Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Κυλικείο. Όπου ο Αημαρκσίδης και ο Δέλτας τα λένε…

Ο αέρας που μετατόπισε η αστραπιαία διέλευση του καθηγητή κατά μήκος του διαδρόμου είχε πια καταλαγιάσει, όταν ο Αημαρκσίδης έσκυψε και έδωσε ένα χέρι στον αποσβολωμένο ακόμα δημοσιογράφο. Τον τράβηξε και τον βοήθησε να αποκαταστήσει την χαμένη του ισορροπία σε όρθια στάση.

“Πώς από δω φιλαράκο;” Ο Δέλτας τράβηξε προς τα κάτω τις άκρες από το αγαπημένο του σπορ σακάκι (σε στυλ σαφάρι, με επωμίδες και πολλές τσέπες), οι οποίες μετά τη σύγκρουση με τον ογκώδη Βαρωνάκο είχαν σκαρφαλώσει στο ύψος του λαιμού του.

“Γειά σου βρε. Φαίνεται ότι είναι η μέρα μου σήμερα. Πρώτα η πόρτα και τώρα αυτός ο κινούμενος λόφος! Δε με ειδοποίησαν ότι κυκλοφορούν αδέσποτες ατμομηχανές στους διαδρόμους”. Ο Αη γέλασε. “Μην κάνεις έτσι! Δεν ήταν παρά ο Βαρωνάκος. Είναι γνωστό ότι καταρρίπτει κάθε εμπόδιο στην πορεία του προς την επιτυχία! Πάντως, προφανώς δεν κατάλαβε ότι προσέκρουσε σε δημοσιογράφο γιατί θα πρόσεχε περισσότερο. Ξέρεις, είναι επίλεκτο μέλος της Πάνσοφης Επιτροπής Δημοσίων Σχέσεων που έχει ως πρωταρχικό μέλημα τις καλές σχέσεις του ιδρύματος με τους εκπροσώπους της κοινής γνώμης.  Αλλά για πες μου, πώς από ‘δω;”

“Είμαι στο πανεπιστήμιο γιατί άκουσα πώς έχετε γιορτές και επετειακά πανηγύρια. Όπου να ‘ναι θα φτάσει και το συνεργείο για να τα αποθανατίσουμε. Είπα, όμως, να περάσω να σε δω πριν αρχίσει η τελετή. Πρέπει να τα πούμε λιγάκι. Αλλά πρώτα να βρούμε ένα ήσυχο μέρος.”

Ο Αημαρκσίδης έριξε μια ματιά στο διάδρομο. Το διδακτικό προσωπικό είχε χωριστεί σε μικρές ομάδες που τρύπωναν σιγά-σιγά στις αριθμημένες πόρτες σχολιάζοντας την διεξαγωγή και τα πορίσματα της συνεδρίασης. Μια ομάδα αφρικανών φοιτητών που προφανώς δεν είχαν ειδοποιηθεί για την αργία-αποχή γυρόφερνε τον πίνακα ανακοινώσεων στο βάθος του διαδρόμου. “Πάμε κάτω στο κυλικείο”, πρότεινε. “Αυτήν την ώρα η κίνηση θα ‘χει αραιώσει. Θα ‘μαστε πιο ήσυχα και θα μπορέσουμε να πιούμε και κάτι”.

Πήραν τη σκάλα στο βάθος του διαδρόμου, κατέβηκαν στο ημιυπόγειο (ή ημιισόγειο, κατά βούληση) κυλικείο και κατευθύνθηκαν προς τον πάγκο που τελούσε υπό την απόλυτη κυριαρχία του Χαράλαμπου, του κυλικειάρχη και της οικογένειάς του. Πράγματι, η αίθουσα είχε μισοαδειάσει απ’ τους φοιτητές. Εξάλλου σε λίγο, η μόνη αίθουσα που θα μάζευε κόσμο θα ήταν η αίθουσα επισήμων ανακηρύξεων και τετελεσμένων τελετών.

Έκανε ζέστη. Εκείνη τη μαγιάτικη ζέστη τη φτιαγμένη λες, για να σε προετοιμάζει μη σου ‘ρθουν ξαφνικοί οι καλοκαιρινοί καύσωνες και οι άλλες μετεωρολογικές εκπλήξεις που συνηθίζονταν τον καιρό εκείνο. Παράγγειλαν αναψυκτικά μάρκας (……) ([1]) που ωστόσο, ο Χαράλαμπος, που δεν ήταν τυχαία ο πανεπιστημιακός μπάρμαν νούμερο ένα, φρόντισε να “διορθώσει” ελαφρά με βότκα και άλλα συστατικά δικής του έμπνευσης, έτσι ώστε αποκτώντας τις απαραίτητες θερμίδες, να λειτουργήσουν ομοιοπαθητικά ενάντια στη ζέστη. Το κοκτέιλ που προέκυψε και το οποίο είχε ανάλογες χρήσιμες εφαρμογές και σε άλλες (καιρικές και μη) περιστάσεις έφερε το όνομα του δημιουργού του: ήταν το περίφημο κοκτέιλ “Χαράλαμπος”.

Στο κυλικείο πάντως είχε δροσιά. Ο χώρος φωτιζόταν από μια σειρά παράθυρα που κάλυπταν το επάνω μέρος του ανατολικού τοίχου, αμέσως κάτω από το ταβάνι. Αυτήν την ώρα το φώς έμπαινε από τις τζαμαρίες σε χοντρές γραμμωτές δέσμες, σχεδόν κάθετες. Το ριγέ φως χαράκωνε τους καπνούς των θαμώνων και τους ατμούς από τα λουκανοποιητικά μηχανήματα του Χαράλαμπου που αιωρούνταν ανέμελα πάνω από τα τραπέζια. Πού και πού όμως, το φως έχανε τη γυαλάδα του και θάμπωνε, καθώς μεγάλα μαύρα σύννεφα που εμφανίσθηκαν ως δια μαγείας άρχισαν να περιδιαβαίνουν το μαγιάτικο ουρανό.

Κάθησαν σε ένα από τα τραπέζια που είχαν πια ελευθερωθεί από το φοιτητόκοσμο. “Καλά, πρέπει να υπάρχει πανηγυρική ευκαιρία για να σε δούμε από τα λημέρια μας” παραπονέθηκε ο Αη. “Έχεις δίκιο. Είναι αλήθεια πώς έχουμε καιρό να βρεθούμε. Ο μικρός είναι καλά; Η κυρία Πανωραία φτιάχνει πάντα εκείνα τα υπέροχα κεφτεδάκια;” Ο δημοσιογράφος αναφερόταν στο δεκάχρονο γιο και στην πεθερά του Αημαρκσίδη, μια που ο αναστηλωτής-αρχιτέκτων ανήκε στη μάλλον σπάνια κατηγορία των χωρισμένων με παιδί και πεθερά.

Εδώ που τα λέμε, αν εξαιρέσουμε τον Γιαννάκη τον μοναχογιό του, η κυρία Πανωραία ήταν ό,τι καλύτερο είχε απομείνει στον Άη από ένα σύντομο και αποτυχημένο γάμο. Πράγματι, όταν η Ιουλία, η κόρη της Πανωραίας, τους εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τον εργολάβο Αντιπαροχύδη στους κερδοφόρους δρόμους της παραγωγής και του εμπορίου, η πεθερά έκρινε πως ό γαμπρός και ο εγγονός της είχαν περισσότερο από ποτέ την ανάγκη της. Δήλωσε ότι εφόσον ο Αημαρκσίδης δεν είχε αντίρρηση, θα εξακολουθούσε να μένει στη διπλανή πολυκατοικία και να προσφέρει πλουσιοπάροχα τη στοργή και τις φροντίδες της, έως ότου βρεθεί η κατάλληλη γυναικεία παρουσία και η ισορροπία αποκατασταθεί. Και αυτό έκανε.

Έτσι οι φίλοι του Αημαρκσίδη και ανάμεσά τους ο Δέλτας, είχαν συχνά την ευκαιρία να απολαύσουν τη εκπληκτική της κουζίνα. “Αν νοστάλγησες τους κεφτέδες της Πανωραίας δεν έχεις παρά να μου πεις τη μέρα που θα ’ρθεις. Ξέρεις πως θα χαρεί πολύ να σε δει. Πάρε μαζί σου και τη Καλλιόπη. Έχω βρει κι ένα σπιτικό τσίπουρο… άλλο πράγμα, δε σου λέω τίποτα αδελφέ!” “Έγινε δικέ μου. Η Καλλιόπη θέλει να δει το μικρό κι εγώ άλλωστε θέλω να μιλήσουμε σχετικά με το πανεπιστήμιο. Σήμερα μάλλον δεν θα προλάβουμε να τα πούμε όλα”.

Από τις υποψήφιες μέλλουσες συμβίες του Δέλτα, η Καλλιόπη ήταν εκείνη που έμοιαζε να διαθέτει την μεγαλύτερη ποσότητα από το θαυματουργό ζεύγος “υπομονή-επιμονή” και ούτως ή άλλως η μόνη που είχε καταφέρει (ή αντέξει) να συγκατοικήσει μαζί του.

“Θέλεις να μιλήσουμε; Μη μου πεις ότι το Στρούμφειο Ιδρυμα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής του `Τηλεθαύμα’…” “Και όμως. Και για να σου πω όλη την αλήθεια, είναι ο Μπιριμπόπουλος αυτοπροσώπως που ενδιαφέρθηκε. Με φώναξε χτες και μου ζήτησε να ετοιμάσω μια σειρά εκπομπών για το πανεπιστήμιο. Παράλληλα θα ετοιμάσουμε ειδικό τηλεοπτικό αφιέρωμα για την επέτειο”. “Γιατι αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον;” “Μην παραξενεύεσαι. Θα’μαθες ίσως ότι ο Μπιριμπόπουλος επεκτάθηκε. Μετά τις γκαλερί, το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση, έστησε μεγάλο τυπογραφείο. Ίσως, μάλιστα, σύντομα εκδώσει και εφημερίδα. Προς το παρόν πάντως τον ενδιαφέρουν οι πελάτες για τυπογραφική δουλειά. Ας δούμε τώρα, ποιος είναι ένας από τους μεγαλύτερους τέτοιους πελάτες; Ποιος τυπώνει καθημερινά τόνους χαρτιού; Ποιος, `ή γράφει ή ψοφάει’; “Το Ίδρυμα και οι σοφοί του λειτουργοί”. “Το ‘πιασες! Όπως άλλωστε το ‘πιασε κι ο Μπιριμπόπουλος τις ικανότητες πιασίματος του οποίου γνωρίζεις”.

Όντως ο Αη γνώριζε τον Μπιριμπόπουλο. Ποιος δεν τον γνώριζε άλλωστε. Ήταν ο άνθρωπος-κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης από τον παραδοσιακό έμπορο τέχνης περιφερειακής εμβέλειας, προς το νεότερο, μοντέρνο, πολιτιστικό μάνατζερ βαλκανικού βεληνεκούς. Και γιατί όχι; Μήπως η τέχνη δεν ήταν ανέκαθεν εμπόρευμα; Ε, λοιπόν ο Μπιρίμπ ήξερε την τέχνη να πουλάει τέχνη σε ικανοποιητικές για τον ίδιο τιμές.

Ήταν επίσης γνωστό, ιδιαίτερα στους υπαλλήλους των επιχειρήσεών του, ότι στις τσέπες φιλοξενούσε μια πολυπληθή και άγρια παροικία καβουριών που εμπόδιζε κάθε εκταμίευση μη συνδεδεμένη με την προσδοκία άμεσων κερδών. Το ‘89 ο Μπιρίμπόπουλος είχε αποκηρύξει το αριστερό του παρελθόν (το οποίο του είχε επιτρέψει να επιβιώσει μέχρι τότε στο χώρο των καλλιτεχνών και των διανοουμένων) και είχε δηλώσει οπαδός της ομάδας της Επιφοίτησης που συγκέντρωνε κάμποσους παλαιοανανεωτές και νεοθρησκευόμενους. Λίγο μετά έστησε το “Ράδιο-Θαύμα” και το “Τηλε-Θαύμα”, και συνδέθηκε με ορισμένα εθνικά και διεθνή δίκτυα. Ήταν πλέον ένας μίνι-μεγι- στάνας των τοπικών μέσων μαζικής επικοινωνίας.

«Για γίνε λίγο πιο συγκεκριμένος. Πώς ακριβώς θα εκδηλωθεί αυτό το καινούργιο ενδιαφέρον για την πανεπιστημιακή ζωή;” “Με πολλούς τρόπους”. Η φωνή του Δέλτα πήρε έναν εσκεμμένα ρητορικό τόνο. Θα παρακολουθήσουμε τη δουλειά σας. Θα προβάλουμε τα επιτεύγματά σας. Θα συνδέσουμε την Πόλη με τους χώρους όπου καλλιεργείται η επιστήμη, όπου παράγεται η τεχνολογία και όπου, βεβαίως, αναπαράγεται η γνώση”. Ο τόνος του ξανάγινε κανονικός με μια ελαφριά κυνική απόχρωση”. Θα προβάλουμε βέβαια και τους κατάλληλους ανθρώπους…”

Ο Αημαρκσίδης κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε εκφράζοντας έτσι τις επιφυλάξεις του. “Είσαι σίγουρος ότι οι άνθρωποι αυτοί θα ανταποκριθούν; Ξέρεις, ο Μπιριμπόπουλος δεν έχει και πολλές συμπάθειες εδώ μέσα”. “Μην ανησυχείς γι αυτό. Είναι γνωστό ότι τον Μπιριμπόπουλο πολλοί εμίσησαν, αλλά τη δημοσιότητα που μπορεί να εξασφαλίσει ουδείς! Έχεις καμιά άλλη ένσταση;” “Βέβαια. Πιστεύεις ότι η κοινή γνώμη θα ενδιαφερθεί για αυτά τα θέματα; Ή θα φτιάξετε μια σειρά από εκπομπές που δεν θα δει κανένας;” “Η κοινή γνώμη θα ενδιαφερθεί όταν τα θέματα παρουσιασθούν με ενδιαφέροντα τρόπο”. Χαμογέλασε σαρδόνια. “Η κοινή γνώμη άλλωστε δεν λέγεται τυχαία `κοινή’. Τίποτα άλλο;”

Στο μυαλό του Αημαρκσίδη σχηματίσθηκε η εικόνα του φίλου του πάνω σε μια τεράστια πασαρέλα, κάτω από πολύχρωμους προβολείς, να παρουσιάζει το “γιουνιβέρσιτι σόου”, αλλά προτίμησε να τραβήξει τα γκέμια της φαντασίας του πριν τον οδηγήσει σε πιο σκαμπρόζικες σκηνές. “Κάτι τελευταίο. Εσύ τι ντέφι βαράς σ’ αυτό το πανηγύρι; Αποφάσισες να το παίξεις εκτελεστικό όργανο στα κερδοφόρα, πλην όμως σκοτεινά σχέδια του Μπιριμπόπουλου; Κατι τέτοιο θα σήμαινε ότι δε σε ξέρω τόσο καλά όσο νόμιζα”.

Ο Αημαρκσίδης ήταν σίγουρος ότι γνωρίζει καλά τον Δέλτα. Και είχε κάθε λόγο να νομίζει κάτι τέτοιο. Είχαν μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά τον καιρό που υπήρχαν ακόμη γειτονιές, είχαν πάει μαζί σχολείο, είχαν κυνηγήσει μαζί κορίτσια όσο ήταν ακόμη τα αγόρια που κυνηγούσαν τα κορίτσια, είχαν προλάβει να πάνε μαζί σε διαδηλώσεις και συλλαλητήρια τον καιρό που ο ερχομός της άνοιξης δεν ήταν νοητός χωρίς έστω μία μεγαλειώδη πορεία ειρήνης.

Οι δυο τους είχαν περάσει ατέλειωτες ώρες συζητώντας για τα μυστήρια της πολιτικής, του έρωτα και της τέχνης, έστω και αν η γενιά τους δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για την πολιτική και τις ατέλειωτες συζητήσεις. Στο πανεπιστήμιο είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους. Ο Δέλτας είχε ενδιαφερθεί για τις πολιτικές επιστήμες και την κοινωνιολογία και μετά από διάφορες επαγγελματικές περιπλανήσεις είχε αφιερωθεί στη ηλεκτρονική δημοσιογραφία. Ο Αημαρκσίδης, που από μικρός είχε μια έφεση στο σχέδιο, σπούδασε αρχιτεκτονική και ύστερα από μια εκ των προτέρων (για όποιον τον ήξερε) καταδικασμένη απόπειρα να το παίξει ελεύθερος επαγγελματίας, σε συνεργασία μάλιστα με τον εργολάβο Αντιπαροχύδη, τα βρόντηξε και άρχισε να συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο. Έτσι έκλεισε το γραφείο, εξασφάλισε ένα μικρό μισθό και την σχετική του ηρεμία και έχασε την Ιουλία που προτίμησε τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης αγοράς.

Το πρόσωπο του Δέλτα σοβάρεψε. Μια οριζόντια ρυτίδα τού χαράκωσε το μέτωπο. “Κοίτα, το ξέρεις πώς δεν μ’ αρέσει να ‘χω ψευδαισθήσεις γύρω από τη δουλειά μου. Το μεροκάματο είναι μεροκάματο και η δημοσιογραφία δεν είναι άσυλο όπως το πανεπιστήμιο. Ισως να γίνεται όλο και περισσότερο εξουσία χωρίς πολιτική, δηλαδή εξουσία χωρίς ανάγκη από αιτιολογίες και άμυνες, αλλά όχι πάντως για μένα, να ‘σαι σίγουρος. >Τους δρόμους που δεν είναι οι χειρότεροι” συνέχισε, “μπορείς τελικά να τους βρεις μόνο άμα δεν είσαι στρουθοκάμηλος. Αν δεν καταλήγεις στην εύκολη λύση να πιστεύεις οτιδήποτε είσαι υποχρεωμένος να λες. Έστω κι αν κάτι τέτοιο μοιάζει χρήσιμο για την ψυχολογική σου επιβίωση. >Αντίθετα, εκείνο που μπορεί να σε σώσει είναι να ξέρεις τι κάνεις. Ίσως τότε μπορείς να έχεις την ευκαιρία να μπεις στο παιχνίδι και να βάλεις τα δικά σου στοιχήματα. >Μην παρεξηγείς λοιπόν την ειλικρίνειά μου. Είναι όπλο, δεν είναι παράδοση άνευ όρων. >Και για να σου πω την αλήθεια, γι αυτό ήρθα να μιλήσουμε. Αν πρόκειται να στηθεί μια ιστορία γύρω απ’το πανεπιστήμιο, θέλω να ξέρω τι πραγματικά γίνεται εδώ μέσα… Αν είναι να φτιάξουμε ένα σόου, ας το βάλουμε μέσα σε ένα καλούπι από αλήθειες.”

——————————————————————————–

 [1] Ο παρών διαφημιστικός χώρος είναι κενός μόνον προς το παρόν. Στην επόμενη έκδοση όμως; Πάσα προσφορά δεκτή. Παρακαλούνται οι κήνσορες όπως κάτσουν καλά και οι σπόνσορες όπως συνεννοηθούν με τον εκδότη. (Το πολυτεχνείο τρέμει/συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: