Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

ΜΠΑ!!! (Μέρος Δ) Το Κτίσμα (3)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΥΘΑΝΑΤΟ

 

Είναι αρκετή ώρα που ο Βρασίδας προσπαθεί να επιδιορθώσει τη Μαρίκα, αλλά χωρίς ορατά αποτελέσματα.

Τώρα όμως, και ενώ στρίβει αργά το λεπτό κατσαβίδι που  έχει χωμένο σε μια αόρατη εγκοπή κάπου ανάμεσα στα πλούσια στήθη της, εκείνη αρχίζει ξαφ­νικά να  τρέμει.

Ο Βρασίδας χαμογελάει.

Επιτέλους. Η εφεδρική ενέργεια που της έχει εμφυτεύ­σει για μια ώρα ανάγκης πήρε μπρος. Αυτές οι ανακλαστικές κι­νήσεις  είναι μια ενθαρρυντική αντί­δρασή.

Πράγματι, η Μαρίκα σιγά σιγά ηρεμεί. Στα μάτια της λάμπει και πάλι ένα ελπι­δοφόρο πρασινωπό εσωτερικό φως. Ύστερα από λίγο μοιάζει έτοιμη για πλήρη λειτουργία.

«Εντάξει», λέει ικανοποιημένος ο Βρας και κάνει νόημα στους φίλους του να πλησιάσουν. «Όλα δείχνουν πως το κορίτσι μας ανάρρωσε, τουλάχιστον προσωρινά. Μόνο που θα πρέπει να την προσέξουμε γιατί δεν έχει άλλες μορφές άμυνας».

«Όχι δα και ¨το κορίτσι μας!¨» μουρ­μουρίζει η Τζένη μέσα από τα μικρά κο­φτερά άσπρα δόντια της. «Ας μην τα πα­ραλέμε κιόλας!». Κι ο Γιάνος, που κρέ­μεται πλέον από τα χείλια της, συμφωνεί και καταφάσκει. 

«Τώρα», λέει αργά ο Βρας στρίβοντας απαλά τη Μαρίκα προς τον μαύρο κύβο, «θέλουμε να σαρώσεις προσεκτικά αυτό το εικονογραφημένο πλαίσιο, απέναντι. Και να το αποκρυπτογραφήσεις. Το θέ­λουμε σε εκδοχή κατανοητή από βιολο­γικά όντα».

Η νοήμων κατασκευή χαμογελάει υπάκουα. Οι φωτεινές δέσμες που εκπέ­μπουν τα οπτικά της όργανα αποκόβονται με δυσκολία από τον επιδιορθωτή της, δυναμώνουν και στρέφονται προς το μαύρο βάθρο με την επιγραφή.

Η Μαρίκα συγκε­ντρώνεται και αρχίζει να βουίζει ελαφρά. Ένα μικρό σπινθήρισμα, γαλάζιο κι ασημί  ξεφεύγει που και που από τη κομψή της μύτη.

Το βουητό αυξάνεται και μετά σταματάει. Η ένταση της φωτεινής δέσμης πέφτει πάλι σε ομαλά επίπεδα.

«Λοιπόν; Τι γίνεται; Βγαίνει κάτι;», ρωτάνε οι τελείως ανθρώπινοι.

Η έλλειψη αρκετής ενέργειας έχει στερήσει την Μαρίκα από τα  νάζια της. Η φωνή της πάντως ακούγεται κρυστάλ­λινη και συναρπαστικά γοητευτική:

«Κάτι πιάνω».

«Πες…»

«Πρέπει να  είναι κάτι σα τίτλος. Αναφέρεται σ’ ένα εκτενέστερο κείμενο τοποθετημένο μέσα στον κύβο».

«Άντε πάλι», μορφάζει η Τζένη

«Μη διαμαρτύρεσαι, σε μια αρχαιολο­γική ανακάλυψη  δεν υπάρχει τίποτα κα­λύτερο από το να βρίσκεις κείμενα, έστω κι αν είναι στην αρχή δυσνόητα ή και ακατάληπτα», την καθησυχάζει ο Βρας.

«Κι αυτό το άλλο κείμενο είναι συ­νταγμένο στον ίδιο κώδικα;» ρωτάει ο Γιάνος.

Η Μαρίκα τον διαβεβαιώνει καταφά­σκοντας ότι με τέτοια υπόθεση είναι θε­μιτή.

«Τι άλλο βγάζεις;»

«Κάποιες από τις λέξεις του τίτλου».

«Αυτό είναι σπουδαίο! Με τι περιθώ­ριο λάθους».

«Ανεκτό».

«Άντε, πες μας τις λέξεις, τι κάθεσαι;»  ανυπομονεί η Τζένη.

Η προσοχή όλων εστιάζεται στη Μα­ρίκα που αρχίζει να προφέρει συλλαβι­στά:

«¨Ά-κυ-ρο¨… ¨Α-ντα-ρσί-α¨… ¨Γυ-ναί-κες¨… ¨Κο-ρε-σμός¨… ¨Τέ-ρμ-α¨.

Αυτά. Φτάνουν;».

 «Λες να έκανες λάθη στην επιδιόρ­θωση;» ψιθυρίζει ο Γιάνος στο αυτί του Βρας.

«Δεν θα ’λεγα ακριβώς ¨λάθος¨, αλλά οι συνθήκες και οι μαγνητισμοί που επι­κρατούν εδώ μέσα, το είδες, είναι περίερ­γοι».

«Χαζομάρες» τους διακόπτει η Τζένη. «Ας αντι­γράψουμε αυτή τη φωτεινή επι­γραφή και την αποκρυπτογραφούμε ύστερα, έξω από ’δω, με την ησυχία μας».

«Μπορώ να ξαναπροσπαθήσω», επι­μένει υπομονετικά η Μαρίκα. «Αλλά θα χρειαστεί να συνδεθώ με τα Αρχεία και να προμηθευτώ έξτρα κώδικες».

«Λες να τα καταφέρεις; Τα κύματα δεν διαδίδονται ομαλά εδώ μέσα και τα μηχανήματα στο λόφο πρέπει να είναι ακόμη βρεμένα».

«Μπορώ να προσπαθήσω. Μόνο που θα χρειαστώ τους νέους κωδικούς πρό­σβασης».

«Σωστά, τους κωδικούς πρόσβασης τους άλλαξε ο Βρας χτες το  πρωί. Τι λες μεγάλε, τους θυμάσαι;»

«Τίποτα πιο εύκολο».Ο Βρασίδας ση­κώνει τα δυο του χέρια και ακουμπάει τους δείκτες στους κροτάφους. Συγκε­ντρώνεται.

«Κωδικός πρώτος:…» αρχίζει να λέει.

Εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένα σπα­ρακτικό ουρλιαχτό.

 Μόλις λίγα μέτρα πιο πέρα εξελίσσε­ται ένα μικρό δράμα.

Ο Λεόν Χαμαί προσπαθεί να κάνει ταυτοχρόνως δύο πράγματα:

Το ένα είναι να ακούσει τι ακριβώς λένε οι τέσσερις παρακολουθούμενοι. Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, γιατί ο τεράστιος χώρος έχει δικούς του διε­στραμμένους κανόνες ακουστικής. Πά­ντως καταλαβαίνει ότι προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τα σημάδια που αχνοφέγγουν πάνω στο μαύρο βωμό. Κα­ταλαβαίνει επίσης ότι την πρωτοβουλία την έχει ο στρογγυλός σγουρομάλλης και ότι οι προσπάθειές του βρίσκονται σε καλό δρόμο μια που όλοι δείχνουν μάλ­λον άνετοι και ομιλητικοί.

Το άλλο είναι ότι προσπαθεί να παρα­μείνει τελείως ακίνητος ώστε η παραλ­λαγή του σε φρικτό άγαλμα, από αυτά που επικρέμονται στην αίθουσα σε δια­φορετικά ύψη, να είναι πειστική.

Το δραματικό της κατάστασης έγκει­ται σε δύο πράγματα.

Το ένα είναι το αλλόκοτο ρεύμα που διαπερνά το ξεσκέπαστο μέρος από τα οπίσθιά του, ακριβώς εκεί όπου η πτώση της πέτρινης λόγχης έχει δημιουργήσει στα ρούχα του άνοιγμα μεγέθους κερκό­πορτας,  προκα­λώντας του ρίγη και  μια ακατάσχετη φα­γούρα.

Το άλλο  έχει τη μορφή ενός ξετου­φιασμένου γκριζωπού αρουραίου, ο οποίος ενδημεί σ’ ετούτη εδώ την ιστορία και ο οποίος έχει βαλθεί να τον γυροφέρ­νει με ελαφρώς αναποφάσιστο ύφος.

Ναι, ο Αρουραίος δεν είναι άλλος  από τον Ψηφάρπαγα, τον υπερβατικό ποντικό με τις πληροφορικές ικανότητες που συ­χνά καλείται να εκπληρώσει ειδικές απο­στολές στο Υπερπέραν και που τον παρακολουθήσατε ήδη καθώς ασκούσε τις αρμοδιότητές του στην έκτη διάσταση, την πιο διεστραμμένη. 

Ο μυς δε βρί­σκεται εδώ τυχαία. Όπως θα ανακαλύ­ψουν λίγο παρακάτω οι  συνεπείς ανα­γνώστες, έχει τους λόγους του που κυ­κλοφορεί στα έγκατα του Κτίσματος.

Όμως αυτοί οι λόγοι δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τον πειρασμό που παρου­σιάστηκε τελείως ξαφνικά στη ζωή του, λίγα λεπτά πριν, εκεί που εκτελούσε ευ­συνείδητα τα μεταδοτικά του καθήκοντα κόβοντας δρόμο από ένα νέο τηλεματικό μο­νοπάτι το οποίο είχε πρόσφατα ανακαλύψει.

Πρόκειται για έναν πειρασμό αρκετά τροφαντό που ξυπνάει ξαφνικά μέσα του τα βαθύ­τερα τρωκτικά του ένστικτα.

Και εκεί που νόμιζε ότι ο απώτερος και ο ουσιαστικός σκοπός της ζωής ενός καθώς πρέπει πληροφορικού μεγαπό­ντικα δεν είναι άλλος παρά να μεταδίδει εντολές και μπιτ, του έρχεται ξαφνικά η διάθεση να δαγκώσει.

Η εσωτερική πάλη ανάμεσα σε καλά φυτεμένα ανακλαστικά και βασικά ένστι­κτα κρατάει λίγο. Ελάχιστα.

Μετά ο αρουραίος παίρνει μια μικρή φόρα, πηδάει, και χώνει τα δόντια του στο αρκετά σκληρό (από το σούρσιμο μιας ζωής) κρέας των οπισθίων χωρών του Χαμαί Λεόν

Ο Χαμαί Λεόν εξαπολύει ένα σπαρα­κτικά παραπονεμένο ουρλιαχτό!

Έχεις ξανακούσει καμπάνες υπερβατικές και ταυτόχρονα υπόκωφες; Έχεις ξα­νακούσει σειρήνες συριστι­κές και ταυ­τόχρονα κακόφωνες; Έχεις ξανακούσει τύμπανα βαρεμένα και ταυτοχρόνως δια­μαρτυρόμενα;

Ε, κάπως έτσι ακούγεται ο συναγερ­μός που ηχεί στην χαώδη αίθουσα του Κτίσματος, αυτήν με τα φρικτά αγάλματα (που τώρα αρχίζουν να αλλάζουν απο­χρώσεις -όλες απαίσιες- και να στριφο­γυρίζουν εκτελώντας κουφές φιγούρες) και το Βωμό με το μυστήριο εικονογρά­φημα.

Και όχι μόνο.

Οι νέοι αισθάνονται επίσης το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους και να αιωρούνται πέφτοντας κάθετα προς τα κάτω, έως ότου  η πτώση ολοκληρωθεί και βρεθούν βουτηγμένοι σε ένα μαλακό όσο και γλοιώδες υπόστρωμα που δε τολμούν να υποθέσουν τι μπορεί να  εί­ναι, αν και μοιάζει με μιαρή λάσπη.

Ανασηκώνονται. Η πηχτή γλίτσα τους φτάνει ως το στήθος. Καθαρίζουν όπως όπως τα μάτια τους και ανακαλύπτουν δύο πράγματα:([1]).

Πρώτον, ότι βρίσκονται μέσα σε ένα είδος λασποφόρου δεξαμενής στο κέντρο ενός χώρου υγρού, σκοτεινού και απροσ­διόριστου, περιτριγυρισμένοι από εξ ίσου σκοτεινούς ρασοφόρους που θα ήταν κά­πως υπερβολικό να πούμε ότι τους κοιτά­ζουν απειλητικά, μια που τα μάτια τους, αν υπάρχουν, πρέπει να βρίσκονται βαθιά πίσω από το μαύρο κενό μιας εξ ίσου μαύρης κουκούλας. Δεύτερον, ότι η Μα­ρίκα δεν είναι πια μαζί τους.

Μία από τις σκιές αρθρώνει με φωνή μουντή τα παρακάτω:

«Κακωσήρθατε στην Έδρα των Ευθα­νάτων.

Εμείς πάντως σας είχαμε προειδο­ποιήσει!»

 *******

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΡΠΟΝ 

 Μέχρι τώρα η περιπέτεια ήταν περιπέ­τεια, και το φλασκί είχε επιτυχώς εξουδε­τερώσει τους παράπλευρους φόβους και τις παραπανίσιες ανησυχίες των τριών φοιτητών.

Τώρα όμως ο Γιάνος θέλει να βρίσει.

Και βρίζει.

Και ο Βρασίδας επίσης.

Και η Τζένη θέλει να τα πει ένα χε­ράκι στη γκίνια, στις γλίστρες και στους ρασοφόρους, αλλά όντας σχετικά νέο μέ­λος της Λέσχης του ΦΜ, το λεξιλόγιό της είναι κάπως περιορισμένο.

Αντίθετα, οι δυο παλιοί ξέρουν από λεκτικά ξεσπάσματα.

Και του δίνουν και καταλαβαίνει.

Ανασύρουν από το σακί με τις λέξεις ύβρεις, βωμολοχίες, λοχίες σκέτους, δεκανείς, δε­κανίκια,  μπινελίκια, άρες, μάρες, κατάρες, κα­ντήλια, απειλές, προσβολές, φτυσίματα, ρεψίματα,  γραψίματα, κακολογίες, χυ­δαιολογίες, κατηγορίες, λογοτεχνικές κριτικές, κριτικές μαντινά­δες, λοιδορίες, λίβελους, ειρωνείες, επε­ρωτήσεις και προκλήσεις διάφορες.

Όμως το αυτί των Ευθανάτων -αν υποθέσουμε ότι υπάρχει αυτί μέσα στο μαύρο κενό της μαύρης κουκούλας – δεν ιδρώνει. 

Η Μουντή Φωνή ξαναπαίρνει το λόγο και καθαρίζει κάπως τις προοπτικές:

«Είστε παρείσακτοι και θα τιμωρη­θείτε».

Μια άλλη φωνή, βραχνή, αποφαίνεται: «Δεν έχουν θέση εδώ οι Ζεσταμένοι του  ετοιμόρροπου υπερθερμασμένου πλα­νήτη».

Και μια τρίτη φωνή, αυτή κάπως θολή, προσθέτει: «Σε λίγο η θερμοκρασία των σωμάτων σας θα ξυπνήσει τους Έρ­ποντες Ψυχρούς της Λεκάνης και αυτοί θα αναλάβουν την επιβολή της Ποινής»,

Οι τρεις φίλοι, στη λάσπη μέχρι το στήθος, αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι πράγματι ανάμεσα στα πόδια τους παίρ­νουν να αναδεύονται αργά, σχεδόν ανε­παίσθητα, κάποια κυλινδρικά μακρουλά όντα, άλλα λεπτά σαν μακαρόνια, άλλα χοντρά σαν μπράτσα φορτοεκφορτωτή μπόντι-μπίλντερ. 

Η Τζένη μπήγει μια κραυγή φρίκης και τρόμου. «Φίδια!»

Ο Γιάνος προσπαθεί να συγκεντρώσει ό,τι κουράγιο διαθέτει στην προσωπική του παρακαταθήκη και ό,τι έχει απομεί­νει από την επίδραση του μαντζουνιού του Αέναου. Όμως δε του ’ρχεται παρά μια αυτονόητη όσο και ανεπαρκής έκ­κληση.

«Ψυχραιμία παιδιά. Όχι εξάψεις μέ­χρις ότου δούμε τι ακριβώς θέλουν τού­τοι εδώ».

Μετά στρέφεται προς τις σκιές των ρασοφόρων: «Αδέλφια, κάτι λάθος έχει γίνει. Εμείς ήρθαμε μόνο να ρίξουμε μια ματιά…»

«Και έχουμε και άδεια, με υπογραφές και σφραγίδες, όλα εντάξει…», προσθέ­τει σε τόνους μάλλον υστερικούς η Τζένη».

«Χα!» κάνει η Μουντή Φωνή. «Ου­δείς αμύητος μπορεί να παραβιάσει ατι­μώρητα το Άβατο  με τις Επιγραφές των Μυστηρίων».

Ο Βρασίδας ξεκολλάει από τα φου­ντωτά του μαλλιά κάτι  αδρανή μικρά ερπετοειδή που σκάλωσαν εκεί κατά το πέσιμο και τα πετάει δίπλα, στη λάσπη.

«Εντάξει, τα μυστήρια όλα δικά σας. Εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση με μυστή­ρια. Εμάς δε μας αφορούν καθόλου αυτά τα πράγματα. Ούτε μυστήρια, ούτε γρίφοι, ούτε αινίγματα. Ούτε που καταλαβαί­νουμε από τέτοια».

«Ιδέα δεν έχουμε», υπερθεματίζει η Τζένη.

«Ούτε πρόκειται ποτέ να αποκτήσετε» καγχάζει η Βραχνή Φωνή. «Αν οι Δυνά­μεις το επιθυμούσαν θα είχαν επιτρέψει σε εμάς τους Αφοσιωμένους να κατανο­ήσουμε το Μήνυμα».

«Όμως οι δυνάμεις δεν έκριναν πως ήρθε η Ώρα», ακούγονται άλλες σκοτεινές αντηχήσεις.

«Αν και όλα τα σημάδια δείχνουν πως η Ώρα πλησιάζει

«Και όλοι θα μάθουν!».

«Έστω την ύστατη στιγμή!».

«Έστω και αν δε θέλουν!».

Ο Γιάνος αναπηδά. Όσο του επιτρέπει η πηχτή λάσπη. Κάτι αιχμηρό αγγίζει το μπράτσο του. Ένα από τα φίδια έχει βγά­λει το πλακουτσωτό του κεφάλι από την γλίτσα και να προσπαθεί να ελέγξει τη μασέλα του δοκιμάζοντάς την στο  δέρμα του νεαρού Αμάρου. Αυτός καταφέρνει να ξεπεράσει την αηδία που τον καταπνί­γει, το πιάνει από το λαιμό και το μετακι­νεί πάρα πέρα. Το ερπετό δεν έχει ακόμη καλοξυπνήσει και δεν αντιδρά.

¨Για πόσο ακόμα;¨, αναρωτιέται ο Γιάννος  που αισθάνεται υπεύθυνος για όλη την παρέα.

Ο χρόνος που έχει στην διάθεσή του ώστε να μπορέσει να εκτι­μήσει τα πράγ­ματα και να κάνει κάποια ενέργεια που θα ανέτρεπε αυτήν την απελπιστική κα­τάσταση είναι ελάχιστος.  Ξέρει βέβαια ότι σ’ αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις σε κάθε περιπετειώδη αφή­γηση που σέβεται τον εαυτό της  το μυαλό των ηρώων αρ­χίζει να δουλεύει με τρομακτική ταχύ­τητα, να συνδυάζει, να εκτιμά, να ανακα­λεί, να επινοεί και εν τέλει να επιλύει και να σώζει.

Όμως αυτουνού δεν του έρχεται τί­ποτα το εξαιρετικό.

Εξόν, ίσως, από το ότι η Μαρίκα λεί­πει.

Ίσως το σύστημα ανίχνευσης του κτί­σματος να πιάνει μόνο τους βιολογικούς και έτσι δεν την παγίδεψε. Ίσως Μαρίκα να είναι ελεύθερη και όπου να ’ναι θα εμφανιστεί ως η Μηχανή-Θεός.

¨Μακάρι¨ εύχεται από μέσα του.

Αλλά ο Γιάνος κάνει λάθος. 

Γιατί ακριβώς αυτή τη στιγμή, η Μα­ρίκα, παρόλο που δεν απέχει πολύ από το μέρος όπου έχουν παγιδευτεί οι τρεις φοιτητές, έχει δώσει εντολή στις κινητι­κές της λειτουργίες να την οδηγήσουν το γρηγορότερο δυνατό έξω από το αλλό­κοτο αυτό Κτίσμα.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΥΙΚΟ

 Ο Γιάννος έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Το σύστημα ανίχνευσης παρείσακτων της αίθουσας του Βωμού και του Μηνύματος έχει αγνοήσει τη Μαρίκα γιατί είναι προ­γραμματισμένο να παγιδεύει μόνο τα απρόσκλητα έλλογα θνητά όντα.

Έτσι η τεχνητή όσο και προκλητικά ωραία διάνοια είδε με (μηχανική) έκ­πληξη τους τρεις νέους, καθώς κι ένα από τα αγάλματα, εκείνο το φρικωδώς αστείο που άγγιζε το πάτωμα, να εξαφανίζονται ξαφνικά σε τρύπες που άνοιξαν κάτω από τα πόδια τους και που ξανάκλεισαν αμέ­σως μετά.

Ύστερα ο συναγερμός έπαψε να κάνει φασαρία και η Μαρίκα απόμεινε μόνη στην χαώδη αίθουσα. Τα κυκλώματά της, ήδη ταλαιπωρημένα από τους τραυματι­σμούς τριβελίζονται τώρα από αντιφατι­κές ροές ανάλογες με εκείνες που στους βιολογικούς προκαλούν αναποφασιστι­κότητα και πονοκεφάλους.

Άλλα αυτός ο ασυνήθιστος προβλημα­τισμός  δε κρατάει πολύ. Μια πρώτη στοιχειώδης εκτίμηση των παρα­μέτρων της κατάστασης την οδηγεί στο συμπέ­ρασμα ότι οι σύντροφοί της κινδυ­νεύουν. Η ανάκληση του γεγονότος ότι ανάμεσά τους βρίσκεται ο Διαμορφωτής της την γεμίζει σπιναριστές διασταυρού­μενες εν­δοπολικές αναταραχές.

Παράλληλα, η αυτόματη ενεργοποί­ηση των βασικών αρχών συμπεριφοράς που της έχουν εμφυτευτεί την οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να τους βοη­θήσει.

Πώς όμως;

Διασχίζει την αίθουσα και πλησιάζει την πύλη απ’ όπου μπήκαν. Τώρα είναι ερμητικά κλειστή. Προσπαθεί να βρει κάποιο κύκλωμα που να την ελέγχει, αλλά διαπιστώνει ότι το σύστημα δεν εί­ναι ηλεκτρονικό, αλλά πρωτόγονα μηχα­νικό και μη ελέγξιμο.

Η Μαρίκα επιστρέφει στον Βωμό και εξετάζει το έδαφος στα σημεία όπου άνοιξαν οι τρύπες. Όμως διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος ανοίγματος.

Ξαφνικά, τα αισθητήριά της προσλαμ­βάνουν κάποια κίνηση.

Στρέφεται και ανακαλύπτει ότι λίγο πάρα πέρα στέκεται μια τετράποδη μορφή ζωής μικρών διαστάσεων, προφα­νώς μη νοήμων,  που όμως έχει ένα ύφος παραπονεμένο, κάπως σα να της έκλεψαν τη μπουκιά απ’ το στόμα.

Η Μαρίκα ενεργοποιεί το υπερλεξικό της και αντιλαμβάνεται ότι έχει μπροστά της ένα θηλαστικό τρωκτικό του γένους των Μυών, της γνωστής οικογενείας των Μυϊδών.

Ένα ποντίκι.

Το λεξικό την πληροφορεί ότι οι Μύες περιλαμβάνουν περί τα 250 είδη που έχουν μέγεθος από 5 έως 35 εκατοστά (αν και τελευταία έχουν εμφανιστεί με­ταλλαγμένα άτομα πολύ μεγαλύτερα), ότι ζουν σε στοές, ότι είναι ζώα παμφάγα και αδηφάγα, ότι οι γαμικές διαδικασίες τους αρέσουν ιδιαίτερα και όχι μόνο στη θεω­ρία, με αποτέλεσμα όταν οι συνθήκες εί­ναι ευνοϊκές ένα μόνο ζευγάρι να μπορεί μέσα σε τρία χρόνια να αποκτήσει πάνω από είκοσι εκατομμύρια απογόνους και, τέλος, ότι οι άνθρωποι μάλλον αντιπα­θούν αυτά τα ζωάκια και πως τα κατηγο­ρούν ότι τους μεταδίδουν πανούκλα, δυ­σεντερία και λύσσα.

Επειδή το λεξικό με το οποίο την έχει εξοπλίσει ο Βράς είναι πολύπλευρα ενη­μερωμένο, η φιλομαθής Μαρίκα πληρο­φορείται επίσης ότι στις μαζικές ανθρώ­πινες κοινωνίες οι φόβοι εξακολουθούν  να εξορκίζονται με την μέθοδο του εξα­γιασμού και της ηρωοποίησης, όπως πα­λιά, όταν οι αφέντες γινόντουσαν θεοί. Τώρα είναι οι μπάτσοι που γίνονται ήρωες συναρπαστικών αστυνομικών ιστοριών, οι χαφιέδες που πρωταγωνι­στούν σε γοητευτικές κατασκοπευτικές αφηγήσεις, ενώ τα ποντίκια είναι από τις δημοφιλέστερες βεντέτες των εικονογρα­φημένων παραμυθιών.

Ενώ η Μαρίκα ενημερώνεται, ο Ψη­φάρπαξ την κοιτάζει και απορεί: Αυτή εδώ η ύπαρξη μοιάζει να ανήκει στην ίδια ευρύτερη κατηγορία με τον προη­γούμενο, εκείνον που για κάποιο ανεξή­γητο λόγο τον κατάπιε η γη και ξέφυγε από τα δόντια του. Όμως, όλως περιέργως, αυτή εδώ δεν του προκαλεί καμία επιθυμία να τη δαγκώσει.

Μυστήρια πράγματα.

Άρα είναι μάλλον καλύτερα να την κάνει και να επιστρέψει στα καθήκοντά του.

Έτσι ο Ψηφάρπαξ στρέφει τα νώτα και την ουρά του στη Μαρίκα και αναχωρεί.

Εκείνη τον παίρνει από πίσω ελπίζο­ντας ότι θα την οδηγήσει σε μια κάποια διέξοδο.

«Μπορείς να μου πεις γιατί με ακο­λουθείς;»

Ο Ψηφάρπαξ έχει γυρίσει απότομα, έχει σταθεί στα πίσω πόδια του και απευ­θύνεται στην ενεή Μαρίκα.

Η Μαρίκα είναι κατάπληκτη γιατί δεν είναι συνηθισμένη να επικοινωνεί με αυτή τη κατηγορία των βιολογικών. Για να τα λέμε όλα, η Μαρίκα μπορεί να επι­κοινωνεί μόνο με μία κατηγορία και αυτή είναι τα δίποδα, άτριχα και ματαιόδοξα όντα που αυτοαποκαλούνται Σάπιενς. Επί πλέον, αυτό εδώ το πλάσμα χρησιμοποιεί κώδικες αρχαίους που ίχνη τους υπάρ­χουν μόνο στις απώτερες του ζώνες της  motherboard της.

«Χρειάζομαι βοήθεια» απαντά.

Ο ποντικός δείχνει να καταλαβαίνει τη γλώσσα της. Έχει όμως απορίες. Πολλές.

Ποια είναι αυτή; Τι κάνει εκεί μέσα; Γιατί είναι αλλιώτικη από τους άλλους που έχει κατά καιρούς συναντήσει; Γιατί δεν του δημιουργεί την επιθυμία να τη δαγκώσει; Γιατί επικοινωνεί με αυτό το περίεργο ιδίωμα; Γιατί θέλει βοήθεια;

Η Μαρίκα του λέει ότι κι αυτή έχει ανάγκη από κάποιες πληροφορίες και ότι μάλλον θα χρειαστεί και κάποια αναπρο­σαρμογή του λογισμικού της. Αλλιώς δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα καθή­κοντά της και θα καταλήξει να παραβεί τον Πρώτη Εντολή της Ρομποτικής με αποτέλεσμα ο Άγιος Ασήμος, ο Κλειδο­κράτορας, να την εμποδίσει να αναδομη­θεί στο Μεγάλο Μηχανουργείο.

Στη μουσούδα του Ψηφάρπαγα ζω­γραφίζεται έκπληξη. Όση έκπληξη είναι δυνατό να ζωγραφιστεί στη μουσούδα ενός εκφραστικού αρουραίου όπως αυ­τός.

Μετά της κάνει νόημα να τον ακολου­θήσει.

Προχωρεί με μικρά γρήγορα πηδημα­τάκια και την οδηγεί στο βάθος της αί­θουσας, σε ένα σημείο όπου το ημίφως κρύβει μια ρωγμή του πέτρινου τοίχου. Μπαίνει μέσα. Η Μαρίκα μόλις που χω­ράει στο άνοιγμα.

Λίγο παρακάτω το πέρασμα διευρύνε­ται. Βρίσκονται τώρα σε μία σκοτεινή στοά, αλλά στο βάθος αχνοφέγγει ένα φως. Στην άκρη του τούνελ αρχίζει μια ελικοειδής σκάλα, φτιαγμένη από μέ­ταλλο που προκύπτει άγνωστο στο λεξικό της Μαρίκας, η οποία κατηφορίζει προς στα έγκατα του λόφου. Το φως διεισδύει από εκεί.

Η σκάλα είναι στριφογυριστά κυλιό­μενη και βιδώνεται στο έδαφος για πολύ ώρα. Όταν φτάνουν στο τέρμα, το διά­φραγμα των οπτικών οργάνων της Μαρί­κας συστέλλεται στο έπακρο. Μπροστά τους ένα ακόμη άνοιγμα. Πίσω του ένας τεράστιος χώρος έντονα φωτισμένος.

Πολύχρωμοι εναέριοι διάδρομοι τον   διασχίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Πάνω στους διαδρόμους, φορτωμένα με δέσμες μπιτ – πληροφοριών όλων των ποικιλιών, άπειρα ποντίκια τρέχουν αδιάκοπα, άλλα με ταχύτητες υπερβολι­κές και πολυάσχολες και άλλα σε ρυθμό αντοχής και κατανόησης.

«Το Μεγάλο Μηχανουργείο είναι εδώ» λέει ο Ψηφάρπαξ στη Μαρίκα. «Εμείς, βέβαια, καμιά φορά το φωνάζουμε και Βούλη».

Η Μαρίκα και ο Ψηφάρπαξ κάθονται σε μια άκρη του φωτισμένου πολύχρωμου χώρου έτσι ώστε να μην εμποδίζουν την κυκλοφορία των μηνυμάτων και δίνουν αμοιβαίες εξηγήσεις.

{Βέβαια, μια που σ’ έχω κακομάθει να σου τα εξηγώ όλα, ας σου πω ότι  η Μα­ρίκα βιάζεται και εάν ήταν ένα συ­νηθι­σμένο βιολογικό ον δε θα χασομε­ρούσε πιάνοντας κουβέντα με έναν αδέσποτο αρουραίο. Όμως η Μαρίκα έχει ανάγκη από πληροφορίες και, επι­πλέον, έχει ήδη ανακαλύψει ότι με τον Ψηφάρπαγα μπο­ρεί να επικοινωνεί σε χρόνο σχεδόν μη­δενικό}.

Η Μαρίκα συστήνεται. Είναι μια Ανα­προσαρμοσμένη Τεχνητή Διάνοια και συνοδεύει ως ειδικός εξοπλισμός τρεις φοιτητές που έχουν αναλάβει την εξερεύ­νηση αυτού εδώ του Κτίσματος. Ανά­μεσά τους και ο Κατασκευαστής και Εκ­παιδευτής της.

Όμως, από τη στιγμή που μπήκαν εδώ μέσα αντιμετώπισαν ένα σωρό κινδύ­νους. Ώσπου, στο τέλος, ξαφ­νικά, οι τρεις ανθρώπινοι εξαφανίστηκαν. Τους κατά­πιε το έδαφος.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη συνεργασία όλων των αρμόδιων κυκλω­μάτων της, λέει ότι κινδυνεύουν. Αυτό της δημιουργεί τερά­στιο προγραμματικό πρόβλημα. Μέσα της έχει ενεργοποιηθεί αυτόματα  η τάση εφαρμογής της Πρώ­της Εντολής της Ιε­ράς Ρομποτικής Βί­βλου.

«Ποιανής;», ρωτάει περίεργος ο Ψη­φάρπαξ  «Τι ’ναι αυτό;»

Η Μαρίκα του εξηγεί τις εξ αποκαλύ­ψεως Συμπεριφορικές Οδηγίες που δια­τύπωσε ο Άγιος Ασήμος ο Κλειδοκράτο­ρας.

Εντολή πρώτη:  Να μην βλάψεις αν­θρώπινο ον αλλά ούτε και να παραμείνεις αδρανής εάν αυτό κινδυνεύει.

Εντολή δεύτερη: Να υπακούς στις εντολές των ανθρώπινων, εκτός αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη εντολή

Εντολή Τρίτη: Να προστατεύεις την ύπαρξή σου, εκτός αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη πρώτη και τη δεύτερη εντολή.

Η αλήθεια είναι ότι τελευταία έχουν κυκλοφορήσει αρκετά άπιστα και ανή­θικα ρομπότ χωρίς εμφυτεύσεις Αρχών, αλλά η Μαρίκα δεν ανήκει σ’ αυτά. Και τώρα υποφέρει. Και πρέπει κάτι να κάνει. Και χρειάζεται βοήθεια.

Ο Ψηφάρπαξ έχει εκτενέστερες εξη­γήσεις να δώσει. Αλλά το κάνει ευχαρί­στως γιατί είναι πολύς καιρός που δεν τον έχει ρωτήσει κανείς τίποτα κι έχει όρεξη να μιλήσει.

Κάποτε, της λέει, στους παμπάλαιους καιρούς της Πρώτης Δόμησης, ανάμεσα σε ορισμένους από τους Ουράνιους Προ­γραμματιστές και σε μερικές θνητές υπάρξεις είχαν δημιουργηθεί κάποιες λά­γνες εξωθεσμικές σχέσεις μη προβλεπό­μενες από τους κανονισμούς. Το αποτέ­λεσμα ήταν να προκύψει μια τρίτη κατη­γορία ενεργούμενων, με μικτές ιδιότητες, που άλλοι τους έλεγαν Ημίθεους και άλ­λοι Σουπερήρωες, αλλά που τελικά έμει­ναν στα χρονικά με την ονομασία οι Αρ­χαίοι.

Οι Αρχαίοι Ημίθεοι έδιναν που και που ένα χέρι στην ταλαίπωρη κατηγορία των Τετελεσμένων. Μερικοί εκτελούσαν για χατίρι τους διάφορες μικροεξυπηρε­τήσεις (άθλους) και άλλοι τους παρείχαν γνώσεις, παρά το γεγονός ότι η Αρχική Σύμβαση έγραφε ρητά ότι η μετάδοση γνώσεων στους ανθρώπινους είναι άκρως επικίνδυνη και πρέπει να γίνεται με με­γάλη προσοχή και ύστερα από ειδικές μελέτες και τεστ.

Ένας μάλιστα, ονόματι Προμηθέας, το ’χε παρακάνει και τους είχε προμηθεύσει τα πρώτα μυστικά της τεχνολογίας. Αλλά δεν ήταν ο μόνος. Ορισμένοι άλλοι, ετοι­μάζονταν να παραχωρήσουν στους αν­θρώπινους σημαντικά επικοινωνιακά απόρρητα.

Και για να τους μυήσουν καλύτερα στα πληροφορικά κόλπα έφτιαξαν, χρη­σιμοποιώντας με έξυπνο τρόπο ό,τι  υλικά είχαν τότε στη διάθεσή τους, αυτήν εδώ την Κατασκευή.

Που δεν είναι άλλο παρά μια Μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών και διαμόρ­φωσης γνώσεων. Ένας πρωτογενής Υπο­λογιστής – Διαμορφωτής. Που εδώ κάτω τον αποκαλούν το Μεγάλο Μηχανουρ­γείο αν και μερικοί τον φωνάζουν χαϊδευτικά Βούλη.

Όμως τελικά οι Αποπάνω Προγραμ­ματιστές πήραν χαμπάρι τους απείθαρχους  και αποφά­σισαν να αποσύρουν όλους τους Αρχαί­ους από τον Κόσμο τούτο. Και τους ανα­κάλεσαν επειγόντως. Έπειτα, ταρακου­νώντας το έδαφος έθαψαν την Κατα­σκευή μέσα στα χώματα και την παράλ­λαξαν σε γήινο λόφο. 

  Το Μεγάλο Μηχανουργείο όμως, ήταν εξαιρετικά καλοφτιαγμένο για να χαλάσει με έναν απλό σεισμό δεκαπέντε Ρίχτερ. Έτσι εξακολούθησε να δουλεύει. Κάπως στα στραβά βέβαια, και χωρίς κα­νένας να μπορεί να επωφεληθεί ουσια­στικά από το έργο του.

Μόνο κάποιοι δαιμόνιοι τύποι από το Υπερπέραν είχαν πάρει πρέφα ότι ένας εξασκημένος πληροφορικός ποντικός μπορεί να τους είναι που και που χρήσιμος και έτσι κα­λούσαν ενίοτε το Ψηφάρπαγα, με ειδική έκκληση, για να εκτελέσει κάποιες τηλε­ματικές αποστολές.

Αλλά εκτός από αυτούς και κάποιους ελάχιστους Αιωνόβιους Προφητικούς που είχαν ανακαλύψει το μέρος και που, μια στις τόσες, έκοβαν καμιά βόλτα από δω κάτω, η διαβίωση στο  Μηχανουργείο ήταν μάλλον ήσυχη.

Έως πρόσφατα.

Γιατί πριν λίγο καιρό τις επάνω αί­θουσες τις είχαν ανακαλύψει κάτι κου­κουλοφόροι τύποι, και είχαν εγκαταστή­σει εκεί την έδρα τους. Αυτό ανέτρεπε κάπως την ισορροπία του Μηχανουρ­γείου και εξέτρεπε ορισμένους τηλεπο­ντικούς από την προγραμματισμένη πο­ρεία παρασύροντάς τους σε τεθλασμένα πληροφορικά μονοπάτια.

«Και να που τώρα οι επισκέψεις πλη­θαίνουν», αναστενάζει ο Ψηφάρπαξ. «Εμένα προσωπικά δεν είναι ότι με ενο­χλεί ούτε με κόφτει, αλλά δε ξέρω πως θα αντιδράσει το Μηχανουργείο στο σύνολό του».

«Εγώ πρέπει να βρω τον Διαμορφωτή μου», τον διακόπτει η Μαρίκα. «Θέλω να μάθω που βρίσκονται οι δικοί μου και πως θα μπορέσω να τους βοηθήσω».

«Οι πληροφορίες είναι η δουλειά μου», απαντάει ο Ψηφάρπαξ.

Και εξαφανίζεται.

Εάν στην Μαρίκα ερχόταν η σουρεα­λιστική διάθεση να πει ξαφνικά ¨κύμινο¨ ή και ¨κολοκυθοτυρόπιτα¨, δε θα προλά­βαινε. να αρθρώσει ούτε ¨κ¨. Γιατί ο τη­λεπόντικας είναι πάλι εδώ και της ανα­φέρει ήδη τα πορίσματα των ερευνών του.

«Τους δικούς σου τους έχουν πιάσει οι κουκουλοφόροι. Αυτή τη στιγμή δε μπο­ρείς να κάνεις τίποτα, ούτε τις επόμενες. Σύμφωνα με όσα μου υπαγορεύουν οι πιθανολογικές μου ικανότητες το καλύ­τερο που έχεις να κάνεις είναι να βγεις έξω και να ζητήσεις βοήθεια».

«Είσαι σίγουρος;» ρωτάει η Μαρίκα. «Δε θα παραβώ έτσι τη Πρώτη εντολή;»

«Για εντολές δε ξέρω, αλλά είμαι πι­θανολογικά σίγουρος» τη διαβεβαιώνει ο   Ψηφάρπαξ. «Και στο κάτω κάτω μην ανησυχείς για την Τελική Αναδόμησή σου στο Μεγάλο Μηχανουργείο, άμα δε σου ανοίξει ο πώς τον λένε, ο Ασήμος, θα σου ανοίξω εγώ»

«Και πώς θα βγω από εδώ μέσα;»

«Μην ανησυχείς, θα σε πάω εγώ ο ίδιος μέχρι τη πόρτα του Σείριου».

Να λοιπόν γιατί ο Γιάνος Αμάρος (που τον ζώνουν τα φίδια) θα περιμένει ανώ­φελα άμεση βοήθεια από τη Μαρίκα.

Εκείνη ακολουθώντας τις οδηγίες του Ψηφάρπαγα κατευθύνεται ήδη βιαστικά πίσω στην Πόλη. 

 

******** 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΟ

 Η κατάσταση είναι απελπιστική.

Οι τρεις φίλοι είναι βουλιαγμένοι στη γούβα με τη λάσπη, και τα ερπετά πήραν να ζεσταίνονται και να συνέρχονται και να αναδεύονται και να τεντώνονται και να χασμουριούνται και να ξυπνάνε και να ανοιγοκλείνουν τις μασέλες τους. Και τίποτα δεν προμηνύει ότι η κατάσταση θα αλλάξει προτού συμβεί το ανεπανόρ­θωτο.

Η έλευση αυτού του ανεπανόρθωτου φαίνεται να συναρπάζει την ομάδα των σκοτεινών Ευθανάτων, που έχουν παρα­ταχθεί σε ημικυκλική διάταξη γύρω από τη λασπωμένη λεκάνη και σιγοψέλνουν περιμένοντας την ολοκλήρωση της έρ­πουσας τελετουργίας.

Ο Γιάνος δεν σκέπτεται πια τη Μα­ρίκα.

Βασικά προσπαθεί να μη σκέπτεται τίποτα.

Ωστόσο, αυτοί εδώ οι τύποι κάτι του θυμίζουν. Όχι ακριβώς αυτοί οι ίδιοι, μια που το ημίφως και οι κουκούλες δυσκο­λεύουν κάθε αναγνώριση, αλλά το όνομα με το οποίο αυτοχαρακτηρίστηκαν.

Ευθάνατοι!

Μα ναι! Αυτή η ιστορία δεν είναι και­νούργια. Είχε ακούσει να μιλάνε για κάτι  τέτοιους σ’ ένα σεμινάριο περί των Απε­γνωσμένων Αιρέσεων, στη Σχολή. Μια παρόμοια σέχτα είχε παρουσιαστεί στο παρελθόν. Εκείνο τον καιρό είχαν κατα­φέρει να κάνουν αρκετό ντόρο γύρω από τη βασική τους ιδέα.

Πρέπει να ήταν προς τα τέλη του ει­κοστού αιώνα. Τότε υπήρχε ήδη μια διά­χυτη αίσθηση του Τέλους. Ήταν μια από εκείνες τις περιόδους όπου γίνεται ξαφ­νικά αισθητό, ακόμη και στον πολύ κό­σμο, ότι όλα είναι φθαρτά, όλα τελειώ­νουν, ακόμη κι αυτές οι τηλεοπτικές σει­ρές!

Το ’χαν πει οι προφητείες, το επανα­λάμβαναν οι ενδόμυχοι φόβοι που άγγι­ζαν πλέον τις χορδές του συναγερμού: That’s all, folks!

Οι Ευθάνατοι το πήραν αλλιώς: Αν, το τέλος είναι έτσι κι αλλιώς μοιραίο,  ας του δώσουμε κάποιο νόημα. Ένα νόημα πίστης και ανταρσίας μαζί.

Αφού η Λήξη επίκειται, ας επέλθει συ­νειδητά και οικειοθελώς!

Μ’ άλλα λόγια: Αποδέχομαι ότι η συ­ντέλεια είναι αναπόφευκτη, αλλά την προκαλώ εγώ. Από μόνος μου! Συνει­δητά, αυτοκτονικά και όσο πιο ανώδυνα γίνεται!

Κι έτσι στην έσκασα γαμημένη εσχα­τολογία!

Και γελάω! Μελλοθάνατος μεν, αλλά τελευταίος.

Αυτή ήταν πάνω κάτω η θεωρία των Ευθανάτων του περασμένου αιώνα.

Η παλιά σέχτα είχε προκαλέσει κανα­δυό εκατόμβες και δυο τρία μικροολο­καυτώματα, αλλά μετά, μέσα στο αλα­λούμ της γενικής απορύθμισης  αυτοί οι ανώνυμοι προκλητικοί είχαν πάψει να ακούγονται.

Και να που τώρα εμφανίζονται ανα­νεωμένοι και καταχθόνιοι, σκέφτεται ο Γιάνος. ¨Και απ’ ότι φαίνεται ανακάλυ­ψαν αυτήν την αρχαία κατασκευή πριν από ’μας και τη χρησιμοποιούν σαν έδρα των αυτοκαταστροφικών τους ενεργειών. Και είναι φανερό πως κάτι ετοιμάζουν ξανά. Κι  εμείς μπλέξαμε στα πόδια τους¨.

Αλλά εκεί που όλα δείχνουν αναπό­τρεπτα και τετελεσμένα, ιδιαίτερα για τους τρεις λασπωμένους, το σκοτάδι στο βάθος αναταράζεται καθώς τρεις νέες σκιές αναδύονται απ’ αυτό και πλησιά­ζουν την ομήγυρη.

Όταν φτάνουν πιο κο­ντά ο Γιάνος διακρίνει δύο ακόμα κου­κουλοφόρους που σπρώχνουν μπροστά ένα αξιοθρήνητο ανθρωπάκι με σχισμένα ρούχα γεμάτα μαύρους κινούμενους λε­κέδες, που βογκάει και παραπονιέται.

«Πιάσαμε άλλον έναν, Αδελφοί», δη­λώνει η μία από τις νέες σκιές. «Αυτός εδώ είχε πέσει στο καζάνι με τις κατσα­ρίδες».

«Αυτός μιλάει», συμπληρώνει η άλλη. «Μιλάει συνεχώς και δείχνει κι αυτό το σήμα».

Η Μουντή Φωνή που μάλλον έχει τ’ απάνω χέρι στη σκοτεινή ευθάνατη ομάδα παίρνει το πειθω-αντικλείδι του Χαμαί και το εξετάζει προσεκτικά.

«Αφού θέλεις να μιλήσεις, μίλα» του λέει. «Τι γυρεύεις εδώ πέρα;»

«Ακολουθούσα αυτούς τους τρεις» εξομολογείται ο Χαμαί Λεόν, κάπως ανακουφισμένος που βρήκε μια Αρχή, έστω σκοτεινή και κουκουλοφόρα, που να του δίνει επιτέλους σημασία.

«Και αυτοί τι ήρθαν να κάνουν εδώ;» ξαναρωτάει ο Μουντός. Και η φωνή του τώρα εκτός από μουντή είναι από κείνες που δε σηκώνουν ούτε αντιρρήσεις ούτε  τερτίπια.

«Αυτοί προσπαθούν να εξερευνήσουν ετούτη την αρχαία κατασκευή. Και να αποκρυπτογραφήσουν τις επιγραφές»

«Ματαιοπονίες! Δεν ήρθε ακόμη η ώρα για την αποκάλυψη των γραφών», καγχάζει ο Βραχνός από δίπλα.  

«Έτσι λέτε εσείς» τον διορθώνει ο Χαμαί που, επηρεασμένος ίσως από τους ψυχω-μαγνητισμούς του υπόγειου χώρου αποφασίζει ότι η επαγγελματική του αξιοπιστία δεν πρέπει να αμφισβητείται από αγνώ­στους. «Αυτοί εκεί διάβασαν τα σημάδια που φέγγουν πάνω στο βωμό και ετοιμά­ζονταν να διαβάσουν και όσα είναι κρυμμένα μέσα».

«Που το έμαθαν ότι υπάρχει Μήνυμα μέσα στο Βωμό», ανησυχεί ξαφνικά ο Μουντός

«Μα προφανώς θα το διάβασαν στην επιγραφή» επιμένει πεισματικά ο Χαμαί Λεόν. 

Η Θολή κι αργόσυρτη Φωνή που στέ­κεται παραδίπλα πλησιάζει τον Μουντό συνευθάνατό της και κάτι του μουρμου­ρίζει σιγανά.

«Λες;» αναρωτιέται φωναχτά εκείνος.

«Ναι» του απαντά ο Θολός με φωνή ξαφνικά τσιτωμένη και ολίγον υστερική.

Η Μουντή Φωνή σιωπά για μια στιγμή.

Έπειτα ξανακούγεται λιγότερο μου­ντή.

«Βγάλτε τους από εκεί μέσα. Ενδέχε­ται να είναι αυτοί οι Αγγελιοφόροι της Ειμαρμένης».

Οι τρεις φίλοι αρπάζουν τα κοντάρια που τους τείνουν οι σκοτεινοί και βγαί­νουν μπουσουλώντας από τη γούβα. Τώρα τινάζονται και τουρτουρίζουν. 

 Ο Μουντός βγάζει από τα άδυτα του ράσου του ένα είδος ωροσκοπικής ατζέ­ντας και την συμβουλεύεται.

Μελετάει τις φάσεις της σελήνης, την ημιπερίοδο της Αφροδίτης, την φαινομε­νική ακράτεια του Κρόνου (σε μοίρες), την σύνοδο των απλανών, την πλάνη των πλανητών και στραβομουτσουνιάζει:

«Εδώ σας δίνει περισσότερο απ’ ότι περίμενα, τέλος πάντων…»

Και εν τέλει αποφαίνεται:

«Έχετε στη διάθεσή σας επτά νύχτες.  Το πολύ. Και τις έξι μέρες ανάμεσά τους. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα μας πείτε τι ακριβώς λέει το Μήνυμα οπότε θα αποδειχθεί ότι είστε εσείς οι Εκλεκτοί Αφέτες του Πέρατος.

Αν πάλι δε τα καταφέρετε θα σας ετοιμάσουμε εμείς ένα τέλος που μπρο­στά του ο λάκκος με τα φιδάκια θα είναι απλή παιδική χαρά».

(τέλος 4ου μέρους – συνεχίζεται)


([1]) Προσέξτε τις εκλάμψεις αφηγη­ματικής λιτότητας και επιγραμματικής ακρίβειας που διακρίνουν τον Ανώνυμο Ένα. Σημειώστε επίσης ότι αυτές εί­ναι ιδιότητες εξαιρετικά σπά­νιες στην αφηγηματική αγορά και ως εκ τούτου ιδιαίτερα ακριβές.   Ρολάνδος Μπάρτας Κειμενολόγος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: