Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο. Ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο

Όπου ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

 hqdefault

Ο ήλιος έχει ξεσκαλώσει από τις κορυφές των βουνών κι έχει ανεβεί ψηλά πάνω από το λιμάνι της Τύρου. Το φως του αντανακλάται τώρα έντονο πάνω στην ανατολική πλευρά των άσπρων κτισμάτων του νησιού. Στη δυτική τους πλευρά οι σκιές έχουν πια κοντύνει, αλλά υπάρχουν τριγύρω δέντρα και χρωματιστές τέντες που  φτιάχνουν σκιερά καταφύγια. Σε αυτές τις δροσερές νησίδες οι κυλικειούχοι και οι εστιάτορες της παραλίας έχουν τοποθετήσει πάγκους και τραπέζια για τους μεσημεριανούς τους πελάτες. 

Σε ένα από αυτά τα τραπέζια, στο κέντρο της προκυμαίας, απέναντι στα αραγμένα πλοία και την έντονα κυανή θάλασσα, είναι τώρα καθισμένος ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης, πλαισιωμένος από τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Στο κέντρο της τάβλας, μία  λήκυθος με άρακ (αφού το κρασί που διαθέτει το μαγαζί μοιάζει περισσότερο με ξύδι) και μία  με νερό για το αραίωμα, προμηθεύουν τις κύλικες των συμποτών που κάνουν τις πρώτες ευχητήριες σπονδές περιμένοντας τους θαλασσινούς μεζέδες που έχουν ήδη παραγγείλει.

«Όπως σας είπα, το ξεκίνημά μας ήταν ομαλό», λέει ο Παλαμήδης που απ’ ό, τι φαίνεται η επίθεση που υπέστη δεν του έχει κόψει τη διάθεση να αφηγηθεί τις περιπέτειές του. «Η χερσαία κάθοδος από τα Σούσα ίσαμε την εσωτερική θάλασσα δεν έκρυβε παγίδες και βρισκόμασταν όλοι, αυτοί που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και οι τραυματίες σαν κι εμένα, σε μια κατάσταση ευχάριστης διέγερσης. Μια διέγερση φτιαγμένη από το άλγος του νόστου ανακατεμένο με το όραμα της επανόδου στην πατρίδα, που δε θα αργούσε να υλοποιηθεί. Το είχαμε πάρει πια απόφαση ότι για μας η εκστρατεία τελείωσε και χαιρόμασταν που ήμασταν ζωντανοί και νικητές.

mom-aggeio

Μερικοί από εμάς, είχαν ρευστοποιήσει τα λάφυρα που τους αντιστοιχούσαν και το αντίτιμο, μαζί με τους εξοικονομημένους μισθούς, τα είχαν δώσει σε έγκριτους εκπροσώπους των μεγάλων ιερών ταμείων, προσθέτοντας και μια γενναιόδωρη προσφορά  προς τις  προστάτιδες θεότητες. Έτσι δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν παρά το έγγραφο, υπογραμμένο από αξιόπιστους μάρτυρες, το οποίο πιστοποιούσε την κατάθεση και θα εξασφάλιζε την ανάληψη αντίστοιχου ποσού νομισμάτων στους Δελφούς ή στη Δήλο ή στην Ολυμπία… Μαζί τους είχαν μόνον τον οπλισμό και τα απολύτως απαραίτητα για το ταξίδι.

Ακόμη κι εγώ, παρά το ότι αντιπαθώ τους αργυραμοιβούς και τους τραπεζίτες, άφησα τελικά ένα τμήμα της αμοιβής μου στον εκπρόσωπο του ταμείου του Ιερού Παρθενώνα -τον εμπιστεύτηκα γιατί τον ήξερα από παλιά, ήταν ένας παιδικός μου φίλος από το Φάληρο. Ύστερα αγόρασα έναν ημίονο και έναν γεροδεμένο αχθοφόρο για να διευκολύνουν την μεταφορά των υπόλοιπων πραγμάτων μου. Και οι δυο τα κατάφεραν μια χαρά στη στεριανή διαδρομή. 

Όλα λοιπόν πήγαν καλά μέχρι την Τύρο.

Αλλά κι εδώ δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες: η μοίρα του στόλου που θα μας οδηγούσε πίσω στην πατρίδα ήταν ήδη παρούσα στον λιμένα και η ιδέα του θαλάσσιου ταξιδιού κάθε άλλο παρά μας τρόμαζε. Η θάλασσα, να το ξέρετε, τρομάζει ελάχιστους Έλληνες, κι αυτούς συνήθως απ’ εκείνους που κατάγονται από τις μεσόγειες περιοχές».

Ο Οινοκράτης έδειξε ότι συμφωνεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.

images-32

«Πρώτος ενδιάμεσος σταθμός μας θα ήταν η Μεγαλόνησος της Αφροδίτης», συνέχισε ο Παλαμήδης. «Ξέραμε ότι εκεί είχαν καταπλεύσει και άλλοι οπλίτες που επιστρέφουν από την ασιατική εκστρατεία. Από εκεί, με ενισχυμένη ναυτική συνοδεία, θα διασχίζαμε διαγώνια το Πέλαγος του Αιγαία,  ως την Αττική Γη.

Όμως κάναμε λάθος, ίσως εξ αιτίας της  παραπανίσιας αισιοδοξίας μας.

Ήταν το πρωί της τρίτης μόλις μέρας του ταξιδιού και παραπλέαμε την ασιατική ακτή με πρόθεση να στρίψουμε προς τα  δυτικά μόλις θα φτάναμε στο σημείο όπου το ακροδάκτυλο της Κύπρου απέχει το λιγότερο από την Ασία, όταν μας επιτέθηκαν.

Τη προηγούμενη νύχτα είχαμε δειπνήσει και διανυκτερεύσει σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο ναυτικής στήριξης και ανεφοδιασμού, φτιαγμένο πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλιότερου ελληνικού ¨εμπορίου¨[1] και ίσως και να είχαμε λίγο υπερβάλει σε ευθυμία και σε σπονδές. Βλέπετε, ο αυλητής της μοιραρχίδας δεν ήταν μόνο καλός στο να δίνει ρυθμό στους ερέτες, ήταν καλός και στα νοσταλγικά τραγούδια… Άσε που μαζί με τους  τυμπανιστές των άλλων πλοίων κατάφερνε να παίξει μουσικούς ρυθμούς που σου γαργαλούσαν τις πατούσες.

Όμως, αυτό το -μετά χορών και ασμάτων- αυτοσχέδιο γλέντι εκείνης της νύχτας, δεν εμπόδισε τον Μοίραρχο να βάλει τις σάλπιγγες να μας ξυπνήσουν τ’ άγρια χαράματα για την επανεπιβίβαση. Ξεκινήσαμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε και εντελώς ξύπνιοι, όταν, μέσα στο ημίφως της πρωινής ομίχλης, πίσω από ένα γειτονικό ακρωτήρι ξεπρόβαλαν ξαφνικά τα πειρατικά.  

images-37

Με άλλα λόγια, στην αρχή τουλάχιστον, μας αιφνιδίασαν.  Και μην πάει ο νους σας σε τίποτα μικρές ακάτους με ερασιτέχνες πειρατές από τις γύρω παραλίες, όχι, αυτά που ξεπρόβαλαν μέσα απ’ την ομίχλη ήταν -σας το λέει κάποιος που ξέρει από θάλασσα- κάτι παράξενα στην όψη, αλλά καλοεξοπλισμένα πλοία με ύπουλα έμβολα και ναύτες έμπειρους στις μανούβρες.

Εγώ βρισκόμουν σε ένα από τα σκάφη που έπλεαν στα πρόσω της νηοπομπής, που πάει να πει στο πρώτο που προσπάθησαν να εμβολίσουν οι πειρατές. Ο εμβολισμός απέτυχε, αλλά το πειρατικό πλοίο κατάφερε να πλευρίσει το δικό μας και οι ναύτες του έριξαν γάντζους και επιχείρησαν ρεσάλτο βγάζοντας ακατανόητες κραυγές και βρυχηθμούς.

Ωστόσο, πλήρωμα και επιβάτες, παρά τον αιφνιδιασμό, καταφέραμε να συνταχθούμε και αντισταθήκαμε γενναία. Ίσως και λίγο παραπάνω απ’ ό, τι έπρεπε.

Αυτό το λέω κάνοντας κριτική στον εαυτό μου, γιατί ήμουν εκείνος που έχοντας εξουδετερώσει έναν θηριώδη μαυριδερό που πήδησε πάνω μου κραδαίνοντας μια κυρτή σπάθα, θεώρησα καλό να εμπιστευτώ τα κουρασμένα μου κόκαλα και να πηδήσω με τη σειρά μου πάνω στο κατάστρωμα του πειρατικού. Λάθος μου. Γιατί στο μεταξύ ένα κύμα ή ένα σπρώξιμο από τα συγκρουόμενα σκάφη ώθησε το πλοίο των πειρατών προς τα πίσω χωρίζοντάς το από το δικό μας.

Εν τω μεταξύ, τα αθηναϊκά σκάφη που ακολουθούσαν, συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση και όλα έδειχναν ότι θα ακολουθήσει μακελειό.

images-36

Παρακαλούσα τους Ουράνιους και τους Ενάλιους θεούς, ό, τι είναι να γίνει να γίνει γρήγορα, γιατί από μόνος μου, καθώς ήμουν στριμωγμένος με τη πλάτη στη κουπαστή του ξένου πλοίου και με τους μαυριδερούς να με τριγυρίζουν απειλητικά, είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να τη βγάλω καθαρή.

Και οι θεοί με άκουσαν!

Τώρα θα πρέπει να σας πω ότι εάν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που συνέβαιναν, θα έπρεπε να είχα ήδη απορήσει που δεν έλεγε να ξημερώσει. Πράγματι, αντί η γκριζάδα να διαλυθεί και να πάρει να φωτίζει, το σκοτάδι είχε γίνει βαθύτερο. Η αιτία ήταν κάτι χοντρά νέφη – μελανίες που κατέβηκαν και πήραν τη θέση της ομίχλης. Ακολούθησαν αστροπελέκια και βροντές και, καθώς κάποιος από τους ασκούς του Αιόλου λύθηκε ξαφνικά εκεί κοντά, ένα ανατρεπτικό ρεύμα βροχής και αέρα πήρε να μαστιγώνει και να ταρακουνάει τα ανισόρροπα πλοία.

images-39

Δεν μου έμεναν πολλές επιλογές. Κατέβασα τη σπάθα με την οποία κρατούσα τους πειρατές σε μια κάποια απόσταση, την έφερα στα πλευρά μου και κατάφερα με μία μόνη κίνηση να κόψω τα λουριά με τα οποία, λίγο πριν την συμπλοκή, είχα προλάβει να δέσω πάνω μου έναν βαρύ ορειχάλκινο θώρακά. Ύστερα λύγισα λίγο τα γόνατά και μετά τα τέντωσα με όλη μου τη δύναμη. Αυτά, ως εκ θαύματος, ανταποκρίθηκαν! Έτσι πέτυχα να τιναχτώ πάνω από τη κουπαστή και, γέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω όσο μπορούσα, έκανα μια ανάποδη βουτιά, κατευθείαν στη φουσκωμένη θάλασσα.

Στο φώς των αστραπών είδα τα πλοία μας να απομακρύνονται.  Δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω τι ακριβώς γινόταν. Ήταν ο ξαφνικός ανεμοστρόβιλος που τα έσπρωχνε ή προτίμησαν να υποχωρήσουν κρίνοντας ότι ο εχθρός προς το παρόν υπερτερούσε; Περίμενα μια νέα δέσμη κεραυνών για να εντοπίσω από ποια πλευρά μου βρισκόταν η στεριά και κολύμπησα προς τα ‘κει.

«Και ύστερα;» ρώτησε ο Οινοκράτης, συνεπαρμένος από την αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι έσπρωχνε το σαγόνι του Χοντρόη, έτσι ώστε να το στόμα του να πάψει να χάσκει ορθάνοιχτο.

%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

«Ήμουν εξαντλημένος όταν έφτασα στην ακτή. Ευτυχώς αυτή η -όπως και να το κάνουμε, σωτήρια- καταιγίδα τέλειωσε σύντομα, ο ουρανός ξαστέρωσε και ο ήλιος με ζέστανε και με στέγνωσε. Πριν να φτάσει για τα καλά το μεσημέρι, συνήλθα.

Πλοία δεν φαίνονταν πια στον ορίζοντα. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα, όχι πολύ μακριά απ’ το σημείο που βρισκόμουν, έναν παραθαλάσσιο λόφο που θα μπορούσε να μου δώσει καλύτερη οπτική. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει, και σκαρφάλωσα ως την κορυφή του. Είδα δυο τουλάχιστον σημαντικά πράγματα …»

Ο Παλαμήδης σταμάτησε την αφήγηση, αφενός για να πάρει μια βαθειά ανάσα και αφετέρου γιατί έκρινε ότι η παύση θα όξυνε κι άλλο το ενδιαφέρον των ακροατών του, που έτσι κι αλλιώς τον παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι. 

«Τι;» ρώτησε ο Οινοκράτης.

«Οια η εκείθεν θεωρία;» αναρωτήθηκε κι  ο Χοντρόης, ξανανοίγοντας τα σαγόνια του.

images-24

Ο Παλαμήδης κατάπιε μια γερή γουλιά άρακ. «Πρώτα απ’ όλα, κοιτάζοντας προς τα νότια έψαξα για το μικρό ναύσταθμο όπου είχαμε αγκυροβολήσει την προηγούμενη νύχτα, αλλά δεν τον είδα. Πρέπει να είχαμε απομακρυνθεί περισσότερο από όσο νόμιζα. Ωστόσο, λίγο παρακάτω. είδα κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση των πιο άμεσων προβλημάτων μου. Δηλαδή, έναν μικρό οικισμό ψαράδων, όπου θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια στο όνομα του Ξένιου Δία, που ήμουν σίγουρος ότι θα πρέπει να ‘χει περάσει από εδώ και ότι οι παραινέσεις του θα είναι γνωστές στους περίοικους…»

«Ήταν;»

«Όχι και τόσο. Αλλά μη βιάζεσαι Σικελέ, περίμενε να σου τα πω με τη σειρά. Γιατί το άλλο που είδα από ψηλά ήταν σημαντικότερο από το ψαροχώρι».

«Δηλαδή;»

«Πίσω από το λόφο, σε έναν μικρό όρμο που σχηματιζόταν εκεί, ήταν στριμωγμένος ένας ολόκληρος στόλος. Ήταν τα παράξενα πλοία που μας επιτέθηκαν χτες. Δεν είχαν αναρτημένα εμβλήματα και δε μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια εθνότητα ανήκαν. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν πειρατές, όπως νόμιζα μέχρι τότε. Ήταν πολλοί και πολύ οργανωμένοι για να είναι ληστές της θάλασσας».

«Λοιπόν;»

«Δεν έμεινα πολύ στο λόφο γιατί είδα ότι είχαν τοποθετήσει σκοπιές στα ψηλά σημεία γύρω από τον όρμο, ίσως και στο ύψωμα όπου ήμουν σκαρφαλωμένος, και ήταν πιθανότατο να με εντοπίσουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν υποχωρήσω προσεκτικά προς τις καλαμιές της ακτής πρόλαβα να δω μια μικρή ομάδα πλοίων να αποσπάται από την αγκυροβολημένη αρμάδα και να κατευθύνεται νότια. Μου έκανε εντύπωση ότι δύο τουλάχιστον από αυτά έμοιαζαν κοντόχοντρα εμπορικά σκάφη».

«Είδον σε; Ουκ είδον σε;» ανησύχησε ο Χοντρόης.

«Δε με είδαν. Κρυμμένος ανάμεσα στα καλάμια ακολούθησα μια ρεματιά που κατευθυνόταν προς το χωριό.  Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί δεν ήταν διόλου απίθανο οι ψαράδες να είναι ενημερωμένοι για την άφιξη του παράξενου στόλου εκεί κοντά, ακόμη και να είναι υποστηρικτές ή σύμμαχοι των δήθεν πειρατών. Όμως δε πρόλαβα να το καλοσκεφτώ, γιατί με ανακάλυψαν κάτι πιτσιρικάδες, που τριγύριζαν στο ρέμα παίζοντας πόλεμο, οπλισμένοι με τόξα και ψευτο-βέλη από καλάμι. Τους άφησα λοιπόν να με πιάσουν τάχα ¨αιχμάλωτο¨ και να με οδηγήσουν στο χωριό.

images-30

Οι ντόπιοι, παράτησαν τα δίχτυα που διόρθωναν και μαζεύτηκαν γύρω μου. Ευτυχώς δεν φαίνεται να είχαν επαφές με τους ¨πειρατές¨ ή να γνώριζαν την παρουσία τους στην ακτή. Αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι οι τάχα πειρατές είχαν φτάσει εκεί πολύ πρόσφατα… ίσως μόλις τη χθεσινή νύχτα.

Οι ψαράδες, μιλούσαν μια ντόπια διάλεκτο γεμάτη με δασέα φωνήεντα, αλλά μερικοί μασούσαν και λίγα ελληνικά. Στην αρχή με πέρασαν για άμαθο ναυαγό, προϊόν της χθεσινής καταιγίδας και άρχισαν να παζαρεύουν τη βοήθειά που τους ζήτησα. Είχαν σκοπό να με βάλουν να τους κάνω διάφορα θελήματα πριν μου δώσουν τα απαραίτητα. Όταν όμως κατάλαβαν ότι ήμουν ¨Γιουνάν¨ και ότι ήξερα πως κάπου παρακάτω υπάρχει ελληνικό ναυτικό φυλάκιο, έγιναν ιδιαίτερα, ίσως υπερβολικά, εξυπηρετικοί. Εγώ πάλι, βιαζόμουν να φτάσω στον μικρό ναύσταθμο και από εκεί εδώ στη Τύρο και δεν έδωσα πολλή σημασία  στη συμπεριφορά τους.

Για να μη σας τα πολυλογώ, μου έδωσαν το ένα από τα δύο μουλάρια που διέθετε ο οικισμός τους, καθώς και δύο πεζούς συνοδούς για να με οδηγήσουν ως τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Όμως…»

Έφτασε ένας ντόπιος σερβιτόρος κρατώντας με ακροβατική επιδεξιότητα άφθονα μικρά πινάκια με θαλασσομεζέδες και τα άπλωσε πάνω στην τάβλα.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

«Εν τούτοις;» ρώτησε ο Χοντρόης.

«Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο φυλάκιο που είχε ήδη φανεί στην ακτή στα δεξιά μας, κατέφτασαν καβάλα  πάνω σε έναν ασθμαίνοντα ημίονο (προφανώς τον δεύτερο που διέθετε το χωριό) δύο ακόμη νεαροί, οπλισμένοι με μακριά αιχμηρά κοντάρια. Οι δύο τύποι, αφού μας προσπέρασαν, μας έκοψαν το δρόμο και πήραν παράμερα τους συνοδούς μου. Άρχισαν λοιπόν, που λέτε, να τους μιλάνε έντονα στην περίεργη χασματική γλώσσα τους .

Ψυλλιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Προφανώς οι ψαράδες είχαν αλλάξει γνώμη. Για να επιβεβαιώσω εγκαίρως αυτή μου την υποψία υπήρχε μόνον ένας τρόπος.

«Σας ευχαριστώ και να υγιαίνετε», τους είπα, χτύπησα με τα πόδια μου τα πλευρά του μουλαριού μου  και  τράβηξα τα ηνία προς τα αριστερά, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση και να αρχίσει να τρέχει. Καθώς το μουλάρι μου έστριβε, πλησίασε στο μουλάρι των ψαράδων κι έτσι επωφελήθηκα και του έδωσα ένα γερό λάκτισμα στα καπούλια. Έτσι, ενώ εγώ έτρεχα προς τη μία μεριά (δυστυχώς τη λανθασμένη γιατί απομακρυνόμουν από το φυλάκιο), άρχισε κι αυτό να τρέχει προς την άλλη κατεύθυνση παίρνοντας μαζί του και τον έναν από τους δύο νεοφερμένους ψαράδες, που ήταν ακόμα καβάλα απάνω του».

«Λοιπόν τους ξέφυγες τελικά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλλά μου είχαν κόψει το δρόμο προς τον μικρό ναύσταθμο …και αισθανόμουν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει το κυνήγι. Έτσι δε μου έμενε άλλο παρά να συνεχίσω την πορεία προς το νότο, εγκαταλείποντας όμως τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Σιδώνα προς την Τύρο και ακολουθώντας μικρά και άβολα παράπλευρα μονοπάτια που με δυσκόλευαν και με καθυστερούσαν.

Κατάφερα να φτάσω στην παλιά Τύρο σήμερα το πρωί. Αισθάνθηκα ανακούφιση όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε ηρεμία και ότι ο στόλος-φάντασμα δεν είχε επιτεθεί στις εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής ακτής ούτε απέναντι, στη Νέα Τύρο. Λίγο αργότερα, μια μικρή βάρκα με μετέφερε εδώ, στο νησί».

«Και στα εσωτερικά σοκάκια όπου σε συναντήσαμε, πώς βρέθηκες;» απόρησε ο Οινοκράτης

myth_adis

Ο Παλαμήδης τράβηξε το σκαμνί του προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα, με μια εμφαντική κίνηση των γεροδεμένων του χεριών, τού έδειξε τα σκισμένα και σκονισμένα του ρούχα.

«Εσύ που, αν θυμάμαι καλά, έχεις ζήσει στην Αθήνα και δε μπορεί παρά  να ξέρεις τα στοιχειώδη από κοσμιότητα, για πες μου: πιστεύεις ότι ένας αθηναίος ευπατρίδης, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικών φρονημάτων όπως εγώ, μπορεί να παρουσιαστεί σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στους τοπικούς άρχοντες; Όχι βεβαίως!

Πρέπει οπωσδήποτε να δω τις αρχές και να τις ενημερώσω για όσα συνέβησαν, αλλά πριν συμβεί αυτό, θεώρησα καλό να ανακτήσω, όχι μόνο τις στοιχειώδεις δυνάμεις μου, αλλά και την προσωπική μου αξιοπρεπή εμφάνιση.  Βέβαια δεν είχα πια απάνω μου τίποτα εκτός από ένα δαχτυλίδι, κρυμμένο -για κάθε ενδεχόμενο- μέσα σ’ αυτήν εδώ την πλατιά δερμάτινη ζώνη  κι έτσι, μόλις έφτασα στο νησί έψαξα να βρω κάποιον ενεχυροδανειστή. Βρήκα έναν εκεί ακριβώς που με βρήκατε. Πήρα μερικά χρήματα, μόνο που δεν πρόλαβα να προμηθευτώ τον κατάλληλο ιματισμό, γιατί μου επιτέθηκαν τα ζόρικα παλικάρια που είδατε…»

¨Αχ, αυτοί οι αθηναίοι και η μανία τους για το φαίνεσθαι… αλλά και για την κοσμιότητα…¨,  σκέφτηκε ο Οινοκράτης με μια μικρή δόση νοσταλγίας για την εξεζητημένη ατμόσφαιρα της Πόλης των Αθηνών.

images-26

……

[1] Εμπόρια, δηλαδή εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανταλλαγών των ελλήνων ¨εμπόρων¨ με τους γηγενείς κατοίκους, υπήρχαν κατά μήκος των ακτών σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Εύξεινο πόντο, ήδη αιώνες πριν από τους χρόνους κατά τους οποίους διαδραματίζεται η αφήγησή μας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: