Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α1

(Βλέπε παραπάνω την εισαγωγή)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ώρα 05.30, Στρούμφειο

Ο μακρύς διάδρομος που έτρεχε, ακούραστος, ανάμεσα στις παραταγμένες πόρτες των γραφείων των καθηγητών και την τζαμαρία που έβλεπε προς το πάρκο, θα έπρεπε να είναι έρημος αυτή την ώρα.

Και όμως δεν ήταν. Μέσα στο λιγοστό φως που διάχεε μια μόλις εκκολαπτόμενη ανατολή, ένας υποθετικός παρατηρητής θα μπορούσε να διακρίνει μια σκιά που γλιστρούσε αθόρυβα προς το πλατύσκαλο με τα ασανσέρ.

Η σκιά ήταν σκεπασμένη με μια φαρδιά μπέρτα που έκρυβε τις πραγματικές της διαστάσεις. Φορούσε ακόμη μπερέ και μαύρα γυαλιά. Η μπέρτα διέθετε ανασηκωμένους γιακάδες και ο μπερές ήταν κατεβασμένος ως τα φρύδια. Στην πλάτη της ήταν κρεμασμένη η σκιά ενός σάκου.

Η σκιά πάτησε το κουμπί ανάμεσα στους δύο ανελκυστήρες το οποίο έγινε αμέσως κατακόκκινο. Το αριστερό ασανσέρ έφτασε με ένα νυσταγμένο ξεφύσημα διαμαρτυρίας και η σκιά μπήκε μέσα με μία σχεδόν χορευτική κίνηση (κάτι ανάμεσα σε Φρεντ Ασταίρ και Θανάση Βέγγο στο «Πράκτωρ Θου Βου»). Το ασανσέρ πήρε την κάτω βόλτα, δηλαδή τη μία από τις δύο κατευθύνσεις που καθόριζαν τη μοναδική ελευθερία αλλά και το μοναδικό δίλημμα της ζωής του (φυσικά όταν δεν ασθενούσε ή απεργούσε, πράγμα όχι σπάνιο).

 Όταν έφτασαν στο κάτω τέρμα, η σκιά δεν έδειξε καμιά διάθεση να βγει. Αντίθετα, με το αριστερό γαντοφορεμένο χέρι πάτησε το «στοπ», ενώ ταυτόχρονα, με το δεξί πληκτρολόγησε το μετασατανικό αριθμό 0667, στο κάθετο ταμπλό με τους αριθμούς των ορόφων.

Το ασανσέρ άρχισε να ξανακατεβαίνει. Ένα αναπόφευκτα σκοτεινό χαμόγελο διαγράφτηκε στα αόρατα χείλη της σκιάς: Οι πληροφορίες που είχε εκμαιεύσει ήταν σωστές. Η σκιά και ο ανελκυστήρας σταμάτησαν ύστερα από ένα κάθετο ταξίδι απροσδιόριστης διάρκειας. Η σκιά έριξε ένα μισό χαμόγελο το οποίο, αφού διέγραψε ορισμένους διεστραμμένους κύκλους, κατακάθισε τελικά στο πάτωμα. Με το πάντοτε γαντοφορεμένο δάκτυλο ανασήκωσε ελαφρά το μπερέ. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα που βρήκε πρόχειρη στα περίχωρα και έσπρωξε τη πόρτα του ανελκυστήρα.

 Έξω το σκοτάδι ήταν βαθύ. Η σκιά τράβηξε από το σάκο ένα φακό και τον άναψε. Η φωτεινή δέσμη ξέσχισε το σκοτάδι και αποκάλυψε ένα διάδρομο που ερχόταν από τα δεξιά και τραβούσε προς τα αριστερά ανενόχλητος. Ξανάβαλε το χέρι στο σάκο και αυτή τη φορά τράβηξε έξω έναν ανιχνευτή τεχνητής νοημοσύνης made in Taiwan και τον άναψε. Ο ανιχνευτής έκανε «τικ». Ύστερα έκανε «τακ». Μετά και ενώ τον έστριβε προς τα αριστερά έκανε: «τίκι-τακ, τίκι-τακ, τικι-τίκι τίκι-τακ και ούτω καθεξής, ενώ κάτι πολύχρωμα φωτάκια τύπου led αναβόσβηναν στην ράχη του με μανία.

Η σκιά ακολούθησε το ένστικτο του ανιχνευτή, πήρε τον διάδρομο προς τ’ αριστερά και σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα όπου μια χειροποίητη πινακίδα αναρτημένη με πινέζες, έγραφε: «Αίθουσα ελέγχου» και από κάτω: «ΑΝΥΠΟΛ-Κεντρική Μονάδα». Ανέσυρε έναν εκπορθητή κλειδός απόφοιτo YALE και τον έχωσε με αποφασιστικότητα στην κλειδαριά. Αυτή υποχώρησε αμέσως, χωρίς περιττά νάζια. Η πόρτα έτριξε ελαφρά και περιεστράφη περί τους μεντεσέδες της.

 Μπήκε, βρήκε το διακόπτη και τον πίεσε. Μια σειρά σωλήνες με νέον που περιφέρονταν περιμετρικά στην αίθουσα άναψαν τιτιβίζοντας. Η μυστηριώδης σκιά έπαψε να είναι σκιά αλλά παρέμεινε μυστηριώδης. Ήταν φανερό ότι εδώ υπήρχε μια μονάδα ελέγχου. Ο χώρος ήταν γεμάτος με ηλεκτρονικές κονσόλες και τερματικά. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με μηχανές που έμοιαζαν μηχανές και άλλες που έμοιαζαν περισσότερο με μηχανές μεταμφιεσμένες σε ντουλάπες.

Η άγνωστη φιγούρα έβγαλε από τη τσέπη της μπέρτας της ένα κομμάτι χαρτί και το ξεδίπλωσε προσεκτικά. Ήταν ένα χειρόγραφο σχεδιάγραμμα φτιαγμένο από τον πληροφοριοδότη που υπέγραφε με το συνθηματικό ψευδώνυμο «Τύχαφ Ιέσπου-Ίμε». Μελέτησε το χαρτί για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Ύστερα το τοποθέτησε πάνω στην κεντρική κονσόλα και κάθισε μπροστά στο πληκτρολόγιο.

Έβγαλε τα γάντια. Από μέσα φορούσε άλλα, διαφανή πλαστικά, από εκείνα που χρησιμοποιούν οι ανδρολόγοι όταν σε εξετάζουν για να δουν αν ο προστάτης σου σε προστατεύει επαρκώς. Ξέρεις εσύ! Έφερε τον κεντρικό διακόπτη σε θέση «on». Η οθόνη τρεμόπαιξε και μετά σταθεροποιήθηκε σε μια ελαφριά γαλάζια απόχρωση.

Η πρώην σκιά χαμογέλασε κάτω απ’ το γιακά της μπέρτας της και πάτησε ορισμένα πλήκτρα. Η οθόνη ζήτησε τον κωδικό πρόσβασης. Το χαμόγελο κάτω από το γιακά έγινε σατανικότερο του συνήθους (στα αστυνομικά μυθιστορήματα της σειράς). Πληκτρολόγησε: «Oleum et operam perdidi»(*)

Στην οθόνη εμφανίστηκε το μήνυμα: «Έναρξη φάσης υψηλής δεκτικότητας. Απαραίτητο πεδίο χαμηλής συναισθηματικής φόρτισης. Άλλιώς, κίνδυνος προγραμματικής παρεμβολής. Ανεπιθύμητες παρενέργειες άγνωστες.»

………

(*) Σημείωση  (αμιγώς αυτοκριτική) του συγγραφέα: Φράση

που θα μπορούσε να αποδοθεί, σε ελεύθερη μετάφραση: “Κρίμα

τον κόπο μου” ή “Στα μούτρα μου, merde!”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: