Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Β) Οι θνητοί (4)

Την ίδια ώρα, στο σπίτι των Αμά­ρων

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  ΣΥΓΓΡΑ­ΦΙ­ΚΟΝ

Οι αντιφατικές και μπερδεμένες σκέψεις του Κίμωνα Αμάρου καθώς προσπαθεί να τα βρει με τον εαυτό του επιδιδόμενος σε αναζήτηση πλοκών και μύθων.

 

Ο Κίμωνας γύρισε στο σπίτι του, μια μικρή πέτρινη μονοκατοικία στρι­μωγ­μένη άσχημα ανάμεσα  σε δύο νεο-μετα­μοντέρνα τσιμεντένια μεγαθήρια. Άφησε το ποδήλατο στο μικρό κήπο της πρασιάς και μπήκε μέσα, κατ’ ευθείαν στο μπά­νιο, να βγάλει τις λάσπες από πάνω του. Εκεί ανακάλυψε ότι το νερό είχε κοπεί.

Τελικά, καταφέρνει να ξελασπώσει με δυσκολία, χρησιμοποιώντας ό,τι νερό έχει απομείνει στους σωλήνες.

Μετά, τυλιγμένος στην αφρατάδα ενός λευκού μπουρνουζιού αισθάνεται κάπως αλλιώς. Μπαίνει στον προσωπικό του χώρο και κάθεται στο παλιό μεγάλο γρα­φείο.

 

Κι αυτήν τη φορά, στην αρχή, είναι κάτι σαν παρόρμηση.

Και ποιος είπε ότι οι παρορμήσεις δεν προκαλούν σκέψεις;

Ή ότι υλοποιούνται αυτομάτως  χωρίς να δημιουργούν άγχη, κρίσεις, αναστατώ­σεις, αναμπουμπούλες, αναθε­ωρήσεις, αναταραχές, και εσωτερικούς αναβρασμούς;

Όποιος κι αν ήταν είχε άδικο, μερι­κές προκαλούν. Και εν πάση  περιπτώσει ο Κί­μων Αμάρος,  στην ψυχολογική φάση που είναι σήμερα, αυτόν τον κά­ποιον τον αγνοεί επιδεικτικά, για να μην πούμε ότι τον έχει κανονικά γραμμένο.

Ο Κίμων, λοιπόν, πρώτα σκέφτεται για λίγο την παρόρμησή του και μετά λέει «εντά­ξει!».

Έτσι τώρα, καθισμένος μπροστά σε μια στοίβα από ασύμμετρα και σκονι­σμένα χαρ­τιά, ψάχνει. Και μετά τραβάει έξω εκείνο το φάκελο, που το θαλασσί του χρώμα δεν είναι πια τόσο έντονο και όπου είναι αποθηκευμένες οι παλιές του ιστορίες και οι παλιοί του ήρωες.

Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που ο Κίμωνας άγγιξε για τελευταία φορά το φάκελο με το θαλασσί χρώμα και τις αφημένες στη μέση διηγήσεις:

Πρώτα ήταν μια περίοδος -Ασπα­σία!- που ήταν απασχολημένος με την ευτυχία του. Ύστερα, όταν η Ασπασία βρήκε το δρόμο του Θεού και τον άφησε, ο λόγος ήταν, ίσως, ότι φοβόταν τους ήρωές που είχε κάποτε δημιουργήσει και που βρί­σκονταν ακόμα κρυμμένοι μέσα στα χαρ­τιά της σκονισμένης στοίβας: Αυ­τούς που είχαν ήδη αποκτήσει χαρα­κτήρα, αλλά και εκείνους που είχε αφή­σει ανάμεσα στις σκόρπιες σελίδες μισο­τελειωμένους και ανο­λοκλήρωτους.

Που μπορεί να διατηρούσαν πε­ρισσό­τερη δόση από αγνή νεανική τρέλα απ’ αυτόν και να του ζητούσαν τα ρέστα μόνο και μόνο γιατί οι ενθουσιασμοί του είχαν κα­ταλαγιάσει, ενώ οι δικοί τους παρέμεναν νεανικοί, μισοτελειωμένοι και ανολο­κλήρωτοι.

Άλλοτε πάλι, είχε αντιδράσει στην παρόρμηση να ψάξει για τον φά­κελο με τα ημιτελή παραμύθια γιατί φοβόταν ότι οι ίδιες οι ιστορίες του θα είχαν ξεθυμά­νει και το αντίδοτο δε θα λει­τουργούσε πια. Κι ας ήταν το τελευταίο του κατα­φύγιο.

Τελικά όμως, σήμερα, υπόκυψε στο κέντρισμα, πάστρεψε τις σκόνες, τράβηξε τα χαρτιά απ’ το ξεθωριασμένο τους πε­ριτύλιγμα, έβγαλε τους συνδετή­ρες, άρ­χισε να ανα­θαρρεύει, και είπε: Τώρα θα φτιάξω ιστορίες καινούργιες. Πιο ώριμες.

Και άρχισε να ψάχνει ένα νέο μύθο -τελάρο, για να συνεχίσει το πλέξιμο.

 

Ο Κίμων Αμάρος ψάχνει και σιγο­ψι­θυρίζει τη συνταγή που ξέρει από παλιά:

Ο μύθος -τελάρο πρέπει να καλου­πώ­νεται μέσα σε μια σειρά από ασυνήθι­στες κα­ταστάσεις, αλλά όχι σώνει και καλά πολύ ασυνήθιστες. Τόσο μόνο, όσο φτά­νει για να μπορέσεις να πεις μερικά από ’κείνα που σου χουν κάτσει εδώ δα, στο λαιμό. Τόσο, όσο χρειάζεται για να λει­τουργήσει το καθαρκτικό και να πιά­σει το ξόρκι.

Ασυνήθιστες καταστάσεις που ωστόσο  να παραπέμπουν στα συνήθη μυστήρια της ζωής, όπως ο έρωτας κι ο θάνατος, το χάος και η τάξη,  η εξουσία κι η υποταγή.

Και που, πάντως, να αγκυρώ­νο­νται στις αδυσώπητες δεσμεύσεις της ανθρώ­πινης ύπαρξης, όπως ας πούμε στην κατη­φορική δύναμη της βαρύτητας, στο αμετα­νόητο βέλος του χρόνου, στην κα­ταλυτική ισχύ της ανθρώπινης βλα­κείας. 

Αλλά πάλι -σκέφτεται καθώς αναθαρ­ρεύει ακόμη περισσότερο- όλοι έχουν δικαί­ωμα στο ξέφρενο παραμύθι. Και πιο πολύ ανάγκη και δικαίωμα το ’χουν οι πα­ραμυθάδες (ακόμη κι όταν το παίζουν συγγραφείς).

Αυτοί οι μικροί-θεοί-χάριν-παιδιάς!

Αυτοί οι κο­σμοπλάστες που κινδυ­νεύ­ουν να αμαρτήσουν από Υπερηφά­νεια μόνο αν χάσουν την ικα­νότητα να γελάνε  με το τετελεσμένο και  το χωμά­τινο μέ­ρος της ύπαρξής τους.

 

Ωραία! Τώρα ο Αμάρος έχει ανα­νεώ­σει μέσα του το κουράγιο να προχω­ρήσει και πάλι στην κατασκευή απίθανων ιστο­ριών.

Μπορεί πλέον να αφεθεί και να απο­λαύσει το φούσκωμα του (οξέως) θεϊκού συνδρόμου μέσα του. -το φού­σκωμα που είναι απαραίτητο για να πάει πάρα πέρα η διαδικασία της γένεσης…

(Εντάξει, είναι μόνο ένα υποκατά­στατο, που όμως λειτουργεί… έστω για λίγο).

 

Και τώρα, ίσα ίσα για να τσεκάρει τις νέες του υπερδυνάμεις, δεν μένει παρά να γίνει για λίγο -για προθέρμανση- κακός και αυθαίρετος:

Γιατί, τι νόημα (και τι ευχαρί­στηση) έχει να ασκείς την υπέρτατη γρα­φιδο-εξουσία άμα είσαι τελικά υποχρεω­μένος να υπακούς αποκλειστικά σε ανώ­τερες αγαθές αρχές και τελεολογίες και να προσαρμόζεσαι πλήρως σε θείες (γραμ­ματολογικές) σκοπιμότητες, σε ιε­ρούς (λεξικογραφικούς) κανόνες, σε άνωθεν (συντακτικές) ντιρεκτίβες και σε νόμους πλαίσιο (καλής συμπεριφοράς) φτιαγμέ­νους σε άλλες φάσεις, από άλ­λους βαρε­μένους πάνω κάτω σαν κι εσένα;

Ε, όχι! Που και που και χάριν παι­διάς, ναζιού και σκέρτσου πρέπει να μπορείς να κάνεις και καμία παράκαμψη και να βγάζεις το οξύ θεϊκό άχτι σου.

Και ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι πρώτοι υποψήφιοι για δοκιμαστικό κατα­χεριασμό;

Δεν είναι πολύ δύσκολο.

Κάποιοι που κάπως να του μοιά­ζουν κι όμως να μην τους πηγαίνει. Κά­ποιοι γραφιάδες από την τελευταία εποχή των βιβλίων και των  ιστοριών. Κάποιοι που να φταίνε που η ιστορίες κινδύνεψαν να μπουν σε αναστολή μαζί με την Ιστο­ρία.

Εκεί δίπλα, ανάμεσα στα βιβλία που στριμώχνονται πάνω στα ράφια της πα­λιάς βιβλιοθήκης και παραδίπλα ανά­μεσα στις παρατεταγμένες κασέτες με τις κι­νηματογραφικές ιστορίες, είναι κρυμ­μέ­νοι κάμποσοι τύποι, που ενώ κάποτε ο Αμάρος πίστευε ότι είχανε κάτι να πούνε, τώρα του προκύπτουν αντιπαθείς και ανυπόφοροι.

Δεν έχει παρά να διαλέξει.

 Ιδού, για παράδειγμα μερικοί που πά­σχουν από το ίδιο σύνδρομο μ’ αυτόν, μόνο που δεν καβαλάνε το καλάμι (και τη γραφίδα) για να παίξουν τους ωραίους τρελούς, παρά παίρνουν την ασημαντό­τητά τους στα σοβαρά ταλαι­πωρώντας εαυτούς και αλλήλους.

Νάτοι λοιπόν -σκέφτεται τώρα ξε­θαρ­ρεμένος και σχεδόν ζόρικος- νάτοι οι ομ­φαλο­σκόποι ήρωες της Εποχής του Νάρ­κισσου, που καταφέρνουν με περίσ­σια επιδεξιότητα -και πολύ ύφος- να πε­ρι­στρέφονται γύρω απ’ τον άξονά τους.

Έτσι είναι: οι άνεμοι των ¨καιρών που αλλάζουν¨, άλλους τους ωθούν μπροστά, άλλους τους σπρώχνουν πίσω και άλ­λους, γερά αγκιστρωμένους στην αφε­ντομουτσου­νάρα τους, το μόνο που κα­ταφέρνουν, οι άνεμοι, είναι να τους φέ­ρουν μια γυροβολιά 360 μοιρών, -τη μια λιγότερο μοιραία από την άλλη- με συνε­παγόμενο αποτέλεσμα η προο­πτική να παραμένει αφαλός.

Όντας επιπλέον ανίκανοι, οι παρα­πάνω ναρκισσευόμενοι, να επινοήσουν μια ιστορία, νάτους που καταλήγουν να προσπαθούν να ¨καταθέσουν¨, στην τρά­πεζα που δίνει τόκους σε Ηρο­στράτεια υστεροφημία, ένα στυλάκι, ή μια πόζα.

Και όταν δεν τους βγαίνει -δεν εί­ναι εύκολο, διάβολε, να διηγηθείς ένα στιλ, απο­φαίνεται απτόητος ο Κίμων- καταλή­γουν σε τεχνάσματα και ασκήσεις ύφους, ρευόμενοι, περδόμενοι, ανασκο­λοπιζόμε­νοι, κανιβαλιζόμενοι, παρακ­μιαζόμενοι και γυα­λοκαθρεφτιζόμενοι ταυτοχρόνως, χωρίς τουλάχιστον μια στοιχειώδη αιτία, πέρα από την έμφυτη κακομοιριά τους.

Το αποτέλεσμα, βέβαια, δεν είναι παρά το να προκαλούν εν τέλει κουρα­σμένα χα­σμουρητά και κορεσμένη πλήξη, -σ’ όλους πλην όσων τους μοιά­ζουν αρκετά ώστε, κατά βάθος, να ζη­λεύουν που δεν έδωσαν αυτοί τη σωστή κλανιά στη σω­στή στιγμή!

Και σαν να μην έφταναν αυτοί, σε μια φάση είχαν πλακώσει κι από τους αγρούς κι οι αγροίκοι.

Ήταν την εποχή της πρώτης απο­ρύθ­μισης, ή λίγο πιο μπροστά, τότε που οι αστοί παραμυθάδες του Τόπου προ­σπα­θούσαν να βρουν κανένα κομμάτι αμόλυ­ντη ύπαιθρο για να μετοικήσουν και να γλιτώσουν έτσι από τους βόθρους και τα σκουπίδια των πόλεων, αλλά δυ­σκολεύο­νταν, γιατί ο μύθος της αγνής υπαίθρου είχε δύσει για πάντα.

Αντίθετα, στις πόλεις είχε κατα­φτάσει και είχε αναπαραχθεί ταχέως ένα είδος παραμυθάδων που μόλις είχαν φτάσει φρέσκοι-φρέσκοι από τα χωράφια και τα τρακτέρ, που κατανάλωναν κατά κόρον ό,τι πλαστικούρα τους είχε λείψει στους αγρούς και που με εκδικητική οί­ηση παι­νευόντουσαν ότι, άμα λάχει, είναι και πιο διεφθαρμένοι από τους αστούς (άρα πε­ρισσότερο του συρμού -και πιο εμπορι­κοί- από δαύτους).

Διατυμπάνιζαν λοιπόν τις αγροτι­κές τους ψιλοαμαρτίες (όπως να πούμε αιμο­μιξίες, κτηνοβασίες, και άλλα παρό­μοια σλατερ-όφρονα πα(λ)πάρια, συμπε­πλεγ­μένα και όχι πλέον συμπλεγματικά) και δεν τολμούσε να τους κουνηθεί κα­νείς.

Να γιατί -συμπεραίνει ασυνεπώς και πάλι ο Κίμωνας- συμφέρει να φτιά­χνει κανείς τους δικούς του ήρωες και να τον παιδεύουνε και να τους παιδεύει στον ελεύθερό του χρόνο.

 

Αυτά κι άλλα τέτοια αντιφατικά και μπερδεμένα σκέφτεται ο Αμάρος, καθώς περιμένει την Έμπνευση που τον έχει στήσει στο ραντεβού.

Αλλά επειδή ο Κίμωνας διαθέτει μια κάποια Αίσθηση του Δικαίου και επομέ­νως διατηρεί την ικανότητα να οργί­ζεται όχι μόνο με ό,τι τον θίγει προσω­πικά, αλλά και με ό,τι δεν τον αφορά ευθέως, μπορεί να ελπίζει. Γιατί η οργή είναι μια περίφημη πηγή ενεργο­ποίησης και ένα καθώς πρέπει κί­νητρο για δράση.

Ακόμα και κράχτης για την που­τάνα την έμπνευση.

Και ποιος ξέρει αν είναι επειδή το λειρί του Αμάρου έχει ανασηκωθεί, ή αν είναι επειδή το λοφίο του ανεμίζει στις ρι­πές του αυτοαναφλεχθέντος ερεθισμού του, ή για κάποιον άλλο λόγο ακόμα αδι­ευκρίνιστο, αλλά να που κάποιες φράσεις εισαγωγικές και μάλλον τετριμ­μένες αρ­χίζουν να ξετυλίγονται σιγά σιγά στο χαρτί:

 

Αν και θα έπρεπε να το περιμένω, δεν το περίμενα. 

Έτσι, μου χρειάστηκε ένας απροσ­διόρι­στος χρόνος για να συνέλθω από την έκ­πληξη και να αρχίσω να κάνω υποθέ­σεις για το ποιοι ήταν αυτοί, από που ξεφύ­τρωσαν και τι ήθελαν.

Και, μεταξύ μας, ακόμα και τότε, οι υποθέσεις που άρχισαν να παρελαύ­νουν στο κεφάλι μου στηρίζονταν σε στέρεα λο­γικοφανή υπόβαθρα και επο­μένως δεν εί­χαν πολ­λές πιθανότητες να με βοηθή­σουν να καταλάβω τι γίνεται.

Είχαν εμφανιστεί μπροστά μου χω­ρίς προειδοποίηση μ΄ ένα ελαφρό πλάφ, στο οποίο δεν είχα δώσει σημα­σία απορ­ροφη­μένος καθώς ήμουν με το διαγώνιο διά­βασμα των εφημερίδων…

 

Έτσι ο Κίμωνας Αμάρος ξανα­παίρνει τους δαιδαλώδεις δρόμους της γραφής, ένα συννεφιασμένο και λα­σπωμένο πρωινό και έτσι περνάει σχεδόν η μέρα και φτάνει τ’ απομεσήμερο χωρίς να το πά­ρει χαμπάρι…

 

 

 

 

 

 

Πίσω στην Πρυτανεία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΒΑΠΤΙΣΤΟ (αν και ταγμένο)

Όπου οι παλιοί προσφεύγουν στους νέους

 

«Ας επανέλθουμε λοιπόν στο θέμα μας», συνεχίζει ο πρύτανης.

«Σύμφωνα λοιπόν με τις διαδόσεις που κυκλοφο­ρούν στο Σπίου Νέτ και σε αντίθεση με τις επίση­μες εκδοχές, το πε­ρίφημο αυτό κτίσμα εντοπίσθηκε αμέσως μόλις άρχι­σαν οι εργασίες διευθέτησης του εδά­φους, δη­λαδή πριν από την πρό­σκρουση της φα­γά­νας στα πλευρά του υψώματος. Αιτία ήταν οι παράξενες αντιχήσεις  που εξέπε­μπε ο Λό­φος στα πρώτα κτυπήματα των εκσκαπτικών μη­χανών.

Οι μηχανικοί δε μπορεί παρά να αντι­λήφθηκαν ότι κάτι το κούφιο υπήρχε από κάτω.

Όμως τα στελέχη-σαίνια της εται­ρείας, λένε πάντα οι φήμες, κατάλαβαν ότι αυτά που έκρυβε το υπέδαφος θα εί­χαν πιθανότατα αρχαιολογικό – ιστο­ρικό  ενδιαφέρον και ότι κάτι τέτοιο αντι­στρα­τευόταν τους κατασκευαστικούς και εμπορι­κούς στόχους της Επιχείρη­σης.

Διότι, παρά την πρόσφατη κατάρ­γηση της Αρχαιολογικής Υπη­ρεσίας, μια ενδε­χόμενη ανακάλυψη με έντονο ιστο­ρικό ενδιαφέρον ήταν πιθανότατο να προκα­λέσει καθυστερήσεις των εργα­σιών, ανα­στολές, ίσως ακόμη και τη μα­ταίωση του έργου. Λέγεται λοιπόν ότι σκέπασαν τις πρώτες ρωγμές με άφθονο μπετόν και ότι συνέ­χισαν τις εργασίες σφυρίζοντας αδιάφορα.

«Λογικό», παρατηρεί ο καθηγητής Μετεόρ Φλου. «Άλλωστε τα υπάρχοντα αρχαιο­λογικά μνημεία καλύπτουν και με το πα­ραπάνω όλες τις τρέχουσες ανάγκες για επιδείξεις  μόδας, για διαφημιστικά ντε­κόρ, για σκηνικά χασκογελαστών πρωι­νών τηλεοπτικών εκπομπών και για τις εκδηλώ­σεις δημοσίων σχέσεων των Εταιρειών. Τι να τα κάνουν κι άλλα;»

«Έστω», συμφωνεί ο Σπαθής. «Αν λοιπόν δεν ήταν, αφενός το ατύχημα με την τρελή φαγάνα και αφετέρου το γεγο­νός ότι το πήραν αμέσως χα­μπάρι οι ¨Ανησυχούντες Επικοινωνητές με τα Πα­ράθυρα¨, ίσως και να έθαβαν ορι­στικά όλη την  ιστορία και  να ησύχα­ζαν».

Ο πρύτανης εισπνέει και πάλι βα­θιά.

«Πάντως, επαναλαμβάνω ότι αυτά που μόλις σας είπα είναι διαδόσεις και ψίθυ­ροι που κυ­κλοφορούν στις πειρατι­κές και στις  ιογόνους σελίδες του δι­κτύου. Πράγμα που σημαίνει ότι δε ξέρουμε τι ποσοστό αξιοπιστίας πε­ριέχουν».

«Επομένως;» ρωτάει ο Μέμνων Ξεί­πας. «Πού καταλήγετε κύριε πρύ­τανη;»

«Είναι νωρίς ακόμη για τελικά συ­μπε­ράσματα. Όμως, όπως και να ’χει το πράγμα, όλα δείχνουν ότι στο Συμβούλιο των Προνομιούχων Μερίδων υπάρχει ισχυρή πίεση, τόσο από την Εταιρεία της Οικιστικής Επέκτασης που εκτελεί τα έργα, όσο και από τον ισχυρό μητρικό Όμιλο των Αναπτυκτών Επεκτατών.

Όπως καταλαβαίνετε οι εργολάβοι  εξα­κολουθούν να επιθυμούν το θάψιμο του ευρήματος και τη συνέχιση των ερ­γασιών για την ανέγερση του πολυτελούς συ­γκροτήμα­τος.

Έχουν ήδη δαπανήσει με­γάλα ποσά για την απόκτηση του παρα­θαλάσσιου αυτού υψώματος και δεν πρόκειται να υποχωρήσουν χωρίς να δώσουν μάχη. Από τότε που οι πάγοι άρχισαν να λιώ­νουν και τα νερά πήραν να ανεβαίνουν ξέρετε δα σε τι ύψη έφτασαν οι τιμές των οικοπέδων στους λόφους!

Από την άλλη πλευρά, όπως σας είπα, για το ¨εύρημα¨  έχει ενδιαφερθεί το Τάγμα των ¨Ανησυχούντων Επικοινωνη­των με τα παράθυρα¨, οι οποίοι περιμέ­νουν πως και πως το πράσινο φως για να το κάνουν πρώτο θέμα σε όλα τα μαζικά Μέσα.

Θα θυμά­στε ότι όταν ανακαλύ­φθηκε το Κτίσμα είχαν καταφθάσει επί τόπου με όλο τον βαρύ επικοινωνιακό εξοπλισμό τους. Όμως, τα στελέχη της Εταιρείας Οικι­στι­κής Ανάπτυξης κατέφυγαν στο Συμ­βού­λιο και κατάφεραν να τους στα­ματή­σουν σχεδόν αμέσως. Δεν ήθελαν, είπαν, να δημιουργήσουν ανώφελες ανη­συχίες στη μάζα των μετόχων – κατανα­λωτών, του­λάχιστον προτού επιβεβαιω­θεί η πραγμα­τική αξία του ευρήματος. Αν δεν παρενέ­βαινε το Συμβούλιο, οι ¨Ανησυχούντες ¨ θα  είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο ήδη από τότε.

Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να πούμε ότι οι ¨Ανησυχούντες Επικοινωνη­τές¨ δεν διαθέτουν πια την επιρροή που εί­χαν παλιά και ιδιαίτερα κατά τις εποχές της Πρώτης και της Δεύτερης Απορύθμι­σης, όταν αποτελούσαν το βασικό στή­ριγμα της Πειθωργάνωσης.

Σήμερα, που τα πράγματα έχουν κα­ταλαγιάσει και η Νέα Τακτοποίηση έχει εδραιωθεί, είναι κοινό μυστικό ότι το πάνω χέρι στην Πειθωργάνωση το έχουν και πάλι οι ηρε­μότεροι ¨Εξωραϊστές Πει­στικοί¨, οι οποίοι απε­χθάνονται την προ­βολή  θεμά­των με ανεξέλεγκτες παραμέ­τρους.

Ωστόσο, οι ¨Ανησυχούντες Επικοι­νω­νητές με τα Παράθυρα¨ είτε λόγω της δύναμης της αδράνειας είτε γιατί αποτε­λούνται από τύπους που δεν διαλύονται εύκολα, εξακολου­θούν, όπου και όταν μπορούν, να δημιουργούν σαματά και φασαρία.

Και έτσι αγαπητοί συνάδελφοι βρεθή­καμε στην σημερινή δύσκολη θέση. Την οποία αναγνωρίζω ότι περι­γράψατε εύ­στοχα στις παρεμβάσεις σας:

Πράγματι, από τη μια μεριά έχουμε το Συμβούλιο, όπου ο ισχυρότατος Όμι­λος και οι θυγατρικές του ασκούν απο­φασι­στική επιρροή, ενώ από την άλλη υπάρ­χουν οι Ανησυχούντες Επικοινωνητές καθώς και κάποιες περιθωριακές ομάδες πίεσης που ωστόσο μπορούν να δη­μιουρ­γή­σουν γενικότερες αναταραχές και αμφι­σβητήσεις. Στη μέση βέβαια βρι­σκόμα­στε εμείς, με άμεσο κίνδυνο να συνθλι­βούμε.

Διότι: Εάν μεν, αντίθετα με τα όσα βοώνται, αποφανθούμε ότι το εύρημα είναι αμελητέας σημασίας και  εγκρί­νουμε την συνέχιση των εργασιών, θα είμαστε εμείς εκείνοι που θα αναλάβουν το πλήρες κόστος της συγκάλυψης. 

Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει τίποτα για συγκάλυψη,  θα έχουμε σίγουρα να αντιμετωπίσουμε τουλάχιστον τους δυσαρεστημένους Επι­κοινωνητές με τα Παράθυρα. Και να εί­στε σίγουροι ότι δε θα αργήσουν να κυ­κλο­φορήσουν φήμες που θα λένε ότι προδώ­σαμε τις αρχές μας και ότι χάσαμε πλέον το όποιο κύρος και την όποια αξιοπιστία μας έχει απομείνει ανάμεσα στους μη πάση θυσία νεωτεριστές.

Εάν πάλι αρνηθούμε το ¨κουκούλωμα¨ και αποφανθούμε ότι πρέπει να ματαιω­θεί το έργο, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να επι­σύρουμε τη μήνη του Συμβουλίου με αποτέλεσμα το ορι­στικό κλείσιμο του Δημοσίου Πανεπι­στημίου. Άλλωστε ξέ­ρετε ότι ήδη μας κατηγορούν για αναπο­τελεσματικότητα και για παρασιτισμό».

«Ακριβώς, αγαπητέ Κούρο. Ένας λό­γος  παραπάνω υπέρ της άποψης που δια­τύπωσα προηγουμένως: να αρνη­θούμε να γνωμοδοτήσουμε», λέει με γλυκύτερο τώρα ύφος, η Στρεσάκη.

«Θα συμφωνούσα μαζί σου αγα­πητή Πινελό», ανταποδίδει αμέσως την οικειό­τητα ο Σπαθής, «εάν, τουλάχιστον, υπήρχε πλήρης ομόνοια μεταξύ των κα­θηγητών του Πανεπιστημίου μας. Σ’ αυ­τήν την περίπτωση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τι θέμα δεν έχει αμιγώς θεωρητικό ενδιαφέρον και επομένως αφορά περισσότερο τα Ιδιωτικά Ινστι­τούτα. Αλλά το ξέρεις ότι δεν υπάρχει σύμπτωση απόψεων μεταξύ όλων των συναδέλφων. Αντίθετα, υπάρχουν μερι­κοί που υποστηρίζουν ότι ήρθε ο καιρός να εκμοντερνι­στούμε  και να ενσωματω­θούμε και εμείς στο κυρίαρχο ρεύμα του αυτοανατροφοδοτού­μενου ελαφρού νεω­τερισμού».

Ο πρύτανης στρέφεται προς τους υπό­λοιπους ομοτράπεζους:

«Να μην έχετε αμφιβολίες ότι η αντι­πολίτευση στην Σύγκλητο είναι έτοιμη να μας υποσκελίσει σε περίπτωση που αρ­νηθούμε να πάρουμε θέση. Και κάτι τέ­τοιο, με διαφορετικό ίσως τρόπο, θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα: το τέλος του Δημό­σιου Πανεπιστημίου, όπως τουλά­χιστον το ξέρουμε μέχρι σήμερα.»

Για ένα διάστημα ανάμεσα στην μικρή ομήγυρη επικρατεί σιωπή. Εκτός ίσως από το ρυθμικό τακ τακ που παρά­γουν τα κομπολόγια ορισμένων από τους προ­βληματισμένους παρευρισκόμε­νους.

Τελικά το λόγο τον παίρνει ο Μέλ­λων Τετελέ.

«Έχετε δίκιο κύριε πρύτανη. Μας συ­νέβη τελικά εκείνο που είχαμε κατα­φέρει να αποφύγουμε τόσα χρόνια. Εμπλακή­καμε, άθελά μας, με τους τοπι­κούς μι­κροανταγωνισμούς. Νομίζω ότι ο μόνος ελιγμός που μας απομένει είναι να επι­διώξουμε να κερδίσουμε κάποιο χρόνο. Τουλάχιστον  μέχρις ότου απο­σαφηνι­στούν μερικά πράγματα και μπο­ρέσουμε να πάρουμε τις ορθότερες δυνα­τές απο­φάσεις. Γι αυτό θα πρότεινα,  πριν από την έναρξη οποιαδήποτε έρευ­νας από την πλευρά του Δημοσίου Πα­νεπιστημίου, να ζητήσουμε να προηγη­θούν ορισμένες προκαταρκτικές μετρή­σεις και εκτιμήσεις από τους τεχνοκράτες των ιδιωτικών Εξειδικευμένων Ινστιτού­των».

«Αυτό το έκανα ήδη φίλτατε Τε­τελέ. Την απάντηση την έχω εδώ. Ο πρύ­τανης τραβάει από τα χαρτιά που έχει μπροστά του έναν λεπτό φάκελο. «Προέρχεται από το Γραφείο Επωφελών Σχέσεων του Ομί­λου των Αναπτυκτών Επεκτατών. Αυτοί ισχυρί­ζονται ότι ανέ­θεσαν σε δικά τους ειδι­κευμένα συνερ­γεία τις πρώτες επιτό­πιες έρευνες,  αμέ­σως μετά την  ανακά­λυψη του Κτίσμα­τος. Εδώ είναι τα αρ­χικά τους πορίσματα. Φυσικά, στο ντοσιέ δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε σε δυ­σο­σμίες που να  προ­έρχονται από το κτί­σμα ούτε σε ψυχολο­γικές αλλοιώσεις των ερευνητών…»

«Αυτό δεν με εκπλήττει», παρεμ­βαίνει η κοσμήτωρ. «Όλοι ξέρουν ότι το γρα­φείο Επωφελών Σχέσεων έχει μηδα­μινές αναστολές όταν πρόκειται να υπε­ρασπι­σθεί την δημόσια εικόνα του Ομί­λου και των θυγατρικών του. Είναι πασί­γνωστο ότι δεν έχει πρόβλημα να χειρα­γωγήσει οποιοδήποτε πόρισμα. Πολύ περισσό­τερο αν το έχουν συντάξει οι δι­κοί τους άν­θρωποι».

Μερικά κεφάλια ανεβοκατεβαίνουν  επιδοκιμάζοντας την παρατήρηση της Στρεσά. Εκείνη θεωρεί καλό να προ­σθέ­σει ακόμα ένα επιχείρημα υπέρ των όσων ισχυρίζεται:

«Εξ άλλου κύριε πρύτανη, τώρα που το σκέπτομαι, υπάρχει και κάτι άλλο που έρχεται και δένει με όσα σας έλεγα προη­γουμένως»

«Τι είναι αυτό κυρία Στρεσά;»

«Να,  εάν τα όσα σας είπα προη­γου­μένως για το κύμα φόβου και απαι­σιοδο­ξίας που αποπνέεται από το ¨εύρημα¨ συνδυασθούν  με αυτά που μας μεταφέ­ρατε εσείς από εκείνα που κυκλο­φο­ρούν ευρέως στο Σπίου Νετ, ότι δη­λαδή υπήρ­ξαν ρωγμές στο Λόφο πριν από την σύ­γκρουση, τότε μπορεί κανείς να ερμη­νεύσει ευκολότερα και την αυτο­κτονική πράξη του χειριστή της Φαγάνας που εξερράγη πάνω στις παρειές του Λόφου. 

Γιατί, αν θυμάστε τα όσα γράφτη­καν αμέσως μετά το ατύχημα και πριν θαφτεί η ιστορία, ο άνθρωπος ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και είναι   πολύ απίθανο να έκανε λανθασμένους χειρι­σμούς με τόσο δραματικές επιπτώσεις. Αν όμως υποθέσουμε ότι υπήρχαν ήδη διαρροές κυμάτων ανασφάλειας και απαισιοδοξίας από το Κτίσμα, τότε η πράξη του μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή».

Πριν ο Σπαθής προλάβει να σχο­λιάσει την άποψη της Στρεσά, το λόγο παίρνει και πάλι ο Μέλλων Τετελέ: «Τι περιέχει λοιπόν αυτός ο φάκελος;» ρω­τάει.

«Όχι πολλά πράγματα», απαντά ο πρύτανης.  «Υπάρχουν κατ’ αρχήν κά­ποιες υποθέσεις των ειδημόνων γεωλό­γων, σύμφωνα με τις οποίες το Κτίσμα είναι αρχαιότερο από το Λόφο. Ο σχημα­τι­σμός  του λόφου δεν συντελέστηκε σε κάποια προϊστορική γεωλογική περίοδο, αλλά σχετικά πρόσφατα, κατά την πρώ­ιμη ιστορική αρχαιότητα, όταν, ύστερα από έναν ισχυρό σεισμό, βράχια και χώ­ματα απο­σπάσθηκαν από τα γύρω βουνά και αφού κατρακύλησαν στην κατηφο­ρική κοιλάδα προς τη μεριά της θάλασ­σας, έφτασαν ως το Κτίσμα, το σκέπα­σαν και το μετέτρε­ψαν σε κάτι που κατέ­ληξε να μοιάζει με φυσικό γή­ινο καρού­μπαλο. 

Φαίνεται ότι εκείνος ο σεισμός και οι κατολισθήσεις που προ­κάλεσε προξέ­νη­σαν κι άλλες μεγάλες καταστροφές στη Αρχαία Πόλη.  Έτσι δεν στάθηκε δυνατό να αποκατασταθεί η ζημιά και σιγά σιγά το Κτίσμα που είχε πλέον μεταμφιε­στεί σε λόφο ξεχάστηκε. Στις πλαγιές του μά­λιστα φύ­τρωσαν πεύκα και κυπαρίσσια ενώ, αρ­γότερα, στη κορφή του χτίστηκε ένα μι­κρό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Ηλία των Προφητειών, 

Τώρα, όσον αφορά στην ηλικία του ίδιου του κτίσματος, ο φάκελος δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός. Φαίνεται ότι οι ειδήμονες των Ινστιτούτων διαφωνούν μεταξύ τους και αποφεύγουν να εκφρα­στούν δημόσια. Κάνουν βέβαια κάποιες νύξεις ότι ενδεχομένως είναι αρχαιότατο, πιθανώς εκτός της ιστορικής περιόδου, αλλά αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε θεωρίες περί χαμένων πολι­τισμών και κατά συνέπεια, εάν γινόταν γνωστό, θα προκαλούσε αναπόφευκτα έξαψη της συλλογικής περιέργειας, πράγμα αντίθετο με τα άμεσα συμφέρο­ντα των Αναπτυκτών Επεκτατών. Άλλω­στε οι έρευνές τους δεν προχώρησαν πέρα από τον χώρο πίσω από το άνοιγμα που δημιούργησε η φαγάνα. Ενώ είναι πιθανότατο να υπάρχουν και άλλοι χώροι στα σπλάχνα του Λόφου.

Τέλος, αναφέρονται στην ύπαρξη κά­ποιων χαράξεων πάνω στα μάρμαρα, που θα μπορούσαν να αποτελούν  ίχνη κά­ποιου είδους γραφής. Οι χαράξεις αυ­τές όμως δεν έχουν ακόμη μελετηθεί αναλυ­τικά ώστε να μπορέσει κανείς να απο­φανθεί εάν ανήκουν σε κάποιο από τα γνωστά αλφάβητα ή είναι τυχαίες γρα­τζουνιές.

Καταλήγουν  λοιπόν ότι πιθανό­τατα πρόκειται για αμελητέα ανακάλυψη, αλλά προσθέτουν, προσπαθώντας να νί­ψουν καλύτερα τα χέρια τους,  ότι θε­ω­ρούν καλό να υπάρξει και κάποια πρό­σθετη πραγματογνωμοσύνη που θα απο­φανθεί τελεσίδικα για την αξία του ανευ­ρεθέντος Κτίσματος».

«Και η λειτουργία που εξυπηρε­τούσε το Κτίσμα;»

«Όλα δείχνουν ότι το τμήμα που ήρθε στο φως  αποτελεί μέρος κά­ποιου δημο­σίου κτιρίου ή ναού, αν και οι ειδή­μονες επιφυλάσσονται να αποφανθούν όταν γίνει η πλήρης ανασκαφή».

«Δηλαδή, εάν κατάλαβα καλά κύ­ριε πρύτανη, ακόμη και οι τεχνικοί των ιν­στιτούτων, οι οποίοι υποτίθεται ότι, σε αντίθεση με εμάς, διακρίνονται για τη σαφήνεια των πορισμάτων τους, αυτήν τη φορά το παίζουν αόριστοι και ζητούν περισσότερες έρευνες».

«Εμμέσως πλην σαφώς, κύριε Τε­τελέ, κάνουν ακριβώς αυτό», συμφωνεί ο Σπα­θής. «Και, βέβαια, όπως σωστά πα­ρατη­ρήσατε και εσείς προηγουμένως, εάν το κάνουν αυτοί,  δεν βλέπω το λόγο για τον οποίο εμείς θα έπρεπε να βια­στούμε».

Υψώνει λίγο τον τόνο της φωνής του, παίρνει εκείνο το ύφος που σημαίνει ¨καιρός να τελειώνουμε¨ και συνεχίζει:

«Συγκεκριμένα, αγαπητοί συνά­δελφοι, η προσωπική μου γνώμη είναι η ακό­λουθη:

Κατ’ αρχήν πρέπει να αποδεχθούμε την ανάληψη της πραγματογνωμοσύνης που μας ζητάνε. Όπως σας εξήγησα δεν υπάρχουν περιθώρια για άρνηση. Με τη διαφορά ότι θα καταστήσουμε σαφές στο Συμβούλιο ότι θα πρέπει να αφεθούμε απερίσπαστοι κατά τη διάρκεια της διε­ρεύνησης του θέματος.

Δεύτερον, όπως σωστά υποστήριξε και ο κύριος Τετελέ, δεν υπάρχει κανέ­νας λόγος να επιδείξουμε υπερβάλλοντα ζήλο. Η διερεύνηση θα πρέπει να ακο­λουθήσει τις διεξοδικές επιστημονικές μεθόδους που  επιβάλλονται από την ιδιαιτερότητα των περιστάσεων.

 Τρίτον, τις πρώτες τουλάχιστον  επι­τόπιες έρευνες δεν είναι αναγκαίο να τις κάνουμε εμείς προσωπικώς. Νομίζω ότι κατά το πρώτο στάδιο είναι δυνατόν να ανατεθούν σε ορισμένους τελειόφοι­τους φοιτητές μας, τους οποίους βεβαίως θα επιτηρούμε εκ του σύνεγγυς.

Οι καθηγητές κοιτάζονται μεταξύ τους.

«Μήπως μια τέτοια επιλογή θεω­ρηθεί υποτιμητική και αντιμετωπίσουμε κακό­βουλες αντιδράσεις;», αναρωτιέται συνε­σταλμένα ο Μετεόρ Φλου.

«Αντίθετα! Αυτό θα μπορούσε να εί­ναι μια εξαιρετική ιδέα», πετάγεται η κυ­ρία Στρεσά.  Μήπως αυτοί δεν είναι που μας κατηγορούν ότι κρατάμε τους φοιτη­τές μας μακριά από την απτή πραγ­ματι­κότητα και ότι τους παρασύρουμε σε θε­ωρητικές αναζητήσεις και αντιπαραγω­γικούς στοχασμούς; Ε, τώρα θα τους αποδείξουμε ότι, αντιθέτως, εμείς μπο­ρούμε να εμπιστευτούμε στους νέους μας σοβαρές πρακτικές διερευνήσεις». Χα­μηλώνει λίγο τη φωνή της και προ­σθέτει: «Έτσι, για να πάρουν κι ένα μή­νυμα ότι δεν μπορούν να μας έχουν σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε!»

Και οι υπόλοιποι δείχνουν την κατά το μάλλον ή ήττον συγκατάνευσή τους, άλ­λος εξαπολύοντας ηχηρό ανα­στεναγμό συμφωνίας και ανακούφισης, άλλος κου­νώντας καταφατικά πάνω κάτω το κεφάλι του, κι άλλος κρούοντας επι­δοκιμαστικά τις χάντρες του κομπολο­γιού του (κίνηση που απαιτεί ανεπτυγμέ­νες επιδεξιότητες πανεπιστημιακού επι­πέδου).

Ο Πρύτανης αναπτερωμένος από την συναίνεση των συναδέλφων του, συ­νεχί­ζει με πιο συγκεκριμένες προτάσεις επί του θέματος:

«Τώρα, όσον αφορά τους φοιτητές στους οποίους θα μπορούσαμε να εμπι­στευτούμε αυτήν την ειδική αποστολή,  νομίζω ότι καταφέραμε, σε συνεργασία με τον κύριο Νάφτη, να εντοπίσουμε τους πλέον κατάλληλους. Έτσι δεν είναι Θεό­φιλε;

«Πράγματι», συμφωνεί ο Νά­φτης. «Πρόκειται για δύο νεαρούς τε­λειόφοι­τους που έχουν επιδείξει δη­μιουργικό πνεύμα και σημαντική δυνα­τότητα λήψης πρωτοβουλιών. Επιπλέον παρακολου­θούν με επιτυχία το Πρό­γραμμα Πληρο­φορικής Πλοήγησης-Ανο­σίας

Ο ένας μάλιστα είναι γιος ενός συ­ναδέλ­φου που είχε αυτοβούλως απο­συρθεί κατά την περίοδο που το Πανεπι­στήμιό μας αναγκάστηκε να προσαρμο­στεί στις νέες ανάγκες. Μερικοί ίσως τον θυμού­νται. Ήταν ο Κίμων Αημαρκσί­δης».

«Μα ναι», αναφωνεί η Στρεσάκη, «τον θυμάμαι πολύ καλά. Έχει γιο τε­λειόφοιτο ο Κίμωνας; Για φαντάσου!».

«Και βέβαια. Και θα τον γνωρίσεις αμέσως». Ο πρύτανης Κούρος Σπαθής σκύβει στην ενδοε­πικοινωνία: «Μερόπη, έφτασαν οι δύο νεαροί; Ναι; Φέρε τους αμέσως μέσα σε παρακαλώ».

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: