ αργότερα από ¨σε λίγο¨ θα βρεθεί και πάλι μπροστά στην πόρτα της οικίας  που έχει παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Εύελπι και τον πιστό του (τέως υπηρέτη, νυν συνεργάτη και, κυρίως – πλέον- μέλος των αφανών υπηρεσιών) Οινοκράτη  (τον πρώτο, μεταξύ άλλων, στη σύνθεση ευεργετικών αφεψημάτων).

αρχείο λήψης

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Άνοιξιάτικο ΙΙ

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2016

DSCN0918

Άνοιξη, Άνοιξη,

της ζωής και των ε-

ρωτευμένων γιορτή

Άνοιξη, Άνοιξη,

κι οι καρδιές παίρνουν χρώμα

απ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο  ή μία

ματιά τρυφερή

θα γελάνε οι νιες

και παντού θα σκορπάνε

φιλιά κι αγκαλιές

.

Κι όταν οι νύμφες

θα μοιράζουν φιλιά

σαν αγκινάρα

θ’ ανοίγει κάθε καρδιά

Κι όταν τα αγόρια

σα σπίρτα θα παίρνουν φωτιά

      να που οι ελπίδες      

        θα ζωντανέψουν ξανά      

*

Άνοιξη Άνοιξη

λουλουδιών, εραστών,

ποιητών, άφιξη

Άνοιξη Άνοιξη

της καρδιάς, της χαράς,

της γητειάς έκρηξη

Άνοιξη λιμπιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μεταμορφωθεί

 όλη η Πόλη σε μία

 μεγάλη γιορτή

.

Κοίτα την  Πόλη

μοιάζει  λιβάδι χλωρό

μ’  ένα αγάπης κοπάδι

κι αλλοπαρμένο βοσκό

Κοίτα την Πόλη

μοιάζει χωριό σε χαρά,

που στον ήλιο γιορτάζει

του έρωτα τη σπορά

*

Ανοιξιά- τικη  αυγή

κι η καρδιά στης χαράς

τα περβόλια θα βγεί,

μ’ ανοιξιά- τικη ορμή

      της   αγάπης το άσπρο         

 κρασί  να γευτεί

  Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μετάμορφωθεί

σε  Ελπίδας γιορτή,  

με τη μια, όλη η Γη

.

Δες αυτό το θαύμα

ειν’  το μοναδικό

π’ ακόμη κάποιος προσφέρει

χωρίς παρακαλετό

Δες αυτό το θαύμα

θαύμα εαρινό

ζησ’ το όσο κρατάει

για φέτος θα  ‘ν το στερνό

*

Άνοιξη Άνοιξη

τη ζωή ξαναβάφουμε ΄

μ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη, Άνοιξη

των θεών και των ε-

ρωτευμένων, γιορτή…

Άνοιξη, Άνοιξη, Άνοιξη…

Ζακ Μπρελ  Au printemps

κι

*

Ανάγνωση

*

17 του Μάη. Είναι ακόμη (για λίγο) Άνοιξη και έτυχε να πέσω πάνω στο (ομώνυμο) τραγούδι του Ζακ Μπρελ (Au printemps) και είπα να κάνω μια ακόμη απόπειρα (από τις γνωστές: απόδοση στα ελληνικά κατά το δυνατό τραγουδίσιμη).

Βέβαια ¨printemps¨ είναι μια λέξη δισύλλαβη και τονίζεται στη λήγουσα, ενώ η ωραία Άνοιξη, ως γνωστόν, όχι μόνον πλειοδοτεί σε συλλαβές αλλά και προτιμά να οξύνει την προπαραλήγουσα. Έτσι η απόπειρα ήταν ευθύς εξ αρχής κάπως ζόρικη. Ευτυχώς οι τραγουδιστικές (μελοποιημένες) εκδοχές δεν αποστρέφονται εντελώς τις τονικές διαστροφές και ανακαινίσεις και έτσι δεν  ¨ανασχέθηκα¨ παρά για πολύ λίγο. Παραπάνω, το προϊόν της μη ανάσχεσης στα ελληνικά, παρακάτω το original, στη γαλλική.

Σημείωση  1. Όταν στο γνήσιο κείμενο υπάρχουν επαναλαμβανόμενες στροφές, ο αποδίδων έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές και ο τραγουδών-ούσα μπορεί να διαλέξει (απορρίψει) κατά βούληση.

Σημείωση 2. Σχετικά με στίχους για την Άνοιξη, σας θυμίζω και το παλιότερο ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου (εδώ)

DSCN0926

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Toutes les filles
Vous donneront leurs baisers
Puis tous leurs espoirs
Vois tous ces coeurs
Comme des artichauts
Qui s’effeuillent en battant
Pour s’offrir aux badauds
Vois tous ces coeurs
Comme de gentils mégots
Qui s’enflamment en riant
Pour les filles du métro
*
Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Tout Paris
Se changera en baisers
Parfois même en grand soir
Vois tout Paris
Se change en pâturage
Pour troupeaux d’amoureux
Aux bergères peu sages

Vois tout Paris
Joue la fête au village
Pour bénir au soleil
Ces nouveaux mariages

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant
Toute la Terre
Se changera en baisers
Qui parleront d’espoir
Vois ce miracle
Car c’est bien le dernier
Qui s’offre encore à nous
Sans avoir à l’appeler
Vois ce miracle
Qui devait arriver
C’est la première chance
La seule de l’année

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps

Au printemps
Au printemps
DSCN0927

 

 

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μελαγχολικό φεγγάρι

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2016

13-fascinantes-curiosidades-sobre-la-Luna-llena-que-debes-conocer-ya-mismo

Μικρό διάλειμμα αφιερωμένο σ’ ένα παλιό τραγουδάκι (γραμμένο από τους Richard Rodgers και Lorenz Hart, Ν.Υ., 1934).

Οι στίχοι του λίγοι, απλοί και η μελωδία του από εκείνες που δεν ξεχνιούνται.

Τη δεκαετία του εξήντα, ανανεωμένο από τους The Marcels, δεν έλειπε σχεδόν από κανένα αθηναϊκό εφηβικό πάρτι (στα σπίτια με τα μωσαϊκά δεν είχε μόνο λαϊκά…)

490e77d6239e7fc7b2267d2a3dd2d810

Blue moon

Blue moon you saw me standing alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own
*

Blue moon, you knew just what I was there for
You heard me saying a prayer for
Someone I really could care for
*

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will ever hold
I heard somebody whisper «Please adore me»
And when I looked, the moon had turned to gold!

*
Blue moon!
Now I’m no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

***

Με τον Nat King Cole

nat-king-cole-wallpaper_158187-1280x800

*

Με τους  The Marcels

61abZNRg+TL

*

Πρώτη εκτέλεση το 1936 από τον Al Bowlly

images (6)

***

Μελαγχολικό φεγγάρι (προσαρμογή στα ελληνικά)

 Ξανά

 στους άδειους δρόμους γυρνώ

μ’ ένα φεγγάρι χλωμό

παρέα στον ουρανό

*

Ξανά

μονάχος μου περπατώ

κι  απ’ το φεγγάρι ζητώ

στη μοναξιά γιατρικό

*

και τότε ξάφνου προβάλλει μπροστά μου

             η οπτασία που χρόνια ποθώ               

μου ψιθυρίζει πως θα μείνει κοντά μου

και το φεγγάρι γυρνά πάλι χρυσό

*

Ποτέ

δε θα ‘μαι πια μονάχος

με τα όνειρά μου θαμπά

και την καρδιά δίχως φως

***

Ανάγνωση

Alla-luna

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο μικρός Έρως μας γράφει κανονικά και την κάνει γι αλλού με μικρά πηδηματάκια (Cupidon s’en fout)

Posted by vnottas στο 5 Μαΐου, 2016

τλο

Αγάπη, αν θες, η σχέση μας να γίνει

στ’ αλήθεια δε χρειάζονται πολλά

φτάνει η Αφροδίτη να εγκρίνει

κι αρκεί ο Έρως να μη μας ξεχνά

να φεύγει και αλλού να τριγυρνά

*

Μα είναι μέρες που ο Έρως άλλα θέλει

και άλλες που τις μύγες κυνηγά

που στομωμένα τού ‘μειναν τα βέλη

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

κι αδιάφορος το δρόμο του τραβά.

*

Τώρα σ’ άλλους χαζούς ψάχνει τη λεία

άλλους στοχεύει σώνει και καλά

με τις σαΐτες και τα άλλα του εργαλεία

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

μας γράφει, μοναχούς μας παρατά.

*

Χωρίς αυτόν ν’ αρχίσω με τη μία

-είπα- εκεί στης χλόης την δροσιά

Χάνεις την αρετή εσύ -όχι την ψυχραιμία,

είναι φορές που ο Έρως προσπερνά

χωρίς να αφήσει ίχνη πουθενά.

*

Μου επέτρεψες να σου τα κάνω όλα,

μα ήταν τα φυλλοκάρδια σου κλειστά

δεν λάμψανε φωτιές  στα φλογοβόλα

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

καημούς ν’ ανάψει σ’ άλλους προτιμά.

*

Ξεφύλλισα ξανά τη μαργαρίτα

ήρθε δέκα φορές ¨δε μ’ αγαπά¨

το ειδύλλιό μας γνώρισε την ήττα

είναι φορές που ο Έρως ξεγελά 

φουρκίζεται και μας παραπλανά.

*

Στο δρόμο αν τη βρείτε, επιτυχία

σας εύχομαι αδέλφια και χαρά

κι αν έχασα εγώ την ευκαιρία,

ο άστοχος ο Έρως να ‘ν καλά

που φεύγει και που μας περιγελά.

Χωρίς τίτλο

Μία ανάγνωση

Εδώ παραπάνω μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του τραγουδιού για τον μικρό θεό Έρωτα, όπως τον περιγράφει ο Μπρασένς στο ¨Cupidon s’en fout¨. Με τον ¨μικρό Έρωτα¨ φτάνουμε στα 39 τραγούδια του τροβαδούρου που ως τώρα προσπάθησα να προσαρμόσω στη γλώσσα μας με τρόπο ώστε να μπορούν λίγο πολύ να τραγουδηθούν (στο μπάνιο -για τα υπόλοιπα τραγούδια κλικ στις ¨κατηγορίες¨, εδώ δεξιά). Οι ¨αναγνώσεις¨ γίνονται πάντα με επίκληση στο ¨συμπάθιο¨  και μόνο για να επαληθευθεί αν όντως οι συλλαβές της απόδοσης χωράνε στη μελωδία.

Εδώ με τον Georges Brassens

Εδώ στα Ρωσικά

Cupidon s’en fout

Pour changer en amour notre amourette,
Il s’en serait pas fallu de beaucoup,
Mais, ce jour là, Vénus était distraite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Des jours où il joue les mouches du coche.
Où elles sont émoussées dans le bout,
Les flèches courtoises qu’il nous décoche,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Se consacrant à d’autres imbéciles,
Il n’eu pas l’heur de s’occuper de nous,
Avec son arc et tous ses ustensiles,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On a tenté sans lui d’ouvrir la fête,
Sur l’herbe tendre, on s’est roulés, mais vous
Avez perdu la vertu, pas la tête,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Si vous m’avez donné toute licence,
Le coeur, hélas, n’était pas dans le coup;
Le feu sacré brillait par son absence,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On effeuilla vingt fois la marguerite,
Elle tomba vingt fois sur «pas du tout».
Et notre pauvre idylle a fait faillite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Quand vous irez au bois conter fleurette,
Jeunes galants, le ciel soit avec vous.
Je n’eus pas cette chance et le regrette,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

brassens99

 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο έκτο: Το παρελθόν του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 26 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έκτο

Όπου ο Οινοκράτης προσπαθεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία της ζωής του

 esopo

Ο Οινοκράτης κοιμάται υπό την επιρροή της αιρετικής (αυτοσχέδιας και πειραματικής) Χαχόμας. Ποιος ξέρει αν αυτά που θα περάσουν από το  μυαλό του απόψε θα τα θυμάται και αύριο, ή αν θα περάσουν κατ’ ευθείαν στο βασίλειο της Λήθης.

[Η Λήθη…; μα αυτή δεν είναι μια θεά που γνώρισε σε κάποιο πρόσφατο ταξίδι; Τέλος πάντων]. 

Άλλα τον απασχολούν αυτή την περίοδο, έτσι νομίζει. Του ζήτησαν να αφηγηθεί την ιστορία του. Αυτό αποτελεί μέρος του τυπικού της μύησής του στο σώμα των ¨αφανών¨. Η αφήγηση, του έχει πει ο Εύελπις χαμογελώντας με νόημα, πρέπει να είναι ειλικρινής και επαληθεύσιμη.

Να λοιπόν που ο Οινοκράτης πλέει σ’ έναν παράξενο κόσμο που ευνοεί (ευνοεί ή επιβάλλει;) τους αναστοχασμούς και τα ξεκαθαρίσματα. Ευκαιρία; Ίσως.

Μπορεί να ανασκοπήσει τις σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες της ζωής του (αν δεν κάνει λάθος στους υπολογισμούς -δεν κάνει: αισθάνεται περίεργα διαυγής- πρέπει να είναι πλέον περίπου τριάντα εφτά ετών).

Έχει πολύ καιρό να κάνει τέτοιου είδους ανακεφαλαίωση. Ίσως, όταν ξεκίνησε ακολουθώντας τον Εύελπι στο ταξίδι για την Ανατολή και την Εκστρατεία, να είχε κάνει παρόμοιες σκέψεις, αλλά συνήθως τις αποφεύγει. Ξέρει ότι εάν ένας δούλος αρχίσει να κάνει είτε ¨αντικειμενικούς¨ αναλογισμούς του παρελθόντος είτε ¨εφικτά¨ σχέδια για το μέλλον, αυτό σημαίνει ότι θέλει να προκαλέσει την Ειμαρμένη και ότι πάει γυρεύοντας.

Οι δούλοι, σκέφτεται, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν γεννήθηκαν στερημένοι, πρέπει να στήνουν από μόνοι τους το σκηνικό της ύπαρξής τους και να το πιστεύουν σαν να ήταν πραγματικό. Μόνο έτσι μπορούν -ίσως- να καταπιούν τις αντιξοότητες, τις αντιφάσεις και τα ζόρια της εξάρτησης.  Τα αντικειμενικά, τα ειλικρινή  και τα εφικτά ας τα αφήνουν για εκείνους που μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους.

Αν ένας δούλος -καταλήγει ο Οινοκράτης καθώς υπερίπταται της ζωής του- θέλει σώνει και καλά να κάνει κάτι, κάτι που να επιβεβαιώνει ότι υπάρχει, ή που να αφήνει κάποιο σημάδι ότι υπήρξε, πρέπει να το κάνει χωρίς στοχασμούς, σκέψεις και περιττά σχόλια.

Να το κάνει τελεία και παύλα! (…θα έλεγε αν τα σημεία στίξης είχαν ήδη επινοηθεί).

image002

Ωστόσο, τώρα που με τη βοήθεια του μαγικού υγρού μπορεί να ατενίσει την πορεία της ζωής του από ψηλά, αντιλαμβάνεται πως αυτή παίρνει πάλι στροφή.

…Και να που, ακόμη και εάν ο ίδιος θα προτιμούσε να το αποφύγει, του ζητούν να πει πράγματα για τον πρότερο βίο του!

Η κατάσταση ενέχει αναμφίβολα (εκτός από χρωματιστά χαχομικά νέφη) μια κάποια ειρωνεία: για να γίνει ένας από τους ¨αφανείς¨ του ζητούν να ανασύρει  από την ηθελημένη αφάνεια περασμένες περιόδους. Και μάλιστα με τρόπο ¨αντικειμενικό¨ και ¨επαληθεύσιμο!¨

Ας είναι.

images (6)

Ο Οινοκράτης αφήνεται να βυθιστεί για λίγο στον κόσμο του άλλοτε! Και προσπαθεί να μείνει στα σημεία που μοιάζουν στέρεα και δεδομένα.

Όπως, ας πούμε, ότι η πορεία της ζωής του ακολούθησε την κατεύθυνση Δύση – Ανατολή. Ξεκίνησε στις Συρακούσες, σε αυτή τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη ίσως πόλη της Μέσης Δύσης, συνεχίστηκε στην Αθήνα των φιλοσόφων και των ρητόρων και, εδώ και τέσσερα χρόνια διασχίζει την Ασία με τεθλασμένο τρόπο, αλλά πάντα, εν τέλει, με κατεύθυνση εκ δυσμών προς ανατολάς.  

Ο Οινοκράτης γεννήθηκε στις Συρακούσες. Δεν μπορεί να πει πότε ακριβώς ούτε με βάση τις ολυμπιάδες, που πάντοτε τον μπέρδευαν,  ούτε με βάση τους άρχοντες της Αττικής που ουδέποτε απομνημόνευσε ποιοι ήταν∙ ξέρει πάντως ότι όταν γεννήθηκε δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που την εξουσία στην σικελική μεγαλούπολη είχε αναλάβει ο Διονύσιος ο Νεότερος (τι να κάνει άραγε σήμερα αυτή η τυραννισμένη ψυχή; Να αληθεύει ότι τον έχουν μεταφέρει στην Κόρινθο όπου επιβιώνει διδάσκοντας φιλοσοφία;) Τότε, ο επίσημος τίτλος του Συρακούσιου ηγέτη, όπως και του ομώνυμου πατέρα του, ήταν ¨Στρατηγός Αυτοκράτωρ¨, αλλά ο Οινοκράτης ξέρει ότι στην Αθήνα τους αποκαλούσαν και τους δυο, επιτιμητικά και υποτιμητικά, ¨τυράννους¨.

assets_large_t_420_54035522

Οι πρώτες του αναμνήσεις είναι γεμάτες από γυναίκες. Όμορφες γυναίκες που τον φροντίζουν, του μιλάνε, παίζουν μαζί του. Η μητέρα του και άλλες. Τις θυμάται απαλές, τρυφερές, να τιτιβίζουν γύρω του μιλώντας και τραγουδώντας σε μια εύηχη γλώσσα φτιαγμένη από λέξεις που προέρχονταν, άλλες από το σικελικό ιδίωμα και άλλες από τα δωρικά ελληνικά των Συρακούσιων.

Όχι, μόνιμη ανδρική παρουσία δεν υπάρχει σε αυτό το ιδιόμορφο γυναικείο κοινόβιο, αν και, αραιά και πού, οι γυναίκες μπαίνουν σε κατάσταση συναγερμού και τελικά εμφανίζονται κάποιοι άνδρες, μεγάλοι, με πολυτελή χρωματιστά ρούχα και αξιοσέβαστες γενειάδες.

Ένας από αυτούς μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής των γυναικών και ιδιαίτερα της μητέρας του περισσότερο από τους άλλους. Δεν τον συνάντησε πολλές φορές και τον θυμάται μόνον αμυδρά. Δεν ήταν ντόπιος και ντυνόταν με τον τρόπο που, όπως θα διαπιστώσει αργότερα, συνηθίζεται στο κλεινόν άστυ των Αθηνών. Ήταν ψηλός και ευρυτενής  και, αν και δεν έμοιαζε στρατιωτικός, όλοι, οι γυναίκες και οι υπηρέτες, τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και ίσως με κάποιο φόβο.

Από ένα σημείο κι ύστερα έπαψε να τους επισκέπτεται. Ο Οινοκράτης όμως ξέρει ότι εξακολούθησε να τους προστατεύει από μακριά, μέσω των πολλών φίλων που είχε στις σικελικές αποικίες. Η μητέρα του τού εξομολογήθηκε πριν πεθάνει ότι σε αυτόν τον άνδρα οφείλει τις σπουδές του. Ο δάσκαλος μάλιστα που του έμαθε τα ιωνικά ελληνικά όπως τα μιλούν στην Αθήνα ήταν ένας από τους φίλους αυτού του ψηλού καλοστεκούμενου γηραιού άνδρα των παιδικών του αναμνήσεων. 

Ίσως η μητέρα του είχε σκοπό να του πει περισσότερα, ίσως είχε σκοπό να του μιλήσει ακόμη και για τον πατέρα του και να πάψει να ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμιά σημασία ποιος ήταν, αφού ο ίδιος ήταν ένα δώρο που της έστειλαν οι θεοί -έτσι τον διαβεβαίωνε στις στιγμές μητρικής τρυφερότητας-, αλλά ο θάνατός της ήταν πρόωρος και ξαφνικός. Σκοτώθηκε, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες του κοινοβίου, στα αιματηρά επεισόδια  που συνόδευσαν τις εξεγέρσεις εκείνης της περιόδου.

Η ζωή στις Συρακούσες τον καιρό εκείνο σπαραζόταν από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στους οπαδούς του Διονύσιου (του οποίου ο ομώνυμος πατέρας – προκάτοχος κυριάρχησε στην πόλη επί σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες) και  άλλους διεκδικητές που είχαν σωρευτεί κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου εξουσίας του Πρεσβύτερου. 

Βέβαια, στο πολιτικό παιχνίδι έπαιζαν κι άλλοι παράγοντες, όπως η μητροπολιτική Κόρινθος, οι σύμμαχοι των Συρακουσίων απ’ την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου και έκτοτε πανταχού παρόντες Λακεδαιμόνιοι, καθώς και οι πράκτορες των Καρχηδόνιων, των αιωνίων αντιπάλων (όσο κι αν ο πρεσβύτερος Διονύσης τους είχε περιορίσει στην δυτική άκρη της νήσου και όσο κι αν ο νεώτερος είχε συνάψει μαζί τους ειρήνη). 

aphrodite eros

Στο κοινόβιο, που τελούσε υπό την εποπτεία και την προστασία των αρχοντικών ανακτόρων, απ’ ό, τι θυμάται ο Οινοκράτης, οι γυναίκες δεν μιλούσαν πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μητέρα του προτιμούσε τον παλιό ηγέτη από τον καινούργιο (απ’ ό, τι φαίνεται, ο πατέρας Διονύσης  είχε ιδρύσει το κοινόβιο όπου διέμεναν με ασφάλεια οι γυναίκες που προσέφεραν ποικίλες μεν, πλην όμως άτυπες υπηρεσίες στην πόλη-κράτος), αλλά και ότι συμπαθούσε κατά κάποιο τρόπο τους εξεγερμένους. 

Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, αποτελεί ακόμη μια από της συνήθεις ειρωνείες της Μοίρας που η μητέρα του σκοτώθηκε όταν (ο Οινοκράτης ήταν τότε πάνω κάτω δέκα χρονών) οι εξεγερμένοι κατάφεραν να επιβληθούν, ενώ ο Διονύσιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην πόλη  των  Επιζεφύριων Λοκρών, στις ανατολικές ακτές της ηπειρωτικής Ιταλίας,  παίρνοντας μαζί του ό, τι μπορούσε από αυτά που θεωρούσε δικά του. Ανάμεσά τους και ό, τι είχε απομείνει από το κοινόβιο των γυναικών όπου συμπεριλαμβανόταν και ο μικρός, τελείως ορφανός πλέον, Οινοκράτης.

Ο μικρός συρακούσιος κατάφερε να πάρει μαζί του ένα μόνο πράγμα: ένα δακτυλίδι που ανήκε στη μητέρα του, αν και θα μπορούσε να χωράει μόνο σ’ ένα ανδρικό δάκτυλο. Ένα δακτυλίδι μ’ ένα ελληνικό γράμμα σκαλισμένο επάνω του. Ο Οινοκράτης μπορούσε να κάνει βάσιμες εικασίες, (αλλά τώρα που υπερίπταται της ζωής του  γλιστρώντας πάνω στα χαχομικά σύννεφα, είναι απολύτως σίγουρος)  ότι το όνομα του πατέρα του αρχίζει με αυτό το γράμμα: το άλφα. 

Οι Επιζεφύριοι είναι αποικία των Λοκρών της κεντρικής Ελλάδας και είναι γνωστοί, τόσο  για την ομορφιά των κατοίκων τους, όσο και για μια κάποια μητριαρχική παράδοση που είναι φανερή στα ήθη τους. Σύμμαχοι του πρεσβύτερου Διονύση δέχτηκαν, στην αρχή φιλικά τον γιο του, ο οποίος όμως δε δίστασε (ούτε δυσκολεύτηκε) να τους επιβάλει την προσωπική του επικυριαρχία ενόψει της προετοιμασίας για την από κοινού  στρατιωτική ανάκτηση των Συρακουσών.

Το πέρασμα από την θαλπωρή του γυναικείου κοινόβιου,  στην σχεδόν δωρική αυστηρότητα του στρατοπέδου όπου τον τοποθέτησαν προκειμένου να μαθητεύσει στα όπλα και την πειθαρχία, δεν ήταν εύκολο για τον μικρό Συρακούσιο. Ωστόσο είχε καταφέρει τελικά να προσαρμοστεί και, μεγαλώνοντας, να αναλάβει κάποιες ευθύνες και καθήκοντα στο στράτευμα. 

Ναι, είχε όντως υπάρξει για ένα διάστημα σιτιστής υπαξιωματικός στο πεζικό, ενώ αργότερα, ανήσυχος νέος- λάτρης της περιπέτειας, όπως είχε εξελιχθεί, ζήτησε να ενταχθεί στο ναυτικό σώμα που περιπολούσε τις ακτές των Επιζεφυρίων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο απόπλους και η προσέλευση των πλοίων στον Λιμένα, καθώς και η καταπολέμηση των πειρατών (κυρίως Ιλλυρίων) που λυμαίνονταν την Αδριατική.

Δεν ήταν τελικά μια ευτυχής επιλογή. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπολίας η τριήρης στην οποία επέβαινε έπεσε σε ενέδρα ισχυρής ναυτικής δύναμης που περισσότερο από πειρατική ήταν μάλλον οργανωμένη από τους γνωστούς Καρχηδόνιους, και αιχμαλωτίστηκε. Πράγματι, ήταν Καρχηδόνιοι οι έμποροι που τον ανέλαβαν και που τελικά τον μετέφεραν στον  Πειραιά προς πώληση.

Ο Οινοκράτης τα σκέφτεται όλα αυτά, αλλά κατά βάθος άλλα, πιο συνοπτικά και κατά τη γνώμη του πιο περιεκτικά, είναι εκείνα που εκφωνεί δυνατά, σαν να ήταν αυτήν τη στιγμή μπροστά  στην επιτροπή που θα τον εξετάσει. Τους λέει υψηλόφωνα και αποφασιστικά (αλλά δεν τον ακούει ούτε καν ο Χοντρόης που μακάριος  κοιμάται λίγες σπιθαμές παραπέρα):

¨Κύριοι, είμαι ο Οινοκράτης, ο από λάθος της Ειμαρμένης δούλος, κατά βάθος όμως ελεύθερος∙ επιλέγοντάς με κερδισμένοι είστε εσείς! ¨

Αλλά αφού δεν ξέρει πόσο θα εκτιμούσαν μια τέτοια λιτή διατύπωση προερχόμενη από κάποιον γνωστό για την  αυθόρμητη ευφράδειά του, εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει έναν άλλο τρόπο, συμβατό με το περίφημο ελληνικό μέτρο, για να εξωτερικεύσει τα (ενοχλητικά για τον ίδιο) βιογραφικά στοιχεία που του ζητούν αυτοί οι προνομιούχοι αφανείς των ¨υπηρεσιών¨.

Sxedio_04

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιγραφικό

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2016

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

β

Απαγωγές

Πήρα τον εαυτό μου και έφυγα

για μία ώρα περπάτημα

να φύγει η κοιλιά -γαλοπούλα με λευχαιμία-

στ’ αυτιά μουσική ουρλιάζει η Callas

περνούν αστικά που μέσα τους

κουβαλούν κόσμο

πηγαίνουν σε στρατόπεδα εργασίας

αδειάζουν και γυρνούν για άλλους

μόλις φτιαχτεί το μετρό θα παίρνουν πιο πολλούς

χρόνια τώρα, μας έχουν πάρει εξωγήινοι

μας μεγαλώνουν, μας τρέφουν, μας σπουδάζουν

μας δίνουν άλλες γλώσσες κι άλλα έθνη

όσοι ζουν παραπάνω νιώθουν τυχεροί

μας έχουν σε πολυκατοικίες

άλλες καινούργιες άλλες παλιές

ανάλογα με το μαρκάρισμα που έχουμε

μερικοί έχουν περισσότερο από ένα σπίτι

-αυτούς θα τους τελειώσουν  αργότερα-

Έχουν  χωρίσει τα στρατόπεδα σε ζώνες επιρροής

τρώμε σαν ζώα, ζώα απ’ τον πλανήτη μας

Αγαπιόμαστε, κάνουμε στρατούς

κι έχουμε πολλές θρησκείες

πολλοί από μας -εντελώς βλαμμένοι-

πιστεύουν  και σε άλλη ζωή

Εγώ εντάσσομαι στους ‘αμφισβητίες’

εμάς, -να ξέρετε- μας έχουν εντελώς  χεσμένους

διότι γνωρίζουνε οι φύλακές τους

ότι δεν πρόκειται να κάνουμε Επανάσταση

έχουμε έναν αόρατο καναπέ με μικροτσίπ

καρφωμένο στον  κώλο

κι έτσι μας παρακολουθούν διαρκώς….

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ποιητές στη Σκάλα του Μοδιάνου…

Posted by vnottas στο 17 Απριλίου, 2016

3f529e6606703fe223436812fecf6c28

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Πήγα στις 3 το μεσημέρι στ’ αεροδρόμιο να πάρω δυο σπουδαίους ποιητές που έρχονταν απ την Αθήνα με τις γυναίκες τους και παρκάρισα το σαράβαλο μου στη θέση των vip σκεπτόμενος πως αν ερχόταν τροχονόμος θάλεγα τη ψεματάρα μου – πως θα παραλάβω το Σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού-  και τράβηξα προς το παγκάκι που είχε και κάδο καπνιστή- απέναντι απ την έξοδο των αφίξεων -να κάνω το τσιγάρο μου. Το αεροπλάνο είχε μια ώρα  καθυστέρηση άρα οριακά θα προλαβαίναμε την εκδήλωση -στη Διεθνή Έκθεση του Βιβλίου- όπου θα μιλούσα μ’ ένα φίλο μου για τον έναν απ τους δυο ποιητές και το βιβλίο του.

Έκανα το τσιγαράκι μου κι είπα σ’ έναν άλλον δίπλα μου που καθόταν και κάπνιζε συνομήλικο μου περίπου ‘πως στο τέλος θα μας πυροβολούν γιατί καπνίζουμε’ και συμφώνησε ενώ απ’ την πόρτα των πληρωμάτων είδαμε νάρχεται μια ομάδα ιπταμένων που περνούσε από μπροστά μας με επικεφαλής μια γυναικάρα 1,80 που είχε στα μπράτσα της 4 σιρίτια –μίλαγε βιαστικά γαλλικά στους άλλους πίσω της- του λέω ‘μεγάλε, σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι γι αυτήν που είναι κυβερνήτης…’ απαντάει ‘αν σκέφτομαι  λέει’  και γελάμε.

Έρχονται οι ποιητάρες με τις γυναίκες τους στις 4 και 5΄ και τους βάζω στ’ αμάξι και τρέχω όσο τρέχει το κωλάμαξο να προλάβουμε να περάσουμε απ’ το σπίτι, να πάρουμε ένα αναψυκτικό και μετά πάμε στην εκδήλωση -οριακά  πάντα- κι ευτυχώς  βρίσκω να παρκάρω κι έχω την ηλίθια ιδέα να μπούμε στο ασανσέρ 5 άτομα, που μόλις κλείνει η πόρτα και πατώ όγδοο κατεβαίνει μισό μέτρο και μπλοκάρει.

Ντρέπομαι αφάνταστα που με τη μαλακία μου εγκλώβισα τους ποιητές μου και τις γυναίκες τους στο ασανσέρ -ευτυχώς πιάνει σήμα το κινητό- και περιμένουμε την Πυροσβεστική να μας απεγκλωβίσει, η εκδήλωση είναι στις 5, έρχονται τα παλικάρια της Πυροσβεστικής σ’ ένα δεκάλεπτο, μας βγάζουν απ’ το ασανσέρ και με τη ψυχή στο στόμα, ξαναμπαίνουμε στο σαράβαλό μου για την Διεθνή Έκθεση, όπου φτάνουμε με 5 λεπτά καθυστέρηση -πλην όμως- η προηγούμενη εκδήλωση θέλει 30 λεπτά για να τελειώσει και μου λέει η υπεύθυνη πως η καθυστέρηση οφείλεται σ’ έναν Αργεντινό συγγραφέα που άργησε ναρθεί κι αυτός κι έρχεται η καρδιά μου στη θέση της και όταν έρχεται η σειρά μας παρουσιάζουμε με άψογο τρόπο τον φίλο μας ποιητή και παίρνουμε χειροκροτήματα και το ίδιο βράδυ πηγαίνουμε σ ένα μαγαζί στη Μοδιάνο, όπου γινόμαστε μια μεγάλη παρέα κι ένας ψυχοπαθής δικηγόρος που παίζει όλα τα τραγούδια του κόσμου, φέρνει μια σκάλα μπογιατζή -διπλή δηλαδή, που την ονομάζει αυθαιρέτως κι επιτυχώς ‘Σκάλα του Μοδιάνου’, όπου αναβαίνουμε όλοι με τη σειρά -εγώ απήγγειλα Πούσκιν στα ρώσικα- και ο μέγιστος ποιητής Μάγιστρος της Ηπείρου τραγούδησε το ‘Γιάννη μου το μαντήλι σου’ και γενικά περνούμε μια καλοπέραση και γαμώ την ευχαρίστηση και σκεφτόμουν πως η ‘Σκάλα του Μοδιάνου’ είναι σαφώς πιο ειλικρινής από τη Σκάλα του Μιλάνου -όλο φρου φρου κι αρώματα- και πως οι φίλοι μου ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι παρά το γεγονός πως στην αρχή όλα πήγαιναν στραβά κι εγώ -έστω για λίγο ήμουν ευτυχισμένος…

MODIANO kentriki

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ένας απηυδισμένος Αμλετ και λίγος Μπρελ (σε επανάληψη)

Posted by vnottas στο 10 Απριλίου, 2016

Για τον  απηυδισμένο Άμλετ γράφει ο Ηλίας και από τους ¨Μπουρζουάδες¨ του Μπρελ (εδώ) επαν-αναρτάται η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά, γιατί κατά κάποιο (άγνωστο) τρόπο είχε εξαφανιστεί από την παλιά ανάρτηση. [Η βλάβη προς το παρόν αποκαταστάθηκε]

images (5)

O  άγριος Άμλετ

(Γράαφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ο Τάκης Στημένος τάχει παίξει. Έχει κλείσει τα 36 κι  ενώ ήταν τρία χρόνια άνεργος, τώρα καλείται να παίξει «Άμλετ» στον πρωτοποριακό θίασο το «άλλο όνειρο» ενός  σαρανταπεντάρη σκηνοθέτη ο οποίος είναι – κατά τον Τάκη και το σινάφι  των ηθοποιών- ‘πυροβολημένη αδερφή’ και θεατρική  ψωνάρα.

Επίσης ο Τάκης έκανε το λάθος να επιτρέψει στον σκηνοθέτη -πριν ένα εξάμηνο- να τον ‘ακουμπήσει’ μέσα σ ένα μπαρ και τώρα, είναι υποχρεωμένος να βρίσκει δικαιολογίες ώστε να μη του την ‘πέφτει’ μπροστά στους άλλους ηθοποιούς στις πρόβες, ούτε να τον χουφτώνει κάθε τόσο με τη δικαιολογία ,της ‘σκηνοθετικής κατεύθυνσης’ πάνω στον μονόλογο του Άμλετ, ενώ οι συνάδελφοί του το έχουν μυριστεί και το πείραγμα πέφτει σύννεφο.

Απόψε έχουν πρεμιέρα κι ο Τάκης στο καμαρίνι του προσπαθεί να συγκεντρωθεί, ξέρει πως στην πλατεία δεν έχει ούτε πενήντα θεατές -οι περισσότεροι με προσκλήσεις- ξέρει πως το έργο δεν θα κρατήσει ούτε βδομάδα, μέσα σ αυτή την κρίση των πάντων και πασών, ξέρει πως θα ξαναμείνει  άνεργος, ξέρει πως θα πρέπει να παραμείνει-άγνωστο για πόσο- στη θεία του την Αμαλία, στο δυάρι  του Κολωνού, ξέρει πως έχει αρχίσει να σιχαίνεται  όλο τον κόσμο, αλλά τελευταία και τον εαυτό του.

Κι ενώ ο ηθοποιός όταν ‘παίζει’ ,πρέπει να παραμένει απερίσπαστος απ’ όλα τα καθημερινά του προβλήματα, ο Τάκης Στημένος βρίσκει τον εαυτό του ξαφνικά περικυκλωμένο  από αφόρητους ηλίθιους, στους οποίους  ο  Σαίξπηρ  σίγουρα θα απαγόρευε την είσοδο στα έργα του κι ενώ αρχίζει στη Τρίτη πράξη, σκηνή πρώτη, να απαγγέλει τον μονόλογο του  «να ζει κανείς ή να μη ζει -αυτό είναι το ζήτημα- τι είναι ανώτερο στο πνεύμα, να υποφέρεις πετριές και βέλη άδικης τύχης, ή να κάνεις επανάσταση ενάντια σ’ ένα πέλαγο βάσανα και με την άρνηση τους να τους δώσεις τέλος..» σ’ αυτό το σημείο, μένει το χέρι του μετέωρο, κρατώντας την πλαστική νεκροκεφαλή, νιώθει εγκλωβισμένος στο ηλίθιο στενό μπλουτζίν [άποψη του βλάκα  σκηνοθέτη, γιατί που ακούσθηκε  Άμλετ  με μπλουτζίν και άρβυλα..] και σαν υπνωτισμένος απ’ ιερό καθοδηγητή τρομοκράτης, συνεχίζει τον Μονόλογο με δικά του λόγια όμως, που φεύγουν απ το στόμα του βροντώδη και πεντακάθαρα δηλαδή « ακούστε καθυστερημένοι και της πλατείας όλοι εσείς οι κοιμισμένοι, η  Επανάσταση δεν θα  έρθει με κλανιές και τα αβγά δεν βάφουν με  πορδές,  εσείς  θα μένετε διαρκώς  υπνωτισμένοι και στον ηλίθιο τον κόσμο σας κλεισμένοι…» κι εδώ σταματάει, μένει ακίνητος κοιτώντας την νεκροκεφαλή, και ξαφνικά σηκώνονται δύο απ την πρώτη σειρά φωνάζοντας υστερικά ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο’ κι αμέσως σηκώνονται κι οι πενήντα θεατές όρθιοι φωνάζοντας και χειροκροτώντας ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο..’ κι ο Τάκης Στημένος νιώθει πια, πως δεν έχει ελπίδα, με ό,τι τον περιβάλλει και φεύγει απότομα  απ τη σκηνή, ενώ στα παρασκήνια πέφτουν επάνω του και τον αγκαλιάζουν, ο  Πολώνιος  απ το Γαλάτσι, ο Κλαύδιος απ το Περιστέρι κι η Οφηλία απ τα Πετράλωνα, ο ηλίθιος πρωτοποριακός σκηνοθέτης που φωνάζει «μπράβο μωρό μου, τους   έσκισες  αγάπη μου κι ο Τάκης σαν χτυπημένος από άγριο θεριό λέει ψιθυριστά « ρε άντε γαμηθείτε όλοι σας βλαμμένοι..»

amlet-seminario-ket

***

Οι Μπουρζουάδες του Ζακ Μπρελ

Ανάγνωση της προσαρμογής στα Ελληνικά

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα!

Posted by vnottas στο 8 Απριλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα! (δοκιμές)

20071030145259E312_8402

Ο Οινοκράτης είναι κάπως αλλιώτικος αυτές τις μέρες, ο Χοντρόης το αντιλαμβάνεται και διατυπώνει την ανησυχία του:

 «Τεταμένην την υμετέραν όψιν φέρεις ω Οίνον Εκράτα. Τις ουν η της εντάσεως ταύτης αίτια εστί;»

Ο Οινοκράτης του στέλνει μισό χαμόγελο, αλλά δεν του απαντάει.

Πράγματι, παρά την (γνωστή) ¨φιλοσοφική¨ του προδιάθεση, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές τις μέρες είναι απολύτως ήρεμος.

Κοίτα κάτι μυστήρια πράγματα: η ενδεχόμενη ριζική αλλαγή της ζωής του τον απασχολεί λίγο, ενώ αυτή, η μόνον μία, ¨ημέρα της κρίσεως-μυήσεως¨ τον  ανησυχεί περισσότερο. Αλλά για όλα αυτά δε μπορεί να μιλήσει στον Χοντρόη, που στριφογυρίζει σαν σβούρα γύρω του, γιατί το πρώτο σίγουρο πράγμα που ξέρει για τις ¨υπηρεσίες¨ είναι ότι απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου (αν όχι δια μαχαίρας) να μιλάει γι αυτές με τους μη μυημένους. Εάν  ο Εύελπις ήταν εδώ, εντάξει, με αυτόν θα μίλαγε… και εκείνος θα του έδινε σίγουρα κάποιες συμπληρωματικές  διευκρινίσεις και θα τον καθησύχαζε. Αλλά πού ‘ντος; 

«Χοντρόη, πάψε να περιφέρεσαι και φέρε κάτι να πιούμε».

Ο Ασιάτης κουνάει το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και κατευθύνεται προς τα ράφια με τα οινοδοχεία, ανάμεσα στα οποία και μια μικρή λήκυθος  γεμάτη με την (οικιακής κατασκευής) «αιρετική χαχόμα».

«Όχι, όχι απ’ αυτό. Δεν είδες τι παρενέργειες προκάλεσε στο οινοποτείο; Δεν θέλεις να με δεις τέζα, να παραμιλάω, έτσι δεν είναι; Ή μήπως πονηρέ ασιάτη αυτό ακριβώς θέλεις; Μην αρχίζεις τα άπαπα, και τα πωπωπω! και φέρε κανονικό ελληνικό κρασάκι».

king-of-wine1

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, δεν έχουν ακόμη προλάβει να κουβεντιάσουν με ηρεμία (έπεσε πολλή αναμπουμπούλα τις τελευταίες μέρες) σχετικά με τα οινοποιητικά-χαχομοπαραγωγικά τους πειράματα, ούτε κάθισαν να βγάλουν τα απαραίτητα καταληκτικά συμπεράσματα από τα όσα (θεαματικά) συνέβησαν τις προάλλες στο οινοποτείον ¨Η ωραία Πατρίς¨.

Ο Οινοκράτης, για να ξεκολλήσει το μυαλό του από τη δοκιμασία στην οποία πρόκειται να υποβληθεί αύριο, στρέφει τώρα τις σκέψεις του σ’ αυτό το θαυματουργό ποτό, ή μάλλον στα θαυματουργά ποτά, μια που οι χαχόμες είναι δύο.

Η πρώτη, η γνήσια, δηλαδή εκείνη που βρήκαν στο κελάρι του σπιτιού εγκαταλειμμένη από τους πρώην ενοίκους και την οποία είχε -έως πρόσφατα- κατάσχει ο Εύελπις, εκτός από την απαράμιλλη γεύση της και την ικανότητά της να σε μεταφέρει ¨εν εξάρσει¨ σε αλλόκοτες σφαίρες της αισθητής πραγματικότητας, δεν έχει ακόμη επαρκώς αναλυθεί σχετικά με τυχόν άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τον Χοντρόη, μαζί με τον οποίο την είχαν δοκιμάσει όταν την ανακάλυψαν (τηρώντας μάλιστα όλες τις τελετουργικές προφυλάξεις), την έχει πιει μόνον ο ίδιος ο Οινοκράτης. Τώρα που τα ξαναφέρνει στο νου του όλα αυτά, του δημιουργείται η υποψία ότι η κατάποσή της δεν είναι άσχετη με τα παράξενα όνειρα που αναστατώνουν τις νύχτες του τον τελευταίο καιρό.

«Εσύ Χοντρόη, μετά που ήπιαμε Χαχόμα στο κελάρι, είδες κανένα όνειρο;» ρωτάει τον στρογγυλό του φίλο.

kreas-arxaia-ellada-509

«Παπαράδοξον!», κάνει απορημένος ο Πέρσης καθώς αφήνει στο τραπέζι μία μικρή οινοχόη και δύο κύλικες και τοποθετεί το ομόκεντρο σώμα του στον πάγκο απέναντι από τον Σικελό. «Ομοίαν ήθελον ερώτησιν υποποποβάλλη υμίν!»

«Γιατί; Είδες κάτι; Τι είδες;»

«Ενύπνιον ολοσχερώς μέλαν! Και δύσοσμον ώσπερ αι δάδαι αι κατακαίουσαι το έλαιον, το αυτοφυώς αναδυόμενον».

«Δηλαδή; Γίνε σαφέστερος».

 «Γιγνώσκεις την Ναφάθα; το μελανόν έλαιον;

«Νομίζω ότι ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Είδα ότι εδώ το χρησιμοποιούν στους φανούς και τις δάδες. Έχουμε και ‘μείς στη Σικελία. Αναβλύζει μαζί με κατράμι σε ορισμένα σημεία στις παρειές της Αίτνας, και βρωμάει. Οι ιερείς λένε ότι πρόκειται για τα απόβλητα ύδατα από τα εργαστήρια του Ηφαίστου».

«Άκουσόν με, ω Οίνον Εκράτα.  Ήτο η νυξ της καταποπόσεως. Ότε, εν μέσω της νυκτός, ιδού το ενύπνιον όπερ είδον: Απάπαντα μελανά εγεγόνεσαν! Επί ίσης ρευστά!  Και δύσοσμα! Μελανή ρυπαπαρότης προς Ναφάθα ομοιάζουσα την υφήλιον γαία πεπλημμύρησεν. Μελανός ο αήρ, μελανόν το ύδωρ, μελανόν το έδαφος.

Ανέμενον ότι ανησυχούντες οι άνθρωποι αντιδρώσιν… Πλην όμως ουδεμία αντίδρασις! Τουναντίον! Απαπάντες έχαιρον∙ τυφλοί τε  και αγνοούντες την ρύπανσιν, την δύσοσμον ελαιώδη ουσίαν ώσπερ χρυσόν ελάτρευον.

Αναπνέειν ου δυνάμενος αφύπνησον, ηγέρθην τε ανακουφισθείς ότι ουκ αληθή ταύτα έσονται ».

 «Περίεργο!» αναλογίζεται φωναχτά ο Οινοκράτης. «Κι εγώ, όταν με επισκέφτηκε ο Όνειρος εκείνο το βράδυ, αλλά και τις άλλες φορές που δοκίμασα τη Χαχόμα τη γνήσια, κάτι τέτοια ανακόλουθα όνειρα είδα. Αρχίζω να πιστεύω ότι τα προκαλεί αυτό το ποτό που βρήκαμε στο υπόγειο. Λες να θέλουν να πουν κάτι όλα αυτά; Λες να προφητεύουν πράγματα…;»

Ο Χοντρόης ακούγεται τώρα φοβισμένος.

«Λέγω, λέγω, τα μάλα λέγω, ω Οινον Εκράτα!» συγκατανεύει.  «Ποποτόν ιερόν τε θαυματουργόν εστί. Επί ίσης πιπικίνδυνον αποβεί δύναται».

138.256

«Αλλά και η άλλη Χαχόμα, εκείνη που φτιάξαμε μόνοι μας τις προάλλες, είδες τι χαμό προκάλεσε στο οινοποτείο! Φαίνεται ότι κάνει τους πότες να μιλάνε, να λένε ακόμα και εκείνα που μάλλον δε θα θέλανε να πουν.  Και μετά τους αποστέλλει αυτόματα στο βασίλειο του Μορφέα. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι αν θυμούνται τίποτε από όλα αυτά όταν ξυπνάνε…».

Ο Οινοκράτης ρίχνει ένα επίμονο βλέμμα, πρώτα στον Χοντρόη και μετά στο ράφι με τα οινοδοχεία, «…αλλά μπορούμε να το μάθουμε» συμπληρώνει, καθώς μια ιδέα ωριμάζει μέσα του.

Ο Πέρσης την διαισθάνεται (την ιδέα).

«Ουχί!» λέει.

«Ναι. Φερ την. Άλλαξα γνώμη».

«Αλλά, σοβαρήν τινά εργασίαν ες αύριον έξεις. Σύ είπας».

«Γι αυτό και θα χρειαζόμουν έναν καλό ύπνο. Αλλά, δυστυχώς δεν πρόκειται για μένα, εσύ θα πιείς. Εγώ θα είμαι ο παρατηρητής. Μη φοβάσαι, θα ρίξουμε μόνον ένα δακτυλάκι στο κρασί που έφερες. Εξάλλου είδες, ο Άρπαλος και οι δικοί του μια χαρά ήταν την άλλη μέρα».

«Ορθόν ουκ έσοιτο!», διαμαρτύρεται ο Χοντρόης.

«Είπα και ελάλησα!», κλείνει δημοκρατικά το ζήτημα ο Οινοκράτης.

dionisos

Ύστερα από λίγο.

Ο Οινοκράτης παρατηρεί και μετανιώνει που δε φρόντισε να μάθει επαρκώς τη γλώσσα των Περσών.

Και αυτό γιατί ο Χοντρόης ανεβασμένος τώρα πάνω στο τραπέζι αγορεύει ακατασχέτως (τύφλα να ‘χει ο Δημοσθένης). Και μάλιστα υπογραμμίζει τα λόγια του με άφθονες χειρονομίες που ούτε της ιταλικής σχολής να ήτανε, εγκαινιάζοντας έτσι μία νέα χειρονομούσα ρητορική που αγγίζει τα όρια της Τερψιχορείου Ορχήσεως. Ως εκ τούτου μοιάζει να λέει πράγματα ενδιαφέροντα, μόνον που τα αρθρώνει στην περσική γλώσσα, την οποία, αντίθετα με την ελληνική, φαίνεται να την μιλάει (κυριολεκτικώς) φαρσί.

Ο Σικελός προσπαθεί να παρέμβει φωνάζοντάς του: «Στα ελληνικά Χοντρόη, στα ελληνικά», αλλά ο Πέρσης δε του δίνει καμία σημασία. Μόνον όταν ο Οινοκράτης απηυδισμένος τον τραβάει από την ρόμπα και κινδυνεύει να κατρακυλήσει από το τραπέζι, αντιδρά παραπατώντας και λέει: «Ποι-ποι-ποι-ποίος εμέ πα-πα-παρενοχλείν;» και, πριν ο Οινοκράτης προλάβει να του απαντήσει, εκπέμπει ένα απροσδιόριστης σημασίας και γλωσσικής προέλευσης «Ουγκ!!!», και πέφτει, πρώτα στο τραπέζι και μετά στο πάτωμα, όπου μετατρέπει την χορογραφημένη του αγόρευση σε ένα υψηλής συχνότητας ροχαλητό.

Ο Οινοκράτης μένει για λίγο σκεφτικός. Η ένταση δεν τον έχει εγκαταλείψει. Κοιτάζει μια την οινοχόη και μια τον Χοντρόη που κοιμάται θορυβωδώς και μακαρίως…

Ύστερα, απλώνει το χέρι, πιάνει από το λαιμό το αγγείο, το αναστρέφει και ρίχνει μια γουλιά στον κύλικά του. Μετά τον σηκώνει ψηλά, προφέρει μια ευχή στο σικελικό ιδίωμα, και κατεβάζει με μιας το μείγμα. 

Ελπίζει, αν όχι άλλο, σε έναν γερό, βαθύ, αναζωογονητικό ύπνο.

images (2)

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Συναπαντήματα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »