Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Όλοι οι προφήτες είδανε τα χρώματα ν’ ανάβουν/

Posted by vnottas στο 6 Ιουνίου, 2007

(Ένθετη) Εκπληξη! 

Σας έχω εδώ παρακάτω ένα αδημοσίευτο ποίημα του φίλου μου του Γιώργου του Καμπουράκη (ο Γιώργος είναι καθηγητής στο Μετσόβιο). Μου άρεσε, του ζήτησα την άδεια και σας το ιστολογώ (σε αποκλειστικότητα).

Της Νύχτας τα πέπλα ύφαινε η Σιωπή

του Χάους η δευτέρα ψυχοθυγατέρα

ποτέ της δεν εγνώρισε κανονική μητέρα

κι ούτε κανένας μπορούσε να το πει

αφού η σιωπή βασίλευε απ’ άκρη σ’ άκρη

κι ούτε να πει ούτε να δει ούτε ν’ακούσει

μόνο ψαχτά στ’ αχεροποίητο το μαύρο πούσι

κύλαγε στα γαλανά της μάτια ένα δάκρυ 

Της Νύχτας τα πέπλα ύφαινε η Σιωπή

κι είχε στημόνι το λαμπρότερο σκοτάδι

κάτι το άγνωστο και σκοτεινό για υφάδι

που η θύμηση του ακόμα ήτανε νωπή. 

Όμηρος ήτανε της Νύχτας η Σιωπή

τα σκοτεινά της πέπλα ιστορούσε

με όνειρα που θα έβλεπε αν μπορούσε

μα ακόμα δεν τολμούσε να τα πει. 

Και μέσα στα κρυφά και τ’ αφανέρωτα

γυρίσματα των πέπλων κουρασμένη

έπλεξε όνειρα της νύχτας ξαναμμένη τόσο που αυτά γεννήσαν αξημέρωτα τον  Έρωτα. 

Έβαλε η Νύχτα τα πέπλα της Σιωπής

μα που καθρέφτης για να καμαρώσει

με τ’ ακροδάχτυλα χαϊδεύεται αβλεπής

κάτι το πρωτογνώριστο θα νοιώσει

στου πέπλου τις πτυχές σγουρό μαλλί

πιο κάτω κάτι να χτυπάει ρυθμικά

κι ύστερα κάτι που μοιάζει με θηλή

μια ζεστή αίσθηση ανατριχιαστικά

εισβάλλει στο σκοτάδι στο κορμί της

της κόβεται η ανάσα κι η πνοή της

βγαίνει φωτιά που καίει τη Σιωπή της

στα σύμπαντα ακούγεται η κραυγή της

και τότε κανείς δεν ξέρει πως

όλα αλλάξανε έγινε ΦΩΣ. 

Όλοι οι προφήτες είδανε τα χρώματα ν’ ανάβουν

και  ανταπόκριση εστείλαν παρευθύς

κι οι ιστορικοί για τα μελλούμενα εγράψανε -ευτυχώς αντικειμενικά.  

         

              

  Απ’ την ορμή του ‘Ερωτά της η ΝύχταΈνοιωσε τα πέπλα της ν’ ανοίγουν 

Ανεδύθη ο Κρόνος ο Χρονοκράτωρ

Κι οι αριθμοί,  αρχικώς οι ακέραιοι.

Κλείσαν τα χάσματα του χάους  

Οι μέρες μπήκαν στην σειρά

Γραμμή για το στόμα του Κρόνου

Που καθημερνά παντρεύονταν

Την ίδια Ρέα  το βράδι γραία

Και πάλι την επαύριο  η Γαία

Καινούργια Ρέα γεννηθείσα

Ου ποιηθείσα έντυνε νύφη 

Κι ωστόσο μέσα στη μέρα  τεκνοποιούσε

Στο πιάτο του Χρονοκράτωρα την ύλη

Των ονείρων της Νύχτας. 

Με φουσκωτούς τους μύωνας

Γεννιέται ο Δευκαλίωνας

Και απ’ των φιλιών την μοίρα

Γεννήθηκε  η όμορφη η Πύρρα

Ο Πυθαγόρας  έβαλε τους αριθμούς σε τάξη

Κι άρχισε ο πολλαπλασιασμός να γίνεται στην πράξη

Από του Χάους το κενό και την αδιαφορία

Έγινε αυτό που είπανε μετά πληροφορία

Κάποιοι που δεν το ξέρανε φτιάξανε τον Παράκλητο

Σαν ποιητή των όλων

Μαζί και των διαβόλων

Καλύτερα να διάβαζαν λιγάκι τον Ηράκλειτο.

Οι άνθρωποι νωρίτερα αγάπησαν την φύση

Και τους θεούς τους φτιάξανε για να υπάρξει λύση

Στα φυσικά φαινόμενα στη φυσική τη βία 

Εδώ σε μας, παράδειγμα, σκαρφίστηκαν τον Δία.

Αλλού τον Άχουρα Μασδά για το καλό

Και ότι τέλος πάντων ομαλό Για το κακό και το ΑΜΑΝ!

Υπήρχε πάντα  ο Ναριμάν.

Αλλού από φως εφτιάξανε τον Βούδα

Κι αλλού το αντίθετό του  τον Ιούδα

Στα παραμύθια ο κακομοίρης ο Σεβάχ

Έτρεμε πάντα τα τερτίπια του Αλλάχ.

Στης Νιγηρίας την υγρή λακούβα

Είπαν Θεό τον ήρωα Οντουντούβα.

Κάποιες ευρέθιστες θερμές κυρίες

Γίναν αργότερα οι Βαλκυρίες.

Κι ο πιο απόκρυφος που ξέρουμε κι εμείς

Ήταν βεβαίως ο τρισμέγιστος Ερμής.

Το αίμα των θεών ήταν ο ιχώρ

Στα βόρεια  βασίλευε ο Θώρ

Όμως στην Θράκη κάποτε αντί για την Ρομφαία

Θεολογία έκανε η πέννα του Ορφέα[i]

Πολύ νωρίς οι άνθρωποι είχανε απορίες

Και λύση δεν ευρίσκανε, πολλές αντινομίες

Τι να’ναι άραγε καλό και το κακό που φτάνει

Άραγε τι να κρύβεται κάτω απ’ το καφτάνι

Του ιερού συνάνθρωπου θεού αντιπροσώπου

Και ποια να είναι η μορφή του ιερού προσώπου

Είναι μορφή ανθρώπινη είναι μορφή του ζώου

Η μήπως τα ονείρατα  εξύπνου λιθοξόου 

Σκέψεις με ρήμα άκλητοΞυπνήσαν στον Ηράκλειτο

Κι είπε καλό απ’ την φύση Κανείς να ξεκινήσει 

Δύσκολος δρόμος για μυαλό της εποχής εκείνης

Τις αλυσίδες του μυαλού πώς να τις διακρίνεις

 Κι εκεί που υπερφυσικά οι άλλοι συζητάν Εκείνος αποφαίνεται, λοιπόν ειν’ «έν το πάν».

Ανήφορο κατήφορο το ίδιο να τον δείς

Γιατί στον ίδιο ποταμό δεν ημπορείς να μπείς

Κι είναι το τέλος η αρχή και η αρχή το τέλος

και δείχνει πάντα προς τα εκεί του χρόνου μας το βέλος.

 

Αργότερα αποδείχτηκε από ένα μήλο πέφτον

Εκείνο που κατάλαβε ο μέγιστος ο Νεύτων. 


[i] Η χάννα η φιλόσοφος με ορθολογικότητα/  Στον Όμηρο συνάντησε αντικειμενικότητα/  Και επειδή, προσθέτει,  μας αφορά/  Τονίζει το «για πρώτη φορά»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: