Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Απο τον Αμβωνα στην Οθονη

Τα βασικά σημεία από τα  δύο κείμενα που ακολουθούν έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο του Β. Νόττα ¨Από τον Βωμό και τον Αμβωνα στην Οθόνη – Η περίοδος της προφορικότητας και οι επικοινωνητές της¨  Πρόλογος Κώστας Βεργόπουλος.  Εκδόσεις Ι.Σιδέρης, σελίδες 304 .

 

ΚΟΙΝΩNIΑ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΕΞΟΥΣΙΑ. ΑΠΟ  ΤΟΝ ΒΩΜΟ ΣΤΟΝ ΑΜΒΩΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Η εισαγωγή περιλαμβάνει διευκρινίσεις για τη δομή και το περιεχόμενο της μελέτης, διατυπωμένες με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, καθώς και εννοιολογικές διευκρινίσεις σχετικές με τη χρήση ορισμένων βασικών όρων.  

Α. Διευκρινίσεις σχετικές με τη δομή και το περιεχόμενο του κειμένου(με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων) 

Ποιο είναι το αντικείμενο της παρούσας εργασίας;

Πρόκειται για μια προσπάθεια να διερευνηθούν διαχρονικά οι σχέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα επικοινωνιακού χαρακτήρα από τη μία πλευρά και τις γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις από την άλλη. Ειδικότερα, πρόκειται για μια συνοπτική καταγραφή της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κυρίαρχες μορφές επικοινωνίας (όπως αυτές καθορίζονται από την διαθέσιμη κάθε φορά επικοινωνιακή τεχνολογία και εκφέρονται από τις εκάστοτε κυρίαρχες ομάδες επικοινωνητών) και στους κύριους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας (πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό).

  Γιατί παρουσιάζει ενδιαφέρον η διαχρονική διερεύνηση των επικοινωνιακών φαινομένων;

Μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να είναι: Γιατί σήμερα υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για κάθε όψη των επικοινωνιακών φαινομένων και κατά συνέπεια και για την ιστορική τους διάσταση. Η επικοινωνία ή μάλλον μια σειρά εννοιών συνδεδεμένων με την επικοινωνία, είναι διαρκώς παρούσα, τόσο στους καθημερινούς προβληματισμούς, όσο και στις αναζητήσεις ποικίλων επιστημονικών κλάδων. 

Γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Για πολλούς λόγους. Ένας από τους πιο προφανείς, είναι οι σχετικά πρόσφατες ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της επικοινωνιακής τεχνολογίας και οι επιπτώσεις τους πάνω  στην κοινωνική ζωή. Ιδιαίτερα θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στη σύγκλιση σε ένα ενιαίο πεδίο εφαρμογών, κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, τριών επικοινωνιακών τομέων: των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και των οπτικοακουστικών μέσων, γεγονός που δημιούργησε άμεσες και έντονες επιπτώσεις στο σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων[1]. Απέναντι στις ραγδαίες αυτές εξελίξεις δημιουργήθηκε ένα φάσμα αξιολογήσεων και αντιδράσεων που πάει από την πλήρη απόρριψη, ως την πλήρη και άνευ όρων αποδοχή των καινοτόμων καταστάσεων. Η επένδυση ελπίδων στην  νέα επικοινωνιακή τεχνολογία οφείλεται στην πρωτοφανή, γιγαντιαία αύξηση της ποσότητας των πληροφοριών που κυκλοφορούν, η οποία -εικάζεται- δε μπορεί παρά να συνοδευτεί, αργά ή γρήγορα, από ουσιαστική ποιοτική βελτίωση των συνθηκών της ανθρώπινης διαβίωσης.

Έτσι κι αλλιώς, εάν θέλει να παραμείνει κανείς αισιόδοξος σε ένα κόσμο με διαρκώς οξυνόμενα παγκόσμια προβλήματα (οικολογικό, ενεργειακό, δημογραφικό κ.α.) χωρίς να καταφύγει σε υπερβατικούς αναχωρητισμούς, δεν έχει να ελπίσει παρά ότι η αυξανόμενη ποσότητα των πληροφοριών, αργά ή γρήγορα,  θα φτάσει στο κρίσιμο σημείο, από το οποίο θα προκύψει η ποιότητα γνώσης που είναι αναγκαία για την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών. Από την άλλη πλευρά, η δημιουργία φόβων μπροστά στην αλυσιδωτή σειρά των αλλεπάλληλων  καινοτομιών, οφείλεται στη διάχυτη αίσθηση ότι έχει μειωθεί (έως εκμηδενισθεί) ο κοινωνικός έλεγχος πάνω στην παραγωγή και τη χρήση, τόσο της επικοινωνιακής, όσο και της γενικότερης τεχνολογίας, καθώς, όχι μόνο οι τεχνολογίες, αλλά και τα μέσα επικοινωνίας που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τη κοινή γνώμη, βρίσκονται ως επί το πλείστον στα χέρια ανεξέλεγκτων, όλο και πιο ισχυρών, ιδιωτών. 

Είναι επομένως οι φόβοι και οι ελπίδες μπροστά στις νέες τεχνολογίες και στις εφαρμογές τους που δημιουργούν το αυξημένο ενδιαφέρον για την επικοινωνία; Αυτός είναι ο βασικός λόγος. Τηλεπικοινωνίες, υπολογιστές, οπτικοακουστικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, αλλάζουν δραστικά την καθημερινή ζωή των κοινωνιών και, όπως είναι φυσικό,  δημιουργούν αντιδράσεις. Παράλληλα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι πέρα από τις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, όπου το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επιπτώσεις της επικοινωνίας είναι αυτονόητο, όλο και περισσότεροι επιστημονικοί κλάδοι εισάγουν στις διερευνήσεις τους τον επικοινωνιακό παράγοντα και κάνουν χρήση της επικοινωνιακής ορολογίας. 

Παραδείγματα;

Για παράδειγμα, ήδη από τα μισά του προηγούμενου αιώνα, ορισμένοι ανθρωπολόγοι του  δομιστικού ρεύματος[2] υποστήριξαν ότι στις αρχικές (πρωτόγονες) μορφές κοινωνικής οργάνωσης είναι ορατές τρεις μορφές επικοινωνιακής διευθέτησης : α) Η επικοινωνία των αγαθών, που για να διακανονιστεί και να λειτουργήσει χωρίς διαλυτικές παρενέργειες και συγκρούσεις  θα πρέπει να δημιουργηθούν οι οικονομικοί κανόνες και θεσμοί, β) Η επικοινωνία των γυναικών, νοούμενη ως  το σύνολο των κανόνων και των θεσμών που διευθετούν τις οικογενειακές σχέσεις  και γ) Η επικοινωνία των μηνυμάτων, η οποία βρίσκεται στην αφετηρία των κοινωνικών διευθετήσεων που έχουν να κάνουν με τη δημιουργία των γλωσσικών συμβάσεων, την απόκτηση γνώσης  και τη δημιουργία  κουλτούρας. Η γλώσσα, υποστήριξαν οι δομιστές, η οποία είναι το γνωστότερο από τα παραπάνω φαινόμενα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή ενός λογικού μοντέλου που θα βοηθούσε στη κατανόηση και των άλλων δύο βασικών μορφών ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο δομισμός, που έχει τις ρίζες του στις γλωσσολογικές αναλύσεις και, ακόμη περισσότερο, η σημειωτική προσέγγιση που αναπτύχθηκε παράλληλα μ’ αυτόν, συνέβαλαν στην δημιουργία μιας σειράς νέων επικοινωνιακών όρων, καθώς και στη διάδοσή τους στο λεξιλόγιο άλλων επιστημών, ήδη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Σήμερα,  χάρη στις εξελίξεις της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η ¨πληροφορία¨ θεωρείται ένα βασικό μέγεθος της φυσικής επιστήμης, που μετριέται σε μονάδες bit και που λειτουργεί ως βασικός αντιχαοτικός παράγοντας, ικανός, δημιουργώντας οργάνωση, να αντιπαλέψει το χαοτικό «τέρας» της εντροπίας.Παράλληλα, η επίσης καταιγιστικά εξελισσόμενη γενετική επιστήμη δηλώνει ότι η κατανόηση της κληρονομικότητας και κατά συνέπεια η αντιμετώπιση πλήθους κληρονομικών ασθενειών, είναι δυνατή μόνον όταν οι γενετικές διαδικασίες νοηθούν ως σύστημα μεταβίβασης πληροφοριών συνταγμένο σε συγκεκριμένους κώδικες. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι η γενετική αποκρυπτογραφώντας αυτούς τους κώδικες, άρχισε ήδη να επεμβαίνει στις αναπαραγωγικές διαδικασίες είτε ως μαθητευόμενος είτε ως επαγγελματίας μάγος, είναι ακόμη ένας λόγος για τη δημιουργία των ανησυχιών που αναφέραμε παραπάνω. 

Πέρα από το έντονο ενδιαφέρον για την επικοινωνία, υπάρχει σήμερα εξ ίσου διαδεδομένο ενδιαφέρον για την ιστορική διάσταση των επικοινωνιακών φαινομένων; 

Όσον αφορά την επελαύνουσα μεταμοντέρνα [3] αντίληψη για τον χρόνο, την πραγματικότητα και την κοινωνία, η απάντηση είναι ¨όχι¨, και αυτό γιατί στα πλαίσια αυτής της θεώρησης δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την ιστορία. Ο αναδυόμενος σήμερα μετανεοτερισμός έχει διαφορετική αντίληψη περί του χρόνου από εκείνη που διαμορφώθηκε από τα νεοτερικά κινήματα, από την Αναγέννηση κι εδώ.Βέβαια, ρεύματα όπως ο δομισμός, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, είχαν ήδη κατά κάποιο τρόπο εκδηλώσει αποστροφή για την ιστορική προσέγγιση και είχαν ενδώσει στη γοητεία της συγχρονικής ανάλυσης. Όμως οι σχετικές απόψεις δεν είχαν ποτέ τη διάδοση και την επιρροή που αποκτούν οι σημερινές μεταμοντέρνες θεωρίες, οι οποίες διαθέτουν την αρωγή μιας ισχυρής πολιτισμικής βιομηχανίας και την δυνατότητα να αναφέρονται στην κατασκευή ενός υποκατάστατου αχρονικού εικονικού χώρου. Στον αποσπασματικό και στιγμιαίο χρόνο της μεταμοντέρνας θεώρησης οι ιστορικές αναδιφήσεις δεν έχουν νόημα. Αντίθετα, η νεοτερική αντίληψη, για να θεμελιώσει τον ορθολογισμό της, βασίστηκε ευθύς εξ αρχής στην ιστορία. Για τον νεοτερισμό η ανθρωπότητα θεωρείται ως το υποκείμενο μιας διαχρονικής διαδικασίας (ιστορίας) με νόημα, κατά τη διάρκεια της οποίας η ανθρωπότητα πραγματώνεται και συνειδητοποιείται ως οντότητα αυτόνομη, χειραφετημένη, και αποτελούμενη από άτομα ελεύθερα και ίσα.Σήμερα, είναι αλήθεια ότι ο μοντέρνος ορθολογισμός παρουσιάζει σημεία φθοράς, που είναι δυνατό να αναχθούν σε διάφορες αιτίες, όπως, λόγου χάρη, ότι στο όνομα των διαφόρων εκδοχών του μοντερνισμού ασκήθηκαν εξουσίες  που παραμόρφωσαν τις ορθολογικές του βάσεις, ή ότι τα βασικά του κριτήρια κατάντησαν αποκλειστικά οικονομικής φύσης, ή ότι δεν κατάφερε να ενσωματώσει με επάρκεια την ιδέα του τυχαίου, ή ότι χειρίστηκε λανθασμένα την φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών, ή ότι δεν κατάφερε να τιθασεύσει την παραγωγική του επιτυχία με αποτέλεσμα τραγικές οικοφθόρες εκροπές. Όμως, η απάντηση στη φθορά δε μπορεί να είναι η άρνηση των ορθολογικών θεμελίων ούτε η καταφυγή στις εξ ορισμού απροσδιόριστες σφαίρες του μεταμοντέρνου σχετικισμού. Εκείνο που ενδεχομένως χρειάζεται είναι μια νέα, περισσότερο ενημερωμένη, διατύπωση για το τι είναι ορθολογικό και τι όχι, και, σε μια τέτοια διαδικασία, η διερεύνηση του παρελθόντος, η ιστορία, εξακολουθεί να είναι πολύτιμη.Όσον αφορά ειδικότερα στην ιστορία της επικοινωνίας, οι ορατές επιπτώσεις των μέσων πάνω στην καθημερινή ζωή των κοινωνιών, καθιστούν σαφή την ανάγκη, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε τις τρέχουσες ραγδαίες αλλαγές, αλλά  και αν θέλουμε να ανιχνεύσουμε τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να παρέμβουμε σε αυτές, να μελετήσουμε προσεκτικά τις διαχρονικές σχέσεις ανάμεσα στις επικοινωνιακές εξελίξεις και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. 

Τι το ιδιαίτερο εμπεριέχει μια κοινωνική θεώρηση της ιστορίας της επικοινωνίας;

Η επικοινωνία, θεωρούμενη ως διαδικασία[4], είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο είναι δυνατό να προσεγγιστεί διαχρονικά από περισσότερες της μιας οπτικές γωνίες. Θα μπορούσε για παράδειγμα να εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η επικοινωνιακή τεχνολογία, ή να συντάξει την ιστορία των επικοινωνιακών υλικών που χρησίμευσαν ως υπόβαθρο για τα επικοινωνιακά μέσα ή ακόμη και να συντάξει μια ιστορία των κατά καιρούς επικοινωνιακών ¨θορύβων¨.Η κοινωνική ιστορία της επικοινωνίας χρησιμοποιεί, κατ’ αρχήν, τα εργαλεία που προσφέρουν οι κοινωνικές επιστήμες και ιδιαίτερα η κοινωνιολογία. Κατά δεύτερο λόγο, η  κοινωνική προσέγγιση μελετώντας τις αλληλεξαρτήσεις και τις αλληλοεπιρροές επικοινωνιακής τεχνολογίας και κοινωνίας εστιάζεται περισσότερο σε ορισμένους παράγοντες της επικοινωνιακής διαδικασίας που προσφέρονται πιο πολύ σε αναλύσεις κοινωνιολογικού χαρακτήρα. 

Ποιοι είναι αυτοί οι παράγοντες;

Σύμφωνα με τους κλασικούς διαδικαστικούς ορισμούς της επικοινωνίας, κάθε επικοινωνιακό φαινόμενο προϋποθέτει την ύπαρξη αποστολέων, οι οποίοι παίρνουν την επικοινωνιακή πρωτοβουλία, και οι οποίοι αποστέλλουν μηνύματα, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, προς παραλήπτες από τους οποίους και προσδοκούν μιαν απάντηση. Είναι προφανές ότι στο επίπεδο των μεγάλων και των μαζικών επικοινωνιών, οι αποστολείς (επικοινωνητές) αποτελούν συγκεκριμένες (και ενίοτε καλά συγκροτημένες) ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι παραλήπτες (επικοινωνούμενοι) ακόμα μεγαλύτερα κοινωνικά σύνολα, τα οποία επίσης επιδέχονται κοινωνική διερεύνηση και ανάλυση. Θεωρούμε ότι η κοινωνιολογική μελέτη των ομάδων των επικοινωνητών και των επικοινωνούμενων, καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την κατανόηση των επικοινωνιακών και των κοινωνικών εξελίξεων. Θεωρούμε χρήσιμη τη διερεύνηση του εάν και κατά πόσο υπάρχει αντιστροφή ρόλων, ώστε να υλοποιείται η περίφημη αμφίδρομη επικοινωνία (η οποία θεωρείται το κατ’ εξοχήν μέτρο δημοκρατικότητας των κοινωνιών). Θεωρούμε επίσης θεμιτή την εξέταση των ιδιαιτεροτήτων της ειδικής εκείνης  μορφής εξουσίας που ασκείται από τους επικοινωνητές, καθώς και την διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους δημιουργούνται, τόσο οι κυρίαρχες επικοινωνιακές ελίτ, όσο και οι επικοινωνιακές αντιπολιτεύσεις. Τέλος, θεωρούμε χρήσιμη την εξέταση των  σχέσεων των επικοινωνιακών εξουσιών με τις άλλες μορφές εξουσίας (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική κ.α.). Φυσικά, εκτός από τα παραπάνω, ενδιαφέρουν οι επικοινωνιακές ιδιαιτερότητες του κάθε μέσου στο βαθμό που αυτές επηρεάζουν την κοινωνική του χρήση, καθώς και το κοινωνικό περιεχόμενο των μηνυμάτων είτε εκφράζεται ρητά είτε έμμεσα. 

Εν τέλει είναι οι επικοινωνιακές καινοτομίες που επηρεάζουν τις κοινωνίες ή οι κοινωνίες που καθοδηγούν τις επικοινωνιακές εξελίξεις;   

Είναι γεγονός, ότι ορισμένοι  μελετητές (όπως οι θεωρητικοί της σχολής του Τορόντο, στους οποίους θα αναφερθούμε συχνά στις επόμενες σελίδες), υποστήριξαν ρητά ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες διαμορφώθηκαν, στο πολιτισμικό, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, υπό την άμεση επιρροή των μεγάλων επικοινωνιακών τεχνικών (της γραφής, της τυπογραφίας, των ηλεκτρικών και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ). Σχετικά  είναι πασίγνωστη η εμφαντική διατύπωση του Marshal Mac Luan:  ¨το μέσο είναι το μήνυμα¨. Απαντώντας σε αυτούς τους ισχυρισμούς, άλλοι μελετητές έχουν διατυπώσει ενστάσεις[5] ή και έχουν υποστηρίξει την προτεραιότητα άλλων τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας ως κινητήριων παραγόντων για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Για να μην εμπλακούμε στην παρατεταμένη αυτή διαμάχη σχετικά με τους προέχοντες ή κινητήριους τομείς των κοινωνικών αλλαγών, σπεύδουμε να αποσαφηνίσουμε πώς το γεγονός ότι υιοθετούμε ένα σχήμα αφήγησης στο οποίο δίνεται προτεραιότητα στις επικοινωνιακές εξελίξεις, δεν σημαίνει ότι αποδίδουμε πρωταρχική, κινητήριο, αφετηριακή σημασία στις εξελίξεις αυτές. Αντίθετα, η εξελικτική πορεία των επικοινωνιακών τεχνολογιών είναι μία διαδικασία στην οποία, κατά τη γνώμη μας, ο κοινωνικός παράγοντας στο σύνολό του, οι συγκεκριμένοι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα, αλλά και οι συγκυρίες και το αναπόφευκτο στατιστικό τυχαίο, παίζουν το ρόλο τους. Από εκεί και πέρα είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα μέσα επικοινωνίας ασκούν κοινωνική επιρροή, ότι η επιρροή αυτή είναι δυνατό να αναχθεί σε μια σειρά παραγόντων που συμμετέχουν στην επικοινωνιακή διαδικασία και ότι οι παράγοντες αυτοί είναι εξακριβώσιμοι και αναλύσιμοι. Εκτός από το μέσο καθαυτό και τα ιδιαίτερα τεχνικά και επικοινωνιακά του χαρακτηριστικά, υπάρχουν οι εκάστοτε επικοινωνητές και επικοινωνούμενοι, κοινωνικές οντότητες και ομάδες που επιδέχονται κοινωνιολογική ανάλυση, στους οποίους και θα εστιάσουμε την προσοχή μας.  

Ποια είναι τα κομβικά σημεία στη διαχρονική θεώρηση των σχέσεων κοινωνίας-επικοινωνίας;

Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, υπάρχει πλήθος μελετών που διαπραγματεύονται το θέμα των σχέσεων ανάμεσα στη διάδοση νέων μέσων επικοινωνίας και τη  συνολική κοινωνική εξέλιξη[6]. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχει ένα ρεύμα επιστημόνων, μεταξύ των οποίων οι McLuhan, Ong, Innis, Havelock κ.α., που ξεκινώντας από την υπόθεση ότι τα μέσα επικοινωνίας επηρεάζουν όχι μόνο την γλώσσα και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων,  αλλά και τους εκάστοτε τρόπους της κοινωνικής τους οργάνωσης, υπήρξαν περισσότερο επιγραμματικοί στις αποφάνσεις τους σχετικά με την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική σημασία των επικοινωνιακών τεχνολογιών. Οι μελετητές αυτοί συμφωνούν ότι υπήρξαν  ορισμένες περίοδοι-τομές, κατά τις οποίες οι εξελίξεις στο χώρο των μέσων επικοινωνίας συνδυάστηκαν με επαναστατικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές. Μέχρι στιγμής απαριθμούνται τουλάχιστον τρεις τέτοιες ¨επικοινωνιακές επαναστάσεις¨: η χειρογραφική επανάσταση, η τυπογραφική ή Γουτεμβεργιανή επανάσταση και η επανάσταση των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών μέσων  επικοινωνίας. Σε αυτές θα μπορούσε ενδεχομένως να προστεθεί ακόμη μία, κατά πολύ προγενέστερη, ο επικοινωνιακός χαρακτήρας της οποίας, όμως, είχε βιολογικό υπόστρωμα. Πρόκειται για τις σωρευτικές μεταλλάξεις που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του Χόμο Σάπιενς Σάπιενς, τελειοποιώντας τις δυνατότητες του εγκεφάλου να απομνημονεύει και να χειρίζεται πληροφορίες, ενώ παράλληλα εξασφάλισαν στον άνθρωπο νέα, γλωσσικά,  εργαλεία έκφρασης. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’όψιν ότι, οι ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών δημιουργούν σε πολλούς την εντύπωση ότι η εποχή του διαδικτύου είναι δυνατό να αποτελέσει μια ακόμη διακριτή εποχή στη ιστορία της επικοινωνίας. Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις ζούμε ήδη την επαναστατική έναρξη μιας νέας επικοινωνιακής περιόδου. 

Σε ποιες περιόδους διαιρείται  η κοινωνική ιστορία της επικοινωνίας;

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, στην κοινωνική ιστορία των μέσων επικοινωνίας είναι δυνατό να διακριθούν οι ακόλουθες κύριες περίοδοι: α. Η περίοδος της προφορικότητας. Η περίοδος αυτή αρχίζει περίπου πριν πενήντα χιλιάδες χρόνια, όταν ο Χόμο Σάπιενς Σάπιενς, έχοντας αποκτήσει τη σημερινή εγκεφαλική δομή, αρχίζει να διαμορφώνει την  έναρθρη γλωσσική έκφραση  και διαρκεί έως την επινόηση και διάδοση των πρώτων μορφών γραφής. Κατά την εναρκτήρια αυτή εποχή της ανθρώπινης ύπαρξης, οι παλαιότερες άναρθρες, οσμητικές και νευματικές μορφές επικοινωνίας έχουν ήδη υποχωρήσει (χωρίς να έχουν εξαφανιστεί εντελώς), ενώ ο έναρθρος προφορικός λόγος γίνεται προοδευτικά το σχεδόν αποκλειστικό μέσο διανθρώπινης επικοινωνίας. Η περίοδος της αποκλειστικής ή πρωτογενούς προφορικότητας αντιστοιχεί στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους και  περιλαμβάνει τμήμα της παλαιολιθικής, της μεσολιθικής  και της νεολιθικής εποχή, καθώς και την αρχική φάση της περιόδου επεξεργασίας των μετάλλων. 

β. Η περίοδος της χειρογραφίας. Αρχίζει πριν έξι περίπου χιλιάδες χρόνια στα πρώτα άστεα, με την επινόηση και διάδοση σχετικά ολοκληρωμένων μορφών γραφής και διαρκεί έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα, όταν υλοποιούνται οι πρώτες τυπογραφικές μηχανές με κινητά στοιχεία. Η περίοδος της χειρογραφίας αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους πρώτους μεγάλους παραποτάμιους πολιτισμούς (του Νείλου, του Τίγρη και του Ευφράτη, του Ινδού και του Κίτρινου ποταμού), την κλασσική ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα και τον μεσαίωνα. Η χειρογραφία θα συνυπάρξει με προφορικούς τρόπους έκφρασης καθώς και με ένα νέο είδος προφορικότητας που θα βασίζεται σε γραπτά κείμενα (δευτερεύουσα προφορικότητα[7])

γ. Η περίοδος της τυπογραφίας. Εδώ διαθέτουμε μια συμβατική χρονολογία έναρξης, τουλάχιστον όσον αφορά τις εξελίξεις στη Δύση: το 1454, όταν ο Γουτεμβέργιος εκτυπώνει τα πρώτα τριακόσια αντίτυπα της Αγίας Γραφής στα λατινικά. (Οι Κινέζοι διαθέτουν από το 1450 ξύλινους κινητούς χαρακτήρες εκτύπωσης, ενώ το 1500 χρησιμοποιούν ήδη μεταλλικούς χαρακτήρες). Πολύ σύντομα,  το έντυπο κείμενο, ιδιαίτερα με τη μορφή της έντυπης περιοδικής έκδοσης μεγάλης κυκλοφορίας που ονομάσθηκε ¨Τύπος¨,  θα αποτελέσει το πρώτο μέσο μαζικής επικοινωνίας. Ο τυπωμένος λόγος θα είναι το   κυριότερο μέσο επικοινωνίας κατά τη διάρκεια των μεγάλων νεοτερικών επαναστάσεων. Η κυριαρχία του Τύπου δεν θα αμφισβητηθεί έως τις αρχές του 20ου αιώνα. 

δ. Η περίοδος των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Είναι η περίοδος που άρχισε με την επινόηση και τη διάδοση των ηλεκτρικών οπτικοαουστικών μέσων πριν περίπου έναν αιώνα και διαρκεί μέχρι τις μέρες μας. Πέρα όμως από αυτές τις γνωστές και κατά το μάλλον ή ήττον αποδεκτές κατηγοριοποιήσεις της κοινωνικής ιστορίας των μέσων, υπάρχουν ενδείξεις ότι βρίσκεται ήδη εν εξελίξει μια νέα σημαντική επικοινωνιακή περίοδος:

ε. Η σημερινή συγκυρία. Κατά την έναρξη του τελευταίου τέταρτου του 20ου αιώνα συντελείται στον χώρο της επικοινωνίας αυτό που ονομάστηκε σύγκλιση τριών εν εξελίξει επικοινωνιακών τομέων: των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και των οπτικοακουστικών (ραδιοτηλεοπτικών) μέσων [8]. Με αφετηρία μια σειρά τεχνολογικών εξελίξεων (αλλά και πολιτικών επιλογών που αντικατοπτρίζουν τους συσχετισμούς των κοινωνικών δυνάμεων της εποχής), έχουμε μια νέα παγκόσμια δικτύωση των τηλεπικοινωνιών, μια νέα σύνθεση μεταξύ των δικτύων αυτών και των νέων δυνατοτήτων της πληροφορικής και μια νέα διάρθρωση του οπτικοακουστικού τομέα που, συγκλίνοντας προς τους δύο πρώτους τομείς, συμβάλει στη δημιουργία ριζικών ανακατατάξεων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία νέων διαδικτυώσεων, νέων δυνατοτήτων αποθήκευσης, χειρισμού και διάδοσης των πληροφοριών σε πλανητική κλίμακα και εν τέλει ενός νέου συνολικού επικοινωνιακού σκηνικού με άμεσες όσο και έντονες επιπτώσεις στις οικονομικές, τις πολιτικές και τις πολιτισμικές δραστηριότητες των κοινωνιών. 

Ποιο είναι το βασικό σχήμα με το οποίο η προκείμενη εργασία προσεγγίζει τη διαχρονική θεώρηση των σχέσεων ανάμεσα στις επικοινωνιακές και τις κοινωνικές εξελίξεις

Για κάθε μία από τις περιόδους που ήδη αναφέρθηκαν θα εξετασθούν

α. Οι κοινωνικές συγκυρίες που ευνοούν την ανάπτυξη και   την καθιέρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά μέσου.

β. τα βασικά τεχνολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε κυρίαρχου μέσου

γ. Τα βασικά χαρακτηριστικά των ομάδων επικοινωνητών που δρουν είτε ως κυρίαρχοι είτε ως αντιπολιτευόμενοι,  οι σχέσεις μεταξύ επικοινωνητών και επικοινωνούμενων, καθώς και οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες επικοινωνητών και τις ομάδες που ασκούν άλλες μορφές εξουσίας.

Παράλληλα θα διατυπωθούν παρατηρήσεις και υποθέσεις προς περαιτέρω επαλήθευση, σχετικές με τον χειρισμό της φαντασιακής σφαίρας των κοινωνιών από την πλευρά των εκάστοτε επικοινωνητών, παρατηρήσεις πάνω στις αλλαγές που, ανά επικοινωνιακή περίοδο, συντελούνται στην αντίληψη του χώρου και του χρόνου και, τέλος, παρατηρήσεις σχετικές με τις αντίστοιχες χρονικές διακυμάνσεις του εκκρεμούς συλλογικότητα-ατομικότητα. 



[1]Η έννοια της ¨σύγκλισης¨ παρουσιάζεται εκτενώς από τη Σ. Καϊτατζή στο βιβλίο της ¨Η Επικράτεια των πληροφοριών¨, ιδιαίτερα στο τέταρτο κεφάλαιο. Βλ. Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ: «Η Επικράτεια των πληροφοριών», , Εκδ. .Κριτική, Αθήνα, 2003.

[2] Πρόκειται για τις γνωστές διατυπώσεις του Claude Lévi-Strauss. Βλέπεμεταξύάλλων:  «Les Structures élémentaires de la parenté», PUF, 1949, «Anthropologie structurale»,Plon, 1958,  «
La Pensée sauvage», Plon, 1962,
νέααναθεωρημένηέκδοση Mouton, 1967.

[3] Σχετικά με την ακριβή έννοια που αποδίδεται στο παρόν κείμενο στους όρους μοντερνισμός ή νεοτερισμός, μεταμοντερνισμός, καθώς και σε άλλους όρους, βλέπε το επόμενο κεφάλαιο, το οποίο είναι αφιερωμένο στις απαραίτητες εννοιολογικές διευκρινίσεις.

[4] Βλέπε στο επόμενο κεφάλαιο τις διευκρινίσεις σχετικά με τη χρήση των όρων επικοινωνία, επικοινωνητές, επικοινωνούμενοι.

[5] Όπως για παράδειγμα ο Joseph Needham, ο οποίος στο βιβλίο του  ¨
La Science chinoise et l’Occident ¨ (Seuil, Paris, 1973), υποστηρίζει ότι η αποτυχία της ανάπτυξης της τυπογραφίας στην Κίνα, οφείλεται σε μια σειρά ευρύτερων κοινωνικών αιτίων, όπως η απόρριψη του μερκαντιλισμού από την κινεζική κοινωνία (τα ονομάζει κοινωνικά αίτια), ο οργανικός υλισμός της κυρίαρχης φιλοσοφίας (πολιτισμικά αίτια) ή οι τρόποι οργάνωσης και αναπαραγωγής της γνώσης από την αυτοκρατορική γραφειοκρατία (διανοητικά αίτια). Ανάλογες και οι ενστάσεις του  R. Barthes, για τον οποίο, η ανάπτυξη της ρητορικής στην κλασική αρχαιότητα υπήρξε συνέπεια ειδικών κοινωνικών συνθηκών που ευνόησαν τη γέννησή της και εξασφάλισαν την επιτυχία της.

[6] Ακόμα και αν δε θελήσει κανείς να ανατρέξει ως τον Πλάτωνα (και τις επιφυλάξεις που διατυπώνει στον Φαίδρο σχετικά με τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η υιοθέτηση της γραφής στις νοητικές ικανότητες του ανθρώπου και κατά προέκταση στο κοινωνικό σύνολο), υπάρχει η πληθώρα συγγραμμάτων των, ¨κηνσόρων και θεραπόντων¨ που ασχολήθηκαν με τις (θετικές ή αρνητικές) επιπτώσεις των νεότερων μέσων μαζικής επικοινωνίας στην κοινωνική εξέλιξη. Σχετικά, είναι κλασικός ο απολογισμός που κάνει ήδη τη δεκαετία του ’60 ο Umberto Eco (Apocalittici e integrati Comunicazioni di massa e teorie della cultura di massa», Valentino Bompiani, Milano, 1964), καθώς και νεότεροι απολογισμοί όπως εκείνος των  Jay Blumer  και Michael Gurevitch. ¨Μεταβολή στα μέσα και κοινωνική μεταβολή: σύνδεσμοι και τομές¨ στο σε επιμέλεια  James Curran και Michael Gurevitch. «ΜΜΕ και κοινωνία»  εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001

[7] ¨Δευτερεύουσα προφορικότητα¨ αποκαλείται η προφορικότητα που συνυπάρχει με τη γραφή και στηρίζεται σε γραπτά υποβοηθήματα. Κλασσικό παράδειγμα η αρχαία ρητορική αλλά και (πιο πρόσφατα) ο ραδιοφωνικός λόγος .

[8] Βλ. Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ «Η Επικράτεια των πληροφοριών», οπ.π.

Βασίλης Νόττας: απόσπασμα από την (υπό δημοσίευση)  μελέτη  ¨Από το Βωμό και τον Άμβωνα, στην Οθόνη¨.

 

Β.  Εννοιολογικές διευκρινίσεις και επιλογές θεωρητικών προσεγγίσεων

Σε μια περίοδο ¨στροφής με ιλιγγιώδη ταχύτητα¨, όπως μερικοί χαρακτηρίζουν τη σημερινή φάση της ανθρώπινης ιστορίας, ή υπό ¨καθεστώς επικοινωνιακής καταιγίδας¨, όπως μερικοί άλλοι περιγράφουν τη σημερινή επικοινωνιακή κατάσταση, είναι φυσικό οι όροι να φθείρονται, να χάνουν σαφήνεια και νόημα ή και να αποκτούν νέες σημασίες.

Γι’ αυτό  θεωρούμε απαραίτητες μερικές εισαγωγικές διευκρινίσεις, όπου γίνεται προσπάθεια να περιγραφεί η έννοια που αποδίδεται στο παρόν κείμενο, σε ορισμένους (γνωστούς κατά τα άλλα) όρους, καθώς και να αποσαφηνιστεί η οπτική γωνία υπό την οποία αντιμετωπίζονται εδώ ορισμένα αμφιλεγόμενα σημεία της επικοινωνιακής θεωρίας.

Επίσης, η μελέτη της διαχρονικής παρουσίας και δράσης των κοινωνικών επικοινωνητών σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια συνεπάγεται ευθύς εξ αρχής τη χρήση όρων όπως ¨αρχαϊκότητα¨, ¨νεοτερισμός¨ και ¨μετανεοτερισμός¨, όροι που κατ’ αρχήν χαρακτηρίζουν μεγάλες περιόδους πολιτισμικής παραγωγής, αλλά για το επακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία των μελετητών. Θεωρήσαμε λοιπόν χρήσιμο να συμπεριλάβουμε ορισμένες επεξηγήσεις για την έννοια που τους αποδίδουμε στη παρούσα μελέτη.

1. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου ¨Επικοινωνία¨

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν για ¨επικοινωνία¨.  Η κοινή έννοια του όρου εμπλέκεται συνήθως με διαπιστώσεις σχετικές με την έλλειψη αλληλεγγύης και την μοναξιά που χαρακτηρίζει το σύγχρονο τρόπο ζωής. Με αυτή την έννοια ¨επικοινωνία¨ είναι αυτό που λείπει, κάτι που συνήθως δε διαφέρει από την, χαμένη πια, κοινωνικότητα του παρελθόντος.  Σύμφωνα πάλι με ορισμένους στοχαστές, καλλιτέχνες ή φιλοσόφους, η επικοινωνία θα μπορούσε να οριστεί ως ένα σπάνιο, ευχάριστο, φευγαλέο συναίσθημα που αποκομίζουμε όταν μοιραζόμαστε κάτι με τους άλλους.

Ωστόσο, η εμφάνιση νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών  κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οδήγησε στην ανάγκη υιοθέτησης ορισμών που να περιέχουν μετρήσιμα μεγέθη. Έτσι, από τις επικοινωνιακές έρευνες του 20ου αιώνα προέκυψαν οι διαδικαστικοί ορισμοί της επικοινωνίας.

Στο παρόν κείμενο υιοθετείται ένας από τους ορισμούς αυτούς, ίσως ο απλούστερος, σύμφωνα με τον οποίο επικοινωνία είναι η αποστολή μηνυμάτων με σκοπό την πρόκληση μιας απάντησης [1]. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, για να εκδηλωθεί ένα οποιοδήποτε επικοινωνιακό φαινόμενο είναι απαραίτητος κάποιος (ή κάποιοι) που θα πάρει την επικοινωνιακή πρωτοβουλία, ένα μήνυμα (σύνολο πληροφοριών) προς μετάδοση και ένα μέσο που θα μεταφέρει τις πληροφορίες που εκπέμπονται. Προβλέπεται επίσης η εν δυνάμει παρουσία κάποιου ή κάποιων παραληπτών του μηνύματος, στους οποίους ο αποστολέας απευθύνεται και οι οποίοι πρέπει να θεωρούνται  υπαρκτοί, τουλάχιστον για αυτόν που εκπέμπει το μήνυμα[2].

Με αφετηρία αυτόν τον στοιχειώδη διαδικαστικό ορισμό θα διευρύνουμε τις παρατηρήσεις μας στον χώρο της κοινωνικής διαχρονικής επικοινωνίας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψιν την παρατήρηση του RégisDebray, ότι η μετάδοση ή μεταφορά των πληροφοριών στον χρόνο, δεν συμπίπτει απολύτως με την επικοινωνία ή μεταφορά των πληροφοριών στον χώρο, αν και στην πράξη οι δύο αυτές μεταφορές συνδυάζονται μεταξύ τους[3].

2. Διευκρινίσεις για τη χρήση των όρων ¨επικοινωνητές¨, ¨επικοινωνούμενοι¨

Ο όρος ¨επικοινωνητής¨ εισάγεται στην εξειδικευμένη ορολογία ως συνώνυμο ενός από τους παράγοντες του στοιχειώδους επικοινωνιακού σχήματος (αποστολέας- μήνυμα – μέσο -παραλήπτης), όπως αυτό προκύπτει από τον διαδικαστικό ορισμό της επικοινωνίας: του αποστολέα. Είναι μία από τις λέξεις, ίσως η πιο γενική, που χρησιμοποιείται ενίοτε προκειμένου να αποκληθεί αυτός που παίρνει την επικοινωνιακή πρωτοβουλία και αποστέλλει μηνύματα επιδιώκοντας την απάντηση των παραληπτών.

Στο παρόν κείμενο ο όρος χρησιμοποιείται με αναφορά, όχι στη διαπροσωπική, αλλά στη γενικότερη κοινωνική κλίμακα. Ως επικοινωνητές νοούνται τα μέλη των κοινωνικών ομάδων που, στα πλαίσια του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων,  έχουν επιφορτισθεί με την άσκηση λειτουργιών κοινωνικής επικοινωνίας.

Στις σημερινές κοινωνίες, τα καθήκοντα των επικοινωνητών θα μπορούσαν να περιγραφούν ως εξής[4]:

– αναλαμβάνουν την ανεύρεση, συλλογή, διαφύλαξη και διακίνηση πληροφοριών αρθρωμένων σε ειδήσεις, απόψεις, σχόλια (λειτουργία πληροφόρησης)

– ασχολούνται με την παροχή του κατάλληλου πληροφοριακού και γνωστικού υπόβαθρου, ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο (λειτουργία κοινωνικοποίησης)

– υπενθυμίζουν τους άμεσους, αλλά και τους απώτερους στόχους (ιδεώδη) τους οποίους κάθε κοινωνία πιστεύει ότι εξυπηρετεί (λειτουργία αιτιολόγησης)

– συμβάλλουν στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επί μέρους οντοτήτων, ρευμάτων και τάσεων που σχηματίζονται στο εσωτερικό των κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε να διευκολύνεται η λήψη αποφάσεων πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, χωρίς να δημιουργούνται συνθήκες ρήξης και διάσπασης της ομάδας (λειτουργία συζήτησης και διαλόγου)

– αποθησαυρίζουν τη γνώση, την επεξεργάζονται και την αναπαράγουν προς όφελος των νέων γενεών (ερευνητική, εκπαιδευτική, μορφωτική λειτουργία)

– αναδεικνύουν τον πολιτισμό και τις τέχνες που παράγονται από το κοινωνικό σύνολο (πολιτισμική λειτουργία, καθορισμός πολιτισμικής ταυτότητας)

– ψυχαγωγούν και διασκεδάζουν δημιουργώντας και διαδίδοντας σημεία (σύμβολα, εικόνες)  που συμβάλλουν στην αναψυχή και την καλλιτεχνική απόλαυση των μελών της κοινωνίας, μέσω των τεχνών, του αθλητισμού ή των παιχνιδιών (λειτουργία ψυχαγωγίας)- εκτός από την αντιμετώπιση (με επικοινωνιακούς τρόπους) των εσωτερικών αντιθέσεων, (συνοχή, ενσωμάτωση) συμμετέχουν στη διαμόρφωση της εικόνας των άλλων ομάδων  και των ¨άλλων¨ γενικότερα.

Η σφαίρα από την οποία αντλούνται τα βασικά επιχειρήματα (η πειθώς) των επικοινωνητών, σήμερα όπως και στο παρελθόν, μπορεί να είναι, τόσο η αποκαλούμενη «ορθολογική σφαίρα» των ¨αναφορικών¨ διατυπώσεων[5], όσο και η φαντασιακή σφαίρα των λειτουργικών μύθων (παραδοσιακές πίστεις, μοντέρνες ουτοπίες, μεταμοντέρνοι ¨εικονισμοί¨).

Επίσης θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ακριβώς όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις διοικητικές λειτουργίες ή με τις λειτουργίες που σχετίζονται με την άμυνα της ομάδας, οι επικοινωνιακές λειτουργίες , θεσμοθετούμενες, αποκτούν εξουσιαστική διάσταση. Έχει κατά συνέπεια ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς συγχρονικά, αλλά και (είναι η περίπτωση της παρούσας εργασίας) διαχρονικά, το πώς ασκείται αυτή η εξουσία. Θα πρέπει δηλαδή να διερευνηθούν οι σχέσεις επικοινωνητών – επικοινωνούμενων, οι τρόποι με τους οποίους νομιμοποιείται κάθε φορά η ασκούμενη επικοινωνιακή εξουσία, οι ποικίλες σχέσεις (σύμπλευσης, ανταγωνισμού, ρήξης), μεταξύ των κατόχων της εξουσίας αυτής και των ομάδων που κάθε φορά κατέχουν και διαχειρίζονται άλλες μορφές εξουσίας, όπως η αμιγώς πολιτική, η οικονομική, η στρατιωτική κλπ..

Εκτός αυτών, είναι σημαντικές οι εντάσεις, οι ρήξεις ή οι συμμαχίες μεταξύ των διαφόρων εκφάνσεων και φορέων αυτής της ίδιας της επικοινωνιακής εξουσίας, δεδομένου ότι κάθε ¨διαφορά τάσης¨ στο κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο, αλλά και κάθε νέα επικοινωνιακή τεχνολογία,  δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση νέων,  ιδιαίτερων επικοινωνιακών ρευμάτων και ομαδοποιήσεων, που ενδεχομένως συνυπάρχουν είτε συνεργαζόμενες είτε ανταγωνιζόμενες.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένες ομάδες επικοινωνητών, η ενδελεχέστερη μελέτη των οποίων θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την καλύτερη κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας της επικοινωνίας

Περίοδος προφορικότητας: μάγοι, σαμάνοι, μάντεις, ιερείς

Περίοδος χειρογραφίας (και δευτερογενούς προφορικότητας): ιερείς, ιεροκήρυκες, γραφείς, λογιστές, δάσκαλοι, ραψωδοί, μανδαρίνοι (Κίνα)

υποπερίοδος ελληνικής εξαίρεσης και πρώιμου ελληνικού-ρωμαϊκού  νεοτερισμού: φιλόσοφοι, πρώιμοι διαφωτιστές, σοφιστές, ρήτορες, θεατρικοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, ιστορικοί, επιστήμονες

υποπερίοδος μέσων αιώνων (δυτική Ευρώπη): ιερείς, προφήτες, μοναχοί, αντιγραφείς, αιρεσιάρχες και αιρετικοί κήρυκες, αλχημιστές

Περίοδος τυπογραφίας:  καλλιτέχνες, επιστήμονες, διαμαρτυρόμενοι αιρεσιάρχες και αιρετικοί κήρυκες, στελέχη της καθολικής αντιμεταρρύθμισης (Ιησουίτες κ.α.), συγγραφείς, καθηγητές, διαφωτιστές, εγκυκλοπαιδιστές,  σοσιαλιστές ουτοπιστές, πολιτικοί διαμορφωτές,  διανοούμενοι των ποικίλων κλάδων (ρευμάτων, κινημάτων, ¨ιδεολογιών¨ του μοντερνισμού), δημοσιογράφοι.

Περίοδος μέσων μαζικής επικοινωνίας:

α. πριν την σύγκλιση: Άνθρωποι του κινηματογράφου, του ραδιόφωνου, της τηλεόρασης, διαφημιστές, στελέχη των δημοσίων σχέσεων

β μετά τη σύγκλιση: διαδικτυακοί επικοινωνητές, επαγγελματίες επικοινωνιολόγοι, διαφημιστές, μεταμοντέρνοι διανοητές, χειριστές της εικονικής πραγματικότητας, νέοι εικονολάτρες, χάκερς.

Οι επικοινωνούμενοι.  Στο παρόν κείμενο ¨επικοινωνούμενοι¨ θεωρούνται τα μέλη των κοινωνικών ομάδων στα οποία απευθύνονται τα μηνύματα των επικοινωνητών, τα μέλη των ομάδων που προσλαμβάνουν τα μηνύματα αυτά, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται κατ’ ανάγκην στους επικοινωνιακούς στόχους των επικοινωνητών, καθώς και τα μέλη των μεταγενέστερων κοινωνιών που προσλαμβάνουν τα μεταδοθέντα μηνύματα με διαφορά χρόνου και κατά κανόνα μέσα σε μια διαφορετική ¨πολιτισμική οικολογία[6]¨.

3. Διευκρινίσεις για τη χρήση των όρων ¨φαντασιακό¨, ¨φαντασιακή σφαίρα¨ των κοινωνιών

Όπως είναι γνωστό, ένας από τους πρώτους διανοητές που διέκρινε έναν δυισμό  στο περιβάλλον από το οποίο αντλείται η γνώση για τα όντα και τον κόσμο, υπήρξε ο Πλάτων. Με τη διαφορά ότι στον Πλάτωνα, σε σχέση με τις αντιλήψεις που θα επικρατήσουν στο μέλλον, οι χώροι είναι αντεστραμμένοι: είναι το περιβάλλον που ανταποκρίνεται και ενεργοποιεί τις αισθήσεις εκείνο που προκαλεί τις λανθασμένες εντυπώσεις, ενώ υπάρχει κάποιο άλλο, πιο έγκυρο, προσιτό μέσω του βαθύτερου στοχασμού,  που μπορεί να δώσει πληροφορίες για τον πραγματικό κόσμο. Για τον Πλάτωνα ο κόσμος που δημιουργείται από τις ανιχνεύσεις και τις διαπιστώσεις των αισθήσεων είναι μη ορθός/ορθολογικός, (φαντασιακός θα έλεγαν κάποιοι σήμερα), ένας κόσμος που θα μπορούσε να μοιάζει με το πρόγραμμα Μάτριξ της γνωστής κινηματογραφικής ταινίας. Πιθανώς δεν είναι τυχαίο ούτε ότι ο Πλάτων ζει σε μια εποχή διαφοροποιήσεων της επικοινωνιακής τεχνολογίας[7], ούτε ότι την εποχή αυτή ο πρώιμος ελληνικός νεοτερισμός[8] δείχνει τα πρώτα σημάδια κρίσης, καθώς στο χώρο της σοφιστικής αναδεικνύονται ήδη τα ίχνη ενός, εξ ίσου πρώιμου, ¨μεταμοντέρνου σχετικισμού¨, που ωθεί τους πρώτους -κατά τα άλλα ορθολογιστές- φιλοσόφους σε ιδεαλιστικές άμυνες. Γεγονός είναι, ότι η ύπαρξη αφενός μιας σφαίρας από όπου είναι δυνατό να αντληθούν τα αληθή και αφετέρου μιας σφαίρας από όπου είναι δυνατό να αντληθούν ψευδείς εντυπώσεις για τον κόσμο, απασχολεί ευθύς εξ αρχής τη δυτική σκέψη.

Πέρα από τις πολλές και διαφορετικές φιλοσοφικές εντρυφήσεις που θα ακολουθήσουν, τόσο από τον πρώιμο, όσο και από τον μεταμεσαιωνικό μοντερνισμό (η θεοκρατική σκέψη θα χειριστεί τη φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών με αποτελεσματικά δογματικό τρόπο σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα) και πέρα από τις επιχειρησιακές προσπάθειες εμβολισμού της φαντασιακής σφαίρας από προσεγγίσεις όπως η ψυχαναλυτική, ο προβληματισμός σχετικά με τις κοινωνικές επιπτώσεις του φαντασιακού θα επανέλθει στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, με τη διάδοση των θεωριών του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ο Καστοριάδης αρχικά περιγράφει το ¨φαντασιακό¨ ως ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των καταπιεστικών αρχουσών τάξεων και ως ένα στοιχείο που διαιωνίζει την ¨ετερονομία¨ και την εξάρτηση. Οι εξουσιαζόμενοι δεν αντιδρούν στην εκμετάλλευση επειδή έχουν πειστεί (μέσω των κατάλληλων χειρισμών της ¨μαγματικής¨ σφαίρας του θεσμοποιημένου φαντασιακού από την πλευρά των εξουσιαστών), ότι η  καταπίεση έχει μεταφυσική, μη αποδείξιμη αλλά υπαρκτή, αφετηρία, άρα είναι μοιραία και μόνιμη.

Ο ίδιος ο Καστοριάδης όμως, πείθεται στη συνέχεια ότι ο κατάλληλος χειρισμός της φαντασιακής σφαίρας είναι απαραίτητος προκειμένου να παραχθούν όχι μόνο εξουσιαστικές ετερονομίες αλλά και κοινωνικά επωφελή αποτελέσματα.

«Το ζητούμενο», γράφει στο ¨LaMontéedelinsignifiance¨ το  1996«είναι η δημιουργία ενός νέου φαντασιακού, Κάτι τέτοιο είναι σήμερα τόσο σπουδαίο όσο δεν ήταν ποτέ στο παρελθόν. Μια δημιουργία που θα θέτει στο επίκεντρο της ανθρώπινης ζωής νοήματα διαφορετικά από εκείνα της επέκτασης, της παραγωγής και της κατανάλωσης και  που θα θέτει διαφορετικούς στόχους  ζωής, οι οποίοι θα πρέπει να μπορούν να αναγνωριστούν από τα ανθρώπινα όντα ως χρήσιμοι (…) Αυτή είναι μια τεράστια δυσκολία που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να φανταστούμε μια κοινωνία όπου οι οικονομικές αξίες θα πάψουν να είναι κεντρικές (ή μοναδικές), όπου η οικονομία θα περιοριστεί στον ρόλο της, του απλού εργαλείου της ανθρώπινης ζωής και δε θα θεωρείται πια ως τελικός σκοπός: μια κοινωνία όπου θα απαρνηθούμε αυτήν την τρελή πορεία  προς τη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης. Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο όχι μόνο για να αποφύγουμε την οριστική καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος, αλλά και για να ξεφύγουμε από τη ψυχική και ηθική μιζέρια της σύγχρονης ανθρωπότητας[9]».

Στο παρόν κείμενο η φαντασιακή σφαίρα προσεγγίζεται ως ένα από τα κύρια αντικείμενα (και, συμφωνώντας με τον Καστοριάδη, εκείνο με τις εντονότερες εξουσιαστικές παρενέργειες) της δραστηριότητας των ποικίλων ομάδων επικοινωνητών. Καθώς οι επικοινωνητές αναλαμβάνουν ευθύς εξ αρχής την ¨επαφή¨ των ανθρώπινων κοινωνιών με το ¨άγνωστο¨, προκειμένου να αρθρώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις θα χρησιμοποιήσουν πρώτα τη φαντασία (την εγκεφαλική δραστηριότητα που επιτρέπει την προβολή στο μέλλον και την οικειοποίησή του) και στη συνέχεια τη “λογική επεξεργασία” (που βασίζεται στο συσχετισμό μεταξύ των ήδη παρατηρημένων κανονικοτήτων προκειμένου να προβλεφθούν οι μελλοντικές καταστάσεις). Επομένως, δεν πρέπει να εκπλήττει ότι στην ιστορία της επικοινωνίας θα εμφανιστεί πρώτα ο επικοινωνητής-μάγος (κυρίως ως χειριστής της φαντασιακής σφαίρας, αλλά όχι μόνο) και πολύ αργότερα ο ορθολογικός του απόγονος, ο επιστήμονας.

4. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Αρχαϊκότητα

Ό όρος ¨αρχαϊκότητα¨ χρησιμοποιείται συνήθως προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι περίοδοι της ιστορίας που προηγείται των κλασικών πολιτισμών και ιδιαίτερα του ελληνικού και του ρωμαϊκού. Έτσι γίνεται συχνά λόγος για την αρχαϊκή και την κλασική Ελλάδα, ή για την αρχαϊκή και την κλασική Ρώμη. Εμείς θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο και με αναφορά στη μεσαιωνική περίοδο, και γενικότερα σε κάθε περίπτωση όπου θα εμφανίζονται κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές καταστάσεις χαρακτηρισμένες από την παραμέληση της ορθολογικής σκέψης και τον περιορισμό της διερεύνησης της πραγματικότητας σε δογματικά υπερφυσικά πλαίσια. Καταστάσεις που συνήθως συνοδεύονται από έντονους και (εν τοις πράγμασι) αποτελεσματικούς χειρισμούς του συλλογικού φαντασιακού από θεσμοποιημένες ομάδες επικοινωνητών με ιερατικές αρμοδιότητες. Σημειώνουμε ότι, εάν οι συγκυρίες το επιτρέψουν ή οι συλλογικές ανάγκες το απαιτήσουν, μορφές αρχαϊκών αντιλήψεων επιβιώνουν ή και αναβιώνουν σε περιόδους όπου κυριαρχούν άλλου τύπου πολιτισμικές εκδοχές και κοσμοθεωρήσεις.

5. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Μοντερνισμός ή Νεοτερισμός

Η πρόσφατα διαδεδομένη και όχι ακόμη πλήρως αποσαφηνισμένη χρήση του όρου ¨μεταμοντερνισμός¨ (και ο συσχετισμός του με τις πρόσφατες επικοινωνιακές εξελίξεις) επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διευκρινίσεων για τον όρο-αφετηρία ¨μοντερνισμός¨ ή ¨νεοτερισμός¨

Στο παρόν κείμενο, ως μοντερνισμός νοείται το πολιτισμικό και πολιτικό ρεύμα που πρωτοεκδηλώνεται στη δυτική Ευρώπη ήδη κατά τον όψιμο μεσαίωνα και την Αναγέννηση και το οποίο, αν και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα μπήκε σε οξεία κρίση, εξακολουθεί να υφίσταται ως τις μέρες μας, σε ρητή ή υποβόσκουσα αντιπαράθεση με τον επελαύνοντα μεταμοντερνισμό. Στο κείμενο γίνεται επίσης αναφορά στον πρώιμο νεοτερισμό της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας.

Ο νεότερος μοντερνισμός θεωρείται συνδεδεμένος με την διάδοση της τεχνολογίας της τυπογραφίας, και επιβιώνει, όχι χωρίς κάποια προβλήματα, κατά την περίοδο των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Ο πρώιμος αρχαιοελληνικός μοντερνισμός εκδηλώνεται την εποχή της γραφής και της δευτερεύουσας προφορικότητας, αλλά  η εναρκτήρια και περισσότερο δημιουργική του εμφάνιση γίνεται μόνο σε κοινωνίες που είναι μεν αρκετά αυτόνομες ώστε να μπορούν να επιλέξουν το πολίτευμα τους, αλλά  και αρκετά περιορισμένες πληθυσμιακά ώστε τα υπάρχοντα μέσα επικοινωνίας να μπορούν να εγγυηθούν την απαραίτητη για το εγχείρημα πληροφόρηση.

Ο μοντερνισμός ή νεοτερισμός χαρακτηρίζεται κυρίως από την εμπιστοσύνη στις ικανότητες του ανθρώπου και την αισιοδοξία για το μέλλον του. Ο μοντερνισμός υιοθετεί και αναδεικνύει την ορθολογική προσέγγιση στην διερεύνηση της πραγματικότητας και αντιπαρατίθεται στις προγενέστερες αρχαϊκές μορφές κοινωνικής οργάνωσης που στηρίζονται συνήθως στις ανορθολογικές προεκτάσεις των  (αναπόφευκτων) μεταφυσικών προβληματισμών των κοινωνιών και των ατόμων.

Ιστορικά, ο μοντερνισμός δημιουργείται από τα ανερχόμενα στρώματα των πόλεων (αστικά), αλλά σ’ αυτόν είναι δυνατό να ενταχθούν ποικίλα πολιτιστικά και πολιτικά ρεύματα που υιοθετούν διαφορετικές μεταξύ τους προτεραιότητες σχετικά με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και τις προτεινόμενες μορφές πολιτειακής οργάνωσης. Επομένως, εκτός από τις διάφορες μορφές πολιτικής δημοκρατίας που εστιάζονται στις αρχές της ισονομίας και της πολιτικής ελευθερίας, στον μοντερνισμό εντάσσονται και τα κινήματα που πρόταξαν την κοινωνική-οικονομική ισότητα (σοσιαλιστικά) καθώς και εκείνα που (παρά τα ρομαντικά-ανορθολογικά στοιχεία που περιέχουν) πρόταξαν τις εθνικιστικές μορφές κοινωνικής συνοχής. (Εξ άλλου η έννοια του έθνους είναι ένα κατεξοχήν νεοτερικό δημιούργημα, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την χειραφέτηση των μέσων τάξεων από τις μεσαιωνικές -θεοκρατικές ή και κοσμικές- αυτοκρατορίες).

Σύμφωνα με ορισμένες προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν το πολιτειακό κριτήριο, η μοντέρνα περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας αρχίζει την περίοδο κατά την οποία τα αστικά στρώματα καταλαμβάνουν αυτοτελώς την πολιτική εξουσία, οπότε και θεσμοποιούνται οι νεοτερικές πολιτειακές καινοτομίες. Κατά συνέπεια η έναρξη του πολιτειακού μοντερνισμού συμπίπτει με τις μεγάλες αστικο-δημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα (γαλλική, αμερικανική). Όμως ο μοντερνισμός ως πολιτιστικό κίνημα, ως πολιτική κατεύθυνση (που αντιπολιτεύεται ή απλά επηρεάζει την ισχύουσα μορφή εξουσίας)  και ως σύνθετο πολυδύναμο ιδεολογικό ρεύμα, είναι κατά πολύ προγενέστερος. Πέρα από τα νεοτερικά ρεύματα του ουμανισμού, του διαφωτισμού ή του εγκυκλοπαιδισμού, που δημιούργησαν μια σειρά παρένθετων φιλοαστικών ηγεμονιών  και προετοίμασαν την γαλλική επανάσταση και πέρα από τις βαθμιαίες ανανεώσεις της αγγλικής πολιτικής ζωής, οι μοντέρνες αντιλήψεις αποκτούν εμφανή επιρροή στις μικρές ανεξάρτητες δημοκρατίες της Ιταλίας και των Κάτω Χωρών, ήδη από την περίοδο της πρώιμης Αναγέννησης. Άλλωστε αυτή καθαυτή η Αναγέννηση, έστω και αν εκδηλώνεται κυρίως με καλλιτεχνικούς και σπάνια με αμιγώς πολιτικούς «μακιαβελικούς» κώδικες,  δεν είναι άλλο παρά η θεαματική και ενθουσιώδης επαναφορά του ανθρώπου στο προσκήνιο του κοινωνικού ενδιαφέροντος και η αναζήτηση νέων ορθολογισμών.

Όμως, αν μιλάμε για επαναφορά του ανθρωποκεντρισμού και αν χρησιμοποιούμε τον όρο Αναγέννηση, είναι ακριβώς επειδή υπάρχει ένα τουλάχιστον ένδοξο ιστορικό προηγούμενο: Ο πρώιμος μοντερνισμός της αρχαιοελληνικής περιόδου. Πρόκειται και εδώ για ένα πολιτιστικό και πολιτικό ρεύμα που αναπτύσσεται ύστερα από μια σειρά κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων και σχετίζεται με τη άνοδο νέων κοινωνικών ομάδων (εμπορικών, βιοτεχνικών) που διεκδικούν πρώτα το λόγο και μετά την εξουσία. Ο λόγος των ανερχόμενων αυτών στρωμάτων θα είναι επικοινωνιακά καινοτόμος. Η ισχυροποίηση των νέων τάξεων συνοδεύεται από ιδεολογικοπολιτική (φιλοσοφική) ζύμωση που, σε αντιπαράθεση με τα παλιά ιερατεία[10], φέρνει για πρώτη φορά στο ιστορικό προσκήνιο ένα ανθρωποκεντρικό σύμπαν.

Αυτός ο πρώιμος μοντερνισμός, ο οποίος κατόρθωσε να κατοχυρωθεί πολιτειακά με την επινόηση της δημοκρατίας (αλλά και με τη βοήθεια ενδιάμεσων αναδιανεμητικών «σοσιαλιζουσών» τυραννιών), θα υποκύψει τελικά υπό τη διαβρωτική επιρροή μιας σειράς εγγενών προβλημάτων (μεταξύ των οποίων η δουλοκτησία, που δεν δίνει κίνητρα για την ανάπτυξη της τεχνολογίας[11]), αλλά και άλλων ιστορικών συγκυριών.  Ο πρώιμος ελληνικός μοντερνισμός μαζί με την διοικητική ρωμαϊκή του εκδοχή, θα ανασυρθεί από το παρελθόν και θα μετατραπεί από τους νεότερους μοντέρνους επικοινωνητές σε ιδεολογικό και πολιτικό «παράδειγμα», γεμίζοντας την Ευρώπη με μετώπες και κίονες και εγκαθιδρύοντας το πρώτο και ένα από τα ισχυρότερα διανοητικά-καλλιτεχνικά παρακλάδια του μοντερνισμού, που, (παρά την φαινομενική αντίφαση όρων) αποκλήθηκε ¨κλασικισμός¨.

5α. Οι επικοινωνητές του μοντερνισμού

Οι ομάδες των επικοινωνητών που κατά καιρούς (και κατά τόπους) στήριξαν τον μοντερνισμό είναι πολλές. Σε μια πρώτη προσέγγιση θα μπορούσαμε να διακρίνουμε α) τους επικοινωνητές που βρέθηκαν σε άμεση σχέση με την εξουσία διεκδικώντας την ή ασκώντας την εκ του σύνεγγυς (ελίτ διανοουμένων, γνωστοί συγγραφείς, δημοσιογράφοι του έντυπου τύπου, γνωστοί καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί, κομματικά στελέχη υπεύθυνα για τα ιδεολογικά ή επικοινωνιακά ή πολιτισμικά θέματα κ.α.) και β) τους πολλούς «μικρότερους» και πλέον άσημους σκεπτόμενους και ομιλούντες πολίτες, οι οποίοι συμμετέχουν στην πολιτισμική, πολιτική και κοινωνική ζωή από χαμηλότερες βαθμίδες. Πρόκειται για εκείνους που αποκλήθηκαν ¨διανοούμενοι του καφενείου¨ και των οποίων η σφαίρα επιρροής περιορίζεται στα πλαίσια των τοπικών πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης (οι αποκληθέντες και ¨μικροί διανοούμενοι¨).

Θα μπορούσαμε επίσης να κατατάξουμε τους επικοινωνητές του νεοτερισμού:

α) στις ομάδες επικοινωνητών που στήριξαν το μοντερνισμό στη φάση της ανόδου του (αναγεννησιακοί διανοητές και καλλιτέχνες, ουτοπικοί σοσιαλιστές, έντυποι δημοσιογράφοι, ομάδες  διανοητών που προετοίμασαν την γαλλική και άλλες αντίστοιχες αστικές επαναστάσεις, προεπαναστατικοί κομματικοί θεωρητικοί και  ινστρούχτορες των σοσιαλιστικών επαναστάσεων κ. ά.)

β) στις ομάδες που  διαμορφώθηκαν όταν ο μοντερνισμός αποτέλεσε την κυρίαρχη πολιτιστική τάση και δημιουργήθηκαν οι διάφορες επί μέρους μορφές των μοντέρνων καθεστώτων (ακαδημαϊκοί, καθηγητές, διανοούμενοι των αστικών καθεστώτων, ιδεολογική και πολιτισμική νομενκλατούρα των σοσιαλιστικών κρατών του 20ου αι.  κ.α.)

γ) στις ομάδες που αντιπολιτεύτηκαν τις ποικίλες μορφές της μοντέρνας εξουσίας, χωρίς όμως να απαρνιούνται τις βασικές αρχές και αξίες του μοντερνισμού (οι ποικίλες ομάδες διαμαρτυρόμενων πολιτικο-καλλιτεχνικών ρευμάτων στις αστικές δημοκρατίες, ορισμένες από τις ομάδες των αντιφρονούντων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, κ.α.)

δ) Θα είχε επίσης ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς εκείνες τις ομάδες επικοινωνητών που, αν και ανήκουν σε διαφορετικά πολιτισμικά συστήματα, συμμάχησαν με τους μοντέρνους επικοινωνητές όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν ή το επέβαλαν (όπως για παράδειγμα οι διαμαρτυρόμενοι κατά της καθολικής εκκλησίας μεταρρυθμιστές, οι οποίοι εξ αντικειμένου συνέπλευσαν με ορισμένους από τους μοντερνιστές της πρώτης περιόδου ή ορισμένες οργανώσεις της καθολικής αντιμεταρρύθμισης, οι οποίοι επίσης συνέπλευσαν κατά διαστήματα με άλλα νεοτερικά ρεύματα).

5β. Ο φαντασιακός χώρος του μοντερνισμού

Οι επικοινωνητές –χειριστές της φαντασιακής σφαίρας του μοντερνισμού συνέβαλαν με ποικίλους τρόπους στη δημιουργία των κοινωνικών αξιών που θεωρήθηκαν λειτουργικές για τη στήριξη των εκάστοτε εκδοχών του νεοτερικού κινήματος. Πράγματι, υπάρχουν αξιομνημόνευτες διαφορές ανάμεσα στις αξίες που προωθούνται από τους επικοινωνητές του πρώτου μαχόμενου αναγεννησιακού μοντερνισμού (που θα αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τον εμπορικό καπιταλισμό) και εκείνες που θα προωθηθούν από τους επικοινωνητές του μοντέρνου κινήματος την εποχή της κυριαρχίας του βιομηχανικού, του καταναλωτικού, του κρατικού ή του χρηματιστηριακού καπιταλισμού.

Η εμφάνιση του πρώτου ¨εμπορικού¨ μοντερνισμού, συμπίπτει με τις γεωγραφικές «ανακαλύψεις», την εδαφική επέκταση της ευρωπαϊκής δύσης και τη θεμελίωση των πρώτων ιμπεριαλιστικών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Είναι η εποχή που συμπίπτει με την ανάπτυξη στην Ευρώπη εκείνου του ενθουσιώδους ρεύματος ορθολογικής αυτοπεποίθησης και καλλιτεχνικής δημιουργίας που θα πάρει το όνομα ¨αναγέννηση¨ .  Η περίοδος αυτή προωθεί τις «αναγεννησιακές» αξίες της πολυπραγμοσύνης και της σφαιρικής προσέγγισης, της περιέργειας και της περιπέτειας, της αποδοχής των νέων ιδεών και της ευαισθησίας απέναντι στους καλλιτεχνικούς κώδικες, (οι οποίοι εξάλλου μπορούν να πουν έμμεσα, όσα αδυνατεί να εκφράσει ρητά η αδιαμόρφωτη ακόμη ιδεολογία)  Πρόκειται για την εποχή που -εξωραϊσμένη- θα χαρακτηριστεί ως εποχή του «είναι».

Ο χειρισμός του φαντασιακού κατά την περίοδο του βιομηχανικού μοντερνισμού θα πλαισιώσει τις περιόδους των βιομηχανικών επαναστάσεων με επαινετικά πορτρέτα του Χόμο Φάμπερ, θα εξυμνήσει την δημιουργική εξειδίκευση και, καθώς η βιομηχανική έκρηξη απαιτεί τη διαθεσιμότητα όλο και μεγαλύτερων κεφαλαίων, θα προωθήσει αρχικά αξίες, όπως εκείνη της αποταμίευσης και της αυστηρής διαβίωσης[12]. Οι αρχές της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης θα χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών που θα δώσουν αποφασιστικά κτυπήματα στις (ακόμη πολύ ισχυρές) αρχαϊκές επιβιώσεις. Παράλληλα αρχίζουν να συντάσσονται και να διαδίδονται οι (κατά κανόνα σοσιαλιστικές)  ουτοπίες, οι οποίες υπόσχονται τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνικών για τη θεμελίωση δικαιότερων κοινωνιών.

Η δεύτερη φάση της βιομηχανικής περιόδου, θα χαρακτηρισθεί, αντίθετα, από την εγκαθίδρυση ενός συστήματος βασισμένου στην κατανάλωση των βιομηχανικών προϊόντων και όχι τόσο στην καθέκαστα  αποταμίευση κεφαλαίων από τους πολίτες. Και στις δύο φάσεις κοινωνικά έγκριτος αναδεικνύεται ο κάτοχος: χρήματος στην πρώτη περίπτωση, καταναλωτικών αγαθών στην δεύτερη. Είναι η εποχή που, όσον αφορά στην κοινωνική αναγνώριση, ο χειρισμός του φαντασιακού παραπέμπει προς το θρίαμβο του ρήματος «έχειν».

Η πρόσφατη περίοδος της κυριαρχίας του χρηματιστηριακού καπιταλισμού ( η περίφημη εποχή του «φαίνεσθαι») συμπίπτει με την εμφάνιση μιας εντονότατης εσωτερικής κρίσης του μοντερνισμού. Έχει  μεσολαβήσει η άνοδος και η φθορά ενός (θεωρητικά προσωρινού) κρατικού καπιταλισμού, που επιβλήθηκε στο όνομα των εργαζομένων, επαγγέλθηκε την ουσιαστική ισότητα και  παρέμεινε στην εξουσία εν αναμονή εκείνου του παραγωγικού πλεονάσματος που θα επέτρεπε την εγκαθίδρυση ενός γνήσιου καθεστώτος κοινοκτημοσύνης.

Δεδομένου ότι ο σοσιαλισμός, όχι μόνο ως θεωρητική διατύπωση, αλλά και ως υπαρκτό καθεστώς, είχε προβληθεί ως η εν τοις πράγμασι απάντηση στα τρωτά σημεία του έως τότε μοντερνισμού, ήταν αναμενόμενο η κατάρρευση της σοβιετικής εκδοχής, καθώς και η βαθμιαία αποδοχή από τον κινεζικό υπαρκτό σοσιαλισμό των νόμων της (διεθνούς) αγοράς, να βάλει σε κρίση πολλά, όχι μόνο από τα σοσιαλιστικά αλλά και ορισμένα από τα ευρύτερα μοντέρνα ιδεολογικά προτάγματα, που έως τότε δεν έμπαιναν καν σε συζήτηση.

Αδιαμφισβήτητα, η άσκηση εξουσίας στο όνομα των διάφορων νεοτερικών προταγμάτων (αστικοδημοκρατικών, σοσιαλιστικών κ.α.) αποτελεί συνήθως τον πρώτο λόγο για τον οποίο οι υποστηρικτικές φαντασιακές ουτοπίες, αναμετρούμενες με την πραγματικότητα, τραυματίζονται και δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το συνολικό σύστημα. Ωστόσο, πέρα από τη γραφειοκρατικοποίηση[13] των μοντέρνων καθεστώτων, και την παράλληλη πολυδιάσπαση σε ανταγωνιστικούς κλάδους, ο μοντερνισμός είχε να αντιμετωπίσει πολλά άλλα προβλήματα μεταξύ των οποίων η εμφάνιση των οικολογικών ορίων της παραγωγικότητάς του. Το γεγονός ότι, παράλληλα, υπήρξε μια βαθμιαία ταύτιση του νεοτερικού ορθολογισμού με οικονομίστικες αρχές και προτεραιότητες, συνέβαλε στην αποφασιστική αποδυνάμωση των νεοτερικών ουτοπιών και στη δημιουργία ενός εδάφους κατάλληλου για την εμφάνιση κάθε είδους σχετικισμού. Αν λάβει επίσης κανείς υπ’ όψιν ότι ο μοντέρνος ορθολογισμός δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τη σχέση του με την έννοια του τυχαίου, μπορεί ίσως να κατανοήσει την πρόσφατη επιτυχία  μιας  μετα-μοντέρνας εκδοχής, που, μέσα σε μια γενικότερη αίσθηση αποσπασματικότητας και απώλειας νοήματος, αντί να επιλύσει αποδέχεται και  νομιμοποιεί το αδιέξοδο.

6. Διευκρινίσεις για τη χρήση του όρου Μεταμοντερνισμός

Στην παρούσα εργασία ο μεταμοντερνισμός δεν είναι η (μοιραία ή μη) κατάληξη ενός φθίνοντος μοντερνισμού[14], αλλά ο κυριότερος νέος εχθρός του.

Όπως είναι γνωστό, ο όρος «μεταμοντέρνο κίνημα»  πρωτοπαρουσιάζεται στην Ευρώπη (κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία) και χρησιμοποιείται καταρχήν στην Αρχιτεκτονική τέχνη ως διεκδίκηση ελευθερίας χειρισμού του χώρου, απέναντι σε έναν κατεστημένο, πλην όμως φθαρμένο μοντερνισμό, του οποίου οι επαναστατικές, «λειτουργικές» εμπνεύσεις (βλ. Μπαουχάουζ) είχαν πλέον καταλήξει σε κακέκτυπα,  άχαρα κατασκευάσματα, τύπου ¨ελληνική πολυκατοικία¨ ή σε δημιουργήματα παρεξηγήσιμου συμβολισμού, όπως τα κτίρια  Λε Κορμπιζιανής έμπνευσης στη Μπραζίλια [15]. Ο αρχιτεκτονικός μεταμοντερνισμός διεκδίκησε ελευθερία έκφρασης και αρχικά αναζήτησε τρόπους φαντασιακού εμπλουτισμού του κατασκευασμένου χώρου με κτίσματα κυρίως ρομαντικού τύπου, άρα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς  ότι η επαναστατικότητά του αφορούσε σε ενδο-νεοτερικές έριδες, όπως παλιότερα είχε συμβεί με το Μπαρόκ, το Ροκοκό ή τις νεογοτθικές ρομαντικές τάσεις που συνόδευσαν την ανάπτυξη των εθνοτήτων στη δυτική Ευρώπη. Όμως, σε μια δεύτερη φάση, διείσδυσαν και στην αρχιτεκτονική εκδοχή οι αποδομητικές θεωρίες που τη συντόνισαν με τον γενικότερο μεταμοντερνισμό, καθώς και με τις έννοιες του σχετικισμού και της εικονολατρίας, στις οποίες ήδη παρέπεμπε ο μεταμοντερνισμός στην κοινωνική και την ευρύτερη πολιτισμική γραμματεία.

Στο πλαίσιο των επιστημών του ανθρώπου, ο όρος «μεταμοντερνισμός» χρησιμοποιείται πλέον για να καταδειχθεί το πολιτισμικό ρεύμα που συγκεκριμενοποιείται στα τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο της μεγάλης κρίσης του μοντερνισμού. Ο μεταμοντερνισμός, αντλώντας επιχειρήματα από την θεαματική ενίσχυση της οπτικής εικονογραφικής  επικοινωνίας, την κρίση των μεγάλων μοντέρνων αφηγήσεων, την άνοδο της ιδιωτικότητας και του ατομικισμού  στην οικονομία και την κοινωνία, αλλά και απολυτοποιώντας τις προεκτάσεις κάποιων  διαπιστώσεων της κβαντικής φυσικής[16], καταλήγει σε έναν (παρά την προφανή αντίφαση των όρων) ¨απόλυτο¨ γνωστικό και ηθικό σχετικισμό. Έτσι, καταλήγει στο να συμπαρατάσσεται, αιτιολογεί και εξαγιάζει μια σειρά νέων προταγμάτων και μια «νέα τάξη πραγμάτων», όπου κυριαρχούν στη, μεν οικονομία  νεοφιλελεύθερες αντικρατικές και αντικοινοτικές αντιλήψεις, στη δε πολιτική, η αυτοκρατορική διευθέτηση της παγκοσμιότητας, συνήθως υπό το ψευδώνυμο «παγκοσμιοποίηση». Είναι ακριβώς ο συνδυασμός και η συνεργία  αυτών των τριών ρευμάτων (που εκδηλώνονται περίπου ταυτόχρονα και σε αντιστοιχία με τη σύγκλιση των επικοινωνιακών εξελίξεων στους χώρους των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και των οπτικοακουστικών μέσων), του πολιτισμικού ακραίου σχετικισμού, του οικονομικού ακραίου ιδιωτισμού και της μετατροπής των δυνατοτήτων για (επωφελή) παγκοσμιότητα σε μια αυτοκρατορική παγκοσμιοποίηση, που μας ωθεί στο να προσλάβουμε τον μεταμοντερνισμό όχι απλά σαν ακόμη μία φάση  του μοντερνισμού αλλά σαν κάτι αυτοτελές, νέο και μη συμβατό με τον ιστορικά διαμορφωμένο και εν μέρει ακόμη αμυνόμενο νεοτερισμό.

6α. Οι επικοινωνητές του μεταμοντερνισμού

Σε συνάρτηση με τον ορισμό του μεταμοντερνισμού που υιοθετείται στο παρόν κείμενο, το «ιερατείο» του μεταμοντερνισμού δεν μπορεί παρά να αποτελείται από ανθρώπους της ιδιωτικής επαγγελματικής επικοινωνίας και της πολιτισμικής βιομηχανίας (διαφημιστές, επικοινωνιολόγους, δημοσιοσχετίστες, ανθρώπους των ΜΜΕ, χειριστές της εικονικής πραγματικότητας, ραδιοτηλεοπτικές persone, ¨δημοσκόπους¨ χειριστές της κοινής γνώμης), καθώς και από θεωρητικούς και πολιτικούς  υπερασπιστές της εκ των άνω καθοριζόμενης μεταψυχροπολεμικής «νέας τάξης πραγμάτων»[17].

Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέραμε, γύρω από τους όρους και το ακριβές τους περιεχόμενο υπάρχει σύγχυση, είναι ακόμη πολύ πιθανό να συναντήσει κανείς σήμερα  επικοινωνητές, όπως για παράδειγμα ο Γάλλος Serge Latouche[18] οι οποίοι δηλώνουν μεταμοντέρνοι ακριβώς επειδή αντιτίθενται στην άκρα εμπορευματοποίηση, στον άγριο, ανεξέλεγκτο καπιταλισμό ή στην παγκοσμιοποίηση, φαινόμενα τα οποία όμως, οι διανοητές αυτοί, θεωρούν ως ακραίες εκδηλώσεις του ίδιου του μοντερνισμού.

Ανάμεσα στα νέα ρεύματα που δημιουργήθηκαν μαζί με τις νέες επικοινωνίες, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και φαινόμενα όπως ο περίφημος Luther Blissett, ο οποίος όμως, σε αντίθεση με τη μεταμοντέρνα νοοτροπία, μάχεται για την επίτευξη νέων μορφών κοινωνικότητας. Ωστόσο, ο Luther Blissett διαθέτει μια μεταμοντέρνα διάσταση και αυτή είναι το ότι … δεν υπάρχει.  Πρόκειται για ένα συλλογικό όνομα για όσους (χάκερς και άλλους) μάχονται στο διαδίκτυο για την κατάργηση του copyright και, παράλληλα, για τη δημιουργία (στη θέση του ατόμου) ενός νέου ¨συν-ατόμου¨ και  μιας νέας ¨συνατομικότητας¨.

6β.  Ο φαντασιακός χώρος του μεταμοντερνισμού

Ακριβώς όπως ο φαντασιακός χώρος του Μεσαίωνα στηρίχτηκε στην τεχνολογία της γραφής, στους γραπτούς θρησκευτικούς μύθους και τον χειρισμό τους από το επικοινωνιακό ιερατείο της εποχής και ακριβώς όπως ο φαντασιακός χώρος του μοντερνισμού στηρίχτηκε στην αρωγή της τεχνολογίας του τυπωμένου λόγου και το χειρισμό του από τους διανοούμενους της νεοτερικής ιντελιγκέντσιας, ο φαντασιακός χώρος τον οποίο χειρίζονται οι μεταμοντέρνοι επικοινωνητές συγκεκριμενοποιείται και αυτή τη φορά με τη βοήθεια της επικοινωνιακής τεχνολογίας.

Ωστόσο, σήμερα, η επικοινωνιακή τεχνολογία είναι σε θέση όχι μόνο να χειραγωγεί πλήρως την εικόνα και τον ήχο, (και να διαδίδει τους νέους μύθους μέσω των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας), αλλά και να επαγγέλλεται τη δημιουργία υποκατάστατων προσλαμβανουσών παραστάσεων που να άπτονται όλων των αισθήσεων, έτσι ώστε να συγκροτείται μια (ορατή, ακουστική, εν δυνάμει οσφρητική, γευστική, απτική, κλπ) εικονική πραγματικότητα. Ο μεταμοντερνισμός είναι σε θέση  να χειρίζεται έναν ολόκληρο εικονικό (φαντασιακό)  κόσμο και να επαγγέλλεται, μια νέου τύπου ου-τοπία με επιπτώσεις που δεν είναι ακόμη δυνατό να προβλεφθούν με ακρίβεια.

Βασίλης Νόττας


[1] Αναφέρουμε εδώ έναν από τους πιο συνθετικούς διαδικαστικούς ορισμούς της επικοινωνίας, όπως διατυπώθηκε από τον J. L. Aranguren στο Sociologiadelacomunicacion. Ιταλική έκδοση:  Sociologiadellacomunicazione,  Ilsaggiatore, Milano, 1967.

[2] Θεωρώντας την ύπαρξη των παραληπτών όχι αντικειμενικά, χειροπιαστά και αποδείξιμα απαραίτητη, αλλά απαραίτητη μόνο ως προς τον αποστολέα (αυτός θα πρέπει να πιστεύει στην ύπαρξή τους), μπορεί να συμπεριλάβει κανείς στην επικοινωνιακή ανάλυση φαινόμενα όπως για παράδειγμα την προσευχή, όπου είναι δύσκολο να αναλύσεις τον παραλήπτη (θεότητα) με τον τρόπο που θα ανέλυες μια οποιαδήποτε άλλη μη μεταφυσική οντότητα, πλην όμως η παρουσία του και οι απαντήσεις του θεωρούνται απόλυτα υπαρκτές για τον επικοινωνούντα πιστό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πλήθος απολύτως πραγματικών ατομικών και κοινωνικών επιπτώσεων.

[3] Σύμφωνα με τον Γάλλο μελετητή η μετάδοση των πληροφοριών στο χρόνο αποτελεί ένα από τα διακριτικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Εάν ο άνθρωπος είναι το ζώο που διαθέτει ιστορία, σημειώνει  ο Debray, τότε η μη βιολογική, η τεχνητή μετάδοση των αποκτημένων χαρακτηριστικών είναι το άλλο όνομα της ανθρώπινης κουλτούρας. Για τον Debray, συγχρονικές επικοινωνιακές δυνατότητες διαθέτουν και τα ζώα και οι μηχανές, όμως για τη διαχρονική επικοινωνία (ή ¨μετάδοση¨, όπως την ονομάζει) είναι ικανός μόνο ο άνθρωπος.Régis Debray ¨Cours de médiologie générale¨ Ελλ. έκδοση: Η επιστήμη της επικοινωνίας. Ιδέες γενικής μεσολογίας. Νέα σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1991.

[4] Για μία ενδελεχέστερη παρουσίαση των λειτουργιών της κοινωνικής επικοινωνίας βλ. την έκθεση που συνέταξε ο Sean MacBride για λογαριασμό της Unesco το 1980. Communication et société aujourd’hui et demain . Vois multiples un seul monde. Rapport de la commission internationale d‘ étude des problèmes de la communication. Ιταλική έκδοση: Comunicazione e società oggi e domani Εκδόσεις RAI, Torino 1982

[5] Στην επικοινωνιακή ορολογία ¨αναφορικά¨ είναι τα μηνύματα που θεωρούνται ως αληθή είτε γιατί προκύπτουν από τις άμεσες εμπειρίες μας είτε γιατί δηλώνονται ως  αξιώματα είτε, τέλος, γιατί είναι δυνατό να αποδειχτούν, πάντοτε  μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς.

[6] Ο όρος ¨πολιτισμική οικολογία¨ χρησιμοποιείται από τον Régis Debray    όταν αυτός περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες, τα νέα μέσα, συμβάλλουν στη δημιουργία νέων πολιτισμικών (οικο)συστημάτων και νέων τρόπων ανάγνωσης των διατυπωμένων (στο παρελθόν) μηνυμάτων. Βλ. Régis Debray  ¨Manifestes mediologiques¨, Edition Gallimard, Paris, 1990

[7] Σχετικά με τις ενστάσεις του Πλάτωνα κατά της γραφής όπως εκφράζονται στο ¨Φαίδρο¨, θα αναφερθούμε αναλυτικά στη συνέχεια.

[8] Βλέπε στις επόμενες παραγράφους διευκρινίσεις, τόσο για τον πρώιμο και τον μεταμεσαιωνικό ¨μοντερνισμό¨, όσο και για τη χρήση του όρου ¨μεταμοντερνισμός¨.

[9] Cornélius Castoriadis, «La Montée de l’insignifiance» στο, Les Carrefours du labyrinthe ΙV, Seuil, Paris, 1996

[10] Αντιπαράθεση πολύ μικρότερης έντασης  από την σύγκρουση που εκδηλώθηκε ανάμεσα στην καθολική εκκλησία και τους μοντέρνους διανοητές κατά τους μεταμεσαιωνικούς  χρόνους,  μια που ο εστιασμένος στην πόλη αρχαϊκός πολυθεϊσμός, δεν επέτρεπε τη δημιουργία ισχυρής συγκεντρωτικής εκκλησιαστικής οργάνωσης.

[11] Ο Αριστοτέλης θεωρεί τους δούλους ως τις καλύτερες μηχανές.

[12]  Σε αυτή την περίοδο ο μοντερνισμός θα έχει την (φαινομενικά μόνον παράδοξη, όπως απέδειξε ο Weber κυρίως το έργο του ¨προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού¨ Γαλλ. έκδ. Pion, Paris, 1964) συνεπικουρία των διαμαρτυρόμενων εκκλησιαστικών μεταρρυθμιστών, που, διαφοροποιούμενοι από την ορθόδοξη-καθολική παράδοση, θα  συμβάλουν στη δημιουργία ενός φαντασιακού συμβατού με τον αναπτυσσόμενο καπιταλισμό.

[13] Εδώ ο όρος ¨Γραφειοκρατικοποίηση¨  χρησιμοποιείται με την κοινωνιολογική έννοια, δηλαδή ως η σειρά των παρενεργειών που παρουσιάζεται όταν τα μέλη του διοικούντος μηχανισμού μιας κοινωνικής ομάδας, αρχίζουν να θεωρούν δευτερεύουσα την επίτευξη των στόχων που αρχικά έχει θέσει η ομάδα (για τη υλοποίηση του οποίου υποτίθεται ότι συστήθηκαν) και σημαντικότερο το να εξακολουθήσουν να δρέπουν τα προνόμια που συνεπάγεται η ηγετική τους θέση.

[14] Όπως ισχυρίζονται διάφοροι σύγχρονοι αναλυτές, όπως για παράδειγμα ο A. Giddens, για τον οποίο η νεοτερικότητα αρχίζει μετά τον 17ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τη μορφή μιας ¨υψηλής νεοτερικότητας¨. Βλ. Antony Giddens ¨Οι συνέπειες της νεοτερικότητας¨, Κριτική, Αθήνα 2001.

[15] Βλέπε τις παρατηρήσεις για την τελείως διαφορετική, σε σχέση με την αναμενόμενη, αποκωδικοποίηση της νέας πρωτεύουσας της Βραζιλίας από τους τελικούς αποδέκτες –κατοίκους, όπως την περιγράφει ο Umberto Eco στο ¨La struttura assente¨, Bompiani, Milano, 1968, σελ.246-250.

[16] Οι κβαντικές αρχές, όπως για παράδειγμα εκείνες της απροσδιοριστίας ή του στατιστικού σύμπαντος, ήταν φυσικό να κλονίσουν τους ντετερμινισμούς και τις απολυτότητες που κυριαρχούσαν σε ορισμένες εκδοχές του μοντέρνου φαντασιακού και, σε συνδυασμό με την εξαπλούμενη ατομικότητα και ιδιωτικότητα, να δώσουν λαβή για την ανάπτυξη διάφορων σχετικισμών.

[17] Πολλοί από τους οποίους προέρχονται από τα επικοινωνιακά επιτελεία του κρατικού καπιταλισμού, οι οποίοι μετακόμισαν στον πολιτικό μεταμοντερνισμό μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και προσαρμόστηκαν σχετικά εύκολα στις παγκοσμιοποιητικές παραμέτρους, ίσως λόγω του ¨διεθνιστικού¨ τους παρελθόντος.

[18] Περιγράφοντας τον μεταμοντερνισμό δεοντολογικά,  όπως ο ίδιος θα τον ήθελε, ο Serge Latouche γράφει: «Ένας τέτοιος μεταμοντερνισμός  δε μπορεί παρά να στοχεύει στην επανένταξη της τεχνικής και της οικονομίας στην κοινωνία. Δεν πρόκειται για την κατάργηση ή τον αποκλεισμό των αγορών, αλλά για την περιχάραξη της επεκτατικότητας της Αγοράς, παλεύοντας ενάντια στην υπερβολική της επιρροή, Θα πρέπει να αναδυθεί μια νέα κουλτούρα, που να περιλαμβάνει την αναγέννηση της πολιτικής, μια νέα σχέση με το περιβάλλον, μια νέα ηθική. Θα είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας, όχι ο καρπός ενός τεχνοκρατικού εθελοντισμού, είτε λαϊκίστικου, είτε εθνικιστικού, είτε θεοκρατικού, είτε αυτοαποκαλούμενου της δεξιάς είτε της αριστεράς, είτε αντιδραστικού είτε προοδευτικού. Serge Latouche: ¨Décoloniser l’imaginaire¨, Paris, Parangon 2003.

(Κάντε κλικ στον πίνακα για να μεγεθυνθεί)

Ο πίνακας και τα περιγραφόμενα θέματα

[1] .  Ο Μάρκος Φάβιος Κουιντιλιανός ήταν Ρωμαίος διοικητικός και δικαστικός λειτουργός που έδρασε τον 1ο αιώνα μ. Χ.. Είναι εκείνος που πρώτος διατύπωσε μια σημαντική επιγραμματική οδηγία που αφορούσε στην διερεύνηση ασαφών δικανικών περιπτώσεων (παραβίασης του ρωμαϊκού δικαίου). Είπε λοιπόν, ότι για να διερευνηθούν αποτελεσματικά τα συμβάντα και να αποκατασταθεί η αλήθεια και ο νόμος, θα πρέπει να απαντηθούν ορισμένα επί μέρους ερωτήματα: Quis, quid, ubi, quibus auxiliis, cur, quomodo, quando  (ποιος, έπραξε τι, πού, με ποιο μέσο, γιατί, πώς, πότε;). (De institutione oratoria, γαλλική μετάφραση από τον Jean Cousin, εκδόσεις Les Belles Lettres, Paris 1975-1980). Αυτή η φράση προσαρμοσμένη στις ανάγκες της επικοινωνιακής έρευνας επαναλήφθηκε από τον Αμερικανό μελετητή Λάσγουελ στα μισά του 20ου αιώνα, προκειμένου να χρησιμέψει ως κατευθυντήρια οδηγία για τη μελέτη των επικοινωνιακών φαινομένων (ποιος, λέει τι, σε ποιον, με ποιο μέσο και με ποιο αποτέλεσμα). Στην ρήση (αν προσθέσει κανείς και τη μελέτη του ¨πλαισίου¨ μέσα στο οποίο διεξάγεται η επικοινωνία) ενυπάρχουν όλοι οι βασικοί παράγοντες η μελέτη των οποίων μπορεί να βοηθήσει στην πληρέστερη κατανόηση της επικοινωνιακής πράξης: ο αποστολέας, το μήνυμα, ο παραλήπτης, το μέσο και (στο βαθμό που υπάρχει επαρκής αποστασιοποίηση και μπορεί να παρατηρηθεί) το αποτέλεσμα.

Με τη δέουσα μεταφορά από την διαπροσωπική στην κοινωνική κλίμακα (κοινωνικοί επικοινωνητές, μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου, προσλαμβάνουσες –τα μηνύματα- κοινωνικές ομάδες, εκάστοτε κυρίαρχα μέσα, κοινωνικές επιπτώσεις), θεωρούμε ότι  μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε επωφελώς τους Κουιντιλιανό/Λάσγουελ στη διαχρονική μελέτη της κοινωνικής επικοινωνίας.  Στον παρόντα πίνακα γίνεται προσπάθεια παραπέρα εντοπισμού και εξακρίβωσης, ανά ιστορική περίοδο, ορισμένων από τους προαναφερθέντες παράγοντες, κυρίως των ¨κοινωνικών επικοινωνητών¨, οι οποίοι θεωρούνται εδώ σε συνάρτηση με τα εκάστοτε κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας και τις κάθε φορά επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές καταστάσεις. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στον τρόπο με τον οποίο οι επικοινωνητές χειρίζονται διαχρονικά τη φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών.

[2] Γεωγραφικό πλαίσιο αναφοράς. Στον πίνακα γίνεται προσπάθεια περιγραφής των επικοινωνιακών και κοινωνικών εξελίξεων στον λεγόμενο ¨δυτικό κόσμο¨. Δε γίνεται αναφορά στα συμβάντα σε άλλες σημαντικές περιοχές όπως η Άπω Ανατολή, η προκολομβιανή Αμερική κ.α.

[3] Οι ιστορικές περίοδοι. Ο χωρισμός του ιστορικού συνεχούς σε διακριτές περιόδους είναι μία συμβατική διαδικασία, χρήσιμη ωστόσο για την καλύτερη κατανόηση της πορείας επιμέρους φαινομένων. Ακόμη και όταν τα κριτήρια για την επιχειρούμενη διαίρεση είναι κοινά, είναι σύνηθες να διαφέρει η ακριβής οριοθέτηση των περιόδων μεταξύ των διαφόρων μελετητών, ιστορικών σχολών ή ρευμάτων. Η προκείμενη διαίρεση σε περιόδους είναι προϊόν επιλογής υπαγορευμένης από τη προσπάθεια ανάδειξης της αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνικών και επικοινωνιακών παραγόντων.

[4] Πολιτισμικές περίοδοι Χρησιμοποιούνται τρεις μόνο βασικές έννοιες: Αρχαϊκότητα, νεοτερισμός (μοντερνισμός) και μετανεοτερισμός (μεταμοντερνισμός).

Αρχαϊκότητα. Ο όρος Αρχαϊκότητα δεν χρησιμοποιείται εδώ για να καταδείξει τους προκλασικούς (αρχαίους) πολιτισμούς, αλλά παραπέμπει σε κάθε πολιτισμική περίοδο (ή ομάδα) όπου οι απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα και η λύση των βασικών ανθρώπινων προβλημάτων συνδέεται με τη βούληση και τη δράση υπερφυσικών οντοτήτων (θεών και δαιμόνων). Με αυτή την έννοια η αρχαϊκότητα όχι μόνο κυριάρχησε (και) στον (μετακλασικό) μεσαίωνα, αλλά αναβιώνει και λειτουργεί κάθε φορά που γίνεται αισθητή η ανάγκη απαντήσεων, έστω μη αποδείξιμων, πλην όμως ικανών να δημιουργούν επεξηγηματικές, παρηγορητικές ή συνεκτικές κοινωνικές επιπτώσεις.

Νεοτερισμός. Το πολιτιστικό ρεύμα που βάζει στο κέντρο της προσοχής τον άνθρωπο και δείχνει πλήρη εμπιστοσύνη στις ορθολογικές και γνωστικές του ικανότητες. Κατά τη διάρκεια της γενικότερης αρχαϊκής περιόδου παρουσιάζεται μια ορατή πολιτισμική (και κοινωνικοπολιτική) διαφοροποίηση στο μεσογειακό χώρο, την οποία επισημαίνουμε ως Πρώιμο Ελληνορωμαϊκό Νεοτερισμό. Στο παρόν κείμενο, ως ενδεικτικό σημείο έναρξης του κυρίως νεοτερισμού θεωρείται η (μεταβατική) περίοδος της Αναγέννησης και όχι η περίοδος των νεοτερικών πολιτικών επαναστάσεων ούτε η περίοδος της συνταγματικής κατοχύρωσης των νεοτερικών προταγμάτων.

Μετανεοτερισμός. Γίνεται αποδεκτό ότι υπάρχει (εν εξελίξει) ένα νέο διακριτό πολιτισμικό ρεύμα, το οποίο αν και προσδιορίζεται με χρονική αντιδιαστολή (ως ¨μετά¨ σε σχέση με τον νεοτερισμό), είναι επιδεκτικό αυτόνομης μελέτης όχι μόνο γιατί διαθέτει μία σειρά ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών αλλά και λόγω των καινοφανών κοινωνικών καταστάσεων που το συνοδεύουν. Ίχνη που παραπέμπουν στις συνιστώσες αυτού του ρεύματος βρίσκουμε και στο παρελθόν, σε περιόδους κρίσης. Βασικά χαρακτηριστικά: η υποχώρηση έως μηδενισμού της εμπιστοσύνης είτε στη θεία παρεμβατικότητα (αρχαϊκότητα) είτε στον ανθρώπινο ορθολογισμό (πρώιμος και κυρίως νεοτερισμός), η αμυντική συσπείρωση στη σφαίρα του ¨ορατού¨ και της εικόνας (της οποίας η σχέση με τη πραγματικότητα γίνεται δευτερεύον θέμα), η πολεμική κατά του μοντερνισμού των μεγάλων αφηγήσεων (έστω κι αν η πολεμική στρέφεται συχνά στις εκμοντερνισμένες επιβιώσεις του αρχαϊσμού-πιο εύκολος αντίπαλος), ο σχετικισμός, ο πραγματισμός, ο ατομικισμός που υπερβαίνει το κλασικό άτομο για να διεισδύσει στο υλικό σώμα. Συνοδεύεται από την (σχεδόν ανθρωπολογικής τάξης) μετατροπή των κλασικών καπιταλιστών σε Ιδιώτες, οι οποίοι σε αντίθεση με τους καθηγέτες της προηγούμενης μορφής οικονομικής εξουσίας, χειραφετούνται από το κράτος. Το κλασικό νεοτερικό εθνικό κράτος μπαίνει στο στόχαστρο, γιατί οι βασικές ιδιότητές του, που το καθιστούσαν απαραίτητο σε κάθε μορφής εξουσία (διοικητικός μηχανισμός για την εκτέλεση έργων υποδομής και ταυτόχρονα μόνος τρόπος -μαζί με την εκμοντερνισμένη και ενταγμένη στο κράτος εκκλησία- επικοινωνιακής καθοδήγησης της κοινωνίας), μπορεί τώρα να αντικατασταθεί από ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ιδιόκτητα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ιστορικά η εμφάνιση του μετανεοτερισμού ως συμπαγές ρεύμα με διακριτό επικοινωνιακό ιεραρχείο συμπίπτει με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και με την εμφάνιση νέων μορφών οικονομίας.

[5] Περίοδοι της Ιστορίας της Επικοινωνίας. Πρόκειται για τον κλασικό χωρισμό σε περιόδους, με άξονα την εκάστοτε κυρίαρχη επικοινωνιακή τεχνολογία, που διατυπώθηκε από τη Σχολή του Τορόντο (Ογκ, Ιννις, Μακ Λούαν κα): Προφορικότητα, Χειρογραφία, Τυπογραφία, Ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά μέσα, στον οποίο έχουμε προσθέσει την υπόθεση για την έναρξη, στο τέλος του 20ου αι., μιας νέας περιόδου με βασικό χαρακτηριστικό και τις διαδραστικές επικοινωνιακές δυνατότητες των υπολογιστών (Διαδίκτυο).

[6] Επικοινωνητές: Λιγότερο ή περισσότερο θεσμοποιημένες ομάδες που ασκούν τις αναγκαίες κάθε φορά λειτουργίες της κοινωνικής επικοινωνίας, όπως: Παραγωγή και αναπαραγωγή γνώσης (και κοινωνικά λειτουργικών απαντήσεων, βλέπε σημείωση 8), Διαπαιδαγώγηση (φροντίδα για την μετάδοση της σωρευμένης γνώσης στις επόμενες γενιές), Κοινωνικοποίηση (παροχή των αναγκαίων πληροφοριών προκειμένου τα άτομα να ενταχθούν στις επιμέρους κοινωνικές ομάδες και στο κοινωνικό σύνολο),  Ψυχαγωγία (διάδοση μηνυμάτων με ψυχαγωγικό και διασκεδαστικό περιεχόμενο, τέχνες, παιχνίδι) , Αιτιολόγηση (υπενθύμιση των άμεσων και απώτερων στόχων/αρχών της ομάδας, αποφυγή ¨γραφειοκρατικών¨ σκληρύνσεων και  παθολογιών), Πληροφόρηση (συλλογή, επεξεργασία διάδοση ειδήσεων), Ταυτότητα (φροντίδα για τη διάδοση των μηνυμάτων που είναι απαραίτητα στα άτομα, τις ομάδες, τα έθνη έτσι ώστε να γνωρίσουν  ¨εαυτόν και αλλήλους¨). Είναι ενδεχόμενο σε κάθε ιστορική περίοδο να υπάρχει εντονότερη κοινωνική αναγνώριση για κάποιες από αυτές τις λειτουργίες ή και να προστίθενται άλλες (συμβολή στον διάλογο και διοργάνωση συζητήσεων, διατήρηση και προβολή πολιτισμικού πλούτου, κ.α.). Βασικές μορφές επικοινωνητών: μάγος, ιερέας, διανοούμενος, χειριστής ¨εικόνων/ειδώλων¨.

[7] Κυρίαρχοι επικοινωνητές. Οι επικοινωνιακές ομάδες που έχουν το πάνω χέρι σε κάθε ιστορική περίοδο. Ενδιαφέρει ο τρόπος που ασκούν την επικοινωνιακή εξουσία, οι σχέσεις τους με τις λοιπές ομάδες επικοινωνητών με τους οποίους συνυπάρχουν, καθώς  και οι σχέσεις τους με τις ομάδες που διαχειρίζονται άλλες μορφές εξουσίας (πολιτική, στρατιωτική).

[8] Χειρισμός φαντασιακού. Με αυτό τον όρο εννοούμε αφενός τον διεμβολισμό του ¨αγνώστου¨, όχι με τα εργαλεία που παρέχει η λογική/επιστήμη, αλλά με εκείνα της διαίσθησης/ φαντασίας,  (δύο ιδιότητες σύμφυτες αποκλειστικά με τον άνθρωπο) και, αφετέρου, την επεξεργασία και μετάδοση των φαντασιακών απαντήσεων προς το κοινωνικό σύνολο. Ο φαντασιακός διεμβολισμός του αγνώστου δεν παράγει αποδείξιμες γνώσεις αλλά απαντήσεις με δυνατότητες λειτουργικής αποτελεσματικότητας.  Ο χειρισμός του φαντασιακού συνεπάγεται άσκηση (επικοινωνιακής) εξουσίας και ως εξουσία προσφέρεται σε εξουσιαστικές κοινωνικές παθολογίες (κατά Καστοριάδη: ετερονομίες). Αν και, όπως είναι φυσικό, η χρήση φαντασιακών εργαλείων μεγιστοποιείται κατά τις περιόδους επικράτησης των αρχαϊκών αντιλήψεων, αυτός εξακολουθεί να  αποτελεί βασική αρμοδιότητα των επικοινωνητών σε κάθε ιστορική περίοδο.

[9] Επικοινωνία και χώρος. Η συμπερίληψη της εκάστοτε αίσθησης περί χώρου ως σημαίνοντος παράγοντα που συνδιαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι επικοινωνιακές εξελίξεις οφείλεται στην εξής υπόθεση: Η αίσθηση ύπαρξης διαθέσιμου χώρου προς επέκταση των υλικών (αλλά και των διανοητικών) ανθρώπινων δραστηριοτήτων δημιουργεί αισθήματα κοινωνικής ευεξίας, αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης. Αντίθετα η αίσθηση ύπαρξης περιορισμένου ή κλειστού χώρου δημιουργεί φόβους και «στεναχώρια», ορατή στην εκάστοτε πολιτισμική παραγωγή. Στη πορεία του αγώνα για τον εξανθρωπισμό του περιβάλλοντος μπορούμε να παρατηρήσουμε χαρακτηριστικά ότι:

Κατά την περίοδο της προφορικότητας (προϊστορία) ο γνωστός, προσιτός χώρος είναι ελάχιστος, ενώ ο άγνωστος και ανεξέλεγκτος χώρος πρέπει να εξαγιάζεται διαρκώς (συνήθως αποδίδοντάς του, μέσω των μάγων επικοινωνητών, ανθρωπομορφικά σχήματα), έτσι ώστε οι μετακινούμενες (φοβισμένες) ομάδες να πορεύονται μέσα σε έναν ασφαλή, από ψυχολογική κυρίως άποψη, χώρο. Η κοινωνική αισιοδοξία ως προς το μέλλον του ανθρώπου συναρτάται άμεσα μόνο με τη βούληση των υπέρτερων δυνάμεων που διοικούν το χώρο και το χρόνο.

Το πρώτο άνοιγμα του χώρου οφείλεται στην εκμετάλλευση των επικοινωνιακών δυνατοτήτων, πρώτα των πλωτών ποταμών (μεγάλοι αρχαϊκοί πολιτισμοί) και μετά των κλειστών θαλασσών. Η δημιουργία μιας πρώτης αισιόδοξης αντίληψης για τις ανθρώπινες δυνατότητες συνοδεύεται με  τον καθορισμό και καθαγιασμό των «κέντρων του κόσμου» και, στην περίπτωση της Ελλάδας, συμβάλλει στην έναρξη του πρώιμου νεοτερισμού. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, η ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση θα δημιουργήσει έναν κλειστό χώρο, περιβαλλόμενο από βαρβάρους, ερήμους και ωκεανούς (που συνδυάζεται με την διάδοση φιλοσοφιών αναδίπλωσης και εξατομίκευσης) και το ίδιο θα συμβεί και στη μεσαιωνική Ευρώπη,  στον κλειστό χώρο της οποίας συμπεριλαμβάνονται πλέον ορισμένοι από τους πρώην βαρβάρους. Η επικοινωνιακή αναπλήρωση του χώρου θα γίνει τώρα με τη φαντασιακή δημιουργία (από τους ικανούς επικοινωνητές αυτής της περιόδου) ενός ιερού δίκαιου ουράνιου χώρου, προσιτού σε όσους, στον επίγειο χώρο, είναι δίκαιοι ή αδικημένοι. Η Αναγέννηση θα ανοίξει τον γεωγραφικό και τον πνευματικό χώρο, επιτρέποντας νέες, επίγειες αισιοδοξίες. Οι «ουτοπίες» του μοντερνισμού, αν και είναι προϊόν φαντασιακών προβολών (όπως και οι ιεροί μύθοι), έχουν ανάγκη από «τόπο», ακριβώς επειδή προβάλλονται  στον επίγειο και όχι στον υπερβατικό χώρο. Ο σύγχρονος κόσμος παρά την κάποια αισιοδοξία (αναπτέρωση) που προκάλεσαν τα πρώτα διαστημικά ταξίδια είναι κλειστός και (εξαιτίας της οικολογικής κρίσης, της εξάντλησης των ενεργειακών πηγών και της δημογραφικής έκρηξης) όλο και πιο στενάχωρος. Κατά τα φαινόμενα ο χώρος που  το σημερινό σύστημα εξουσίας διαμορφώνει και προτείνει (μέσω των μετανεοτεριστών επικοινωνητών και της ανάπτυξης της αντίστοιχης τεχνολογίας) είναι ο υποκατάστατος εικονικός χώρος. [Συνοπτικά: όταν υπάρχει αίσθηση έλλειψης χώρου, αυτός κατασκευάζεται με χειρισμούς του φαντασιακού από τους εκάστοτε κυρίαρχους επικοινωνητές. Η κατεύθυνση που θα πάρει η δημιουργία του υποκατάστατου χώρου εξαρτάται από τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικών (οικονομικών, πολιτικών πολιτισμικών) δυνάμεων, και τις εκάστοτε δυνατότητες της επικοινωνιακής τεχνολογίας].

[10] Επικοινωνία και χρόνος: Χρησιμοποιώντας και τους συλλογισμούς του Γάλλου μελετητή της επικοινωνίας Ρεζίς Ντεμπρέ διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος της αρχαϊκότητας είναι ιερός και κυκλικός (αίσθηση επανάληψης) ο χρόνος του μοντερνισμού είναι γραμμικός (με το βέλος στραμμένο προς το αναπόφευκτο της προόδου), ενώ ο τρέχων χρόνος των μεταβιομηχανικών καταναλωτικών (μεταμοντέρνων) κοινωνιών είναι στιγμιαίος.

Συμπληρωματικές σκέψεις: Η αίσθηση του παρόντος υπάρχει σε όλες της μορφές ζωής. Το παρελθόν κατακτιέται/δημιουργείται από τον άνθρωπο με την απόκτηση της μνημονικής ικανότητας. Ο συσχετισμός του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον κατακτιέται με την απόκτηση ικανότητας ορθολογικών συσχετισμών. Η κατάκτηση του μέλλοντος συναρτάται με την ικανότητα έμπνευσης/φαντασίας που συνδημιουργείται στον ανθρώπινο εγκέφαλο και μαζί με την ικανότητα λογικών συσχετισμών. Η σύγκρουση ανάμεσα στη διαπιστούμενη τάση φθοράς (εντροπία) που επικρατεί στο φυσικό κόσμο με αποτέλεσμα το θάνατο των ατόμων, με τα αιτούμενα από το ένστικτο (αυτοσυντήρηση/άρνηση του θανάτου), που ενυπάρχει σε κάθε μορφή ζωής, έχει αποτέλεσμα την απόδοση ιδιαίτερης σημασίας (κοινωνικά και ψυχολογικά)  στη χρονική διάσταση. Η διευθέτηση αυτής της σύγκρουσης ανατίθεται κατά κανόνα σε εξειδικευμένους επικοινωνητές των οποίων οι χειρισμοί συντελούν στην αντίληψη περί χρόνου και την οργάνωση του  είδους χρόνου που προκύπτει κάθε φορά.

[11] Προφορικότητα. Πρόκειται για την πρωτογενή ή πρωτεύουσα προφορικότητα όπως περιγράφεται από τη Σχολή του Τορόντο. Προφορικές μορφές επικοινωνίας εξακολουθούν να υπάρχουν στο διηνεκές παράλληλα και σε συνάρτηση με άλλα επικοινωνιακά μέσα (δευτερεύουσα προφορικότητα). Η πρωτεύουσα προφορικότητα είναι το αποκλειστικό μέσο επικοινωνίας των ανθρώπινων κοινωνιών έως πριν 5,5-6000 χρόνια (ενδεικτική χρονολόγηση της καθιέρωσης της Χειρογραφίας).

[12] Βιολογική επικοινωνιακή επανάσταση. Η πρώτη επικοινωνιακή επανάσταση, ταυτισμένη με την απόκτηση της ανθρώπινης ιδιότητας. Πρόκειται για το σωρευτικό αποτέλεσμα μιας σειράς ταχέων (για τα εξελικτικά μέτρα) μεταλλάξεων που οδηγεί, μεταξύ άλλων, στην δημιουργία ενός εξαιρετικά σύνθετου επικοινωνιακού εξοπλισμού (του οποίου οι δυνατότητες δεν έχουν ακόμη και σήμερα πλήρως αξιοποιηθεί) και την έναρξη της δημιουργίας ενός λογισμικού (γλωσσικού, λογικού και φαντασιακού) για την αξιοποίησή του.  Έως αποδείξεως του εναντίου πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια του σύμπαντος να παρατηρήσει τον εαυτό του.

[13] Οι γέροντες ως ¨επικοινωνητές βάσης¨. Η προφορικότητα δε διαθέτει κλήρο, διαθέτει όμως ¨επικοινωνητές βάσης¨ που θα έχουν αυξανόμενη εξουσία σε όλη τη περίοδο της αρχαϊκότητας. Οι πρώτοι επικοινωνητές βάσης (στις μεταγενέστερες περιόδους: χαμηλόβαθμος κλήρος, δάσκαλοι, διανοούμενοι ¨καφενείου¨, μπλόγκερς) είναι οι ¨γέροντες¨ αυτής της περιόδου (οι άνδρες που δε μπορούν πλέον να κυνηγήσουν και οι γυναίκες που δεν τεκνοποιούν πια). Η ανάδειξη αυτού του στρώματος και η ραγδαία αύξηση της εξουσίας του, αρχίζει μετά τη συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει η γλώσσα, η λογική και η φαντασία, και οφείλεται στο ότι κατά τη περίοδο της πρωτογενούς προφορικότητας το απαραίτητο πληροφοριακό υλικό μπορεί να αποθηκευτεί μόνο μνημονικά, ενώ η ηλικία αποτελεί τεκμήριο σώρευσης επεξεργασμένης πληροφορίας.

[14] Αξονικές παραγωγικές επαναστάσεις Γεωργική, Βιομηχανική και (ενδεχομένως) Κυβερνητική

[15] Η Θρησκεία ως μεγάλη επικοινωνία (και ο ναός ως υλικό επικοινωνιακό υπόβαθρο) Σύμφωνα με το χρονολογικά πρώτο ίσως βιβλίο επικοινωνιακής ανάλυσης Έλληνα συγγραφέα, ανάμεσα στις διαπροσωπικές και τις μαζικές επικοινωνίες υπάρχουν και χρειάζονται ειδική μελέτη οι «μεγάλες επικοινωνίες» (Αναστ. Πεπονής, Η Μεγάλη Επικοινωνία) Πρόκειται για τις μέγιστες σε «μαζικότητα» επικοινωνίες πριν την εμφάνιση και την κυριαρχία των ΜΜΕ. Στις Μεγάλες Επικοινωνίες «λίγοι απευθύνονται σε πάρα πολλούς», χωρίς όμως τη χρήση μέσων που να πολλαπλασιάζουν μηχανικά το μήνυμα. Ως τέτοιες επικοινωνίες ο Πεπονής αναφέρει την Πολιτική, τη Θρησκεία και το Θέατρο. Οι τρεις αυτές επικοινωνιακές μορφές διευκολύνονται από την δημιουργία ειδικών χώρων συνάθροισης των συμμετεχόντων, οι οποίοι αποκτούν ευρύτερη συμβολική σημασία. [Πολιτικό μέγαρο, Ναός, (Αμφι)θέατρο].

Η θρησκευτική και γενικότερα η Ιερή επικοινωνία, στην κοινωνική της διάσταση, παρουσιάζει μια ιδιομορφία: εκτός από την, κατά το δυνατό, αμφίδρομη σχέση μεταξύ του επικοινωνητή που δρα με άξονα την Ιερότητα και την κοινωνική ομάδα, προϋποθέτει την ταυτόχρονη σχέση του επικοινωνητή αυτού με δυνάμεις που, όντας υπερβατικές, δεν μπορούν να τεθούν επί τάπητος και  να αναλυθούν άμεσα. (Ωστόσο θεωρείται ότι η βούλησή των ανώτερων όντων είναι διαγνώσιμη σε σειρά σημείων που αποκωδικοποιούνται και ερμηνεύονται από τους εξειδικευμένους αυτούς ενδιάμεσους επικοινωνητές).

[16] Ο Πρώιμος νεοτερισμός (επικοινωνιακή διάσταση) . Υποθέσεις για τους βασικούς λόγους άνθησης του πρώιμου νεοτερισμού.  Συνδυασμός επιμέρους αναγκαίων προϋποθέσεων όπως:

* Επικοινωνιακές (και συγκοινωνιακές) τελειοποιήσεις που επιτρέπουν την ανάπτυξη πυκνών εμπορικών ανταλλαγών και την εγκαθίδρυση εμπορικών σταθμών σε μία διευρυμένη και επαρκώς ετερογενή γεωγραφική έκταση (τελειοποίηση του φωνητικού αλφαβήτου, συνεπαγόμενη διευκόλυνση της διάδοσης του εγγραμματισμού, ναυπηγικές, ναυτιλιακές  καινοτομίες),

* Σώρευση πλούτου από εμπορικές δραστηριότητες.

* Ανάπτυξη οργανωμένων δραστηριοτήτων για την παραγωγή χρηστικών αγαθών όχι πια μόνον για εσωτερική κατανάλωση, αλλά και για εξαγωγή (βιοτεχνίες).

* Συνεπαγόμενη δημιουργία νέων διεκδικητικών ανερχόμενων  στρωμάτων και τάξεων

* Δημιουργία εναλλακτικής πολιτικής πρότασης (με ρίζες στην ¨στρατιωτική δημοκρατία¨ πολλών ινδοευρωπαϊκών φύλων της αρχαϊκής εποχής), της Δημοκρατίας, με βασικό χαρακτηριστικό τη διεύρυνση της συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων σε πρωτοφανή για την εποχή κλίμακα. Η πρόταση αυτή, που απελευθερώνει κοινωνικές και διανοητικές δυνάμεις, έχει ανάγκη από ένα νέο είδος ανθρώπου: τον συνειδητοποιημένο και ενημερωμένο πολίτη (ενήλικος, αρσενικός, μη δούλος ή μέτοικος) στον ορθολογισμό του οποίου η κοινωνία επιδεικνύει εμπιστοσύνη. (Αποστροφή για τον μη πολιτικοποιημένο ιδιώτη, λέξη που θα επιζήσει στις λατινογενείς γλώσσες ως συνώνυμο του ηλιθίου).

* Θρησκευτικό επικοινωνιακό ιερατείο συνδεδεμένο με την έννοια της πόλης που αντιδρά περιορισμένα (σε σχέση με άλλες ανάλογες ιστορικές περιπτώσεις) στην βαθμιαία δημιουργία των μη ιερατικών (πρωτονεοτεριστών φιλοσόφων) επικοινωνητών.

* Η επικοινωνιακή τεχνολογία της εποχής επιτρέπει την κυκλοφορία των απαραίτητων πληροφοριών ώστε να μπορούν να δημιουργηθούν επιχειρησιακά συμβουλόμενες ομάδες (δημοκρατική δομή) σε πληθυσμιακή κλίμακα πόλης-κράτους.

* Η δημιουργία τέτοιων ανεξάρτητων πολιτειακών (κρατικών) οντοτήτων διευκολύνεται από τη γεωγραφική κατάτμηση του ελληνικού χώρου. (αν η Ελλάδα ήταν μια μεγάλη πεδιάδα, θα είχε ενοποιηθεί πολιτικά με πιο δεσμευτικό τρόπο, αλλά οι επικοινωνιακές δυνατότητες της εποχής δε θα επέτρεπαν τη λειτουργία δημοκρατικών εγχειρημάτων σε πληθυσμιακά και γεωγραφικά μεγέθη που να ξεπερνούν το  όριο του άστεως και των περιχώρων του.

 * Η περιορισμένη πληθυσμιακή και γεωγραφική διάσταση  θα οδηγούσε μοιραία στην υποταγή των μικρών αυτών πολιτειών στα μεγάλα βασίλεια της εποχής, και στον συνεπαγόμενο άμεσο στραγγαλισμό των νέων πολιτειακών πειραμάτων, αν δεν υπήρχαν οι ενδιάμεσες θάλασσες (όπου οι εμπορικές δυνάμεις κυριαρχούν) και το αμφικτιονικό πνεύμα (αναφορά στο ίδιο γένος) που δημιουργεί (κατ’ αρχήν χαλαρές) αμυντικές συμπράξεις κάθε φορά που εμφανίζεται η απειλή.

* Οι πρωτονεοτερικοί επικοινωνητές απεγκλωβίζουν την υπάρχουσα  γνώση από τους Αρχαϊκούς Ναούς και δημιουργούν νέα γνώση που ανθίζει και ανανεώνεται με επιταχυνόμενη πορεία.

Ο πρώιμος ελληνικός νεοτερισμός θα εξακολουθήσει να παράγει ανθρωποκεντρικές θεωρίες και εφαρμογές ακόμη και όταν από τη δημοκρατία δε θα παραμείνουν παρά ορισμένα αυτοδιοικητικά προνόμια. Θα συμβάλει επίσης αποφασιστικά στη δημιουργία και την επικράτηση της ρωμαϊκής πρωτονεοτερικής εκδοχής. Ο συνολικός ελληνορωμαϊκός πρώιμος νεοτερισμός θα καταρρεύσει για μια σειρά από λόγους από τους οποίους ο πιο σημαντικός μοιάζει να είναι η επικρατούσα δουλοκτησία που δε δίνει κίνητρα για την επινόηση μηχανών.

[17] Δημοκρατία, επικοινωνία και κρίσιμα μεγέθη. Εάν η υλοποίηση της δημοκρατίας συναρτάται με την ευχέρεια κυκλοφορίας των πληροφοριών (βλέπε προηγουμένη σημείωση) και αυτή με τη διαθέσιμη κάθε φορά επικοινωνιακή τεχνολογία, τότε οι τεχνολογικές δυνατότητες κάθε εποχής καθορίζουν και το μέγιστο πληθυσμιακό και γεωγραφικό όριο μέσα στο οποίο είναι εφικτό το δημοκρατικό εγχείρημα. Εάν αυτά τα όρια, για την εποχή της χειρογραφίας, αναφέρονται στην πόλη – κράτος, η εποχή της τυπογραφίας θα τα διευρύνει σε μέγεθος εθνικού κράτους (ενώ ταυτόχρονα η απαιτούμενη πολιτική επικοινωνία σε αυτό το μέγεθος θα διευκολυνθεί ενδεχομένως και από την κοινότητα άλλων κωδίκων όπως των γλωσσικών ή εθιμικών). Θεωρούμε θεμιτή την υπόθεση ότι η διαδραστική επικοινωνία μέσω του διαδίκτυου, εάν ελεγχθεί κοινωνικά θα μπορούσε να καλύψει  επικοινωνιακά μία παγκόσμια δημοκρατία, εάν όχι, είναι δυνατό να εξυπηρετήσει μόνο νέο-αυτοκρατορικές πολιτικές.

[18] Ανακατανομή του πλούτου και κοινωνικά δικαιώματα στον πρώιμο μοντερνισμό. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ότι οι προσπάθειες ανακατανομής του πλούτου στον πρώιμο μοντερνισμό επιχειρούνται τόσο με «συνταγματικές» αναθεωρήσεις που ανατίθενται σε «σοφούς» επικοινωνητές (νομοθέτες) στα πλαίσια δημοκρατικών διαδικασιών, όσο και μέσω της εγκαθίδρυσης ¨τυραννιών¨ με ανακατανεμητικές  πολιτικές.

[19] Το όριο μεταξύ νεότερης και σύγχρονης ιστορίας. Επιλέγοντας ανάμεσα στα (κατά κανόνα ρευστά) δυνατά όρια μεταξύ νεότερης και σύγχρονης ιστορίας (για ορισμένους τομή αποτελεί η γαλλική επανάσταση, για άλλους οι εξεγέρσεις του 1848 ή οι συνταγματικές κατοχυρώσεις του 1850, κ.ο.κ.) προτιμήσαμε να θεωρήσουμε ως απαρχή των σύγχρονων καταστάσεων την αρχή του 20ου αιώνα, που συμπίπτει με την εμφάνιση και την ραγδαία επικράτηση των οπτικοακουστικών μέσων μαζικής επικοινωνίας, της μαζικής κοινωνίας και ενδεχομένως των πρώτων σοβαρών στοιχείων κρίσης του νεοτεριστικού ρεύματος (ενδονεοτερικοί παγκόσμιοι πόλεμοι κλπ)

[20] Ο νεοτερισμός σε κρίση (ή: χρειάζεται άραγε και ο Νεοτερισμός την Αντιμεταρρύθμισή του;)

Ορισμένες υποθέσεις για τους λόγους της κρίσης του Νεοτερισμού:

1. Όταν η ¨μεγάλη αφήγηση¨ παύει να είναι η ¨πειστικότερη εκδοχή¨ και γίνεται δόγμα.

Η στροφή προς τον Άνθρωπο, ως γενική κυρίαρχη τάση, επενδύεται με επί μέρους ιδεολογίες (¨συνταγές¨ που εκπροσωπούν επί μέρους συμφέροντα ανερχόμενων στρωμάτων, τάξεων, αλλά και άλλων -οριζόντιων- ομαδοποιήσεων) που με τη σειρά τους επιστέφονται με ιδεολογικά δόγματα.  Η ¨δογματοποίηση¨ παρά το ότι αντιφάσκει με την υφή του νεοτερικού πνεύματος, διευκολύνει τη διατήρηση των νέων κατεστημένων εξουσιών (status quo). Οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτικών φορέων που επικαλούνται τα ¨νεοτερικά δόγματα¨ υπήρξαν εξ ίσου συχνές και έντονες με εκείνες που παρουσιάστηκαν  κατά τη σύγκρουση συμφερόντων επενδυμένων με  τα ¨ιερά¨ δόγματα της περιόδου της Αρχαϊκότητας, ωστόσο η χρησιμοποίηση τώρα επιστημονικών μεθόδων στην επινόηση των όπλων και την διεξαγωγή των πολέμων, αυξάνει την έκταση των συγκρούσεων σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η καταστροφικότητά τους γίνεται, για πρώτη φορά, απειλή για την συνολική επιβίωση του είδους.

2. Όταν η επιδίωξη ανεξέλεγκτης παραγωγικότητας εξαντλεί τις δυνατότητες και προσβάλλει τις ισορροπίες του περιβάλλοντος χώρου.

Η πίστη ότι αρκεί η παραγωγή άφθονων υλικών αγαθών για την επίλυση όλων των βασικών προβλημάτων της ανθρωπότητας, κοινή στις καπιταλιστικές και τις σοσιαλιστικές εκδοχές (υποσχέσεις/οράματα/ουτοπίες) του νεοτερισμού, έρχεται σε σύγκρουση κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα με την διαπίστωση της ύπαρξης οικολογικών ορίων στην εκμετάλλευση της όλο και μικρότερης γήινης σφαίρας. Η αυξανόμενη μόλυνση του περιβάλλοντος, η υπερθέρμανση του πλανήτη και η γενικότερη αλλοίωση της οικολογικής ισορροπίας βάζει σε κρίση την ¨οικονομικιστική¨ αντίληψη περί παραγωγής και κατανάλωσης. Μπροστά στην ανάγκη επανατοποθέτησης των αρχών περί παραγωγικότητας και κατανάλωσης ο μεν νεοτερισμός δεν ολοκληρώνει (μέχρι στιγμής) μια νέα πειστική αφήγηση, ο δε εκκολαπτόμενος μετανεοτερισμός αρκείται στην κυνική κατάργηση των ¨αρχών¨!

3. Όταν μειώνεται η εμπιστοσύνη στην Πρόοδο και την Επιστήμη.

Από τη στιγμή που η τεχνολογική και επιστημονική πρόοδος παύει να ελέγχεται κοινωνικά, ενώ η επιλογή της κατεύθυνσης που θα ακολουθήσει  η έρευνα  επαφίεται στις ορέξεις/ χρηματοδοτήσεις της αγοράς (εμπορευματοποίηση), είναι αναμενόμενο η κοινωνική αντιμετώπιση της ιδέας της Προόδου να διαφοροποιείται σε σχέση με το ενθουσιώδες, προμηθεϊκό, παρελθόν, με αποτέλεσμα Επιστήμη και Πρόοδος να χάνουν το κύρος που είχαν κατά την πρώτη φάση του νεοτερισμού. Ας σημειώσουμε πάντως ότι τουλάχιστον η λαϊκή εκδοχή του ανερχόμενου μετανεοτερισμού δείχνει αμέριστη (μυθοποιημένη)  εμπιστοσύνη ακριβώς στην ελεγχόμενη από την αγορά τεχνολογική πρόοδο.

4. Όταν πρέπει να γίνουν οι λογαριασμοί με το τυχαίο

Ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα η νεοτερική επιστήμη ανακαλύπτει ότι οι ντετερμινισμοί της κλασικής εκδοχής περί φύσης και φυσικών νόμων δεν ισχύουν για τον μικρόκοσμο, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται ο (καίριος) ρόλος του παρατηρητή στην επιστημονική διερεύνηση (κβαντικές διαπιστώσεις για το πιθανολογικό σύμπαν και την αρχή της απροσδιοριστίας, αϊνστάνειες σχετικότητες κα)  . Το γεγονός ότι ο νεοτερισμός αντέτασσε παραδοσιακά και επίμονα στην αρχαϊκή θεολογική εκδοχή περί Θείας Βούλησης την νεοτερική πίστη στο απαράβατο των φυσικών νόμων, προκαλεί κρίση, αν όχι στα θεωρητικά του θεμέλια (έτσι κι αλλιώς είναι η ίδια η νεοτερική επιστήμη που αναγνωρίζει τα σημερινά όριά της), τουλάχιστον στα ¨επικοινωνιακά¨ χρηστικά εποικοδομήματα της νεοτερικής εξουσίας.  Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ανάγκη επανατοποθέτησης των επιστημονικών προταγμάτων και παραδειγμάτων, η οποία όμως συμπίπτει με μια (λόγω και άλλων συγκυριών) μείωση της ισχύος των μοντέρνων επικοινωνητών (διανοούμενων, επιστημόνων, καθηγητών, καλλιτεχνών, κλπ).

5. Όταν πρέπει να γίνουν οι λογαριασμοί με το χειρισμό του φαντασιακού

Ο χειρισμός του φαντασιακού κατά τη διάρκεια του νεοτερισμού έγινε  ως επί το πλείστον μέσω της προβολής κοινωνικοπολιτικών προτάσεων/υποθέσεων επίγειας ευτυχίας (ουτοπιών). Ωστόσο, κυρίως στα αστικοδημοκρατικά καθεστώτα, υπήρξε από νωρίς η συνεργία εκμοντερνισμένων (συχνά δρώντων σε εθνικά πλαίσια) αρχαϊκών επικοινωνητών (κλήρου), οι οποίοι αν και διακήρυσσαν διαφορετικά προτάγματα, στην ουσία εντάχθηκαν στα νεοτερικά συστήματα εξουσίας. Οι αρχαϊκοί επικοινωνητές ανέλαβαν και την ¨προληπτική δράση¨ απέναντι στον κίνδυνο εκχυδαϊσμού που ενυπάρχει στην υλικότητα των νεοτερικών ιδεολογικών συστημάτων. Η κυριότερη ενδονεοτερική ένσταση κατά του εκχυδαϊσμού των οραμάτων, αλλά και τον περιορισμό της δημιουργικής φαντασίας, που συνόδευσε πολλές μορφές οικονομικιστικού μοντερνισμού υπήρξε το ρεύμα του ρομαντισμού στις ποικίλες αποχρώσεις του.

[21] Περί σύγκλισης  Ως ¨σύγκλιση¨ νοούνται οι ριζοσπαστικές και αλληλοσυνδεόμενες εξελίξεις στο χώρο των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής, και των οπτικοακουστικών μέσων που διαδραματίζονται στο τελευταίο τρίτο του 20ου αιώνα (με αποτέλεσμα μεταξύ των άλλων τη δημιουργία της αποκαλούμενης Νέας Οικονομίας) .

[22] Οι Ιδιώτες Πρόκειται για την νέα ηγεσία της οικονομικής εξουσίας, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την έναρξη της μετανεοτεριστικής περιόδου. Ο Ιδιώτης διαφέρει από τον κλασικό νεοτερικό κεφαλαιοκράτη κατ΄αρχήν ως προς τη σχέση με την κρατική οντότητα, (και κατ΄ επέκτασιν με την έννοια της συλλογικότητας) ο έλεγχος της οποίας δεν αποτελεί πλέον εκ των ουκ άνευ για την άσκηση της οικονομικής εξουσίας και της συνεπαγόμενης πολιτικής επιρροής. Χάρη στη χρήση των δυνατοτήτων των υπολογιστών ο Ιδιώτης μπορεί να χειραφετηθεί από το κράτος και τις οργανωτικές του ικανότητες και να το αντικαταστήσει με χαλαρότερες διευθετήσεις ¨αυτοκρατορικής¨ μορφής. Η νέα εξουσία χρησιμοποιεί τα ιδιόκτητα πλέον ΜΜΕ προκειμένου να ασκήσει απευθείας τις επικοινωνιακές λειτουργίες που παραδοσιακά ήλεγχε άμεσα ή έμμεσα το κράτος (μέσω της παιδείας, της εκμοντερνισμένης εκκλησίας κ.α.). Πέρα από την ¨αυτοκρατορική¨ πολιτική διάσταση και τον ανεξέλεγκτο οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, ανάμεσα στα (σχεδόν ανθρωπολογικής κλίμακας) πολιτισμικά χαρακτηριστικά   που αναδύονται μαζί με την κυριαρχία των Ιδιωτών, μπορούμε να παρατηρήσουμε την έξαρση του ατομικισμού σε επίπεδο που ξεπερνά την ατομική ψυχή και υπεισέρχεται στο ατομικό υλικό σώμα, την ¨απολυτοποίηση¨ του σχετικισμού, τις επικαλύψεις των επιλογών με ¨πραγματιστικές¨ επιχειρηματολογίες και την λατρεία της εικόνας..

Αξίζει ενδεχομένως τον κόπο να εξετάσει κανείς ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των ανερχόμενων σήμερα Ιδιωτών  και του μόνου ίσως ιστορικού προηγούμενου, όπου οι ιδιώτες επιβλήθηκαν επί μακρό χρονικό διάστημα εμποδίζοντας τη δημιουργία ισχυρών κρατικών σχηματισμών (αλλά και νέων τάξεων ικανών να αμφισβητήσουν την εξουσία τους): του δυτικού μεσαίωνα. Ιδιαίτερα θα μπορούσαν να τεθούν σε συγκριτική ανάλυση στοιχεία όπως η οικονομική αφετηρία (σήμερα ο έλεγχος της ¨Νέας οικονομίας¨, τότε η στρατιωτική επικυριαρχία πάνω στις γεωργικές δραστηριότητες και στους συγκοινωνιακούς κόμβους), η επικοινωνιακή πολιτική (σήμερα μέσω της ιδιωτικοποίησης των ΜΜΕ, τότε μέσω της στενής συμμαχίας με την ισχυρή (αλλά και αυτόνομη) επικοινωνιακή ιερατική εξουσία, η υποβάθμιση της εδαφικότητας προς όφελος διεθνικών εξουσιαστικών σχέσεων και οργανισμών,και άλλα.

[23] Οι μετανεοτεριστές του Time magazine Αν και κάθε άλλο παρά επιστημονικά είναι δυνατό να χαρακτηριστούν τα κριτήρια με τα οποία το αμερικανικό περιοδικό Time magazine WWW.time.com   αναδεικνύει κάθε χρόνο τις προσωπικότητες που υποτίθεται ότι ασκούν την μεγαλύτερη επιρροή στην σύγχρονη ανθρωπότητα, παρουσιάζει ενδιαφέρον μια περιήγηση στον σχετικό κατάλογο. Η λίστα χωρίζεται σε κατηγορίες με υπό τους ασαφείς τίτλους Ηγέτες και Επαναστάτες, Ήρωες και Σκαπανείς, Επιστήμονες και Διανοητές,  Καλλιτέχνες και Διασκεδαστές, Κατασκευαστές και Τιτάνες (:) Ανάμεσα στο κατ΄εξοχήν αθυρματικό περιεχόμενο της κάθε κατηγορίας μπορεί να διακρίνει κανείς την άνοδο των θεωρούμενων ως ισχυρών λόγω του ρόλου τους στη πολιτισμική βιομηχανία, να προβληματιστεί από την παρουσία συγκεκριμένων εκπροσώπων της παραδοσιακής αρχαϊκής επικοινωνίας που γίνονται ωστόσο  αποδεκτοί εντός των νέων μορφών εξουσίας (Δαλάι Λάμα, Οικουμενικός πατριάρχης- ο Πάπας μένει απ΄ έξω)  ή και να προσπαθήσει να διακρίνει τους όρους υπό τους οποίους συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο οι ελάχιστοι νεοτερικοί διανοούμενοι, ως επί το πλείστον στην κατηγορία των Επιστημόνων.

Ένα Σχόλιο to “Απο τον Αμβωνα στην Οθονη”

  1. spanos said

    einai anikousto mia dhmokratikh kybernisi na paizei toses meres mpalaki tis ey8ines na diatazei thn el.as. na einai se 8esi amynas kai oi patriwtes tis patras na apomakrinoyn toys hooligans.na dw ti 8a kanoyme me toys axristous pou mas kybernan.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: