Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν

Posted by vnottas στο 29 Οκτώβριος, 2012

Τον συνονόματό μου Βασίλη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη και της Μαρίας στην Αρετσού. Έχουμε παίξει μερικές φορές χαρτιά και, είναι αλήθεια, το παιχνίδι εν γένει βοηθάει στο να γνωρίσεις τους άλλους καλύτερα. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζω συνήθως εγώ.

Αν βέβαια ενδιαφέρεσαι για τις ενδεχόμενες συμπεριφορές κάποιου και σε πιο οριακές καταστάσεις (αν πρόκειται, για παράδειγμα, να τον/την παντρευτείς), τότε πήγαινε μαζί του ένα ταξίδι, ει δυνατόν με ιστιοφόρο. Εκεί θα αντιληφθείς πολύ περισσότερα πράγματα.

Αλλά για τις άλλες, τις συνηθέστερες και χωρίς διακύβευμα περιπτώσεις, το παιχνίδι, ας πούμε μια φιλική παρτίδα χαρτιά, όντας ανώδυνη απομίμηση της ζωής σε βοηθάει να κάνεις αξιόπιστες γενικές παρατηρήσεις πάνω στον χαρακτήρα των άλλων.

Ο Βασίλης λοιπόν, αρχιτέκτονας μηχανικός (όπως και οι πιο πολλοί στην παρέα), σύζυγος και πατέρας, διάγων αισίως την περίοδο της ωριμότητας (των πρώτων –ηντα), σε μια αρχική ανάγνωση μου προκύπτει αναμφίβολα ήπιος, ήρεμος, εξαιρετικά ευγενικός, εκτιμητής των χαμηλών τόνων: Δεν υψώνει ιδιαίτερα τη φωνή και ένα πράο χαμόγελο είναι εγκατεστημένο θα έλεγες μόνιμα στις άκρες των χειλιών του.

Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις τις οποίες δεν έχω κανένα λόγο να αναιρέσω, οδηγούν στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Βασίλης είναι δύσκολο να είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο, κάπως αλλιώτικο, ας πούμε κάτι σαν μοναχικός ταξιδιώτης μοτοσικλετιστής!

Και βέβαια κάνω πανηγυρικά λάθος.

 

Ο Βασίλης όταν του την δίνει, (και σε άλλες προς διερεύνηση περιπτώσεις) όχι μόνο καβαλάει τη μοτοσικλέτα του και εκτινάσσεται, αποδρά, αναχωρεί, απομακρύνεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα προς κατευθύνσεις εξωτικές και χώρες δυσερεύνητες, αλλά και καταγράφει με εικόνες και λέξεις τις εμπειρίες του.

Χτες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.

Σας το κοινοποιώ με την έγκρισή του. Απολαύστε το!

 

 

Βασίλης Μεταλλινός

Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν. Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.

Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ αρχίδια μου” διάθεση.

Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία, μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο. Οι οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.

Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.

Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα, η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν.

Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…

Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου. Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .

Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club. Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου,δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…

Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου.

Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.

Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο. Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο. Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.

Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ. Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί. Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.

Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.

Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.

Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε, γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.

Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…

Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.

Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν. Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα. Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.

Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ. Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα. Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…

Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας… Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.

Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες. Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων. Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…

Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…

Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!

Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…

Επιβιβαστήκαμε σ’ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.

Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.

Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…

Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων. Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια, φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του. Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.

Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”, μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες. Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου. Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα. Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”. Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!

Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.

Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.

Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel. Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.

Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα. Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…

Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ. Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες, πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.

Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.

Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.

Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς. Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ. Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”

Γερό μπλέξιμο!

“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.

“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια. Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.

Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι. Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.

Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Το χαμόγελο εκεί. Μόνιμο.

Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα. Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής. Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτησε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:

“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”

Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…

Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο. Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα. Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

«Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?

 

3 Σχόλια to “Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν”

  1. Βασίλης Μεταλλινός said

    Βασίλη, χάρηκα πάρα πολύ που είδα δημοσιευμένο το ταξιδιωτικό νουάρ διηγηματάκι μου, στο εξαιρετικό ιστολογοφόρο σου!
    Άμα βρεθεί και εκδότης με τάσεις επιχειρηματικού αυτοχειριασμού και εκδώσει -τελικά- την συλλογή των ταξιδιωτικών διηγημάτων μου, θα είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος…

    • vnottas said

      Φίλε Βασίλη
      Απ’ ό, τι ξέρω οι εκδότες είναι κάτι περίεργα αμφίβια όντα που κολυμπάν, άλλοτε επιδέξια κι άλλοτε ασούρμπαλα ανάμεσα στα κύματα της τέχνης και τα έλη της οικονομίας. Εύχομαι να βρεις το κατάλληλο δείγμα.
      Πάντως το ιστολογοφόρο είναι εδώ και ευχαρίστως θα φορτώσει και θα ταξιδέψει κι άλλες σου περιπλανήσεις.
      Να είσαι καλά.
      Βασίλης

  2. […] […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: