Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Αρπαλος’

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο ΣΤ. Μια επιστολή ταξιδεύει…

Posted by vnottas στο 9 Σεπτεμβρίου, 2017

Ιντερμέδιο VI: Μια επιστολή που ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα

 

Ο Εύελπις κατάφερε να ολοκληρώσει έγκαιρα τις αναγκαίες παρεμβάσεις έτσι ώστε το δίκτυο αλληλογραφίας ανάμεσα στα μετόπισθεν και το μέτωπο να γίνει ταχύτερο και ασφαλέστερο. Κατόρθωσε επίσης να ανανεώσει την ειδική γραμμή για τα μηνύματα που απαιτούν προτεραιότητα και εμπιστευτικότητα εισάγοντας νέα έμπιστα στελέχη  καθώς και νέους κώδικες κρυπτογράφησης βασισμένους στην στενογραφία του Ξενοφώντα. Για να τα καταφέρει εφάρμοσε τις υποδείξεις έγκυρων Ελλήνων τεχνικών και χρησιμοποίησε την βοήθεια των ημεροδρομικών υπηρεσιών των κομβικών ενδιάμεσων πόλεων. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν στοιχεία από τα επικοινωνιακά συστήματα που είχαν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην Αίγυπτο και την Περσία.

Η ακόλουθη επιστολή ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα. Απευθύνεται στον Εύελπι τον Μεγαρέα και την έχει συντάξει ο προϊστάμενος του ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 skytali

Αγαπητέ Εύελπι σε χαιρετώ.

Σπεύδω να σε διαβεβαιώσω ότι είμαι καλά και ότι βρίσκομαι στα Εκβάτανα, πλάι αν όχι ακριβώς πάνω στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας. Έμαθα για την αίσια κατάληξη του ταξιδιού σου και για την άφιξη της αποστολής στην Αθήνα. Έλαβα ήδη την επιστολή όπου μου περιγράφεις το κλίμα που επικρατεί εκεί καθώς και τις πρώτες σου επαφές. Έλαβα επίσης μια επιστολή από τον Αριστοτέλη, όπου ανάμεσα στα άλλα μου γράφει καλά λόγια για σένα. Φαίνεται ότι του έκανες καλή εντύπωση και νομίζω ότι πρέπει να σε συγχαρώ γι αυτό. Δεν είναι μικρό πράγμα να μιλάει για κάποιον επαινετικά ο Δάσκαλος.

Αλλά υπάρχουν και εδώ νεώτερα στα οποία θέλω να σε κάνω κοινωνό. Τα περισσότερα είναι ευχάριστα και τόσο καθοριστικά που είναι πιθανό ο απόηχός τους να έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα, πριν από την παρούσα επιστολή.

Αλλά ας τα πω από την αρχή.

Ήμουν ακόμη στα Σούσα όταν ήρθε να με βρει ο στρατηγός Κλείτος. Ήταν κι αυτός ασθενής και είχε παραμείνει στις φροντίδες του Ακαρνάνα γιατρού για ένα διάστημα. Μου είπε ότι αποθεραπεύθηκε  και ότι θα επέστρεφε στο μέτωπο.

«Ο Αλέξανδρος», μου διευκρίνισε, «έχει δώσει εντολή στον γέρο-Παρμενίωνα να μεταφέρει τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης στα Εκβάτανα, αμέσως μόλις η πόλη πέσει στα χέρια μας. Ο Παρμενίων βρίσκεται ήδη στη Περσέπολη, προετοιμάζει τη μεταφορά, και περιμένει την είδηση ότι η πρωτεύουσα της Μηδίας έπεσε, για να ξεκινήσει. Ζήτησε ήδη από την φρουρά των Σούσων να του στείλει όσα υποζύγια μπορεί να βρεθούν εδώ, γιατί στη Περσέπολη δεν υπάρχουν πλέον αρκετά, και ρωτάει εάν τόσο εγώ, όσο κι εσύ, επιθυμούμε να ταξιδέψουμε μαζί του προς βορράν».

image832

Η ιδέα ήταν καλή. Αυτή την εποχή, σε αυτά τα μέρη, είναι πολύ καλύτερα να ταξιδεύει κανείς ομαδικά παρά μόνος του.  Έτσι ξεκινήσαμε συνοδευμένοι από ένα τμήμα της φρουράς και αρκετά ζώα που συλλέχθηκαν άμεσα απ’ την πόλη και την γύρω ύπαιθρο. Χωρίς να συναντήσουμε καθ’ οδόν δυσκολίες, φτάσαμε στην Περσέπολη (ή μάλλον σε ό, τι έχει απομείνει απ’ αυτήν) και συναντήσαμε τον Παρμενίωνα.  Ο παλαίμαχος στρατηγός δεν μου φάνηκε ευτυχής για τη συγκεκριμένη αποστολή που του ανατέθηκε. Είναι γνωστό ότι ο Παρμενίωνας δεν εκτιμά γενικώς τα πλούτη και είναι φανερό ότι θα προτιμούσε αντί να ασχολείται με τη μεταφορά του θησαυρού, να είχε παραμείνει στο μέτωπο και να συμμετέχει στις επιχειρήσεις που διεξάγονται εκεί.

Η είδηση για την επικείμενη παράδοση των Εκβατάνων ήρθε μαζί με την εντολή να  ξεκινήσουμε. Μπόρεσα έτσι να δω από κοντά τη δύσβατη ορεινή διαδρομή που διήνυσε ο κύριος όγκος του στρατεύματος και μάλιστα χωρίς να έχει ήδη αρχίσει για τα καλά το θέρος, όπως τώρα. Απόρησα για την ταχύτητα που κατάφεραν  να αναπτύξουν κάτω από τέτοιες συνθήκες και έδωσα νοερά συγχαρητήρια στον Ευμένη για την οργάνωση της επιμελητείας και του ανεφοδιασμού.

Λάβε υπ’ όψιν ότι το πέρασμα Ντεχ Μπιντ στις ράχες του Ζάγκρου βρίσκεται σε ύψος δύο χιλιάδων επτακοσίων μέτρων.

Να σου πω επίσης ότι, όπως έμαθα από τον Παρμενίωνα, στη χώρα των Παραιτακών (ανάμεσα στο πέρασμα Ντεχ Μπιντ και τη Μηδία), έναν τόπο φημισμένο για τον δριμύ του χειμώνα, ο Αλέξανδρος άφησε ως σατράπη τον Οξοάρθη, γιο του γνωστού μας Σατράπη της Σουσιανής, του Αβουλίτη. 

Φτάσαμε στα Εκβάτανα λίγες μέρες μετά την είσοδο των στρατευμάτων μας στην όμορφη αυτή πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονται τα θερινά ανάκτορα των Αχαιμενιδών. Χτισμένη στα υψώματα ενός βουνού,  περιβάλλεται από επάλληλα κυκλικά τείχη που, βαμμένα με διαφορετικά χρώματα, εντυπωσιάζουν όποιον τα πλησιάζει από την πλευρά της πεδιάδας.

Ξέρεις ότι έχω ένα επιστημονικό ενδιαφέρον για τα φαινόμενα που προκαλούν εντυπωσιασμό. Σε διαβεβαιώνω ότι αυτή η πόλη, ιδιαίτερα όταν την βλέπεις από μακριά, σε αφήνει έκπληκτο αν όχι ενεό. Δεν χρειάστηκε να πολιορκηθεί γιατί ο Δαρείος, ο οποίος πέρασε τον χειμώνα εδώ, έσπευσε να απομακρυνθεί με όσα στρατεύματα του είχαν απομείνει (περίπου έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, από ό, τι μάθαμε) αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι η στρατιά μας πλησιάζει.

Προφανώς σκόπευε, όπως σχολίασε ο Παρμενίωνας, να καταστρέψει οτιδήποτε θα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός μας σε τρόφιμα, και να κερδίσει το χρόνο που θεωρούσε αναγκαίο για να ισχυροποιηθεί κάπως, πριν αποφασίσει αν θα διαπραγματευτεί τελεσίδικα  ή όχι. Δηλαδή η συνήθης μέχρι στιγμής τακτική του. Αντίθετα, από τους θησαυρούς που είναι αποθηκευμένοι στα Εκβάτανα ¨σήκωσε¨ μόνο ένα μέρος. Δεν ξέρω πως ακριβώς μπορεί να ερμηνευτεί αυτή του η ¨παράλειψη¨. Βιαζόταν ή ήθελε με τον τρόπο αυτό να εξευμενίσει κάπως τον διώκτη του;

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σου θυμίσω πως, μετά τα όσα συνέβησαν στα Σούσα με τις κλοπές των κειμηλίων, ο φίλος Ευμένης ο Καρδιανός έχει φροντίσει να διεισδύσει στο περιβάλλον των Περσών Πριγκίπων,  χρησιμοποιώντας κυρίως τον Ευρυμέδοντα (τον δικό μας, τον Θεσσαλό ιππέα) επικεφαλής μια ομάδας από περσομαθείς Ίωνες. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε, με αποτέλεσμα να μάθουμε αρκετά πράγματα για τις προθέσεις ορισμένων από αυτούς, αλλά και να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον Βισθάνη, τον γιο του προηγούμενου Μεγάλου Βασιλέα, του Αρταξέρξη του Ώχου, μετά τη δολοφονία του οποίου είχε ανεβεί στο θρόνο ο Δαρείος.

Ο εν λόγω Βισθάνης περίμενε τον Αλέξανδρο δυο, τρεις σταθμούς πριν από τις πύλες της πόλης για να δηλώσει την υποταγή του και να τον πληροφορήσει για τη φυγή του Δαρείου. Έδωσε μάλιστα και κάποιες πληροφορίες για τις κρυφές κινήσεις των στασιαστών πριγκίπων, που επαύξησαν την ανησυχία και τη βιασύνη του δικού μας βασιλιά.images (21)

Ο Αλέξανδρος ήρθε να δει τους δύο πρώην ασθενείς συνεργάτες του πριν προλάβουμε να ζητήσουμε εμείς να τον χαιρετίσουμε. Ήταν παρών και ο γέρο-Παρμενίωνας. Αφού μας αγκάλιασε και μας ευχήθηκε ¨σιδερένιοι¨, μας καλωσόρισε πίσω στην εκστρατεία και μας είπε ότι δεν θα έμενε πολύ στα Εκβάτανα, γιατί βιαζόταν να προφτάσει τον Δαρείο, ξέροντας πλέον ότι ο τελευταίος των Αχαιμενιδών βασιλέων κινδύνευε τώρα κυρίως από τους δικούς του.

Έτσι, μέσα στις επόμενες ημέρες, ο ίδιος με ένα τμήμα του στρατεύματος (βασικά το εταιρικό ιππικό και τη μακεδονική φάλαγγα) θα συνέχιζε την καταδίωξη ακολουθώντας τους πιο σύντομους δρόμους, ακόμη και αν ήταν δύσβατοι. Ο Κλείτος επικεφαλής ενός άλλου τμήματος θα έπρεπε να προελάσει προς την χώρα των Πάρθων, ενώ ο Παρμενίωνας θα κατευθυνόταν προς την Υρκανία (την χώρα των Λύκων). Όσον αφορά σ’ εμένα, μου έδωσε εντολή να παραμείνω στα Εκβάτανα και εκτός από τη εποπτεία της συγγραφής των Βασίλειων Εφημερίδων που θα αναλάμβανα ξανά, αφού  ο Ευμένης θα τον ακολουθούσε στην εξόρμηση,  θα έπρεπε να επιβλέψω την παράδοση του θησαυρού της Περσέπολης.  Ξέρεις σε ποιον; Ναι, και ξέρεις!

Στον Άρπαλο του Μαχάτα!

Αυτός είναι και πάλι υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκστρατείας και προς το παρόν έχει εγκατασταθεί κι αυτός στα Εκβάτανα. Λίγα λέω. Η αλήθεια είναι ότι του έχει ανατεθεί η ευθύνη για την πόλη και του έχουν αφεθεί έξι χιλιάδες μακεδόνες οπλίτες, μερικοί ιππείς και κάμποσοι ψιλοί.

Ειλικρινά εύχομαι να δικαιωθεί αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος για την επιλογή του. Ωστόσο πρέπει να πω ότι η διαίσθησή μου λέει άλλα πράγματα, όχι τόσο ευοίωνα, και τα έχω πει στον Αλέξανδρο. Ξέρω ότι τον δυσαρεστώ, αλλά νομίζω ότι έτσι κάνω το καθήκον μου. Τέλος πάντων.

Να σου εκμυστηρευτώ και κάτι άλλο. Ο Αλέξανδρος, πριν μας αφήσει, μας είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά και, σε κάθε περίπτωση, γελώντας: ¨Εσείς οι τρεις ελπίζω ότι δε με κακολογούσατε όταν τα λέγατε μεταξύ σας στο ταξίδι¨. Του είπα -αμέσως, για να προλάβω κάποια έκρηξη διαμαρτυρίας είτε από τον ευέξαπτο Κλείτο είτε από τον εύθικτο βετεράνο Παρμενίωνα- ότι εμείς οι τρεις ό, τι έχουμε να πούμε του το λέμε πάντα κατά πρόσωπο, γι αυτό και μας αγαπάει. Έφυγε χαμογελώντας αλλά εγώ άρχισα και πάλι να σκέφτομαι τι σόι διαβολές μπορεί να έχει σκαρώσει τους τελευταίους μήνες ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης και η παρέα του.

img_d6afa4be6833

Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την επόμενη κιόλας μέρα και κατευθύνθηκε σε εξαιρετική ταχύτητα προς τα ανατολικά ακολουθώντας τα χνάρια του Δαρείου. Ο Ευμένης, που είναι μαζί του και μου στέλνει στοιχεία για τη συγγραφή της ¨Βασιλείου ¨Εφημερίδος¨, ισχυρίζεται ότι αυτή η προέλαση ξεπέρασε σε ταχύτητα οποιαδήποτε επίδοση οργανωμένου στρατεύματος, οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Μετά από ένα δεκαήμερο εξαντλητικής προέλασης σταμάτησαν για ανεφοδιασμό και σύντομη ξεκούραση στις Ράγες, μια πόλη μεγαλύτερη από τα Εκβάτανα, αν και λιγότερο γνωστή, κοντά στη διάβαση των Κασπίων Πυλών.

Ύστερα προσπέρασε τις Πύλες και προχώρησε ως το τέλος της κατοικημένης περιοχής. Επειδή παραπέρα υπήρχε έρημος θέλησε να προμηθευτεί τα απαραίτητα τρόφιμα για το πέρασμα, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον ανεφοδιασμό, έφτασαν δύο ακόμη αυτόμολοι από το στράτευμα του Δαρείου (ο Βαβυλώνιος Βαγιστάνης και ο Αντίβηλος, ο γιος του Μαζαίου που μας παρέδωσε αμαχητί την Βαβυλώνα) και τον πληροφόρησαν ότι ορισμένοι πέρσες ευγενείς οργάνωσαν πραξικόπημα και συνέλαβαν τον Δαρείο. Επικεφαλής των στασιαστών, όπως ορθά είχε προβλέψει η υπηρεσία μας, είναι ο Βήσσος, ο σατράπης των Βακτρίων. Ο Αλέξανδρος διέκοψε τον ανεφοδιασμό και επικεφαλής των ταχύτερων αλλά και πιο ανθεκτικών ανδρών του, παίρνοντας μαζί του τρόφιμα και νερό μόνο για δύο μέρες, συνέχισε αμέσως την καταδίωξη.

Πράγματι μετά από δύο μέρες έφτασε στον τόπο όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Πέρσες, αλλά εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Βήσσος και οι πραξικοπηματίες ευγενείς, με τον αιχμάλωτο Δαρείο έγκλειστο σε μια αρμάμαξα, συνέχιζαν τη φυγή προς τα ανατολικά, ενώ οι πέρσες που διαφώνησαν με τους στασιαστές και οι έλληνες μισθοφόροι τους είχαν εγκαταλείψει και είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά.

images (19)

Ο Ευμένης κατάφερε να πληροφορηθεί από τους ντόπιους την ύπαρξη ενός συντομότερου μονοπατιού προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αποφάσισε να το ακολουθήσει. Διέταξε τα άλογα πεντακοσίων ιππέων να δοθούν σε ελαφρότερα οπλισμένους πεζούς και μπαίνοντας επικεφαλής αυτού του ταχύτερου αυτοσχέδιου σώματος ¨έφιππων πεζών¨, πήρε το συντομότερο μονοπάτι. Οι υπόλοιποι εξακολούθησαν την πορεία πάνω στο δρόμο στον οποίο προηγείτο ο Βήσσος, μπροστά οι ελαφρότερα και πίσω οι βαρύτερα οπλισμένοι.

Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να καλύψει μια απόσταση τετρακοσίων σταδίων[1] και να προλάβει τους πέρσες αντάρτες τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Ήταν διασκορπισμένοι και, προκειμένου να μετακινούνται ταχύτερα, οι περισσότεροι είχαν πετάξει ως και τις ασπίδες τους. Ελάχιστοι δοκίμασαν να αντισταθούν. Οι περισσότεροι παραδόθηκαν ή το έβαλαν στα πόδια.  Ανάμεσα σε εκείνους που διέφυγαν ήταν και ο Βήσσος με εξακόσιους περίπου ιππείς. Μέσα στην αρμάμαξα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του κακοτράχαλου δρόμου βρέθηκε ο Δαρείος ετοιμοθάνατος. Πρέπει να ξεψύχησε λίγο αργότερα.  Αυτό που φοβόταν ο Αλέξανδρος τελικά συνέβη. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μάθαμε, οι στασιαστές πρίγκιπες θέλησαν να τον πάρουν μαζί τους έφιππο, αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την αρμάμαξα, τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Ίσως ο Δαρείος ήθελε -επιτέλους- να συναντήσει τον Αλέξανδρο, αλλά αυτό ήταν εκείνο που οι πρίγκιπες ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία. Γι αυτό τον εκτέλεσαν.  Άσχετα με το τι θα γράψουμε στις ¨Βασίλειους Εφημερίδες¨, η αλήθεια είναι ότι  δεν έχω ιδέα εάν μίλησε ή όχι με τον Αλέξανδρο πριν πεθάνει.

Αυτό ήταν αγαπητέ Εύελπι το τέλος ενός Μεγάλου Βασιλέα, το τέλος μιας ισχυρής Δυναστείας και, όπως όλα δείχνουν, το τέλος μιας κάποτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο να κρίνουμε εμείς τον Δαρείο, γιατί εμείς δεν είμαστε παρά οι ¨νικητές¨, άρα η άποψή μας βασίζεται σε άλλα κριτήρια και εξυπηρετεί άλλες ανάγκες. Ωστόσο, θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξει για όλους μας, και μια Ιστορία πιο αποστασιοποιημένη, που θα δώσει μελλοντικά μια αυθεντικότερη κρίση.images (23)

Αγαπητέ Εύελπι, μετά το θάνατο του Δαρείου ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την Υρκανία και έμεινε για λίγο στο ανάκτορο της πρωτεύουσας  Ζαρδάκατα. Μάθαμε ότι ο Βήσσος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί βασιλεύς των Περσών με το όνομα Αρταξέρξης ο Τέταρτος, φορώντας μάλιστα και επιδεικνύοντας την τιάρα και  το ξίφος που κατάφερε να ανακτήσει από το θησαυροφυλάκιο των Σούσων. Όμως, όπως καταλαβαίνεις, παρά το ότι ο Αλέξανδρος σκοπεύει να κυνηγήσει και να τιμωρήσει τους αντάρτες πρίγκιπες πριν προλάβουν να γίνουν πραγματικά επικίνδυνοι, με το θάνατό του Δαρείου  ολοκληρώνεται η επίτευξη των στόχων της πανελλήνιας εκστρατείας, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο Συνέδριο της Κορίνθου. 

Γι αυτό διοργανώθηκαν γιορτές ¨λήξης¨ και δόθηκε η ευκαιρία σε όσους οπλίτες των σύμμαχων πόλεων το επιθυμούν, να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς θα λάβουν πλουσιοπάροχη αμοιβή, και όπου να ‘ναι θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσοι πάλι το επιθυμούν θα παραμείνουν ως μισθοφόροι. Όσον αφορά στις απώτερες προθέσεις του Αλέξανδρου, είναι φανερό ότι δεν έχει σκοπό να σταματήσει την προέλαση, τουλάχιστον μέχρις ότου κατακτήσει το σύνολο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Ωστόσο στο μακεδονικό στράτευμα υπάρχουν αντιρρήσεις. Όλα δείχνουν ότι μετά από πέντε χρόνια (αν συμπεριλάβουμε και τις επιχειρήσεις κατά των φυλών του βορρά πριν την έναρξη της ασιατικής εκστρατείας) συνεχούς πολέμου, οι στρατιώτες επιθυμούν μια εκτεταμένη ανάπαυλα, αν όχι την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αντιληφθεί πολλά σημάδια σχετικά με τη διάδοση αυτών των απόψεων, τις οποίες άλλωστε συμμερίζονται και αρκετοί από τους κορυφαίους μακεδόνες στρατηγούς. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το μέγιστο όργανο της μακεδονικής διοίκησης εξακολουθεί να είναι το ¨Κοινόν των Μακεδόνων¨, δηλαδή η συνέλευση των μακεδόνων στρατιωτών, είναι κατανοητό γιατί ο βασιλιάς θέλησε να μάθει τις σκέψεις των μαχητών, από πρώτο χέρι, διεξάγοντας μια ειδική έρευνα.

Όπως σου έχω ήδη αναφέρει ο Αλέξανδρος ζήτησε προτάσεις και από την υπηρεσία μας για τον τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθεί μια τέτοια διερεύνηση του ηθικού του στρατεύματος. Δυστυχώς οι προτάσεις που υποβάλαμε δεν έγιναν αποδεκτές. Αντίθετα έγινε δεκτή η ύπουλη μεθοδολογία που πρότεινε η παρέα του Ανάξαρχου. Είπαν στους στρατιώτες ότι ολοκληρώθηκε η νέα γραμμή επικοινωνίας με την Ελλάδα και εγκαινιάζοντάς την θα μετέφεραν δωρεάν τις πρώτες επιστολές των οπλιτών προς τους οικείους τους.

Έγραψαν πολλοί. Τα γράμματα όμως προτού προωθηθούν διαβάστηκαν και αναλύθηκαν από μια ομάδα σοφιστών που πρότεινε ο Αβδηρίτης. Η διατύπωση του αποτελέσματος  της έρευνας ήταν ολίγον του τύπου ¨ήξεις – αφήξεις¨, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει πως οι οπλίτες είναι ταλαιπωρημένοι και νοσταλγούν σφόδρα την πατρίδα.  Φάνηκε επίσης, αλλά παρουσιάζεται στα πορίσματα με τρόπο αρκετά καλυμμένο, ότι υπάρχει όντως το πρόβλημα που μου ανέφερες σχετικά με τα κυκλώματα μεσαζόντων και τοκογλύφων που απομυζούν τους πιο εύπιστους οπλίτες. Είχες δίκιο: εάν δεν παρέμβουμε έγκαιρα ίσως θα υπάρξουν προβλήματα  χρεωμένων οπλιτών στο προσεχές μέλλον.

Ο βασιλιάς είδε το βασικό πόρισμα της έρευνας και αποφάσισε να μιλήσει απ’ ευθείας στους στρατιώτες και να τους πείσει να παραμείνουν και να τον ακολουθήσουν στις προσεχείς του εξορμήσεις. Και τα κατάφερε.

saloni1

Ο Αλέξανδρος απευθύνθηκε στους στρατιώτες του διαθέτοντας δύο τουλάχιστον τρανταχτά επιχειρήματα: Πρώτον ότι, μέχρι τώρα, τους έχει οδηγήσει μόνο σε νίκες. Δεύτερον, ότι πολεμάει μαζί τους στη πρώτη γραμμή και έχει ήδη στο κορμί του περισσότερες ουλές τραυμάτων από εκείνες του μέσου μαχόμενου οπλίτη. Μπορεί όμως και να ισχυριστεί ότι εάν οι πέρσες αντιληφθούν ότι οι έλληνες άρχισαν να υποχωρούν και να επιστρέφουν μαζικά προς τη Δύση, δεν αποκλείεται να συσπειρωθούν ξανά και να τους κυνηγήσουν μέχρι τη Μέση Θάλασσα.

Αν στην παραπάνω επιχειρηματολογία συνυπολογίσει κανείς και τη δυνατότητα γενναιόδωρων ανταμοιβών που εξασφαλίζονται από τους ευτραφείς θησαυρούς που πέρασαν πρόσφατα στην κατοχή του Μακεδόνα, γίνεται κατανοητό γιατί οι περισσότεροι στρατιώτες πείστηκαν.

Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τους μακεδόνες στρατηγούς. Όχι όλους, αλλά μερικούς σημαντικούς όπως για παράδειγμα ο γηραιός, αλλά ακμαίος Παρμενίωνας ή ο στενός φίλος του βασιλιά, ο Κλείτος, οι οποίοι (όπως και εγώ άλλωστε, τ’ ομολογώ) εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους, δίνοντας έτσι όπλα στους συνήθεις διαβολείς.

Η αλήθεια είναι ότι στρατηγοί και εταίροι έχουν και κάποιους άλλους λόγους να είναι δυσαρεστημένοι. Όπως ότι ο Αλέξανδρος δεν έχει λύσει ακόμη το θέμα της διαδοχής, όπως θα έπρεπε να έχει κάνει ήδη πριν από την εκκίνηση της εκστρατείας, φτιάχνοντας νόμιμους απογόνους με κάποια ελληνίδα πριγκίπισσα. Έπειτα γιατί διαπιστώνουν ότι ο ηγεμόνας τους επηρεάζεται όλο και πιο έντονα από τα περίπλοκα και φανταχτερά τελετουργικά  της περσικής αυλής και έχει αρχίσει να υιοθετεί κάποια στοιχεία της περσικής βασιλικής ενδυμασίας. Άσε που προωθεί όλο και συχνότερα πέρσες, αλλά και άλλους γηγενείς, στις ανώτερες θέσεις των κατακτημένων περιοχών.

.images (22)

Να σου μεταφέρω και ένα άλλο νέο που αφορά στους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου (περίπου χίλιοι πεντακόσιοι) οι οποίοι απέδρασαν μετά το πραξικόπημα των ευγενών, και εν τέλει παραδόθηκαν σε εμάς. Σίγουρα θα σε ρωτήσουν σχετικά στην Αθήνα και πρέπει να ξέρεις πώς ακριβώς χειρίστηκε το  θέμα ο Αλέξανδρος. Όσοι λοιπόν από τους μισθοφόρους είχαν προσληφθεί πριν από το Συνέδριο της Κορίνθου, όπου κηρύχτηκε επισήμως ο πόλεμος κατά των Περσών, τους άφησε ελεύθερους, όσους προσλήφθηκαν μετά, τους ενέταξε υποχρεωτικά στο στράτευμά του με το μισθό που τους έδινε ο Δαρείος. Όσον αφορά στην έκκληση του Φωκίωνα υπέρ των μισθοφόρων που αιχμαλωτίστηκαν στις προηγούμενες μάχες, μπορείς να μεταφέρεις στον αθηναίο ηγέτη ότι η έκκλησή του για καλή μεταχείριση, θα εισακουστεί.

Στην περίπτωση των πρέσβεων των ελληνικών πόλεων που ήταν διαπιστευμένοι στην αυλή του Δαρείου, η απόφασή του ήταν κάπως διαφορετική.

Εκείνοι που προέρχονταν από πόλεις κράτη που ήταν εξαρτημένα από τους Πέρσες, (Σινώπη, Καλχηδόνα) θεώρησε αποδεκτό το να εκπροσωπούν τις πόλεις τους στην Αυλή των Περσών, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Εκείνοι, αντίθετα, των οποίων οι πόλεις είχαν υπογράψει τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Κορίνθου (δηλαδή τους πρέσβεις των Σπαρτιατών, καθώς και τον Αθηναίο πρέσβη Δρωπίδη) τους φυλάκισε.

.

Όλα αυτά που σου διηγούμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, συνέβησαν μετά την έναρξη του νέου έτους, μέσα στον τρέχοντα ακόμη, τη στιγμή που σου γράφω, εναρκτήριο μήνα Εκατομβαιώνα. Όλα δείχνουν ότι και η νέα χρονιά θα είναι πυκνή σε γεγονότα. Ελπίζω και εύχομαι οι τυχόν εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει η Ειμαρμένη να είναι θετικές και εκείνες που δεν θα είναι, να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε με τη βοήθεια του Υπέρτατου Λόγου.

Προς το παρόν συνέχισε τη δραστηριότητά σου στην Αθήνα όπως έχουμε συμφωνήσει. Αν χρειαστεί να διαφοροποιήσουμε τη πολιτική μας, θα σε ειδοποιήσω. Περιμένω νεώτερα και για τη δίκη που απ’ ότι μου γράφεις συγκλονίζει αυτή τη στιγμή την Αθήνα. Θα έχει πιθανότατα λιγότερο εντυπωσιακές επιπτώσεις από αυτά που συμβαίνουν εδώ, αλλά δε σου κρύβω ότι, αυτού του είδους, η αθηναϊκή αναστάτωση (που όπως και να το κάνουμε, πρέπει να ακολουθεί κάποιους πάγιους κανόνες) μου  δημιουργεί -περιέργως, το παραδέχομαι- μια αίσθηση ηρεμίας και κανονικότητας. 

Ας είσαι γερός και ευτυχής

Ο Εξ Ολύνθου Καλλισθένης

images (25)

[1] Τετρακόσια στάδια: περίπου εβδομήντα τέσσερα χιλιόμετρα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο πέμπτο. Εύελπις, η τελευταία μέρα στην Περσέπολη

Posted by vnottas στο 9 Αύγουστος, 2016

Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 15.

Εύελπις, η τελευταία μέρα στην Περσέπολη.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο αέρας είναι παχύς και μαύρος. Και ακίνητος. Δε φυσάει πια όπως φυσούσε όλη τη νύχτα, και η μαυρίλα αναδύεται τώρα κάθετα από τα καμένα χαλάσματα, Στο κέντρο των μελανών σωρών λάμπουνε ακόμη πύρινα ίχνη απ’ τα ξύλινα δοκάρια των κτισμάτων. Ο καπνός ανηφορίζει και ενώνεται με το φαιό νέφος που βαραίνει πάνω από την πόλη. Η μέρα είναι προχωρημένη, αλλά αλλόκοτα σκοτεινή.

Ο Εύελπις επιστρέφει έφιππος από το Επιτελείο, το οποίο έχει και πάλι εγκατασταθεί στις σκηνές εκστρατείας, και κατευθύνεται προς το κατάλυμά του. Ελπίζει να το βρει ακέραιο καθώς βρίσκεται κάπως απόμερα από τη ζώνη της φωτιάς. Ξάγρυπνος και κατάκοπος, έχει ανάγκη από λίγη έστω ξεκούραση πριν ξεκινήσει το ταξίδι πίσω, προς τα Σούσα. Έτσι επιταχύνει τον βηματισμό του ¨Βέλους¨ αγνοώντας τους λίγους άτακτους που προσπαθούν ακόμη να βρουν λάφυρα ανάμεσα στο χαλάσματα.

Το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς, με εξαίρεση την Φρουρά της Πόλης και λίγους συνακολουθούντες που πήραν μόλις χτες το απόγευμα την απαραίτητη άδεια να παραμείνουν ως έποικοι, κατευθύνεται ήδη μέσα στη δύσοσμη σκοτεινιά προς την βορινή πύλη, για να προωθηθεί στη συνέχεια προς την ανατολική πλευρά των βουνών του Ζάγκρου, στο εσωτερικό της κοιτίδας των Περσών και των Μήδων .

 Στο μυαλό του Μεγαρέα συνωστίζονται ερωτηματικά, αντιφατικές σκέψεις και συναισθήματα που κονταροχτυπιούνται.

Από τη μια μεριά η ψυχή του είναι σκοτεινή και θλιμμένη: το κακό, εν τέλει, δεν στάθηκε δυνατό να αποφευχθεί.

Τα ανάκτορα της Περσέπολης, ο ναός και ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης,  παραδόθηκαν τελικά σε φλόγες που δεν είχαν τίποτα το καθαρτήριο. Η φωτιά είχε ξεκινήσει από κάποιο σημείο στα ανατολικά του κτιρίου της Απαντάνα και μετά ο άνεμος την είχε εξαπλώσει ανισόμερα. Ευτυχώς, η Αφροδίτη είχε βάλει το χέρι της και ο γυναικωνίτης, αν και αρκετά κοντά στην τροχιά της πυρκαγιάς, είχε τελικά γλιτώσει. 

Τα τσακάλια είχαν ξαποληθεί στα χαλάσματα προτού καν η φωτιά καταλαγιάσει. Τα ισχυρότερα από τα σώματα του στρατού, εκείνα που θα μπορούσαν να ελέγξουν αποτελεσματικά την κατάσταση, αποχωρούσαν ήδη από τα χαράματα προς τον βορά. Το μόνο τμήμα των ανακτόρων που παράμενε αλώβητο και που ακόμη φυλασσόταν  αυστηρά, ήταν το φυλάκιο με τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης, πέρα από το τμήμα που είχε ήδη μεταφερθεί στα Σούσα. Η πυρκαγιά μάλλον δεν θα επηρέαζε τη συνέχιση της χρηματοδότησης της εκστρατείας.

Ωστόσο, πολλή κατακτημένη γνώση είχε απόψε εξαφανιστεί, μαζί με τους παπύρους και τις περγαμηνές της βιβλιοθήκης και η αναπλήρωσή της θα απαιτούσε χρόνο και μεγάλη ανθρώπινη προσπάθεια. Ο Καλλισθένης, ο Ευμένης, ο ίδιος ο Εύελπις, καθώς και άλλοι που ήθελαν να αισθάνονται ανιχνευτές, απελευθερωτές, προστάτες και αναδιανομείς της Γνώσης είχαν υποστεί απόψε μια σοβαρή ήττα, που όσο κι αν ήταν προβλέψιμη, πόναγε.

300px-Persepolis_Reconstruction_Apadana_Chipiez - Αντίγραφο

Σ’ ένα άλλο κομμάτι της ταραγμένης ψυχής του Εύελπι υπάρχει ένα απρόσμενο, περίεργο είδος αγαλλίασης. Ένα είδος παρήγορης ανάσας που μοιάζει να προέρχεται από μια καταλαγιασμένη επιθυμία. Κάτι που μοιάζει με την ηδονή και την ευτυχία της ανταπόκρισης.

Ανταπόκριση;

Δεν είναι η ακριβής λέξη. Εκείνο που η Θαίδα του παραχώρησε χτες  ήταν μια νύχτα που θα του μείνει ασφαλώς αξέχαστη. Μια νύχτα πάθους όπου, εν τέλει, (ποιοι άραγε Θεοί είχαν θελήσει ένα τέτοιο φαντασμαγορικό σκηνικό;) οι φλόγες δεν ήταν μόνο λέξεις μεταφορικές και αλληγορικές για να περιγραφτεί ένας έρωτας (ο δικός του) για καιρό καταπιεσμένος, που ξαφνικά αποκτούσε σάρκα, ή μάλλον δυο φλεγόμενα -σε έξαρση αμοιβαίας έλξης- όμορφα νεανικά σώματα.

 Όμως ήξερε πια ότι για την Θαίδα αυτή η νύχτα ήταν μόνο μια προσφορά, ένα δώρο, ένα δείγμα ότι τα αισθήματά της για εκείνον υπήρχαν, και ίσως σε άλλες συνθήκες, σε άλλες συγκυρίες, σε μια άλλη ζωή, θα αρκούσαν για να φτιάξουν ανάμεσά τους κάτι το ιδανικό. Όχι όμως  σε αυτήν τη φάση της ζωής της.

Δεν του τα είπε όλα αυτά με ρητό τρόπο. Βρίσκονταν όμως, κατανοητά, στις σιωπές της, στον τρόπο με τον οποίο άλλαζε τη κουβέντα και αρνιόταν να απαντήσει στην παράκλησή του να τον ακολουθήσει.

Ίσως κι εκείνος δεν είχε επιμείνει όσο θα έπρεπε. 

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Ίσως και να το έκανε -εκείνη, γυμνή πλάι του, ήταν κίνητρο ικανό για να χάσει κάθε μέτρο, κάθε αίσθηση ευπρέπειας και ίσως θα έπρεπε να την παρακαλούσε, ίσως να την ικέτευε, ίσως να την πίεζε με οποιοδήποτε τρόπο- αλλά τελικά όχι, δεν είχε επιμείνει αρκετά. Προτίμησε να κάνει μαζί της έρωτα, πάλι και πάλι, μέχρις ότου… αποσπασματικοί ήχοι από ανθρώπινες κραυγές, ανακλάσεις από μακρινές κοκκινωπές λάμψεις και όλο και πιο έντονα ρεύματα οσμών από καύση ετερόκλητων ουσιών, δεν έφτασαν ως την κάμαρα του γυναικωνίτη.

Ό Εύελπις είχε σηκωθεί από την κλίνη και είχε  πλησιάσει το παράθυρο. Έξω η νύχτα είχε αρχίσει να αποκτά έντονο πορφυρό χρώμα. Και η αιτία δεν ήταν οι φωτιές των γιορτών της αναχώρησης και των ευχητήριων τελετών για την αίσια έκβαση των μελλοντικών μαχών που έκαιγαν από νωρίς στις πλατείες. Ήταν φλόγες τεράστιες, αν και ακόμη  μακρινές από τον γυναικωνίτη: Με επίκεντρο το κεντρικό παλάτι, ψηλά, το μεγαλοπρεπές ανακτορικό συγκρότημα καιγόταν.

«Μα τους χίλιους δαίμονες της φωτιάς… Να που ο εμπρησμός έγινε! Τα ανάκτορα φλέγονται. Και ο δυνατός αέρας θα εξαπλώσει τις φλόγες ποιος ξέρει ως που. Ποιος τόλμησε άραγε τελικά…;», αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.

Ακούστηκε ένα σύντομο καμπανιστό γελάκι από τη μεριά της Θαίδας.

«Δεν το ξέρεις ποιος έβαλε τη φωτιά; Μα εγώ φυσικά!», ξαναγέλασε.

images (9)

Στο ερωτηματικό βλέμμα του Μεγαρέα, η Θαίδα απαντά ενημερώνοντάς τον για την χθεσινή επίσκεψη του Αθηναίου πρέσβη Ηλιόδωρου, καθώς και για το πώς οι προβλέψεις του είχαν επαληθευτεί από την άλλη επίσκεψη, εκείνη που της είχε κάνει σήμερα το πρωί ο σοφιστής Ανάξαρχος αυτοπροσώπως. Ο Αβδηρίτης της είχε ζητήσει, με θράσος (που έδειχνε πόσο λίγο εκτιμούσε, αλλά και πόσο πολύ υποτιμούσε κατά βάθος τη διάσημη εταίρα) αλλά και με δελεαστικές υποσχέσεις ανταμοιβής, να προκαλέσει τον εμπρησμό της πόλης κατά τη διάρκεια του συμποσίου που διοργανώνεται απόψε εν όψει της επανεκκίνησης της στρατιάς. Εκείνη, μια Αθηναία, ασφαλώς θα μπορούσε να καθοδηγήσει τους δαυλούς των συμποσιαστών σε μια (οφειλόμενη απέναντι στην Ιστορία και την Νέμεση) πυρά.

Αλλά δε περιορίστηκε σ’ αυτό. Καθώς η Θαίδα μειδιούσε χωρίς να αντιδρά, είπε κι άλλα. Ισχυρίστηκε ότι το πυρ θα έκανε καλό στην εκστρατεία, υπαινίχτηκε ότι το κάψιμο το επιθυμούν κλιμάκια του στρατεύματος και μάλιστα όχι μόνον τα χαμηλά και, βέβαια, επανέλαβε ότι ήταν μοναδική ευκαιρία για μια κίνηση που θα ολοκλήρωνε την εκδίκηση για τα δεινά που είχαν προκαλέσει ίσαμε τώρα οι Πέρσες στους ελληνικούς λαούς και ιδιαίτερα στους Αθηναίους.

«Ναι, αλλά δεν ήσουν εσύ που προκάλεσες αυτήν τη φωτιά», ρωτάει ευθέως ο Εύελπις.

«Και βέβαια δεν ήμουν. Αλλά δεν θα εκπλαγώ εάν αύριο διαδοθούν φωνές που να ρίχνουν σε μένα το φταίξιμο.  Σύμφωνα με τον Ηλιόδωρο έχουν ήδη ετοιμάσει τις κατάλληλες φήμες που με ενοχοποιούν. Εγώ, αν θες να ξέρεις, ούτε που απάντησα στον σοφιστή. Τον οδήγησα ως την πόρτα γελώντας, πράγμα που τον ανάγκασε να φύγει μουρμουρίζοντας ακατανόητες φράσεις, πιθανότατα απειλητικές.

Όπως βλέπεις, δεν πήγα καν στο αποψινό συμπόσιο των τελετών αναχώρησης. Για δικαιολογία είπα ότι ο πιστότερος θαυμαστής μου, ο Πτολεμαίος, λείπει από την πόλη, πράγμα που είναι άλλωστε αληθινό», χαμογέλασε η Θαίδα. «Εγώ, όπως μπορείς να διαπιστώσεις είμαι αλλού κι έχω και αξιόπιστο μάρτυρα, εσένα».

«Τότε ποιος;»

«Ίσως δεν ήμουν η μόνη στην οποία έκαναν εμπρηστικές προτάσεις, ίσως να έχουν απευθυνθεί και αλλού ή ίσως υπάρχουν και άλλοι, πέρα από τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, που επιθυμούν να καεί η Περσέπολη». 

«Η Περσέπολη έχει ήδη λεηλατηθεί ¨δια σιδήρου¨. Απόψε καίγονται τα ανάκτορα. Έχεις μάθει κάτι σχετικά;»

Flame_b2

Η Θαίδα έμεινα για μια στιγμή σκεφτική. «Ξέρω αυτά που ψιθυρίζονται εδώ και αρκετές μέρες. Ότι το ανακτορικό συγκρότημα, που όπως και η πόλη είναι δημιούργημα αμιγώς περσικό, θα καταστραφεί από τους Μακεδόνες για να φοβηθούν και επομένως να γίνουν συνεργάσιμες οι φυλές που κατοικούν κατά μήκος της διαδρομής που θα ακολουθήσει το στράτευμα.   Όμως, ναι, υπάρχει και κάτι που έμαθα μόλις απόψε, λίγο πριν έρθεις. Μια από τις ακολούθους μου, μια αξιόλογη νεαρή γυναίκα που ανήκει στους Ερετριείς, ξέρεις εκείνους τους ταλαιπωρημένους που συναντήσαμε πριν μπούμε στην Περσέπολη, μου ανάφερε ότι σήμερα το μεσημέρι, στην Αγορά, πήρε τ’ αφτί της μια συζήτηση που αφορούσε το κάψιμο της Περσέπολης».

«Από ποιον;»

«Η Μυώπη, έτσι τη λέμε την νεαρή, δεν ήταν σε θέση να μου τους περιγράψει, γιατί είναι σχεδόν τυφλή. Αναγνώρισε όμως ότι μιλούσαν στο γνωστό της ιδίωμα, τα μικτά ιωνικά και περσικά των απογόνων των πρώην αιχμαλώτων των Περσών, των Ερετριέων. Πρέπει να είναι ανακατεμένοι στην υπόθεση της φωτιάς, είτε αυτόβουλα, είτε παρακινούμενοι από άλλους».

«Αυτά που μου λες είναι πολύτιμα», λέει ο Μεγαρέας τρυφερά. «Αν η ηγεσία το θελήσει, το θέμα της πυρκαγιάς θα εξιχνιαστεί. Σε ευχαριστώ και πάλι Θαίδα» .

«Σου τα λέω, γιατί ποτέ δεν απαίτησες να μάθεις οτιδήποτε από μένα. Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που εκτιμώ, Εύελπι».

 Εκείνος την πλησιάζει. Η δική του φλόγα έχει αναζωπυρωθεί. «Λοιπόν Θαίδα, θα με ακολουθήσεις στην Αθήνα;» 

Εκείνη κοιτάζει προς το παράθυρο τις λάμψεις  που ανακλώνται εκεί.

«Οι περισσότερες γυναίκες είναι απόψε στο συμπόσιο, αλλά οι δικές μου ακόλουθοι είναι εδώ. Δεν νομίζεις ότι πρέπει να τις ξυπνήσουμε πριν η φωτιά πλησιάσει. Έτσι κι αλλιώς είμαστε έτοιμες για αναχώρηση. Σήμερα θα πρέπει να ξεκινήσουμε κι εμείς». Αλλά, λέγοντας αυτά τα λόγια, η Αθηναία τραβιέται κάνοντάς του χώρο στο κρεβάτι.

Κάτι μέσα του λέει στον Εύελπι ότι υπάρχει χρόνος και ότι η δική του φωτιά είναι τουλάχιστον το ίδιο επικίνδυνη με εκείνη που έχει αρχίσει να κατατρώει τα Ανάκτορα της Περσέπολης.

Εκείνο το πρωί, ο Μεγαρέας αποχαιρέτισε την Θαίδα. Ούτε αυτός ούτε εκείνη έκαναν οποιαδήποτε νύξη για το χρονική διάστημα που θα μπορούσε να διαρκέσει αυτός ο αποχαιρετισμός.

Ο Εύελπις έφυγε από τον γυναικωνίτη με ένα κομμάτι του εαυτού του άδειο, και τον υπόλοιπο σε τεταμένη υπερένταση. Πίσω από το μελανό νέφος μπορούσε να μαντέψει τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που πήρε να ανηφορίζει. Έστρεψε το Βέλος προς τα βόρια, κατάφερε να παρακάμψει το πλήθος που είχε πλημμυρίσει τους δρόμους και, λίγο αργότερα, έφτασε στο επιτελείο, που πλέον είχε μετεγκατασταθεί στο στρατόπεδο της βορινής Πύλης, επιβλέποντας και συντονίζοντας την έξοδο της στρατιάς.

ςe

Ο Ευμένης ήταν κι αυτός άγρυπνος. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα έκπληκτος για την πυρκαγιά. Η κύρια ανησυχία του αυτή τη στιγμή ήταν να μην επηρεαστεί αρνητικά η έναρξη της νέας πορείας και η στρατιά να μετακινηθεί με ομαλό τρόπο.

Παρόλα αυτά βρήκε χρόνο για να ακούσει τον Εύελπι, που συνοπτικά και χωρίς αναφορά στη Θαίδα, τον ενημέρωσε για τα όσα ¨κυκλοφορούν στην Πόλη¨ σχετικά με τον εμπρησμό, τις σχετικές κινήσεις του Ανάξαρχου και της ομάδας του, καθώς και για  το ενδεχόμενο ρόλο των ¨Ερετριέων¨.

«Αυτά τα έμαθες από την Θαίδα, έτσι δεν είναι; Αυτή είναι η βασική πηγή σου;», τον ρώτησε άμεσα ο Ευμένης.

«Ναι», παραδέχτηκε ο Μεγαρέας. «Δεν την θεωρείς αξιόπιστη;»

«Το αντίθετο. Όμως η Θαίδα είναι μία πηγή που δεν μπορώ να επικαλεστώ. Και πολύ περισσότερο δεν μπορώ να την ανακρίνω. Αυτή την περίοδο βρίσκεται υπό την προστασία του Πτολεμαίου του Λάγου, άτομο φιλόδοξο και ανερχόμενο, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Την προστατεύει -υπάρχει ειδική εντολή γι αυτό- ο ίδιος ο Αλέξανδρος».

Στο πρόσωπο του Εύελπι εμφανίστηκε προς στιγμήν μια απόχρωση έκπληξης, που γρήγορα εξαφανίστηκε.

«Πάντως», συνέχισε ο Ευμένης, «οι πληροφορίες σου για τους υπαίτιους της  αποψινής φωτιάς είναι χρήσιμες και να είσαι σίγουρος ότι το θέμα θα το διερευνήσουμε, άσχετα από το εάν θα δημοσιοποιήσουμε τα πορίσματα  της έρευνας ή όχι».

Ο Ευμένης σταμάτησε για μια στιγμή.

«Σκέφτομαι ότι ίσως θα πρέπει να αφήσουμε τη ψυχή των στρατιωτών απερίσπαστη από τις εσωτερικές δολοπλοκίες, τουλάχιστον  όσο κρατάει η νέα εξόρμηση. Και επί πλέον, ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι υπέρ της φωτιάς είχαν ταχθεί και ορισμένοι στρατηγοί που σίγουρα δεν συμμετείχαν στην αφή της. Είναι πολεμιστές πιστοί στον Αλέξανδρο, που ποτέ δεν θα έκαναν κάτι τέτοιο χωρίς τη ρητή διαταγή από εκείνον, -μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι ο Άνακτας δεν έδωσε ποτέ τέτοια διαταγή- και που δεν πρέπει να αισθανθούν ότι τους στοχοποιούμε.

Τέλος πάντων, αφού τα περσικά ανάκτορα σε μεγάλο βαθμό κάηκαν πια, όσο κι αν αυτό είναι οδυνηρό κυρίως όσο αφορά στην βιβλιοθήκη, ίσως μας συμφέρει για την ώρα να αφήσουμε το γεγονός να λειτουργήσει εκφοβιστικά για όσους ντόπιους σκέφτονται ακόμη να μας αμφισβητήσουν, όπως εξάλλου υποστήριζαν αυτοί οι πολεμιστές. Αν πάλι εκείνο που επιδιώκουν οι εμπρηστές είναι να δυσχεράνουν τις σχέσεις μας με την Αθήνα, εμείς έχουμε ήδη προγραμματίσει πράξεις που ενισχύουν αυτές τις σχέσεις. Η δική σου αποστολή στην Αττική είναι ίσως η σημαντικότερη από αυτές.

Ίσως επαναφέρουμε το θέμα της αποψινής φωτιάς όταν θα έχουμε εξουδετερώσει οριστικά τον Δαρείο και τους ακόλουθούς του.  Όσο για τον Ανάξαρχο, θα ελέγχουμε τους ελιγμούς του και θα κινηθούμε δραστικότερα όταν οι αποδείξεις για την ενοχή του θα είναι εξόφθαλμες.

Εσύ, πότε σκοπεύεις να φύγεις για τα Σούσα;»

«Το συντομότερο, ακόμη και σήμερα».

«Όχι, πρέπει πρώτα να σου μιλήσω διεξοδικότερα για ορισμένα πράγματα που θα πρέπει να προσέξεις στην Αθήνα Τα βασικά. Θα σου δώσω και μια επιστολή για τον Καλλισθένη που θα την γράψω τώρα, μόλις πάρω μια ανάσα από τη φασαρία της πυρκαγιάς. Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Τώρα είσαι ελεύθερος για καμιά ώρα και μπορείς να πας να δεις τον Άρπαλο…»

Ο Εύελπις ανασήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Α ναι, δεν σου το ‘πα. Ο γιος του Μαχάτα έστειλε τους ανθρώπους του και σε ζητούσαν. Είναι κι αυτός εδώ, θα τον βρεις στις σκηνές της βασιλικής ακολουθίας. Πήγαινε να δεις τι θέλει και μετά επέστρεψε εδώ. Πιστεύω ότι σε λίγο η φωτιά θα είναι υπό πλήρη έλεγχο και θα έχουμε χαλιναγωγήσει και τις τελευταίες ομάδες του όχλου. Θα έχω έτοιμη την επιστολή και θα μπορέσουμε να μιλήσουμε».

Ο Ευμένης του έριξε μια διερευνητική ματιά από την ¨κορυφή ως τα νύχια¨. «Αδελφέ μου», είπε, «δεν είσαι ακόμη σε θέση να ταξιδέψεις. Όταν τελειώσουμε θα επιστρέψεις στο κατάλυμά σου και θα ξεκουραστείς. Αν θέλεις μπορείς να αναπαυτείς και  εδώ, στο στρατόπεδο. Πάντως, ειδοποίησε τους συνοδούς σου να είναι έτοιμοι για το ταξίδι επιστροφής στα Σούσα από αύριο. Αν κρίνεις ότι δεν αρκούν ζήτησε από τον υπασπιστή μου να σου δώσει μια πρόσθετη ομάδα φρουρών».

Ο Μεγαρέας ευχαρίστησε τον Καρδιανό, αλλά όταν θα τελείωναν, προτιμούσε να επιστρέψει στο κατάλυμά του και να ξεκινήσει για τα Σούσα το συντομότερο δυνατό, χωρίς πρόσθετη συνοδεία.

images (22)

Ό Άρπαλος τον υποδέχτηκε με ένα δυσερμήνευτο χαμόγελο κρεμασμένο στις άκρες των λεπτών του χειλιών. Ούτε αυτός έδειχνε να έχει κοιμηθεί αυτήν τη νύχτα. Όμως κάτι σαν μικρό κομμάτι πυρκαγιάς έκαιγε ακόμη στα γαλαζωπά του μάτια.

«Είδες Μεγαρέα;» του είπε. «Πόλεμοι, μάχες, θάνατοι, πορείες, αλώσεις, οδυρμοί, αλλά και εξάρσεις  για την νίκη και την κατάκτηση… και μετά; Ένα παφ, μια μικρή σπίθα, ένα τίποτα, και τα ¨κέρδη¨, τα λάφυρα, η Δόξα θα έλεγα, μπορούν να μετατραπούν σε μαύρη στάχτη, σε τίποτα!» Το μειδίαμά του έγινε ειρωνικό:  «Ωστόσο το θέαμα δεν ήταν μόνο διδακτικό, ήταν και συναρπαστικό, δε συμφωνείς;»

Ο Εύελπις ήταν στερημένος από διάθεση είτε να συμφωνήσει είτε να διαφωνήσει με τις ποιητικές διαπιστώσεις του Άρπαλου. Κάθισε σε ένα πολυθρόνιο εκεί δίπλα και σιώπησε.

Ο Άρπαλος αποφάσισε να μπει στο θέμα:

«Έμαθα ότι επιστρέφεις στην Αθήνα και θέλω να σου ζητήσω μια μικρή χάρη», του είπε.

sagittarius_hev2

Ο Μεγαρέας τράβηξε τα χαλινάρια και το Βέλος επιβράδυνε και σταμάτησε μπροστά στην σιδερένια, διακοσμημένη με γρύπες, αυλόπορτα.

Το οίκημα που τον φιλοξενούσε ήταν πράγματι σώο και οι υπηρέτες, που είχαν βγει στην είσοδο για να αποτρέψουν όποιον τυχόν το θεωρούσε ακατοίκητη λεία προς λεηλασία, τον υποδέχτηκαν με φωνές ενθουσιασμού.

Ο Εύελπις ανέβηκε στην κάμαρά του και σε λίγο κοιμόταν βαθειά, χωρίς όνειρα, αν εξαιρέσουμε την εικόνα ενός δρόμου που στο βάθος του βρισκόταν τα Σούσα και η ευγενική μορφή του Καλλισθένη∙ αλλά πίσω από τα Σούσα ανέτελλε σιγά σιγά η μεγεθυμένη εικόνα μιας άλλης πόλης, οικείας και αγαπημένης, η εικόνα του άστεως των Αθηνών.

(Τέλος του τέταρτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, κεφάλαιο πέμπτο. Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

Posted by vnottas στο 23 Νοέμβριος, 2015

Κεφάλαιο πέμπτο. Κεντρική αγορά των Σούσων: η Πλατεία των Παιγνίων.

Όπου ο Παλαμήδης εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του.

images (7)

Ακούγοντας το όνομα της Θαΐδας ο Παλαμήδης ξαναβάζει το βαλάντιο, που είχε ασυνείδητα ανασύρει καθώς παρακολουθούσε το παιχνίδι των κύβων, στο θυλάκιο κάτω από τον μανδύα του και χαμογελάει.

«Ώστε σας στέλνει η Θαΐδα», λέει φωνάζοντας ώστε να καταφέρει να ακουστεί πάνω από τη βαβούρα του παιχνιδιού. «Τι κάνει αυτή η ψυχή;  Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι αυτήν; Μου φαίνεται σαν χτες, κι όμως τώρα που το σκέπτομαι, την τελευταία φορά που την είδα ήμασταν ακόμη στην Αθήνα…

Αλλά, περιμένετε, εδώ έχει πολλή φασαρία. Δε μπορεί να μιλήσει κανείς. Πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνο το περιστύλιο, στο βάθος».

Ρίχνει μια περιστροφική ματιά στους τέσσερεις που έχουν μαζευτεί γύρω του. «Μα πόσοι είστε; Είναι και ο παχουλός Πέρσης μαζί σας; Εντάξει, ελάτε όλοι.   Αν δεν μου φέρνετε δυσάρεστα νέα, θα σας κεράσω ένα ποτήρι κρασί».

«Η νεαρή από ‘δω είναι ακόλουθός της Θαΐδας», διευκρινίζει ο Ευρυμέδοντας καθώς προχωρούν προς το περιστύλιο, όπου  κάτω απ’ τον ίσκιο μιας συστάδας φοινικόδεντρων και πάνω σε στενόμακρους πάγκους σερβίρουν ποτά και μεζέδες από ένα παρακείμενο περσικό μαγαζί. «Θα σου εξηγήσει η ίδια περί τίνος πρόκειται».

Κάθονται στα πέτρινα πεζούλια που περιστοιχίζουν τους πάγκους και το Πουλχερίδιον εξηγεί στον απόμαχο τι ακριβώς θέλει η κυρά της απ’ αυτόν. Ύστερα βγάζει από το δισάκι που έχει περασμένο στον ώμο της το μικρό κύλινδρο και του τον δίνει.

«Αυτό είναι όλο;» αναρωτιέται ο Παλαμήδης, παίρνοντας στα χέρια του τον πάπυρο. «Να πεις στην κυρά σου ότι θα εκτελέσω την επιθυμία της μετά χαράς. Και να της μεταφέρεις την αγάπη μου. Πες της ότι η Αθήνα δε θα είναι ίδια χωρίς αυτήν». Ύστερα σηκώνει το χέρι του και ένας αεικίνητος σερβιτόρος εμφανίζεται για να πάρει παραγγελία.

arhaia-ellada-diatrofi

«Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν αίσια επιστροφή», λέει ο Ευρυμέδοντας και αφού χύσει μια γουλιά κρασί στο δάπεδο, σηκώνει τον κύλικα ψηλά. Οι άλλοι τον μιμούνται.

«Σας ευχαριστώ» απαντάει ο απόμαχος, υψώνοντας κι αυτός τον κύλικά του με το αριστερό χέρι.

Πίνουν.

«Ποια, άραγε, θα μπορούσε να είναι η ευτυχέστερη στιγμή μιας εκστρατείας παρά η επιστροφή των νικητών στην πατρίδα», παρατηρεί ο Ευρυμέδοντας και νιώθει να τον πλημμυρίζει κάτι σαν απρόβλεπτη συγκίνηση, που ξαφνιάζει και τον ίδιο.

Ο Παλαμήδης τον κοιτάζει προσεκτικότερα.

«Βλέπω ότι δεν είσαι Μακεδόνας, και σίγουρα ούτε Αθηναίος… Σε ποια μονάδα υπηρετείς συμπολεμιστή;»

«Είμαι Θεσσαλός ιππέας από την Φάρσαλο, αλλά μ’ έχουν αποσπάσει στην υπηρεσία των λογογράφων, εννοώ εκείνους που βρίσκονται υπό την ηγεσία του Καλλισθένη του Ολύνθιου και του Ευμένη του Καρδιανού».

Ο απόμαχος κουνάει το κεφάλι του με νόημα. «Οι οποίοι, από ό, τι ξέρουμε όλοι, είναι κάτι παρά πάνω από απλοί καταγραφείς των γεγονότων…».

Ο Ευρυμέδοντας, που έχει ακούσει κι άλλες φορές αυτό το σχόλιο, ειπωμένο άλλοτε με φόβο, άλλοτε με ψόγο, σπάνια με σκωπτική διάθεση, χαμογελάει: «Δεν γίνεται καταγραφή χωρίς πρώτα να συλλεχθούν και να αξιολογηθούν πληροφορίες».

«Έχεις δίκιο» παραδέχεται ο Αθηναίος. «Ούτε πόλεμος. Ούτε καν συντονισμός της εκστρατείας».

αρχείο λήψης (1)

Ο Παλαμήδης μένει για λίγο σιωπηλός κι έπειτα κοιτάζει τον νεαρό Θεσσαλό στα μάτια.

«Κοίτα συμπολεμιστή. Εγώ, καλώς ή κακώς φεύγω. Όχι επειδή το ζήτησα, αλλά επειδή έτσι το θέλησε η ειμαρμένη. Αφού όμως το ‘φεραν οι θεοί πριν φύγω να συναντήσω κάποιον σαν κι εσένα, δηλαδή κάποιον από εκείνους που ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στη βάση του στρατεύματος, για το τι λένε και τι σκέπτονται οι οπλίτες, λέω να σου πω μερικές κουβέντες, κι εσύ καν’ τες ό, τι θέλεις.

Αν θες, κράτα τες για τον εαυτό σου∙ είσαι νέος και μπορεί να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα τι τρέχει γύρω μας αυτήν τη μπερδεμένη και πυκνή σε γεγονότα εποχή, ή αν θες πάλι ανάφερέ τες στους ανώτερούς σου∙ κανονικά, κι αν δεν έχω εκτιμήσει λάθος τη δουλειά που κάνουν, θα πρέπει, όσα σου πω, να τους ενδιαφέρουν.

Σου μιλάει ένας Αθηναίος πολίτης, από εκείνους που, όταν καλούνται να συναποφασίσουν στην εκκλησία του Δήμου για σημαντικά ζητήματα, θέλουν να γνωρίζουν όσο γίνεται  περισσότερα για τα επίμαχα θέματα. Ένας από εκείνους που εκτιμούν  τις πληροφορίες, και περισσότερο εκείνες που με την κατάλληλη επεξεργασία καταλήγουν σε πολύτιμες γνώσεις».

Ο Ευρυμέδοντας κοιτάζει κι αυτός παρατηρητικά τον απόμαχο.  Προς στιγμήν αναρωτιέται αν τον περιμένει μια ακόμη φλυαρία από εκείνες που συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, αυτοί τέλος πάντων που εγκαταλείπουν την ενεργό δράση, ή εάν αυτός ο συμπαθής ψηλός γκριζομάλλης έχει να του πει κάτι το ενδιαφέρον. Αποφασίζει ότι  ακόμη κι αν ισχύει η πρώτη εκδοχή, είναι ορθό να δείξει τον πρέποντα σεβασμό προς τον τραυματισμένο πολεμιστή. Έπειτα, δεν έχει κανείς κάθε μέρα την ευκαιρία να ακούσει την περίφημη αττική διάλεκτο όπως την μιλάει ένας γνήσιος Αθηναίος.

Ο Θεσσαλός ρίχνει μια ματιά και στους άλλους: Ο Οινοκράτης, πλάι του, δείχνει να ενδιαφέρεται για τη συζήτηση, ενώ στην άλλη του πλευρά το  Πουλχερίδιον έχει κουρνιάσει κάτω από τη στρατιωτική του χλαμύδα, μια που το λεπτό της φόρεμα δεν αρκεί για να την προφυλάξει από την πρωινή ψύχρα. Ο Χοντρόης περιφέρει (κυκλικά) το ανήσυχο βλέμμα του στον δρόμο, έξω από το περιστύλιο.

«Σε ακούω συμπολεμιστή», λέει ο Ευρυμέδων.

zari

«Είμαστε σε αυτή την εκστρατεία εδώ και τέσσερα χρόνια. Νικάμε. Και όχι τον οποιοδήποτε δικό μας, ή κάποια από τις άγριες συνοριακές φυλές του βορρά, αλλά την μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Οι μισθοί των στρατιωτών φτάνουν πλέον χωρίς καθυστερήσεις. Κι εμείς οι τραυματισμένοι και οι απόμαχοι επιστρέφουμε με τιμές στην Ελλάδα.

Πράγματι έτσι είναι και γι αυτό θα είχες ίσως δίκιο να μου πεις: τι θέλεις Παλαμήδη και γκρινιάζεις; Τι έχεις δει που δεν πάει καλά; Τι βλέπεις εσύ που οι αρχηγοί δεν βλέπουν;

Τι βλέπω… Ας αρχίσουμε από αυτό που μπορείς να δεις και εσύ Θεσσαλέ. Κοίτα εκεί έξω. Τους βλέπεις τους πάγκους με τα παιχνίδια; Εγώ τους γνωρίζω καλά. Δεν πρόκειται, όπως μοιάζει, για τη δίκαια αναψυχή των πολεμιστών που μετά τις πολεμικές συγκρούσεις στριμώχνονται και εκτονώνονται γύρω από τα ζάρια∙ πρόκειται για την αναπάντεχη, οργανωμένη και κρυφή ήττα τους! Ξέρω τι σου λέω.

Στην αρχή, καταφτάνουν γύρω από αυτά τα τραπέζια άμαθοι. Νομίζουν ότι αφού οι θεοί τους γλίτωσαν από τους κινδύνους της μάχης, είναι πλέον άτρωτοι σε οποιαδήποτε διακινδύνευση. Όμως, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, έχουν πια εθιστεί στον  τζόγο.

Τι κι αν το ξέρουν πως πρόκειται για απάτη. Τι κι αν ξέρουν ότι εκτός από τους επιτήδειους που στήνουν τα παιχνίδια, είτε τους δικούς μας είτε τους ντόπιους, δεν κερδίζει κανένας άλλος. Παίζουν και χάνουν. Αυτοί, που η Ιστορία θα καταχωρήσει ως τους κατ’ εξοχήν νικητές! Χάνουν κανονικά. Συστηματικά.

Δεν ξέρω αν παίζεις Θεσσαλέ, αλλά σίγουρα θα έχεις ακουστά για εκείνους, είναι πια πολλοί, που έχασαν περιουσίες ολόκληρες σ’ ένα ανόητο στοίχημα.

Και τι έγινε, θα μου πεις. Ας χάσουν και κανένα μισθό. Παθήματα, μαθήματα. Αυτοί δε θα ζήσουν όπως εμείς στις περίκλειστες αυτόνομες πόλεις μας, όπου όλοι εποπτεύουν και προστατεύουν όλους και κυρίως τους νέους. Αυτοί εδώ θα ζήσουν στη νέα μεγάλη ενιαία αυτοκρατορία. Πρέπει να μάθουν να αυτόπροστατεύονται.

Ίσως θα έπρεπε να είναι έτσι. Όμως δεν είναι. Η απομύζηση των οπλιτών δεν γίνεται μόνο με τα τυχερά παιχνίδια. Έχει κι άλλα σαγόνια.

Για κοίτα εκεί παρακάτω, όχι δε λέω για τους μπερντέδες των πορνείων, κοίταξε εκείνα τα πολυτελή τραπέζια πού ‘ναι στημένα στην άκρη του δρόμου, μπροστά από τα μαγαζιά και τις αποθήκες των ντόπιων -οι οποίες, αν πλησιάσεις, θα διαπιστώσεις ότι είναι γεμάτες με λάφυρα πολέμου.

Romanreliefbank

Σε τούτη τη γωνιά της Αγοράς είναι μαζεμένα τα περισσότερα τραπέζια. Πρόσεξε τους τραπεζίτες τους. Δεν είναι μόνον οι γνωστοί συνακολουθούντες, οι νομισμανταλλάκτες και οι αργυραμοιβοί.   Τα διακρίνεις τα σαρίκια και τις πολύχρωμες στολές των ντόπιων τοκογλύφων; Τους βλέπεις, με τους γραφείς και τους δραγουμάνους από κοντά, να διαλαλούν το εμπόρευμά τους; το Χρήμα! Βλέπεις τους δούλους που από τους κουβάδες με την νωπή άργιλο φτιάχνουν τα πλακίδια όπου θα καταγραφούν οι όροι των συναλλαγών;  Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι Βαβυλώνιοι που ισχυρίζονται ότι έχουν ειδική άδεια, μετά από την αναίμακτη παράδοση της πόλης τους, να δανείζουν έντοκα τους οπλίτες μας και να αγοράζουν τα λάφυρα;

Μα ναι, τα ξέρεις όλα αυτά. Κυκλοφορείς στη πόλη και τα βλέπεις. Εκείνο που ίσως δε ξέρεις είναι πόσοι από τους στρατιώτες μας είναι ήδη καταχρεωμένοι.

Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουν, έχουν διανύσει έναν  πλήρη κύκλο από αίμα και χρήμα, χωρίς τελικά να αποκομίσουν παρά χρέη. Μάχες, νίκες, λάφυρα που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να αποθηκευτούν και  που ανταλλάσσονται με νομίσματα. Χρήματα και τιμαλφή, κερδισμένα χάρη στα ξίφη που όμως θα διασπαθιστούν για να δημιουργηθούν τελικά νέα χρέη.

Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτο ή πιθανότατα, λέω εγώ, ελεγμένο από δυσδιάκριτους παράγοντες, που η ηγεσία πρέπει να βρει και να εξουδετερώσει. Έγκαιρα. Εάν Θεσσαλέ, δεν πάρετε μέτρα, σε λίγο καιρό τα προβλήματα που σωρεύονται στο στράτευμα θα οδηγήσουν σε εκτροπές που δε θα μπορείτε πια να ελέγξετε».greekvases-2-640

Καθώς ο Παλαμήδης εκφράζει τις ανησυχίες του για την πορεία της εκστρατείας και ενώ ο νεαρός Ευρυμέδοντας, ο Οινοκράτης, ακόμη και το Πουλχερίδιον, τον παρακολουθούν τώρα με ενδιαφέρον, ο μόνος που μοιάζει να είναι αλλού είναι ο Χοντρόης.  Ο Πέρσης έχει προσηλώσει το βλέμμα του στο βάθος, απέναντι από το περιστύλιο, όπου σε μια πρόχειρα περιφραγμένη αυτοσχέδια αρένα, ετοιμάζεται η διεξαγωγή ενός αγώνα ταχύτητας με πρωταγωνιστές, αν κρίνει κανείς από τις υλακές που φτάνουν ως εδώ, σκύλους-δρομείς.

Δεν είναι η κυνοδρομία που έχει τραβήξει τη προσοχή του Χοντρόη -αυτό το παιχνίδι είναι γνωστό στα Σούσα και δεν εντυπωσιάζει κανένα- αλλά κάποιοι από τους  επισκέπτες που καταφτάνουν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα και να στοιχηματίσουν.

Ο Πέρσης περιστρέφει τώρα το στρογγυλό του κεφάλι προς τον Οινοκράτη και προσπαθεί να του κάνει διακριτικά νόημα, αλλά εκείνος είναι προσηλωμένος στην αγόρευση του Παλαμήδη και δεν παίρνει χαμπάρι, έτσι ο Χοντρόης τον τραβάει απ’ το ιμάτιο, και όταν εκείνος σκύβει του λέει.

«Παπαρατήρησε έναντι, Οίνον-Εκράτη. Ανεφάνη Χωλός μετά των αυτού συνοδών».

«Τι λες Χοντρόη; Τι θέλεις τώρα πάλι…» αρχίζει να διαμαρτύρεται ο Οινοκράτης, αλλά μετά διαπιστώνει περί τίνος πρόκειται:   Στο βάθος, ανάμεσα στους κυνόφιλους τζογαδόρους έχει εμφανιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα του Άρπαλου καθώς και των σωματοφυλάκων του, του μετρίως γιγαντιαίου Κάνθαρου και του ακουστικώς προικισμένου Σωσίβιου.

Ο Οινοκράτης καταπίνει βιαστικά το υπόλοιπο κρασί του, ζητά ευγενικά την άδεια να εγκαταλείψει την συντροφιά προκειμένου να ασχοληθεί με τις δουλειές της ημέρας και, τραβώντας τον Χοντρόη από το μανίκι, εξαφανίζεται μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που έχει γεμίσει το πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο.

αρχείο λήψης (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης

Posted by vnottas στο 22 Αύγουστος, 2015

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Όπου η αιρετική αυτοσχέδια χαχόμα επιδρά κάπως διαφορετικά από τη γνήσια.


3C91DAAFDECEB72731FD21EE1DC07A7B

Το ¨Οινοποτείον μετά Τραγημάτων[1] ¨Η Ωραία Πατρίς¨ βρίσκεται κοντά στα τείχη, στη βορειοδυτική άκρη της πόλης των Σούσων. Συγκεκριμένα η πρόσοψή του βλέπει σε μια μικρή πλατεία με κρήνη και περιστέρια, ακριβώς απέναντι από την Πύλη που οδηγεί προς τη Βαβυλώνα.

Ένας καπάτσος Κορίνθιος, αφού κατάφερε να πάρει τη σχετική άδεια στο άψε σβήσε, έχει μετατρέψει ένα εγκαταλειμμένο οίκημα (παλιότερα τμήμα του χώρου προσωρινής αποθήκευσης των εμπορευμάτων που μπαινοβγαίνουν στην πόλη) σε ένα κοινωφελές (αλλά κυρίως επωφελές για τον ίδιο) μη κυβερνητικό ίδρυμα, αφιερωμένο στον Διόνυσο τον Μετανάστη, τους πιστούς και τους συμπαθούντες του.

Απ’ ότι θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς από την περιποιημένη είσοδο και τις έγχρωμες ζωγραφιές που την κοσμούν, το ¨Οινοποτείον¨ τα πάει εξαιρετικά καλά. Οι γαστρονομικές του δραστηριότητες έχουν απ’ ό, τι φαίνεται επεκταθεί και οι αλλεπάλληλες πρόσθετες επιγραφές κάτω από την επωνυμία του καταστήματος, δίνουν στους υποψήφιους πελάτες χρήσιμες συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως:

¨Οίνοι ημέτεροι άρτι αφιχθέντες εξ Ελλάδος¨,

¨Και τοπικούς οίνους, επιλεγμένους έχομεν¨,

¨Διαθέτομεν πρωϊνόν Ακρατισμόν[2], μεσημβρινόν Άριστον[3] και εσπερινόν Δείπνον¨,

¨Γέυσεις ελληνικαί παραδοσιακαί¨,

¨Ποικιλία αρτυμάτων[4]¨,

¨Πεπλατισμένοι άρτοι μετά βραχέων οβελιδίων οπτού κρέατος δια τους ταξιδιώτας¨,

¨Μέλας ζωμός κατόπιν παραγγελίας¨,

¨Εις το βάθος εσωτερική αυλή θερινής χρήσεως μετά σκιάστρου¨.

¨Τιμαί ασυναγώνισται¨,

Σε μια γωνιά της πρόσοψης, έχει προστεθεί μία ακόμη επεξήγηση, αυτήν τη φορά σε σφηνοειδή γραφή, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για να αποφεύγονται εγκαίρως τυχόν παρεξηγήσεις. Έλεγε πάνω κάτω τα ακόλουθα:

¨Πολυπολιτισμική πολιτική: Ευπρόσδεκτοι Πέρσες και λοιποί γηγενείς.

Απελεύθεροι: Δεκτοί εάν φέρουν τα κατάλληλα διακριτικά.

Δούλοι: Δεκτοί μόνον εάν συνοδεύονται¨.

9033

Περιττό να πούμε ότι οι άνδρες της ελληνικής φρουράς που υπηρετούν στην Πύλη προς την Βαβυλώνα, είναι ενθουσιασμένοι από το μαγαζί που λειτουργεί τόσο κοντά στις εγκαταστάσεις τους, και δεν παραλείπουν να το επισκέπτονται όσο συχνά τους επιτρέπει η άσκηση των λοιπών τους καθηκόντων.

Πολλοί είναι και οι ευκαιριακοί θαμώνες, δηλαδή οι ταξιδιώτες που προέρχονται από την Βαβυλώνα και άλλες πόλεις του Βορρά, οι οποίοι σταματούν εδώ για να ξαποστάσουν από την κούραση της διαδρομής και να μαζέψουν χρήσιμες πληροφορίες πριν μπουν στο εσωτερικό της πόλης.

Έτσι, όταν ο Οινοκράτης και ο στρογγυλός του συνεργάτης ο Χοντρόης φτάνουν στο ¨Οινοποτείον¨ γύρω στην ώρα του μεσημεριού, οι πάγκοι και τα υπόλοιπα καθίσματα της αίθουσας είναι ήδη γεμάτα πελάτες και με δυσκολία καταφέρνουν να βρουν δυο σκαμνιά και ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι.

fishplate1

Εκείνο το πρωί οι δύο υπηρέτες είχαν αποφασίσει ότι σήμερα, προκειμένου να αποκρυπτογραφήσουν με ασφάλεια τις δυνατότητες του προϊόντος των πειραμάτων τους, θα υποδύονταν τους εξής ρόλους: Ο Οινοκράτης θα ήταν έμπορος προερχόμενος από την Μεγάλη Ελλάδα και ο Χοντρόης θα ήταν ο ντόπιος δούλος-διερμηνέας του. Με αυτές τις ιδιότητες θα επισκέπτονταν αυτόν τον δημοφιλή νέο ιδιωτικό ¨ναό του Διονύσου¨ που είχε ανοίξει στα βόρεια τείχη, όχι πολύ μακριά από το σπίτι.

Έβαλαν λοιπόν στους σάκους τους από ένα καλοταπωμένο γυάλινο φιαλίδιο έκαστος, (γεμάτο με την αιρετική Χαχόμα, που είχε πλέον κατακαθίσει και είχε πάρει μια διαυγή χρυσαφιά απόχρωση),  έβαλαν στα κεφάλια τους ο μεν Οινοκράτης έναν πλατύγυρο πέτασο κατεβασμένο ως τα φρύδια ο δε Χοντρόης ένα φρυγικό σκούφο και ξεκίνησαν σε αναζήτηση του κατάλληλου πότη/δοκιμαστή.

ancient_food_1.aspx

Στο εσωτερικό του οινοποτείου αιωρούνται βαριές μυρουδιές με αποτέλεσμα ο Χοντρόης να στραβομουτσουνιάσει, σε αντίθεση με τον Οινοκράτη που τις βρίσκει απολύτως του γούστου του και χαμογελάει κατευχαριστημένος. Μετά απλώνει το χέρι του και συλλαμβάνει μια διερχόμενη μελαχρινή σερβιτόρα.

«Ρεβίθια με ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι, ελιές και δύο σκύφους άωτους[5] λευκό κρασάκι από τα νησιά. Γάρο[6] έχετε;»

«Οινόγαρο και ελαιόγαρο. Αλλά τα ψαράκια έχουν έρθει αλατισμένα από κάτω, από τον κόλπο των Περσών».

«Σίγουρα δεν είναι ποταμίσια;»

«Όχι, θαλασσινά».

«Τότε μία και μία. Καν’να πιτσουνάκι έχει;»

«Της πλατείας», η σερβιτόρα του δείχνει προς τη μικρή πλατεία έξω απ’ το κατάστημα, όπου φτεροκοπάει μια παρέα από συγγενείς του εδέσματος, «αλλά», συμπληρώνει, «μαγειρεμένα με παλιά Συβαρίτικη συνταγή».

«Περίφημα», ενθουσιάζεται ο Σικελός. «Βάλε κι απ’ αυτά∙ από δύο σε κάθε δίσκο».

image041

«Τρώγε Ευτραφή γιατί θα χάσεις το ¨εύσχημον¨, που στην περίπτωσή σου είναι το ¨σφαιρικόν¨ με αποφύσεις. Σήμερα κερνάω εγώ.

Κι αν ακόμα την έχουμε πατήσει με την Χαχόμα σου, να μας μείνει τουλάχιστον ένα καλό φαγοπότι εκτός υπηρεσίας».

Ο Χοντρόης περιφέρει το βλέμμα του στο θορυβώδες και ελαφρώς ομιχλώδες περιβάλλον.

«Άπαντα ταύτα άδειαν φέροντα εισί», αποφαίνεται συγκαταβατικά.

«Τι είπες;»

«Ένδειαν φέροντα;» τροποποιεί, όχι πολύ σίγουρος, ο Ασιάτης.

«Θα με τρελάνεις Χοντρόη. Σιγά μη φέρουν και μεταδοτικά νοσήματα. Εν-δι-α-φε-ρο-ντα  θέλεις να πεις, υποθέτω!»

«Ακριβώς! Οίτινα λέγεις ουκ διαφέροντα των υποθέτων λέγω και εγώ!», αποδέχεται ο ελληνομαθής Χοντρόης, που, όπου μπορεί, βάζει ολίγη από τελικόν νι.

«Καλά άσε», εγκαταλείπει ο Οινοκράτης.

dionisos

Οι δύο συνεργάτες (είναι κάπως πρόωρο να μιλήσουμε για φιλία, αλλά το μέλλον άδηλον), έχουν εκκαθαρίσει  πλέον το μεσημεριανό τους Άριστον, έχουν πιεί το περιεχόμενο των σκύφων τους (έτσι ώστε το ηθικό τους να πάρει την ανιούσα) και, ανταλλάσσοντας το κατάλληλο βλέμμα (πράγμα που στην περίπτωσή τους είναι μια μορφή επικοινωνίας αποτελεσματικότερη από τις άλλες), αποφασίζουν να προχωρήσουν στην (προσχεδιασμένη) δράση.

Μετά από αυτή την εξουθενωτική, όσο και κατατοπιστική πρόταση, δε μένει παρά να πούμε ότι τα δύο φιαλίδια με την απαστράπτουσα αιρετική χαχόμα έχουν ανασυρθεί από τους σάκους και έχουν τοποθετηθεί τώρα πάνω στο μικρό τραπέζι, ο δε Οινοκράτης ξεροβήχει, παίρνει βαθειά ανάσα και ετοιμάζεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον των θαμώνων μιλώντας φωναχτά πάνω από τη γενική βαβούρα.

Τον εμποδίζει όμως η έλευση νέων πελατών που, ανασηκώνοντας το υφαντό παραπέτασμα της εισόδου, εισέρχονται τη στιγμή αυτή στο οινοποτείο. Είναι τρεις Έλληνες με ταξιδιωτική περιβολή, πιθανώς Μακεδόνες αν κρίνει κανείς από τις τεράστιες ¨καυσίες¨[7]που αφαιρούν από τα κεφάλια τους μπαίνοντας. Ο ένας είναι ογκώδης και προηγείται ανοίγοντας αυταρχικά δρόμο ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια, ο δεύτερος είναι νεότερος, ξανθωπός και κουτσαίνει ελαφρά παρά την ενισχυμένη σόλα στο αριστερό του σανδάλι και ο τρίτος, ένας κοντοκουρεμένος με μεγάλα αυτιά, τους ακολουθεί διερευνώντας ταυτόχρονα με το ανήσυχο βλέμμα του δεξιά κι αριστερά.

Ένας παχουλός αεικίνητος τύπος εμφανίζεται από την πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα και απευθύνεται προς τους τρεις νεοφερμένους με ελαφρώς πελοποννησιακή προφορά.

«Από ’δω ευγενῐκοί μου πελάτες. Καλῐώς ήλθατε. Μικρέ, φέρε τρεις καρέκλῐες για τους κυρίους».

Οι τρεις βολεύονται σ’ ένα πρόσθετο τραπέζι, εκεί δίπλα, και παραγγέλνουν, ενώ στο μαγαζί επανέρχεται η συνηθισμένη βοή.

Ο Οινοκράτης ξεροβήχει, κορδώνεται ελαφρά για να αυξήσει την εμβέλεια της φωνής του και… ξαναμαζεύεται γιατί διαπιστώνει ότι η προσοχή του κοινού έχει τώρα προσελκυστεί από τρεις νεαρές, μια αυλητρίδα, μια κιθαρωδό και μια αοιδό, που περιβεβλημένες με κοντούς πτυχωτούς χιτώνες εμφανίζονται ως δια μαγείας σε μια μικρή εξέδρα στο βάθος της αίθουσας και αρχίζουν να εκτελούν τις τελευταίες αθηναϊκές μουσικές επιτυχίες.

minoan-ladies-in-blue-fresco-ca-1525-1450-bc

‘Όμως, ύστερα από λίγο, οι θαμώνες επιστρέφουν στις συζητήσεις τους και ο χαοτικός θόρυβος επιστρέφει στο σύνηθες μέσο επίπεδο, συν κάποιες αποχρώσεις από το μη περσικό μουσικό χαλί της τριάδας.

Αυτή τη φορά, η φωνή του Οινοκράτη ακούγεται δυνατή και μάλλον αγανακτισμένη πάνω από τη γενική βαβούρα.

«Μα όχι σου λέω, όχι. Αν αληθεύουν αυτά που μου λες είναι πολύ επικίνδυνο. Πρέπει να διαθέτεις όρχεις τετράγωνους και στόμαχο σιδηρούν για να το δοκιμάσεις!»

«Εν τούτοις λέγω υμίν ότι τούτο αποτελεί προϊόν διασταυρώσεως. Ούτω διαβεβαιούσασι ημάς οι παπαράξαντες γεωργοί», απαντά επίσης φωναχτά ο Ασιάτης. «Άμπελος εξ Ελλάδος υποποβληθείσα εις εμβόλιμον εμβολιασμόν γηγενούς φυτού!»

«Να τα λες όλα. Όχι απλώς ¨φυτού¨. ¨Μυστηριώδους φυτού¨, πες καλύτερα. Και δε ξέρουμε καν εάν είναι ντόπιο. Φημολογείται ότι προέρχεται από την μυστηριώδη Ινδία!»

Ο Οινοκράτης καθώς ξεφωνίζει τα παραπάνω, ρίχνει μια κλεφτή περιστροφική ματιά ολόγυρα και διαπιστώνει ότι εκτός από δυο-τρία κεφάλια που έχουν στραφεί ερωτηματικά προς  το μέρος τους με ύφος ¨τι έπαθαν αυτοί οι μαλάσσοντες και φωνασκούν;¨ οι υπόλοιποι μάλλον αδιαφορούν πανηγυρικά. Ωστόσο, παρατηρεί επίσης ότι τα ημικυκλικά φρύδια του συνδαιτυμόνα του ανεβοκατεβαίνουν, υποδεικνύοντας ότι, ακριβώς από πίσω, ο ένας από τους τρεις νεοφερμένους έχει στρίψει το κάθισμά του και τους παρατηρεί προσεκτικά.

Ο Οινοκράτης γυρίζει και αυτός πάνω στο στριμωγμένο του σκαμνί προς τον ξανθό Έλληνα της πλαϊνής συντροφιάς. «Καλά δε τα λέω αγαπητέ μου κύριε; Το εμπόριο έχει το ρίσκο του, δε λέω, αλλά το γουρούνι στο σακί καλό είναι να το αποφεύγουμε… έτσι δεν είναι;»

«Εσύ από πού είσαι;» Η ερώτηση προέρχεται από τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα.

«Να σας συστηθώ», ανασηκώνεται ο Σικελός. «Κράτης, έμπορος Συρακούσιος. Από ’δω ο Ρόης, ο ντόπιος μεταφραστής μου∙ τον αγόρασα ευκαιρία αλλά κάνει αρκετά καλή δουλειά».

«Καλά το κατάλαβα», λέει ο αυτιάς στον ογκώδη, κάπως έτσι είναι η προφορά των ελληνικών στις Δυτικές Αποικίες. Βέβαια, μετράει και ποια είναι η μητρόπολη». Γυρίζει προς τον Σικελό: «Εσείς στις Συρακούσες  κατάγεστε από τους Κορίνθιους αν δεν κάνω λάθος, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, βέβαια», λέει βιαστικά ο Οινοκράτης που δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο της συζήτησης. Και προσθέτει:

«Με ποιους έχω την τιμή;»

«Έμποροι και εμείς», λέει κοφτά ο ξανθωπός, χωρίς να διευκρινίσει άλλο. Μετά προσθέτει: Αυτή η ιδέα της προσαρμογής της αμπέλου μέσω διασταυρώσεως είναι ενδιαφέρουσα. Και εάν οργανωθεί συστηματικά μπορεί να αποβεί…»

«Λίαν ποπωφελής» πάει να συμπληρώσει ο Χοντρόης, αλλά μια φάπα από τον Οινοκράτη του υπενθυμίζει ότι οι δούλοι δεν ανακατεύονται απρόσκλητοι στις συζητήσεις των αφεντικών.

«Όλα εξαρτώνται από τα αποτελέσματα των σχετικών προσπαθειών, ευγενικέ μου κύριε», λέει ο Σικελός στον ξανθωπό.

«Κι αν κατάλαβα καλά», επιμένει εκείνος, «αυτό που έχετε εκεί είναι το τελικό προϊόν ενός τέτοιου πειραματισμού των ιθαγενών γεωργών».

«Βεβαίως!»

«Καλά, πότε πρόλαβαν;», παρεμβαίνει δύσπιστος ο αυτιάς.

«Α, οι προσπάθειες άρχισαν πριν από την εκστρατεία», επινοεί ο επινοητικός Οινοκράτης. «Για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση από τη μεριά των χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων που υπηρετούσαν κατά καιρούς τους τοπικούς άρχοντες, βασιλιάδες και σατράπηδες».

«Δε μου λες ω Κράτη», παίρνει τώρα το λόγο ο ογκώδης, τον οποίο απ’ ό, τι φαίνεται οι χρυσαφιές ανταύγειες των φιαλιδίων  δεν αφήνουν αδιάφορο, «εγώ ξέρω ότι οι Κορίνθιοι δεν φτιάχνουν μόνον καλό κρασί, ξέρουν και να το πίνουν. Τώρα, εκεί στις Συρακούσες, την ξεχάσατε την τέχνη της πόσης; Τι είναι αυτά που ακούμε; -τι ¨ακούμε¨, μας ξεκούφανες- φοβάσαι να πιείς από αυτό το δειγματάκι που έχεις εκεί πέρα;»

«Να πιώ; Α πα πα! ευγενικέ μου κύριε».

«Και τι θα έλεγες αν το δοκιμάζαμε εμείς», παίρνει το λόγο ο ξανθωπός χαμογελώντας, ενώ δυο μικροί άσωτοι και ευτράπελοι δαιμονίσκοι εμφανίζονται στιγμιαία στο βλέμμα του.

«Σε αυτήν την περίπτωση, εξ ίσου αγαπητέ μου κύριε, θα πρέπει να δηλώσετε μεγαλοφώνως ότι το πίνετε με δική σας πρωτοβουλία και ευθύνη», διευκρινίζει ο προνοητικός Οινοκράτης.

Ο Ξανθός απλώνει το χέρι του και παίρνει τα δύο φιαλίδια από το τραπέζι των δύο, ας πούμε διστακτικών, εμπόρων και μετά δίνει το ένα στον μετρίως γιγαντιαίο συνοδό του.

«Κάνθαρε, για κάνε μια δήλωση».

image269

Ο ογκώδης σηκώνεται όρθιος, ενώ ο αυτιάς, που επίσης σηκώνεται, αρχίζει να χτυπάει παλαμάκια. Μερικοί από τους θαμώνες γυρίζουν προς το μέρος τους.

«Ο πατριώτης από ’δω», αρχίζει ο Κάνθαρος με βροντερή φωνή, «έχει κρασάκι ανάμικτο, ελληνικό και ντόπιο, και φοβάται να το δοκιμάσει γιατί του είπανε, λέει, κάτι για ασιατικά μυστήρια και τα τοιαύτα! Ας γελάσω, χα, χα, χα! Εγώ λέω να του το δοκιμάσουμε εμείς, τι λέτε;»

«Ναι», «ναι», «δώσε» «βάλε», απαντούν κάποιοι, ενώ όλο και περισσότεροι προσέχουν το εν εξελίξει χαριτωμένο επεισόδιο.

Ο ξανθωπός κάνει ένα παρακινητικό νεύμα στον σχεδόν τεράστιο και εκείνος σηκώνει το φιαλίδιο και πίνει μια γερή γουλιά.

Για μια στιγμή μένει ακίνητος. Μετά ανοίγει διάπλατα τα μάτια του όπου ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διέκρινε δύο κοχλιοειδείς όφεις να περιστρέφονται βουστροφηδόν. (Ας σημειώσουμε όμως ότι οι προσεκτικοί παρατηρητές σπανίζουν αυτήν τη στιγμή στο οινοποτείο). Μετά, ένα όλβιο χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του.

 Ύστερα ομιλεί και λέει με πειστική μακαριότητα:

«Με λένε Κάνθαρο και είμαι καλά!»

Αυτές οι λέξεις και κυρίως το ευτυχές ύφος του συντρόφου του, οδηγούν τον αυτιά με το ανήσυχο βλέμμα στο να ξεπεράσει τους έμφυτους ενδοιασμούς του και να αρπάξει το φιαλίδιο από το χέρι του Κάνθαρου.

«Υγιαίνομεν», λέει και κατεβάζει μια επίσης ικανοποιητική δόση.

«Εις υγείαν», του απαντούν οι από κάτω.

Αυτή τη φορά δεν είναι αναγκαίοι οι τυχόν προσεκτικοί παρατηρητές. Οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα ώτα του αυτιά, τα οποία, αφού πρώτα πέσουν σαν μαραμένα φύλλα, αρχίζουν να ανασηκώνονται αργά, ως ιστία αποπλεούσης τριήρους, κοκκινίζοντας όλο και πιο έντονα.

«Είμαι ο Σωσίβιος», αναφωνεί το άλικο ιστιοφόρο. «Μέχρι στιγμής ήμουν ανήσυχος και ανιχνευτικός σωματοφύλακας. Τώρα είμαι απλώς αλλού!»

Οι καταπόσεις έχουν πλέον τραβήξει το ενδιαφέρον ολόκληρης της αίθουσας.

Μερικοί χειροκροτούν, άλλοι ποδοκροτούν, άλλοι απλώς επιδοκιμάζουν, άλλοι πάλι, θέλουν να δοκιμάσουν κι αυτοί. Μια παρέα νεαρών στο βάθος αρχίζει να φωνάζει χορηδόν: «Κέ-ρα-σμα, κέ-ρα-σμα!»

Ο ανοιχτόχρωμος νεαρός μοιάζει να έχει μια ιδέα. Κάνει νόημα στον κάπελα που έχει εμφανιστεί στην πόρτα της κουζίνας για να δει τι τρέχει, και καθώς αυτός πλησιάζει του παραγγέλνει μια μεγάλη γαβάθα κρασί, την πιο μεγάλη που διαθέτει, και μια κουτάλα.

«Έγινῐε», απαντάει εκείνος και εξαφανίζεται προκειμένου να επιστρέψει σε λίγο κρατώντας με τη βοήθεια ενός σερβιτόρου ένα είδος γαλατικής χύτρας γεμάτης με αραιωμένο κοκκινέλι.

Ο ξανθωπός στηρίζεται στο τραπέζι και σηκώνεται όρθιος. Ύστερα κάνει δύο πράγματα στη σειρά:

Πρώτα απευθύνεται στο κοινό του οινοποτείου.

«Κέρασμα θέλετε; Εντάξει, κάτι μπορεί να γίνει!»

Ξεταπώνει το φιαλίδιο που κρατάει ο ίδιος και το σηκώνει ψηλά, έτσι ώστε να θαυμάσουν όλοι τις χρυσαφιές του ανταύγειες∙ μετά το αναποδογυρίζει στη χύτρα. «Πιάσε την κουτάλα, ανακάτεψέ το καλά και γέμισέ τους τα ποτήρια», λέει στον κάπελα.

Από κάτω σηκώνεται αν όχι μια θύελλα, τουλάχιστον μία βροχή επιδοκιμασιών και εγκρίσεων.

Ύστερα ο νεαρός παίρνει από τα χέρια του αποσβολωμένου Σωσίβιου το φιαλίδιο με την εναπομείνασα αιρετική Χαχόμα και το κατεβάζει μονοκοπανιά, σα να ήταν σκυθική ¨βότακα¨.

Αισθάνεται τα μάτια του να διαστέλλονται. Για μια στιγμή αισθάνεται κάτοχος του απώτερου νοήματος της Ζωής και του Σύμπαντος και των Πάντων, αλλά δυστυχώς δεν διαθέτει τις κατάλληλες λέξεις για να κοινοποιήσει αυτήν την στιγμιαία ενόραση στους συνανθρώπους του. Ωστόσο τον καταλαμβάνει μια έντονη ανάγκη να δηλώσει κάτι, οτιδήποτε, ο, τι του έρχεται πρώτο στο στόμα:

«Είμαι ο Άρπαλος και από μένα μπορείτε να τα περιμένετε όλα» λέει. «Πράγματι, είμαι εδώ, στα Σούσα για να συμμετάσχω σε μία συνομωσία!»

Εάν οι συνθήκες που επικρατούν αυτήν τη στιγμή στο εσωτερικό του οινοποτείου ήταν φυσιολογικές, ίσως κάποιος να αντιδρούσε σε αυτές τις δηλώσεις και να υπέβαλε στον δηλωσία κα’να διευκρινιστικό ερώτημα, του τύπου:

¨Συγγνώμη κύριε Άρπαλε, για ποια συνομωσία είπατε;¨

ή ακόμη και:

¨Μα, είστε ο Άρπαλος του Μαχάτα; το γνωστό μέλος του στενού κύκλου του βασιλιά Αλέξανδρου;¨

Όμως οι θαμώνες είναι απασχολημένοι, άλλοι να σχηματίζουν μια διεκδικητική θορυβώδη ουρά μπροστά στη χύτρα και άλλοι να γεμίζουν και να καταναλώνουν ήδη το μείγμα που τους προσφέρει ο εστιάτορας με την κουτάλα. Αυτοί οι τελευταίοι δεν αποσβολώνονται, δεδομένου ότι η Χαχόμα που καταπίνουν είναι αρκούντως αραιωμένη (θα πέσουν ξεροί λίγο αργότερα), αλλά επιδίδονται σε μια σειρά απρόβλεπτων όσο και αυθόρμητων συμπεριφορών που επαυξάνει κατακόρυφα το γνωστό χάος του οινοποτείου.

Ωστόσο, υπάρχει τουλάχιστον ένας που παρατηρεί εξεταστικά τις εξελίξεις. Πρόκειται φυσικά για τον Οινοκράτη, ο οποίος δεν παρατηρεί μόνον, αλλά και κρατάει σημειώσεις. Για να τα καταφέρει χρησιμοποιεί μια πλακέτα αλειμμένη με κερί γραφής (που έβγαλε απ’ το σάκο του) και το μικρό στιλέτο με τη βοήθεια του οποίου ξεκοκάλιζε πριν λίγο τα πιτσουνάκια.

Στην πλακέτα έχει ήδη αναγράψει τα εξής:

Κατάποση αμιγούς αιρετικής χαχόμας από τρεις εθελοντές:

Ποσότης: Λίγοι κυβικοί δάκτυλοι έκαστος (περίπου ένα τρίτο του φιαλιδίου).

Ορατές  επιπτώσεις:

α. Αποσβόλωση; ναι

β. Απουσία από τα εδώ δρώμενα και προσωρινή μετάβαση σε άγνωστες σφαίρες της ύπαρξης; πιθανόν

γ. Παραληρηματικές ανακοινώσεις; μάλλον

δ. Επαληθ…

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συνειδητοποιεί τις δηλώσεις του τρίτου εθελοντή πότη, που μόλις άκουσε. Ανασηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει τον προσωρινά αποχαυνωμένο.

Μα ναι, αυτό το όνομα το έχει ξανακούσει. Άρπαλος! Το αναφέρει που και που ο Εύελπις. Συχνά με απέχθεια και ακόμη πιο συχνά με περιφρόνηση. Μα δεν είναι ο χωλός φίλος του Αλέξανδρου, αυτός που ήταν μπλεγμένος σε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο;

Μα ναι, αυτός είναι!

Τι θέλει άραγε εδώ πέρα και μάλιστα υποδυόμενος τον έμπορο;

Αλλά… είπε, (δεν είπε;) και κάτι για μια συνομωσία που εξυφαίνεται…

Ο Οινοκράτης μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του και λέει ψιθυριστά στο αυτί του Χοντρόη: «Δικέ μου, πρέπει να φύγω αμέσως. Συμβαίνει κάτι σημαντικό και πρέπει να ειδοποιήσω τον Εύελπι. Πληρώνω το λογαριασμό και έφυγα. Εσύ μείνε και παρατήρησε προσεκτικά τι θα γίνει στη συνέχεια. Θα μου τα πεις αναλυτικά στο σπίτι».

«Έσο ήσυχος» του απαντά καθησυχαστικά ο Ασιάτης. «Παπαρατηρήσω πάπαντα»

king-of-wine1

Όπως θα έχετε παρατηρήσει και εσείς, ιστοριόφιλοι αναγνώστες, ο Χοντρόης έχει μια προφανή αδυναμία στις συλλαβές πα, και πο και πι, τις οποίες, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, θεωρεί ως απαραίτητες συνιστώσες της ελληνικής γλώσσας. Δεν χάνει λοιπόν ευκαιρία να τις αρθρώνει, συνήθως ως διακοσμητικό αναδιπλασιασμό μπροστά από λέξεις που περιέχουν ένα τουλάχιστον πι και που τον εμπνέουν. (Ο Οινοκράτης πιθανολογεί ότι ο παλιότερος έλληνας αφέντης του Σφαιροειδούς, εκείνος κοντά στον οποίο έμαθε τα ελληνικά(;), πρέπει κατά κάποιο τρόπο να τραύλιζε).

Απόψε όμως ο Χοντρόης δεν έχει ανάγκη από τέτοιες λέξεις-αφορμή προκειμένου να εκφέρει μια ολόκληρη ακολουθία από πιποφόρα επιφωνηματικά, όπως:

«Πα πα πα πά!!!»,

«Πω πω πω πω!!!»,

καθώς και άλλα παραπλήσια.

Το θέαμα-ακρόαμα που μπορεί να απολαύσει όποιος, μη έχοντας υποστεί την επιρροή της αιρετικής Χαχόμα, είναι σε θέση να παίξει το ρόλο του (νηφάλιου) θεατή-ακροατή, είναι ομολογουμένως απολαυστικό!

Συγκεκριμένα:

Ορισμένοι θαμώνες, μόλις καταπιούν γουλιές από το κέρασμα, παρουσιάζουν την τάση να εξομολογηθούν αυθορμήτως τις στιγμιαίες έλξεις ή απωθήσεις που τους εμπνέει ο πλησιέστερος άλλος (ενδιαφέρον- αδιαφορία, συμπάθεια-αντιπάθεια, έλξη-απώθηση, κλπ. ). Όλα αυτά εκφέρονται ως επί το πλείστον με επιφωνήματα, τα οποία ως ευκόλως εννοούμενα, λέω να παραλείψω.

Αυτός ο άλλος όμως, ούτε κολακεύεται ούτε θυμώνει, αλλά διατυπώνει με τη σειρά του, όσο πιο φωναχτά μπορεί, την αντίστοιχη άποψή του στον προηγούμενο, εάν βέβαια αυτός είναι ακόμη εκεί και δεν έχει μετακινηθεί  ώστε να βρει κάποιον τρίτο για να του την πει κι αυτουνού με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό.

Βέβαια η επιλογή του καθένα δεν είναι τελείως τυχαία, δεδομένου ότι, για παράδειγμα, οι απλοί φαλαγγίτες, προτιμούν να την πουν στους λοχίες και τους λοχαγούς τους.

Πάντως, σιγά σιγά, το πολυπληθές ανδρικό κοινό του οινοποτείου (με κάποιες βέβαια εξαιρέσεις) καταλήγει να εκφράζει τον ενδόμυχο και απαλλαγμένο αναστολών θαυμασμό του, συγκεντρωμένο γύρω από τις σχετικά λίγες σερβιτόρες και καλλιτέχνιδες του προσωπικού. Αυτές, αν και δεν έχουν πιει από τη χύτρα, ενθουσιάζονται από την αποψινή ανταπόκριση στην γοητεία τους και επιδίδονται σε ακραίους ακκισμούς και τσαλιμάκια.

Οι λικνιστικές αυτές κινήσεις δεν αργούν να μετατραπούν σε χορό, ο οποίος επίσης δεν αργεί να εξελιχθεί σε συλλογικό κωμικό χορόδραμα με τη συνοδεία αυτοσχέδιων κρουστών οργάνων (τραπέζια, σκαμνιά, πλάτες, γλουτοί ή κεφαλές παρακειμένων συνδαιτυμόνων).

Οι μόνοι που δεν συμμετέχουν είναι οι τρεις έλληνες που έχουν πιει την αναραίωτη Χαχόμα, οι οποίοι έχουν μεν καταρρεύσει  εξαντλημένοι στα καθίσματά τους, αλλά κάθε τόσο αναδεύονται και εξαπολύουν ψιθυριστά κάποια επιπλέον εξομολόγηση που δεν ακούγεται.

Σε μια στιγμή ένας αξύριστος σωματώδης οδοιπόρος πλησιάζει τον Χοντρόη και αρχίζει να του εκφράζει τον ανυπόκριτο θαυμασμό για την έλξη που ασκούν οι τέλειες ομόκεντρες καμπύλες του.

«Πα πα πα!» αντιδρά εκείνος και αποδρά ολοταχώς από το οινοποτείο, χάνοντας έτσι την τελική φάση του επεισοδιακού συμβάντος, η οποία δεν θα αργήσει να επέλθει:  Ενώ όλα δείχνουν ότι το παράξενο γλέντι θα εξελισσόταν σε ένα μεγαλοπρεπές αυτοσχέδιο όργιο, οι συμμετέχοντες αρχίζουν να πέφτουν ένας ένας σε ξαφνικό, βαθύ, ληθοφόρο λήθαργο, με τελικό αποτέλεσμα οι θηλυκές πρωταγωνίστριες να απομείνουν  ολομόναχες, μάλλον απογοητευμένες και επιπλέον με τον Κορίνθιο να τους φωνάζει ότι κάποτε επιτέλους πρέπει να μπει κάποια τάξη εκεί μέσα!

snap

[1] Τραγήματα: Μεζέδες, προσφάγια.

[2] Πρωϊνός Ακρατισμός: Ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο (μη αραιωμένο) κρασί, συνηθισμένο ελληνικό πρωϊνό.

[3] Άριστον: Το μεσημεριανό γεύμα.

[4] Άρτυμα: Καρύκευμα, μυρωδικό.

[5] Σκύφοι άωτοι: Ευρύχωρα κωνικά ποτήρια χωρίς αυτιά-λαβές.

[6] Γάρος ή γάρον: Δημοφιλής κατά την αρχαιότητα σάλτσα, με βάση μικρά ψάρια διατηρημένη στο αλάτι και αραιωμένη με νερό, ή κρασί, ή λάδι.

[7] Καυσία: Ένα είδος αρχαιοελληνικού ¨σομπρέρο¨ (με την ίδια εξάλλου λειτουργία, την προστασία από τον ήλιο και τον καύσωνα) στο οποίο είχαν αδυναμία οι Μακεδόνες. Εξ αιτίας αυτού του καπέλου οι Πέρσες αποκαλούσαν τους Μακεδόνες  Yauna takabara , δηλαδή Έλληνες με καπέλα σε μέγεθος ασπίδας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »