Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Γ) Η εμπλοκή (2)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΙΛΙΚΟ προς τον χρήστη

 

Ο Κίμων Αμάρος ξεκινάει να βρει ¨κάποιον που να ρωτάει¨ όπως υποσχέ­θηκε στα παιδιά.

 

Ήταν απόγευμα όταν η εντολή έφτασε στο Συνεργείο Τεκμηρίωσης Ανυποταξιών και Λοιπών Ανατρε­πτικών Τάσεων της Πειθωργάνω­σης.

Το Συνεργείο ετοιμάστηκε αμέ­σως και περίμενε πότε το Τμήμα Παρακολούθησης Ενοχλοφώνων θα έδινε το πράσινο φως.

Προς το δειλινό τους ειδοποίη­σαν να σπεύσουν. Ο στόχος είχε εκδηλώσει πρόθεση να βγει.

Πράγματι, μόλις η τριμελής ομάδα έφτασε στο σπίτι του Αμάρου εκείνος  απομακρυνόταν ήδη με το όχημά του. Ένα μέλος του Συνερ­γείου τον πήρε από πίσω. Τα άλλα δύο χτύπησαν την πόρτα και αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν ήταν κανένας μέσα, μπήκαν χρησιμοποιώντας με άνεση τα πειθω-αντικλείδια τους που ως γνωστόν ανοίγουν όλες τις πόρτες.

 

Οι ερωτήσεις και οι περιέργειες και οι αμφιβολίες είχαν ανέκαθεν ένα κάποιο κόστος.

Την εποχή της ιστορίας μας ακόμη περισσότερο.

Η αμφισβήτηση δεν είναι πια της μό­δας κι επιπλέον θίγει τις ευαισθη­σίες του μέσου καταναλωτή.

 Άσε που είναι και ψυχοφθόρα.

Γιατί, στο κάτω κάτω, όπως τονίζει  συχνά ο αρθρογράφος Επαιτά(κος)  στα κυριακά­τικα σχόλιά του, δεν μπορείς από τη μια να απαιτείς να είσαι προνο­μιούχο μέλος μιας ¨προστατευμένης πε­ριοχής¨ και από την άλλη να το παίζεις αντιρρη­σίας και προβληματιζό­μενος.

Οι μόνοι που διατηρούν κάποια σχε­τική αν και ελεγχόμενη δυνατότητα να αναρω­τιούνται και να ρωτούν είναι τα μέλη του επικοινωνιακού τάγματος των ¨Ανησυχούντων Επικοινωνητών με τα Παράθυρα¨, αλλά όπως είπαμε κι αυτοί βρίσκονται πια σε φάση μειω­μένης απή­χησης μια που οι Απορυθμίσεις έχουν ολο­κληρωθεί, το σύστημα πλέον αυτο­ρυθμίζεται, και τώρα το πάνω  χέρι το έχει και πάλι το ηρεμότερο τάγμα των ¨Εξωραϊστών Πειστικών¨.

Ωστόσο, ο Κίμων Αμάρος είναι βέ­βαιος ότι ξέρει τουλάχιστον δύο πρό­σωπα με γνή­σια ερωτηματική διάθεση.  Και τα δυο τα θεωρεί παλιούς καλούς φίλους. Και τα δυο έχει καιρό να τα δει.

Ο ένας είναι ο Παύλος Δέλτας, ο δη­μοσιογράφος. Ο άλλος ο Άρης Καρα­μού­ζος, ο στρογγυλοπρόσωπος αστυνομικός με την παιδική έκφραση. Τον Παύλο τον γνωρίζει από παιδί, τον Καραμούζο τον γνώρισε αργότερα, τότε με την περίφημη υπόθεση του Πολυτεχνείου([1]).

Με τον δημοσιογράφο είχαν ζήσει πα­ρέα μια ανήσυχη νιότη με περιπέτειες και γλέ­ντια και έρωτες παράλληλους. Όμως, τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί. Μπορεί να φταίει η Πόλη που πα­ραμεγά­λωσε απομακρύνοντας τους αν­θρώπους, μπορεί να φταίει ο ίδιος ο Κί­μωνας που έχει απομονωθεί, μπορεί να φταίει γενι­κότερα η ζωή έτσι όπως έχει γίνει τελευ­ταία…

¨Θα πρέπει να ‘χουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που πάψαμε να βλεπό­μαστε τακτικά¨, σκέφτεται ο Κίμων Αμάρος καθώς οδηγεί αφηρημένα το ηλεκτροκίνητο όχημά του στην  λεωφόρο που καταλήγει στους πρόποδες του Όρους των Κεραιών.

Ο Ήλιος δύει στην πλάτη του και η εξασθενημένη λάμψη χτυπάει και αντανακλάται στον εξωτερικό καθρέφτη. Τον στρίβει χωρίς να προσέξει το είδωλο του μαύρου οχή­ματος που τον ακολουθεί.

Ανοίγει το ραδιόφωνο. Μεταδίδουν διαφημίσεις θαυματουργών ταξιδιών με χαρμάνια και κομπιούτερ. Το ’κλείνει.

 

Ο Παύλος ο Δέλτας… Δημοσιογρά­φος εξ ενστίκτου, και μετά εκδότης και μετά άνεργος και εν τέλει και πάλι στο κουρ­μπέτι σε μια ανώδυνη θέση που του πρό­σφεραν τα Τάγματα των Μέσων στο όνομα της παλιάς καλής του φήμης.

¨Πόσοι έχουν μείνει πια που να ρω­τάνε; Λίγοι!¨ αποφαίνεται ο Κίμωνας.

Οι σκέψεις του σκαλώνουν στα παλιά, καθώς εξακολουθεί να οδηγεί αφηρη­μένα, πλατσουρίζοντας στις λάσπες που ’χουν φτάσει μέχρι τις άκρες της Πόλης.

        

Οι δυο τους είχαν σταματήσει να βλέ­πονται σε μια περίοδο που η συναι­σθη­ματική τους ζωή άλλαζε. Ήταν τότε που ο Κίμωνας έχοντας πια ξεπεράσει ορι­στικά το σοκ του χω­ρισμού του από την πρώτη του γυναίκα (η μητέρα του μικρού τότε Γιάννου τον είχε εγκαταλεί­ψει για τη σιγουριά που της πρόσφερε η ζωή με έναν δικτυωμένο νεοταξικό επιχειρημα­τία), είχε γνωρίσει την όμορφη Ασπασία και  περνούσε και πάλι μια φάση ευεξίας και έρωτα.

Αλλά και ο Δέλτας την ίδια εποχή έκλεινε οριστικά με μια περιπετειώδη και παθια­σμένη σχέση που τον είχε πια  κου­ράσει. Αυτή η παλιά του αγάπη, η Καλλιόπη, ήταν μια γυναίκα ενδιαφέρουσα αλλά ιδιαίτερα κτητική και τον καταπίεζε. Έτσι έφτασε στο αμήν και έφτιαξε μια καινούργια σχέση με την Δω­ροθέα, τη γοητευτική και ευρηματική πα­νεπιστημιακή γραμματέα.

Ο Κίμωνας τις γνώριζε και τις δύο: η Καλλιόπη –τότε την φώναζαν Κάλυ- ήταν ο πρώτος μακροχρόνιος  δεσμός του φίλου του, με τη Δωροθέα πάλι δούλευαν μαζί στον ίδιο τομέα στο Πολυτεχνείο.

Ο Δεσμός του Δέλτα με την Καλλιόπη ήταν μια σχέση κάθε άλλο παρά ήρε­μη.

Ακόμη και τώρα ο Αμάρος αναρωτιέται αν η Καλλιόπη αγαπούσε απελπισμένα τον Δέλτα ή αν ήταν μόνο μια ισχυρο­γνώμων γυναίκα που δε την ενδιέφερε παρά μόνο η επιβε­βαίωση της προσωπικότητάς της από τους άλλους, πάση θυ­σία.

Όταν έγινε φανερό ότι η κρίση ανάμεσα στο φίλο του και την Καλλιόπη ήταν σοβαρή, ο Κίμωνας είχε προ­σπαθήσει να μιλήσει μαζί της, έτσι, ως καλοπροαίρετος τρίτος. Αυτή όμως είχε αρνηθεί τη μεσολάβηση.

Ήταν φανερό πως τον θεωρούσε συ­νυπεύ­θυνο για τον χωρισμό της με τον Δέλτα.

Κι αυτό γιατί πρώτα πρώτα τη Δωροθέα, ο Δέλ­τας, την είχε γνωρίσει στο περιβάλλον του φίλου του και έπειτα γιατί η Καλλιόπη ποτέ δε χώνεψε τις αντρικές φιλίες που θεωρούσε ότι εν τέ­λει είχαν σαν αποτέλε­σμα οι άν­δρες να την παραμε­λούν ή και να αγνοούν ακόμη.

Έτσι μετά το χωρισμό της με τον Δέλτα δεν ξαναμίλησε ποτέ στον Κίμωνα, και σιγά σιγά τα ίχνη της χάθηκαν.

Οι δύο φίλοι θέλησαν να ζήσουν με ένταση τους νέους τους έρωτες, με αποτέ­λεσμα να απομονωθούν στους και­νούρ­γιους τους κόσμους. Όμως οι ευτυ­χισμέ­νες μέρες δε διάρ­κεσαν πολύ.

Οι σκέψεις του Κίμωνα παίρνουν στροφή, αφήνουν τον Παύλο, την Καλ­λιόπη και την Δωροθέα και γυρίζουν και πάλι στα δικά του.

Η Ασπασία τον αγαπούσε, είναι σί­γουρος. Αλλά οι αγάπες, έστω κι αν γεν­νιούνται σ’ ένα σύ­μπαν μαγικό, μετά ζουν κι ανθί­ζουν ή μαραίνονται μέσα στον υπαρκτό κόσμο και επομένως επηρεάζο­νται από αυτά που συμβαίνουν στο γύρο.

Η Ασπασία, είχε σπουδάσει Αισθη­τική. Ήταν μια ειδικευμένη ερευνήτρια των Μορ­φών και του Κάλλους. Έτσι πί­στεψε τελικά ότι η Ωραιότητα δεν είναι μια οποιαδήποτε εκ­δοχή της μορφής των πραγμάτων, αλλά ένας ειδικός προνο­μιούχος κώδικας που δεν μπορεί παρά να κρύβει μέσα του σημαντικές αλήθειες. Και η δική της συνεισφορά δεν μπορούσε παρά να είναι το να βρει και να διαδώσει τις αλήθειες αυτές. Της αλήθειες της Ομορφιάς!

Και αφού την εποχή εκείνη η Ηθική είχε θεωρηθεί περιττός περιορισμός της ελευθε­ρίας των προνομιούχων και οι κα­νόνες συλλογικής συμπεριφοράς είχαν αντικατασταθεί με αποφθέγματα περί αι­σθητικής, η Ασπασία ήταν μια επιστήμων με ζήτηση στα καλύτερα τηλεοπτικά σόου.

Όμως εκείνη ήταν ένας άνθρωπος ευ­αίσθητος και, τον καιρό της ιστορίας μας, οι άν­θρωποι αυτού του είδους ήταν ευ­πρόσβλητοι στον ιό της αμφιβολίας. Αμ­φιβολίες λοιπόν άρχισαν να τρυπώνουν και στο δικό της το μυαλό και να κατα­τρώγουν τις αισθητικές της βεβαιότητες.

Παρατηρώντας αυτά που συνέβαι­ναν γύρω της άρχισε να υποπτεύεται ότι σε μια εικο­νολατρική και ναρκισσιστική κοινωνία σαν αυτήν όπου ζούσε, το Κάλ­λος μπορούσε να μη βοηθά στον εντοπι­σμό της Αλήθειας, αλλά, αντίθετα, να συ­ντίθεται από είδωλα απατηλά και παρα­πλανητικά.

Και έτσι άρχισε να αισθάνεται ένοχη.

Όχι μόνο για τα όσα πρέσβευε μέχρι τότε, αλλά και επειδή η ίδια ήταν (κατά γενική παραδοχή) όμορφη.

Μάταια ο Αμάρος προσπαθούσε να την πείσει ότι έχει άδικο και ότι η ομορ­φιά, όσο κι αν κακοποιούταν από την ει­δωλολατρική κοινωνία των οθονών και των προϊόντων, εξακο­λουθούσε να είναι ζωή και ελπίδα. Και ότι η δική της ομορ­φιά ήτανε σίγουρα ζωή και ελ­πίδα για εκείνον. Η Ασπασία έπαψε να εμφανίζε­ται δημόσια, αποτραβήχτηκε και αρνιό­ταν πεισματικά να τον ακούσει.

Από το ση­μείο αυτό ως τη μεταφυσική κρίση, η απόσταση υπήρξε μικρή.

Η Ασπασία θεώρησε ότι για να είναι έντιμη και να αισθανθεί δίκαιη έπρεπε να ασχη­μύνει. Και αποφάσισε να κάνει κάτι γι αυτό. Άρχισε με παραίτηση, με θερμί­δες, με γκριμά­τσες, με ζαρώματα, με σα­κούλες, με σκύψιμο, με κούρεμα…

Μάταια! Στα  μάτια του Κίμωνα έμενε πάντα πανέμορφη και αρκούσε να δια­σταυρω­θούν τα μάτια της με τα δικά του για να την πλημμυρίσουν και πάλι οι ενοχές και οι αμφι­βολίες.

Θα προχωρούσε σε πιο ριζικές το­μές, αλλά ξαφνικά μια άλλη ιδέα την κα­τακυ­ρίεψε:

Έπρεπε να απομακρυνθεί. Να γυρίσει τον πλανήτη.  Έτσι η ζωή της θα απο­κτούσε και πάλι ένα στόχο και μια ευ­γενή αποστολή: να ενημερώσει τον κό­σμο για την απατηλότητα των ωραίων μορφών.

Ο Κίμωνας σκέφτηκε ότι για να ξε­πε­ραστεί η κρίση θα έπρεπε να την αφή­σει να ολο­κληρωθεί.

Και έτσι άφησε την Ασπασία να φύ­γει με μια ομάδα εικονομάχων τηλεμονα­χών.

Την περιμένει ακόμα.

Όμως η σχέση του φίλου του με τη Δωροθέα είχε καταλήξει ακόμα πιο άσχημα… τραγικά!

 

Έχει πια φτάσει στην παλιά γειτονιά του Δέλτα.

Επιβραδύνει το όχημα και αρχίζει να εξετάζει  με προσοχή τις εισόδους των σπιτιών. Ξέρει ότι ο Παύλος μένει ακόμα εδώ, αλλά η περιοχή έχει αλλάξει και δυ­σκολεύεται να βρει αναγνωρίσιμα σημεία και γωνιές.

Λίγο μετά, το βλέμμα του σταματάει σ’ ένα δίπατο κτίσμα: στο ισόγειο πίσω από μια μικρή πρασιά υπάρχει μια πρασι­νωπή γκαραζόπορτα κι από πάνω μια βε­ράντα σκεπασμένη με τέντα και ένας όροφος με κεραμίδια.  Κάτω, πίσω από το χα­μηλό μα­ντρότοιχο της πρασιάς την προσοχή του τραβάει ένα περίεργο κατα­σκεύασμα κι αισθάνεται ένα κύμα νο­σταλγίας να ανα­βλύζει μέσα του.

Είναι η μοτοσικλέτα του Δέλτα. Περι­ποιημένο κι ακόμη γυαλιστερό έμ­βλημα της βιομηχανικής αίγλης του πε­ρασμένου αιώνα,  δίνει την εντύπωση ότι θα μπο­ρούσε να ξα­ναπάρει μπρος με ένα μόνο χτύπημα στην  μανιβέλα της.

Παρκάρει παράνομα ακριβώς απένα­ντι.

Το μαύρο όχημα σταματάει κι αυτό παραπίσω  και ο τύπος στο τι­μόνι μιλάει στο διαδικτυωμένο κι­νούμενό του. «Είναι στη περιφέρεια της Πόλης, στα υψώματα προς το όρος των Κεραιών», λέει, «να μείνω;»

« Δε χρειάζεται», του απαντάει το κινούμενο. «Βάλε έναν κοριό στο αμάξι του κι έλα να βοηθήσεις».

 

 

Ο Αμάρος κατευθύνεται προς την εξώπορτα του δίπατου.

Πριν φτάσει εκεί διακρίνει πάνω στη βεράντα μια φιγούρα ίσως λίγο πιο γε­μάτη απ’ όσο τη θυμάται, αλλά πάντως γνώριμη, να του κάνει νόημα με τα χέρια ανοιχτά, σαν να του λέει: «επιτέλους αδελφέ, βρεθήκαμε!»

 

 

**************************************************************************

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΟΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΕΝΙΟΤΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ([2]):

{με ενσωματωμένο Αστραπιαίο Χρονικό Πισωγύρισμα.([3])}

 

Όπου ο δημοσιογράφος Δέλτας ανα­πολεί τα περασμένα

 

Η μέρα τελειώνει, ο ουρανός έχει κά­πως  ξαστερώσει και, παρά την ζεστή υγρασία που άρχισε να του μουλιάζει τα κόκαλα, ο Δέλτας είναι καθισμένος χα­λαρά στην πάνινη πολυθρόνα του, στην βεράντα.

Κρατάει ένα βιβλίο, ένα πραγματικό βιβλίο με ραφτό δέσιμο και όχι ένα ξέ­βρασμα του εκτυπωτή και δίπλα του εί­ναι ακουμπισμένο ένα φλιτζάνι με καφέ.

Ο Δέλτας μοιάζει απόμακρος κι αφη­ρημένος. Τα μάτια του είναι στυλωμένα στον  μεγάλο φθινοπωρινό κόκκινο ήλιο που έχει πάψει να αστράφτει και τώρα, ήρεμος, εμβαπτίζεται στη θάλασσα. Η σκούρα μπλε λωρίδα του νερού στο βά­θος φαντάζει τώρα υγρή και καθαρή όπως παλιά. Μεταλλικές χρυσαφιές ανταύγειες εκτοξεύονται προς την πόλη που σιγά σιγά σκουραίνει.

Ο Δέλτας αναστενάζει.

Το τηλεφώνημα του Κίμωνα, λίγο πριν, άγγιξε χορδές νοσταλγίας και τον έχει ξαναστείλει στα παλιά. Εικόνες από παλιές ευτυχίες ανα­θάρρησαν μέσα του, αναταράχτηκαν, σκαρφάλωσαν, κι έσκα­σαν μύτη στην επιφάνεια.

Εικόνες που έσπρωξαν απαλά το εκ­κρεμές με την αδρεναλίνη κι αυτό πήρε να πηγαινοέρχεται μέσα του προκαλώ­ντας ανεπαίσθητες παλίρροιες από εσω­τερικές δονήσεις και ρίγη.

Εικόνες που άρχισαν να υλοποιού­νται, μετέωρες, ανάμεσα στη λάμψη της θά­λασσας και τις χαρακιές από σκούρο πορτοκαλί φως που κόβουνε εδώ και εκεί, όλο και πιο αδύναμα,  τη γκριζάδα της Πόλης.

Εικόνες όπου κυριαρχεί η μορφή μιας ψηλής αεράτης γυναίκας που δεν υπάρ­χει πια.

Όπως πια δεν υπάρχουν γι αυτόν πολλά πράγματα.

Εκτός από αναμνήσεις από παλιές ευ­τυχίες που εξακολουθούν να εμφανί­ζονται, να τον τυραννούν και να τον συ­νεπαίρνουν, μερικά κοκκινωπά δειλινά σαν κι αυτό.

 

Αλλά…

Ένα διαφημιστικό τηλεοπτικό τρα­γου­δάκι ξετρυπώνει ξαφνικά από κάποιο γει­τονικό παράθυρο, ανακατεύεται με τις αναπολήσεις του δημοσιογράφου και του γρατζουνάει τ΄ αυτιά.

Ο καρφωτός ρυθμός εξυμνεί έμ­μετρα μεν (τρόπος του λέγειν), αλλά με τη δέ­ουσα ανατολίτικη/new-new age απο­στα­σιοποίηση, τις ταξιδιωτικές χάρες ενός νέου χαρμανιού με θαυματουργές τζού­ρες.

…Φωνή υψίφωνη: Ευτυχία αν θες…

   Χορωδία δερβίσικη: «Ο σκισμένος χασές»

  Φωνή βαρύτονη: Για να πας όπου θες…

   Χορωδία που δεν χορρωδεί προ ου­δενός: «Ο σκισμένος χασές»

   Φωνή βεβαρημένη: Τι ζητάει ο λου­λάς και ποθεί ο ναργιλές;

   Χορωδία χορεισήβιος: «Ο σκισμέ­νος χασές»

   Φωνή σαγηνευτική: «Ο σκισμένος χασές», στα καλύτερα μαγαζιά         

   Φωνή ξύπνια: Αλλά και παράδοση κατ΄ οίκον από το βαποράκι της γειτονιάς σας…

Οι συνειρμοί που κινητοποιεί το δια­φημιστικό τραγουδάκι στο ασυνείδητο του βετεράνου δημοσιογράφου, παίρ­νουν τις χορδές της νοσταλγίας και τις μπλέ­κουν κόμπο γύρω από μια ακατανί­κητη διά­θεση για απόδραση.

Ο Δέλτας, που έχει τις προσωπικές του προτιμήσεις (εκτός μόδας και νομι­μό­τητας) στο θέμα «φυγή», σηκώνεται, πάει στην άλλη άκρη της βε­ράντας και χώνει το χέρι του μέσα σε μια γλάστρα όπου ευημερεί ένα φουντωτό φυτό εμπλουτισμένο με αντι-καυσαερικά γο­νίδια.

Αυτό που τραβάει από μέσα μοιάζει μ’ ένα πασίγνωστο μπουκάλι αναψυκτι­κού σε οικονομική συσκευασία του ενάμισι λίτρου. Όμως, η μυρουδιά που βγαίνει από το στόμιο είναι αιθυλική και επισή­μως απαγορευμένη. Φέρνει κάπως σε μα­στίχα, άνηθο και κοτσάνι από αμε­τάλλα­χτο τσαμπί με στρογγυλές ρόγες.

Κατεβάζει την τέντα της βεράντας ακόμη πιο χαμηλά, αν και τώρα πια έχει σκοτεινιάσει κι η σκιά της είναι άχρη­στη. Γυρίζει στη θέση του.

Ρίχνει μια εποπτική ματιά γύρω, μετά τραβάει την πολυθρόνα λίγο προς τα μέσα για να δυσκολέψει όποια τυχόν αδιάκριτα βλέμματα και σηκώνει το μπουκάλι ψηλά, με μία κίνηση πρόπο­σης.

«Σε σένα Δωροθέα», λέει στην ανά­ερη γυναικεία ανάμνηση που του κάνει πα­ρέα,  και τραβάει μια γερή γουλιά από το απαγορευμένο εθιστικό υγρό.

 

Ο ήλιος έδυσε, αλλά το φως της μέ­ρας αντιστέκεται ακόμη.

Το κεφάλι του Δέλτα έχει βαρύνει, αλλά τώρα δεν είναι μόνο οι εικόνες από παλιές ευτυχίες και το χαμογελαστό εί­δωλο της Δωροθέας που το γεμίζουν.

Χωρίς καλά καλά να το καταλάβει οι σκέψεις του αρχίζουν να περιστρέφο­νται γύρω από τον φαύλο κύκλο του ¨τι θα γινότανε αν;…¨ : Αυτό το πολύ, πάρα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να σε βά­λει σε λαβύρινθους που οδηγούν κατ’ ευ­θείαν στο πουθενά.

Το μυαλό του κολλάει. Δέκα, δε­κα­πέ­ντε χρόνια πριν. Του φαίνεται σαν χτες, αλλά, τότε,  η χιλιετία δεν είχε πά­ρει ακόμη στροφή, και οι καιροί άρχιζαν ακόμη από χίλια εννιακόσια τόσο…

Η σκέψη του σκαλώνει στο ατύ­χημα.

Η νοσταλγική ευτυχία του Δέλτα με­τατρέπεται γοργά σε αδιέξοδη από­γνωση.

 

Τι θα γινότανε αν τότε…

Τι θα γινόταν εάν εκείνη τη νύχτα ο Δέλτας και η Δωροθέα δεν είχαν πάει στη μεγάλη γιορτή που παρέθετε το Επιμελές Επιμελητήριο σε συνεργασία με τον Δήμο της Πόλης;

 

Η δεξίωση δινόταν για να τιμηθούν οι χορηγοί, οι διαφημιστικές εταιρίες, και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας  που είχαν συνδιοργανώσει, με μεγάλη επιτυχία, την εκστρατεία για την υποχρεωτική ασφά­λιση του πληθυσμού κατά μιας σειράς ιδιαίτερα επικινδύνων καταστά­σεων([4]).

 

Άλλοτε, την εποχή που Δέλτας δού­λευε ακόμη σαν ρεπόρτερ στα τοπικά κα­νάλια, τον έστελναν συχνά σ΄ αυτές τις «επίσημες κοινωνικές εκδηλώσεις» για να εκμαιεύσει καμιά ακυκλοφόρητη είδηση, να περιγράψει το «κλίμα» και να κατα­γράψει τις δηλώσεις των «επωνύ­μων».

Όμως, εδώ και λίγο καιρό ήταν πια αυτό­νομος εκδότης ενός εξειδικευμένου πε­ριοδικού και ήταν τώρα η σειρά του να στέλνει στο «κυνήγι των εορτών και των τελετών» τους νεώτερους. Ο ίδιος, ιδιαί­τερα ως επίσημος προσκεκλημένος, προ­τιμούσε να αποφεύ­γει αυτές τις «επι­χει­ρησιακές» γιορτές.

Οι εμφανείς τους σκοπιμότητες, του την δίνανε.

Οι διάφοροι εκπρόσωποι των εξου­σιών του Τόπου, που πηγαινοέρχονταν πέρα δώθε στημένοι σαν ευτυχισμένα ξό­ανα, ανταλλάσσοντας στερεότυπα χα­μό­γελα και  άδειες φράσεις, τον ενο­χλού­σαν. Οι πανταχού παρόντες επιτή­δειοι, οι υπεργολάβοι, οι μεσολαβητές και οι αναρριχητές που προσπαθούσαν να πιά­σουν επαφές, να καλωδιώσουν διασυνδέ­σεις και να κλείσουν δουλειές, τον απω­θούσαν.

Όμως αυτή τη φορά είχε ενδώσει.

Οι λόγοι δεν ήταν τελείως σαφείς. Ούτε στον ίδιο.

Είπε στον εαυτό του ότι θα πρέπει να είχαν σχέση με μια περίεργη ευεξία που διαχεόταν μέσα του τις τελευταίες μέ­ρες. Μια ευεξία που τον έσπρωχνε να δοκι­μάσει την αντοχή του σε πράγματα που θεωρούσε ανυπόφορα. Ακόμη και σε με­ρικές δυσβάσταχτες κοινωνικές συμβα­τικότητες.

Η ευεξία μπορεί να είχε να κάνει με την απρόσμενη επιτυχία των πρώτων τευ­χών του περιοδικού του, «Ο Σοφι­στής και ο Αντιρρησίας – Αδέσποτα κεί­μενα για τις Επικοινωνίες». Δεν την πο­λυπερίμενε αυ­τή την επιτυχία και το ηθικό του είχε προκύψει ξαφνικά ενι­σχυμένο και αναζω­ογονημένο.

Μπορεί όμως να αποφάσισε να πάει στην δεξίωση γιατί είχε πάρει τ΄ αυτί του ότι ορισμένοι Χορηγοί, κάποιοι Εξωραϊ­στές και μερικοί δραστήριοι Επικοινωνη­τές ετοιμάζονταν να συσπει­ρωθούν σε μια νέα μεγάλη Οργάνωση Πειθούς και ήθελε να δει τι μπορούσε να μάθει παρα­πάνω γι αυτό και να ετοιμά­σει ένα αφιέ­ρωμα για το επόμενο τεύχος του «Σοφι­στή».

Αλλά μπορεί και να ήταν, πιο απλά, ότι ήθελε να δείξει τη νέα του αγάπη, την Δωροθέα, σε όλον τον κόσμο. Ακόμη και στους «στημένους» της τιμη­τικής δεξίω­σης. Περίεργο, γιατί νόμιζε ότι τα είχε ξεπερασμένα κάτι τέτοια, και έτσι κι αλ­λιώς δεν του είχαν ξανασυμβεί απ΄ την εφηβική εποχή και μετά.

Έπειτα, εκείνη την περίοδο ήταν ικα­νοποιημένος γιατί είχε καταφέρει να κλείσει έναν παλιό αισθηματικό δεσμό που είχε κρατήσει περισσότερο απ΄ ότι έπρεπε, με τρόπο που πίστευε ότι ήταν  ειλικρινής και τίμιος. 

Ο παλιός αυτός δεσμός λεγόταν Καλ­λιόπη άλλά διέθετε διάφορα υποκορι­στικά και χαϊδευτικά, παρανόμια. Ήταν ένας έρωτας που είχε αρχίσει καλά, είχε κρατήσει αρκετά, αλλά όταν αποφάσι­σαν να ζήσουν μαζί, ο δεσμός  είχε ξαφ­νικά στουμπώσει και είχε καταλήξει να τον τυραννά και εκείνον και εκείνη. Η κατά­σταση είχε γίνει πλέον αδιέξοδη και κά­ποιος έπρεπε να πάρει την πρωτοβου­λία για ριζική αντιμετώπιση.

Η Καλλιόπη, παρά το ότι ήταν γυ­ναίκα αποφασιστική και ενεργητική και παρά το ότι συμφωνούσε και υπερθεμά­τιζε ότι «κάτι δεν πάει καλά», δεν έλεγε να παραδεχτεί ότι ο χωρισμός τους θα ήταν η καλύτερη λύση. Το παραδέχτηκε μόνον όταν κατά­λαβε ότι στη ζωή του Δέλτα άρχιζε να γί­νεται σημαντική μια άλλη γυναίκα. Αυτό το διαισθάνθηκε πιο μπροστά κι από τον Δέλτα τον ίδιο.

Ήταν, μάλιστα, η αντίδραση της Καλ­λιόπης, βίαιη στην αρχή, που έκανε τον Δέλτα να συνειδητοποιήσει ότι πραγ­μα­τικά στη ζωή του είχε εμφανιστεί ένα άλλο «ενδεχόμενο αισθηματικής ευ­τυ­χίας»([5])

Στο τέλος όμως τα πράγματα είχαν εξομαλυνθεί.

Είχαν κάνει μια μεγάλη κουβέντα. Εί­χαν μιλήσει σχεδόν για όλα. Ο Δέλτας ήταν βέβαιος ότι δεν είχε πει τίποτα που να την πληγώσει και να χειροτερέψει τη κατάσταση. Τελικά η Καλλιόπη είχε δεί­ξει να συμφωνεί σε ένα είδος συναινετι­κού χωρι­σμού.

Έτσι τώρα, εκείνος, μπορούσε να πε­ριφέρει δημόσια, χωρίς αναστολές και προφυλάξεις, τον αναπάντεχο νέο έρωτά του με την Δωροθέα .

 

Η Δωροθέα εκείνο το βράδυ έλαμπε μέσα στο φόρεμα που είχε ράψει μόνη της -η Δωρο­θέα ήξερε να φτιάχνει πράγματα-  από ύφα­σμα, σύρμα και πολύχρωμα σιρίτια και  που αναδείκνυε με περισσή σοφία την ευζώνια κορμοστασιά και το γεν­ναίο στή­θος της. Ο Δέλτας το είχε ήδη θαυμάσει και ονομάσει: «Το ανέ­ξοδο φόρεμα των μεγάλων Εξό­δων».

 

Αν…

Αν εκείνο το βράδυ δεν είχαν φύγει από τη γιορτή νωρίς και μόνοι τους…

 

Κάποια στιγμή, ο Θωμάς Αντενά­κος, ένας κάμεραμαν, παλιός συνεργάτης του Δέλτα που έφτασε φορτωμένος με τα σύ­νεργα του επαγγέλματος για να τραβή­ξει σκηνές απ’ τη δεξίωση για λο­γαριασμό ενός τοπικού καναλιού, τον πλησίασε και του είπε εμπιστευτικά ότι εκείνη την ώρα, στα πε­ρίχωρα, κοντά στο ποτάμι που περιέβαλε την Πόλη, χάρη σε κάποιο περίεργο μετε­ωρολογικό φαινόμενο, ήταν ορατός ο έναστρος ου­ρανός. Μέχρι και η λεωφόρος του Γα­λαξία με τη διαχωρι­στική της γραμμή, τα στηθαία, τη σή­μανση και τα όλα της…

«Πάμε;» είχε προτείνει γελώντας η Δωρο­θέα.

Ο Δέλτας ήταν έτοιμος να της εξη­γή­σει ότι μια που είχε πάρει την δύσκολη απόφαση να έρθει στην αξιοσημείωτη αυτή μάζωξη, έλεγε να αντισταθεί λίγο περισσότερο πριν την κοπανίσει.

Αλλά εκείνη την ίδια στιγμή είδε, ή του φάνηκε πως είδε, από μακριά, μια σι­λουέτα που έμοιαζε πολύ με το αθλη­τικό περίγραμμά της Καλλιόπης. Η σι­λουέτα χαριεντίζονταν με κάτι στενόμα­κρους μαυροφορεμένους τύπους και πλησίαζε προς το μέρος του.

Χαμογέλασε στη Δωροθέα.

« Εντάξει», της είπε. «Πάμε».

Έτσι είχαν φύγει νωρίτερα από τη γιορτή του Δήμου και του Επιμελούς Επι­μελητηρίου, μόνο και μόνο γιατί ήθε­λαν να δουν τ΄ αστέρια του ουρανού, που κά­ποιος ισχυρίστηκε ότι ακόμα ήταν ορατά στην γειτονική εξοχή ….

Είχαν σταματήσει στη γέφυρα του πο­ταμού.

 

Ο Θόλος.

Η αυλαία είναι προσωρινά τραβηγ­μένη και πρωτόγονα ζωτικά μηνύματα κατεβαίνουν αιωρούμενα απαλά από τα αστραφτερά ουράνια σώματα.

Η Δωροθέα κοιτάζει το Σύμπαν που κι αυτό την κοιτάζει.

Εκείνος κοιτάζει τον άσπρο της λαιμό, και αισθάνεται μια αβάσταχτη επι­θυμία να τον φιλήσει.

Η Δωροθέα γελάει. Κάνει τάχα πως τα αστέρια την ενδιαφέρουν πιο πολύ από τα φιλιά του. Κάνει -τάχα- πως θέ­λει να του ξεφύγει. Και κανένας τους δεν δίνει προσοχή στους προβολείς που εμφανίζο­νται στο βάθος του δρόμου και διαρκώς μεγαλώνουν.

 

Δεν ήξερε, δεν ήθελε να ξέρει. To νοη­ματικό του σύστημα όταν προσπα­θούσε να γυρίσει σε εκείνες τις στιγμές έκανε τίλτ και έσβηνε.

 

Ακαθόριστες εικόνες: Κρατάει το χέρι της και εκείνη -αργά- περιστρέφεται σε μια φιγούρα χορού. Το φόρεμά της απλώνεται καμπανιστά και μαζί του απλώνονται λεπτοί κρυστάλλινοι ήχοι. Το σπιθοβόλημα των αστεριών  τους ζα­λίζει.

Το Σύμπαν είναι δικό τους.

Απομα­κρύνονται από τον υπερυψω­μένο διά­δρομο των πεζών -η γέφυρα εί­ναι το πλοίο τους που αρμενίζει στο Διά­στημα και το κατάστρωμά της, ολό­κληρο, τους ανήκει.

Η Δωροθέα χαμογελάει και το πρό­σωπό της φωτίζεται από το φως των αστε­ριών. Ύστερα στρέφει και πάλι το βλέμμα προς τον αστραφτερό ουράνιο θόλο σαν ξαφνικά να συνειδητοποιεί κάτι αναπάντεχο.

«Τι τρέχει με τ’ αστέρια;», αναρωτιέ­ται, αλλά δε θα πάρει ποτέ απάντηση. Οι δίδυμοι  προβολείς πλησιάζουν και -ξαφ­νικά- το πρόσωπο της Δωροθέας γίνεται λευκό-διάφανο.

Το χαμόγελό της που θα μείνει στη μνήμη του, το τελευταίο της χαμόγελο, είναι λευκό – διάφανο – απορημένο.

Ο θόρυβος: Βοή από αφηνιασμένα σατανικά μηχανικά άλογα. Φρένα; Ξέ­φρενη πορεία που περνάει από πάνω τους. Από μέσα τους.

Και ενοχές. Ένας καταρράκτης από ενοχές να τον πνίγει…

 

Όταν θα αποκτήσει και πάλι επαφή με το περιβάλλον θα βρίσκεται στο νοσο­κομείο της πόλης.

Ήταν σε κώμα, θα του πουν. Για πολύ καιρό.

Έπειτα φτάνουν οι φίλοι: Ο Κίμω­νας, η Ασπασία, ο Άρης.

Θα μάθει ότι ο ίδιος βρέθηκε ματω­μέ­νος και αναίσθητος στο κατάστρωμα του δρόμου, ότι το προστατευτικό κι­γκλί­δωμα της γέφυρας είχε σπάσει και ίσως από εκεί το σώμα της Δωροθέας είχε πέ­σει στο ποτάμι. Δε βρέθηκε παρά ένα αυ­λάκι από αίμα ως την άκρη της γέφυρας.

Το αυτοκίνητο που τους κτύπησε είχε εξαφανιστεί. Οι προσπάθειες της τρο­χαίας να το εντοπίσει, του είχε πει ο Άρης, δεν είχαν δώσει ακόμη αποτελέ­σματα, αλλά που θα πάει, θα τους έπια­ναν τους αλήτες που είχαν αφήσει τα θύ­ματά τους αβοήθητα.

Οι προσπάθειες της Τροχαίας δεν τε­λεσφόρησαν ποτέ. Ούτε το σώμα της Δωροθέας βρέθηκε.

Ο Δέλτας έμεινε στο νοσοκομείο για πολύ καιρό ακόμη. Κάποια στιγμή τον επισκέφτηκε η Καλλιόπη. Δεν θέλησε να της μιλήσει. Εκείνη έμεινε για λίγο να τον παρατηρεί ανέκφραστη. Μετά έφυγε και δεν την ξαναείδε.

Πριν πάρει το εξιτήριο οι γιατροί του είπαν πως την είχε γλιτώσει φτηνά. Θα μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι του, στη δουλειά του και να ζήσει μια ζωή που οι ίδιοι την ονόμαζαν φυσιολογική.

Εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια: Από σεξουαλική άποψη εντάξει, αλλά από αναπαραγωγική ο μηχανισμός είχε χαλά­σει.

Δεν θα μπορούσε να κάνει παιδιά. Τουλάχιστον με την παραδοσιακή έν­νοια της διαιώνισης. Ίσως με άλλους τρόπους. Το κακό δεν ήταν μεγάλο, του εί­παν. Μπορούσε πάντα να καταφύγει σε μία γενετική παρέμβαση και να φτιά­ξει κά­ποιο είδος απογόνου.

 

Εκείνη την εποχή ο Δέλτας δεν είχε δώσει μεγάλη σημασία στις προσωπικές του απώλειες:  Του έλειπε μόνον η Δω­ρο­θέα.

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο προ­σπάθησε να αναστήσει τον «Σοφιστή και τον Αντιρρησία», αλλά δεν τα κατά­φερε. Η μακριά απουσία του από το πε­ριοδικό είχε δημιουργήσει προβλήματα. Οι συ­νεργάτες του είχαν προσπαθήσει να το κρατήσουν και, πράγματι, είχαν κατα­φέ­ρει να εκδώσουν καναδυό τεύχη. Αλλά τελικά το περιοδικό ήταν ένα δημιούρ­γημα στενά δεμένο με τις δικές του ανη­συχίες και χωρίς την δική του παρουσία δεν άντεχε.

Προσπάθησε να ψάξει και πάλι την ιστορία της Πειθοργάνωσης γιατί εκείνο τον καιρό, -σε αντίθεση με ό,τι θα συνέ­βαινε λίγο αργότερα- η σύσταση ισχυ­ρών συμπράξεων στο χώρο της πληρο­φόρη­σης αποτελούσε είδηση που ενδιέ­φερε το κοινό. Δε βρήκε όμως τρόπο να μάθει πε­ρισσότερα. Κανένα παράθυρο, καμία ρωγμή. Καμία πηγή δεν ήταν προσιτή πια. Ακόμη και οι αρχικοί του πληροφο­ριοδό­τες είχαν κάνει φτερά.

{Θα έπρεπε να περάσουν αρκετά χρό­νια για να γίνει γνωστή επισήμως η ύπαρξη της Πειθοργάνωσης. Και να ανα­κοινωθεί ότι είχε πρωτοσυσταθεί ακρι­βώς εκείνη την εποχή.}

Ο Δέλτας ήταν απελπισμένος και έτεινε να γίνει αδιάφορος. Ακριβώς τότε, του παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα δύο δε­λεαστικές προτάσεις:

Η μία ήταν να πουλήσει τον «Σοφι­στή», ουσιαστικά τον τίτλο του γιατί το περιοδικό δεν έβγαινε πια από αρκετούς μήνες. Η προσφορά προερχόταν από τον παλιό εργοδότη του Δέλτα, τον Μπιρι­μπόπουλο, πίσω του όμως, -ο Δέλτας το ήξερε- βρισκόταν η πανίσχυρη υπερε­θνική Threw Bon Oil (Θρούμπον Όιλ), η οποία είχε ήδη διεισδύσει στο χώρο των «πολιτιστικών» μπίζνες.

Ο Μπιριμπόπουλος του είπε ότι δεν θα γινόταν άμεση επανέκδοση, αλλά ίσως, αργότερα, το περιοδικό θα χρησί­μευε για να καλύψει τις ανάγκες για έγκυρη εξει­δικευμένη πληροφόρηση των πιο προχω­ρημένων στελεχών των εται­ρειών.

Η άλλη πρόταση προερχόταν από το Δίκτυο και αφορούσε μια διευθυντική θέση στον παραμελημένο τομέα παρα­γωγής ντοκιμαντέρ. Μια προσφορά που του έκαναν στην ουσία οι παλιοί συνά­δελφοι  στο όνομα του κύρους που εξα­κολουθούσε να έχει στους δημοσιογρα­φικούς κύκλους.

Ο Δέλτας ένοιωθε απογοήτευση και μοναξιά. Ήταν πια ευάλωτος στην τρο­μα­κτική δύναμη των νέων εξουσιών που διαφέντευαν πλέον τον Τόπο. Δέχτηκε χωρίς αντιρρήσεις και περιττά νάζια.

 

       Έχει σκοτεινιάσει για καλά. Από το δρόμο, κάτω, ακούει μια πόρτα αυ­το­κινήτου να κλείνει. Ρίχνει μια ματιά και διακρίνει το περίγραμμα του Κί­μωνα, όχι πολύ αλλιώτικο από παλιά, να πλησιάζει την εξώπορτα. Ανάβει τα φώτα της βερά­ντας, πηγαίνει κοντά στο στηθαίο και ανοίγοντας πλατιά τα χέρια, του κάνει νόημα που σημαίνει ¨επιτέλους αδελφέ, βρεθήκαμε!¨.

 

 

 

********************************************************************

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ αμοιβαίως ΦΙ­ΛΙΚΟ

Όπου το ενδε­χόμενο μιας νέας περιπέτειας ξα­ναδίνει ενθουσια­σμό στους δύο αποτραβηγμένους φί­λους

 

 

Αγκαλιάζονται, για λίγο δεν λένε τί­ποτα, έπειτα σα να τους πιάνει και τους δυο ξαφ­νική λογοέκρηξη αρχίζουν ταυ­τόχρονα να μιλάνε και να ρωτάνε.

Μετά βάζουν τα γέλια και πάνε και κάθονται κοντά στο σβηστό τζάκι και πιάνουν να πίνουν με κάτι μικροσκοπικά ποτηράκια από το μπουκάλι που μοιάζει με φιάλη αναψυκτικό του ενάμιση λί­τρου, αλλά που δεν είναι ούτε αναψυ­κτικό ούτε αυτό που περιέχει είναι πια ενάμιση λίτρο, παρά έχει απομείνει πλέον λιγοστό κι ύστερα από καναδυό γύρους τελειώνει ολότελα.

Μιλάνε για τα παλιά. Ο Δέλτας ρωτάει τον Αμάρο αν έχει νέα από την Ασπασία κι εκείνος του απαντάει πως όχι, εδώ και καιρό δεν ξέρει πια τίποτα γι αυτήν, και ότι του λείπει, και πως το ’χει μετανιώ­σει, κι ότι δεν θα ’πρεπε να την είχε αφή­σει να φύγει.

Ο Δέλτας αναστενάζει και του λέει πως είναι τυχερός που έχει τουλάχιστον κοντά του τον Γιάνο, ενώ εκείνος είναι μόνος του, τελείως μαγκούφης, κι αυτό τον βαραίνει όλο και πιο πολύ.

Και τι δε θα ’δινε  για να ’χει κι αυτός ένα γιο ή ακόμα καλύτερα μια κόρη. Εντάξει, τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν, αλλά και πάλι έχεις κάποιον να νοιάζε­σαι…

¨Αλλάξαμε!¨, σκέφτεται ο Κίμωνας. ¨Κάποτε μας αρκούσε να νοιαζόμαστε μόνο για τον κόσμο ολόκληρο¨.

Θα  ’θελε να ρωτήσει το φίλο του αν έχει τουλάχιστο ξεπεράσει το σοκ από το χάσιμο της Δωροθέας, αλλά πάλι, διακρι­τικός όπως είναι αποφεύγει να τον ρωτή­σει άμεσα.

Όμως όλα δείχνουν πως όχι, ο Δέλτας δεν το έχει ξεπεράσει.

Έτσι του λέει μόνο ότι έκαναν άσχημα που χάθη­καν και πως πρέπει να βρίσκονται πιο συχνά, να τα λένε.

Ο Δέλτας συμφωνεί, σηκώνεται, και σε λίγο επιστρέφει με ένα νέο μπουκάλι, που κι αυτό στην ετικέτα δηλώνει κάτι άλλο, αλλά που είναι επίσης γεμάτο με το θαυματουργό απαγορευμένο οινοπνευμα­τώδες.

Ο Αμάρος τον ρωτάει για τη δουλειά του στο Μεγαδίκτυο και ο Δέλτας τον πληροφορεί ότι ο Τομέας Τεκμηριωμέ­νων Ντοκιμαντέρ δεν είναι ακριβώς μια δουλειά, άλλα μάλ­λον ένα είδος αργομι­σθίας, ένα μέρος κατάλληλο για να παρ­κάρει κανείς παλιούς ερευνητές δημοσιο­γράφους, έτσι ώστε να τους κρατάει μα­κριά από τυχόν αυτοκαταστροφικές και οι­κουμενικώς επικίνδυνες τάσεις, όπως, παραδείγματος χάρη, την παρόρμηση να αρχίσουν και πάλι να ερευνούν.

Ωστόσο, του εκμυστηρεύεται ότι, που και που, καταφέρνει να φτιάξει κάποια μικρή έρευνα, εστιασμένη, έστω, στον κόσμο των φυτών και των ζώων, αλλά εμπλουτισμένη με  αλληγορικό περιεχό­μενο για όποιον θέλει να καταλάβει, και να την περάσει από τον έλεγχο των αν­θρώπων της Πειθοργάνωσης. Αυτοί, όντας πια αρκετό καιρό στην εξουσία, έχουν γίνει επαρκώς τυπολάτρες και γραφειοκράτες έτσι ώστε να μην είναι τελείως αδύνατο να τους γυροφέρει κα­νείς.

Το διάφανο υγρό του μπουκαλιού τους ζεσταίνει σιγά σιγά την ψυχή κι έτσι ξε­χνούν την περίεργη νοτερή ζέστη που διαπερνάει την λασπωμένη Πόλη.

Αι­σθάνονται ξαφνικά εκείνη την περίεργη ευεξία που σημαίνει  ότι βρήκανε συνο­μιλητή που να του ’χουν εμπι­στοσύνη, και η κουβέντα γυρίζει, όπως παλιά, στα μεγάλα αγαπημένα τους θέματα.

Κι αρχίζουν να μιλάνε για φιλοσοφίες διάφορες και για θεωρίες ολικές και να αναρωτιούνται αν ο φουκαράς ο Χομο Σάπιενς θα τα καταφέρει κι αυτή τη φορά να τη βγάλει καθαρή ή αν θα’ ναι ο τύπος ο Οπτικοακουστικός ή ο άλλος ο Γενετικά Χειραγωγημένος που θα πάρει τελικά το πάνω χέρι…

Και έπειτα το γυρνάνε στα κοινωνικά και μιλάνε  για την πολιτική και την εξουσία, και παίρνουν να λένε διάφορα, και να προβληματίζο­νται για το κατά πόσο υπάρχουν ή όχι σπέρματα αντιπολίτευσης στην νέα-νέα τάξη πραγμάτων, και εάν το νέο αστέρι της καταναλωτικής πειθούς -η ήδη πασί­γνωστη Μπάρμπυ Μπότον- θα καταφέρει να συγκρατήσει τις αποκλίνουσες αντι­καταναλωτικές συμπεριφορές που άρχι­σαν να επανεμφανίζονται, και εάν οι ενδο-εταιρικές αντιθέσεις μπορούν να δώσουν αφορμή σε γενικότερη αντί­σταση των α-μέτοχων μικροκαταναλω­τών, και εάν οι μη προστατευμένες πε­ριοχές μπορούν ακόμη να παίξουν κάποιο ρόλο στις εξελίξεις και, ακόμη, ποιος άραγε ανατινάζει κάθε τόσο τις κάμερες παρακολούθησης στα κομβικά σημεία των δρόμων, ποιος καταφέρνει να πα­ρεμβάλλεται στα δορυφορικά σήματα και τι τρέχει με τους ¨ανώνυμους προφητι­κούς¨ που γεμίζουν τον Τόπο με απειλη­τικές επιγραφές.

Ο Δέλτας αναφέρει στον Αμάρο μια φήμη που κυκλοφορεί τελευταία ανά­μεσα στους ¨ενημερωμένους¨ των δι­κτύων.

Η φήμη λέει πως, όσο κι αν αυτό μοιάζει απίθανο, τα με­σαία στελέχη των εταιρειών είναι δυσαρεστημένα και ανή­συχα και πως οι αυτοί οι ¨μεσαίοι διεκπε­ραιωτές¨  παραπονιούνται πλέον ανοικτά.

Τα ’χουν κυρίως με το εργασιακό δόγμα της «δημιουργικής ανασφάλειας». Λένε ότι η ανασφάλεια μέσα στην οποία τους κρατού­ν οι ελάχιστοι μετοχο-μάνατζερ έχει γίνει πια τόσο ενοχλητική και οξεία που δεν τους αφήνει να ευχαριστηθούν ούτε τα πριμ παραγωγής ούτε τις προνο­μιούχες κόνσουμ-κάρτες που τους παρα­χωρεί δωρεάν το Συμβούλιο των Ενισχυ­μένων Μερίδων, ούτε καν τα εικο­νικά ταξίδια αναψυχής που δικαιούνται κάθε τόσο για εκτόνωση.

Αν κάτι τέτοιο αληθεύει, υπογραμμίζει ο Δέλτας, σημαίνει ότι τα ιδεώδη της πα­ραγωγικό­τητας και της αποτελεσματικό­τητας πάνω στα οποία έχει βασιστεί η Οικου­μενική Σύγκλιση των  Προστα­τευμένων βρίσκεται σε ανοιχτή κρίση, και μάλιστα στο πιο κομβικό σημείο της νέας – νέας τάξης πραγμάτων δηλαδή ανάμεσα στους μεσαίους διεκπεραιωτές.

Ο Κίμωνας είναι μάλλον σκεπτικιστής και παρατηρεί ότι τους μεσαίους νεογιά­πηδες οι μέτοχοι τους κρατούσαν γερά από τ’ αρχίδια και ότι κατά τη γνώμη του θα έχουν τελικά την τύχη των ¨ακυβέρνητων φιλάνθρωπων¨ και των ¨ελεγχόμενων οικολόγων¨ και πως θα εί­ναι οι τελευ­ταίοι που θα μπορέσουν να ξεφύγουν από τον έλεγχο και να αρθρώ­σουν δικό τους λόγο.

Μιλάνε ακόμη για τους νεομεταφυσι­κούς και για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και ο Κί­μωνας λέει στον παλιό του φίλο, για τα γλωσσικά πειράματα που κάνει ο Γιάνος και ορι­σμένοι συμφοιτητές του με την σιωπηρή ανοχή, απ’ ότι φαίνεται, των καθηγητών τους.

Οι λέξεις! Η γραφή! Στο άκουσμά τους, τον Δέλτα τον διαπερνάει ακόμα ένα κύμα νοσταλγικής αναπόλησης.

Αλλά ο Κίμωνας μιλάει τώρα για τη διπλωματική εργασία που ο Γιάνος και ο συμφοι­τητής του ο Βρας πρέπει να εκ­πονήσουν και για τα προβλήματα που έχουν προκύψει σχε­τικά με την εξερεύ­νηση του ευρήματος στον Λόφο. Και, ακόμη, για την πρωινή έκρηξη που γέ­μισε την Πόλη με λάσπη, καθώς και για τις προειδοποιήσεις αυτού του μυστη­ριώδους κομπιου­τανθρώπου που, εδώ που τα λέμε, ο Αμάρος δεν τις έχει πάρει τελείως στα σοβαρά. Ισχυρίζεται όμως ότι όλα αυτά ξύπνησαν μέσα του τα πα­λιά επιστημονικά του ενδιαφέροντα και ότι αυτό το μυστηριώδες εύρημα πολύ θα ήθελε να το εξερευνήσει.

Ο Δέλτας δείχνει αμέσως να τσιμπάει: «Ώστε έτσι», λέει. «Ο Γιάνος  μεγάλωσε και φτιάχνει κιόλας την πτυχιακή του δουλειά. Αλήθεια, έχω μια κάποια αδυ­ναμία σ’ αυτόν τον πιτσιρίκο. Γιατί δεν τον έφερες μαζί σου;»

«Είμαι σίγουρος ότι κι αυτός θέλει να σε δει. Απόψε όμως μου είπανε ότι θα  συναντηθούν με  αυτόν τον περί­εργο τύπο που τους βοηθάει και μετά θα διανυκτερεύσουν στη Λέσχη. Πάντως θα τον δεις. Ιδιαίτερα αν μπεις και συ στο παιχνίδι, ως ¨εκείνος που ρωτάε騻.

«Ως τι;»

«Θα σου εξηγήσω. Είσαι μέσα;»

«Άκου λόγια! Και βέβαια είμαι. Αυτό έλειπε, να θέλει ο Γιάνος βοήθεια και να μη του τη δώσουμε!».

«Για να σου πω την αλήθεια, εγώ νο­μίζω ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι. Τα παιδιά παίζουν ένα παιχνίδι ρόλων στο οποίο όμως, όλως παραδόξως, υπάρχουν ρόλοι και για μας. Τάχα μου τάχα μου, θέλουν έναν που γράφει κι έναν που να ρωτάει! Οι μικροί, γύρω απ’ αυτή την εργασία έχουν φτιάξει μια ολόκληρη ιστορία. Μου θυμίζει λίγο τα παλιά τα δικά μας. Μια ιστορία με ανακαλύψεις, με περίεργους τύπους, με μηνύματα και προαισθήσεις και τέτοια!».

«Κάνουν πολύ καλά να φτιάχνουν τον κόσμο τους», αποφαίνεται ο Δέλτας. «Η πραγματική πραγματικότητα πάει δύ­σκολα κάτω και η εικονική παραείναι γεμάτη με διαφημιστικά μηνύματα».

Και μετά προσθέτει ότι το θέμα του κεντρίζει το ενδιαφέρον και ότι, όπως και να το κάνουμε,  περίεργα πράγματα συμ­βαίνουν πολλά τον τελευταίο καιρό. Όποιος θέλει μπορεί να τα δει, αρκεί να δείξει λίγη προσοχή και λίγη περιέργεια. Η δική του η περιέργεια, λέει, κάθε άλλο παρά είχε εξαντληθεί.

Μετά ρωτάει τον φίλο του τι ακριβώς θα μπορούσαν να κάνουν για να βοηθή­σουν τα παιδιά. Ο ίδιος δε θα ’χε αντίρ­ρηση να  τα συνοδεύσουν στην εξερεύ­νησή τους στο κτίσμα, έστω κι αν θα πρέπει να το κάνουν στη ζούλα, γιατί το Κτίσμα βρίσκεται σε περίοπτη θέση στη πρόσφατη λίστα με τα θέματα για τα οποία το Μέγαδίκτυο συμβουλεύει τους ανθρώπους του να μένουν μακριά και να τα αποφεύγουν. Αλλά αυτή ακριβώς η ¨συμβουλή¨ είναι που κάνει το θέμα πιο ελκυ­στικό για τον Δέλτα.

«Όχι, εντάξει», λέει ο Αμάρος. «Τα παιδιά θ’ αρχίσουν αύριο κιόλας την εξε­ρεύνησή τους με μια πρώτη επίσκεψη στο εσωτερικό του Λόφου και είναι αδύ­νατο να τα συνο­δεύσουμε χωρίς ειδική άδεια εισόδου. Αν τα καταφέρουμε να βρούμε μια άδεια θα μπορέ­σουμε ίσως να πάμε μαζί τους τις επόμενες μέρες. Αλ­λιώς, αν θέλουμε να είμαστε κοντά τους, θα πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο για να μπούμε στο κτίσμα».

Ο Δέλτας σκέφτεται για λίγο το πρό­βλημα και μετά  λέει:

«Η Πειθωργάνωση αποκλείεται να εγκρίνει άδεια για αυτό το περίεργο εύ­ρημα. Ήδη κά­νουν ότι μπορούν για να κρατήσουν το θέμα μακριά από τους Ανησυχούντες Επικοινωνητές. Ξέρεις τι θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε;»

«Τι;»

«Τον Άρη!»

«Τον  Άρη;», απορεί ο Αμάρος.

«Ναι τον Άρη. Μη μου πεις ότι δε θυ­μάσαι τον Καραμούζο;»

«Πώς δεν τον θυμάμαι, τον  σκεφτό­μουν μάλιστα τώρα δα, καθώς ερχόμουν να σε βρω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί όταν οι μικροί μου ζήτησαν κάποιον που να ρω­τάει, εκτός από σένα, τον δημοσιογράφο, ο νους μου πήγε και σ’ εκείνον: τον Μπάτσο».

«Μπάτσος μεν, πλην όμως καθόλου δήθεν και καλό παιδί, άρα εντάξει», πα­ρατηρεί ο Δέλτας.

«Δεν διαφωνώ. Γι αυτό και τον  σκέ­φτηκα. Στη μνήμη μου είχαν γυρίσει όλα τα παλιά.. Και αναλογιζόμουν, μετά απ’ όλη εκείνη την περιπέτεια, πώς τα κατα­φέραμε και χαθήκαμε και τον χάσαμε κι αυτόν. Αλλά, εντάξει, θα μου πεις ότι ο Καραμούζος, όσο καλό παιδί κι αν ήταν, ήταν από άλλο ανέκδοτο, ήταν αστυνομι­κός, είχε άλλες παρέες, ανήκε σε άλλους κύκλους. Αλήθεια τι απέγινε αυτή η ψυχή;» 

«Τι απογίνονται οι αστυνομικοί όταν τα καθεστώτα αλλάζουν;»

«Παραμένουν αστυνομικοί;».

«Ακριβώς! Πολύ περισσότερο όταν είναι γεννημένοι λαγωνικά όπως ο δικός μας! Ο Κα­ραμούζος λέγεται τώρα  Άρης Κασμίρ και απ’ ότι ξέρω βρίσκεται στο Σώμα  της Ευτυχι­σμένης Πολιτιστικής Εποπτείας. Και μάλιστα επικεφαλής!»

«Μη μου πεις!».

«Σου λέω. Είναι γεγονός».

«Τότε, αν χρειαστεί, δεν έχουμε παρά να τον ψάξουμε».

«Θα τον βρούμε. Ας το σε μένα».

Σηκώνουν τα ποτηράκια με το διά­φανο υγρό και τα τσουγκρίζουν πανηγυ­ρικά.

 

 

Εκείνη τη νύχτα τα μέλη του Συ­νεργείου Τεκμηρίωσης Ανυποταξιών και Λοιπών Ανατρεπτικών Τάσεων, της Πειθωργάνωσης που μπήκαν με πειθωαντικλείδι στο σπίτι του Κί­μωνα Αμάρου τα έκαναν όλα ανά­στα ο διάβολος.

Όταν έφυγαν, το πρωί, πήραν μαζί τους ορισμένα έγγραφα που τα θεώρησαν επαρκή ανταμοιβή για τον κόπο τους


([1]) Η πιστή περιγραφή των συ­νταρακτικών  εκείνων γεγονότων βρίσκε­ται στο χρονικό που κα­τέγραψε ο Ανώνυμος Ένας στο βιβλίο  «Το Πο­λυτεχνείο Τρέ­μει. Ένα μυθιστόρημα Πανεπιστημιακής Φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις», Εκδόσεις Παραπέντε, Αθήνα, 1995.

([2])Αφιερωμένο στις αγάπες που ξέχασα

([3])Συστατικά: Μία δόση Φλας, Μπακ κατά βούλησιν. Το μπακ σε άμεση συνεργασία με το φλας, επιφέρουν χρονι­κές ανα­στροφές και αναπολή­σεις

([4]) Όπως:  Το κρυολόγημα από παρατετα­μένη παράθεση σε ανα­νεωτικά ρεύματα  * Η ηλίαση από προβολείς αβλα­βούς μαυρί­σματος  * Η φαγούρα από  τσί­μπημα αρσε­νικού ανωφελούς κώ­νωπος, ο οποίος -όπως ήταν δι­καίωμά του- είχε παρεκκλί­νου­σες τάσεις και άλλες παραπλή­σιες πληγές του ύστερου μεταμο­ντερνισμού.

 

([5]) Όπως γράφει και η κό­μισσα Ντε Κομπί Nεζόν στο πε­ρίφημο best seler έργο της «Ο Τριγωνισμός του Κόλπου του Πά­θους».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: