Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘αποδόμηση’

Αδέσποτος σκύλος: Μας πήραν τα ζουμιά

Posted by vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2012

Αντώνης Αντωνάκος

Μας πήραν τα ζουμιά

και μας πήραν τα χρόνια
μας πήραν στο τηλέφωνο
και μας πήραν στη δουλειά.

Η ζωή μας τρύπια
ωραία λυρική φτώχεια
σε παροξυσμό. Μας πήραν
τα ωραία λόγια, τις
ωραίες γυναίκες, τα
ωραία πρόβατα, τα
ωραία κατσίκια, τα ωραία δαμάλια.

Οι αγρότες μας εγίναν αποτρόπαιοι
μικροαστοί, οι μικροαστοί
αποτρόπαιοι αγρότες, ο λαός
αποτρόπαια ευρωπαίος
με πολλά μεταξωτά βρακιά
αλλά χωρίς επιδέξιο κώλο.

Μας πήραν απ’ τη μύτη και
μας πήραν από πίσω, μας γαμούν
οι ρήτορες, οι πρόεδροι κρατών,
μας γαμούν οι πεθαμένοι θεοί,
ο Καίσαρας, οι καταχθόνιοι
μάγειρες απ’ τα μαγεριά τους,
οι μέγαιρες, οι μάγιστροι,
τα έξυπνα πουλιά που μας πιάνουν
απ’ τη μύτη, οι αρχαίοι ημών
πρόγονοι με τις πρωινές τους
γυμναστικές και τις εφιδρώσεις
απ’ το πανσεξουαλικό τους
παρελθόν!

Μας πήραν στο στρατό και
μας πήραν στο κόμμα
μας πήραν στο πανεπιστήμιο
και μας πήραν χαμπάρι.

Γάτοι του Αχέροντα και
σκύλοι του άλλου κόσμου
γλώσσες από άλλες χώρες
χώρες από άλλες γλώσσες

ποντίκια και κοριοί
σκορπιοί και σκόρπιοι
ναύτες και ναυτίες
ναυάγια Ειρηνικοί ωκεανοί
πολεμικοί ανταποκριτές

μανούλες άπορες και
μανούλες άστεγες και
μανούλες μόνες
φαγωμένες απ’ το σκόρο
τους δεσμοφύλακες, τα κέντρα
φύλαξης, εξ ουρανού
αποδιωγμένες.

Μας πήραν φως οι φωτογραφίες
μας πήραν είδηση και μας πήραν
δώρο, μας πήραν τη θέση
στο λεωφορείο, μας πήραν τις
εκλογές, μας πήραν τα σώβρακα.

Μας πήραν την ιστορία, μας πήραν
τον ήλιο, μας πήραν το σκοτάδι,
μας πήραν τα συνδικάτα, μας
πήραν το διαφωτισμό, ότι είχαμε
και δεν είχαμε, οι αστοί μας πήραν
τη ρεβάνς.

Οι αστοί γεννοβολούν
διανοούμενα τέκνα και
τρελούς αντισοβιετικούς.
Κάνουν μνημόσυνα στα ντουβάρια.
Ανάβουν κεράκια στους σοβάδες.

Βραβεύουν, επιχορηγούν,
επιβραβεύουν, επιδοτούν
επαρχιώτες λογοτέχνες της Αθήνας
κι αυτοί γράφουν, συγγράφουν,
συνομιλούν, δηλώνουν,
ξεχερσώνουν, υποδηλώνουν,
δικάζουν, καταδικάζουν, καυτηριάζουν
και το χοντρό τους δάχτυλο κουνούν
στις μάζες που καραδοκούν.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)

Posted by vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011

Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το  τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε  να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.

 Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας  λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).

Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν  επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.

Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία,  άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία,  και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.

Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω,  να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨

Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που  συχνά γίνεται  λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.

Αρχίζοντας από όσους από τους  εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους  ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!

Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι  δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ  σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.

Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ.   Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι

Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας

Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης  πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο   ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.

ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ. 

Ιδού λοιπόν η μουσική

Ιδού και οι στίχοι:

Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.

Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion

Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)

Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες

Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει

Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία

Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει

Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία

Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Περί βλακείας κεφάλαιον δεύτερον (χρηματιστηριακόν)

Posted by vnottas στο 22 Αύγουστος, 2011

Μια που είναι ακόμη Αύγουστος, κάνει ζέστη, και το Πνεύμα των Διακοπών ως εξωτικό ξωτικό εξακολουθεί απτόητο, ανέμελο και ηλιοκαμένο να κόβει βόλτες πάνω από πόλεις και εξοχές, βγάζοντας γλώσσα στην κρίση, την ανησυχία, την αμφιβολία, το άγχος, και την (προσωρινά καταλαγιασμένη) οργή, λέω να μην αλλάξουμε θέμα και να μείνουμε (με καλή θερινή διάθεση) στα όσα (διαπιστωτικά και αυτοκριτικά) λέγαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα.

Πολύ περισσότερο που ξετρύπωσα ακόμα ένα σχετικό τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς. [Λέω φίλου και τον φαντάζομαι γεννημένο κανα παράλληλο πιο κάτω(*), σε κάποιο  ελληνικό νησί, να τον λένε (ας πούμε) Γιώργη Μπρασένη, να έχει τα ίδια μουστάκια, την ίδια κιθάρα (ίσως κι ένα μπουζούκι στο πλάι) και να μιλάει λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα (τον έρωτα, τις γυναίκες, τους καλούς απλούς ανθρώπους, την ενδημική ανθρώπινη βλακεία) με το χιούμορ που μπορεί να αναπτύξει εν τέλει μόνο ο παθών (από τον έρωτα, τις γυναίκες, την ανθρώπινη βλακεία) και με την συμπάθεια που μπορεί να νοιώσει μόνον ο συμπάσχων (με τους απλούς καλούς ανθρώπους)].

Το τραγουδάκι αυτό ο Μπρασένς δεν πρόλαβε να το ηχογραφήσει, και έτσι κυκλοφόρησε τελικά, μαζί με μερικά άλλα, μετά την αναχώρησή του (προς εκείνον τον κατά τεκμήριο καλόβολο θεό, μια που ανεχόταν τις ενστάσεις, αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που ο ποιητής του απηύθυνε απανωτά).

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Quand les cons sont braves (Όταν οι βλάκες/μαλάκες είναι καλοί, ικανοί, εν τάξει) και το ερμηνεύει ο φίλος του Μπρασένς Jean Bertola. Εδώ η ανάλυση της ανθρώπινης βλακείας προχωρεί στον εντοπισμό  της πρώτης μεγάλης διχοτόμησης: τους απλούς (μέσους, κοινούς, καλούς) βλάκες και τους βλάκες που χειρίζονται εξουσία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης, εδώ που τα λέμε, δεν εκπλήττει: οι πρώτοι (οι απλοί βλάκες) αν και πλειονότητα, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνοι από τους δεύτερους (τους βλάκες με την περικεφαλαία της Εξουσίας) και αξίζουν αν μη τι άλλο, ένα τραγούδι!

(*) Ο Μπρασένς γεννήθηκε στη μεσογειακή παραθαλάσσια γαλλική πόλη Cette  (Sète) από πατέρα γάλλο εργοδηγό οικοδομών και μητέρα νοτιοιταλίδα μετανάστρια.

 Σημείωση 1. Σας παραθέτω επίσης μια πρόσφατη ιταλική εκδοχή. [Είναι πολλοί οι νεαροί Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί που τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον (και πάλι) για τον Μπρασένς. Θα είναι που η εποχή, μπαϊλντισμένη από σλόγκαν, μότο, και λοιπές κερδοσκοπικές αερολογίες, έχει ανάγκη από απλό, ειλικρινή, ανεπιτήδευτο λόγο;]

 Σημείωση 2. Βρήκα στο διαδίκτυο ένα κολάζ από Μπρασένς τραγουδισμένο από διάφορους ετεροεθνείς τραγουδιστές. Έχει ενδιαφέρον.

Σημείωση 3. Στην απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά, είναι προφανές (και σχεδόν αναπόφευκτο) ότι διολίσθησε μια σταλιά  από το προσωπικό μου άχτι, λίγο πολύ σχετικό με τα τρέχοντα, που το περιιπτάμενο   Πνεύμα των Διακοπών δεν κατάφερε να εξορκίσει.

Έχουμε λοιπόν: Σε ήχο

1.     Quand les cons sont braves. Στίχοι μουσική του Μπρασένς, τραγουδάει ο  Jean Bertola.

2.     ¨I bravi coglioni¨, τραγουδάει ο Alessio Lega

3.     Ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά.

4.     Κολάζ εκδοχών ¨Μπρασένς¨ από γωνιές της γης.

Και σε κείμενο

  1. Οι αρχικοί γαλλικοί στίχοι
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά
  3. Η προσαρμογή στα ιταλικά.

 

 

Quand les cons sont braves.  1982  Georges Brassens – Les dernières chansons inédites par Jean Bertola

Sans être tout à fait un imbécile fini,
Je n’ai rien du penseur, du phénix, du génie.
Mais je n’suis pas le mauvais bougre et j’ai bon coeur,
Et ça compense à la rigueur.

(Refrain)
Quand les cons sont braves
Comme moi,
Comme toi,
Comme nous,
Comme vous,
Ce n’est pas très grave.
Qu’ils commettent,
Se permettent
Des bêtises,
Des sottises,
Qu’ils déraisonnent,
Ils n’emmerdent personne.
Par malheur sur terre
Les trois quarts
Des tocards
Sont des gens
Très méchants,
Des crétins sectaires.
Ils s’agitent,
Ils s’excitent,
Ils s’emploient,
Ils déploient
Leur zèle à la ronde,
Ils emmerdent tout l’monde.

Si le sieur X était un lampiste ordinaire,
Il vivrait sans histoire avec ses congénères.
Mais hélas ! Il est chef de parti, l’animal :
Quand il débloque, ça fait mal !

(Refrain)

Si le sieur Z était un jobastre sans grade,
Il laisserait en paix ses pauvres camarades.
Mais il est général, va-t-en-guerre, matamore.
Dès qu’il s’en mêle, on compte les morts.

(Refrain)

Mon Dieu, pardonnez-moi si mon propos vous fâche
En mettant les connards dedans des peaux de vaches,
En mélangeant les genres, vous avez fait d’la terre
Ce qu’elle est : une pétaudière !

(Refrain)

 

Οι απλοί μαλάκες

 

Χωρίς να είμαι κι ένας βλάκας και μισός

Δεν θα έλεγα πως είμαι ο μέγιστος σοφός

Μα στην παρέα είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά

Κι αυτό [εν μέρει] με αποκαθιστά

 

Οι απλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι όταν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς ειν’ πολλοί, οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 κι οι στριμμένοι

που παράγουν, προάγουν, αλλά κι όλα τα αποδομούν με μανία

έρημη κοινωνία

 

Εάν ο μίστερ Χι ήτανε ταξιτζής

Να αυξάνει την ταρίφα θα ‘ταν ευτυχής

Μα γούσταρε, το ζώο, για  πρωθυπουργός

Κι όταν τα χώνει γίνεται χαμός

 

Οι κοινοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι αν κάνουν «πατάτες»

Κι αν φωνάζουν, γκρινιάζουν, ταράζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, μολύνουν, διευθύνουνε και Συντονίζουν

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Εάν ο Ψι ήταν της σειράς καραβανάς

Χωρίς βαθμούς κι αστέρια, μέσος γαλονάς

Τις γκάφες του θα τις  πληρώναν λιγοστοί

Και θα γλυτώναν άμαχοι αρκετοί

 

Οι μέσοι μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

(σαν δεν έχουνε πλάτες)

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, γκρινιάζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που διαπλέκουν εμπλέκουν, σκευωρούν, αλλά κι απορυθμίζουν 

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Ήμαρτον Θεέ μου για τη σκέψη μου αυτή

Μα εάν στους μαλάκες έδωσες χοντρό πετσί

Μαζί με πόστα, θώκους, πλούτη και εξουσία

Τι φταίω εγώ που χάνω την ουσία;

 

Οι καλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κ αν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, λανσάρουν κι όλα τα’ αποδομούν με μανία

Έρημη κοινωνία!

I BRAVI COGLIONI

Senza esser definibile
un perfetto idiota,
non sono uno scienziato, un genio,
una cometa,
ma son di buon carattere,
di compagnia
e ciò compensa tuttavia…

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il signor Tizio fosse solo un ragioniere
ragionerebbe in ogni caso col sedere,
ma è quadro di partito
è capo gabinetto
fa una cazzata
e salta tutto!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il generale Caio non avesse gradi
un paio di stronzate avrebbero rimedi
ma è capo divisione
gioca con le bombe
lui sbaglia e accade un’ecatombe!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

O dio del cielo hai fatto proprio un bel casino
hai messo i ciechi alla guida del destino
se non ci fossi stato
o fossi un po’ più sveglio
non t’incazzare, ma era meglio!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.


Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Misogynie a part / Μισογυνισμού εξαιρουμένου (Παλιοί καλλιτέχνες κατά της άνοιας της ¨πολιτικής ορθότητας¨).

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2011

Κατά τη διάρκεια του περασμένου (20ου ) αιώνα, ορισμένοι Ευρωπαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, συχνά σε αντιπαράθεση με τη ραγδαία αναπτυσσόμενη πολιτισμική βιομηχανία, κατάφεραν να αναδειχτούν σε σημεία αναφοράς για μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ξεπερνώντας τα συνήθη πολιτισμικά όρια και τις ήδη υπάρχουσες ¨ετικέτες¨.

Ιδιαίτερα στην (αυτονόητα) λαϊκή τέχνη του τραγουδιού (που αποτελεί και το συνηθέστερο φορέα της λαϊκής ποίησης), μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες αναδείχτηκαν σε ενοποιητικά κοινωνικά σύμβολα με τεράστια απήχηση, παρά την συνήθως αρνητική ή αδιάφορη στάση, τόσο της καθεστωτικής, όσο και της εμπορευματικής επικοινωνιακής εξουσίας (η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο μορφών επικοινωνιακής εξουσίας είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο -στο παρελθόν κρατούσαν μια αμοιβαία απόσταση, έστω για τα ¨μάτια του κόσμου¨).
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης υπήρξε πχ για τον ελληνόφωνο χώρο ο Στέλιος Καζαντζίδης ή ο Βασίλης Τσιτσάνης, για τον γαλλόφωνο ο Ζωρζ Μπρασένς και άλλοι, στην Ιταλία μπορούσες (και μπορείς ακόμη) να συναντήσεις αποκόμματα περιοδικών με την εικόνα του Αντριάνο Τσελεντάνο κολλημένα σε παρμπρίζ φορτηγών, σε ενοριακές λέσχες, σε κομμωτήρια και συνεργεία, ενώ τις λίγες φορές που παρουσιάζεται, θυμοσοφώντας, στα μεγάλα μέσα γίνεται χαμός θεαματικοτήτων.
Πέρα από την διαχρονικότητα, την εμβέλεια και την γνήσια λαϊκή τους καταγωγή, ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα σε τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι ο μη ¨πολιτικά ορθός ¨ (συχνά σατυρικός ή σαρκαστικός, ενίοτε μελοδραματικός) τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα θέματά τους.
Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα ξενέρωτο, αλλά όχι για αυτό το λόγο λιγότερο ιδιοτελές κίνημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, επινοημένο για να προφυλάξει από την επιδιωκόμενη γενική αποδόμηση, κάποιους τομείς γενικότερης χρήσεως, όπως κάποιες -ακόμα χρήσιμες για τις νέες εξουσίες- ανθρώπινες ευαισθησίες, πριν τις διοχετεύσει σε (ελεγχόμενες) ¨μη κυβερνητικές¨ οργανώσεις ή ¨Αρχές¨.


Πράγματι, άλλα ήταν τα ζόρια τον καιρό που στην Ευρώπη ανθούσαν, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα, οι παραπάνω καλλιτέχνες. Ωστόσο παρατηρώ ότι, αν όχι αυτά καθαυτά (όχι όλα) τα μηνύματα και οι προβληματισμοί του καιρού εκείνου, τουλάχιστον ο αυθόρμητος και μη υποκριτικός, μη κυνικός, μη πραγματιστικός, λόγος τους, λειτουργεί ακόμη.
Σήμερα, βέβαια, η¨ γενική αναγνώριση¨ μερικών από αυτούς έχει τρόπον τινά επέλθει. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιους καλλιτέχνες κουβάλησε μαζί της μια γενιά που αναρριχήθηκε στην εξουσία τραγουδώντας τους, για να τους εγκαταλείψει αμέσως μετά, με δύο τρόπους: είτε προσπαθώντας να τους μετατρέψει σε αποστειρωμένους θεσμούς είτε επιλέγοντας αυστηρά και προωθώντας μόνο τμήματα της δουλειάς τους.
Γι αυτό, λέω, εδώ να εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε για πηγαία λόγια και νότες, παλιών ή πρόσφατων καιρών (έστω για παρηγοριά στον άρρωστο…) και για σήμερα bien sûr
έχουμε Μπρασένς και Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου).


Σημείωση 1. Ο Μπρασένς αρχίζει ορμώμενος από μία ρήση του Πολ Βαλερί ¨Il y a trois sortes de femmes: les emmerdantes, les emmerdeuses et les emmerderesses¨.
Σημείωση 2. Στη θέση του Claudel, ίσως όχι επαρκώς γνωστού στην Ελλάδα ως εκπρόσωπου του ακαδημαϊκού ύφους, προτίμησα τους αρχαίους τραγικούς. Ενίοτε έχουν κι αυτοί τα θύματά τους.
Σημείωση 3. Το ανέβασμα στο ιστολογοφόρο, οι ηχογραφήσεις και το ραπ ψάλσιμο, έγιναν σε συνθήκες εκδρομής, κάπως (πολύ) άτσαλα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα τα συμμαζέψω κατά το δυνατόν.

Σημείωση 4. Στην ελληνική απόδοση έβαλα τελευταία την 6η στροφή, γιατί καταλήγει πιο αποφατικά από την 8η.

Οπότε, ακούστε και διαβάστε:

Σε ήχο:

1. O Brassens στο Misogynie apart
2. Την απόδοση που σας έφτιαξα: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Την απόδοση στα ιταλικά του Nanni Svampa : Lei mi rompe
4. Κάτι το ανάλογο, χιουμοριστικό και ελληνικό της ιδίας περιόδου Σερσέ λα φαμ (1948 Βασίλης Τσιτσάνης και Ε. Λαμπίρη)

5. Επίσης: των Παπαδόπουλου, Γιαννακόπουλου, Σακελλάριου

Η Γυναίκα είναι ζημιά (Φ. Πολυμέρης 1953)

Και τα κείμενα
1. Του Βρασένς: Misogynie a part
2. Η απόδοση στα ελληνικά: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Σερσέ λα φαμ
4. Η γυναίκα είναι ζημιά

Misogynie a part
Misogynie à part, le sage avait raison
Il y a les emmerdant’s, on en trouve à foison
En foule elles se pressent
Il y a les emmerdeus’s, un peu plus raffinées
Et puis, très nettement au-dessus du panier
Y a les emmerderesses

La mienne, à elle seul’, sur tout’s surenchérit
Ell’ relève à la fois des trois catégories
Véritable prodige
Emmerdante, emmerdeuse, emmerderesse itou
Elle passe, ell’ dépasse, elle surpasse tout
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Mon Dieu, pardonnez-moi ces propos bien amers
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmer-
de, elle abuse, elle attige
Ell’ m’emmerde et j’regrett’ mes bell’s amours avec
La p’tite enfant d’Marie que m’a soufflée l’évêque
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, et m’oblige à me cu-
rer les ongles avant de confirmer son cul
Or, c’est pas callipyge
Et la charité seul’ pouss’ ma main résignée
Vers ce cul rabat-joie, conique, renfrogné
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, je le répète et quand

Ell’ me tape sur le ventre, elle garde ses gants
Et ça me désoblige
Outre que ça dénote un grand manque de tact
Ça n’favorise pas tellement le contact
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde , quand je tombe à genoux
Pour cetain’s dévotions qui sont bien de chez nous
Et qui donn’nt le vertige
Croyant l’heure venue de chanter le credo
Elle m’ouvre tout grand son missel sur le dos
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, à la fornication
Ell’ s’emmerde, ell’ s’emmerde avec ostentation
Ell’ s’emmerde, vous dis-je
Au lieu de s’écrier: » Encor ! Hardi ! Hardi ! «
Ell’ déclam’ du Claudel, du Claudel, j’ai bien dit
Alors ça, ça me fige

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, j’admets que ce Claudel
Soit un homm’ de génie, un poète immortel
J’reconnais son prestige
Mais qu’on aille chercher dedans son œuvre pie
Un aphrodisiaque, non, ça, c’est d’l’utopie
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Μισογυνισμού εξαιρουμένου

Μισογύνης αν είμαι, δεν το ξέρω αδέλφια
Μα υπάρχουν, στριμμένες που διαλύουν τα κέφια
Μάτσα υπάρχουν, δεσμίδες
Είναι οι σπαστικές, που είν’ γεμάτος ο τόπος
Οι προβληματικές, δες και στρίβε όπως, όπως
Είναι και οι σπαζαρχίδες

Η δική μου από μόνη της τα καταφέρνει
Ναν ’ προβληματική, σπαστική και στριμμένη
Αλλά και σπαζαρχίδω
Πρόκειται για ένα θαύμα, τέτοιο δεν έγιν’ άλλο
Πως αντέχω δεν ξέρω, -και ποσώς υπερβάλω-
Μα δε μπορώ να ξεφύγω

Θεέ μου συγχώρεσε με, η υπομονή μου ξεφτάει
Μου τα πήζει, τα διαλύει, τα γκαστρώνει, τα σπάει
Και μου τα θρυμματίζει
Και η θύμηση εκείνη, με την Χριστιανοπούλα
Που μου έκλεψε ο επίσκοπος και δεν την ξαναείδα
Πίσω ξαναγυρίζει

Για να της πιάσω τον κώλο, πάντα με υποχρεώνει
Νύχια, κάλους να κόβω κι έτσι με ξενερώνει
Και δεν είναι κι η Αφροδίτη!
Κι αν εν τέλει τον πιάνω, είν’ γιατί βάζω ζόρι
Αν και θα ‘θελα να ‘μουν στα βουνά και τα όρη
Κι όχι σ’ αυτό το σπίτι

Μ’ ενοχλεί σαν αγγίζει τη γυμνή μου κοιλιά

Μα φορώντας τα γάντια ¨έτσι είναι πιο υγιεινά¨

Και μου φέρνει φαγούρα

Αυτό  σημαίνει επίσης, ότι η αγωγή

Λείπει πια απ’ τους ανθρώπους κι όπως λένε πολλοί

Εδώ θέλει μαγκούρα  


Με ενοχλεί, με ενοχλεί, ως και στην συνουσία
Που ενοχλείται κι αυτή, σκέτη ψυχρολουσία
Και μου φέρνει ναυτία
¨Κι άλλο!¨, αντί να φωνάζει, ¨δωσ’ τα, θέλω πολύ!¨
Στίχους μου απαγγέλει, Αισχύλο και Σοφοκλή
Θεέ μου τι τραγωδία


Και εντάξει, δε λέω, είναι ωραίοι οι αρχαίοι
Καλλιτέχνες μεγάλοι, συγγραφείς κορυφαίοι
Και αξίζουνε μνεία
αλλά πως λειτουργεί ο αρχαίος τους στίχος
γι αφροδισιακό, μάλλον είναι ένας μύθος
είναι μια ουτοπία

Κι όταν για χάρη της πέφτω, ως και στα γόνατα πια
Τιμές για να αποτίσω στης ηδονής τη σπηλιά
(Αυτό σε μας ειν’ συνήθεια)
Αυτή πως της προσευχής  ήρθε η ώρα νομίζει
Και το προσευχητάρι, στην πλάτη μου στηρίζει
Πες μου αν δεν είναι ηλίθια

Σερσέ λα φαμ (Αναζητήστε τη γυναίκα)

Χασάπικο.
Μουσική και στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη ηχογράφηση: 1948
Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Λαμπίρη και Βασίλης Τσιτσάνης

Κι αν γυρίζουμε ξενύχτηδες τα βράδια
Κι αν ρομάντζες τραγουδάμε στα σκοτάδια
Κι αν τα νιάτα μας τα κάναμε ρημάδια
Και με πόνο τα ποτήρια μας ρουφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν δεν πάμε στη δουλειά μας και στο σπίτι
Κι αν ο Έρως μας τραβάει σαν το μαγνήτη
Κι αν γουστάρουμε τον βίο τον αλήτη
Και δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν η μοίρα μας ταράζει στα χαστούκια
Κι αν στα μάγουλα το δάκρυ κάνει λούκια
Κι αν τα τρώμε μέχρι φράγκο στα μπουζούκια
Και στην ψάθα κακομοίρηδες ψοφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Η γυναίκα είναι ζημιά

Μουσική: Θόδωρος Παπαδόπουλος
Στίχοι: Χρήστος Γιαννακόπουλος & Αλέκος Σακελλάριος
Πρώτη εκτέλεση: Φώτης Πολυμέρης

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Μπέττυ, πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι,
γιά κάποια Νίνα, ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα,
γιά κάποια Ρόζα, ξευτελίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και γιά μιά Νίκη, περπατούσα τρεις χρονιές στη Σαλονίκη.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Για κάποια Στέλλα, μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλα,
για κάποια Ρίνα, την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα,
για μια Μιράντα, εξηλώθηκα, παιδιά, μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα, φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Σόνια, με τραβάγανε δέκα οκτώ γκαρσόνια,
γιά κάποια Μπίλλυ, με ρημάξανε δυό μάγκες στο σκαμπίλι,
για μι’ Αντιγόνη, μού στραβώσανε τρεις πόντους το σαγόνι
και για μια Μόνια, με ταράξανε στα σάπια τα λεμόνια.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2011

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

(ή …και οι Μάγκλ έχουν ψυχή) (1)

 

 «Η πρώτη αιρετική αρχή της κυβέρνησης του Τρίτου Κύματος είναι η αρχή της δύναμης της μειοψηφίας. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αντίληψη πως η πλειοψηφία κυβερνά, βασική νομοθετική αρχή της περιόδου του Δευτέρου Κύματος, είναι πια ξεπερασμένη, Δεν είναι οι πλειοψηφίες εκείνες που έχουν σημασία αλλά οι μειοψηφίες. Και τα πολιτικά μας συστήματα πρέπει να αρχίσουν ν’ αντανακλούν αυτό το γεγονός».

Αλβιν Τόφφλερ (¨Το Τρίτο Κύμα¨, εκδ. Κάκτος 1982, σελ 490)

 

Κατ’ αρχήν να σας εκμυστηρευτώ ότι τον ήρωα της κας Ρόουλινγκ  τον διάβασα. Τις τέσσερεις πρώτες του περιπέτειες. (Ο γιος μου, ρεαλιστικότερος εμού, μάλλον όχι).

Για να αυτοαιτιολογηθώ δεν θα επικαλεστώ το επιστημονικό (επικοινωνιακό) ενδιαφέρον για την οργανωμένη προβολή και την εκπληκτική παγκόσμια διάδοση ενός ακόμη προϊόντος της πολιτισμικής βιομηχανίας. Απλά θα ομολογήσω ότι εμένα τα παραμύθια μ’ αρέσουν: ενεργοποιούν εκείνη τη θαυματουργή φαντασιακή ικανότητα που ενυπάρχει σε όλους μας και  που, όχι μόνο ξεπερνάει εγκαίρως την (έτσι κι αλλιώς προσωρινή) δικτατορία των νομοτελειών (πριν αργά ή γρήγορα αναιρεθούν από μόνες τους), όχι μόνο αναπληρώνει τις αναπόφευκτες απώλειες από τη φθείρουσα τριβή με την πραγματικότητα, αλλά και καταφέρνει να ζωντανεύει ανεπαίσθητες απουσίες και άλλα πράγματα φευγαλέα, απροσδιόριστα και πολύτιμα, όπως οι παιδικές αναμνήσεις.

Τα παραμύθια μ’ αρέσουν επίσης γιατί σπάνια είναι ανιαρώς μονοσήμαντα και αθώα με πληκτικό τρόπο. Αντίθετα, έτσι και τα σκαλίσεις λίγο, ανακαλύπτεις εναλλακτικές εκδοχές, καμιά φορά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες…

Κατανάλωσα λοιπόν μια ικανή δόση Χάρι Πότερ και μετά, έχοντας σχηματίσει μια πρώτη άποψη, παρακολούθησα τα πολλά και διάφορα που γράφτηκαν γι αυτόν.

Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν παρά ματσάκια από τον κλασικό μαϊντανό που συνοδεύει τις προωθητικές εκστρατείες όλων των βιομηχανικών πολιτισμικών προϊόντων: πώς οι απανταχού πιτσιρικάδες (και κάμποσοι μεγαλύτεροι) ξετρελάθηκαν, πώς κάποιοι θρησκευόμενοι αντέδρασαν συμβάλλοντας στον διαφημιστικό σαματά, πόσα λεφτά έβγαλε η συγγραφέας, πώς για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι σήμερα πλέον ό,τι πουλάει αυτοδικαιώνεται (και καλλιτεχνικά)… και δώσ’ του σωροί από νούμερα να τεκμηριώνουν πόσο εξαιρετική υπήρξε η επιτυχία της κας Ρόουλινγκ και του πνευματικού της τέκνου Χάρι Πότερ…

Παράλληλα γράφτηκαν και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Όπως, λόγου χάρη, για κάτι που άφησε άναυδους τους μάνατζερ της καθοδηγούμενης κατανάλωσης: το γεγονός πώς το τελευταίο καιρό οι πιτσιρίκοι το ’χαν ρίξει αποκλειστικά στην κατανάλωση παραμυθιών και παιχνιδιών με εικόνες, δεν ήταν η μοιραία και αναπότρεπτη συνέπεια του ¨εικονικού¨ πολιτισμού των νέων μέσων, αλλά μάλλον οφειλόταν στο ότι τέτοια ήταν η προσφορά. Εικόνες τους έδιναν, εικόνες κατανάλωναν. Όταν υπήρξε και πάλι διαθέσιμο το κλασσικό περιπετειώδες γραπτό παραμύθι, οι μικροί το πρόσεξαν και το αγάπησαν πάλι.

Ή, ακόμη, η (σωστή) παρατήρηση ότι η εκστρατεία προώθησης ήταν πλανητικά διαρθρωμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με εκείνον που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές για οποιοδήποτε εμπόρευμα και όμοια, ας πούμε, με τις τραγουδιστικές εκστρατείες της Μαντόνα ή της Γκάγκα: δίπλα στην οικουμενική αλαφράδα της ποπ,  ιδού και το πρώτο παγκοσμιοποιητικά προωθούμενο παραμύθι. (Θυμηθείτε: ο Χάρυ προηγήθηκε του Μπραούν-ειου Κώδικα).

Αυτά ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν σε κάθε νέα έκδοση των βιβλίων με τις περιπέτειες του νεαρού μάγου, προκειμένου να ενισχύσουν ή να εξηγήσουν την επιτυχία του.

Τι άλλο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;

Ίσως ένα πράγμα. Μια ακόμη μικρή συμπληρωματική ερμηνευτική υπόθεση…

Μήπως, άραγε, ο Χάρυ εντάσσεται σε ένα νέο είδος ήρωα (ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος που είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε) που δεν εκπροσωπεί τα κλασικά κοινωνικά σύνολά ή ομάδες (αδικημένες κοινωνικές τάξεις, ανερχόμενα ή καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα διαμορφούμενες εθνότητες), αλλά ταυτίζεται με μια νέα κατηγορία κοινωνικών μορφωμάτων, μειονοτικών και ισχυρών μαζί, που ταυτόχρονα ενδιαφέρονται να επηρεάσουν (να ¨σώσουν¨) το κοινωνικό σύνολο, με άλλα λόγια μ’ αυτά που το τελευταίο καιρό αρχίσαμε να αποκαλούμε «λόμπυ» ή οργανωμένες παραθεσμικές (ή και εξωθεσμικές) ομάδες πίεσης;

Σας θυμίζω εν συντομία τον βασικό μύθο.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και δρα ο Χάρυ Πότερ είναι μανιχαϊκά μοιρασμένος στα δύο.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πολλοί, η πλειονότητα (άπαντες πλην των μάγων): αποτελείται από τύπους αντιπαθητικούς, κοντόθωρους, άσχημους, βλάκες, ζηλιάρηδες, ανεπαρκείς γενικώς, σαδιστικών τάσεων, ανίκανους να αυτοδιοικηθούν (τυπικό δείγμα  οι Ντάρσλι, η οικογένεια που φιλοξενεί τον Πότερ πριν αρχίσει τις μαγικές του σπουδές). Υποτίθεται ότι δεν  κατέχουν από μαγεία, ίσως να έχουν λίγη επιστήμη, αλλά τίποτα δεν αποκλείει σε μια μελλοντική εξέλιξη η ιστορία να ξαναγραφτεί και να αποκαλυφτεί ότι και την επιστήμη την χρωστάνε στους μάγους! Στο βιβλίο η ανίκανη και καταδικαστέα αυτή πλειονότητα έχει όνομα (έτσι τουλάχιστον τους αποκαλούν περιφρονητικά οι μάγοι): είναι οι Μαγκλ! Οι Μάγκλ διέπονται από με μια βασική και αδικαιολόγητη (σχεδόν μεταφυσική) εμμονή: αντιπαθούνε τους μάγους!

Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μάγοι. Αυτοί φυσικά είναι λίγοι και εκλεκτοί. Ζουν σε ένα κόσμο παράλληλο και ημίκρυπτο, που ωστόσο τέμνεται με εκείνον της ¨κακής και ηλίθιας¨ πλειονότητας.

Οι μάγοι κρύβονται, γιατί οι Μαγκλ τους αντιπαθούν τόσο, που δεν τους επιτρέπουν να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης (και να ¨σώζουν¨ όποτε κρίνουν ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται τους φουκαράδες πλειονοτικούς Μαγκλ). Ωστόσο οι μάγοι είναι καλά οργανωμένοι, διαθέτουν παράλληλες μυστικές δομές εξουσίας, και όλα δείχνουν πως σκοπεύουν να σώσουν τους Μαγκλ, θέλουν δε θέλουν.

Στο κόσμο του Πότερ η δημοκρατία (το πολιτικό σύστημα που δίνει δίκιο στους περισσότερους) είναι μια ξεπερασμένη, ύποπτη ή και επικίνδυνη υπόθεση. Οι πλειοψηφούντες ζηλόφθονοι Μαγκλ δε χρειάζονται την δημοκρατία (κατά βάθος, ούτε καν την πολιτική): χρειάζονται εποπτεία.

Αντίθετα οι μάγοι διαθέτουν την πολυτέλεια της πολιτικής και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής διαφωνίας. Πράγματι, είναι διαιρεμένοι σε δύο φράξιες. Με άξονα το επίμαχο θέμα των σχέσεων με τους Μαγκλ είναι χωρισμένοι στους Διαλλακτικούς και τους Φονταμενταλιστές. Οι πρώτοι θέλουν λίγο-πολύ καλές σχέσεις με τους βλάκες της πλειονότητας και φτάνουν στο σημείο να είναι ανεκτικοί ακόμη και σε περιπτώσεις μικτών γάμων, οι δεύτεροι είναι τόσο ρατσιστές που καταδικάζουν κάθε περίπτωση επιμιξίας με τους Μαγκλ ενώ αποστρέφονται (μετά βδελυγμίας) τους τυχόν ¨ημίαιμους¨.

Ο Πότερ ανήκει στην πρώτη φράξια, άλλωστε η κολλητή του, η Ερμιόνη, είναι μεν ταλαντούχος μαθητευόμενη μάγισσα, αλλά είναι και ημίαιμη. Οι εχθροί του Πότερ ανήκουν στους μάγους φονταμενταλιστές. Αυτοί είναι που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους. Οι Μάγκλ (ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά πανηγυρικώς ανίκανοι), σε αυτό το παιχνίδι απλώς δεν παίζουν.

Εάν θα επέμενε κανείς να απαριθμήσει συνοπτικά τα παραπάνω ως υπαινισσόμενες αξίες, θα μπορούσε να σημειώσει ότι:

α. επιβεβαιώνεται η παλιά γνωστή (αντιδημοκρατική) ρήση ότι όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα. Εδώ όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: ναι μεν τα μικρά  δάχτυλα περιγράφονται ως πολλά και ανίκανα, τα μεγάλα όμως δεν είναι πια κάποιες ηρωικές μονάδες που αντιπαραθέτουν την ατομική τους ιδιοφυία στην καταπίεση του πλήθους (όπως στην κλασική εκδοχή), αλλά ανήκουν σε μια οργανωμένη μειοψηφία. Έμμεση παρότρυνση προς τους μικρούς αναγνώστες: αν θέλετε να ξεφύγετε από την τυραννία της μαζικής κοινωνίας φροντίστε να ενταχθείτε σε μια προνομιούχα μειονότητα. Μην δυσπιστείτε, γιατί αυτή κατά βάθος μπορεί να είναι καλή και χρήσιμη. Αν δεν σας κάνουν εύκολα μέλος, αρκεστείτε να τα έχετε καλά μαζί της. Είναι οι προνομιούχες μειονότητες που κάνουν πλέον παιχνίδι.

β. Οι εν λόγω μειονότητες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται πλέον να αιτιολογούν την παρουσία, τη δράση και την εξουσία τους με ορθολογικό τρόπο. Το κενό καλύπτεται από μια υπερφυσική-μαγική εκδοχή περί καλού και κακού.

γ. Οι εν λόγω μειονότητες δεν είναι (όλες/ακόμη) αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να απαιτούν προνόμια στα φανερά. Αν το έκαναν θα αντιμετώπιζαν ακόμη πιο έντονα τη δυσαρέσκεια που ήδη υφέρπει ανάμεσα στη μάζα/τέως λαό (Μαγκλ). Γι αυτό δικαιούνται (για την ώρα) να δρουν εν κρυπτώ.

Αυτό είναι το βασικό σκηνικό. Μέσα του πλέκονται οι επιμέρους μύθοι που έχουν απ’ όλα! Και δράκους, και τέρατα, και κακούς που είναι κακοί ως το κόκαλο και καλούς που είναι επιτήδειοι και ωραίοι. (Η Ρόουλινγκ δεν χρησιμοποιεί τις υποδείξεις της πολιτικής ορθότητας -που όλα τα δικαιολογεί / όλα τα εξωραΐζει- και αυτός είναι ίσως ένας από τους βασικούς λόγους της πλατιάς επιτυχίας του πονήματος).

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μερικές παρατηρήσεις που ξεκινούν από μια μικρή συμπληρωματική υπόθεση και οδηγούν σε ένα είδος ¨ανάγνωσης¨. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε μήνυμα με ευρεία διάδοση και αποδοχή, είναι δυνατές και αρκετές άλλες διαφορετικές ¨αναγνώσεις¨.

Στην προφανέστερη έχουμε να κάνουμε με μία καλοδιαμορφωμένη φανταστική ιστορία με  πλοκή, περιπέτεια και  ανατροπές, στην οποία ¨παίζουν¨ αρκετές ευρέως αναγνωρισμένες αξίες, όπως η οικογένεια, η φιλία, η γενναιοφροσύνη απέναντι στους εχθρούς, η αλληλεγγύη (μεταξύ ομοίων) και άλλες.

Τι θα μείνει από τον Χάρυ Πότερ;

Είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι το κοινό έχει τους δικούς του μηχανισμούς αποδοχής και αφομοίωσης των όσων του προσφέρονται (μπουχτιστικά) από  τους μηχανισμούς της απόδρασης και της (έμμεσης) πειθούς.

Ο Μίκυ Μάους κυριάρχησε και παράμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο, μάλλον ως ένα συμπαθητικό ποντίκι παρά ως ένας εθελοντής συνεργάτης των  απανταχού σερίφηδων.

Ο Σούπερμαν πήρε θέση στις παιδικές αναμνήσεις μάλλον σαν ένας ακόμη καλόβολος γίγαντας, παρά ως ο ιδανικός υπάλληλος αμερικανού εργοδότη, πρόθυμος να κάνει θελήματα χωρίς να ανακατεύεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο.

Ακόμη και ο Ράμπο πλασαρίστηκε στις χώρες της Μέσης Ανατολής  απογυμνωμένος από όλες τις ψυχροπολεμικές και αντι-ισλαμικές του αποχρώσεις για να ¨πιάσει¨ και να πουλήσει ως παραμύθι ακόμη και εκεί.

Επιμύθιο: οι ήρωες (και οι σκοπιμότητες) αλλάζουν, η περιπέτεια μένει.

Και στο κάτω κάτω, όπως λέει και η (διαλλακτική) μάγισσα – καθηγήτρια κα Μακ Γκόναγκλ στο πρώτο βιβλίο της Ρόουλινγκ, ¨Ο Χάρυ Πότερ και η φιλοσοφική λίθος¨ (σελίδα 21): «ας μη ξεχνάμε πως οι Μαγκλ δεν είναι και εντελώς ηλίθιοι…»

——-

(1) Κείμενο που έγραψα πριν δυο-τρία χρόνια, όταν γινόταν και πάλι ντόρος με αφορμή την προώθηση κάποιας από τις ταινίες του διοπτροφόρου μάγου. Είχα μάλιστα την (ατυχήσασα) έμπνευση να το στείλω προς δημοσίευση σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Εκεί, κατ’ αρχήν άρεσε, μετά άρεσε λιγότερο και όταν πάρθηκε η -αρνητική- τελική απόφαση, το θέμα δεν ήταν πια στην επικαιρότητα και έτσι έμεινε στα αρχεία μου μέχρι σήμερα.Σήμερα Κυριακή ξεφυλλίζοντας την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έπεσα πάνω στο νιοστό αφιέρωμα (προβολή νέας ταινίας του Χάρι) στον ήρωα της Ρόουλινγκ και θυμήθηκα ότι κάτι έχω γράψει σχετικά.


Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η γυναίκα τανάλια

Posted by vnottas στο 22 Νοέμβριος, 2007

Θυμάστε τη ¨γυναίκα τανάλια¨ για την οποία τραγουδούσε με περισσή τρυφερότητα ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πριν μερικά χρόνια; Καμία σχέση με την θηλυκή τανάλια που περιγράφω εδώ παρακάτω.

Εκείνη αντιστεκόταν στην εξουσία, παλιά και νέα, αυτή εδώ ενδίδει. Εκείνη κοιμόταν στα πάρκα, ετούτη κοιμάται με χάπια που επιτρέπονται και τα διαφημίζει η TV. Εκείνη ανήκε στα αγριόχορτα και τα αγριολούλουδα, ετούτη ανήκει σ΄άλλα άγρια, τ’ αρπαχτικά και τ’ αναρριχόμενα, το γένος kairoscopicus. Εκείνη ατίθαση, αντισυμβατική, επαναστάτρια, υπήρχε ανέκαθεν, έστω στο περιθώριο, αυτή εδώ το περιθώριο, αν δε το σνομπάρει, το εκμεταλλεύεται. Και επί πλέον δεν είναι τόσο παλιά. Μόλις που έχει ξεπεταχτεί από τη χοάνη της πολιτισμικής βιομηχανίας. Και δεν την έχει τραγουδήσει κανένας (εκτός ίσως από κάτι λογοτεχνίζοντες διαφημιστές ή κάτι απελπισμένους σκυλάδες -αυτό δεν το αποκλείω!).

Μιλάω για τη νέα κατασκευή του αναρυθμιζόμενου κατεστημένου: Την επιθετική και ενσωματωμένη στυλοβάτρια του νέου ανταγωνιστικού (άνευ όρων, περιορισμών και εγγυήσεων) και καταναλωτικού (χωρίς περίσκεψη και αναστολές) συστήματος της νέας εποχής. Ένα υβριδικό κατασκεύασμα με ολίγη από εξωτασουτιέν παλιομοδίτικό φεμινισμό και πολλή από τσαμπουκά της πιο κλασσικής ανδροκρατικής παράδοσης, το όλον διανθισμένο με λάιφ στάιλ στήσιμο και σινιέ προτιμήσεις. Και μάλιστα, όλα αυτά,  χωρίς εκείνο το μύθο περί συνέπειας και μπέσας που χρησιμοποιούσαμε εμείς οι άντρες παλιά, ως (ανεπαρκές) κάλυμμα και προσωπείο της εξουσίας μας.

Μου φαίνεται μυστήριο πώς ξεφύτρωσε κι αναρωτιέμαι τι λίπασμα την τρέφει…

Αλλά κάνω λάθος.

Ψάχνοντας, όλα έχουν μια εξήγηση. Ή τουλάχιστον μια πειστική εκδοχή!

Έστω κι αν πρέπει να γυρίσει κανείς πίσω για να καταλάβει (πηγαίνοντας κόντρα -τι να κάνουμε;-  στους απολογητές του νέου κατεστημένου που αδιαφορούν για την Ιστορία και τα διδάγματά της -όταν δεν την κακοποιούν).   

Δε θα πάω  πολύ πίσω. Μόλις καμιά εξηνταριά χρόνια πριν, όταν στη Χιροσίμα εξερράγη η Πρώτη Ολικά Θανατερή Βόμβα. Τότε που για πρώτη φορά αποκτήσαμε την τεχνολογική δυνατότητα για συλλογική αυτοκτονία, και το φάσμα του συλλογικού Τέλους άρχισε να αιωρείται πάνω από την ακόμη ανδροκρατούμενη και άκρατα επιθετική ανθρωπότητα.  

Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν το φάντασμα του Τέλους.

Για παράδειγμά, όλο το μεσαίωνα κοιμόμασταν αγκαλιά μαζί του. Ήταν το ¨Τέλος τους Κόσμου¨ των προφητειών. Η Αποκάλυψη! Αλλά εκείνο ήταν ένα φάντασμα απειλητικό μεν, πλην όμως θεόσταλτο και θεοκινούμενο (το διαχειρίζονταν, για λογαριασμό του φαντασιακού μας, καπάτσοι επικοινωνητές-ιερείς), και εμείς δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, εκτός από λίγη οικονομία στις αμαρτίες. Κι ένα κακό για το οποίο δε μπορείς  να κάνεις τίποτα, είναι μισό κακό. Η νέα όμως απειλή ξεκινούσε από μας, από μέσα μας. Και η ενοχή, το κακό, το διπλασιάζει.  

Μέχρι που έσκασε η Βόμβα, εκδηλώναμε (χωρίς προβληματισμούς για τις συνέπειες και θεωρώντας τες απολύτως φυσιολογικές και νόμιμες)  δύο ειδών επιθετικότητες, που και τις δύο τις ασκούσαμε βασικά οι αρσενικοί.

Την επιθετικότητα ενάντια στους άλλους και την επιθετικότητα ενάντια στη φύση.

Αυτή η δεύτερη (εντατικό άρμεγμα από τη φύση μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας όσων εμείς κρίναμε ως αναγκαία, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις της αφαίμαξης στη συνολική Ζωή), δεν είχε συναντήσει ακόμη (τότε) τα οικολογικά όριά της. Όχι τουλάχιστον με τρόπο ορατό  -ο κόσμος ήταν ακόμη απέραντος (όσο κι αν  κάποιες ενοχές αντικαθρεφτίζονταν ήδη σε αρχαίους μύθους, όπως εκείνος του Προμηθέα ή της βιβλικής Βαβέλ). Όμως κι αυτό το οδυνηρό ξύπνημα δε θα αργούσε να συμβεί. Ήταν υπόθεση μιας μόνο γενιάς. 

Η πρώτη, πάλι, επιθετικότητα,  οδηγούσε σε διαρκείς πολέμους. Αλλά οι παλιοί πόλεμοι, όσο καταστροφικοί κι αν ήταν, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη συνολική ύπαρξη του είδους. Μπορεί ο εκάστοτε φουσκωτός να ξεκινούσε απτόητος, κάθε τόσο, τις κατακτητικές εκστρατείες του ανά τον κόσμο, αλλά με ρόπαλα και σπαθιά, άντε και με τουφέκια και κανόνια, κινδύνευαν μόνο κάποιοι μάχιμοι αντίπαλοι, κάμποσοι άμαχοι, άντε κι ο ίδιος ο τσαμπουκάς και οι δικοί του. Η υπόλοιπη ανθρωπότητα τη σκαπουλάριζε.Από τη Χιροσίμα και μετά δε θα είναι πια έτσι! Ο φουσκωτός τσαμπουκάς θα μπορεί να μας πάρει όλους στο λαιμό του! 

Τον καιρό που πρωτοφάνηκε το μανιτάρι, γεννιόταν μια γενιά, η γενιά που μεγάλωσε με τη Βόμβα και τα οπτικοακουστικά μέσα και που το ’68 (εικοσάρα πια) εξεγέρθηκε ζητώντας το λόγο (στην Ελλάδα λίγο αργότερα, και λίγο αλλιώτικα, λόγω χούντας).

Εν τάξει, μπορεί κάποιοι στη συνέχεια να κατέληξαν Κόν Μπετίτ, Δαμανάκη ή Ανδρουλάκης, αυτό δε σημαίνει ότι τότε δεν έγινε μια πλατιά και ισχυρή εξέγερση συνειδήσεων.

Καταλάβαμε λοιπόν, διαισθητικά στην αρχή, πιο συνειδητά αργότερα,  μερικοί στην αρχή, πιο πολλοί στη συνέχεια, ότι αν η επιθετικότητα δεν είναι πια μέσο επιβίωσης, αλλά κίνδυνος εξάλειψης, και  αν η επιθετικότητα είναι κυρίως χαρακτηριστικό της άρχουσας ανδροκρατίας, είναι καιρός να δοκιμάσουμε τη συμβολή του «άλλου μισού τ’ ουρανού» πού ’λεγε κι ο μακαρίτης, ο Μάο.

Κι έτσι πολλοί από μας γίναμε ¨φεμινιστές¨, δηλαδή οπαδοί μιας εναλλακτικής μορφής διαχείρισης της επιβίωσης. Που δε θα ’μοιαζε με τη δικιά μας. Που θα αρθρωνόταν γύρω από τον γυναικείο αλτρουισμό και τη Λυσιστράτειο ειρηνοφιλία. Που θα αναδείκνυε τα πανανθρώπινα κοινά σημεία που εμείς αγνοήσαμε! 

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, εκείνο που πρωτοσυναντήσαμε, ήδη τη δεκαετία του 70, ήταν  ο ζόρικος φεμινισμός που κήρυσσε τον πόλεμο στους αρσενικούς αδιακρίτως. Το παραβλέψαμε, είπαμε ότι κάθε κίνημα έχει τις παιδικές του ασθένειες, και ότι, έστω κι αν η Ιστορία δεν δέχεται τις ηθικο-συναισθηματικές εκδοχές, μετά από χιλιετίες εξάρτησης κάποια απωθημένα θα βγαίνανε στην επιφάνεια με επιθετικό τρόπο. Και περιμέναμε να φανεί η θηλυκή Πρόταση. Και περιμένουμε ακόμη. 

Στο μεταξύ όμως ο κόσμος άλλαξε. ¨Όχι όπως θα θέλαμε εμείς. Οι αλλαγές στο πεδίο της γνώσης (χάρη σε μια ιδιότυπη πολιτικοκοινωνική συγκυρία) συνοδευτήκαν από μια σειρά κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών που, απρόσμενα, προέρχονταν, αυτή τη φορά, από τα Πάνω. Παράδοξο: τα Πάνω έπαψαν να είναι ¨συντηρητικά¨, τουλάχιστο σε ορισμένα πεδία. Ξαφνικά τα Πάνω έγιναν ¨απελευθερωμένα¨ και (παίζοντας με τις λέξεις) ¨φιλελεύθερα¨, αν όχι σε όλους τους τομείς, στον οικονομικό -αυτονόητα  και στον σεξουαλικό ομολογημένα! Αφού πρώτα και οι δύο εκχυδαϊστήκαν δεόντως!

Τα Πάνω, απαρτιζόμενα τώρα από πανίσχυρους ιδιώτες μπορούσαν πλέον, χάρη στις ικανότητες των υπολογιστών, να χειριστούν μεγάλους πληθυσμούς (αγαθά, ανθρώπους) χωρίς τη αρωγή της κρατικής μηχανής. Άρα το κράτος κατέστη περιττό! (ιδιαίτερα, φυσικά, το κοινωνικό κράτος). Οι Ιδιώτες ιδιοποιήθηκαν τα νέα Μέσα Επικοινωνίας και έτσι δεν έχουν ανάγκη ούτε καν τον κοινωνικοποιητικό ρόλο των παραδοσιακών θεσμών, όπως πχ η Εκκλησία. Έτσι, όλως παραδόξως, μπήκε ακόμη κι αυτή στο στόχαστρο του (οικονομικά) εξαρτημένου τηλεπικοινωνιακού ιεραρχείου.

Τα Πάνω αυτήν την περίοδο δεν χρειάζονται Αρχές. Ούτε Ηθική. Ίσως όταν η νέα κατάσταση παγιωθεί να επινοήσουν καινούργιες. Για την ώρα αρκούνται στην άνοια του ¨πολιτικώς ορθού¨ ψελλίσματος.  Ωστόσο το νέο κατεστημένο έχει ανάγκη  από (υψηλά, μέσα και χαμηλόβαθμα) διαχειριστικά στελέχη. Και να που δίπλα στον ανανήψαντα τέως αριστερό (εδώ χρειάζεται ειδική μελέτη) και τον ταλαίπωρο, στρεσαρισμένο και ανασφαλή γιάπη, σκάει μύτη και η ¨γυναίκα τανάλια¨. 

Στις εμποροκρατούμενες καταναλωτικές κοινωνίες ο παραδοσιακός αρσενικός (και οι χοντροκομμένες αξίες που κουβαλάει -έστω κι αν αυτές οι αξίες αναφέρονται απλά σε ένα επίπεδο εξιδανίκευσης και όχι απαραίτητα στη πράξη),  δεν κρίνεται αρκετά προσιδιάζων ώστε να προσφέρει τα χρειαζούμενα στο νέο σύστημα. Δεν μπορείς να πείθεις ότι πουλάς τις καλύτερες αόρατες υπηρεσίες και ταυτόχρονα να ισχυρίζεσαι ότι ¨έχεις μπέσα¨ και ότι ¨φοράς παντελόνια. Δε δένει!

Οι κατά καιρούς  επικοινωνητές (χειριστές του φαντασιακού) της ανδροκρατικής κοινωνίας, είχαν επινοήσει διάφορα ιδεολογικά συστήματα προκειμένου να αιτιολογήσουν και να διατηρήσουν την ανδρική εξουσία. Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι, όσο πιο μεγάλη υπήρξε αυτή η εξουσία, τόσο πιο ωραιοποιημένα υπήρξαν τα σχετικά ιδεολογήματα.  (Παράδειγμα, ο μεσαιωνικός ιπποτισμός. Αριστοτεχνική κατασκευή με διαχρονική εμβέλεια, τον τελευταίο καιρό στα αζήτητα της κυρίαρχης κουλτούρας).

 Όμως, οι ιδεολογικές κατασκευές λειτουργούν επειδή γίνονται πιστευτές, άσχετα αν εφαρμόζονται κατά γράμμα ή όχι. Υπό την επιρροή ακατάλληλων ιδεολογημάτων, ο κλασσικός αρσενικός, δεν κάνει πια για διευθυντικό στέλεχος της Νέας Εποχής: θα πρέπει πλέον να αντικατασταθεί από κάποιο υποκατάστατο. Βέβαια, εξ ίσου ακατάλληλες είναι και οι αλτρουιστικά θηλυκές γυναίκες, όπως εξ άλλου και οι ιδεολογίζουσες κλασσικές φεμινίστριες.

Να λοιπόν που, εκ των πραγμάτων, αναδεικνύεται η σημασία και η χρησιμότητα της γυναίκας ¨τανάλια¨.

Καταναλώτρια χωρίς ενοχές, λάτρης του παρόντος, με νέο είδος επιθετικής συμπεριφοράς -πιο προσαρμοσμένο στην ασυνέπεια του συστήματος, εύπλαστη από τους Πάνω λόγω παντελούς έλλειψης προσανατολιστικών αξόνων, αλλά ταυτόχρονα άτεγκτη προς τους κάτω λόγω αναρριχητικών φιλοδοξιών, έρχεται να συμπλεύσει (με τα νύχια έξω) με τον αρσενικό γιάπη, ο οποίος έχει κάνει ήδη ό,τι του ήταν δυνατό για να προσαρμοστεί στις ανάγκες της εμποροκρατίας και της κατανάλωσης (άλλα μου φαίνεται ότι εν τέλει χάνει το παιχνίδι).                    

Βασίλης Νόττας                                              

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

‘Ηταν ο Βολτέρος δουλέμπορος;

Posted by vnottas στο 4 Ιουλίου, 2007

«Ελευθερία ή θάνατος!»

«Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη!»

«Σε γνωρίζω από τη κόψη του σπαθιού την τρομερή!» και πολλά άλλα.

Ιερά, καθιερωμένα, επετειακά!

Και όμως, νομίζω ότι το ερώτημα είναι θεμιτό: Τι στο καλό είναι άραγε αυτή η ευλογημένη η Ελευθερία σήμερα;

Στο όνομα ποιας ακριβώς αξίας διάφοροι τύποι, όπως π.χ. άλλοτε οι ¨φιλελεύθεροι¨ και τώρα οι -παντοδύναμοι και παγκοσμιοποιούντες- ¨νεοφιλελεύθεροι¨,  απαιτούν να μας κυβερνήσουν;

  

Πρόκειται άραγε για την ελευθερία να ψηφίζω ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους κυβερνήτες μου;

Ή για την ελευθερία να μπορώ  να λέω ό,τι σκέφτομαι;

Ή για την ελευθερία να ξέρω όλα τα απαραίτητα για το ποιόν και τις προθέσεις των υποψηφίων αρχόντων (ώστε να μπορώ να τους επιλέξω) και τις πρακτικές της εξουσίας (ώστε να μπορώ να την ελέγξω);

Ή μήπως προέχει η ελευθερία του να διαθέτω την απαραίτητη τροφή για να επιζήσω;

Ή η ελευθερία του να μην έχω ξένο δυνάστη στη πατρίδα μου;

(Το να έχω πατρίδα εξακολουθεί άραγε να αποτελεί αναγνωρισμένο δικαίωμα ή μήπως δεν πρόκειται παρά για μια ξεπερασμένη και καταδικαστέα επιβίωση των διαφωτιστικών ιδεών που θα πρέπει να εξαλειφτεί;)

Ή μήπως μιλάμε για την ελευθερία να εμπορεύομαι και να κερδοσκοπώ χωρίς να με εμποδίζουν κρατικοί έλεγχοι και άλλες ¨παρωχημένες¨ σοσιαλίζουσες πρακτικές;

Ή, ή, ή…

  

Εντάξει, η τρίτη χιλιετία άρχισε ήδη, και για ορισμένα πράγματα θα έπρεπε να έχουμε ιδέες ξεκάθαρες.

Είχαμε -υποτίθεται- όλο τον καιρό στη διάθεσή μας για να αποφασίσουμε. 

Και πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για θέματα βασικά, για τα οποία γράφτηκαν σοφά συγγράμματα και εμπεριστατωμένες διατριβές και για τα οποία έγιναν αιματηροί αγώνες και αδελφοκτόνες επαναστάσεις…

Υπάρχουν όμως, φαίνεται, κάποιες έννοιες που, χτύπα τες από ’δω, τράβα τες από κει είναι δυνατό να μπάζουν ή να ξεχειλώνουν σε νόημα, ανάλογα με τη δύναμη επιβολής που διαθέτεις.

Και η δύστυχη η «Ελευθερία» είναι μία απ’ αυτές.

  

Θα ήθελα να μπορούσα να απαντήσω στο ερώτημα «για ποια ελευθερία μιλάμε;» με την κλασσική διατύπωση: Θεμιτή ελευθερία δεν είναι κάθε ελευθερία, αλλά μόνον εκείνη που δεν θίγει τις ελευθερίες των άλλων.

Γιατί αν τις θίγει δεν είναι ελευθερία, αλλά επιβολή, τσαμπουκάς, νταηλίκι.

Όμως αν και θα το ’θελα, δε μπορώ.

Γιατί η διατύπωση είναι δεοντολογική και λέει μόνο πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα.

Ενώ το ερώτημα είναι οντολογικό και αφορά το τι στην ευχή πραγματικές ελευθερίες υπάρχουν σήμερα, σε μια εποχή δηλαδή που ακούγονται πολλά περί ελευθερίας, αλλά και που, παράλληλα, υπάρχει πολλή επιβολή, πολύς τσαμπουκάς και πολύ νταηλίκι.

Και δεν υπάρχει πιο κλασσική μέθοδος αποπροσανατολισμού από το να απαντάς στα οντολογικά ερωτήματα με δεοντολογικές ευχές.

Σήμερα λοιπόν, παρά τα παγκοσμιοποιητικά φληναφήματα, η έννοια της υπαρκτής ελευθερίας (του υπαρκτού φιλελευθερισμού θα έλεγα) κάθε άλλο παρά παγκοσμιοποιημένη και οικουμενικά ενιαία εμφανίζεται.

 Μ’ άλλα λόγια, με διαφορετικά κριτήρια οι βορειοαμερικανοί διεκδικούν την ελευθερία να καταναλώνουν τη μισή παγκόσμια ενέργεια από μόνοι τους, ενώ με άλλα μέτρα και σταθμά αντιμετωπίζονται οι αφρικανοί που θα ήθελαν να είναι ελεύθεροι να ζήσουν (όχι να ζήσουν ελεύθερα, δε ζητάνε τόσα πολλά, απλώς να ζήσουν).

Και όχι μόνον αυτό. Οι αφρικανοί και άλλοι ομότυχοί τους επιπλήττονται κιόλας επειδή δεν έχουν σταθερά δημοκρατικά καθεστώτα, δε διεξάγουν τακτικά καλλιστεία, και για άλλες παρόμοιες ελλείψεις, ενώ τίποτα δεν αποκλείει να υποστούν και μια μικρή θανατηφόρα και μιαροποιούσα εισβολή προκειμένου να εκδημοκρατιστούν κατά το δοκούν.

Και όσον αφορά τον Βολτέρο και τις γνωστές καλές του προθέσεις για τον ελεύθερο διάλογο (δε συμφωνώ μαζί σου αλλά θα πέθαινα για να μπορείς να εκφράζεσαι ελεύθερα), το ’ψαξα:

Ήταν φιλελεύθερος.

Και δουλέμπορος.

 Βασίλης Νόττας 

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα, αλλά δε νομίζω ότι άλλαξε κάτι από τότε).

Posted in ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

…Ένα ακόμη βασανιστικό ερώτημα υπερίπταται της Ελλάδος: «Αυνανίζονται, άραγε, οι Έλληνες;»

Posted by vnottas στο 4 Ιουνίου, 2007

Το κείμενο μετακόμισε εδώ δίπλα, στις ¨σελίδες¨ ¨pages¨, κάτω από αυτά που ¨κάτι λένε ακόμη¨.

Εδώ παρακάτω παραμένουν τα αρχικά σχόλια.

Posted in ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , | 4 Σχόλια »