Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: