Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Archive for Αύγουστος 2019

Ρωτώντας την Πηνελόπη…

Posted by vnottas στο 25 Αύγουστος, 2019

39467d8b64c06713fefe4ad49c52e020

George Brassens:  Πηνελόπη

Εσύ γυναίκα ιδανική

του σπιτιού το τριζόνι

που η φορεσιά σου η σπιτική

λαδιές δε σηκώνει

η ακλόνητη εσύ Πηνελόπη.

Εσύ που πάντα ακολουθείς

το καλοκάγαθό σου ταίρι

σου ‘τυχε, πες μου, να βρεθείς

με σκέψεις πονηρές απ’ άλλα μέρη

που να σε πάρουν το κατόπι;

και να σε πάρουν το κατόπι;

.

Πίσω από τις κουρτίνες

της ζεστής σου φωλιάς

καθώς προσμένεις να επιστρέψει

ο Οδυσσέας της γειτονιάς

κι υφαίνουν τα λεπτά σου χέρια

δεν ονειρεύτηκες ποτέ

τις ώρες της μελαγχολίας

σε άλλης κλίνης ουρανό

με γεύση άλλης ουτοπίας

να μετράς τα νεόφαντα αστέρια;

να μετράς τα καινούργια τ’αστέρια;

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

μια ¨περιπέτεια¨ που περνάει

που σε τραβάει απ’ τα μαλλιά

που σ’ άλλο όνειρο σε πάει

και ψιθυρίζει  γι άλλες τρέλες;

Που στον λαχανόκηπό σου

φυτεύει μαργαρίτες

σου τάζει μήλα αμαρτωλά

και καμπανίτες και μηλίτες

και σ’ ανακατώνει τις δαντέλες

και να σ’ αναστατώνει τις δαντέλες

.

Δεν έχεις άραγε ευχηθεί

στο δρόμο σου να συναντήσεις

το γελαστό τ’ αερικό

που δε μπορείς να τ’ αγνοήσεις

με πονηριά να σε στοχεύει;

Που σάρκα  λεία, τρυφερή

στα κρύα αγάλματα χαρίζει

τους παίρνει κάθε αρετή

από τα βάθρα τα γκρεμίζει

και τα συκόφυλλα τους κλέβει

και τα φύλλα της συκής τους κλέβει

.

Αλλά… μη φοβάσαι, ο ουρανός

δε σου κρατάει κακία

δεν έχει λόγο σοβαρό

να βάλει  μια Αμαρτία

στων ατοπημάτων σου τη χύτρα.

Θα ‘ναι ένα λάθος τυπικό

σφάλμα αμελητέο

όψη του φεγγαριού κρυφή

κρίμα συγχωρητέο

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

και της Πηνελόπης τα λύτρα.

Georges_Brassens

Από τον τροβαδούρο:

και μια ανάγνωση:

Pénélope

Toi l’épouse modèle,
Le grillon du foyer;
Toi qui n’a point d’accrocs
Dans ta robe de mariée;
Toi l’intraitable Pénélope
En suivant ton petit
Bonhomme de bonheur,
Ne berces-tu jamais
En tout bien tout honneur
De jolies pensées interlopes?
De jolies pensées interlopes…

.

Derrière tes rideaux,
Dans ton juste milieu,
En attendant l’retour
D’un Ulysse de banlieue;
Penchée sur tes travaux de toile,
Les soirs de vague a l’âme
Et de mélancolie
N’as tu jamais en rêve
Au ciel d’un autre lit
Compté de nouvelles étoiles?
Compter de nouvelles étoiles…

.

N’as-tu jamais encore
Appelé de tes vœux
L’amourette qui passe,
Qui vous prend aux cheveux?
Qui vous compte des bagatelles,
Qui met la marguerite
Au jardin potager,
La pomme défendue
Aux branches du verger,
Et le désordre a vos dentelles?
Et le désordre a vos dentelles…

.

N’as-tu jamais souhaite
De revoir en chemin
Cet ange, ce démon,
Qui son arc a la main
Décoche des flèches malignes?
Qui rend leur chair de femme
Aux plus froides statues,
Les bascul’ de leur socle,
Bouscule leur vertu,
Arrache leur feuille de vigne…
Arrache leur feuille de vigne…

.

N’ait crainte que le ciel
Ne t’en tienne rigueur,
Il n’y a vraiment pas la
De quoi fouetter un cœur
Qui bat la campagne et galope…
C’est la faute commune
et le péché véniel,
c’est la face cachée
de la lune de miel
et la rançon de Pénélope…
Et la rançon de Pénélope.

1--108-thumb-large

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η πιο ωραία μυγδαλιά, μια φορά…

Posted by vnottas στο 13 Αύγουστος, 2019

 

blossoming-almond-branch-in-a-glass-1888

Και μια που ξαναβρεθήκαμε με τον μπάρμπα Γιώργη (Μπρασένς) ιδού ένα (καλοκαιρινό θα έλεγα) τραγουδάκι από τα πιο παλιά: Η μυγδαλιά. Συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ JE ME SUIS FAIT TOUT PETIT (1957) -το ομώνυμο άσμα σας το έχω ήδη μεταφράσει εδώ.

(τραγουδά ο Μπρασένς)

Η Μυγδαλιά

Την πιο-ωραία μυγδαλιά

μια φορά

Την πιο-ωραία μυγδαλιά

στη γειτονιά

μοναχά για τα κορίτσια

που ‘χαν στόμα λαίμαργο

-ίσως και άλλα καπρίτσια-

φύτεψα, τ’ ομολογώ.

*

Ένας σκίουρος με φούστα

δίνει μια-

Ένας σκίουρος με φούστα

ξαφνικά

σκαρφαλώνει και μου λέει:

Είμαι λαίμαργη πολύ

ένα μύγδαλο αν μου δώσεις

θα σου δώσω ένα φιλί. 

*

Εσύ ανέβα όσο θες

αν μπορείς

εσύ ανέβα όσο θες

κι αν μπορείς

στ’ άψε σβήσε τσιμπολόγα

και προπάντων μη ξεχνάς

ότι πρέπει να μου δώσεις

το φιλί που μου χρωστάς.

*

Όταν τα ροκάνισε όλα

τι μου λέει;

Με το στόμα της γεμάτο

τι μου λέει;

Θα σε ξεπληρώσω όταν

οι ζαβοί βγάλουν φτερά

και θα πάρεις το φιλί μου

όταν θα πετάς ψηλά.

*

Έλα φίλα με αν θες

αν το θες

Έλα φίλα με αν θες

αν το θες

αλλά αν κάνεις ότι πέφτεις

να σε κλάψω δε μπορώ

κι αν τυχόν τα κακαρώσεις

δεν θα μαυροφορεθώ

*

Τίποτα δεν μένει πια

 στη μυγδαλιά

 Τίποτα δεν έχει πια

η μυγδαλιά  

μόνο τσόφλια μες το χώμα,

πάει χαμένη η σοδιά,

μα, το λαίμαργό της στόμα

μ’ ανταμείβει με φιλιά.

*

Η λιακάδα όμως κρατά

μια στιγμή

η λιακάδα όμως κρατά

μια στιγμή,

ύστερα ο καιρός θυμώνει

κρύο,  κεραυνοί, βροχή

η μυγδαλιά μου έγινε σκόνη

κι η αγάπη μου μαζί.

(ανάγνωση)

αρχείο λήψης (15)

 Georges Brassens  «L’amandier»

J’avais le plus bel amandier
Du quartier
Et, pour la bouche gourmande
Des filles du monde entier
Je faisais pousser des amandes
Le beau, le joli métier!

.

Un écureuil en jupon
Dans un bond
Vint me dire «Je suis gourmande
Et mes lèvres sentent bon
Et, si tu me donnes une amande
Je te donne un baiser fripon!».

.

«Grimpe aussi haut que tu veux
Que tu peux

et tu croques, et tu picores
Puis tu grignotes, et puis tu
Redescends plus vite encore
Me donner le baiser dû!»

.

Quand la belle eut tout rongé
Tout mangé
«Je te paierai, me dit-elle
A pleine bouche quand les
Nigauds seront pourvus d’ailes
Et que tu sauras voler!»

.

«Monte m’embrasser si tu veux,

si tu peux
Mais dis-toi que, si tu tombes
Je n’aurais pas la larme à l’œil
Dis-toi que, si tu succombes
Je ne porterai pas le deuil!»

.

Les avait, bien entendu
Toutes mordues
Toutes grignotées, mes amandes
Ma récolte était perdue
Mais sa jolie bouche gourmande
En baisers m’a tout rendu!

.

Et la fête dura tant
Que le beau temps
Mais vint l’automne, et la foudre
Et la pluie, et les autans
Ont change mon arbre en poudre
Et mon amour en même temps!

σκίουρος-41322363

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ένα τραγούδι για τους καιρούς που περνάνε…

Posted by vnottas στο 8 Αύγουστος, 2019

Paris, Mai 1968.

 

Έπεσα πάνω σε ένα τραγούδι που μιλάει για τη νεανική εξέγερση του ’68. Τυχαία -η πεντηκονταετία από τα γεγονότα συμπληρώθηκε πέρυσι και με την ευκαιρία ειπώθηκαν ήδη πολλά. 

Αυτή τη φορά όμως οι έμμετρες σκέψεις ήταν τραγουδισμένες από τον Γάλλο τροβαδούρο στον οποίο το παρόν Ιστολογοφόρο έχει μια κάποια αδυναμία. Να λοιπόν που γυρίζουμε πίσω στη μουσική και τους στίχους του George Brassens.

Πρόκειται για τη ¨Λεωφόρο του καιρού που περνάει¨ (Boulevard du temps qui passe) και περιλαμβάνεται στο άλμπουμ Δον Ζουάν το οποίο κυκλοφόρησε το 1976. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι πως ο Βrassens δεν είχε μέχρι τότε εκφραστεί με σαφήνεια υπέρ ή κατά της νεανικής εξέγερσης (όπως άλλωστε και ο Βrel -ο οποίος όμως είχε ήδη ξεκαθαρίσει την ευρύτερη θέση του από το ‘61. Τους χαρακτηριστικούς στίχους του Brel για τους μπουρζουάδες και τους γόνους τους θα βρείτε εδώ ). Όπως θα δείτε, ανάλογος  σκεπτικισμός επικρατεί και στο Boulevard du temps qui passe.

 Στις πρώτες έξι στροφές ο τροβαδούρος χρησιμοποιεί, με ύφος εξομολογητικό, το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εμείς. Εμείς οι νέοι, οι ωραίοι, οι επαναστάτες. Στην έβδομη στροφή μιλάει για ¨αυτούς¨ και δε διστάζει να τους παρομοιάσει με ¨ασβεστωμένους τάφους¨ με αναφορά σε ένα απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (XXIII 27) όπου  ο Χριστός λέει: Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας

Σημείωση: Μια που τον καιρό εκείνο ξεκινώντας από τη Φλωρεντία είχα επισκεφτεί (με οτοστόπ) το Παρίσι, έχω κάποιες προσωπικές εντυπώσεις, που ίσως συμπεριλάβω σε προσεχή ανάρτηση στο Ιστολογοφόρο.

Ακολουθούν:

*Το τραγούδι (ηχητικό)

* Μια απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα με τη (συνήθη) προσπάθεια οι στίχοι να ¨χωράνε¨ στη μουσική, έστω με λίγο ζόρι, έτσι ώστε το τραγούδι να αποκτήσει μια εκδοχή στην ελληνική γλώσσα.

* Μια πιο ¨ελεύθερη¨ απόδοση, εκτός μουσικής, δηλαδή απαλλαγμένη από το άγχος που δημιουργούν οι πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις όταν πρέπει να στριμωχτούν σε μια δοσμένη μελωδία.

* Το κείμενο στα γαλλικά

Γαλλικός-Μάης-1968

Το τραγούδι

 

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ

Πλέον χωρίς το μπιμπερό

είπαμε ας πάμε έξω από ‘δω

όπου οι καιροί  μας προσπερνάνε

την ¨ξαστεριά¨ γυρεύοντας

γέρους κι οκνούς στοχεύοντας

που δεν τα παρατάνε

*

Κοίταξε, ήτανε μόλις χτες

στους δρόμους, μ’ όψεις γελαστές

-ποιοι τάχα θα μας υποτάξουν;-

Πατήσαμε φράχτες κι αυλές

κι ανάψαμε χαράς φωτιές

οι μπουρζουάδες να τρομάξουν.

*

Ψηλά τα λάβαρα ξανά

κι όρκος στο επτά -οκτώ -εννιά:

Να ξαναπέσει η Βαστίλη!

και  αγκαλιάσαμε με ορμή

όσες δεν άγγιζαν πια αυτοί

Έρως-Θεός μας είχε στείλει

*

Σε βάλτο μ’ έντυπα παπιά

εμείς τα γελαστά παιδιά

Πέτρες πετάξαμε  απ’ το δρόμο

Τίποτα πια δεν μένει ορθό:

ταμπού ή πίστη σε  θεό,

σε νόμο ή σε τρόμο

*

Σαν ήχησε ¨παύσατε πυρ¨,

άλλος κρανίο  του Βλαδιμίρ

κι άλλος γκριζάδα και ρυτίδες

και διαπιστώσαμε εκεί δα

πόσο στην άνοιξη  κοντά

είν’ οι αλκυονίδες

*

Γυρνάμε τότε: βήμα αργό!

 ναι, με τον τρόπο τον παλιό,

κι όσο κι αν φαίνεται αστείο

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο

******

…Όλους,  φθαρτούς και πλαδαρούς

Φαρισαίους και τάφους λευκούς

παιδιά  ενός Μάη που γερνάει

 τους είδαμε ξανά  εχτές

να επελαύνουν νέοι και νιες

στη λεωφόρο του καιρού που

[άτεγκτος]  περνάει

tmp163

Η λεωφόρος των Καιρών που Περνάνε

 

Από τη κούνια μόλις  είχαμε ξεμυτίσει

και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα

εκεί που όλα είχαν ξεκινήσει:

Που πάει να πει  ωστόσο

εκεί  που οι καιροί,

ενώ κανένας δεν το περιμένει,

μοιάζουν αναγκασμένοι

το δέρμα τους να αλλάζουν κάθε τόσο

*

Ψέλναμε τα τραγούδια μας, τα επαναστατικά

ενάντια σ’ όλα τα κακά

και προπαντός

σ’ όσα κατάφερναν ακόμη οι παλιοί,

οι γερασμένοι, οι χοντροί, οι πλαδαροί

που ζουν -οχυρωμένα σκιάχτρα-

στων σκουριασμένων ιδεών τα κάστρα

 *

Μας είδαν όλοι – ήταν σαν χθες.

Νέοι, και υπερήφανοι,

ποδοπατώντας τα παρτέρια των παλιών

 ανάψαμε χαράς φωτιές

και λικνιστήκαμε σ’ αλλόκοτο χορό,

καθώς του φόβου το σκουλήκι

μέσα στον κάθε μπουρζουά

τρύπωνε ζοφερό.

*

Είπαμε:

εμείς θα επαναλάβουμε το επτά-οκτώ-εννέα

εμείς θα κυριεύσουμε μία Βαστίλη νέα

και από αύριο κιόλας, όλα θα ‘ ναι καινούργια

…κι ύστερα αγκαλιάσαμε λαίμαργα και με φούρια

εκείνες που δεν άγγιζαν οι μπουρζουάδες  πια

και για να πάνε όλα καλά στις νέες τις ημέρες

τους γονιμοποιήσαμε κάμποσες θυγατέρες.

*

Με ευθυμία εύλογη και κοροϊδευτική

ρίχναμε τους κυβόλιθους

στον βάλτο με τις πάπιες τους.

Τι θύελλα! Τι θέαμα! Τι υπερπαραγωγή!

Τίποτα πια δεν έμεινε ορθό

καθώς κατεδαφίζαμε ο, τι είχε κάποια σχέση

με τα δικά τους τα ταμπού, αρχές ή πίστη σε θεό.

*

Όμως, σαν σήμανε η κατάπαυση πυρός

δεν αναγνωρίζαμε ούτε κι εμάς τους ίδιους

άλλος δεν ήταν πια μαλλιάς, μα φαλακρός

και άλλος τους κροτάφους είχε γκρίζους

και έτσι καταλάβαμε  εν τέλει

– ο, τι κι αν υπαγόρευαν  οι ελπίδες-

πόσο είναι η άνοιξη κοντά

στις λιγοστές χειμερινές αλκυονίδες.

*

Γυρνάμε τότε, αλλάζουμε, σε βήμα πιο αργό

 ναι, πάνω κάτω, με τον τρόπο τον παλιό,

τον παραδοσιακό,

γιατί,

όσο κι αν φαίνεται αστείο,

καθώς ξεφωνίζαμε εμείς την παλιά,

στη γωνιά ήταν στημένη η νέα γενιά

για να μας στείλει στο γηροκομείο.

***********

…Όλους αυτούς τους φθαρτούς και  φτιαγμένους

φαρισαίους και τάφους ασβεστωμένους

στο καβούκι τους μέσα που παραπαίουν

ναι τους είδαμε χτες

υπερήφανους νέους  να κατηφορίζουν

στη λεωφόρο των καιρών που λακίζουν.

*

Μια ανάγνωση:

1110645760_small

 

Boulevard du temps qui passe

A peine sortis du berceau, 
Nous sommes allés faire un saut 
Au boulevard du temps qui passe, 
En scandant notre » Ça ira » 
Contre les vieux, les mous, les gras, 
Confinés dans leurs idées basses.

*

On nous a vus, c’était hier, 
Qui descendions, jeunes et fiers, 
Dans une folle sarabande, 
En allumant des feux de joie, 
En alarmant les gros bourgeois, 
En piétinant leurs plates-bandes.

*

Jurant de tout remettre à neuf, 
De refaire quatre-vingt-neuf, 
De reprendre un peu la Bastille, 
Nous avons embrassé, goulus, 
Leurs femmes qu’ils ne touchaient plus, 
Nous avons fécondé leurs filles.

*

Dans la mare de leurs canards 
Nous avons lancé, goguenards, 
Force pavés, quelle tempête! 
Nous n’avons rien laissé debout, 
Flanquant leurs credos, leurs tabous 
Et leurs dieux, cul par-dessus tête.

*

Quand sonna le » cessez-le-feu » 
L’un de nous perdait ses cheveux 
Et l’autre avait les tempes grises.

Nous avons constaté soudain 
Que l’été de la Saint-Martin 
N’est pas loin du temps des cerises.

*

Alors, ralentissant le pas, 
On fit la route à la papa, 
Car, braillant contre les ancêtres, 
La troupe fraîche des cadets 
Au carrefour nous attendait 
Pour nous envoyer à Bicêtre.

***

Tous ces gâteux, ces avachis, 
Ces pauvres sépulcres blanchis 
Chancelant dans leur carapace, 
On les a vus, c’était hier, 
Qui descendaient jeunes et fiers, 
Le boulevard du temps qui passe.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, Μπρασένς: Προσαρμογές τραγουδιών, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ένα απομεσήμερο καλοκαιρινής ζέστης και Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα

Posted by vnottas στο 4 Αύγουστος, 2019

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος 

O Σωτηράκης Τσιάρτας ισόβιος 

αρχείο λήψης (13)

Είναι μεσημεράκι προς απόγευμα τέλος Ιουλίου και έξω έχει 38 βαθμούς με αίσθηση 40.Ο Σωτηράκης Τσιάρτας κάθεται γυμνός μόνο με το σώβρακο και το ερκοντίσιον στο φουλ. Κοιτάζει έξω απ τη μπαλκονόπορτα τις απέναντι πολυκατοικίες που δεν υπάρχει ψυχή γιατί όλοι έχουν πάει στη θάλασσα.

Σκέφτεται πως έχει να πάει 28 χρόνια σε παραλία. Σκέφτεται και τραβάει βαθιές ρουφηξιές απ το τσιγάρο του που οι ξεφτιλισμένοι το έχουν πάει 4,30 το πακέτο άρα 4,30 επί 30 ίσον 129 και από τα 650 της σύνταξης μείον 129 ίσον 521.

Σκέφτεται αν αφαιρέσει φως, νερό, τηλέφωνο, μένουν γύρω στα 400 που αν τα διαιρέσει με το 30 μένουν 13 ευρουλάκια ημερησίως και γι αυτόν ακριβώς το λόγο οι παραλίες δεν υπάρχουν. Άλλωστε αυτές τις προσθαφαιρέσεις τις έχει κάνει άπειρες φορές.

Αν θυμάται καλά -και το θυμάται- η τελευταία φορά που πήγε σε παραλία ήταν με τη χοντρή γυναίκα του που γκρίνιαζε συνεχώς για τα λεφτά ενώ αυτός κοίταζε ως μαγεμένος δύο κοπέλες που έπαιζαν ρακέτες με τα υπέροχα κορμιά τους ν’ αντιμετωπίζουν θρασύτατα το ελαφρό αεράκι. Θυμάται τα τελευταία λόγια της γυναίκας του ‘εγώ σου λέω πως δεν τα βγάζουμε πέρα κι εσένα σου τρέχουν τα σάλια με τα κοριτσάκια…’

Το ίδιο βράδι ο Σωτηράκης Τσιάρτας χώρισε κι εγκαταστάθηκε σ αυτό το μικρό διαμέρισμα των 38 τετραγωνικών που έμενε η μάνα του πριν πεθάνει.

Σκέφτεται πως τα δυο κοριτσάκια που παίζαν ρακέτες τότε, τώρα θάναι σίγουρα σαρανταπεντάρες και μάλλον θα έχουν παιδιά, κυτταρίτιδα ή άλλα που φέρνει η ηλικία και μ’ αυτήν την ιδέα ανάβει ένα τσιγάρο ακόμα, ενώ η τηλεόραση λέει για τη κρίση που έρχεται απ τη διπλανή χώρα.

Σκέφτεται πως αν ξεσπάσει κρίση τώρα μες στο κατακαλόκαιρο θα σηκωθούν να φύγουν οι τουρίστες απ’ τις παραλίες και τα νησιά κι ο κόσμος θα τρέχει στα σούπερ-μάρκετ για μακαρόνια, κονσέρβες και ρύζια.Η τηλεόραση επιμένει πως η κρίση υπάρχει και βγάζει έναν μαλακοπίτουρα πρώην στρατηγό, ο οποίος δηλώνει πως ‘ήμαστε πανέτοιμοι ως κράτος’ ενώ ο Σωτηράκης Τσιάρτας σκέφτεται πως δεν είναι καθόλου έτοιμος ο ίδιος αν και βρίσκεται σ’ αυτή τη φυλακή για το υπόλοιπο του βίου του χωρίς να έχει αποθηκεύσει τρόφιμα για τις όποιες δύσκολες μέρες…

Πάει στο διπλανό δωμάτιο και βγάζει από ένα μεταλλικό κουτί του νες-καφέ πέντε εικοσάρικα, φοράει ένα φαρδύ άσπρο πουκάμισο που το έχει απ’ τη δεκαετία του 80, βάζει τις σαγιονάρες του κλειδώνει και φεύγει απ το σπίτι ψιθυρίζοντας διαρκώς για μην ξεχάσει τη νοητή λίστα με τα ψώνια απ το γειτονικό σούπερ μάρκετ, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια, παξιμάδια, μακαρόνια, ρύζι, κονσέρβες, παξιμάδια κι ένα ουίσκι φτηνό για δύσκολες ώρες….καθώς και δέκα πακέτα τσιγάρα… γαμώ τη τύχη μου γαμώ…..

images (13)

Πυρ ομαδόν στο κάπνισμα…

Έχω την εντύπωση πως αυτή τη φορά η απογόρευσις του καπνίζειν είναι οριστική και αμετάκλητη σαν την κλιματική αλλαγή.

Όλοι αυτοί που σακατέψαν τον πλανήτη με τα φουγάρα τους κι όσοι διδάχθηκαν από αυτούς για το μεγαλείο των ιδιωτών -που έφτιαξαν τα φουγάρα- την έπαρση των ‘αυτοδημιούργητων’ και όσοι παλεύουν για ένα καλύτερο ‘απαγορεύειν’ …θα μας νικήσουν.

Θα μας νικήσουν αμετάκλητα και μπορεί να μας απαγορεύσουν το κάπνισμα ακόμα και στο σπίτι μας,στο Βεσέ μας,στο μπαλκόνι μας, γιατί έχουν απεριόριστη δύναμη κι η μεγάλη πλειοψηφία του ελεύθερου ή σκλαβωμένου κόσμου είναι μαζί τους.

Μαζί τους είναι οι Μπλε, οι Πράσινοι, οι Οικολόγοι, οι μισοί Κόκκινοι και πάμπολλοι άλλοι ακτιβιστές με φούξια. Μαζί τους είναι ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, όλοι οι εργαζόμενοι στα Χρηματιστήρια, όλοι οι Σύλλογοι μεταφορέων κενών κιβωτίων ιχθύων, ο πρόεδρος Τραμπ, οι Καρδινάλιοι, οι Μητροπολίτες, οι αθλητές παντός τύπου, οι εργαζόμενοι στα γυμναστήρια, οι φίτνες-φόλουερς, οι ναυαγοσώστες καθώς και όλα τα μέλη της Σκωτσέζικης Στοάς με τα σπαθάκια τους και τις ποδίτσες τους.

Όλοι αυτοί,μαζί με τους άλλους που πιστεύουν πως ο κόσμος γίνεται ολοένα και καλύτερος -αν δεν ανάψω το τσιγαράκι μου- μπορεί μεν να κοιτάζουν όλο το 24ωρο το κινητό τους σαν υπνωτισμένοι, εξαρτημένοι, να σκοτώνονται γι αυτό, να σε απολύουν με SMS, ή να δουλεύουν ολονυκτίς στο διαδίκτυο, αλλά στο θέμα του τσιγάρου είναι απόλυτοι διότι ενδιαφέρονται για την υγεία μου και την υγεία όλων όσων δεν έτυχε να βάλουν για δικούς τους λόγους, ένα τσιγαράκι στο στόμα τους.

Το ξέρω, θα μας νικήσουν κατά κράτος διότι η χώρα πρέπει να πάει μπροστά χωρίς εξαρτήσεις από ανθρώπους που είναι εξαρτημένοι από ανόητους εθισμούς και θέλουν σαν τρομοκράτες να φυσούν τον καπνό τους πάνω στους άλλους, που μπορεί κάποτε να ήταν μ’ αυτούς αλλά τώρα είναι αθεράπευτα οι άλλοι…

αρχείο λήψης (12)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »