Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α11

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11.

Πάμε για αναμετάδοση…

Το ρολόι του Δέλτα έλεγε έξη και πέντε, αλλά ο Ήλιος ξέροντας πως είχαν αρχίσει να ισχύουν τα καλοκαιρινά κόλπα με την ώρα, ήταν ακόμη ψηλά και χαζολογούσε με κάτι αργοπορημένα σύννεφα που είχαν απομείνει στον ουρανό από τη μεσημεριανή μπόρα.

Ο δημοσιογράφος απόφυγε την κεντρική πύλη και κατέβηκε στο κυλικείο από την εξωτερική σκάλα. Του φάνηκε περίεργο που ο φίλος του δεν ήταν ήδη εκεί. Ήξερε πως ο Αη ήταν εξαιρετικά συνεπής στα ραντεβού του. Όπως ήταν υπερβολικά συνεπής και σε διάφορα άλλα θέματα, πράγμα που ο Δέλτας αποδοκίμαζε και θεωρούσε δείγμα των αντιφάσεων που χαρακτήριζαν τον αρχιτέκτονα. Ο Αη, για παράδειγμα, ήταν ένας από τους ελάχιστους, αν όχι ο μόνος από όσους γνώριζε, που έκανε ελικρινή φορολογική δήλωση, πλήρωνε αμέσως τα πρόστιμα στην τροχαία, δεν του άρεσε να αγοράζει με δόσεις και αρρώσταινε άμα τύχαινε να χρωστάει σε κάποιον. Λες και δεν ζούσε σ’αυτόν τον Τόπο αλλά κάπου αλλού.

Ο Δέλτας ήξερε πως παρ’όλα αυτά ο φίλος του δεν ήταν κανένας φοβισμένος νοικοκυράκος. Αντίθετα, είχε ζήσει από κοντά την προσπάθειά του να είναι ενεργός πολίτης. Τον είχε παρακολουθήσει να τα βάζει με την εξουσία και τα όργανά της και μάλιστα μ’άγριο τρόπο. Τον είχε δει να ξεσηκώνει και να παρασέρνει κι άλλους λιγότερο ενθουσιώδεις. Τον είχε ακόμα δει να χάνει τις ουτοπικές μάχες του. Πολλές τις είχαν χάσει μαζί. Αυτές οι «χαμένες μάχες» ήταν το υφάδι που έπλεκε τη φιλία τους και που έδινε νόημα στη νιότη τους.

Σίγουρα, ο Αη δεν ήταν αφελής. Ήξερε καλά και υποστήριζε δημόσια (κι είχε δίκιο) πως σ’αυτό τον Τόπο επιβραβεύεσαι όταν δεν πληρώνεις και κερδίζεις όταν χρωστάς (και όσο περισσότερα τόσο καλύτερα). Επέμενε όμως να είναι επώδυνα (για τον ίδιο) νοσταλγός ενός αλλοιώτικου μέλλοντος όπου θα κυριαρχεί η συνέπεια και όπου η πολιτεία θα είναι υπόθεση όλων.

Ή, ίσως, σκεφτόταν ο Δέλτας, η περίπτωσή του να μην είναι άλλο από κάποια περίεργη επιβίωση χρωμοσωματικών μηνυμάτων από το ένδοξο (αλλά ξεχασμένο σ’ αυτή τη φάση) συμμετοχικό παρελθόν αυτού του Τόπου. Πόσοι άλλοι να ‘ναι άραγε φορείς αυτής της επιβίωσης, αναρωτήθηκε.

Κι όμως ο Αη δεν ήταν εδώ και ή ώρα πέρναγε.

Ο Χαράλαμπος δεν είχε κανένα μήνυμα απ’ τον αρχιτέκτονα, ούτε τον είχε πάρει το μάτι του. Ήταν έτοιμος να βγει στο προαύλιο όπου από στιγμή σε στιγμή θα κατέφθανε το συνεργείο του «Τηλε-Θαύμα», όταν το περίγραμμα του Αημαρκσίδη διαγράφτηκε στην είσοδο.

Ήταν περίεργο. Είχε μια απερίγραπτη ονειροπαρμένη έκφραση και κινιότανε γλιστρώντας καμιά δεκαριά πόντους πάνω από το έδαφος.

«Να κάνω ένα τηλεφώνημα σπίτι κι έφτασα» του είπε περνώντας εν πλω από δίπλα του. «Δεν πήγα τελικά για φαί και θ’ανησυχούν.»

Ο Δέλτας ξανακάθησε και τον παρακολούθησε να πλέει προς την κοινόχρησητη τηλεφωνική συσκευή.

Εκείνη τη στιγμή στην είσοδο φάνηκε να κατηφορίζει ένα γνωστό του σύμπλεγμα, αποτελούμενο από δύο τύπους και ορισμένα κλαπατσίμπανα. Συγκεκριμένα, ο ένας τύπος κρατούσε μια τηλεκάμερα και ένα ρολό από καλώδια ενώ ο άλλος κουβαλούσε έναν τεράστιο τρίποδα κι ένα φορητό προβολέα.

«Ρε σύ, αφού στόπα ότι εδώ θάναι», είπε ο πρώτος στο δεύτερο.

Πλησίασαν στο τραπέζι και ο φορέας της τηλεκάμερας απευθύνθηκε στον Δέλτα.

 «Μεγάλε φτάσαμε» είπε.

«Εδώ είναι που είπεθ πωθ φτιάχνουν καλούθ Χαρίλαουθ» ρώτησε ο πεντάποδος, που προφανώς είχε προβλήματα με το «Σ» και συνήθως το απόφευγε.

«Οι άλλοι που είναι;» Ο Δέλτας ρωτούσε για τη Ρούλα, την τηλεσκηνοθέτιδα, που συνήθως έκανε τον τελικό έλεγχο της εικόνας στις απ’ευθείας μεταδόσεις και τον Παναγιώτη Πλάνο που χειριζόταν την φορητή κάμερα.

«Μείναν στο φορτηγάκι. Σε περιμένουν να κανονίσετε τις τελευταίες λεπτομέρειες.»

«Εμείθ είπαμε ότι ακθίζει το κόπο να δοκιμάθουμε πρώτα το Χάρη που μας έλεγεθ το μεθημέρι.»

Ο Αημαρκσίδης τελείωσε το τηλεφώνημα και αιωρήθηκε δίπλα τους.

«Κίμωνα να σου παρουσιάσω το αχτύπητο συνεργείο των τοπικών λήψεων και ενίοτε εκπλήξεων της `Τηλε-θάυμα’. «Ο Κοσμάς Αντενάκος και ο Θόδωρος Βύσμας. Αποτυπωτές πραγματικοτήτων και δημιουργοί εικόνων.»

Στράφηκε προς το δίδυμο.

«Παίδες αυτός είναι ο φίλος μου ο Αημαρκσίδης που δουλεύει εδώ.» Ο Αη έσφιξε τα χέρια που το συνεργείο ελευθέρωσε αφήνοντας χάμω τα εργαλεία της δουλειάς και προσφέρθηκε να κεράσει ένα ποτό.

«Προλαβαίνουμε;» ρώτησε ο Δέλτας κοιτάζοντας το ρολόι του.

«Κοντεύουν εξήμιση και είναι ή ώρα της έναρξης της τελετής σύμφωνα με την πρόσκληση. Νομίζω ότι είναι ώρα να πάμε επί τόπου και να ετοιμαστούμε για την αναμετάδοση.»

«Δεν ήρθε ακόμα κανέναθ» είπε ο Βίσμας και ο Αντενάκος κούνησε καταφατικά το κεφάλι επιβεβαιώνοντας.

«Που πάει να πει ότι έχουμε λίγο χρόνο για ένα Χαράλαμπο» είπε ο Αημαρκσίδης. Γύρισε προς τον πάγκο και φώναξε:

«Χαράλαμπε φτιάξε τέσσερεις Χαράλαμπους ακόμη»

Ιιιιιέεεεφτασε…. απάντησε ο Χαράλαμπος

(Το Πολυτεχνείο τρέμει… -συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: