Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Β) Οι θνητοί (3)

Στην ίδια πόλη, το ίδιο πρωί

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΕΥΓΑΤΟ

 

Όπου οι καιροί περνούν -και αλ­λά­ζουν- και ο Κίμων Αμάρος αφιερώ­νει τον ελεύ­θερο χρόνο του σε γκρίζες σκέψεις

 

Νωρίς το ίδιο πρωί.

Η Πόλη δεν έχει ακόμη καλοξυ­πνή­σει.

Η ατέλειωτη νυχτερινή βροχή στα­μά­τησε και ο Κίμωνας Αμάρος, ο πατέρας του Γιάνου, είπε να επωφελη­θεί: φόρεσε τη γκρι αθλητική του φόρμα και τα αθλη­τικά του παπού­τσια, καβάλησε το ποδή­λατό του γιου του και κατέβηκε στην πλακο­στρωμένη παραλία για να κάνει πέρα-δώθε-τρέξιμο (τζόκιγκ) και υπαί­θριες μοναχικές σκέψεις.

Για καλό και για κακό έχει κρε­μά­σει στη ζώνη του μια αντικαυσαε­ρική μά­σκα, αλλά τέτοια ώρα, χαρά­ματα, ένα ελαφρό αεράκι φέρνει από τα βαθιά πα­ράξενες κι απροσδόκητες μυ­ρουδιές -κατά τεκμήριο θαλασσινές, αλλά ποτέ  κανείς δε ξέρει τι μιστούρα μπορεί να έχει σκαρώσει το εξώτερο Χάος…

Ωστόσο αυτή η μιστούρα κατα­φέρ­νει και εξουδετερώνει τις αναθυ­μιάσεις του λιμα­νιού και της Πόλης.

Ο Κίμωνας αφήνει προς στιγμήν τη μύτη ακάλυπτη, τεντώνει τα ρου­θούνια, εισπνέει το πρωινό μίγμα και προσωρινά την καταβρίσκει.

Εκείνος που δεν έχει ακόμη απο­φασί­σει αν θα σκάσει μύτη απ΄ ευ­θείας ή θα παίξει πρώτα κυνηγητό με κάτι κο­ντόχο­ντρα σύννεφα (άγνωστης σύστασης και περιεχομένου) που είναι αραγμένα σαν λοφία πάνω στα γύρω βουνά, είναι ο επιφυλακτικός και καχύ­ποπτος φθι­νοπω­ρινός ήλιος. Όλα δείχνουν ότι πρέ­πει να έχει ήδη πάρει θέση κάπου ανα­τολικά, αλλά ακόμη δεν διακρίνεται ξε­κάθαρα και αυτο­προσώπως.

Έτσι η πρωινή ατμόσφαιρα είναι γκρίζα.

Η ατάραχη θάλασσα αντικατο­πτρί­ζει με ψυχραιμία τη γκριζάδα, στο πιο σκούρο και στο πιο παχύρρευστο.

Η Πόλη ανακλαδίζεται και χα­σμου­ριέται και από τις κορυφές των γκρίζων της κτι­ρίων αποπνέει νυσταγ­μένες του­λούπες ατμών και καπνών σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι: γκρι σκο­τεινό, γκρι φωτισμένο, γκρι βε­λούδινο, γκρι γυαλι­στερό, γκρι ψαρό, γκρι ριγέ, γκρι πυκνό, γκρι εστιγμένο, γκρι ασημί, γκρι σπινθη­ροβόλο, γκρι μελανί… και βάλε.

Ο Κίμωνας δένει το ποδήλατο σε ένα φανάρι που έχει ξεχαστεί αναμμένο (μια πορ­τοκαλί πινελιά στη γκριζάδα), ανεβά­ζει την κουκούλα της φόρμας πάνω απ΄ τα γκρίζα του μαλλιά και σφίγγει το κορ­δόνι της για να φυλαχτεί από την υγρα­σία.

Έπειτα  τραβάει το φερμουάρ  του μπουφάν ψηλά, ως το γκρίζο κο­ντό του γένι και αρχίζει να τρέχει.

Η ανάσα του προσθέτει ασπρό­γκριζες τούφες στο τοπίο.

Οι σκέψεις του γίνονται κι αυτές γκρι­ζωπές.

 

Ο Κίμωνας Αμάρος, αρχιτέκτων – αναστηλωτής το επάγγελμα, αυτήν την περίοδο ζει εν παρενθέσει. Εδώ και καιρό έχει παραιτηθεί από τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο και επιβιώνει ως πνευματικός μικροπωλητής: Μια μικρο­μελέτη εδώ, μια μικρομετάφραση εκεί, δουλειές που δεν τον ζορίζουν και που του αφήνουν καιρό να σκέφτεται.

Ο Αμάρος ζει με το γιο του το Γιάνο, καρπό από τον πρώτο του γάμο. Η μη­τέρα του Γιάνου, η πρώτη του γυ­ναίκα, τους εγκατέλειψε για να ακολουθήσει έναν πλούσιο και πολυ­πράγμονα εργο­λάβο.

Απ’ ό,τι θυμάται ο χωρισμός εκείνος δεν του είχε στοιχίσει και τόσο. Όμως, από τότε που τον άφησε και η δεύτερη γυναίκα του, η όμορφη Ασπασία, για να ακολουθήσει μια θρη­σκευτική αίρεση, δεν έχει καταφέρει να συνέλ­θει τελείως.

 

Ο Κίμωνας Αμάρος κάνει πολύ πα­ρέα με τον εαυτό του τον τελευταίο καιρό.

Θα ήθελε να έχει κάποιον αξιό­λογο συνομιλητή με κοινά ενδιαφέρο­ντα και διάθεση για κουβέντα, αλλά αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει κανένας τέτοιος στον άμεσο περίγυρό του. Από τότε που ’φυγε η Ασπασία δεν έχει καν το κουρά­γιο να ψάξει. Και αφού δεν κα­ταφέρνει να αρχίσει την αναζήτηση το ’χει ρίξει στο στοχασμό και τη σκέψη .

Διαλογίζεται μόνος του, ρωτάει μόνος του, απαντάει ο ίδιος, καμιά φορά γελάει με τις απαντήσεις που παίρνει, καμιά άλλη κολλάει σε κά­ποιες ιδέες, θυμώνει, και ανακαλεί τον εαυτό του στην τάξη.

Φαίνεται ότι σκέφτεται παρα­πάνω από όσο απαιτεί μια λογική αντιμετώπιση της ζωής. Της δικής του τουλάχιστον ζωής, σ΄ αυτήν τη φάση.

Για να αποφύγει το κόλλημα, τις έμ­μονες ιδέες και τις ανώφελες ανασκο­πή­σεις, προσπαθεί να κατευθύ­νει τις σκέ­ψεις του προς τα Μεγάλα Άλυτα Ζη­τή­ματα.

Όχι γιατί τα βρίσκει πάντοτε ενδια­φέ­ροντα, αλλά γιατί έτσι καταφέρνει να αφήνει έξω από τις δαιδαλώδεις διαδρο­μές του στοχασμού του τις προσωπικές εμπλοκές,  που μπορεί να του προκύ­ψουν επώδυνες.

Σκέψου σκέψου λοιπόν, κατά­φερε  να συμφιλιωθεί με τα μη απτά και τα αφη­ρημένα και  τα ιδεατά και εκείνα που απαιτούν απο­στασιοποίηση, τα υπερβα­τικά και τα  τέτοια!

Μερικές φορές φτάνει σε κάποιο μι­κρό συμπέρασμα και μπαίνει στο πει­ρα­σμό να το ανακοινώσει στους συναν­θρώπους του. Μετά  όμως  σκέφτεται ότι θα ήταν καλύτερα να μη πάρει κανέναν στον λαιμό του.

Εν τέλει, όπως είναι φυσικό, ολο­κλη­ρωμένες απαντήσεις δεν βρί­σκει, αλλά που και που καταφέρνει να συνθέ­τει κα­λοδιατυπωμένες ερωτή­σεις, από εκείνες που δυσκολεύουν τους επανα­παυμένους. 

Όμως, πολλές φορές, μετά από ένα πανθομολογουμένως επιτυχημένο ερώ­τημα οι προσωπικές του αγωνίες -με ένα  πλοπ- ξαναγυρίζουν στην επι­φάνεια

 

Έχει κάνει αρκετό δρόμο. Βρί­σκε­ται πια στην άκρη της παραλίας, μπροστά στους πρόποδες του Κεκρα­μένου λόφου. Δεξιά του η θάλασσα, αριστερά του η πόλη.

Η ανάσα του δηλώνει φορφέ.

Αράζει σε ένα πα­γκάκι στραμμένο προς τα νερά. Κοιτά­ζει τη λαδερή γκρίζα επιφά­νεια μπρο­στά του. Συνειρμοί διά­φοροι εξακο­λουθούν να τον περιτρέχουν.

Μετά, το βλέμμα του εστιάζεται σε ένα πράσινο μπουκάλι μπύρας στο κα­λάθι με τ’ άχρηστα δίπλα του. Ανα­σηκώ­νεται και το παίρνει. Βγάζει μο­λύβι και σημειωματάριο (τσέπες μπό­λικες, οι πε­ρισσότερες άδειες, μερικές τρύπιες) και γράφει βιαστικά σε  μια σελίδα διάφορα εξομολογητικά…

Το σημείωμα αρχίζει κάπως έτσι

Χαμένη μου αγαπημένη

Και καταλήγει κάπως έτσι:

Μπορεί τα μέσα (ακόμη και τα πλωτά) να υποβάλλουν… Να υπερβάλλουν…. Και να διαβάλλουν, διά­βολε…

 Τα μηνύματα όμως πλέουν.

Σήμερα αποδρώ μ’ ένα μπου­κάλι

Και… σε ψάχνω .

Σκίζει τη σελίδα, την κάνει κύ­λιν­δρο, τη χώνει στο μπουκάλι και το ενα­ποθέτει στο νερό.

Σπρώχνει το γυάλινο γραμματο­κι­βώ­τιο και το κοιτάζει που απομα­κρύνεται προς τον θολό ορίζοντα, γλιστρώ­ντας χωρίς κυματι­σμούς,  υπερ­ρεαλιστικά ήρεμο!

Έχει σχεδόν μεσημεριάσει…

 

Ακούει βροντές.

Τα μεγάφωνα του Κυρίου των Κα­ται­γίδων μπουμπουνίζουν σα να είναι στη­μένα κάπου εκεί, κοντά του.

Αλλά αυτός δεν αντιδρά, κολλημένος στην μπου­κάλα που φεύγει στ’ ανοιχτά, δυσ­διά­κριτο πλέον στίγμα στη θαμπή ζώνη που ενώ­νει τη θάλασσα με τον ου­ρανό.

Έτσι δεν παίρνει χαμπάρι τι γίνε­ται πίσω του, στην άκρη της αμφιθεα­τρικής Πόλης.

Ώσπου φτάνουν ως αυ­τόν λαχα­νια­σμένες ανάσες και πνιχτές φωνές. Πλα­τσουρίσματα από σόλες που κολλάνε στα νερά του δρόμου.

Γυρίζει. Οι τούφες της ομίχλης έχουν αυξηθεί, έχουν κατεβεί στο νο­τι­σμένο έδαφος και εμποδίζουν την ορα­τότητα… Ποια ορατότητα; Τώρα η πόλη έχει σκο­τεινιάσει και πάλι, σαν η μέρα να το με­τάνιωσε και ξαναφεύγει προώρως!

Κάποιοι τρέχουν προς την παρα­λία, προς το μέρος του. Πιο πίσω δια­γράφο­νται δέ­σμες φωτός που αναβο­σβήνουν και διασταυρώνονται χιαστί, πιθανώς από προβο­λείς αυ­τοκινήτων. Ακούγονται πνι­χτά κλάξον και μαρσα­ρίσματα.

Ανεβαίνει στο παγκάκι και προ­σπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

 

Τίποτα σοβαρό! Η πόλη γέμισε λά­σπη. Πολλή λάσπη. Λάσπη μαυριδερή και σκουπιδοφόρα. Λάσπη ζέουσα. Λά­σπη για όλους. Οι τηλεο­ράσεις την πή­ραν μυρου­διά και την πλαισιώνουν ήδη με συ­νεργεία, με κάμε­ρες, με υστε­ρικές ρεπόρτερ και με προ­βολείς που ξεσχί­ζουν την πρωινή μου­ντάδα.

Ίσως έγινε κατολίσθηση. Μπορεί να ξεχείλισε κανένα κανάλι ή να κάνει πλη­θωρικά αστεία ο ποταμός που συνή­θως παρακάμπτει την Πόλη. Μπορεί να ’γινε κανένα σαμπο­τάζ στα φράγματα και να ’σκασε καμιά μπόμπα.

Ο Κίμωνας, τσαλαβουτώντας και χα­ζεύοντας τη λάσπη, γυρίζει στο μέρος όπου άφησε το πο­δήλατο. Ο αέρας μυρί­ζει πιο άσχημα απ’ ότι συνήθως. Βγάζει από τι τσέπη της φόρμας του ένα φιαλί­διο που κουβαλάει για ανάλογες περι­πτώσεις και ψεκάζει τη μύτη του.

Μετά παίρνει το ποδήλατο απ’ το χε­ρούλι και, κό­ντρα στο παχύρρευστο ρεύμα, παίρνουν μαζί το δρόμο της επιστρο­φής.

Κάνει ζέστη. Ζέστη αφύσικη.

Προχωρώντας σιγά σιγά στ’ ανη­φο­ρικά σοκάκια, προσπερνούν διαφημι­στι­κές αφί­σες που μόλις διακρίνονται μεσ’ την ομίχλη και όπου κυριαρχεί το κοροϊ­δευτικό χαμόγελο της έφηβης υπερμάρ­τυρος (super testimonial) Μπάρμπυ Μπότον που συμβουλεύει τους πολίτες – καταναλωτές επί παντός του επιστητού, καθώς και κάτι επιγρα­φές ακόμη πιο αό­ρατες θαμμένες καθώς είναι ανάμεσα στις γιγαντοσυμβουλές, γραμμένες στους τοίχους με κόκκινο και μαύρο σπρέι.

 Επιγραφές  που προειδοποιούν και απειλούν τον Κόσμο γενι­κώς…

Το ίδιο πρωί, στον όγδοο όροφο της Πρυτανείας

      ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΝΕΠΙ­ΣΤΗ­ΜΟΝΙΚΟ

Όπου αξιοσέβαστοι Πανεπιστη­μια­κοί παίρνουν μια παραγγελιά και προ­βληματίζονται…

 

Διευκρινιστική δή­λωση σχε­τική με τις δημοκρατικές μου προθέσεις:

Επειδή διέπομαι από καλή διά­θεση απέναντι στους μειονεκτούντες συνανθρώ­πους μου (καθώς και από καλές προθέσεις, αντωνυμίες και ρήματα), ελ­πίζω ότι δε θα βρεθεί κανέ­νας στενοκέφαλος λογιότα­τος ψιψίρης, πολιτι­κώς ορθός, καθήμε­νος ή ξα­πλωμένος, που  να ισχυρι­στεί ότι από το παρόν αρι­στουργη­ματικό χρονικό των χρόνων εκείνων λείπουν οι δημοκρα­τικές διαδικα­σίες.

Αντιθέτως, όπως μπορεί να πα­ρατηρήσει αυτοπροσώ­πως ο κάθε καλόπιστος ανα­γνώ­στης, στο ανά χείρας πό­νημα απαξάπαντες συνε­δριά­ζουν λίγο πολύ δημοκρατικό­τατα, ανταλλάσσοντας έγκυρες γνώ­μες, απόψεις επί του προ­κειμένου, ιδέες περί του πρα­κτέου, φιλοφρο­νήσεις, ενστά­σεις, επερωτήσεις, πά­σες, κό­ντρες, ντρίπλες, επεμβάσεις, πα­ρεμβάσεις και παρεκβάσεις, τη­ρούντες τόσο την ημερησία όσο και την αιωνία διάταξη.   

Ως εκ τούτου ουδείς δι­καιούται να εκπλαγεί που και στο επόμενο κεφάλαιο, το οποίο -σημειωτέον- διεξάγε­ται σε έγκυρο ακαδημαϊκό περι­βάλ­λον, οι συμμετέχοντες αντι­μετωπίζουν τα τρέχοντα προβλήματα μέσω εκτάκτου συνε­δριάσεως.

                                                                                      Ανώνυμος Ένας

 

Πίσω από τη δίφυλλη πόρτα που χω­ρίζει τον προθάλαμο όπου περιμένουν οι δύο φί­λοι από το κυρίως πρυτανικό Γρα­φείο, ο επικεφαλής του Δημοσίου Πανε­πιστημίου Κού­ρος  Σπαθής (προ Μετο­νομασίας: Επίκουρος Γιαταγάνης), συνο­μιλεί με μια ολιγομελή ομάδα υψη­λό­βαθμων πανεπιστημιακών.

Τα μέλη της μικρής αυτής ακαδη­μαϊ­κής ομήγυρης είναι καθισμένα γύρω από ένα στρογγυλό ξύλινο τραπέζι. Το παχύ κρύ­σταλλο που καλύπτει ολοσχερώς την τά­βλα του τραπεζιού αντανα­κλά, στο ανά­ποδο, τις προβληματι­σμένες φυσιο­γνω­μίες τους.

Πρόκειται για τους εκπροσώπους της παράταξης που πλειοψηφεί στη Σύ­γκλητο, οι οποίοι συνεδριάζουν ατύπως αυτήν την ασυνήθιστα πρωινή ώρα, ύστερα από επείγουσα πρόσκληση του πρύτανη.

Το πρυτανικό γραφείο είναι ένας χώ­ρος όπου υπάρχει, συμπυκνωμένη, εκείνη η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που χα­ρακτηρί­ζει ολόκληρο το Ίδρυμα και που υπενθυ­μίζει ότι εδώ, ίσως επειδή η αδυ­σώπητη πορεία των γεγονότων έχει κάνει κάποια μικρή επιτόπια παράκαμψη, έχουν επι­βιώσει κάποιες παλιές (καλές και κακές) συνήθειες.

Υπάρχει,  για παράδειγμα, μια έντονη μυρωδιά χαρτοβιβλίων ανακατε­μένη με μυρωδιές δέρματος από δέρμα και κα­πνού από καπνό, καθώς και κάποια ανε­παίσθητα όσο και απαγορευμένα ίχνη από αιθυλι­κές οσμές τυλιγμένες σε ανα­θυμιάσεις που θυμίζουν λιβάνι. 

Υπάρχει επίσης κάτι τι από το δια­κρι­τικό άρωμα που φοράει ο Σάρακας πριν επιτεθεί γεμάτος λάγνες προθέσεις ενά­ντια στη ψίχα του ξύλου των παλιών επί­πλων και μια ιδέα από τον μαγικό οσφρητικό συνδυασμό που φτιάχνει η τριβή της σκόνης πάνω στις λουστραρι­σμένες επιφάνειες.

Υπάρχει ενδεχομένως και μια ιδέα από λίμπιντο παλαιάς κοπής και συλλε­κτικής αξίας.

Όλα αυτά διαχέο­νται στο ψηλοτά­βανο δωμάτιο ανάμεσα στις γκρίζες τού­φες του πρωινού φωτός που τρυπώνουν από τα ανοίγματα των στενόμα­κρων πα­ραθύ­ρων με τις βαριές σολομόν κουρτί­νες.

Στα σημεία των τοίχων που δεν καλύ­πτονται από τα βιβλιοφόρα ράφια κρέμο­νται θα­μπές βυζαντινές εικόνες γε­μάτες μελαγ­χολική μεγαλοπρέπεια που υπο­γραμμίζουν με νοσταλγικό τρόπο τα θεο­λογικά εν­διαφέροντα του μέρους.

 

Αυτό το φθινοπωρινό πρωί, ένα ρεύμα ανησυχίας κυκλοφορεί θροΐζοντας, ανά­μεσα στους αξιοσέβαστους φο­ρείς των υπερβατικών προβληματι­σμών και της παραδοσιακής γνώσης του Τό­που, ανα­στατώνοντας τις συνήθως ατά­ρα­χες εκ­φράσεις τους και ανακατεύο­ντας τα φύλλα από τα ντοσιέ που βρί­σκονται μπροστά τους.

«Δεν μπορούν από τη μια μεριά να μας αγνοούν επιδεικτικά και από την άλλη να ξεφορτώνονται πάνω μας όλες τις καυτές πατάτες! Δεν γίνεται, όποτε τους καπνίσει, να ζητούν από εμάς να βγά­ζουμε τα κάστανα από τη φωτιά και τα φίδια απ΄ τη τρύπα!», λέει η κυρία Πηνελό(πη) Στρεσά (κη), κοσμήτωρ της Σχολής των Λο­γοτεχνικών Παραλλαγών και Παραλλάξεων.

Η εξέχουσα ακαδημαϊκός υπο­γραμμί­ζει τα λόγια της με την κατάλληλη χειρο­νομία: πιάνει με τα παχουλά δα­κτυ­λάκια της ένα χαρτί από την άκρη και το ανεμί­ζει προς την πλευρά των άλλων κα­θηγη­τών. Η κίνηση αναδεικνύει ταυτό­χρονα, τόσο τα λαμπερά φωτο-διαθλα­στικά δα­κτυλίδια, όσο και το αφράτο μπράτσο της.

Στο χαρτί αναφέρεται εν συντο­μία η αιτία που έχει προκαλέσει αυτήν την έκτακτη συγκέντρωση των πανεπι­στη­μιακών ιθυ­νόντων.  Γράφει :

Επείγον Αίτημα  της Επιτροπής Χωρι­κών Διευθετήσεων του Τοπικού Συμβου­λίου Προνομιούχων Μερίδων

Σχετικό με:

α) Την διεξαγωγή πραγ­ματογνωμοσύ­νης από το Δημόσιο Πανεπιστήμιο επί του ¨κτίσμα­τος¨ που ανα­καλύφθηκε προσφά­τως στον Κεκραμένο Λόφο κατά τη διάρ­κεια της εκτε­λέσεως εκεί χωματουργι­κών έργων από την Ανώ­νυμη Εταιρεία Οικι­στικής Επέκτασης,

και

β) Την διατύπωση πορί­σματος για τις δυνατότητες αξιοποί­ησης του συνολικού χώρου.

Η κοσμήτωρ, εκτός από παχουλά δα­κτυλάκια,  τα απαστράπτοντα κοσμή­ματα και τα αφράτα μπράτσα, διαθέτει ταμπε­ραμέντο ασυνήθιστο για το ακαδη­μαϊκό περιβάλλον,  καθώς και άλλα προ­εξέχο­ντα προσόντα που εδώ και καιρό έχουν τραβήξει την προσοχή του κυρίου πρύ­τανη.

Ο Σπαθής κοιτάζει με θαυμασμό το γενναίο στήθος που προτείνει η συνά­δελφος προκειμένου να υπογραμμίσει την δικαιολογημένη δυσφορία της. Ωστόσο διατηρεί αμετάβλητο το πα­γω­μένο χαμόγελο που κρέμεται λοξά από τις μυτερές άκρες των μου­στακιών του.

«Και όμως, η διερεύνηση, αυτού του κτίσματος, είναι ένα ζήτημα που άπτεται των αρμοδιοτήτων μας. Όσων, εν πάση περιπτώσει, μας έχουν απομεί­νει…», πα­ρατηρεί. «Εξάλλου, πώς αλ­λιώς νομίζετε ότι το Ίδρυμα θα μπορέσει να ξεπεράσει τη σημερινή ύφεση και να αποκτήσει και πάλι έστω και λίγη από την παλιά του αίγλη, αν δεν αποδεχθούμε ακόμη και αυτού του είδους τις αναθέ­σεις και τις παραγγελίες;»

Ρίχνει μια κυκλική ματιά στους ομο­τράπεζους:  «Ακόμη κι αν χρειαστεί να διακινδυ­νεύσουμε κάπως!»,

«Εννοείτε, βεβαίως, τις μελέτες που κανένας άλλος δεν δέχεται να ανα­λάβει», αποσαφηνίζει με στωικό ύφος ο μουσά­τος και ατσαλάκωτος κύριος   Μέλλων Τετελέ,  της Προφητικής Σχολής των Ετερο­χρονισμένων Ιστορι­κών Προβλέ­ψεων.

Ο Μέλλων Τετελέ ανήκε κάποτε στην επικρατούσα εκκλησία του Τόπου, η οποία είχε πάψει να είναι επικρατούσα μια που είχε εν μέρει εκσυγχρονιστεί και αυ­τοκαταργηθεί και εν μέρει μετανα­στεύσει στις μη προστατευμένες πε­ριοχές αναζη­τώντας μετάνοια και εξιλέωση. Μερικοί από τους παλιούς ιε­ράρχες όπως ο Μέλλων Τετελέ είχαν εκ­κοσμικευθεί και είχαν βρει καταφύγιο στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

«Στο σημείο που φτάσαμε, ακόμη κι αυ­τές», απαντά επιγραμματικά ο κ. πρύτα­νης. Και παίρνει μια βαθιά ανάσα.

«Η πικρή αλήθεια είναι ότι σε ορι­σμένα θέματα και σε ορισμένους τομείς, ξεμάθαμε  πλέον να ερευ­νούμε» παρατη­ρεί ο Μετεόρ Φλου, ένας ψηλόλιγνος πε­νηντάρης με φουλάρι και καρό γελέκο([1]) που υπηρετεί ως καθηγητής Υπο­βλητι­κών Προτροπών, Υποτροπών και Κελευ­σμάτων στη Σχολή των Υπερβατι­κών Μέσων και Διασυνδέσεων. «Ιδιαί­τερα δε, από τότε που μας αφαίρεσαν τους κλά­δους των εφαρ­μοσμένων επι­στημών και μας επέτρεψαν να εξετά­ζουμε οτιδήποτε, αρκεί να μην έχει πρα­κτική εφαρμογή!»

«Στα Ιδιωτικά Ινστιτούτα μελετούν τα πράγματα μόνον από επιχειρησιακή άποψη, χωρίς να υπεισέρχονται στην ου­σία τους», συμπληρώνει ο Μέλλων Τε­τελέ, «ενώ εμείς εδώ μπορούμε μεν να αναφερόμαστε στην εσώτερη ουσία, αρ­κεί να μη θίγουμε την εξωτερική τάξη των πραγμάτων.  Δεν είναι λοιπόν παρά­ξενο που το επιστημονικό δυναμικό του ιδρύματός μας κινδυνεύει να ξεχάσει πόσο συναρπαστική περιπέτεια είναι το να διερευνά κανείς συνολικά τα όντα και να ανιχνεύει εκείνες τις άγνωστες παρα­μέτρους που συνδέουν τα χειρο­πιαστά πράγματα με την ουσία τους…»

«Έτσι κι αλλιώς η αναζήτηση της ου­σίας των πραγμάτων δεν είναι πια της μόδας», καταλήγει με έναν ξεφυσητό αναστεναγμό ο Μετεόρ Φλου.

«Αφού μας αφήνουν συστηματικά στο περιθώριο, θα έπρεπε, τουλάχιστον, να μας αφήνουν και έξω από τις διενέξεις τους», παρεμβαίνει και πάλι η Στρεσά.

«Και όμως, να που τώρα να μας θυμη­θήκανε ξαφνικά και θέλουν να μας ανα­θέσουν την διερεύνηση αυτού του απαί­σιου ερειπίου», λέει σαρκαστικά ο (Αγα) Μέμνων Ξείπας, ο παχουλός κα­θηγη­τής Σχετι­κών Διαβεβαιώσεων  και Πιστο­ποιητικών της Σχολής των Διαλε­κτικών  Δογμά­των, ενώ παράλληλα επι­χειρεί να καθαρίσει το τσιμπούκι του από τις στά­χτες χτυπώ­ντας το ανάποδα στο κεντρικό κοινόχρη­στο τασάκι.

«Μόνο απαίσιο; Και Δύσοσμο! Την  δυσοσμία που τη βάζετε;», υπερθε­ματίζει η κοσμήτωρ. «Λένε ότι επεκτεί­νε­ται εκα­τοντάδες μέτρα γύρω από το ¨εύρημᨻ.

Ο πρύτανης στρέφεται πάλι προς την μόνη εκπρόσωπο του θήλεος γένους στην πανεπιστημονική παρέα, με πρό­θεση να την επιπλήξει για αυτήν την τάση της προς την υπερβολή, αλλά προς στιγμήν ξεχνάει τι ακριβώς θέλει να πει, καθώς η θέα των πλου­σίων χαρισμάτων της ανακόπτει για λίγο τον επιχειρηματο­λογικό του ειρμό.

Στο νου του έρχονται οι κακές γλώσ­σες που διαδίδουν ότι τάχα τα ωραιότατα στήθη της κυρίας Στρεσά, εί­ναι προϊόντα της τελευταίας τεχνολογίας και όχι της επικυριαρχίας του πνεύματος επί της ύλης όπως συνιστούν οι επιταγές του πα­νεπιστημιακού περιβάλλο­ντος.

Ούτως ή άλλως, πολύ θα ήθελε να ξε­κα­θαρίσει αυτοπροσώπως αυτό το θέμα με μία χει­ροπιαστή και επιτόπια πραγμα­τογνωμο­σύνη…«Καλό θα είναι να γίνει πρώτα μια επιτόπια πραγματογνωμο­σύνη!» λέει.

    «Για τη μπόχα;»

«Ε; Όχι. Ναι, βέβαια, για την δυ­σο­σμία.  Κοιτάξτε. Ας είμαστε επιφυλα­κτι­κοί σχε­τικά με αυτές τις μαρτυρίες που βασικά προέρχονται από τα τηλεο­πτικά κανάλια και τις εκπομπές των ¨Ανησυχούντων Επικοινωνητών με τα Παράθυρᨻ, διευκρινίζει ο Κούρος Σπα­θής. «Αυτοί, το ξέρετε ότι τους αρέσει όλα να τα φουσκώνουν και να κάνουν το τόσο, τοοοόσο!» προσθέτει, -και κοιτά­ζει τώρα με ένα κάποιο σκεπτικισμό τα άνω διαζώ­ματα της Κοσμήτορος.

«Εγώ διαφωνώ», αντιτείνει η Στρεσά. «Και εξάλλου το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αποφορά που εκπέμπει ολό­κλη­ρος ο λόφος στον οποίο βρέθηκε αυτή η περίεργη κατασκευή. Θα πρέπει να σας πω, ότι σύμφωνα με όσα άκουσα,  γύρω τριγύρω από το ύψωμα έχει δη­μιουργηθεί μια ατμόσφαιρα πλαδαρής ανασφάλειας και υποβόσκουσας φοβίας που προσβάλ­λει οποιονδήποτε πλησιάζει το μέρος. Λέγεται ότι ορισμένοι από τους τεχνοκρά­τες των Ινστιτούτων που απο­πειράθηκαν να εξερευνήσουν πρώτοι το ¨εύρημα¨ βρίσκο­νται σήμερα σε κατά­σταση βαριάς κατάθλιψης και τελούν υπό ψυχιατρική παρακολού­θηση».

Μα γιατί σήμερα του πηγαίνει έτσι κόντρα η στρουμπουλή συνάδελφος;

Η ένταση του ύφους της κυρίας Στρεσά φέρνει σε δύσκολη θέση τον πρύ­τανη, γιατί η κοσμητόρησσα, (στο άνθος της μέσης ηλικίας  και εάν ξανα­φτιαγ­μένη, σίγουρα μαστορεμένη και φινιρι­σμένη από καλλιτέχνη πλαστικό χει­ρούργο) του δημιουργεί ένα σωρό πα­ρά­πλευρα αισθήματα και συναισθή­ματα που δεν έχουν να κάνουν με την υπηρε­σιακή πλευρά της σχέσης τους. Αν είναι να την στριμώξει, θα προτιμούσε να το κάνει σε καμιά γωνία των απέραντων σκοτεινών διαδρόμων του Ιδρύματος και όχι στο πεδίο των επιχει­ρημάτων και των επιστημονικών απόψεων.

«Σέβομαι τις απόψεις σας αγαπητοί συνάδελφοι», λέει απευθυνόμενος προς όλους, αλλά κοιτάζοντάς επίμονα την Στρεσάκη.  «Θα ήθελα πάντως να λάβετε υπ’ όψιν σας ότι η απόφασή τους να απευθυνθούν σε εμάς σημαίνει ένα από τα δύο:

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι ότι το Συμβούλιο αναγνώρισε επιτέλους, έστω και εμμέσως, πως υπάρχουν θέματα και καταστάσεις που δεν μπορούν να αντιμε­τωπισθούν μόνο με τις τεχνοκρατικές με­θόδους των Ιδιωτικών Ινστιτούτων.

Εξάλλου, για σταθείτε μια στιγμή. Ας υποθέσουμε ότι όντως υπάρχουν δυ­σερ­μήνευτα φαινόμενα στην περιοχή του ευ­ρήματος, όπως αυτά που ανέφερε η κυρία Στρεσάκη: αφύσικες οσμές, ανεξέ­λεγκτες καταθλιπτικές ροές κ.λ.π.. Αλλά σ’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση -δεν μπορείτε να το αρνηθείτε- η δική μας παρουσία απο­κτά ειδικό ενδιαφέρον και περιεχόμενο. Πώς θα μπορούσαμε να αρνη­θούμε τη συμβολή μας στην διερεύ­νησή μιας υπο­θέσεως με ενδείξεις μεταφυσικών προε­κτάσεων, ε;

Μη ξεχνάτε πως η θεωρία ότι «η χω­ροχρονική ταυτότητα του πλανήτη κατά την τρέχουσα περίοδο χαρακτηρίζε­ται από  μια περίοδο συμπύκνωσης των απι­θανοτήτων» και ότι «αυτό αποτελεί έν­δειξη ότι κάποιες Μεταφυσικές Οντό­τη­τες επιδεικνύουν ανανεωμένο ενδιαφέ­ρον για τα επίγεια», είναι μια θεωρία που έχει προωθηθεί από ορισμένες δικές μας Σχο­λές, όπως λόγου χάρη η Σχολή Με­ταφυ­σικών Ανησυχιών του Χόμο Σά­πιενς.

Όπως καταλαβαίνετε δεν είναι δυ­να­τόν να είμαστε σχεδόν οι μόνοι που εξα­κολουθούν να υποστηρίζουν ότι τα μη τηλεοπτικά Θαύματα, όχι μόνον υπάρχουν, αλλά και ότι αποτελούν όλο και πιο πιθανές εκ­βάσεις των γεγο­νότων και, από την άλλη, όταν μας καλούν να διερευνήσουμε κά­ποια άτυπα φαι­νόμενα να λέμε όχι με πεισμα­τικό και τελεσίδικο τρόπο.

«Τότε ας το αναγνωρίσουν ανοι­χτά, όχι μόνο ότι μας χρειάζονται, αλλά και το γιατί», επιμένει η Πηνελόπη Στρε­σάκη.

«Υπομονή, αγαπητοί  συνάδελφοι. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία σαφής ένδειξη ότι πρόκειται για κάτι το υπερβατικό. Ούτε εγώ προσωπικά θεωρώ ότι πρόκει­ται για κάτι τέτοιο. Ίσως όλα αυτά να μην είναι παρά παρενέργειες αυτής της παρά­λογης ζέστης που μας καταπλακώνει τον τελευταίο καιρό. Ή πάλι, οι διαδόσεις σχετικά με την εμφάνιση παραφυσικών φαινομένων να ξεκινούν από τις συνήθεις υπερβολές των ¨Ανησυχούντων Επικοι­νωνητών¨ και το απρόσμενο, πράγ­ματι, ενδιαφέρον του Συμβουλίου για τις από­ψεις μας να αποτελεί ένδειξη κάποιας άλλης εκδοχής. Μιας εκδοχής που, με κίνδυνο να χρησιμοποιήσω έναν όρο που εδώ και καιρό δεν είναι πια ιδιαίτερα δη­μοφιλής, θα χαρακτήριζα ¨πολιτική¨ .

 «Αυτές οι ¨πολιτικές εκδοχές¨ είναι που με ανησυχούν ακόμη πιο πολύ», λέει η Στρεσά.

«Τι είδους ¨πολιτική¨ εκδοχή;», απο­ρεί ο Μετεόρ Φλου. «Εμένα μου φαίνεται ότι το όλο θέμα οφείλεται απο­κλειστικά σε μια σειρά ατυχών συμπτώ­σεων».

«Ας ανακεφαλαιώσουμε», λέει ο πρύ­τανης, «και νομίζω ότι  θα γίνει κατα­νοητό το τι θέλω να πω:

Όσον αφορά την ανακάλυψη του ερει­πίου, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχετε δί­κιο κύριε Φλου: όλοι ισχυρίζο­νται ότι η άκρη από το κτίσμα ήρθε στην επιφάνεια τυ­χαία, όταν ένας αδέξιος χει­ριστής της Εταιρείας Οικιστικής Επέκτα­σης, έριξε πάνω στον Κεκραμένο Λόφο τη φαγάνα του.

Παρ’ όλα ταύτα, φαίνεται ότι υπάρ­χουν κι άλλες εκδοχές για το τι ακριβώς συνέβη. Θα ήθελα λοιπόν να σας ενημε­ρώσω σχετικά με ορισμένες φήμες που κυ­κλοφορούν στο Σπίου Νετ».

Σταματάει, κατεβάζει τα γυαλιά στην άκρη της μύτης του και κοιτάζει, από πάνω τους, τους συνομιλητές του έναν – έναν.

Αυτοί πνίγουν αμέσως κάτι μισά χα­μόγελα που προκλήθηκαν από την άμεση  αυτή ομολο­γία του πρύτανη, δη­λαδή πως έχει πρό­σβαση όχι απλώς σε  ένα οποιο­δήποτε Δίκτυο,  αλλά στο πιο κουτσο­μπόλικο και κακόπιστο από τα Νετ που περιτυλίγουν την Πόλη. Αυτό είναι κάτι έξω από τα πανεπιστημιακά ήθη και έθιμα. Οι έγκριτοι πανεπιστημια­κοί κά­νουν φιλότιμες προσπάθειες να σνομπά­ρουν τα δίκτυα και ιδιαίτερα τα πιο κου­τσομπόλικα, αλλά δεν τα κατα­φέρνουν πάντα.

 «Τι  συμβαίνει;» λέει ο πρύτανης. «Σας φαίνεται παράξενο που είμαι ενή­μερος για αυτά που κυκλοφορούν στα δίκτυα; Είναι περιττό να μου παριστάνετε τις μωρές παρθένες, και είναι καλύτερα να μη σχολιάζετε άμα δεν ξέρετε ακρι­βώς τι συμβαίνει!»

«Περί τίνος πρόκειται κύριε Σπαθή; Τι ακριβώς μας διαφεύγει;» ρωτάει, σε­μνά αυτή τη φορά, η Πηνελόπη Στρε­σάκη

Ο Σπαθής αισθάνεται την ανάγκη να δώσει ορισμένες διευκρινίσεις:

«Ακούστε: Τον τελευταίο καιρό εί­χαμε έντονες πιέσεις από την Εκπαιδευ­τική Επιτροπή του Συμβουλίου των Ενι­σχυ­μένων Μερίδων που μας ζητούσε με αρ­κετά φορτικό τρόπο να προσθέσουμε στο πρόγραμμα σπουδών μια σειρά μα­θημάτων με θέμα τον απόπλου, την πλο­ήγηση και τον ελλιμενισμό στα πλη­ρο­φορικά κανάλια. Ισχυρίζονταν ότι λόγω της καθυστέρησης που παρουσιάζει το Ίδρυμα στον τομέα των πληροφορι­κών διασυνδέσεων, οι υπολογιστές τους δυ­σκολεύονται να ελέγξουν ορισμένες οι­κονομικές μας δραστηριότητες, όπως π.χ. τους εράνους, τις λαχειοφόρους αγο­ρές και τις θεατρικές παραστάσεις που διορ­γανώνουμε για να εξα­σφα­λίσουμε την επιβίωσή του εκπαιδευ­τικού μας έργου. Όπως καταλαβαίνετε δεν στάθηκε δυνατό να αρνηθούμε. Έτσι προσθέσαμε αυτό το μάθημα στον Τομέα Προ­ληπτικών Υπερ­βατικών Δρά­σεων της Σχολής Μεταφυ­σικών Ανησυ­χιών του Χόμο Σάπιενς.

Μην ανησυχείτε όμως. Δεν πρόκει­ται για μία ακόμη οπισθοχώρησή του Πανε­πιστημίου μας στις πιέσεις του Συμβου­λίου που παρουσιάζονται ως επι­ταγές των καιρών. Και αυτό γιατί εμείς, στην ουσία, μετατρέψαμε το μάθημα που μας επιβλήθηκε σε ένα μάθημα Πληρο­φορι­κής Ανοσίας. Τοιουτοτρόπως έχουμε τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουμε ορισμέ­νους προικισμένους φοιτητές μας ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε όλων των ειδών τα δίκτυα χωρίς να υπό­κεινται στις κυριότερες αρνητικές τους παρενέρ­γειες.

Τελικά πρόκειται για μια καινοτο­μία που αποδεικνύεται πολύ ενδιαφέ­ρουσα.

Και επιπλέον,  τα εργαστήρια αυ­τού του μαθήματος αποτελούν πολύ­τιμη πηγή πληροφόρησης της Πρυτανείας σχετικά με τα όσα κυκλοφορούν στα Δί­κτυα, τους Ιστούς και τα Κανάλια. Και σας διαβε­βαιώ ότι ορισμένα από αυτά που κυκλο­φορούν, άμα τα περάσεις από το κατάλ­ληλο φίλτρο, παρουσιάζουν ιδιαίτερο εν­διαφέρον.

Εξάλλου αυτό μπορεί να σας το επι­βεβαιώσει και ο υπεύθυνος για αυτά τα προγράμματα Πληροφορικής Πλοή­γη­σης, ο καθηγητής κύριος Φίλος Νά­φτης, τον οποίο παρακάλεσα να έρθει σήμερα εδώ, ακριβώς λόγω του θέματος που προ­έκυψε και ο οποίος μπορεί ενδε­χομένως να μας παράσχει κάποιες από τις εξειδι­κευμένες γνώσεις του.

«Πράγματι,» επιβεβαιώνει ο (Θεο)Φιλος ( Καντηλα) Νάφτης, κάποτε καθηγητής της Θεολογικής Σχολής που με τη Μετονομασία έχει στερηθεί το Θεό και τα καντήλια του και που στη συνέ­χεια είχε ειδικευτεί στους πληροφορικούς εξορκισμούς.

Ο Νάφτης φαίνεται νεότερος από τους υπόλοιπους, είναι ντυμένος στα άσπρα και κάθεται λίγο απομακρυσμένος από τους άλλους της ομήγυρης. Μέχρι στιγ­μής δεν έχει πάρει το λόγο. Τώρα διευ­κρινίζει:

«Τα μαθήματα Πλη­ροφοριακής Ανο­σίας βρήκαν ανταπό­κριση ανάμεσα στους φοιτητές, αν και προς το παρόν δεχόμαστε μόνο ένα πε­ριορισμένο αριθμό ταλαντούχων τελειο­φοίτων».

«Ώστε έτσι!» μουρμουρίζει συμπε­ρα­σματικά ο Μέλλων Τετελέ. «Ώστε κα­τάφεραν τελικά να μας μπλέξουν με τα δίχτυα τους. Έστω! Και τι κυκλοφορεί λοιπόν μέσα σ’ αυτόν το βόρβορο; Τι βγήκε τελικά απ’ αυτήν την ιστορία;»

«Θα σας πω όλα όσα ξέρω. Αρκεί να μη με ξαναδιακόψετε», υπόσχεται ο Σπα­θής.

 


[1] Σημείωση περί των ενδυματολο­γι­κών συρμών (μάστ) της εποχής εκείνης

Τον καιρό εκείνο υπήρχαν πολ­λοί τρόποι να ντυθεί κανείς.

Κατ΄ αρχήν υπήρχαν οι ενδυμα­τολογικές προτάσεις των μεγά­λων μετρ, η κάθε μία κι ένας τρόπος ζωής. Αλλά, βέβαια, υπήρχαν και οι μικρότερες θυ­γατρικές φίρμες που άφηναν πε­ριθώρια για κάποιες προ­σωπικές επιλογές.

Διάλεγες ρούχα ανάλογα με το τι ήθελες να δηλώσεις.  Παρα­δείγματος χάρη, τις σεξουαλι­κές σου προτιμήσεις ή ο φύλο που είχες διαλέξει για εκείνη την περίοδο. Τι ήθελες; Το πα­ρακμασμένο πλέον πρώτο;

Το ανερχόμενο δεύτερο; Την κρατούσα συμμαχία ανάμεσα στο τρίτο το τέταρτο και το πέ­μπτο;

Υπήρχαν για όλα οι κατάλλη­λες ενδυματολογικές αναφορές.

Όσο για το ύφος που επικρα­τούσε μεταξύ των καθηγητών του Δημόσιου Πανεπιστήμιου, αυτό ήταν ως επί το πλείστον το αμιγώς αλα­λούμ με  αυτοσχεδια­ζόμενες πα­ρελθοντολογίες νύ­ξεις.

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: