Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Όπου ο Λυσίστρατος και ο Κλεόβουλος επιστρέφουν στην Αθήνα (Λυσίστρατος σκηνή τέταρτη)

Posted by vnottas στο 1 Μαρτίου, 2012

Σκηνή τέταρτη

[στον δρόμο προς την Αθήνα, μια ελιά, πουλάκια που κελαηδούν,  ο ήχος από ένα ποταμάκι]

 

Αφηγητής

Ο Λυσίστρατος ή Στράτος κι ο Κλεόβουλος ή Βούλης

είδανε τον Τειρεσία, που ’ναι μάντης με ουσία

-θηλυκιά κι αρσενικιά-

και αφού τους τα ’πε όλα, πήρανε το δρόμο πάλι

να γυρίσουν στην Αθήνα, τη καργιόλα τη μαργιόλα,

λύση να βρουν εν τω άμα, ’ρσενικοί,  μικροί μεγάλοι

μπας και δώσουν οι θεοί, της πατρίδας αυθωρί

να διορθώσουνε το χάλι.

 

Κι ενώ γυρίζαν πίσω, όσα είπε ο Παπαράσιος,

τα σκεφτόντουσαν και πάλι.

Eσκέφτονταν και έφριτταν, μα και καταλαβαίνανε

καλύτερα τι τρέχει.

Γιατί ο ποδαρόδρομος κάνει καλό στη σκέψη.

Το ’παν οι Περιπατητές, φιλόσοφοι μεγάλοι!

Που όλο βόλτες κόβανε  [σκέφτεται λίγο πώς μπορεί να γίνεται κάτι τέτοιο και καταλήγει:]

Μετράγανε τα βήματα

και ’λύναν τα προβλήματα!

[Ο Λυσίστρατος κρατάει δόρυ και φοράει περικεφαλαία, ενώ ο Κλεόβουλος κουβαλάει τις αποσκευές –δισάκι στον ώμο, δεμένο στην άκρη ενός μπαστουνιού]

 Λυσίστρατος

Βούλη τα πόδια κούνα

είδες, πως ειν’ τα πράγματα κι αν θέλουμε να αλλάξουν,

πίσω στο άστυ γρήγορα, πρέπει να επιστρέψουμε,

στους άντρες να μιλήσουμε, απόφαση να πάρουμε

την πόλη να γιατρέψουμε.

 Κλεόβουλος

Το ξέρω ότι βιαζόμαστε.

Μα μαραθωνοδρόμος, ποτέ μου δεν διατέλεσα

κι οι κάλοι με πονάνε, και πιάστηκε κι ο ώμος μου

απ’ το βαρύ δισάκι

-και άσε που πεινάω-

Γι αυτό λέω καλύτερα να πάρουμε μια ανάσα.

Στο σταυροδρόμι εκεί δα, βλέπω μια γέρικη ελιά,

με πλούσιο τον ίσκιο και δίπλα της μια ρεματιά,

με δροσερό νεράκι.

Ας κάτσουμε λιγάκι…

 Λυσίστρατος

Μα, αν δε κάνω λάθος, στον ίσκιο της γερο- ελιάς

και άλλος ξαποσταίνει…

Κι είναι οδοιπόρος σα και μας, αν κρίνω από τις μπότες

Που ναι φθαρμένες…

 Οδοιπόρος

Χαίρετε, Έλληνες πατριώτες!

 Λυσίστρατος

Γεια και χαρά σου φίλτατε.

Πηγαίνεις για Αθήνα;

Όπως και μεις;

 Οδοιπόρος
Στην Λακωνία πάω, μα η Αθήνα είναι στο δρόμο μου

και λέγω να περάσω, να δω τι γίνεται κι εκεί

κι απέ θα συνεχίσω, στου Πέλοπα τη νήσο.

 Λυσίστρατος

Μη σε παρεξηγήσω… Μα αν κατάλαβα καλά,

δε μοιάζεις να ανήκεις, σε Λακεδαίμονα γενιά

Οδοιπόρος

Και πού ’θε το κατάλαβες; 

 Λυσίστρατος

Απ’ τη λαλιά, που δωρική δεν είναι.

Κι είσαι και ευπροσήγορος, όχι σα τους Σπαρτιάτες,

που λέξη λένε μοναχά μία …

 Κλεόβουλος

…Την εβδομάδα

 Οδοιπόρος

Είμαι από τόπο μακρινό      

 -βουνήσιο –                          

κι ήρθα να περιηγηθώ τις πόλεις της Ελλάδας.

Μα ελάτε, ο ίσκιος της ελιάς, άπαντες  μάς χωράει.

Θέλω να σας τρατάρω.

Και έχω εδώ τυρί χλωρό και κρέας  ξεραμένο.

 Κλεόβουλος

(κάθεται και ανοίγει το δισάκι του)

Πολύ ευχαρίστως. Να κι εγώ προσφέρω κρεμμυδάκι

που απ’ του μαντείου τον μπαξέ, ξερίζωσα λιγάκι.

Και το βαρύ δισάκι μου καιρός να ξαλαφρώνω

Γι αυτό, ιδού ένα φλασκί, που τώρα ξεβουλώνω.

Ιδού και κάλυκες σωστοί να βάλουμε τον οίνο.

(Μοιράζει τσίγκινα ποτήρια)

Στων οδοιπόρων τους θεούς,

ξανθό κρασάκι πίνω (τσουγκρίζουν).

Οδιπόρος :

Ευοί!

Λυσίστρατος:

Ευάν !

Κλεόβουλος

Γιαχαραντάν ![στο κοινό:] Το λέω για τη ρίμα.

Οδοιπόρος

Και τώρα που φροντίσαμε την άτιμη τη πείνα

-την όρεξη που αυξάνεται σε κάθε ταξιδιώτη-

για πείτε μου πουθ’ έρχεστε;

Άκουσα για μαντείο;

Γιατί κι εγώ πριν από δω, επέρασα απ’ τους Δελφούς

του Χρυσοστόμου Απόλλωνα, να ακούσω τους χρησμούς.

 Κλεόβουλος

Όχι, εμείς ερχόμαστε από του Τειρεσία,

για το δικό μας πρόβλημα, δεν κάνει η Πυθία.

Οδοιπόρος

Και ποιο είναι το πρόβλημα, εάν δεν είμαι αδιάκριτος;

 Κλεόβουλος

 Προβλήματα έχουμε πολλά. Τι να σου πρωτοπούμε!

Ποιο θα ’πρεπε απ’ όλα αυτά, να βάλουμε επί τάπητος

πρώτο, δε το γνωρίζω.

 Λυσίστρατος

Να, στην αρχή νομίζαμε πως είναι το γαμήσι

Πως φταίνε οι γυναίκες μας…

 Κλεόβουλος

– Μας έχουνε πηδήσει…! –

 Λυσίστρατος

Που έχουνε αλλάξει, και ανικανοποίητες

μας έχουν ξεπετάξει.

Και τα ηνία θέλουνε σε όλα να κρατούνε

κι ό, τι σε μας προσάπτανε (βία και ζοριλίκι),

τώρα το κάνουνε αυτές.

 

Οδοιπόρος

Τι λες δικέ μου; Τι μας λες!

 Λυσίστρατος

Μα τώρα ο Τειρεσίας και το δαιμόνιό του…

Οδοιπόρος

Ο Παπαράσιος;

 Λυσίστρατος

Ναι αυτός !

Που ξέρει πόρτες σφαλιστές, να ανοίγει δίχως βία

και που της κλειδαρότρυπας είναι ο εφευρέτης

 Κλεόβουλος

Κι ο εραστής!

 Λυσίστρατος

Μας είπε για τις διαπλοκή και τη δολοπλοκία

Στου Ολύμπου τα παλάτια

Οδοιπόρος

Συν-ωμο-σιό-λο-γί-α;

Λυσίστρατος

Κι εγώ έτσι τ’ ονόμαζα, προτού νοήσω ότι

έτσι το λένε σήμερα, οι  άλλοι, οι μεγάλοι,

σα θέλουνε να κρύψουνε πράγματα που από μόνα τους

σου βγάζουνε το μάτι

-πιο φανερά δε γίνεται-

μα αν πας να τα πιστέψεις, αμέσως κρώζουν: «κίνδυνος»

και «λόγια του αέρα»,

που συνωμότες τρομεροί τα βάζουνε στο γύρο

για να πλανέψουν του λαού την εύστοχη τη κρίση.

 Οδοιπόρος

Για πέσ’ τα όλα φίλε μου.

Αν τελικά δεν ήτανε τ’ άτιμο το γαμήσι

το βασικό το πρόβλημα, τότε τι άλλο ήτανε ;

Γιατί στις αποικίες, «πυρ και γυνή και θάλασσα»

λένε οι παροιμίες,

πως είν’ τα τρία τα κακά, του βάσανου οι αιτίες!

 Λυσίστρατος

Δεν ήτανε μονάχα αυτό κι αν θέλεις πίστεψέ το!

Στη μέση είναι τα τάλαντα, το χρήμα, ο Παράς,

που ο Ερμής κατάφερε με πονηριά κι απάτη

Θεό να ανακηρύξει.

Στη ζούλα!

Και εκεί ψηλα, στου Ολύμπου τις κορφάδες,

ναούς έφτιαξε νέους: Φαντασμαγορικούς!

Με τζόγο εθιστικό!

Κι όλοι οι θεοί εμάθανε να παίζουν με τους κύβους!

Και ένα άλλο παίγνιο –στρογγυλό- με ένα μπαλάκι απάνω.

Και των θνητών τα ριζικά, μονά ζυγά τζογάρουνε,

και τα αποτιμάνε

μόνο σε χρήμα…

Οδοιπόρος

Ω μεγα Ζευ, Θεούλη μου, τι λάθος και τι κρίμα!

 Λυσίστρατος

Ενώ εδώ, στον κόσμο των θνητών,

να αποδομήσει προσπαθεί κάθε ανδρεία κι αρετή

μ’ όπλο τους σοφιστάδες,

που χρη-ματο-δοτεί

Και όχι μόνο αυτό…

Οδοιπόρος

Και άλλο τι;

 Κλεόβουλος

Ο Ερμής κάνει απορρύθμιση, κι αλλάζει ερμηνεία

σε λέξεις που πιστεύαμε πως είχαν μόνο μία

παντοτινή και σίγουρη και καίρια σημασία.

 Οδοιπόρος:

Τι δηλαδή σας άλλαξε και τι σας αναδόμησε;

 Λυσίστρατος

Πρώτα απ’ όλα η ευτυχία με τα λεφτά ταυτίστηκε  

όσο ποτέ πρωτύτερα …

μα κι η Δημοκρατία, έπαψε να (εί)ναι των πολλών

ο λόγος,

παρά το δήμο άρχισαν στη ζούλα να ρωτάνε

του μπαγαπόντη του Ερμή οι νέοι υπαλληλίσκοι

-οι δημοσκόποι-

και μ’ ερωτήσεις πονηρές, στραβοδιατυπωμένες,

το δίκιο πάντα δίνουνε σε κάθε ανθρωπάκι

τα προϊόντα του Ερμή, όπου καταναλώνει.

Οδοιπόρος

Κατάλαβα!

Κι η όρεξη των πολιτών όλο να μεγαλώνει,

η αγορά να ανοίγει, το χρήμα να κυκλοφορεί,

κι αφού φέρει μια βόλτα,

στις τσέπες του κερδώου Ερμή, πίσω να καταλήγει!

 Κλεόβουλος

Μα κι οι σοφοί λιγόστεψαν, στην πιάτσα βγήκαν άλλοι

-ιδιωτικοί –

Που τη σοφία δίνουνε μόνο σ’ όποιον πληρώνει

Κι άλλοι ακόμη, ρήτορες  – και κεφαλές ασώματες –

Πού ξέρουνε την τέχνη, το μαύρο, άσπρο να κάνουνε

Χωρίς βαφή –με λόγια.

 Λυσίστρατος

Κι όλα πως είναι σχετικά, τούτοι υποστηρίζουνε.

Οι αρχές δε μας χρειάζονται ούτε οι φιλοσοφίες…

Κι οι νόμοι μόνον είναι, να τους παραβιάζουμε.

Αν έχουμε τα μέσα!

 Οδοιπόρος

Πω! Πω! τι λέτε βρε παιδιά!

 Λυσίστρατος

Και των αντρών η μπέσα, σίγουρα δε χρειάζεται

για τις κρυφές κομπίνες, τα αόρατα τα ομόλογα

και τις δοσοληψίες.

Γι αυτό και ετοιμάσανε, μας το ’πε ο Τειρεσίας,

άλλα στελέχη κι αρχηγούς, να πάρουν τα ηνία.

Με το μυαλό πιο θηλυκό.

με οίστρο και μανία

νέα πόλη να φτιάξουνε παγκό-σμίο-ποιημένη,

για αυτό και ’μεις ω φίλτατε, την έχουμε βαμμένη…

 Κλεόβουλος

Και πεσμένη.

 Λυσίστρατος

Έτσι μας είπε ο ιερεύς, μάντης, οιωνοσκόπος

που πτερωτά πετούμενα, στον ουρανό ατενίζει…

 Κλεόβουλος (μασουλώντας)

Αλλά και σπλάχνα νόστιμα: πρώτα τα τηγανίζει,

με λάδι και κρομμύδι  

και του καπνού τους τη τροχιά, ύστερα μελετάει.

Αλλά και φύλα πράσινα και κίτρινα μασάει

κι ύστερα δαίμονες καλεί

-όπως ο Παπαράσιος –

κι αυτοί του μολογάνε, ποιες οι αιτίες του κακού

κι οι Μοίρες πού μας πάνε.

 Οδοιπόρος

Α,

πρέπει να το παραδεχτώ:  Κι ’μένα μου αρέσουνε

της θυσίας οι μεζέδες, των μαντείων οι λιχουδιές

και οι τσίκνες οι ιερές, οι καλοψημένες πέτσες

οι αχτύπητες μπριζόλες,  τα κοψίδια, τα παΐδια

τ’ αμελέτητα τα ίδια,

γιατί μια καλή θυσία

θέλγει ανθρώπους και θεούς!

Κλεόβουλος

Ας παραδεχτούμε πάντως, ότι τα μαντεία έχουν

ψήστες εξειδικευμένους.

Που στο μέλλον θα διαπρέψουν  και να μου το θυμηθείτε:

όταν οι απόγονοί τους, είμαι σίγουρος αδέλφια,

στο απώτερο το μέλλον, ψήνουν χοιρινά σουβλάκια

-οβελίδια δηλαδή-,

στης Ελλάδας τα σοκάκια,

θα έρχονται απ’ τον κόσμο όλο, πλήθος περιηγητές

τα οβελίδια να γευτούνε  και ξανθό κρασί να πιούνε

με άρωμα από ρετσίνι,

την ζωή αλλιώς να δούνε και να το ευχαριστηθούνε!

 

Αφηγητής

Αυτά και άλλα λέγανε, καθώς αφήναν της ελιάς

το δροσερό τον ίσκιο,

και δρόμο πάλι παίρνανε, προς το κλεινόν το Άστυ,

οι δύο Αθηναίοι.

Μαζί  κι ο οδοιπόρος, ο νέος τους ο φίλος

που όλο για όλα ρώταγε, φιλομαθής, περίεργος

και καλλιεργημένος.

Τον συμπαθήσανε πολύ κι είπανε να τον πάρουνε

μαζί τους στο ταξίδι, να τον φιλοξενήσουνε,

και τα αξιοθέατα της όμορφης Αθήνας,

μαζί να τριγυρίσουνε.

Να πάνε να θαυμάσουνε τα έργα του Φειδία

του Καλλικράτη το ναό, τους κίονες του Ικτίνου

καθώς κι ενός καινούργιου, από την Ιβηρία:

τον λενε Καλατράβιο,

και με σκοινιά και σύρματα, να στήνει έχει μανία

καμπύλες και υπερβολές που έχουνε και πλάκα

Κι ύστερα από τις βόλτες,

ρετσίνα και μαρίδα στο Φάληρο ή στην Πλάκα,

τους έταξε ο Κλεόβουλος, ότι θα τους κεράσει

Αλλά, -είπε ο Λυσίστρατος: Καλές είναι οι τσάρκες,

μα πρώτα, όμως, έπρεπε, να λύσουν τα σπουδαία…

Αυτά και άλλα τέτοια, λέγαν καθώς προχώραγαν,

περνώντας κάμπους και βουνά, ρυάκια και ποτάμια,

στο δρόμο -ισια κάτω:

ξανάπαν για γυναίκες, είπανε για πολιτική

οικονομία, αθλητικά…

Τις τέχνες και τα γράμματα, δεν άφησαν απ’ έξω

και προπαντός το θέατρο,

η ώρα να περνάει, μαζί και τα χιλιόμετρα,

μαζί κι οι παρασάγγες.

Κι έτσι καθώς ενύχτωνε κι έβγαινε το φεγγάρι

απ’ τον τρελό τον Υμηττό,

Έφτασαν επιτέλους

στα τείχη της Αθήνας

Κι εδώ θαρρώ πώς πρέπει, να κάνουμε ένα διάλειμμα.

Να πάρουμε μια ανάσα!

Γιατί όπου να ’ν, σε λίγο, με του ποιητή την άδεια

και του τρελού το θράσος,

σε μέρη πιο απίθανα μαζί μου θα σας πάρω

Αγάντα  και υπομονή.

Να δούμε τι θα γίνει…

(τέλος τέταρτης σκηνής – συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: