Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Η πτώση είναι μία: από τον τέταρτο.

Posted by vnottas στο 11 Ιουλίου, 2012

Τα κείμενα εδώ παρακάτω  είναι του Παντελή Καλογεράκη. Ο Παντελής είναι ένας από του δύο δίδυμους πολυταλαντούχους πιτσιρικάδες (πιτσιρικάδες για μένα: κατά τα άλλα δευτεροετείς στην Αθήνα) που γνώρισα φέτος, όταν παρουσίασαν, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ποιήματα του Νίκου Μοσχοβάκου μελοποιημένα από τους ίδιους. Ο άλλος είναι ο Μιχάλης.   Καταγωγή από την Κρήτη, γραφή και μουσική που εκπλήττουν.

Μισάζω.

Η πτώση είναι μία. Από τον τέταρτο.

Γενική πτώση. 

Όλα πέφτουνε και σπάνε χάμω και γίνονται θρύψαλα,

μουσικά όργανα, συκώτια μαράκες, σπλήνες ντραμς, εντόσθια χυμένα. 

Η κρούση είναι μία. Από τον τέταρτο στον ακάλυπτο με τις βερικοκιές.

Ονομαστική κρούση. 

Ο Παντελής, κουτούλησε, έγινε αλοιφή, ένα με το χώμα…

Η ώρα είναι μία.

Από τον τρίτο ακούγεται μια ιστορία. 

Δεν κοιμάται ποτέ αυτή η πολυκατοικία, μια γυναίκα μονολογεί.

Από ότι κατάλαβα, την παλιά Αθήνα περιγράφει.

Παλιά, ιστορεί, δεν έπεφταν από τα μπαλκόνια του τετάρτου ορόφου οι ερωτευμένοι,

 ούτε από τα ρετιρέ,

γενικά δεν έπεφταν,

μόνο έβγαζαν τα πόδια τους έξω από τα παράθυρα και πετούσαν, 

για φαντάσου Αγάπη μου, πετούσαν λέει, πετούσαν ελεύθεροι,

σαν τα πουλιά, 

κι έγραφαν τα ονόματα τους στον ουρανό, με τέμπερες αέριες,

κάτι σαν κλανιές με χρώμα.

 

Φέρε μου να κάνω ένα τσιγάρο, κι άκου να δεις πως έχει το σχέδιο. 
Πέφτω πρώτος εγώ. 

Μετά από μισή ώρα φωνάζεις το όνομα μου και με ρωτάς αν στο ισόγειο έχει υγρασία,
με ακολουθείς μόνο αν δεν με ακούσεις να σου απαντώ.
Ειδάλλως περιμένεις άλλα τρία τέταρτα, ρωτάς την ίδια ερώτηση, και πράττεις αναλόγως.

Λογικά τη δεύτερη φορά δε θα λάβεις απάντηση,

δεν έχω δα και τόσο γερή κράση,
πάνω κάτω μετά από μία ώρα, θα είναι το έδαφος πάλι ουδέτερο,σαν πρώτα

κι εγώ λίπασμα για τις βερικοκιές.

Οφείλω να ομολογήσω πως την τελευταία στιγμή, 
προσπάθησα να πέσω ανάσκελα με τα χέρια μου ανοικτά,

για να προσγειωθείς στην αγκαλιά μου,
μόνο που ποτέ δεν έμαθα αν κάτι τέτοιο συνέβη.

Ωστόσο υποψιάζομαι πως τα καταφέραμε 
διότι σήμερα τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
και τα σκυλιά μας γερνάνε πιο αργά από ότι γερνάμε εμείς.


Γνώρισα μια μπαλαρίνα σήμερα.

Καθώς έβγαζε τα παπούτσια της μου τραγουδούσε νωχελικά.

Τραγουδούσε ενώ έβγαζε κι τις κάλτσες της, αργά, κοιτάζοντας με,
νομίζοντας πως το απολαμβάνω ιδιαίτερα πολύ.

Κάτω από το στενό της φόρεμα,

φορούσε λεπτές στο χρώμα της ζάχαρης ξεχειλωμένες ζαρτιέρες,
τις οποίες με δική μου προτροπή, δεν αφαίρεσε.

Εξακολουθούσε να τραγουδά, όχι άσχημα, τραγούδια της Ρίτας Σακελαρίου.

Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, διαδικασία κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά αποκρουστική κι καταναγκαστική για την ίδια,
αν κρίνω από το γεγονός ότι δεν κατέβαζε τον καπνό κι αηδίαζε κάθε τόσο,
μόνο που δεν πλάνταζε.

Άλλο ένα τσιγάρο τοποθετεί στα βαμμένα της κόκκινα χείλη, τα οποία ήμουν σίγουρος πως πριν προλάβω να γευτώ δεν θα είναι πια στο χρώμα του πάθους,
αφού λίγο λίγο κάθε φορά όλο και περισσότερο γόπες χαίρονταν το κραγιόν της
και τα ανεπαίσθητα, ίσως για τις γόπες ανεπιθύμητα ακόμη, φιλιά της.

Χωρίς να σβήσει το σπίρτο ανάβει ένα κερί τύπου ρεσώ δίπλα της,
δίχως όμως το ίδιο να προσφέρει, πέρα από μια ακόμη γλυκιά πινελιά στο ήδη αρκετά επιτηδευμένα ειδυλλιακό περιβάλλον, φως.

Με ρωτά αν θα πιώ κάτι, τι άλλο να έπινα αλήθεια, που βρώμαγα αλκοόλ!

Μια μαύρη σαμπούκα λέω και μετανιώνω ευθύς, δίχως να το πάρω πίσω.

Δεν είχε πάγο, δεν ήπια γουλιά.

Αναρωτήθηκα από ποιο σημείο και μετά σταμάτησε να τραγουδάει κι δεν μπορούσα να θυμηθώ, άλλωστε είχε άλλα να κάνω.

Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.
Αν και κρίνοντας από τους αναστεναγμούς της, βαπτίζοντάς τους αυθεντικούς,
ήμουν ένας αρκετά πετυχημένος επαγγελματίας πελάτης, εκείνη τη στιγμή.
Δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας. 

Παρόλο που φεύγοντας της άφησα στο κομοδίνο το ελάχιστο ποσό χρημάτων με το οποίο υπέθεσα πως θα συνήθιζε να συμφωνεί,

δεν ήταν κανείς από τους δυο μας επαγγελματίας.

Βγαίνοντας από το διαμέρισμα, κάπου μεταξύ στο πολύ νωρίς και στο πολύ αργά,
καθώς παρατηρούσα ότι έχω βάλει ανάποδα τα παπούτσια μου,
γεγονός αφενός κακόγουστο αφετέρου δυσλειτουργικό,
ακούω μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου να με ρωτά αν έχω ώρα.
Ξεχνώντας στιγμιαία το θέμα που με απασχολούσε χαμηλά στα πόδια μου, τοποθετώ το βλέμμα μου στο ρολόι, κι έπειτα το ρίχνω πάνω στα μάτια της μεταδίδοντας της την πληροφορία.
Εκείνη,
λεπτή με ένα κοντό απαλά ροζ φόρεμα που άνοιγε χαμηλά σαν μια λευκή μαργαρίτα, 
με τα μαλλιά πιασμένα πίσω σφιχτά,
με κάτι περίεργα παπούτσια, που άνετα θα έλεγε κανείς πως είναι σκέτη σόλα,
και με χέρια τόσο λυγερά σαν τα κλαδάκια που έχουμε για προσάναμμα.
Τι ρώτησα κάτι που δεν θυμάμαι, απάντησε κάτι άλλο που δεν θυμάμαι επίσης

κι εξαφανίστηκε, χοροπηδώντας,
έχω την εντύπωση πως στη γλώσσα της θα είχε αυτό το περπάτημα μια πιο εξειδικευμένη ονομασία.

Όταν πια για τα καλά είχε ξημερώσει, πήρα τηλέφωνο τον κολλητό μου κι του είπα τα νέα μου.

«Γνώρισα μια μπαλαρίνα σήμερα! Και για κάποιο λόγο φορούσα ανάποδα τα παπούτσια μου…»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: