Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α14

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  14. Όπου καταφθάνει η Αστυνομία

Όπου, που λέτε, καταφθάνει η αστυνομία.  Κι αν περιμένατε το γνωστό, από τις αμερικάνικες ταινίες, νταβαντούρι, γελαστήκατε!

     Ούτε σειρήνες που ουρλιάζουν περιστρεφόμενες περί τον άξονά τους, ούτε φρένα που φρενάρουν στριγγλίζοντας, ούτε

πόρτες αυτοκινήτων που χτυπούν μπαμ-μπούμ, ούτε αγριοφωνάρες σε άπταιστη σικελοσαξωνική διάλεκτο.

     Τίποτε απ’όλα αυτά.

     Η αστυνομία έφτασε περιέργως αθόρυβη και συνεσταλμένη.  Απαρτιζόταν από τον υπαστυνόμο Καραμούζο, τον αρχιφύλακα Καραμπόλα, τον αστυφύλακα Καραχάνο και το περιπολικό «Καριόλα» που χαιδευτικά το φώναζαν «Κάρο».  Βασικό χαρακτηριστικό του υπαστυνόμου ήταν το παιδικό του πρόσωπο.  Ένα μικρό μουστακάκι που σκέπαζε το πάνω του χείλος δεν κατάφερνε να του προσθέσει χρονικό κύρος.  Οφθαλμοφανέστερο ήταν το βασικό χαρακτησιστικό του Καραμπόλα: Ήταν ογκώδης τουλάχιστον όσο και ο Βαρωνάκος, αν και τα κιλά του ήταν περισσότερο δεμένα μεταξύ τους (με δεσμούς παντοτινής αγάπης και φιλίας) και όχι φισαρμονικέ όπως του καθηγητή.

     Ο αστυφύλακας Καραχάνος θα μπορούσε να διακριθεί ανάμεσα στους ομοειδείς του από το γεγονός ότι θύμιζε πτηνό.  Δεν θύμιζε πάντως ένα συγκεκριμένο πουλερικό, αλλά ανάλογα με τη περίσταση και άλλες απροσδιόριστες παραμέτρους, μπορούσε να φέρνει σε κουκουβάγια, στουρθοκάμηλο, ή παπαγάλο.  Ώστόσο συνήθως είχε την εμβριθή έκφραση που παίρνουν τα κοτόπουλα όταν τα απασχολούν τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα. Η Καριόλα-Κάρο, τέλος, έμοιαζε με περιπολικό της αστυνομίας.  Οι τρεις πρώτοι πήραν, με αξιόλογη πλην όμως φαινομενική ηρεμία, την πρωτοβουλία στα χέρια τους και, αφού άφησαν το Κάρο στο προαύλιο δίπλα στις λιμουζίνες των επισήμων, προχώρησαν προς την κατεύθυνση όπου τους καλούσε το καθήκον, δηλαδή προς τα σκαλοπάτια της Πύλης η οποία και τους περίμενε καρτερικά.

     Και τους τρεις τους διακατείχαν ανάμικτα συναισθήματα.  Ο χώρος του ιδρύματος ανήκε στους ελάχιστους εκείνους χώρους της πόλης που δημιουργούσαν στα όργανα της ασφάλειας αισθήματα ανασφάλειας.

     Κάτι σαν το σπάνιο, πλην όμως υπαρκτό σύνδρομο της «συστολής εν στολή», που μπορούσε να φθάσει έως της ερυθριάσεως των παρειών μετ’ ανεξελέγκτου ταχυκαρδίας.  Κάτι σαν να μην ξέρουν ακριβώς πώς να συμπεριφερθούν και που να βάλουν τα χέρια τους.

     Πράγματι, στις οδηγίες, τις εγκυκλίους και τις φήμες που κυκλοφορούσαν στα αστυνομικά τμήματα της πόλης, δεν υπήρξε ποτέ αρκετά σαφές ποιές ήταν ακριβώς οι αρμοδιότητες και οι δικαιοδοσίες των εκπροσώπων του Νόμου και της Τάξης στον περίεργο χώρο που αποκαλούταν «Πανεπιστημιακό Ασυλο».  Εν πάσει περιπτώσει, αυτή τη φορά και οι τρεις ειχαν ακούσει στο ραδιοτηλέφωνο την ρητή και επείγουσα πρόσκληση:

«Σπεύσατε στο Πολυτεχνείο», χωρίς όμως πολλές-πολλές άλλες διευκρινίσεις.

     Έτσι τα ερωτηματικά για τον σκοπό της αποστολής, σε συνδυασμό με τις παραπάνω ανασφάλειες, εμπόδιζαν την εμφάνιση ιδιαίτερης σπουδής και δημιουργούσαν κάτι το σπασμωδικό στην συμπεριφορά των οργάνων.

     Το αποτέλεσμα ήταν, η καραδοκούσα Πύλη να συμπεριφερθεί στον Καραμούζο και τους ακολούθους του με το γνωστό ασεβή τρόπο…

     Ωστόσο, μια ομάδα με απαράμιλλη πείρα και ακατάσχετη αγωνιστικότητα, όπως εκείνη του Καραμούζου, δεν πτοείται από μερικές σκουντιές και παλινδρομικές ωθήσεις διεστραμμένων πορτοθυρόφυλλων, αλλά ξεπερνά τα εμπόδια με αξιοθαύμαστη ετοιμότητα, ξαναβρίσκει την απολεσθείσα ισορροπία, και τραβά τον ανηφορικό δρόμο του καθήκοντος.

     Μετά, λοιπόν, από λίγα λεπτά η ομάδα έκανε την εμφάνισή της έξω από την αίθουσα τελετών  με  βήμα σχετικά ευθύγραμμο και συντονισμένο.

     Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η ομάδα, πιθανώς λόγω του ότι ήταν μέσα στο εν κινήσει περιπολικό, δεν είχε πάρει χαμπάρι κανένα σεισμό.  Γιαυτό και τα τρία μέλη της έμειναν με το στόμα ανοιχτό όταν αντίκρισαν το φουαγιέ έρημο και σερβιρισμένο και την αίθουσα τετελεσμένων τελετών απλώς έρημη.

     «Τι έγινε εδώ; Έρανος;» αναρωτήθηκε φωναχτά και με οξυδέρκεια ο Καραμούζος.

     Μετά παρατήρησε ότι οι πόρτες που οδηγούσαν στο πίσω μέρος του κτιρίου έχασκαν ορθάνοιχτες και έκανε νόημα στους άλλους να τον ακολουθήσουν προς εκείνη την κατεύθυνση.  Πράγματι, προσκεκλημένοι και οικοδεσπότες είχαν προτιμήσει να καταφύγουν πίσω από το οκταόροφο κτίριο, είτε γιατί εκεί ήταν ο πλησιέστερος ανοιχτός χώρος, είτε γιατί δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν τις δυστοκίες μιας εξόδου μέσω της καπριτσιόζας κεντρικής Πύλης.

     Ο υπαστυνόμος και οι δικοί του κατευθύνθηκαν προς τα ‘κει.

 Β.Ν. (Το πολυτεχνείο τρέμει – συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: