Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ο Μπάμπης το λιοντάρι

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2016

Γράφει ο  Ηλίας Κουτσούκος

il-vecchio-leone1

Ο Τάκης ο Τρούμαν ήταν απόλυτος στο τηλέφωνο:  «σου έχω έκπληξη  μεγάλη. Θα σε πάω εκδρομή αύριο, να δούμε ένα φίλο που μένει μ’ ένα λιοντάρι στο σπίτι του, μήπως και συνέλθουν τα νεύρα  σου. Αν πεις όχι, θα σε πλακώσω…»

Το άλλο πρωί γύρω στις 10, βρισκόμαστε στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Μουδανιών κι ο Τάκης μιλάει συνεχώς και βλέπω το κοντέρ του σαράβαλου  Χιουντάι  που οδηγεί στα 120, του λέω  «πιο σιγά ρε μαλάκα θα σκοτωθούμε…» Αυτός απαντάει πως τρέχει όσο είναι τα χρόνια μας, δηλαδή  “εξήντα κι εξήντα, άρα 120…»

Του λέω, ”εσύ ρε μαλάκα είσαι 77 κι εγώ 65 τη  τύφλα σου, δεν ξέρεις από αριθμητική…”  «Δεν ξέρω, λέει, γιατί όταν ήμουν παιδάκι πουλούσα στα μπουρδέλα  τσιγάρα κι έτσι έχανα τις τάξεις. Πήγα δυο φορές στη δευτέρα και δυο φορές στη τρίτη, για να τα μάθω καλύτερα, αλλά με  κορόιδευαν  οι συμμαθητές και τους πλάκωνα, γι αυτό τα παράτησα, δηλαδή με έδιωξαν οι δάσκαλοι…»

Το μόνο που ξέρω με τον Τάκη τον Τρούμαν, είναι πως τουλάχιστον δεν θα πλήξω. Τρούμαν τον λέμε από το 1960 -που ήταν πρωταθλητής πυγμαχίας- γιατί οι γροθιές του ήταν σαν την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.

Τον ρωτάω πως ζει ο Γρηγόρης, ο γνωστός από παλαιά σαν ‘ξανθός μάγος’ που τρύπαγε το στήθος του με  μπλακεντέκερ  και κατάπινε σπαθιά κι ήταν μύθος στη δεκαετία του ‘70.

«Ξέρω  ‘γω   πως ζει ο μαλάκας κι από πού έχει λεφτά. Η σύνταξή του είναι 480 ευρό, αλλά μπορεί να  έχει  μαζέψει απ’ τα  νιάτα  του που ήταν στο Λας Βέγκας…»

Φτάνουμε στη Καλλικράτεια  και σταματάμε σ’ ένα σπίτι γωνιακό που έχει ένα τεράστιο ψηλό τοίχο γύρω του. Μας ανοίγει ο ίδιος ο Γρηγόρης που τα ξανθά μαλλιά του έχουν αραιώσει και το στομάχι του  ξεχειλίζει  κάτω απ το κοβάλτ μπλε στενό του πουκάμισο.

Αρχίζει «καλώς τα παιδιά, καλώς τους όμορφους» και μπαίνουμε σ ένα μεγάλο σαλόνι που είναι φορτωμένο με τα πιο κιτς πράγματα κι έπιπλα σε χρυσαφί χρώματα, γραμμόφωνα, αγάλματα  φέικ  κι αγαλματίδια κακοφτιαγμένες  Αφροδίτες, ψεύτικα σπαθιά και ψεύτικα διπλώματα μαγείας, φωτογραφίες απ’ το τσίρκο Μεντράνο, φωτογραφίες απ’ την Αμερική κι ό, τι άλλο έχει να προσθέσει η αισθητική του Γρηγόρη απ τα Γρεβενά.

Ο Τάκης του λέει, «να σου φέρω σε μεγέθυνση και μια φωτογραφία  με τα αρχίδια μου να  την κρεμάσεις» κι ο Γρηγόρης όλο γελάει και πάει  για το ψυγείο για να φέρει δυο παγωμένες μπύρες.

Πίνουμε σιγά-σιγά τις μπύρες μας κι αρχίζουμε μια κουβέντα για διάφορους κοινούς γνωστούς, όπου ανακαλύπτω πως οι περισσότεροι είναι ή πεθαμένοι ή στα  νοσοκομεία. Με σώζει όμως ο Τάκης που λέει ξαφνικά του Γρηγόρη, «ρε μαλάκα όλο για πεθαμένους μιλάμε κι εγώ σου έφερα από εδώ τον μικρό για να χαλαρώσει, όχι για να γίνει χειρότερα… Πάνε και φέρε τον  Μπάμπη να τον δούμε λίγο..»

Ο Γρηγόρης απαντάει πως ο Μπάμπης έχει γεράσει, του έχουν πέσει τα περισσότερα  δόντια, είναι κοντά στα είκοσι τώρα και πως πριν έρθουμε του έδωσε να φάει 5 κοτόπουλα σε φέτες κι αρχίζει όρθιος να μιλάει για τους οικολόγους, που του έχουν κηρύξει πόλεμο και αν δεν μπορεί κάποιος να έχει στην αυλή του όποιο ζωντανό θέλει, αυτό δεν είναι Δημοκρατία και πάει να κάνει και μια ανάλυση  για την οικολογία, μέχρι να τον κόψει ο Τάκης «άντε φέρε τον Μπάμπη ρε μαλάκα πολυλογά…»

Ο Γρηγόρης πάει  πίσω στην αυλή και σε λίγο γυρίζει στο σαλόνι με ένα λιοντάρι γέρικο, γύρω στα 250 κιλά, που μόνο που το βλέπεις να περπατάει νωχελικά και να σε κοιτάζει, παθαίνεις κρυοπαγήματα στο κεφάλι, είναι κάτι πέρα από θαύμα να βλέπεις μπροστά σου αυτόν τον βασιλιά της φύσης να στέκεται  σαν ένα  πετ που ο Γρηγόρης του λέει  με χαδιάρικη φωνή  «κάτσε κάτω Μπάμπη μου » και το λιοντάρι να κάθεται μπρος σου, σαν σκυλάκι που πειθαρχεί πάραυτα στ’ αφεντικό του…

Προσπαθώ να κάνω τον ψύχραιμο, αλλά δεν με παίρνει, νιώθω να  είμαι  μπλε απ τον φόβο μου και κοιτάζω το λιοντάρι που ανοίγει το τεράστιο στόμα του και  χασμουριέται.

«Έλα  εδώ ρε Μπάμπη να σε χαϊδέψω»,  του λέει ο Τάκης κι ο Μπάμπης τον κοιτάζει και πάει προς το μέρος του, κατεβάζει την τεράστια κεφάλα του με τη χαίτη κι Τάκης, του ανακατεύει τις  ξεπλυμένες   από τα χρόνια καφετιές του  τρίχες, ενώ εγώ βρίσκομαι  στην  κατάσταση του ‘τα  έχω  δει όλα’.

Βλέπω τον Τάκη που μιλάει τρυφερά στο λιοντάρι, «αχ ρε   Μπάμπη, που κατάντησες, από τις ζούγκλες της   Αφρικής να σε ταΐζει κατεψυγμένα  στη Καλλικράτεια, αυτός ο μαλάκας που κάνει τον  μάγο, αχ, ρε Μπάμπη, ρε Μπάμπη…»

Γυρνάει προς τα μένα και μου λέει «χάιδεψε τον και συ ρε να συνέλθεις λίγο. Αυτός είναι φίλος κι όχι τα αρχίδια οι δικοί σου που γράφουν μαλακίες στα βιβλία τους… έτσι δεν είναι  Μπάμπη;..»

Απλώνω το χέρι μου και το ακουμπώ στο τεράστιο κεφάλι του Μπάμπη, βλέπω να έχει κλειστά τα κίτρινα μάτια του  από γλυκιά ευχαρίστηση, νιώθω την βαριά του αναπνοή, νιώθω μέσα μου μια βαθιά λύπη για τον Μπάμπη, που αντί να βρισκόταν στις πεδιάδες του Σερεγκέτι  βασιλιάς, τρώει κατεψυγμένα κοτόπουλα που του δίνει ο ξανθός  μάγος, ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι δεν περιγράφεται, ξέρω πως σε όποιον το πω θα με κοιτάζει σαν ψευταρά, βυθίζομαι σε μια απόλυτη γλυκιά ματαιότητα, καθώς το αριστερό μου χέρι βυθίζεται κάτω απ τη χαίτη του Μπάμπη κι ακούω τον Τάκη που λέει στον ξανθό μάγο «να του δίνεις και μπριζόλες λαιμού ρε μαλάκα, όχι όλο κατεψυγμένα-κατεψυγμένα, μαζί σου θα τα πάρεις τα λεφτά μαλάκα, ε μαλάκα».

91668a84d64de211a25c0fd73bbcebcf

***

Αδικαιολόγητο συνειρμικό σχόλιο: Ho la criniera da leone (perciò attenzione)  [Έχω την χαίτη λιονταριού (γι αυτό μην κοιτάς αλλού)] Από ιταλικό τραγουδάκι του Antonio Infantino. Φλωρεντία ’68.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: