Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Γ) Η εμπλοκή (1)

Στο σπίτι των Αμάρων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΑΚΑΤΕΜΕΝΟ

(Φύρδην Μίγδην)

Όπου οι νέοι προσφεύγουν στους παλιούς

 

Απομεσήμερο.

Η πόρτα του γραφείου του Κίμωνα, χτυπάει, -από κείνα τα συμβατικά χτυπή­ματα που δεν περιέχουν ερωτήσεις- και αμέσως μετά ανοίγει.

Ο Αμάρος ανασηκώνει το κεφάλι από τα γραψίματά του και βλέπει στο πλαίσιο της πόρτας τη φι­γούρα του γιου του και  πάρα πίσω ορισμένα τόξα από το γερο­δεμένο περίγραμμα του Βρασίδα Καρα­μπόλα. Είναι κι οι δυο λασπωμένοι.

Η φωνή του Γιάνου ακούγεται λαχα­νιαστή  αλλά και ανακουφισμένη:

«Α, πατέρα, είσαι εδώ. Ωραία. Και γράφεις, έτσι; Βλέπεις Βρας; γράφει. Ωραία. Θέ­λουμε να σε απασχο­λήσουμε για λίγο, γίνεται; Έχουμε νέα και πρέπει να μιλή­σουμε. Είναι μάλλον επείγον».

Ο Κίμωνας βάζει την έμπνευσή του στο stand by και κλείνει τα χαρτιά του.

Μετά, για να δείξει στα παιδιά ότι εί­ναι πλέον στην διάθεσή τους, και μάλι­στα απερίσπαστος, βάζει στόχο με το μο­λύβι του το κυλινδρικό δοχείο στην άλλη άκρη του μεγάλου τραπεζιού, εκεί όπου αναπαύονται όσα μολύβια δεν έχουν ακόμη αναλωθεί στο ηρωικό πεδίο της μάχης της έκφρασης.

Το πετάει με μια καλοζυγιασμένη κί­νηση. Εκείνο όμως προτιμάει να κάνει μια ανεξάρτητη πτήση και έτσι, αντί για το στόμιο του κυλινδρικού δοχείου, κα­ταλήγει στο πάτωμα: το μεγάλο αποδέ­κτη παντός είδους αδέσποτης ύλης, γρα­φικής και άλλης.

Ο Αμάρος πατέρας στρέφεται προς το γιο του (που κουνάει το κεφάλι με κατα­νόηση) και παίρνει την έκφραση που πρέπει να έχει κάθε μεγάλος για να εμπνέει εμπιστοσύνη και ασφάλεια στους νεότερους:

«Εντάξει παίδες», λέει. «Ηρεμίστε, καθίστε, και πείτε τά μου τα όλα».

Ο Γιάνος καθαρίζει τις δίδυμες πολυ­θρόνες απέναντι από το γραφείο του πα­τέρα του από τα ετερόκλητα αντικείμενα που συχνάζουν εκεί, κάνει νόημα στον Βρασίδα και κάθονται αμφότεροι με μια συγχρονισμένη κίνηση. 

Έπειτα, επειδή ξέρει ότι του Κίμωνα δεν του αρέσουν οι εισαγωγικές περι­πλο­κάδες, προσπαθεί να μπει στο θέμα με τον πιο άμεσο δυνατό τρόπο.

«Θυμάσαι χτες που σου ’λεγα ότι μας ζητούσαν επειγόντως στην Πρυτανεία; Εμένα και τον Βρας;»

«Ναι. Και σου ’πα  να μην ανησυχείς. Στο Ίδρυμα, εδώ και πάρα πολύ καιρό -σχεδόν από τότε που ήμουν κι εγώ εκεί- δε συμβαίνει τίποτα το συγκλονιστικό».

«Πήγαμε. Το πρωί».

«Λοιπόν; Τι  ’θελαν οι Μεγάλοι Αλ­λοπαρμένοι;»

«Το είπες! Ήταν όντως εκεί κάμποσοι από τους μεγάλους και ο Σεφ αυτοπρο­σώπως!»

«Ο Γιαταγάνης;»

«Τώρα λέγεται μόνο Σπαθής».

«Έστω. Αρκεί να μην καταντήσει Σουγιάς!».

«Α, να μη το ξεχάσω. Ήταν εκεί και η Στρεσά η κοσμήτορας της Σχολής των Λογοτεχνικών Παραλλαγών και Παραλ­λάξεων και σου στέλνει χαιρετίσματα. Ήσασταν λέει παλιά μαζί συνεργάτες στην ίδια Σχολή. Λέει ότι κακώς τα βρό­ντησες και ότι θα μπορούσες να συμβά­λεις…»

«Ας τη να λέει. Και ο λόγος της πρό­σκλησης;»

«Ήθελαν να μας προτείνουν θέμα», πήρε το λόγο ο Βρας, ο οποίος παράλ­ληλα κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια να προσαρμόσει τον όγκο του στους περιο­ρισμούς που επέβαλε η όχι υπερβολικά βολική πολυθρόνα.

«Θέμα;»

«Για την πτυχιακή μας εργασία».

 «Μπα; Και χρειάστηκε να σας καλέ­σουν στην Πρυτανεία μόνο γι αυτό;», γελάει ο Κίμωνας.  «Τι συμβαίνει; Αλλά­ξανε οι διαδικασίες  στο Σεπτό Ίδρυμα; Ή μπας κι έχουν προβλήματα και με τις φοιτητικές εργασίες τώρα».

Τους κοιτά­ζει απορημένος.

«Ξέρω, βέβαια, πως αντιμετωπίζουν ένα σωρό δυσχέρειες τον τελευταίο καιρό, και – όπως τους είχα πει πριν τα βροντήξω και παραιτηθώ- θα εί­ναι δύσκολο να τη βγάλουν καθαρή έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα…»

«Πατέρα», διευκρινίζει ο Γιάνος, «θέ­λουν να μελετήσουμε το Κτίσμα που ανακαλύφθηκε τις προάλλες στον Κε­κραμένο Λόφο».

«Και θα δεχτούν να παρουσιάσουμε αυτή τη μελέτη ως τελική εργασία για το πτυχίο», προσθέτει ο Βρασίδας.

 «Μάλιστα στην αρχή είπαν διάφορα κολακευτικά για μας, ότι έχουν ακούσει καλά λόγια και άλλα τέτοια… Και ακόμη, ότι μας απαλλάσσουν από όλες τις προ­καταρκτικές ασκήσεις και μας επιτρέ­πουν να αρχίσουμε κατ’ ευθείαν με το κυρίως θέμα: το Κτίσμα», συμπληρώνει ο Γιάνος

«Το Κτίσμα; Α, ναι. Κάτι πήρε τ’ αυτί μου. Κάτι βρήκαν, λέει, τυχαία, σκάβο­ντας. Κάτι ενδιαφέρον.   Είχα μάλιστα υπόψη μου να κοιτάξω να μάθω λεπτο­μέρειες γιατί λένε πως το εύρημα παρου­σιάζει αρχαιολογικό και κατασκευαστικό ενδιαφέρον. 

Αλλά, αν δεν κάνω λάθος, εσείς είχατε ήδη επιλέξει θέμα για τη διπλωματική σας εργασία, έτσι δεν είναι; Κάτι σχετικό με τις λέξεις. Κάτι έχει πάρει τ’ αυτί μου για λεξ-εξουσία, για  λεξ-ηθική και άλλα παρόμοια… Αυτό δεν είναι; τα λέω καλά;» εξακολουθεί να απορεί ο Κίμω­νας

«Ναι, πάνω κάτω. Αυτό ήταν το πλαί­σιο», απαντάει ο Γιάνος

«Και βέβαια είχε να κάνει με αυτά που σκαρώνετε στη λέσχη σας, το… πώς το λέτε; ¨Αλαλούμ¨; ¨Άνω Κάτω¨;».

«Περίπου», αποσαφηνίζει ο Βρασίδας.

«Θυμήθηκα: ¨Φύρδην Μίγδην!¨  

Λοιπόν, για να δούμε… Εσείς υπο­θέτω ότι τους είπατε πως τους ευχαρι­στείτε πολύ, αλλά το θέμα το έχετε δια­λέξει και  έτσι εκείνοι θα αναγκάστηκαν να σας εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους απόκτησαν αυτό το ειδικό εν­διαφέρον για σας και για το Κτίσμα του λόφου. Είμαι μέσα;»

«Περίπου» ξαναποσαφηνίζει ο στρογ­γυλός φοιτητής.

«Όχι ακριβώς» διορθώνει ο Γιάνος. «Δηλαδή, δεν φάνηκε να ιδρώνει τ’ αυτί τους που είχαμε ήδη διαλέξει αντικείμενο έρευνας. Αντίθετα, ο Νάφτης,  ο καθηγη­τής της Σχολής μας που ήταν εκεί, είπε πως το φανταζόταν ότι θα προτείναμε κάτι τέτοιο ως θέμα και πως είχε προσέ­ξει ότι δείχναμε υπερβολικό ενδιαφέρον για τις λέξεις».

«Ο πρύτανης ήταν πολύ σαφέστερος», συνεχίζει ο Βρας. «Είπε ότι ξέρουν αρ­κετά πράγματα για τη Λέσχη μας. Και όχι μόνο όσον αφορά τη γνωστή της δράση, αλλά και για ορισμένες άλλες δραστηριό­τητες που θεωρούνται, αν όχι τελείως παράνομες, πάντως όχι συμβατές με τα κρατούντα ήθη. Και ότι μπορεί μεν, μέ­χρι στιγμής, το Πανεπιστήμιο να δείχνει κα­τανόηση και να κάνει ότι δεν καταλα­βαί­νει, αλλά εάν δεν επιδείξουμε και εμείς από την μεριά μας το αντίστοιχο πνεύμα συνεργασίας μπορεί να πάψουν να κά­νουν τα στραβά μάτια και να έχουμε δυ­σάρεστες εκπλήξεις…»

«Όπως για παράδειγμα ανοιχτή πα­ρέμβαση των ανθρώπων του Μελα­νιάδη».

«Οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι πά­ντοτε ανάμεσα στα πόδια μας».

«Ώστε έτσι», αναστενάζει ο Κίμωνας. Εδώ που τα λέμε κι εγώ το περίμενα ότι αργά η γρήγορα θα σας έπαιρναν χα­μπάρι.»

«Γιατί; Είχες κι εσύ καταλάβει ότι κά­ναμε κάτι το άτοπο;»

«Για να είμαι ειλικρινής δεν είναι τόσο ότι είναι προφανές το αντικείμενο των ερευνών σας, όσο το ότι δίνετε την εντύπωση πως προσπαθείτε να βάλετε στην πράξη τα πορίσματά σας, όποια και αν είναι αυτά.

Αυτό, όπως ξέρετε, λέγεται ¨πολιτική¨ και στους καιρούς μας -που έχουν αλλά­ξει- είναι κοινωνικώς δυσάρεστο έως απαράδεκτο και επισύρει τη μήνη της εξουσίας. Και μη μου πείτε ότι το αντι­κείμενο σας είναι ¨μόνο λόγια¨ γιατί ούτε κι εγώ είμαι από κείνους που μασάνε…».

 

Στην πραγματικότητα ο Κίμωνας, σε αντίθεση με τους περισσότερους μπαμπάδες της γενιάς του, λόγω της νοοτροπίας του και των εμπειριών που είχε μαζέψει απ’ την εποχή που ήταν νέος και επαναστατημένος, κα­τανοούσε αρκετά καλά τη συμπερι­φορά του  νεαρού Γιάνου και των φίλων του.

Πώς δηλαδή, αντί να συχνάζουν στα πολυήμερα ρέιβ εικονο-συνέ­δρια και να ξεδίνουν στις φαντα­σμαγορικές τριπ-ο-δεξιώσεις που διοργάνωναν τα καθιερωμένα και καθώς πρέπει στελέχη του καθεστώ­τος για να θυμηθούν το ηρωικό τους παρελθόν και για να δοξάσουν το προνομιούχο τους παρόν, προτιμού­σαν να συγχρωτίζονται με περιθω­ριακούς φίλο-λόγους, με απομονω­μένους μετανοούντες κυβερνο- ερη­μίτες και να ανακατεύονται με  τα σκουριασμένα αλλά πάντοτε επικίν­δυνα όπλα του παρελθόντος: τις λέ­ξεις και το λόγο.

Η κρατούσα άποψη, πρωτοδια­τυπωμένη ήδη τον προηγούμενο αι­ώνα, βρισκόταν πλέον σε πλήρη εφαρμογή: Εάν το Μήνυμα έχει, ίσως, μια κάποια σημασία, το Μέσο έχει πολύ μεγαλύτερη.

Και αφού σε συγκεκριμένα Μέσα Επικοινωνίας αντιστοιχούν δεδομέ­νες μορφές εξουσίας, δεν είναι επι­τρεπτό να υπονομεύει κανείς τη ση­μερνή μορφή κοινωνικής οργάνω­σης και διοίκησης αναμοχλεύοντας τα Μέσα του παρελθόντος.

Που πάει να πει ότι κανένας δε μπορούσε να περιφρονεί ατιμωρητί τη θριαμβεύουσα οπτικοακουστική ¨αλήθεια¨ ή τις φιλότιμες εικον-ηχ-οσμο-γευσ-απτικές προσπάθειες της ¨εικονικής   πραγματικότητας¨ να κεντρίσει νευρώνες και να φτιάξει ευτυχισμένους καταναλωτές, χάριν του ξεπερασμένου πλέον Λόγου ή της ξεπεσμένης Γραφής.

Ωστόσο, είναι γνωστό ότι οι νέοι είναι -ανέκαθεν ήταν- πνεύματα αντιλογίας και κόντρας.

Έτσι κι ο μικρός Αμάρος, ο Βρας και οι φίλοι τους, κάτω από τον πα­ραπλανητικό, απορυθμιστικό και ¨μοδάτο¨ τίτλο του «Φύρδην Μί­γδην» είχαν στήσει μια μικρή και δραστήρια ομάδα που όχι μόνο διε­ρευνούσε τις δυνατότητες που διέ­θετε ακόμη ο λόγος ως φορέας ου­σιαστικών αλλαγών, αλλά και προ­σπαθούσε να ανιχνεύσει την επανα­στατικότητα της κάθε λέξης και να αποθησαυρίσει τις αιχμηρότερες φράσεις σε ειδικό αρχείο, όπου θα περίμεναν τις ωριμότερες συνθήκες και την καταλληλότερη ευκαιρία για να μπουν και πάλι σε ενεργό ανα­τρεπτική χρήση.

Λέξεις και λόγια που είχαν ανα­σύρει εδώ κι εκεί στις λογοεξορμή­σεις τους και άλλα που ανήκαν στους μεγάλους αμφισβητίες της κα­τεστημένης τάξης, από τον καιρό του Προμηθέα και του Ιησού μέχρι τους αιώνες του Κάρολου και του Ερνέ­στου.

Λόγους εναντιωματικούς, λόγους εμπρηστικούς, λόγους ανατρεπτικά υποθετικούς, λόγους ποιητικούς, λό­γους εμπνευσμένους, λόγους πεζούς, λόγους πτερόεντες, λόγους παρακι­νητικούς, λόγους προφητικούς, λό­γους πανηγυρικούς, λόγους δεκάρι­κους, λόγους δίφραγκους, λόγους ύπαρξης, λόγους δοσμένους, λόγους παρμένους (πίσω), λόγους ρητορι­κούς, λόγους εκφερόμενους (απνευ­στί), λόγους του αέρος, λόγους πα­χείς, λόγους μετρημένους, λόγους δικανικούς, λόγους κα­τηγορηματι­κούς, λόγους αθώους, λόγους περί ορέξεως (οι πιο σπά­νιοι), λόγους περιπαικτικούς, λόγους περιπατητι­κούς και λόγους παιχνι­διάρηδες.

Όμως, εάν η απεγνωσμένη ανά­γκη για Λόγο με νόημα , άφθαρτο από τη κοινή δημοσιοσχετίστικη χρήση που υπήρχε την εποχή εκείνη, είχε οδηγήσει τους ¨αλλοπαρμένους¨ καθηγητές του Δημοσίου Πανεπι­στημίου σε αμιγείς νεο-μεταφυσικές και νεο-θεολογικές αναζητήσεις του τύπου «εν Αρχή ην ο Λόγος», δεν συνέβαινε το ίδιο και με τους νεα­ρούς  φοιτητές, οι οποίοι δεν είχαν καμία αναστολή να επιδείξουν εμπι­στοσύνη και στα ευφυή δημιουργή­ματα του Ανθρώπου.

Έτσι, η υπόγεια δραστηριότητα της φοιτητικής λέσχης χρωστούσε πολλά σε ορισμένους βαρεμένους κυβερνο-ερημίτες και τις συσκευές τους.

Αυτοί ήταν  συνήθως πρώην στε­λέχη των μεγάλων πολυ-υπολογιστι­κών  εταιρειών, που η ζωή -και η καριέρα- τους την είχε δώσει κατα­κούτελα με αποτέλεσμα να εγκατα­λείψουν μεν τις υψηλόβαθμες θέσεις τους για χάρη του περιθωρίου, όχι όμως και το χούι του ερευνητή και του κομπιουτερόβιου.

Οι φοιτητές, λοιπόν, της ¨Φύρδην Μίγδην¨, και  ιδιαίτερα ο Βρασίδας, που και ο ίδιος είχε μια έμφυτη προ­διάθεση για επικοινωνία με τις μνή­μονες μηχανές, βρίσκονταν σε τηλε-επαφή με  κάποιους  τέτοιους ανα­χωρητές και εκπονούσαν μαζί  πο­λύπλοκα λεξι-προγράμματα.

Χάρη σ’ αυτά ήταν σε θέση να επιχειρούν καταδύσεις σε απίθανα λεκτικά και λογικά  παρελθόντα ή και προβολές σε εξ  ίσου συναρπα­στικά λεκτικά μέλλοντα.

Χάρη σ’ αυτά μπορούσαν επίσης να προσανατολίζονται στο περιπε­τειώδες Σύμπαν των Λέξεων, να αποφεύγουν τον πειρασμό της λεξι­λαγνείας των παρακμιακών περιό­δων, καθώς και την άνοια των ξε­μωραμένων εποχών όταν οι άνθρω­ποι έλεγαν και ξανάλεγαν τα ίδια και τα ίδια, περιποιούμενοι τη μορφή και αγνοώντας την ουσία των Λόγων.

Κατά τις εξορμήσεις τους κατά­φερναν συχνά να εξορύσσουν λέξεις και έννοιες που τους έδιναν την εντύπωση ότι θα επέτρεπαν  επιτέ­λους στις πράξεις να αναδομηθούν και που έτσι θα έκαναν δυνατή μια κάποια αντίσταση στους εκατό αγράμματους (πλην όμως εικονο­γραφικά στοιχειοθετημένους) που κυβερνούσαν πλέον τον κόσμο.

Βέβαια, υπήρχε και ο γηραλέος, αλλά δαιμονικά δραστήριος Φρίξος Μελανι(άδης) και οι χαφιέδες του.

Ο δηλητηριώδης γέρων είχε πολ­λές αρμοδιότητες και πολλές εξου­σίες και ανάμεσα στ’ άλλα διηύθυνε τον Τομέα που  εξασφάλιζε και προ­μήθευε το καθεστώς με τις λίγες λέ­ξεις που ήταν απαραίτητες για την κατασκευή των καθεστωτικών συν­θημάτων.

Του χρειάζονταν επίσης εκείνες οι λέξεις – χαλάκι που στα πλαίσια της Λιτής και Ορθής Επικοινωνια­κής Στρατηγικής του Καθεστώτος θα σκέπαζαν τις βρωμιές και τα ράκη της πραγματικότητας. Λέξεις ¨ορθές¨ και νομιμόφρονες, οι οποίες -επιπλέον- θα έπρεπε να ανανεώνο­νται διαρκώς.

Πώς θα ονομάζονταν, για παρά­δειγμα, οι πεινασμένοι των ¨μη προ­στατευμένων περιοχών¨  όταν ο χα­ρακτηρισμός ¨οι διαιτόφρονες¨, μετά από μικρό διάστημα χρήσης θα είχε αποκτήσει την ίδια σημασιολογική απόχρωση με το αντιαισθητικό ¨ψωμολυσσάρηδες¨, το χοντροκομ­μένο ¨πειναλέοι¨  και το άκομψο ¨λιγούρηδες¨; Ή οι σακάτηδες της υπόγειας Πόλης εάν εγκαταλειφθεί το κομψό ¨Λιτοί στα άκρα¨;

Όχι, υπήρχε σίγουρα ακόμη ανά­γκη από λίγες μεν, πλην όμως ευρη­ματικές λέξεις.

Ο Μελανιάδης είχε αντιληφθεί ότι, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά Ιν­στιτούτα και τα τηλεοπτικά στού­ντιο, όπου ο λόγος ήταν περιορισμέ­νος στα κλειστά σχήματα της άμεσης επιχειρηματικότητας, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο ήταν ακόμη πηγή λε­κτικής πρωτοτυπίας και ότι εκεί μπορούσε να ανιχνεύει και να υπο­κλέπτει λέξεις με περιεχόμενο.

Λέξεις και φράσεις που, αφού πρώτα τις προσάρμοζε στις καθε­στωτικές ανάγκες  και επιδιώξεις, τις πλάσαρε στη συνέχεια μέσω της Πειθωργάνωσης και του Συμβου­λίου, τόσο στους διάφορους τομείς της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής του Τόπου, όσο και στη Με­γάλη Παγκόσμια Αγορά.

Οι πράκτορές και οι πρακτορίνες του λοιπόν, με τα τατουάζ τους κρυμμένα κάτω από ειδικές βιο-πλαστικές πέτσες και ντυμένοι με την εξοργιστικά  ανατρεπτική απλό­τητα των δημόσιων φοιτητών, κυ­κλοφορούσαν ανάμεσά τους με τα αυτιά τεντωμένα, προσπαθώντας να βρουν ευκαιρία για να εμφιλοχωρή­σουν στις παρέες όπου διατυπωνό­ταν πρωτότυπος λόγος.

Οι Φύρδην Μίγδην έπρεπε να κάνουν συνεχείς προσπάθειες για να τους κρατήσουν μακριά τους και μακριά από τις λέξεις που με τόση φροντίδα αποθησαύριζαν.

 

«Έτσι λοιπόν, ε! Εάν,  προκειμένου να σας πείσουν, έφτασαν ως το σημείο να αναφέρουν τον Μελανιάδη -τον οποίο να ’στε σίγουροι ότι τον αντιπαθούν και αυ­τοί βαθύτατα-, σημαίνει ότι τα πράγ­ματα είναι πιο σύνθετα απ’ ό,τι φαίνονται εκ πρώτης όψεως», αποφαίνεται χαμογε­λώ­ντας ο Κίμων Αμάρος. «Ίσως και λίγο ανησυχητικά», προσθέτει πιο σοβαρά. «Υποθέτω, πάντως, ότι μετά από όλα αυτά δεχτήκατε τελικά τη μελέτη που σας πρότειναν, έτσι δεν είναι;»

«Πράγματι, δεν είχαμε και  πολλά πε­ριθώρια για αντιρρήσεις».

«Και μετά σκεφτήκατε -και κάνατε πάρα πολύ καλά- ότι θα έπρεπε να συμ­βουλευτείτε κάποιο πρόσωπο με πείρα, στο οποίο να έχετε παράλληλα και την απαραίτητη εμπιστοσύνη… Οπότε, να σας εδώ, στον πατέρα Κίμωνα».  

«Η αλήθεια είναι ότι δεν ήρθαμε αμέ­σως εδώ», λέει ο Γιάνος.

«Ήταν ακόμη πρωί. Έπρεπε να τρέ­ξουμε, να δούμε αν οι λέξεις ήταν ασφα­λείς», λέει ο Βρας.

«Γιατί το γεγονός ότι ήξεραν τόσα πράγματα για το Φύρδην μας είχε ανησυ­χήσει».

«Μόλις, λοιπόν, τελειώσαμε με τους καθηγητές….»

«Και παρόλο που είχα φροντίσει νω­ρίς το πρωί να αλλάξω τους κωδικούς πρό­σβασης στα αρχεία…»

«Καβαλήσαμε το τρίκυκλο του Βρας και κατευθυνθήκαμε ολοταχώς στα όρια της Πόλης, στα παλιά νταμάρια κάτω από την Δεξαμενή, εκεί όπου έχουμε βρει κά­ποιες εγκαταλειμμένες κατα­σκευές και έχουμε μεταφέρει τα αρχεία της Λέ­σχης».

«Εκεί, στις ¨Παράγκες¨, συνέβησαν κι άλλα πράγματα…»

«Πράγματα και θαύματα, θα ’λεγα».

«Πολύ πιο παράξενα.»

«Που μας προβλημάτισαν ακόμη πε­ρισσότερο».

***************************************************************

 

 

 

 

Νωρίτερα, την ίδια μέρα,

στο παλιό λατομείο

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΡΕΜΒΑΛΟΜΕΝΟ

Ιδού -πάνω κάτω- αυτά που διηγή­θηκαν οι δύο νέοι στον Κίμωνα

 

Το τρίκυκλο όχημα, τυλιγμένο στην ομίχλη και στις αιθυλικές του εξατμίσεις, πήρε τις τελευταίες ανηφορικές στροφές και μετά μπήκε στη μεγάλη αλάνα, τη γεμάτη χωμάτινους κώνους, μπροστά στο παλιό λατομείο.

Το εγκαταλειμμένο νταμάρι έχασκε σα γιγάντια δαγκωματιά στα πλευρά ενός από τους ελάχιστους ακόμη άχτιστους λόφους που περιέβαλαν την Πόλη. Δεν ήταν όμως ορατό από την πόλη γιατί με­γάλο μέρος κρυβόταν πίσω από μια σειρά τεράστιες γιγαντοαφίσσες που απεικόνι­ζαν τη νεαρή Μπάρμπυ Μπότον σε ποι­κίλες πόζες να συνηγορεί υπέρ διαφόρων νεωτερισμών

Ήταν το ύψωμα που παλιά λεγόταν Λόφος της Πέτρας, αλλά τώρα το απο­καλούσαν ¨Λόφο της Δεξαμενής¨ γιατί στη κορυφή του, ως λοφίο,  είχε κατα­σκευαστεί η τεράστια λιμνο-δεξαμενή που προμήθευε με νερό τα ανατολικά προάστια. Το ύψωμα αυτό βρισκόταν λίγο ανατολικότερα από το χαμηλό Όρος των Κεραιών και αμέσως πριν απ’ τον Κεκραμένο λόφο.

Τα ελαστικά των τριών τροχών άφη­σαν ένα διαπεραστικό στρίγκλισμα κα­θώς ο Βρας φρενάρισε στο υγρό τσιμε­ντένιο δρομάκι, μπροστά στη σειρά με τα παρατημένα παραπήγματα του νταμα­ριού.

Ο Γιάνος πήδησε έξω πρώτος και έτρεξε προς μια μισανοιγμένη  πόρτα.

Ο Βρας κατάλαβε την ανησυχία του φίλου του, μια που η συγκεκριμένη πόρτα θα έπρεπε κανονικά να είναι κλει­στή και κλειδαμπαρωμένη. Ήταν η πόρτα της λυόμενης κατασκευής όπου είχαν με­ταφέρει τους υπολογιστές και τ’ αρχεία της λέσχης, γιατί είχαν κρίνει ότι τα γρα­φεία της στο Πανεπιστήμιο είχαν γίνει ευάλωτα στην διαρκή πολιορκία των λε­ξιπρακτόρων του Μελανιάδη.

Κατέβηκε κι αυτός από το τρίτροχο με την ελαστικότητα και τη χάρη θαλάσσιου ελέφαντα σε υποβρύχιες ασκήσεις ακρι­βείας και έκανε να τρέξει προς το οί­κημα, όταν ξαφνικά σταμάτησε μια στιγμή για να παρατηρήσει μια φρεσκο­βαμμένη κόκκινη επιγραφή που ξεχώριζε ανάμεσα σε ένα σωρό παλιότερες μου­τζούρες, στη πρόσοψη της κατασκευής. Δε θυμόταν να την είχε προσέξει όταν, σήμερα, νωρίς το πρωί, είχε ξανάρθει εδώ για να αλλάξει, προληπτικά, κωδι­κούς ασφαλείας στις λέξεις.

Έγραφε: ¨Μη πλησιάζετε το Λόφο¨ και από κάτω, σα να ’τανε υπογραφή ή βρισιά, συμπλήρωνε: Βλάσφημοι». Ο Βρασίδ κούνησε το κεφάλι του ερωτημα­τικά, και ξαναόρμησε προς την πόρτα.

Μπήκε, φρενάρισε και ησύχασε. Μέσα εκτός απ’ τον Γιάννο βρισκόταν μόνον  η Ευγενία η συμφοιτήτριά τους από το δεύτερο έτος, η αποκαλούμενη και Τζένη το Τζίνι, που ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας της Λέσχης και κατά συνέπεια είχε το δικαίωμα να επισκέπτε­ται τους υπολογιστές και τ’ αρχεία.

Η Τζένη είχε δικό της κωδικό εισόδου και μπορούσε να παρακάμψει την περι­φρούρηση που είχε επινοήσει ο Βρας. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια αξιοπερίεργη ώρα για επισκέψεις, αφού συνήθως κα­νείς απ’ τους ερευνητές της λέσχης δεν ερχόταν εδώ πριν απ’ το βραδάκι.

«Όλα καλά;», ρώτησε ο Βρας.

«Εδώ δεν μοιάζει να έχει πειράξει κα­νείς τίποτα», απάντησε η Τζένη. Μου το επιβεβαίωσε και η Μαρίκα, αν και δεν πρόλαβα ακόμη να τη διερευνήσω συ­στηματικά.

Ευτυχώς που ήρθες Βρας, γιατί από ’σένα ειδικά δεν κρύβει τίποτα».

Η Τζένη ήταν δόκιμο ακόμη μέλος της λέσχης αλλά έδειχνε ιδιαίτερη δραστη­ριότητα και ήταν πανταχού πα­ρούσα Ήταν μια όμορφη κοπέλα, με έξυπνα χα­ρακτηριστικά που οι δύο φίλοι -και ιδιαί­τερα ο Βρας-, έδειχναν να εκτιμούν ιδιαί­τερα.

Η Μαρίκα πάλι, ήταν ένας παλιός  οι­κιακός υπολογιστής τύπου MRCA που είχε αγοραστεί με πόρους του ταμείου της Φίρδην Μίγδην σε μια δημοπρασία άχρηστου επικοινωνιακού υλικού και ο Βρασίδας, που ανάμεσα στ’ άλλα ήταν ικανός ανακυκλωτής, είχε αναλάβει να τον επιδιορθώσει και να τον τροποποιή­σει.

Δύο υπήρξαν τα αποτελέσματα αυτής της επέμβασης:

Το ένα ήταν ότι ο MRCA μετατρά­πηκε στη Μαρίκα, μια ικανή συνεργάτιδα της λέσχης, πολύ πιο ανθρωπόμορφη από τον Φώτη της Πρυτανείας και μά­λιστα με τα εξωτερικά γυναικεία της χα­ρακτηριστικά δεόντως σιλικονισμένα, στην οποία ανατέθηκε μεταξύ άλλων η φύλαξη των πιο ευαίσθητων χώρων του ¨Φύρδην Μί­γδην¨.

Το άλλο αποτέλεσμα ήταν ότι η έξυπνη όσο και γοητευτική κατασκευή απόκτησε ένα ηλεκτρο­νικό (Ηλέκτρειο) ερωτικό σύμπλεγμα προς τον Βρας, μπροστά στον οποίο δεν έκρυβε μεν τίποτα, αλλά και πάθαινε ελαφρά βραχυκυκλώματα, ηλεκτρικά τικ, ξαφνικά σπινθηρίσματα και άλλα παρό­μοια μπερδεμένα και ηλεκτρονικώς δυ­σερμήνευτα.

 

Πάντως, για να δώσουμε ένα πιο ολο­κληρωμένο περίγραμμα των αισθη­ματι­κών δονήσεων που αναπτύσσονται και διαχέονται στη μικρή αυτή παρέα, θα πρέ­πει να πούμε ότι στην περίεργη έλξη που ασκεί ο Βρασίδας στη Μα­ρίκα, αντιστοιχεί μια περίπου ανάλογη αναστάτωση που προκαλεί στον, κατά τα άλλα ψύχραιμο νέο, η παρουσία της Τζένης.

Αυτή η τελευταία όμως, αν και συ­μπαθεί εξαιρετικά τον ευτραφή συμφοι­τητή της, τρέφει μια όχι κρυφή αδυνα­μία για το Γιάννο.

Ο Γιάνος πάλι είναι ο μόνος που δεν δείχνει να έχει προσέξει τίποτα από τις συναισθηματικές ροές που κυκλο­φορούν στη λέσχη του Φυ Μι, απορρο­φημένος όπως είναι με την εκπλήρωση των υψη­λών λεξ-επαναστατικών ιδανι­κών που είχε θέσει στον εαυτό του.

 

«Λοιπόν;», ρώτησε ανήσυχος ο νεα­ρός Αμάρος.

«Λοιπόν», άρχισε να διηγείται η Τζένη, «Μόλις που είχα φτάσει στα γρα­φεία  της λέσχης στο Πανεπιστήμιο και  είχα ανοίξει τον υπολογιστή για να ελέγξω το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όταν το μάτι μου πήρε ένα επείγον μή­νυμα χωρίς αποστολέα που έλεγε ¨Μείνετε μακριά απ’ το λόφο. Κίνδυ­νος!¨.

Δεν κατάλαβα πολλά πράγματα, αλλά η πρώτη υπόθεση που έκανα ήταν ότι κάποιος μας συνιστούσε να εγκαταλεί­ψουμε αυτόν εδώ το χώρο. Ανησύχησα κάπως που το μέρος εντοπίστηκε κιόλας και προσπάθησα να συνδεθώ με τη Μαρίκα για να δω αν ήρθε κανείς εδώ ή αν προσπάθησε κάποιος να μπει στα αρχεία μας. Όμως ο Βρασίδας έχει κάνει την πρόσβαση στην Μαρίκα τρομερά δύ­σκολη και περίπλοκη…»

«Είναι για λόγους ασφαλείας», απο­λο­γήθηκε ο Βρας. «Θα ήταν εξαιρετικά επιβλαβές για την ασφάλεια του υλικού μας αν την αποπλανούσε κανείς».

«Το καταλαβαίνω. Έτσι αποφάσισα να έρθω εδώ η ίδια. Πήρα ένα ταξί και είπα στον ταξιτζή ότι ανήκω στην ομάδα των χημικών που κάνουν τον περιοδικό έλεγχο στο νερό της Πόλης. Έτσι του ζή­τησα να με πάει επάνω, στην Δεξαμενή. Μόλις απομακρύνθηκε κατηφόρισα αμέ­σως εδώ».

«Εντάξει» είπε επιδοκιμαστικά ο Γιά­νος. «Τήρησες όλα τα μέτρα ασφαλείας».

«Αντίθετα από εσάς που, απ’ ότι κα­τάλαβα απ’ τα μουγκρίσματα της μηχα­νής, μου ήρθατε μέρα μεσημέρι με το μπεκρο – τρίκυκλο».

«Κοίτα, ανησυχήσαμε και εμείς. Εί­χαμε τους λόγους μας. Θα στα διηγη­θούμε», είπε ο Γιάνος.

«Έξω έχει μια περίεργη ομίχλη», πρό­σθεσε ο Βρας. «Δε φαινόμαστε».

«Καλά», ανησύχησε η Τζένη. «Αλλά την είδατε την κόκκινη επιγραφή εδώ απέξω;»

«Ναι», απάντησε ο Βρας.

Ο Γιάνος τους έκανε νόημα να διακό­ψουν για λίγο τη συζήτηση και βγήκε έξω να την παρατηρήσει κι  αυτός.

Ξαναμπήκε μέσα. «Είναι πάνω κάτω το ίδιο μήνυμα. Ώστε μας εντόπισαν», είπε και άφησε να του ξεφύγει ένας μισός αναστεναγμός. Έπειτα τους έδειξε το κοκκινισμένο του δάκτυλο. «Κοιτάξτε, η μπογιά είναι ακόμα νωπή! Ποιοι να ’ναι άραγε αυτοί οι ¨Βλάσφημοι¨; Καμιά και­νούργια θρησκευτική σέχτα; Ή μας βρί­ζουν εμάς ¨βλάσφημους¨; δεν κατάλαβα. Και τι τους πειράξαμε;»

«Λέτε να πρόκειται για κόλπα του Μελανιάδη;» αναρωτήθηκε η Τζένη.

«Δε μπορεί να  είναι ο Φρίξος. Δεν τον συμφέρει. Αυτός και οι άνθρωποί του βολεύονται με το να μας βουτάνε καμιά λέξη ή καμιά φράση που και που και να τη βάζουν μετά στα ¨δημιουργικά¨ τους σλόγκαν για απορρυπαντικά ή για μεταλ­λαγμένες τροφές. Από πού θα τις κλέ­βουν αν δυσκολέψουν τις έρευνες και τις δραστηριότητές μας;»

«Μπορεί να άλλαξαν πολιτική».

«Μπορεί. Μπορεί όμως και να είναι η Εταιρεία Υδάτων εδώ από πάνω. Να έχουμε μπερδευτεί στις συχνότητες των υπολογιστών τους ή να πήραν χαμπάρι ότι τους βουτάμε ρεύμα από το υπόγειο καλώδιο…»

 «Η ενέργεια που τους κλέβουμε είναι μηδαμινή. Κι έπειτα, αν είχαμε ενοχλήσει την Εταιρεία να είστε σίγουροι ότι θα μας είχαν ήδη στείλει τους σικιουριτάδες τους και όχι μηνύματα στους τοίχους».

«Τίποτα δεν αποκλείεται», παρενέβη ο Βρασίδας Καραμπόλας. «Όμως δε νομί­ζετε πως πρέπει να δούμε τι έχει να μας πει η Μαρίκα;»

«Σωστά», συμφώνησαν οι άλλοι δύο και έστρεψαν τα βλέμματά τους προς το ευφυές κατασκεύασμα που, υπακούοντας σε ένα νεύμα του Βρας, πλησίασε τσου­λώντας αθόρυβα στα ρουλεμάν που υπήρχαν κρυμμένα κάτω από τις ψηλο­τάκουνες γόβες του.

Η Μαρίκα τοποθετήθηκε αυτοβούλως απέναντι  από τον Βρας και αφού πήρε μία, κατά τη γνώμη της, αισθησιακή στάση, του χαμογέλασε με ηλεκτρονική σημασία.

«Λοιπόν Μαρίκα, για πες μας», ρώ­τησε εκείνος. «Τι συμβαίνει; Παρατήρη­σες κάποια ασυνήθιστη κίνηση; Μήπως σε πείραξε κανένας;»

Η Μαρίκα πήρε το λόγο και, με φωνή βραχνιασμένου βαρύτονου, διατύπωσε την ακόλουθη δήλωση: «Μπορώ να δια­βεβαιώσω ότι μετά την τελευταία και εκτός προγράμματος, επαφή μου με το σύντροφο Βρας, σήμερα το πρωί, ώρα επτά, πέντε πρώτα και δυο δεύτερα, όταν επισκέφτηκε τον χώρο προκειμένου να αλλάξει τους κωδικούς πρόσβασης στα αρ­χεία, ουδείς με άγγιξε. Προσθέτω ότι σή­μερα το πρωί, δεκαπέντε λεπτά και τρία δεύτερα πριν από την άφιξη της Τζένης, παρατήρησα ασυνήθιστη κίνηση στο εξωτερικό περίβλημα του επιτηρούμενου χώρου».

«Πρέπει να της διορθώσεις τα φωνη­τικά τσιπ», παρατήρησε ο Γιάνος.

«Δε φταίνε τα τσιπ. Είναι που άμα την πλησιάζει ο Βρας παθαίνει την πλάκα της», διόρθωσε η Τζένη.

«Δεκαπέντε λεπτά πριν ε; Δηλαδή παρά λίγο να πέσουμε απάνω τους. Για πες μου τώρα», είπε ο Βρασίδας στην Μαρίκα σε μάλλον τρυφερό τόνο, «αν σε συνδέσουμε με τις συσκευές των Γρα­φείων θα μπορέσεις να εντοπίσεις τον αποστολέα του ηλεκτρονικού μηνύμα­τος;».

Αυτήν τη φορά η φωνή της ανθρωπό­μορφης συσκευής επανήλθε στην ελαφρά αισθησιακή θηλυκή απόχρωση και την κάπως εξωτική προφορά που της είχε εμ­φυτεύσει ο δημιουργός της: «Θα το επι­χειρήσω, καλέ. Δώστε μου την άδεια να συνδεθώ με τις συσκευές των Γρα­φείων, και θα σαρώσω όλες τις συχνότη­τες των τελευταίων είκοσι τεσσάρων ωρών. Και τις εισερχόμενες και τις εξερ­χόμενες, ούφα!».

«Την έχεις. Θα σου πάρει πολύ;»

«Ζήτημα μερικών λεπτών, ντε».

«Εντάξει».

Η Μαρίκα τοποθετήθηκε μπροστά στο τραπέζι όπου ήταν τοποθετημένος ο πε­ριφερειακός της εξοπλισμός και έβαλε τα άνω της άκρα στις ειδικές υποδοχές που εξασφάλιζαν την άμεση σύνδεση με τα επικοινωνιακά διαδίκτυα.

Οι τρεις φίλοι εκάθησαν γύρω της, πιο χαλαρωμένοι τώρα, και παρακολουθού­σαν στην οθόνη του τραπεζιού εργασίας τις προσπάθειες της τεχνητής διάνοιας να εντοπίσει το περίεργο μήνυμα, όταν σε μια στιγμή είδαν την υπολογίστρια χω­ροφυλακίνα να αναταράζεται ελαφρά, ενώ τα πράσινα λεντ φωτάκια του περί­τεχνου περιδέραιού της αναβόσβησαν με ένταση.

«Τι τρέχει Μαρίκα;», ρώτησε ο Βρας.

«Κάποιος προσπαθεί  επίμονα να μπει στις συχνότητές μου. Ζητάει άμεση προ­τεραιότητα. Να του το επιτρέψω;»

Ο Βρασίδας κοίταξε το Γιάννο και την Τζένη, που του έγνεψαν ¨ναι¨. Ύστερα στράφηκε προς τη Μαρίκα: «Δήλωσε τα στοιχεία αναγνώρισης;»

«Ναι. Nestor@Aen.exon »

«Α, ο δικός μας. Τώρα που το σκέ­φτομαι ο Νες πάντα ξέρει κάποια ενδια­φέροντα πράγματα. Σύνδεσέ τον.»

 

******************************************************** 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΘΕΤΟ (Στο προη­γούμενο)

Περί του αινιγματικού όσο και μυ­στηριώδους Νέστορα Αέναου

 

 

Ο Νέστωρ Αέναος, ή Νες, ή θείος (μπάρμπας) όπως τον έλεγαν καμιά φορά τα παιδιά για να απομυθοποιήσουν όσο μπορούσαν αυτήν την μυστηριώδη φυ­σιογνωμία, γνώριζε πολύ περισσό­τερα, απ’ όσα νόμιζαν ο Βρας και ο Γιά­νος. Αλλά οι νεαροί ΦυΜιτες δεν ήταν σε θέση να το ξέρουν.

Εκείνο που ήξεραν ήταν ότι ο Νέστωρ ήταν ένας από τους σάιμπερ ασκητές με τους οποίους συνδέονταν αποκλειστικά μέσω των υπολογιστών και οι οποίοι τους βοηθούσαν στην σύνταξη των ειδι­κών προγραμμάτων για την συλλογή και την επεξεργασία των λέξεων. Ένας από τους πιο προχωρημένους.

Ανάμεσα στους κυβερνοερημίτες, μά­λιστα, κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Νες είναι σε θέση να φτιάξει προγράμματα που να διερευνούν αρχαίες μαγγανείες και που θα μπορούσαν να ανασύρουν στην επιφάνεια μυστήριες λεκτικές γη­τειές, αρχαία ξόρκια, και μα­γικές επω­δούς.

Εκείνο που δεν ήξεραν ήταν ότι ο Νέ­στωρ Αέναος ήταν γνωστός ανάμεσα στα πιο ενημερωμένα στελέχη του δαιμονό­κοσμου ως, ο Παπούλης, ένας από τους άτυχους θνητούς που είχαν γεννηθεί με την ιδιότητα να μπορούν να προβλέπουν το μέλλον.

Πράγματι, ο Νες ήταν ένας εκ γενετής δέκτης και αποκωδικοποιητής οπισθο­δρο­μικών προβλεπτικών ταχυονίων. Αυτό, από μόνο του, ήταν βέβαια κάτι το αρ­κετά σπάνιο, αλλά όχι τελείως ασύνη­θες.

Ο Νες όμως ανήκε σε μια ανώτερη κατηγορία μαντικών φαινομένων: Ήταν, παράλληλα, Καταλυτικός Επιλογέας και Σταθεροποιητής Πιθανολογικού Σύμπα­ντος.  Αυτό είναι όντως ένα σπάνιο φαι­νόμενο που όμως, όταν εμφανίζεται, δη­μιουργεί τέτοια ανακατωσούρα  στο Τμήμα Προγραμματιστών της Υπερβατι­κής Σφαίρας, ώστε να αντιμετωπίζεται με την εντελώς ειδική μεταχείριση των άτυ­χων φορέων.

«Προσοχή!», έγραφε το Εγχειρίδιο Αντιμετώπισης Απρόβλεπτων Ανωμα­λιών για χειριστές και επιδιορθωτές  Συ­μπάντων: «Σε μια τέτοια περίπτωση μην αφήσετε το εν λόγω υποκείμενο να απο­δημήσει προς τις υπερβατικές σφαίρες. Όχι τουλάχιστον όσο οι προβλέψεις του μένουν ανεκπλήρωτες. Έχει παρατηρηθεί ότι όταν κάτι τέτοιοι τύποι σκάσουνε μύτη στο Υπερπέραν χωρίς να έχει εκτο­νωθεί επαρκώς η προβλεπτική τους τάση, η επιρροή τους πολλαπλασιάζεται και μπορεί να ανατρέψει την δια-λογική των Πάντων.

Φροντίστε επομένως  να μένουν εκεί που είναι μέχρις ότου επαληθευθούν οι προβλέψεις τους και εκτονωθεί η προ­φητική τους προδιάθεση. Επίσης, κάντε κάτι για να μην έχουν μεγάλη απήχηση και κάνουν μεγάλη ζημιά».

Έτσι ο Νέστωρ προικίστηκε με μια ασυνήθιστη εκδοχή ακούσιας αθανασίας: έπρεπε να παραμείνει ζωντανός μέχρις ότου υλοποιηθούν οι προβλέψεις που κατά καιρούς έκανε και εντάχθηκε ανά­μεσα στους λίγους θνητούς που, άλλοι λόγω τιμωρίας και άλλοι επειδή είχαν μπλέξει σε ποικίλα μεταφυσικά τερτίπια, κόλπα και μυστικές συμφωνίες, έπαιρναν αλλεπάλληλες παρατάσεις διαβίωσης.    Μια μεταχείριση που, με την πάροδο των καιρών (που αλλάζουν), κατέληξε ισοδύ­ναμη με σκληρή τιμωρία..

 

Ο ίδιος ο Αέναος, παρά το γεγονός ότι το προβλεπτικό του ταλέντο μηδενιζόταν όταν τα ερωτήματα τον αφορούσαν προ­σωπικά,  μια που διέθετε αρκετή οξυδέρ­κεια και άφθονο διαθέσιμο χρόνο κατά­ληξε σε ορισμένα συμπεράσματα που δεν απείχαν πολύ από την αλήθεια.

Όταν λοιπόν συνειδητοποίησε ότι αυτή η κουραστική διαρκής παράταση διαβίωσης σχετίζεται με τις προβλέψεις του (και δεδομένου ότι μετά από την πα­ρέλευση μερικών αιώνων το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε εκτονωθεί σχεδόν εντελώς και το μόνο που επιθυμούσε ήταν μια αξιοπρεπή αποχώρηση), είχε κάνει δύο πράγματα:

Το πρώτο ήταν ότι προσπάθησε να σταματήσει τις προφητείες.

Βασικά, έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την Έκσταση. Ή εν πάση περι­πτώσει εκείνη την κατάσταση που έμοιαζε κάπως με έκσταση και κατά την οποία έχανε την επαφή με την τρέχουσα πραγματικότητα και ερχόταν σ’ επαφή με τα μελλούμενα.

Εκείνο που ήθελε ήταν η  ηρεμία, η αποστασιοποίηση, η αμφίπλευρη λήθη…

 Αλλά για να αποφύγει την έκσταση ή εκείνο που της έμοιαζε έπρεπε να είναι σε διαρκή επαγρύπνηση.

Αλλιώς, εκείνες οι λιγοστές στιγμές της αποκοπής αρκούσαν για να γίνει στό­χος σε σμήνη ταχυόνια που έρχονταν κατά ριπές με την όπισθεν από το μέλλον και που βομβάρδιζαν μόνον εκείνον.

Τότε, ό,τι και να ’κανε, τα μελλού­μενα  τρύπωναν σα φίδια στο μυαλό του. Και μετά δε μπορούσε να τα ξεριζώσει παρ’ όλες τις υπεράνθρωπες ιδιότητές του. Και έτσι  η ποινή του ανανεωνόταν και η τι­μωρία του συνεχιζόταν

Όταν, μετά από σκληρές προσπάθειες βασισμένες στην αυτοσυγκέντρωση, κα­τάφερε να περιοριστεί μόνο στις βραχυ­πρόθεσμες προβλέψεις διαπίστωσε ότι του είχαν ήδη ξεφύγει κάποια μελλού­μενα (που έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ προ­χωρημένα και κανένας δεν τα πίστευε) τα οποία θα αργούσαν πολύ να υλοποιη­θούν. Έτσι, -ήταν ένα λογικό συμπέρα­σμα και όχι μια πρόβλεψη- θα αργούσαν ακόμη πολύ να τον αποσύρουν από το βασανισμένο κόσμο των Πεπερασμέ­νων…

Το δεύτερο πράγμα που έκανε ήταν ότι έπαψε να κοινοποιεί τα οράματά του, μπας και έτσι οι Προγραμματιστές εξευ­μενιστούν και του επιτρέψουν να πάρει κι αυτός το μερδικό του από την Αιώνια Ανάπαυση.

Ωστόσο, που και που, αν και συνειδη­τοποιούσε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο πή­γαινε κόντρα στη θέληση της Μοίρας του Ριζικού και του Πεπρωμένου, έτσι, για πείσμα ή για λόγους που μόνο αυτός ήξερε, βραχυκύκλωνε για λίγο τη ροή των πραγμάτων ανακοινώνοντας κάποια διαίσθησή του επί του μέλλει γενέσθαι.

Όπως τώρα.

Τώρα που ο Νέστωρ Αέναος, καθώς έγραφε το ημερολόγιό του, είχε πάθει εντελώς απροσδόκητη μελλοντική προει­δοποίηση. Και που δε μπορούσε να κα­ταλάβει από που του ’ρθε.

 

Εκείνο που διέκρινε κανείς στο γαλα­ζωπό ημίφως του μόνιτορ ήταν βασικά ένα αινιγματικό περίγραμμα. Το περί­γραμμα του Νέστορα Αέναου που, αν και καθισμένος στη βαριά πολυθρόνα, φά­νταζε ψηλός και επιβλητικός.

Ήταν σκε­πασμένος ολόκληρος μ’ έναν σκούρο μανδύα απ τον οποίο προεξείχαν μόνο τα οστεώδη δάκτυλα των χεριών του που έστεκαν αιωρούμενα πάνω απ’ το πλη­κτρολόγιο.

Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο, αλλά όχι άσχημο. Έμοιαζε πλέον με μά­σκα που, με ένα αδιόρατο κωμικοτρα­γικό μειδίαμα, περιγελούσε το χρόνο. Ένα πρόσωπο που εξέπεμπε απιθανό­τητα, ίσως λίγο δέος, και είχε το κάρμα κά­ποιου που βρίσκεται πέρα από τα τε­τριμ­μένα και έχει πληρώσει βαρύ αντί­τιμο γι αυτό.

Ο Νέστωρ Αέναος απορροφήθηκε για λίγο από τις σκέψεις του. Το βλέμμα του έμεινε να κοιτάζει την οθόνη πάνω στην οποία διακρίνονταν τα περίεργα σύμβολα που χρησιμοποιούσε στις καταγραφές και τους προγραμματισμούς του, όμως ο νους του ήταν αλλού.

Μετά, ξανάρχισε να πληκτρολογεί μη­νύματα στο κρυπτογραφημένο του ημε­ρολόγιο. Ή μήπως αιωνολόγιο είναι η καλύτερη λέξη;

 

Είχα πάλι ένα προαίσθημα, αδελφέ μου!

(Τα αισθήματα, τα προαισθήματα, τα αδιευκρίνιστα μηνύματα, τα ξύπνια που ‘ναι άπιαστα κι αόρατα, κι αόριστα… βα­ράνε πάλι το συναγερμό!)

Και είπα:

Ας πω τουλάχιστο στους μικρούς να φυλαχτούνε.

Φυλαχτείτε μικροί κι άμαθοι.

Είδα λάσπη!

Βλέπω λάσπη!

Να κολλάει παντού. Ν’ αλλοιώνει το σχήμα των πραγμάτων. Να μπερδεύει τους αναλυτές και τους ειδήμονες. Να φθείρει τις προοπτικές. Ν’ αναγουλιάζει τα χρώ­ματα. Να κάνει τις όψεις γλοιώδεις και τα επίπεδα γλιστερά.

Η Λάσπη!

Μακριά απ’ το λόφο τον ετοιμόρ­ροπο…

 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τα τρομερά επέρχονται!

Βλέπω Αναμπουμπούλα και Χαμό και Μπέρδεμα.

Κι νοιώθω την ελπίδα και τον τρόμο του Τέλους.

Εγώ, Βοηθός και Δωρητής. Εγώ,  αιώ­νια καταραμένος.

(Μικροί την έχετε άσχημα!)

Τρύπα, δόλος, δυνάμεις αντικρουόμε­νες και αναιρετικές.

Κι εγώ; Τι θα μπορούσα να προσφέρω;

Μια χαραμάδα αμυδρή, μονάχα.

Ναι, μπορεί..

Μικροί, εκείνο που  χρειάζεστε εί­ναι…

Έναν που να ρωτάει…

Μα, προπαντός, έχετε ανάγκη…

Εκείνον που γράφει.

 

Κι άρχισε να ψάχνει τους νεαρούς του φίλους στις γνωστές συχνότητες που χρησιμοποιούσαν στις μεταξύ τους επα­φές…

Για κάποιο λόγο που είχε καταφέρει να μην προβλέψει, δυσκολεύτηκε να τους βρει.

 

Η μορφή του Νέστορα Αέναου σχη­ματίστηκε στην οθόνη απότομα, χωρίς να προηγηθεί το συνηθισμένο εναρκτή­ριο σήμα των εκπομπών του: το αιωρού­μενο στριφογυριστό τρίγωνο με τις τρεις σαύ­ρες να δαγκώνουν η μια την ουρά της άλλης.

Το πρόσωπό του ήταν περισσότερο τεντωμένο και απόκοσμο από τις άλλες φορές, τόσο που ο Γιάνος θεώρησε σί­γουρο ότι ο ασκητής φοράει προσω­πείο ή χρησιμοποιεί ειδικό οπτικό φίλτρο στις συνδιαλέξεις του.

«Επιτέλους σας βρίσκω νεαροί φίλοι. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι εντελώς ενα­ντίον μου».

«Χαίρε Πεπειραμένε», αντιχαιρέτησε ο Γιάνος. «Τι δεν είναι ενάντιο;»

«Η Αδυσώπητη Ροή των Πραγμάτων. Τι άλλο; Πείτε μου όμως, είναι επείγον, λάβατε το μήνυμα που σας έστειλα;»

 «Τα μόνα μηνύματα που λάβαμε λένε  ¨μακριά απ’ το λόφο¨ και δεν είμαστε ακόμη τελείως σίγουροι τι θέλουν να πουν, ούτε ποιος τα έστειλε. Έχεις εσύ μήπως καμιά ιδέα;»

«Ναι. ¨Μακριά απ’ το Λόφο¨, αυτό το μήνυμα σας το έστειλα εγώ, με σκοπό να σας αποτρέψω από το να επισκεφθείτε το Λόφο σήμερα. Δεν το υπέγραψα για λό­γους δικούς μου. Γιατί δεν είχα σκοπό να σας αποκαλύψω ούτε ποιος ήταν ο απο­στολέας ούτε τις πηγές των πληροφοριών μου».

«Και ήταν ανάγκη να μας το γράψεις και στον τοίχο με μπογιά;»

«Δεν ξέρω τίποτα για μπογιές και για τοίχους. Αυτό που ξέρω είναι πως δεν τα κατάφερα να σας κρατήσω μακριά από εκεί που είστε τώρα και έτσι αναγκάζο­μαι να παρουσιαστώ και να σας το ανακοινώσω αυτοπροσώπως. Ακούστε με λοιπόν χωρίς να με διακόψετε, γιατί έχετε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή σας».

Η Τζένη πήγε κάτι να πει, αλλά ο Βρας της έσφιξε τον καρπό με νόημα και εκείνη σώπασε.

«Με τρόπο που δε μπορώ να σας εξη­γήσω αυτήν τη στιγμή, αλλά από πηγή σίγουρη, έμαθα, ξέρω, ότι μέσα σε μη­δαμινό χρόνο από τώρα πρόκειται να γί­νει ισχυρή έκρηξη στη δεξαμενή του νε­ρού στην κορυφή του Λόφου, πάνω από τα κεφάλια σας.

Έχετε ελάχιστα χρονικά  περιθώρια και το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να φύγετε ολοταχώς από εκεί. Φρο­ντίστε να βγείτε από τη πορεία του νερού που θα πλημμυρίσει το λατομείο και μετά θα κυλήσει ίσα κάτω στην Πόλη και τη θάλασσα. Φύγετε. Τέλος τους μηνύ­μα­τος.

Η μορφή ξάσπρισε και εξαφανίστηκε.

Οι τρεις φίλοι είχαν μείνει άναυδοι.

 

Πρώτος συνήλθε ο Γιάνος. «Πάμε» είπε. «Έξω!»

«Μια στιγμή», είπε ο Βρασίδας και άρπαξε τη Μαρίκα απ’ τη μέση και την έριξε στον ώμο του.

Η Τζένη, ψύχραιμα, πήρε ένα πλα­στικό φύλλο που σκόπευαν να χρησιμο­ποιήσουν για να ενισχύσουν τη στεγανό­τητα   των τοίχων και το τοποθέτησε πάνω από τα μηχανήματα.

Βγήκαν τρέχοντας έξω.

Η Τζένη μπήκε πρώτη στο πίσω μέρος του οχήματος και ο Βρασίδας της έδωσε με προσοχή τη Μαρίκα. Ύστερα κάθισε στο τιμόνι. Ο Γιάνος πριν μπει σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω, αλλά η ομίχλη δεν επέτρεπε τη θέα της δεξαμενής.

Τη στιγμή εκείνη η πάχνη τριγύρω τους απόκτησε ξαφνικά μια πορφυρή ανταύγεια, ακούστηκε ένας εκκωφαντι­κός κρότος και αμέσως μετά ένα υπό­κωφο βουητό.

Ο Γιάνος βούτηξε στο εσωτερικό του τρίκυκλου, ενώ ο Βρασίδας πατούσε το γκάζι με όλο το αξιοσημείωτο βάρος του.

Πήραν τον κατήφορο ενώ πίσω τους ένας καταρράκτης  νερού εγκατέλειπε την καταστραμμένη δεξαμενή  και έπε­φτε με βρόντο στην αλάνα του λατο­μείου.

Εκείνο που εμπόδισε το νερό να κα­τα­πιεί το τρίκυκλο που απομακρυνόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε ήταν αφενός οι χωμάτινοι κώνοι από τις παλιές εκ­σκαφές που ήταν ακόμη αφημένοι εδώ κι εκεί στο πλάτωμα και αφετέρου οι πινα­κίδες με τις γιγαντοαφίσσες της Μπάρ­μπυ Μπότον που για λίγο αντιστάθηκαν στο ρεύμα. Το νερό ανακατεύτηκε με τα χώ­ματα, έγινε λάσπη και καθυστέρησε για μια στιγμή την κατηφορική πορεία του. Μετά ξαναόρμησε προς τα κάτω. 

Τους τρεις νέους, τη Μαρίκα και το αλκοολικό όχημα που κατέβαιναν σχεδόν κουτρουβαλώντας την πλαγιά του Λόφου της Δεξαμενής, τους κυνηγούσε τώρα ένας φουσκωμένος καφετής χείμαρρος.

 

 *******************************************************

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΑΚΑΤΕ­ΜΕΝΟ

(υπόλοιπο)

 

Ο Κίμωνας έχει σηκωθεί από το γρα­φείο του και παρακολουθεί τη διήγηση των δύο φίλων βηματίζοντας μπρος πίσω.                                                                 

«Λοιπόν; Τι κάνατε μετά;»

«Στρίψαμε δυτικά στον πρώτο χωμα­τόδρομο που συναντήσαμε», συνεχίζει ο Γιάνος. «Ο χείμαρρος πίσω μας ακολού­θησε τη κλίση του εδάφους και στην κα­τηφόρα βρήκε σκουπίδια και άλλα υλικά που τον μετέτρεψαν σε ένα πηχτό μαύρο ποτάμι πριν φτάσει στη θάλασσα, όπως είχε προβλέψει ο Νές. Το ανατολικό τμήμα της πόλης αποκόπηκε για λίγο από το κέντρο…»

 «Την είδα τη και ’γω τη μαύρη λά­σπη», συμφωνεί ο μεγάλος Αμάρος. «Ήμουν στην παραλία. Έφτασε ως εκεί.  Και μετά;»

« Μετά, μη μπορώντας να πάμε στα γραφεία της Λέσχης γιατί ανάμεσα σε μας και το Πανεπιστήμιο μεσολαβούσε πια μόνο παχύρρευστη γλίτσα, κατευ­θυν­θήκαμε στο σπίτι της Τζένης…».

«Στο δρόμο παρατηρήσαμε ότι υπήρ­χαν κι άλλα φρέσκα συνθήματα στους τοίχους με κόκκινη μπογιά», συμπληρώ­νει ο Βρας.

«Άλλα έλεγαν τα γνωστά: ¨Μετανοείτε γιατί έφτασε η ώρα¨, άλλα ασυναρτησίες του τύπου: ¨Ευλογημένοι όσοι υπακούσουν και αποσυρθούν πρώ­τοι¨, άλλα πάλι έμοιαζαν μ’ αυτό του λα­τομείου και προειδοποιούσαν ¨Μακριά απ’ το Λόφο!¨».

«Καταλάβαμε ότι αυτή η προειδοποί­ηση αυτή απευθυνόταν σ’ όλη την πόλη και όχι σε μας ειδικά».

«Ουσιαστικά μόνο η προειδοποίηση του Νέστορα απευθυνόταν αποκλειστικά σε μας, και μας έσωσε».

«Αλλά όπως μάθαμε λίγο μετά και οι απειλές των επιγραφών στους τοίχους μας αφορούν!».

«Όμως με άλλο τρόπο».

«Πρέπει όμως να στα πούμε με τη σειρά».

«Για προσπαθήστε …», αναστέναξε ο μεγάλος Αμάρος.

 

Οι δύο φίλοι διηγήθηκαν στον Κίμωνα πως φτάσανε αγκομαχώντας στο σπίτι της Ευγενίας, μία μεζονέτα σ’ ένα ασφα­λισμένο οικισμό στη βόρεια άκρη της πόλης. Το τρίκυκλο τα ’χε παίξει, αλλά και το πλήρωμά του δεν ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Η Ευγενία ή Τζένη το Τζίνι ήταν η μοναχοκόρη μιας γιατρίνας-μετόχου και απολάμβανε τα σχετικά προνόμια. Στο σπίτι είχε έναν χώρο αποκλειστικά δικό της διακοσμημένο με τρόπο που έδειχνε ότι το γούστο της κατά βάθος ήταν πε­ρισσότερο νεορομαντικό παρά νεομετα­μοντέρνο. Αυτό όμως τα δύο αγόρια θα το πρόσεχαν αργότερα.. Αυτό που πρό­σεξαν αμέσως ήταν ότι το δωμάτιο ήταν εφοδιασμένο με έναν προχωρημένο Πα­ραπέντιουμ Χ υψηλών προδιαγραφών και ικανοτήτων.

Έτσι ύστερα από λίγο είχαν καταφέρει να επανασυνδέσουν τη Μαρίκα.

«…και αναζητήσαμε επειγόντως τον Νέστορα».

«Καλά αυτόν τον Αέναο πόσο καλά τον γνωρίζετε;», τους διακόπτει ο Αμά­ρος πατέρας.

«Το θείο; Τον γνωρίσαμε μέσα στο δίκτυο», απαντάει ο Γιάνος.

«Για να λέμε την αλήθεια εκείνος μας έστειλε πρώτος τα μηνύματά του», λέει ο Βρας. «Εμείς στην αρχή ήμασταν λίγο δύσπιστοι, αλλά σιγά σιγά ανακαλύψαμε ότι είχε σπάνιες ικανότητες στην διερεύ­νηση του κόσμου των λέξεων. Μόνο να, στην οπτική επικοινωνία είναι λίγο πα­ράξενος. Κάπως σα να φοράει προσω­πείο».

«Ναι», επιβεβαιώ­νει ο Γιάνος. «Οι μυς του προσώπου του δε κινούνται πολύ φυσιολογικά όταν μι­λάει. Από την άλλη μεριά κατά βάθος είναι ωραίος τύπος και αυτά που λέει εί­ναι πάντα ενδιαφέροντα».

«Εντάξει, συνδεθήκατε. Τι σας είπε; Ποιος ανατίναξε τη Δεξαμενή;»

«Αυτό, εδώ που τα λέμε, δεν το ξεκα­θάρισε αν και θα στοιχημάτιζα μια αρ­χαία ρηματική διακοίνωση από τη συλ­λογή μας αντί για τα άπαντα του Καζα­μία, ότι κάτι ξέρει», λέει ο Βρας. «Μας είπε όμως κάτι άλλο σημαντικό».

«Ότι, κατά τη γνώμη του, οι επιγρα­φές στους τοίχους της πόλης που συμ­βουλεύ­ουν τους κατοίκους να μείνουν μακριά απ’ το Λόφο, δεν εννοούν το Λόφο της Δεξαμενής, αλλά τον Κεκρα­μένο Λόφο παραδίπλα».

«Δηλαδή το λόφο με το Κτίσμα!».

«Εκεί που πρέπει να τρυπώσουμε αύ­ριο».

«Και ότι υπάρχουν δυνάμεις πανίσχυ­ρες που εναντιώνονται στην ανάμιξη οποιουδήποτε με το Κτίσμα και τον Κε­κραμένο λόφο».

«Και ότι αν θέλουμε να τα βγάλουμε πέρα σ’ αυτήν την ιστορία χρειαζόμαστε βοήθεια».

«Δηλαδή;»

«Λεπτομέρειες θα μας πει απόψε το βράδυ. Έχουμε ραντεβού στο υπόγειο του ταχυφαγείου»

«Μπρρρ!  Θα είναι η πρώτη φορά που θα τον συναντήσουμε από κοντά».

«Πάντως μια πρώτη συμβουλή μας την έδωσε».

«Τι είδους συμβουλή;»

«Να, ο Νέστωρ λέει ότι θα χρεια­στούμε βοήθεια από ¨κάποιον που να ρω­τάε騻.

«Αλλά προ παντός θα μας χρειαστεί ¨κάποιος που να γράφει¨. Δυο πράγματα δύσκολα στην εποχή μας. Και έτσι σκέ­φτηκα…»

«Εντάξει», συμφωνεί προώρως ο Κί­μωνας

«Σκέφτηκα», συνεχίζει ο Γιάνος χα­μογελώντας, ότι έναν που γράφει, έστω κι αν το κάνει μόνο που και που και μόνο όταν είναι μόνος του, τον ξέρω! Αν λοι­πόν πρόκειται για ένα παιχνίδι ρόλων έχω τον καλύτερο υποψήφιο, εσένα!».

Ο πατέρας Αμάρος δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν όλες αυτές οι ιστορίες θα πρέπει να τις πάρει τοις μετρητοίς και να ανησυχήσει ή αν θα πρέπει να τις θεωρή­σει μία νεανική φαντασίωση πλεγμένη γύρω από την πρωινή έκρηξη της δεξα­μενής και ίσως γύρω από την ανάθεση της εργασίας για το μυστηριώδες Κτίσμα και έτσι να ευχαριστηθεί που οι νεαροί έχουν αποφασίσει να τον ¨παίξουν¨ κι αυτόν.

Είναι πιο ήρεμος τώρα. Εντάξει, οι μι­κροί πάνε γυρεύοντας για μπελάδες αλλά αυτό είναι κάτι το φυσιολογικό, ίσως και χρει­αζούμενο για την ψυχική τους ισορ­ροπία.

Επιπλέον, ως νέοι είναι φυσικό να τους αρέσει να κάνουν τη ζωή τους μυ­θιστό­ρημα… Έτσι θα έχουν αργότερα κάτι να θυμηθούν.

Αλλά, άκου εκεί ¨κάποιος που να γράφει και ένας που να ρωτάει…!¨ Δε θα μεγαλώσουν ποτέ!

Σύμφωνοι, και ο ίδιος έχει μείνει κάπως έξω από τις παρα­δοσιακές διαδικασίες ωρίμανσης και το ξέρει… κατά βάθος το έχει κρυφό κα­μάρι, αλλά….

¨Δε βαριέσαι¨, καταλήγει, ¨ας τους να παίξουν λιγάκι ακόμη¨.

Χαμογελάει και λέει: «Εντάξει. Αν εί­ναι ένα παιχνίδι ας παίξουμε μαζί. Κι αν πάλι, άθελά σας, έχετε μπλέξει σε κάτι πιο ζόρικο, θέλω έτσι κι αλλιώς να είμαι πλάι σας».

«Τότε δε μας μένει παρά να βρούμε έναν που να ρωτάει», λέει ο Βρας.

Ο Κίμωνας σκέφτεται μια στιγμή και η σκέψη του τον οδηγεί κατ’ ευθείαν σε κάποιους παλιούς καλούς φίλους που έχει καιρό να τους δει. Χαμογελάει ξανά. «Σας έχω και γι αυτό λύση», λέει.

 

 (συνεχίζεται)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: