Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 6. Χαχόμα ένα κυλικάκι

Posted by vnottas στο 25 Μαρτίου, 2015

  1. Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έκτο. Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος (συνέχεια)

images (22)

Χαχόμα ένα κυλικά -ά-κι

χαχόμα ένα ασματά-ά-κι…

Ο Οινοκράτης, τελείως φτιαγμένος και άλλο τόσο φευγάτος, τραγουδάει παιανιστί, παραφράζοντας ένα παλιό αθηναϊκό τραγουδάκι των συμποσίων. Κρατάει στην αγκαλιά του και λικνίζει με τρυφερότητα την φιάλη με το απαστράπτον υγρό, το οποίο αντίθετα με ό, τι θα υπέθετε κανείς έχει ελαττωθεί ελάχιστα.  Πάντοτε στην οιναποθήκη του αρχοντικού, μαζί με τη νέα του γνωριμία, τον στρογγυλοπρόσωπο στρουμπουλό ανατολίτη, κάθονται σε έναν πάγκο στους πρόποδες ενός τεράστιου πιθαριού.

Ο σφαιρικός έχει βγάλει το μελιτζανί του σαρίκι αποκαλύπτοντας το στρογγυλό του κεφάλι, επικαλυπτόμενο τώρα από μαύρο κοντό μαλλί με χωρίστρα στη μέση και ¨αφελείς¨ φούντες που διακοσμούν το επίσης κοντό του κούτελο. Προσπαθεί να υφαρπάξει, αλλά με τακτ, την ιερή φιάλη από την αγκαλιά του Οινοκράτη, πράγμα που του  προκύπτει μάλλον ακατόρθωτο.

«Ελθέ φίλτατε, ομιλήσωμεν», επιμένει.

«Ομιλήσωμεν, συμφωνήσωμεν», τραγουδάει ακάθεκτος ο πρώην σιτιστής και νυν πιστός υπηρέτης, τραβώντας ταυτοχρόνως το υπογένειο του συνομιλητή του. Υπογένειο μάλλον άχρηστο μια που ματαίως προσπαθεί να διαταράξει την απηνή κυκλικότητα του προσώπου του.

«…Ιώδη φορεσιά, μη ξαναβάλεις πια…», συνεχίζει ο αυτοσχέδιος αοιδός, αντλώντας τώρα από τη λαϊκή μουσική παράδοση.

«Δως εμοί την φιάλην ταύτην ήτις πιπικίνδυνος δια μη μύστας εστί. Εγώ δε τω ιερώ πυρί ομνύω,  ότι οσονούπω τα ημέτερα ιμάτια άπαντα αλλάσσω».

«Φιάλη ταύτη επιτάσσεται, κατάσχεται, επιστρατεύεται, δεσμεύεται, δημεύεται, από-ιδιωτικοποιείται, αμ’ πως!» τον ενημερώνει ο Οινοκράτης.

«Εν τούτοις, ποίος γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ε;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Βακχέ»

«Βακχέ;»

«Σύ είπας»

«Άκου να δεις πεπλατυσμένε. Όχι Βακχέ ούτε Βάκχε, αυτός είναι άλλος. Θεός μεγάλος και μερακλής. Χικ! Εγώ θα σε λέω μμμ… Πιπικίνδυνο… όχι είναι μακρύ. Θα σε λέω Χοντρόη!»

Εγώ ξέρεις ποιος είμαι;»

«Ποίος;»

«Ο όχι τυχαίως ονομαζόμενος Οινοκράτης!»

«Καλώς. Τις ουν γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ιερού καταποτήματος;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Χονδρόης!»

«Τότε κατάσχεσαι κι εσύ! Και οι δύο. Τώρα βοηθήστε με να ανέβω στα διαμερίσματα του κύρη μου. Και από αύριο αρχίζουμε μαθήματα. Θέλω να μου μάθετε ο ένας τις οδηγίες χρήσεως και ο άλλος τις οδηγίες παραγωγής. Ομίλησα!»

ω

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου)…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 5. Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του: Η σφαγή

Posted by vnottas στο 15 Μαρτίου, 2015

 Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του: Η σφαγή

 Alexander the Great suppressing a rebellion in Greece

Ο ουρανός πάνω από τον εξωτικό κήπο έχει σκουρύνει αρκετά ώστε να είναι πια ορατό το λαμπερό  δίχτυ  των αστεριών καθώς και ένας ασημένιος μηνίσκος σελήνης που κρέμεται μπλεγμένος ανάμεσά τους. Οι δύο Έλληνες, ο Ολύνθιος και ο Μεγαρέας, εξακολουθούν να συζητούν καθισμένοι στις καλαμένιες πολυθρόνες.

Ο Εύελπις συνεχίζει την αφήγησή του.

«…Στη συνέχεια η πορεία άρχισε να γίνεται κατηφορική, η μεγάλη οροσειρά τελείωνε… Φτάσαμε στον ποταμό Αράξη όπου οι μηχανικοί είχαν ήδη δημιουργήσει ασφαλές πέρασμα. Ανάμεσα σε μας και την Περσέπολη υπήρχε μόνο η πόλη των Πασαγάρδων που μας παραδόθηκε χωρίς καμία αντίσταση.

Ο Αριοβαρζάνης, ο σατράπης της Περσίδας που είχε οργανώσει την γενναία αντίσταση στα βουνά, προφανώς γύρισε κοντά στον φυγάδα βασιλιά του, ψηλά στον βορρά στην άλλη άκρη του Ζάγκρου».

Ο Εύελπις σιωπά για μια στιγμή, και μετά συνεχίζει: «Ξέρω πως υπερβάλουμε κάπως με όλες αυτές τις ¨πρωτεύουσες πόλεις¨ αλλά και εκεί, στις Πασαγάρδες, βρήκαμε βασιλική παρουσία, συγκεκριμένα το μαυσωλείο  του παλιού βασιλιά – ήρωα Κύρου, γεμάτο αφιερώματα και πολύτιμα αντικείμενα.

Όμως υπάρχει και κάτι άλλο που θα σε ενδιαφέρει».

Ο Καλλισθένης κατεβάζει το βλέμμα του από τον σπινθηροβόλο έναστρο ουρανό και το στρέφει προς τον συνομιλητή του. «Α, ναι; Και τι είναι αυτό;»

«Ανακρίνοντας διακριτικά το χαμηλόβαθμο προσωπικό του ναού που είναι προσαρτημένος στο μαυσωλείο -όπως ξέρεις οι μεγαλόσχημοι ιερείς αποφεύγουν να μιλήσουν χωρίς ειδική μεταχείριση, αυτοί θέλουν είτε κολακείες και υποσχέσεις είτε απειλές,  και εγώ βιαζόμουν- οι μικροί λοιπόν ιερωμένοι, μου παινεύτηκαν για την ευστάθεια του ναού και του μαυσωλείου στις ταλαντεύσεις του εδάφους. Βέβαια, κατά την γνώμη τους, η αντοχή αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις μαγικές ικανότητες του υψηλού ιερατείου.

Είπα στους μηχανικούς να ρίξουν μια πρώτη ματιά, στα θεμέλια της κατασκευής, αλλά αυτό βέβαια δεν αρκεί. Πρέπει να οργανώσουμε μια αποστολή ειδημόνων. Στην Ελλάδα έχουμε διαρκή αγώνα ενάντια στον Εγκέλαδο και αυτά τα κατασκευαστικά μυστικά μπορεί να αποβούν εξαιρετικά ωφέλιμα.

Ο Καλλισθένης ανακάθεται και του χαμογελάει. «Έχεις δίκιο και σε συγχαίρω γι αυτήν σου την πρωτοβουλία»,  και συνεχίζει. «Τι θεούς λατρεύουν εκεί;»

«Κάτι ανάμεσα στο ιερό πυρ και τους προγόνους. Απ ό, τι κατάλαβα είναι θρησκευτικά ήθη που προέρχονται από την Ινδία, όπου φημολογείται ότι οι ιερείς αποτελούν την ισχυρότερη τάξη.

«Κι αυτό είναι ενδιαφέρον».

Ο Καλλισθένης θέλει να πει κάτι ακόμη και μάλλον δυσκολεύεται στη διατύπωση: «Μεγαρέα, ομολογώ ότι παρά το εύθυμο του ύφους και του χαρακτήρα σου, έχεις αποδειχθεί ένας αποτελεσματικός συνεργάτης.

Θα πρέπει ίσως να σου πω ότι όταν σε πρωτοείδα στην Άβυδο, η αθηναϊκή σου κομψότητα δεν είναι ότι με ενθουσίασε ιδιαίτερα.

Όμως η επιστολή και τα καλά λόγια του Αριστοτέλη ήταν ισχυρό κίνητρο για να σε αποδεχτώ ανάμεσά μας. Χαίρομαι που ο Σταγειρίτης Δάσκαλος έχει δίκιο για μια ακόμη φορά».  

«Σε ευχαριστώ Καλλισθένη» ανταποκρίνεται εύχαρις ο Εύελπις. Αλλά αμέσως αλλάζει διάθεση και σοβαρεύει. «Σου προλέγω όμως ότι, όσο και αν θα το επιθυμούσα, το επόμενο τμήμα της αφήγησής μου, αυτό που αφορά τα όσα συνέβησαν μετά την παράδοση της Περσέπολης, δεν έχει τίποτα το εύθυμο».

«Καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς. Οι άσχημες ειδήσεις και μάλιστα αυτές που περιέχουν άφθονη, αδικαιολόγητη ροή αίματος,  ταξιδεύουν γρήγορα».

«Ο κυβερνήτης Τυριδάτης μας παρέδωσε την Περσέπολη και τους θησαυρούς της ελπίζοντας ότι, όπως συνέβη έως τώρα με όλες τις πόλεις που δεν πρόβαλαν αντίσταση, δεν θα υπήρχε δήωση και εξανδραποδισμός.  Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Η πόλη λεηλατήθηκε, οι κάτοικοι, όλοι οι κάτοικοι που δεν την εγκατέλειψαν εγκαίρως, ανεξάρτητα από φύλο και ηλικία είτε κατασφάχτηκαν είτε μετατράπηκαν σε δούλους.

Persepolis_T_Chipiez

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος ούτε απαγόρευσε ούτε επαίνεσε την λαφυραγώγηση και τη σφαγή στην πόλη. Δεν μπορώ επομένως να σου πω με απόλυτη σιγουριά εάν ήταν μια προειλημμένη απόφασή του, ή εάν ήταν κάτι το συγκυριακό που δεν μπόρεσε να ελέγξει. Δεν μπορώ καν να εικάσω τι ρόλο μπορεί να έπαιξε η ομάδα των κολάκων ¨αυτοκρατορικών¨ που, όπως σου ανέφερα, έχουν αυξήσει την επιρροή τους πάνω του».

Ο Εύελπις, με μια κίνηση του κεφαλιού προσπαθεί να διώξει τις φρικτές εικόνες που η μνήμη του επιμένει να ανακαλεί. Για λίγο σιωπά. Μετά συνεχίζει.

«Πάντως, έδωσε ρητή εντολή να μη τολμήσει κανείς να πλησιάσει τα ανάκτορα και φυσικά το θησαυροφυλάκιο.

Ύστερα από μια πρώτη, μάλλον πρόχειρη, εκτίμηση του τεράστιου πλούτου που υπήρχε στα ανάκτορα της Περσέπολης, αποφασίστηκε ένα μεγάλο μέρος του να αποσταλεί εδώ, στα Σούσα, όπου θα καταγραφεί και θα εκτιμηθεί λεπτομερώς μαζί με τον εντόπιο θησαυρό, ενώ το υπόλοιπο θα παραμείνει εκεί και θα χρησιμοποιηθεί κυρίως για τη συνέχιση της εκστρατείας».

Ο Καλλισθένης σηκώνεται και αρχίζει να βαδίζει πέρα δώθε μπροστά από το τραπέζι.

«Αυτό σημαίνει ότι αφετηρία της προσεχούς εξόρμησης θα είναι η Περσέπολη και όχι τα Σούσα. Και, πιθανότατα,  η στρατιά θα στραφεί προς βορρά, ακολουθώντας την ανατολική πλευρά της οροσειράς προκειμένου να κυνηγήσει και να εξουδετερώσει τον Δαρείο», συμπεραίνει. «Αλλά εάν αληθεύει ότι το κλίμα από την άλλη πλευρά του Ζάγκρου είναι ανυπόφορα ψυχρό και βίαιο, ο Αλέξανδρος θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι το τέλος της άνοιξης».

Μετά αλλάζει θέμα. «Πες μου οι βιβλιοθήκες σώθηκαν;»

«Οι πάπυροι και τα βιβλία των ανακτόρων και του κεντρικού ναού σώθηκαν, προς το παρόν τουλάχιστον. Εκείνα που υποθέτω ότι θα υπήρχαν σε άλλους, περιφερειακούς ναούς, όχι».

«Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Ευμένη να προστατέψει τα βιβλία με κάθε τρόπο. Προσφεύγοντας εν ανάγκη στον ίδιο τον Αλέξανδρο, αλλά και σε όποιους εταίρους κρίνει ότι μπορεί να επηρεάσει». 

«Θα το αναλάβω εγώ. Αύριο νωρίς θα του στείλω μήνυμα με έμπιστο ημεροδρόμο».

Ο Καλλισθένης  σταματά μπροστά στον Μεγαρέα και τον κοιτάζει με ένταση.

«Όσο για τη σφαγή, θέλω να σου πω το εξής:

Μπορώ, θέλοντας, να βρω κάποιες δικαιολογίες γι αυτή την απόφαση. Ξέρω τι πίεση ασκούν ορισμένοι πολεμιστές αλλά και ο συρφετός που τρέχει ξωπίσω μας και που δεν ονειρεύεται άλλο από πλιάτσικο. Σου είπα ότι έμαθα πως δυσανασχέτησαν επειδή τους απαγορέψαμε να λεηλατήσουν την πάμπλουτη Βαβυλώνα και τα Σούσα.

Ξέρω επίσης, αν όχι γι άλλο λόγο επειδή εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιήσαμε αυτό το επιχείρημα, ότι η αποστολή μας υποτίθεται ότι ολοκληρώνεται μόνον όταν οι παλιοί εισβολείς ξεπληρώσουν με το ίδιο νόμισμα τις ωδίνες που προξένησαν στις ελληνικές πόλεις στο παρελθόν.

Τα πράγματα μοιάζουν απλά:  Ήρθαν πριν εκατόν πενήντα χρόνια οι πρόγονοί τους στα μέρη μας, κατέστρεψαν ό, τι μπόρεσαν, έσφαξαν και δήωσαν και τώρα εμείς τους επιστρέφουμε στα ίσα την καταστροφή. Για το στράτευμα, αν όχι όλοι οι θεοί, τουλάχιστο η Νέμεση είναι σε κάθε περίπτωση με το μέρος μας.

Achaemenian Susian, Persian & Median Palace Guards at Persepolis

Θα πρόσθετα επίσης ότι εάν ο Αλέξανδρος κυνηγήσει στο βορρά τον Δαρείο θα πρέπει να διασχίσει πολύ λιγότερο εύφορες περιοχές από αυτές της Μεσοποταμίας. Εδώ, οι καλομαθημένοι άρχοντες μπορεί να μας παραδίνουν αμαχητί τείχη και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά να δεις ότι οι ορεσίβιοι και οι αγρότες της άλλης πλευράς δεν πρόκειται να συμμετάσχουν οικειοθελώς στον ανεφοδιασμό του στρατεύματός με τρόφιμα και ζώα. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εκφοβισμός αποτελεί μια κλασική τακτική.

Ωστόσο, απέναντι σε όλα αυτά τα επιχειρήματα υπάρχει μια βασική ένσταση».

Η φωνή του Καλλισθένη γίνεται βαθμιαία όλο και πιο έντονη.

«Γιατί είμαστε εδώ Εύελπι;

Ξέρω, επειδή σε γνωρίζω, ότι δεν θα μου απαντήσεις ¨για να αρπάξουμε πλούτη¨ ως τυχεροί  και ικανοί τυχοδιώκτες.

Είναι πιθανότερο να μου πεις ότι βρεθήκαμε εδώ ¨για να αποδείξουμε ότι ενωμένοι μπορούμε να πάμε παντού¨.  Μια τέτοια απάντηση, μετά από αιώνες εμφύλιων πολέμων και την απώλεια πολλών πόλεων που υποτάχτηκαν στην αυτοκρατορία, έχει μια αδιαμφισβήτητη λογική.

Όμως, αν δεις ευρύτερα τα πράγματα θα καταλήξεις ότι δεν πρόκειται μόνο γι αυτό.

Είμαστε εδώ Εύελπι, γιατί στα μέρη μας γεννήθηκε μια διαφορετική οπτική, ένας νέος τρόπος για να αντιλαμβάνεται κανείς τον άνθρωπο, τη φύση και τους θεούς.

Μια νέα κοσμοθεωρία, στο εσωτερικό της οποίας ανθούν, συγκρούονται και γεννοβολούν διαφορετικές απόψεις.

Που όμως όλες δίνουν εξ ίσου μεγάλη σημασία στον άνθρωπο και στην ικανότητά του να νοείται.

Κοσμοθεωρία, στο σύνολό της αισιόδοξη, πολυποίκιλη και δυναμική. Κοσμοθεωρία που ασφυκτιά κάτω από την πίεση και την διαρκή ανάμιξη που ασκεί πάνω της, μια άλλη πολύ αρχαιότερη θεώρηση: η αυτοκρατορική.

Εμείς Εύελπι καταφέραμε να βγούμε από τα σκοτάδια της άγνοιας όχι για να φτιάξουμε τεράστια μνημεία προς όφελος και προς δόξα των μοναρχών και των ιερατείων, αλλά για να επινοήσουμε νέους τρόπους του κυβερνάν και του κυβερνάσθαι και για να δώσουμε στους καθέκαστα ανθρώπους νέες προοπτικές.

 Και όλα αυτά χωρίς ακαμψίες και δογματισμούς.

Σε άλλες πόλεις  καταφέραμε να μετατρέψουμε τους υπηκόους σε πολίτες, σε άλλες να αναδιανείμουμε τον πλούτο και να φτιάξουμε πιο δίκαιες κοινωνίες. Παντού εκτιμήσαμε ως θετική την ευστροφία των ανθρώπων και την προσπάθειά τους να γνωρίσουν την περιβάλλουσα φύση, ακόμη  και να εξερευνήσουν τα σκοτεινά βάθη του ίδιου τους του εαυτού.

Εάν Εύελπι είχαμε παραμείνει εσωστρεφείς, εξακολουθώντας να ξοδεύουμε αλόγιστα την πλεονάζουσα ενεργητικότητα στις αναμεταξύ μας συγκρούσεις, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να επέλθει πρόωρη οριστική παρακμή. Ήταν ενδεχόμενο να κακοφορμίσουν  οι μειονεξίες και οι ανεπάρκειες που αναπόφευκτα συνοδεύουν την εμφάνιση κάθε νέας νοοτροπίας. Μειονεξίες και ανεπάρκειες που ήδη είχαν γίνει αισθητές σε οιονδήποτε προσεκτικό παρατηρητή».

Η φωνή του Καλλισθένη παίρνει ένα τόνο ειρωνικό και ταυτόχρονα θλιμμένο. «Κοίτα για παράδειγμα τους Λακεδαιμόνιους, που έχοντας, γενναιόφρονη, δε λέω, εμμονή στην μόνον ¨μεταξύ ΄ίσων΄¨ ισότητα,  έχουν ήδη φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζουν πρόβλημα λειψανδρίας και χαμηλού ενεργού πληθυσμού.

Κοίτα τις εξαρτημένες από τους Πέρσες πόλεις της Μικρασίας και ορισμένων νησιών που βαθμηδόν εθίστηκαν στις αυτοκρατορικές πρακτικές και γεννοβολάν ανθρώπους ικανούς μεν, αλλά δεμένους στο άρμα των δυναστών. Δες ως που έφτασε ο Μέμνων ο Ρόδιος[1].

Κοίτα ακόμα και την πρωτοπόρο πόλη των Αθηνών. Η διαφθορά των πολιτικών και ο σχετικισμός ορισμένων διανοούμενων, εκείνων που σοφίζουν κυρίως χάριν του θυλακίου τους, έχει ήδη φθείρει σοβαρά τη Δημοκρατία».

Ο Καλλισθένης κοιτάζει για λίγο τις ανταύγειες πύρινου φωτός που ξεχωρίζουν το περίγραμμα της πόλης από την σκοτεινή πεδιάδα, και μετά στρέφεται πάλι στον συνομιλητή του.

«Είναι άραγε δυνατό, απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους η απάντηση, η λύση, να είναι ο Συνασπισμός των Ελλήνων και η οριστική εξουδετέρωση της Περσικής επικυριαρχίας;

Η απάντηση είναι ναι, με μία μόνον βασική προϋπόθεση: Ότι δεν θα πολεμήσουμε τους παρωχημένους αυτοκρατορικούς για να γίνουμε κι εμείς μια αυτοκρατορία, δε θα νικήσουμε τους ¨Μεγάλους Βασιλείς¨ για να υιοθετήσουμε κι εμείς τις ξεπερασμένες αυτοκρατορικές, ασιατικές μεθόδους διακυβέρνησης, νοοτροπίας και σκέψης.

Να γιατί Εύελπι, ακόμη και στις στρατιωτικές πρακτικές δεν πρέπει να είμαστε ίδιοι με αυτούς. Δεν θα είναι φιλάνθρωποι οι νέοι θεοί αν εμείς αποδειχθούμε απάνθρωποι. Να γιατί θλίβομαι για τις αναιτιολόγητες σφαγές.

Να γιατί Εύελπι πρέπει να επαγρυπνούμε ώστε ο Βασιλιάς, που είναι νέος, ενθουσιώδης, που στον τόπο του θεωρείται πρώτος μεταξύ ίσων και που υπήρξε άλλωστε μαθητής του Αριστοτέλη, να μη παρασυρθεί από τους διάφορους κόλακες που θα επιθυμούσαν και εν  μέρει το έχουν καταφέρει, να τον μετατρέψουν είτε σε αφρικανό είτε σε ασιάτη θεό».

 horse1

 (συνεχίζεται: Στο επόμενο: Χαχόμα ένα κυλικάκι)

[1] Μέμνων ο Ρόδιος: Ικανός στρατηγός στην υπηρεσία του Δαρείου Γ΄, προξένησε αρκετές δυσκολίες στην ¨ανάβαση¨ του Αλέξανδρου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Φτηνά ξενοδοχεία

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

 

Φτηνά ξενοδοχεία λίγης ώρας

πολυκαιρισμένα φθαρμένα σεντόνια

χαλασμένα πατζούρια που τρίζουν

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες ξεθωριασμένες πινακίδες

στην οδό Αθηνάς

στην Εγνατία κοντά στο Βαρδάρη

στο Σκαραμαγκά πλάι στην Ιερά Οδό

δέχονται πρόσκαιρους

ή πληρωμένους έρωτες

κρατώντας τα μυστικά

σε κρύα σιωπηλά κρεβάτια.

Των αυτοκινήτων η βουή

το ψιχάλισμα της βροχής

πάνω στα θαμπά τζάμια

άλλοτε της λιακάδας η αίγλη

συνοδεύουν ακατάπαυστα

ενοχές και παροδικές απολαύσεις

που έχουν ταυτότητα

μόνο της αμφιβολίας την πίκρα

καθώς σέρνεται αδίστακτη σαρανταποδαρούσα

στης μοναξιάς την υγρασία.

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες μισοσβησμένες πινακίδες

φτηνών ξενοδοχείων λίγης ώρας

μ’ένα μελαγχολικό μειδίαμα

παρακολουθούν σαρκαστικά

τ’οδυνηρό πέρασμα του χρόνου.

DAY-USE

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Βιογραφικός χάρτης εκτός εμπορίου

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

anthologia

Αν τύχαινε να γεννηθείτε στην Αθήνα το 50 από πατέρα αστυνομικό πως φαντάζεστε τα πρώτα παιδικά χρονάκια σας. Σαν μούδιασμα είναι όσο κι αν παίζετε με τους συμμαθητές σας γιατί ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας σου και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια που γινόταν της πουτάνας απ τον Εμφύλιο…

Νέα Φιλαδέλφεια, νοικιασμένη προσφυγική κατοικία με δυο δωμάτια, τουαλέτα έξω σε μια μικρή πίσω αυλή, γενικά μιζέρια και σχεδόν κάθε βράδυ όταν επέστρεφε ο πατέρας με μια ελάχιστη αφορμή έριχνε μερικά χαστούκια στη μάνα μου πότε γιατί δεν του άρεσε το φαγητό, πότε γιατί το πουκάμισο της μαλακισμένης πράσινης στολής του δεν ήταν καλά σιδερωμένο..

Δεν ήξερα καλά τα εκτός Αθήνας και στο χάρτη, μου φάνταζε τεράστια η χώρα και μακριά  τα σύνορα που ήταν όλο κινδύνους-όπως άκουγα-γύρω-γύρω κομουνιστές και στην ανατολή οι αιώνιοι εχθροί Τούρκοι.

image7

Καπάκι μ αυτούς τους φόβους ο πατέρας μου-ποτέ δεν έμαθα γιατί-παίρνει μια μετάθεση για τον Έβρο κι έτσι βρισκόμαστε σ ένα κωλοχώρι έξω απ την Ορεστιάδα που όλοι μιλούσαν τούρκικα και το λέγαν ‘ορτάκιογι’ οι ντόπιοι  και οι εκτός ‘Λεπτή’ ..φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό κι είχε μόνο λασπουριά κακοντυμένους χωρικούς και βέβαια οι συμμαθητές μου, δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα γιατί ήμουν ο γιος του Αστυνόμου.

Πέρασα τρία χρόνια φριχτά και πήγαινα στο γυμνάσιο μ ένα σαράβαλο ποδήλατο όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε 15 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.Μισούσα τον πατέρα μου που συνέχιζε το χόμπι του ξυλοφορτώματος στη μάνα μου  και σε όσους κατά την άποψη της Χωροφυλακής ήταν αριστεροί  και φυσικά μισούσα το βραδινό αλκοολίκι του. Μισούσα τους καθηγητές μου, φουκαράδες τύραννοι της γαμημένης επαρχίας και δεν ξέρω αλήθεια πως έγινα τόσο νευρικός και σκληρός που το μόνο πράγμα που ψιθύριζα όλη μέρα κι όλη νύχτα μέσα μου ήταν ‘θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω’.

Ξαφνικά ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για την Αλεξανδρούπολη και ένιωσα ευτυχισμένος πρώτη φορά που βρέθηκα σε πόλη με ηλεκτρισμό κι όμορφα σπίτια στη παραλία. Εκεί όμως ένιωσα επίσης φοβερή απέχθεια για τους λίγους πλούσιους που είχαν αυτοκίνητα κι επειδή ήμουν κοντός ένιωθα μίσος για τους ψηλούς κι έγινα πολύ σκληρός με όλους όσους ήταν καλύτεροι από μένα κι είχαν τις πρώτες τους φιλενάδες απ το σχολείο κι εγώ τίποτα. Τότε-θυμάμαι- αρρώστησα με ψηλό πυρετό κι έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι να με δει ένας επίατρος ο οποίος αφού τον έβγαλε έξω απ το δωμάτιο με ρώτησε αν ήθελα να πάω με γυναίκα και του είπα ‘βεβαίως θέλω’.

Ο πατέρας μου-οφείλω να πω-όταν έφυγε ο πυρετός μ έστειλε σ ένα μπουρδέλο μ έναν ασφαλίτη χωροφύλακα που μόλις τέλειωσα με μια φουκαριάρα πουτάνα πιο μεγάλη σε ηλικία απ τη μάνα μου και με ρώτησε ‘ποιος θα με πληρώσει αγόρι μου’ εγώ απάντησα ‘ο κύριος έξω’ κι αυτή όταν του ζήτησε τα χρήματα-το θυμάμαι σαν νάναι τώρα-της απάντησε ‘δεν φτάνει που σε γαμήσαμε γαμώ το Χριστό σου θέλεις και λεφτά,μη σου σπάσω τα μούτρα..’ και με πήρε και φύγαμε κι αυτή τη ντροπή δεν θα τη βγάλω από πάνω μου μέχρι να βγει η ψυχή μου.

Παρ όλα αυτά αγάπησα τις πουτάνες που προσφέρουν το σώμα τους έναντι αμοιβής σε κάθε λογής ανθρώπους, το βρίσκω ιεραποστολικό και πάντα τις λάτρευα διότι πάνε με κοντούς, κακομούτσουνους, χοντρούς, βρωμιάρηδες αρκεί να υπάρχει παραδάκι. Μετά κατάλαβα πως υπάρχουν πουτάνες που πάνε μόνο και μόνο με άνδρες για να τους  τα παίρνουν κανονικά κι αυτοί νομίζουν πως γαμάνε τζάμπα οι ηλίθιοι γιατί τις έκαναν γυναίκες τους ή γκόμενες τους…

images

Επειδή λοιπόν εγώ γαμούσα ενώ οι συμμαθητές μου είχαν τρελαθεί στη μαλακία, έκανα παρέα με μεγαλύτερους από μένα που μου έμαθαν ένα σωρό κόλπα και μου δάνειζαν βιβλία εξωσχολικά κι έτσι αγάπησα πολύ τους κυρίους Τολστόι, Ντοστογιέβσκι, Μαγιακόβσκι, Γκόρκι κι αργότερα τον κύριο Χεμινγουέη,τον κύριο Στάιμπεκ,τον κύριο Μαξ Νορντάου και τον κύριο Τσβάιχ..

Όταν ήμουν στα 16 έχωσα μια γροθιά στο γυμνασιάρχη μαθηματικό που με άφησε εξεταστέο και τότε συνεδρίασε το συμβούλιο του Γυμνασίου και με απέβαλαν απ όλα τα σχολεία της Θράκης. Εγώ έφυγα απ το σπίτι και κοιμόμουν για μέρες σε κάτι χαμόσπιτα ακατοίκητα κι όταν γύρισα στο σπίτι δεν με χτύπησε ο πατέρας μου αλλά μου είπε πως φεύγουμε απ την Αλεξανδρούπολη για τη Θεσσαλονίκη αφού βεβαίως μου τόνισε πως κατέστρεψα τον ίδιο και τον εαυτό μου και πως στο μέτωπο μου θα υπάρχει πάντα  εγχάρακτη η λέξη ‘αλήτης΄

Στη Θεσσαλονίκη μ έστειλε στο ελληνικό κολέγιο-γιατί δεν πλήρωνε επειδή ο ιδιοκτήτης του ήταν απ το χωριό του, αλλά έζησα μόνος μου σ ένα απίθανο υπόγειο της Μαρτίου μ έναν μεγαλύτερο μου φίλο σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής κι αυτό το δέχθηκε ο πατέρας μου γιατί ο πατέρας του φίλου μου ήταν αξιωματικός και γιατί ήθελε να με ξεφορτωθεί απ το σπίτι μη τύχει και με σκοτώσει απ τα νεύρα του, και το αλκοολίκι του.

Η μητέρα μου δεν είχε άποψη για όλα αυτά επειδή συνέχιζε να τρώει ξύλο σχεδόν μέχρι τα γεράματα της.

Στο υπόγειο της Μαρτίου τη πέρασα ζάχαρη για δυό χρόνια επειδή ανήκε στην Αποστολική Διακονία κι έρχονταν μέρα-παραμέρα κάποιες μαλακισμένες  θεούσες και μας έφερναν και του πουλιού το γάλα επειδή ήμασταν έφηβοι μακριά δήθεν απ την οικογένεια κι αυτές το παίζαν ‘προστασία εκ Θεού’ κι εμείς παίζαμε εκπληκτική επιτυχία, το θεατρικό ‘φτωχά παιδιά και απροστάτευτα’.

Εφυγα στρατιώτης και δεν τους είπα ούτε ‘γεια’ [πατέρα-μητέρα]και ενώ ήταν δικτατορία καθόλου δεν με ένοιαζε ο Στρατός της Ελλάδας φρουρός γιατί δεν είχα μία και απολάμβανα να με κερνούν τσιγάρα οι έχοντες στους οποίους το έπαιζα και διανοούμενος τόσα βιβλία που είχα διαβάσει…Έβλεπα την όλη ιστορία σαν μια κατάσταση ημιαπελευθέρωσης σε μια μεγαλύτερη φυλακή, είχα καθαρίσει μ αυτό που λέγεται Οικογένεια, διάβαζα κι έγραφα και να σκεφτεί κάποιος πως είχα στα 20 μου πάρει 4 πανελλήνια βραβεία Ποίησης με χρήματα παρακαλώ, τα οποία κατέθετα στις λατρεμένες πουτάνες μου.

Όταν απολύθηκα, πείνασα για κάπου 4 μήνες αλλά μετά βρήκα περιστασιακές δουλειές και κατέληξα στο εργοστάσιο Λιπασμάτων και στα 24 μου ήμουν αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Παντρεύτηκα σαν βλάκας και χώρισα μετά 17 χρόνια. Δούλεψα στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες κι έγραψα 10 βιβλία.

Δεν έχω σπίτι, πάντα νοικιάζω σε διαφορετικές περιοχές της πόλης κατά καιρούς.

Εχω όμως μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γιατί θεωρώ πως είναι ύψιστο αγαθό να καβαλάς ένα σιδερένιο δίκυκλο που σου χαρίζει 148 άλογα κάτω απ τα αρχίδια σου και σε πηγαίνει μια εκδρομή κοντά στη θάλασσα όπου ακούς απ το mp3 όπερες και καπνίζεις, καπνίζεις, καπνίζεις…

Αυτό  θαρρώ πως είναι  το πραγματικό βιογραφικό μου, πέρα απ το γαμήσι, τα τσίπουρα-ανευ και τα μεταξωτά πουκάμισα που μου αρέσουν πολύ  καθώς και τα ψυχοαναληπτικά που τα παίρνω κατά καιρούς για μη σκοτώσω κάποιον που δεν μου αρέσει…

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 4. Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2015

Amforeis_Agora

 Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος

 «Πρόσεχε! Ουκ καθεύδειν», λέει ο στρουμπουλός σαρικοφόρος ανατολίτης, σηκώνοντας ψηλότερα τη δάδα που κρατάει. «Κλιμάκια γλίστρες εισί.  Σκότος δε πιπικίνδυνον».

«Και γαμώ τα ελληνικά σου φιλαράκο!», παρατηρεί με λοιδορούντα  θαυμασμό ο υπηρέτης του Εύελπι.

Πρόκειται για μια νέα γνωριμία του Οινοκράτη. Τον βρήκε εξερευνώντας το σπίτι που τους έχει δοθεί, κρυμμένον στα δωμάτια του προσωπικού.

Με έκπληξη διαπίστωσε ότι αυτό το απροσδιόριστης ηλικίας στρογγυλωπό εύρημα, τα καταφέρνει -ως ένα βαθμό- να επικοινωνεί σε ένα ιδίωμα κατά προσέγγιση ελληνικό.

Ο μπουλούκος του έδωσε τσατρα-πατριστί τις απαραίτητες εξηγήσεις: Ανήκει στο οικιακό προσωπικό του γαιοκτήμονα που  διέφυγε με την οικογένειά του πριν την είσοδο των ελλήνων στην πόλη. Τον άφησαν εδώ με εντολή να εποπτεύει, με όποιο τρόπο μπορέσει, την ακίνητη περιουσία που εγκατέλειψαν πίσω, την οποία, περιουσία, «αγαπούσασι φόδρα».

images (26)

Είχαν διαλέξει εκείνον, ακριβώς επειδή τον θεωρούσαν ξεφτέρι στη γλώσσα τόσο του Γιουνάν όσο και των περιχώρων, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν. Η αλήθεια είναι ότι τον είχαν αγοράσει κελεπούρι, από κάποιον έλληνα μισθοφόρο που ξεπουλούσε τον ντόπιο εξοπλισμό του, προκειμένου να επιστρέψει στη πατρίδα του, στην Εγγύς Δύση.

Τώρα οι δυο τους, ο Οινοκράτης και ο σφαιρικός, ο οποίος φοράει έναν ολόσωμο ανατολίτικο βυσσινί σάκο, κατηφορίζουν προς ένα υπόγειο σημείο κοινού ενδιαφέροντος: την οιναποθήκη της πολυτελούς κατοικίας.

«Μμμμ!!!» ονοματοποιεί ο Οινοκράτης  την απόλαυση που του δημιουργεί το όλο και πιο έντονο άρωμα αλκοολικής ζύμωσης που αναδύεται από τον υπόγειο χώρο.

«Μμμμ!!!», συγκατανεύει κι ο σαρικοφόρος.

Φθάνουν στο τέλος της γλιστερής σκάλας, σηκώνουν την αμπάρα που ασφαλίζει την πόρτα και μπαίνουν σε μια χαμηλοτάβανη, αλλά κατά τα άλλα ευρύχωρη, δροσερή αίθουσα, γεμάτη πίθους και ξύλινους κλειστούς κάδους ποικίλων μεγεθών.

«Χαίρε Βάκχε απανταχού παρόντα!» ενθουσιάζεται ο Οινοκράτης.

«Χαίρε εσύ ομοίως» απαντάει ο συνοδός του. «Πλην όμως, ουχί ¨Βάκχε¨ ονομάζειν εμέ. Εμέ ονομάζειν   ┴►ζ≠ν! 

«Καλά άσε» στωϊκοποιεί τη συζήτηση ο ελληνομαθέστερος των δύο. Και μετά απευθύνεται στον άλλο, δείχνοντάς του τις σφηνοειδείς επιγραφές πάνω στα δοχεία: «Πες μου χοντρέ, τι γράφουν αυτές οι χαρακιές;»

Ό άλλος δείχνει να καταλαβαίνει την ερώτηση και κάνει μια προσπάθεια να εκφραστεί προσεκτικότερα.

«Πατήρ άρχων οίκου τούτου συλλέκτης εστί. Οίνους παράγει, πλην όμως και άλλα τινά προς πόσιν συλλέγει». Και προσθέτει με στρογγυλό χαμόγελο, όσο πιο καλόβολο μπορεί. «Ελθέ, εγώ εσέ εκ πλήττειν»

«Σιγά μη μας δείρεις κιόλας», μουρμουρίζει ο Οινοκράτης που κατά βάθος διασκεδάζει με τον τρομαγμένο ιθαγενή. Τον ακολουθεί μπροστά σε ένα μικρό πιθάρι που βρίσκεται όμως σε περίοπτη θέση. Εκείνος συγκεντρώνεται και μεταφράζει την χαραγμένη στον πηλό σκουλικογραμμή:

«Οίνος… λευκός… άρωμα… πεύκη!»

«Μη μου πεις! Ρητινίτης στα Σούσα! Εγώ δεν τον πάω ιδιαίτερα, αλλά το αφεντικό μου θα τρελαθεί απ’ τη χαρά του!»

Ο ευτραφής κρίνει τον ενθουσιασμό του Οινοκράτη μικρότερο του αναμενομένου γι αυτό και τον παρασύρει παρακάτω μπροστά σε έναν ογκώδη κυλινδρικό κάδο.

«Ενταύθα κρίθος, ουχί άμπελος. Βούλεσαι πίνειν;».

«Α, ζυμωτό κριθαροζούμι με λυκίσκο…, έχουμε και ’μεις. Το πίνουν οι άρρωστοι, καμιά φορά και οι αθλητές. Το λέμε ζύθο. Το είδα και στην Αίγυπτο, απ’ όπου περάσαμε τις προάλλες για να την κατακτήσουμε», πουλάει μούρη ο Οινοκράτης.

krasi

 Ο ανατολίτης γυρίζει το κεφάλι του ένα γύρο αναζητώντας κάτι πιο εντυπωσιακό.  Το βλέμμα του σταματάει σε ένα ράφι, και συγκεκριμένα σε  μια μεγάλη ξύλινη κασέτα που είναι τοποθετημένη εκεί. Πάνω της είναι χαραγμένη μια εικόνα. Ένας γενειοφόρος με φτερά.

Μοιάζει έκπληκτος κι ο ίδιος. Του ξεφεύγουν κάποια σχόλια στην ακατανόητη γλώσσα του. «Αδύνατον!», αυτομεταφράζεται.

«Τι είναι αδύνατο», απορεί ο Οινοκράτης.

«Αναχωρούντες, έχουσι λησμονήσει τούτο!»

«Τι είναι; Άνοιξέ το»

«Ουχί, ουχί άνευ καταλλήλου ευχής».

«Προχώρα!»

Ο χονδρός περιφέρει αργά, τελετουργικά και αυτονοήτως κυκλικά τον πυρσό πάνω από το κυτίο. Μετά τον αφήνει σε μια εντοιχισμένη υποδοχή και μένει για λίγο συγκεντρωμένος, ακίνητος. Μετά κάνει δύο χορευτικές κινήσεις: μία προς τα αριστερά -δεξί πόδι σηκωμένο ψηλά και μικρά πηδηματάκια με το αριστερό, ενώ τα χέρια του διαγράφουν περιστροφικές κινήσεις- και μία ίδια, αλλά αντεστραμμένη, προς τα δεξιά.   Μετά υποκλίνεται δις. Μετά λέει μια τελετουργική φράση από εκείνες που έτσι κι αλλιώς είναι ακαταλαβίστικες. Μετά ξαναυποκλίνεται άπαξ. Μετά απλώνει και τα δύο χέρια και προσπαθεί να ανεβάσει το καπάκι, αλλά εκείνο αντιστέκεται. Ο ευτραφής δυσανασχετεί, αλλά επαναλαμβάνει τη χορογραφία και την απαγγελία με μεγαλύτερη προσοχή.

Αυτή τη φορά το κουτί ενδίδει.

Μία διαφανής φιάλη γεμάτη απαστράπτον υγρό αποτελεί το μοναδικό περιεχόμενο της κασέτας.«Χαχόμα!!!», ανακράζει ο ολοστρόγγυλος θριαμβευτικά! «Ιερή  Χαχόμα!»

 dio-nysos

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 3. Η μάχη στην Περσίδα πύλη

Posted by vnottas στο 1 Μαρτίου, 2015

Μέρος Α΄. Σούσα

Κεφάλαιο τρίτο.  Όπου ο Εύελπις εξιστορεί στον Καλλισθένη τη μάχη της Περσίδας Πύλης

aae5b0d8f9f7036f393ceddae12ce3a9 Οι σκιές μακραίνουν και συγχέονται, ο εξωτικός κήπος βαθμιαία σκουραίνει, το νότιο αεράκι κάνει τις μυρωδιές που αναδύονται στην λεπτή ατμόσφαιρα ακόμη πιο έντονες.

Σε κεντρικό υπερυψωμένο σημείο του κήπου υπάρχει μια περίτεχνη περίπτερη κατασκευή. Κάτω από το σκίαστρό της είναι τοποθετημένα πολυτελή καθίσματα φτιαγμένα από ένα χοντρό, άγνωστο στην Ελλάδα, είδος καλαμιού, καθώς και ένα επίμηκες χαμηλό μαρμάρινο τραπέζι.

Εκεί κατευθύνεται τώρα ο Καλλισθένης λέγοντας στον Εύελπι που τον ακολουθεί θαυμάζοντας την απεριόριστη θέα:  «Αφού ο καιρός το επιτρέπει ας καθίσουμε εδώ».

Ο Καλλισθένης κάθεται σε μια από τις καλαμένιες πολυθρόνες και ο Εύελπις, αφού πρώτα βγάλει απ’ τον ώμο τον μεγάλο δερμάτινο σάκο και τακτοποιήσει στο πλάι το κοντό αθηναϊκό του ξίφος, κάθεται προσεκτικά σε μιαν άλλη.

Εμφανίζεται ένας υπηρέτης ντυμένος με τοπικό ιματισμό. Είναι εξοπλισμένος μ’ ένα αναμμένο λυχνάρι με το οποίο ανάβει τους φανούς του περιπτέρου και απέρχεται.

138.256

«Και μια που ο λόγος το ’φερε στον καιρό,  αν δεν κάνω λάθος, ήμαστε ακόμη στον Ανθεστηριώνα μήνα, τουλάχιστον σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο, έτσι δεν είναι;» παρατηρεί ο Καλλικράτης.

«Ναι, έτσι λένε αυτόν τον μήνα στην  Αττική. Όταν πρωτοπήγα πολύ μικρός στην Αθήνα νόμιζα ότι οι αισιόδοξοι αθηναίοι ήθελαν τα λουλούδια να ανθίζουν πριν την ώρα τους. Γι αυτό, μεσοχείμωνα, έχουν αυτόν τον μήνα και, στην αρχή του, μια τριήμερη γιορτή που τη λέγαν ¨Ανθεστήρια¨. Μετά, όταν άκουσα στο τέλος της γιορτής τον ιερέα να διώχνει τα κακά πνεύματα από την πόλη φωνάζοντας ¨Έξω από την πύλη, δυνάμεις του θανάτου, το ανθεστήρια τελείωσαν¨[1] κατάλαβα  ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα ¨ανθεστιώ¨, ανταλλάσσω φιλοξενία, κι ότι οι Αθηναίοι δεν είναι τόσο αισιόδοξοι, όσο απροκατάληπτοι. Πρώτα φιλοξενούν τα δαιμόνια και τις σκοτεινές ψυχές και μετά, με μια ωραία γιορτή, τα διώχνουν!».

Ο Καλλισθένης γελάει και ο Εύελπις παίρνει κουράγιο και συνεχίζει, «Οι Μακεδόνες προτιμούν να καταγράφουμε αυτόν τον μήνα στο βασιλικό ημερολόγιο ως ¨Δύστρο¨, που δεν αμφιβάλω ότι στα μέρη τους θα είναι ένας δύστροπος χειμωνιάτικος μήνας. Εμείς στα Μέγαρα τον ονομάζουμε όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ¨Ελευσίνιο¨, αλλά σε διαβεβαιώ ότι παρά το εξαιρετικό κλίμα που έχουμε εκεί, αυτόν τον μήνα υπάρχουν μέρες που κάνει γερό κρύο. Για να φτάσουμε σε ζέστη σαν τη σημερινή πρέπει να μπει για τα καλά η εαρινή περίοδος».

Ο Καλλισθένης ατενίζει τον δυτικό ουρανό στον οποίο είναι ακόμη διακριτές οι τελευταίες πορφυρές ανταύγειες. «Μη παραπονιέσαι. Θυμήσου μόνο τι καύσωνα αντιμετωπίσαμε μετά τα Γαυγάμηλα, εξ άλλου μου είπανε ότι η χειμωνιάτικη ζέστη σ’ αυτά τα μέρη είναι προάγγελος βροχής».

Ο υπηρέτης επανέρχεται κρατώντας αυτή τη φορά έναν χάλκινο δίσκο με αλαβάστρινη οινοχόη και πολυτελείς σκύφους[2]. Τον τοποθετεί πάνω στο τραπέζι, υποκλίνεται και φεύγει.

images (3)

Οι άκρες των χειλιών του Καλλισθένη ανασηκώνονται σχηματίζοντας ένα λεπτό μειδίαμα  «Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα».

Ο Εύελπις ανταποδίδει εγκάρδια το χαμόγελο. «Είμαι ευτυχής που είμαι πάλι εδώ Καλλισθένη. Και είμαι έτοιμος να σου διηγηθώ διεξοδικά τα όσα συνέβησαν τα τελευταία δεκαήμερα». 

Ο Ολύνθιος ακουμπάει αναπαυτικότερα στην πλάτη της πολυθρόνας. «Σε ακούω».

«Ξεκινήσαμε, όπως ξέρεις, ακολουθώντας την Βασιλική Οδό προς τα νοτιοανατολικά. Δεξιά μας η αχανής εύφορη πεδιάδα των δίδυμων ποταμών και αριστερά μας ο Ζάγκρος. Προχωρούσαμε με ρυθμό ταχύ, όπως πάντα, πολύ περισσότερο τώρα που ο δρόμος είναι αμαξιτός και σε αρκετά καλή κατάσταση. Οι ανιχνευτές, επιστρέφοντας από τις προωθημένες περιπολίες τους, μας διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχαν ορατές παγίδες και ενέδρες.

Πίσω μας, θα τους είδες όταν ξεκινήσαμε, έτρεχαν πλήθος οι ¨συνακολουθούντες¨. Είχαν μάθει ότι στην πορεία μας υπάρχει ακόμη μία πρωτεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, άρα πλούτη από τα οποία θα μπορούσαν να τσιμπολογήσουν, ή τόποι όπου θα τους δινόταν η άδεια να εγκατασταθούν».

«Έμαθα ότι κάποιοι αναμεταξύ τους υποδαυλίζουν τη δυσαρέσκεια γιατί δεν τους επιτρέψαμε να πλιατσικολογήσουν ούτε στη Βαβυλώνα ούτε στα Σούσα», παρατηρεί ο Καλλισθένης.   «Είναι επίσης αλήθεια ότι ανάμεσά τους κυκλοφορούν φήμες ανεξέλεγκτες». Σκέπτεται για μια στιγμή και προσθέτει: «Από την άλλη είναι γεγονός ότι συχνά καταφέρνουν να πληροφορούνται πράγματα που ίσως δεν θα ’πρεπε. Είναι ένα θέμα που πρέπει να το δούμε».

69

Ο Εύελπις έχει ήδη ανοίξει το σάκο του και τώρα βγάζει μερικούς κυλίνδρους που τους ακουμπάει προσεκτικά στο μαρμάρινο τραπέζι. Διαλέγει έναν  και τον ανοίγει.

«Εδώ είναι η Βασιλική Οδός» δείχνει. «Είχαμε συμπληρώσει πορεία τεσσάρων ημερών και ήμασταν σε αυτό ακριβώς το σημείο, όταν εμφανίστηκε… αντιπροσωπεία, ας την πούμε έτσι, από ντόπιους ορεσίβιους, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας ζήτησαν να πληρώσουμε τέλη διέλευσης!»

Ο Καλλισθένης σηκώνεται για να δει καλλίτερα τον χάρτη και με την ευκαιρία γεμίζει τα ποτήρια με το περιεχόμενο του κρατήρα «Α, ναι;»

«Μα το Δία! Ισχυρίζονταν ότι ακόμη και οι Πέρσες τους προσφέρουν δώρα, έτσι ώστε αυτοί με τη σειρά τους να εγγυώνται  ασφαλή διέλευση».

Ο Καλλισθένης πίνει και αφήνει το ποτήρι του στην άκρη του τραπεζιού. «Ποια φυλή ήταν;»

«Ήταν Ούξιοι, όχι όμως εκείνοι που καλλιεργούν την πεδιάδα, οι πλούσιοι. Αυτοί παραδόθηκαν εύκολα. Ήταν τα ξαδέλφια τους που μένουν στα βουνά και ζουν ελέγχοντας τα περάσματα». Στο άκουσμα του ονόματος της φυλής ο Καλλισθένης έχει μια αδιόρατη αντίδραση. Ο Εύελπις την αντιλαμβάνεται. «Τους έχεις ακουστά;»

«Μαθαίνω ότι τους αναφέρει συχνά η  Σισύγγαμβρις. Φαίνεται ότι τους συμπαθεί. Θα πρέπει να ελέγξουμε αν διατηρεί μυστικές επαφές μαζί τους.

Λοιπόν, πώς αντέδρασε ο Αλέξανδρος; »

«Κατ’ αρχήν χαμογελώντας.

Έπειτα ανηφόρισε τα βουνά μαζί με τον Κρατερό και μερικές ίλες ιππέων και κυριολεκτικά τους διέλυσε. Ο Πτολεμαίος του Λάγου διαπραγματεύεται τώρα μαζί τους τι αποζημίωση θα πληρώσουν. Μου έλεγε ότι επειδή ούτε έχουν ούτε ξέρουν από νομίσματα, θα τους βάλει να πληρώσουν σε είδος. Άλογα, τρόφιμα και τέτοια. Σου έχω σημειώσει ορισμένα στοιχεία εδώ». Ο Εύελπις δείχνει έναν άλλο κύλινδρο, και μετά έναν ακόμη. «Την επίσημη εκδοχή την έχει καταγράψει ο Ευμένης στο Ιστορικό της Εκστρατείας, νάτη».

«Είναι καλά ο Ευμένης;»

«Μια χαρά. Σου στέλνει εγκάρδιους χαιρετισμούς  Μου είπε ότι αδημονεί να αναλάβεις πάλι τον συντονισμό της ομάδας. Γιατί -αυτό μπορώ να σου το επιβεβαιώσω κι εγώ- οι ¨άλλοι¨ έχουν πάρει τ’ απάνω τους τελευταία.

«Αυτά θα μου τα πεις αναλυτικά στη συνέχεια. Πες μου τώρα πως τα πήγαν οι οδηγοί που είχαμε επιλέξει;»

«Μια χαρά. Αν και, όπως θα δεις, σπουδαίο ρόλο αυτή τη φορά έπαιξε ένας περίεργος δίγλωσσος βοσκός που παρουσιάστηκε επί τόπου μόνος του».

  «Δίγλωσσος βοσκός; Μιλούσε και τη γλώσσα των προβάτων;»

Ο Εύελπις γελάει. «Ήταν ένας καλλιεργημένος βοσκός που μιλούσε Περσικά και Ελληνικά παρακαλώ! Αλλά περίμενε, αυτός εμφανίζεται αμέσως μετά».

«Εντάξει. Συνέχισε».

«Μετά τη συμμόρφωση των βουνίσιων, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να χωρίσει τη στρατιά στα δύο. Με τη συνοδεία του θεσσαλικού ιππικού, οι βαριά οπλισμένοι, οι σύμμαχοι, οι μισθοφόροι και βέβαια οι σκευοφόρες άμαξες και οι ασύνταχτοι εξακολούθησαν την πορεία τους στην κάτω πεδινή διαδρομή. Το πρόσταγμα, γι αυτό το μέρος της στρατιάς, ο Αλέξανδρος το ανέθεσε στον Παρμενίωνα.

Ο ίδιος, μαζί με το ιππικό των εταίρων, τους πεζεταίρους, μεγάλο αριθμό τοξοτών  και αρκετούς μηχανικούς εξειδικευμένους στις διαβάσεις, αποφάσισε να ακολουθήσει την ορεινή διαδρομή. Εκείνη που ήταν χαραγμένη στο σχεδιάγραμμα που του παραδώσαμε πριν την αναχώρηση.  Όχι γιατί  αυτή είναι συντομότερη, αλλά μάλλον γιατί ήθελε να εξασφαλίσει την στρατιά από τυχόν πλευρική επίθεση από τη μεριά των βουνών. Ίσως πάλι να ήθελε να εξακριβώσει πόσο στρατηγικά σημαντικό  ήταν το ορεινό πέρασμα που στον χάρτη αναφερόταν ως ¨Περσίδα Πύλ稻.

«Τους ακολούθησες κι εσύ;»

«Ναι, με τη σύμφωνη γνώμη του Ευμένη, ο οποίος παρέμεινε με τον κορμό της στρατιάς».

«Λοιπόν;»

«Λοιπόν η διαδρομή έως το στενό αυτό πέρασμα ήταν σχετικά εύκολη. Λέω ¨σχετικά¨ γιατί μερικά πράγματα άλλαζαν ραγδαία καθώς σκαρφαλώναμε στο βουνό. Πρώτα ο καιρός. Ο χειμώνας επέστρεφε δριμύς. Συναντήσαμε ως και χιόνια και πάγους.

Από ψηλά ήταν ορατή στα δεξιά μας, πέρα από την πεδιάδα, στο βάθος, η θάλασσα των Περσών. Αυτό σήμαινε ότι είχαμε φτάσει κοντά στο νότιο άκρο της οροσειράς και όπου να ’ναι τα βουνά θα τελείωναν, αλλά μέχρι να φτάσουμε στην Περσίδα Πύλη κινούμασταν σε δύσβατα παγωμένα ορεινά μονοπάτια.

10

Έπειτα, οι ντόπιοι που συναντούσαμε μας φάνηκαν αλλιώτικοι από εκείνους που μας είχαν υποδεχθεί ως τα τώρα. Φανερά εχθρικοί, μας επιτηρούσαν από μακριά. Είμαι σίγουρος ότι ενημέρωναν τους Πέρσες για τις κινήσεις μας».

 «Μέχρι τώρα, Εύελπι, είχαμε να κάνουμε με χώρες και πληθυσμούς που οι Πέρσες είχαν υποτάξει.  Έστω κι αν μερικούς απ’ αυτούς τους έχουν ενσωματώσει, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο, υπάρχουν πάντα εκείνοι που δυσανασχετούν κάτω από τον περσικό ζυγό. Λάβε υπ’ όψιν σου ότι για  αυτούς εμείς δεν είμαστε περισσότερο ξένοι απ’ ό, τι οι Πέρσες. Έτσι λοιπόν, πολλοί ως τα τώρα προτίμησαν να μας δουν ως ελευθερωτές.

Τώρα πάντως εισερχόμαστε στην Περσία καθαυτή. Από δω και πέρα τα πράγματα θα αλλάξουν, οι αντιστάσεις θα ενταθούν, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον εθνικό πυρήνα της αυτοκρατορίας τους».

«Νομίζω ότι ο Αλέξανδρος έχει την ίδια άποψη. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η πολιτική του ήδη άλλαξε. Φαίνεται ότι περνάμε σε μια φάση εκφοβισμού και επίδειξης δύναμης».

Ο Εύελπις πήρε μια βαθειά ανάσα. «Βέβαια, δεν είμαι ακόμη σίγουρος τι ρόλο μπορεί να έχουν παίξει σε αυτή την αλλαγή οι ¨άλλοι¨…»

 5790776758_9043980a36_z

Το σκοτάδι μιας νύχτας που δεν έμοιαζε σε τίποτα με χειμωνιάτικη είχε απλωθεί ανάλαφρο πάνω απ’ τον κήπο. Το φως των πυρσών τρεμόπαιζε. Ο Εύελπις συνέχισε.

«Αλλά άκουσε τι συνέβη στην Περσίδα Πύλη.

Πρόκειται για μια στενή διάβαση, όπου συναντήσαμε απρόβλεπτη, έντονη αντίσταση και είχαμε πολλούς νεκρούς και πληγωμένους.

Κατ’ αρχήν είχαν κλείσει το τέλος του περάσματος με τείχος. Όταν η εμπροσθοφυλακή έφτασε εκεί αποκλείστηκε, ενώ οι Πέρσες άρχισαν να πετούν από τα γύρω υψώματα ακόντια, βέλη και βράχους. Αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε εσπευσμένα.  Ο απεγκλωβισμός υπήρξε δύσκολος και βαρύς σε απώλειες.

Ο Αλέξανδρος, ο Κρατερός, ο Φιλώτας, ο Αμύντας και άλλοι εταίροι ήταν μαζεμένοι στη βασιλική σκηνή για να εξετάσουν ποιες εναλλακτικές λύσεις ήταν εφικτές, όταν ζήτησε ακρόαση ο βοσκός που σου έλεγα προηγουμένως. Τον ανέκρινα εγώ ο ίδιος. Ισχυριζόταν ότι γνώριζε ένα μονοπάτι που παρέκαμπτε την τειχισμένη Πύλη και οδηγούσε στο πίσω μέρος του στρατοπέδου των Περσών.

Όπως είναι φυσικό φοβήθηκα παγίδα. Τον ρώτησα που έμαθε ελληνικά και μου είπε ότι καταγόταν από τη μικρασιατική περιοχή της Λυκίας, όπου ακόμη και όταν ήταν υπό περσική κατοχή, η πιο διαδεδομένη γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Υποστήριξε ότι επειδή, χρόνια πριν, είχε κάποια προβλήματα με τις τοπικές αρχές, είχε περιπλανηθεί  στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και είχε καταλήξει κτηνοτρόφος στα βουνά του Ζάγκρου».

Ο Καλλισθένης του ρίχνει μια διερευνητική ματιά «Σε έπεισε;»

«Όχι. Υπήρχε βέβαια μια μικρή πιθανότητα να είναι αυτό που ισχυριζόταν, δηλαδή ένας φιλάργυρος ριψοκίνδυνος βοσκός με γνώσεις ελληνικής, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι είναι βαλτός.

Μόνο που δεν μπορούσα να καταλήξω από ποιόν.

Αν τον είχαν βάλει οι νομιμόφρονες Πέρσες που ήθελαν να μας παρασύρουν σε μία ακόμη ενέδρα, θα έπρεπε να καταλήξει στον πυθμένα του πλησιέστερου γκρεμού. 

Αλλά θα μπορούσε να δρα για λογαριασμό κάποιας από τις φατρίες που εχθρεύονται τον τωρινό Πέρση βασιλιά και που θεωρούν ότι μια ακόμη ήττα των στρατευμάτων του θα επέσπευδε την ανατροπή του…

 Ή ακόμη να είναι σταλμένος από κάποιον αντιπέρση τοπικό ηγεμόνα που θα ήθελε να μας βοηθήσει χωρίς να εκτεθεί ακόμη προσωπικά…»

«Τι ανταλλάγματα ζήτησε;»

«Τριάντα τάλαντα. Αργυρά».

« Όχι λίγα. Λοιπόν;»

«Επειδή, παρά τους ενδοιασμούς μου, ο Λύκιος δεν μου φάνηκε τελικά ένας τύπος που θα αυτοκτονούσε υπέρ οποιουδήποτε ιδανικού, ενημέρωσα τους εταίρους για την προσφορά του, αλλά και για τις ανησυχίες μου. Αποφάσισαν  να το διακινδυνέψουν και τελικά έπραξαν σωστά».

Ο Εύελπις σηκώνεται όρθιος προκειμένου να γίνει πιο παραστατική η αφήγησή του: «¨Αν ψεύδεσαι θα πεθάνεις και μάλιστα με τον πιο επώδυνο τρόπο. Αν λες αλήθεια θα ανταμειφτείς¨,  του είπε ο Κρατερός και ανέθεσε τη φρούρησή του σε έναν τεράστιο αγριωπό Μακεδόνα.

Ο Αλέξανδρος χώρισε και πάλι το στράτευμα.

Ένα τμήμα υπό τον Κρατερό θα παρέμενε στο στρατόπεδο έως την επομένη το πρωί, οπότε και θα επιτιθόταν και πάλι στο τείχος της Περσίδας.

Ένα άλλο τμήμα υπό τον Φιλώτα και με τους μηχανικούς μαζί, ξεκίνησε αμέσως κατηφορίζοντας προς την πεδιάδα με εντολή να γεφυρώσει τον ποταμό Αράξη, το τελευταίο φυσικό κώλυμα πριν την Περσέπολη, και να περιμένει εκεί.

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, με το που νύχτωσε, ξεκίνησε ακολουθώντας την στενή, δυσδιάκριτη, επικίνδυνη διαδρομή που υποδείκνυε ο Λύκιος. 

Το μονοπάτι πότε χωνόταν στο δάσος και πότε κρεμόταν στην παρειά του βουνού και οι ιππείς έβρισκαν  με δυσκολία ασφαλή πατήματα. Τους ακολούθησα ενταγμένος στην οπισθοφυλακή. Μετά από, ευτυχώς, όχι ιδιαίτερα μακρά πορεία, ανασυνταχτήκαμε σιωπηλά σε ένα πλάτωμα λίγο πάνω από περσικό στρατόπεδο.

Οι Πέρσες που φύλαγαν με τόση επιμέλεια και τόσο πάθος την Περσίδα Πύλη, δεν είχαν δείξει την ίδια πρόνοια για το στρατόπεδό τους. Προφανώς δεν περίμεναν αυτό που τελικά συνέβη. 

Οι φρουρές τους εξουδετερώθηκαν εύκολα και ο αιφνιδιασμός πέτυχε απόλυτα. Όσοι κατάφεραν να οπλιστούν πολέμησαν με γενναιότητα, αλλά ειλικρινά δεν είχαν καμία πιθανότητα να καταφέρουν να μας αποκρούσουν. Τελικά οι απώλειές τους ήταν ολικές. Ελάχιστοι κατάφεραν να γλιτώσουν και μέσω της δασωμένης πλευράς του βουνού να κατηφορίσουν στην κοιλάδα για να μεταφέρουν τα νέα στην Περσέπολη. Οι δικές μας απώλειες -αν εξαιρέσεις τους πολεμιστές που χάσαμε κατά την αρχική επίθεση στην Πύλη- ήταν μικρές.

Το ξημέρωμα ο Κρατερός επιτέθηκε στο τειχισμένο πέρασμα και εξουδετέρωσε εύκολα τη φρουρά που μάταια περίμενε ενισχύσεις από το στρατόπεδο.

Ο Καλλισθένης μένει για λίγο σιωπηλός. Μετά παρατηρεί: «Μια νίκη που μοιάζει με την ήττα που υπέστησαν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες.

Να που η Ιστορία μπορεί να αναστραφεί. Εμείς στα βάθη της Ασίας νικητές, οι Πέρσες να πολεμούν με ανδρεία για την πατρίδα τους και να προδίδονται από έναν ακόμη Εφιάλτη». Ο Ολύνθιος παίρνει μια βαθειά ανάσα: «Εφιάλτες, αυτό το χρήσιμο για τους νικητές, είδος ερπετών!»

«Με αυτήν ακριβώς την αναφορά στις Θερμοπύλες κατέγραψε ο Ευμένης τα γεγονότα στο Ημερολόγιο της Εκστρατείας. Θεία Δίκη, Ανθρώπινη Δικαιοσύνη, Νέμεσις...

 Ήταν πάντως μια πραγματικά μεγάλη νίκη. Χάρη σ’ αυτήν εξασφαλίσαμε την παράδοση της Περσέπολης».

IST11

Ο Καλλισθένης σηκώνεται κι αυτός «Ας πιούμε». Δείχνει στον Εύελπι το ακόμη γεμάτο ποτήρι του. «Πιες άφοβα. Είναι τοπικό κρασί ήδη αραιωμένο». Ξαναγεμίζει το δικό του και το υψώνει προκειμένου να κάνει πρόποση: «Στην επάνοδο των  Θεών του ορθού λόγου!»

Ο Εύελπις ανταποκρίνεται: «Στις νίκες των ενωμένων ελλήνων!»

Χαμογελούν και οι δύο και πίνουν.

 images (77)

[1]  «Θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια»

[2] Σκύφοι: Κωνικά επιτραπέζια ποτήρια

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 2. – Καλλισθένης ο Ολύνθιος

Posted by vnottas στο 21 Φεβρουαρίου, 2015

φαλαγγα

Μέρος Α΄

Κεφάλαιο δεύτερο.

Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 

Ο Ήλιος έχει πάρει το χρώμα του κερασιού, έχει γίνει τεράστιος  και αιωρείται στο βάθος, πάνω από το δυτικό τμήμα του ορίζοντα. Όπου να ’ναι θα καταδυθεί στο λεπτό ροδαλό πάπλωμα που του έχουν ετοιμάσει οι υδρατμοί των ρεόντων θεών Τίγρη και Ευφράτη.

Ο Χοάσπης και, παρακάτω, ένας άλλος μικρός ποταμός του οποίου το ντόπιο όνομα προφέρεται δύσκολα, επωφελούνται για να εγκαταλείψουν το σύνηθες λαδί τους χρώμα και να αστράψουν σαν ασημένιες φιδωτές κορδέλες που απομακρύνονται από τα Σούσα προς τη απέραντη πεδιάδα.

Ένα αεράκι, που σίγουρα προέρχεται από τη θάλασσα, ανηφορίζει έως τα Σούσα, τη βασιλική ¨Πόλη των Κρίνων¨, μεταφέροντας ως εδώ μυρωδιές καλλιεργημένης γης  και αναδεύοντας τα αρώματα των κήπων.

Εάν ο Καλλισθένης ήταν περισσότερο ποιητής και λιγότερο ορθολογιστής παρατηρητής της φύσης, θα έλεγε ότι το πέταγμα των αλκυόνων, αυτών των αέναων φορέων χειμωνιάτικης καλοκαιρίας, φέτος περνάει σίγουρα από τη Νότια Μεσοποταμία.

Δεν το λέει. Πάντως σηκώνει ασυναίσθητα το κεφάλι ψηλά μην και, κατά τύχη, δει να περνάει από εκείνα τα μέρη καν’α ξεστρατισμένο γαλαζωπό πουλί.

images

Ο Καλλισθένης βρίσκεται σ’ έναν όμορφο υπερυψωμένο κήπο, έξω από το πολυτελές κατάλυμα  που του έχει αποδοθεί στο συγκρότημα των χειμερινών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη και περιτειχισμένη Ακρόπολη.

Είναι μάλλον ψηλός, ευθυτενής, με μαύρα μαλλιά χαραγμένα εδώ κι εκεί από κάποιες πρώιμες λευκές τρίχες και κοντοκουρεμένα κοκκινωπά γένια. Φοράει έναν ποδήρη λευκό χιτώνα με φαρδιά μανίκια και ιμάντα στη μέση.

Περπατάει και συλλογίζεται. Το βλέμμα του, καθώς αγναντεύει τον εσπερινό ουρανό μπορεί να μην βλέπει ιπτάμενους μετεωρικούς οιωνούς, όμως ανάμεσα στις κορυφές των φοινικόδεντρων συναντάει στην ανατολική πλευρά του ορίζοντα τις λευκές βουνοκορφές της οροσειράς του Ζάγκρου και μαζί τα βαριά σύννεφα που κουρνιάζουν εκεί.

Ο Ζάγκρος, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται τα Σούσα, αποτελεί ένα απέραντο τείχος, που καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την ανατολική πλευρά της Μεσοποταμίας και επεκτείνεται ακόμη πιο χαμηλά, στα ανατολικά του περσικού κόλπου. Απέραντος σε μήκος,  πανύψηλος,  μυστηριώδης και σχεδόν άβατος, εμποδίζει την πρόσβαση προς το ιρανικό οροπέδιο όπου βρίσκεται η κοιτίδα των Περσών και των Μήδων.

43802-004-CADC6FC8

Ο Καλλισθένης σκέπτεται πως, πέρα από τον επίσημο δρόμο που ενώνει τις μεγάλες πόλεις τις αραδιασμένες στα ριζά της οροσειράς, σίγουρα κάποια ορεινά περάσματα θα υπάρχουν, όπως θεωρεί βέβαιο ότι πρέπει να υπάρχουν χάρτες που να τα καταγράφουν.

Ήδη, πριν από την αναχώρηση του στρατεύματος από τα Σούσα προς την Περσέπολη, ο Καλλισθένης είχε εξασφαλίσει και παραδώσει στον Αλέξανδρο ένα σχεδιάγραμμα που υποδείκνυε μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω της οποίας, αν κάτι τέτοιο κρινόταν χρήσιμο,  θα μπορούσε να παρακάμψει την αμαξιτή ¨Βασιλική Οδό¨. Το διάγραμμα αυτό ήταν σχεδιασμένο και σχολιασμένο στην ελληνική γλώσσα από μαχητές που παλιότερα είχαν συμμετάσχει  ως μισθοφόροι στις τοπικές εμφύλιες ενδοπερσικές συγκρούσεις.

Ο Ολύνθιος, και οι ¨συν αυτώ¨, μια μικτή ομάδα που απαρτίζεται  από λόγιους, καθώς και επιλεγμένους στρατιωτικούς με επικεφαλής τον εταίρο Λαομέδοντα (έναν Μυτιληνιό που γνωρίζει πολύ καλά την περσική γλώσσα), από την αρχή της εκστρατείας δεν έχουν σταματήσει να συλλέγουν τέτοιου είδους στρατιωτικές μαρτυρίες, που συχνά αποδεικνύονται πολύτιμες για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Στην ομάδα των ειδημόνων του Καλλισθένη έχει επίσης ανατεθεί η ανάκριση και, στη συνέχεια, η επιλογή των απαραίτητων οδηγών, ανάμεσα σε ένα πλήθος αιχμαλώτων και αυτομόλων που ισχυρίζονται ότι ξέρουν καλά την περιοχή.

Ευτυχώς όλα έχουν καταλήξει αισίως: Η Περσέπολη έχει κυριευτεί.

page21

Την επιτυχία της νέας εξόρμησης την έχουν ήδη αναγγείλει πρώτα οι φλόγες των πυρσωρών  που η προελαύνουσα στρατιά άφηνε στα κατάλληλα σημεία πίσω της, και στη συνέχεια, με περισσότερη ακρίβεια, οι έφιπποι ημεροδρόμοι. Χτες κατέφτασε η πιο χειροπιαστή και πανηγυρική από όλες τις αποδείξεις:  ο θησαυρός.

Ο Καλλισθένης θα έπρεπε κανονικά να είναι εκεί, κοντά στις αιχμές των ελληνικών δοράτων καί σε αυτήν την προέλαση. Η εκτέλεση των καθηκόντων του απαιτεί το να βρίσκεται όσο πιο κοντά γίνεται στην πρωτογενή δράση της στρατιάς. Και τα καθήκοντά του αυτά δεν εξαντλούνται στην ανίχνευση και την αξιολόγηση χρήσιμων πληροφοριών, αλλά συμπεριλαμβάνουν την εποπτεία της καταγραφής των γεγονότων έτσι ώστε να υπάρξει -ελεγμένο- υλικό για τους μελλοντικούς ιστορικούς, καθώς επίσης -και αυτό τον γοητεύει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- την εξερεύνηση των μυστικών αυτής της τόσο αρχαίας και συνάμα τόσο μυστηριώδους γης.

Ο Ολύνθιος είναι σίγουρος ότι η Περσέπολη, όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, πέρα από τα πολύτιμα αντικείμενα, διαθέτει εκείνο που πρώτιστα τον ενδιαφέρει: γνώσεις.

Γνώσεις ανεπεξέργαστες, ζηλότυπα φυλακισμένες σε ναούς  και σ’ ανάκτορα. Γνώσεις που θα έπρεπε να ξεπλυθούν από την ανατολίτικη μυστικοπάθεια και τις υστεροβουλίες ιερέων και μάγων και να υποστούν τη διύλιση του νου και του ορθού λόγου. Γνώσεις που ήρθε ο καιρός να ανθίσουν λιπασμένες από τη βάσανο  των δημόσιων φιλοσοφικών αναλύσεων. 

 Όμως ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος που ζήτησε από τον Καλλισθένη να παραμείνει στα Σούσα και, όντως, υπήρχαν κάποια εύλογα αίτια γι αυτό.

Η κατακτημένη από τους Πέρσες παλιά Ελαμιτική πόλη είχε παραδοθεί αμαχητί -όπως άλλωστε προηγουμένως και η Βαβυλώνα. Ο βασιλιάς και το κύριο μέρος του στρατεύματος είχαν παραμείνει εδώ μόλις ένα δεκαήμερο. Ίσα ίσα για να πάρουν μια ανάσα, να διοργανώσουν μια γιορτή και να καταστρώσουν λεπτομερέστερα σχέδια για την συνέχιση της προέλασης. Ο Αλέξανδρος όρισε υπεύθυνο για την πόλη τον στρατηγό Αρχέλαο και επικεφαλής της φρουράς των περιτειχισμένων ανακτόρων τον εταίρο Μάζαρο. Οι δύο έμπειροι στρατιωτικοί  θα ήταν ίσως αρκετοί αν δεν υπήρχαν τουλάχιστον δύο θέματα που απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή και επιτήρηση.

Το ένα ήταν ο Θησαυρός των Σούσων, στην ουσία ο θησαυρός που είχε σωρεύσει εδώ παλιότερα ο βασιλιάς Ξέρξης, μέρος του οποίου αποτελούσαν λάφυρα που είχαν αφαιρεθεί από την γη των Ελλήνων.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι Πέρσες δεν μετακίνησαν εγκαίρως το θησαυρό από τα Σούσα για να καθυστερήσουν τον Αλέξανδρο, ο οποίος υπέθεσαν ότι δεν θα απέφευγε να τον θαυμάσει και να τον καταμετρήσει καταναλώνοντας δεκάδες ημερών αν όχι μήνες. Χρόνος που θα ήταν πολύτιμος για την ανασυγκρότηση των περσικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων.

Ο Καλλισθένης δεν πιστεύει αυτή την εκδοχή. Ιδιαίτερα τώρα που βλέπει τον όγκο των θησαυρών και φαντάζεται την αναταραχή και την ηττοπάθεια που θα δημιουργούσε η μεταφορά τους αλλού: Όχι, η σωστή ερμηνεία είναι ότι οι Πέρσες εγκαταλείπουν τους θησαυρούς τους γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Μακεδόνες δεν πρέπει να τους καταγράψουν και να τους εκτιμήσουν το ταχύτερο. Και, βέβαια, να τους προστατέψουν από τυχόν νέες απειλές, από οπουδήποτε κι αν προέρχονται. Ακόμη και -δυστυχώς έχουν προκύψει τελευταία και τέτοια κρούσματα- από την επιβουλή ορισμένων ημετέρων.

Το άλλο ζήτημα που απαιτεί ειδική φροντίδα είναι η επιτήρηση της οικογένειας του Δαρείου που αυτή τη στιγμή βρίσκεται, περισσότερο φιλοξενούμενη παρά αιχμάλωτη, εδώ, στα ανάκτορα της πόλης.

alexander_and_barsine

Βέβαια, ούτε η  Σισύγγαμβρις, η μητέρα του Δαρείου, ούτε οι κόρες του ούτε και ο -εξάλλου μικρός στην ηλικία- γιος του, έχουν δημιουργήσει μέχρι στιγμής προβλήματα. Αντίθετα δείχνουν ευγνωμοσύνη για την καλή μεταχείριση που τους επιφυλάχτηκε.

Η μόνη απώλεια αφορά την Στάτειρα, τη σύζυγο -αλλά και αδελφή, σύμφωνα με τα περσικά ανακτορικά ήθη- του Δαρείου.

Την ώριμη ομορφιά της βασίλισσας είχαν θαυμάσει και επαινέσει όλοι οι φιλόκαλλοι Έλληνες, όταν, μετά τη μάχη στην Ισσό πριν δυο χρόνια περίπου, ο Δαρείος είχε τραπεί σε φυγή, αφήνοντας την οικογένειά του στο έλεος του Μακεδόνα. Δυστυχώς όμως, η Στάτειρα πέθανε εδώ και λίγους μήνες, γεγονός που προξένησε μεγάλη θλίψη στον Αλέξανδρο. Η κηδεία της υπήρξε μεγαλοπρεπής και οι τιμές που της αποδόθηκαν ξεχωριστές.

Όμως, στο επίσημο βασιλικό ημερολόγιο δεν αναγράφηκε η αιτία του θανάτου. Θα δημιουργούσε αμηχανία. Η Στάτειρα, ήδη υπό -πολυτελή- ομηρεία για περισσότερο από έναν χρόνο, είχε πεθάνει από επιπλοκές τοκετού.

Ορισμένα ζητήματα ας μείνουν ανοικτά στην ευθυκρισία των μελλοντικών ιστορικών, σκέφτεται ο Καλλισθένης και ένα αδιόρατο δυσερμήνευτο χαμόγελο εμφανίζεται στις άκρες των χειλιών του.

 Όμως το μυαλό του επιστρέφει στα τρέχοντα.

C3FAA982E54A74412420E7430F581247

Ο Αλέξανδρος έχει δώσει εντολή να παρασχεθούν μαθήματα ελληνικής γλώσσας στα μέλη της βασιλικής οικογένειας που το επιθυμούν και ο Καλλισθένης έχει δώσει με τη σειρά του εντολή στους Έλληνες  λόγιους γνώστες της περσικής που ανέλαβαν αυτό το έργο, να τον ενημερώνουν καθημερινά για οτιδήποτε το ενδιαφέρον περιπέσει στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια αυτών των μαθημάτων.

 Επίσης, έχει ήδη φροντίσει ώστε να επιτηρείται, με την απαιτούμενη διακριτικότητα, ο Αβουλίτης, ο σατράπης που παρέδωσε αμαχητί την πόλη των Σούσων στους Έλληνες και τον οποίο ο Αλέξανδρος δεν καθαίρεσε, αλλά τον επιβεβαίωσε στη θέση του διοικητή της Σουσιανής. Ας σημειωθεί  ότι οι εταίροι είχαν μεταφέρει το δύσκολο όνομα του Πέρση σατράπη στα ελληνικά με όλη τη νεανική, περιπαικτική τους διάθεση και έμοιαζαν να διασκεδάζουν όταν τον προσφωνούσαν Α-βουλίτη. Ο Κλεισθένης χαμογελάει.  Ο ίδιος δεν είχε καμία αντίρρηση να τον καταγράψει ως ¨στερούμενο βούλησης¨ στην Καταγραφή της Εκστρατείας.

 Γι όλα αυτά ο Ολύνθιος έχει στείλει τακτικές αναφορές στον Αλέξανδρο. Χτες, ο Εύελπις ο Μεγαρεύς, ο οποίος επέστρεψε συνοδεύοντας τον θησαυρό, του παρέδωσε επιστολή όπου ο βασιλιάς δηλώνει ευχαριστημένος για την πορεία των πραγμάτων και ζητά από τον Καλλισθένη να εξακολουθήσει να παραμένει στα Σούσα έως ότου τον ειδοποιήσει να πράξει διαφορετικά. Το αίτημα αυτό του Αλέξανδρου παραξενεύει και βάζει σε σκέψεις τον Καλλισθένη. Ωστόσο, όπου να ’ναι  ο Μεγαρεύς θα έρθει και θα του πει περισσότερα…

 Πράγματι, οι σκέψεις του διακόπτονται από το ποδοβολητό ενός αλόγου που πλησιάζει.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο Καλλισθένης κατεβάζει το βλέμμα στο κάτω διάζωμα του κρεμαστού κήπου, όπου ο νεαρός Εύελπις έχοντας ξεπεράσει την φρουρά της Πύλης, καταφτάνει, ξεπεζεύει και παραδίνει το θεσσαλικό καστανόχρωμο άλογό του στον ντόπιο υπηρέτη που τον περιμένει εκεί. Μετά στρέφει τη γαλανή ματιά του προς τα πάνω και χαιρετά τον Ολύνθιο. Εκείνος τον αντιχαιρετά και με ένα νεύμα του δείχνει την κλίμακα που οδηγεί στο άνω διάζωμα.

(συνεχίζεται… Στο επόμενο: Μέρος Α΄ Σούσα. Κεφάλαιο τρίτο.  Όπου ο Εύελπις εξιστορεί στον Καλλισθένη τη μάχη της Περσίδας Πύλης)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 1

Posted by vnottas στο 17 Φεβρουαρίου, 2015

043fe-image010

Διευκρίνιση: Μετά την εισαγωγή (που ήδη ανάρτησα εδώ  κι εδώ) ιδού το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του υπό εκπόνηση μυθιστορήματος. Εδώ ο Εύελπις εξακολουθεί να είναι ο αφηγητής, όχι όμως πια ως ο συγγραφέας των υποτιθέμενων ανευρεθέντων αρχαίων κειμένων (όπως στην εισαγωγή), αλλά καθώς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη δική του εκδοχή των όσων καθημερινά του συμβαίνουν. Επομένως το αφηγηματικό του ύφος παύει να μοιάζει με εκείνο των (μεταφρασμένων) αρχαίων ιστορικών και γίνεται περισσότερο βιωματικό. Από εδώ κι εμπρός και έως ότου ξαναχρειαστούμε την ευρυγώνιο και αποστασιοποιημένη προοπτική ενός ¨ιστορικού¨ ο Εύελπις θα μας τα λέει σε πρώτο πρόσωπο είτε γιατί θα κρατάει σημειώσεις προκειμένου να συγγράψει κάποτε το έργο που αναφέρουμε παραπάνω είτε επειδή απλώς έτσι θέλει (δηλαδή επειδή εγώ αποφάσισα να τον κάνω ήρωα -αφηγητή σε ορισμένα κεφάλαια της παρούσας μυθιστορίας).

Στο πρώτο κεφάλαιο τον βρίσκουμε στα Σούσα, την παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, ήδη παραδομένη αμαχητί στην προελαύνουσα ελληνική στρατιά, και τώρα κέντρο συντονισμού και  ανεφοδιασμού των διεξαγόμενων επιχειρήσεων.

Συναντάμε τον Εύελπι την επόμενη μέρα της επιστροφής του στα Σούσα από την πρόσφατα κατακτημένη Περσέπολη (όπου επί του παρόντος βρίσκεται το κύριο μέρος της στρατιάς και ο βασιλιάς). Ο Μεγαρέας είναι ένας από τους επικεφαλής της ομάδας των στρατιωτικών και των λογίων που συνόδευσαν πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που ανευρέθηκε στην κυρίως περσική πρωτεύουσα, και που ο Αλέξανδρος αποφάσισε ότι πρέπει να μεταφερθεί, να εκτιμηθεί και αποθηκευτεί στα μετόπισθεν.

griffin-7

Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα[1], ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα

GreekStudy

Κεφάλαιο πρώτο:  Σούσα [2]. Εύελπις

 Ξυπνάω με το κεφάλι βαρύ και το αίμα να κτυπάει παλμικά στους κροτάφους μου δημιουργώντας επίμονο διακεκομμένο πόνο. Σκιώδεις μορφές από πρόσφατο όνειρο τριγυρίζουν ακόμη στο μυαλό μου, αλλά δε μπορώ να τις εξιχνιάσω.

Ανασηκώνομαι στο παράξενα στολισμένο ανάκλιντρο στηρίζοντας το χέρι μου στην χαίτη ενός διακοσμητικού μπρούτζινου τέρατος, που δεν είναι σαφές αν προορίζεται για να διώχνει τα τρομαχτικά όνειρα ή για να τα δημιουργεί.

Για μια στιγμή δεν αναγνωρίζω την ψηλοτάβανη ψυχρή αίθουσα όπου βρίσκομαι. Σιγά σιγά όμως,  ο Μορφέας μου επιστρέφει τις χθεσινές μνήμες, τουλάχιστον τις βασικές.

Λέω να φωνάξω τον Οινοκράτη να δώσει ένα χέρι και να ετοιμάσει έναν από τους θαυματουργούς ζωμούς, για τους οποίους έχει ήδη κάνει όνομα ανάμεσα στους φίλους και τους συνδαιτυμόνες, αλλά η φωνή μου δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Βγαίνει κάτι σα γρύλισμα. Αρχίζω να βήχω δυνατά ελπίζοντας να καθαρίσω τον κολλημένο μου λαιμό, ενώ ταυτόχρονα κατεβαίνω προσεκτικά από το ανυψωμένο ανάκλιντρο και αρχίζω να αναζητώ τα σανδάλια μου.

 «Εδώ, εδώ είναι κύριε…» Ο Οινοκράτης μπαίνει φουριόζος κι εγώ δε ξέρω από που, κραδαίνοντας τα σανδάλια με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο μεταφέρει μια κανάτα νερό κι ένα λευκό προσόψιο. Ακουμπάει την κανάτα και το προσόψιο σ’ ένα είδος λουτήρα εκεί παραδίπλα, και με το απελευθερωμένο του χέρι μού δείχνει κάτι παράξενες φουντωτές θήκες ακουμπισμένες στο πλακοστρωμένο δάπεδο.

  «Φόρεσέ τα αφέντη. Είναι υποδήματα άνετα, χωρίς λουριά και κορδόνια, που οι ντόπιοι τα χρησιμοποιούν μέσα στο σπίτι… Α, τι; Επιμένεις για τα σαντάλια; Εντάξει. Στα έχω έτοιμα και περιποιημένα. Κάθισε να σου τα δέσω.

 «Πονάει το κεφάλι μου Κράτη. Γι αυτό δώσε μου τα σανδάλια και πήγαινε να ετοιμάσεις ένα από τα βοτανομείγματά σου. Ξέρεις εσύ».

«Εγώ ξέρω, εγώ ξέρω», διαπιστώνει υπερήφανα ο υπηρέτης μου, ο οποίος έχει άποψη για όλα, γι αυτό και προσθέτει: «Μεταξύ μας αφεντικό, εάν οι Μακεδόνες ήξεραν να πίνουν όπως ξέρουν να πολεμάνε…»

Του ρίχνω μια απεγνωσμένη ματιά, αλλά το παίρνει στραβά. «Καλά, καλά, φεύγω, μην θυμώνεις και είναι ακόμη πρωί… Πρωί; όχι λάθος: μέρα μεσημέρι, …σχεδόν απόγευμα».

Έχει δίκιο. Από τα μακρόστενα κάθετα ανοίγματα στην άλλη άκρη της αίθουσας, φως ώριμου ασιατικού ήλιου μπαίνει λοξά και χαράζει τις έγχρωμες πλάκες του πατώματος.

Τον αποπαίρνω γιατί αλλιώς δε θα σταματούσε να μιλάει, κι αυτό είναι κάτι που ακόμη κι αν δεν έχεις πονοκέφαλο σου τον φέρνει, αλλά καθώς τον παρακολουθώ να αποσύρεται μουρμουρίζοντας, καταλήγω πως μάλλον τα λέει σωστά.  Οι Μακεδόνες λατρεύουν τον Διόνυσο με τρόπο συχνά καταχρηστικό. Οπότε, χάνουν τον έλεγχο και διακινδυνεύουν την επιδιωκόμενη ευφορία. Να πίνεις μαζί τους δεν είναι πάντα συνετό.

fresko_symposium

Αλλά, σκέφτομαι καθώς πλένω το πρόσωπό μου και το τρίβω με το λευκό ύφασμα, ας είμαι δίκαιος, μετά την ένταση, την προσπάθεια, το άγχος των ανηλεών συνεχών μαχών, υπάρχει καλλίτερος, ιαματικότερος συμπαραστάτης από τον αμπελοστεφανωμένο γιό της Σεμέλης;

Όχι, δεν υπάρχει, αποφαίνομαι.

Εξ άλλου, το βαρύ μου κεφάλι και ο μακρύς ληθαργώδης ύπνος δεν οφείλεται μόνο στην πλεοναστική χθεσινοβραδινή οινοποσία. Πρόκειται μάλλον για σωρευμένη κούραση.

Αλλά να που ο Οινοκράτης επανέρχεται εξ ίσου φουριόζος με πριν. Αυτή τη φορά κρατάει κάλυκα που αχνίζει, ενώ πίσω του σέρνει μια αλλόκοτη κατασκευή, κάτι σαν μικρό τροχοφόρο τραπέζι σκεπασμένο με αραχνοΰφαντο πανί.

«Εδώ το ίαμα του Οινοκράτη» διακηρύσσει. «Άμποτε να το είχαν όλοι οι πότες και όχι μόνον όσοι διαθέτουν Οινοκράτη διαθέσιμο και ευδιάθετο».

«Οινοκράτη κάνε κράτει και πάψε να αυτοδοξάζεσαι. Τουλάχιστον μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος».

«Αυτός; Να ’ταν κι άλλος!», λέει δίνοντάς μου τον κάλυκα. «Πιες εδώ δα και πάει έφυγε, …και μετά…»

Ο εξυπηρετικός υπηρέτης μου, με μια κίνηση αντάξια της καλλίτερης αθηναϊκής θεατρικής τεχνικής, τραβάει από το καρότσι το αραχνοΰφαντο πανί που προφανώς έχει εντομοαπωθητικό προορισμό και αποκαλύπτει κεραμικό δίσκο με διάφορα εδέσματα, άλλα αναγνωρίσιμα και άλλα όχι.

«Που τα βρήκες όλα αυτά;», απορώ.

«Ο κύριος ξεχνάει ότι ο εδώ παρών πιστός υπηρέτης του έχει διατελέσει στρατιώτης σιτιστής. Και τι κάνει ένας σιτιστής μόλις εγκαθίσταται σε νέο, μη γνώριμο τόπο;

Διερευνά εάν υπάρχει επάρκεια από τα απαραίτητα προς βρώσιν και προς πόσιν. Ήδη από χθες που η επιμελητεία παραχώρησε στην ομάδα των λογίων αυτό το συγκρότημα και σε εμάς αυτό το κτίριο φρόντισα να ανακαλύψω το κελάρι, το περιεχόμενό του και την εστία παρασκευής εδεσμάτων».

arhaia-ellada-diatrofi

Πράγματι, αν και ο λάλος Οινοκράτης δεν έδωσε ποτέ επαρκείς -ή τουλάχιστον συνεπείς μεταξύ τους- πληροφορίες για την πρότερη ζωή του, είναι γεγονός ότι ο Ευρύνους, ο πατέρας μου, τον αγόρασε ως τέως στρατιώτη που είχε αιχμαλωτιστεί στην Σικελία και μεταφερθεί προς πώλησιν στον Πειραιά. Το ότι έχει διατελέσει σιτιστής είναι κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Πάντως, είναι γεγονός ότι μιλάει καλά -εκτός από πολύ- τα ελληνικά, αν και η προφορά του είναι κάπως περίεργη και του ξεφεύγουν που και που κάποιες παράξενες, δυσνόητες λέξεις.

Κατά τα άλλα είναι βραχύσωμος, μελαχρινός, αεικίνητος, και η πιθανή ηλικία του κυμαίνεται περί τα σαράντα έτη.

Όσο για το όνομά του, κάποτε, στην αρχή, είχε αναφέρει κάποια δυσπρόφερτη λέξη, αλλά σύντομα ακόμη και ο ίδιος έπαψε να τη χρησιμοποιεί. 

Προτιμάει το Οινοκράτης, το όνομα που του έχει δώσει ο Ευρύνους, είτε γιατί είχε κάποτε διαπιστώσει την αντοχή του υπηρέτη στο κρασί είτε γιατί είχε εκτιμήσει τα ενάντια στη μέθη ιαματικά ροφήματά του.

Καταπίνω το γιατροσόφι. Έχει στυφή γεύση, αλλά άρωμα μάλλον ευχάριστο.

Αρχίζω να αισθάνομαι κάπως καλλίτερα.

451

Καθώς η θολούρα υποχωρεί, οι χθεσινές μνήμες επιστρέφουν διαυγέστερες. Το συμπόσιο ήταν η κατακλείδα της γιορτής που οργάνωσε η μακεδονική φρουρά της πόλης για να μας υποδεχτεί. Δηλαδή, για να είμαι ακριβέστερος, η αιτία της διάχυτης χαράς  δεν ήταν κυρίως η επιστροφή ενός στρατιωτικού αγήματος που είχε συμμετάσχει στην τελευταία νικηφόρα εξόρμηση, ούτε βέβαια η δική μου, αλλά η άφιξη του τεράστιου καραβανιού που συνοδεύαμε και του κυριολεκτικά ανεκτίμητου φορτίου του.

Έστω κι αν ο Αλέξανδρος είναι ακόμη εκεί, στην κυριευμένη Περσέπολη, και κατά τα φαινόμενα θα παραμείνει εκεί έως ότου πάρει  οριστικές αποφάσεις για την συνέχιση της εκστρατείας, θέλησε να στείλει πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που βρήκε στα ανάκτορα.

Ένας ακόμη θησαυρός, μετά από εκείνον που βρέθηκε στη Βαβυλώνα και εκείνον που ο παλιός βασιλιάς Ξέρξης είχε σωρεύσει εδώ, στα Σούσα. Κανένας από αυτούς τους θησαυρούς δεν έχει ακόμη εξεταστεί και αποτιμηθεί πλήρως.

Πρέπει να πω ότι η απόφασή του αυτή με εξέπληξε, διότι ναι μεν τα Σούσα είναι αυτή τη στιγμή το κέντρο υποστήριξης των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά προσωπικά εκτιμώ ότι αυτόν το ρόλο θα τον αναλάβει σύντομα η μόλις κατακτημένη Περσέπολη, ή, το θεωρώ κι αυτό εξ ίσου πιθανό, η περιβόητη, πολύκοσμη, σαγηνευτική Βαβυλώνα, η οποία  πρώτη παραδόθηκε αμαχητί στα ελληνικά στρατεύματα.

 images (40)

Η μακρά ακολουθία από άμαξες, φορτωμένους όνους, ημίονους και αυτά τα αστεία αλλά ανθεκτικά ζώα που μοιάζουν με τις καμήλες της Αιγύπτου και της Αραβίας, αλλά έχουν δύο καμπούρες και φορτώνονται ευκολότερα, -ό, τι ζώο είχαμε μπορέσει να βρούμε και να επιτάξουμε- είχε μπει θριαμβευτικά στην πόλη των Σούσων χτες, νωρίς το πρωί.

Το προηγούμενο βράδυ, το καραβάνι, το ισχυρό στρατιωτικό σώμα που το συνόδευε και οι λόγιοι που συμμετείχαμε στην αποστολή με συγκεκριμένες αρμοδιότητες -ο υποφαινόμενος ανήκει σε αυτήν την ομάδα- είχαμε ήδη φτάσει στα περίχωρα. Προτιμήσαμε όμως να διανυκτερεύσουμε εκεί, διότι κρίναμε ότι η είσοδος στην πόλη θα έπρεπε να γίνει με το φως της ημέρας. Είχαμε μια καλή ευκαιρία να εντυπωσιάσουμε τον ντόπιο πληθυσμό και να του δώσουμε ακόμη μια χειροπιαστή απόδειξη ότι οι καιροί έχουν αλλάξει, έστω και αν ο φυγάς Δαρείος προσπαθεί ακόμη να οργανώσει κάποια αντίσταση.

Έδωσα εντολή να καλύψουν τα ως τότε παραλλαγμένα, σκονισμένα φορτία με πολύτιμα υφάσματα και να αφήσουν επίσης ακάλυπτα μικρά τμήματα των σάκων με τα πολυτελή αντικείμενα. Ήθελα να εξάψω την φαντασία των Σουσιωτών χωρίς να δώσω ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με το ύψος των λαφύρων. Άλλωστε ούτε και εμείς δεν τα είχαμε ακόμη αποτιμήσει με ακρίβεια και αυτό ήταν ένα από τα αμέσως προσεχή καθήκοντά μας. Ο πραγματικός θρίαμβος θα τελούταν όταν θα επέστρεφε ο νικητής Αλέξανδρος, η δική μας είσοδος στα Σούσα ήταν μια χρήσιμη υπαινικτική προαναγγελία.

 

Αυτά σκέφτομαι, καθώς τσιμπολογώ τα εδέσματα που βάζουν σε δοκιμασία τη γεύση μου. Αν είναι αλήθεια ότι η απόσταση από την Ελλάδα έως την Ινδία μπορεί να υπολογιστεί από την ένταση των χρησιμοποιούμενων καρυκευμάτων, τότε η χώρα του Ινδού ποταμού πρέπει να μην απέχει πολύ.

Ο Οινοκράτης επανεμφανίζεται, με παρατηρεί μάλλον ικανοποιημένος να καταναλώνω τα εδέσματα που μου ετοίμασε, και φυσικά παρεμβαίνει:

«Νομίζω ότι πρέπει να σου υπενθυμίσω ότι πριν δύσει ο ήλιος έχεις να συναντήσεις τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο».

«Αυτό δε λησμονιέται Κράτη. Το θυμάμαι. Πού τακτοποίησες τα ¨εγγεγραμμένα¨;»

«Μαζί με τη γραφική ύλη, τους κυλίνδρους και τα βιβλία, σε εκείνον τον μεγάλο φωριαμό στο βάθος».

«Και από γραφείο;»

«Βρήκα κάτι που του μοιάζει στην διπλανή αίθουσα. Νομίζω ότι θα σε βολέψει».

 grafi iii

 

Πριν συναντήσω τον Καλλισθένη πρέπει να τακτοποιήσω τις σημειώσεις μου. Ευτυχώς η επιμελητεία έχει ανακατανείμει περισσότερο ορθολογικά τους διαθέσιμους χώρους κι έτσι, επιστρέφοντας, βρήκαμε αυτό το  νέο κατάλυμα στο ψηλοτάβανη αστική οικία ενός  φυγά γαιοκτήμονα.

Εδώ αρκεί να ψάξεις, και βρίσκεις. Και ο Οινοκράτης είναι καλός στο ψάξιμο. Η τράπεζα που ανακάλυψε είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορώ να ανοίξω πάνω της τους κυλίνδρους χωρίς να τους προκαλέσω ζημιές, ενώ ο ήλιος –που στα μέρη μου αυτή την εποχή θα ήταν χειμωνιάτικος-  καταφέρνει και τρυπώνει ως εδώ εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό φως.

Η αλήθεια είναι ότι συνάντησα για λίγο τον Καλλισθένη χτες το πρωί, αμέσως μετά την άφιξή του καραβανιού και του παρέδωσα το γραπτό μήνυμα του Αλέξανδρου. Όσο όμως αφορά σε μια λεπτομερέστερη αναφορά, ο ίδιος ο Ολύνθιος, αφού πρώτα έριξε μια ματιά στην επιστολή, με συμβούλεψε να τελειώσω πρώτα τις διαδικασίες παράδοσης του θησαυρού. Έπρεπε να δώσω τις κατάλληλες εντολές σε απολύτως έμπιστα άτομα, ώστε η καταγραφή να γίνει με άκρα επιμέλεια και προσοχή. Μετά θα τα λέγαμε με άνεση. Ορίσαμε τη συνάντηση για σήμερα, κατά τη δύση του ήλιου.

Ο Καλλισθένης, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν παρών στο χθεσινοβραδινό συμπόσιο. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όποιος μελετά και γνωρίζει τις σχέσεις και τις επικοινωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους, αποφεύγει εκείνες που δεν θεωρεί επαρκώς δικαιολογημένες. Δε ξέρω αν αυτή του η άποψη είναι πιο κοντά στους νεωτεριστές σκεπτικιστές, η σε εκείνη τη γραφική ομάδα των νέων φιλοσόφων που αυτοαποκαλούνται κυνικοί. Θα τον ρωτήσω.

images (41)

Ελέγχω και στοιβάζω τις αποδείξεις παραλαβής, μετά επιθεωρώ τις πρόχειρες ημερολογιακές μου σημειώσεις του τελευταίου μήνα, βάζω μαζί και ένα αντίγραφο των καταγραφών των τελευταίων γεγονότων όπως συντάχθηκαν στην Περσέπολη υπό την επίβλεψη του φίλου Ευμένη του γιού του Ιερώνυμου, λίγο πριν από την αναχώρησή μου. Είμαι σχεδόν έτοιμος για τη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

 

Στο μυαλό μου χωρίς φανερή αιτιολόγηση και συνειρμό σχηματίζεται μια εικόνα από το όνειρο του ταλαιπωρημένου μου ύπνου.

Μία γυναίκα με σαγηνευτικά χαρακτηριστικά: η Θαΐδα.

Μου χαμογελάει αινιγματικά κι εξαφανίζεται πάλι.


Καθώς τοποθετώ με προσοχή το υλικό σε μια φαρδιά δερμάτινη πήρα[3], επιστρέφει στη σκέψη μου η έμμονη ιδέα των τελευταίων ημερών: ότι είναι ίσως καιρός να επιχειρήσω μια προσωπική, δική μου καταγραφή όλων αυτών που συμβαίνουν. Νομίζω ότι ο Αριστοτέλης θα ενέκρινε κάτι τέτοιο.

 image001

(συνεχίζεται – Μέρος Α΄ Κεφάλαιο δεύτερο. Καλλισθένης ο Ολύνθιος)

[1] Ανθεστηριώνας Ο μήνας του αττικού ημερολογίου (του επικρατέστερου στις ιστορικές αναφορές αυτής της περιόδου) που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα περίπου μεταξύ 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου ή σύμφωνα με άλλους μεταξύ  23 Ιανουαρίου και 20 Φεβρουαρίου. Οι μήνες των αρχαίων διαιρούνταν σε τρία δεκαήμερα (εκ των οποίων το τρίτο είχε δέκα ή εννιά μέρες). Η αρίθμηση –μόνο για το τρίτο δεκαήμερο- γινόταν συχνά ανάποδα. Π.χ. μία, ή δύο, ή τρεις κ.ο.κ. μέρες από το τέλος του μήνα.

[2] Σούσα: Παλαιά πρωτεύουσα του μεσοποτάμιου Βασίλειου του Ελάμ, το οποίο πριν την κατάκτηση από τον Αλέξανδρο ήταν υποταγμένο στους Πέρσες. Η λέξη σημαίνει ¨Η πόλη των κρίνων¨.

[3] Πήρα: σάκος σακίδιο, τσάντα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Στα δελτία των οκτώ (υπάρχουν ακόμη)

Posted by vnottas στο 13 Φεβρουαρίου, 2015

images (33)

ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΥΑΙΝΕΣ

(Νίκος Μοσχοβάκος)

 

Ευγενικές ύαινες

περιφέρονται ανήσυχες στη ζούγκλα

και με τρόπους κομψούς

διακηρύσσουν στ’ άλλα ζώα

πόσο τα συμφέρει ν’ αποδεχτούν

την αναμφισβήτητη κυριαρχία

των Λεόντων και των Τίγρεων.

images (34)

Βέβαια δεν παραλείπουν

να ρίχνουν κρυφές ματιές

προς τ’ απομεινάρια της λείας

κόκαλα ως επί το πλείστον

έχοντας το νου τους μήπως

τ’ αρπάξουν τ’ απεχθή όρνια

που γέμισαν εσχάτως την περιοχή.

daneion100ekat

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2015

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος της ¨Εισαγωγής¨ στο μυθιστόρημα με ιστορικές αναφορές και (προσωρινό) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Σημείωση: Στην εισαγωγή αλλά και στην υπόλοιπη αφήγηση, παρουσιάστηκε το γνωστό πρόβλημα των υποσημειώσεων: Φτιαγμένες για να προσφέρουν συμπληρωματικές εξηγήσεις, (εδώ για να αγκυρώσουν τον μύθο στο ιστορικό πλαίσιο) συχνά κόβουν το νήμα της ανάγνωσης, μπερδεύουν και ενοχλούν. Σε ένα επιστημονικό δοκίμιο κάτι τέτοιο είναι συγχωρητέο αν όχι αναγκαίο κακό. Σε μια μυθοπλασία όχι. Ομολογώ ότι στα προηγούμενα μυθιστορήματα (Το πολυτεχνείο τρέμει, ΜΠΑ!) χρησιμοποίησα τις υποσημειώσεις κυρίως για να τις σατιρίσω. Τις έβαζα εδώ κι εκεί ως σουρεαλιστική γαρνιτούρα. Στην ειδική όμως περίπτωση του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές (όπως φιλοδοξεί να γίνει αυτό εδώ) η χρήση των υποσημειώσεων απαιτεί (τουλάχιστον)  διευκρινίσεις.

Διευκρινίζω λοιπόν ότι ειλικρινά δεν ξέρω αν θα υιοθετήσω τελικά τις υποσημειώσεις για να συνδέσω την πλοκή με το ιστορικό πλαίσιο ή αν θα φτιάξω ένα ξεχωριστό ¨παράρτημα¨ με τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Πάντως, μάλλον θα κρατήσω μερικές στο κάτω μέρος της σελίδας για να δώσω την μετάφραση στη νεοελληνική ορισμένων ¨ξεχασμένων¨ λέξεων της αρχαίας ή της κοινής ελληνικής, λέξεις που μου χρειάζονται για να δώσω στις περιγραφές άρωμα ιστορίας. Δεν αποκλείω εξ άλλου το περιεχόμενο ορισμένων υποσημειώσεων να είναι εξ ολοκλήρου φανταστικό.

Β. Νόττας

  Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση)

Κύλικες και δόρατα

 (Η συνέχεια και το τέλος της εισαγωγής)

GreekStudy

 

Α.5 Ο Εύελπις κάνει μνεία στα τελευταία γεγονότα πριν την έναρξη της εξόρμησης κατά των Περσών

Στο τριετές χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εκφώνηση των ύστατων δημόσιων ομιλιών του Ισοκράτη και την επιστροφή του Αριστοτέλη στην Αττική,  συνέβησαν αλλεπάλληλα γεγονότα, τα οποία είχαν αποφασιστικές επιπτώσεις στις μετέπειτα εξελίξεις. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στα σημαντικότερα από αυτά: Τη μάχη της Χαιρώνειας, την Πανελλήνια κοινή Συνεδρία  των Ελλήνων στην Κόρινθο και τη δολοφονία του βασιλέα Φιλίππου.

Κατ’ αρχήν, παρά τις παραινέσεις που περιέχονταν στους τελευταίους λόγους του Ισοκράτους και υπό τη σαγηνευτική επίδραση των αγορεύσεων του ρήτορα Δημοσθένη του Παιανιέα, οι Αθηναίοι συνασπισμένοι με το Κοινό των Θηβαίων και άλλες πόλεις, επιτέθηκαν κατά του Φιλίππου. Οι Μακεδόνες είχαν, βέβαια, ήδη προσπεράσει τις Θερμοπύλες, ανακαλώντας στους νότιους Έλληνες αμφίσημες μνήμες. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο Παιανιεύς, αν και υιοθετούσε απόψεις που αντιπολιτεύονταν τις δικές μας, και ήταν οπαδός διαφορετικής ρητορικής τεχνικής, ήταν και είναι ένας  ρήτορας πρωτοφανούς δεινότητας. Οι Αθηναίοι λοιπόν πείσθηκαν να επιτεθούν και η σύγκρουση έλαβε χώρα στη Χαιρώνεια. Στη μάχη θριάμβευσαν οι Μακεδόνες.

Όμως στη συνέχεια δεν ακολούθησαν ούτε σφαγές ούτε καταστρεπτικά μέτρα κατά των ηττημένων. Αντίθετα, συνέβη εκείνο που ο σχεδόν εκατοντάχρονος Ισοκράτης -ο οποίος διάβηκε τον Αχέροντα λίγο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας- είχε σφόδρα επιθυμήσει, αλλά δεν πρόλαβε να δει: Σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο αφού πρώτα αναγνωρίζεται από τους νικητές η ανεξαρτησία των ηττημένων πόλεων, δημιουργείται πανελλήνιος συνασπισμός. Η ηγεσία των κοινών στρατευμάτων ανατίθεται στους ισχυρότερους των ελλήνων, τους Μακεδόνες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να συντονίσουν την εκστρατεία για την απελευθέρωση των μικρασιατικών ελληνικών πόλεων από την περσική επικυριαρχία.

philippos

Μετά το συνέδριο, ο Φίλιππος επιστρέφει στην Πέλλα ως πανελληνίως αναγνωρισμένος ηγέτης[1], αλλά, προτού προλάβει να αρχίσει τις προετοιμασίες της εκστρατείας, δολοφονείται κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας.

Στη πόλη των Αθηνών κυκλοφόρησαν τότε διάφορες εκδοχές για την δολοφονία αυτή. Άλλοι μίλησαν για πολιτική σκευωρία, άλλοι για κίνητρα που ανάγονταν σε ζηλοτυπίες στο εσωτερικό της μακεδονικής αυλής, ενώ πολλοί απέδωσαν την ευθύνη σε περσικό δάκτυλο, υπενθυμίζοντας τις αναλογίες ανάμεσα στη δολοφονία του Φίλιππου και εκείνη του Θεσσαλού βασιλιά Αίσονα. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο Αίσονας δολοφονήθηκε κατ’ εντολήν των Περσών όταν αυτοί πληροφορήθηκαν ότι σχεδίαζε πανελλήνια εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας.

 Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι δεν υπήρξαν αξιοσημείωτες αμφισβητήσεις όσον αφορά στη διαδοχή. Ο Αλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλεύς και αμέσως, με ακόμη μεγαλύτερη ζέση, αναλαμβάνει την προετοιμασία της εκστρατείας προς την Ανατολή, αρχίζοντας με την εξασφάλιση των βορείων συνόρων.  Πράγματι, πλαισιωμένος και από τα νότια στρατιωτικά σώματα που προέβλεπε η συμφωνία της Κορίνθου, εκστρατεύει με επιτυχία ενάντια στις επικίνδυνες φιλοπόλεμες φυλές, από την ορεινή περιοχή των Ιλλυρίων  έως την νότια όχθη του μεγάλου πλωτού ποταμού Ίστρου.

Εν τω μεταξύ, ο Αριστοτέλης του Νικομάχου αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός να επιστρέψει στην  πόλη των φιλοσόφων. […]

aristotelis

Α.6 Ο ενήλικος πλέον  Εύελπις παίρνει αποφάσεις για το μέλλον

Όταν ο Αριστοτέλης έφτασε και πάλι στο Άστυ των Αθηνών ύστερα από απουσία δώδεκα χρόνων, ο Ευρύνους, συνομήλικος και οικείος του από παλιά,  τον συνάντησε, τον καλωσόρισε και είχε μαζί του μακρά συνομιλία.

Εγώ ήμουν τότε νεαρός άνδρας είκοσι και ενός ετών. Εκτιμούσα την κοινωνία των Αθηναίων, αν και, παρά το ότι είχα πολλούς φίλους ανάμεσα στους νέους γηγενείς ευπατρίδες,  δεν ήμουν πλήρως ενσωματωμένος σε αυτήν. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι ως Μεγαρεύς δεν θα μπορούσα να θεωρηθώ ο πιο κατάλληλος για αφομοίωση στην κυριότερη πόλη των Ιώνων, αλλά και στο ότι, ακόμη κι εγώ ο ίδιος –επηρεασμένος ενδεχομένως από τις παραινέσεις του Ευρύνου και του Ισοκράτους- ήθελα να πιστεύω ότι ανήκω σε μια νέα, πανελλήνια αριστοκρατία, ουσιαστικά ανώτερη από τις τοπικές, ακόμη και από τη αθηναϊκή, την τόσο σπινθηροβόλο και ποικιλόμορφη.

Μία άλλη αιτία για την σχετική απομόνωσή μου από την κοινή δημόσια ζωή της πόλης, αιτία που ως Δωριεύς κατανοούσα και κατά βάθος συμμεριζόμουν, ήταν ότι δεν μπορούσα να συμμετάσχω στις πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων με την ιδιότητα του πολίτη, αλλά μόνον, εάν το επιθυμούσα ιδιαίτερα, ως μισθοφόρος. Αλλά δεν το επιθυμούσα. Μπορεί να γυμναζόμουν και να ασκούμουν κανονικά στις τέχνες του πολέμου, αλλά αποστρεφόμουν την ιδέα ότι η συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε πολεμική διένεξη -και πολύ περισσότερο στις μεταξύ ελλήνων, εμφύλιες συγκρούσεις, θα μπορούσε να έχει ως κίνητρο τη χρηματική αμοιβή.

 

Από την άλλη πλευρά τον καιρό εκείνο, -δεδομένου ότι, όπως οι παιδαγωγοί μου συχνά υποστήριζαν,  η ανθρώπινη φύση υφίσταται αντιφατικές ροπές- πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν απολύτως γοητευμένος από δύο πράγματα.

Το ένα ήταν η σαγήνη που ασκούσε πάνω μου η ανάγνωση. Όντως, παρά το ότι σπούδαζα ρητορική σε μια πόλη που εθεωρείτο μοναδική σε αυτό το είδος επικοινωνίας, και παρά το ότι βρισκόμουν πλάι σε ορισμένους από τους καλλίτερους χειριστές του προφορικού λόγου όλων των πόλεων και όλων των εποχών, εγώ ήμουν ερωτευμένος με τον ακινητοποιημένο γραπτό λόγο, που εντρυφούσε σε τόσο διαφορετικά θέματα, και που ήταν για μένα όχημα όχι μόνο γνώσεων, αλλά και ταξιδιών σε τόπους συναρπαστικούς, έως τότε άγνωστους.

Akrop1

Το άλλο που με γοήτευε τότε, ήταν  κι αυτό ένα σύνολο από υπερβάσεις. αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την πόλη των Αθηνών. Υπερβάσεις σχετικές, όχι τόσο με τον νου, όπως η ανάγνωση των συγγραφών, όσο με την ικανότητα του να αισθάνεται και να συναισθάνεται κανείς ο, τι ενδεχομένως υπάρχει πέρα από τα κοινά καθημερινά βιώματα. Υπερβάσεις εφικτές με τη συνδρομή των τεχνών του κάλλους, της μίμησης και του θεάτρου. Υπερβάσεις σχετικές με την υποβλητικότητα των αθηναϊκών αρχιτεκτονημάτων, με την μέθεξη των εορταστικών τελετών και, ακόμη, έσχατον μεν, ουκ έλασσον δε, εφικτές χάρη στη συναναστροφή με εκείνη την σπάνια κατηγορία των ωραίων, καλλιεργημένων, και φιλόμουσων γυναικών, που οι Αθηναίοι αποκαλούν ¨εταίρες¨.  Υπερβάσεις που απ’ ο, τι γνωρίζω, μόνο η Αθηναϊκή Δημοκρατία προσέφερε τόσο απλόχερα και τόσο χειροπιαστά στους κοινωνούς της.

img1_22

Όσο όμως ελκυστικά κι ήσαν όλα αυτά, φτάνοντας στην πλήρη ανδρική ηλικία  έπρεπε να πάρω οριστικότερες αποφάσεις. Το είχα ήδη συζητήσει με τον γεννήτορα, αλλά να που είχα την ευκαιρία, όχι μόνο να έχω ακόμη μια έγκυρη γνώμη, αλλά, ίσως, και μια πολύτιμη συμβολή στην υλοποίηση μιας νέας πορείας. Παρακάλεσα λοιπόν  τον Ευρύνου να φροντίσει να συναντήσω κι εγώ τον παιδαγωγό του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, τον Αριστοτέλη.

[…] 

Α.7 Η αναχώρηση

[…] Ο Δημάδης είχε καταφέρει να απαλλαγεί από τα παλιά του χρέη[2] και η πόλη των Αθηνών είχε γλιτώσει από τις κυρώσεις για την τελευταία της παρασπονδία. Η πόλη των Θηβών όχι. Οι αγγελιοφόροι και οι κατάσκοποι μετέφεραν ότι στην πρωτεύουσα πόλη των Βοιωτών, το μόνο σπίτι που έστεκε ακόμη όρθιο χωρίς να καπνίζει, ήταν εκείνο του ποιητή Πινδάρου. ¨Οι Μακεδόνες εκτιμούν τουλάχιστον την υμνητική ποίηση¨, σχολίαζαν τώρα πικρόχολα ορισμένοι ευπατρίδες. Αλλά πλέον στο Άστυ η περιρρέουσα κατάσταση είχε αλλάξει και οι Αθηναίοι ξανάρχισαν εσπευσμένα τις προετοιμασίες για τη συμμετοχή τους στην κοινή  εκστρατεία.

[…]

2

Στον αμαξιτό δρόμο που παρέτρεχε το βόρειο σκέλος των Μακρών Τειχών συνωστίζονταν  οχήματα, ιππείς και πεζοί παντός είδους, ενώ στην πειραϊκή απόληξη των τειχών και στο Νεώριο λιμένα, επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Ένας μεγάλος αριθμός ποικιλόμορφων πλοίων είχε ανασυρθεί  από τους νεώσοικους, ενώ ένα πλήθος από τεχνίτες, ναυτικούς και λιμενεργάτες ανεβοκατέβαινε στα κήτη, τα καταστρώματα και τους ιστούς, εκτελώντας έργα ανασκευής, όπου κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, και φορτώνοντας τα πλοία που κρίνονταν ετοιμοπόλεμα με προμήθειες και πολεμικό υλικό. Κωπηλάτες και πεζοναύτες ετοιμάζονταν στην προκυμαία για την επιβίβαση.

Η πόλη της Παλλάδος ήταν ακόμη κυρίαρχη στις θάλασσες και ήταν απολύτως φυσικό η συμμετοχή της στην εκστρατεία να είναι κυρίως ναυτική. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι οι Μακεδόνες δεν κατείχαν αξιόλογο στόλο και ότι ήδη, μετά τις συμφωνίες της Κορίνθου, είχαν ενισχυθεί με πλοία από τα νησιά και άλλες ναυτικές πόλεις, όπως -ας το υπογραμμίσω- η ευημερούσα μεγαρική αποικία που ίδρυσε στο Βορρά ο ήρωας Βύζας: το Βυζάντιο.

Ένα τμήμα των εμπορευόμενων παροικούντων, οι οποίοι κατά τα φαινόμενα διέθεταν δικές τους πληροφορίες για τα επικείμενα, καθώς και ένα τμήμα από τους ενδεέστερους των κατοίκων της Αττικής, οι οποίοι ήσαν πάντα έτοιμοι να ενδώσουν σε υποσχέσεις πλουτισμού, είχαν  ήδη αρχίσει να αναχωρούν πεζή προς βορράν, προκειμένου, πιθανώς μαζί με άλλους ομοίους που θα προσθέτονταν καθ’ οδόν, να συμμετάσχουν στην εκστρατεία ως ¨συνακολουθούντες¨. Είναι αυτονόητο ότι από τον αναχωρούντα συρφετό δεν έλειπαν οι αυλητές, οι κιθαρωδοί, οι ηθοποιοί, που θα διασκέδαζαν και θα ενίσχυαν το ηθικό του στρατεύματος,  ούτε, βεβαίως, οι πόρνες και οι πορνοβοσκοί επιχειρηματίες που τις εκμεταλλεύονταν.

Εγώ, χάρη στην ειδική άδεια που μου είχε παραχωρήσει το  Στρατηγείο, θα επιβιβαζόμουν σε ένα από τα πολεμικά πλοία που έσπευδαν στα στενά του Ελλήσποντου, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διεκπεραίωση των στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή στην ασιατική όχθη. Εκεί θα αποβιβαζόμουν για να παρουσιαστώ στον Καλλισθένη, τον γραμματέα και επίσημο εξιστορητή του βασιλέα, ενώ τα πλοία θα παρέπλεαν την μικρασιατική ακτή βοηθώντας στην απελευθέρωση  των παραλίων ελληνικών πόλεων.

Για τον Καλλισθένη προοριζόταν η εκτενής επιστολή του Αριστοτέλους, που αυτήν τη στιγμή βρισκόταν επιμελώς συσκευασμένη ανάμεσα στις αποσκευές μου.

 Όπως ήδη ανέφερα[3], ο Σταγειρήτης, όχι μόνο είχε συναινέσει με έκδηλη ικανοποίηση στο αίτημά μου να  συμμετάσχω στην πανελλήνια εκστρατεία, αλλά και είχε εκφράσει την επιθυμία να συμπαρασταθώ εκ του σύνεγγυς στον μαθητή του, όχι τον Αλέξανδρο -όπως προς στιγμήν ήλπισα, αλλά τον Καλλισθένη, ο οποίος θα κατέγραφε την αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, καθώς και ό, τι άλλο έκρινε ενδιαφέρον και χρήσιμο από τις γνώσεις και τις συνήθειες των ανατολικών λαών. Όλα αυτά, για τον φιλόσοφο, δεν ήταν μόνο απλές καταγραφές που θα ενίσχυαν το νου των μελλοντικών αναγνωστών, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: ¨Οι μεγάλες αλλαγές¨, είχε παρατηρήσει χαμογελώντας αινιγματικά, ¨υλοποιούνται, ίσως, από τα ξίφη, αλλά προετοιμάζονται, σίγουρα, από τις γραφίδες, ακόμη κι όταν αυτές μοιάζουν να αναφέρονται σε πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί¨.

 

Έτσι λοιπόν, εκείνη την ηλιόλουστη αττική ημέρα, αφού είχα αποχαιρετίσει νωρίς το πρωί στις προς τον Πειραιά πύλες των Αθηνών την συγκινημένη μητέρα και τις μικρότερες αδελφές μου, και αφού είχαμε, μαζί με τον πατέρα Ευρύνου και τον ακόλουθο υπηρέτη Οινοκράτη,  διανύσει έφιπποι τον δρόμο των βόρειων Μακρών τειχών, βρισκόμασταν επιτέλους στον σφύζοντα Νεώριο λιμένα αναζητώντας την τριήρη με τον  Ιχθυοκένταυρο ως επίσημον αναγνώρισης. Την ανακαλύψαμε στο βάθος του λιμενοβραχίονα σχεδόν έτοιμη προς απόπλου. Οι απαραίτητοι για τους ελιγμούς εξόδου ερέτες βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους, ο τυμπανιστής δοκίμαζε το ηχηρό όργανο συντονισμού με την συνεπικουρία του αυλητή, οι φωνές του κελευστή ήσαν σχεδόν ευδιάκριτες πάνω από τον γενικό αχό, ενώ μια μικρή ομάδα βαφέων έβαζε τις τελευταίες χρωματιστές πινελιές στη  διπλή, εκατέρωθεν της πλώρης, απεικόνιση του Ιχθυοκένταυρου.

Ο Οινοκράτης ανέλαβε να μεταφέρει τις αποσκευές από τον ημίονο που μας συνόδευε, στο κήτος. Το πλοίο δεν ήταν ιππαγωγό, οι ίπποι και ο ημίονος θα επέστρεφαν στο Άστυ με τον γεννήτορα, ενώ εγώ θα προμηθευόμουν τα απαραίτητα ζώα μετά την αποβίβαση στην απέναντι όχθη του Αιγαίου πελάγους.

 

Ο Ευρύνους ήταν συγκινημένος, όσο κι αν η δωρική του καταγωγή τον εμπόδιζε να το δείξει. Προσπαθούσε να με αποχαιρετίσει επαναλαμβάνοντας τις βασικότερες από τις παραινέσεις του, αλλά μια βουή αποτελούμενη από  θορύβους παράταιρους και αταίριαστους με το λιμενικό σκηνικό  τον διέκοψε. Ο Ευρύνους κατάλαβε πρώτος περί τίνος επρόκειτο, και μου έδειξε την καταφθάνουσα θορυβώδη πομπή με μια κίνηση της κεφαλής συνοδευόμενη από ένα μισό χαμόγελο.

¨Φαίνεται ότι θα έχεις ενδιαφέροντες συνεπιβάτες¨, μου είπε.

Το δικό μου χαμόγελο ήταν πλήρες. Πράγματι,  κατά τα φαινόμενα δεν ήμουν ο μόνος που διέθετε ειδική άδεια για να ταξιδέψει με το πολεμικό πλοίο.

Από το φορείο που είχε μόλις εναποτεθεί στην προκυμαία έβγαινε μια πασίγνωστη, πανέμορφη, απρόσμενη οπτασία. Πλαισιωμένη από μια ομάδα γυναικών και ευνούχων που τιτίβιζαν αδιάκοπα, προχώρησε αγέρωχη προς την τριήρη, ενώ μια νέα βοή από επιφωνήματα, θαυμασμού αυτή τη φορά, επικάλυψε τον ακραίο προβλήτα: Η εταίρα Θαΐδα, η Θεά!

[…]

(Στο επόμενο: Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα, ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα. Κεφάλαιο πρώτο:  . Ο Εύελπις στα Σούσα)

χ

[1] Ας σημειωθεί ότι στο κείμενο δεν γίνεται αναφορά στις διαφωνίες και την μη συμμετοχή των Σπαρτιατών. Τουλάχιστον στα διασωθέντα τμήματα.

[2] Εδώ γίνεται αναφορά στη, μετά το θάνατο του Φιλίππου, νέα υπαναχώρηση της Αθηναϊκής πολιτικής και στην εκ νέου, από κοινού με τους Θηβαίους, εξέγερση, η οποία καταστάληκε με την ταχεία κάθοδο του Αλεξάνδρου και των συμμάχων και κατέληξε στην καταστροφή των Θηβών. Γίνεται επίσης νύξη στον ρήτορα Δημάδη (και αυτός Παιανιεύς όπως ο Δημοσθένης), ο οποίος αν και εκ των ηγητόρων του φιλομακεδονικού κόμματος είχε συμμετάσχει στην μάχη της Χαιρώνειας, όπου και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Μακεδόνες.  Ο Δημάδης, μεγαλόστομος και πνευματώδης, κατάφερε εν τέλει να γίνει συμπαθής στον τότε διάδοχο Αλέξανδρο.  Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου όταν οι συμπολίτες του ζήτησαν να μεσολαβήσει ώστε η τύχη των Αθηνών να είναι διαφορετική από εκείνη των Θηβών, απαίτησε ως αντάλλαγμα την παραγραφή των σωρευμένων χρεών του. Εκείνοι συναίνεσαν.

[3] Δυστυχώς η λεπτομερέστερη εξιστόρηση της συνάντησης του Εύελπι με τον Αριστοτέλη δεν διασώθηκε.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 1 Comment »

Ουρανός της Θεσσαλονίκης (αδιερευνήτων προθέσεων)

Posted by vnottas στο 7 Φεβρουαρίου, 2015

Δεν ξέρω αν αυτές τις μέρες ο ουρανός της Θεσσαλονίκης έχει κέφια ή το παίζει, κι εκεί που πάει να κατεβάσει κανα καρεκλοπόδαρο, αλλάζει διάθεση και αρχίζει να διασκεδάζει με τις μπογιές του, κι εγώ να τον κυνηγάω με την μικρή μηχανή, να μη χάσω καμιά πόζα αξιομνημόνευτη, τελεία.

DχSCN1712

DSCχ1666

DSCχN1693

DSχCN1695

DSχCN1701

DχSCN1711

(Μεγέθυνση με κλικ πάνω στην εικόνα)

Posted in ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Εύελπις ο Μεγαρεύς γράφει…

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2015

Μπήκε χρόνος καινούργιος στολισμένος με ελπίδες που προμηνύεται, αν όχι άλλο, ενδιαφέρων και πιθανότατα εφοδιασμένος με ανατροπές και εκπλήξεις. Μάλλον δεν πρόκειται να πλήξουν παρά μόνον οι αθεράπευτα καταδικασμένοι σε αρτηριοσκληρωτικό σνομπισμό. Οι υπόλοιποι, δε θέλει πολύ,  ενθουσιασμένοι, δαγκωμένοι, κοντοανασασμένοι, θα συμπάσχουμε…

images (19)

Και ενώ η πραγματικότητα εξελίσσεται πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε μυθιστορία, λέω να ασχοληθώ λίγο με το παρόν Ιστολογοφόρο, που τελευταία αργοπλέει τροφοδοτούμενο από παλιότερους ανέμους και καύσιμα δανεισμένα από λιγοστούς καλούς φίλους. Επομένως… 

terpsi

Επομένως λέω να σας κοινοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες που συντάσσω τον τελευταίο καιρό, παρά το  ότι είναι ακόμη ανολοκλήρωτες και η έκβασή τους αβέβαιη. Πρόκειται για τα πρώτα κείμενα του αφηγήματος με ιστορικές αναφορές για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει…

images (23)

Σήμερα αναρτώ τις πρώτες σελίδες από την εισαγωγή. Εδώ προσπαθώ να δώσω το περίγραμμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η μυθοπλασία. Επειδή πρόκειται για κείμενα λίγο-πολύ πρωτόλεια, τίποτα δεν αποκλείει να αλλάξουν εάν και όταν η αφήγηση  θα προχωρήσει και η πλοκή θα βρει τα τελικά της αυλάκια.

 images (39)

Σημείωση: Ο τίτλος καθώς και οι τίτλοι των επί μέρους ενοτήτων είναι προσωρινοί (πρόχειροι).

 Μήνυμα προς τους εθελοντές αναγνώστες: Καλό διάβασμα!

(Απόψεις και συμβουλές  ευπρόσδεκτες)

 images (80)

Β. Νόττας

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση

 

Κύλικες και Δόρατα (προσωρινός τίτλος)

images (30)

Εισαγωγή

  Όπου ο Εύελπις, έγκριτο μέλος της ομάδας των καταγραφέων – λογογράφων που ακολουθούν τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, αποφασίζει να δημιουργήσει ιδιωτική συγγραφή και να περιγράψει τις προσωπικές του εντυπώσεις και σκέψεις σχετικά με τα εξαιρετικά περιστατικά που βιώνει.

images (19)

Πρόκειται για την μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα ορισμένων ευανάγνωστων σπαραγμάτων από τις καταγραφές του Ευέλπιδος του Μεγαρέως[1] που ανεβρέθησαν πρόσφατα. Το ακόλουθο τμήμα εκτιμάται ότι συνεγράφη περί το 330 πΧ.  στα Σούσα ή στην Περσέπολη.

Στη θέση των δυσανάγνωστων ή απολεσθέντων τμημάτων σημειώνεται το σύμβολο […]

sel100

 

 Α.1 Ο Εύελπις παρουσιάζει τον εαυτό του στους αναγνώστες και περιγράφει συνοπτικά τις περιβάλλουσες την συγγραφή συνθήκες

 Λέγομαι Εύελπις, γιος του Ευρύνου. Γεννήθηκα στη Μεγαρίδα Γη, και συγκεκριμένα στη Νίσαια το λιμάνι των Μεγάρων από το οποίο σήμερα βρίσκομαι αναρίθμητους παρασάγγες μακριά.

Η Μοίρα, που επιβλέπει την πορεία των ανθρώπων, όπως εξάλλου και των θεών, φρόντισε ώστε να γίνω μάρτυρας συγκλονιστικών γεγονότων, τα οποία είμαι βέβαιος ότι οι σοφοί θα καταγράψουν και οι αοιδοί θα τραγουδήσουν στις μελλοντικές γενιές.

Τα γεγονότα αυτά σημαίνουν την έναρξη νέων εποχών, και μάλιστα όχι μόνο για τις χώρες των Ελλήνων και των γειτόνων τους. Όλα δείχνουν ότι ο ρους της Ιστορίας έχει επιταχυνθεί και ότι οι επιπτώσεις των τρεχουσών εξελίξεων αποκτούν ήδη ευρύτερη, οικουμενική διάσταση.

Ευχαριστώ την Ειμαρμένη που με έκρινε άξιο, αν και ακόμη σε ηλικία που οι άλλοι κρίνουν νεανική[2], να ζήσω όλα αυτά από κοντά. Αλλά είναι πιο σωστό να πω ¨ηλικία που έκριναν ως νεανική¨ άλλοτε. Γιατί ποιος τολμά τώρα πια να χαρακτηρίσει οποιονδήποτε πολύ νέο για οτιδήποτε, όταν ο άρχοντας βασιλιάς που ηγείται των Μακεδόνων και των λοιπών Ελλήνων σ’ αυτήν την πρωτόφαντη νικηφόρο ¨ανάβαση¨ δεν έχει ακόμη φτάσει τα τριάντα έτη ζωής;

Ο Αλέξανδρος ο του Φιλίππου, επικεφαλής των στρατευμάτων των ¨αεί παίδων¨[3], βρίσκεται σήμερα θριαμβευτής στο κέντρο της αυτοκρατορίας των Περσών, εκείνων δηλαδή που κατά τη διάρκεια  αμνημόνευτων χρόνων αποτέλεσαν την κύρια απειλή ενάντια στην ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων.  

Όμως και πάλι τον λόγο μου θα πρέπει να διορθώσω: Εχθροί μέγιστοι, περισσότερο καταστροφικοί ακόμη και από την Αυτοκρατορία των Περσών, υπήρξαν για τους Έλληνες η Έριδα και η Διχόνοια, δαιμόνια που εύκολα παρεισφρέουν και επηρεάζουν τον ¨παιδιώδη¨ χαρακτήρα ημών των Ελλήνων. 

Δαιμόνια όμως που εν κατακλείδει υποχωρούν και ηττώνται, εάν όχι  από τις παραινέσεις των σοφών ανδρών όπως ο Ισοκράτης ο Αθηναίος, ασφαλώς από τα ξίφη και τον ενθουσιασμό των ακριτικών ελληνικών λαών, οι οποίοι άνοσοι στα παλαιά πάθη αποδεικνύονται ικανοί να ανοίξουν νέους κοινούς δρόμους. Σε αυτούς έλαχε εν τέλει η τιμή να ξεπεράσουν την παρακμή και την αδυναμία που επέφεραν οι ανηλεείς εμφύλιοι πόλεμοι.

[…]

Ευελπιστώ ότι κάποτε οι λόγοι που καταγράφω εδώ ενδέχεται να αντιγραφούν και να φτάσουν με αυτόν τον τρόπο σε περισσότερους αναγνώστες, που θα βρίσκονται αλλού ή ακόμη και άλλοτε, στην δυσδιάκριτη χώρα του μέλλοντος.

Γιατί αυτή είναι ακριβώς η δύναμη της γραφής: όσα απαθανατίζει είναι δυνατό να ξεπερνούν τα όρια που θέτουν τόσο οι αποστάσεις, όσο και ο χρόνος.  

Κι επειδή οι αναγνώστες που ίσως προσλάβουν τα όσα γράφω μου είναι άγνωστοι, όπως πιθανότατα θα τους προκύπτω άγνωστος κι εγώ, θεωρώ πρέπον να αναφέρω εδώ, καθώς αρχίζω την αφήγησή μου, ορισμένες κατατοπιστικές πληροφορίες. Σκοπός μου είναι να γίνει πιο κατανοητή η ανάγνωση των όσων διηγούμαι σε εκείνους που είτε στο χώρο είτε στον χρόνο βρίσκονται μακριά από εμένα.

 Α.2 Ο Εύελπις διευκρινίζει τα σχετικά με την οικογένεια, την καταγωγή, και την παιδεία του, κάνοντας νύξεις στις αιώνιες εντάσεις ανάμεσα στους Μεγαρείς και τους Αθηναίους

 Ανάφερα ήδη πως με αποκαλούν ¨φορέα καλής ελπίδας¨, ανάγραψα επίσης το όνομα του Ευρύνου, του γεννήτορα και τον τόπο καταγωγής μου. Όμως, θα πρέπει να διευκρινίσω πως παρά το ότι αποτελώ καρπό της Γης των Μεγάρων, ανατράφηκα στην γειτονική Αττική Γη και έλαβα αθηναϊκή παιδεία. Αυτό συνέβη διότι ο Ευρύνους, υπέρμαχος των ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στις όμορες πόλεις, αναγκάστηκε να μετοικήσει  με ολόκληρη την οικογένεια από τη Νίσαια στο άστυ των Αθηνών, σε μία περίοδο κατά την οποία στα Μέγαρα κυριαρχούσαν οι φίλοι των Λακεδαιμονίων.

Ας υπενθυμίσω στο σημείο αυτό, ότι οι εναλλαγές στον τρόπο που οι συμπολίτες μου αντιμετώπισαν τις άλλες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα την ισχυρή γειτονική πόλη των Αθηνών, υπήρξαν αλλεπάλληλες.

Συχνά οι περίοδοι θανάσιμης έχθρας διακόπτονταν από περιόδους προσπαθειών αποκατάστασης των σχέσεων καλής γειτονίας. Οι εναλλαγές δε αυτές συνεχίζονται αέναα, από την εποχή του ιδρυτή ήρωα Μεγαρέα έως και σήμερα.

Οι λόγοι για την δημιουργία και την εμμονή του εριστικού κλίματος μεταξύ Μεγαρέων και Αθηναίων υπήρξαν πολλαπλοί. Μεταξύ των προφανέστερων το ότι τα Μέγαρα δημιούργησαν αποικίες και κατά συνέπεια ανάπτυξαν στόλο και εμπορικές δραστηριότητες ανταγωνιστικές με εκείνες των Αθηνών, καθώς επίσης ότι οι Μεγαρείς είμαστε απόγονοι Δωριέων και όχι Ιώνων και αυτό μας εντάσσει εγγύτερα στους έτερους ισχυρούς Έλληνες, τους Λακεδαιμόνιους.

Για τους πολίτες της Σπάρτης, ηγήτορες των Λακεδαιμονίων, δεν ήμασταν άλλο παρά προχωρημένο φυλάκιο της Δωρικότητας στα σύνορα με τις ¨μαλθακές¨ χώρες των Ιώνων.  Οι Αθηναίοι πάλι, μας θεωρούσαν άλλοτε πολύτιμους φίλους, κατόχους ασφαλών λιμανιών στο Σαρωνικό, αλλά και στον Κορινθιακό κόλπο, άρα θυροφύλακες των δυτικών θαλασσών, και άλλοτε ετεροκινούμενους προξενητές άγους[4] και διαρκών  ανασφαλειών. Οι αμαθέστεροι δε των Αθηναίων δεν δίσταζαν να λοιδορήσουν τον ¨μεγαρίζοντα¨ τρόπο ζωής.

Η αντιδικία με την πόλη των Αθηνών κατέληξε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την χώρα των Μεγάρων. Είναι δε πιθανό να συνεισέφερε στην έναρξη του μεγάλου αδελφοκτόνου πολέμου  που ακολούθησε τις παλιές ένδοξες μέρες, τότε που οι Έλληνες απέκρουσαν από κοινού τους εξ ανατολών αυτοκρατορικούς εισβολείς.

 Α.3 Ο Εύελπις κάνει μνεία στις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον γεννήτορα Ευρύνου και τον αθηναίο διδάσκαλο Ισοκράτη.

Ο Ευρύνους, ζώντας στην εποχή που ακολούθησε την κοινή κατάρρευση της ισχύος των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, που είχαν άπαντες εξαντληθεί από την πολύχρονη αλληλοκαταστροφή, θεώρησε πρέπον να υποστηρίξει ενεργά την αποκατάσταση της πνευματικής και πολιτικής ενότητας όλων των απογόνων του προπάτορα Έλληνα. Ασφαλώς γνώριζε και συμμεριζόταν σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις για τη δημιουργία μιας πανελλήνιας δύναμης, που ένθερμα διακήρυσσε ο Ισοκράτης των Αθηνών.

Ο Ισοκράτης, διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης και συγγραφέας δεοντολογικών διατριβών, δεν είχε απ’ ευθείας ανάμιξη στην πολιτική ζωή του Αθηναϊκού Άστεως. Δεν επιχείρησε ποτέ την άμεση εκλογή του σε δημόσιο αξίωμα, και εθεωρείτο υπεράνω των καθέκαστα πολιτικών παρατάξεων. Αυτό δεν εμπόδιζε, αλλά μάλλον ενίσχυε την μεγάλη επιρροή που ασκούσε μέσω των λόγων του, οι οποίοι καταγράφονταν και κυκλοφορούσαν όχι μόνο εντός των Αθηνών, αλλά σε ένα ευρύτερο, πανελλήνιο κοινό. Οι λόγοι αυτοί ήταν επικεντρωμένοι στην επείγουσα αναγκαιότητα για ενότητα και συσπείρωση όλων των Ελλήνων, ούτως ώστε να ξεπεραστούν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η πάντοτε επικρεμάμενη ασιατική απειλή.

Ο Ευρύνους γνώριζε προσωπικά τον γέροντα διδάσκαλο της ρητορικής της γειτονικής μητροπόλεως, διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του και προμηθευόταν τακτικά τις Ισοκράτειες συγγραφές.

Αν και οι μνήμες μου από την περίοδο της μετοίκησης της οικογένειας του Ευρύνου από την Μεγαρίδα στην Αττική είναι συγκεχυμένες λόγω της τότε μικρής μου ηλικίας, γνωρίζω από τις αφηγήσεις των οικείων ότι ο σεβάσμιος  Ισοκράτης και οι συννοούντες, ήταν εκείνοι που φρόντισαν να διευκολύνουν την εγκατάσταση του Ευρύνου στο Άστυ των Αθηνών, και μάλιστα όχι με την ιδιότητα του παροίκου, αλλά με εκείνη του επιφανούς φιλοξενούμενου.

[…]

gse_multipart56443

 Είχα λοιπόν την ευκαιρία να σπουδάσω κοντά στον γηραιό μεν, πλην όμως ευθαλή Ισοκράτη, ο οποίος συμπεριφέρθηκε απέναντί μου με τρόπο ανάλογο της εκτίμησης και της φιλίας που έτρεφε προς τον πατέρα Ευρύνου.

Ο Ισοκράτης, όπως άλλωστε και ο Πλάτων, ο επώνυμος ιδρυτής της αθηναϊκής φιλοσοφικής Ακαδημίας, έχοντας αμφότεροι παρακολουθήσει στο παρελθόν  τη διδασκαλία του αείμνηστου Σωκράτη του Σοφρωνίσκου, συνέχιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παιδαγωγική προσπάθεια εκείνου. Ο Πλάτωνας όμως, αν και λίγο νεότερος απ’ τον Ισοκράτη απεβίωσε πρώτος, όταν εγώ ήμουν μόλις εννέα ετών και έτσι δεν πρόλαβα να παρακολουθήσω προσωπικά τις ενδιαφέρουσες διαλέξεις του. Μπορώ πάντως να μαρτυρήσω ότι αυτές είχαν ευρύ αντίκτυπο ανάμεσα στους λόγιους Αθηναίους και ότι συχνά γίνονταν αφορμή για μακρές και έντονες συζητήσεις, τόσο ανάμεσα στον πατέρα μου τον Ευρύνου και ους φίλους του, όσο και ανάμεσα σε εκείνους που σύχναζαν στην σχολή ρητορικής του Ισοκράτη. Ακόμη και ο ίδιος ο Ισοκράτης, ο οποίος συχνά περιέπαιζε τους περί την Ακαδημία ως ¨θεωρητικολογούντες και επιστημολογούντες, πλην όμως τυρβάζοντες μακράν της πραγματικότητος¨, έδειχνε ενδιαφέρον για τα όσα λέγονταν εκεί σχετικά με την ¨ιδανική πολιτεία¨, τους ¨φιλοσοφούντες πολιτικούς¨ και τους ¨πολιτευόμενους φιλοσόφους¨.

 Ένας από εκείνους που μαθήτευσαν επί μακρόν κοντά στον Πλάτωνα, και μάλιστα ένας από εκείνους που ο Πλάτων θεωρούσε από τους πλέον διαυγείς, ευρυμαθείς και διορατικούς νέους φιλοσόφους, ήταν ο Αριστοτέλης ο του Νικομάχου. Ο Αριστοτέλης προέρχεται από τα Στάγειρα, μια από τις βόρειες αποικίες της νήσου Άνδρου και των Χαλκιδαίων.

 Α.4 Ο Εύελπις αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη τον Σταγειρήτη

Όταν ο γηραιός πλην όμως οξύνους Ισοκράτης πείστηκε ότι το ιδανικό της ενότητας των ελλήνων θα μπορούσε να υλοποιηθεί όχι μόνον υπό την ηγεσία των Αθηναίων ή έστω μιας από τις άλλες γνωστές παλιές ελληνικές πόλεις, αλλά ότι σημείο εστίασης θα μπορούσε να είναι η ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, φρόντισε να απευθύνει επιστολές και παραινέσεις απ’ ευθείας στον βασιλέα Φίλιππο,  προς τον οποίο εξ άλλου προσέβλεπε ήδη ανεπιφύλακτα η φιλομακεδονική μερίδα των συμπολιτών του. Όμως, εκτός από αυτό, ο Ισοκράτης φρόντισε να έρθει σε ιδιαίτερη επαφή με τον βορειοελλαδίτη διανοητή Αριστοτέλη.

Αυτός ο τελευταίος, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα είχε αποχωρήσει από την Αττική και αφού προσπάθησε να  εφαρμόσει τις αρχές της Πλατωνικής Ακαδημίας στη  Άσσο[5] και στη Μυτιλήνη, στη συνέχεια αποδέχτηκε πρόσκληση του Φιλίππου του Μακεδόνα και ανάλαβε την διαπαιδαγώγηση του δεκατριετούς γιου του, του σημερινού βασιλέα Αλεξάνδρου.

Από ό, τι υπέπεσε στην αντίληψή μου – διότι ο Ισοκράτης δεν δίσταζε να μιλάει χωρίς επιφυλάξεις για όσα τον απασχολούσαν, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στο οικείο περιβάλλον του οίκου του Ευρύνου – ο Αριστοτέλης του είχε απαντήσει, διαβεβαιώνοντάς τον μεταξύ άλλων ότι η παιδεία του νεαρού διαδόχου είχε ήδη ως άξονα το ελληνικό φρόνημα[6], όπως αυτό περιγράφεται στα Ομηρικά Έπη. Και ότι η δική του καθοδήγηση δεν θα μπορούσε παρά να εστιάζεται στις κοινές αξίες των ελλήνων.  

Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης αναφερόταν συχνά στην υπόσχεση του Αριστοτέλη να επιστρέψει στην πόλη των Αθηνών, μόλις θα ολοκλήρωνε τα παιδαγωγικά του καθήκοντά στην Μακεδονία.

Είναι πιθανό ότι ο γηραιός διδάσκαλος θεωρούσε τον Σταγειρίτη φιλόσοφο ως ενδεχόμενο συνεχιστή της δικής του προσπάθειας  για την πνευματική ενίσχυση της συνοχής των Ελλήνων. Ο Αριστοτέλης διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα για κάτι τέτοιο: διέθετε σπάνιες νοητικές ικανότητες, βορειοελλαδική προέλευση και μάλιστα από πόλη που είχε υποστεί τις συνέπειες της Μακεδονικής επέκτασης[7] -για τις οποίες εν τούτοις ο ίδιος δεν έδειξε μνησικακία- και επιπλέον είχε ήδη διαμείνει επί μακρόν στην πόλη των Αθηνών και ήταν μέτοχος της αθηναϊκής παιδείας.

 Ίσως πάλι ο Ισοκράτης να αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από αυτό. Έχω την εντύπωση ότι ο επίμονος γέροντας είχε καταστρώσει ένα πληρέστερο σχέδιο: δίπλα σε έναν ικανό άνδρα όπως ο Αριστοτέλης, θα μπορούσαν να συμπαραταχθούν  ορισμένοι από τους μαθητές της δικής του ρητορικής σχολής, επιλεγμένοι από τον ίδιο και άπαντες ομού να αποτελέσουν τον εναρκτήριο πυρήνα μιας νέας, πανελλήνιας ηγετικής τάξης.  Ένας από αυτούς, εάν συνέχιζα να είμαι επιμελής και αξιόπιστος ακόλουθός του, θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ, ο Δωριεύς Εύελπις από τα Μέγαρα. Ο ίδιος ο διδάσκαλος, λίγο πριν από το θάνατό του, μου είχε πει ότι στις επιστολές του προς τον Αριστοτέλη είχε ήδη αναφέρει το όνομά μου με τρόπο επαινετικό.

Πράγματι, η υπόσχεση του Αριστοτέλη για επιστροφή στο Αθηναϊκό Άστυ υλοποιήθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Φιλίππου και την ανάληψη της ηγεσίας των Μακεδόνων από τον Αλέξανδρο, δηλαδή μόλις πέντε έτη πριν από σήμερα. Δυστυχώς ο Ισοκράτης είχε ήδη αποβιώσει τρία χρόνια νωρίτερα, όταν εγώ ήμουν ακόμη δεκαοκτώ ετών.

[…]    

(συνεχίζεται)

fbfe3c002fabfff4dd336e5a58367a4b

[1]   Η παρουσία του Ευέλπιδος στην ακολουθία του Αλεξάνδρου επιβεβαιώνεται και σε κείμενα που εικάζεται ότι ανήκουν στον Καλλισθένη, συγγενή του Αριστοτέλη, ιστορικό και έμπιστο γραφέα  των επισήμων επιστολών του Μακεδόνα βασιλέα.

[2] Από τα αναγραφόμενα προκύπτει ότι Εύελπις πρέπει να είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Αλέξανδρο, επομένως όταν συντάχθηκε το παρόν τμήμα των κειμένων πρέπει να ήταν 26 ετών.

[3] Ο Εύελπις προφανώς γνωρίζει τα όσα αναφέρει ο Πλάτων  στον Τιμαίο, σχετικά με τον διάλογο ανάμεσα σε Αιγύπτιο ιερέα  και τον Σόλωνα τον Νομοθέτη. Ο ιερέας φέρεται να λέει στον Αθηναίο σοφό: Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν. Νέοι ἐστέ τάς ψυχάς πάντες. Οὐδεμίαν γάρ ἐν αὐταῖς ἔχετε δι’ ἀρχαίαν ἀκοήν παλαιάν δόξαν οὐδέ μάθημα χρόνῳ πολιόν οὐδέν.

Δηλαδή: Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες μένετε πάντα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας γέροντας Έλληνας. Νέοι είστε στις ψυχές σας όλοι. Γιατί δεν έχετε πεποιθήσεις ριζωμένες σε κληρονομικές δοξασίες ούτε γνώσεις γερασμένες.

[4] Προφανώς εδώ γίνεται υπαινιγμός στην υπόθεση του Κυλώνειου Άγους,  που είχε ως πρωταγωνιστή τον Κύλωνα, αθηναίο μεν ευπατρίδη, αλλά υποκινούμενο από τον πεθερό του, τον τύραννο των Μεγάρων Θεαγένη.   

[5] Ο Εύελπις αναφέρεται εδώ στις πλατωνικές αντιλήψεις περί του ηγετικού ρόλου των φιλοσόφων στην ιδανική Πολιτεία, καθώς και στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να συνεισφέρει στην διοίκηση της μικρασιατικής πόλης Άσσου από τους πλατωνικούς Ερμεία,  Έραστο και Κορίσκο

[6] Προφανώς στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στους προγενέστερους παιδαγωγούς του Αλέξανδρου,  όπως ο Λεωνίδας, Μολοσσός από την Ήπειρο και ο  Λυσίμαχος από την Ακαρνανία.

[7] Εδώ γίνεται μνεία στην πολιορκία και καταστροφή της πόλης των Σταγείρων από τον Φίλιππο το 349 π.Χ. Ο Φίλιππος επανοικοδόμησε την πόλη προς τιμήν του Αριστοτέλους.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Posted by vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο θλιβερός δημογέροντας

Posted by vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2014

images (25)

 

Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ

 Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Ενοχλημένος από τον ξεσηκωμό ο θλιβερός δημογέροντας της περιοχής, διακήρυσσε εμφανώς εκνευρισμένος στους εξεγερμένους ραγιάδες, ότι τα λάβαρα και τα μεγάλα λόγια των ξεβράκωτων οπλαρχηγών καθόλου δεν ταιριάζουν στην προκοπή της κοινωνικής τάξης που γενναιόδωρα υπόσχεται ο Σουλτάνος.  Άσε που οι μεγάλες δυνάμεις της γης είναι ανήσυχες με την ξεροκεφαλιά τους.

Σαν έπεσε στα χέρια του Καραϊσκάκη λίγους μήνες αργότερα, δειλός καθώς ήταν απολογήθηκε τρομαγμένος για το πόσο παρερμηνεύθηκαν τα λόγια του, δήλωσε μάλιστα φρόνημα υψηλό και πίστη στη πατρίδα. 

Ο Καραϊσκάκης αφού τούκοψε όχι μόνο το δεξί αυτί, αλλά και τ’αρχίδια τον άφησε να φύγει. 

Πού πήγε και τι απέγινε ο θλιβερός δημογέροντας δεν το μάθαμε ποτέ αφού αδιαφόρησαν οι ιστορικοί.  Μην ξεγελιέστε σήμερα από το φάντασμά του, αυτός ο ίδιος είναι.  Μόνο που δεν υπάρχει πια ο Καραϊσκάκης ανάμεσά μας.

maxes_ellinon1

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έγχρωμο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

  ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

 του Νίκου Μοσχοβάκου

imagesZIW1Y6TJ

Γαλάζιο χορτάρι

στις όχθες του κίτρινου ποταμού

που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

Ο κατακόκκινος ουρανός

με φλόγες σύννεφα

άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.

Γκρίζο και μαύρο πουθενά.

Έτσι πέρασε  κι αυτή η μέρα.

Το καταπράσινο φεγγαράκι

φάνηκε στον ορίζοντα

και πλάι του η πούλια λαμπρή.

Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου

δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου

και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς

μέσα σε τόσες αντινομίες

για το βραδινό σου ραντεβού.

 imagesCVB458F6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Comments »

Αφήγημα υπό κατασκευή (και ένα απόσπασμα)

Posted by vnottas στο 28 Νοεμβρίου, 2014

sme0005

Όπως σημείωνα σε προγενέστερη ανάρτηση, στις αρχές του καλοκαιριού είπα να βουτήξω στα βαθειά και άγνωστα νερά της συγγραφής ενός αφηγήματος με ιστορικές αναφορές. Θα ήταν μια μυθιστορηματική εκδοχή της ιστορίας των ¨τυραννοκτόνων¨. Η αφορμή που οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή ήταν τα αγάλματά τους (ακριβέστερα τα ρωμαϊκά αντίγραφα των δεύτερων αγαλμάτων που ανάρτησαν προς τιμήν τους οι Αθηναίοι – μια που τα πρώτα τα είχε λαφυραγωγήσει ο Ξέρξης),  τα οποία, τις μέρες εκείνες,  οι Ιταλοί είχαν περιχαρείς επιδείξει στον πρωθυπουργό, ως ¨σύμβολα της Δημοκρατίας¨ κατά τη διάρκεια σε μιας επίσκεψής του στην γειτονική χώρα.

Και αφού η αφορμή ήταν οι ανδριάντες, είπα να αρχίσω την αφήγηση κατά την περίοδο που ο Αλέξανδρος βρίσκει τα αγάλματα (τα πρώτα) ανάμεσα στα αντικείμενα που αποτελούσαν τον ¨θησαυρό του Ξέρξη¨ στα Σούσα και αποφασίζει να τα επιστρέψει στους Αθηναίους.  Στη συνέχεια θα έκανα αναδρομή (φλας μπακ) στην Αθήνα πριν τον Κλεισθένη, την εποχή των γιών του Πεισίστρατου και θα εστίαζα στα γεγονότα της τυραννοκτονίας.

Έφτιαξα λοιπόν έναν φανταστικό ήρωα (τον είπα προσωρινά Εύελπι) και του ανέθεσα να παρακολουθεί την εκστρατεία του Αλέξανδρου με την ιδιότητα του γραμματικού-λογογράφου στην υπηρεσία του ιστορικού Καλλισθένη. Ο Εύελπις θα αναλάμβανε να συνοδέψει τα αγάλματα στο Αθηναϊκό Άστυ και εκεί, έχοντας πρόσβαση και στην βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, θα μπορούσε να διερευνήσει τι ¨πραγματικά¨ συνέβη με τους τυραννοκτόνους.

Όμως, ψάχνοντας την εποχή του Αλέξανδρου γοητεύτηκα από ορισμένα ιστορικά πρόσωπα (όχι κατ’ ανάγκην ηρωικά ή ηρωοποιημένα από την ¨επίσημη¨ ιστορία) που μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα για μια μυθιστορηματική παρουσίαση: Κυρίως ο Καλλισθένης, αλλά και ο Άρπαλος, και η Θαΐδα, ίσως ο και Ευμένης, και δε ξέρω ποιος άλλος μπορεί να προκύψει καθώς η αφήγηση συναρμολογείται και προχωράει.

Όσο αφορά ιδιαίτερα στον Καλλισθένη, μου δημιουργήθηκε  το εξής ερώτημα:  Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ο Ολύνθιος ιστορικός είχε προσλάβει τις εξελίξεις της εποχής του με τρόπο ανάλογο με εκείνον που σήμερα, γνωρίζοντας βέβαια τις κατοπινές εξελίξεις, θα αποκαλούσαμε πρώιμο αρχαιοελληνικό μοντερνισμό και εάν έβλεπε την εκστρατεία του Αλέξανδρου ως κάτι που να μοιάζει, ας πούμε, με την Ναπολεόντεια στρατιωτική επέκταση, ύστερα από την πρώτη μεγάλη μοντέρνα επανάσταση, τη γαλλική;

Έτσι ¨κόλλησα¨ στην εποχή της εκστρατείας, και μάλιστα σε μια μόνο χρονιά: το 330 πΧ, και μάλιστα, (ενώ έχω ήδη καταγράψει καμιά ογδονταριά σελίδες αφηγηματικό υλικό), σε γεγονότα που καλύπτουν (για την ώρα) μόνο τρεις μέρες: Τις τρεις τελευταίες μέρες του Ανθεστηριώνα μήνα (Αττικό ημερολόγιο). Βέβαια, έχω παραθέσει στην εισαγωγή και ορισμένα ¨ανευρεθέντα¨ κείμενα του Ευέλπι, που περιγράφουν τις   ευρύτερες συγκυρίες της εποχής.

Δεν έχω εγκαταλείψει την ιδέα με το ζεύγος  των τυραννοκτόνων, αλλά όπως εξελίσσεται αυτή εδώ η περιπέτεια γραφής, μέλλον θα τους περιορίσω σε ένα ένθετο παράπλευρο επεισόδιο.

Μετά από όλα αυτά, και με την παρότρυνση (και επιλογή αποσπάσματος) του φίλου Νίκου (Μοσχοβάκου) ο οποίος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και εξ αρχής την παρούσα (αφηγηματική) περιπέτεια, σας παραθέτω ένα μικρό δείγμα γραφής. Πρόκειται για την επιστολή της εταίρας Θαΐδας (που ακολουθεί την εκστρατεία) προς την  εταίρα Φρύνη (που βρίσκεται στην Αθήνα). Επί του παρόντος, η επιστολή είναι τοποθετημένη, ως ιντερμέτζο, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος των ήδη γραμμένων σελίδων του αφηγήματος. Άλλες προδημοσιεύσεις (του εν συνθέσει κειμένου), προσεχώς.

image002(3360)

Ιντερμέτζο

Η επιστολή  της Θαΐδος της εξ Αθηνών προς τη Φρύνη των Αθηναίων

 Προσφιλέστατή μου Μνησαρέτη του Επικλή,

εκλεκτή ακόλουθε της Αναδυομένης Κύπριδος,

αλλά και υπό των Αθηναίων απάντων λατρευτή ως Φρύνη.

Χαίρε.

Εύχομαι να έχεις πάντα την εύνοια των Ολυμπίων, και η επιστολή μου να σε βρει γερή και ευτυχισμένη.

Δεν είχα συχνά την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σου, όχι τουλάχιστον όσο θα επιθυμούσα, και είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις τις αιτίες. Η παρακολούθηση μιας εκστρατείας -παραδέχομαι ότι είχες δίκιο όταν με προειδοποιούσες σχετικά πριν την αναχώρησή μου από την Αθήνα- δεν είναι μία συνηθισμένη περιπέτεια.

Πολύ περισσότερο το να ακολουθείς αυτή την συγκεκριμένη ¨ανάβαση¨, όπως την αποκαλούν πολλοί από τους πολεμιστές εδώ, η οποία επεκτάθηκε στις ηπείρους της οικουμένης και παρόλα αυτά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Ωστόσο, παρά τις διαρκείς μετακινήσεις, όποτε μπόρεσα δεν παρέλειψα να σου αποστείλω την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου με προφορικά μηνύματα, χρησιμοποιώντας έμπορους και απόμαχους στρατιώτες που επέστρεφαν στο Αθηναϊκό Άστυ.

Φαντάζομαι ότι τα κυριότερα νέα για τις μάχες, τις νίκες, τις κατακυριεύσεις των πόλεων, τους κατακτημένους θησαυρούς, όλα αυτά τέλος πάντων  που χαρακτήρισαν την πορεία των ελληνικών στρατευμάτων τα τελευταία χρόνια, θα έχουν ήδη φτάσει ως την Πόλη της Παλλάδος και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εδώ διεξοδικά.

Μα ναι, τα βασικότερα από τα γεγονότα πρέπει να είναι γνωστά στην Αθήνα και, από όσο μπορώ να υποθέσω γνωρίζοντας αρκετά καλά τους Αθηναίους -εσύ βέβαια τους ξέρεις πολύ καλλίτερα-, πρέπει να έχουν ξεσηκώσει πλήθος συζητήσεων και προβληματισμών.

Σαν να τους βλέπω εδώ μπροστά μου, τώρα δα, αγαπητή μου Μνησαρέτη, να σκαρφαλώνουν ξαναμμένοι στην Πνύκα,  να σχολιάζουν, να αναλύουν, να κριτικάρουν, να αρπάζονται, να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να ρητορεύουν, να αλληλοκατηγορούνται…

Ή ακόμη, να καταλήγουν στην αγκαλιά σου ζητώντας απεγνωσμένα κατανόηση…

Ω πόσο τους έχω επιθυμήσει αυτούς τους  διαρκώς ανήσυχους, διαρκώς τεντωμένους, αλλά και διαρκώς σε αναζήτηση της γαλήνης, της ηρεμίας και της στοργής, Αθηναίους…

Ναι, δεν επιθυμώ να στο κρύψω: υπάρχει το άλγος του νόστου στην ψυχή μου.

Θυμάσαι στ’ αλήθεια πόσο είχαμε διασκεδάσει κι οι δυο μας τότε, λίγο πριν φύγω, όταν είχαν καταλήξει όλοι τους χωρισμένοι στα δύο για χάρη  μας; Θυμάσαι τους  Φρυνικούς και του Θαϊδικούς; Έντονοι στις αντιπαραθέσεις τους σχεδόν όσο, για να μη πω παραπάνω, οι ¨φίλο¨ με τους ¨αντί¨ μακεδονικούς

Μα τι λέω, και βέβαια τους θυμάσαι, εσύ τους έχεις εκεί, στα πόδια σου όλους αυτούς, να σου θυμίζουν τα παλιά επεισόδια, τα παλιά παιχνίδια… Μήτε κι εγώ λησμονώ πως οι δικοί σου οι θαυμαστές ήτανε πιο πολλοί από τους δικούς μου, πράγμα εξάλλου που ήταν δίκαιο και σωστό, μια που ως μεγαλύτερη -λίγα μόνο χρόνια- ήσουν κοντά τους, αφιερωμένη σ’ αυτούς, μια στάλα περισσότερο καιρό από ό, τι εγώ.

Αχ, Μνησαρέτη μου!

Άραγε ¨οι εξήντα¨([1]), οι αστείοι ποιητές, εκείνοι που λέγανε τόσες χαριτωμένες κακίες εις βάρος μας, μαζεύονται πάντοτε στον ναό του Ηρακλή στη Διόμεια για να σκαρώσουν τις φάρσες και τα καλαμπούρια τους;

Θυμάσαι τον ¨Θαϊδο-Φρυνικό Πόλεμο¨ που είχαν οργανώσει; Θυμάσαι που μόλις άκουσαν την τιμή του βραβείου που ήθελαν να αθλοθετήσουν για το νικητή -μια νύχτα με μια από εμάς- αναγκάστηκαν να κάνουν έρανο ανάμεσα στους πεντακοσιομέδιμνους;

Ναι, το άλγος του νόστου υπάρχει, και που και που με τσιμπάει, αλλά να μη νομίζεις ότι αυτά στα γράφω για να σου παραπονεθώ.

Όχι. Δεν υπάρχει τίποτα που να μου προκαλεί το παράπονο ή τη στεναχώρια της αδικίας. Και την ευγνωμονώ την Αφροδίτη, και την Ουρανία και την Πάνδημη, μεγάλη η χάρη της!

Διάλεξα αυτή την πορεία έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι κάνω, δεν μετανιώνω και είμαι ευχαριστημένη. Βαδίζω σε έναν παράδρομο ίσως, αλλά πάντως δίπλα στα χνάρια της Ιστορίας, όπως και εσύ άλλωστε, άνασσα στην πιο ένδοξη πόλη των Ελλήνων, όπως και η αείμνηστη Ασπασία, όπως ακόμη και η αμφιλεγόμενη Θαργηλία που κατάφερε να παντρευτεί τόσους επιφανείς άνδρες και τελικά να διοικήσει τη Θεσσαλία μόνη της! Λένε πως εργαζόταν για τους Πέρσες και μπορεί να είναι αλήθεια, συνέβη να κάνουν προτάσεις και σε μένα, όμως παρόλα αυτά εγώ λέω ότι η Θαργηλία απέδειξε πως, θέλοντας, εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε πράγματα μεγάλα και αξιομνημόνευτα. Ποια θα αποδειχθούν θετικά και ποια καταστροφικά ας το κρίνουν οι μεταγενέστεροι.

Μιλάω για εμάς, αγαπητή μου Μνησαρέτη, εμάς τις γυναίκες ¨συντρόφους¨ που, ό, τι κι αν λένε οι εχθροί μας,  διαφέρουμε από τις πόρνες που αγαπούν μόνο το χρήμα, διαφέρουμε από τις θεούσες ιερόδουλες που δε δουλεύουν παρά για τους θεούς και τους ιερείς τους, λέω για μας, που δε θα γινόμασταν ποτέ αντικείμενα λατρείας, εάν δεν είχαμε ένα εξαιρετικό και σπάνιο προσόν.

Όχι, φιλτάτη Μνησαρέτη, δεν μιλώ για την παιδεία, την εξυπνάδα ή η ευστροφία μας, όπως ίσως σκέπτεσαι. Αυτές μας βοηθούν απλώς στο να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους ευφυέστερους.

Εκείνο που πραγματικά μας ξεχωρίζει είναι ότι τους άνδρες, κατά βάθος, τους αγαπάμε. Και  αγαπώντας τους άνδρες αγαπάμε ολόκληρο τον κόσμο των ανθρώπων και δε μισούμε κανένα.

Βλέπεις; Με συλλαμβάνεις να ¨φιλοσοφώ¨ κι αυτό είναι ίσως ένα ακόμη δείγμα της νοσταλγίας μου για την Αθήνα.

Ας έλθω λοιπόν σε ένα θέμα που θεωρώ φυσικό να κινεί το ενδιαφέρον σου, όπως και κάθε σημερινής γυναίκας. Όχι, καμία γενικότητα, καμία φιλοσοφία… Λέω για ¨εκείνον¨.

Ξέρω πώς και ο ίδιος και ο πατέρας του σου είχαν ζητήσει να ανεβείς ως την Πέλλα προσφέροντάς σου μυθώδες αντίτιμο, μα εσύ είχες αρνηθεί να μετακινηθείς. Μα ναι Φρύνη μου, σε καταλαβαίνω, ποια βασίλισσα θα άφηνε την Αθήνα για μια πόλη του Βορρά; Ωστόσο, λέω εγώ, ίσως, -τι ίσως, σίγουρα-, θα σου έμεινε μια θεμιτή  περιέργεια.

«Άσε τις φλυαρίες Θαΐδα» σε ακούω να μου λες, «και πες μου… πώς είναι εκείνος;» Πες την αλήθεια, αυτή δεν είναι η ερώτηση που ανεβαίνει από μόνη της στα χείλια σου;

Ε, λοιπόν θα σου πω.

Δεν είναι δύσκολο: είναι νέος, είναι όμορφος, είναι ενθουσιώδης, είναι γεννημένος ηγέτης αλλά αρκετά ευφυής ώστε να ακούει τους πεπειραμένους. Αγαπάει τους φίλους του, άνδρες και γυναίκες με πάθος, πάθος που καμιά φορά αναζητώντας άμεση και άνευ όρων ανταπόκριση, καταλήγει καταστροφικό και τραγικό. ¨Εκείνος¨ έχει ανάγκη από επιδοκιμασία τουλάχιστον όσο οι θεοί που αν δεν υμνηθούν μας ξεχνάνε.

Ο δάσκαλός του τού λείπει, θα τον ήθελε πλάι του, αλλά απορρίπτει κάθε ιδέα να τον φέρει εδώ με το ζόρι. Τη μάνα του, αν δεν ανακατευόταν τόσο έντονα στα πάντα, ακόμη και από μακριά, θα την είχε ήδη προσκαλέσει και θα την είχε εγκαταστήσει αρχόντισσα σε κάποια από τις κατεκτημένες πρωτεύουσες.

Να σου πω και κάτι άλλο; Επειδή κατάγεσαι από τις Θεσπιές, που αν και πόλη βοιωτική είχαν αλωθεί παλιότερα από τους Θηβαίους[2], καταλαβαίνω την αμφιθυμία που σου δημιούργησε η καταστροφή της πόλης των Θηβών από τους Μακεδόνες. Δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά έφτασε ως εδώ η φήμη πως προσφέρθηκες να αναστηλώσεις  με δικά σου έξοδα τα θηβαϊκά τείχη, αρκεί να αναγράψουν πάνω τους πως ¨ό, τι κατέστρεψε ο Αλέξανδρος ο Μακεδών το αποκατέστησε η Φρύνη η εταίρα¨ και πως οι Θηβαίοι, βέβαια, αρνήθηκαν.

Είτε αληθεύει στο ακέραιο αυτή η ιστορία είτε όχι, μου αρέσει που προσπάθησες να μπεις στη μύτη τόσο του Αλέξανδρου όσο και των Θηβαίων. Είναι αντάξιο της φήμης και της ισχυρής σου προσωπικότητας!

Πάντως, μα το Δία, δε ξέρω τι εντύπωση θα σου έκανε ο Βασιλέας αν τον ζούσες από κοντά. Μπορώ όμως να πω ότι εκείνου σίγουρα θα του άρεσες ω Φρύνη. Εκτιμά τόσο την ομορφιά όσο και την ειλικρίνεια. Άσε που νομίζω ότι έχει αδυναμία στις λίγο μεγαλύτερές του γυναίκες, έχω παραδείγματα. Αλλά αυτά θα τα πούμε διεξοδικά όταν ο Ταξιδιώτης Ερμής μας επιτρέψει να ξαναβρεθούμε κοντά η μια στην άλλη.

Για εκείνον έχω μόνο να προσθέσω ότι για να τον καταλάβει κανείς, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν ότι μαζί του έχει έρθει στην εξουσία μια γενιά νέων. Τους βλέπεις: είναι μια μεγάλη συντροφιά από νέα παιδιά που όσο επιτυχώς και αν παίζουν τον πόλεμο, όσο κι αν μέσα σε λίγα χρόνια έχουν εξελιχθεί σε βετεράνους μεγάλων μαχών, εξακολουθούν να  αστειεύονται,  να γελάνε, να κάνουν φάρσες οι μεν στους δε, σαν να είναι μια μεγάλη παρέα που βγήκε κυνήγι. Και προ παντός,  διαισθάνονται ότι είναι οι πρώτοι σε κάτι καινούργιο. Αξίζουν, Μνησαρέτη μου, αξίζουν κάποιες ταλαιπωρίες προκειμένου να βρίσκεται κανείς κοντά τους.

¨Ταλαιπωρίες¨ γράφω κι έρχεται στο νου μου η προσπάθεια που κάθε γυναίκα κάνει, για να παραμείνει όσο γίνεται πιο επιθυμητή, ακόμη και όταν στην αγκαλιά της καταφεύγουν άντρες γεμάτοι από την έξαψη της μάχης, όπου το μόνο που αποζητούν είναι μια τελετή Ζωής που να ξορκίζει τον ανελέητο Θάνατο και να διαλύει τις Ερινύες και τα άλλα τέρατα που γεννοβολάει ο Πόλεμος.

Για να είμαστε επιθυμητές όμως – θυμάμαι πάντοτε τις συμβουλές και τις παραινέσεις σου- η εύνοια της Αναδυόμενης δεν αρκεί πάντα, κάποια βοήθεια δε βλάπτει, για αυτό σε παρακαλώ να έχεις το νου σου αγαπητή μου Μνησαρέτη: με το πρώτο πλοίο που θα φτάσει στον Πειραιά από την Τύρο, – υπολογίζω αμέσως μετά την ανοιξιάτικη ισημερία- σου στέλνω μαζί με την αγάπη  μου ένα κιβώτιο με καλλυντικές και αρωματικές ουσίες από την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Βαβυλώνα. Όχι πως η Κόρινθος και η Χαιρώνεια  δεν τα καταφέρνουν μια χαρά στην αρωματοποιία, αλλά για δοκίμασε κι αυτά τα ¨εξωτικά¨ κατασκευάσματα. Αν όχι τίποτα άλλο θα έχουν τη γοητεία του καινούργιου και του ασυνήθιστου.

Τι άλλο να σου εξομολογηθώ Μνησαρέτη μου; Ότι θα ’θελα να ξέρω τι κάνει ο Μένανδρος που με έκανε τόσο να γελάω, αν με ξέχασε ή αν η απουσία μου έχει τυχόν εμπνεύσει κάποιο νέο θεατρικό του έργο[3];

Εσύ εμπνέεις γλύπτες, και με το υπέροχο κορμί σου αυτό είναι δίκαιο, εγώ έναν κωμικό ποιητή είχα θαυμαστή, να μη ξέρω τι κάνει;

Ζητάω πολλά, ε; Άστο!

5

Α, τον θυμάσαι τον Εύελπι; Εκείνον το νεαρό Μεγαρέα που μάλλον συνεσταλμένος περιτριγύριζε στα αθηναϊκά συμπόσια πριν την εκστρατεία;

Είναι εδώ. Ταξιδέψαμε μαζί, πριν τέσσερα χρόνια, με το ίδιο πολεμικό πλοίο. Ο χρυσός μου, είχε νομίσει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού  θα έπρεπε να με προστατέψει, -να σου πω την αλήθεια κάτι τέτοιο είχα στο μυαλό μου και εγώ, να τον προστατέψω, έτσι άβγαλτο που τον έβλεπα. Βέβαια το ταξίδι ήταν ομαλό και πειθαρχημένο και κανείς μας δε χρειάστηκε προστασία, ωστόσο μου έκανε εντύπωση η ευγενική αν και δωρικά πειθαρχημένη συμπεριφορά του.

Ε, λοιπόν πού να τον δεις τώρα. Κολλητός με τον ισχυρό Καλλισθένη, τον ανιψιό του Αριστοτέλη, που εδώ ασκεί υψηλά καθήκοντα  -και που αν πιστέψω αυτά που λένε οι εχθροί του μας επιτηρεί όλους-, έχει αναδειχθεί σε σημαντικό πρόσωπο. Τόσο σημαντικό που ενάντιά του και, φυσικά, ενάντια στον Ολύνθιο Καλλισθένη εξυφαίνεται συνομωσία από κάτι μοχθηρούς τύπους. Μοχθηρούς και ανόητους: τους ξεφεύγουν λόγια νομίζοντας ότι οι γυναίκες δίπλα τους είναι όντα χωρίς μυαλό και χωρίς παρατηρητικότητα.  Έπαθλο της πλεκτάνης τους; η επιρροή που εικάζουν ότι, εξουδετερώνοντάς τον Ολύνθιο και τους φίλους του, μπορούν να αποκτήσουν πάνω στον Μακεδόνα Βασιλέα. Είχα σκοπό να ειδοποιήσω τον Εύελπι, αλλά του ανέθεσαν αποστολές που τον ανάγκασαν να επιστρέψει βιαστικά στα Σούσα. Ελπίζω να μπορέσω να τον ενημερώσω έγκαιρα.

Ε, να. Νομίζω ότι στα είπα όλα και ξανάσανα!

Όλα; Όχι ακριβώς. Δε σου είπα τίποτα, ας πούμε,  για τον Πτολεμαίο.

Μη γελάς, το ξέρω ότι τους μισούς Μακεδόνες τους λένε Πτολεμαίους! Εντάξει, αφήνω μερικά πράγματα για όταν θα τα ξαναπούμε.

Εν τω μεταξύ

Σε ασπάζομαι με αγάπη και αφοσίωση

Το Θάϊον -όπως με προσφωνούσες χαϊδευτικά- από την Περσέπολη.

mosaico

[1] Σύμφωνα με τον Αθηναίο (Δειπνοσοφισταί, XIV, 614e) οι κυριότεροι από τους ¨πλακατζήδες¨ της παρέας των εξήντα ήσαν οι ο Καλλιμέδων, ο Κάραβος και ο Δεινίας, ο Μνασιγείτων και ο Μέναιχμος.  Ο Αθηναίος σημειώνει επίσης ότι ο Φίλιππος τους είχε χρηματοδοτήσει με ¨ένα τάλαντο¨ προκειμένου να του στέλνουν τα αστεία τους, ειδικότερα όσα τον αφορούσαν.

[2] Αν και πόλη της Βοιωτίας, οι Θεσπιές αλώθηκαν και καταστράφηκαν από τους Θηβαίους μετά την μάχη των Λεύκτρων (371πΧ).  Πιθανολογείται ότι μετά από αυτή την καταστροφή ο φτωχός Επικλής, πατέρας της Μνησαρέτης/Φρύνης, μετακόμισε στην Αθήνα.

[3] Φημολογείται ότι ο Μένανδρος είχε γράψει και παρουσιάσει το κωμικό έργο Θαίς, (δεν διασώθηκε) εξυμνώντας τις χάρες της τότε ερωμένης  του Θαΐδας

350px-Hetaere_Kallipygos

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Posted by vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βούλα Δαμιανάκου, το νέο της βιβλίο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

Δαμιανάκου α2.jpeg

 

Είχα την τιμή και τη χαρά να μου στείλει η Βούλα η Δαμιανάκου ένα αντίτυπο από το νέο δίτομο βιβλίο της. Μόλις το έλαβα, αχνιστό, με το άρωμα του τυπογραφείου. Ανυπότακτη, πιο νέα από πολλούς σημερινούς τριαντάρηδες δηλώνει: ¨Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου¨, και μετά αρχίζει να διηγείται…

 

Δαμιανάκου 2α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Με φιλοπαίγμονα διάθεση…

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

… όπως σημειώνει ο Νίκος

αρχείο λήψης (1)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θέλησα να λάβω το λόγο. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν τάχα, αφρίζοντας αγανακτισμένοι. Μέσα μου παραιτήθηκα τότε. Που πάω και ποιος θα μ’ακούσει σκέφτηκα. Δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους. Τόσο χαμηλά δεν πέφτω.

images (1)
Τα πράγματα όμως τα εκτίμησα λάθος. Γιατί ύστερα από λίγους μήνες οι πάλαι ποτέ φωνασκούντες είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία και μ’αντίθετους λόγους, μειλίχια και ύφος διαλλακτικό προσπαθούσαν να κατευνάσουν τους διαμαρτυρομένους.
Μάζεψα στοιχεία για την προέλευσή τους. Είχαν συμπράξει ένας κόμης, ένας κομιτατζής κι ένας κομισάριος. Τα ονόματά τους Ντε Ριμπό, Αντόν και Ρικάρντο. Ο πρώτος καταγόταν από την κομητεία του Κλισύ, ο δεύτερος από την Κομοτηνή και ο τρίτος από το Κόμο. Ακόμα, έμαθα ότι η συνομωσία είχε εξυφανθεί σε μια μικρή κώμη κι ότι όλοι είχαν εμφανισθεί με περιποιημένη κόμη. Ίσως πλην του κόμη. Μάλιστα στην επίσκεψή τους στην Μακρακώμη, είχαν άπαντες λερωθεί με κόμμι που έβγαζαν τα πεύκα της περιοχής.

images
Κωμικά πράγματα θα μου πείτε. Να όμως που γλιτώσαμε από δαύτους όταν εμφανίστηκε ένας κομήτης που απειλούσε να κομματιάσει τη γη κατά τους ειδικούς. Μάζεψαν βιαστικά τα πράγματά τους κι αναχώρησαν για την έρημο της Κομαγηνής. Κόμισαν όπως ήταν φυσικό μαζί τους και τα καμώματά τους.
Εκεί ο κόμης έπεσε σε κώμα, ο κομισάριος επεδόθη στην συγγραφή κωμειδυλλίου, όμως ο κομιτατζής χωρίς να βάλει κόμα στις φιλοδοξίες του σκεφτόταν ακόμα αισιόδοξα με σκοπό να επανιδρύσει το κόμμα.

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αλφαβητάριο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


			

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στο Ακρωτήριο Ταίναρο

Posted by vnottas στο 15 Οκτωβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος 

ΑΡΓΩ 1948

Όταν σκληραίνει η νύχτα

πάνω από το ακρωτήριο Ταίναρο

και το φως των άστρων

σκορπίζεται λέπια που τρεμοπαίζουν

στα νερά του πελάγου

ιθύνοντες των αιωνίων χρησμών

πλάι στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα

προτάσσουν τις ασπίδες τους

αθέατοι μα πείσμονες

στη φθορά της αρμύρας

και της λήθης την άφεση.

Αλλά και όταν έχει πανσέληνο

τότε που τα κύματα

χτενίζονται πάνω στους βράχους

ακουμπώντας πολλές φορές

τις ψυχές που ταξιδεύουν

προς την πύλη του Άδη

αυτοί οι ίδιοι ιθύνοντες

σιγοτραγουδούν ή παίζουν μαντολίνο

μαζί με σειρήνες και κόρες γοργόνες

για να γλυκάνουν τους καημούς

 ξεχασμένων ναυαγών.

Πιο πάνω εν μέσω γκρεμών

 αγαλμάτων σμιλεμένων στην πολυκαιρία

βουνά με ξεράγκαθα

και νάνους λουλούδια πλάι τους

μαρτυρούν χαμογελώντας

πως η νηφαλιότητα

της αιώνιας παράστασης

ουδέποτε έλλειψε σ’αυτό το τόπο

που καταλήγει ο κόσμος

παρουσία του γλάρου της κουκουβάγιας και του αστερία.

Δίπλα στα χαλάσματα

μια αράχνη μια ασώματη ταραντούλα

κι ένα σακατεμένο σκυλί

που γαυγίζει διαρκώς

ενημερώνουν τα ψηφιδωτά

τις ρωμαϊκές στέρνες

και τους αποστάτες άγγελους

για το επικείμενο ναυάγιο

των τελευταίων πειρατών

εδώ σ’αυτόν τον τόπο

όπου πράγματι λήγει ο κόσμος.

Στο ακρωτήριο Ταίναρο.

 20071030145259E312_8402

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτωβρίου, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

– Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

– Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

– Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

– Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

– Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

– Παραγγελιές δέχεσαι;

– Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Ο ξεναγός καθρέφτης

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος

Classic_4e1c83698b232

Ο ξεναγός καθρέφτης

μ’ οδηγεί σε νέες περιοχές

σε νεους τόπους άγνωστους μέχρι τώρα

σχηματισμένους από οδυνηρούς σεισμούς

γεμάτους χείμαρους ξεροπόταμα ρυάκια

κι αδιέξοδους δρόμους

που βγαίνουν σε σκιερές σαβάνες

μάταιης βλάστησης και χλωρίδας.

Κανένα δε βρίσκω

κανείς δε με περιμένει

γι αυτό κοντοστέκομαι με φόβο

κι ανακαλύπτω πως η μοναξιά

έχει τους δαίμονές της

που αδημονούν να με δεχτουν.

*

Κι όπως ο καθρέφτης μου

εξακολουθεί την ξενάγησή του

κοιτάζομαι στα μάτια

αποφασισμένος να μην ενδώσω

να μην υποχωρήσω σαν ματαιόδοξος

αλλά να χωρέσω στα νέα τοπία

κι όσο βαστάει η δύναμή μου

μαχόμενος να τα υπερασπιστώ.

images (22) 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (πάλι)

Posted by vnottas στο 8 Σεπτεμβρίου, 2014

imagesW

 

Ας πούμε ότι οι συγκυρίες το επιτρέπουν.

Ας πούμε ότι βρίσκεστε υπό την σαγηνευτική επιρροή μιας λευκής κόλλας χαρτιού, που αναζητά γράμματα και ιστορίες.

Ας πούμε ότι θέλετε να ζήσετε την περιπέτεια της γραφής και αναρωτιέστε από ποια πόρτα να μπείτε στον συναρπαστικό της κόσμο.

Από την λιτή, σοβαρή πύλη της διατύπωσης σκέψεων, προβληματισμών και απόψεων; Από την φαντασμαγορική ¨πορτάρα¨ (έτσι λέμε στη Θεσσαλονίκη τις πύλες των κάστρων)  των μπριόζικων φανταστικών μυθοπλαστικών αφηγήσεων; Από την σκηνογραφική είσοδο των θεατρικών διαλόγων; Ή από κάποια άλλη, καινούργια πύλη, από εκείνες που μέχρι στιγμής δεν έχετε επιχειρήσει να παραβιάσετε;

Εγώ λέω ότι αυτή η τελευταία επιλογή μοιάζει η πιο δελεαστική. Αυτή που υπόσχεται τις περισσότερες εκπλήξεις.

Όμως ας μην το παρακάνουμε σε προσδοκίες.

Θέλω να πω ότι όσο κι αν ζορίζεται ο συγγραφέας, όσο κι αν επιθυμεί να καινοτομήσει, όσο κι αν επιχειρεί να προσεγγίσει νέα είδη γραφής, κατά βάθος από το ίδιο καπέλο βγάζει πάντοτε τους λαγούς, τα περιστέρια και τα φανταχτερά του φουλάρια.

Πάντως, ας δεχτούμε ότι κάθε απόχρωση γραφής έχει τις ιδιαιτερότητές της. Μερικά θέματα, ας πούμε, απαιτούν έρευνα. Έτσι δίνουν την ευκαιρία της αναζήτησης που, από μόνη της,  είναι κι αυτή μια περιπέτεια.

Άλλα πάλι, σε αφήνουν αχαλίνωτο να νομίζεις ότι τα φτιάχνεις όλα εξ αρχής. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, αλλά παραμένει μια γοητευτική πλάνη (νομίζω ότι οι συγγραφείς είναι πάντα έτοιμοι να αυτο-πλανηθούν).

Υπάρχει και ένα είδος, που ενώ απαιτεί επαρκή τεκμηρίωση,  επιτρέπει παράλληλα μυθοπλαστικές απογειώσεις: το ιστορικό μυθιστόρημα. (Ε, ναι. Αν θέλεις, στην ίδια αφήγηση, να συμπεριλάβεις μυθοπλαστικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι δεν αρκεί η χωρητικότητα ενός, έστω εκτεταμένου, διηγήματος, πιθανώς ούτε και εκείνη της νουβέλας: θα πρέπει να βουτήξεις στη βαθειά, έως άπατη, σελιδοπαραγωγή του μυθιστορήματος).

images22

Έκανα τις παραπάνω σκέψεις καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και προβληματιζόμουν, τόσο για το είδος της γραφής, όσο και για το συγκεκριμένο θέμα που θα μπορούσε να με ¨απογειώσει¨, γιατί, μεταξύ μας, ήθελα να προσπεράσω περίκλειστα τείχη που απομονώνουν εμένα.

Μια μέρα, με τον Νίκο που ήταν εδώ, συζητούσαμε για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, με αυτόν  τον νέο τρόπο (νέο για τη γενιά μας –οι πιτσιρικάδες το έχουν στο αίμα τους), που η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει. Δηλαδή σκάβοντας με τη βοήθεια του φορητού ή του τάμπλετ, γύρω τριγύρω από ειδήσεις που μας πλασάρει η εφημερίδα ή η τηλεόραση. Συζήτηση, ψάξιμο, νέα στοιχεία, πάλι συζήτηση, ψάξιμο… Είναι ένα παιχνίδι που -αν αγνοήσεις προς στιγμήν τον εκνευρισμό που προκαλεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ξεφουρνίζουν τα Μέσα και αυτά που προκύπτουν από μια, έστω αβαθή, πρώτη διερεύνηση στο διαδίκτυο- μπορεί να αποβεί πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Η είδηση που αναμασούσε η τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσα ίσα που την προσέξαμε. Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ιταλία και οι οικοδεσπότες, διπλωματικά ευγενικοί, τον πήγαν σε μια έκθεση αφιερωμένη στη Δημοκρατία (της οποίας μας αναγνωρίζουν το -ληγμένο- κόπι ράιτ), όπου το κύριο έκθεμα ήταν τα ρωμαϊκά αντίγραφα των αγαλμάτων των ¨τυραννοκτόνων¨.

Ας θυμηθούμε, είπαμε, λίγο περισσότερα για τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο. Άρα: Γκούγκλης, Βικιπέντια, και μετά ένας λαβύρινθος από αποδεκτούς και απαράδεκτους (αισθητικά) ¨τόπους¨.

 Ενώ ξεκινήσαμε αναζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες για την εποχή που έδρασαν οι απεικονιζόμενοι αγαλματοποιηθέντες, το ερώτημα που άρχισε να διαγράφεται, όλο και πιο έντονα γύρω από τους δύο, ήταν: Ήρωες της (πρώιμης ή υπό κατασκευή) Δημοκρατίας, όπως κατέγραφαν  μερικοί, ή ¨απολιτικοί κίναιδοι¨, όπως ενίσταντο άλλοι;. Πολιτική δολοφονία, συνωμοσία των Λακεδαιμονίων ή μελοδραματικό έγκλημα πάθους;  Ή για να γενικεύσουμε: κατά πόσο η Δημοκρατία για να επικρατήσει ή να διατηρηθεί έχει ανάγκη από μύθους;

¨Να ένα ωραίο θέμα για ιστορικό μυθιστόρημα¨, λέει ο Νίκος.

Εγώ τσιμπάω αμέσως.

Γιατί όχι, λέω.

(συνεχίζεται)

harmodiusaristogeiton

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τι παλιά ιστορία αυτοί οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές, οι προσγειωμένοι/απόκοτοι του δελτίου των οκτώ!

Posted by vnottas στο 5 Σεπτεμβρίου, 2014

images (17)

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΠΟΚΟΤΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ

 

Κατά βάθος φθονούσε τον Ιππία

αν και δημοσίως τον αποδοκίμαζε

βεβαίως απεχθανόταν τον Εφιάλτη

παρότι τον έβρισκε αρκετά ρεαλιστή

λάτρευε τους ενδοτικούς

κι υπερασπιζόταν με πάθος τους μηδίσαντες.

*

Αυτό δα έλειπε να έχουν δίκιο

οι ρομαντικοί αιθεροβάμονες

κι ο συρφετός της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο ίδιος ήταν απόκοτος

πολλές φορές κυκλοθυμικός

και προσποιούταν τον αδέκαστο.

*

Ναι πάντοτε μοχθώ για το εφικτό έλεγε

και σιχαίνομαι τους αχρείους δημεγέρτες

όπως αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

*

Η αλήθεια είναι ότι καλά τάχε καταφέρει

μέχρι τώρα στη ζωή του

αφού είχε ταυτίσει το επάγγελμα με την ιδεολογία του.

tv3

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Posted by vnottas στο 29 Αυγούστου, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »