Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος τρίτο: Έρευνες

Posted by vnottas στο 17 Οκτώβριος, 2015

Η διαμόρφωση (ας την πούμε έτσι) του τρίτου μέρους των περιπετειών του Εύελπι του Μεγαρέα (γραμματικού στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της ανατολικής Αυτοκρατορίας) βρίσκεται σε καλό σημείο, γι αυτό λέω να αρχίσω την ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο των πρώτων κεφαλαίων.

Στο τρίτο μέρος, όπως και στα δύο προηγούμενα (θα) εξιστορούνται τα γεγονότα μιας μόνο ημέρας (αυτή την φορά της τελευταίας μέρας του Ανθεστηρίωνα, καθώς τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει η άνοιξη του 330 πΧ), ενώ η δράση θα εξακολουθήσει να εκτυλίσσεται στην πρωτεύουσα πόλη της Σουσιανής, την πόλη των Κρίνων (Σούσα).

Σε γενικές γραμμές θα παρακολουθήσουμε τις έρευνες που διεξάγει ο Εύελπις προκειμένου να εξιχνιάσει την υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο και, παράλληλα, τον Οινοκράτη και τους φίλους του να παρακολουθούν κατά πόδας τον Άρπαλο και τους σωματοφύλακές του. Έτσι θα βρεθούμε στα διαμερίσματα της βασίλισσας Σισύγαμβρης, στον ανακτορικό ναό του Αχούρα Μάσδα, στη ¨γειτονιά των παιχνιδιών¨ της Αγοράς των Σούσων, στον ναό του βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ, και αλλού. Κάθε παρατήρηση είναι ευπρόσδεκτη. Προς τους (εθελοντές) αναγνώστες: καλό διάβασμα.

images (2)

Μέρος Γ΄: Τελευταία μέρα του Ανθεστηριώνα μήνα

Κεφάλαιο πρώτο.

Όπου ο Εύελπις επισκέπτεται τον τραυματισμένο Καλλισθένη

Όταν ξυπνάω, ο ήλιος έχει μόλις εγκαταλείψει τις κορφές του Ζάγκρου κι ανηφορίζει στον ουρανό των Σούσων, ενώ οι ακτίνες του διαπερνούν εγκάρσια τα ψηλά παράθυρα φωτίζοντας το υπνοδωμάτιο.

Δε νιώθω ξεκούραστος, αλλά τεντωμένος και στο μυαλό μου τριγυρίζουν ακόμη στρόβιλοι από όνειρα. Όνειρα από εκείνα που πλημμυρίζουν τις νύχτες μου τον τελευταίο καιρό. Όνειρα περίεργα, ακαταστάλαχτα, ανακατεμένα με νυχτερινές σκέψεις, άσχετες η μια με την άλλη, που όμως μου φαίνονται πλεγμένες, όλες μαζί, σε ακατανόητα, παράξενα σκηνικά…

Υπάρχουν μερικές μορφές που, καθώς ξυπνώ, διακρίνονται ακόμη ανάμεσα στα νέφη που χωρίζουν τον ενύπνιο κόσμο από εκείνον τη εγρήγορσης και με κοιτάζουν σαν να θέλουν κάτι να μου πουν και δεν πρόφτασαν: Η Θαΐδα, ο Καλλισθένης, ή ακόμη και, τρεχάτος, ιδρωμένος και ανήσυχος, ο Οινοκράτης ο υπηρέτης μου.

Τινάζω το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά και οι μορφές θολώνουν και διαλύονται. Κατευθύνομαι στον λουτήρα,   παίρνω με τις χούφτες μου κρύο νερό από τη λεκάνη που μου έχει ετοιμάσει ο Οινοκράτης  και καταβρέχω το πρόσωπό μου. Στη θέση των σκιών σχηματίζονται τώρα οι μνήμες της χτεσινής μέρας: η εισβολή των μαυροφορεμένων δολοφόνων στο θησαυροφυλάκιο, ο τραυματισμός του Καλλισθένη, η επείγουσα έκτακτη σύσκεψη με τον φρούραρχο και τον διοικητή της πόλης των Σούσων…

Ναι, όλα αυτά, αλλά και κάτι άλλο που μου άφησε αλλιώτικη γεύση, αν και όχι άσχετο με τα προηγούμενα: το μήνυμα της Θαΐδας, φιλικό, ίσως τρυφερό, που με προειδοποιεί ότι οι ¨άλλοι¨, δηλαδή ο γλοιώδης Ανάξαρχος και οι δικοί του, δεν περιορίζονται πια στις έμμεσες διαβολές αλλά έχουν αποφασίσει να επιτεθούν με νέους δόλιους  τρόπους στον Καλλισθένη και την ομάδα μας.

Βάζω φωνή και ο Οινοκράτης σκάει μύτη στην άλλη άκρη της μεγάλης κάμαρας και με καλημερίζει. Είναι φορτωμένος με τον ιματισμό μου, έναν ενισχυμένο δερμάτινο θώρακα και το ξίφος μου.

images

«Το σπαθί ναι, τον θώρακα όχι», του λέω. «Και κοίτα, σήμερα, για λόγους ας πούμε εθιμοτυπικούς, θα πρέπει να το παίξουμε κομψοί. Ίσως χρειαστεί να συναντήσω ό, τι μας απόμεινε από  την περσική διοίκηση και το ντόπιο  βασιλικό οίκο. Γι αυτό βγάλε και ετοίμασε την καλή πορφυρή χλαμύδα. Όμως πρώτα φτιάξε μου δύο πράγματα: κάτι να με κρατήσει ξύπνιο και διαυγή, γιατί απόψε κοιμήθηκα ελάχιστα και ένα γερό πρωινό».

Παίρνει μια απορημένη έκφραση και ανασηκώνει τον βαρύ θώρακα που με δυσκολία κρατάει στο δεξί του χέρι. «Μα αφέντη», ενίσταται, «αν ο κύριος Καλλισθένης φορούσε χτες τον θώρακά του, σήμερα η υγεία του θα ήταν πολύ καλύτερη, δε θα ήταν;»

Ίσως έχει δίκιο. Αλλά δε μου πάει να φορτωθώ τον βαρύ  θώρακα λες και πάω σε προκαθορισμένη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Οινοκράτης αφήνει τα ιμάτια σε έναν περσικό κλισμό[1], το ξίφος με τον τελαμώνα[2] πάνω σε έναν ελληνικό δίφρο οκλαδία,[3] που κι εγώ δε ξέρω πως βρέθηκε εκεί δίπλα, και κάνει να αποσυρθεί, αλλά τον σταματάω.

«Για πες μου, τι ήταν αυτά που μου έλεγες χτες; Είχα πολλά στο κεφάλι μου και μέσα στην αναστάτωση που επικρατούσε δεν σε πρόσεξα καλά. Κάτι έλεγες για ένα οινοποτείο… Καλά μωρέ Οινοκράτη, δεν είπαμε να αποφεύγουμε τις ακρατο-κατανύξεις; Και μάλιστα μεσημεριάτικα; Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις; Γιατί, αν δεν έχεις, να σου αναθέσω μερικές πρόσθετες δουλειές…»

«Όχι αφέντη, θα σου εξηγήσω τι έγινε. Βγήκαμε με τον Χοντρόη για ψώνια στην αγορά∙ ψάχναμε κυρίως φρέσκα λαχανικά που, βέβαια, δεν υπάρχουν στο κελάρι,  και μια που έφτασε η ώρα του μεσημεριανού φαγητού είπαμε να τσιμπήσουμε κάτι…»

«Και τι έγινε; Πέσατε πάνω σε ανθρώπους του Άρπαλου;»

«Όχι αφέντη. Στο οινοποτείο κατέφτασε ο Άρπαλος ο ίδιος. Ξανθός, κουτσός και υπερόπτης, μαζί με δύο τύπους που πρέπει να ‘ναι οι σωματοφύλακές του. Στην αρχή δεν είπε ποιος είναι, αλλά αργότερα, όταν μέθυσε, όχι μόνο παραδέχτηκε ότι παρίστανε τον έμπορο ενώ στην πραγματικότητα είναι φίλος και εταίρος του βασιλιά, αλλά και κάτι του ξέφυγε για μια συνωμοσία που εξυφαίνεται εδώ, στα Σούσα. Βέβαια, επειδή οι περισσότεροι από τους πελάτες του οινοποτείου ήταν σκνίπα, κανένας δε νοιάστηκε για το τι έλεγε ο χωλός δήθεν έμπορος. Κανένας εκτός από τον υποφαινόμενο Οινοκράτη, ο οποίος ακολουθώντας τη σοφή παραίνεση του κυρίου του, ήταν απολύτως νηφάλιος, ή εν πάση περιπτώσει νηφάλιος μέσα σε λογικά πλαίσια. Κι επειδή ξέρω ότι ο Αφέντης δεν συμπαθεί τον γιο του Μαχάτα, έσπευσα να σε ειδοποιήσω για το τι είδα και τι άκουσα».

Σκέφτομαι για μια στιγμή τις διευκρινίσεις του υπηρέτη μου∙ σήμερα οι κουβέντες του είναι περισσότερο κατανοητές∙ προφανώς εκείνος είναι πιο σαφής κι εγώ (αν και δεν το πολύ-αισθάνομαι) πιο ξεκούραστος απ’ ό, τι χτες το βράδυ.

«Καλά έκανες Οινοκράτη», του λέω. «Και κοίτα, όταν ¨ξαναβγείς για ψώνια¨ στην αγορά, έχε το νου σου και δες αν υπάρχουν κι άλλοι που να πρόσεξαν την παρουσία του Άρπαλου στα Σούσα. Κι αν όντως κυκλοφορεί εδώ, μάθε που βρίσκεται και ειδοποίησέ με. Δε θέλω να αναμείξω τις υπηρεσίες που εποπτεύουν.  Το θέμα είναι λεπτό. Ο  Άρπαλος είναι ένας επικίνδυνος τύπος, όμως είναι πράγματι κολλητός του βασιλιά που απ’ ότι φαίνεται του τα συγχωρεί όλα. Τι λες, μπορείς να τα καταφέρεις;».

Στο πρόσωπο του υπηρέτη μου απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης: ψοφάει να του δίνω πρωτοβουλίες, αλλά κι όταν δεν του δίνω, τις παίρνει μόνος του!

«Βεβαίως», μου απαντά και κάνει πάλι να αποσυρθεί για να βάλει το θώρακα στη θέση του και να ετοιμάσει το πρωινό. Αλλά τον σταματάω ξανά.

«Α, και κάτι άλλο. Τον Ευρυμέδοντα και τη μικρή της Θαΐδας, τους βόλεψες;»

«Βεβαίως. Το σπίτι είναι μεγάλο».

«Περιποιήσου τους, μέχρι να δούμε τι μηνύματα θα χρειαστεί να μεταφέρουν γυρίζοντας πίσω».

Ο Οινοκράτης εξαφανίζεται στα ενδότερα και εγώ προσπαθώ να καταστρώσω νοερά ένα πρόγραμμα  με τα όσα θα πρέπει να κάνω σήμερα. Τελικά καταλήγω ότι δε μπορώ να προγραμματίσω τίποτα πριν δω τον Καλλισθένη.

***

bronce-carriazo-tartessos11

Ο Καλλισθένης είναι χλωμός και έχει τα μάτια κλειστά.

«Είναι φυσιολογικό, με το αίμα που έχασε», μου λέει ο Φίλιππος ο γιατρός.

Ο Φίλιππος έχει διανυκτερεύσει εκεί, δίπλα στον τραυματία. Δεν είναι μόνο ότι συμπαθεί τον Καλλισθένη, είναι και που δεν ξεχνά ότι ο Ολύνθιος τον υποστήριξε  όταν ο στρατηγός Παρμενίωνας τον είχε κατηγορήσει ότι εξαγοράστηκε από τους Πέρσες  και ότι σκόπευε να δολοφονήσει τον Αλέξανδρο.

Ήμασταν στην Τύρο, τρία χρόνια πριν.

Ο βασιλιάς είχε κολυμπήσει ιδρωμένος στα κρύα νερά του ποταμού Κύδνου και αρρώστησε. Ο Φίλιππος ετοίμασε ένα δραστικό υγρό ίαμα, αλλά πριν το πιεί ο Αλέξανδρος, έφτασε  ένας αγγελιαφόρος με επείγον μήνυμα από τον Παρμενίωνα. Ο στρατηγός έγραφε ότι είχε πληροφορίες πως ο γιατρός είχε ‘ρθει σε μυστική επαφή με τον Δαρείο, ο οποίος μάλιστα του υποσχέθηκε να τον παντρέψει με μια απ’ τις κόρες του, αν εξουδετέρωνε τον Μακεδόνα.

Στον Αλέξανδρο δεν καλοφάνηκε που ο Παρμενίωνας είχε δικό του δίκτυο συλλογής πληροφοριών και μάλιστα ότι επόπτευε ανθρώπους του στενού βασιλικού περιβάλλοντος, όπως ο γιατρός. Πάντως, ζήτησε τη γνώμη του Καλλισθένη, ο οποίος του είπε πως εύρισκε άδικη και ατεκμηρίωτη την κατηγορία και ότι ο ίδιος ήταν έτοιμος να εγγυηθεί για την εντιμότητα του Ακαρνάνα.  Ο Αλέξανδρος πείστηκε, ήπιε το φάρμακο και ήδη την επόμενη μέρα ήταν πολύ καλύτερα.

Ωστόσο ο βασιλιάς είχε αρχίσει να δυσπιστεί απέναντι στον γέρο στρατηγό. Ο Παρμενίωνας από την άλλη, σε αντίθεση με τους πιο πολλούς Μακεδόνες αξιωματικούς που συμπαθούν τον Καλλισθένη, πνέει από τότε μένεα εναντίον του και ισχυρίζεται ότι υπερασπιζόμενος τον Ακαρνάνα έβαλε σε κίνδυνο  την ασφάλεια του Αλέξανδρου και,  κατά συνέπεια, της εκστρατείας.

«Πώς είναι Φίλιππε;» ρωτάω τον γιατρό.

«Σήμερα θα δείξει. Πάντως είμαι αισιόδοξος».

«Θα μπορέσει να μου μιλήσει;»

«Πιστεύω πως ναι. Έχει πυρετό, αλλά καίει λιγότερο από όσο περίμενα. Πάντως δε πρέπει να ελπίζεις πολλά, σήμερα τουλάχιστον. Ακόμη κι αν όλα πάνε καλά, η ανάρρωσή του θα απαιτήσει αρκετό χρόνο».

«Πόσο;» Η φωνή που διατυπώνει αυτήν τη μονολεκτική ερώτηση δεν είναι η δική μου. Είναι η εξασθενημένη φωνή του Καλλισθένη, ο οποίος έχει ανοίξει τα μάτια και μας κοιτάζει. Το καστανό του βλέμμα αντανακλά εξάντληση και φυσικό πόνο.

«Ω, καλώς τον! Πώς αισθάνεσαι φίλε μου Καλλισθένη;» ρωτάει αντί να απαντήσει ο Φίλιππος. «Πονάς πολύ;»

Ο τραυματισμένος απαντά αρθρώνοντας τις λέξεις με δυσκολία: «Και πονάω και κολλάω και κάτι μου μυρίζει…»

«Θα ήταν περίεργο και σίγουρα ανησυχητικό αν δεν πόναγες∙ κολλάς γιατί έχω επαλείψει τις πληγές σου με μέλι, έτσι θα αποφύγουμε να κακοφορμίσουν∙ κι εκτός από μέλι έχω βάλει και δίκταμο από την Κρήτη, αυτό είναι που μυρίζει. Είσαι τυχερός που είχα λίγο μαζί μου, γιατί η φαρμακαποθήκη των Σούσων δεν έχει ακόμη πλήρεις προμήθειες», τον καθησυχάζει ο γιατρός.

Μετά, καθώς βλέπει ότι ο Καλλισθένης κινείται κάπως σα να θέλει να ανασηκωθεί, η φωνή του γίνεται πιο έντονη. «Και μη κουνιέσαι! Αν δε μείνεις όσο πιο ακίνητος γίνεται, αυτό το ¨πόσο¨ που ρώταγες πριν θα είναι ιδιαίτερα μακρύ! Είπα, μην κουνιέσαι. Θα σε ανασηκώσουμε εμείς».

Μιλώντας, παίρνει ένα κεντημένο περσικό προσκέφαλο και μου κάνει νόημα να τον βοηθήσω. Πιάνουμε προσεκτικά τον κορμό του Καλλισθένη, τον ανασηκώσαμε λίγο και ο Φίλιππος προσθέτει το μαξιλάρι στην πλάτη του.

Ύστερα, αφού πρώτα με συμβουλεύσει να μην κουράσω πολύ τον πληγωμένο, ο γιατρός απ’ την Ακαρνανία αποσύρεται διακριτικά.

Το ταλαιπωρημένο βλέμμα του Καλλισθένη εστιάζεται τώρα σε εμένα.

«Πες μου», λέει σιγανά.myth_Adis

Προσπαθώ να του αφηγηθώ συνοπτικά όσα συνέβησαν χτες, μετά την επίθεση εναντίον μας και ενώ εκείνος ήταν ναρκωμένος από το παρασκεύασμα του Ακαρνάνα. Πρώτα του αναφέρω τη σύσκεψη με τον Αρχέλαο και τον Μάζαρο και τα όσα αποφασίσαμε εκεί.

«Ναι», συμφωνεί. «Ο Μάζαρος ας αναλάβει την έρευνα στη φρουρά, ενώ με τους Πέρσες -κυρίως τους ¨φιλοξενούμενους¨- σωστό είναι να μιλήσεις εσύ. Εμείς έχουμε αναλάβει την ευθύνη γι αυτούς. Να είσαι διακριτικός, αλλά μην τους αφήσεις να σου πάρουν τον αέρα».

«Λέω, εκτός από τη Σισίγαμβρη και τον Αβουλίτη, να μιλήσω και με τον αρχιερέα, τον Αζάρη».

«Σωστά», συμφωνεί. «Και να έχεις κατά νου ότι οι ιερείς της Ανατολής ανακατεύονται στην πολιτική πολύ εντονότερα από τους δικούς μας, κι ας παριστάνουν τους υπεράνω».

Του λέω ακόμη για την άφιξη του Ευρυμέδοντα με τους παπύρους και τις περγαμηνές, καθώς και την επιστολή του Ευμένη. Μου ζητάει να του την διαβάσω, πράγμα που κάνω. «Σήμερα το πρωί του έστειλα το γράμμα που είχαμε πει χτες, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον βασιλιά για να σωθούν οι συγγραφές, αλλά όπως βλέπεις είχε ήδη δράσει από μόνος του. Είναι φανερό ότι το μόνο που μπόρεσε να κάνει, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, είναι το να σώσει μερικά βιβλία», καταλήγω.

Στο μέτωπό του Καλλισθένη προστίθεται μια ρυτίδα. «Όλα δείχνουν ότι τα ανάκτορα της Περσέπολης θα καταστραφούν», λέει με θλίψη. «Και δεν ξέρω τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να το αποτρέψουμε. Η πρωτοβουλία του Ευμένη να σώσει αυτά τα βιβλία και να τα στείλει εδώ, είναι αναμφίβολα  γενναία.  Όμως φοβάμαι ότι δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο αυτή την στιγμή∙ δεν έχουμε άλλους ισχυρούς φίλους κοντά στον βασιλιά αυτή την περίοδο».

Μένουμε για λίγο σιωπηλοί.

«Υπάρχει ακόμη κάτι, μάλλον απρόσμενο», προσθέτω μετά.

Βγάζω από τον σάκο μου τον μικρό κύλινδρο με το μήνυμα της Θαΐδας και του το διαβάζω.

Στο πρόσωπο του Καλλισθένη, παρά τις πληγές και τους πόνους, εμφανίζεται προς στιγμή μια ιδέα χαμόγελο: «…ανίκατε μάχαν»,  θέλει να με πειράξει, αλλά ύστερα σοβαρεύει και με κοιτάζει ερωτηματικά.  «Λες;»

Συνοφρυώνομαι. «Να έφτασαν ως εκεί; Να μίσθωσαν αυτοί τους μαυροφορεμένους; Δε θα ήταν πολύ ευφυές από μέρος τους, αλλά τι να πω; Είναι ικανοί για όλα. Πάντως, αν το μήνυμα της Θαΐδας είχε φτάσει λίγες ώρες νωρίτερα, ίσως να ‘χαμε το νου μας και  να προσέχαμε περισσότερο.  Δεν ξέρω…

Και, συν τοις άλλοις, τώρα που το σκέπτομαι, αν λάβεις υπόψη σου…»

«Τι;»

«Ότι ένας από τους δικούς τους βρίσκεται αυτές τις μέρες στα Σούσα…»

«Ποιος;»

«Ο ισχυρότερος. Αυτός που προς στιγμήν τους είχε εγκαταλείψει αναζητώντας άλλες ευδαιμονίες, αλλά τελικά αποφάσισε ότι προτιμά αντί για τους Μεγαρίτες και τους Αθηναίους να ταλαιπωρεί εμάς! Ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ήξερα ότι επέστρεψε, αλλά είχα την εντύπωση ότι ο Αλέξανδρος του είχε δώσει κάποιες αρμοδιότητες στην Βαβυλώνα για να τον κρατάει απασχολημένο και προπαντός για να τον κρατάει μακριά από τους νέο-κατακτημένους θησαυρούς. Αυτό τουλάχιστον τον είχαμε συμβουλέψει όταν θέλησε να τον συγχωρήσει για την υφαρπαγή και τη λιποταξία και να του επιτρέψει να γυρίσει πίσω. Εσύ πώς έμαθες ότι είναι εδώ;»

«Αν και ήταν μεταμφιεσμένος –παρίστανε τον έμπορο- τον αναγνώρισε ο Οινοκράτης, που όπως ξέρεις κόβει το μάτι του».

«Δε ξέρω ποιανού το μάτι κόβει, αλλά τώρα πρέπει να σας διακόψω εγώ. Για σήμερα ξεπεράσαμε τα θεμιτά όρια». Στο παραπέτασμα της εισόδου του δωματίου εμφανίζεται και πάλι ο γιατρός. Αυτή τη φορά κρατάει έναν κύλικα και ένα κοχλιάριο[4]. «Ο ασθενής πρέπει να ηρεμήσει και να αναπαυθεί και εδώ έχω κάτι που σίγουρα θα τον βοηθήσει», λέει και είναι φανερό ότι δε σηκώνει αντιρρήσεις.

Αποχαιρετώ τον Καλλισθένη και το γιατρό, παίρνω την κόκκινη χλαμύδα μου από τον προθάλαμο όπου την είχα αφήσει μπαίνοντας, και μαζί με τον Νικία τον λόγιο μεταφραστή που ειδοποιημένος με περιμένει επίσης εκεί, κατευθύνομαι προς τα διαμερίσματα των ανακτόρων όπου διαμένει η βασιλομήτωρ Σισύγαμβρη.

3σimages

1 Κλισμός: κάθισμα παρόμοιο με τη σημερινή καρέκλα.

[2] Ο Κολεός (θήκη, περίβλημα) του κλασικού αθηναϊκού σπαθιού κρεμόταν συνήθως από τον ώμο με τελαμώνα (λουρί).

[3] Δίφρος οκλαδίας: αναδιπλούμενο σκαμνάκι που χρησιμοποιούταν στις οικίες, αλλά και στις εκστρατείες.

[4] Κοχλιάριο: Κουταλάκι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: