Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.

Δόνηση πρώτη

Απαλά, απαλά

Από τα δεξιά προς τ’ αριστερά

Κι αντίστροφα.

Tην πρώτη δόνηση δεν την πήρε χαμπάρι σχεδόν κανένας. Δεν κράτησε άλλωστε πολύ, ούτε είχε μεγάλο εύρος. Ήταν,όλο κι όλο, ένα ανεπαίσθητο πέρα-δώθε, πολύ λίγο για μια πόλη που όπως είναι γνωστό υπόκειτο από αιώνες τις ταρακουνητικές συνέπειες της σύγκρουσης δύο ρωμαλέων ηπειρωτικών πλακών.

 Και ακόμα λιγότερο για τον οκταόροφο και πτερυγοφόρο “κύβο”, ετοιμόρροπο ναό της πολυτεχνικής γνώσης, λειτουργικού ύφους με υπερρεαλιστικές τάσεις (δεξιά και αριστερά στις άκρες), που έτσι κι αλλιώς ανέκαθεν έδειχνε σε αναζήτηση κάποιας γενικότερα αποδεκτής ισορροπίας.

Πράγματι, τίποτε δεν έδειξε να ταράζει την πρωινή, λίγο νυσταγμένη βαβούρα που αναδυόταν από το ημιισόγειο κυλικείο, χώρο γνωστό για τις άτυπες φοιτητικές συγκεντρώσεις, στις οποίες και διέθετε τα πρωτεία σε σύγκριση με όλες τις αίθουσες διδασκαλίας.

Οι φοιτητές, μάλλον λιγοστοί εκείνο το πρωί, εξακολούθησαν αμέριμνοι το παραδοσιακό πήγαιν-έλα ανάμεσα στον πάγκο με τις πίτες, τα ροξ, τα αναψυκτικά και τα χαραγμένα μακρουλά τραπέζια από σκουριασμένο σίδερο και γνήσια φορμάικα, κάνοντας που και που κάποια στάση στις πινακίδες όπου πινέζωναν τις ανακοινώσεις τους οι (παρακμάζουσες) παρατάξεις, οι παρέες και οι σκόρπιοι.

Στον πρώτο όροφο, ακριβώς απέναντι από την κεντρική σκάλα, η μικρή ουρά που είχαν σχηματίσει σιγά-σιγά όσοι περίμεναν να δουν αν τυχόν θ’ ανοίξουν οι πύλες της γραμματείας (στοιχηματίζοντας μεταξύ τους αν σήμερα είναι η μέρα που η γραμματεία λειτουργεί ή όχι), δεν αναταράχτηκε καθόλου. Δεν ακούστηκε ούτε ένα αστειάκι του τύπου “πηδάτε γιατί κουνιόμαστε” (παρωχημένος τύπος καλαμπουριού που επιβίωνε ακόμη τον καιρό εκείνο).

Στις αίθουσες των πρώην εδρών, τις μοιρασμένες στους επόμενους ορόφους και χωρισμένες με αρχιτεκτονική επιμέλεια σε μικρά κυψελοειδή κουτάκια που πλαισίωναν τους μεγαλύτερους χώρους της καθηγητικής βασιλείας, εργάτες, εργάτριες και κηφήνες του πνεύματος συνέγραφαν, στοχάζονταν, ψαχνόντουσαν, συζητούσαν, ξυνόντουσαν, άναβαν μπρίκια, έπιναν καφέ, ρουφούσαν τσάι, επισκέπτονταν την τουαλέτα, πηγαίνανε στη βιβλιοθήκη, τακτοποιούσαν τις εκδόσεις, διάβαζαν εφημερίδα, έγραφαν έγγραφα, ανακάτευαν χαρτιά, δακτυλογραφούσαν, ετοίμαζαν τα μαχαίρια τους (για την επόμενη συγκέντρωση του Tομέα), ακόνιζαν τα ξυράφια τους (για τη συνεδρίαση του Τμήματος), ανησυχούσαν, διεπληκτίζοντο, ηγωνίζοντο, αγωνιούσαν, αγκομαχούσαν, δήλωναν, ξήλωναν και έραβαν.

Το συνηθισμένο δηλαδή πανεπιστημιακό κλίμα, το κυμαινόμενο ανάμεσα στη (διανοητική) επανάσταση και το (εν γένει) τέλμα.

Στις αίθουσες διδασκαλίας η κάλμα είχε μάλλον διαστάσεις νέκρας γιατί, όπως δεν αναφέρθηκε ακόμη στο έγκυρο τούτο χρονικό των χρόνων εκείνων, συνέτρεχαν δύο τουλάχιστον λόγοι:

Λόγος πρώτος: Σύμφωνα με ανακοίνωση της Πρυτανείας, τόσο τα μαθήματα όσο και η Έρευνα είχαν τεθεί σε πανηγυρική αναστολή, διότι την ημέρα εκείνη του Μάη το Πανεπιστήμιο γιόρταζε τα εκατό χρόνια από τότε που ο αείμνηστος εθνικός ευεργέτης Ναπολέων Στρούμφος υπέκυψε στις πιέσεις της τοπικής κοινωνίας και χρηματοδότησε την δημιουργία του Ευαγούς Ιδρύματος. Έτσι, το απόγευμα θα λάμβανε χώρα η επίσημη επετειακή τελετή (που συμπεριλάμβανε αναπαράσταση σε ταμπλό βιβάν της ιστορικής σκηνής κατά την οποία οι πρόκριτοι ζητούν από τον Στρούμφο τα αναγκαία χρήματα και εκείνος ενδίδει).

 Λόγος δεύτερος: Τα μαθήματα είχαν ούτως ή άλλως διακοπεί, γιατί οι φοιτητές είχαν κηρύξει αποχή σε αλληλεγγύη με το σώμα των διοικητικών, το οποίο απεργούσε αιτούμενο ημιαυτόματη αναπροσαρμογή του επιδόματος Α3, παράγραφος 5 – εξαιρετικής επικινδυνότητος του πλατύσκαλου του τρίτου ορόφου του κτιρίου διοίκησης.

Τη στιγμή εκείνη ο Παύλος Δέλτας, δημοσιογράφος ηλεκτρονικός (πράγμα ιδιαίτερα αισθητό όταν του άναβαν τα λαμπάκια), είχε ήδη σκαρφαλώσει την εξωτερική μνημειακή (και μνημειώδη) σκάλα και κοντοστεκότανε σκεπτικός μπροστά στην κύρια, κεντρική, από γυαλί και σίδερο, επιβλητική Πύλη, πάνω στην οποία διαγραφόταν -για όσους ήξεραν- η κοντόχοντρη πόρτα της εισόδου. Πίσω της και σε απόσταση ενός μέτρου, είκοσι εκατοστών και πέντε χιλιοστών περίπου, ένα δεύτερο μπαράζ από γυαλί δημιουργούσε έναν μονωτικό χώρο ανάμεσα στο βωμό της τεχνολογίας και τους διάφορους (ανανεωτικούς και μη) ανέμους που κυκλοφορούσαν παραέξω. Το δεύτερο χώρισμα διέθετε δεύτερη πόρτα, σε πλήρη αντιστοιχία με την πρώτη, αλλά με ανάποδη φορά: προς τα μέσα η μία, προς τα έξω η άλλη.

Η σκέψη του Δέλτα στάθηκε για μια στιγμή σε ορισμένες φήμες που είχαν ξεφύγει από το στενό πανεπιστημιακό κύκλωμα και κυκλοφορούσαν στους έγκυρους δημοσιογραφικούς κύκλους της πόλης: Η δίπορτη Πύλη του πολυτεχνικού “κύβου” ήταν επικίνδυνη. Παραμελημένη και ζηλότυπη ίσως για την καλύτερη τύχη των πυλών άλλων σεπτών ιδρυμάτων, είχε αναπτύξει δική της προσωπικότητα χαρακτηρισμένη από το γνωστό “συμπληγαδιαίο” ή “σκυλοχαρυβδικό” σύμπλεγμα.

Απόκτησε έτσι τα δικά της γούστα και τις δικές της προτιμήσεις. Στην αρχή αντιδρούσε μάλλον τυχαία. Μπορούσε π.χ. να σου τη φέρει το εξωτερικό φύλλο, ενώ το εσωτερικό περίμενε ορθάνοικτο και χαμογελαστό! Μπορούσε όμως, και αντίθετα, το έξω να υποχωρήσει με ένα απλό θώπευμα και το εσωτερικό να σου έρθει στα μούτρα με ταχύτητα ρουκέτας.

Ήταν ακόμη δυνατό να σκαλώσουν ταυτόχρονα και τα δύο σε θέση μέσα-έξω και επί (μία από) τα ίδια, οπότε και οι πλέον αισιόδοξοι περνούσαν μια μικρή υπαρξιακή κρίση, έγραφαν στις εφημερίδες ή κατέφευγαν στη βοήθεια τρίτων.

 Σιγά-σιγά όμως, η Πύλη φαίνεται ότι εγκατέλειψε τα καπρίτσια της παιδικής ηλικίας. Ωρίμασε και απέκτησε χαρακτήρα. Αποφάσισε να επιτρέπει αλώβητη είσοδο μόνο σε όσους ήταν σε θέση να διαθέτουν την απαραίτητη ευελιξία, εκτελώντας με μετρημένο τέμπο, ακριβή κώδικα και συνδυασμένη χορογραφία τις απαραίτητες κινήσεις: ελαφρά ώθηση στο έξω διάφραγμα, ένα βήμα δεξιά, βαθιά εισπνοή, μικρή αναμονή, τρία τέταρτα του βήματος αριστερά, πισωγύρισμα μετά επικύψεως, μικρό σημειωτόν, ξαφνικό τράβηγμα (υπό γωνία 87 μοιρών) του μέσα φύλλου και ενδοτικό πηδηματάκι προς τα ενδότερα.

Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν γνωστά παρά μόνο στους μυημένους τριακοστού τρίτου βαθμού, άλφα τονούμενο, τρίτος διάδρομος στο βάθος αριστερά, ενώ στον Δέλτα δεν είχε φτάσει παρά μόνον ο μακρινός απόηχος.

Έτσι αποφάσισε, χρησιμοποιώντας μονάχα τις προσωπικές του εμπειρίες από τις πόρτες που είχε παραβιάσει κατά την εκτέλεση του δημοσιογραφικού του καθήκοντος, να προχωρήσει.

Έδωσε ένα γερό σπρώξιμο στην έξω πόρτα, την είδε να απομακρύνεται ικανοποιητικά, προχώρησε στον ενδιάμεσο μονωτικό χώρο, βούτηξε με αποφασιστικότητα το ξύλινο πιάσιμο του μέσα φύλλου, το τράβηξε με σθένος κι έκανε ακόμα ένα βήμα προς το εσωτερικό, ενώ στα χείλη του άρχισε να απλώνεται ένα θριαμβευτικό χαμόγελο… Δεν διαισθάνθηκε την αστραπιαία επαναφορά των δύο πορτόφυλλων. Αισθάνθηκε τους περίεργους στροβιλισμούς του αέρα, την αναπόφευκτη σύγκρουση με τα νώτα του και αναγκάστηκε να πηδήσει τρεις φορές προς τα μέσα εν είδει καγκουρό.

Έτσι, παρότι ευαίσθητος στα γεγονότα που εμπεριείχαν προμηνύματα του μέλλοντος, ούτε κι αυτός αντιλήφθηκε την πρώτη δόνηση.

(Το πολυτεχνείο τρέμει/συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: