Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Κεφάλαιο Α9

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9.

Αημαρκσίδης: Κάτι κάνει κλικ μέσα μου

 Οι δύο φίλοι χρησιμοποίησαν τα λίγα σκαλοπάτια απέναντι απ’ τον πάγκο του Χαράλαμπου για να ανέβουν στο επίπεδο του εδάφους και βγήκαν από τη μικρή πόρτα που οδηγούσε κατ’ ευθείαν απ’ το κυλικείο στο υπαίθριο πάρκιγκ. Η βροχή είχε κοπάσει και ο μισός ουρανός είχε ξανοίξει. Εδώ κι εκεί, μόνο, έπεφτε καμιά καθυστερημένη χοντρή ψιχάλα. Κατευθύνθηκαν προς την μοτοσικλέτα του δημοσιογράφου.

“Γιατί δεν έρχεσαι να φάμε μαζί; Όλο και κάτι καλό θα ’χει ετοιμάσει η Πανωραία. Και μετά γυρίζουμε εδώ, παρέα, τ’ απόγευμα για την τελετή”, ρώτησε ο Αημαρκσίδης. “Πρέπει να περάσω απ’ το σταθμό να οργανώσω το συνεργείο γι απόψε. Τι ώρα είπαμε είναι η έναρξη της μάζωξης;” “Στις έξι και μισή νομίζω. Άμα όμως προσθέσεις στο διεθνώς αναγνωρισμένο ακαδημαϊκό τέταρτο, τουλάχιστο άλλο ένα, που αποτελεί απαράβατο τοπικό έθιμο, θα πιάσουμε τις επτά”. “Αν θέλουν απ’ ευθείας τηλεοπτική αναμετάδοση πρέπει να μάθουν να είναι ακριβείς. Το δικό μας παιχνίδι γίνεται με τα δευτερόλεπτα. Όπως και να’ χει, βλέπεις πως δεν προλαβαίνω να’ ρθώ μαζί σου αν και θα το ’θελα “.

Ο Δέλτας έβγαλε απ’ την τσέπη του μπουφάν του ένα χαρτομάντιλο και προσπάθησε να στεγνώσει τη σέλα. Μετά καβάλησε τη μηχανή και πάτησε την μανιβέλα της ανάφλεξης. Η μοτοσικλέτα τρεμούλιασε σαν βρεγμένος σκύλος πετώντας δεξιά κι αριστερά ρανίδες νερού. “Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο: Ραντεβού εδώ στις έξι παρά τέταρτο. Ένας Χαράλαμπος στα πεταχτά, πάμε μαζί στη τελετή, μου δίνεις ένα χέρι και ξεμπερδεύουμε με την αναμετάδοση και για ύστερα φτιάξε πρόγραμμα εσύ. Έγινε;” “Μέσα!” συναίνεσε ο Αη.

Κάθησε για λίγο ακίνητος κοιτώντας το Δέλτα που απομακρυνόταν διαγράφοντας οχτάρια ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα σχηματίζοντας ένα ανώμαλο στρίμωγμα. Η μπόρα είχε κατεβάσει τη βρώμα της ατμόσφαιρας. Το πάρκο, αλλού με ήλιο και αλλού ακόμα σκοτεινό, έμοιαζε πιο διαυγές. Οι ευκάλυπτοι μύριζαν σαν καραμέλες ευκαλύπτου. Ξεκίνησε προς την κατεύθυνση του στριμωγμένου σκαραβαίου του, όταν μια φωνή προκάλεσε ένα κάθετο, γλυκό ανατρίχιασμα στη σπονδυλική του στήλη.

“Κίμωνα…” Στράφηκε προς τη φωνή. Η Ασπασία του έκανε νόημα από την άλλη άκρη του προαύλιου πάρκιγκ. Τι στην ευχή! Τα ίδια όπως όταν την πρωτοείδε. Τα ίδια όπως προχτές που είχε αποτολμήσει να της μιλήσει για πρώτη φορά. Το ίδιο μπέρδεμα. Έπρεπε επιτέλους να σταματήσει να απορυθμίζεται ψυχολογικά μόνο στ’ άκουσμα της φωνής της. Ή τέλος πάντων έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι για αυτόν Ασπασία ίσον απορρύθμιση και να το συνηθίσει. Ή ακόμη καλύτερα έπρεπε να γνωρίσει καλά την Ασπασία και, πού θα του πήγαινε, θα τα κατάφερνε να την απομυθοποιήσει. Ή ακόμη-ακόμη καλύτερα, έπρεπε να τον ερωτευθεί η Ασπασία.

Κάτι τέτοιο σίγουρα θα τον απάλλασσε από την ανεξέλεγκτη ταχυκαρδία. Από την αστάθεια στη φωνή όταν της μιλούσε. Από τα νοήματα που δεν κατάφερναν να βγουν όπως εκείνος ήθελε, αλλά κάπως αλλιώς. Από την εντύπωση ότι αυτός, που μισούσε τις στημένες και αφύσικες συμπεριφορές, ήταν μαζί της αφύσικος και στημένος. Ωστόσο δεν κατάφερνε να φτιάξει μια στρατηγική που θα έλυνε το πρόβλημα που λεγόταν Ασπασία και αυτό πρόσβαλε τον ορθολογισμό του και επέτεινε την αίσθηση του ξεχαρβαλώματος της προσωπικότητάς του.

Χαμογέλασε με έναν τρόπο που ήταν σίγουρος ότι φάνταζε χαζός και κούνησε το χέρι του προς την κατεύθυνση της Ωραίας Ασπασίας. Ε, ναι, γιατί ανάμεσα στ’ άλλα ήταν σίγουρος πως η Ασπασία ήταν το ωραιότερο πλάσμα που γνώρισε ποτέ! Η Ασπασία ήταν πραγματικά ωραία. Τώρα εσύ, δύσκολος και σκεπτικιστής όπως είσαι, θα μου πεις ότι η ωραιότης είναι σχετικό πράγμα. Εντάξει. Έχεις δίκιο. Διορθώνω: Η Ασπασία ήταν ωραία για τον Αημαρκσίδη. Τόσο που τον απορύθμιζε. Ήταν επίσης ωραία για τους περισσότερους από τους τύπους που κυκλοφορούν σ’ αυτήν εδώ την ιστορία.

Γι αυτό δεν θα προχωρήσω σε περιγραφικές λεπτομέρειες. Όπως κάνουν μερικοί-μερικοί που ενώ αρχίζουν την γενική περιγραφή με τη διαπίστωση: “Ήταν όμορφη!” (ή όμορφος, το ίδιο κάνει , ας μην αρχίσουμε τις διακρίσεις) και ενώ εσύ λες “άντε καλά” και είσαι έτοιμος να το δεχτείς, αυτοί συνεχίζουν: “Και την ομορφιά της την τόνιζε ακόμα περισσότερο η (ας πούμε) μύτη της που ήταν μια ιδέα πιο μεγάλη από την κανονική και έδενε με το στρογγυλό της πηγούνι”. Ή “τα μάτια της που ήταν λίγο κοντά το ένα στο άλλο”. Ή “το ελαφρά συγκλίνον βλέμμα της”. Ή “μια μικρή μαύρη ελιά στο αριστερό της ρουθούνι”. Και σου τη σπάνε. Γιατί από εκεί και πέρα εσύ την/τον φαντάζεσαι κάτι ανάμεσα στον Συρανό και την Στρέιζαντ (τη Βαρβάρα). Ή με το αριστερό ημιβλέμμα να διασταυρώνεται με το δεξί σε έναρξη μονομαχίας. Ή σαν τον Φράνκο Φράνκι (Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει) όταν τού ‘ρχεται ταμπλάς. Ή με ένα σπυρί στη μύτη. Έτσι, αυτοί μεν (που περιγράφουν) αισθάνονται ρεαλιστές και εντάξει με τις περιγραφικές τους αναστολές, αλλά εσένα και σου την έσπασαν και σου στέρησαν την ουσία: ότι κάποιοι την/τον εύρισκαν όμορφη/ο, χωρίς ανάγκη αιτιολόγησης και χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης.

Τώρα βέβαια, αν ρώταγες τον Άη, και αν αυτός ήθελε να σου εξομολογηθεί την απόκρυφη οπτική του γωνία, θα σου μίλαγε για τα μαύρα της μαλλιά και το άσπρο της δέρμα. Για τα σφαιρικά της βυζιά και τα στρογγυλά της γόνατα. Για τις θολωτές της πατούσες και για διάφορα άλλα. Ό ,τι είχε δει, ό, τι μάντευε και ό, τι υπέθετε! Αλλά τι εμπιστοσύνη θα μπορούσες να έχεις στα κριτήρια του Άη, ενός απορυθμισμένου ανθρώπου.

Γι αυτό, σου λέω, φαντάσου την όπως θές.([1]) Ταύτισέ την με την ωραία του τύπου σου. Γιατί και για τον Άη ήταν η ωραία του τύπου του. Η ωραία που έφτιαχνε τύπο. Τον τύπο με βάση τον οποίο θα έκανε από κει και πέρα τις αισθητικές και αισθησιακές του συγκρίσεις. Το “όραμα” πλησίασε χαμογελαστό στον Αημαρκσίδη και το ουράνιο τόξο που έσκαγε μύτη εκείνη τη στιγμή έκανε τίλτ και βγήκε απ’την πρίζα.

“Κίμωνα, μίλησα με τον Εντροπιδάκη. Όλα εντάξει.” “Ποιος; Τι; Πώς; Γιατί;” απάντησε με σαφήνεια και διαύγεια ο Κίμων Αημαρκσίδης, ο επιλεγόμενος και Άη. “Μου είπε πως, αν βρεις ότι η δουλειά μας σ’ ενδιαφέρει, μπορείς να ‘ρθείς. Του ‘χει πει καλά λόγια για σένα ο Οπερέδης, ο οποίος, δεν ξέρω αν το ξέρεις, είναι κάτω μαζί μας εδώ και λίγο καιρό”.

Κάτι χοντροκέφαλοι μεταλλαγμένοι μενεξέδες που άντεχαν και στις μπόρες και στα καυσαέρια, έστειλαν από το παρτέρι εκεί δίπλα μια τούφα άρωμα στα ρουθούνια του Άη. Αισθάνθηκε ένα λίγωμα στα γόνατα. “Το υποπτευόμουνα” ψιθύρισε. “Ο Όπερ είπε πως μπορούμε να σου έχουμε πλήρη εμπιστοσύνη. Εξάλλου, χρειαζόμαστε κάποιον που να ξέρει από υπόγειες ιπποδάμειες αναστηλώσεις.

“Λοιπόν αν αποφασίσεις να ρθείς, ο Εντροπιδάκης ο ίδιος θα αναλάβει να φροντίσει ώστε τα γραφειοκρατικά της μετακίνησης να γίνουν γρήγορα”.

 “Καλοσύνη του, είναι εντάξει ο παππούς”.

“Λοιπόν, Πώς σου φαίνονται τα νέα;”

“Μ’ αρέσουν Ασπασία. Και είμαι σίγουρος ότι η δουλειά σας θα αξίζει το κατέβασμα στα υπόγεια. Όμως, όπως προσπάθησα να σου πω και χτες, δεν ξέρω ακριβώς-ακριβώς τι κάνετε. Κυκλοφορούν πολλά, μα όσο κι αν ρώτησα δεν κατάφερα να μάθω ποιο είναι το ειδικό ερευνητικό σας αντικείμενο”.

Η Ασπασία χαμογέλασε. Τώρα στηριζόταν με τα δυό άσπρα γυμνά χέρια της σε μια παλιομοδίτικη κλειστή μαύρη ομπρέλα που κουβαλούσε μαζί της. Φορούσε ένα καλοκαιριάτικο φόρεμα χωρίς μανίκια, ανοιχτό στο στήθος και με φαρδιά φούστα. Το ύφασμα ήταν λευκό, γυαλιστερό και διακοσμημένο με μπλε κυκλάκια. Από τον ώμο της κρεμόταν μια τεράστια τσάντα.

“Κοίτα. Ανέλαβα εγώ να σε κατατοπίσω για τις λεπτομέρειες της έρευνας. Ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση”.

Ένα κομμάτι του εαυτού του μπήκε σε κατάσταση συναγερμού. Ένα άλλο άρχισε να χορεύει κοζάκικο. Προειδοποιητικές σειρήνες μπερδεύονταν στο κεφάλι του με βιολιά και μπαλαλάικες. Κατάπιε μια γερή δόση σάλιο. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις μπαλαλάικες.

“Εεεε, εντάξει, είπε τελικά. Πότε αρχίζουμε;”

“Έρχεσαι ή φεύγεις;”

“Πήγαινα για φαί. Εσύ;”

“Εγώ μόλις έφτασα. Τσίμπησα κάτι στη λέσχη. Έχω απογευματινή βάρδια σήμερα κι έλεγα μήπως έχεις κέφι να έρθεις μαζί μου κάτω, να σου δείξω λίγο τα κατατόπια. Αλλά μάλλον θα πεινάς τώρα”.

“Πώς; Α, όχι. Μάλλον όχι. Δηλαδή θέλω να πω δεν πεινάω και πολύ. Καθόλου. Έρχομαι ευχαρίστως μαζί σου”.

Ξανάβαλε τα κλειδιά του σκαραβαίου στη τσέπη και στράφηκε προς την πύλη. Η Ασπασία τον έπιασε από το μπράτσο.

“Όχι από εκεί. Υπάρχει άλλος δρόμος.”

Θεωρητικά η πρόσβαση στα υπόγεια του πολυτεχνικού κύβου εξασφαλιζόταν από τους δίδυμους ανελκυστήρες και από την κάτω προέκταση της εσωτερικής σκάλας. Στην πράξη όλα αυτά τα μέσα καθόδου αρνιόνταν όλο και πιο συχνά να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.

Οι ανελκυστήρες συνήθως σκάλωναν λίγο κάτω από τη γραμμή του εδάφους, αλλά και όσοι κατάφερναν να φτάσουν μ’ αυτούς ως το υπόγειο έλεγαν ότι μπορούσες να βρεις εκεί κάτω τα πιο απίθανα πράγματα, αλλά όχι τα εργαστήρια του Εντροπιδάκη.

Η σκάλα, πάλι, φρόντιζε να είναι διαρκώς φορτωμένη στο σημείο που άρχιζε η τελευταία στροφή προς τα κάτω με διάφορα ογκώδη και, κατά τεκμήριο, προς υποβάθμιση αντικείμενα, όπως σκαμνάκια, τραπέζια, σχεδιαστήρια και άλλα, που μαζεύονταν εκεί με τη δικαιολογία της περαιτέρω διεκπεραίωσης ή αποθήκευσης.

Το να τα υπερβεί κανείς συνεπαγόταν ασυνήθη φυσικά προσόντα, αν όχι ειδικές επιδόσεις σε αθλήματα όπως το άλμα εις βάθος με ενδιάμεσους ελιγμούς και τελική αλλαγή πορείας.

“Δεν είναι εύκολο πια να δουλέψεις με λίγη ησυχία, προπαντός άμα κυκλοφορήσει η φήμη ότι κάνεις κάτι πραγματικά καινούργιο”, του εξήγησε η Ασπασία καθώς έπαιρναν ένα δρομάκι που γυρόφερνε το κεντρικό κτίριο. “Όταν πρωτοκατεβήκαμε στα υπόγεια δεν μας έδινε κανένας σημασία, αλλά τώρα τελευταία όλοι ασχολούνται μαζί μας. Γι αυτό είπαμε να ελέγξουμε με κάποια διακριτικότητα τις προσβάσεις στα εργαστήρια. Ένα σχετικά απλό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο μπλοκάρει τακτικά τους εισβολείς που χρησιμοποιούν τα ασανσέρ, ενώ η σκάλα, θα το ξέρεις υποθέτω, ήταν ανέκαθεν μπλοκαρισμένη από μόνη της”.([2])

Ο Άη έγνεψε καταφατικά γιατί είχε καταπιεί όλο το σάλιο που μπορούσαν να παράγουν οι σιαλογόνοι αδένες του και δυσκολευόταν να μιλήσει. Έφτασαν σε μια μεταλλική πόρτα βαμμένη στο χρώμα του τοίχου, χωρίς ταμπέλες και άλλα διακριτικά. Η Ασπασία έβγαλε ένα ειδικό τήλε-βάσανο από τη τσάντα της και το ζούληξε σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο. Η πόρτα απάντησε “κλικ” και έκανε ένα εκατοστό πίσω. Η Ασπασία την άνοιξε.

Μέσα ήταν σκοτεινά. “Έλα” του είπε και άπλωσε το χέρι της. `Δεν νομίζεις πως αρχίζουμε να ξεπερνάμε τα ανεκτά όρια μιας ψύχραιμης μέρας;’ είπε στον Άη ο άλλος του εαυτός. Σαν να μην έφτανε ο γκριζογάλανος ουρανός, το βρεγμένο χώμα, οι ευκάλυπτοι, οι χοντροκέφαλοι μενεξέδες, που όλα, λες και το κάναν επίτηδες, σκάρωσαν ένα σκηνικό κατάλληλο για εξελίξεις αμφίβολου ορθολογισμού, σαν να μην έφτανε η παρουσία της Ασπασίας της ίδιας αυτοπροσώπως, νάσου τώρα και το χέρι της Ασπασίας τρυφερό και δροσερό ανάμεσα στα δάκτυλά του. Η αύρα της ανακατεμένη με τη δικιά του. Τα κυριλιανά της κύματα κατ’ ευθείαν μέσα του.

Κι όμως είχαμε πει τέλος μ’ αυτές τις μπούρδες. Οχι άλλες Ιουλίες στη ζωή μας! Κάτω οι Ιουλίες και όλα τα άλλα διπρόσωπα δίποδα με φουστάνια. Και ειδικά αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε περίεργα. Αφήστε τις Ιουλίες στους Αντιπαροχύδηδες! Αυτοί τουλάχιστο δεν μελώνουν με μια ανοιξιάτικη μυρωδιά! `Και οι Χαράλαμποι; Που βάζεις τους Χαράλαμπους που στούμπωσες πρωί-πρωί’ συνέχισε αδυσώπητα ο άλλος. Η σκέψη των Χαράλαμπων έκανε τον Αημαρκσίδη να παραπατήσει.

Το χέρι της Ασπασίας σφίχτηκε στην παλάμη του και τον εμπόδισε να κουτρουβαλήσει στην ράμπα που ξεκινούσε από την μεταλλική πόρτα και κατηφόριζε στριφογυριστά προς δυσδιάκριτα βάθη.

“Πρόσεχε” του είπε. “Περίμενε, θ’ανάψω τα φώτα”. Ο Άη προτιμούσε τα φώτα σβηστά. Γι αυτό μέσα του είπε: “Γαμώτο Χαράλαμπε”, αλλά απ’ έξω του δεν είπε τίποτα. Εκείνη βρήκε ένα κουμπί και το πάτησε. Μικρά μπλέ φωτάκια τοποθετημένα ανά τακτά διαστήματα άναψαν στην οροφή της ράμπας. Ο Κίμωνας είπε στον άλλο να το βουλώσει, και προσπάθησε να το παίξει ψύχραιμος. Η φωνή του ήταν λίγο πιο έρρινη απ’ το κανονικό -δεν τόκανε τελείως επίτηδες, έτσι τούβγαινε:

“Είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς που προσπάθησαν να ρθουν να σας δουν και δεν τα κατάφεραν” εξομολογήθηκε. “Με καλές προθέσεις βέβαια. Τελικά νόμισα ότι ο μόνος δρόμος για να φτάσει κανείς ως εσάς είναι να ρίξει κομποσκοίνι στο φρεάτιο του ασανσέρ, και φορώντας αρβύλες με (πανεπιστημιακά) καρφιά να καταδυθεί ως τον πάτο”.

Εκείνη χαμογέλασε. “Όπως είδες δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να μας βρείς”. Ήταν η ιδέα του ή μήπως ήταν κι αυτό φταίξιμο των Χαράλαμπων; Του φάνηκε; Ή πραγματικά το χέρι της έσφιξε για μια στιγμή το δικό του; Αποφάσισε εν θερμώ να επιχειρήσει μια μικρή επιβεβαίωση. Επιστράτεψε τον αντίχειρα και της χάιδεψε ελαφρά τον καρπό. Εκείνη δεν αντέδρασε. Εκεί όμως η κατηφόρα τελείωνε και εκείνη τράβηξε το χέρι της.

Είχαν φτάσει σ’ ένα είδος πλατώματος απ’ όπου ξεκινούσαν τρεις γαλαρίες. Δέσμες από καλώδια όλων των μεγεθών και όλων των χρωμάτων έτρεχαν στα πλευρικά τους τοιχώματα Η Ασπασία κατευθύνθηκε προς την κεντρική στοά. Μετά από λίγο συνάντησαν έναν ορθογωνισμένο διάδρομο και τον ακολούθησαν προς τ’ αριστερά.

Ένα βουητό, κάτι σαν απόμακρη μεταλλική μουρμούρα, που πλανιόταν μέσα στην υπόγεια ατμόσφαιρα, έγινε τώρα πιο έντονο. Μπήκαν σε μια μεγάλη κυκλική αίθουσα. Ήταν γεμάτη πάγκους και γραφεία. Είχε επίσης πολλά μηχανήματα, ορισμένα από τα οποία ήταν αναμμένα και έδειχναν να εκτελούν με μηχανικό τρόπο τα καθήκοντά τους. Ο Άη παρατήρησε με έκπληξη ότι η αίθουσα ήταν άδεια από ανθρώπους.

“Συνήθως εδώ δουλεύει πολύς κόσμος”, του εξήγησε εκείνη σαν να κατάλαβε τη σκέψη του. “Αλλά σήμερα αποφασίσαμε, για να μην κοντραριστούμε κι άλλο με την Πανέξυπνη Επιτροπή Δημοσίων Σχέσεων, να τηρήσουμε την αργία που όρισαν για την Στρουμφοεπέτειο. Είπαμε να μείνει μόνο ένας σε κάθε βάρδια για λόγους ασφάλειας.” Έριξε μια ματιά τριγύρω. “Επομένως κάποιος θα είναι εδώ από την πρωινή βάρδια. Πάμε στην αίθουσα ελέγχου.” Του έδειξε. “Από εκείνη τη πόρτα στο βάθος.” Η εν λόγω πόρτα εκείνη τη στιγμή άνοιξε.

”Καλώς τη κοπελιά μας” είπε ο Εντροπιδάκης χαμογελώντας. “Καλησπέρα Αινεία” είπε η Ασπασία. “Χαίρετε κύριε καθηγητά” είπε ο Αη. “Ο φίλος μας ο Αημαρκσίδης” διαπίστωσε ο Εντροπιδάκης. Και συνέχισε: “Όχι τυπικότητες φίλε μου. Εδώ κάτω χρησιμοποιούμε όλοι τα μικρά μας ονόματα. Μπορείς να με λες Αινεία και να μου μιλάς στον ενικό.” Έκλεισε το μάτι προς την πλευρά της Ασπασίας. “Αυτό, εκτός των άλλων, με κάνει να αισθάνομαι νεότερος”.

“Α, ναι”, συνέχισε, “ξέρω επίσης ότι το συνηθέστερο όνομά που μου αποδίδεται όταν δεν είμαι παρών είναι Εντρόπ, ή Αιν – Εν. Μπορείς να τα χρησιμοποιείς. Δεν έχω τίποτα κατά της οικονομίας στη χρήση της γλώσσας. “Θα ξέρεις φαντάζομαι”, συμπλήρωσε τις ονομαστικές διευκρινίσεις η Ασπασία απευθυνόμενη στον Αη, “ότι αν μείνεις τελικά κοντά μας, οι απάνω θα σε φωνάζουν: τυφλοπόντικα, κατακομβιανό, αρουραίο των υπογείων, κατωμερίτη…”

“Εντροπιδακικό, αναχωρητή, κατωχωριανό, υποχθόνιο και άλλα”, συμπλήρωσε γελώντας ο Εντρόπ. “Θα το υποστώ” απάντησε καρτερικά ο Αη.

 “Έφερα τον Κίμωνα για να δει λίγο τους χώρους και να πάρει μια πρώτη ιδέα για τη δουλειά μας. Δεν περίμενα να είσαι ακόμα εδώ. Είναι περασμένες δύο”, είπε η Ασπασία στον καθηγητή με μια δόση στοργής στη φωνή της.

“Είχαμε ορισμένα προβλήματα με τον Βούλη”, απάντησε εκείνος. “Ελπίζω όχι σοβαρά, αλλά πάντως θα χρειαστεί να τον παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τις επόμενες μέρες. Θέλω να τον προσέξετε όλοι σας”.

“Τι ακριβώς παρουσίασε;”

Ο καθηγητής έδειξε ότι δεν ήθελε να μπει για την ώρα σε λεπτομέρειες. “Θα στα εξηγήσω όλα αύριο”.

Η Ασπασία κατάλαβε ότι η παρουσία του Αη, τού οποίου η συνεργασία δεν ήταν ακόμα απόλυτα σίγουρη, εμπόδιζε τον Εντροπιδάκη να γινει πιο σαφής.

“Εντάξει” είπε. Ο Εντροπιδάκης τους αποχαιρέτησε. Σε λίγο στους τεράστιους υπόγειους χώρους έμειναν μόνον οι δυο τους. Και ο Βούλης.

——————————————————————————–

[1] Το αυτό ισχύει και για τους άλλους τύπους που περιδιαβαίνουν σ’αυτήν εδώ την ιστορία. Αν βρίσκεις ότι τους λείπει κάποιο χαρακτηριστικό (έχω αφήσει επίτιδες ορισμένα κενά) σου δίνω το ελεύθερο να το συμπληρώσεις μόνος σου. Μπορείς επί πλέον να τους ντύσεις (ή γδύσεις) στον ράπτη της προτίμησής σου και κατά βούληση. Επίσης, αν θέλεις να αλλάξεις και κάτι απ’αυτά που δεν λείπουν, έμπαινε μεγάλε! Και μη ξεχάσεις να μου στείλεις το απόκομμα με τις άλλαγές για να σου επιστερέψω τμημα των χρημάτων που κατέβαλες για την αγορά αυτού του αριστουργήματος, ως ανταμοιβή για την προσπάθεια. Αμφιβάλω αν έχεις ξανασυνατήσει άλλο συγγραφέα τόσο δημοκρατικό και που να ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των αναγνωστών του!

[2] Όπως θα παρατηρήσατε ακόμη κι εσείς ω αναγνώστες υψηλής πιστότητος και χαμηλού IQ, ούτως ή άλλως, όλο το κτήριο ήταν γεμάτο με φυσικές ή τεχνητές εμπλοκές. Για να κινηθείς σ’αυτό με σχετική άνεση, έπρεπε να είσαι γρασαδόρος, μύστης ή μιλημένος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: