Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Περιπέτεια καρδιάς (V και -ελπίζω- τελευταίο)

Posted by vnottas στο 31 Οκτώβριος, 2010

…γιατί την παρατραβήξαμε την αφήγηση και ελαφρώς ξεχείλωσε, γι αυτό και λέω να αρθρώσω τη σημερινή τελευταία συνέχεια σε γραφή ¨ελλειπτική με εκλάμψεις¨ (φλασιές).

 …σύνδεση με τα προηγούμενα

Είμαι στη φάση «πού πάμε;» Στην ουσία με έχουν κατ’ αρχήν δεχτεί και στο Παπαγεωργίου, νοσοκομείο καινούργιο ¨τσίλικο¨, ευάερο, ευήλιο και με πανεπιστημιακή κλινική ενσωματωμένη, και στο Αχέπα, νοσοκομείο πανεπιστημιακό, παλιό και εμπειροπόλεμο. Αποφασίζω για Αχέπα κυρίως γιατί για εκεί (χάρη στον καρδιολόγο Β) παίρνω εγκαίρως τις συγκεκριμένες οδηγίες που, αφού είμαι πρωτάρης, μου είναι απαραίτητες.

Οι οδηγίες

Πρέπει να παρουσιαστώ Πέμπτη πρωί, νηστικός, χωρίς να έχω πάρει κανένα φάρμακο, με όλες τις πρόσφατες αναλύσεις στο χέρι, και, γενικότερα, ετοιμασμένος για τρεις πιθανές διανυκτερεύσεις.

Α ναι, και κάτι άλλο: θα διευκόλυνα τη διαδικασία αν έχω προβεί (από μόνος μου) σε αποψίλωση   της Βουβωνικής Χώρας, η οποία ως γνωστόν βρίσκεται νοτίως της Κοιλιακής Χώρας με την οποία και συναπαρτίζει τις λεγόμενες Κάτω χώρες.

 Είσοδος στο Αχέπα

Μέρα συννεφιασμένη με  ψιλόβροχο. Μαζί μου η Σόφη και ο Θάνος που βρίσκεται αυτό τον καιρό στην Αθήνα και έχει αυτοβούλως αποφασίσει να ανηφορίσει για να ¨συμπαρασταθεί πατέρα¨.

Πρώτα τα γραφειοκρατικά, μετά αναμονή διεκπεραίωσης σε τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Σκαρφαλωμένα στους γκριζοπράσινους τοίχους διέρχονται εμφανή καλώδια που διακόπτονται που και που από μυστηριώδεις διακόπτες και ταμπελίτσες με το γνωστό σήμα της ραδιενέργειας και τη φράση ¨ελεγχόμενη περιοχή¨. Κάτω μωσαϊκό, πάνω ανεμιστήρες. Προσωρινό βόλεμα σε θάλαμο και αναμονή για την είσοδο στα ενδότερα.

 Η επέμβαση

Η κλασική μεταφορά ανάσκελα με φορείο σου δίνει την ευκαιρία να μην αφήσεις παραπονεμένο το ταβάνι (ως αντικείμενο παρατήρησης) που δένει άψογα με το γενικό θριλεροειδές κλίμα.

Άφιξη στην αίθουσα. Βιομηχανική αισθητική κάποιου περασμένου αιώνα. Καλώδια που τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις διασταυρούμενα χωρίς εν τούτοις να συγκρούονται, μυστήρια μηχανήματα που βουίζουν με μηδενική ευθυμία, μόνιτορς, πάγκοι, σωλήνες και λοιπές αποφύσεις από παλλόμενες συσκευές. Προβολείς που φωτίζουν συγκεκριμένα σημεία ενώ άλλα, τα πιο πολλά, τους αφήνουν αδιάφορους. Μια τζαμαρία και από πίσω κι άλλα μηχανήματα άγνωστου προορισμού και άλλες οθόνες και ανθρώπινες φιγούρες ανάμεσα στις οποίες διακρίνω τη Σόφη και το Θάνο. Μυρουδιά απροσδιόριστη (για μένα τον αμύητο), αλλά διαπεραστική.

Εγκαταλείπω τα ρούχα μου που θα διαγράψουν μια δική τους πορεία και δε θα τα ξαναφορέσω παρά κατά την έξοδο τρεις μέρες μετά. Τσιτσίδι στη γωνία (φοράω ένα μανίκι από μία μπλούζα -ειδικό μοντέλο- αλλά μετά μου το βγάζουν κι αυτό) και ύστερα οριζοντίωση σε ένα στενό πάγκο. Τελώ σε πλήρη συστολή παντός είδους.  Με επιθεωρούν. Ψάχνουν είσοδο για την ηλεκτρονική ανιχνευτική κεφαλή που θα με ψάξει (χωρίς να με ψέξει, ελπίζω). Ύστερα με σκεπάζουν με διάφορα πράσινα πανιά αφήνοντας εμφανή δύο επίμαχα σημεία: τον καρπό του δεξιού μου χεριού και το πάνω μέρος του μηρού.

Με έχουν αναλάβει δύο Αντώνηδες.  Όχι, δεν θα μου κάνουν ολική αναισθησία όπως νόμιζα, αλλά δε θα πονέσω, κι αν πονέσω να τους το πω, γιατί θα είμαι σε εγρήγορση. Αρχίζουμε με το χέρι. Αποφασίζω ότι είναι μια χαρά Αντώνηδες και ότι τους εμπιστεύομαι πλήρως.

Δε βλέπω με ακρίβεια τι σκαρώνουν γιατί προτιμώ να κοιτάζω το ταβάνι και έτσι κι αλλιώς ανάμεσα στα μάτια μου και τα σημεία όπου κατά τις δύο επόμενες ώρες θα μπαινοβγαίνουν διάφορα, υπάρχει ένα είδος ημιδιαφανούς χωρίσματος που αλλοιώνει αποφασιστικά τη θέα. Εγώ δεν καλοβλέπω, αλλά εμένα με παρατηρεί με το διαπεραστικό της βλέμμα μια μηχανή με ένα σπαστό βραχίονα που περιφέρεται γύρω από το στήθος μου, πρώτη ξάδελφη εκείνης που μου έκανε το σπινθηρογράφημα. Νομίζω ότι εντοπίζω τη μυρουδιά: ραδιενέργεια.

Αισθάνομαι με τη σειρά: ένα σφίξιμο, μια ζέστη, κάτι να δονείται (και να προχωράει;) Κάθε τόσο με ρωτάνε αν πονάω, απαντάω όχι και εκείνοι παρατηρούν μια οθόνη στο ύψος της κοιλιάς μου και δηλώνουν ευχαριστημένοι.

Μετά από περίπου μισή ώρα (αντικειμενικός χρόνος που τον μαθαίνω μετά, γιατί η προσωπική μου αντίληψη τάχει μπερδέψει με τους χρόνους) έχουμε διάλειμμα. Ο επικεφαλής Αντώνης έχει εντοπίσει τις εστίες του  κακού και με ρωτάει: επεμβαίνουμε τώρα ή θες χρόνο να το σκεφτείς. Το μόνο που δεν θέλω είναι αναβολή.  Όρμα Αντώνη! θέλω να του πω, και μάλλον του το λέω, γιατί αφού μιλήσει για λίγο και με το Θάνο και τη Σόφη ξαναστρώνεται στη δουλειά μαζί με τον Αντώνη 2. Αυτή τη φορά επιλέγουν την (ανετότερη) αρτηριολεωφόρο της κάτω γραμμής. Θα δουλέψουν εκεί ακόμα μιάμιση ώρα ίσως και παραπάνω. Εγώ ζεσταίνομαι, κρυώνω, δονούμαι, πάλλομαι αλλά δεν πονάω. Οι Αντώνηδες μοιάζουν και δηλώνουν ευχαριστημένοι, άρα είμαι κι εγώ. Ζήτω η απόφραξη!

Στην εντατική light

Οι εντατικές, αν κατάλαβα καλά, είναι εξοπλισμένες αίθουσες παραταγμένες εν σειρά μετά τον χώρο των επεμβάσεων, και χαμηλώνουν σε ένταση καθώς απομακρύνονται απ’ αυτόν. Με άλλα λόγια συμφέρει να είσαι υπό εντατική παρακολούθηση, αλλά όσο γίνεται πιο κοντά προς την έξοδο και όχι προς το χειρουργείο. Εγώ τοποθετούμαι κοντά στην έξοδο, αν και βασικά θέλω να πάω σπίτι μου όσο γίνεται πιο γρήγορα, δηλαδή αμέσως, αλλά με πείθουν να τα αφήσω αυτά και να υπομείνω τους κανόνες που με θέλουν εκεί , υπό παρατήρηση για τρεις τουλάχιστον μέρες.

Έτσι κι αλλιώς, στην αρχή δεν μου επιτρέπουν να κουνηθώ καν. Ή μάλλον όχι: μπορώ να κουνήσω το αριστερό χέρι και το αριστερό πόδι, όμως τα υπόλοιπα πρέπει να μένουν ασάλευτα!  Αποδέχομαι το καθεστώς (να είμαι υπό παρατήρηση) και, μια που δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, αρχίζω να παρατηρώ και εγώ.

Η εντατική έχει χάζι και άλλα προτερήματα. Τα άλλα προτερήματα είναι ότι οι γείτονες είναι λίγοι (δυο τρεις) και αυτοί υπό διαδικασία αποδέσμευσης,  ότι δεν επιτρέπονται αρμένικες βίζιτες συγγενών, ότι παρά τα καλώδια και τους σωλήνες που σε συνδέουν με αμπούλες και μόνιτορς (ή χάρη σ’ αυτά), σου δημιουργείται μία αίσθηση ασφάλειας. Το χάζι προκαλείται από το γεγονός ότι μπαινοβγαίνουν (σχολιάζοντας διάφορα) γιατροί χειρούργοι, γιατροί ειδικευμένοι (σε χρήσιμες ειδικότητες), γιατροί ανειδίκευτοι (που όμως ειδικεύονται τώρα), νοσοκόμες, μεταφορείς ασθενών, μεταφορείς διαφόρων ιαματικών υλικών, διανομείς ακατονόμαστων μαγειρικών επινοήσεων, καθαρίστριες, και, που και πού, σκάνε μύτη προς στιγμήν μέχρι να καταλάβουν ότι πρέπει να πάνε άλλού, κάτι περίεργοι τύποι με κουστουμάκι και γραβάτα, μη πάει ο νου σας στο κακό, εγώ τους έκοψα μάλλον για ιατρικούς επισκέπτες και προμηθευτές παρά για κοράκια σε άγρα πελατών.

Περισσότερα για την εντατική μια άλλη φορά γιατί η καταχώρηση παραμεγάλωσε. Εδώ θα σας πω μόνο ότι, τρεις μέρες αργότερα, Κυριακή πρωί, αποχαιρετούσα   τις νέες μου γνωριμίες και όδευα προς το σπίτι (από τις λίγες φορές που οδηγούσε η Σόφη), rectifie και ευχαριστημένος. Εδώ μόνο λίγες γενικές παρατηρήσεις

 Καταλήγοντας (επιτέλους!)

Θα σημειώσω μόνο μερικά γενικά πράγματα.

Στην εντατική γνώρισα συμπαθείς ανθρώπους. Ανθρώπους που μου φάνηκαν ικανοί, παρά τη φαινομενική αναμπουμπούλα, να κάνουν δουλειά. Ανθρώπους χωρίς σχολαστικότητες που καταφέρνουν μάλιστα να διατηρούν ένα κλίμα ευ-θυμίας, που εγώ, προσωπικά, θεωρώ πολύτιμο. Αναφέρομαι στο σύνολο όσων κυκλοφορούσαν εκεί, από τον επικεφαλής καθηγητή, στους δύο Αντώνηδες, στο νεαρό φοιτητή που δούλευε και ως νοσοκόμος, στις νοσοκόμες και στις ειδικευόμενες γιατρίνες. Νομίζω, και ελπίζω να μη κάνω λάθος, ότι οι καλύτερες στιγμές των ανθρώπων της χώρας μου σήμερα, είναι όταν τα βγάζουν πέρα εκ των ενόντων, βάζοντας πάνω απ’ όλα επινοητικότητα και καλή διάθεση.

 Υστερόγραφο

Ονοματολογία: Ας πούμε, για την Ιστορία, ότι ο καρδιολόγος Α στον οποίο με παρέπεμψε ο Γιάννης ο Καρμπόνης, και ο οποίος με τη σειρά του με έστειλε για άμεση επιδιόρθωση λέγεται Αλέξανδρος Αμασλίδης, ότι ο ευγενής καρδιολόγος Β που με βοήθησε να  προσεγγίσω τη Δημόσια Ιατρική περίθαλψη και μού έδωσε απαραίτητες συμβουλές, λέγεται Βασίλης Βασιλικός, ότι ο Αντώνης 1 που δούλεψε με αποτελεσματικότητα μέσα στις αρτηρίες μου λέγεται Αντώνης Ζιάκας, ότι ο επικεφαλής καθηγητής γιατρός, μυστακοφόρος και άνετος, λέγεται Σταύρος Γαβριηλίδης, ότι δυστυχώς δεν έμαθα ακόμη το επώνυμο του Αντώνη2, ούτε εκείνο της νοσηλεύτριας Ευαγγελίας με τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, ή των άλλων γιατρών και νοσηλευτριών που με ανέχτηκαν.  Τα όσα έζησα μαζί τους στη μικρή ¨περιπέτεια καρδιάς¨, τα θεωρώ αίσια και ευοίωνα (όχι μόνο για ‘μένα).

5 Σχόλια to “Περιπέτεια καρδιάς (V και -ελπίζω- τελευταίο)”

  1. tram21 said

    Περαστικά και σιδερένιος!

  2. vnottas said

    Αγαπητό τραμ21, σ’ευχαριστώ πολύ.

  3. silia said

    Σιδερένιος .
    Σ’ ευχαριστώ που έγραψες τόσο καλά λόγια για την Δημόσια Ιατρική .
    Είναι κάτι τόσο σπάνιο στους καιρούς μας , να ακούγεται κάτι καλό γι αυτήν .
    Σου εύχομαι … ποτέ , μα ποτέ πια (στους γιατρούς) .

  4. vnottas said

    Αγαπητή μου Σίλια σ’ευχαριστώ πολύ. (Για τα γενικά και τα ειδικά, εξακολουθώ να ελπίζω)

  5. netagazila@yahoo.com said

    Περαστικά σου Βασίλη και υπομονή. Νέτα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: