Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ιστορικο Μυθιστορημα: Μερος Δευτερο, Ιντερμεδιο ΙΙ

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση ( Μέρος δεύτερο: νέα κεφάλαια)

Posted by vnottas στο 7 Ιουνίου, 2015

images

Ξανά μυθιστόρημα εν τη γενέσει: Η  απόπειρα μυθοπλασίας με ¨ιστορικές¨ νύξεις, μέρος δεύτερο. Προσωρινός τίτλος ¨Κύλικες και δόρατα¨, αλλά όπως ξέρετε ο οριστικός τίτλος επινοείται έσχατος. Υλικό ακόμη ¨αμοντάριστο¨  (βασική προϋπόθεση για να  συναρμολογηθεί και να συμμαζευτεί δεόντως είναι το να ολοκληρωθεί, ακόμη είμαστε στα προκαταρκτικά σκίτσα -αυτά τα λέει ο αρχιτέκτονας που ακόμη φωλιάζει κάπου μέσα μου).

Συμπληρωματικές πληροφορίες: Όπως και το πρώτο μέρος, το δεύτερο περιλαμβάνει τα όσα συμβαίνουν μια συγκεκριμένη μέρα. Την επόμενη της προηγούμενης, αν μου επιτρέπετε να εκφραστώ έτσι. Τα αφηγείται κυρίως, αλλά όχι μόνο, ο Εύελπις.

Για όποιον θέλει να δει μαζεμένες και με τη σειρά τις προηγούμενες σχετικές αναρτήσεις, τις έχω μαζέψει σε μία σελίδα, επομένως αρκεί ένα κλικ είτε κάτω από τον τίτλο του ιστολόγιου πάνω στην επιγραφή ¨Ιστορικό μυθιστόρημα: Εισαγωγή, πρώτο μέρος, ιντερμέδιο¨ είτε στην αριστερή στήλη, κάτω. Πρόσθεσα επίσης εκεί, το ποίημα που η Θαΐδα ενέπνευσε στον Νίκο (Μοσχοβάκο).

Μέρος Β.

Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα. Δύο μέρες πριν το τέλος του Μήνα

Κεφάλαιο πρώτο. Βράδυ. Όπου ο Εύελπις κρατάει σημειώσεις για όσα συνέβησαν σήμερα, προκειμένου να έχει υλικό όταν θα αποφασίσει ότι έφτασε ο καιρός να συνθέσει το ιστορικό του σύγγραμμα.

Αν σήμερα δεν είχαν συμβεί τόσα πολλά κι απρόβλεπτα θα παρέκαμπτα αυτή τη βραδινή γραφή και θα πήγαινα κατ’ ευθείαν για ύπνο. Κι αυτό γιατί, παρά την ένταση που έχει σωρευθεί κάτω από το δέρμα μου, η κούραση έχει πάρει τη μορφή ενός σαγηνευτικού Μορφέα που διεκδικεί την προσοχή και παρενοχλεί τη συγκέντρωσή μου.

Hypnos-God-of-Sleep-Study

Πάντως, έστειλα τον Οινοκράτη να κοιμηθεί, γιατί σήμερα του συνέβησαν κι εκείνου κάμποσα, κι αν σκεφτεί κανείς ότι ήδη από το πρωί κουτούλαγε σαν μεθυσμένο κοτόπουλο, είναι απορίας άξιον πώς άντεξε ίσαμε τώρα.

Πράγματι, σήμερα το πρωί είχε μια απορημένη φάτσα σαν να προσπαθούσε να καταλάβει πού ακριβώς βρίσκεται και τί του συμβαίνει, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Αυτό είναι κάτι το τελείως ασυνήθιστο γιατί ο Οινοκράτης είναι γνωστό ότι αντέχει το κρασί καθώς και άλλες γνωστές αποδραστικές ουσίες. Αλλιώς τι Οινοκράτης θα ήταν;

Ωστόσο, όταν μου παρέδωσε την φιάλη με το περίφημο αστραφτερό, υγρό εύρημά του, άρχισα να κατανοώ ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με άλλα, αταξινόμητου είδους ποτά, και είχα κατά νου, όταν θα συνέλθει, να του εκφωνήσω έναν γερό ¨Φιλιππικό¨ κατά των παντός είδους ¨φτιαξιμάτων¨ εν ώρα υπηρεσίας, που τύφλα να ’χει ο Δημοσθένης.

Όμως ο αμφορίσκος  με το ποτό δεν ήταν η μόνη έκπληξη που μου επιφύλασσε ο υπηρέτης μου. Σαν τον είδα το πρωί, καθώς ξυπνούσα από έναν μάλλον ανήσυχο ύπνο,  να περιφέρεται σκουντουφλώντας γύρω από το κρεβάτι μου, αναρωτήθηκα πόσους εντέλει Οινοκράτες διαθέτω. Έναν που προσπαθούσε να με περιποιηθεί παραπατώντας και ψευδίζοντας ακατανόητες λέξεις περί ποτών και ονείρων, έναν που δεν είχε σταματήσει από χτες το βράδυ να ροχαλίζει και που το ροχαλητό του ακουγόταν ακόμη και τώρα, από κάπου εδώ τριγύρω, και έναν που διατείνομαι ότι τον ξέρω και ότι δεν έχει για μένα εκπλήξεις, μας κάνουν, αν δεν κάνω λάθος, τρεις!

Σιγά σιγά όμως η τάξις και ο αριθμός των προσώπων που με περιβάλλουν αποκαταστάθηκε, μια που ο υπηρέτης μου, κεκεδίζοντας, κατάφερε να μου δώσει μια ιδέα για το τι του συνέβη χτες.

Το γεγονός ότι είχε ανακαλύψει έναν ντόπιο με κάποιες γνώσεις ελληνικών και κατά πάσα πιθανότητα διατεθειμένο να συνεργαστεί  μαζί μας αυτοβούλως, ήταν κάτι χρήσιμο, για το οποίο μάλλον οφείλω να τον συγχαρώ -πράγμα που σκόπευα επίσης να κάνω μόλις θα τον έβλεπα νηφαλιότερο και θα σιγουρευόμουν ότι καταλαβαίνει τι του λέω. Εκείνο όμως που είχε άμεση προτεραιότητα, ήταν να πάει να σταματήσει αυτή την ενύπνια αντήχηση των Τατάρων, πριν η υπομονή μου θρυμματιστεί εντελώς.

Όταν το έκανε και οι ακατονόμαστοι ήχοι σταμάτησαν, εν αναμονή λεπτομερέστερων εξηγήσεων κατέσχεσα το επικίνδυνο υγρό, το κλείδωσα σε ένα ντουλάπι και μετά έκρυψα το κλειδί ανάμεσα στις γραφίδες και τα μελάνια γιατί ήταν πολύ βαρύ για να το πάρω μαζί μου.

Όλα αυτά όμως δεν ήταν παρά το πρωινό προοίμιο μιας μέρας που έκρυβε κι άλλες, σοβαρότερες εκπλήξεις.

Πριν φύγω για τα Ανάκτορα έγραψα ένα επείγον μήνυμα προς τον Ευμένη, υπενθυμίζοντάς του πόσο σημαντικό είναι να περισωθούν τα βιβλία της Περσέπολης, καθώς και κάθε μορφή καταγραμμένης γνώσης που θα βρεθεί εκεί. Αυτή ήταν η τυπική διατύπωση, δεδομένου ότι όλα αυτά ο Ευμένης τα γνωρίζει ήδη καλά και είναι γνωστό ότι συμφωνεί. Στην ουσία του μετέφερα τη διαβεβαίωση του Καλλισθένη ότι θα έχει την πλήρη κάλυψη της ομάδας εάν κάνει ό, τι μπορέσει για μην υπάρξουν στην Περσέπολη άλλες επώδυνες απώλειες βιβλίων, γνώσεων και πληροφοριών.

Πήρα το μήνυμα μαζί μου και ξεκίνησα έφιππος για το κέντρο των Σούσων, όπου έχουμε εγκαταστήσει την υπηρεσία των Ημεροδρόμων, πάνω στα χνάρια του ¨αγγαρήιου¨[1], του αποτελεσματικού περσικού συστήματος ¨αποστολής εντολών και περιφερειακού ελέγχου¨.

Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μήνυμα δεν έχει τίποτα το μεμπτό, προτίμησα να το στείλω με τον ¨εμπιστευτικό¨ τρόπο, δηλαδή αναθέτοντάς το σε έμπιστους φίλους ημεροδρόμους. Στις σημερινές ημέρες δεν βλάπτει να είναι κανείς προνοητικός. Καθώς οι κατακτήσεις αυξάνονται, το οργανωτικό μας σύστημα βρίσκεται σε φάση απότομης διαστολής, επομένως οι απρόοπτοι, οι απρόβλεπτοι παράγοντες, ενδέχεται να βρίσκονται κρυμμένοι σε κάθε γωνία.  Εξ άλλου, όπως λέμε και στα Μέγαρα ¨κάλλιον όνον προσδένειν ή όνον αενάως αναζητείν¨.

μ

Μετά κατευθύνθηκα προς τον τεχνητό λόφο τον περίκλειστο από το μεγάλο κάστρο της Ακρόπολης, όπου εκτός από το συγκρότημα των Ανακτόρων υπάρχει ο μεγαλοπρεπής ναός που παλιά ήταν αφιερωμένος στις εντόπιες θεότητες άλλα τώρα φιλοξενεί τους θεούς των Περσών καθώς και το  θησαυροφυλάκιο της πόλης.

Ήδη πριν ξεκινήσει η μεταφορά του θησαυρού από την  Περσέπολη, στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων είχαν γίνει εργασίες που διπλασίασαν την έκταση και χωρητικότητά του. Συγκεκριμένα, ένα παρακείμενο τμήμα των ανακτόρων έχει τροποποιηθεί έτσι ώστε να  δημιουργηθούν νέοι χώροι φύλαξης, όπου έχουμε εναποθέσει, ακόμη αταξινόμητα, τα όσα μεταφέραμε πρόσφατα.

Πάντως, τα δύο τμήματα που προέκυψαν, το παλιό και το νέο, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ τους, αλλά ούτε και εσωτερική απ’ ευθείας σύνδεσή με τις υπόλοιπές ανακτορικές εγκαταστάσεις. Για λόγους ασφαλείας το κάθε τμήμα διαθέτει μία μόνο είσοδο/ έξοδο που τα συνδέει με μία από τις εσωτερικές αυλές των ανακτόρων. Εκεί εγκαταστάθηκε φρουρά που καταγράφει κάθε εισερχόμενο και ελέγχει λεπτομερώς κάθε εξερχόμενο από τις δύο πύλες των θησαυρών. Ειδικά ξύλινα παραπετάσματα κρύβουν τις εισόδους από τα αδιάκριτα βλέμματα και δημιουργούν μια στοά που οδηγεί από την αυλή στον εξωτερικό κήπο. Λόγω των ταξινομήσεων και των εκτιμήσεων, οι -απολύτως έμπιστοι- που εργάζονται εκεί, είναι αρκετοί.

Εκεί κατευθύνθηκα κι εγώ, προκειμένου να εποπτεύσω τις εργασίες και να λύσω τυχόν προβλήματα των καταγραφέων λογιστών, αλλά όπως ήταν σωστό, έκανα πρώτα μια μικρή παράκαμψη για να πω μια καλημέρα στον Καλλισθένη.

Το διαμέρισμα που είχε καταλάβει προσωρινά ο Ολύνθιος, από τη μία πλευρά έβλεπε στον υπερυψωμένο ¨κρεμαστό¨ κήπο όπου είχαμε καθίσει χτες το βράδυ και από την άλλη, την διαμπερώς αντίθετη, κατέληγε στην ίδια εσωτερική αυλή όπου και οι πύλες των θησαυρών. Αυτό το διαπίστωσα όταν ένας ντόπιος υπηρέτης, ακολουθώντας προφανώς οδηγίες που του είχε δώσει ο Καλλισθένης -φαίνεται ότι ο Ολύνθιος περίμενε αυτή την πρωινή μου επίσκεψη- με οδήγησε μέσω του διαμερίσματος πρώτα στην πίσω αυλή, όπου διακριτικά κρυμμένη από το ξύλινο παραπέτασμα η φρουρά ελέγχου του θησαυροφυλακίου λειτουργούσε ήδη κανονικά, και από κει σε μια άλλη πόρτα που αυτή τη φορά με έφερε κατ’ ευθείαν στο πίσω μέρος των διαμερισμάτων της περιφρουρούμενης οικογένειας του φυγάδα βασιλέα.

Ο Καλλισθένης ήταν εκεί. Ξεχώρισα τη λευκή του εσθήτα στο βάθος της μεγάλης ψηλοτάβανης αίθουσας στην οποία είχαμε μπει από ένα δευτερεύον πίσω πέρασμα. Εδώ επικρατούσε ημίφως που έκανε τις σκούρες εκατέρωθεν  κολόνες ακόμη πιο σκούρες, την οροφή ακόμη πιο απομακρυσμένη και τα μελανά τερατόμορφα αγάλματα ακόμη πιο αποκρουστικά. Προς στιγμήν νόμισα ότι βρισκόμουν στην περίφημη Απάδανα[2], αλλά το σκέφτηκα καλλίτερα και κατέληξα ότι η κύρια αίθουσα υποδοχής των ανακτόρων πρέπει να ήταν κάπου βορειότερα, και ότι αυτή ήταν κάποια άλλη από τις επιβλητικές αίθουσες του παλατιού. Ο Ολύνθιος ύψωσε το χέρι κάνοντάς μου νόημα να πλησιάσω.

Δεν ήταν μόνος. Δύο τηβεννοφόρες φιγούρες στέκονταν πλάι του. Η μία ήταν ψιλόλιγνη και γυναικεία, η άλλη είχε το χαρακτηριστικό άτσαλο σουλούπι που διευκόλυνε τη αναγνώριση από μακριά και που το μακρύ και φαρδύ ένδυμα δεν κατάφερνε να συμμαζέψει. Ήταν ο Αζάρης ο Αρχιερέας των ανακτορικών ναών∙ πάντα με το ιερατικό του μπαστούνι ανά χείρας και με την πανύψηλη τιάρα να μακραίνει ακόμη περισσότερο το αλογίσιο του πρόσωπο. Αναγνώρισα επίσης έναν αθηναίο λόγιο, γνωστό μου,  που βρισκόταν  λίγο πιο πίσω και προφανώς διερμήνευε.

Πλησιάζοντας διέκρινα καλλίτερα την ψηλή γυναικεία φιγούρα: ήταν η Σισίγαμβρις η μητέρα/πεθερά του Δαρείου (το συγγενικό σύστημα των ηγεμόνων της Περσίας εξακολουθεί να με μπερδεύει). Την είχα ξαναδεί, αλλά μόνον από μακριά κατά τη διάρκεια τελετών, κυρίως τότε που πέθανε η σύζυγος/αδελφή του Δαρείου, η Στάτειρα.

wpid-photo-dec-18-2013-143-pm

Κοιτάζοντάς την προσεκτικότερα διαπίστωσα ότι οι όροι ¨όμορφη¨ και ¨ηλικιωμένη¨ δεν ήσαν κατ’ ανάγκην τόσο αντιφατικοί. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν τη συμμετρία και την λεπτότητα που εμείς οι έλληνες θεωρούμε ενδείξεις ¨αριστοκρατικότητας¨.  Φορούσε ποδήρη ασιατικό χιτώνα, από εκείνους που οι μακεδόνες περιπαικτικά ονομάζουν ¨σάκους¨ σε γκρίζες και ασημιές αποχρώσεις. Η κόμμωσή της ήταν κρυμμένη από ένα περίτεχνο είδος τιάρας, φαίνεται ότι αυτό το υπερβολικό κάλυμμα της κεφαλής δεν το φορούν μόνον οι αρσενικοί Πέρσες.

«Πες της Νικία, ότι αυτός εδώ είναι ο συνεργάτης μου ο Εύελπις».

Έκανα με το κεφάλι ένα μικρό περιληπτικό τμήμα από την ατελείωτη υπόκλιση με την οποία οι Πέρσες χαιρετούν τους άρχοντές τους. Η Σισίγαμβρη με κοίταξε αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι με πρόσεξε κιόλας.

«Πες της ότι αν τυχόν χρειαστεί να λείψω, μπορεί να απευθυνθεί στον Εύελπι για οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει, σαν να ήμουν εγώ».

Η περσίδα είπε κάτι ψιθυριστά και ο Νικίας μετέφρασε:

«Σε ευχαριστεί ω Καλλισθένη».

Ο Ολύνθιος γύρισε προς τα μένα. «Εύελπι, η βασίλισσα-μητέρα των Περσών, η Σισίγαμβρις κι ο Αρχιερέας των ανακτόρων, ο Αζάρης, τον Νικία τον γνωρίζεις».

Επανέλαβα το περιληπτικό μου χαιρετισμό αυτή τη φορά πιο ευρυγώνια.

Ο Αζάρης είπε κάτι με λαρυγγώδη αντήχηση. Σύμφωνα με τον Νικία ήταν: ¨Ο Ωρομάσδης να σ’ έχει καλά και ο Αριμάνειος να ’ναι μακριά από σένα, φτου!¨.

Έφερα τη γροθιά του δεξιού χεριού στο ύψος της καρδιάς και ακούμπησα μια δυο φορές το στήθος. Ήταν ένα νεύμα που φαίνεται ότι αντικαθιστά το ¨ευχαριστώ¨ σε πολλές γλώσσες.

«Πες στην βασίλισσα», είπε ο Καλλισθένης, «ότι τα αιτήματά της που αφορούν στη διαμονή της οικογένειας εδώ, θα ικανοποιηθούν άμεσα, γιατί αυτή είναι η εκφρασμένη επιθυμία του βασιλέα Αλέξανδρου. Η δε παράκλησή της για ευνοϊκή μεταχείριση των ανταρτών ορεινών Ουξίων θα μεταβιβαστεί στους αρμόδιους στρατηγούς, αν και πρόκειται για αίτημα με πολιτικές προεκτάσεις και απαιτεί, αν όχι άλλο, πληρέστερη αιτιολόγηση από την πλευρά της».

Ο Νικίας μετέφρασε. Η Σισίγαμβρη δεν απάντησε. Το πρόσωπο της διατήρησε το αδιόρατο χαμόγελο σφίγγας που ήταν εγκατεστημένο εκεί και δεν εξέφρασε καμία άλλη αντίδραση. Ο Αζάρης εξακολούθησε να μουρμουρίζει, ίσως λίγο πιο δυνατά τώρα, κάτι που έμοιαζε με ευχετική  υμνωδία.

«Ευγενέστατη βασίλισσα και σεβάσμιε αρχιερέα, θα μας επιτρέψετε τώρα να επιστρέψουμε στα καθήκοντά μας», έκλεισε τη συζήτηση ο Καλλισθένης.

«Αυτή την φορά μου κουβάλησε μαζί της και τον Αρχιερέα. Ποιος ξέρει γιατί. Δεν το χει ξανακάνει… Δεν ήξερα καν ότι του έχει εμπιστοσύνη, αν και θα έπρεπε να περιμένω ότι οι περιπέτειες και τα βάσανα του οίκου των Αχαιμενιδών θα την έστρεφαν μοιραία προς τους θεούς και τους ιερείς τους.

Κατά τα άλλα, ζητά να χαλαρώσουμε την εποπτεία της φρουράς στις εσωτερικές μετακινήσεις της οικογένειας στο παλάτι. Θαρρώ ότι αυτό μπορούμε να της το παραχωρήσουμε χωρίς να μειώσουμε την ουσιαστική επίβλεψη».

Ο Καλλισθένης με έχει πιάσει από το μπράτσο καθώς επιστρέφουμε στην εσωτερική αυλή κατευθυνόμενοι προς το διπλό θησαυροφυλάκιο, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν απευθύνεται σε μένα ή αν μονολογεί προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. «Το αίτημά της για τους Ούξιους, αφού ενημερώσουμε τον Αλέξανδρο θα πρέπει να το στείλουμε στον Πτολεμαίο του Λάγου, αυτός δεν είπες ότι έχει αναλάβει το θέμα των ορεσίβιων ανταρτών;» Του έγνεψα ¨ναι¨ και εκείνος κοντοστάθηκε και με κοίταξε ερωτηματικά.

«Εν τάξει», τον διαβεβαίωσα, «τον Πτολεμαίο θα τον ενημερώσω εγώ».

Είχαμε φτάσει μπροστά στις φρουρούμενες πόρτες των θησαυρών και οι επικεφαλής των ομάδων ασφαλείας μας χαιρέτισαν με τον εμφαντικό τρόπο των στρατιωτικών. Έκανα να κατευθυνθώ προς την πόρτα που οδηγούσε στα νεοφερμένα πλούτη, προκειμένου να δείξω στον Καλλισθένη τα σημαντικότερα αντικείμενα από εκείνα που μεταφέραμε από την Περσέπολη, αλλά ο Ολύνθιος με σταμάτησε.

«Αυτά θα τα δούμε μετά», μου είπε. «Πρώτα έλα να δεις πως χειριζόμαστε το θησαυρό των Σούσων, ώστε να υιοθετήσεις παρόμοια μέθοδο και με αυτόν που μεταφέρατε από την Περσέπολη. Έχουμε βελτιώσει τη μέθοδο της Βαβυλώνας, όπου οι εκτιμήσεις και οι καταμετρήσεις έγιναν βιαστικά και όπου είχαν ανακατευτεί πολλοί άσχετοι»

Πράγματι θυμόμουν, δεν είχε περάσει δα πολύς καιρός. Τι εταίροι, τι σωματοφύλακες, τι επικεφαλής των συμμάχων! Όλοι είχαν παρελάσει προκειμένου να ρίξουν μια, έστω συνοπτική, ματιά στο θησαυρό της θρυλικής πόλης. Περισσότερο από όλους θυμάμαι τον κυριολεκτικά ενοχλητικό Άρπαλο του Μαχάτα, που παρά την (επώδυνη για όλους) υπεξαίρεση και δραπέτευσή του από την εκστρατεία, έχει επιστρέψει χάρη στην επιείκεια του Αλέξανδρου, αλλά δεν παύει να δείχνει ανάρμοστο αν όχι προκλητικό ενδιαφέρον για τον συγκεντρωμένο πλούτο

«Εξάλλου», συνέχισε ο Καλλισθένης, μπαίνοντας στο παλιό θησαυροφυλάκιο, «θέλω να σου δείξω δύο πολύ σημαντικά ευρήματα».

images (2)

[1] ¨Αγγαρήιον¨, από την αρχαία περσική λέξη Αγγάρ (έφιππος αγγελιοφόρος), ονομαζόταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Η΄ 98) το περσικό σύστημα κυκλοφορίας γραπτών μηνυμάτων, κυρίως διοικητικών εντολών και αναφορών. Από εκεί και η λέξη ¨αγγαρία¨.

[2] Απάδανα: Μεγαλοπρεπής αίθουσα υποδοχής των περσικών ανακτόρων. Υπάρχουν αναφορές στην Απάδανα των ανακτόρων της Περσέπολης και των Σούσων.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση, Μέρος Β, Φτιάχνοντας Χαχόμα (αιρετική)

Posted by vnottas στο 14 Ιουνίου, 2015

Μέρος Β΄Κεφάλαιο δεύτερο.

Η αιρετική Χαχόμα

 εικ

Μετά την αναχώρηση του κυρίου του και με τη βοήθεια κάποιων από τα παρασκευάσματα των οποίων ήταν όντως απαράμιλλος συνθέτης, ο Οινοκράτης, πολύ πιο νηφάλιος πλέον, έσπευσε να βρει τον Χοντρόη, τον οποίο είχε βολέψει στο πιο απομακρυσμένο από τις υπόλοιπες κρεβατοκάμαρες  δωματιάκι. Λόγω της ησυχίας που επικρατεί εκεί, συμπεραίνει (ορθώς) ότι ο Ασιάτης είναι ήδη ξύπνιος.

«Σήκω Χοντρόη», του λέει και εκείνος ανταποκρίνεται με κυκλοτερή χάρη αν και λίγο μαχμουρλίδικα.

Λίγο αργότερα ο Οινοκράτης και ο σφαιρικός ομόλογός του βρίσκονται αμφότεροι στα υπόγεια της αρχοντικής κατοικίας που τους φιλοξενεί και βρίσκονται επίσης σε ένα είδος συλλογικής έξαψης, σε συντετμημένη έκδοση για μόνον δύο.

Συγκεκριμένα, έχουν εγκατασταθεί σ’ ένα χώρο δίπλα στην οινοθήκη (η οποία αποτελεί πλέον γι αυτούς μόνιμη πηγή έμπνευσης, αν όχι διακτινιζόμενης ενέργειας) και τον έχουν μετατρέψει σε εργαστήριο αλκοολικών ή, καλλίτερα, χαχομικών πειραμάτων.

Η κατάσχεση της φιάλης και του περιεχομένου της από τον Εύελπι δεν έχει προκαλέσει ούτε κατ’ ελάχιστον ανάσχεση των χαχομοπαραγωγικών προθέσεων του Οινοκράτη. Βέβαια ο ασιάτης υπηρέτης από την πλευρά του, έχει υποβάλει όλες τις ενστάσεις και τις αντιρρήσεις που επιβάλλει η αφοσίωσή του στις παραδόσεις και στις μεταφυσικές προεκτάσεις της χαχομοποιίας.

Τελικά όμως, επινόησε τον κατάλληλο για την περίπτωση συμβιβασμό: έχει θεωρήσει τον εαυτό του ως ¨καθοδηγητή¨ και τον Οινοκράτη ως έναν ¨υποψήφιο μύστη¨ στα (ρευστά) εσωτεριστικά μυστήρια της Ανατολής.  Άρα, αποφάσισε και παρηγορήθηκε: δεν πρόκειται παρά για μια (έγκριτη) περίπτωση προσηλυτισμού.

Ο αποκαλούμενος πλέον και  Χοντρόης, έχει λοιπόν ενδώσει και, παρά τις διαρκείς προειδοποιήσεις του για το ¨πιπικίνδυνον¨ του εγχειρήματος, προσπαθεί φιλότιμα να συνεργαστεί…

Έχει μάλιστα ανεβεί, πάντα υπό την στενή επιτήρηση του Οινοκράτη, στα δωμάτια όπου φυλάσσονται οι περγαμηνές και οι πάπυροι του φυγά οικοδεσπότη και, παραβιάζοντας ένα κλειδωμένο συρτάρι (πράγμα σαφώς ευφυέστερο από το να παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες) έχει ανακαλύψει το εγχειρίδιο οδηγιών ασφαλούς παρασκευής και χρήσης, όχι ακριβώς της αυθεντικής ιερής χαχόμα, αλλά μιας αιρετικής προσομοίωσής της,  ορνιθοσκαλισμένο σε καθαρεύουσα σκωληκοειδή γραφή.

Είπε αποφθεγματικά: ¨Εκλείψει αυθεντικού, παπαρόμοιον αρκετόν!¨ και έπειτα έκανε μια κάθοδο  στο κελάρι του σπιτιού από όπου προμηθεύτηκε διάφορες ουσίες, κατά τεκμήριο βρώσιμες, αλλά κανείς δε ξέρει…

Με σχεδόν όλα τα υλικά παρατεταγμένα στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι και με αρκετό χώρο διαθέσιμο για τις απαιτούμενες τελετουργικές χορογραφικές κινήσεις, οι δύο είχαν αρχίσει τα πειράματα.

Ο παράπλευρος στην οινοθήκη υπόγειος χώρος του σπιτιού είχε εκείνο το πρωί  την σπάνια ευκαιρία να φιλοξενήσει εξαιρετικές επιδόσεις στην χορευτική και  την απαγγελτική τέχνη, άλλοτε σε σόλο σφαιρική εκτέλεση και άλλοτε,  για να έχουμε ένα ισχυρότερο αποτέλεσμα, σε έκδοση ζεύγους.

¨Ω τι συγχρονισμός!, Ω τι ευελιξία! Ω τι δεξιοτεχνία και αριστεροτεχνία ομού!¨ θα αναφωνούσε ασφαλώς τυχόν τρίτος σε ρόλο αμερόληπτου παρατηρητή. Ελλείψει όμως ενθουσιασμένου παρατηρητή, οι δύο χορευτές δεν παραλείπουν να συγχαρούν αλλήλους με χειραψία και αμοιβαία υπόκλιση στο τέλος κάθε επιτυχούς εκτέλεσης.

Εκείνη τη νύχτα επινοήθηκαν ορισμένες τερψιχορικές φιγούρες από τις πλέον φημισμένες στις κατοπινές εποχές, όπως: ¨Ο ταύρος εν χοροδιδασκαλείω¨, ¨Ο Οινοκράτης μαινόμενος¨, ¨Το πιπικίνδυνον άλμα με τρεις περιστροφές και άγγιγμα μύτης¨, ¨Η επίκυψη της Εταιρείας¨, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Χοντρόη¨, ¨Ο λόξυγκας του κύκνου¨ και άλλες.

vase

Είναι αλήθεια ότι δεν καταλάβαιναν τίποτα από τον Χρόνο που περνούσε. Αυτός ο τελευταίος, προφανώς κάτω από τις ανώμαλες συνθήκες των (ακατονόμαστων) μαγικών πράξεων που επιχειρούσε το ζεύγος, είχε εμπλακεί σε έναν βρόγχο και μιμούμενος τις χορευτικές τους επιδόσεις είχε υιοθετήσει βήμα σημειωτόν, εναλλασσόμενο με ελαφρό τροχάδην επί τόπου.

Παρά ταύτα, κάποια στιγμή, όπως ήταν αναπόφευκτο, παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως το Πλήρωμα του Χρόνου, οπότε ο Χοντρόης, που επιτηρούσε τα  επιχειρούμενα με τη συνταγή ανά χείρας, ανέκραξε: «Αρκεί!»

Ο Οινοκράτης σταμάτησε να ανακατεύει με τη μεγάλη ξύλινη κουτάλα το περιεχόμενο της γαβάθας, στην οποία αυτή τη στιγμή ήταν συγκεντρωμένο το αποτέλεσμα των συγχρονισμένων προσπάθειών τους και πήρε μια βαθειά ανάσα από τους αναδυόμενους έγχρωμους ατμούς.

«Μμμμμ!» είπε -ήταν μια από τις αγαπημένες του διεθνείς λέξεις- και με το πρακτικό πνεύμα που τον χαρακτηρίζει έκανε να φέρει την κουτάλα ως τα χείλη του προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι το ποτό είχε ζυμωθεί επαρκώς από το εξαγιασμένο πυρ που έκαιγε από κάτω του.

 «Μη, ουκ, ουχί…» ούρλιαξε ο Χοντρόης και του τράβηξε την κουτάλα από το χέρι. Οι σταγόνες που ξεπετάχτηκαν εξάντλησαν τις καμπύλες πορείες τους ολόγυρα ανάβοντας στο τραπέζι και το πάτωμα μικρές φλογίτσες  που τσιτσίριξαν και έσβησαν με μια μικρή αναλαμπή και μ’ ένα  «τσαφ».

«Τούτο δέον όπως κατακάθηται. Είτα δοκιμάζειν αυτό.»

«Ξέρω, ¨πιπικίνδυνον¨…» ειρωνεύεται ο Οινοκράτης.

«Κάλλιον όμως,  έτερός τις δοκιμάζειν…»

«Κάλιον και ποτάσιον!», ξυπνούν στον Οινοκράτη κάποιες μνήμες από την εποχή που ήταν σιτιστής με -μπερδεμένες- αλχημικές γνώσεις. Αλλά αμέσως μετά συνέρχεται. «Και που θα τον βρούμε τώρα τον άλλο;»

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τους στρογγυλούς του ώμους, πράγμα που εκτός από διεθνές σημάδι άγνοιας, αποτελεί και ένδειξη ότι μπροστά στην ανώτερη βία, εγκαταλείπει ευχαρίστως την προσπάθεια παρασκευής της αιρετικής ¨Χαχόμα¨.

Αλλά ο Οινοκράτης έχει έμπνευση. «Μα ναι, μα ναι!» αναφωνεί. «Ασ’ το σε μένα. Εσύ, μόλις κατακαθίσει, βάλτο σε υάλινα φιαλίδια.  Ύστερα, θα πάμε μια βόλτα εδώ παρακάτω, όπου οι Έλληνες έχουν ανοίξει ένα καινούργιο ¨οινοποτείον¨  και να δεις που θα σου τον βρω εγώ τον κατάλληλο δοκιμαστή» .

thoth

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , ,, , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Οι νόμοι του αρχαίου Βασιλιά

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2015

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο τρίτο  

Οι σημειώσεις του Εύελπι (συνέχεια). Οι νόμοι του αρχαίου Βασιλιά

 hammurabi02

Περιδιαβαίνοντας στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της ¨παλιάς¨ πτέρυγας της θησαυραποθήκης, ο Καλλισθένης μου εξήγησε ότι επειδή ο θησαυρός των Σούσων δεν έχει μετακινηθεί, τα προβλήματα εδώ, περισσότερο από την καταγραφή, αφορούν στην αποτίμηση.

Εντάξει, τα ατόφια πολύτιμα μέταλλα και οι πολύτιμοι λίθοι δεν είναι πρόβλημα, ούτε και τα νομίσματα που πρέπει απλώς να ελεγχθούν όσον αφορά στην περιεκτικότητά τους σε χρυσό και ασήμι και να καταγραφούν με βάση την τοπική τους αξία και τις τρέχουσες ισοτιμίες.

Με τα καλλιτεχνήματα και τα τιμαλφή η κατάσταση είναι  λίγο πιο περίπλοκη. Σ’ αυτά, πέρα από την αξία του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένα, πρέπει να συνυπολογιστεί και η επιδεξιότητα και η τέχνη που έχει επενδυθεί πάνω τους. Δε θα πρέπει όμως, επέμενε ο Ολύνθιος, να τα αποτιμούμε βασιζόμενοι στο δικό μας δυτικό γούστο, όπως συχνά κάνουμε. Ενδέχεται, πράγματα που σε μας φαίνονται τερατώδη να αποτελούν για τους Πέρσες το άκρον άωτον της ομορφιάς και, γιατί όχι, το αντίστροφο. Για τα σημαντικότερα απ’ αυτά, καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν εκτός από τους δικούς μας και ντόπιοι ειδικοί εκτιμητές και μάλιστα ει δυνατόν δύο, οι οποίοι να αποφαίνονται χώρια ο ένας απ’ τον άλλο. Συγκρίνοντας περισσότερες γνώμες θα ξέρουμε καλύτερα τι έχουμε στα χέρια μας.

«Τέλος», κατάληξε ο Καλλισθένης και κοντοστάθηκε μπροστά σε μια πόρτα από τις πολλές που έβλεπαν στον διάδρομο, «υπάρχουν και πράγματα που μπορεί να μην είναι φτιαγμένα από χρυσό ή πολύτιμες πέτρες ούτε και να δηλώνουν άμεσα κάποια υψηλή αισθητική, πράγματα που, εάν δεν έχεις την κατάλληλη παιδεία ή εάν δεν προσέξεις αρκετά, μπορεί να τα προσπεράσεις χωρίς να τους δώσεις καμιά σημασία, αλλά παρά ταύτα είναι κατά βάθος ανεκτίμητα.

Πρόκειται, Εύελπι, για αυτά που αποκαλούμε ¨κειμήλια¨ ή ¨σύμβολᨻ.

Έσπρωξε την πόρτα και συμπλήρωσε, «Εύχομαι να βρεις τέτοια και στην άλλη πτέρυγα. Εγώ θέλω να σου δείξω δύο από αυτά.  Εδώ βρίσκεται το αρχαιότερο».

p1050763_louvre_code_hammurabi_face_rwk-144AE362274763CF9AE

Βρεθήκαμε σε μια αίθουσα περιορισμένων διαστάσεων που φωτιζόταν από έναν φεγγίτη ψηλά, κοντά στην οροφή, από συμπληρωματικούς φανούς αναρτημένους στους τοίχους και από ένα λυχνάρι  που δε ξέρω τι στην ευχή έκαιγε, αλλά φώτιζε έντονα έναν μικρό κύκλο γύρω του. Το κρατούσε ένας Πέρσης που, μόλις μας είδε το τοποθέτησε σ’ ένα τραπέζι, όπου βρίσκονταν ανοικτοί πάπυροι και γραφίδες, προκειμένου να εκτελέσει τη χορογραφική του χαιρετούρα.

«Χαίρε Καλλισθένη, χαίρε Εύελπι», μας προσφώνησε ο μεσήλικας έλληνας λόγιος που ήταν επίσης εκεί. Τον ήξερα, τον έλεγαν Ηρακλείδη, ήταν γνώστης γλωσσών και καταγόταν από την Αμφίπολη. Στεκόταν όρθιος μπροστά σε μια στήλη από μελανή πέτρα που τράβηξε αμέσως την προσοχή μου, τοποθετημένη καθώς ήταν στο κέντρο της μικρής αίθουσας. Δυο κεφάλια πιο ψηλή από τον Ηρακλείδη, ίσως δεν έφτανε την άκαινα[1], αλλά σίγουρα έπιανε τα οκτώ πόδια, ενώ το  ημικυλινδρικό της σχήμα πρέπει να ήταν περί τα δύο πόδια φαρδύ. Στο πάνω μέρος ήταν σκαλισμένο το περίγραμμα ενός ασιάτη μονάρχη που έδινε κάτι σε έναν υποτακτικό  του, κι εκείνος το σκεφτόταν, να το πάρω, να μη το πάρω∙ έτσι μου φάνηκε, αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Ο φωτισμός δεν βόηθαγε πολύ. Η υπόλοιπη σκούρα πέτρα ήταν γεμάτη ανατολίτικα γράμματα, απ’ αυτά που μοιάζουν με αποτύπωμα σφήνας -ή με ίχνη όρνιθας πάνω σε μαλακό χώμα.

hammurabi-1

«Χαίρετε» απάντησε χαμογελώντας ο Καλλισθένης, «Πώς πάει η μετάφραση; Τα καταφέρνετε; Προχωράει;»

«Χάρη στον ιερέα Μαρτούκη» απάντησε ο Ηρακλείδης, «ή μάλλον χάρη στην ευφυή ιδέα σου να τον φέρεις εδώ από την Βαβυλώνα, έχουμε ξεσκαλώσει και όπου να ’ναι το κείμενο θα είναι ολόκληρο στη διάθεσή σου».

«Βλέπεις Εύελπι», συνέχισε ο λόγιος απευθυνόμενος σ’ εμένα, «οι εγγραφές πάνω στον βασάλτη δεν είναι γραμμένες ούτε στη γνήσια γλώσσα των Περσών ούτε στην Ελαμική που είναι η ντόπια  γλώσσα των Σουσιανών, ούτε καν στην σύγχρονη Ακκαδική που είναι κι αυτή μια από τις τρεις επίσημες γλώσσες της Αυτοκρατορίας. Είναι γραμμένες στην Αρχαία Ακκαδική. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη κάποιοι που τη γνωρίζουν ικανοποιητικά  στη Βαβυλώνα, όπως ο ιερέας Μαρτούκης αποδώ. Μου μεταφράζει στα περσικά, οπότε μπορώ να βρω την ελληνική εκδοχή. Άσε που ο ιερέας ξέρει και λίγα ελληνικά».

Ο Καλλισθένης χαμογέλασε στον Πέρση  και αυτός βρήκε την ευκαιρία, παρά την στενότητα του χώρου, να επιχειρήσει ακόμη μια ακροβατική υπόκλιση.

Ευτυχώς, σκέφτηκα, που ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο Αλέξανδρος με το που μπήκαμε στην Βαβυλώνα, ήταν να άρει την απαγόρευση της λατρείας των γηγενών θεών που είχαν επιβάλει οι Πέρσες. Αυτό μας εξασφάλισε την συμπάθεια και τη συνεργασιμότητα του παλιού κλήρου, ο οποίος, συσπειρωμένος γύρω από τον αρχαίο θεό Μαρντούκ, είναι ακόμη ισχυρός σε όλη τη Μεσοποταμία.

Τώρα που, καθώς καταγράφω τα γεγονότα της σημερινής μέρας, το ξανασκέφτομαι, όταν μιλάμε για ιερατείο εδώ, στην πεδιάδα των δίδυμων ποταμών, μιλάμε για κάτι που διαφέρει αρκετά από τους δικούς μας ιερωμένους.

Οι δικοί μας, στις περισσότερες περιπτώσεις εξαρτώνται από τις πόλεις και τις εξουσίες που διαμορφώνονται σε αυτές. Σε μας, αυτοί που  ασχολούνται με τους θεούς και τα θρησκευτικά θέματα, είναι είτε αιρετοί άρχοντες είτε περιφερόμενοι, αλλά ανοργάνωτοι μάντεις, ή, στην πιο ακραία περίπτωση, μαντεία και ναοί σε διαρκή διαπραγμάτευση με τις  αρχές των ισχυρών πόλεων.

k2bd-pic2

Στο μυαλό μου έρχεται ο Φίλιππος, που για να μην τον ενοχλούν οι νότιοι με τους Δελφούς τους, ενίσχυσε σε αντιπερισπασμό το Δίον, την μακεδονική πόλη που είχε ήδη μετατρέψει σε πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο ο παλιότερος βασιλιάς Αρχέλαος.  Έτσι μπορούσε να έχει αμεσότερη σχέση με θεούς και προγόνους, και, εδώ που τα λέμε, του στοίχιζε και πολύ φθηνότερα. Αντίθετα εδώ, όπως εξάλλου και στην Αίγυπτο, φαίνεται πως ο μόνος τρόπος για να ελέγξεις τους οργανωμένους ιερείς είναι να τους καταφέρεις να σε ανακηρύξουν ως θεό εσένα τον ίδιο!

Ο Καλλισθένης μου έχει εκμυστηρευτεί ότι κατά την άποψή του το γεγονός ότι εμείς οι Έλληνες δημιουργήσαμε φιλοσόφους, ρήτορες, επιστήμονες, καλλιτέχνες και διάσημους ποιητές, οφείλεται μεταξύ άλλων στο ότι δεν υπάρχει ισχυρός και επίφοβος ανταγωνισμός ανάμεσα στους πολίτες που νοούνται και έχουν κάτι να πουν -θα μπορούσα να τους πω και διανοούμενους-  και τους επικοινωνητές που μιλούν αποκλειστικά στο όνομα των Θεών.

Αν προσέξεις, μου είπε, θα δεις πως όλα αυτά που εμείς, οι λόγιοι, διερευνούμε στο όνομα του ¨κοινού των ανθρώπων¨ και του ¨ανθρώπινου νου¨, εκεί όπου υπάρχει οργανωμένο ιερατείο, τα έχουν αναλάβει μονοπωλιακά οι ιερείς. Απόψεις πάνω στα ήθη, την οργάνωση της κοινωνίας και της πολιτείας,  την από κοινού και την προσωπική αναζήτηση της ευτυχίας, τα κοσμογονικά ερωτήματα, την εσχατολογία, όλα αυτά που τυραννάνε εμάς, αυτοί τα αντιμετωπίζουν φτιάχνοντας πειστικά αφηγήματα με πρωταγωνιστές δημοφιλείς θεούς και δαίμονες. Δεν είναι ότι δεν ασχολούνται και με την έρευνα του φυσικού κόσμου∙ ασχολούνται. Όμως κατά κανόνα το πράττουν για τη δόξα και την αέναη εξουσία του ιερατείου, συντρίβοντας κάθε προσπάθεια που γίνεται έξω από τα επτασφράγιστα τείχη των ναών και των ανακτόρων.

Όχι βέβαια πως στην Ελλάδα, οι δικοί μας ιερείς, δεν αντιδρούν στον ανταγωνισμό που τους κάνουμε εμείς οι φιλοσοφούντες∙ όποτε μπορούν, αντιδρούν. Η περίπτωση του Σωκράτη, του Πρωταγόρα και άλλων το αποδεικνύει. Όμως οι δικοί μας, για να τα καταφέρουν, πρέπει να επικαλεστούν τους ανθρώπινους νόμους των πόλεων και όχι αποκλειστικά τους θείους νόμους, των οποίων εκείνοι οι ίδιοι είναι εισηγητές και ερμηνευτές. Κι αυτή είναι μια διαφορά που μετράει.

*

Ξέφυγα! Η νύστα έχει υποχωρήσει, αλλά η νύχτα προχωράει και καλό θα είναι να επικεντρωθώ στα σημερινά. Μιλούσα για τη στήλη.

Στη μελανή στήλη λοιπόν, η οποία έχει ενθουσιάσει τον Καλλισθένη, είναι χαραγμένοι οι νόμοι ενός βασιλιά και νομοθέτη της Βαβυλώνας που έζησε παλιά, πολύ παλιά και τον αποκαλούσαν Χαμουραμπί. Η φήμη του, σύμφωνα με τον Μαρτούκη, είναι ακόμη ζωντανή ανάμεσα στους κατοίκους της Μεσοποταμίας. Και όταν μιλάμε για παλιά, εννοούμε, σύμφωνα πάντα με τον Βαβυλώνιο, πάνω από χίλια χρόνια πριν από σήμερα, ίσως και χίλια πεντακόσια.

Κρίνω, βέβαια, κάπως υπερβολικούς τους ισχυρισμούς του, πολύ περισσότερο που, όπως ο ίδιος λέει, κάποιοι από τους νόμους του Χαμουραμπί που έχει ήδη μεταφράσει, ισχύουν στη πόλη του ακόμη και σήμερα.

Πάντως, οι δύο λόγιοι έχουν ακόμη να μεταγλωττίσουν ένα μεγάλο μέρος του κειμένου. Ουσιαστικά έχουν ολοκληρώσει τη μετάφραση μόνον του προοιμίου και λίγων από τους πρώτους νόμους.

Στην εισαγωγή, ο αρχαίος βασιλιάς αυτοπαρουσιάζεται και αυτοκολακεύεται με χαρακτηρισμούς όπως, Εγώ – ο εκλεκτός των θεών, Εγώ – ο προστάτης του λαού, Εγώ – ο εγγυητής της δικαιοσύνης, Εγώ – ο φόβος και τρόμος των εχθρών μου και άλλα τέτοια.

Ο Καλλισθένης δεν αποφεύγει να σχολιάσει: «Αυτές οι διατυπώσεις σε πρώτο πρόσωπο είναι ενδιαφέρουσες. Αυτός ο τύπος δε φοβόταν να χειριστεί προσωπικά  το ρίσκο της φήμης και της υστεροφημίας του. Πάντως, προσέξτε ότι διατείνεται ότι είναι απ’ όλα, εκτός από Θεός».

¨…Και ο νοών νοείτω¨ σκέφτηκα εγώ.

Ήξερα ότι, όντας πεισμένος ότι η θεοποίηση του Αλέξανδρου θα μπορούσε να είναι καταστροφική για τους απώτερους στόχους της εκστρατείας, ο Καλλισθένης αναζητεί επιχειρήματα που θα μπορούσαν να πείσουν για την ορθότητα της άποψής του και όλους τους άλλους. Ο αρχαίος βασιλιάς, ο περιβεβλημένος με τη φήμη του ¨δίκαιου¨ και του ¨δικαιωμένου από την Ιστορία¨, ο οποίος όμως δεν διανοείται να ανακηρυχθεί Θεός, θα μπορούσε να του δώσει μερικά.

«Σε κάθε περίπτωση» προσθέτει ο Ολύνθιος, «η στήλη θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα την ιστορία και τη νοοτροπία αυτών των λαών. Έτσι η επικοινωνία μας μαζί τους θα είναι ευχερέστερη και αποτελεσματικότερη».

*

Αφήσαμε τους δύο γλωσσομαθείς να συνεχίσουν απερίσπαστοι τη δουλειά τους και ξαναβρεθήκαμε στους διαδρόμους κατευθυνόμενοι αυτή τη φορά στον τομέα που είναι αφιερωμένος στα λάφυρα τα αρπαγμένα από τους λαούς των Γιουνάν∙  αυτή είναι η λανθασμένη ονομασία που οι ασιάτες, έχοντας γνωρίσει πρώτα τους Ίωνες, χρησιμοποιούν για όλους εμάς τους Έλληνες.

Το δεύτερο σημαντικό αντικείμενο που θέλει να μου δείξει ο Καλλισθένης προέρχεται από την Ελλάδα.

images (1)

[1] Ο αρχαιοελληνικός πους ήταν ίσος με 0,3083μ. Η Άκαινα ήταν ίση με 10 πόδες (η οργιά 6 πόδες). Η συγκεκριμένη στήλη, που  σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, έχει ύψος 2,25μ και πλάτος 55εκατοστά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , ,, | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β, κεφάλαιο τέταρτο: Το Πουλχερίδιον προ των πυλών

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2015

Σας υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα όσα έχουμε ήδη πει, στη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα Πουλχερία (αποκαλούμενη χαϊδευτικά και Πουλχερίδιον) έχει ανατεθεί από την κυρία της, την Θαΐδα, να μεταφέρει στα Σούσα δύο επιστολές. Η μία απευθύνεται στην Ωραία των Αθηνών Φρύνη (μέσω του επαναπατριζόμενου αθηναίου πολεμιστή Παλαμήδη) και η άλλη, πιο επείγουσα, ενημερώνει τον Εύελπι για τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονται στην αυλή κατά του Καλλισθένη και της ομάδας του. Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ευρυμέδοντα (του Θεσσαλού αξιωματικού που έχει πάρει μαζί του το Πουλχερίδιο, καθώς μεταφέρει στα Σούσα βιβλία που πρέπει να περισωθούν από τις φλόγες της προέλασης), η αρμάμαξα καθυστερεί…

carro1

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Πρωί. Αφηγείται το Πουλχερίδιον, καθώς η αρμάμαξα του Ευρυμέδοντα πλησιάζει στα τείχη των Σούσων

Θα ’πρεπε να φτάσουμε στα Σούσα χτες το βράδυ, αλλά μια ξαφνική δυνατή βροχή μας αναχαίτισε. Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να συνεχίσει, αλλά κατάφερα να τον πείσω ότι τάχα δεν αισθανόμουν καλά και ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε έστω για λίγο. Τελικά περάσαμε τη νύχτα στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλον μέσα στο όχημα. Η απρόβλεπτη καθυστέρηση είχε τα καλά της. Η βροχή να χτυπάει στο καραβόπανο της άμαξας και η ζεστή αγκαλιά του Θεσσαλού λοχαγού αρκούν για να φτιάξουν μια απολύτως υπέροχη νύχτα!

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Ο Ευρυμέδοντας όμως θέλει να εκπληρώσει την αποστολή του το συντομότερο. Τώρα τον βλέπω συγκεντρωμένο και μάλλον τεντωμένο να τινάζει τα ηνία και να παροτρύνει τα άλογα να επιταχύνουν μεσ’ στις λάσπες. Στο βάθος της πεδιάδας, αχνά στη πρωινή  αχλή διακρίνονται πια τα χαμηλά τείχη των Σούσων και η νοτιοανατολική τους πύλη.

Λέω να του πιάσω κουβέντα μπας και χαλαρώσει λίγο.

«Αν έβαζα με τη σειρά τις τρείς μεγάλες πόλεις της Ασίας που γνωρίσαμε τελευταία» του λέω, «όχι όμως με βάση το μέγεθος, ούτε τον πλούτο…»

«Αλλά;» με ρωτάει καθώς τινάζει το καμτσίκι στον αέρα.

«Με βάση την λαγνεία που εκπέμπουν», του απαντώ γελώντας. Πρώτη θα έβαζα τη Βαβυλώνα, μετά τα Σούσα και τελευταία θα άφηνα την Περσέπολη. Καλά δε τα λέω Δάκη μου; Δεν συμφωνείς κι εσύ; »

«Τι θες να πεις;» μου λέει, γιατί σε αυτά τα θέματα είναι λιγάκι στουρνάρι.

«Να», τα γυρίζω, «αυτή η Περσέπολη δε μου πολυάρεσε».

«Μη κάνεις συγκρίσεις. Την Περσέπολη την λεηλατήσαμε.  Πάλι καλά που το παλάτι στέκει ακόμη στα πόδια του. Έπειτα, οι Πέρσες είναι αλλιώτικοι από τους Μεσοποτάμιους».

Βλέπω πως το θέμα δεν τον χαλαρώνει, γι αυτό το αφήνω και τον ρωτάω κάτι άλλο.

«Ξέρεις σε ποιο σημείο των Σούσων βρίσκονται οι τραυματισμένοι αξιωματικοί που πρόκειται να επιστρέψουν στην Ελλάδα;  Πρέπει να βρω κάποιον εκεί».

«Ναι, ξέρω. Έχω καναδυό φίλους ανάμεσά τους. Νομίζω ότι δεν μένουν πια στο στρατόπεδο της φρουράς, πρέπει να στεγάζονται όλοι μαζί σε ένα δημόσιο οίκημα στο κέντρο. Μόλις ο καιρός καλυτερέψει για τα καλά, αφού πρώτα γίνει γιορτή και τελετή προς τιμήν τους, θα ξεκινήσουν για την Τύρο όπου και θα επιβιβαστούν σε πλοία, ο καθένας για την πόλη του».

Τον κοιτάζω με τον κατάλληλο τρόπο, ξέρω εγώ!

«Εντάξει», μου λέει. «Θα σε συνοδεύσω εγώ ως τους επαναπατριζόμενους. Όμως θα περιμένεις μέχρι να παραδώσω τα βιβλία στην υπηρεσία του Καλλισθένη».

«Ω, μην ανησυχείς» του απαντώ, «έχω κι εγώ να κάνω μια δουλειά εκεί».

1Old-Sidon_3043212k

(συνεχίζεται…)

Στο επόμενο: Κεφάλαιο πέμπτο. Αφηγείται ο  Εύελπις (συνέχεια): Μάρμαρα, άλλα κλοπιμαία και μια ένοπλη εισβολή.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β, κεφάλαιο πέμπτο: Τα μάρμαρα , η  εισβολή

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2015

images (24)

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο πέμπτο

Αφηγείται ο  Εύελπις (συνέχεια): Μάρμαρα, άλλα κλοπιμαία και μια ένοπλη εισβολή

Προχωρώντας προς την ¨Αίθουσα των Ελλήνων¨ είχα την ευκαιρία να ρωτήσω τον Καλλισθένη για κάτι άλλο, μια απορία που μου είχε δημιουργηθεί το πρωί, αλλά δεν είχα μέχρι στιγμής την ευκαιρία να του ζητήσω να μου την διευκρινίσει.

«Γιατί είπες στη Σισύγαμβρη ότι μπορεί να φύγεις; Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;»

Κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά γύρω, στο διάδρομο που αυτή τη στιγμή ήταν άδειος,  με κοίταξε προσεκτικά και έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Σήμερα το πρωί», μου είπε τελικά, «έλαβα μια επιστολή από τον Αριστοτέλη. Απαντά σε μια προγενέστερη δική μου, όπου τον ενημέρωνα για τα τελευταία γεγονότα, την προέλαση του στρατεύματος, την πτώση των περσικών μητροπόλεων και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί εδώ. Ο Αριστοτέλης κρίνει ότι οι εξελίξεις έχουν επιταχυνθεί και ότι επίκεινται επιπτώσεις στη ζωή και τηνιστορία των ελλήνων. Το να είναι οι επιπτώσεις αυτές θετικές και γόνιμες εξαρτάται από όλους εμάς.

Καταλήγοντας μου ζητάει να συναντηθούμε και ρωτάει αν θα μπορούσα να βρω κάποιο τρόπο να επισκεφτώ την Αθήνα το συντομότερο.  Να συζητήσουμε και να ανταλλάξουμε πληροφορίες και απόψεις».

«Ναι, όμως…»

«Έχεις δίκιο, με τις τρέχουσες συνθήκες δε μπορώ να μετακινηθώ, εκτός και…». Είχαμε φτάσει μπροστά σε μία ακόμη πόρτα. «Θα σου εξηγήσω», είπε και την έσπρωξε.

Βρεθήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου απ’ ότι φαίνεται οι τακτοποιήσεις είχαν ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο χώρος να είναι μεν γεμάτος αντικείμενα, αλλά άδειος από ανθρώπους. Άναψα μερικούς πυρσούς για να βελτιώσω την ορατότητα και πήρα μια βαθειά ανάσα. Ένα μαγικό σκηνικό που μύριζε πατρίδα αναδύθηκε μπροστά μου. Αγάλματα, κοσμήματα, κομψά κεραμικά παντός είδους, μια γωνιά της Ελλάδας φυλακισμένη μέσα στο περσικό παλάτι.

Με συνεπήρε μια γλυκόπικρη αίσθηση νοσταλγίας, την οποία ανέκοψε ο Καλλισθένης οδηγώντας με σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο βάθος της αίθουσας. Εκεί, πάνω σε μαρμάρινα βάθρα ύψους πέντε περίπου ποδών, ήταν τοποθετημένες, πλάι πλάι, δύο ευμεγέθεις χάλκινες προτομές. Δύο άνδρες, ένας νεότερος κι ένας πρεσβύτερος. Καλαίσθητη αθηναϊκή γλυπτική, τίποτα παραπάνω.

«Τους αναγνωρίζεις;», με ρώτησε.

Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.

«Αυτό σημαίνει ότι στα μεταγενέστερα αγάλματά τους, τα οποία σίγουρα γνωρίζεις, χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά μοντέλα, πιθανώς πιο όμορφα».

Πήρε έναν πυρσό από τον τοίχο και τον πλησίασε στις προτομές, έτσι μπόρεσα να διαβάσω τις επιγραφές στη βάση τους: ¨Αρμόδιος¨ στη μια και ¨Αριστογείτων¨ στην άλλη.

«Μη μου πεις! Οι τυραννοκτόνοι!»

«Ε, ναι! Πρόκειται για ό, τι το πιο συμβολικό από τα λάφυρα που πρόλαβε να πάρει μαζί του ο Ξέρξης, όταν τελικά έφυγε κυνηγημένος από τα μέρη μας[1]».

«Νόμιζα ότι τα αρχικά αγάλματα έμοιαζαν με εκείνα που έφτιαξαν ο Κριτίας και ο Νησιώτης μετά τη νικηφόρα ναυμαχία στη Σαλαμίνας∙ βρίσκονται σε περίοπτο σημείο της Αγοράς της Αθήνας και τα θαυμάζουν όλοι όσοι περνούν από εκεί».

350px-Die_Ermordung_des_Hipparchos

«Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι αυτά εδώ είναι τα αρχικά, και επομένως απεικονίζουν πιστότερα τα χαρακτηριστικά των  τιμώμενων ανδρών.

»Τα αγάλματα που ξανάφτιαξαν οι Αθηναίοι σε πείσμα του Ξέρξη και με τα οποία αντικατέστησαν αυτά εδώ, τα έχω δει. Είναι όντως εξαιρετικής ομορφιάς. Συμβολίζουν κυρίως τις νίκες επί των εισβολέων: μας τα κλέψατε; εμείς φτιάξαμε ωραιότερα και μεγαλοπρεπέστερα!

»Αυτά εδώ φιλοτεχνήθηκαν πολύ πιο παλιά για να τιμήσουν κυρίως τη νεότευκτη ή μάλλον την υπό δημιουργία, τότε, Δημοκρατία, το αγαπημένο πολίτευμα των Αθηναίων, αν και, μεταξύ  μας, πολλά και αντιφατικά λέγονται για τους πραγματικούς λόγους που δολοφονήθηκε ο εν λόγω τύραννος, πριν έρθει η εποχή του Κλεισθένη και αργότερα του Περικλή.

«Για πες μου, τι ακριβώς έγινε;», η περιέργειά μου είχε εξαφθεί.

«Γι αυτό το θέμα υπάρχουν πολλές μαρτυρίες στη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Όταν βρεθείς πάλι εκεί είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί να σου επιτρέψει να ψάξεις. Όμως…»

Έγινε πάλι σκεπτικός.

«Όμως Εύελπι, νομίζω ότι αυτές οι προτομές μπορεί να μου δώσουν την ευκαιρία να υλοποιήσω το ταξίδι που λέγαμε πριν.

»Μόλις εντοπίστηκαν, πριν ο Αλέξανδρος αναχωρήσει για την Περσέπολη, έσπευσα να του τις δείξω. Αντιλήφτηκε αμέσως και σωστά ότι είχε στα χέρια του μια καλή ευκαιρία για να κάνει μια γενναιόφρονη κίνηση απέναντι στους Αθηναίους. Να τους επιστρέψει τις προτομές. Δεν έχουμε πει, άλλωστε, τόσες φορές ότι η εκστρατεία δικαιώνεται και μέσα από την αποκατάσταση των αδικιών και των ταπεινώσεων του παρελθόντος; Έδωσε λοιπόν ήδη την συγκατάθεσή του για την επιστροφή, αλλά δεν είχαμε χρόνο να αποφασίσουμε τις λεπτομέρειες. Θα μπορούσαμε να τις παραδώσουμε στους πρέσβεις των Αθηναίων που ακολουθούν την εκστρατεία, αλλά νομίζω ότι αυτό θα περιόριζε τη σημασία της χειρονομίας.

»Σκέφτομαι όμως τώρα, ότι εάν τις προτομές τις συνοδεύσει στην Αθήνα ένας ανώτερος αξιωματούχος, ο αντίκτυπος θα είναι διαφορετικός. Άσε που εάν ο αξιωματούχος αυτός διαθέτει τις κατάλληλες ικανότητες θα έχει την ευκαιρία  να ελέγξει εκ του σύνεγγυς τι κάνουν οι άνθρωποί μας στην Αθήνα, καθώς και πως λειτουργούν εκεί οι άνθρωποι των Περσών και των Λακεδαιμονίων».

Ο Καλλισθένης έχει δίκιο, οι δικές μου εμπειρίες το επιβεβαιώνουν. Τα τελευταία χρόνια, ήδη πριν φύγω, αλλά απ’ ότι μαθαίνω και μετά, η Αθήνα έχει γίνει άντρο κατασκόπων, καθώς και διεκπεραιωτών των συμφερόντων όλων των μεγάλων δυνάμεων της οικουμένης.

Παράλληλα, η ελευθερία που επικρατεί εκεί επιτρέπει στην πολιτική σκέψη να ωριμάζει με μεγαλύτερη άνεση από οπουδήποτε αλλού. Και ο πολιτικός στοχασμός δεν είναι απαραίτητος μόνον στις εποχές κρίσης και δυσπραγίας, αλλά κάθε φορά που οι συνθήκες αλλάζουν. Όπως τώρα.

Πάντως η ιδέα ότι ο Καλλισθένης ενδέχεται να φύγει, έστω για λίγο, με αφήνει κυριολεκτικά άναυδο.

«Θα ειδοποιήσεις τον Αλέξανδρο;»

«Ναι, βέβαια, μετά τα όσα μου είπες χτες για τις δολοπλοκίες των άλλων, οτιδήποτε γίνει πρέπει να έχει την ρητή έγκρισή του».

«Να δούμε τι θα βρει να πει ο Ανάξαρχος άμα δει τον ¨μεγάλο συνωμότη¨, όπως θέλει να σε παρουσιάζει, να απομακρύνεται από το προσκήνιο οικειοθελώς».

«Δε θα δυσκολευτεί πολύ. Θα πει, να μου το θυμηθείς, ότι πάω να βρω και να συνασπίσω συμμάχους για την υποτιθέμενη ανταρσία μου.  Και να δεις ότι αν καταφέρει να δημιουργήσει τελικά το κλίμα καχυποψίας που επιδιώκει, δεν αποκλείεται να γίνει πιστευτός».

«Χτες ήσουν πιο αισιόδοξος».

«Χτες δεν περνούσε απ’ το κεφάλι μου, ούτε κατ’ ελάχιστον, η ιδέα να φύγω. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι εσύ εδώ στα Σούσα και ο Ευμένης στην Περσέπολη ή οπού αλλού θα βρίσκεται ο Αλέξανδρος, θα τα καταφέρετε μια χαρά. Αυτό άλλωστε έχω σκοπό να διαβεβαιώσω και τον Βασιλέα».

Ο Καλλισθένης παίρνει έναν πυρσό και στρέφεται προς την πόρτα. Εγώ σβήνω τους υπόλοιπους βυθίζοντάς τους στο βαρέλι με το νερό που υπάρχει εκεί γι αυτόν το σκοπό. Ο Καλλισθένης ανοίγει την πόρτα αλλά δεν προλαβαίνει να βγει. Ακούγεται ένας συγκεχυμένος ήχος, ένα επιφώνημα πόνου, ένα βογκητό.

Ο Ολύνθιος παραπατάει και κάνει αμέσως ένα βήμα πίσω, αφήνοντας τον πυρσό να πέσει στο έδαφος. Το αριστερό του χέρι βρίσκεται τώρα στο δεξί μέρος του στήθους του, όπου κάτι σκούρο εξαπλώνεται πάνω στη λευκή εσθήτα. Το δεξί ψάχνει στη ζώνη του.

Ο Καλλισθένης σπάνια οπλοφορεί. Έχει όμως πάντοτε περασμένο στη ζώνη ένα μικρό εγχειρίδιο, που τον βοηθάει συχνά ως εργαλείο γραφής. Χαράζει σημειώσεις πάνω σε πλάκες με κερί ή νωπή άργιλο, κόβει, αν χρειαστεί, τους άγραφους πάπυρους και τις περγαμηνές. Τώρα τα δάχτυλά του βρίσκουν  και αδράζουν αυτό το στιλέτο.

greek1

Από την ανοιχτή πόρτα εισβάλει στην ¨Αίθουσα των Ιώνων¨ ένας τύπος ντυμένος στα μαύρα, με ένα επίσης μαύρο κεφαλόδεσμο να του σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο εκτός από τα μάτια. Κρατά και με τα δύο του χέρια μια μεγάλη ασιατική μάχαιρα. Τη σηκώνει απειλητικά πάνω από τον Καλλισθένη, που δεν έχει βρει ακόμη την ισορροπία του. Πίσω απ’ τον μαυροφορεμένο πιέζει για να μπει στην αίθουσα κι ένας δεύτερος.

Τραβώ το κοντό αθηναϊκό μου σπαθί, και ορμώ πάνω στον πρώτο. Το φως που φτάνει ως εδώ από τους φεγγίτες είναι έτσι κι αλλιώς ανεπαρκές. Ο πυρσός που καίει ακόμη πεσμένος στο πέτρινο πάτωμα σκορπά λιγοστές μίζερες ανταύγειες φωτός. Στοχεύω το στήθος του, αλλά δεν τον πετυχαίνω. Το ξίφος μου προσκρούει στη μάχαιρα που ο μελανός έχει κατεβάσει, κάνοντας ταυτόχρονα ένα βήμα αριστερά.  Εγώ παρασυρμένος από την ορμή μου προσκρούω στον απέναντι τοίχο και βρίσκομαι μισοκαθισμένος δίπλα στην ανοιχτή πόρτα, από όπου ένας δεύτερος, εξ ίσου σκοτεινός και μαυροφορεμένος εισβολέας μπαίνει τώρα με φόρα στην αίθουσα.  Ο νεοφερμένος με αγνοεί και ετοιμάζεται να χτυπήσει τον Καλλισθένη που υποχωρώντας πληγωμένος, έχει βρεθεί κι αυτός ανάσκελα στο έδαφος. Ενάντια στον Ολύνθιο στρέφεται ξανά και ο πρώτος.

Κάνω το μόνο που μπορώ να κάνω. Απλώνω το μακρύ μεγαρικό μου κανί εγκάρσια μπροστά στην πόρτα.

Συμβαίνει το μοιραίο. Ο δεύτερος εισβολέας μπουρδουκλώνεται και πέφτει, τελείως άχαρα, πάνω στον Καλλισθένη. Εκεί τον περιμένει το στιλέτο του Ολύνθιου, έχοντας πάρει την κατάλληλη για την περίσταση όρθια θέση. Αλλά του συμβαίνει και κάτι άλλο: Η μάχαιρα του πρώτου μαυροφορεμένου που κατεβαίνει αδυσώπητη στοχεύοντας το λαιμό του Καλλισθένη καταλήγει αναπόφευκτα στην πλάτη του συνεταίρου του, ανοίγοντάς τη στα δύο.

Ο μελανός που απόμεινε βγάζει μια ζωώδη κραυγή και στρέφεται προς τα ‘μένα. Εγώ όμως έχω προλάβει να ανασηκωθώ, και είμαι αυτήν τη φορά έτοιμος.

Στη μάχη σώμα με σώμα, το κοντό ελαφρό σπαθί που το χειρίζεσαι με το ένα χέρι, ενώ το άλλο σε βοηθάει να κρατήσεις την ισορροπία σου ακόμη κι αν αναγκαστείς να χορέψεις πυρρίχιο, παρουσιάζει τεράστια πλεονεκτήματα απέναντι σε μια βαριά μάχαιρα που την κραδαίνει κανείς και με τα δύο χέρια μαζί.   Αυτό όμως είναι κάτι που ο αντίπαλός μου, κατά τα φαινόμενα, δεν το έχει ακόμη πληροφορηθεί. Έτσι, αντί να παραδοθεί, -εγώ, είναι αυτονόητο ότι θα τον προτιμούσα ζωντανό- μου επιτίθεται με πρωτοφανές μένος.

Η σύγκρουση διαρκεί λίγες μόνο στιγμές. Ύστερα ο εισβολέας πάει να συναντήσει τον σύντροφό του στα τάρταρα ή σε, ποιος ξέρει ποια, άλλη, αγύριστη μεριά του σύμπαντος.

Σκύβω προς τον Καλλισθένη και τραβώ από πάνω του το μαυριδερό κουφάρι. Ένα στωικό χαμόγελο έχει ανασηκώσει τις άκρες των χειλιών του. Βλέπω ότι εκτός από την πληγή στο στήθος, η μάχαιρα του έχει σακατέψει τον μηρό.

Επιστρέφω στον Καλλισθένη μια γκριμάτσα που μοιάζει με χαμόγελο και βάζω τις φωνές. Σε λίγο φαίνεται στην πόρτα το πρόσωπο ενός δικού μας καταγραφέα. Πίσω του καταφθάνουν κι άλλοι.

«Τον Φίλιππο, τον γιατρό, αμέσως!» τους φωνάζω.

όπλα

[1] Μετά την μάχη των Θερμοπυλών και πριν την ήττα του στη Σαλαμίνα, ο Ξέρξης πρόλαβε να λεηλατήσει την Αθήνα και να πάρει μαζί του, μεταξύ άλλων, τα ολόσωμα αγάλματα ή προτομές (δεν έχουν διασωθεί ούτε τα πρωτότυπα ούτε τυχόν αντίγραφά τους) των ¨τυραννοκτόνων¨ Αριστογείτονα και Αρμόδιου, φονέων του παλαιότερου τύραννου Ίππαρχου. Οι Αθηναίοι στη θέση τους τοποθέτησαν νέα αγάλματα των οποίων έχουν διασωθεί ρωμαϊκά αντίγραφα. Για την ανεύρεση των αρχικών γλυπτών από τον Αλέξανδρο στα Σούσα, ο Αρριανός γράφει: ¨πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατελήφθη αὐτοῦ, ὅσα Ξέρξης ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἄγων ἦλθε, τά τε ἄλλα καὶ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος χαλκαῖ εἰκόνες. καὶ ταύτας Ἀθηναίοις ὀπίσω πέμπει Ἀλέξανδρος, καὶ νῦν κεῖνται Ἀθήνησιν ἐν Κεραμεικῷ αἱ εἰκόνες, ἧ ἄνιμεν ἐς πόλιν, καταντικρὺ μάλιστα τοῦ Μητρῴου, μακρὰν τῶν Εὐδανέμων τοῦ βωμοῦ. [Αρριανός, Αλεξάνδρου ανάβασις (3. 16.8.)]

(συνεχίζεται… Στο επόμενο: Μέρος Β Κεφάλαιο έκτο.  Μια ακόμη άμαξα φτάνει στα Σούσα. Άρπαλος)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , ,, , , | Επεξεργασία |Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Άρπαλος

Posted by vnottas στο 17 Αυγούστου, 2015

Μέρος Β, Κεφάλαιο έκτο           

Όπου ενώ μια ακόμη άμαξα φτάνει στα Σούσα, ο Άρπαλος συλλογιέται…

 view_33_87035749

Αργά το πρωί εκείνης της ίδιας μέρας, καθώς ο Καλλισθένης και ο Εύελπις περιηγούνται τα άδυτα του θησαυροφυλακίου, καθώς ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης εκτελούν τα χαχομικά τους πειράματα και καθώς η μεταφορική άμαξα με τον Ευρυμέδοντα και το Πουλχερίδιον κατευθύνεται με καθυστέρηση μόλις μιας νύχτας στην νότια είσοδο της πόλης των Κρίνων, στην βορειοδυτική πύλη, εκείνη στην οποία καταλήγει  η ¨βασιλική οδός¨ που έρχεται από την Βαβυλώνα, πλησιάζει ακόμη μια αρμάμαξα[1]. Είναι μια μεγάλη και καλοφτιαγμένη περσική κατασκευή, που την σέρνουν τρεις εύρωστοι ίπποι ζεμένοι με τον σκυθικό τρόπο.

Τρείς είναι και οι επιβάτες.

Ο ηνίοχος, κάτω από ένα υπερμέγεθες ψάθινο καπέλο στηριγμένο σε δυο επίσης τεράστια αυτιά, ξεφωνίζει παροτρύνσεις που, αν κρίνει κανείς από την αντίδραση των αλόγων, πρέπει να είναι αρκούντως εκνευριστικές. Τα άλογα εν τέλει εκτονώνονται καλπάζοντας προς τα μπρος, ενώ το κιτρινωπό τοπίο φεύγει γλιστρώντας γοργά προς τα πίσω.

Δίπλα του, αδιαφορώντας για τους θορύβους και τα σκαμπανεβάσματα,  λαγοκοιμάται ένας γίγαντας μετρίου (για γίγαντες) μεγέθους .

Στο τμήμα των επιβατών της καρότσας βρίσκεται ο τρίτος της παρέας, ο νεότερος, με μαλλιά ανοιχτόχρωμα και μάτια επίσης κλειστά. Μόνο που αυτός δεν κοιμάται. Σκέφτεται. Τα ταξίδια του δημιουργούν πάντοτε σκέψεις, κυρίως απολογιστικές, ανασκοπητικές, αυτό-εξομολογητικές. Όταν ταξιδεύει τις αντέχει περισσότερο.

21-7

Είπα αυτό το ταξίδι να το κάνω ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Στην περίπτωσή μου μαθαίνεις περισσότερα όταν οι άλλοι δεν ξέρουν ποιος είσαι…

Ποιος είσαι άραγε Άρπαλε;

Είσαι ο Άρπαλος ο γιος του  Μαχάτα, ο Ελιμιώτης από την Αιανή; Αυτός που ο Μαχάτας τον ήθελε Μαχάτα κι αυτόν, ένα μικρό είδωλο του εαυτού του, κι όταν είδε ότι  το βρέφος είχε το ένα ποδάρι κοντύτερο από τ’ άλλο και ούτε δρομέας, ούτε άλτης, ούτε παλαιστής, ούτε βέβαια καβαλάρης μαχητής θα γινόταν ποτέ, τον ξέχασε κι αδιαφόρησε ολότελα γι αυτόν;

Είσαι ο Άρπαλος, που αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, πιτσιρίκος κι αυτός τότε -μόλις λίγο μεγαλύτερός σου-, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να σε προστατεύει από τις καζούρες και τα άγρια αστεία των άλλων αρχοντο- πιτσιρικάδων, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να πατήσει πόδι και να πει: χωρίς αυτόν εδώ το μικρό μου φίλο, ούτε κι εγώ εντάσσομαι στους ¨βασιλικούς παίδες¨, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, είναι σίγουρο πως θα σε εξαιρούσαν απ’ την αυλή του Φίλιππου και θα σ’ έδιωχναν χωρίς πολλές κουβέντες και δίχως βέβαια ο Μαχάτας να διαμαρτυρηθεί για την προσβολή! Αυτός ο Άρπαλος είσαι;

Την προσβολή! Χα! Τώρα που δεν είσαι πια ούτε παιδί ούτε αφελές μειράκιον, ξέρεις ότι οι ¨παίδες¨ της αυλής των βασιλέων δεν είναι μόνο προνομιούχα τέκνα των αρχόντων της επαρχίας που ανατρέφονται μαζί με τους διαδόχους για να προετοιμάσουν την αυριανή αυλή, αλλά, κυρίως, είναι όμηροι του άρχοντα που το παίζει βασιλιάς, έτσι ώστε οι ήσσονες  ισχυροί της περιφέρειας να μη του κουνιούνται και να μην τον αμφισβητούν.    

1270645791465_3

Μα όχι δικέ μου, εσύ είσαι ο Άρπαλος ο Μακεδόνας, ο ευπατρίδης, ο ταξιδεμένος, ο κολλητός του βασιλιά Αλέξανδρου!

Κολλητός; Δε θα ’λεγα. Όχι πια. Εκείνος δεν είναι πλέον εδώ, εκείνος είναι αλλού, εκείνος έχει πάει να κατακτήσει την οικουμένη. Δεν έχει καιρό πια για τον μικρό του φίλο. Τι κι αν φροντίζει να σου αναθέτει αρμοδιότητες και καθήκοντα. Χωρίς καν να σε ρωτήσει.

Παραπονιέσαι; Ναι, όταν είσαι μόνος σου, ή ακριβέστερα όταν ξεμένεις με τα χλωμά σου φαντάσματα, αυτά που, απρόσκλητα, σε συνοδεύουν και σε περιγελούν και σφυρίζουν σα φίδια στα αυτιά σου, τότε μπορεί και να παραπονιέσαι.

Κι όμως, εκείνος σου έδωσε τη μεγαλύτερη εξουσία μετά από τη δική του. Ίσως, στο μέλλον, ακόμα μεγαλύτερη κι απ’ τη δική του. Εκείνος είναι πολεμιστής και βασιλιάς, έχει στρατεύματα και υπουργούς και συμβούλους. Εσένα σου έδωσε το χρήμα, τον πλούτο, τον αμύθητο πλούτο της Ασίας. Ο Άρπαλος ο επί των χρημάτων!

Χρήματα! Θυμάμαι, έχουν περάσει μόλις λίγα χρόνια κι ας μοιάζουν αιώνες, που ήμουν στην Αθήνα, πριν ακόμη ξεκινήσει η εκστρατεία. Θυμάμαι ότι είχα βρεθεί εκεί ακολουθώντας την παραίνεση του Αριστοτέλη ότι  ¨η άγρα της γνώσης απαιτεί  κίνηση, θέλει ταξίδια¨. Κι εγώ είχα βαλθεί να σπουδάσω τη ζωή ταξιδεύοντας, έστω κούτσα κούτσα∙ και όπως είναι λογικό, ¨εξ Αθηνών άρξασθαι¨.

Οι Αθηναίοι είναι εκείνοι που περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ξέρουν τη δύναμη και τα όρια του πλούτου. Θυμάμαι πόσο είχα γελάσει και πόσο είχα προβληματιστεί όταν στο θέατρο του Διονύσου είχα παρακολουθήσει ένα έργο για τον Πλούτο, γραμμένο από αυτόν τον παλιό θεομπαίχτη, τον Αριστοφάνη. Ο Πλούτος δεν ήταν παρά ένας θεός θεόστραβος, που καταλήγει πάντα στα χέρια των κακών και των ανάξιων.

Κάτι τέτοιο εξάλλου πιστεύαμε και όλοι εμείς (όλοι εσείς είναι ορθότερη διατύπωση), εμείς, η συντροφιά των ¨βασιλικών παίδων¨ του Φιλίππου, όταν συζητούσαμε για τη ζωή που μας περιμένει και τη στάση μας απέναντί της. Εσείς τον κόσμο θα τον κατακτούσατε με την τόλμη και την γενναιότητα στο πεδίο της μάχης, όπως οι ανένδοτοι Σπαρτιάτες τους οποίους ενδόμυχα θαυμάζετε. Εμένα οι Σπαρτιάτες θα με έριχναν στον Καιάδα και θα ξεμπέρδευαν. Το Χρήμα ήταν δευτερεύον. Το πολύ πολύ να μπουκώναμε μ’ αυτό τους μέτοικους των πόλεων για να κάθονται ήσυχοι και να μην συνωμοτούν.

Και όμως, τι ειρωνεία! Εδώ στην Ασία, ο τριφηλός πλούτος, το προϊόν, όπως και να το κάνουμε, της τόλμης και της γενναιότητάς σας, έρχεται να κατακάτσει στην αγκαλιά του Άρπαλου του Χωλού!

Θα έπρεπε να υποκλιθώ εδαφιαία όταν ο Αλέξανδρος με όρισε Ύπατο διαχειριστή των χρημάτων;  Θα έπρεπε να πέσω χάμω γονυπετής; Ή μήπως θα έπρεπε να ευχαριστήσω με τον περσικό τρόπο έρποντας στο δάπεδο; Δεν έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά.. Ήμουνα συνεπής με τις δικές σας απόψεις για τον Πλούτο. Δεν τον υπερεκτιμούσα.

Θα έπρεπε ίσως να αρνηθώ; Δεν έκανα ούτε αυτό.

Έπρεπε να δοκιμάσω, να πειραματιστώ. Τι σόι εξουσία, τι σόι ικανοποίηση, τι σόι  πλήρωση και ευτυχία σου δίνει η κατοχή και η κατανάλωση του μεγάλου πλούτου.

Αποδέχτηκα το διορισμό, ενώ οι εσείς οι άλλοι ξεκινούσατε και πάλι ακάθεκτοι κυνηγώντας την ουρά της ιπτάμενης πτερωτής Νίκης στα πέρατα του κόσμου.

Έφερα εταίρες, έφερα κρασιά, έφερα ζώα και φυτά από τα πάτρια  εδάφη για να δω αν πιάνουν εδώ, έφερα και βιβλία, γιατί εκείνος, όταν θέλει να διαβάσει, σ’ εμένα απευθύνεται. Δεν αντέδρασε κανείς.

Έκανα συμπόσια και γλέντια και όργια που θα μείνουν ιστορικά, αλλά και πάλι, εκτός από κάτι πιστούς σκύλους, φανατικούς και αιθεροβάμονες σαν τον Καλλισθένη, που κάτι άρχισαν να σχολιάζουν και να διαμαρτύρονται, οι άλλοι μιλιά! Μερικοί χωριάτες της φάλαγγας με χειροκρότησαν κιόλας. Αυτός ναι, ξέρει να είναι κατακτητής, σιγανο-ψιθύριζαν μεταξύ τους.

Λένε ότι, όταν πήρα όσα τάλαντα μπόρεσα και την κοπάνισα για τα Μέγαρα, κι από κει -φυσικά- για την Αθήνα, ήταν το φιλαράκι μου ο Ταυρίσκος[2], ο κακός που με παρέσυρε.

Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τον παρέσυρα γιατί χρειαζόμουν ένα βοηθό κι έναν παθιασμένο  συνένοχο που να κρατάει το ηθικό μου ψηλά. Γιατί, μα τον Δία, ο Ταυρίσκος όντας εκ γενετής  φτωχός και κακομοίρης λατρεύει το Χρήμα ανεπιφύλακτα. Να το έχει και να το ξοδεύει. Χωρίς φιλοσοφικές απορίες, ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Ελπίζω να το γλεντάει το μερίδιό του, αν και, εδώ που τα λέμε, άλλο η Ήπειρος, όπου έχει καταφύγει και άλλο η Αθήνα, όπου βρέθηκα τελικά εγώ.

Στην Αθήνα επιτέλους και πάλι. Στο κλεινόν άστυ, όπου γλεντούσα και γελούσα, καθώς σκεφτόμουν τα ¨επιγραμματικά¨ των ιστορικών του μέλλοντος: Αλέξανδρος ο μέγας Κατακτητής, Άρπαλος ο μέγας Άρπαγας! Ποια η διαφορά; Λίγοι δάκτυλοι μείον στο πόδι του δεύτερου.

Στην Αθήνα, γελώντας σαρκαστικά και περιμένοντας τις αντιδράσεις τους, την αντίδραση εκείνου…

Και μα τους Αρχιδαίμονες και τα μικρά δαιμόνια μαζί, εκείνος αυτή τη φορά αντέδρασε… Αλλά πώς;

Σάμπως επικήρυξε τον μεγάλο κλέφτη Άρπαλο που άρπαξε τα τάλαντα κι έφυγε; Σάμπως ζήτησε την έκδοσή του από τους άσπονδους φίλους του, τους Αθηναίους; Μήπως με εξόρισε δια παντός;

Τίποτα από όλα αυτά. Η τιμωρία που μου επέβαλε ήταν πρωτότυπη.

Με συγχώρεσε! Και όχι μόνον αυτό. Μου επέτρεψε να γυρίσω στα κατακτημένα βασίλεια. Σαν να μην συνέβαινε τίποτα… ή σαν να αδιαφορούσε πλήρως, ό, τι κι αν έκανα!

Μα τι, μα τον Ερμή τον Παμπόνηρο, πρέπει να κάνει κανείς για να τραβήξει επιτέλους την προσοχή; Ή εγώ την προσοχή δεν την αξίζω;

Αμ’ κάνετε λάθος φιλαράκια εταίροι, κι εσύ αλλοπαρμένε Καλλισθένη, αν νομίζετε ότι επιτηρώντας με θα με εξουδετερώσετε, Είμαι πάλι εδώ, με μεγαλύτερη όρεξη αυτή τη φορά. Να είστε σίγουροι ότι αργά η γρήγορα θα σας κάνω και πάλι να εκπλαγείτε.07dechirico

Την προηγούμενη νύχτα έβρεξε κι εδώ κι εκεί λούμπες νερό αντανακλούν τον πρωινό ήλιο. Πάντως, το τρί-ιππο αμάξι κυλάει γοργά προς τα Σούσα. Κατά πάσα πιθανότητα το μεσημέρι θα είναι εκεί.

*****

[1] Αρμάμαξα: Κλειστή άμαξα για επιβάτες ή φορτία.

[2] Η μόνη αναφορά στον Ταυρίσκο που βρήκα, βρίσκεται στην Αλεξάνδρου Ανάβαση του Αριανού (3ο βιβλίο, παρ.6η) και είναι η ακόλουθη: «ὀλίγον δὲ πρόσθεν τῆς μάχης τῆς ἐν Ἰσσῷ γενομένης ἀναπεισθεὶς πρὸς Ταυρίσκου ἀνδρὸς κακοῦ Ἅρπαλος φεύγει ξὺν Ταυρίσκῳ. καὶ ὁ μὲν Ταυρίσκος παρ᾿ Ἀλέξανδρον τὸν Ἠπειρώτην ἐς Ἰταλίαν σταλεὶς ἐκεῖ ἐτελεύτησεν».

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης

Posted by vnottas στο 22 Αυγούστου, 2015

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Όπου η αιρετική αυτοσχέδια χαχόμα επιδρά κάπως διαφορετικά από τη γνήσια.


3C91DAAFDECEB72731FD21EE1DC07A7B

Το ¨Οινοποτείον μετά Τραγημάτων[1] ¨Η Ωραία Πατρίς¨ βρίσκεται κοντά στα τείχη, στη βορειοδυτική άκρη της πόλης των Σούσων. Συγκεκριμένα η πρόσοψή του βλέπει σε μια μικρή πλατεία με κρήνη και περιστέρια, ακριβώς απέναντι από την Πύλη που οδηγεί προς τη Βαβυλώνα.

Ένας καπάτσος Κορίνθιος, αφού κατάφερε να πάρει τη σχετική άδεια στο άψε σβήσε, έχει μετατρέψει ένα εγκαταλειμμένο οίκημα (παλιότερα τμήμα του χώρου προσωρινής αποθήκευσης των εμπορευμάτων που μπαινοβγαίνουν στην πόλη) σε ένα κοινωφελές (αλλά κυρίως επωφελές για τον ίδιο) μη κυβερνητικό ίδρυμα, αφιερωμένο στον Διόνυσο τον Μετανάστη, τους πιστούς και τους συμπαθούντες του.

Απ’ ότι θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς από την περιποιημένη είσοδο και τις έγχρωμες ζωγραφιές που την κοσμούν, το ¨Οινοποτείον¨ τα πάει εξαιρετικά καλά. Οι γαστρονομικές του δραστηριότητες έχουν απ’ ό, τι φαίνεται επεκταθεί και οι αλλεπάλληλες πρόσθετες επιγραφές κάτω από την επωνυμία του καταστήματος, δίνουν στους υποψήφιους πελάτες χρήσιμες συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως:

¨Οίνοι ημέτεροι άρτι αφιχθέντες εξ Ελλάδος¨,

¨Και τοπικούς οίνους, επιλεγμένους έχομεν¨,

¨Διαθέτομεν πρωϊνόν Ακρατισμόν[2], μεσημβρινόν Άριστον[3] και εσπερινόν Δείπνον¨,

¨Γέυσεις ελληνικαί παραδοσιακαί¨,

¨Ποικιλία αρτυμάτων[4]¨,

¨Πεπλατισμένοι άρτοι μετά βραχέων οβελιδίων οπτού κρέατος δια τους ταξιδιώτας¨,

¨Μέλας ζωμός κατόπιν παραγγελίας¨,

¨Εις το βάθος εσωτερική αυλή θερινής χρήσεως μετά σκιάστρου¨.

¨Τιμαί ασυναγώνισται¨,

Σε μια γωνιά της πρόσοψης, έχει προστεθεί μία ακόμη επεξήγηση, αυτήν τη φορά σε σφηνοειδή γραφή, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για να αποφεύγονται εγκαίρως τυχόν παρεξηγήσεις. Έλεγε πάνω κάτω τα ακόλουθα:

¨Πολυπολιτισμική πολιτική: Ευπρόσδεκτοι Πέρσες και λοιποί γηγενείς.

Απελεύθεροι: Δεκτοί εάν φέρουν τα κατάλληλα διακριτικά.

Δούλοι: Δεκτοί μόνον εάν συνοδεύονται¨.

9033

Περιττό να πούμε ότι οι άνδρες της ελληνικής φρουράς που υπηρετούν στην Πύλη προς την Βαβυλώνα, είναι ενθουσιασμένοι από το μαγαζί που λειτουργεί τόσο κοντά στις εγκαταστάσεις τους, και δεν παραλείπουν να το επισκέπτονται όσο συχνά τους επιτρέπει η άσκηση των λοιπών τους καθηκόντων.

Πολλοί είναι και οι ευκαιριακοί θαμώνες, δηλαδή οι ταξιδιώτες που προέρχονται από την Βαβυλώνα και άλλες πόλεις του Βορρά, οι οποίοι σταματούν εδώ για να ξαποστάσουν από την κούραση της διαδρομής και να μαζέψουν χρήσιμες πληροφορίες πριν μπουν στο εσωτερικό της πόλης.

Έτσι, όταν ο Οινοκράτης και ο στρογγυλός του συνεργάτης ο Χοντρόης φτάνουν στο ¨Οινοποτείον¨ γύρω στην ώρα του μεσημεριού, οι πάγκοι και τα υπόλοιπα καθίσματα της αίθουσας είναι ήδη γεμάτα πελάτες και με δυσκολία καταφέρνουν να βρουν δυο σκαμνιά και ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι.

fishplate1

Εκείνο το πρωί οι δύο υπηρέτες είχαν αποφασίσει ότι σήμερα, προκειμένου να αποκρυπτογραφήσουν με ασφάλεια τις δυνατότητες του προϊόντος των πειραμάτων τους, θα υποδύονταν τους εξής ρόλους: Ο Οινοκράτης θα ήταν έμπορος προερχόμενος από την Μεγάλη Ελλάδα και ο Χοντρόης θα ήταν ο ντόπιος δούλος-διερμηνέας του. Με αυτές τις ιδιότητες θα επισκέπτονταν αυτόν τον δημοφιλή νέο ιδιωτικό ¨ναό του Διονύσου¨ που είχε ανοίξει στα βόρεια τείχη, όχι πολύ μακριά από το σπίτι.

Έβαλαν λοιπόν στους σάκους τους από ένα καλοταπωμένο γυάλινο φιαλίδιο έκαστος, (γεμάτο με την αιρετική Χαχόμα, που είχε πλέον κατακαθίσει και είχε πάρει μια διαυγή χρυσαφιά απόχρωση),  έβαλαν στα κεφάλια τους ο μεν Οινοκράτης έναν πλατύγυρο πέτασο κατεβασμένο ως τα φρύδια ο δε Χοντρόης ένα φρυγικό σκούφο και ξεκίνησαν σε αναζήτηση του κατάλληλου πότη/δοκιμαστή.

ancient_food_1.aspx

Στο εσωτερικό του οινοποτείου αιωρούνται βαριές μυρουδιές με αποτέλεσμα ο Χοντρόης να στραβομουτσουνιάσει, σε αντίθεση με τον Οινοκράτη που τις βρίσκει απολύτως του γούστου του και χαμογελάει κατευχαριστημένος. Μετά απλώνει το χέρι του και συλλαμβάνει μια διερχόμενη μελαχρινή σερβιτόρα.

«Ρεβίθια με ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι, ελιές και δύο σκύφους άωτους[5] λευκό κρασάκι από τα νησιά. Γάρο[6] έχετε;»

«Οινόγαρο και ελαιόγαρο. Αλλά τα ψαράκια έχουν έρθει αλατισμένα από κάτω, από τον κόλπο των Περσών».

«Σίγουρα δεν είναι ποταμίσια;»

«Όχι, θαλασσινά».

«Τότε μία και μία. Καν’να πιτσουνάκι έχει;»

«Της πλατείας», η σερβιτόρα του δείχνει προς τη μικρή πλατεία έξω απ’ το κατάστημα, όπου φτεροκοπάει μια παρέα από συγγενείς του εδέσματος, «αλλά», συμπληρώνει, «μαγειρεμένα με παλιά Συβαρίτικη συνταγή».

«Περίφημα», ενθουσιάζεται ο Σικελός. «Βάλε κι απ’ αυτά∙ από δύο σε κάθε δίσκο».

image041

«Τρώγε Ευτραφή γιατί θα χάσεις το ¨εύσχημον¨, που στην περίπτωσή σου είναι το ¨σφαιρικόν¨ με αποφύσεις. Σήμερα κερνάω εγώ.

Κι αν ακόμα την έχουμε πατήσει με την Χαχόμα σου, να μας μείνει τουλάχιστον ένα καλό φαγοπότι εκτός υπηρεσίας».

Ο Χοντρόης περιφέρει το βλέμμα του στο θορυβώδες και ελαφρώς ομιχλώδες περιβάλλον.

«Άπαντα ταύτα άδειαν φέροντα εισί», αποφαίνεται συγκαταβατικά.

«Τι είπες;»

«Ένδειαν φέροντα;» τροποποιεί, όχι πολύ σίγουρος, ο Ασιάτης.

«Θα με τρελάνεις Χοντρόη. Σιγά μη φέρουν και μεταδοτικά νοσήματα. Εν-δι-α-φε-ρο-ντα  θέλεις να πεις, υποθέτω!»

«Ακριβώς! Οίτινα λέγεις ουκ διαφέροντα των υποθέτων λέγω και εγώ!», αποδέχεται ο ελληνομαθής Χοντρόης, που, όπου μπορεί, βάζει ολίγη από τελικόν νι.

«Καλά άσε», εγκαταλείπει ο Οινοκράτης.

dionisos

Οι δύο συνεργάτες (είναι κάπως πρόωρο να μιλήσουμε για φιλία, αλλά το μέλλον άδηλον), έχουν εκκαθαρίσει  πλέον το μεσημεριανό τους Άριστον, έχουν πιεί το περιεχόμενο των σκύφων τους (έτσι ώστε το ηθικό τους να πάρει την ανιούσα) και, ανταλλάσσοντας το κατάλληλο βλέμμα (πράγμα που στην περίπτωσή τους είναι μια μορφή επικοινωνίας αποτελεσματικότερη από τις άλλες), αποφασίζουν να προχωρήσουν στην (προσχεδιασμένη) δράση.

Μετά από αυτή την εξουθενωτική, όσο και κατατοπιστική πρόταση, δε μένει παρά να πούμε ότι τα δύο φιαλίδια με την απαστράπτουσα αιρετική χαχόμα έχουν ανασυρθεί από τους σάκους και έχουν τοποθετηθεί τώρα πάνω στο μικρό τραπέζι, ο δε Οινοκράτης ξεροβήχει, παίρνει βαθειά ανάσα και ετοιμάζεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον των θαμώνων μιλώντας φωναχτά πάνω από τη γενική βαβούρα.

Τον εμποδίζει όμως η έλευση νέων πελατών που, ανασηκώνοντας το υφαντό παραπέτασμα της εισόδου, εισέρχονται τη στιγμή αυτή στο οινοποτείο. Είναι τρεις Έλληνες με ταξιδιωτική περιβολή, πιθανώς Μακεδόνες αν κρίνει κανείς από τις τεράστιες ¨καυσίες¨[7]που αφαιρούν από τα κεφάλια τους μπαίνοντας. Ο ένας είναι ογκώδης και προηγείται ανοίγοντας αυταρχικά δρόμο ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια, ο δεύτερος είναι νεότερος, ξανθωπός και κουτσαίνει ελαφρά παρά την ενισχυμένη σόλα στο αριστερό του σανδάλι και ο τρίτος, ένας κοντοκουρεμένος με μεγάλα αυτιά, τους ακολουθεί διερευνώντας ταυτόχρονα με το ανήσυχο βλέμμα του δεξιά κι αριστερά.

Ένας παχουλός αεικίνητος τύπος εμφανίζεται από την πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα και απευθύνεται προς τους τρεις νεοφερμένους με ελαφρώς πελοποννησιακή προφορά.

«Από ’δω ευγενῐκοί μου πελάτες. Καλῐώς ήλθατε. Μικρέ, φέρε τρεις καρέκλῐες για τους κυρίους».

Οι τρεις βολεύονται σ’ ένα πρόσθετο τραπέζι, εκεί δίπλα, και παραγγέλνουν, ενώ στο μαγαζί επανέρχεται η συνηθισμένη βοή.

Ο Οινοκράτης ξεροβήχει, κορδώνεται ελαφρά για να αυξήσει την εμβέλεια της φωνής του και… ξαναμαζεύεται γιατί διαπιστώνει ότι η προσοχή του κοινού έχει τώρα προσελκυστεί από τρεις νεαρές, μια αυλητρίδα, μια κιθαρωδό και μια αοιδό, που περιβεβλημένες με κοντούς πτυχωτούς χιτώνες εμφανίζονται ως δια μαγείας σε μια μικρή εξέδρα στο βάθος της αίθουσας και αρχίζουν να εκτελούν τις τελευταίες αθηναϊκές μουσικές επιτυχίες.

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

‘Όμως, ύστερα από λίγο, οι θαμώνες επιστρέφουν στις συζητήσεις τους και ο χαοτικός θόρυβος επιστρέφει στο σύνηθες μέσο επίπεδο, συν κάποιες αποχρώσεις από το μη περσικό μουσικό χαλί της τριάδας.

Αυτή τη φορά, η φωνή του Οινοκράτη ακούγεται δυνατή και μάλλον αγανακτισμένη πάνω από τη γενική βαβούρα.

«Μα όχι σου λέω, όχι. Αν αληθεύουν αυτά που μου λες είναι πολύ επικίνδυνο. Πρέπει να διαθέτεις όρχεις τετράγωνους και στόμαχο σιδηρούν για να το δοκιμάσεις!»

«Εν τούτοις λέγω υμίν ότι τούτο αποτελεί προϊόν διασταυρώσεως. Ούτω διαβεβαιούσασι ημάς οι παπαράξαντες γεωργοί», απαντά επίσης φωναχτά ο Ασιάτης. «Άμπελος εξ Ελλάδος υποποβληθείσα εις εμβόλιμον εμβολιασμόν γηγενούς φυτού!»

«Να τα λες όλα. Όχι απλώς ¨φυτού¨. ¨Μυστηριώδους φυτού¨, πες καλύτερα. Και δε ξέρουμε καν εάν είναι ντόπιο. Φημολογείται ότι προέρχεται από την μυστηριώδη Ινδία!»

Ο Οινοκράτης καθώς ξεφωνίζει τα παραπάνω, ρίχνει μια κλεφτή περιστροφική ματιά ολόγυρα και διαπιστώνει ότι εκτός από δυο-τρία κεφάλια που έχουν στραφεί ερωτηματικά προς  το μέρος τους με ύφος ¨τι έπαθαν αυτοί οι μαλάσσοντες και φωνασκούν;¨ οι υπόλοιποι μάλλον αδιαφορούν πανηγυρικά. Ωστόσο, παρατηρεί επίσης ότι τα ημικυκλικά φρύδια του συνδαιτυμόνα του ανεβοκατεβαίνουν, υποδεικνύοντας ότι, ακριβώς από πίσω, ο ένας από τους τρεις νεοφερμένους έχει στρίψει το κάθισμά του και τους παρατηρεί προσεκτικά.

Ο Οινοκράτης γυρίζει και αυτός πάνω στο στριμωγμένο του σκαμνί προς τον ξανθό Έλληνα της πλαϊνής συντροφιάς. «Καλά δε τα λέω αγαπητέ μου κύριε; Το εμπόριο έχει το ρίσκο του, δε λέω, αλλά το γουρούνι στο σακί καλό είναι να το αποφεύγουμε… έτσι δεν είναι;»

«Εσύ από πού είσαι;» Η ερώτηση προέρχεται από τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα.

«Να σας συστηθώ», ανασηκώνεται ο Σικελός. «Κράτης, έμπορος Συρακούσιος. Από ’δω ο Ρόης, ο ντόπιος μεταφραστής μου∙ τον αγόρασα ευκαιρία αλλά κάνει αρκετά καλή δουλειά».

«Καλά το κατάλαβα», λέει ο αυτιάς στον ογκώδη, κάπως έτσι είναι η προφορά των ελληνικών στις Δυτικές Αποικίες. Βέβαια, μετράει και ποια είναι η μητρόπολη». Γυρίζει προς τον Σικελό: «Εσείς στις Συρακούσες  κατάγεστε από τους Κορίνθιους αν δεν κάνω λάθος, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», λέει βιαστικά ο Οινοκράτης που δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο της συζήτησης. Και προσθέτει:

«Με ποιους έχω την τιμή;»

«Έμποροι και εμείς», λέει κοφτά ο ξανθωπός, χωρίς να διευκρινίσει άλλο. Μετά προσθέτει: Αυτή η ιδέα της προσαρμογής της αμπέλου μέσω διασταυρώσεως είναι ενδιαφέρουσα. Και εάν οργανωθεί συστηματικά μπορεί να αποβεί…»

«Λίαν ποπωφελής» πάει να συμπληρώσει ο Χοντρόης, αλλά μια φάπα από τον Οινοκράτη του υπενθυμίζει ότι οι δούλοι δεν ανακατεύονται απρόσκλητοι στις συζητήσεις των αφεντικών.

«Όλα εξαρτώνται από τα αποτελέσματα των σχετικών προσπαθειών, ευγενικέ μου κύριε», λέει ο Σικελός στον ξανθωπό.

«Κι αν κατάλαβα καλά», επιμένει εκείνος, «αυτό που έχετε εκεί είναι το τελικό προϊόν ενός τέτοιου πειραματισμού των ιθαγενών γεωργών».

«Βεβαίως!»

«Καλά, πότε πρόλαβαν;», παρεμβαίνει δύσπιστος ο αυτιάς.

«Α, οι προσπάθειες άρχισαν πριν από την εκστρατεία», επινοεί ο επινοητικός Οινοκράτης. «Για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση από τη μεριά των χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων που υπηρετούσαν κατά καιρούς τους τοπικούς άρχοντες, βασιλιάδες και σατράπηδες».

«Δε μου λες ω Κράτη», παίρνει τώρα το λόγο ο ογκώδης, τον οποίο απ’ ό, τι φαίνεται οι χρυσαφιές ανταύγειες των φιαλιδίων  δεν αφήνουν αδιάφορο, «εγώ ξέρω ότι οι Κορίνθιοι δεν φτιάχνουν μόνον καλό κρασί, ξέρουν και να το πίνουν. Τώρα, εκεί στις Συρακούσες, την ξεχάσατε την τέχνη της πόσης; Τι είναι αυτά που ακούμε; -τι ¨ακούμε¨, μας ξεκούφανες- φοβάσαι να πιείς από αυτό το δειγματάκι που έχεις εκεί πέρα;»

«Να πιώ; Α πα πα! ευγενικέ μου κύριε».

«Και τι θα έλεγες αν το δοκιμάζαμε εμείς», παίρνει το λόγο ο ξανθωπός χαμογελώντας, ενώ δυο μικροί άσωτοι και ευτράπελοι δαιμονίσκοι εμφανίζονται στιγμιαία στο βλέμμα του.

«Σε αυτήν την περίπτωση, εξ ίσου αγαπητέ μου κύριε, θα πρέπει να δηλώσετε μεγαλοφώνως ότι το πίνετε με δική σας πρωτοβουλία και ευθύνη», διευκρινίζει ο προνοητικός Οινοκράτης.

Ο Ξανθός απλώνει το χέρι του και παίρνει τα δύο φιαλίδια από το τραπέζι των δύο, ας πούμε διστακτικών, εμπόρων και μετά δίνει το ένα στον μετρίως γιγαντιαίο συνοδό του.

«Κάνθαρε, για κάνε μια δήλωση».

image269

Ο ογκώδης σηκώνεται όρθιος, ενώ ο αυτιάς, που επίσης σηκώνεται, αρχίζει να χτυπάει παλαμάκια. Μερικοί από τους θαμώνες γυρίζουν προς το μέρος τους.

«Ο πατριώτης από ’δω», αρχίζει ο Κάνθαρος με βροντερή φωνή, «έχει κρασάκι ανάμικτο, ελληνικό και ντόπιο, και φοβάται να το δοκιμάσει γιατί του είπανε, λέει, κάτι για ασιατικά μυστήρια και τα τοιαύτα! Ας γελάσω, χα, χα, χα! Εγώ λέω να του το δοκιμάσουμε εμείς, τι λέτε;»

«Ναι», «ναι», «δώσε» «βάλε», απαντούν κάποιοι, ενώ όλο και περισσότεροι προσέχουν το εν εξελίξει χαριτωμένο επεισόδιο.

Ο ξανθωπός κάνει ένα παρακινητικό νεύμα στον σχεδόν τεράστιο και εκείνος σηκώνει το φιαλίδιο και πίνει μια γερή γουλιά.

Για μια στιγμή μένει ακίνητος. Μετά ανοίγει διάπλατα τα μάτια του όπου ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διέκρινε δύο κοχλιοειδείς όφεις να περιστρέφονται βουστροφηδόν. (Ας σημειώσουμε όμως ότι οι προσεκτικοί παρατηρητές σπανίζουν αυτήν τη στιγμή στο οινοποτείο). Μετά, ένα όλβιο χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του.

Ύστερα ομιλεί και λέει με πειστική μακαριότητα:

«Με λένε Κάνθαρο και είμαι καλά!»

Αυτές οι λέξεις και κυρίως το ευτυχές ύφος του συντρόφου του, οδηγούν τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα στο να ξεπεράσει τους έμφυτους ενδοιασμούς του και να αρπάξει το φιαλίδιο από το χέρι του Κάνθαρου.

«Υγιαίνομεν», λέει και κατεβάζει μια επίσης ικανοποιητική δόση.

«Εις υγείαν», του απαντούν οι από κάτω.

Αυτή τη φορά δεν είναι αναγκαίοι οι τυχόν προσεκτικοί παρατηρητές. Οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα ώτα του αυτιά, τα οποία, αφού πρώτα πέσουν σαν μαραμένα φύλλα, αρχίζουν να ανασηκώνονται αργά, ως ιστία αποπλεούσης τριήρους, κοκκινίζοντας όλο και πιο έντονα.

«Είμαι ο Σωσίβιος», αναφωνεί το άλικο ιστιοφόρο. «Μέχρι στιγμής ήμουν ανήσυχος και ανιχνευτικός σωματοφύλακας. Τώρα είμαι απλώς αλλού!»

Οι καταπόσεις έχουν πλέον τραβήξει το ενδιαφέρον ολόκληρης της αίθουσας.

Μερικοί χειροκροτούν, άλλοι ποδοκροτούν, άλλοι απλώς επιδοκιμάζουν, άλλοι πάλι, θέλουν να δοκιμάσουν κι αυτοί. Μια παρέα νεαρών στο βάθος αρχίζει να φωνάζει χορηδόν: «Κέ-ρα-σμα, κέ-ρα-σμα!»

Ο ανοιχτόχρωμος νεαρός μοιάζει να έχει μια ιδέα. Κάνει νόημα στον κάπελα που έχει εμφανιστεί στην πόρτα της κουζίνας για να δει τι τρέχει, και καθώς αυτός πλησιάζει του παραγγέλνει μια μεγάλη γαβάθα κρασί, την πιο μεγάλη που διαθέτει, και μια κουτάλα.

«Έγινῐε», απαντάει εκείνος και εξαφανίζεται προκειμένου να επιστρέψει σε λίγο κρατώντας με τη βοήθεια ενός σερβιτόρου ένα είδος γαλατικής χύτρας γεμάτης με αραιωμένο κοκκινέλι.

Ο ξανθωπός στηρίζεται στο τραπέζι και σηκώνεται όρθιος. Ύστερα κάνει δύο πράγματα στη σειρά:

Πρώτα απευθύνεται στο κοινό του οινοποτείου.

«Κέρασμα θέλετε; Εντάξει, κάτι μπορεί να γίνει!»

Ξεταπώνει το φιαλίδιο που κρατάει ο ίδιος και το σηκώνει ψηλά, έτσι ώστε να θαυμάσουν όλοι τις χρυσαφιές του ανταύγειες∙ μετά το αναποδογυρίζει στη χύτρα. «Πιάσε την κουτάλα, ανακάτεψέ το καλά και γέμισέ τους τα ποτήρια», λέει στον κάπελα.

Από κάτω σηκώνεται αν όχι μια θύελλα, τουλάχιστον μία βροχή επιδοκιμασιών και εγκρίσεων.

Ύστερα ο νεαρός παίρνει από τα χέρια του αποσβολωμένου Σωσίβιου το φιαλίδιο με την εναπομείνασα αιρετική Χαχόμα και το κατεβάζει μονοκοπανιά, σα να ήταν σκυθική ¨βότακα¨.

Αισθάνεται τα μάτια του να διαστέλλονται. Για μια στιγμή αισθάνεται κάτοχος του απώτερου νοήματος της Ζωής και του Σύμπαντος και των Πάντων, αλλά δυστυχώς δεν διαθέτει τις κατάλληλες λέξεις για να κοινοποιήσει αυτήν την στιγμιαία ενόραση στους συνανθρώπους του. Ωστόσο τον καταλαμβάνει μια έντονη ανάγκη να δηλώσει κάτι, οτιδήποτε, ο, τι του έρχεται πρώτο στο στόμα:

«Είμαι ο Άρπαλος και από μένα μπορείτε να τα περιμένετε όλα» λέει. «Πράγματι, είμαι εδώ, στα Σούσα για να συμμετάσχω σε μία συνομωσία!»

Εάν οι συνθήκες που επικρατούν αυτήν τη στιγμή στο εσωτερικό του οινοποτείου ήταν φυσιολογικές, ίσως κάποιος να αντιδρούσε σε αυτές τις δηλώσεις και να υπέβαλε στον δηλωσία κα’να διευκρινιστικό ερώτημα, του τύπου:

¨Συγγνώμη κύριε Άρπαλε, για ποια συνομωσία είπατε;¨

ή ακόμη και:

¨Μα, είστε ο Άρπαλος του Μαχάτα; το γνωστό μέλος του στενού κύκλου του βασιλιά Αλέξανδρου;¨

Όμως οι θαμώνες είναι απασχολημένοι, άλλοι να σχηματίζουν μια διεκδικητική θορυβώδη ουρά μπροστά στη χύτρα και άλλοι να γεμίζουν και να καταναλώνουν ήδη το μείγμα που τους προσφέρει ο εστιάτορας με την κουτάλα. Αυτοί οι τελευταίοι δεν αποσβολώνονται, δεδομένου ότι η Χαχόμα που καταπίνουν είναι αρκούντως αραιωμένη (θα πέσουν ξεροί λίγο αργότερα), αλλά επιδίδονται σε μια σειρά απρόβλεπτων όσο και αυθόρμητων συμπεριφορών που επαυξάνει κατακόρυφα το γνωστό χάος του οινοποτείου.

Ωστόσο, υπάρχει τουλάχιστον ένας που παρατηρεί εξεταστικά τις εξελίξεις. Πρόκειται φυσικά για τον Οινοκράτη, ο οποίος δεν παρατηρεί μόνον, αλλά και κρατάει σημειώσεις. Για να τα καταφέρει χρησιμοποιεί μια πλακέτα αλειμμένη με κερί γραφής (που έβγαλε απ’ το σάκο του) και το μικρό στιλέτο με τη βοήθεια του οποίου ξεκοκάλιζε πριν λίγο τα πιτσουνάκια.

Στην πλακέτα έχει ήδη αναγράψει τα εξής:

Κατάποση αμιγούς αιρετικής χαχόμας από τρεις εθελοντές:

Ποσότης: Λίγοι κυβικοί δάκτυλοι έκαστος (περίπου ένα τρίτο του φιαλιδίου).

Ορατές  επιπτώσεις:

α. Αποσβόλωση; ναι

β. Απουσία από τα εδώ δρώμενα και προσωρινή μετάβαση σε άγνωστες σφαίρες της ύπαρξης; πιθανόν

γ. Παραληρηματικές ανακοινώσεις; μάλλον

δ. Επαληθ…

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συνειδητοποιεί τις δηλώσεις του τρίτου εθελοντή πότη, που μόλις άκουσε. Ανασηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει τον προσωρινά αποχαυνωμένο.

Μα ναι, αυτό το όνομα το έχει ξανακούσει. Άρπαλος! Το αναφέρει που και που ο Εύελπις. Συχνά με απέχθεια και ακόμη πιο συχνά με περιφρόνηση. Μα δεν είναι ο χωλός φίλος του Αλέξανδρου, αυτός που ήταν μπλεγμένος σε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο;

Μα ναι, αυτός είναι!

Τι θέλει άραγε εδώ πέρα και μάλιστα υποδυόμενος τον έμπορο;

Αλλά… είπε, (δεν είπε;) και κάτι για μια συνομωσία που εξυφαίνεται…

Ο Οινοκράτης μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του και λέει ψιθυριστά στο αυτί του Χοντρόη: «Δικέ μου, πρέπει να φύγω αμέσως. Συμβαίνει κάτι σημαντικό και πρέπει να ειδοποιήσω τον Εύελπι. Πληρώνω το λογαριασμό και έφυγα. Εσύ μείνε και παρατήρησε προσεκτικά τι θα γίνει στη συνέχεια. Θα μου τα πεις αναλυτικά στο σπίτι».

«Έσο ήσυχος» του απαντά καθησυχαστικά ο Ασιάτης. «Παπαρατηρήσω πάπαντα»

king-of-wine1

Όπως θα έχετε παρατηρήσει και εσείς, ιστοριόφιλοι αναγνώστες, ο Χοντρόης έχει μια προφανή αδυναμία στις συλλαβές πα, και πο και πι, τις οποίες, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, θεωρεί ως απαραίτητες συνιστώσες της ελληνικής γλώσσας. Δεν χάνει λοιπόν ευκαιρία να τις αρθρώνει, συνήθως ως διακοσμητικό αναδιπλασιασμό μπροστά από λέξεις που περιέχουν ένα τουλάχιστον πι και που τον εμπνέουν. (Ο Οινοκράτης πιθανολογεί ότι ο παλιότερος έλληνας αφέντης του Σφαιροειδούς, εκείνος κοντά στον οποίο έμαθε τα ελληνικά(;), πρέπει κατά κάποιο τρόπο να τραύλιζε).

Απόψε όμως ο Χοντρόης δεν έχει ανάγκη από τέτοιες λέξεις-αφορμή προκειμένου να εκφέρει μια ολόκληρη ακολουθία από πιποφόρα επιφωνηματικά, όπως:

«Πα πα πα πά!!!»,

«Πω πω πω πω!!!»,

καθώς και άλλα παραπλήσια.

Το θέαμα-ακρόαμα που μπορεί να απολαύσει όποιος, μη έχοντας υποστεί την επιρροή της αιρετικής Χαχόμα, είναι σε θέση να παίξει το ρόλο του (νηφάλιου) θεατή-ακροατή, είναι ομολογουμένως απολαυστικό!

Συγκεκριμένα:

Ορισμένοι θαμώνες, μόλις καταπιούν γουλιές από το κέρασμα, παρουσιάζουν την τάση να εξομολογηθούν αυθορμήτως τις στιγμιαίες έλξεις ή απωθήσεις που τους εμπνέει ο πλησιέστερος άλλος (ενδιαφέρον- αδιαφορία, συμπάθεια-αντιπάθεια, έλξη-απώθηση, κλπ. ). Όλα αυτά εκφέρονται ως επί το πλείστον με επιφωνήματα, τα οποία ως ευκόλως εννοούμενα, λέω να παραλείψω.

Αυτός ο άλλος όμως, ούτε κολακεύεται ούτε θυμώνει, αλλά διατυπώνει με τη σειρά του, όσο πιο φωναχτά μπορεί, την αντίστοιχη άποψή του στον προηγούμενο, εάν βέβαια αυτός είναι ακόμη εκεί και δεν έχει μετακινηθεί  ώστε να βρει κάποιον τρίτο για να του την πει κι αυτουνού με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό.

Βέβαια η επιλογή του καθένα δεν είναι τελείως τυχαία, δεδομένου ότι, για παράδειγμα, οι απλοί φαλαγγίτες, προτιμούν να την πουν στους λοχίες και τους λοχαγούς τους.

Πάντως, σιγά σιγά, το πολυπληθές ανδρικό κοινό του οινοποτείου (με κάποιες βέβαια εξαιρέσεις) καταλήγει να εκφράζει τον ενδόμυχο και απαλλαγμένο αναστολών θαυμασμό του, συγκεντρωμένο γύρω από τις σχετικά λίγες σερβιτόρες και καλλιτέχνιδες του προσωπικού. Αυτές, αν και δεν έχουν πιει από τη χύτρα, ενθουσιάζονται από την αποψινή ανταπόκριση στην γοητεία τους και επιδίδονται σε ακραίους ακκισμούς και τσαλιμάκια.

Οι λικνιστικές αυτές κινήσεις δεν αργούν να μετατραπούν σε χορό, ο οποίος επίσης δεν αργεί να εξελιχθεί σε συλλογικό κωμικό χορόδραμα με τη συνοδεία αυτοσχέδιων κρουστών οργάνων (τραπέζια, σκαμνιά, πλάτες, γλουτοί ή κεφαλές παρακειμένων συνδαιτυμόνων).

Οι μόνοι που δεν συμμετέχουν είναι οι τρεις έλληνες που έχουν πιει την αναραίωτη Χαχόμα, οι οποίοι έχουν μεν καταρρεύσει  εξαντλημένοι στα καθίσματά τους, αλλά κάθε τόσο αναδεύονται και εξαπολύουν ψιθυριστά κάποια επιπλέον εξομολόγηση που δεν ακούγεται.

Σε μια στιγμή ένας αξύριστος σωματώδης οδοιπόρος πλησιάζει τον Χοντρόη και αρχίζει να του εκφράζει τον ανυπόκριτο θαυμασμό για την έλξη που ασκούν οι τέλειες ομόκεντρες καμπύλες του.

«Πα πα πα!» αντιδρά εκείνος και αποδρά ολοταχώς από το οινοποτείο, χάνοντας έτσι την τελική φάση του επεισοδιακού συμβάντος, η οποία δεν θα αργήσει να επέλθει:  Ενώ όλα δείχνουν ότι το παράξενο γλέντι θα εξελισσόταν σε ένα μεγαλοπρεπές αυτοσχέδιο όργιο, οι συμμετέχοντες αρχίζουν να πέφτουν ένας ένας σε ξαφνικό, βαθύ, ληθοφόρο λήθαργο, με τελικό αποτέλεσμα οι θηλυκές πρωταγωνίστριες να απομείνουν  ολομόναχες, μάλλον απογοητευμένες και επιπλέον με τον Κορίνθιο να τους φωνάζει ότι κάποτε επιτέλους πρέπει να μπει κάποια τάξη εκεί μέσα!

snap

[1] Τραγήματα: Μεζέδες, προσφάγια.

[2] Πρωϊνός Ακρατισμός: Ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο (μη αραιωμένο) κρασί, συνηθισμένο ελληνικό πρωϊνό.

[3] Άριστον: Το μεσημεριανό γεύμα.

[4] Άρτυμα: Καρύκευμα, μυρωδικό.

[5] Σκύφοι άωτοι: Ευρύχωρα κωνικά ποτήρια χωρίς αυτιά-λαβές.

[6] Γάρος ή γάρον: Δημοφιλής κατά την αρχαιότητα σάλτσα, με βάση μικρά ψάρια διατηρημένη στο αλάτι και αραιωμένη με νερό, ή κρασί, ή λάδι.

[7] Καυσία: Ένα είδος αρχαιοελληνικού ¨σομπρέρο¨ (με την ίδια εξάλλου λειτουργία, την προστασία από τον ήλιο και τον καύσωνα) στο οποίο είχαν αδυναμία οι Μακεδόνες. Εξ αιτίας αυτού του καπέλου οι Πέρσες αποκαλούσαν τους Μακεδόνες  Yauna takabara , δηλαδή Έλληνες με καπέλα σε μέγεθος ασπίδας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , ,, , , , | Επεξεργασία |Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β΄ κεφ. όγδοο. Σύσκεψη

Posted by vnottas στο 28 Αυγούστου, 2015

1238.w.600

Μέρος Β΄ κεφάλαιο όγδοο

Όπου οι επικεφαλής της ελληνικής διοίκησης συσκέπτονται

 

Τα Σούσα είναι μια μάλλον επίπεδη πόλη. Τα τείχη που την περικλείουν είναι χαμηλά, φτιαγμένα από τούβλα και κάπως παραμελημένα∙ είναι κατά κάποιο τρόπο ορατό πως δεν έχουν υποστεί επίθεση εδώ και καιρό. Τα σπίτια, μικρά τα περισσότερα,  είναι   κατασκευασμένα από πλίνθους ξεραμένους στον ήλιο και, κολλημένα το ένα στο άλλο, σχηματίζουν εσωτερικές αυλές αόρατες από το δρόμο. Αντίθετα η ακρόπολη της ¨πόλης των κρίνων¨, ταυτόχρονα φρούριο, ανάκτορα και ναός, έχει κτιστεί πάνω σε έναν τεχνητό λόφο που υψώνεται επιβλητικά πάνω από τον αστικό ιστό και αποτελεί σημείο αναφοράς και προσανατολισμού. Προς την οχυρωμένη ακρόπολη κατευθύνεται τώρα ο Οινοκράτης περπατώντας βιαστικά κάτω από τον ήλιο του απομεσήμερου.

Φτάνοντας στην πύλη του ανακτορικού συγκροτήματος, χαιρετά  κάποιους φρουρούς, γνωστούς του, οι οποίοι ανήκαν στο άγημα που συνόδευσε το καραβάνι με τους θησαυρούς από την Περσέπολη. Εκείνοι τον αναγνωρίζουν και του επιτρέπουν τη διέλευση χωρίς  πολλές διατυπώσεις. Πάντως, ο παρατηρητικός Οινοκράτης, κοιτάζει ανήσυχος γύρω του γιατί αντιλαμβάνεται ότι στην πύλη επικρατεί αναστάτωση κι ότι υπάρχει μια ασυνήθιστη κινητοποίηση.

Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές θα έμενε ευχαρίστως για λίγο κοντά στους φρουρούς για να μάθει τι τρέχει, αλλά και για να πιάσει μαζί τους ένα γενικότερο κουβεντολόι. Όμως βιάζεται, και γι αυτό παίρνει αμέσως τον ανηφορικό περιστροφικό δρόμο προς την πίσω πλευρά των ανακτόρων και μετά, προς μια από τις εσωτερικές αυλές. Ξέρει ότι εκεί θα βρει τον Εύελπι είτε στον χώρο που του έχει παραχωρηθεί στα δώματα της εσωτερικής φρουράς, είτε στο θησαυροφυλάκιο.

Στην αυλή όμως η αναστάτωση είναι ακόμη πιο έντονη. Οι στρατιώτες περιφέρονται νευρικοί, υπάρχουν μερικοί έφιπποι που κάτι περιμένουν, ενώ ορισμένοι αξιωματικοί από διαφορετικές υπηρεσίες της φρουράς είναι μαζεμένοι σε ¨πηγαδάκι¨ και συζητούν χαμηλόφωνα, αλλά με  ένταση∙ υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που κοντοστέκονται παρατηρώντας και κουβεντιάζοντας, οι οποίοι κανονικά δε θα ’πρεπε να είναι εκεί. Ο Οινοκράτης διακρίνει ανάμεσά τους τον Νικία, τον έλληνα λόγιο-μεταφραστή που ανήκει στην ομάδα των γραμματικών  και κατευθύνεται προς αυτόν. Εκείνος τον αναγνωρίζει.

«Τι έγινε Οινοκράτη; Ο κύριός σου σε φώναξε επειγόντως; Τον είδες;  Πώς είναι ο Καλλισθένης;»

«Όχι», απαντά ειλικρινής ο Οινοκράτης. «Μόλις έφτασα και τον κύριό μου δεν τον είδα ακόμη. Μήπως ευγενικέ κύριε Νικία ξέρεις που ακριβώς είναι;»

«Σίγουρα δεν είναι στα Θησαυροφυλάκια. Όπως βλέπεις έχουν και τα δύο προσωρινά σφραγιστεί. Πρέπει να είναι στα δώματα της φρουράς. Αλλά το πιθανότερο είναι να βρίσκεται σε σύσκεψη με τον επικεφαλής διοικητή, τον εταίρο Μάζαρο και, εάν αυτοί οι έφιπποι που περιμένουν εκεί στην άκρη είναι -όπως νομίζω- οι ακόλουθοι του στρατηγού Αρχέλαου, πρέπει να είναι κι αυτός εκεί.

Αν δε σε έχει καλέσει ο ίδιος ο Εύελπις σε συμβουλεύω να περιμένεις μέχρι να τελειώσουν».

«Μα, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω ευγενικέ Νικία, τι συνέβη εδώ;»

«Α, δεν ξέρεις τίποτα; Θα σου πω. Βλέπεις εκεί κάτω τους στρατιώτες που φρουρούν δύο μπόγους; Πρόκειται για ό ,τι απέμεινε από τους δύο τύπους που προσπάθησαν το πρωί να δολοφονήσουν τον Καλλισθένη».

f90cba0c57d59299e95a3c36838febba

Όπως σωστά ανέφερε ο λόγιος Νικίας, όχι πολλά βήματα μακριά από τα θησαυροφυλάκια, στο εσωτερικό της βόρειας, πίσω πλευράς του ανακτορικού συγκροτήματος και συγκεκριμένα στην αίθουσα όπου έχει εγκατασταθεί το αρχηγείο της φρουράς, ο φρούραρχος Μάζαρος, ο υπεύθυνος για την πόλη των Σούσων στρατηγός Αρχέλαος και ο Εύελπις, συσκέπτονται καθισμένοι γύρω από ένα κυκλικό τραπέζι. Ο τελευταίος παίρνει μέρος ως προσωρινός αντικαταστάτης του τραυματισμένου Καλλισθένη, αλλά και ως συμμέτοχος και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Ο Εύελπις έχει αυτή την στιγμή το λόγο.

«…Αυτά που σας είπα ως εδώ, αποτελούν μια λεπτομερή περιγραφή των όσων συνέβησαν σήμερα, όπως ακριβώς διεξήχθησαν. Όπως σας είπα, ήμουν μαζί με τον Καλλισθένη από το πρωί».

«Ευτυχώς!», παρατηρεί ο Αρχέλαος.

Ο ¨πολιούχος¨ είναι ένας εγκάρδιος τύπος με γκρίζα μαλλιά και γένια που κοντεύει τα πενήντα και ανήκει στη γενιά των στρατιωτών του Φιλίππου. Λέγεται πως είναι πιο καλός στο να διοικεί πολίτες παρά στρατιώτες και γι αυτό ο Αλέξανδρος τον άφησε στη διοίκηση της πόλης των Σούσων. Φοράει έναν γαλαζωπό χιτώνα χωρίς τα διακριτικά του στρατηγού.

«Εντάξει», συνεχίζει, «πες μας τώρα ποια είναι η άποψη σου για όλα αυτά;»

«Κατά τη γνώμη μου», απαντά ο Εύελπις, «ορισμένες πρώτες, απλές παρατηρήσεις μπορούμε ήδη να τις κάνουμε:

images (8)

Πρώτον. Ο προφανής στόχος των δύο εισβολέων ήταν ο Καλλισθένης, ο οποίος συνήθως αυτήν την πρωινή ώρα επιθεωρεί τις εργασίες στο παλιό θησαυροφυλάκιο, περιφερόμενος χωρίς συνοδεία από τη μια αίθουσα στην άλλη. Την δική μου παρουσία σίγουρα την αγνοούσαν. Πράγματι, βρισκόμουν εκεί επειδή ο Καλλισθένης με προσκάλεσε την τελευταία στιγμή, για να μου δείξει νέους τρόπους καταγραφής και ορισμένα αντικείμενα.

Πάντως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο να προσπάθησαν να μπουν στην ¨αίθουσα των Ελλήνων¨ νομίζοντας ότι είναι άδεια από προσωπικό και αγνοώντας ότι θα έπεφταν απάνω μας. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να δούμε τι μπορεί να υπάρχει εκεί που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τους δύο εισβολείς.

Δεύτερον. Ο τρόπος με τον οποίο μπήκαν στον φρουρούμενο χώρο είναι κάτι που πρέπει να διερευνήσουμε άμεσα, αν και…»

«Διέταξα ήδη την ανάκριση των φρουρών της εισόδου του Θησαυροφυλακίου και εκείνων της Πύλης των Ανακτόρων», τον διακόπτει ο Μάζαρος.

Ο-ισχυρότεροσ-ήρωας-των-Αχαιών-Ἀχιλλεὺς-οἶος-ἐπὶ-Τρώεσσι-μαχεῖται-22

Ο φρούραρχος Μάζαρος, ένας από τους συνομήλικους του Αλέξανδρου εταίρους, είναι ένας κλασικός γεροδεμένος στρατιωτικός με τετράγωνο σαγόνι και κοντοκουρεμένα καστανά μαλλιά. Φοράει την ελαφριά πανοπλία του διοικητή (δερμάτινο θώρακα και κοντό σπαθί) και είναι ο πιο φανερά ανήσυχος από τους τρεις. Ξέρει ότι η  απόπειρα αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη κακής φρούρησης του πιο ευαίσθητου σημείου των ανακτόρων, όπως ξέρει επίσης ότι η ασφάλεια των θησαυρών είναι πιο σημαντική ακόμη και από την προστασία της αρτιμέλειας των βασιλικών ομήρων-φιλοξενούμενων.

«Η ανάκριση που ήδη διέταξες Μάζαρε είναι απαραίτητη», συγκατανεύει ο Εύελπις, «αν και φοβάμαι ότι δε θα αποδώσει. Ακόμη και αν οι εισβολείς δωροδόκησαν ή παραπλάνησαν τους φρουρούς και διείσδυσαν στο εσωτερικό μεταμφιεσμένοι σε καταγραφείς, το βρίσκω λίγο δύσκολο να άλλαξαν ενδυμασία, να μαυροφορέθηκαν  και να εξοπλίστηκαν με μάχαιρες μέσα στο Θησαυροφυλάκιο.  Πάντως ακόμη κι αυτό δεν αποκλείεται, γιατί την παλιά πτέρυγα δεν την έχουμε πλήρως αποτυπώσει και ενδέχεται να υπάρχουν μυστικοί χώροι που αγνοούμε, για να μη πω ότι είναι πιθανό να υπάρχουν ακόμη και μυστικά περάσματα που να την ενώνουν με το παλάτι».

«Θα αναθέσω αμέσως λεπτομερή έρευνα όλων των χώρων και των δύο πτερύγων», λέει ο Μάζαρος και κάνει να ανασηκωθεί.

«Μιλάμε για το θησαυροφυλάκιο», τον συγκρατεί με μια κίνηση του χεριού του ο Αρχέλαος. «Πρέπει να αναθέσεις την έρευνα σε απολύτως έμπιστα πρόσωπα που θα διαλέξεις προσεκτικά».

Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει: «Ψάχνουμε για χώρους που χρησιμοποιήθηκαν ως ορμητήριο από τους εισβολείς, σε περίπτωση που αυτοί διείσδυσαν απ’ έξω και ψάχνουμε επίσης για τυχόν μυστικά περάσματα που να οδηγούν ως εδώ από άλλα σημεία των ανακτόρων. Αυτά, εάν υπάρχουν, θα είναι σίγουρα παραλλαγμένα και θα είναι δύσκολο να τα βρούμε, αλλά σίγουρα πρέπει να προσπαθήσουμε. Εάν κρίνετε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να είναι χρήσιμο, μπορώ να σας δώσω και έναν έμπειρο τέκτονα μηχανικό που να βοηθήσει στην έρευνα».

«Σύμφωνοι», αποδέχεται ο Μάζαρος.

Ο Αρχέλαος απευθύνεται στον Εύελπι: «Άλλο;»

«Ναι, ψάχνουμε την ταυτότητα των δολοφόνων. Ο γιατρός ο Φίλιππος, ο πιο αρμόδιος σ’ αυτά τα θέματα απ’ όσους διαθέτουμε, εξέτασε ήδη τα σώματα των νεκρών, αλλά δεν κατέληξε με σιγουριά σε ποια φυλή ανήκουν. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους δεν παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα. Σκούρα σπαστή κόμη με λευκό δέρμα βρίσκεις τόσο ανάμεσα στους Πέρσες όσο και ανάμεσα στους Έλληνες. Η ενδυμασία και τα όπλα που χρησιμοποίησαν είναι σίγουρα τοπικής κατασκευής, αλλά δεν είναι δύσκολο να προμηθευτεί κανείς τέτοια».

«Κατά τη διάρκεια της επίθεσης δεν άρθρωσαν λέξη;» ρωτάει ο Μάζαρος.

«Πέρα από κάποιες άναρθρες κραυγές και βογγητά, όχι».

«Μια στιγμή… Γιατί πρέπει να είναι Έλληνες; Υποπτεύεσαι συνωμοσία; » αντιδρά ο Αρχέλαος.

«Απλά δε νομίζω ότι, με τα λίγα που γνωρίζουμε αυτή την στιγμή, είμαστε σε θέση να αποκλείσουμε οτιδήποτε».

«Ίσως θα πρέπει να δείξουμε τα πρόσωπά τους, των λείψανων εννοώ, στους στρατιώτες της φρουράς πριν αλλοιωθούν. Να μάθουμε αν κάποιος τους γνωρίζει», λέει ο Μάζαρος.

«Όχι», διαφωνεί ο Αρχέλαος, «αν το κάνουμε, θα δημιουργηθεί η  εντύπωση ότι οι ένοχοι μπορεί να είναι έλληνες, το θέμα θα μεγαλοποιηθεί ακόμη περισσότερο και θα αρχίσουν να κυκλοφορούν διαβρωτικές φήμες  για έριδες και συνωμοσίες μέσα στο στράτευμα. Δε νομίζω ότι συμφέρει κάτι τέτοιο, τι λες Εύελπι;»

Ο Εύελπις κουνάει το κεφάλι του καταφατικά. Όμως τον απασχολεί κάτι άλλο.

images (11)

«Επειδή, πράγματι, το πιθανότερο είναι να έχουμε να κάνουμε με Πέρσες που αισθάνονται  προσβεβλημένοι και οργισμένοι γιατί οικειοποιηθήκαμε, όχι μόνο τους θησαυρούς της αυτοκρατορίας τους, αλλά ίσως και -όπως σωστά λέει ο Καλλισθένης- κάποια αντικείμενα που αποτελούν γι αυτούς ανεκτίμητα, ιερά σύμβολα, και επειδή αυτοί οι Πέρσες στην απεγνωσμένη εισβολή τους στο θησαυροφυλάκιο δε μπορεί παρά να είχαν βοήθεια και συμπαράσταση από τους συμπατριώτες τους που εξακολουθούν να διαμένουν στα ανάκτορα, νομίζω ότι πρέπει να ανακρίνουμε τους σημαντικότερους από τους ένοικους του βασιλικού Μεγάρου».

Οι δύο συνομιλητές του Εύελπι σιωπούν για λίγο.

«Ξέρεις ποιες είναι οι εντολές», λέει ο Μάζαρος. «Πλήρης σεβασμός, διακριτική περιφρούρηση, αλλά και συνεχής προστασία της ασφάλειάς τους».

«Για το εάν θα γίνουν οι ανακρίσεις, που κι εγώ θεωρώ απαραίτητες και, κυρίως, για το πώς θα γίνουν αυτές», παρατηρεί ο Αρχέλαος, «αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο Καλλισθένης. Αυτός έχει αναλάβει την εποπτεία της οικογένειας του Δαρείου.  Θα ήθελα την άποψή του. Τι είπε ο Φίλιππος; Πότε θα είναι σε θέση να μας μιλήσει;»

«Ο Φίλιππος του έχει δώσει μια ισχυρή παυσίπονη ουσία. Φοβάμαι ότι για αρκετές ώρες δε θα συνέλθει. Το πιθανότερο είναι ότι δε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε μαζί του πριν από αύριο».

«Εάν ο Καλλισθένης συμφωνήσει, αισθάνεσαι σε θέση να αναλάβεις αυτές τις ανακρίσεις;», επιμένει ο Αρχέλαος.

«Θα προσπαθήσω».

«Εντάξει. Και με τον Αβουλίτη, που τον έχουμε αφήσει να παίζει το ρόλο του σατράπη τι θα κάνουμε; Νομίζετε ότι πρέπει να τον ενημερώσουμε για τα συμβάντα ή να τον ανακρίνουμε κι αυτόν, όσο, τέλος πάντων, διακριτικά χρειάζεται;»

***

Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα ακόμη. Η μέρα τελειώνει, όταν ο Εύελπις ξαναβγαίνει στην εσωτερική αυλή και κατευθύνεται προς το παρακείμενο διαμέρισμα του  προϊσταμένου του, όπου έχει μεταφερθεί ο τραυματίας Καλλισθένης. Η ατμόσφαιρα έξω έχει πάρει μια κοκκινωπή απόχρωση, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή.

Στην αυλή ο κόσμος έχει πια αισθητά αραιώσει. Οι περισσότεροι από τους ταξινομητές και τους εκτιμητές έχουν φύγει. Ο Αρχέλαος αποχωρεί τώρα έφιππος, συνοδευόμενος από την ένοπλη συνοδεία του. Ο Μάζαρος, που έχει επίσης βγει έξω, δίνει συμπληρωματικές οδηγίες στους επικεφαλής της φρουράς των θησαυροφυλακίων. Εκείνο που δεν υπήρχε νωρίτερα, αλλά τώρα κυριαρχεί στο κέντρο της αυλής είναι μια μεταφορική αρμάμαξα με δύο άλογα, δίπλα στην οποία μία γυναίκα και δύο άντρες κουβεντιάζουν, παρατηρώντας ταυτόχρονα την έξοδο από τα δώματα της φρουράς. Ένας από τους άνδρες, μόλις βλέπει τον Εύελπι τρέχει προς το μέρος του, ενώ, πιο συνεσταλμένα, πλησιάζει και το ζευγάρι.

Ο Εύελπις αναγνωρίζει πρώτα τον Οινοκράτη και αμέσως μετά και τους άλλους δύο. Πρόκειται για τον Ευρυμέδοντα, έναν ευσυνείδητο Θεσσαλό, συνεργάτη της ομάδας του Καλλισθένη και -μα τι στην ευχή μπορεί να κάνει εδωπέρα;- για μια από τις μικρές ακολούθους της Θαΐδας.

images (1)

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

nt »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: το τελευταίο κεφάλαιο του Β΄ μέρους.

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Μέρος Β Κεφάλαιο ένατο

Αργά τη νύχτα της δεύτερης μέρας (σημειώσεις του Εύελπι)

 images (3)

…Η Νύχτα έχει προχωρήσει και η αυριανή μέρα προοιωνίζεται δύσκολη. Αισθάνομαι τα μάτια μου να τσούζουν και το κεφάλι μου έχει βαρύνει, ωστόσο νομίζω ότι τα βασικά σημερινά γεγονότα τα σημείωσα∙ ίσως και κάτι παραπάνω. Δε μένει παρά να συμπληρώσω ότι ο Καλλισθένης, όταν τον επισκέφτηκα πριν φύγω από τη ζώνη των ανακτόρων, ήταν βυθισμένος σε έναν αφύσικο βαθύ ύπνο που οφειλόταν στα βότανα του Φίλιππου και ήταν φασκιωμένος με επιδέσμους που εδώ κι εκεί είχαν κοκκινίσει, αν και δεν αιμορραγούσε πια.

Ο γιατρός ήταν ακόμη εκεί και προσπαθούσε να είναι καθησυχαστικός. Οι δύο βασικές πληγές βρίσκονταν στον αριστερό ώμο (εκείνη που είχαν προκαλέσει οι εισβολείς στην αρχή, καθώς ο Καλλισθένης έβγαινε από την ¨Αίθουσα των Ελλήνων¨) και στον μηρό (εκείνη που προκάλεσε ο δεύτερος εισβολέας πέφτοντας πάνω του, ύστερα από τη δική μου τρικλοποδιά), και οι δυο έξω από τις ζώνες που συνήθως κρύβουν τα πιο ευαίσθητα όργανα του σώματος. Οι πληγές είχαν καθαριστεί με αποσταγμένο παλιό κρασί και δεθεί σφιχτά, αλλά ο τραυματισμός, μου εξήγησε ο Φίλιππος, είχε ανατρέψει βίαια την εσωτερική ισορροπία του οργανισμού και το πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η ανατροπή θα φανεί από τον πυρετό που θα ανεβάσει ή από άλλα ανησυχαστικά φαινόμενα που συνήθως παρουσιάζονται μετά τον τραυματισμό.

Αύριο θα είναι σε θέση να μου πει περισσότερα. Απόψε, ένας υπηρέτης είναι επιφορτισμένος να τοποθετεί στο μέτωπο του Καλλισθένη επιθέματα νοτισμένα σε μια υγρή ουσία που ο γιατρός είχε παρασκευάσει σε μια λεκάνη.

Ήμασταν τυχεροί που ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας βρίσκεται εδώ. Είχε καθυστερήσει στη Βαβυλώνα, γιατί εκεί είναι συγκεντρωμένοι οι βαρύτερα τραυματισμένοι μαχητές και, επιστρέφοντας στα προελαύνοντα στρατεύματα, έχει σταματήσει για λίγο στα Σούσα, προκειμένου να επιβλέψει τη δημιουργία της τοπικής υγειονομικής υπηρεσίας. Παρά τα κατάλευκα μαλλιά και γένια του, είναι ένας ζωντανός και αεικίνητος άνθρωπος που έχει μυηθεί στην ιατρική στο ονομαστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

arxaia_farmaka_04-02-2012

Πριν σταματήσω αυτή την πρόχειρη καταγραφή, ας πω ακόμη ότι, πριν πάω να δω πως τα πάει ο Καλλισθένης, δέχτηκα δύο μηνύματα. Το πρώτο το μετέφερε ο Ευρυμέδοντας ο Θεσσαλός, ο οποίος κατέφτασε από την Περσέπολη με μια άμαξα γεμάτη κυλίνδρους παπύρων και βιβλία από διπλωμένες περγαμηνές. Το μήνυμα προέρχεται από τον Ευμένη τον Καρδιανό και δεν απευθύνεται σε εμένα, αλλά στον Καλλισθένη. Δεν το άνοιξα, αλλά μπορώ να υποθέσω σε τι αναφέρεται: Ο Ευμένης, αν και δεν έχει ακόμη λάβει τη δική μου επιστολή (που έφυγε για την Περσέπολη μόλις σήμερα το πρωί), πήρε πρωτοβουλία από μόνος του, και διέσωσε κάποια από τα γραπτά κείμενα που βρήκε εκεί. Ο Καλλισθένης, όπως και εγώ άλλωστε, θα χαρεί όταν το μάθει, ελπίζω αύριο.

Το άλλο είναι ένα μήνυμα για μένα και προέρχεται από την Θαΐδα. Το μετέφερε η μικρή Πουλχερία, μια από τις ακολούθους της. Αυτή τη στιγμή  ο μικρός κύλινδρος βρίσκεται εδώ δίπλα μου  και είναι ακόμη κλειστός.

Αναρωτιέμαι αν, ίσα με τώρα, γράφω και ξαναγράφω διάφορα πράγματα, γιατί θέλω να καθυστερήσω τη στιγμή που θα ξεσφραγίσω το γράμμα της. Καθυστερώ τη στιγμή που φοβάμαι ότι θα ανακαλύψω, με απογοήτευση, ότι δεν απευθύνεται σε εμένα παρά για κάποιο δευτερεύον, ασήμαντο θέμα, ή μήπως πάλι καθυστερώ τη στιγμή που θα ανακαλύψω με χαρά ότι η Θαΐδα απευθύνεται σε εμένα για κάτι σημαντικό, γιατί με χρειάζεται, γιατί, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, έπαψε να αδιαφορεί πανηγυρικά για την διακριτική μου παρακολούθηση, και το φανερό μου ενδιαφέρον γι αυτήν;

Όπως και να ναι,  ήρθε η ώρα να διαβάσω το γράμμα της και να μάθω.

Τέλος του Β΄ μέρους

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση, Ιντερμέδιο ΙΙ: Επιστολές

Posted by vnottas στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Επιστολή Ι

 grafi iii

Από την Θαΐδα την Εξ Αθηνών προς τον Εύελπι τον Μεγαρέα.

Αγαπητέ Εύελπι

Εύχομαι οι θεοί που αγαπούν τις τέχνες του λόγου να σου συμπαρίστανται.

Σου αποστέλλω την παρούσα γραφή γιατί έμαθα ορισμένα πράγματα που σε αφορούν και πιστεύω ότι καλό είναι να τα μάθεις κι εσύ.

Όπως ασφαλώς ήδη ξέρεις, στο βασιλικό περιβάλλον υπάρχουν ορισμένοι που σε αντιπαθούν, όπως αντιπαθούν και εχθρεύονται και τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο, τον επικεφαλής της υπηρεσίας στην οποία ανήκεις. Μιλώ για εκείνους που θέλουν να αποκαλούνται ¨οπαδοί της σοφίας¨ και είναι συγκεντρωμένοι γύρω από τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη.

Από ό, τι είμαι σε θέση να ξέρω, οι εν λόγω  σοφιστές δεν περιορίζονται πλέον στο να σχολιάζουν ή να διαδίδουν φήμες σχετικά με τις υποτιθέμενες διαφωνίες του Ολύνθιου με την βασιλική πολιτική, αλλά σκοπεύουν να προχωρήσουν σε δραστικότερες ενέργειες εναντίον του και εναντίον των πιστότερων συνεργατών του, όπως εσύ.

Δυστυχώς δεν έμαθα ποιες ακριβώς θα είναι αυτές ενέργειες, ούτε πότε ακριβώς θα εκδηλωθούν. Όμως από το ύφος και το μένος με το οποίο διατυπώνουν τις προθέσεις τους, συμπεραίνω ότι δεν θα αργήσουν να περάσουν στη δράση. Γι αυτό έκρινα ότι θα έπρεπε να σε ειδοποιήσω έγκαιρα και γι αυτό σου στέλνω την παρούσα επιστολή μέσω της μικρής Πουλχερίας.

Πάντως, νομίζω ότι θα σε ενδιαφέρει να μάθεις πως οι περισσότεροι από τους εταίρους του Αλέξανδρου, εκτιμούν το κουράγιο με το οποίο ο Καλλισθένης επιμένει στις απόψεις του εναντίον αυτού του περίεργου όσο και απρόσμενου  ¨μηδισμού¨ που εμφανίστηκε τελευταία στις τάξεις μας. Πολλοί μάλιστα από τους ισχυρούς εταίρους θεωρούν ότι τόσο ο Ολύνθιος όσο και ο Ευμένης ο Καρδιανός, παρά το ότι δεν είναι Μακεδόνες, καλώς έχουν αναλάβει υψηλά καθήκοντα στην εκστρατεία και καλώς έχουν αυξημένη εξουσία.

Ίσως σε ξενίσει το ότι θέλησα να σε ειδοποιήσω. Δεν πρέπει. Θα σου πω ότι μου ήσουν πάντοτε συμπαθής και ότι πάντοτε εκτιμούσα την ευγενική και διακριτική σου συμπεριφορά.

Σε παρακαλώ να προσέχεις και εύχομαι να σε ξαναδώ υγιή και ευδαίμονα στην Περσέπολη ή όπου αλλού.

Η φίλη σου Θαΐδα.

e92b4-ta-xeiroyrgika-ergaleia-twn-arxaiwn-ellhnwn-2

Υστερόγραφο: Σε παρακαλώ φρόντισε ώστε η νεαρή Πουλχερία να επιστρέψει ασφαλής στην Περσέπολη.

Επιστολή ΙΙ

Από τον Ευμένη τον Καρδιανό προς τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο

Αγαπητέ Καλλισθένη χαίρε

Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σου για τη περισυλλογή οποιωνδήποτε  πηγών γνώσης μπορούν να διασωθούν από τους κινδύνους των μαχών, σπεύδω να σου αποστείλω ορισμένους παπύρους που, ύστερα από μια πρώτη εξέταση με την βοήθεια των μεταφραστών, μου φάνηκαν ενδιαφέροντες. Σου στέλνω επίσης συγγραφές πάνω σε περγαμηνές, ορισμένες εκ των οποίων είναι δεμένες με τον τρόπο που ακολουθούν στην μεσογειακή πόλη  Βύβλο. Στο συνοδευτικό υπόμνημα υπάρχει μνεία στο περιεχόμενο των κειμένων, ενώ για ορισμένα έχει εκπονηθεί μια πρώτη πρόχειρη μετάφραση από τους συνεργάτες της ομάδας μας.

Εδώ η πόλη, -κατ’ εξοχήν περσική αυτοκρατορική πόλη, αλλιώτικη από τις πόλεις που κατακτήσαμε ως τα τώρα- όπως ξέρεις υπέστη ήδη δήωση και ειλικρινά δεν ξέρω αν τα ανάκτορα και η προσκείμενη σε αυτά παπυροθήκη θα διασωθούν τελικά. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο πήρα την πρωτοβουλία της αποστολής των συγγραφών. Γεγονός είναι ότι το θέμα της καταστροφής των ανακτόρων συζητιέται και ότι, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχουν φωνές -οι γνωστές- που επιμένουν να προτρέπουν τον άνακτα σε πολιτικές ¨επίδειξης ισχύος¨. Όπως και να χει, οι σχετικές αποφάσεις δε θα αργήσουν να υλοποιηθούν γιατί το στράτευμα δεν πρόκειται να ακινητοποιηθεί εδώ επί μακρόν. Ο Δαρείος, εκεί στο βορρά όπου έχει καταφύγει, δεν πρέπει να έχει χρόνο να ανασυγκροτήσει μεγάλες αξιόμαχες δυνάμεις.

Θέλω να ελπίζω ότι θα επιστρέψεις σύντομα στο κύριο σώμα της εκστρατείας ώστε να αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα από κοινού.

Ας είσαι γερός

Ευμένης ο του Ιερωνύμου εκ Καρδίας

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , ,, | Επεξεργασία | Leave a Comment »

Θαΐς Πυριφλεγής

Posted by vnottas στο 17 Ιουνίου, 2015

image002

Να λοιπόν που η αναπεφλεγμένη  Θαίδα διαθέτει πλείονες του ενός θαυμαστές, όχι μόνον ανάμεσα σε αξιομνημόνευτους άνδρες της εποχής της, αλλά και μεταξύ των ακόμη ευαίσθητων στη γυναικεία γοητεία συγχρόνων. Μετά τον Νίκο, ο Λευτέρης μου στέλνει, και ευχαρίστως αναρτώ, μερικούς ακόμη στίχους για την ¨Πυριφλεγή¨. (Οι επεξηγηματικές υποσημειώσεις, δικές του).

Θαΐς Πυριφλεγής    

Προς τον Ευθύδημο[1], η ορχηστρίς Θαΐς,

Ανοίγει την καρδιά της και του δείχνει,

Τον Έρωτα που την αποκαρδιώνει,

Την καταπονεί.

Την κι αν η όμορφη εταίρα,

Έμπνευση προσέφερε στο Μένανδρο,[2]

Τι κι αν ο Μέγα-Αλέξανδρος, αυτός, ο ίδιος,

Κάθισμα της έβαλε στο πλάι του,[3]

Κι ο Πτολεμαίος στο κεφάλι της,

Το δίπτερο στέμμα της Αιγύπτου[4]

Τι κι αν ο νους του Νίκου,[5]

Έπεσε σε ξέρες, και βυθίστηκε

Για χάρη της,

Μ’ ακόμα, και αν πυρπόλησε

Των νεαρών Περσών τον πόθο

-κι ας την κατηγόρησε ο Κλείταρχος αδίκως,

Ότι άναψε, η πυριφλεγής, δαυλό κι αφάνισε

Την όμορφη Περσέπολη,

Η καλλονή δεν έχει νου,

Παρά για τον ωραίο της Ευθύδημο

Που τον κατηγορεί, πως τη λησμόνησε

και ερωτεύτηκε γυναίκα λάθος, τη φιλοσοφία.

«Δε διαφέρει μια εταίρα από σοφιστή»,

Του λέει,

«Μια και οι δυο διδάσκουν».

«Ούτε λέγουμε πως δεν υπάρχουν οι θεοί,

Αφού πιστεύουμε στους εραστές,

Όταν ορκίζονται ότι μας αγαπούν».

Ματαίως όμως προσπαθεί.

Αλλού ο Ευθύδημος πιστεύει ότι ανήκει,

Σε κόσμους ανώτερους, αθάνατους.

Κι όμως, αν ήταν αληθινά σοφός θα γνώριζε,

Πως η Θαΐς, στων ποιητών τη θύμηση έμεινε,

Για το θλιμμένο, αποτυχημένο έρωτά της,

Που για δική του χάρη το σύμπαν

Ήταν έτοιμη να θυσιάσει,

Η όμορφη, αθάνατη ορχηστρίς.

Καβαλιέρος Ελευθέριος

[1] Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.

[2] Ο Μένανδρος τη θαύμαζε κι έγραψε για χάριν της, την κωμωδία Θαΐς,

[3] Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν μεταξύ των θαυμαστών της και την κάλεσε στην εκστρατεία του.

[4] Ο Πτολεμαίος την παντρεύτηκε κι έκανε μαζί της τρία παιδιά. Το δίπτερο στέμμα είναι το λεγόμενο ureret, με δύο μεγάλα φτερά, που φορούσε η Νεφερτίτη.

[5] Ο Νίκος εποίησε για τη Θαΐδα, στο «Ιστολογοφόρο» του Βασίλη Νόττα, στις 13/5/2015.

img1_22

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , ,, , , , , |Επεξεργασία | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: