Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Η επικοινωνιακη εξουσια και οι Ιδιωτες

Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών

Το κείμενο περιλαμβάνεται στη συλλογή κειμένων ¨ΜΜΕ Κοινωνία και Πολιτική¨ Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Σειρά: Δημοσιογραφία και Πολιτική, Αθήνα 2005.

 


 

  1. 1.     Συνοπτική παρουσίαση

Τα βασικά σημεία επί των οποίων αρθρώνεται το παρόν κείμενο (διατυπωμένα υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων) είναι τα εξής:

Με ποιο έναυσμα συντάχθηκε το κείμενο;

Την κρίση στις σχέσεις μεταξύ κύκλων της πολιτικής και κύκλων της επικοινωνιακής εξουσίας, που παρατηρείται κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα,.

Γιατί;

Γιατί, αν και ασαφής ως προς τους όρους που την περιγράφουν,  είναι έντονη και κατά τη γνώμη μας ενδεικτική μιας σειράς σημαντικών μεταβολών ευρύτερης σημασίας.

Υπάρχει γενικότερο ενδιαφέρον για το θέμα;

Ναι, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές πεδίο, ιδιαίτερα στις χώρες όπου είναι ήδη αισθητές οι συνέπειες και οι παρενέργειες της ισχύουσας παγκοσμιοποιητικής πολιτικής

Πρόκειται για μια καινοφανή κατάσταση ή για ένα φαινόμενο που έχει επανεμφανιστεί στο παρελθόν, έστω υπό διαφορετικούς όρους;

Θα υποστηρίξουμε ότι, έστω και εάν παρατηρούνται ανέκαθεν τάσεις αυτονόμησης της γενικώς επικοινωνιακής από την καθαυτό πολιτική εξουσία, η σημερινή κατάσταση ρήξης οφείλεται σε έναν νέο συνδυασμό πρωτογενών παραγόντων.

Έχουν εντοπιστεί αυτοί οι παράγοντες;

Εν πολλοίς, ναι. Διαφέρει η σημασία που τους αποδίδεται από τους διάφορους μελετητές. Επίσης, διαπιστώνεται μια ευρέως διαδεδομένη τάση, ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες να θεωρούνται ως πλέον οριστικά δεδομένοι και άνευ προσεχών εναλλακτικών διαφοροποιήσεων. Πρόκειται για το ρεύμα που καταλήγει στο να διατυπώνει απόψεις περί του τέλους της ιστορίας. [1]

Ποιοι είναι οι παράγοντες των οποίων οι επιπτώσεις και οι παρενέργειες, σύμφωνα με το παρόν κείμενο, θα πρέπει να εξεταστούν εκτενέστερα;

Οι ισχύουσες διαδικασίες παγκοσμιοποίησης και ο ρόλος των ιδιωτών σε αυτές. Κυρίως οι λόγοι για τους οποίους οι ιδιώτες κατά την τρέχουσα περίοδο επελαύνουν. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί αναλυτικότερα η πορεία και η σημερινή σύνθεση των ομάδων που ασκούν επικοινωνιακή εξουσία.

Ποιοι είναι αυτοί οι ιδιώτες; Μια άλλη λέξη για να αποκαλέσει κανείς τους καπιταλιστές;

Όχι ακριβώς. Οι καπιταλιστές δεν στράφηκαν ανέκαθεν κατά του κράτους. Το αντίθετο, υπήρξαν οι συνδημιουργοί (μαζί με ποικίλους κοινοτιστές της νεωτερικής επικοινωνιακής εξουσίας) του νεότερου εθνικού κράτους. Ο εμπορικός και ο βιομηχανικός καπιταλισμός αξιοποίησαν και συχνά καταχράστηκαν τις οργανωτικές ιδιότητες της πολιτείας. Ωστόσο, υπήρξαν πάντοτε κάποιοι ακραίοι αντικοινοτικοί, ατομικιστές ιδιώτες, εχθροί της πολιτείας και της ένταξης της πολιτικής στα πολιτειακά πλαίσια, οι οποίοι όμως, σπάνια έγιναν τόσο ισχυροί ώστε να μπορέσουν να απειλήσουν την οργανωμένη πολιτεία και τις κοινωνικές της λειτουργίες.

Υπέρ ποιας βασικής ερμηνευτικής υπόθεσης συνηγορεί η παρούσα εργασία;

Ότι η παρούσα κρίση μεταξύ πολιτικής και επικοινωνιακής   εξουσίας, η οποία συνηθέστερα γίνεται αντιληπτή ως ένταση και διαμάχη μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, εντάσσεται στην ουσία σε μια γενικότερη κοινωνική και πολιτική κρίση, που οφείλεται με τη σειρά της στην δημιουργία μιας νέας αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά παρατάσσονται οι όλο και ισχυρότερες ιδιωτικές δυνάμεις και από την άλλη ό,τι εξακολουθεί να αντιστέκεται από την οργανωμένη κατά τα νεωτερικά πρότυπα πολιτεία, δηλαδή άνθρωποι και θεσμοί νοούμενοι ως θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος. Η αντιπαράθεση έχει επίσης τα κλασικά χαρακτηριστικά μιας ακόμη σύγκρουσης μεταξύ ατομισμού και κοινοτισμού

Γιατί οι ιδιώτες παρουσιάζονται ξαφνικά τόσο ισχυροί;

Γιατί χάρη σε μια σειρά ιστορικών συγκυριών κατάφεραν να ιδιοποιηθούν δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον, τη δυνατότητα χειρισμού μεγάλων ποσοτήτων – πληθυσμών (μέσω της απομνημόνευσης και του χειρισμού όλο και μεγαλύτερου πλήθους πληροφοριών, ευχέρεια που παρέχεται από τους υπολογιστές νέας τεχνολογίας). Αυτή η ιδιοποίηση τους επιτρέπει να μην έχουν  πλέον ανάγκη τις οργανωτικές διαχειριστικές γραφειοκρατίες, άρα στην ουσία να μη χρειάζονται το ισχυρό οργανώνον κράτος (σήμερα ένας φορητός υπολογιστής μπορεί να κάνει τη δουλειά ολόκληρης της Ναπολεόντειας γραφειοκρατίας σε λιγότερο χρόνο).

Δεύτερον, ένα σημαντικό υποκατάστατο της πάλαι ποτέ επικοινωνιακά πανίσχυρης εκκλησίας: τα ΜΜΕ και ιδίως τα ηλεκτρονικά. Τα νέα μέσα φάνηκαν ικανά να υποκαταστήσουν τις εκκλησίες σε πολλές από τις παλιές συλλογικές κοινωνικοποιητικές, επικοινωνιακές τους λειτουργίες[2].

Έτσι οι ιδιώτες αισθάνονται ισχυρότεροι από το παραδοσιακό νεωτερικό κράτος, το οποίο καταλήγει να (τους) είναι ενοχλητικό υπό την φορολογούσα, δασμολογούσα, ελεγκτική, διαιτητική και (με προτεραιότητα)  κοινωνικώς εξισορροπούσα ιδιότητά του.

Επομένως, η κρίση δεν είναι τόσο μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, όσο μεταξύ ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων που αμφισβητούν την νεωτερική κρατική οργάνωση  (ιδιωτών) από τη μία πλευρά και των (έστω κατά παράδοση ή έστω κατά ισχύουσα ακόμη σύμβαση) εκφραστών της δημόσιας αντίληψης, από την άλλη. Η διχοτόμηση αυτή σχετίζεται άμεσα και με τους άλλους προεξάρχοντες δυϊσμούς της τρέχουσας περιόδου: παρεμβατισμός – νεοφιλελευθερισμός, κοινοτισμός – ατομικισμός, μοντερνισμός – μεταμοντερνισμός. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι που να διεκδικούν την εκφραστική τους αυτονομία ή ότι εξέλειψαν οι επικοινωνητές που να εξακολουθούν να στηρίζουν νεωτερικές ή ακόμη και αρχαϊκές θεωρήσεις, ούτε πως δεν υπάρχουν πολιτικοί, (κάθε άλλο) που να μην έχουν ήδη ενδώσει στις πολιτικές των ιδιωτών. Σε κάθε περίπτωση, γίνεται όλο και πιο ορατή η ανάγκη να διερευνηθούν εκτενέστερα οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται σήμερα η επικοινωνιακή εξουσία.

Έχει υπάρξει άλλη ιστορική περίοδος κατά την οποία οι ιδιώτες να παρουσιάζονται τόσο ισχυροί;

Ναι, χαρακτηριστική  όσον αφορά την αυξημένη  δύναμη των ιδιωτών υπήρξε η δυτική μεσαιωνική περίοδος. Και τότε είχαν καταφέρει, χάρη σε μια σειρά ιστορικών συγκυριών, να ιδιοποιηθούν τη βασική οικονομική λειτουργία της περιόδου (που δεν ήταν η «νέα οικονομία», αλλά η γεωργική εκμετάλλευση του εδάφους  -οι άλλες οικονομικές λειτουργίες είχαν συγκυριακά υποβαθμιστεί), και τότε είχαν επιτύχει, αν όχι τον έλεγχο, τουλάχιστον έναν αμοιβαία επωφελή συνεταιρισμό με  την κεντρική επικοινωνιακή δύναμη της εποχής, την καθολική εκκλησία. Η σχέση στηρίχτηκε και μακροημέρευσε, μεταξύ άλλων, χάρη σε ένα σύστημα κληρονομικής διανομής των αξιωμάτων (ο πρωτότοκος γιος φεουδάρχης, ο δευτερότοκος καρδινάλιος ή επίσκοπος).

Είναι αυτή η μόνη αξιοπρόσεκτη ομοιότητα ανάμεσα στις σημερινές τάσεις και την μεσαιωνική συγκυρία;

Όχι. Πέρα από τη συμβολική ομοιότητα μεταξύ των θυρεών και των κατατεθέντων εμπορικών σημάτων, τώρα όπως και τότε η εδαφικότητα ως σημείο αναφοράς υποχωρεί: τότε προς όφελος αναθέσεων, συμβάσεων και συμφωνιών που ανεξαρτητοποιούσαν το φεουδάρχη από τη συγκεκριμένη γη που διοικούσε, ενώ σήμερα η επίθεση στην εδαφικότητα εντάσσεται στο πλαίσιο της κατεδάφισης του νεωτερικού εθνικού κράτους. Επίσης συνέπεσε και ενδεχομένως ευνόησε τις εξελίξεις, το γεγονός ότι τότε, όπως και τώρα, ο «παγκόσμιος» διαθέσιμος χώρος έμοιαζε περιορισμένος, τότε από απροσπέλαστους ωκεανούς και ερήμους, σήμερα από ένα απροσπέλαστο (επί του παρόντος) αστρικό διάστημα. Και στις δύο περιπτώσεις η επικοινωνιακή εξουσία μπόρεσε να δημιουργήσει και να χειριστεί ένα φαντασιακό υποκατάστατο του χώρου, τότε το υπερπέραν, τώρα το χώρο της αποκαλούμενης εικονικής πραγματικότητας.

Η διαπίστωση αυτών των ομοιοτήτων έχει κάποια συγκεκριμένη επίπτωση στην κατανόηση της σημερινής κατάστασης;

Θα μπορούσε ίσως να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ότι, παρά τις συχνές δηλώσεις των μεταμοντέρνων νεοφιλελεύθερων παγκοσμιοποιητών πως ο κύριος στόχος τους των καταιγιστικών αλλαγών που προτείνουν και που υλοποιούν είναι οι αρχαϊκές επιβιώσεις, αντίθετα, ενδέχεται ο στόχος να μην είναι άλλος από τον (μεταμεσαιωνικό) μοντερνισμό.

Είναι δυνατό και επιτρεπόμενο να μιλάει κανείς, έστω mutatis mutandis,  για ιστορικές αντιστοιχίες και να κάνει συγκρίσεις με φαινόμενα του απώτατου παρελθόντος, όταν ζούμε σε μια εποχή που μοιάζει να φετιχοποιεί την (κάποτε προς αποκλειστική χρήση των ενιστάμενων και των καταπιεσμένων) ιδέα της προόδου και που λατρεύει, με καθεστωτικό πλέον τρόπο, την καινοτομία;

Ναι, αν αποδεχθεί απόψεις όπως αυτές που διατυπώνει ο Regis Debray,  σύμφωνα με τις οποίες η πρόοδος είναι υπαρκτή και ουσιαστικά μη αντιστρέψιμη στις σχέσεις του ανθρώπου με τα πράγματα (διαρκώς αυξανόμενη γνώση του φυσικού κόσμου), όχι όμως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τομέα όπου είναι δυνατές παλινδρομήσεις, εμμονές και επανεμφανίσεις.

Η ελληνική εκδοχή της προκείμενης κρίσης παρουσιάζει αξιοπρόσεκτες ιδιομορφίες;

Αν και οι καθοριστικοί παράγοντες της κρίσης είναι διεθνούς χαρακτήρα, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει όντως αξιοπρόσεκτες ιδιαιτερότητες, χάρη στις ιδιομορφίες του κοινωνικού και του πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι αλλαγές.

2. Το πρόβλημα

Το παρόν κείμενο διαπραγματεύεται το θέμα της κρίσης των σχέσεων μεταξύ επικοινωνίας και πολιτικής, με αφορμή, μεταξύ άλλων, τις έντονες καταγγελίες περί διαπλοκής που εμφανίστηκαν στο ελληνικό προσκήνιο τα τελευταία χρόνια.

Πράγματι, μετά το τέλος της δεκαετίας του ’80, οπότε και άρχισε η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, όλο και συχνότερα γίνεται λόγος για άνομες συναλλαγές ανάμεσα σε κύκλους της οικονομίας και της πολιτικής, με άξονα το χώρο της μαζικής επικοινωνίας. Το θέμα, πέρα από τους άμεσα ενδιαφερόμενους ανθρώπους της πολιτικής και της επικοινωνίας (οι άνθρωποι της οικονομίας κατά κανόνα σιωπούν επί του προκειμένου) απασχολεί και το ευρύτερο κοινό, το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές μετρήσεις, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις αναφορές των μέσων στο ζήτημα (σχόλια και συζητήσεις), ακόμη και όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ουδετερότητα της προσέγγισης.

Επί πλέον, δεδομένου ότι (φαινομενικά) η διαπλοκή διενεργείται μεταξύ εξουσιών εν ενεργεία, το θέμα χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα και από την πλευρά της (εκάστοτε)  αντιπολίτευσης, ως σημαντικό επιχείρημα αντικυβερνητικής κριτικής.

Όμως, το ζήτημα της κρίσης στις σχέσεις πολιτικής και επικοινωνίας δεν εξαντλείται στις διαπλεκόμενες συναλλαγές, αλλά παρουσιάζεται πολύ ευρύτερο, ενώ παράλληλα αντικατοπτρίζει τις ριζικές αλλαγές που υπέστησαν κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η επικοινωνία, η πολιτική και, κυρίως, η οικονομία, τόσο τοπικά όσο και διεθνώς.

Η παρατήρηση της ελληνικής περίπτωσης δίνει αρκετά στοιχεία σχετικά με το νέο σκηνικό, αρχίζοντας από την ριζική και εκ πρώτης όψεως απροσδόκητη αλλαγή του κλίματος στα ίδια τα μέσα. Παρά τις επιπτώσεις της καταγγελόμενης διαπλοκής, τα ηλεκτρονικά μέσα δεν κολακεύουν πλέον (όπως την εποχή του κρατικού μονοπωλίου) τη δημόσια εξουσία. Αντίθετα , έχουν περάσει στο αντίθετο άκρο και δε χάνουν ευκαιρία να της επιτεθούν, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας γενικότερης απαξίας που δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς, αλλά επεκτείνεται χωρίς αναστολές στην γενικότερη έννοια της πολιτικής. Παράλληλα εμφανίζεται μια κατηγορία χρυσοπληρωμένων επικοινωνητών που αναλαμβάνουν τον ρόλο των «Ρομπέν των ερτζιανών» καταγγέλλοντας “υπερήφανα και ανυποχώρητα” την πολιτεία για την παραμικρή της ατασθαλία.

Μια πρώτη, εξ ίσου αισιόδοξη όσο και αφελής, ερμηνεία του φαινομένου αυτού, θα μπορούσε να είναι ότι, επιτέλους, οι επικοινωνιακοί λειτουργοί χειραφετήθηκαν από τους παραδοσιακούς τους εργοδότες και πήραν το μέρος του «λαού». Ότι οι (κρατικοί) εξουσιαστές μπήκαν πια στην γωνία και ότι τα ιδιωτικά μέσα μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο για λογαριασμό του «πολίτη». Ότι ο λαός, (έστω υπό την ιδιότητα του κοινού ή, εν πάση περιπτώσει, του καταναλωτή), διαθέτει ένα ακατάβλητο σύμμαχο στην αντιπαράθεσή του με τις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Ότι, μ’ άλλα λόγια, επιστρέψαμε στη χρυσή εποχή των νεωτερικών αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων, όταν το πρώτο από τα ΜΜΕ, ο τύπος, αποτελούσε το σημαντικότερο όπλο των μοντέρνων στην αντιπαράθεσή τους με τους αρχαϊκούς.

Εντούτοις, μια λίγο προσεκτικότερη διερεύνηση της υπάρχουσας κατάστασης, αρκεί για να μειώσει τον αρχικό ενθουσιασμό και να τον μεταβάλλει (τουλάχιστον) σε απορούντα σκεπτικισμό: οι ιδιοκτήτες των μέσων δεν είναι πια οι παλιοί γνωστοί εκδότες, αλλά (οι όλο και συχνότερα καταγγελλόμενοι για διαπλοκή) απροκατάληπτοι επιχειρηματίες, ο κώδικας δεν είναι πλέον ο γραπτός λόγος με όλη την νοητική επεξεργασία που απαιτεί η σύλληψή του, αλλά η συγκινησιακά παντοδύναμη εικόνα, και, εν τέλει, η περιέχουσα τις επικοινωνιακές διαδικασίες κατάσταση παρουσιάζεται τελείως διαφορετική στην τεχνολογική, οικονομική και πολιτισμική της διάσταση απ’ ό,τι έως τώρα νομίζαμε γνωστό, απαιτώντας τον επαναπροσδιορισμό του περιεχόμενου όρων που θεωρούνταν μέχρι στιγμής βασικοί και τη διεξαγωγή νέων ερευνών και αναλύσεων.

Στην Ελλάδα, ίσως λόγω της δύναμης της αδράνειας, (μπήκαμε πρόσφατα στον κύκλο των παγκοσμιοποιητικών εξελίξεων και στον καταναλωτισμό της πρώτης γραμμής και διατηρούμε πολλά από τα παλιά εθνοκεντρικά μας αντανακλαστικά, με όλα τα στραβά και τα καλά που συνεπάγεται κάτι τέτοιο), αγνοούμε συχνά τις διεθνείς παραμέτρους των  προβλημάτων. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, εάν μείνει κανείς στις απόψεις και τις κριτικές που φιλοξενούνται στα μαζικά μέσα, θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι το ζήτημα εξαντλείται στον προσδιορισμό των ευθυνών του άλφα ή του βήτα πολιτικού ή, το πολύ, του άλφα ή του βήτα εκδοτικού συγκροτήματος. Και όμως, αρκεί μια προσεκτικότερη θεώρηση των υπαρχόντων στοιχείων για να γίνει φανερό ότι (παρά το γεγονός ότι οι τοπικές ιδιομορφίες προφανώς υπάρχουν) οι παρατηρούμενες εξελίξεις εντάσσονται σε ένα γενικότερο  πλαίσιο και ότι ανάλογα φαινόμενα εκδηλώνονται και αλλού, ως αποτέλεσμα των ίδιων διεθνών αιτίων. Πράγματι, μια ματιά στην διεθνή επικοινωνιακή βιβλιογραφία, αλλά και σε κείμενα ελλήνων μελετητών, οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κρίση μεταξύ επικοινωνιακής και πολιτικής σφαίρας είναι ένα επίμαχο θέμα που συζητείται και προβληματίζει όλον τον παγκοσμιοποιούμενο κόσμο.

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε ορισμένες μελέτες που αντιμετώπισαν το πρόβλημα των νεότερων επικοινωνιακών εξουσιών και των κοινωνικών τους επιπτώσεων, αλλά πρώτα θα χρειαστούν μερικές διευκρινίσεις σχετικές με τη χρήση του όρου «επικοινωνιακές εξουσίες».

3. Μορφές επικοινωνιακής εξουσίας

Οι σχέσεις ανάμεσα στην αμιγώς πολιτική εξουσία (είτε αυτή προκύπτει πολιτειακά επακριβώς καθορισμένη είτε όχι) και την ευρύτερη επικοινωνιακή εξουσία (με τις διάφορες ονομασίες που πήρε κάθε φορά: πνευματική, θρησκευτική, ιδεολογική, φιλοσοφική, εκπαιδευτική, πολιτιστική, intellighenzia, διανόηση, κλπ)  έχουν πάρει διαχρονικά πολλές μορφές, καθώς, τόσο η μια όσο και η άλλη, διαφοροποιούνται στην προσπάθειά τους να προσαρμοσθούν στις συνθήκες και τους συσχετισμούς των κοινωνικών δυνάμεων της κάθε ιστορικής περιόδου. Η πρώτη, νομιμοποιούμενη ως η συλλογική δύναμη που μπορεί να οργανώσει το παρόν και να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά προβλήματα του ορατού μέλλοντος, η δεύτερη, εξ ίσου σημαντική για την συλλογική ισορροπία, ως έκφραση της ανθρώπινης ανάγκης να εκμαιεύει απαντήσεις, όχι μόνον στα ερωτήματα που εντάσσονται στις γνωστικές δυνατότητες της κάθε εποχής, αλλά και στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα.

Στο βαθμό που αναφέρονται στο μέλλον και προσπαθούν να οργανώσουν τμήματά του, (η μία του εγγύς , η άλλη του απώτερου) και οι δύο αυτές εξουσίες δεν χειρίζονται μόνον την υπάρχουσα «επαληθευμένη» γνώση, αλλά (μέσω οραματισμών, εμπνεύσεων, υπερβάσεων και «αποκαλύψεων») χειρίζονται και την φαντασιακή σφαίρα των κοινωνιών στις οποίες δρουν. Γραφείς, μάγοι, ιερείς, φιλόσοφοι, επιστήμονες, δάσκαλοι, καλλιτέχνες και ποιητές εναλλάχθηκαν κατά τη διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων ως επικεφαλής της επικοινωνιακής εξουσίας.

Είναι αυτονόητο ότι αντιφάσεις και συγκρούσεις υπάρχουν και στο εσωτερικό των εξουσιών αυτών : ακριβώς όπως συμβαίνει ανάμεσα στις ποικίλες προτάσεις που αντιπαρατίθενται στον κατ’ εξοχήν πολιτικό στίβο, εκφράζοντας διαφορετικά συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων, το ίδιο παρατηρείται και ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές επικοινωνιακής εξουσίας, οι οποίες είναι δυνατό να εκφράζουν γενικότερες (των συγκεκριμένων πολιτικών) ιδεολογικές, φιλοσοφικές, και θρησκευτικές απόψεις που δημιουργούνται και διαδίδονται μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Στην ευρωπαϊκή δύση είναι κλασσική η διχοτόμηση της επικοινωνιακής εξουσίας, ανάμεσα στο μεταφυσικό και τον ανθρωποκεντρικό άξονα που άρχισε να δημιουργείται ήδη στο τέλος της μεσαιωνικής περιόδου, όταν ένα τμήμα της, μικρό στην αρχή, όλο και πιο πολυπληθές στους αιώνες που ακολούθησαν, άρχισε να εγκαταλείπει την φεουδαρχική κληρική διάταξη, να εκλαϊκεύεται και να συμπαρατάσσεται με τις προτεραιότητες των ανερχόμενων εμπορικών και βιομηχανικών αστικών τάξεων.

Παράλληλα, είδαμε την επικοινωνιακή εξουσία της καθολικής εκκλησίας να αντιπαρατίθεται επί μακρό χρονικό διάστημα στις διαμαρτυρόμενες ομάδες, επικαλούμενη όχι τα απτά επίγεια συμφέροντα των πιστών, αλλά εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως «χειρισμό της φαντασιακής αναπλήρωσης» των κοινωνιών της εποχής. Σήμερα ξέρουμε ότι ο χειρισμός του φαντασιακού χώρου, πέρα από τη σημασία του για τη συλλογική ψυχική ισορροπία, έχει άμεσες καθαρά υλικές επιπτώσεις[3].

Είδαμε επίσης τα δύο μεγάλα πολιτικο-ιδεολογικά μπλοκ του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα να χρησιμοποιούν κατά τη διεξαγωγή του πρώτου παγκόσμιου επικοινωνιακού πολέμου της ιστορίας, του πολέμου που αποκλήθηκε «ψυχρός», όλες τις υπό την επιρροή τους επικοινωνιακές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές αντιπαρατάχθηκαν, προτάσσοντας τόσο ιδεολογικά σχήματα (όπλα), όσο και τις επικοινωνιακές τεχνολογίες που είχαν στη διάθεσή τους ή που επινοούσαν επί τούτου, προκειμένου να διαδώσουν τα οικεία μηνύματα και να παρεμποδίσουν τα αλλότρια.

Θα πρέπει εξ άλλου να ληφθεί υπόψη ότι οι επικοινωνιακές εξουσίες διαφοροποιούνται και με αναφορά στα μέσα που τις εξυπηρετούν: Άλλου είδους εξουσίες διαμορφώθηκαν επί χιλιετίες γύρω από το μέσο της χειρογραφίας και άλλου είδους προέκυψαν από την τεχνολογία του τυπωμένου λόγου. Είναι γνωστό ότι το χρονολογικά πρώτο μέσο μαζικής επικοινωνίας, ο τύπος, δημιούργησε μια νέα μορφή εξουσίας, (που αποκλήθηκε «τέταρτη») η οποία αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για την τελική επικράτηση των νεωτεριστών και την υποχώρηση των αρχαϊκών μορφών επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος κατά τους τελευταίους αιώνες της δεύτερης χιλιετίας.

Αναφέρομαι στις παραπάνω εκδοχές της επικοινωνιακής εξουσίας θέλοντας να υπογραμμίσω πως είναι δυνατό να υπάρξουν ή και να συνυπάρξουν κατά την ίδια χρονική περίοδο, διαφορετικές (ή και αντιπαρατιθέμενες μεταξύ τους) μορφές επικοινωνιακής ισχύος, καθώς επίσης ότι οι σχέσεις ανάμεσα στην πολιτειακή και την επικοινωνιακή εξουσία μπορούν να ποικίλουν από την σχεδόν ταύτιση, όταν η επικοινωνιακή εξουσία καταλήγει να δρα προπαγανδιστικά υπέρ της πολιτικής, έως την πλήρη ρήξη, όταν, για παράδειγμα, φτάνει στο σημείο να την αμφισβητεί ως και στην πολιτειακή της υπόσταση.

Η επικοινωνιακή εξουσία, κατά κανόνα διαρκέστερη των καθέκαστα μορφών της πολιτειακής  και προσκολλημένη άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο στην καθαυτό πολιτική εξουσία, έπαιξε πάντα αποφασιστικό ρόλο στην αποδοχή ή μη της κεντρικής πολιτειακής ηγεμόνευσης καθώς και στην νομιμοποίησή της στα μάτια του κοινωνικού συνόλου.

Ας σημειωθεί ότι, αν εξαιρέσουμε κάποιες φιλοσοφικές ουτοπικές διατυπώσεις (όπως του Πλάτωνα για μια πολιτεία όπου θα διοικούν οι φιλόσοφοι) και κάποιες μυστικιστικά διατυπωμένες θρησκευτικές ουτοπίες, στην πραγματικότητα, η επικοινωνιακή εξουσία διεκδίκησε σπάνια την αυτόνομη διακυβέρνηση οργανωμένων πολιτειών (όπως, για παράδειγμα, η αλλοτινή  διακυβέρνηση της κεντρικής Ιταλίας από τον πάπα, ή το προκομμουνιστικό Θιβέτ). Αντίθετα, υπήρξαν συχνές οι περιπτώσεις όπου ενσωματώθηκαν ουσιαστικά ή συμβολικά στα κυρίαρχα πολιτικά σχήματα, καθώς και οι περιπτώσεις όπου η επικοινωνιακή εξουσία χωρίς να αμφισβητεί τη χρησιμότητα του κράτους καθεαυτού, ενίσχυσε ή κάλυψε επικοινωνιακά ποικίλες προσπάθειες κοινωνικών αλλαγών, επαναστατικών ή μεταρρυθμιστικών[4].

Είναι λοιπόν αιτιολογημένο να αναρωτηθεί κανείς σε ποιο βαθμό οι νέες παραγωγικές και επικοινωνιακές καταστάσεις που χαρακτήρισαν τον κυριολεκτικά συγκλονιστικό εικοστό αιώνα, επέφεραν νέες αναπροσαρμογές στην υφή της επικοινωνιακής εξουσίας και ως ποιο σημείο αυτές οι ανακατατάξεις σχετίζονται με τις προαναφερθείσες τριβές και έριδες ανάμεσα στις σημερινές μορφές της επικοινωνιακής και της πολιτικής εξουσίας.

Με άλλα λόγια αξίζει τον κόπο να διερευνηθεί α) εάν γύρω από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και τηλεματικά μέσα διαμορφώνεται μια εξουσία με ιδιάζοντα, νέα χαρακτηριστικά και, εάν η απάντηση είναι θετική, β) εάν και κατά πόσο αυτή διαφοροποιείται, τόσο από την αμέσως προγενέστερη έντυπη δημοσιογραφική εξουσία, όσο και από τις ακόμη ενεργές άλλου είδους επικοινωνιακές δυνάμεις (πχ θρησκευτικές) που εξακολουθούν να επηρεάζουν το κοινωνικό σύνολο και, τέλος, γ) εάν οι σχέσεις της με τις πολιτειακά θεσμοθετημένες μορφές επηρεάζονται από την ύπαρξη και τη δράση άλλων κοινωνικά ενεργών δυνάμεων με κυριότερη την οικονομική.

4. Σχετικά με μερικά από όσα έχουν λεχθεί

4α. Η τομή και οι απολογισμοί της δεκαετίας του ’60

Για τις σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική αφενός και την επικοινωνία στην ευρεία της έννοια αφετέρου, και ιδιαίτερα για τις σχέσεις αυτές κατά την περίοδο της έλευσης και καθιέρωσης των ποικίλων μέσων μαζικής επικοινωνίας, έχει δημοσιευτεί μέγα πλήθος θεωρητικών και πρακτικών προσεγγίσεων, αναλύσεων, και ερμηνειών. Έχουν επίσης υπάρξει, κατά καιρούς, απόπειρες  συνολικής κριτικής παρουσίασης των μελετών που πραγματεύονται τις επιπτώσεις των νέων, μαζικών μορφών επικοινωνίας (στην ουσία του πλέγματος εξουσίας που δημιουργείται γύρω από αυτές), επί του κοινωνικού συνόλου . Μια από αυτές τις προσπάθειες, σημαντική και λόγω της εποχής κατά την οποία συντάσσεται, είναι εκείνη που παρουσίασε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο νεαρός τότε Umberto Eco, στο κλασσικό πλέον «Κήνσορες και θεράποντες»[5].

Ο Eco γράφει σε μια εποχή κατά την οποία τίκτονται σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Είναι η εποχή που, στις βιομηχανοποιημένες χώρες, διεκδικεί το λόγο μια γενιά  που έχει δύο τελείως νέες ιδιότητες: Πρώτον είναι συνομήλικη με τη ατομική βόμβα, την πρώτη χειροπιαστή δυνατότητα συνολικής αυτοκτονίας του ανθρώπινου είδους  και δεύτερον είναι η πρώτη γενιά που απόκτησε συνολική «κοσμική» αντίληψη παρακολουθώντας τα νέα οπτικοακουστικά μέσα και ιδιαίτερα το τηλεοπτικό.

Αντιπροσωπευτική του απομυθοποιητικού και ταυτόχρονα διεκδικητικού κλίματος της εποχής, ή μελέτη του Eco, αρχίζει παραθέτοντας τις

(καταστροφολογικές) απόψεις, τόσο των παλιών αριστοκρατών (φόβος μπροστά στις κοινωνικές επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης και στις νέες κοινωνικές ομάδες που αυτή έφερε στο προσκήνιο), όσο  και των μελών της σχολής της Φρανκφούρτης, δηλαδή εκείνων των μελετητών  που, ήδη απογοητευμένοι από την εξάρτηση των μέσων μαζικής επικοινωνίας από τις δικτατορικές πολιτικές εξουσίες της Ευρώπης του μεσοπολέμου, απογοητεύτηκαν και πάλι όταν, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ, διαπίστωσαν την εξ ίσου αντικοινωνική εμπορευματική χρήση των μέσων που γινόταν εκεί.

Και στις δυο περιπτώσεις η μαζική επικοινωνία νοείται ως μια νέα, επίφοβη επικοινωνιακή εξουσία, και στις δύο περιπτώσεις τα ΜΜΕ και οι χειριστές τους κατηγορούνται ότι απομακρύνουν τους πολίτες από τα υψηλά πολιτειακά ιδανικά. Στη δεύτερη περίπτωση τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ κατηγορούνται επιπλέον για συνειδητή παρεμπόδιση της συμμετοχής των πολιτών στις δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες, την πολιτική εξουδετέρωσή τους και τη μετατροπή τους σε μονοδιάστατους καταναλωτές. Πρόκειται για τις πρώτες καταγγελίες ότι τα νέα μέσα έχουν ήδη απομακρυνθεί από τον ρόλο του αυτονόητου στηρίγματος της κλασικής αστικής δημοκρατίας, άποψη που είχε επί μακρόν επικρατήσει σχετικά με τον τύπο, ή μάλλον, ότι τα νέα μέσα δημιουργούν δυναμικές που αντιφάσκουν με πολλές από τις μοντέρνες αρχές και ότι αρχίζουν να μετατρέπονται σε κάτι καινούργιο και ανησυχητικό.

Στη συνέχεια παρατίθενται οι απόψεις των «θεραπόντων», από τους αμερικανούς φιλελεύθερους διανοητές των αρχών του 20ου αιώνα, ως τις σχετικά πρόσφατες τότε, αισιόδοξες απόψεις του Mac Luhan σχετικά με τις απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων μέσων επικοινωνίας.

Και για τους αισιόδοξους «ενσωματωμένους» η νέα κατάσταση εμπεριέχει την παρουσία μιας νέας επικοινωνιακής εξουσίας, μόνο που αυτή θεωρείται τώρα σύμμαχος σε μια διαδικασία απελευθέρωσης δημιουργικών κοινωνικών δυνάμεων.

Ο Εco αντιπαρέρχεται το θέμα του ποια από τις δύο σειρές απόψεων είναι πλησιέστερη προς την αλήθεια και προτιμά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υπό το πρίσμα μιας άλλης επικοινωνιακής εξουσίας, υπαρκτής και εξαιρετικά ενεργού τη δεκαετία του ’60, της αντιπολιτευόμενης εξουσίας που τον καιρό εκείνο, υπό την επιρροή των μαρξιστικών γκραμσιανών θεωριών, ονομάζεται προοδευτική  ή οργανική διανόηση. Το ερώτημα λοιπόν γίνεται τώρα, πώς από τη μία μεριά θα γίνει σωστή εκμετάλλευση των θετικών δυνατοτήτων που εμπεριέχονται στο νέο επικοινωνιακό σκηνικό, και αφετέρου πώς θα καταπολεμηθεί η νέα πανίσχυρη ιεραρχία που εμφανίζεται να διοικεί τα νέα μέσα, αποτρέποντας την κοινωνικώς επωφελή χρήση τους.

Ο Eco, όπως  ο ίδιος παραδέχεται στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου του, θα αλλάξει αρκετές φορές άποψη[6]. Άλλοτε θα μιλήσει για επικοινωνιακό «σημειολογικό» ανταρτοπόλεμο, άλλοτε για τη θεωρία των ρωγμών (σύμφωνα με την οποία οι «προοδευτικοί επικοινωνητές» μπορούν να αλώσουν ή, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσουν τις νέες μαζικές εξουσίες, διεισδύοντας στο εσωτερικό των νέων επικοινωνιακών οργανισμών),  και άλλοτε θα υποστηρίξει την εγγενή «προοδευτικότητα» ορισμένων πλευρών των νέων μέσων.

Το γεγονός είναι, ότι τα οπτικοακουστικά μέσα της εποχής εκείνης βρίσκονται ακόμη (με εξαίρεση τις ΗΠΑ) υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της κρατικής εξουσίας. Επομένως, οι κριτικές που απευθύνονται στα μέσα αυτά συμπίπτουν εν πολλοίς με την κριτική που ασκείται στις τότε κυβερνήσεις. Και επειδή πολλοί (ακόμη και οπαδοί της αντιπολιτευόμενης επικοινωνιακής εξουσίας «προοδευτικοί διανοούμενοι») προτιμούν να αγνοήσουν την  εμπειρία της σχολής της Φρανκφούρτης, η απελευθέρωση των μέσων αρχίζει να ταυτίζεται με την χειραφέτήσή τους από την κρατική εξουσία, χωρίς να γίνεται η δέουσα διάκριση ανάμεσα σε ενδεχόμενη κοινωνικοποίηση ή ιδιωτικοποίησή τους. Όπως θα διαφανεί αργότερα, στην επίθεση κατά του κρατικού ελέγχου των μέσων που ξεκινά εκείνη την περίοδο από την πλευρά των ιδιωτών, θα χρησιμοποιηθούν, ως δούρειος ίππος, διάφορες δημοφιλείς τότε απόψεις υπέρ της επικοινωνιακής αυτοδιαχείρισης και του ραδιοφωνικού ερασιτεχνισμού. Τα ίδια φαινόμενα θα επαναληφθούν στην Ελλάδα περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα , όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 θα ξεκινήσει η δημόσια συζήτηση κατά του κρατικού μονοπωλίου στα ηλεκτρονικά μέσα, αρχίζοντας από το ραδιόφωνο. [7](*)

 

4β. Πιο πρόσφατοι απολογισμοί και επισημάνσεις

Από την εποχή που ο Eco έκανε τους παραπάνω επικοινωνιακούς απολογισμούς και προβληματιζόταν για το δέον γενέσθαι έχουν περάσει περίπου σαράντα χρόνια, περισσότερος από το χρόνο μιας γενιάς. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τόσο στο χώρο της επικοινωνίας, όσο και σε εκείνον της πολιτικής και της κοινωνίας γενικότερα..

Ήδη το 1970 θα αναδειχθεί ως  έτος τομή στην πορεία της τεχνογνωστικής ανάπτυξης των κοινωνιών, μια που θεωρείται ως ο χρόνος κατά τον οποίο οι δορυφορικές επικοινωνίες διαφοροποίησαν ριζικά το υπάρχον σκηνικό,

υλοποιώντας τις βασικότερες επικοινωνιακές προϋποθέσεις για την επερχόμενη νέα παγκοσμιότητα. Στο επίπεδο των πολιτικών εξελίξεων πολλές από τις αλλαγές έχουν ως συμβολική χρονολογική αναφορά το 1989, όταν κορυφώνονται οι κοσμογονικές πολιτικές ανακατατάξεις που θα οδηγήσουν στην κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και στην κατάργηση του διπολικού κόσμου της μεταπολεμικής εποχής.

Αρκετές από τις αλλαγές αυτές υπήρξαν απρόσμενες, με αποτέλεσμα να γίνει σαφές ότι απαιτείται επαναπροσαρμογή πολλών θεωρήσεων και ερμηνειών που εθεωρούντο κλασικές. Το πρώτο απαραίτητο βήμα για την κατανόηση των νέων καταστάσεων υπήρξε, βέβαια, η καταγραφή των αλλαγών στους επιμέρους τομείς.

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία περιγράφει τις επικοινωνιακές και κοινωνικές μεταβολές της τελευταίας περιόδου αναζητώντας τις μεταξύ τους τομές, είναι εκείνη των Jay Blumler και Michael Gurevitch[8]. Η μελέτη, αν και δημοσιευμένη σχετικά πρόσφατα (το 1996, τριάντα περίπου χρόνια μετά από τους απολογισμούς του Εco), δεν είναι ακόμη σε θέση να δει να υλοποιούνται τα παγκόσμια δίκτυα στη μορφή που θα πάρουν τα τελευταία χρόνια.  Παρ’ όλα αυτά πρόκειται για μια σημαντική χαρτογράφηση των νέων καταστάσεων και τάσεων.

Στην μελέτη αυτή, οι κυριότερες αλλαγές που εντοπίζονται στον επικοινωνιακό τομέα είναι οι ακόλουθες[9]:

α.  Έχει ενισχυθεί ο ρόλος των οικονομικών και των εμπορικών παραγόντων στη δομή και τη λειτουργία των μέσων. Η επιρροή των οικονομικών παραγόντων επί των μέσων μετατίθεται από το εθνικό προς το υπερεθνικό επίπεδο. Οι δημόσιοι φορείς ραδιοτηλεόρασης ιδιωτικοποιούνται ή αντιμετωπίζουν ισχυρό ανταγωνισμό από τους ιδιωτικούς. Σε πολλές χώρες η αύξηση των εμπορικών μέσων συνοδεύεται από σχετική αποπολιτικοποίηση, που αντανακλάται στη μειωμένη κάλυψη των πολιτικών ζητημάτων, στην μειωμένη στήριξη των πολιτικών θεσμών και στην εντονότερα κριτική  απέναντι στα πολιτικά προγράμματα και τις πολιτικές θέσεις.

β. Έχουν πολλαπλασιαστεί τα μέσα και ιδιαίτερα οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί. Αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων στις δυνατότητες που παρέχει η δορυφορική τεχνολογία.  Ως συνέπεια, αυξάνεται ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση του κοινού και ευνοείται η εμφάνιση λαϊκιστικού λόγου.

γ. Έχει διεθνοποιηθεί η οργάνωση και η ροή της μαζικής επικοινωνίας  Ένας μικρός αριθμός συγκροτημάτων αγωνίζεται για την υπερεθνική κυριαρχία. Εδώ, οι δύο μελετητές επικαλούμενοι τον Mac Quail προσθέτουν την (ενδεχόμενη) εμφάνιση μιας διεθνούς «κουλτούρας των μέσων».[10]

δ. Έχει αυξηθεί η τεχνική πολυπλοκότητα με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τόσο οι διαδικασίες παραγωγής του μαζικού μηνύματος (νέες διαδικασίες συλλογής, σύνταξης και μετάδοσης των ειδήσεων) όσο και οι συνθήκες πρόσληψής του (εκτεχνολογισμός του ελεύθερου χρόνου).

ε. Το κοινό κατακερματίζεται σε μικρότερες ομάδες εξειδικευμένου γούστου.

Παράλληλα στην κοινωνία…

α.  Καταρρέουν οι παραδοσιακοί φορείς εξουσίας που κάποτε αποτελούσαν πόλο ταυτότητας και αφοσίωσης πολλών ανθρώπων  (κόμματα, εκκλησία, συνδικάτα, τοπικές κοινότητες), ενώ παράλληλα μειώνεται ο σεβασμός και αυξάνεται ο σκεπτικισμός απέναντι στους ηγέτες και τις μορφές εξουσίας.

β. Εξασθενούν οι αντίστοιχοι φορείς κοινωνικοποίησης και δημόσιας τάξης, όπως η οικογένεια και το σχολείο. Οι λειτουργίες κοινωνικοποίησης μεταφέρονται στις ομάδες συνομηλίκων στους δρόμους των πόλεων.

γ. Εμφανίζεται ένας ατομικιστικός, καταναλωτικός τρόπος ζωής που συνδέεται με αυξημένες προσδοκίες, με την επιθετική διαφήμιση και με τη δημιουργία μιας κοσμοθεωρίας που προωθεί τον καταναλωτισμό.

δ. Πέρα από την γεωγραφική, την επαγγελματική και την κοινωνική κινητικότητα, εμφανίζεται αυξημένη και η ψυχολογική, δεδομένου ότι προσφέρονται περισσότερα πρότυπα προς ταύτιση και περισσότερες πολιτισμικές επιλογές.

ε. Μεταβάλλεται, αν και διαφιλονικούμενη, η κοινωνική θέση ορισμένων στρωμάτων όπως οι νέοι και οι γυναίκες.

ζ. Στη δημόσια σφαίρα εμφανίζονται δυσεπίλυτα προβλήματα όπως τα προβλήματα οικονομικής διαχείρισης, της προστασίας του περιβάλλοντος, των απαιτήσεων για κοινωνικές δαπάνες, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών καθώς και άλλες εκδηλώσεις της κοινωνικής διάλυσης.

Μετά από τον εντοπισμό αυτών των τάσεων οι δύο μελετητές δεν μπορούν παρά να διαπιστώσουν μερικές παρεπόμενες συνέπειες, τις οποίες όμως περιορίζονται να χαρακτηρίσουν ως «παράδοξα».

«Όλες αυτές οι τάσεις βρίθουν παραδόξων» γράφουν. «Καλλιεργούν υψηλότερες κοινωνικές προσδοκίες και συνάμα ζοφερότερες κοινωνικές προοπτικές. Προβάλλουν αυξημένες απαιτήσεις από τις αρχές, ενώ η ικανότητα παρέμβασης των αρχών έχει μειωθεί. Έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία περισσότερο εξαρτημένη από τις επικοινωνίες, ενώ την ίδια στιγμή –λόγω των δυνάμεων της εμπορευματοποίησης, της παγκοσμιοποίησης και του πολλαπλασιασμού των μέσων- εξασθενεί η δύναμή της όσον αφορά την παρέμβαση και τη ρύθμιση των βασικών μέσων και φορέων επικοινωνίας»[11].

Εδώ οι δύο αναλυτές απέχουν μόλις ένα βήμα από το να εικάσουν έστω, ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι δυνάμεις εμπορευματοποίησης και παγκοσμιοποίησης που επικαλούνται και ποια είναι η λογική των παρεμβάσεών αυτών των δυνάμεων στις περιγραφόμενες διαδικασίες. Αν σ’ αυτό το σημείο γινόταν αναλυτικότερος λόγος για την (ούτως ή άλλως εύκολα παρατηρούμενη) αυξημένη δύναμη των ιδιωτών και τις επιπτώσεις αυτής της αύξησης επί των κοινωνικών και των επικοινωνιακών τάσεων της εποχής μας, η όλη ανάλυση θα προέκυπτε πιο λειτουργική και πιο κατανοητή, ενώ οι συνέπειες των παρατηρούμενων τάσεων θα έμοιαζαν λιγότερο παράδοξες.

Όμως οι Blumler και Gurevitch δεν οδηγούν τους συλλογισμούς τους στην αναζήτηση των προεξαρχόντων αιτίων ούτε όταν αποφασίζουν να ασχοληθούν με ένα από τα βασικότερα σημεία τομής μεταξύ κοινωνικών και επικοινωνιακών αλλαγών, την πολιτική επικοινωνία[12].

Διερευνώντας αυτόν το χώρο δεν μπορούν παρά να διαπιστώσουν την ύπαρξη πολιτικών και δημοσιογράφων που ανταγωνίζονται μέσα «σε μια κατάσταση ακήρυχτου πολέμου», εξ αιτίας της οποίας «πλήττεται η πίστη στο κύρος της πολιτικής».  Διαπιστώνουν επίσης ότι «ο πολιτικός λόγος των μέσων αναφέρεται όλο και συχνότερα στην απογοήτευση  του κοινού από τους ηγέτες και τους πολιτικούς θεσμούς» και ότι «τα ειδησεογραφικά ΜΜΕ προβάλλουν διαρκώς μια θέση που ασκεί επιρροή στο σύστημα, δηλαδή ότι ο σεβασμός των ψηφοφόρων προς τους πολιτικούς ηγέτες και τους θεσμούς πέφτει κατακόρυφα» έτσι, «τα ΜΜΕ ερμηνεύουν για λογαριασμό του κοινού τους πως αυτό αντιλαμβάνεται -και επομένως πρέπει να αντιλαμβάνεται- την πολιτική και τους θεσμούς».

Στις καταλήξεις τους, όμως σε σχέση με την εν γένει πολιτική επικοινωνία αρκούνται στο να διαπιστώσουν τις εξής τάσεις:

1. «Την απομάκρυνση της δημοσιογραφίας από τους πολιτικούς στόχους». Προφανώς εννοούν την απομάκρυνσή της από  την πολιτική όπως αυτή νοείται στα νεωτερικά αστικοδημοκρατικά πλαίσια ή όπως περιγράφεται στα περίφημα κείμενα περί ¨δημόσιας σφαίρας¨ του Χάμπερμας[13]. Την απομάκρυνση αυτή την αποδίδουν  στις παρεμβάσεις των επαγγελματιών της επικοινωνίας (επικοινωνιολόγων που δρουν πλέον για λογαριασμό των πολιτικών ενοχλώντας τους δημοσιογράφους), στην υποτιθέμενη (όπως οι ίδιοι σημειώνουν) εξασθένηση του ενδιαφέροντος του κοινού για την πολιτική και στις οικονομικές πιέσεις που ασκούνται επί των μέσων (τα οποία εδώ νοούνται ακόμη ως αυτόνομες οικονομικές επιχειρήσεις, μη συνδεδεμένες με άλλες επιχειρησιακές δραστηριότητες, άρα υποκείμενες  εύκολα σε οικονομικούς εκβιασμούς).

2. Την αποσταθεροποίηση των (πολιτικών) ελίτ. Αυτή αποδίδεται σε τρεις λόγους: α) την αύξηση των αρνητικών ειδήσεων που αναφέρονται σ’ αυτές (η οποία όμως, όπως είδαμε,  και για τους ίδιους τους συγγραφείς προκύπτει εσκεμμένη), β) την περιορισμένη και «διαμεσολαβημένη» πρόσβαση σ’ αυτές, γ) την ευρύτατη διάδοση λαϊκιστικών σχημάτων επικοινωνίας που υποστηρίζουν υπόρρητα την ανωτερότητα του κοινού νου του μέσου ανθρώπου και δ) την λίγο πολύ τυποποιημένη παρουσίαση των πολιτικών θεμάτων, με τρόπο που υποδηλώνει την απογοήτευση του κοινού από τις ελίτ.

3. Την μερική φθορά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (και εδώ θα έλεγε κανείς ότι δε μένει παρά να προσδιοριστεί ποιος έχει το συμφέρον και τη δύναμη να προκαλέσει τη φθορά της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά οι δύο μελετητές ήδη διαπιστώνουν κάτι μη κατανοητό τουλάχιστον στους έχοντες ευρωπαϊκή πολιτική παιδεία, δηλαδή ότι οι παραπάνω διαπιστούμενες τάσεις αποβαίνουν…) προς όφελος της άμεσης δημοκρατίας.

Δεδομένου ότι δε γίνεται νύξη στις διαδραστικές ιδιότητες των δικτύων (για τις οποίες πολλά θα λεχθούν τα τελευταία χρόνια ως σήμερα), προφανώς ως άμεση δημοκρατία νοείται εδώ η θεωρητική δυνατότητα των ακροατών-θεατών να τηλεφωνήσουν κατά τη διάρκεια των εκπομπών και η εκμετάλλευση αυτού του φαινομένου από την πλευρά των μέσων προκειμένου να υποστηρίξουν ότι μπορούν να επιτύχουν αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό τους, περίπτωση για την οποία, ήδη την εποχή των κηνσόρων και των θεραπόντων του Eco, οι ειδήμονες έχουν συμφωνήσει ότι δεν είναι παρά ένα φτωχό και φαινομενικό υποκατάστατο επικοινωνιακής ανάδρασης.

Και η παγκοσμιοποίηση; Η παγκοσμιοποίηση σύμφωνα με τους Blumler και Gurevitch είναι ένα άλλο σημείο τομής μεταξύ επικοινωνίας και κοινωνίας, αλλά εδώ ως παγκοσμιοποίηση νοείται μόνον η νέα παγκόσμια διάσταση της εμβέλειας των μέσων και όχι μια γενικότερη πολιτική. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μελετηθεί, χρησιμοποιώντας τις διάφορες ήδη υπάρχουσες θεωρίες που επιδιώκουν την ερμηνεία της μαζικής επικοινωνίας.

Στο ίδιο περίπου πνεύμα, δηλαδή αντιμετωπίζοντας την νέα κοινωνική και επικοινωνιακή κατάσταση ναι μεν ως ανησυχητική, αλλά όχι ως ποιοτικά διαφορετική από την ήδη υπάρχουσα, βρίσκονται και οι αναλύσεις άλλων μελετητών κυρίως του αγγλοσαξονικού χώρου. Για τους μελετητές αυτούς ο ακραίος παγκοσμιοποιητικός νεοφιλελευθερισμός και η μεταμοντέρνα πολιτισμική του επικάλυψη θεωρούνται λιγότερο ή περισσότερο ως προεκτάσεις του μοντερνισμού στη σύγχρονη επικοινωνιακή εποχή[14]. Κατά συνέπεια, οι βασικές νεωτερικές αρχές εξακολουθούν να λειτουργούν και, για να αντιμετωπισθούν τα νέα προβλήματα, αρκεί οι αρχές αυτές να διορθωθούν και να προσαρμοστούν.

‘Έτσι,  μελετητές όπως ο James Curran προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις ανησυχητικές καινοτομίες της νέας περιόδου διατυπώνοντας αμυντικές δεοντολογίες, όπως για παράδειγμα την επαναξιοποίηση της δημόσιας τηλεόρασης.[15] Για τους μελετητές αυτούς υπάρχει ακόμη στα ΜΜΕ μια ισχυρή παρουσία νεωτερικής επικοινωνιακής εξουσίας που είναι σε θέση να αντισταθεί αποτελεσματικά στις μεταμοντέρνες νοηματικές κονιορτοποιήσεις.

Η στάση αυτών των συγγραφέων είναι κατανοητή στο βαθμό που, στις επιθετικές καινοτομίες της παγκοσμιοποίησης, του ιδιωτικοποιούντος οικονομικού φιλελευθερισμού και του «επικοινωνιακού» μεταμοντερνισμού, σπάνια εμπεριέχεται η παραδοχή ότι στρέφονται κατά του «πατρός» αστικού δημοκρατικού μοντερνισμού. Αντίθετα, συνήθως δηλώνουν ως στόχους κάποιες, όχι κατ’ ανάγκην ιδιαίτερα επικίνδυνες σήμερα, αρχαϊκές επιβιώσεις (θρησκευτικούς και άλλους φονταμενταλισμούς, κλπ, ιδιαίτερα όταν έχουν εγκαταλείψει τις παλιές (αρχαϊκές) τους απαιτήσεις για οικουμενικότητα και έχουν «εκμοντερνιστεί» -με καθυστέρηση- συμφιλιωνόμενοι με τις  ιδέες και τις τάσεις των  εθνικών ομάδων μέσα στις οποίες δρουν).

Οι ανοικτές επιθέσεις κατά του πρωτότοκου και αγαπημένου παιδιού του διαφωτισμού και του ουμανισμού, του εθνικού κράτους, είναι φαινόμενο τελείως πρόσφατο, και δεν δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν προκύπτει ιδιαίτερα κατανοητό σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, όπου το υπάρχον κράτος, υπό τη σημερινή συγκυρία,  έχει κάθε λόγο να οικειοποιείται τις παγκοσμιοποιητικές αυτοκρατορικές προοπτικές.

Επίσης, οι επιθέσεις κατά του κοινωνικού κράτους ακόμη και σήμερα καλύπτονται πίσω από μάλλον «μεταφυσικές» αναγκαιότητες σχετικές με τη φαταλιστική έλλειψη εναλλακτικών λύσεων απέναντι σε μια απροσδιόριστη γενική οικονομική κρίση.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το τι συνέβαινε μόλις δέκα χρόνια πριν, υπάρχουν πλέον σημαντικές μελέτες που αναγνωρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι καθοριστικά διαφορετικό σε πολλές και σημαντικές του εκφάνσεις αρχίζοντας από την επικοινωνιακή.

 

5. Διερευνώντας την επάρκεια των όρων

5α. Παγκοσμιοποίηση και παγκοσμιότητα

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, τα προβλήματα των σχέσεων πολιτικής και επικοινωνίας εξετάζονται όλο και πιο συχνά σε συνάρτηση με το φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης». Δηλαδή λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ριζικές αλλαγές που παρατηρούνται ήδη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα (και που εξακολουθούν να υλοποιούνται καταιγιστικά κατά την έναρξη του 21ου), στην οικονομική, την πολιτική και την πολιτισμική σφαίρα, με άξονα σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες και δημογραφικές ανακατατάξεις. Φαινόμενα,  που από τη μία πλευρά καθιστούν εφικτή την δυνατότητα πλανητικής θεώρησης προβλημάτων, λύσεων και προοπτικών, ενώ από την άλλη αναδεικνύουν την συρρίκνωση του προσιτού χώρου.

Η «παγκοσμιοποίηση» όμως,  (λέξη που χρησιμοποιείται συχνότατα στην τρέχουσα πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση) ανήκει στους όρους εκείνους που πάσχουν από έντονη πολυσημία, αρχίζοντας από την (συνήθη) σύγχυση ανάμεσα στο περιγραφικό και το δεοντολογικό τους περιεχόμενο.  Επί πλέον, όπως παρατηρείται από σύγχρονους μελετητές πρόκειται για μία από τις «πιο τετριμμένες έννοιες των καιρών(…) που είναι στα χείλη όλων, (…) που επαναλαμβάνεται χωρίς να αποσαφηνίζεται»[16], ενώ παράλληλα, σε αντίθεση με άλλες νεοεισαχθείσες και εξ ίσου ασαφείς έννοιες, όπως πχ η «απορύθμιση», ο όρος «παγκοσμιοποίηση» παρουσιάζεται ιστορικά βεβαρυμένος.

Πράγματι, έχουν υπάρξει ήδη περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει γίνει επίκληση σε λογής λογής οικουμενικότητες, είτε επειδή εκ των πραγμάτων είχε δημιουργηθεί μια αίσθηση παγκοσμιότητας (όπως πχ κατά την τελευταία περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) είτε γιατί, τόσο οι μονοθεϊστικές θρησκείες όσο και οι μεγάλες μοντέρνες αφηγήσεις υποστήριξαν με αυτονόητη και  ενσωματωμένη βεβαιότητα, την οικουμενική εμβέλεια και ισχύ των βασικών τους αρχών.

Παρ’ όλα αυτά, πολλές από τις αναλύσεις που επικαλούνται σήμερα την παγκοσμιοποίηση, δεν διακρίνουν ανάμεσα στις (ενδεχομένως απελευθερωτικές) δυνατότητες  που εμπεριέχονται στις νέες επικοινωνιακές δομές που την στηρίζουν και στον τρόπο με τον οποίο οι δυνατότητες αυτές υλοποιούνται στην πράξη, με βάση τον σημερινό συσχετισμό των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Στα πλαίσια του παρόντος σημειώματος θεωρούμε χρήσιμο να διακρίνουμε αφενός τις νέες προοπτικές οικουμενικής κατανόησης και παρέμβασης που εξυπηρετούνται από τις νέες επικοινωνιακές επινοήσεις και που υπόσχονται μια νέα αντίληψη περί παγκοσμιότητας και αφετέρου στις διάφορες πολιτικές που είναι δυνατό να αναπτυχθούν από τις οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις, έτσι ώστε αυτές να  επωφεληθούν κατά το μέγιστο δυνατό από τις διαγραφόμενες νέες συνολικές ισορροπίες. Αυτές οι πολιτικές αποτελούν τις διάφορες και διαφορετικές προτάσεις «παγκοσμιοποίησης»

Η παγκοσμιοποίηση, ακόμη και ετυμολογικά, τόσο στην ελληνική όσο και στις λατινογενείς γλώσσες περιγράφει μια «ποίηση», μια δράση, άρα μια πολιτική από τις πολλές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διατυπωθούν και να υλοποιηθούν σε συνάρτηση με τις νέες δυνατότητες παγκοσμιότητας που εξασφαλίζουν οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες.

Βέβαια, από τις πολλές εν δυνάμει «παγκοσμιοποιήσεις» εκείνη που επικράτησε χάρη στην σύμπτωση μια σειράς γεγονότων και ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων και η οποία εξακολουθεί να επικρατεί μονοπωλώντας την απροκάλυπτη ή λανθάνουσα σημασιοδότηση του προκείμενου όρου, είναι εκείνη που εκφράζεται στον διεθνή τομέα με την ατλαντική επεκτατικότητα, στην οικονομία με τον  ιδιωτικοποιούντα νεοφιλελευθερισμό και στην πολιτιστική σφαίρα με τον μεταμοντέρνο σχετικισμό.

Μια τεκμηριωμένη παράθεση των απόψεων που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα για το φαινόμενο που αποκλήθηκε «παγκοσμιοποίηση» (που όμως εδώ συμπίπτει με αυτό που εμείς ονομάζουμε νέα παγκοσμιότητα), καθώς και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση σχετικά με  το αν αποτελεί ή όχι μια αλλαγή βαθμού ή μια αλλαγή είδους υπάρχει στο πρόσφατο σύγγραμμα της Σοφίας Καϊτατζή Γουίτλοκ  «Η επικράτεια των Πληροφοριών» [17].

«Υποστηρίζουμε», γράφει η Καϊτατζή «ότι η τεκταινόμενη ¨παγκόσμια ολοκλήρωση¨ αποτελεί ένα νέο και ιδιότυπο φαινόμενο. Ένα φαινόμενο σαφώς ξεχωριστό και ιδιόρρυθμο, το οποίο συνιστά, επομένως, μια αυτόνομη κατηγορία. Ισχυριζόμαστε ακόμη ότι η γένεση αυτού του φαινομένου αποτελεί την πηγή μιας σειράς πρωτόγνωρων προκλήσεων, που δημιουργούν αμηχανία στα άτομα, αλλά και στις ηγετικές ελίτ, ενώ είναι σαφές ότι καλούμαστε να τοποθετηθούμε απέναντί τους και να τις αντιμετωπίσουμε»[18].

5 β. Η «προοδευτική» παγκοσμιότητα και η «παλινδρομούσα» παγκοσμιοποίηση

Επειδή το θεωρώ χρήσιμο για την παραπέρα ανάπτυξη των συλλογισμών που παρατίθενται στο παρόν κείμενο, αλλά και επειδή ως και ο όρος «πρόοδος» έπαψε πλέον να έχει την εμφαντική μονοσημία της νεωτερικής περιόδου, θα ήθελα στο σημείο αυτό να επικαλεστώ τις απόψεις του Regis Debray σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατό να θεωρήσει κανείς την ιστορία και, κατ’ επέκτασιν, τα σχετικά με την γραμμικότητα ή μη της «προόδου». Ο γάλλος μελετητής υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς την ιστορία είναι διττός[19]. Από τη μία πλευρά είναι δυνατό να την αντιμετωπίσει ως  διαχρονική εξέλιξη των σχέσεων του ανθρώπου με τα πράγματα, ενώ από την άλλη η ιστορία εμπεριέχει τις διαχρονικές μεταβολές των σχέσεων του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Οι δύο ¨πορείες¨, αν και αλληλοεπηρεάζονται, είναι εφικτό και χρήσιμο να θεωρηθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη.

Στην πρώτη περίπτωση παρατηρείται θετική μετεξέλιξη χαρακτηριζόμενη από την αύξηση των γνώσεων που συσσωρεύονται και αποθηκεύονται από τις ανθρώπινες κοινωνίες, άρα υπάρχει πρόοδος. Πράγματι, σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για το «φυσικό κόσμο|» από όσα ξέραμε κατά τη διάρκεια της λίθινης περιόδου ή της εποχής του χαλκού, επομένως η σχέση μας με τα πράγματα έχει αδιαμφισβήτητα θετικό πρόσημο.

Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι τόσο απλή. Διαχρονικά, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων χαρακτηρίζονται από παλινδρομικότητα και, εν πολλοίς, επανάληψη ανάλογων καταστάσεων. Το στοιχείο της προόδου εδώ δεν θεωρείται αυτονόητο, αλλά τίθεται υπό την αίρεση «υποκειμενικών» θρησκευτικών, φιλοσοφικών, ιδεολογικών ή ακόμη και αισθητικών απόψεων και πεποιθήσεων. Το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι δυνατό να επαναλαμβάνονται, είναι, μεταξύ άλλων, η αιτία που ορισμένα καλλιτεχνήματα είναι δυνατό να θεωρηθούν ως ¨κλασικά¨, μια που ο βασικός τους προβληματισμός γύρω από την ανθρώπινη υπόσταση εξακολουθεί να ενδιαφέρει παρά την παρέλευση αιώνων ή και χιλιετιών από την εποχή της δημιουργίας τους.

Αποδεχόμενοι την παραπάνω θεώρηση μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πρόοδος της επικοινωνιακής, κυρίως, τεχνολογίας επιτάχυνε τις διαδικασίες που αυξάνουν δυνητικά τις επαφές μεταξύ των ανθρώπων και οδηγούν σε μια νέα αντίληψη περί οικουμενικότητας. Ενισχύθηκε έτσι μία εν δυνάμει θετική παγκοσμιότητα η οποία μπορεί να αποτελέσει ελπίδα για την αντιμετώπιση των πολλών νέων πλανητικών προβλημάτων που διαγράφονται απειλητικά πέρα από το κατώφλι του 21ου αιώνα, από τη δημογραφική έκρηξη ως την οικολογική κατάρρευση. Παράλληλα όμως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρήσουμε ούτε ως αυτονόητα θετική ούτε ως μοιραία και άνευ εναλλακτικών λύσεων την σημερινή (ή όποια άλλη) παγκοσμιοποιητική πολιτική. Η σημερινή συγκυρία έχει, βέβαια, σχέση με το επίπεδο του ελέγχου των «πραγμάτων», αλλά ουσιαστικά είναι προϊόν των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των κοινωνικών ομάδων στις οποίες αυτοί ανήκουν. Και αυτές οι σχέσεις αφενός είναι αναλύσιμες χωρίς τεχνοκρατικό ντετερμινισμό και «επιστημονικό» φαταλισμό, ενώ αφετέρου η πορεία τους παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένη.

 

6. Πολιτεία, ιδιώτες , επικοινωνία

6α. Η Πολιτεία στο στόχαστρο;

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει διατυπωθεί μεγάλο πλήθος θεωριών σχετικά με το τι ακριβώς είναι κράτος, τον τρόπο με τον οποίο  δημιουργήθηκε και τους λόγους που προκάλεσαν τη εμφάνισή του. Ακόμη και αν καταφύγει κανείς στην λεξικογραφημένη γνώση θα παρατηρήσει ότι οι πολιτειολογικές, κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, νομικές και άλλες προσεγγίσεις αφθονούν και ποικίλουν.

Εδώ θα αρκεσθούμε σε ορισμένες μόνο παρατηρήσεις που θεωρούμε χρήσιμες για την παραπέρα προσέγγιση του θέματος των σχέσεων ανάμεσα σε αμιγώς πολιτικές και ευρύτερες επικοινωνιακές εξουσίες.

Παρατήρηση πρώτη: Η δημιουργία των πρώτων πολιτειών, δηλαδή η εγκαθίδρυση σταθερών και διαρκών σύνθετων κοινωνικών ομάδων, δεν οφείλεται μόνον στο πλεόνασμα τροφίμων που δημιουργήθηκε χάρη στην εφαρμογή της τεχνολογίας των μεταλλικών εργαλείων (την εποχή της γεωργικής επανάστασης), αλλά και στην ενίσχυση της συλλογικής μνημονικής δυνατότητας που εξασφαλίστηκε από την επικοινωνιακή επινόηση της γραφής.

Παρατήρηση δεύτερη: Εάν εξαιρέσει κανείς τον πρώιμο μοντερνισμό που εμφανίζεται στις πόλεις – κράτη της κλασσικής ελληνικής περιόδου, καθώς και τις αντίστοιχες περιπτώσεις της ευρωπαϊκής πρώιμης αναγέννησης, θα χρειαστεί η δημιουργία των εθνικών κρατών (μια διαδικασία που ολοκληρώνεται κατά τον 19ο αι. αλλά που αρχίζει να προετοιμάζεται ήδη από την εποχή του Μακιαβέλι), για να απομακρυνθεί η έννοια του υπηκόου και να αντικατασταθεί  από τις έννοιες του κυρίαρχου λαού και του πολίτη[20].  Μία από τις βασικές  προϋποθέσεις για αυτήν την εξέλιξη αποτέλεσε η διάδοση της επικοινωνιακής επινόησης της τυπογραφίας  και η συνεπακόλουθη δημιουργία μιας νέας ισχυρής επικοινωνιακής εξουσίας η οποία στήριξε τις νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Παρατήρηση τρίτη: Οι περισσότερες από τις κοινωνιολογικές διερευνήσεις του πολιτειακού φαινομένου, αρχίζοντας από εκείνες που διατυπώθηκαν ήδη κατά την κλασική αρχαιότητα, τονίζουν ότι η παροχή του δικαιώματος άσκησης διακριτικής εξουσίας στα πολιτειακά όργανα, δηλαδή η δημιουργία και η αποδοχή της πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια του κράτους, δεν θα είχε διάρκεια εάν δεν συνοδευόταν από ισχυρά νομιμοποιητικά στοιχεία. Όντως, από τον καιρό που εμφανίστηκαν οι πρώτες μορφές πολιτείας, ελάχιστες υπήρξαν οι φορές  που αμφισβητήθηκε συνολικά η χρησιμότητά της. Η πολιτεία θεωρήθηκε αυτονόητα ωφέλιμη, τόσο για τον συντονισμό των επιμέρους ομάδων που δημιουργήθηκαν από τον καταμερισμό των παραγωγικών διαδικασιών, όσο  και για την άσκηση διαιτησίας στις ενδεχόμενες προστριβές μεταξύ τους, ενώ παράλληλα φάνηκε ως η μόνη ικανή για την αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών και τον έλεγχο των εσωτερικών αντικοινωνικών στοιχείων. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρήθηκε αυτονόητο και ότι η πολιτεία ήταν η μόνη που μπορούσε να συντονίσει την κατασκευή μεγάλων κατασκευαστικών έργων, καθώς επίσης ότι ήταν η κατ’ εξοχήν αρμόδια στο να έχει τον τελευταίο λόγο σε θέματα σχετικά με την κοινωνικοποίηση των νέων, τον καθορισμό της ταυτότητας της ομάδας και την προβολή αυτής της ταυτότητας στο μέλλον[21].

Παρατήρηση τέταρτη: Όσο και αν διαχρονικά σπανίζουν  οι συνολικές ενστάσεις κατά της πολιτείας ως θεσμού, αντίθετα υπήρξε συχνή αμφισβήτηση των πολιτικών εξουσιών που την διαχειρίστηκαν. Ενάντια σ’ αυτές ακριβώς τις εξουσίες υπήρξαν έντονες επιθέσεις, ιδιαίτερα όταν γινόταν αντιληπτό ότι εγκατέλειπαν τον συνθετικό διαιτητικό τους ρόλο και μεταβάλλονταν σε εξουσιαστικό όργανο που μεροληπτούσε υπέρ κάποιας επί μέρους ομάδας, προφανώς της πιο ισχυρής αν και σπανίως της πιο πολυπληθούς. Όμως υπήρξαν περιπτώσεις όπου δημιουργήθηκε (ηθελημένη ή μη) σύγχυση μεταξύ του οργανωτικού και του αυθαίρετα εξουσιαστικού στοιχείου της κρατικής δομής. Επομένως επιθέσεις που κατευθύνονταν στην ουσία κατά κάποιου πολιτειακού σχήματος πήραν την μορφή επιθέσεων κατά της πολιτείας γενικά. (Η αλήθεια είναι ότι οι εννοιολογικές συγχύσεις παρουσιάζονται άφθονες όταν οι επικοινωνιακές δυνάμεις βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η ίδια η εννοιολογική ασάφεια αποτελεί αποτελεσματικό επικοινωνιακό όπλο).

Σε κάθε περίπτωση όμως, κατά το μέγιστο τμήμα της έως τώρα ιστορίας, οποιαδήποτε επιμέρους κοινωνική ομάδα (τάξη) έκρινε ότι πρέπει να αλλάξει η ισχύουσα συνολική πολιτική, ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στην  κατάληψη της πολιτειακής εξουσίας  και όχι στην κατάργησή της. Με βασιλοκτονία, με επανάσταση, με πραξικόπημα, με κατάληψη θερινών ή χειμερινών ανακτόρων ή με δημοκρατικές διαδικασίες, η όποια πολιτική αλλαγή, περνούσε κατ’ ανάγκην μέσα από την κατάκτηση του κράτους.

Παρατήρηση πέμπτη: Υπήρξαν καταγγελίες με συνολική αντικρατική διατύπωση που προήλθαν κατά καιρούς από υποστηρικτές της εξηρμένης ατομικής ελευθερίας και οι οποίες πήραν μορφή «φιλελεύθερων» αντικοινοτικών ή ακόμη και ατομικιστικών αναρχικών ρευμάτων, όπως υπήρξαν και καταγγελίες κατά του κράτους προερχόμενες από τους κατ’ εξοχήν κοινοτιστές, σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικούς κοινοτιστές. Οι αναρχικοί αντικρατικοί οραματισμοί έμειναν μέχρι στιγμής στα πλαίσια των ουτοπικών διατυπώσεων, οι σοσιαλιστικοί αναμετρήθηκαν με την πραγματικότητα μετά από μια σειρά επαναστάσεων οι οποίες κατά κανόνα οδήγησαν στην επιβολή ορισμένων από τα πιο παρεμβατικά κράτη που δημιουργήθηκαν ποτέ, παραπέμποντας την κατάργηση του κράτους σε κάποιο απροσδιόριστο μελλοντικό χρόνο, οι ατομικιστικές τέλος φιλελεύθερες ενστάσεις που δεν απέδωσαν στην περίοδο του εμπορικού και του βιομηχανικού καπιταλισμού επανήλθαν εντονότερες την εποχή του χρηματιστηριακής μεταβιομηχανικής κεφαλαιοκρατίας για να κορυφωθούν στην τρέχουσα περίοδο της «νέας οικονομίας».

Η ταυτόχρονη όμως εμφάνιση ορισμένων νέων παραγόντων και νέων συνθηκών συντελεί ώστε οι νέες επιθέσεις να μην είναι μια ακόμη, έστω ακραία, προέκταση των ατομικισμών και των φιλελευθερισμών που εμπεριέχονται από την αρχή στα νεωτερικά κινήματα, αλλά για κάτι το ποιοτικά διαφορετικό. Παρά την ασάφεια των διατυπώσεων και παρά το γεγονός ότι οι σημερινές αντικρατικές διατυπώσεις δανείζονται κάποια στοιχεία ως και από κλασσικές αναρχικές θεωρίες,  φαίνεται ότι στόχος των επιθέσεων των ατομικιστών ιδιωτών δεν είναι γενικά η εξουσιαστική δομή της κοινωνικής οργάνωσης, όσο αυτό καθεαυτό το νεωτερικό εθνικό  κράτος[22].

Στη θέση του προτείνεται μια παγκόσμια διακυβέρνηση ή οποία δημιουργείται  de facto έξω από τα μέχρι στιγμής διεθνή όργανα, ανατρέποντας τις μέχρι τώρα αρχές του δημοσίου δικαίου και εγκαθιστώντας άλλες. Οι νέες επικοινωνιακές ιεραρχίες, χωρίς την συμβολή των οποίων η εφαρμογή αυτών των καινοτομιών θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αναλαμβάνουν την καθιέρωση και την αναγωγή σε αρχή δικαίου, ασαφών (για τους πολίτες) πολιτικών, όπως η απορύθμιση. Η απορύθμιση (θα μπορούσε ίσως να περιγραφεί ως εσκεμμένη αποδόμηση του ισχύοντος –¨παλαιού¨- προκειμένου να αντικατασταθεί από το επιθυμητό -¨νέο¨) ανάγεται σε αιτιολογούσα νομική αρχή, ανάλογη με την πάλαι ποτέ «επανάσταση» και πολλές νέες ρυθμίσεις που επιβάλλονται απουσία των πολιτών, παρουσιάζονται ως αιτιολογούμενες όχι «επαναστατικώ» αλλά «απορυθμιστικώ» δικαίω .

6β. Ισορροπίες και αντιθέσεις στo νέο επικοινωνιακό πλαίσιο

Όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχουν μελετητές που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διατυπώνουν την άποψη ότι τα νέα φαινόμενα δεν αποτελούν παρά αναπόφευκτη εξέλιξη του μοντερνισμού, όπως υπάρχουν και άλλοι που για να ερμηνεύσουν τα τεκταινόμενα καταλήγουν στην άποψη ότι, απλούστερα, ο μοντερνισμός, ανίσχυρος μπροστά στις νέες απρόσμενες εξελίξεις, τις οποίες δεν αισθάνεται σε θέση να χειριστεί, αποφάσισε εν τέλει να αυτοκτονήσει[23].

Αντίθετα, στο παρόν κείμενο συνηγορούμε υπέρ της άποψης

α) ότι η επικράτηση του νέου ισχυρού οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλέγματος, στρέφεται κυρίως κατά του μοντερνισμού σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις του, (εκτός ίσως από μια κοινή λατρεία προς την καινοτομία, που, όμως, οφείλεται σε διαφορετικά κίνητρα και εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο) και

β) ότι αυτή η επικράτηση οφείλεται στο συγκυριακό συνδυασμό ορισμένων (ανιχνεύσιμων) καταστάσεων..

Οι καταστάσεις που συνέδραμαν στη δημιουργία και την ενίσχυση αυτού του πλέγματος θα μπορούσαν να σκιαγραφηθούν ως εξής:

1. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και με κορύφωση τις τελευταίες δεκαετίες του, δημιουργήθηκαν όντως οι προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας νέας παγκοσμιότητας. Οι κυριότερες αλλαγές ήταν γενικού επικοινωνιακού χαρακτήρα, αλλά σε συνάρτηση με τον ισχύοντα (τότε, αλλά και τώρα) συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, επέφεραν συγκεκριμένες οικονομικές και  πολιτικές επιπτώσεις. Πρόκειται, όπως περιγράφει η Καϊτατζή, για τη σύγκλιση τριών επικοινωνιακών τομέων που αρχίζει να δρομολογείται τεχνολογικά και πρακτικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Είναι «μια διαδικασία σύζευξης και ενοποίησης, ολοκλήρωσης και ομογενοποίησης» που αφορά «τρεις επικοινωνιακές υποδομές: την τηλεπικοινωνιακή, την πληροφορική και την οπτικοακουστική»[24] και που έχει ως αφετηρία μια σειρά νέων εφευρέσεων και επινοήσεων στα πλαίσια αυτών των τριών τομέων.

«Εν αρχή Ην η τεχνολογία» γράφει η Σ. Καϊτατζή. «Η σύγκλιση επιτεύχθηκε χάρη σε ένα κύμα τεχνολογικών καινοτομιών, που οδήγησε στην αιφνίδια κατάργηση της σπάνης και της ανεπάρκειας στη χωρητικότητα των δικτύων. Οι καινοτομίες συνίστανται, καταρχάς, στην επινόηση των οπτικο- ινικών συστημάτων μετάδοσης και στην εκλαΐκευση και εμπορική εκμετάλλευση των δορυφορικών συστημάτων μεταδόσεων στο μεταίχμιο της δεκαετίας 1970-1980. Η ξαφνική διαπλάτυνση του φάσματος συχνοτήτων και, κατά συνέπεια, η αύξηση της χωρητικότητας και του δυναμικού μετάδοσης σήματος υπήρξαν από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του 20ου αιώνα. Εξάλλου η ψηφιοποίηση τόσο του σήματος εκπομπής, όσο και των εξοπλισμών επεξεργασίας και εγγραφής περιεχομένου, καθώς και η ανάπτυξη της μικροηλεκτρονικής, συνέβαλαν στην ποιοτική ευελιξία και ορθολογικοποίηση της διαχείρισης του σήματος. Η μκροηλεκτρονική βοήθησε στην εμφύτευση Η/Σ στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, βελτιώνοντας δραστικά τις λειτουργίες τους. Η διασταύρωση των μικρο-ηλεκτρονικών Υ/Σ και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων αποτελεί τον πυρήνα των γενεσιουργών αιτίων αυτής της επανάστασης»[25].οπ.π σελ. 159-160

Οι επιπτώσεις της σύγκλισης καθώς και οι προοπτικές που αυτή καθιστά ορατές, δημιουργούν την αναγκαιότητα επιλογής πολιτικών αντιμετώπισης και σχεδιασμού.

Ήδη κατά τη δεκαετία του ’80, όπως αναφέρει η Καϊτατζή, συγκρούονται στα πλαίσια του ΟΟΣΑ, δύο αντιλήψεις: η γαλλική που προβλέπει «έναν ισχυρό αλλά και εξισορροπημένο ρόλο στο κράτος, σε σχέση με τους άλλους δρώντες, στην κατάστρωση, διαχείριση και προετοιμασία του λαού στα θέματα των νέων τεχνολογιών» και η αγγλοαμερικανική που με σύνθημα ¨Κάτω τα χέρια από τη Νέα οικονομία¨, συνίσταται στην επιβολή των τριών αρχών του νεοφιλελευθερισμού: την κατάργηση των (κυρίως κρατικών) μονοπωλίων, τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων οργανισμών με τη συνεπαγόμενη κατάργηση της έννοιας της δημόσιας ωφέλειας και  την πολιτική της απορύθμισης[26].

Ο συσχετισμός των δυνάμεων οδήγησε στην επιβολή των αγγλοαμερικανικών θέσεων που, εξάλλου, εξέφραζαν τη θέληση και τις πιεστικές προτροπές των  ιδιωτικών δυνάμεων  ¨της αγοράς¨. Λίγο αργότερα, η συνειδητοποίηση των συνεπαγόμενων προβλημάτων από την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων θα οδηγήσει στη δημιουργία ποικίλων κινημάτων βάσης, με στόχο τη καταπολέμηση αυτού του είδους της παγκοσμιοποίησης.

2. Έστω και εάν, μισό αιώνα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τα οικονομικά μεγέθη των ιδιωτικών επιχειρήσεων ήσαν τέτοια που μπορούσαν άνετα να συγκριθούν με  τους προϋπολογισμούς πολλών μικρών και μεσαίων κρατών, οι ιδιωτικές δυνάμεις δύσκολα θα επιχειρούσαν μια εκτεταμένη αντικρατική εκστρατεία, αν δεν είχαν καταφέρει να ιδιοποιηθούν τις δυνατότητες των νέων υπολογιστικών μηχανών. Οι πελώριες δυνατότητες απομνημόνευσης και χειρισμού πληροφοριών των ¨ηλεκτρονικών εγκεφάλων¨ δημιουργούν μια νέα τομή στην ιστορία της συλλογικής μνήμης, εξίσου σημαντική με εκείνη της γραφής ή της τυπογραφίας. Ο έλεγχος της νέας μνημονικής-επικοινωνιακής τεχνολογίας, όπως ακριβώς συνέβη και με τις αντίστοιχες παλαιότερες, προσδίδει τεράστια εξουσιαστικά πλεονεκτήματα.

Τώρα πλέον, ο προγραμματισμός και η υλοποίηση μεγάλων έργων και μεγάλων μεταρρυθμίσεων γίνεται εφικτός και χωρίς τη στήριξη των δυσκίνητων γραφειοκρατικών μηχανισμών, οι οποίοι εξ άλλου αναπτύσσουν νοοτροπίες που δεν συμβαδίζουν πάντα με τα ¨ιδιωτικο-οικονομικά¨ κριτήρια.

Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι οι επικοινωνητές-χειριστές των νέων μέσων δεν έχουν (ακόμη) διαμορφωθεί σε ανεξάρτητη εξουσιαστική ομάδα έτσι ώστε να μπορούν να επιβάλουν όρους και απόψεις αντίθετες από εκείνες των ιδιοκτητών.

3. Εξ ίσου δύσκολη θα ήταν η επίθεση κατά των νεωτερικών κρατικών  αντιλήψεων, εάν δεν υπήρχαν διαθέσιμα μέσα που να είναι σε θέση, όχι μόνον να προπαγανδίσουν αποτελεσματικά υπέρ της συγκεκριμένης επιχείρησης, αλλά και -το σημαντικότερο- να εγγυηθούν την εξασφάλιση ενός minimum κοινωνικής συνοχής, καθώς επίσης την κοινωνικοποίηση, τη διαπαιδαγώγηση και την υπόμνηση των απώτερων στόχων της κοινωνίας, λειτουργίες απαραίτητες για την ύπαρξη οποιασδήποτε κοινωνικής οντότητας, έστω και μαζικής. Αρμοδιότητες δηλαδή που στο μεν αρχαϊκό κράτος αφορούσαν κυρίως την εκκλησιαστική οργάνωση, στο δε μοντέρνο (μαζί με μια λίγο πολύ νεωτερίζουσα εκκλησία) τη διανόηση που συσπειρώθηκε γύρω από τον έντυπο λόγο. Τέτοιες δυνατότητες είχαν εντοπισθεί, ήδη από την εποχή της κηνσόρων της μαζικής κοινωνίας, στα σύγχρονα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στα οπτικοακουστικά. Όμως, εκτός από τον Τύπο, ο οποίος είχε ιστορικούς δεσμούς με τον μοντερνισμό, τα οπτικοακουστικά μέσα (με εξαίρεση τις ΗΠΑ), τελούσαν υπό καθεστώς άμεσου κρατικού-κοινωνικού ελέγχου.  Ο σκόπελος υπερκεράστηκε όταν, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι ιδιώτες κατάφεραν να οικειοποιηθούν τις συχνότητες επίγειας αναμετάδοσης των ερτζιανών, ιδιωτικοποιώντας το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.  Τώρα πλέον, χάρη στον έλεγχο των οπτικοακουστικών μέσων, μπορούσαν να επιβάλουν την εμπορευματοποιημένη εκδοχή της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά και να πληροφορήσουν, να διαπαιδαγωγήσουν, να αιτιολογήσουν και να κοινωνικοποιήσουν κατά το δοκούν. Με αυτόν τον τρόπο απλουστεύεται και η καθοδήγηση των φαντασιακών αναγκών του μαζικού κοινού: ως και ¨θαύματα¨ θα μπορούσε επιτέλους να  προβάλει ¨ζωντανά¨ η νέα οπτικοακουστική ¨θρησκεία¨, βρίσκοντας χαμένους συγγενείς και αναζωπυρώνοντας χαμένους έρωτες στα πλαίσια εκπομπών τύπου reality.

Η επικοινωνιακή εξουσία που δημιουργείται με άξονα τα οπτικοακουστικά μέσα αν και συνδεδεμένη με εκείνη του παλαιότερου μαζικού μέσου, του Τύπου, δεν απέκτησε μέχρι στιγμής την αυτονομία που χαρακτήρισε την κλασική δημοσιογραφία.

4. Η ίδια περίοδος, τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, τυχαίνει να συμπίπτει με την εμφάνιση έντονων κρίσεων (παραγωγικών, ιδεολογικών και άλλων) στις χώρες του αποκαλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή με την κρίση μιας μορφής κρατικού καπιταλισμού στηριγμένου σε σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές προθέσεις και οράματα. Ο ¨υπαρκτός σοσιαλισμός¨ που επικράτησε σε πολλές χώρες υπό την επιρροή της ισχυρής Σοβιετικής Ένωσης, απετέλεσε, κατά τη μεταπολεμική εποχή, το αντίπαλο δέος των δυτικών καθεστώτων.

Στις χώρες αυτές, οι ηγεσίες που είχαν άλλοτε νομιμοποιηθεί λόγω της συμμετοχής τους στις επαναστατικές διαδικασίες είχαν πλέον εκλείψει για ηλικιακούς λόγους, οι νεοδημιουργημένες μικροαστικές τάξεις απαιτούσαν δημοκρατία, ει δυνατόν καταναλωτική, ενώ τα ατομικιστικά στοιχεία, ελλείψει ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και παραοικονομίας, είχαν ικανοποιήσει μέρος των βλέψεών τους εντασσόμενα στον προνομιούχο κρατικό και κομματικό μηχανισμό, προκαλώντας έτσι μια γενικευμένη απαξία για την πολιτική. Η κατάρρευση του σοβιετικού τύπου σοσιαλισμού αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, μια μεγάλη ήττα για την εκεί επικοινωνιακή εξουσία, που δεν κατάφερε να ανανεώσει τους κώδικές της και, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τελετές  και συνθήματα ¨εκκλησιαστικού-μεταφυσικού, τύπου  δεν στάθηκε ικανή να χειριστεί τις φαντασιακές ανάγκες του ¨κοινού¨ της.

Με την πτώση της Μεγάλης Αρκούδας και των συμμάχων της, ένα μεγάλο τμήμα της διεθνούς ομάδας των επικοινωνητών που την είχαν στηρίξει άλλαξε προσανατολισμό, αντικαθιστώντας την προβολή  του προλεταριακού διεθνισμού με την στήριξη των παγκοσμιοποιητικών εγχειρημάτων. Η ομάδα αυτή στάθηκε πολύτιμος συμπαραστάτης στις νεοφιλελεύθερες, παγκοσμιοποιητικές και μεταμοντέρνες εκστρατείες της ¨νέας εποχής¨.

5. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τεκταινόμενα στο τελευταίο διάστημα του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα, συμβαίνουν σε έναν κόσμο όλο και πιο μικρό, ο οποίος τελεί υπό δημογραφική έκρηξη, στον οποίο οι παραδοσιακές πρώτες ύλες εξαντλούνται και όπου η μόλυνση του περιβάλλοντος μειώνει όλο και περισσότερο (τον ούτως ή άλλως πεπερασμένο) πλανητικό χώρο,  δε θα πρέπει να αγνοήσουμε ακόμη ένα από τα εντελώς νέα πλεονέκτηματα που διαθέτουν όσοι είναι σε θέση να χειριστούν τις φαντασιακές ανάγκες της κοινωνίας: την δημιουργία από τις κυβερνητικές μηχανές ενός εικονικού χώρου, ο οποίος μπορεί να προβληθεί ως λειτουργικό υποκατάστατο του πραγματικού, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τα μεταμοντέρνα δόγματα, ο πραγματικός κόσμος απλώς δεν υπάρχει.

6γ. Intermezzo:

Déjà vu ή περί ιστορικών αντιστοιχιών

Σε πρόσφατο δημοσίευμά του, ένας αμερικανός ιστορικός, οπαδός της παγκοσμιοποιητικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο Niall Fergeson[27] προειδοποιεί ότι το προσεχές μέλλον του πλανήτη ενδέχεται να επιφυλάσσει την έλευση ενός νέου μεσαίωνα. Φυσικά, η δυσοίωνη πρόβλεψη του Fergeson δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε καταγγελία κατά των ενδεχόμενων παρενεργειών της σημερινής παγκοσμιοποιητικής πολιτικής. Κάθε άλλο. Αυτό που τον προβληματίζει είναι η πιθανότητα να δημιουργηθεί ένας πολύ-πολικός κόσμος. Συγκεκριμένα εκφράζει το φόβο ότι οι σκοτεινοί χρόνοι θα επιστρέψουν σε περίπτωση που θα μειωθεί (για οποιοδήποτε λόγο) η παν-επιβλέπουσα αμερικανική ισχύς, οπότε οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και προβλέψιμες : ελλείψει ισχυρού κατευθύνοντος καθεστώτος θα πάρουν πάνω τους οι θρησκευτικοί φονταμενταλισμοί, θα επανεμφανισθούν οι οχυρωμένες πόλεις, θα γενικευτούν οι άναρχες μεταναστεύσεις, ενώ ο πλανήτης θα καταλήξει σε ένα γενικευμένο χάος.

Με αφορμή τις καταστροφικές προβλέψεις του Fergeson θα θέλαμε να προσθέσουμε κάποιες παρατηρήσεις που οδηγούν, γιατί όχι, στην ίδια ανησυχία, ύστερα όμως από διαφορετικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις, αποδοχές και εκτιμήσεις. Πράγματι, ανάμεσα στη κατάσταση όπως παρουσιάζεται σήμερα σε πλανητική κλίμακα και σε εκείνη που επικρατούσε κατά τη διάρκεια των ¨μέσων σκοτεινών χρόνων¨ υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες. Η κυριότερη από αυτές αναδείχτηκε όταν αναζητήσαμε άλλες παρελθούσες ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες, σε αναλογία με τα όσα συμβαίνουν σήμερα,  ισχυρές ιδιωτικές δυνάμεις να είναι σε θέση να αμφισβητήσουν, να ελέγξουν ή να θέσουν σε καθεστώς ομηρίας  την κεντρική εξουσία :  πλησιέστερη στην σημερινή κατάσταση προέκυψε εκείνη που χαρακτήρισε την Ευρώπη, ανάμεσα στη πτώση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την έλευση της Αναγέννησης και του μοντερνισμού.

Τότε όπως και σήμερα, βασική προϋπόθεση για την επιβολή των απορυθμιστικών πολιτικών των ιδιωτών στάθηκε ο από μέρος τους έλεγχος της βασικής παραγωγικής-οικονομικής διαδικασίας, έστω και εάν τότε αυτή ήταν ακόμη η γεωργική παραγωγή (αποτέλεσμα ενός συγκυριακού ιστορικού άλματος ¨προς τα πίσω¨) ενώ σήμερα το φαινόμενο συνέπεσε με την εμφάνιση της λεγόμενης Νέας οικονομίας (αποτέλεσμα ενός κοινωνικά ανεξέλεγκτου άλματος ¨προς τα εμπρός¨). Η γεωργία, μετά τη Ρωμαϊκή παρακμή, τις βαρβαρικές εισβολές, την κατάρρευση των εμπορικών δρόμων και τον συνεπαγόμενο περιορισμό της βιοτεχνίας, αποτέλεσε και πάλι τη σημαντικότερη  παραγωγική δραστηριότητα. Οι καλά εξοπλισμένοι ιδιώτες που κατάφεραν να ιδιοποιηθούν τη καλλιεργήσιμη γη, φρόντισαν παράλληλα να εμποδίσουν την ανάπτυξη άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ανταγωνιστικές τάξεις, και για ένα διάστημα αρκετών αιώνων το κατάφεραν.

Όμως, και τότε, το εγχείρημα θα είχε μικρές πιθανότητες διάρκειας εάν δεν διέθετε μια ικανή επικοινωνιακή κάλυψη. Πράγματι, αυτή η κάλυψη δόθηκε από την ισχυρότερη επικοινωνιακή εξουσία της εποχής, την καθολική εκκλησία. Μια από τις πρώτες αποφάνσεις της κραταιάς εκκλησιαστικής οργάνωσης αφορούσε στην ανακήρυξη του εμπορίου ως δραστηριότητας μη συμβατής με τα χριστιανικά ήθη και στην ανάθεση του σε μη καθολικές μειονότητες χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Έτσι η δημιουργία μέσων τάξεων θα καθυστερήσει, όπως θα καθυστερήσουν και τα αιτήματα για δημοκρατία και για εθνικές συσπειρώσεις.

Βέβαια, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα, τότε, η επικοινωνιακή εξουσία δεν ήταν μόνο πανίσχυρη, αλλά και αρκούντως αυτόνομη ώστε να έχει ίδιες πολιτικές βλέψεις. Σύμφυτη με τη μονοθεϊστική υφή των δογμάτων της εκκλησίας υπήρξε και η οικουμενο-ποιητική της πολιτική, μια πολιτική που ενώ δημιουργούσε εντάσεις και προστριβές με όσες εξουσίες θα ήθελαν να παίξουν κεντρικό ρόλο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, αντίθετα δεν φαίνεται ότι ενοχλούσε τους φεουδάρχες.

Η σχέση της εκκλησίας με τους ιδιώτες, κυρίους της γης, βασιζόταν κυρίως σε διαδικασίες νομής αξιωμάτων και σε κοινές μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Η αποδοχή μεταξύ των ανώτατων εκκλησιαστικών στελεχών, των (δευτερότοκων) γιων των φεουδαρχών εξασφάλιζε τον αμοιβαίο συντονισμό, ενώ ή πάγια αντιπαράθεση με τον ¨αυτοκράτορα¨ ή με όποιον βασιλιά συγκέντρωνε υπερβολική ισχύ, συνέπιπτε με τις ¨απορυθμιστικές¨ πολιτικές των ιδιωτών κατόχων γης.

Όμως υπήρξε και μια άλλη σημαντική επικοινωνιακή λειτουργία, που ασκήθηκε με αποτελεσματικότητα από την καθολική εκκλησία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε μια περίοδο ¨πεπερασμένου προσιτού χώρου¨ όπως αυτή του μεσαίωνα, η επικοινωνιακή εξουσία της εκκλησίας κατάφερε να χειριστεί με μεγάλη πειστικότητα στην αρχή, αλλά με πολύ λιγότερη στη συνέχεια, τις φαντασιακές ανάγκες των ανθρώπων, προτείνοντας και διαχειριζόμενη το Υπερπέραν, ως χώρο όπου οι προβληματισμοί μιας σκληρής εποχής έβρισκαν πειστικές απαντήσεις. Εάν σήμερα η προσοχή των κοινωνιών ωθείται προς τις οθόνες, τότε, οι οξείες γωνίες του γοτθικού ρυθμού έστρεφαν τα βλέμματα προς τον ουρανό, όπου και έδρευε η μελλοντική ευτυχία[28].

Ένα ακόμη αξιοσημείωτο σημείο ομοιότητας ανάμεσα στην σημερινή και την μεσαιωνική περίοδο κυριαρχίας των ιδιωτών αφορά στην έννοια της εδαφικότητας. Όπως διαπιστώνει ο Bertrand Badie[29], στο φεουδαρχικό σύστημα η πολιτική εξουσία βασίζεται σε δικαιώματα (παραχωρήσεις, παροχές, αναθέσεις, συμβάσεις) που δεσμεύουν τα άτομα ανεξάρτητα από το εάν ανήκουν ή όχι σε μια εδαφική ενότητα. Ο πολέμαρχος μπορεί να ανταμειφθεί με την αναγνώριση των κατακτημένων εδαφών ή να του παραχωρηθούν άλλα, αλλού. Οι μόνοι που είναι απολύτως δεσμευμένοι με τη γη είναι οι δουλοπάροικοι. Εξάλλου, τα μεσαιωνικά σύνορα είναι συνήθως ασαφή, ενώ αυτή καθαυτή η λέξη ¨σύνορο¨, με τη σημερινή της έννοια, εμφανίζεται στην Φλάνδρα μόλις το 1315[30].

Για τον Badie η σύγκριση των σημερινών εξελίξεων με τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα, μπορεί μεν να αποτελεί μια μεταφορά, όμως οδηγεί σε μια προφανή αλήθεια: ο σημερινός πολλαπλασιασμός των ταυτοτήτων σε συνδυασμό με την κρίση στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και θεσμών, αποδυναμώνει και πάλι την αρχή της εδαφικότητας, διασπά την έννοια της ηγεμόνευσης και θρυμματίζει το υπάρχον κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Ο Bertrand Badie χρησιμοποιεί την μεταφορά αυτή για να δείξει ότι η σημερινή τάση κατά της εδαφικότητας, δεν είναι πρωτόγνωρη αλλά έχει επανεμφανιστεί άλλοτε στον ευρωπαϊκό χώρο.

Εμείς απλώς θα σημειώσουμε μια φαινομενική παραδοξότητα: Οι αιχμές των δοράτων των μεταμοντέρνων υποστηρικτών της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα όσων εκφράζονται μέσω των ΜΜΕ, σπάνια στοχεύουν με σαφήνεια τον μοντερνισμό ή το εθνικό κράτος, την  εδαφικότητά και τον κοινωνικό του ρόλο. Συνήθως αρέσκονται στο να παρουσιάζονται ως μάχιμος μοντερνισμός και να παραβλέπουν οποιαδήποτε ομοιότητα με προνεωτερικές καταστάσεις. Ακόμη και οι επιθέσεις κατά των πολιτικών σπάνια αιτιολογούνται ως επιθέσεις κατά των εκπροσώπων μιας πολιτειακής μορφής που θεωρείται ξεπερασμένη. Αντίθετα, οι επιθέσεις κατά των εκκλησιαστικών παραγόντων (δηλ. των εκπροσώπων μιας προγενέστερης επικοινωνιακής εξουσίας) συνοδεύονται συχνά με υπομνήσεις και κατηγορίες περί αναχρονισμού και οπισθοδρόμησης. Βέβαια αν προσέξει κανείς λίγο περισσότερο θα παρατηρήσει ότι κύριος στόχος των επιθέσεων είναι κυρίως οι εκκλησιαστικοί που (με καθυστέρηση σε πολλές περιπτώσεις) προσπαθούν να εκμοντερνιστούν.  Παράλληλα όλα δείχνουν ότι σήμερα οι ιδιώτες,  καθώς και οι νέες μορφές επικοινωνιακής εξουσίας που βρίσκονται σε διαδικασία σχηματισμού γύρω από τα ΜΜΕ, ευνοούν άλλες, νεόκοπες θρησκευτικές εκδοχές, που θεωρούνται ως περισσότερο συνάδουσες με τα νέα μορφώματα εξουσίας.

Ολίγα περί της ελληνικής ιδιαιτερότητας

Στην Ελλάδα, η κρίση στις σχέσεις μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων ή ακριβέστερα η κρίση μεταξύ των εκπροσώπων της  νεωτερικής πολιτειακής μορφής (ή, εν πάση περιπτώσει, του ό,τι έχει απομείνει από αυτή) και των ιδιωτικών δυνάμεων που δρουν απορυθμιστικά, δεν διαφέρει πολύ από την κρίση που βιώνουν άλλες χώρες υποκείμενες σε διαδικασίες παγκοσμιοποιητικού νεοφιλελευθερισμού.

Και εδώ όπως και εκεί, αν και κατά γενική ομολογία οι πολιτικοί, στην πλειονότητά τους, παρουσιάζονται περισσότερο προσιτοί και ¨διαβασμένοι¨ απ’ ότι στο παρελθόν, υπόκεινται σε πρωτοφανείς επιθέσεις που συν-υποβαθμίζουν, όχι τυχαία, και την γενικότερη έννοια της πολιτικής.

Και εδώ όπως και εκεί, η αλλαγή των ισορροπιών έγινε με τη συγκατάθεση των ίδιων των πολιτικών ηγεσιών, αλλά χωρίς το θέμα να τεθεί σε δημόσιο διάλογο και χωρίς να ζητηθεί η άποψη των πολιτών.

Και εδώ όπως και εκεί, βασικό τμήμα του οπτικοακουστικού τομέα έχει παραδοθεί σε ένα ιδιωτικό ολιγοπώλιο που ελέγχεται από ανθρώπους που δεν ανήκουν στον χώρο της επικοινωνίας, αλλά της οικονομίας και των επιχειρήσεων.

Και εδώ όπως και εκεί, αναπτύσσεται μια νέα επικοινωνιακή εξουσία γύρω από τα ΜΜΕ, κυρίως τα οπτικοακουστικά, που παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την παραδοσιακή τέταρτη εξουσία και που θα πρέπει να μελετηθεί στην εξέλιξή της.

Και εδώ όπως και εκεί, μεγάλο τμήμα της νέας επικοινωνιακής εξουσίας στελεχώθηκε από τέως ενιστάμενους ή και εξεγερμένους διεθνιστές που άλλαξαν στρατόπεδο πριν ή, πολύ περισσότερο, μετά τη πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, οι νομοθετικές ρυθμίσεις επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της απορύθμισης του χώρου και ευνοούν την εξάπλωση της επιρροής των ιδιωτών, ενώ παράλληλα επιβιώνουν ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στον στοιχειώδη έλεγχο της μαζικής επικοινωνίας. (Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, κρατικά οπτικοακουστικά δίκτυα).

Ειδικά στην Ελλάδα, στους μη θεράποντες της νέας κατάστασης θα πρέπει να προστεθούν κάποια συνδικαλιστικά όργανα της παραδοσιακής δημοσιογραφίας  (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΗΕΜΘ), κάποια τμήματα της νεωτερικής διανόησης που εν μέρει ακόμη ανθίστανται, τμήμα της παραδοσιακής επικοινωνιακής εξουσίας της εκκλησίας, καθώς και το εξοπλισμένο με ανθεκτική δυσπιστία απέναντι στη (διαφημιστικού χαρακτήρα) σαγήνη της ¨νέας εποχής¨ τμήμα της νεοελληνικής κοινωνίας.

Αυτή η ανθεκτική δυσπιστία και επιφυλακτικότητα του νεοελληνικού κοινού απέναντι στα μαζικά μηνύματα και την οπτικοακουστική πειθώ, αποτελεί ίσως την κυριότερη ιδιομορφία της ¨ελληνικής περίπτωσης¨

Ίσως επειδή η Ελλάδα δημιούργησε τη σύγχρονη φυσιογνωμία της χωρίς την καθοριστική παρουσία καστών ανάλογων με εκείνες τις Δυτικής Ευρώπης, ίσως επειδή οι εθνικές και κοινωνικο-πολιτικές περιπέτειες οδήγησαν κατά καιρούς το λαό σε οικονομική ισοπέδωση, ίσως επειδή η χώρα, χωρίς να φτάσει ποτέ στην έσχατη ένδεια ώστε να μη μπορεί να σκέφτεται και να αμφισβητεί, ανάπτυξε τη κριτική της σκέψη χωρίς ιμπεριαλιστικές ενοχές, ίσως επειδή αστικοποιήθηκε πρόσφατα και ιδιόμορφα, ίσως επειδή μπήκε αργά και ανισόρροπα στον κύκλο των ευδαιμόνων καταναλωτών, ίσως επειδή η μικρή διάδοση της γλώσσας δεν επιτρέπει την άνετη εξοικείωση με τα διεθνή ρεύματα, ίσως επειδή οι εθνικές περιπέτειες έχουν δημιουργήσει βαθιές ρίζες σκεπτικισμού απέναντι σε ό,τι έρχεται απ’ έξω, ίσως επειδή είμαστε μικρή κοινωνία και λίγο πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας, πράγμα που δυσκολεύει τις μυθοποιήσεις, το γεγονός είναι, (και πολλοί ειδικοί περί της πειθούς επικοινωνιολόγοι το αναγνωρίζουν και ενίοτε το επικρίνουν), ότι   στην Ελλάδα η Πολιτική αντιστέκεται περισσότερο από ότι αλλού.

Επειδή κατά τη γνώμη μας η Ιστορία στην Ελλάδα και στον Κόσμο εξακολουθεί να καταγράφει αλλαγές και επειδή όλα δείχνουν ότι πολλοί κόμποι (σχετικοί με το περιβαλλοντικό, αλλά και το ηθικό όριο του τριωνύμου: νεοφιλελευθερισμός, μεταμοντερνισμός, παγκοσμιοποίηση) θα φτάσουν σύντομα στο χτένι, αξίζει τον κόπο οι μελετητές των επικοινωνιακών φαινομένων να παρακολουθήσουν με προσοχή την πορεία των υπαρχουσών και των υπό διαμόρφωση επικοινωνιακών εξουσιών. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε, για παράδειγμα, αν αυτοί οι τελευταίοι θα εξακολουθήσουν να επικαλούνται την πολιτική ορθότητα ή θα παραδώσουν τη σκυτάλη σε κάποιο είδος κοινωνικού δαρβινισμού (όπου αρένα της ¨φυσικής επιλογής¨ θα είναι πλέον η αγορά). Ούτως ή άλλως ο κοινωνικός δαρβινισμός έχει αναζωπυρωθεί τελευταία και καιροφυλακτεί. Δεν νομίζω ότι θα εκπλαγεί κανείς ιδιαίτερα εάν οι σημερινοί πολιτικώς ορθοί, χρήσιμοι στους ιδιώτες σε αυτήν τη φάση που ο πόλεμος κατά της πολιτείας γίνεται με ¨φιλάνθρωπα¨ ατομικιστικά επιχειρήματα, μεταμορφωθούν πολύ σύντομα σε κοινωνικούς νεοδαρβινιστές, με την ίδια ευκολία που ορισμένοι ¨αριστεροί¨ προσχώρησαν στον οικονομικό φιλελευθερισμό ή ορισμένοι αμερικανοί τροτσκιστές στελέχωσαν τη διοίκηση Μπους.


[1]. Το επιχείρημα περί τέλους της Ιστορίας, παρά το ότι χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα μέσα μαζικής πειθούς δεν  αποτέλεσε σοβαρό επιχείρημα στη συζήτηση μεταξύ των ειδημόνων. Εντέλει, μετά τις επανειλημμένες διαψεύσεις που προκλήθηκαν από την τρέχουσα Ιστορία, ακόμη και ο επινοητής των ισχυρισμών περί του ¨τέλους¨ Francis Fukuyama τροποποίησε αισθητά τις αρχικές του διατυπώσεις. Βλέπε και το ενδιαφέρον άρθρο του  Daniele Archibugi, «La grande illusione della pace, l’olocausto nucleare, la fine della storia: tre profezie smentite dagli orrori del secolo breve» (Η μεγάλη ψευδαίσθηση της ειρήνης, του πυρηνικού ολοκαυτώματος, του τέλους της ιστορίας : τρεις προφητείες που διαψεύστηκαν από τη φρίκη του σύντομου αιώνα)  Il manifesto-22 Aυγούστου 1999.

[2] Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο φιλανθρωπικός και κοινωνικά εξισορροπητικός ρόλος που παραδοσιακά ασκούσαν οι εκκλησιαστικές οργανώσεις, μετατίθεται τώρα προς ορισμένες από τις αποκαλούμενες   «μη κυβερνητικές οργανώσεις».

[3] Ήδη από την εποχή του Max Weber και του κλασσικού συγγράμματός του για την ¨προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού¨ (Γαλλ. έκδ. Pion, Paris, 1964), είναι γνωστό ότι  η  εκάστοτε επικρατούσα οικονομική δομή και η παραγωγή επιχειρησιακών θρησκευτικών δογμάτων αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεξυπηρετούνται.

[4] Στην ιδιάζουσα περίπτωση του μαρξισμού, το κράτος καταγγέλλεται μεν ως καταπιεστικός ταξικός μηχανισμός, αλλά η κατάργησή του παραπέμπεται στις καλένδες μιας μελλοντικής αταξικής κοινωνίας, ενώ παράλληλα, στην πράξη, εν ονόματι του μαρξισμού εγκαθιδρύθηκαν μερικά από τα πιο παρεμβατικά κράτη της νεώτερης εποχής.

[5] Umberto Eco, «Apokalittici e integrati. Comunicazioni di massa e teorie della cultura di massa», Valentino Bompiani, Milano, 1964.

[6] U. Εco οπ.π., εκδόσεις 1977 και 78, 2001, πάντα από τον εκδ. οίκο Bompiani.

[7] Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η συζήτηση περί ΜΜΕ που διοργάνωσε το περιοδικό ΑΝΤΙ στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 1986. Στις περισσότερες εισηγήσεις διακρίνεται τόσο το ενδιαφέρον για τους «πρωτοπόρους ραδιοερασιτέχνες» που πρέπει να πάρουν το λόγο και να τους αποδοθούν κάποιες συχνότητες, όσο και  η επιθυμία για τη άμεση δημιουργία ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών.  Εν τέλει, λίγα χρόνια αργότερα, οι ιδιωτικοί σταθμοί θα εξαφανίσουν από ερτζιανά όλες τις κατηγορίες των ερασιτεχνών (τους εραστές της πειραματικής επικοινωνίας, της νέας, τότε, ραδιοφωνικής τεχνολογίας και τους ραδιοπειρατές).

[8] Έκδοση στην ελληνική γλώσσα: Jay Blumler, Michael Gurevitch, «Μεταβολή στα μέσα και κοινωνική μεταβολή», στην, υπό την επιμέλεια των Jamew Curran και Michael Gurevitch  συλλογή κειμένων «ΜΜΕ και Κοινωνία», Πατάκης, Αθήνα, 2001 σελ. 176-200.

[9] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π σελ. 181-185.

[10] Denis McQuail, «Media Performance: Mass Communication and the public Interest», Sage,London,NewburyPark καιNew Delhi, 1992.

[11] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π. σελ. 185

[12] Jay Blumler, Michael Gurevitch, οπ.π. σελ. 187

 

[13] J. Habermas, «The Structural Transformation  of thw Public Sphere», Polity,Cambridge, 1980.

[14] Ο Antony  Giddens, για παράδειγμα, διευθυντής σπουδών στο  London School of Economics και σύμβουλος του  Tony Blair, υποστηρίζει ότι δε  ζούμε σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο, αλλά ότι, αντίθετα, ζούμε σε μια εποχή υψηλής νεωτερικότητας πιο ριζοσπαστικής από ό,τι στο παρελθόν  Βλ.Antony  Giddens, «Οι συνέπειες της Νεωτερικότητας» , Κριτική, Αθήνα, 2001

[15] James Curran, «Μαζικά Μέσα και Δημοκρατία», στη συλλογή κειμένων σε επιμέλεια J. Curran και M. Gurevitch, «ΜΜΕ και Δημοκρατία», οπ.π. σελ123

[16] Μ. Gurevitch, «H Παγκοσμιοποίηση της Ηλεκτρονικής Δημοσιογραφίας», στη συλλογή κειμένων «ΜΜΕ και Κοινωνία», οπ.π. σελ 290.

[17] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ «Η Επικράτεια των πληροφοριών», Κριτική, Αθήνα, 2003. Μια εμπεριστατωμένη περιγραφή των επικοινωνιακών αλλαγών που προηγούνται των νέων πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών φαινομένων, καθώς και οι επιπτώσεις της σύγκλισης μεταξύ ορισμένων επικοινωνιακών τομέων.

[18] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ, οπ.π. σελ. 361-362

[19] Regis Debray, «Critique de la raison politique ou l’ inconscient religieux» Gallimard, 1987. Βλέπε επίσης R.Debray, «Η επιστήμη της Επικοινωνίας» Λιβάνης –Νέα σύνορα, Αθήνα 1997 σελ. 57 και επ.

[20]  Δ.Γ. Τσαούση «Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας» Εκ. Gutenberg Αθήνα 1989

[21] Εκ ούτων ουν φανερόν ότι των φύσει η πόλις εστί, και ότι άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον, […] διότι δε πολιτικόν ο άνθρωπος ζώον πάσης μελέτης και παντός αγελαίου ζώου μάλλον, δήλον. Ουθέν γαρ, ως φαμέν, μάτιν η φύσις ποιεί[…] Φυσει μεν ουν η ορμή εν πασιν επί τοιαύτην, κοινωνίαν, ο δε πρώτος συστήσας μεγίστων αγαθών αίτιος..ωσπε ργαρ και τελεωθέν βέλτιστον των ζώων άνθρωπος εστιν, ούτω και χωρισθέν δίκης χείριστον πάντων. Αριστοτέλους Πολιτικά Ι 1,9 (1253α 1)

[22] Σχετικά με τις αντιστάσεις του σύγχρονου νεωτερικού κράτους απέναντι στο κύμα του παγκοσμιοποιούντος νεοφιλελευθερισμού βλ. και Manuel Castels  «L’ère de l’information, tome 1 :
La société en réseaux
»  Fayard, 1998, Manuel Castells «L’ère de l’information, tome 2 :
Le pouvoir de l’identité
» Fayard, 1999,  Κώστας Βεργόπουλος «Παγκοσμιοποίηση : Η μεγάλη Χίμαιρα»

[23] Ο Ulrich Beck (όπως τον επικαλείται η Σοφία Καϊτατζή, οπ.π. σελ386) υπογραμμίζει την ειρωνεία του να επιζητούν οι πολιτικοί ¨αγορά και περισσότερη αγορά¨ χωρίς να κατανοούν ότι έτσι οι ίδιοι  απονεκρώνουν τα ζωτικά τους νεύρα, στερεύουν την πηγή χρημάτων και εξουσίας. Και αναρωτιέται ¨έχουμε άραγε ξαναζήσει έστω και μια φορά, ένα ανάλογο απερίσκεπτο και φαιδρό εγχείρημα δημόσιας αυτοκτονίας;¨.

[24] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ, οπ.π., σελ. 158.

[25] Σοφία Καϊτατζή Γουίτλοκ ,οπ.π. σελ. .  159-160.

[26] Σοφία Καϊτατζή  Γουίτλοκ οπ.π. σελ. 176

[27] Niall Fergeson, «A world without powe»r, στο περιοδικό Foreign Policy, Ιούλιος-Αύγουστος 2004

[28] Για τους συμβολισμούς της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, βλ. Umberto Eco «La struttura assente», Bompiani, Milano 1968, ιδιαίτερα το κεφάλαιο «La funzione e il segno», σελ. 189-250

 [29] Bertrand Badie, «La fin des territoires: Essai sur le désordre international et sur l utilité sociale du respect», Fayard, Paris, 1995, σελ. 30-33.

[30] Bertrand Badie, οπ.π. σελ.31

 

3 Σχόλια to “Η επικοινωνιακη εξουσια και οι Ιδιωτες”

  1. Alexandra The Great said

    You just couldn’t have been more specific. . . Great job. Awesomely done!

  2. […] Η επικοινωνιακη εξουσια και οι Ιδιωτες […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: