Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Απόδοση’

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος οκτώ: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, όγδοος μονόλογος: Ο Πατέρας. [Τελευταίο- ολόκληρο το θεατρικό κείμενο (8+8 μονόλογοι ) του Benni στη δεξια στήλη κάτω από τον τίτλο ¨Μεταφράσεις ποιημάτων και σχεδιάσματα κειμένων¨].

 

biker_bici_50x80

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

του ποδηλάτου τη σκιά

στου ποταμού την πέρα όχθη.

Τραγούδησέ μου για τη μπάλα που πετάει

ανάμεσα σε ‘μένα και του γιου μου το χαμόγελο

τραγούδησέ μου για τα άρρωστα τ’ αστέρια

που απ’ το παράθυρο κοιτούσα.

.

Γιατί εγώ δεν ήξερα.

Εγώ αγνοούσα πόσα πράγματα συνέβαιναν 

και νόμιζα πως ήταν υποσχέσεις

για κάτι πιο μεγάλο

για κάτι πιο αληθινό

μα τώρα ξέρω

πως ήταν όλα αυτά η Ιστορία μου

Μπορώ να πω μονάχα τώρα

πως ήτανε μοναδικό σε όλη τη ζωή μου

εκείνο το απόγευμα.

Εκείνη η πληγή

θα παραμείνει πάνω μου η πιο βαθιά ουλή

Εκείνη υπήρξε η μοναδική μου αγάπη

κι οι φίλοι που χαιρέτισα εκείνη την ημέρα

για πάντα έφυγαν στ’ αλήθεια.

Ήμουν ευτυχισμένος

αν και αμφέβαλα

εκείνες οι σελίδες ήταν το βιβλίο μου.

Αφού υπήρξα κάτι περισσότερο

απ’ ο, τι είμαι τώρα ή ποτέ θα γίνω.

ΤΕΛΟΣ

didier2

13 αΠατέρας

13 βΠατέρας

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος επτά: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έβδομος μονόλογος (προτελευταίος).

.

Η ΜΗΤΕΡΑ

Τι κάνει ένας γέρος

μέσα σε έναν κόσμο από κρύσταλλα

ανάμεσα σε φλόγες και σ’ αστέρια

π’ ανάβουνε με κέρμα;

Θα υπάρξει άραγε ποτέ κανένας ήρωας

που να χαμογελάει φαφούτης;

Άντρα μου, δε μπορώ να σε φωνάξω

καθώς ορμάς προς τη φωτιά και τρέχεις.

Δεν ειν’ για σένα γέρο μου

αυτός ο σφάχτης μεσ’ το στήθος

και αγνοούνε τα κλειστά σου μάτια

αν είναι αυτός ο τελευταίος πόνος

ή το συνηθισμένο το λαχάνιασμα.

*

Ούτε για σένα ήτανε

όλος εκείνος ο παλιός καημός.

Η φάμπρικα σφιχτά αγκαλιασμένη

απ’ τη σκουριά και από τον κισσό

κοιμούνται οι δράκοι και δεν σκούζουν πια

λέβητες, φούρνοι και περιστροφείς

έχουνε την τραχιά ανάσα τους σβηστή.

Στον κάμπο τα πουλιά χοροπηδάνε

μεσ’ σε ξεθωριασμένους χωροδείκτες

και σε εξέδρες που δεν έχουνε κοινό.

Θα έχεις δίπλα σου το γιο σου

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

θα σου κρατάει την κεφαλή ψηλά

όταν θα πέσεις νικητής

όταν ο γιος εσύ θα έχεις γίνει.

*

Ξύπνησε, πλυν’ τα πιάτα

ψάξε ακόμη για δουλειά

ή εάν προτιμάς

σκαρφάλωσε στα μολυσμένα σύννεφα

που απ’ το παράθυρο κοιτάζεις.

Εμένα θα με βρεις κοντά στο φως

π’ έλουζε το ποτάμι κάποιες νύχτες

εκεί θα είμαστε μαζί

χωρίς καν να βλεπόμαστε

από τον ήλιο τυφλωμένοι

χρυσάφι

απ’ τ’ ανακλώμενου νερού το φως.

Σαν τον καιρό που με ποδήλατα

κόβαμε βόλτες

στου ποταμιού την όχθη.

*

Εκεί θα σε προσμένω αύριο.

Εάν μ’ αναγνωρίσεις

θα είμαι ακόμη είκοσι χρονών.

 

70x50cm-12305

 

12 Μητέραα

12 Μητέραβ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος έξι: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2017

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, έκτος μονόλογος.

Y2K 2

Ο ΚΙΛΕΡ

Τραγούδαγε απόψε η τηλεόραση

για χώρες μακρινές

όπου κυκλώνουν τα χωριά στον ύπνο

κι όπου χωρίς να κάνουνε διακρίσεις (θετικές)

σφάζουν γυναίκες και παιδιά

καθώς πηγαινοέρχονται τ’ όνειρο αιμορραγεί

το σπίτι πλημμυρίζοντας.

Αποκοιμήθηκε η πόλη ζωντανή

και ξύπνησε με το λαιμό κομμένο

θα ήθελα κι εγώ να κατορθώσω

τέτοια ωραία πράγματα

αλλά είστε πολλοί

και τους μισούς να εξόντωνα

θα μου ‘βαραίναν την καρδιά οι υπόλοιποι.

*

Ντύθηκα στα γαλάζια και έχωσα στη μπότα

στιλέτο ασημένιο

το Wesson έχω μέσα στο θηκάρι

και μια Beretta έβαλα στην τσέπη

το ένα σιωπηλό και γρήγορο

σαν ιδιαιτέρα γραμματεύς

η άλλη πάλι είναι μικρή και φλύαρη

φτυστή υστερική μετρέσα.

Κατέβηκα τη σκάλα και χαιρέτισα

πολλούς ανθρώπους -όλοι καθώς πρέπει.

Χάιδεψα ένα σκύλο,

χαμογέλασα

σε μία πιτσιρίκα φοβισμένη

όλο βυζιά και ματογυάλια

βγήκα στο δρόμο.

Ο αέρας στο περίπτερο

τα είχε βάλει με τον Τύπο

και τις εφημερίδες πάνω κάτω τίναζε

σα να ‘τανε κλωνάρια ενός δάσους

φύλλα ξερά και φύλλα τυπωμένα

πετούσανε αντάμα και χορεύανε.

Βροχή και μπόρα στης τιμής μου τον ορίζοντα

κι έκρυψε ο ουρανός το γαλανό του

στα ανατολικά

κι έβαλε μαύρα.

Τ’ άθλιο παρακαλετό

των πεινασμένων γλάρων αντηχούσε

το μίασμα τ’ αψύ του αποτεφρωτή

δάγκωνε την ατμόσφαιρα.

Δε θα μπορούσα ειλικρινά να φανταστώ

σκηνογραφία καλύτερη.

*

¨Βιντεοπαιχνίδια¨

έγραφε η ταμπέλα από νέον

κι έχυνε χρώμιο και διαμάντια

πάνω στις μηχανές που πέρναγαν

φέρνοντας στο μυαλό γιγαντιαία έντομα.

κι εγώ φαντάστηκα, πυροβολώντας,

όλα αυτά μαζί

να τα εξαφανίσω.

Περίμενα παίζοντας φλίπερ

Ήμουν ο λόρδος Raiden ενάντια στον Λυκάνθρωπο

δύο φορές ενίκησα δυο έχασα.

Doom, Σαράγιεβο, Βαγδάτη,

Αλγέρι, Κίγκαλι κι η γειτονιά σου

διάλεξε όπλο

διάλεξε εχθρό

έλα μικρέ μαζί μου

εγώ ειμ’ ένα λέιζερ καθαρό

μαχαίρι ακονισμένο

είμαι ο Σατανάς του Σαματά

είμαι η Τάξις και το Ένα

είμαι αυτός που όλα

τα ξεχωρίζει και τ’ απαριθμεί.

Μπορώ να κάνω φόνο για χρυσάφι

ή για ψιλά

όταν το φέγγος μου θ’ αντιληφθείς  

να αποδράσεις θα ‘ναι ανώφελο.

*

Τη Λίζα θα σκοτώσω ή το Γιο

ή τον τυφλό το Μάντη

ή το παιδί που μοιάζει μ’ Ινδιάνο

και κλαίει σιωπηλό σε μια γωνία

ή εκείνον το Χοντρό, το μελαγχολικό

με το πορνό στην τσέπη

ή την θλιμμένη γκόμενα που κάποιον περιμένει

καπνίζοντας.

Νεαροί καημοί σε αναμονή,

καλό είναι να μη βιάζεστε

ούτε να επιμένετε

θα σας χαρίσω την ειρήνη κάποια μέρα.

Η έσχατη χημεία είμαι εγώ

ο κλώνος που τη θέση σας θα πάρει

το δέντρο το άδικα κομμένο

και το 

κατασπαταλημένο 

το νερό

η πείνα, η παγωνιά, η εγκατάλειψη

εγώ είμαι το άρθρο το εξάστηλο

εγώ το άψυχο βιβλίο

εγώ του μίσους ο κρωγμός που εκπέμπεται

απ’ οποιοδήποτε κανάλι

εγώ είμαι το δίκιο και το κάτεργο

εγώ του καθενός

ο μέσος όρος.

*

Σ’ είδα να μπαίνεις Νεκροκεφαλή

κάτω από το τατουάζ, καρδιά

εάν στα κουτουρού πυροβολήσω

είτε εσύ θα είσαι είτε άλλος

κάνει το ίδιο.

Κάποιος δεν πλήρωσε, ε και;

Ήρθε μαντάμ η Ώρα, έτσι δεν είναι;

*

Μα, με ξαφνιάζει ένα  πρόσωπο

που τρέχει καταπάνω μου κραυγάζοντας

πρόσωπο γκρίζο, γέρικο

όπως θα είναι το δικό μου

σ’ είκοσι χρόνια.

.

Τα μάτια μου αν κλείσω ονειρεύομαι

του πυροβολισμού τη λάμψη και το βρόντο.

Σαν καταρράχτης πέφτει η νύχτα

πάνω στου νέον τις επιγραφές

καθώς το στρίβω στα σοκάκια

 με κοιτάζει.

Βρέχει. Τα ίχνη θα σβηστούν, ελπίζω.

Ήταν μονάχα ένας  γέρος.

Άλλο δεν έκανα παρά ν’ ακούσω

τα λόγια που μου είπατε.

Minolta DSC

 

10 Κίλερ α1.jpeg

10 Κίλερ α2.jpeg

11 Κίλερ γ

11 Κίλερ δ

images (16)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος πέντε: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2017

αρχείο λήψης (3)

Προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ (Στέφανο Μπέννι). Δεύτερο μέρος, πέμπτος μονόλογος.

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

απ’ το εξώφυλλο μην κρίνεις το βιβλίο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως.

Κάποιος δε πλήρωσε; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

*

Παιδιά ελάτε εδώ, εδώ ειν’ η Παράγκα

όλα τα τέρατα εδώ

είναι σε προσφορά

υπάρχει εκείνος που τον πρόσβαλαν

υπάρχει εκείνη που την πρόδωσαν

και το μωρό το πεινασμένο

και ο γεροπαράλυτος

και ο μαροκινός

και ο ανθρωποφάγος

και ο τουφεκισμένος, ο κρεμασμένος,  ο στραγγαλισμένος

και ο φανατικός με το μαχαίρι του στο χέρι

όλοι αντάμα μεσ’ το ίδιο το κλουβί.

Πάνω στου λιονταριού το σώμα

πάτα το πόδι

πέτα τα πτώματα στο σκάμμα

την αγωνία και τον ρόγχο φωτογράφισε

κι έπειτα, με τη λίστα, γύρνα σπίτι.

*

Ήπια πολύ. Απ’ όλα καταβρόχθισα.

κι έχω τις τσέπες με λεφτά γεμάτες

Εγώ είναι που δεν πλήρωσα; Και τι έγινε;

Είστε μήπως Μαντάμ απ’ την αστυνομία;

Όταν θα φτάσει ο Κίλερ

θ’ ακούσω το τραγούδι του

μικρά και υγρά τα βήματα

σταγόνες από αίμα στο μαχαίρι

θα πάρω δρόμο,

θα σκαρφαλώσω σ’ ένα τρένο

θα πάω να γίνω χρυσοθήρας

στο Χόλυγουντ θα έχω μια πισίνα

ή ένα κότερο αραγμένο στη μαρίνα

ή θα με βρείτε πεθαμένο σε σουίτα

ή σε κανενός σταθμού

τ’ αποχωρητήρια.

Άθλιος, φουκαράς και βρώμικος

ή Αστραφτερός, Πολυτελής και Μέγας,

ό, τι το αίμα αγγίζει

θα μένει πάντα λερωμένο από αίμα.

*

Μικρή πλακέτα έχω στο λαιμό μου

ασημωμένη

γράφει πότε γεννήθηκα

μα έχει κι άλλο χώρο.

Θέλεις εσύ, μικρέ, να συμπληρώσεις τη γραφή;

Ο Φάντης Κούπα, ο πιτσιρικάς, ειν’ χαραγμένος

 απάνω στη λαβή του μαχαιριού μου

είμαι έτοιμος και μην κοιτάς

που μοιάζει παιδικό το πρόσωπό μου.

Κάτω από το τατουάζ υπάρχει η αμμουδιά

μην κρίνεις το βιβλίο απ’ το εξώφυλλο

ίσως τη μέρα να μην κάνω τόση εντύπωση

τη νύχτα όμως είμαι

Μπάσταρδος της Κολάσεως

*

Πράγμα γυρεύεις; Μια μονάχα στάλα;

Τι τα θες,

δουλειές να κάνεις είναι ωραίο πριν τον θάνατό σου.

Παίρνει μαζί του ο Ραμσής δολάρια στον τάφο

θάβει μαζί του ο εμίρης

νύφες καταψυγμένες

και η μοτοσικλέτα μου στο χώμα θα χωθεί

θα πάει ίσια κάτω ως τον πάτο

με πέρλες στολισμένη

για να πουλήσει ηρωίνη στους διαβόλους

ή

για να διαφθείρει τους αγγέλους

ή

τον κώλο της για να ‘χει να σκουπίσει.

Κρυμμένος είναι πάντα ο ουρανός μου

μαύρα γυαλιά φοράει

και να που τώρα ακούω

να πλησιάζουν βήματα

κι αν κάποιου έφτασε η σειρά

δε θα ‘θελα να είμαι εγώ Θεέ μου.

Θεέ, με τον παρά μου ας μπορούσα

τουλάχιστον το φόβο ν’ αγοράσω.

Εγώ είμαι που δεν πλήρωσα ε, και;

Είστε μήπως Μαντάμ

ο θάνατος;

images (2)

Κρανίο1

Κρανίο2

Κρανίο3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τέσσερα: Λίζα

Posted by vnottas στο 13 Μαΐου, 2017

TheSovietMayanPlayingCards33

Η ΛΙΖΑ

Είχε, που λέτε, το χορό της

η Πολυπλοκότητα

κι ήταν παρών κι ο βασιλιάς

ο Χωρίς Σχήμα

κι ήτανε εκεί επίσης κι η βασίλισσα

η Αυτού Μεγαλειότης η Ασυνέπεια.

Τότε κάποιος εκμεταλλεύτηκε το Χάος

και σκότωσε την Διαφορά.

Χωρίς λοιπόν τη Διαφορά και τη Διευκρίνιση

θέλησε να μας κάνει να πιστέψουμε

ότι η Βία

άλλο δεν είναι παρά θέμα Αισθητικής

και πως ένα νεύμα Αγάπης

με ένα μινουέτο εξισούται

ή με μια ρεβερέντζα.

Από μακριά οι φωτογράφοι

τραβούσαν πόζες τολμηρές

σε πριγκιπέσσες και σε πρίγκιπες

που ‘καναν τάχα πως δεν τους αρέσει.

Το λόγο έπαιρναν

από τους Δούκες της Κουλτούρας

οι χειρότεροι

γιατί τους περισσότερο καλούς

τους είχαν πάρει από φόβο.

*

Δεν πρέπει να πεθαίνει πια κανείς

χωρίς μια σοβαρή συζήτηση

ακατασχέτως μιλώντας για τα θύματα

εμείς θα ξανανιώνουμε.

Νέες απαιτήσεις θα ‘χουνε τα σώματα

νέες θα ζητούν φροντίδες

καθώς  θ’ αποσαθρώνεται η ψυχή

τον κομμωτή σου να τον στήνεις, δεν αρμόζει.

.

Δε μου ταιριάζουν τα κακά τα συναισθήματα

ούτε και τα καλά

τα σκέτα συναισθήματα μ’ αρέσουν

τ’ αληθινά

εκείνα που δεν λέγονται.

Εγώ, π’ ακόμη σ’ όλα αυτά πιστεύω

είμαι η βασίλισσα κι η δούλα

που στα τραπέζια ανάμεσα πορεύεται

και σας πουλάει αρώματα

και μέσα από τα χέρια σας περνάει

χωρίς να λερωθεί.

Εγώ είμαι το πλάσμα

που λείπει από τον άθλιο κατάλογο

των τηλε-προγραμμάτων

κι όχι η μπριζόλα που χορεύει

εκείνη που λατρεύουν οι Αμερικάνοι

ούτε του Μπος η κούκλα

εγώ είμαι εκείνη που ερωτεύεται

και από μακριά ακτινοβολεί.

.

Είμαστε μόνοι και είμαστε τρελοί

λύκοι είμαστε στο δόκανο πιασμένοι

που όμως συνεχίζουν την τρεχάλα.

Γέροι με ένα μόνον πόδι

με τα ποδήλατα ερωτοχτυπημένοι

όλα τα κόλπα ξέρουμε

που δίδαξε ο Δράκος ο Μικρός.

 Ο Flannery μας φωνάζει στη βεράντα

και ηχεί του επιλοχία

η φιλαρμονική.

.

Προύχοντες όλοι εσείς των Οθονών

που επιμένετε ν’ αποκαλείτε ¨όνειρα¨

αυτά που ήδη αρχίσατε να χάνετε

αυτά που δε μπορείτε πια να δείτε

κι ό, τι έχει απομείνει από τον κόσμο.

Εγώ ζω

μόνη μου στον πυθμένα του ηφαίστειου

πέτα μου ένα σκοινί ν’ ανέβω

γυμνή θα βγω να σε αποτρελάνω.

Εγώ είμαι η δίψα

εγώ είμαι το νερό

εγώ είμαι ο Άγγελος κι ο Ευαγγελισμός

εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

κι εκεί, στην ακροθαλασσιά, ξυπνώ

γιατί εγώ ξέρω να πετάω στο σκοτάδι.

και θα ‘θελα

σ’ όλους τους τοίχους

να γράψεις τ’ όνομά μου.

Σχεδίασα λοιπόν το πρόσωπό σου

στο μέρος που περισσότερο απ’ όλα

με τρομάζει

κι είναι εκεί που επιστρέφω κάθε νύχτα.

*

Κάτω απ’ την πόλη καίει ένα ηφαίστειο

κάτω απ’ το τατουάζ έχει μια αμμουδιά

πίσω απ’ τον κακότροπο τον άνθρωπο

είναι τα λόγια μας

και πέρα από κάθε αυτοθυσία βρίσκεται

μια σκοτεινή, τυφλή αναμονή

 αυτό μην το ξεχάσεις όταν

στους πρόποδες θα είσαι στου Μνημείου.

Εδώ μπορείτε να αγοράσετε τα κάδρα του Βαν Γκογκ

όσο εκείνος είναι ζωντανός

όταν πεθάνει αφήστε στους εμπόρους

κάθε αποστεωμένο μεγαλείο.

Μην αγαπάτε μόνον τους νεκρούς

τους ζωντανούς σ’ ένα χορό καλέστε.

.

Εγώ είμαι της πόλης το κορίτσι

αλλάζω κέφια κάθε τόσο

αλλά μη με φοβάστε ούτε εμένα

ούτε τις χίλιες δυο φωνές μου.

Άκου με, τραγουδάω, κι ανάμεσα στις νότες

είναι και τ’ όνομά σου.

χαρτί 8

6 Λίζα α τμήμα

7 Λίζα β τμήμα

7 Λίζα γ τμήμα

8 Λιζα δ τμήμα

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ σε 16 (Η μπαλάντα της πόλης που πονάει). Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Τρία: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 7 Μαΐου, 2017

images (39)

Ο ΓΙΟΣ

Άκουσε, άκουσε το μπλουζ του φλίπερ

όλοι εκτοξεύτηκαν, μαγεύτηκαν, πετάνε

συγκρούονται, σκουντιούνται

και πάλι ξαναρχίζουν

από το ένα φως μέχρι το άλλο

χωρίς ποτέ να σταματάνε

κι ουρλιάζει η πόλη από τη χαρά της.

Άκουσε, άκουσε τις γλώσσες της Βαβέλ.

.

Το τσίρκο μεσ’ το φλίπερ έχει ανάψει

– πυρκαγιά –

ακούς μουγκρίσματα, σαλπίσματα, κραυγές

και γρατζουνίσματα ηλεκτρικής κιθάρας.

Ωσάν συγχρονισμένες χορωδοί

ανοίγουν οι αλιγάτορες το στόμα

έλα μικρή μου στη σκοποβολή

κάποια ψυχή θα πιάσουμε

έλα μικρέ μαζί μας

και στη πισίνα θα σε πάμε των σειρήνων. 

Είναι αλήθεια, ο κόσμος ειν’ κακός

κι ότι ο κόσμος ειν’ κακός, είναι αλήθεια

μα όχι δα και τόσο πιο πολύ

απ’ ό, τι εμείς.

.

Τι είναι που σου λέει ο μεθυσμένος;

 ότι αντάμωσε έναν κομήτη, λέει,

και πως στον κώλο έχει μια πληγή

από τ’ αστέρια τα πολλά  

που έχει καβαλήσει ως τα τώρα.

Έχει στο μπαρ μία καρέκλα αδειανή

πέθανε ο ποιητής

μα είναι εδώ οι γόπες, το καπέλο, 

και στο ποτήρι πάνω

σημάδι από το σάλιο του.

untitled

Με έναν ύμνο από τη βίβλο την παλαιά

τον άνθρωπο-ποντίκι να τιμήσετε

που απ’ τους οχετούς

κατάφερε να φτιάξει μία θάλασσα

και π’ όλες της ερήμου τις οφθαλμαπάτες

τις ξεδιάλυνε

κι εγώ σου λέω γεια, μικρή γραφίδα.

Sweeney Pompeo, κένταυρε ποιητή

Τσέχε ζυθοποιέ αντίο

αντίο και σε εσέ μικρή απ’ τη Σαρδηνία

όλους σας έχω στην καρδιά μου

μα είν’ το φλίπερ που με σπρώχνει μακριά

μ’ ένα χλευαστικό κουδούνισμα.

Γεια σου Ινδιάνε, γεια σου Lee φαρμακερέ

Κι αν πέθανε ο Δάσκαλος

δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

Sweeney_Agonistes

Μαύρα κοράκια παίζουν μουσική,

ο Βασιλιάς Μελάνης κλαίει

κοντά σε μία νέγρα ηλεκτρική

την drag queen την πιο γοητευτική

την πάπια Ντέζη, τη Λολίτα

εμείς οι ερωτευμένοι καθισμένοι

πετάμε απ’ το ‘να διάστημα στο άλλο

και γελάμε

κι ύστερα χάμω ξαναπέφτουμε

πιότερο ερωτευμένοι από πριν.

.

Έλα Λίζα,

του ερημωμένου μου βασίλειου άνασσα

μια βόλτα στα χορτάρια θα σε πάω

που ανάμεσα στις ράγες ξεφυτρώνουν,

στις σκονισμένους βάτους που

τα τρένα   χαστουκίζουν

εκεί θα σου χαρίσω έναν κρίνο

με πέπλο καλυμμένο

από σκιά και απ’ αιθαλομίχλη.

Ψηλά απ’ τις σιδερένιες γέφυρες

θα βλέπουμε αποκάτω στο κανάλι

ξεράσματα αφρού, κίτρινα απόνερα

και Οφηλίες πλαστικές

από εκεί θα φτάσουμε στη θάλασσα.

.

Καθώς σε έβλεπα να ξεπροβάλεις

μέσα από μια ομίχλης χορωδία 

με το κοντό σου το παλτό

μου κόπηκε η ανάσα.

Τα χείλη σου θα ‘θελα να δαγκώσω

να πιω απ’ την γωνία του ματιού σου

να κλέψω τα μαλλιά σου

ενώ όλα τριγύρω θα εκρήγνυνται

σε μια γιορτή κουδουνιστών θορύβων

από φλίπερ.

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

να που οι δρόμοι οι σκοτεινοί

μας υποδέχονται

και τα παράθυρα τα σφαλιστά

ανάβουνε

ενώ εμείς θα περπατάμε χέρι χέρι.

Είμαστε εμείς  η Πόλη και ο Κόσμος

εμείς μικρά φωτάκια

στου φλίπερ το πολύχρωμο κατάστρωμα.

.

Εσύ που ακονίζεις το μαχαίρι

πρόσεξε

δεν έχω μόνο μια καρδιά, αλλά πολλές

Άκουσε τα τύμπανα και τρέμε

Κατάρα μαύρη σ’ όποιον

τους εραστές χωρίζει.

images (2)

4 Πόλη β Γιος α τμημα

5 Γιος β

5 Γιος βν τμήμα

6 Γιος γ Λίζα α τμήμα γ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μπλουζ 16. Μέρος δεύτερο. Μονόλογος Δύο: Η Πόλη

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2017

Η Μπαλάντα της πόλης που πονάει: Μονόλογος δεύτερος

images (5)

.

Η ΠΟΛΗ (ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ)

Να μη φοβάσαι τις πολλές φωνές μου

ανάμεσά τους είναι μια που σε φωνάζει

κόλαση μην τον λες αυτόν τον τόπο

κανένας δε δικάζεται εδωπέρα

είναι η κόλαση που τρέφεται

με ετυμηγορίες

εδώ έχουν άλλα πράγματα, καλύτερα,

να κάνουν οι διαβόλοι.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πόλη που ονειρεύομαι

το μαγαζάκι με τα ντεμοντέ κουμπιά 

και στη βιτρίνα

το σκύλο τον φιλόσοφο.

Σ’ ένα παγκάκι καθισμένοι κάτι γέροι 

κατασκοπεύουνε των γυναικών τα χείλη

μέσα στα  λεωφορεία που περνάνε,

μα και τον Χάρο

που τους κόβει το εισιτήριο

¨νέους¨ να τους αποκαλεί και να γελάει.

.

Η κίνηση φρενήρης στο Υπερμάρκετ

αντιλαλούν καρδιές και καροτσάκια

βραδάκι, δείπνου μυρουδιές και φεγγαρόφως

και η μελαγχολία

μιας νεκροφόρας μαύρης

που στο νεκροτομείο μπαινοβγαίνει 

και τ’ άλλα τα αμάξια την σνομπάρουν.

.

Κορίτσια που σχολνούν απ’ το σχολείο

γελώντας, μοναχά ή σε παρέες

τα μάτια τους παραβαμμένα ίσως

και τονισμένοι οι αναστεναγμοί τους

δεν πάει πολύ που πρωτοερωτευτήκαν

και πάει μόλις λίγο

που τα  αφήσαν μοναχά. 

Τα αγόρια τις κοιτάζουν

άγγελοι τάχα άτονοι, πεσμένοι

γιατί ακόμη αρκετά δεν έχουν ζήσει

πραγματικά για να ‘ναι κουρασμένοι.

Νέοι ονειροπόλοι;

ή μήπως μαριονέτες

απ’ τους fashion καθοδηγητές υπογραμμένες;

Νέοι εξεγερμένοι;

ή μήπως γερασμένοι ηθοποιοί;

όλοι για μια στιγμή ελπίζουν το καλύτερο

κι εγώ μαζί τους.

.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

η πιτσαρία η χλωμή της νύχτας

γύρω μοναχικοί κακοποιοί

κοσμο-πουτάνες

νέγρες μικρές γυμνές στο κρύο

ένας ξερνάει ακουμπισμένος σ’ ένα τοίχο

κι άλλος μασάει ξαπλωμένος καταγής.

σα να ‘τανε αρχαίος και ρωμαίος

λάμπει το πεζοδρόμιο

από φτυσιές, σκατά και πενταροδεκάρες.

Εγώ βρίσκομαι μέσα μου – εσώκλειστος

μα βλέπω και γελάω και ακούω:

έντομα μέσα σε παγίδες από φως,

στραβά πετάγματα αλλόκοτων πουλιών,

τ’ ασθενοφόρο που γκαζώνει

τις πόρτες του βροντώντας,

τα σιωπηλά τα κοιμητήρια, τ’ άθλια πάρκα,

τ’ αμάξια τα ξεκοιλιασμένα,

τους κάδους τους καμένους,

τις φλύαρες κεραίες που πιάσανε κουβέντα μεταξύ τους,

τους λάκκους,

του δρόμου τα μπαλώματα

και

δέντρα στραβωμένα,

γεράνια απελπισμένα,

μέσα στα λούκια μουσική,

βήματα σκύλων επάνω στο χαλίκι

και πάνω στους μαρμαρωμένους βασιλιάδες

σκόνη.

Είμαι μια άλλη πόλη εγώ

αφορισμένη της ασφάλτου όταν πιάνει η ζέστη

ή χιόνι βρώμικο

που καταπίνει αποτσίγαρα και ίχνη

ή μια μαργαρίτα που φυτρώνει

δίπλα στης υπονόμου το καπάκι

ή ένα τσαμπί σταφύλι

στον Μυστικό τον Κήπο.

.

Εγώ είμαι μια άλλη.

Μέσα μου, άμα λάχει, μπορείς και να χαθείς

μα σαν ξαναβρεθούμε

θα ‘ναι μια μάχη υπέροχη.

Απ’ όλες τις ψευτιές που μας δεσμεύουν

κι από τις αλυσίδες

από μονάχα μια, τουλάχιστον,

ας είσαι λεύτερος:

δεν πρέπει να ελπίζουμε,

μπορούμε,

κάθε στιγμή της μέρας.

images (4)

3 Πόλη α α

3 Πόλη α β

4 Πόλη β δ

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 1 Comment »

Blues in sedici – Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μέρος δεύτερο, Μονόλογος ένα: ο Μάντης

Posted by vnottas στο 28 Απρίλιος, 2017

Σήμερα αναρτώ την απόδοση στα ελληνικά του πρώτου μονόλογου του δεύτερου μέρους (secondo movimento) του Blues in sediciΗ μπαλάντα της πόλης που πονάει του Στέφανου Μπέννι.[1] 

Πρόκειται για ακόμη οκτώ ποιητικά κείμενα με τους ίδιους ήρωες του πρώτου μέρους. Αυτή τη φορά μονολογούν με διαφορετική σειρά: προηγείται πάντα ο τυφλός Μάντης και ακολουθούν η Πόλη (οι εποχές), ο Γιος, η Λίζα, η Νεκροκεφαλή, ο Κίλερ, η Μητέρα και, τελευταίος, ο Πατέρας.

Κατά τη μεταφορά στην ελληνική γλώσσα συνάντησα κάποιες δυσκολίες. Τα κείμενα κάνουν δέουσα χρήση της ¨ποιητικής άδειας¨ και συχνά απογειώνονται σε νοηματικές σφαίρες των οποίων οι σημασίες και οι συμβολισμοί είναι γνωστοί μόνο στον συγγραφέα. Για να λύσω το πρόβλημα ακολούθησα το πιο απλό δρόμο: απευθύνθηκα στον ίδιο (διατηρεί έναν ενδιαφέροντα ιστότοπο,  εδώκαι είχα μια ευγενική και κατατοπιστική απάντηση μέσα σε λίγες μέρες (από τη συνεργάτιδά του Viviana Dominici την οποία και ευχαριστώ).

Οι σύνδεσμοι για τους μονολόγους του πρώτου μέρους είναι οι εξής:

 Μπλουζ 1 (Ο τυφλός μάντης), Μπλουζ 2 (Ο Πατέρας), Μπλουζ 3 (Η Μητέρα), Μπλουζ 4 (Ο Γιος), Μπλουζ 5 (Η Λίζα), Μπλουζ 6, (Η Πόλη), Μπλουζ 7 (Ο Κίλερ), Μπλουζ 8(Η Νεκροκεφαλή)

………………………..

[1] Ο ίδιος γράφει το επίθετό του με δύο ¨ν¨ και δεδομένου ότι οι ιταλοί τα διπλά σύμφωνα τα προφέρουν, αποφάσισα να το μεταγράψω κι εγώ στα ελληνικά με δύο ¨ν¨ -αποφεύγοντας έτσι τη σύγχυση με το γελοιογραφικό ¨Μπένυ¨ που κυκλοφορεί τελευταία.

…………………………

images (46)

ΜΠΛΟΥΖ σε Δεκάξι

Δεύτερη Κίνηση

Ο ΜΑΝΤΗΣ

Τις πολλαπλές φωνές εγώ δεν τις φοβάμαι

γιατί έχω μάθει ανάμεσά τους να διακρίνω

εκείνη που μου μοιάζει

κι εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ δεν είναι πως την πόλη την φοβάμαι

μα ξέρω πως μπορεί ν’ αλλάξει σχήμα

σπηλιά να γίνει ή και δάσος μαύρο

και ξέρω ότι θα με κυνηγήσει

ανήλεη και γοργή

σαν λαίλαπα.

Εγώ τα όνειρα δεν τα φοβάμαι

είναι εκείνα όμως

που με προκαλούνε.

*

Είδα στον ύπνο μου

τράπεζες αδειανές και φωτισμένες

όπου, τη νύχτα, κάποιοι παρελαύνουν∙

φέρετρα ξεφορτώνουν πλαστικά

γεμάτα κόκαλα.

Χώρο δεν έχει πια στα κοιμητήρια

και έτσι οι πεθαμένοι

πρέπει να βολευτούν με κάποιο τρόπο

κάτω απ’ το πράσινο χαλί των μοκετών.

Έτσι κάθε πρωί θα περπατάμε

πάνω στα κόκαλα των σκελετών.

Έτσι τα σπόρια βλέπω να πετάγονται

από τα έγκλειστα φυτά

στις εσοχές των τοίχων.

Έτσι θ’ αποκοιμιούνται τα παιδάκια

γεμάτα μ’ ακατάβλητη, τυραννισμένη, ελπίδα.

.

Και κάπως έτσι θα ‘λεγα πως φθείρεται

-και αναπαύεται-

η πόλη αυτή που ενίοτε

λέω πως ειν’ δική μου

αφού ο καθένας απ’ τους άλλους

-κακόβουλα μιλώντας-

την κατηγορεί

έκπληκτος με των άλλων την κακία

ο κάθε πάσχων προσπαθώντας να διαγνώσει

τον πυρετό στων αλλονών τα μάτια.

*

Εγώ γέρος, τυφλός κι αναμενόμενος

βλέπω πάνω στη γέφυρα

δυο αγκαλιασμένους νέους

δεν καθρεφτίζει την εικόνα το νερό

-είν’ μαύρο-

μα ξέρω εγώ πόσο βαθιά είναι τα όνειρά τους

και πόσο πόνο ένα φιλί σε μια στιγμή γιατρεύει.

*

Βλέπω έναν άντρα να  μοντάρει ένα πιστόλι

σιγά σιγά, με ιερή ευλάβεια

κάποιος δεν πλήρωσε και πρέπει να πληρώσει

και είναι αυτό το μόνο πάθος

π’ ακόμα μας ανάβει.

Κρυμμένον βλέπω εκείνον που φοβάται.

*

Βλέπω έναν άντρα να προβάλλει τρέχοντας

πάει προς το βασίλειο του Raiden

κι είναι μια προφητεία που τον κυνηγά

δε θα ‘χει τις αμφιβολίες τ’ Αβραάμ

όμως το αίμα του

θα το υπερασπιστεί.

Ούτε ευτυχία υπάρχει

ούτε αυτοθυσία

θα υπάρξει όμως κάτι που τους μοιάζει.

Κάποιος θα πρέπει να το κάνει, γιε μου

τις προσβολές χρόνων πολλών

για να ξεπλύνει.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δε βλέπω

μα εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

αρχείο λήψης2

1 Μάντης α χ

2 Μάντης β χ

2 Μάντης β χ β

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος οκτώ: Η νεκροκεφαλή

Posted by vnottas στο 18 Μαρτίου, 2017

αρχείο λήψης (2)

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ

Άναψε την κονσόλα, νεαρέ

και μάθε πώς να σέρνεσαι

αν θέλεις κάποτε να γίνεις

φίδι χωρίς σκιά και ξύπνιο

σαν κι εμένα.

Εγώ είμαι το ψάρι το μικρό

 το πιο ιοβόλο.

Εγώ εγκαίρως έμαθα

πώς στο σκοτάδι να δαγκώνω.

Στις τσέπες μου δεν κουβαλάω πια 

φωτογραφίες

βρισιές δε γράφω πια στους τοίχους

ούτ’ ερωτόλογα.

Μ’ αρέσουνε οι νικητές

και οι ανοιχτοχέρηδες.

Μ’ αρέσει η Αποκάλυψη

αλλά με φωτισμό σωστό

και με σινιέ κουστούμια.

Να διακινώ μ’ αρέσει

και να καταναλώνω.

Μ’ αρέσει -αν μου επιτρέπετε

έτσι να εκφραστώ-

αυτό που σ’ όλους σήμερα

¨του θανατά¨ αρέσει.

images

Αγόρασε το πράμα μου

παρ’ το, είτ’ είσαι γέρος

είτε ακόμη είσαι νιος

είτε πατέρας είτε γιος,

αυτή είναι η μόνη μουσική

ολομερής που παίζει

σ’ οθόνες και ραδιόφωνα.

Και πες μου, τι νομίζεις πως

τα βιβλία θα μπορούσαν  να βοηθήσουν  

όταν θα είσαι πάνω στην καρέκλα

την ηλεκτρική;

images (79)

Οι έσχατοι ουκ έσονται οι πρώτοι

παρά ψοφάνε απ’ το κρύο ξαπλωμένοι

πάνω στις μαντεμένιες σχάρες

των υπονόμων

κι η νύχτα απ’ το τοπίο τους διαγράφει

σα να ‘ταν βάρκες που φουντάρανε στον πάτο.

Μη δίνεις βάση στις κραυγές

κι έλα να σε κεράσω.

Ξέρω μια Πολωνέζα που μπορεί

να σου ρουφήξει την καρδιά.

Και ξέρω κι ένα χάπι

που τα μυαλά στα ψήνει

έτσι μετά, μπορείς και να τα φας.

O Raiden μπορεί να καθαρίσει

πάνω από εκατό εχθρούς

πατώντας τα σωστά κουμπιά.

Κάτω, στο σκοτεινό σοκάκι

έχω αμάξι αεροδυναμικό

βγαλμένο από τα κόμικς,

χρώμα πράσινος δράκος

που ανέμελος φουμάρει ένα πούρο.

Έλα, σε περιμένω στο ημίφως.

Το σβήσιμο είναι

η υψηλή μου τέχνη.

αρχείο λήψης (4)

Θα ‘θελα να πεθάνω ακόμη νέος

μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα

να ξανανιώσω

γι αυτό με υπομονή θα περιμένω

η έσχατη κραυγή να ακουστεί

και θα ‘ναι η δική μου, όχι του κόσμου.

αρχείο λήψης (3)

[Με τον μονόλογο της Νεκροκεφαλής ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος -primo movimento το λέει ο Στέφανο Μπένι- του ¨Μπλουζ σε 16¨.  Όπως είδατε, γοητεύτηκα, κόλλησα και μετέφρασα περισσότερους μονόλογους από όσους είχα προαναγγείλει. Υπάρχει ωστόσο άλλο τόσο ¨μπλουζ¨, όπου οι ήρωες ξαναμονολογούν. Ίσως τους δούμε μαζί στο προσεχές μέλλον. Τώρα λέω να επιστρέψω στους (παραμελημένους) ήρωες του ιστορικού μυθιστορήματος].

Κρανίο 1

Κρανίο2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος επτά: Ο Κίλερ

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2017

(Εδώ παρακάτω η μετάφραση-απόδοση του έβδομου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨του Στέφανου Μπένι)

images (74)

 

Ο ΚΙΛΕΡ

Η μυρουδιά από δέρμα

που αναδύεται

απ’ των αυτοκινήτων τα καθίσματα

κι από των όπλων τα θηκάρια

το ξαφνιασμένο τρόμαγμα στα μάτια

αυτών που με φοβούνται.

Μ’ αρέσει βιαστικός να προσπερνάω

όπως οι τίτλοι κι οι επιγραφές

στο κάτω μέρος της οθόνης

χωρίς τίποτα πριν και τίποτα μετά.

Δεν λέω, είναι καλύτερα στα φιλμ 

όταν τινάζονται όλα στον αέρα

το αίμα τρέχει και λαμποκοπά

γελάει ο κόσμος και χειροκροτεί

και οι κακοί ανασταίνονται

για να ξανασκοτώσουν.

Μα έχω εγώ υπομονή: μια μέρα

όλοι τους θα με σέβονται

όπως τον δήμιο που του παίρνουνε συνέντευξη

-απ’ τις πλάτες-

στην αίθουσα επισήμων του Ιδρύματος.

Κι η φάτσα μου θ’ απεικονίζεται

σε κάρτες που οι συλλέκτες θ’ ανταλλάσσουν

κι ύστερα θα κολλάν -με ικανοποίηση-

στο Άλμπουμ των Μεγάλων Δολοφόνων.

*

Μη με ρωτάς ποιος είμαι

με ξέρει η καρδιά σου

μη με ρωτάς τι ειν’ αυτό που σου πουλάω

θα ‘ρθει η μέρα που θα τ’ αγοράσεις.

Έχω χαράξει -τατουάζ- ένα κρανίο

που θα ‘ναι το πορτρέτο σου μια μέρα.

Ξέρω εγώ τι θα επιθυμούσες

και τα εγκλήματα που στ’ όνειρό σου βλέπεις.

Ξέρω εγώ τι εσκεμμένα κρύβεις

πίσω από το θολό σου βλέμμα

πίσω απ’ την θωρακισμένη πόρτα σου

πίσω απ’ το αιμοχαρές σκυλί σου

πίσω απ’ τις ξυλιές που δίνεις στα παιδιά σου.

Ξέρω τι θα ‘θελες να πεις

τη νύχτα στο τηλέφωνο.

*

Μη με ρωτάς γιατί γυαλίζω το ντουφέκι

εγώ άλλο δεν κάνω, παρά ακούω

όσα μου ψιθυρίζεις.

images (73)

Κίλερ 1

Κίλερ 2

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος έξι: Η πόλη (ως βιντεοπαιχνίδι)

Posted by vnottas στο 16 Μαρτίου, 2017

(Συνεχίζουμε την προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των μονολόγων των ηρώων του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι)

p24_7 copy

Η ΠΟΛΗ (ως ΑΙΘΟΥΣΑ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ)

Είδα το φως.

Εκεί όπου η πόλη σκύβει και προσεύχεται

και ύστερα γκρεμίζεται στον καταρράχτη

της άβυσσου που ‘χει τα μάτια μύγας.

Ονείρου οθόνες,

χρώματα νέα, που κανείς δεν είδε ως τα τώρα

τον cyber Kabuki γοητεύουν.

images (43).

Είδε ο γεροζωγράφος ο Yomiuri  

στην κορυφή ενός ουρανοξύστη

μία ροδακινιά

και απ’ αυτήν εσκάρωσε φανέλα

του NBA

κι ύστερα ένα παιχνίδι βίντεο σχεδίασε

που ‘χει να κάνει με το μέλλον

της οικουμένης σύμπασας.

images (47)

Ρέει το αίμα, τα τέρατα ψοφάνε.

Γυμνές δονούμενες γυναίκες

με δέρμα από πίξελ

μας σαγηνεύουν.

Εκεί ‘μαστε κι εμείς

μελλοντικό μουσείο από κερί

διαφωτισμένοι και νεκροί.

Πολεμιστές που μ’ ένα κέρμα παίρνουν μπρος

πωλούνται σε τιμή του σκοτωμού

σε δέσμες ανά δέκα.

Γυμνά κρανία, τρυπημένες μύτες  

φυλή που απ’ τις πολλές τις κατακτήσεις

έχει πεθάνει.

Χωρίς να υπολογίσεις

την έκφραση που έχουμε εμείς

καθώς την Queen Alien εκτελούμε

και την απόχρωση που παίρνουνε τα μάτια

-εκείνη τη στιγμή-

της Φλόγας της Συνθετικής.

images (45)

Raiden με λένε

τα όπλα  μου εκπέμπουν φως και θα σε προστατέψω.

Κι αυτόν που βλέπεις από ‘δω τον λεν’ Κρανίο

ή Νεκροκεφαλή

Έχει απ’ όλα κι όλα τα πουλάει.

Σκάφη που φτάσαν από χώρες μακρινές

με καπετάνιους κάτι πλούσιους, δικούς μας,

λίγο βαριεστημένους,

φέρανε κόκα άφθονη

για το Νεκρό Κεφάλι.

Είμαι ψάρι μικρό γεμάτο αγκάθια

περήφανα δηλώνω, είμαι φασίστας

αλλά και το αντίθετο

μία χαρά μου πάει.

Τσίνα το λένε το κορίτσι μου

πούτσες και παγωτά γι αυτήν κάνει το ίδιο.

Ενδυμιόνη θα τη φώναζα, αν το ήθελε.

Πάρ’ τηνα, παίξε την,

χρησιμοποίησέ την

δε σε ζαλίζει, είναι καλή,  μπόνους ζωής σου δίνει

μάζεψ’ το  απ’ το δέντρο και πιο μακριά θα φτάσεις.

κούνα το Joystick,

κέρδισε πόντους, χώρο,

πήγαινε ως την έσχατη την Πύλη

εκεί θα βρεις τον Μπος

ή μια φτηνή Νιρβάνα

ή απ’ το Kyoto ένα γκονγκ

ή χάρτινες κορδέλες

μ’ επιθυμίες πάνω τους γραμμένες

από εκείνες που συλλέγουν οι γκουρού

για του MTV τα βίντεο.

images (48)

Άναψε τώρα το Μαντείο

 και ρώτησέ το

για μια δεκάρα από ψεύτικο χρυσάφι

όλα θα σου τα πει για την Wall Street

μία χλωμή Κασσάνδρα

images (44)

Και από ‘δω, το τζάκι μας, εδώ η θαλπωρή μας

εδώ το φρέον καίγεται κι οι οπτικές οι ίνες

τελειώσανε τα αστέρια εδώ

κι οι απορροφητήρες.

Ρίξε μου, σπρώξε, χόρεψε, σκότωσε, κάν’ τον μάγκα

μάσα την τσίχλα, φίλα με,

σκότωσε τη βασίλισσα

και πρόσεξέ με, είμαι εδώ, ο ουρανός δεν είναι.

d2b5c15e2574ee4b7d8c6a1421b18abb30371f7d_hq

Είναι δεκατριών χρονών. Ιζότα τ’ όνομά της

να παντρευτεί ένα τέρας είναι το ριζικό της.

Σωσ’ την.

Μα τι μπορώ να κάνω, αφού είναι όλα τέρατα

και το παιχνίδι τα ξερνά, μυριάδες μεσ’ το δρόμο;

Εμπιστέψου με

Είμαι της Πύλης ο Φρουρός

Αγόρασέ την, δοκίμασέ τηνε, θα δεις, κάνει καλό

προέρχεται από τόσο μακριά

όσο κι οι εξωγήινοι.

Θυμίαμα για τον  Rimbaud, (τον ποιητή)

έκσταση για τον Ryu, (τον γιαπωνέζο manga)

εκατομμύρια πόντοι

τριγράμματο έχω όνομα, μα είναι και το πρώτο

(οι μάγισσες γελάσανε με τούτον το χρησμό μου).

Μάζεψα από χάμω

το νέο υπερόπλο

μα ο σφυγμός μου αδύναμος κι έφευγε η ζωή μου

και η ανάσα μου βαριά, σαν μπάρα αναλογική

Έπεσα κάτω, μα…

Καινούργιο κέρμα  στη σχισμή

και νά’σου π’ ανασταίνομαι

πολλές φορές εμείς εδώ μπορεί ν’ αναστηθούμε

εδώ είδα το αίμα μου

σταγόνα τη σταγόνα

στις φλέβες να επιστρέφει

εδώ εγώ είδα το φως, καθώς

ερεθισμένες έτρεμαν οι φλέβες του λαιμού μου.

Εγώ θα είμαι ο νικητής

εγώ θα σε γλιτώσω

για μένα άλλος τόπος δεν υπάρχει.

Κι έξω είναι νύχτα.

images (1)

Η πόλη 1

Πόλη 2

Πόλη 3

 

images (42)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος πέντε: Λίζα

Posted by vnottas στο 14 Μαρτίου, 2017

(Μονόλογοι από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα)

ΛΙΖΑ

Εγώ με τα μάτια κλειστά περπατώ

και ονειρεύομαι την ακροθαλασσιά

τι λένε οι άλλοι δεν ακούω

-αν για το σώμα μου μιλάνε 

ή για το πεπρωμένο που επίκειται.

Έχω εγώ πόδια μικρά να δραπετέψω  

κι έχω έναν κώλο που θαυμάζω

όπως η κυρά-αλεπού θαυμάζει την ουρά της

-με ματαιοδοξία.

Θα ‘θελα να με σέβονται, όπως εγώ

σέβομαι τη βελανιδιά του κήπου

που πίνει τις σταγόνες του αίματός μας

όταν κρύβει τον ήλιο

κι όταν την οροφή ενός ονείρου 

μεσ’ στο σκοτάδι υποδείχνει.

Γελάω εγώ και σβήνω το κραγιόν μου

και ύστερα το ξανα-ματα-βάζω

να πω γιατί, δε θα ‘ξερα.

Θα ‘θελα, εγώ, ν’ αλλάζω κάθε ώρα

-μα άστατη μη με πείτε.

Χρειάζομαι αέρα καθαρό, καπνό κι ομίχλη

να φεύγω και να μένω

ν’ ανασηκώνομαι ψηλά, μετά να πέφτω χάμω,

-τρελή να μη με πείτε.

*

Θέλω μια πόλη, εγώ, που να μην είναι

μόνο ταμπέλες φωτεινές

εγώ αγαπώ τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις

κι όχι ό, τι έρχεται μετά

τους σμπάρους, τις σειρήνες.

Εγώ ακούω των σκύλων τους κλαυθμούς

απ’ τη φωλιά τους.

Στ’ αρώματα δουλεύω εγώ, στα σαμπουάν

κι όμως αισθάνομαι τη βρώμα της ανάσας

των κροκοδείλων.

Εγώ κλαίω σκυφτή

μπρος στο βωμό

του ραδιοφώνου ενός αυτοκινήτου

κλωτσάω εγώ και γρατζουνώ.

Εγώ δε θα ‘θελα ποτέ να γεννηθώ

και θα ‘θελα γριά να είμαι τώρα

όπως είναι φθαρμένο, γέρικο, σαθρό

ό, τι έμαθα ως τα τώρα απ’ τον κόσμο.

Θέλω στα μπράτσα σου να κοιμηθώ

και με τις ώρες να σ’ ακούω να μιλάς

για τον Γονιό σου

αλλά και να σ’ αφήσω μοναχό

κι η μηχανή να φλέγεται στη χαραγμένη άσφαλτο.

Θέλω

με το μικρό το δάχτυλο

το αίμα σου να γλύψω

και να σου τον ρουφήξω

και έπειτα ψυχρή σαν ντίβα σε ταινία

να τον δείξω

στις φίλες μου

και θα ‘θελα για μένανε να γράψεις

σ’ όλους τους τοίχους.

*

Ένα ψαλίδι έχωσα εγώ στο μπράτσο ενός τύπου

που πάνω μου σαλιάριζε

εγώ αιχμάλωτη στο δάσος

στα αποτρίχια των σκυλιών ανάμεσα

δαγκώνω κι υποφέρω.

Εγώ είμαι η βασίλισσα, η δούλα

εγώ δεν ξέρω απόψε που να πάω

ούτε και ξέρω, απόψε, στο σκοτάδι

πού θα σε βρω.

βββ

Λίζα

Λίζα2

Λίζα α3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τέσσερα: Ο Γιος

Posted by vnottas στο 13 Μαρτίου, 2017

Απόδοση στα Ελληνικά του ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι.16

Ο ΓΙΟΣ

Σε είδα από την πόρτα της κουζίνας

είχες τον άσπρο αυχένα ενός γέρου

και είχε πάρει του κενού σου το σουλούπι

το πανωφόρι που στην είσοδο κρεμόταν.

Γύρω παλιές φωτογραφίες

κι ημερολόγια ετών που δεν υπάρχουν

-ναι, ζούμε μερικές φορές

σε χρόνια που ολότελα έχουν λήξει.

Σκυμμένος στο τραπέζι της κουζίνας

τα μπράτσα σου κλειστά και σταυρωμένα

σα να ‘θελες  την οικουμένη όλη

σφιχτά να την κρατήσεις να μη φύγει.

Μετρώντας τις σχισμές στο μουσαμά.

Ξεροκέφαλε

Πατέρα.

*

Θα ήθελα να μη μετρώ ορόφους

καθώς βυθίζεται αργά ο ανελκυστήρας

στα ισόγεια βάθη

αυτού του άσχημου κτιρίου

Ούτε να ανασαίνω μ’ ανακούφιση

καθώς αφήνω πίσω πια

αυτούς τους ξεφτισμένους τοίχους

Να ’μαι κοντά σου θα ‘θελα.

Μα δεν μπορώ.

*

Τα κύματα με παίρνουν και με πάνε

-έξω- σ’ ωκεανό κατάφωτο.

Εκεί όπου βροντάνε καταρρέοντας  

οι καταρράχτες

σε αίθουσες με βιντεοπαιχνίδια

πάλλονται κινητήρες, φτάνουνε αχοί από μακριά

Japan Redondo Seattle

λάμψεις, αστέρια, μπόνους, νέα όπλα,

σενάρια Mortal Kombat

όπως δεν έχεις δει ποτέ, ούτε στα όνειρά σου.

*

Το βλέμμα της

έρχεται και μ’ αρπάζει

μέσα απ’ αρώματα και διαφημίσεις ψεύτρες.

Η αντανάκλασή της στην βιτρίνα

τα χέρια της καθώς κινούνται

φτιάχνοντας τα πακέτα

να συσκευάζουν λακ για εύθυμους φασίστες

για τα δαιμόνια τζελ,

σπρέι για τις νεράιδες

και μυρωδιές που έρχονται από ‘κεί όπου γιορτάζουν

βαλσαμωμένοι πεζοναύτες

Μπάρμπι σε αποσύνθεση

αρτίστες τους κακούς που προσποιούνται 

τενόροι που το παίζουν ευεργέτες

σε μία πολυθρόνα πεθαμένοι

εδώ κι αιώνες

στου Motel Bates

το τελευταίο πάνω πάτωμα.

*

Όμως αποτελούμε, εγώ κι εκείνη

σύννεφο δίδυμο

κι αχτύπητο της κίνησης ζευγάρι.

Κάτω από ήλιο κίτρινο, φτιαγμένο από νέον

που κατακαίει τους δρόμους.

Εκεί όπου ο έμπορας αρέσκεται 

να σε φωνάζει ¨αδελφό¨

χάπια, αμφεταμίνες, πρόζακ, ξίφη,

εκεί δίνω τις μάχες μου εγώ και τραγουδώ

μπορείς πατέρα να μ’ ακούσεις;

*

Εσύ που με προστάτεψες βρυχώμενος

όταν πρωτοφοβήθηκα το θάνατο

και δίπλα μου ξαγρύπνησες στον πυρετό μου.

Εσύ που έξω απ’ το σχολείο δίσταζες

να μπεις μέσα μαζί μου ή όχι

κι από του φράχτη τις τσουκνίδες μ’ έβλεπες

να παίζω μπάλα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης.

Εσύ π’ ακόμη ψάχνεις για ψωμί και γάλα

γέρος, χωρίς δουλειά

σκυφτός, τραυματισμένος, ακτήμονας, ατζέκος

πώς θα μπορέσω να σου πω ότι μεθάω

μ’ αυτό που ίσως εσένα σε σκοτώνει

την πόλη και τα ερπετά της

τον γίγαντα του Φεγγαριού που απόψε

θα κάψει όλες τις στέγες

και λέει, αύριο θα την δεις την πιο ωραία

εκείνη που την ομορφιά της περιφέρει

σαν κάτι που το λαχταράς,

σαν ένα όνομα,

σαν κάτι τι

που είναι αναγκαίο.

***

2850-old_toys_590_b

Γιος 1

Γιος βββ2

Γιος γ3

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος τρία: Η μητέρα

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2017

Εδώ παρακάτω, η απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά του τρίτου μονόλογου από το ¨Μπλουζ σε 16¨ του Στέφανου Μπένι. Εδώ μιλάει η Μάνα και απευθύνεται σε μας τους άλλους και στον Πατέρα.

ceaccf84ceb9cf84cebbcebf2

Η ΜΗΤΕΡΑ

Εκεί που τώρα ζω

μοιάζει με αμμουδιά ερημωμένη

μ’ αμμόλοφους και μ’ άγρια χορτάρια

ορίζοντα τα κύματα δεν έχουν

κι αλλάζουν ολοένα φως και χρώμα

όπως υπαγορεύουνε τα νέφη.

Δεν έχουμε, εμείς οι πεθαμένοι

ούτε σκοτάδι μήτε φως μηδέ Ημέρες

*

Συχνά μπορώ από ‘δω να σας διακρίνω

πέρα, απ’ της θάλασσας την άλλη όχθη

προσμένω μια σκιά, μία φωνή

τις φράσεις και τα γράμματά σας

τα κατασκοπεύω

και σαν ένα κερί ή ένας γάτος

με ένα φύσημα σας δείχνω την αράδα

που λέει για μένα.

*

Αλλά εδώ είναι ο τόπος μου ο νέος

και δεν μου επιτρέπεται ένα νεύμα

να σας γιατρέψω.

Μόνο κείνο το φύσημα

τ’ ανάλαφρο

σαν μια φωνή ερωτευμένη

σαν ένα κάλεσμα πίσω απ’ τον τοίχο

ή πέρα από το φράχτη με τα ρόδα

ενός πουλιού μυστήριο τραγούδι.

*

Περίμενα έξω απ’ το μπαρ

δε μ’ είδες

με δύναμη και με οργή μιλούσες

γι αγώνες και για δίκιο.

Με είδες και μου γέλασες

Άργησα, δεν κατάλαβαν  μου είπες.

Δεν πειράζει.

Στο λόφο πήγαινέ με ν’ ανασάνω.

Να πηδηχτούμε.

Να δούμε από ψηλά

τον τόπο της ζωής μας.

*

Κει κάτω, σταυρωμένος στην κουζίνα

είσαι ακόμη όπως σ’ αγαπούσα

αήττητος, περήφανος, δικός μου

ν’ ακούσεις δε μπορείς, μα στο φωνάζω.

16

*

LA MADRE

μάναα1

Μάνα α2

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει. Μονόλογος δύο: Ο Πατέρας

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2017

(Από το ¨Μπλουζ σε δεκάξι¨ του Στέφανου Μπένι. Πρώτη κίνηση. Η απόδοση του δεύτερου μονόλογου)

16

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Έτσι στέκομαι εγώ: εσταυρωμένος

πάνω σ’ απόγευμα καθημερνό

όρθιος μπροστά στην άβυσσο

του τραπεζιού της κουζίνας με τ’ άπλυτα πιάτα

-έχουν κι αυτά δροσοσταλίδες-

να σκέφτομαι πως άλλο πια δεν πάει

ορθός να στέκω απέναντι στον άνεμο του πόνου

*

Τραγούδησέ μου το ζεστό τίναγμα του οξέως

τον μόλυβδο στους πνεύμονες

το λιγδερό γαλάκτωμα  που ρέει απ’ το ταβάνι

τον βρόντο, τη θερμότητα που ‘ρχεται απ’ τις πρέσες

τραγούδα μου το Κόκκινο,

του Αδέκαστου το Πράσινο

σακατεμένους σύντροφους

ομάδα περιφρούρησης στο χιόνι

και τις γροθιές που φάγαμε και δώσαμε

τραγούδα μου το φάκελο που γράφει

πως απ’ αυτό είσαι ελεύθερος

και πως για αυτό είσαι γέρος.

*

Τραγούδα μου τις μέρες

χωρίς αρχή, χωρίς σκοπό

και πες μου ποιο είναι τ’ Όνομα

που πρέπει να επικαλεστώ;

Έτυχε άραγε ο Θεός να μπει σε σουπερμάρκετ;

να ‘χει τα μάτια χαμηλά και κέρματα στη τσέπη

να ψάχνει γάλα -το φτηνό-

για τον μοναδικό του γιο, τον πεινασμένο;

Ξέρει ο Θεός το ντοματάκι σε κονσέρβα πόσο κάνει;

Έμεινε άραγε άνεργος για χρόνια;

Ξέρει ο Θεός τα κέρματα στη τσέπη να μετράει

σα να ξανάγινε παιδί;

Όχι αυτό δεν το επιτρέπει ο Θεός,

το θέλει μόνο

μέσα στην Ιερή την Κούρασή του.

*

Έτσι τον συναντάμε επιτέλους τον Πατέρα

στο πέρασμα με το ετοιμοθάνατο χαμόγελο

που ‘ χει στο στόμα το κορίτσι του ταμείου 

ύστερα από δεκάωρη εργασία.

Πένθιμα φώτα από νέον, στην ουρά,

διαλέγοντας απορρυπαντικά, να πλύνει στον Αιώνα

αυτά που θα λερώσουμε και θα ξαναφορέσουμε

νύφης φορέματα,  στολές  δολοφόνων

τα παλαιά πουκάμισα, τα ένδοξα μανικέτια

και μια φανέλα αθλητική, πράσινη, της θαλάσσης.

Αμίλητος με κοίταζε ο γιος μου

τη μακρινή εκείνη μέρα

στ’ αρύ χορτάρι μίας μέτριας μάχης

για τον πατέρα του περήφανος.

Τον ίδιο τον πατέρα του που τώρα

θέλει ο Θεός να σέρνεται

στου σουπερμάρκετ την ουρά

δίπλα στους γέρους με τα χαρτιά υγείας

και παραδίπλα, μια κυρία, ανήσυχη, ν’ ακούει το σκυλάκι

που δέσμιο σ’ ένα στύλο κλαψουρίζει

-υιός βουβός και ευσεβής που πάντα ίδιος μένει.

Ανάμεσα σε νέους που φιλιούνται

και ξεβουλώνουν μπύρες

και μία άλλη, αναποφάσιστη, κυρία

που έχει πολύ κρέας στο καρότσι  :

φαρμακερές γελάδες / κοτόπουλα απ’ τους πόλους / κόκαλα βροντοσαύρου.

*

Εγώ,

που το στερνό κουδούνισμα γνωρίζω του ταμείου

καθώς το βράδυ πέφτει χάφτοντας πεπρωμένα

Σου αγόρασα το γάλα που ξέρω πως σ’ αρέσει

μια πλάκα σοκολάτα μ’ ένα δωράκι μέσα

made in China.

Για τα τσιγάρα, κέρματα δεν περισσέψαν

μα δεν πειράζει λέω, δεν πειράζει.

*

Κι ενώ  ο Θεός κοιμάται πάνω σε νέφη μολυσμένα

κι ενώ στο έρμο γήπεδο μια μπάλα αναπηδάει

σελήνη μόνη και ηχηρή, φτιαγμένη από κουρέλια,

στου σουπερμάρκετ την αυλή ξεχύνεται ένα βόδι

σε εφιάλτη είδε ότι το σφάζουν

κι ο φόβος που το τυραννά, είναι που με ξυπνάει.

1

IL PADRE

Π12

Π2

Πας1

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Η μπαλάντα της πόλης που πονάει

Posted by vnottas στο 8 Μαρτίου, 2017

Δεκαετία του ’80. Νύχτα. Ένας πατέρας, άνεργος εργάτης, νιώθει κακό προαίσθημα και παίρνει τους δρόμους. Καταλήγει σε μια αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών την ώρα που γίνεται ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σ’ έναν μπράβο-κίλερ και μια ομάδα μικροκακοποιών. Ο κίλερ πυροβολεί στα στραβά και ο πατέρας, που μπαίνει ανάμεσα για να προφυλάξει το γιό του, πεθαίνει.

Ο Στέφανο Μπένι (κατά την γνώμη μου ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς της γειτονικής Ιταλίας) διαβάζει στις εφημερίδες τη (μικρή) είδηση για το επεισόδιο, εμπνέεται και αποφασίζει να το καταγράψει σε στίχους. Προκύπτει έτσι το Μπλουζ σε Δεκάξι (στροφές).

*

Χτες το βράδυ δεν κλείναν τα μάτια μου. Παίρνω ένα βιβλίο (Η καθημερινή ζωή στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια) από εκείνα που έχω σωρεύσει για την τεκμηρίωση του (γνωστού στους επισκέπτες του Ιστολογοφόρου) ιστορικού μυθιστορήματος και προσπαθώ να το διαβάσω (αποκοιμιστικά), αλλά δε τα καταφέρνω γιατί (δε ξέρω αν φταίει η συγγραφέας ή η μετάφραση, μάλλον και τα δύο) είναι τόσο κακογραμμένο που μου ανεβάζει την αδρεναλίνη.

Σηκώνομαι και ψάχνω κάτι άλλο. Βρίσκω το μικρό τευχάκι με το ¨Μπλούζ¨. Το έχω φέρει επιστρέφοντας από την Ιταλία, δε θυμάμαι πότε, αλλά έχει τρυπώσει ανάμεσα σε άλλα ευτραφέστερα βιβλία και μου έχει διαφύγει.

Αρχίζω να το διαβάζω και κολλάω. Ο Μπένι γράφει ποίηση χωρίς μεγαλόσχημες λέξεις. Ποίηση συναρπαστική και (μου φαίνεται) μεταφράσιμη. Λέω να αποπειραθώ την απόδοση στα ελληνικά καναδυό στροφών. Ξενυχτάω χωρίς παράπονα και γκρίνιες.

Το Μπλούζ έχει οκτώ χαρακτήρες που μονολογούν δυο φορές ο καθένας: ο τυφλός Μάντης, ο Πατέρας, η Μάνα, ο Γιος, η Λίζα, η Πόλη (αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών), ο Κίλερ και η Νεκροκεφαλή.

16

(Πρώτη κίνηση)

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Δε ξέρω με ποιο θαύμα και με ποιο σχέδιο βάση 

κλαδί – κλαδί το δέντρο μεγαλώνει

παίρνοντας ουρανό

ούτε ξέρω γιατί

τα παιδικά μου μάτια σας κοιτάζουν τώρα

μέσα από το πρόσωπο ενός γέρου.

Ίσως να ξέρω πότε ο κόσμος θα τελειώσει

και πότε ήταν ο παλμός του ο πρώτος.

Μα δε γνωρίζω

τον Γιό με τον Πατέρα τι ενώνει,

και τι τον Γιό με το Κορίτσι

των Αρωμάτων

και τι εκείνη με το Δολοφόνο,

με τη Νεκροκεφαλή

και με τον Raiden τον Φωτεινό

και τι μετέωρους στο σύρμα τους κρατάει όλους

ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία μέρα

ετούτης της πολύτιμης ζωής τους.

*

Μπορώ να ξέρω πότε θα πεθάνω:

θα ’ναι μία μέρα σαν όλες τις άλλες,

αλλά γιατί να νιώθω τέτοια λύπη

για κάθε αλλουνού το τέλος, δεν το ξέρω.

Γιατί -δεν ξέρω- ένα παιδάκι σα κι εμένα

στα δέντρα της αυλής χαρίζει ονόματα

και με φανταστικούς μιλάει φίλους

ενώ στρατιές ολόκληρες κινάνε

και τους νεκρούς φασκιώνουν με σεντόνια.

Αυτό δεν το γνωρίζω και ματώνω.

*

Εγώ δεν είναι πως την πόλη τη φοβάμαι

ούτε τις χίλιες δυο φωνές της,

γιατί έχω μάθει ανάμεσα τους να διακρίνω

εκείνη που φωνάζει τ’ όνομά μου.

Εγώ τα μάτια δε μπορώ να κλείνω

για νά ‘ρθουν οι ιστορίες μοναχές τους

να μ’ ανταμώσουν σαν αρώματα του κήπου

ή όπως του δέντρου το κλωνάρι

από μακριά τραβάει πίσωθέ του το ποτάμι.

Βάτραχοι, γρύλοι, και καπνοί από καμινάδες

μαζί με παλιοσίδερα βρεγμένα απ’ το φεγγάρι

πλήθη που φίσκα γέμισαν τους δρόμους

κι έπειτα κοιμηθήκαν μοναχά τους

τυφλότητα που τα όνειρα ανάβει

ανυπεράσπιστη η καρδιά, το μυστικό ανθίζει.

*

Εγώ που νέους νόμους δεν γυρεύω

που, όμως, την ψυχή μου την ακούω.

Εγώ βλέπω

-έναν άντρα, έτοιμος καθώς είναι να σκοτώσει,

-έναν που ψάχνει για δουλειά,

-έναν ερωτευμένο, 

-ένα κορίτσι αγέρωχο

-μια μαριονέτα από φως πάνω σε μια οθόνη 

-κι απάνω σ’ ένα μπράτσο χαραγμένη

μια νεκροκεφαλή,

-και, ακόμη, μια γυναίκα

στην όχθη μίας θάλασσας,

διάφανης τόσο, που κανείς

στα ίσια να κοιτάξει δεν αντέχει.

*

Εγώ, τυφλός και γέρος, βλέπω

τα πεπρωμένα γύρω να σαλεύουν

κι αισθάνομαι σα φύλλο  π’ αιωρείται

καθώς το σύμπαν ένα-ένα καταρρέει

μέσ’ στο τρεμάμενό μου το ποτήρι.

Γρήγορα τρέξε ω μικρό μου χέρι

των ημερών τράβηξε την αυλαία

ως τη σκηνή όπου εγώ δεν βλέπω

κι όπου εμένα με θωρούν οι άλλοι όλοι.

*

Έρωτα που στο στόμα μέσα έχεις

πικρό σημάδι πάλης

προλέγω εγώ πως η ελπίδα αγγίζει

ζωές που πάλι πάλλονται 

δονούνται, ξαναζούνε,

όπως το ψάρι που ξανά

στη θάλασσα επιστρέφει.

***

Μπένι α 1

Μπένι α 2

Μπένι β 2

STEFANO-BENNI

 

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Στη σκιά των συζύγων

Posted by vnottas στο 8 Ιουνίου, 2016

11058381_941973229179155_7719538206387779765_n

Οι ¨καθώς πρέπει¨ τύποι, ας συγκρατηθούνε

μα τον Τιτανικό αν κυβερνούσα εγώ

πριν καταβυθιστεί, θα ‘λεγα να σωθούνε

οι άπιστες πρώτα γυναίκες, χωρίς δισταγμό.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Αυτές το γιατρικό, -και να μην εκπλαγείτε-

στου μοναχικού τα πάθη και τον πυρετό,

απλόχερα προσφέρουν, μην τις παρεξηγείτε

πρόκειται κατά βάθος… για αλτρουισμό.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Ερωτευτείτε εσείς μ’ όποια σας κάνει κέφι,

όμως και μένα ακούστε, μιλάω σοβαρά:

η άπιστη της πλήξης  διώχνει μακριά τα νέφη

κι όσο για τους συζύγους… τα πάω μια χαρά.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Όμως για σιγουριά, αυτούς που ‘χω γνωρίσει

τους έχω κοσκινίσει εξαντλητικώς

Αν η κυρία Τάδε με έχει κατακτήσει

θα πρέπει να μ’ αρέσει ο Τάδε κι αυτός.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Πρέπει ο κύριος Τάδε να ‘ν από τέλεια πάστα

αλλιώς αλλάζω γνώμη και τα παρατώ

να ‘ναι καλό παιδί -αν όχι, βρασ’ τα κι άστα-

εκείνος που απ’ το ίδιο ποτήρι θα πιώ.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Όταν ήμουν μικρός, και μου ‘λειπε η εμπειρία

έκανα που και που λάθη αισθητικής

τα ‘μπλεκα με συζύγους που ασκούσαν εξουσία,

ήτανε λάθη της φάσης της εφηβικής.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Πείτε πως είμαι λοξός ή και  κολλημένος

μ’ αυτός που μαζί του θα  γίνω ασφαλώς κολλητός

περνώντας την σκυτάλη, στεγνός ή ιδρωμένος,

πρέπει να ειν’ ευπατρίδης και διακριτικός.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ  / είμαι μαζί τους.

*

Μα κι άθλιους συζύγους εάν θα συναντήσεις

να μη ξεχνάς τους καλούς, ευγενείς και σωστούς

που όσο και αν εκείνες, εν τέλει, θες  ν’ αφήσεις

τις κρατάς λίγο ακόμη μπας και χάσεις κι αυτούς.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Αυτές τις μέρες, έχω κι εγώ μία κυρία

που, για να τα λέμε όλα, χωρίς κέφι τιμώ

όμως με τον δικό της σαν το Δάμωνα με τον Φιντία

γίναμε φίλοι, γι αυτό και δεν την παρατώ.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Κι όταν εκνευρισμένη απ’ τη σχέση μας που φθίνει

βρίσκει εκείνη έναν τρίτο και με απατά,

έτσι και πω: ¨εδώ αυτός  ο κύκλος κλείνει¨,

εκείνος μ’ ικετεύει: ne me quittez pas!

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Μένω κι ο ένας τον άλλο έτσι παρηγορούμε:

¨είσαι ο κερασφόρος που προτιμώ¨

λέω εγώ, κι εκείνος: ¨μπορεί να προηγούμαι,

αλλά μαζί σου θα ήθελα κάτι κοινό¨.

Στις άπιστες μην ρίχνετε λίθους, εγώ / είμαι μαζί τους.

*

Kι αν αργεί η Σουρλουλού απ’ τα ραντεβού να γυρίσει

κι άμα λάχει να ‘χει ρεπό κι η νταντά

κι ο σύζυγος στο ψάρεμα έχει καθυστερήσει

να ‘μαι εγώ, ο φουκαράς, που κρατάει τα παιδιά…

Πέτρες να μην πετάτε στις άπιστες, πια!!!

il-magnifico-cornuto-(1964)

Ολίγες διευκρινίσεις για το Ιλαρο (τραγικό) τραγουδάκι του Georges Brassens ¨Στη σκιά των συζύγων¨ και την προσπάθεια απόδοσής του στα Ελληνικά.

*Στη δεύτερη στροφή ο Μπρασένς μιλάει, πιο συγκεκριμένα, για τις γυναίκες των σιδηροδρομικών στις οποίες και αποδίδει τα δέοντα εύσημα (σύμφωνα με τη γαλλική παράδοση οι σταθμάρχες συντηρούν την καλλίτερη ομάδα απίστων). Στα ελληνικά η αναφορά αυτή δεν ¨χώρεσε¨.

*Στην έκτη στροφή μιλάει για τις άπιστες που πλέον αποφεύγει: τις γυναίκες των flics (¨μπάτσων¨)∙ εδώ το αποδώσαμε ως ¨γυναίκες αυτών που ασκούν εξουσία¨.

*Στην ένατη στροφή αντί για τον Ορέστη και τον Πυλάδη χρησιμοποιήσαμε τον Δάμωνα και τον Φιντία. – βόλευε καλύτερα στη ρίμα με την ¨κυρία¨.

*Στην δέκατη στροφή:, το ¨ne me quittez pas!¨ -το άφησα ως έχει. Εκτός από απελπισμένη έκκληση (μη μ’ αφήνεις!), παραπέμπει στο περίφημο τραγούδι του Ζακ Μπρελ.

*Στη δωδέκατη στροφή: Σουρλουλού  -απαιτεί σύμπτυξη συλλαβών, αλλά αποδίδει καλύτερα το πνεύμα του δημιουργού (pimbêche:  nom féminin: Femme prétentieuse, arrogante, capricieuse).

Ο Μπρασένς σε μια ζωντανή ηχογράφηση

***

Ανάγνωση της απόδοσης στα Ελληνικά

 

departing-for-the-sabbatt-L-e1416523699772

A l’ombre des maris

Les dragons de vertu n’en prennent pas ombrage, 
Si j’avais eu l’honneur de commander à bord, 
A bord du Titanic quand il a fait naufrage, 
J’aurais crié : «Les femm’s adultères d’abord !» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Car, pour combler les voeux, calmer la fièvre ardente 
Du pauvre solitaire et qui n’est pas de bois, 
Nulle n’est comparable à l’épouse inconstante. 
Femmes de chefs de gar’, c’est vous la fleur d’époi 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Quant à vous, messeigneurs, aimez à votre guise, 
En ce qui me concerne, ayant un jour compris 
Qu’une femme adultère est plus qu’une autre exquise, 
Je cherche mon bonheur à l’ombre des maris. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


A l’ombre des maris mais, cela va sans dire, 
Pas n’importe lesquels, je les tri’, les choisis. 
Si madame Dupont, d’aventure, m’attire, 
Il faut que, par surcroît, Dupont me plaise aussi ! 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…

.
Il convient que le bougre ait une bonne poire 
Sinon, me ravisant, je détale à grands pas, 
Car je suis difficile et me refuse à boire 
Dans le verr’ d’un monsieur qui ne me revient pas. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


Ils sont loin mes débuts où, manquant de pratique, 
Sur des femmes de flics je mis mon dévolu. 
Je n’étais pas encore ouvert à l’esthétique. 
Cette faute de goût je ne la commets plus. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Oui, je suis tatillon, pointilleux, mais j’estime 
Que le mari doit être un gentleman complet, 
Car on finit tous deux par devenir intimes 
A force, à force de se passer le relais. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Mais si l’on tombe, hélas ! sur des maris infâmes, 
Certains sont si courtois, si bons, si chaleureux, 
Que, même après avoir cessé d’aimer leur femme, 
On fait encor semblant uniquement pour eux. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
C’est mon cas ces temps-ci, je suis triste, malade, 
Quand je dois faire honneur à certaine pécore. 
Mais, son mari et moi, c’est Oreste et Pylade, 
Et, pour garder l’ami, je la cajole encore. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Non contente de me déplaire, elle me trompe, 
Et les jours où, furieux, voulant tout mettre à bas, 
Je cri’ : «La coupe est pleine, il est temps que je rompe !» 
Le mari me suppli’ : «Non, ne me quittez pas !» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière… 

.
Et je reste, et, tous deux, ensemble, on se flagorne. 
Moi, je lui dis : «C’est vous mon cocu préféré.» 
Il me réplique alors : «Entre toutes mes cornes, 
Celles que je vous dois, mon cher, me sont sacré’s.» 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère, 
Je suis derrière…


Et je reste et, parfois, lorsque cette pimbêche 
S’attarde en compagni’ de son nouvel amant, 
Que la nurse est sorti’, le mari à la pêche, 
C’est moi, pauvre de moi ! qui garde les enfants. 
Ne jetez pas la pierre à la femme adultère.
mesopotamian-art-08-300x267

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Χιουμοριστικό τραγουδάκι: Αν ήταν λίγο χαριτωμένη (Si seulement elle était jolie)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2016

(Απελπισμένα!) χιουμοριστικό  τραγουδάκι που ο Ζωρζ Μπρασένς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει και που κυκλοφόρησε αργότερα, όταν ο Γιώργης είχε φύγει , από τον Jean Bertola (1985), εδώ σε μια ερασιτεχνική προσπάθεια ελεύθερης απόδοσης στα ελληνικά. Σας θυμίζω και το παραπλήσιο ¨Μισογυνισμού εξαιρουμένου¨ που σας είχα, εξ ίσου ερασιτεχνικά, μεταφράσει/αποδώσει παλιότερα (εδώ).

i-antzelina-tzoli-ensarkonei-tin-pio-diasimi-magissa

To κείμενο στα γαλλικά

Si seulement elle était jolie

Si seulement elle était jolie
Je dirais: «tout n’est pas perdu.
Elle est folle, c’est entendu,
Mais quelle beauté accomplie!»
Hélas elle est plus laide bientôt
Que les sept péchés capitaux
Que les sept péchés capitaux

*

Si seulement elle avait des formes,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est moche c’est entendu,
Mais c’est Venus copie conforme.»
Malheureusement, c’est désolant,
C’est le vrai squelette ambulant
C’est le vrai squelette ambulant.

*

Si seulement elle était gentille,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est plate c’est entendu,
mais c’est la meilleure des filles.»
Malheureusement c’est un chameau,
Un succube, tranchons le mot
Un succube, tranchons le mot.

*

Si elle était intelligente,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est vache, c’est entendu,

Mais c’est une femme savante.»
Malheureusement elle est très bête
Et tout à fait analphabète
Et tout à fait analphabète.

*

Si seulement l’était cuisinière,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle est sotte, c’est entendu,
Mais quelle artiste culinaire!»
Malheureusement sa chère m’a
Pour toujours gâté l’estomac
Pour toujours gâté l’estomac.

*

Si seulement elle était fidèle,
Je dirais :»tout n’est pas perdu,
Elle m’empoisonne, c’est entendu,
Mais c’est une épouse modèle.»
Malheureusement elle est, papa,
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!
Folle d’un cul qu’elle n’a pas!

*

Si seulement l’était moribonde,
Je dirais: «tout n’est pas perdu,
Elle me trompe c’est entendu,
Mais elle va quitter le monde.»
Malheureusement jamais elle tousse:
Elle nous enterrera tous
Elle nous enterrera tous.

images (2)

Αν ήταν λίγο χαριτωμένη

magisa-650x250

Ας ήτανε χαριτωμένη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει κάπως σε γαρίδα

κι ας είναι πάντα γουρλωμένη.

Μα, ωιμέ, αυτό που φέρνει σοκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ

είναι που μοιάζει με μπουλντόγκ.

μπουλντόγκ2

                   Αν είχε και καμιά  καμπύλη                     

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

μπορεί να φέρνει σε πανίδα,

μα ‘χει για ¨πιάσιμο¨ την ύλη.

Μα, αλί, η εν λόγω δεσποινίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα

είναι σαν στέκα, σαν σανίδα!

άσχημη-πα-αιά-μάγισσα-κινούμενων-σχε-ίων-με-τη-σκεπτόμενη-φυσα-ί-α-52881602

Ας ήταν μόνο ευγενική

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας φέρνει σ’ οδοντογλυφίδα,

είναι τουλάχιστον σωστή.

Μα , ωιμέ, σε φτύνει σα γκαμήλα,

έχει μια μόνιμη ξινίλα

κι έχει το τακτ ενός γορίλα!

paper.2

Μόνο να ήταν έξυπνη

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα,

ας σου θυμίζει τον Αττίλα,

είναι τουλάχιστον σοφή.

Μα, ωιμέ, από γράμματα μηδέν

και από πνεύμα γκαζοζέν

και από πνεύμα γκαζοζέν!

20060924_223207_Atilla

Ας ήξερε να μαγειρεύει

και θα ‘λεγα: υπάρχει ελπίδα

κι ας είναι ξύπνια σαν οβίδα,

στην κατσαρόλα σε μαγεύει.

Μα, ωιμέ, με λίπη και με πάχη

μου καταστρέφει το στομάχι

μου ‘χει διαλύσει το στομάχι!

images (3)

Να ‘ταν τουλάχιστον πιστή

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα,

ας με φλομώνει στη θερμίδα

δεν είναι καμιά κουνιστή.

Μα αλίμονο: σ’ όποιον αντέχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει

κουνάει τον κώλο που δεν έχει!

αρχείο λήψης

Στον τάφο αν είχε το να πόδι,

θα ‘λεγα πως υπάρχει ελπίδα

κι ας μ’ απατάει σαν βακχίδα

με κάθε Πάνα τραγοπόδη

Ωιμέ, μα όλους του διαβόλους,

αυτή θε να μας θάψει όλους

αυτή θε να μας θάψει όλους!

54-cebf-ceb3ceb9ceb1cf84cf81cf8ccf82-cf84ceb7cf82-cf80ceb1cebdcf8ecebbceb7cf82-cf87ceb1cf81ceb1cebacf84ceb9cebacf8c-cf84cebfcf85-cf80

*

Με τον Bertola

Μία ανάγνωση

Κι επειδή οι αρσενικές κακίες υποκρύπτουν συνήθως αγάπη ή ζήλεια, ιδού και ένα ελληνικό (παλιότερο) τραγουδάκι του Γιώργου Οικονομίδη: ¨Ζήλεια¨ ( Οικονομίδης Γ. , Ανύσιος Μ. 1946 – εισβολή του σουίνγκ στην Ευρώπη)

Ο Οικονομίδης 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά V, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας…

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2016

images

Για τα πολιτικά, σώνει και καλά, αν μουρμουράτε

αν και, πώς να το πω, την όρεξη μου  χαλάτε…

αντε, μιλήστε και γι αυτά, δεν βγάζω το κουμπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

ΚΑΤΩ! της μούσας του έρωτα κάθε κομπογιαννίτης

κι όσοι  τον κώλο γλύφουνε της Θείας Αφροδίτης

και κάτι αρτίστες που κολλάν σαν να τανε τσιμπούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ήμουν ως χτες ειρηνιστής σε όλη τη ζωή μου.

Δεν ήμουν διόλου τσαμπουκάς, μα  έτυχε η δική μου

ναναι καργιόλα ολίγον τι και όχι κελεπούρι.

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

stoli_71024-600x600Ήτανε λέει ορφανό και κόκκινα φορούσε,

είπε θα πάει στη γιαγιά,  που μοναχή της ζούσε,

με τόση δα κοντή ποδιά, στο στόμα γλειφιτζούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Περίμενα τη νύχτα κι όλη την άλλη μέρα,

περίμενα ένα χρόνο και ακόμη παραπέρα,

κανένα λύκο αντάμωσε, μου φαίνεται, λιγούρη…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

B 36489

Αυτό το μούτρο, ο Έρωτας, τρελαίνεται για πλάκες

τα βέλη φαρμακώνει ευθύς και ψάχνει να βρει βλάκες

κι είναι φαρμάκι ζόρικο, δεν ειναι κανναβούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Κι όπως συμβαίνει που και που κάτω απ’  τα πέταλά της

η μαργαρίτα έχει σκορπιούς κι αράχνες της απάτης·

λάγνα οχιά απαίσια και ατίθασο μαμούρι…

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

.

Ο έβδομος ο ουρανός στην κεφαλή μου αν πέσει 

και η απελπισία μου στον τάφο αν θα βρει θέση  

Ένα μονάχα θα σας πω πριν  το αιώνιο χουζούρι:

Πείτε γι αγάπη και θα φάτε γροθιά στη μούρη!

Μ’ όλο το σεβασμό μου για σας.

***

0

Εδώ από τον Μπρασένς

Εδώ στα Ρωσικά

…και μία ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα…

Sauf le respect que je vous dois 

Si vous y tenez tant parlez-moi des affaires publiques 
Encor que ce sujet me rende un peu mélancolique 
Parlez-m’en toujours je n’vous en tiendrai pas rigueur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Fi des chantres bêlant qui taquine la muse érotique 
Des poètes galants qui lèchent le cul d’Aphrodite 
Des auteurs courtois qui vont en se frappant le c?ur 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Naguère mes idées reposaient sur la non-violence 
Mon agressivité je l’avait réduite au silence 
Mais tout tourne court ma compagne était une gueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ancienne enfant trouvée n’ayant connu père ni mère 
Coiffée d’un chap’ron rouge ell’ s’en fut ironie amère 
Porter soi-disant une galette à son aïeule 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Je l’attendis un soir je l’attendis jusqu’à l’aurore 
Je l’attendis un an pour peu je l’attendrais encore 
Un loup de rencontre aura séduite cette fugueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Cupidon ce salaud geste qui chez lui n’est pas rare 
Avait trempé sa flèche dans le curare 
Le philtre magique avait tout du bouillon d’onze heures 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Ainsi qu’il est fréquent sous la blancheur de ses pétales 
La marguerite cachait une tarentule un crotale 
Une vraie vipère à la fois lubrique et visqueuse 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois 

Que le septième ciel sur ma pauvre tête retombe 
Lorsque le désespoir m’aura mis au bord de la tombe 
Cet ultime discours s’exhalera de mon linceul 
Parlez-moi d’amour et j’vous fous mon poing sur la gueule 
Sauf le respect que je vous dois

redridinghood2-ipop.gr_-600x600

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Άνοιξιάτικο ΙΙ

Posted by vnottas στο 17 Μαΐου, 2016

DSCN0918

Άνοιξη, Άνοιξη,

της ζωής και των ε-

ρωτευμένων γιορτή

Άνοιξη, Άνοιξη,

κι οι καρδιές παίρνουν χρώμα

απ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο  ή μία

ματιά τρυφερή

θα γελάνε οι νιες

και παντού θα σκορπάνε

φιλιά κι αγκαλιές

.

Κι όταν οι νύμφες

θα μοιράζουν φιλιά

σαν αγκινάρα

θ’ ανοίγει κάθε καρδιά

Κι όταν τα αγόρια

σα σπίρτα θα παίρνουν φωτιά

      να που οι ελπίδες      

        θα ζωντανέψουν ξανά      

*

Άνοιξη Άνοιξη

λουλουδιών, εραστών,

ποιητών, άφιξη

Άνοιξη Άνοιξη

της καρδιάς, της χαράς,

της γητειάς έκρηξη

Άνοιξη λιμπιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μεταμορφωθεί

 όλη η Πόλη σε μία

 μεγάλη γιορτή

.

Κοίτα την  Πόλη

μοιάζει  λιβάδι χλωρό

μ’  ένα αγάπης κοπάδι

κι αλλοπαρμένο βοσκό

Κοίτα την Πόλη

μοιάζει χωριό σε χαρά,

που στον ήλιο γιορτάζει

του έρωτα τη σπορά

*

Ανοιξιά- τικη  αυγή

κι η καρδιά στης χαράς

τα περβόλια θα βγεί,

μ’ ανοιξιά- τικη ορμή

      της   αγάπης το άσπρο         

 κρασί  να γευτεί

  Άνοιξη πλουμιστή,  

για έναν όρκο ή μία

ματιά τρυφερή

θα μετάμορφωθεί

σε  Ελπίδας γιορτή,  

με τη μια, όλη η Γη

.

Δες αυτό το θαύμα

ειν’  το μοναδικό

π’ ακόμη κάποιος προσφέρει

χωρίς παρακαλετό

Δες αυτό το θαύμα

θαύμα εαρινό

ζησ’ το όσο κρατάει

για φέτος θα  ‘ν το στερνό

*

Άνοιξη Άνοιξη

τη ζωή ξαναβάφουμε ΄

μ’ άσπρο κρασί

Άνοιξη, Άνοιξη

των θεών και των ε-

ρωτευμένων, γιορτή…

Άνοιξη, Άνοιξη, Άνοιξη…

Ζακ Μπρελ  Au printemps

κι

*

Ανάγνωση

*

17 του Μάη. Είναι ακόμη (για λίγο) Άνοιξη και έτυχε να πέσω πάνω στο (ομώνυμο) τραγούδι του Ζακ Μπρελ (Au printemps) και είπα να κάνω μια ακόμη απόπειρα (από τις γνωστές: απόδοση στα ελληνικά κατά το δυνατό τραγουδίσιμη).

Βέβαια ¨printemps¨ είναι μια λέξη δισύλλαβη και τονίζεται στη λήγουσα, ενώ η ωραία Άνοιξη, ως γνωστόν, όχι μόνον πλειοδοτεί σε συλλαβές αλλά και προτιμά να οξύνει την προπαραλήγουσα. Έτσι η απόπειρα ήταν ευθύς εξ αρχής κάπως ζόρικη. Ευτυχώς οι τραγουδιστικές (μελοποιημένες) εκδοχές δεν αποστρέφονται εντελώς τις τονικές διαστροφές και ανακαινίσεις και έτσι δεν  ¨ανασχέθηκα¨ παρά για πολύ λίγο. Παραπάνω, το προϊόν της μη ανάσχεσης στα ελληνικά, παρακάτω το original, στη γαλλική.

Σημείωση  1. Όταν στο γνήσιο κείμενο υπάρχουν επαναλαμβανόμενες στροφές, ο αποδίδων έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές και ο τραγουδών-ούσα μπορεί να διαλέξει (απορρίψει) κατά βούληση.

Σημείωση 2. Σχετικά με στίχους για την Άνοιξη, σας θυμίζω και το παλιότερο ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου (εδώ)

DSCN0926

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Toutes les filles
Vous donneront leurs baisers
Puis tous leurs espoirs
Vois tous ces coeurs
Comme des artichauts
Qui s’effeuillent en battant
Pour s’offrir aux badauds
Vois tous ces coeurs
Comme de gentils mégots
Qui s’enflamment en riant
Pour les filles du métro
*
Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant

Tout Paris
Se changera en baisers
Parfois même en grand soir
Vois tout Paris
Se change en pâturage
Pour troupeaux d’amoureux
Aux bergères peu sages

Vois tout Paris
Joue la fête au village
Pour bénir au soleil
Ces nouveaux mariages

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps
Pour une fleur un sourire un serment
Pour l’ombre d’un regard en riant
Toute la Terre
Se changera en baisers
Qui parleront d’espoir
Vois ce miracle
Car c’est bien le dernier
Qui s’offre encore à nous
Sans avoir à l’appeler
Vois ce miracle
Qui devait arriver
C’est la première chance
La seule de l’année

*

Au printemps au printemps
Et mon coeur et ton coeur
Sont repeints au vin blanc
Au printemps au printemps
Les amants vont prier
Notre-Dame du bon temps
Au printemps

Au printemps
Au printemps
DSCN0927

 

 

Posted in Μπρελ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μελαγχολικό φεγγάρι

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2016

13-fascinantes-curiosidades-sobre-la-Luna-llena-que-debes-conocer-ya-mismo

Μικρό διάλειμμα αφιερωμένο σ’ ένα παλιό τραγουδάκι (γραμμένο από τους Richard Rodgers και Lorenz Hart, Ν.Υ., 1934).

Οι στίχοι του λίγοι, απλοί και η μελωδία του από εκείνες που δεν ξεχνιούνται.

Τη δεκαετία του εξήντα, ανανεωμένο από τους The Marcels, δεν έλειπε σχεδόν από κανένα αθηναϊκό εφηβικό πάρτι (στα σπίτια με τα μωσαϊκά δεν είχε μόνο λαϊκά…)

490e77d6239e7fc7b2267d2a3dd2d810

Blue moon

Blue moon you saw me standing alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own
*

Blue moon, you knew just what I was there for
You heard me saying a prayer for
Someone I really could care for
*

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will ever hold
I heard somebody whisper «Please adore me»
And when I looked, the moon had turned to gold!

*
Blue moon!
Now I’m no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

***

Με τον Nat King Cole

nat-king-cole-wallpaper_158187-1280x800

*

Με τους  The Marcels

61abZNRg+TL

*

Πρώτη εκτέλεση το 1936 από τον Al Bowlly

images (6)

***

Μελαγχολικό φεγγάρι (προσαρμογή στα ελληνικά)

 Ξανά

 στους άδειους δρόμους γυρνώ

μ’ ένα φεγγάρι χλωμό

παρέα στον ουρανό

*

Ξανά

μονάχος μου περπατώ

κι  απ’ το φεγγάρι ζητώ

στη μοναξιά γιατρικό

*

και τότε ξάφνου προβάλλει μπροστά μου

             η οπτασία που χρόνια ποθώ               

μου ψιθυρίζει πως θα μείνει κοντά μου

και το φεγγάρι γυρνά πάλι χρυσό

*

Ποτέ

δε θα ‘μαι πια μονάχος

με τα όνειρά μου θαμπά

και την καρδιά δίχως φως

***

Ανάγνωση

Alla-luna

Posted in ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο μικρός Έρως μας γράφει κανονικά και την κάνει γι αλλού με μικρά πηδηματάκια (Cupidon s’en fout)

Posted by vnottas στο 5 Μαΐου, 2016

τλο

Αγάπη, αν θες, η σχέση μας να γίνει

στ’ αλήθεια δε χρειάζονται πολλά

φτάνει η Αφροδίτη να εγκρίνει

κι αρκεί ο Έρως να μη μας ξεχνά

να φεύγει και αλλού να τριγυρνά

*

Μα είναι μέρες που ο Έρως άλλα θέλει

και άλλες που τις μύγες κυνηγά

που στομωμένα τού ‘μειναν τα βέλη

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

κι αδιάφορος το δρόμο του τραβά.

*

Τώρα σ’ άλλους χαζούς ψάχνει τη λεία

άλλους στοχεύει σώνει και καλά

με τις σαΐτες και τα άλλα του εργαλεία

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

μας γράφει, μοναχούς μας παρατά.

*

Χωρίς αυτόν ν’ αρχίσω με τη μία

-είπα- εκεί στης χλόης την δροσιά

Χάνεις την αρετή εσύ -όχι την ψυχραιμία,

είναι φορές που ο Έρως προσπερνά

χωρίς να αφήσει ίχνη πουθενά.

*

Μου επέτρεψες να σου τα κάνω όλα,

μα ήταν τα φυλλοκάρδια σου κλειστά

δεν λάμψανε φωτιές  στα φλογοβόλα

είναι φορές που ο Έρως μας ξεχνά

καημούς ν’ ανάψει σ’ άλλους προτιμά.

*

Ξεφύλλισα ξανά τη μαργαρίτα

ήρθε δέκα φορές ¨δε μ’ αγαπά¨

το ειδύλλιό μας γνώρισε την ήττα

είναι φορές που ο Έρως ξεγελά 

φουρκίζεται και μας παραπλανά.

*

Στο δρόμο αν τη βρείτε, επιτυχία

σας εύχομαι αδέλφια και χαρά

κι αν έχασα εγώ την ευκαιρία,

ο άστοχος ο Έρως να ‘ν καλά

που φεύγει και που μας περιγελά.

Χωρίς τίτλο

Μία ανάγνωση

Εδώ παραπάνω μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά του τραγουδιού για τον μικρό θεό Έρωτα, όπως τον περιγράφει ο Μπρασένς στο ¨Cupidon s’en fout¨. Με τον ¨μικρό Έρωτα¨ φτάνουμε στα 39 τραγούδια του τροβαδούρου που ως τώρα προσπάθησα να προσαρμόσω στη γλώσσα μας με τρόπο ώστε να μπορούν λίγο πολύ να τραγουδηθούν (στο μπάνιο -για τα υπόλοιπα τραγούδια κλικ στις ¨κατηγορίες¨, εδώ δεξιά). Οι ¨αναγνώσεις¨ γίνονται πάντα με επίκληση στο ¨συμπάθιο¨  και μόνο για να επαληθευθεί αν όντως οι συλλαβές της απόδοσης χωράνε στη μελωδία.

Εδώ με τον Georges Brassens

Εδώ στα Ρωσικά

Cupidon s’en fout

Pour changer en amour notre amourette,
Il s’en serait pas fallu de beaucoup,
Mais, ce jour là, Vénus était distraite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Des jours où il joue les mouches du coche.
Où elles sont émoussées dans le bout,
Les flèches courtoises qu’il nous décoche,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Se consacrant à d’autres imbéciles,
Il n’eu pas l’heur de s’occuper de nous,
Avec son arc et tous ses ustensiles,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On a tenté sans lui d’ouvrir la fête,
Sur l’herbe tendre, on s’est roulés, mais vous
Avez perdu la vertu, pas la tête,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Si vous m’avez donné toute licence,
Le coeur, hélas, n’était pas dans le coup;
Le feu sacré brillait par son absence,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

On effeuilla vingt fois la marguerite,
Elle tomba vingt fois sur «pas du tout».
Et notre pauvre idylle a fait faillite,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

Quand vous irez au bois conter fleurette,
Jeunes galants, le ciel soit avec vous.
Je n’eus pas cette chance et le regrette,
Il est des jours où Cupidon s’en fout.
Il est des jours où Cupidon s’en fout.

brassens99

Μία ακόμη ανάγνωση 

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Από τους ¨πρόθυμους¨, να με αφήσετε εκτός

Posted by vnottas στο 23 Μαρτίου, 2016

WOLFS

Πλουραλιστικό

Όταν  αρνήθηκα ξανά να ενταχτώ

μου παν’: ¨Αγαπητέ, είστε με τους ΄αλλιώς΄¨.

Ναι καλά, μα εγώ δε μπορώ ¨οπαδός¨  

παρωπίδες και γκέμια ξανά να ζευτώ.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

απ’ τους  εθελοντές, 

αφήστε με εκτός.

*

Θεέ μου τι λιτανείες και τι διαδρομές

διαδηλώσεις πορείες μα και συμπλοκές

τι ομάδες, τι καυγάδες, κλίκες και μεταλλαγές

σέχτες, φράξιες παρασυναγωγές!

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους  ζηλωτές, 

αφήστε με εκτός.

*

Ήταν μια καλή Ιδέα και ωραία και σπουδαία

έρωτας κεραυνοβόλος – δε χωρά αναβολή

όλοι μας ευτυχισμένοι, την νομίζαμ’ αναγκαία

πέσαμ’ έξω γιατί ήμασταν ίσως πολλοί.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους πρόθυμους,

αφήστε με εκτός.

*

Καθαρά θα το πω, δε μπορώ τις φαμφάρες

σιγανό, προτιμώ, τραγουδάκι να πω

θορυβείτε εσείς φωναχτά, άρες μάρες

ήχο έχω εγώ επαναστατικό.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

από τους χορωδούς,

αφήστε με εκτός.

*

Αν για μια αγκαλιά πρέπει να ‘μαστε δέκα

προτιμώ μοναχός να παρηγορηθώ

τις παρτούζες σνομπάρω προτιμώ μια γυναίκα

-κι ο οβελίσκος  κοντάρι ειν’ μονολιθικό-.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

απ’ το μάτσο τους φαλλούς,

αφήστε με εκτός.

*

Τους νεκρούς σ’ εκατόμβες δε ζηλεύω σας λέω

και να φύγω μονάχος ειλικρινά προτιμώ 

για μια βόλτα στον Άδη από μόνος μου πλέω

και το φέρετρο θέλω μοντέλο μονό.

.

Η αγέλη, σας λέω, πως δε χρησιμεύει

από τρεις παραπάνω θα ειν’ συρφετός.

Οτιδήποτε  άλλο να πω περιττεύει:

απ’ το μάτσο τα οστά,

αφήστε με εκτός.

demonstration

Το ¨πλουραλιστικό¨από τον Ζορζ Μπρασένς

Μία ανάγνωση

Έχουμε καιρό να ταξιδέψουμε με τον καπετάν Γιώργη (Μπρασένς), αλλά να που σήμερα θα τον ακούσουμε, μαζί με μια ακόμη προσπάθεια απόδοσης των στίχων του στα ελληνικά που σας ετοίμασα. Αυτή τη φορά πρόκειται για το Le pluriel.

mod_article24789717_1

Μικρές σχετικές σημειώσεις:

 α. άφησα εκτός απόδοσης την αναφορά στον Prévert (στο τέλος της τρίτης στροφής), βασικά  για να αποφύγω να ¨φορτώσω¨ το κείμενο με υποσημείωση.

β. για λόγους καθαρά μετρικούς (και για να μειώσω τις χρειαζούμενες συλλαβές ώστε το κείμενο να χωράει στη μουσική) μείωσα τον αριθμό των (κατά τον Μπρασένς) ελαχίστων για να μην έχουμε ¨αγέλη¨,  από τέσσερεις σε τρεις (κέρδισα 2 συλλαβές),  και τον αριθμό  των μελών της αναφερόμενης ¨παρτούζας¨ από δώδεκα σε δέκα (κέρδισα μία).

γ. Η δεύτερη στροφή χρησιμεύει ως ρεφρέν και τραγουδιέται (με ελάχιστες αλλαγές στον τέταρτο στίχο) μετά από κάθε μία απ’ τις άλλες.

δ. Η απόδοση είναι «ελεύθερη» και δε φιλοδοξεί άλλο από το να δώσει μια εκδοχή αυτών που μπορεί να προσλάβει κανείς ακούγοντας Μπρασένς

Le pluriel

«Cher monsieur, m’ont-ils dit, vous en êtes un autre»,
Lorsque je refusai de monter dans leur train.
Oui, sans doute, mais moi, je fais pas le bon apôtre,
Moi, je n’ai besoin de personne pour en être un.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les noms des partants on ne verra pas le mien.

Dieu! que de processions, de monômes, de groupes,
Que de rassemblements, de cortèges divers, –
Que de ligues, que de cliques, que de meutes, que de troupes!
Pour un tel inventaire il faudrait un Prévert.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les cris des loups on n’entend pas le mien.

Oui, la cause était noble, était bonne, était belle!
Nous étions amoureux, nous l’avons épousée.
Nous souhaitions être heureux tous ensemble avec elle,
Nous étions trop nombreux, nous l’avons défrisée.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Parmi les noms d’élus on ne verra pas le mien.

Je suis celui qui passe à côté des fanfares
Et qui chante en sourdine un petit air frondeur.
Je dis, à ces messieurs que mes notes effarent:
«Tout aussi musicien que vous, tas de bruiteurs!»

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Dans les rangs des pupitres on ne verra pas le mien.

Pour embrasser la dame, s’il faut se mettre à douze,
J’aime mieux m’amuser tout seul, cré nom de nom!
Je suis celui qui reste à l’écart des partouzes.
L’obélisque est-il monolithe, oui ou non?

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des phallus on ne verra pas le mien.

Pas jaloux pour un sou des morts des hécatombes,
J’espère être assez grand pour m’en aller tout seul.
Je ne veux pas qu’on m’aide à descendre à la tombe,
Je partage n’importe quoi, pas mon linceul.

Le pluriel ne vaut rien à l’homme et sitôt qu’on
Est plus de quatre on est une bande de cons.
Bande à part, sacrebleu! c’est ma règle et j’y tiens.
Au faisceau des tibias on ne verra pas les miens.

122122-273915

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δωδέκατο. Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Κεφάλαιο δωδέκατο

Όπου η ημέρα τελειώνει, ο Εύελπις επιστρέφει στο κατάλυμά του και ο Οινοκράτης ταξιδεύει στο βασίλειο της Λήθης

MEANDOS-Ηρακλής

Δεν έχω χρόνο να σημειώσω λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν σήμερα. Ας πω μόνον ότι αισθάνομαι ικανοποιημένος, γιατί έγιναν αποφασιστικά βήματα για να διαλευκανθεί η υπόθεση της εισβολής στο θησαυροφυλάκιο. Και όχι μόνο. Έχουν προκύψει κι άλλα πράγματα, άλλες πληροφορίες, τη σημασία των οποίων πρέπει να κρίνει ο προϊστάμενός μου.

Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία κι εγώ πρέπει τώρα να τα καταγράψω μαζί με τα βασικά συμπεράσματα. Αύριο, αφού πάρω την έγκριση του Καλλισθένη, πρέπει να στείλω συνεκτική αλλά σαφή έκθεση των γεγονότων προς το συμβούλιο των εταίρων στην Περσέπολη,  μέσω του Ευμένη. Αυτού του τύπου οι αναφορές καλό είναι να γίνονται  χωρίς χρονοτριβή. Αλλιώς ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να κατηγορηθείς ότι καθυστερείς εσκεμμένα και άντε μετά να ξεμπλέξεις… (είναι πια επιβεβαιωμένο ότι οι καλοθελητές δεν λείπουν).

Έδωσα ήδη εντολή στον Ευρυμέδοντα να είναι έτοιμος για αναχώρηση αύριο κιόλας, νωρίς το πρωί.

Όμως δε μπορώ να εμποδίσω μια συνεπαγόμενη σκέψη που αναδύεται και με αναστατώνει: αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψει στη Περσέπολη και η μικρή ακόλουθος. Όχι πως με ενδιαφέρει το διασκεδαστικό Πουλχερίδιον, αλλά η εσπευσμένη επιστροφή της σημαίνει ότι πρέπει να γράψω με διαύγεια, με πειστικότητα, με αγάπη, αλλά και με ευγνωμοσύνη στην Θαΐδα. Απόψε.

Θα ‘θελα να είμαι πιο ξεκούραστος. Θα ‘θελα να μπορώ να έχω χρόνο για να εκφράσω πειστικά ένα σωρό συναισθήματα και αποχρώσεις που ακόμη δεν έχω βάλει σε αρκετή τάξη ώστε να μπορώ να τις εξωτερικεύσω με λίγες γραπτές φράσεις. Θα ‘θελα να μπορώ να της μιλήσω από κοντά, θα ‘θελα να της μιλώ και να παρακολουθώ το  ωραίο της πρόσωπο, να διαβάζω εκεί όσα τα δικά της λόγια δεν θα μου πουν. Θα ‘θελα  να την κάνω να καταλάβει ότι για μένα ήταν, είναι και θα είναι σημαντική.

Ίσως θα έπρεπε όλα αυτά, απλώς, να τα έχω ήδη κάνει, καιρό πριν.

Έστω, αλλά απόψε πρέπει να της γράψω. Αμέσως μετά τη σύνταξη του σκελετού της αναφοράς.

Παρά τη κούραση, με περιμένει ξενύχτι και διαισθάνομαι ότι μόνο ο Οινοκράτης με τα θαυματουργά του αφεψήματα μπορεί να με βοηθήσει.

Ας πω με την ευκαιρία ότι σήμερα ο Οινοκράτης με εξέπληξε ακόμη μια φορά. Θετικά. Όχι, βέβαια γιατί ξεπετάχτηκε μπροστά μου μαζί με τον αστείο φίλο του μέσα στο θησαυροφυλάκιο, εκεί που δεν τον περίμενα και παρά λίγο να τον τρυπήσω με το σπαθί μου, αλλά γιατί ακόμη μια φορά αυτοσχεδίασε και πήρε πρωτοβουλίες που έφεραν αποτελέσματα. Και εδώ που τα λέμε δεν δίστασε να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Αν τον έπιαναν οι ένοπλοι του τεμένους, το λιγότερο θα τον έσπαζαν στο ξύλο, για να μη πω τι θα μπορούσε να του συμβεί αν οι σωματοφύλακες του Άρπαλου έπαιρναν χαμπάρι ότι τους παρακολουθεί.  Ήταν γενναίος και κατά συνέπεια τυχερός: όχι μόνο βρήκε διέξοδο από τη φωλιά των συνωμοτών, αλλά και ανακάλυψε το σημείο από το οποίο εισέβαλαν στο θησαυροφυλάκιο οι μαυροφόροι και απ’ όπου, στη συνέχεια, απέδρασαν οι επιζήσαντες.

Greek-Persian_duel

Τον Οινοκράτη πρέπει να τον αξιοποιήσουμε καλύτερα.  Μετά το δείπνο, που ζήτησα κατ’ εξαίρεση να κάνουμε απόψε όλοι μαζί, (εγώ, οι δύο φιλοξενούμενοι, ο Οινοκράτης και ο χοντρουλός ντόπιος φίλος του) του έδωσα τα συγχαρητήριά μου για τις πληροφορίες, καθώς και για την ανακάλυψη της υπόγειας σύνδεσης του Θησαυροφυλακίου με τον λαβύρινθο του υπεδάφους. Μου απάντησε ότι στεναχωρήθηκε που δε μπόρεσε ν’ ακούσει (¨γαμώ το¨ είπε, ¨είχα και τον φίλο μου για τη μετάφραση μαζί!¨) τι έλεγαν στην περίφημη αυτή ¨συγκέντρωση¨.

Του είπα ότι αυτά που κατάφερε ήταν υπεραρκετά και τον ρώτησα πώς αλλιώς θα μπορούσα να τον ανταμείψω. Μου απάντησε πως  αυτού του είδους τα καθήκοντα τα ευχαριστιέται και ότι του αρκεί να είναι μου χρήσιμος.

Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω γι αυτόν στο μέλλον, ευτυχώς θυμήθηκα ότι υπάρχει κάτι που του αρέσει και που θα μπορούσα να του το προσφέρω άμεσα. Πήρα από το συρτάρι με τη γραφική ύλη το κλειδί που είχα κρύψει εκεί, ξεκλείδωσα το κατάλληλο φοριαμό, βρήκα τον αμφορίσκο με το προσφιλές του ντόπιο ποτό και του το επέστρεψα.

Χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά και με ρώτησε αν θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια πρόποση. Του υπενθύμισα ότι αν θέλει να τσουγκρίσουμε τους κύλικές μας, είναι προτιμότερο να μου φτιάξει κάτι που να με κρατήσει ξύπνιο. Απευθύνθηκε στους άλλους παρόντες, αλλά ατύχησε. Ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον εν όψει και της αυριανής τους αναχώρησης είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς, ενώ ο στρουμπουλός φίλος του είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει στραβοβολεμένος στην κόγχη ενός γωνιακού πάγκου.

Ο Οινοκράτης τράβηξε μια γερή γουλιά στην υγειά μου και εξαφανίστηκε στον χώρο παρασκευής εδεσμάτων για να μου ετοιμάσει  το θαυματουργό του ενεργειακό ελιξίριο.

***

aee9b-_

Εκείνο το βράδυ ο πολυπράγμονας (μεταξύ άλλων χαχομοπαραγωγός και χαχομοκαταναλωτής) Οινοκράτης ονειρεύτηκε. Ήταν κι αυτό ένα ενύπνιο κάπως περίεργο. Ιδού πως το διηγήθηκε στο Πουλχερίδιο, μόνο σ’ αυτό, όταν το ξεμονάχιασε για λίγο το επόμενο ξημέρωμα, λίγο πριν την αναχώρησή της για την Περσέπολη.

Είδα που λες Πουλχερίδιον, ότι ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και δε θυμόμουνα ούτε ποιος είμαι, ούτε πού είμαι, ούτε γιατί είμαι. Καλά, αυτό το τελευταίο δε το ξέρω ούτε τώρα, αλλά που θα πάει, με τόσους φιλόσοφους που συναναστρέφεται ο αφέντης μου, αργά η γρήγορα θα καταφέρω να το μάθω.

Ήμουνα που λες σ’ έναν παράξενο τόπο, ούτε θαμπό, ούτε ομιχλώδη όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρά μου, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά διαυγή, χρωματιστό και συγκεκριμένο. Κάπως σαν η πραγματικότητα να ήταν ένα τεράστιο ψηφιδωτό και να την είχε σχεδιάσει, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ένας υπερβολικά επιμελής ζωγράφος με δισεκατομμύρια λαμπερές ψηφίδες.

Ήμουν σε κάτι σαν μεγάλη πλατεία. Είχε και λίγα δέντρα εδώ κι εκεί με μια πινακίδα φυτεμένη μπροστά σε καθένα απ’ αυτά πρέπει να αναγραφόταν εκεί το όνομά τους, κάτι σαν επιτάφια επιγραφή, σαν να ήταν τα τελευταία του είδους τους.

αρχείο λήψης

Σ’ αυτόν τον κόσμο συνέβαιναν πράγματα απίθανα.

Γύρω μου κυκλοφορούσαν άνθρωποι πολλοί… ο καθένας μόνος του.

 Άνθρωποι; Τι λέω; Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν. Σου είπα, δε θυμόμουνα τίποτα, κενό! Η μνήμη μου ήταν σαν άμμος. Άμμος ακίνητη, όπου όσο κι αν έσκαβα δεν έβρισκα  τίποτα!

Τους κοίταξα πιο προσεκτικά και μου φάνηκε πως είναι θεοί. Μόνο που δε φανταζόμουνα πως οι θεοί είναι τόσοι πολλοί! Τους είχα για λιγότερους.

Μη γελάς Πουλχερίδιον, έχω ξαναδεί θεούς στον ύπνο μου. Κάπως αλλιώτικους.

Κοίτα, αυτοί εδώ φορούσαν ρούχα πολυτελή και πολύχρωμα άνδρες και γυναίκες -δύσκολο να τους ξεχωρίσεις- όλοι πάνω κάτω τα ίδια. Κι έπειτα είχαν άρματα τετράτροχα, που πήγαιναν μόνα τους, χωρίς άλογα ή άλλα ζώα… Και, άκου να δεις:  αντί για άλογα μερικοί ίππευαν δύο ενωμένους τροχούς, όχι δίπλα δίπλα, όπως στα δικά μας κάρα, αλλά ο ένας τροχός μπροστά και ο άλλος πίσω! Κι όμως, μ’ ένα μαγικό τρόπο αυτές οι δίτροχες κατασκευές έστεκαν όρθιες και είχαν κι αναβάτες… Και μάλιστα έτρεχαν!

mobile

Ένα άλλο πράγμα που μου φάνηκε αλλόκοτο ήταν πως σχεδόν όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μικρά πλατιά κυτία. Σ’ αυτά τα μικρά κυτία απευθύνονταν και μιλούσαν. Ναι, τους μιλούσαν με όλων των ειδών τις εκφράσεις: αδιάφορα, έντονα, χαμογελαστά, άγρια, εμπιστευτικά, μελιστάλαχτα, απειλητικά, κρύα, ένθερμα, με υπονοούμενα, με ζέση, με καημό, με…Τέλος πάντων μου φάνηκε ότι, αν και αυτά τα όντα μισούσαν τις συντροφιές και τις παρέες και ο ένας άφηνε τον άλλο παγερά αδιάφορο, με το κουτάκι είχαν σχέσεις συναισθηματικές!

¨Τι υποκατάστατο!¨,  είπε μια φωνή μέσα μου και μετά εγώ είπα: ¨Ας είναι ο, τι θέλουν. Θα τους μιλήσω¨.

Προσπάθησα.

Δεν πήρα καμία απάντηση. Μερικοί με αντιμετώπισαν σαν να μην άξιζα καμία προσοχή, καμία σημασία. Μερικοί δε με πρόσεξαν καν. Καναδύο μου επέδειξαν το κουτάκι τους πάνω στο οποίο φωσφόριζαν κάτι διασταυρούμενες γραμμές, λες κι αυτό θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: πού είμαι; Μετά αδιαφόρησαν κι αυτοί.

Δεν ήξερα τι να κάνω Πουλχερίδιον, αλλά όπως (αν δεν ξέρεις) θα μάθεις, ο Οινοκράτης διαθέτει υπομονή και επιμονή αρκετή για να βγάζει πέρα όταν είναι ξύπνιος σκέψου τι μπορεί να κάνει όταν ονειρεύεται!

Σκέφτηκα ότι αυτοί εδώ οι τύποι δε μιλάνε μεταξύ τους, γιατί τους απαντάει σε όλα το κουτί! Ίσως πιο έγκυρα! Ίσως πιο έγκαιρα!

Ίσως θα μπορούσε να απαντήσει και σε μένα!  Οπότε… picture-001

Οπότε, το έκλεψα!

Ποιο; Μα το κουτάκι. Ήταν ένας που καθόταν λίγο παρακεί σ’ ένα δημόσιο κάθισμα, στην πλατεία. Τον πήρε ο ύπνος μετά το τέλος μιας ατέλειωτης συνομιλίας με το κυτίο. Πλησίασα ανάλαφρος και το έβγαλα απαλά από το θυλάκιο του αμπέχονού του.

Μετά το ‘βαλα στα πόδια και χώθηκα σ’ ένα άλσος με ανώνυμους ασθενικούς θάμνους, δίπλα στην πλατεία. Σταμάτησα μόνον όταν μου φάνηκε πως είμαι αρκετά απαρατήρητος, αν όχι μόνος.

 

Το κυτίο ήταν μια σπιθαμή μικρό και είχε πάνω του παράξενα χρωματιστά σχέδια. ¨Πού είμαι;¨ του λέω. Τίποτα αυτό. ¨Τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί αυτοί εδώ μιλάνε μόνο με σένα; Γιατί δε μου μιλάς;  Το ξέρω πως μπορείς να μιλάς, σε πήρε τ’ αυτί μου προηγουμένως που μίλαγες…¨

Πήρα να πασπατεύω τις δύο πλατιές του επιφάνειες. Η μία ήτανε λεία. Η άλλη πάνω της είχε μικρές ανεπαίσθητες ανωμαλίες. Ξαφνικά, αυτό το ορθογώνιο πλακίδιο, ας το πούμε έτσι, άρχισε να ηχεί και να χοροπηδάει μεσ’ στα χέρια μου. Μού ήρθε κόλπος και δε ξέρω πώς και δεν ξύπνησα!

Θα ξυπνούσα σίγουρα, αν δεν αισθανόμουν κάτι το απαλό, το καθησυχαστικό, να αγγίζει το χέρι μου! Σήκωσα τα μάτια από το αναθεματισμένο κουτί.

250px-Mnemosyne_(color)_Rossetti

Μια γυναίκα, μια θεά, στεκότανε δίπλα μου! Και ξέρεις κάτι Πουλχερίδιον; Ήταν όμορφη σαν κι εσένα! Σου έμοιαζε.

¨Ποια είσαι;¨ της λέω.

¨Η Λήθη¨ μου λέει. ¨Και αυτό εδώ είναι το βασίλειό μου¨.

Κατάλαβες Πουλχερίδιον; Ήταν η θεά Λήθη. Και σου έμοιαζε! Ξέρω γιατί, και θα σου το πω κι ας είναι πρωί, άρα ώρα ακατάλληλη. Γιατί κι εσύ, όπως και εκείνη, μπορείς να κάνεις τους άντρες να ξεχνάνε. Τα πάντα! Μη γελάς, αυτό θα σου το εξηγήσω μια άλλη στιγμή.

Την κοιτάζω, που λες  παραξενεμένος… και γοητευμένος!

¨Ναι¨,  μου λέει, ¨τα βρήκα επιτέλους μαζί της!¨

¨Με ποια;¨ ρωτάω, γιατί τώρα που έχω κάποιον να απαντάει θέλω να τα μάθω όλα.

¨Με την ξαδέλφη μου, με ποια άλλη. Την Μνημοσύνη! -την φωνάζουν και Μνήμη, αλλά εγώ τη λέω Μιμή. Δεν είναι πραγματική εξαδέλφη μου αλλά, τι τα θες, όλοι εμείς οι θεοί είμαστε λίγο πολύ συγγενείς… μακρινά ξαδέλφια¨.

¨Ήσασταν τσακωμένες;¨

¨Κοίτα, κολλημένη εκείνη – ανάλαφρη εγώ, αδυσώπητη εκείνη – επιεικής εγώ, σχολαστική εκείνη – ανέμελη εγώ… ήταν φυσικό να έχουμε διαφορές.

Εκείνη βέβαια μεγαλοπιάνεται. Ισχυρίζεται πως κατάγεται κατευθείαν από τον γεννήτορα των Θεών, τον Ουρανό και ότι τις κόρες της (κάτι κοσμικές καλλιτεχνίζουσες) τις έχει κάνει με το Δία. Έτσι λένε όλες! Έτσι διαδίδει κι αυτή, μόνο που ετούτη, έτσι και σφηνώσει κάτι στο μυαλό των θνητών, δεν μπορώ να το ξεβιδώσω ούτε καν εγώ. Τέλος πάντων, δυσκολεύομαι¨. 

¨Και τώρα τα βρήκατε; συμφιλιωθήκατε;¨

¨Έβαλε ένα χέρι κι ο Ήφαιστος¨

¨Ο σιδηρουργός;¨

¨Ο μέγας τεχνουργός και τεχνοκράτης! Επινόησε έναν νέο χώρο, όπου η μνήμη μπορεί να βασιλέψει από μόνη της όσο θέλει, μ’ όποιο τρόπο της αρέσει, να αποθηκεύει ο, τι θέλει, όσα θέλει, σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Και εγώ συμφώνησα: ας πάει εκεί κι ας κάνει ό, τι της κατεβεί. Αρκεί τελικά να μου αφήσει τους θνητούς απερίσπαστους, στη διάθεσή μου¨. 

¨Και εκείνη δέχτηκε;¨

¨Έβαλε έναν όρο. Για ένα διάστημα να ελέγχει τη μνήμη του καθενός από μακριά, πράγμα που έγινε δυνατό χάρη σ’ αυτή την επινόηση του Ήφαιστου που κρατάς στο χέρι σου¨.

hfaistos

Ανασήκωσα το κυτίο και το παρατήρησα με περισσότερο ενδιαφέρον.

¨Κι εσύ;¨ τη ρώτησα.

¨Α, μα αυτό το κουτί με βολεύει! Οι δικοί μου ξεχνάνε πιο εύκολα τώρα. Είναι καθησυχασμένοι. Πιστεύουν ότι μπορούν να ‘χουν εμπιστοσύνη στις τέχνες του Ήφαιστου. Χα! Τον τελευταίο καιρό ο Χωλός ο Κερασφόρος (λέμε τώρα) παράγει άφθονα τεχνο-μπιχλιμπίδια κι έχει μεγάλη πέραση¨.

¨Σε βρίσκω πολύ γοητευτική¨ της λέω Πουλχερίδιον, γιατί σου έμοιαζε.

¨Α, όπως και να το κάνουμε είμαι πολύ πιο σαγηνευτική από την κολλημένη την Ξαδέλφη. Έτσι είμαστε όλοι στο σόι μου¨.

¨Το σόι σου; ποιο είναι το σόι σου;¨

¨Τι; Δε το ξέρεις;

Η μητέρα μου είναι η Έριδα, εκείνη με το μήλο. Αδελφός μου είναι ο Ύπνος στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, γι αυτό μπορώ κι επικοινωνώ μαζί σου με άνεση… και τον άλλο μου αδελφό δεν τον γνώρισες ακόμη, αλλά που θα πάει… θα τον γνωρίσεις. Είναι ο Θάνατος¨.

Άφησε ένα κρυστάλλινο γέλιο που σιγά σιγά έγινε απόμακρος ανησυχαστικός απόηχος και εξαφανίστηκε.

danteinriverlethe

Ένα μικρό κρυστάλλινο γελάκι εξέπεμψε και το Πουλχερίδιον και εξαφανίστηκε κι αυτό, προκείμενου να ολοκληρώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας των αποσκευών της για το ταξίδι.

(Τέλος του τρίτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι αγορές είναι ο Διάβολος, οι αγορές είναι ο Θεός (Το τραγούδι των αγορών)

Posted by vnottas στο 4 Αύγουστος, 2015

xrimatistirio-anodos-general

 Το τραγούδι/πεζό που προσάρμοσα αυτή τη φορά στα ελληνικά είναι ¨Il mercato¨ του Giorgio Gaber  και του Sandro Luporini. Η ¨Αγορά¨ τραγουδήθηκε σε διαφορετικές παραπλήσιες εκδοχές ανάμεσα στο 1997 και το 2000 και συμπεριλαμβανόταν στα τραγούδια του άλμπουμ με τίτλο ¨Un’Idiozia Conquistata a Fatica¨ (Μία βλακεία που αποκτήθηκε με κόπο). Στο ίδιο άλμπουμ υπάρχει και το τραγούδι ¨Il Conformista¨ που σας έχω ήδη μεταφράσει/προσαρμόσει εδώ

*

Το τραγούδι των αγορών

 

Χορός:

Οι αγορές είναι το δαιμόνιο,

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο Διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

*

Οι αγορές είναι / κάτι παράξενα ζώα

μα καθόλου αθώα / π’ ολοένα παχαίνουν

κι ολοένα γεμίζουν / και με άμετρο τρόπο

μια γυναίκα θυμίζουν / με κοιλιά φουσκωμένη

συνεχώς γκαστρωμένη, /  από μόνη της όμως!

*

Οι αγορές είναι / σα μωρά χαϊδεμένα

παχουλά και θρεμμένα  / πλαστικο-εγχειρισμένα

που χωρίς παραμάνα / τις δίπλες τους τρέφουν

χωρίς όνειρα αντέχουν / και εν τέλει υπερέχουν

αφού έχουν για  ε / κκολαπτήρα εσένα!

Τραγουδιστής:

Η κιθάρα ηχούσε

την ψυχή και το σώμα κάθε νότα τρυπούσε

σαν οργής ουρλιαχτό,

…αλλά και σαν αγάπης τραγούδι κρυφό.

Ο ρυθμός της, ονειρικός,

ανεβαίνει στη σάρκα, στη ψυχή, πυρετός.

Ειν’ γεμάτη ευθυμία και κόσμο η σάλα

κι είμαι ’γω βασιλιάς μοναχός!

*

Η κιθάρα αντηχούσε

-μαγική συνουσία-

απ’ τις σπάνιες στιγμές που νομίζεις πως ξέρεις

ποια ειν’ η ουσία

ποια ειν’ η ουσία

ποια ειν’ η ουσία.

images (7)

Η κιθάρα αντηχούσε

συνεχώς, δίχως τέλος,

κι όλοι ‘νοιώθανε λευτερωμένοι

κι όμως, στων αγορών τις κρυφές αλυσίδες

(χέρια πόδια) ήταν όλοι δεμένοι

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

*

Οι αγορές μοιάζουν

με καρχαρίες που αδέσποτοι αλωνίζουν

κι ανήλεοι, χωρίς ενδοιασμούς

αφού κατασπαράξουν τους εχθρούς

ο ένας τον άλλον τελικά καταβροχθίζουν

*

Φούσκες κατάληξαν οι αγορές

με πυροκροτητή συνδεδεμένες

πάνω σε λόμπι και κυκλώματα στημένες

Βόμβες στα χέρια των πιο ¨μυημένων¨

είτε με ¨νόμους¨ είτε μ’ αρπαγή

τελειώνουν με σφαγή των ηττημένων

*

Τραγουδιστής:

Πετούσε η μηχανή

στον άνεμο το σώμα μου παλλόταν

μια αίσθηση ζωής με διαπερνούσε,

τον πόνο, την φθορά, το σώμα μου ξεχνούσε

και η Αθανασία

κάπου εκεί στο πλάι μου βρισκόταν

images (46)

Μεγάλη η έξαρση… πώς να την περιγράψεις;

στην άσφαλτο να ρέει η μηχανή, εγώ στα ηνία,

μια ασύλληπτη διέγραφα πορεία

και ζούσα μια απερίγραπτη ευφορία

*

Έτρεχε η μηχανή με ‘μένα στο τιμόνι

κι όμως εγώ ακόμη δεν κατανοούσα

πως ήμουνα μονάχα ένα πιόνι

σ’ ένα παιχνίδι ασφαλώς στημένο

στου Κέρδους το βωμό αφιερωμένο

*

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

 

Αφηγητής:

Αυτές. Οι αγορές. Είναι παντού. Τίποτα δεν τους διαφεύγει. Είναι άπληστες και αχόρταγες. Καθορίζουν τα πάντα καθημερινά. Οι πολιτικές διαμάχες έχουν γίνει μια πολυτέλεια, ένα παιχνίδι για τα σαλόνια, δεν υπάρχει κανείς, άτομο ή πολιτικός σχηματισμός που να μπορεί να αντισταθεί στη λογική αυτού του μεγάλου αόρατου καραγκιοζοπαίχτη που κινεί τον κόσμο μας.

Αλλά, εάν μια μέρα στα ξαφνικά οι αγορές εξαφανίζονταν; Εάν ξαφνικά βρισκόμασταν αποκλεισμένοι από αυτόν τον τέλειο μηχανισμό που βρίσκεται τόσο έξω από οποιαδήποτε ηθική; Κατά βάθος είναι Αυτές που πραγματοποίησαν τα όνειρα των πατεράδων μας και μας προμήθευσαν ευμάρεια και πλούτο. Πώς να το κάνουμε, στις μέρες μας μια χώρα που απορρίπτει την λογική τους, κινδυνεύει να γίνει μια φτωχή χώρα. Απ’ την άλλη, μια χώρα που την αποδέχεται με ανεμελιά, όχι μόνο κινδυνεύει την αύξηση της ανισορροπίας στη διανομή του πλούτου, αλλά, ακόμη χειρότερα, διακινδυνεύει την ολική εξαφάνιση των συνειδήσεων∙ σήμερα δε μπορούμε καν να ταχθούμε αποφασιστικά υπέρ ή κατά των αγορών! Απίστευτο!

Ίσως, μόνο αν γνωρίζουμε αυτό το αδιέξοδο, αν το έχουμε συνειδητοποιήσει, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα δίχως να απαιτούμε  να λύσουμε το πρόβλημα  με ένα ναι ή ένα όχι. Ιδού η μεγάλη πρόκληση∙ να μάθουμε να ζούμε χωρίς βεβαιότητες, αλλά όντας σίγουροι ότι κάτι μπορεί να γεννηθεί από την αντίφασή μας αυτή.

Τότε ίσως, πιθανώς ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, θα βρούμε άλλες πηγές, άλλους πόρους, ίσως τότε θα μπορέσουμε ξανά να ονειρευτούμε, να στοχαστούμε, γιατί ο καθένας από μας δεν εξαφανίζεται, αντέχει στον σαματά και στην επικοινωνιακή καταιγίδα και μπορεί να αντέξει και να κινηθεί μέσα στην αμφιβολία που, εδώ που τα λέμε, ήταν ανέκαθεν το πεπρωμένο του ανθρώπου.

Τραγουδιστής:

Σιγά σιγά

ζωντανός επιστρέφεις

ενεργός, δυνατός πιο πολύ

κι είσαι έτοιμος πια να χαράξεις

μία άλλη, αλλιώτικη

διαδρομή

*

Γιατί

ο ¨καθένας από μας¨ δεν πεθαίνει

παρά νέες ιδέες γεννά

και μια μνήμη αρχαία

πίσω φέρνει ξανά:

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά!

 *

Χορός:

Οι αγορές είναι δαιμόνιο

οι αγορές είναι θεός

οι αγορές είναι ο διάβολος

οι αγορές είναι ο Θεός

…Πως έχει φτερά

πως έχει φτερά

πως έχει φτερά…

***

*

Il Mercato

Il mercato è un mammifero strano
senza niente di umano è una cosa che cresce
che ogni giorno diventa più grosso
una crescita abnorme smisurata tutta forme
come una donna sempre incinta di se stessa.

Il mercato è un neonato opulento
ossequiato dal mondo è un bamboccio gonfiato
che ingrassa anche senza nutrice
non ha alcun bisogno né di cibo né di sogno
siamo noi tutti la sua grande incubatrice.

La chitarra suonava
ogni nota passava straziante dal petto e dal cuore
era un urlo di rabbia
però stranamente era anche un canto d’amore

Era un ritmo così sconvolgente
per il corpo per la mente
e la sala scoppiava di gente e di grande allegria
quella notte era mia.

La chitarra suonava
senza smettere mai
ed ognuno di noi si sentiva così liberato
senza rendersi conto
che anche lì si imponeva la follia del mercato

  1. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.
    G. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.

Il mercato è uno squalo gigante
sempre più onnipotente
così bieco e spietato non ha impedimenti morali
ha travolto il nemico nella furia del suo gioco
uno alla volta si è sbranato gli altri squali.

Il mercato è un ordigno innescato
un circuito completo
è la grande invenzione è l’atomica dei più potenti
è una competizione tra le più disumane
senza pietà per il massacro dei perdenti.
La mia moto correva
il mio corpo vibrava felice più forte del vento
è una grande emozione
sentirsi immortali anche fosse in un solo momento

Era un senso di grande furore che è difficile da spiegare
io volevo mordevo l’asfalto ero come in balia
di una grande euforia.

La mia moto correva ero solo al comando
mi sentivo fuori dal mondo così realizzato
senza rendermi conto che anche in me stravinceva
la follia del mercato.

  1. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.
    G. coro: il mercato è il demonio il mercato è Dio.

Lui. Lui il mercato, è dovunque. Niente gli sfugge. È avido e insaziabile, non si accontenta mai. È Lui, che determina tutto con la sua quotidiana  presenza. Gli scontri politici sono diventati un lusso, un gioco da salotto, non c’è individuo né formazione politica che possa opporsi alla logica di questo grande invisibile burattinaio, che tira le fila del nostro mondo.
Ma se un giorno Lui di colpo sparisse? Se di colpo ci trovassimo esclusi da questo meccanismo perfetto così al da fuori di qualsiasi morale? In fondo è Lui, che ha realizzato i sogni dei nostri padri procurandoci benessere e ricchezza. Non c’é niente da fare, oggi come oggi un paese che rifiuta la sua logica, rischia di diventare un paese povero.
Un paese che l’accetta con allegria, non solo rischia l’aumento dello squilibrio nella distribuzione della ricchezza, ma peggio ancora, l’annientamento totale delle coscienze.
Insomma, un uomo oggi non ha neanche la possibilità di schierarsi decisamente a favore, o contro di Lui. Incredibile!
Forse, forse se lo si sa, se ne si è consapevoli, si può praticare questa realtà, senza pretendere di risolvere le cose con un sì o con un no. Ecco la grande sfida; allenarsi a vivere senza certezze, con la certezza che qualche cosa possa nascere da questa nostra contraddizione.
Allora forse, magari a fatica, troveremo altre risorse, allora forse si ritorna a sognare, a pensare, perché l’individuo non muore,
resiste fra tanto frastuono
e si muove nel dubbio
che in fondo è da sempre
il destino dell’uomo.

E pian piano ritorni a esser vivo
più presente più reattivo
la tua mente rivede affiorare in un mondo sommerso
un percorso diverso.

L’individuo non muore
cerca nuovi ideali
e riprova l’antica emozione
di avere le ali di avere le ali

coro: il mercato è il demonio
il mercato è Dio. (continua in sottofondo)

Di avere le ali
di avere la ali
di avere la ali

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

ΜΠΟΡΕΙΣ!  (όπως ανέκραζε, ενθουσιασμένος, ο νεοφιλελεύθερος ήδη από την εποχή της Θάτσερ και του Μπλερ)

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2015

Σας έφτιαξα μια ελεύθερη (εννοείται!) προσαρμογή στα ελληνικά του ¨Si può¨ των Giorgio Gaber και Sandro Luporini, που πρωτογράφτηκε το μακρινό 1976 και συμπεριλήφθηκε -ανανεωμένο σε ενθουσιασμό και επιχειρήματα- το 2001 στο άλμπουμ La mia generazione ha perso (Η γενιά μου έχασε).

 

 

ΜΠΟΡΕΙΣ!

 

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς

Μπορείς, η Ιστορία δεν πάει παραπέρα, μπορείς

*

ΕΓΩ;

Ό, τι θέλω επάνω μου βάζω

τα ταμπού με τη μία τα σπάζω

το ριζικό μου μόνο εγώ  τo ελέγχω

 το κινητό το πιο κουλ μόνο εγώ

το κατέχω

*

Μπορείς,

στον αγροτουρισμό, αμα θέλεις, ν’ ασχοληθείς

Μπορείς,

και στο βουδισμό (άμα λάχει) να προσηλυτιστείς

Μπορείς,

σε ριάλιτι παιχνίδι να μπλέξεις

Μπορείς,

και σαν άστρο -για λίγο-  να φέξεις

*

Ένα κάτι τι μοναχά θα σου φτάσει

και κανείς δε θα μπορεί να σε πιάσει

αρκεί ένα τοκ σόου σε άγριο ρυθμό

για να  ζωντανέψει ξανά μεσ’ στο ξεφωνητό

κάτι απ’ αυτό που εσύ ονομάζεις κουλτούρα

ή και

πολιτισμό

*

Άμα θες λεφτά, σου φτιάξαμε το Λόττο

Για σένα θα ‘χει πάντα και μπαστούνι 

και καρότο

Κάτι βομβαρδισμούς (καθώς πρέπει) φτάνει μόνο ν’ ανεχτείς

και θα μπορείς μετά να λες πως είσαι Μέγας

Ειρηνιστής

*

Μπορείς,

τον κάθε μύθο πια να ξεπεράσεις

Μπορείς,

τον κάθε τραβεστί ¨αισθητικά¨ να απολαύσεις

Μπορείς,

Τζιόβενο στα εξήντα να το παίξεις

Μπορείς,

σε πορνοστάρ τη γιαγιά σου να μετατρέψεις

*

Κάποτε είχαμε και Ιστορία

αγώνες λαϊκούς, τέχνη, παιδεία

ποιος άλλος θα μπορούσε επομένως

όλα να τ’ αλλάξει με το δικό μας μένος;

(άρκεσε να πνίξουμε την Ουτοπία!)

*

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς

Μπορείς, η Ιστορία δε πάει παραπέρα, μπορείς

*

Λευτεριά, λευτεριά, λευτεριά

Λευτεριά με το ζόρι…

*

Άλλαξες, δεν έχεις πια προκαταλήψεις

δεν έχεις πια θεό, αναστολή καμία…

Μα, να σου ο φόβος, να κι οι Αποκαλύψεις

(του Ιωάννη)

να σου κι ο Ίλιγγος που γδέρνει τις αισθήσεις

να σου κι η ¨παρά φύσει¨ επιθυμία

μια κάποια Ηθική να επινοήσεις!

*

Ουτοπία, ουτοπία, ουτοπία, πία, πία, πία…

*

Μπορείς τη μύτη (κι ό, τι άλλο) να τρυπήσεις

Μπορείς πολιτική να κάνεις με δημοσκοπήσεις

Μπορείς βυζιά και κώλους να ανανεώσεις

Μπορείς ν’ αλλάξεις φύλο, με μιας ή και με δόσεις

*

Σε κάθε ταραχή της κοινωνίας

καθένας λέει το μακρύ και το κοντό του

όλοι μας μέλη της μεγάλης Χορωδίας

κι αυτό θα γίνεται τουλάχιστον ως ότου

θα ξεπουλάμε ως ¨συρμό¨ τη δυστυχία

*

Μπορείς

στα γυμναστήρια να χτυπιέσαι κάθε μέρα

Μπορεί

των πορνοσάιτ να ‘χεις πάρει τον αέρα

Μπορεί

 πριν απ’ τις εκλογές,

-μία απ’ τα ίδια-,

να ανταλλάσουμε βρισιές σαν γνήσια αρχίδια

*

Μπορείς

 να στέλνεις λόγια τώρα πέρα ως πέρα

Μπορεί

του διανοούμενου να ‘κλεψες τη μανιέρα

κι αν άλλοι, άλλοτε, ζωγράφιζαν εικόνες

εσύ μπορείς τον Πανικό

να σπέρνεις στις οθόνες

***

Εν κατακλείδει…

Ενάντια στις ιδεολογίες όλες

-που ‘ναι κατάλοιπα παλιότερων καιρών-

η επινόηση που τώρα έχει ¨δέσει¨

(και μας αρέσει),

είναι η Χούντα αυτή εδώ των Αγορών

*

Μπορείς, να ‘σαι λεύτερος σα τον αέρα, μπορείς!

Η Ιστορία στοπ∙ δε πάει παραπέρα, μπορείς!

***

Αλλά… Πού ακούστηκε…;

Με όλες αυτές τις ελευθερίες που έχετε

να θέλετε να σκέφτεστε κι ελεύθερα;;;!!!

***

*

*

Si può

Si può siamo liberi come l’aria, si può.

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

 

Si può io mi vesto come mi pare

Si può sono libero di creare

Si può son padrone del mio destino

Si può ho già il nuovo telefonino, si può.

 

Si può occuparsi di agriturismo

Si può fare il tifo per il buddismo

Si può con un gioco televisivo

Si può inventare ogni giorno un divo, si può.

 

Basta uno spunto qualunque

E la nostra fantasia non ha confini.

Basta un talk-show un po’ scadente

E noi perpetuiamo allegramente

La creatività dei popoli latini.

 

Si può far miliardi con l’Enalotto

Si può esser vittima di un complotto

Si può far la guerra per scopi giusti

Si può siamo autentici pacifisti, si può.

Si può trasgredire qualsiasi mito

Si può invaghirsi di un travestito

Si può fare i giovani a sessant’anni

Si può far riesplodere il sesso ai nonni, si può.

 

Con alle spalle una storia esaltante

Di invenzioni e di coraggio

È naturale che poi siamo noi

Che possiamo cambiar tutto

A patto che ogni cosa vada sempre peggio.

 

Si può siamo liberi come l’aria, si può

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

Libertà, libertà, libertà

Liberta obbligatoria.

 

Sono assai cambiato sono così spregiudicato

Sono infedele sono matto posso far tutto.

Viene la paura di una vertigine totale

Viene la voglia un po’ anormale

Di inventare una morale.

 

Utopia… Utopia… Utopia…pia…pia…

 

Si può ricoprirsi di gran tatuaggi

Si può far politica coi sondaggi

Si può liberarsi e cambiare ruolo

Si può rinnovarsi le tette e il culo, si può.

Per ogni assillo o rovello sociale

Sembra che la gente goda.

Tutti che dicon la loro facciamo un bel coro

Di opinioni fino a quando

Il fatto non è più di moda.

 

Si può far ginnastica un’ora al giorno

Si può collegarsi coi siti porno

Si può a ridosso delle elezioni

Si può insultarsi come coglioni, si può.

 

Si può far discorsi convenzionali

Si può con il tono da intellettuali

Si può dare al mondo un messaggio giusto

Si può a livello di Gesù Cristo si può.

 

Contro il gran numero di ideologie

Che noi abbiamo rifiutato

L’unica grande invenzione davvero efficace

E che ci piace è

Questa dittatura imposta dal mercato.

 

Si può siamo liberi come l’aria, si può

Si può siamo noi che facciam la storia, si può.

 

…ma come, con tutte le libertà che avete

Volete anche la libertà di pensare?.

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Όταν ο Γιώργος Γκάμπερ ονειρεύτηκε τον Μαρξ

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2015

Το κείμενο γράφτηκε από τον Τζόρτζιο Γκάμπερ το μακρινό 1975 και είναι τμήμα του άλμπουμ «Ελευθερία υποχρεωτική». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τότε, ήδη, ήταν κάπως προφητικό, αλλά και σήμερα, όπως και να το κάνουμε, διατηρεί μια γοητευτική επικαιρότητα.

Η μετάφραση είναι, ως επί το πλείστον, πιστή. Άλλαξα μόνο τον τόπο του ονείρου για την πιο εύκολη εξοικείωση του έλληνα αναγνώστη: αντί για Μιλάνο, Αθήνα.

cebcceb1cf81cebe_cf86cf89cf84cebfceb3cf81ceaccf86cebfceb9_cf83cebaceafcf84cf83cebf_301112

Il Sogno Di Marx

Όταν είναι κανείς φιλόσοφος δεν ονειρεύεται ποτέ στην τύχη.

Ήμουνα, λέει, ένα είδος Διογένη, με ένα φανάρι δυο χιλιάδες βατ, μια φωτογραφική μηχανή, και κάτι έψαχνα σε μια πόλη που, αν δεν είχε ομίχλη, θα μπορούσε να ‘ναι κι η Αθήνα. Ακούω μια φωνή από την καταχνιά, που μου λέει:

«Έτσι δεν πρόκειται να φωτογραφίσεις τίποτα, ποτέ!»

«Ποιος είστε κύριε;»

Εκείνος: «Ένας Γερμανός, περαστικός».

Σκέφτομαι εγώ: ¨Ο συνηθισμένος απαισιόδοξος της Σχολής της Φρανκφούρτης!¨. Αλλά, μπα!

Βγαίνει απ’ την ομίχλη ένας καλοβαλμένος κύριος με γένια και παρουσιάζεται: «Χαίρω πολύ, Κάρολος Μάρξ».

Ωωωω!… (έκπληξη)

«Βλέπεις παιδί μου…»

Πώς ¨παιδί μου;¨… Όλοι με φωνάζουνε σύντροφο κι έρχεται αυτός… κι αλλάζει ακόμη μια φορά το λεξιλόγιο;

«…δεν φτάνει μια φωτογραφική μηχανή και ο σωστός φακός… Κάνεις λάθος τους χρόνους, πίστεψέ με. Εγώ έχω κάποια εμπειρία με ό, τι κινείται!»

Κι εδώ που τα λέμε, αυτό είναι αλήθεια.

«Λοιπόν, να πως εκινείτο το όλον την εποχή μου: Κοίτα, εδώ ήταν το κεφάλαιο, εδώ οι τάξεις, η μπουρζουαζία, και τα λοιπά και τα λοιπά». Κι εγώ: φλάς!

Έχει γούστο ο Μαρξ όταν ζεσταίνεται… ε;  Μοιάζει με παπαράτσο! Όμως παίρνω κουράγιο και του λέω: «Κι εμείς, κι εμείς τα ίδια, κεφάλαιο, τάξεις, μπουρζουάδες… φλας!»

«Ωραίοι!»

«Ευχαριστώ!»

Ύστερα κατάλαβα ότι με το ¨ωραίοι¨ ήθελε να πει ¨μαλάκες¨… Με τρυφερότητα, εννοείται.

¨Είστε ωραίοι. Η μπουρζουαζία… δεν υπάρχει πια. Ή μάλλον, δε μετράει, θρυμματίστηκε!»

Α, όχι…, εδώ τσαντίζομαι… Ω θεέ μου, εξαφανίστηκαν οι αστοίκαι δεν το πήρα πρέφα;!… Και μάλιστα ειπωμένο απ’ αυτόν εδώ σε εξοργίζει, γιατί λέει ο άλλος: μας δούλευε ψιλό γαζί τόσα χρόνια τώρα.

Κι εγώ: «Συγγνώμη Μαρξ… Και τα αφεντικά, οι καπιταλιστές;»

Εκείνος με κοιτάζει, ωραίος, μ’ εκείνα τα μάτια που τα βλέπουν όλα: «Τα αφεντικά, τους καπιταλιστές… δεν τους βλέπω… με την έννοια ότι… γίνονται όλο και πιο πολύ απρόσωποι.»

«Φτου σου γκίνια! Μα εγώ έχω ανάγκη να πιαστώ από κάτι, έχω ανάγκη από σταθερά σημεία αναφοράς!»

«Μα τότε έπρεπε να ονειρευτείς τον Ιησού!»

«Δώσαμε, δώσαμε, ευχαριστώ… Μα πες μου δάσκαλε… η πάλη των τάξεων; … άσε μου τουλάχιστον την ταξική πάλη!»

Εκείνος, ατάραχος: «Η πάλη των τάξεων…»

«Πιο γρήγορα δάσκαλε!…»

«Η πάλη των τάξεων θα μπορούσε να είναι ακόμη σωστή…»

«¨Ωωω!»

«…εάν ήταν ξεκάθαρες οι τάξεις!»

«Μα πώς, δεν είναι ξεκάθαρες οι τάξεις;… Τότε δεν είσαι μαρξιστής! Συγνώμη που τ’ άρπαξα, Μαρξ, μου φαίνεσαι λιγάκι πολτός. Και ο ιμπεριαλισμός, ο ιμπεριαλισμός;»

«Τέλος πάντων…»

Πολύ ατάραχος το παίζει ο Μαρξ!

«Πες μου, ο ιμπεριαλισμός;»

«Άκου να δεις, το συζητούσα με τον Λένιν, τις προάλλες. Είναι εκεί πάνω και τον παρατηρεί… Είναι κάπως κολλημένος! Λέει πως η εικόνα είναι λίγο ασαφής και θέλει καλύτερη εστίαση. Μιλάει για Pax… για  Pax Americana… Λέει ότι η Ειρήνη κατάντησε χειρότερη από τον πόλεμο».

«Ναι, αυτό το είπε κι ο τρελός του χωριού. Κι έπειτα;, κι ύστερα;… δεν βλέπετε τίποτα άλλο; Τι κοιτάζεις τώρα; τι κοιτάζεις, αφού δεν υπάρχει πια τίποτα;»

«Δεν είναι αλήθεια, ο αγώνας υπάρχει ακόμα. Και μάλιστα οι εχθροί είναι πιο πολλοί από πριν. Αλλά παρουσιάζονται με άλλο τρόπο. Όλα είναι πιο… Τη βλέπεις την παραγωγή; Ήταν τόση δα… ένα κοριτσάκι. Πώς μεγάλωσε! Τι υγεία! Την θυμάμαι, εγώ… ένα κοριτσάκι, κι οι γονιοί της… κάνε αυτό, κάνε εκείνο!… Να τρελαίνεσαι.  Μία γυναίκα, αυτόνομη!, εννοείται, εννοείται. Πρέπει κάτι να κάνουμε…» Βγάζει έξω τη Λέϊκα… «…να κάνουμε κάτι, φλάς! Είναι όλα πιο… φλας!… ναι, σίγουρα… φλας! Ενδιαφέρον…φλας! κατάλαβα… Είναι όλα πιο…»

Και ο γέρος απομακρύνεται σεινάμενος  κουνάμενος αφήνοντάς με στη πιο μαύρη απελπισία.

«Το φιλμ, το φιλμ!… Μη φεύγεις!… Το φιλμ… να μου το στείλεις!»

Καταραμένος ξεροκέφαλος, κολλημένος,  με την αρτηριοσκλήρωσή του, να μου έρχεται εδώ να δει άν όλα κινούνται, να τραβάει στο ένα πεντηκοστό… πρόκειται για μανία, για μανία! Κι εγώ, που είχα καθαρές ιδέες, ακριβείς…

«Γράψε μου! Ναι, γράψε μου κάτι!»

*

Τι να πω, μπορεί να γίνει κι αυτό, μετά από δέκα χρόνια να πούμε, κάποιος να σηκώνεται το πρωί και, χωρίς να το πάρει χαμπάρι, να βρίσκεται στ’ αλήθεια χωρίς μπουρζουαζία, χωρίς τάξεις, χωρίς αφεντικά… αλλά μέσα στα σκατά πιο πολύ από πριν!

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Επιθυμία

Posted by vnottas στο 23 Ιουλίου, 2015

122330322-4767c83d-1d52-42fd-ba2a-3e8468faac30

Σας έφτιαξα μια απόδοση στα ελληνικά του τραγουδιού του Τζόρτζιο Γκάμπερ ¨Il desiderio¨. Οι στίχοι είναι γραμμένοι μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι.

Η Επιθυμία

Αγάπη,

δεν έχει νόημα με κάποιους να τα βάζεις

να τους κατηγορείς

για τούτο ή για κείνο

ή για άλλα πράγματα που δεν αξίζουν μία.

Αγάπη

όλα αυτά δεν έχουνε καμία σημασία

εκείνο που μας λείπει

το λένε ¨επιθυμία¨.

*

Η επιθυμία

απ’ όλα τ’ άλλα ειν’ πιο πάνω

είναι η αίσθηση του τώρα

είναι να ζεις μέσα σ’ αυτά που κάνεις, όλα,

κι όχι μονάχα στην αγάπη.

Επιθυμία είναι τις στιγμές να πλάθεις,

όταν το γέλιο κι η κουβέντα είναι χαρά∙

είναι η αίσθηση-ασπίδα στην ανία

και στη φθορά.

*

Η επιθυμία είναι, ναι,

το πιο σπουδαίο πράγμα

μια αναστάτωση που αδιόρατα γεννιέται

απ’ του ενστίκτου το μυστήριο βάθος.

Η πρώτη ώθηση να μάθεις, να γνωρίζεις.

Ενός ευαίσθητου φυτού η ρίζα

που αν ξέρεις να φροντίζεις

με τη ζωή σε δένει και το πάθος.

*

Αγάπη

για την φθορά μας, νόημα δεν έχει

νέα ονόματα να φτιάχνεις

οι λέξεις από μόνες δεν αρκούν

όσο κι αν ψάχνεις.

Αγάπη

ανάγκη δεν υπάρχει πια καμία

αφού εκείνο που μας λείπει

το λεν’ επιθυμία.

*

Η επιθυμία είναι

το πιο σπουδαίο πράγμα

μία φωνή περίεργη, ξαφνική

μια έλξη που χαμπάρι δεν την παίρνεις

μία γητειά  π’ ανέτοιμο σε βρίσκει,

να την ελέγξεις δεν τα καταφέρνεις

 δε ξέρεις τι ενέργεια αναλώνει

μα ήδη,  πριν το νοιώσεις, μεγαλώνει.

*

 Η επιθυμία είναι η ώθηση που έρχεται απ’ τα μέσα

φτιάχνει το αύριο σαν το τώρα έχει χαλάσει

είναι η μόνη μηχανή που στα τυφλά

κινεί την πλάση.

***

(Μία ανάγνωση)

*

Il Desiderio

Amore
non ha senso incolpare qualcuno
calcare la mano
su questo o quel difetto
o su altre cose che non contano affatto.

Amore
non ti prendo sul serio
quello che ci manca
si chiama desiderio.

Il desiderio
è la cosa più importante
è l’emozione del presente
è l’esser vivi in tutto ciò che si può fare
non solo nell’amore
il desiderio è quando inventi ogni momento
è quando ridere e parlare è una gran gioia
e questo sentimento
ti salva dalla noia.
Il desiderio
è la cosa più importante
che nasce misteriosamente
è il vago crescere di un turbamento
che viene dall’istinto
è il primo impulso per conoscere e capire
è la radice di una pianta delicata
che se sai coltivare
ti tiene in vita.

Amore
non ha senso elencare problemi
e inventar nuovi nomi
al nostro regredire
che non si ferma continuando a parlare.

Amore,
non è più necessario
se quello che ci manca
si chiama desiderio.

Il desiderio
è la cosa più importante
è un’attrazione un po’ incosciente
è l’affiorare di una strana voce
che all’improvviso ti seduce
è una tensione che non riesci a controllare
ti viene addosso non sai bene come e quando
e prima di capire
sta già crescendo.
Il desiderio è il vero stimolo interiore
è già un futuro che in silenzio stai sognando
è l’unico motore
che muove il mondo.

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά, VIDEO | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2015

αρχείο λήψης

Τίποτα για τον Άνθρωπο δεν ειν’ οριστικό:

Αδυναμία, δύναμη, ή καρδιά. Κι όταν ακόμη σ’ αγκαλιά

Τα χέρια ανοίγει, σταυρό θα σχηματίζει η σκιά.

Κι όταν την ευτυχία αγγίζει, την μαδά.

Να ’ναι η ζωή του πονεμένος χωρισμός, το ριζικό.

 [Γι αυτό θα πω]

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

 

Μοιάζει η ζωή του στους αφοπλισμένους μαχητές

Που γι άλλο πεπρωμένο είχαν ταχτεί

Τι κι αν ωραίοι ξεκινούν την άγουρη αυγή

Το βράδυ αβέβαιοι θα βρεθούνε, μοναχοί.

Αυτά τα λόγια πες Ζωή  μου και μη κλαις

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Όμορφη κι ακριβή μου αγάπη, πληγή μου και ουλή

Μαζί μου σ’ έχω σαν πουλί τραυματισμένο

Κι αυτοί τριγύρω να κοιτούν με βλέμμα αλλοπαρμένο

Ψελλίζοντας ξανά   ό, τι έχω  εγώ για σένα υφασμένο

Κι όσοι για των ματιών σου σκοτωθήκαν το μελί

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει

 

Είναι αργά να μάθεις πώς να ζεις χωρίς καημούς

Κι ας κλαίν’ τη νύχτα οι καρδιές μας μ’ αρμονία

Κι ας τραγουδούν μ’ όση τους πρέπει δυστυχία

Και μ’ όση κρύβει ένα ρίγος νοσταλγία

Κι όσους χωράει μια κιθάρα στεναγμούς.

Ευτυχισμένους έρωτες δεν έχει.

*

*

Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά ενός τραγουδιού του Μπρασένς, μόνο που αυτή τη φορά οι στίχοι αποτελούν τμήμα ενός ποιήματος του Λουί Αραγκόν. Ακολουθεί το κείμενο του τραγουδιού στα γαλλικά. Περισσότερα προσεχώς.

aragon_image_1

Il n’y a pas d’amour heureux

Rien n’est jamais acquis à l’homme ni sa force
Ni sa faiblesse ni son coeur .Et quand il croit
Ouvrir ses bras son ombre est celle d’une croix
Et quand il croit serrer son bonheur il le broie
Sa vie est un étrange et douloureux divorce

Il n’y a pas d’amour heureux

Sa vie Elle ressemble à ces soldats sans armes
Qu’on avait habillés pour un autre destin
A quoi peut leur servir de se lever matin
Eux qu’on retrouve au soir désoeuvrés incertains
Dites ces mots Ma vie Et retenez vos larmes

Il n’y a pas d’amour heureux

Mon bel amour mon cher amour ma déchirure
Je te porte dans moi comme un oiseau blessé
Et ceux-là sans savoir nous regardent passer
Répétant après moi les mots que j’ai tressés
Et qui pour tes grands yeux tout aussitôt moururent

Il n’y a pas d’amour heureux

Le temps d’apprendre à vivre il est déjà trop tard
Que pleurent dans la nuit nos coeurs à l’unisson
Ce qu’il faut de malheur pour la moindre chanson
Ce qu’il faut de regrets pour payer un frisson
Ce qu’il faut de sanglots pour un air de guitare

Il n’y a pas d’amour heureux

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτώβριος, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

– Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

– Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

– Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

– Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

– Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

– Παραγγελιές δέχεσαι;

– Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »