Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Γενέθλια’

Γενέθλιο…

Posted by vnottas στο 21 Οκτώβριος, 2015

Αυτή τη φορά προσπάθησα να αποσιωπήσω αυτήν την (αμφισβητούμενη) επέτειο (έστω ως προσωρινή επικράτηση επί του πανδαμάτορος), αλλά  δεν απέφυγα να ακούσω τις σκέψεις μου όπως τις διατύπωσε ο Νίκος, αφιερώνοντάς μου τους παρακάτω στίχους…

γεν1

(επί του θέματος, ιδού και λίγος Μπρασένς όπως σας τον μετέφρασα παλιότερα εδώ )

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Γενέθλια (με μικρή καθυστέρηση)

Posted by vnottas στο 23 Ιουνίου, 2013

ηα

Δεν είναι ότι δεν το πρόσεξα, αλλά είχα άλλα στο κεφάλι μου κι έτσι δεν έκανα εγκαίρως τις συνήθεις επετειακές αναρτήσεις. Πρόκειται περί των γενεθλίων του Ιστολογοφόρου, που συμβαίνουν, τακτικά και ως είθισται, στο τέλος (εικοσιπέντε) του μήνα Μάη, φέτος για έκτη φορά.

Τώρα τα πράγματα ξαναμπαίνουν λίγο πολύ στ’ αυλάκι κι έτσι, έστω με καθυστέρηση, ανακηρύσσω επισήμως το Ιστολογοφόρο έξι ετών (κι ενός μηνός -πάνω κάτω), ενώ ψάχνω να βρω κάτι να πω επ’ αυτού.

Οι κοινοί τόποι, όπως και να το κάνουμε είναι οι πιο δοκιμασμένοι: Να είμαστε καλά, να έχουμε το χρειαζούμενο κουράγιο, οι αποδράσεις μας να μην είναι αυτοχειριακές, αλλά να ξε-φεύγουμε μόνο όσο χρειάζεται για να αντλήσουμε ελπίδα, και να δούμε τα προβλήματα από λίγο πιο μακριά. Λέω τώρα…

Χωρίς ιδιαίτερες μελλοντολογικές απαιτήσεις, μπορώ να σας προϊδεάσω για κάποιες αλλαγές στην πορεία του σκάφους, που είναι ήδη ορατές. Ετούτη τη χρονιά το Ιστολογοφόρο θα απομακρυνθεί από τα διδακτικά- εκπαιδευτικά πελάγη, στο βαθμό που ο καραβοκύρης δεν θα είναι πια ενεργό μέλος του διδακτικού σώματος και δε θα χρειάζεται να ειδοποιεί για εξετάσεις, να επεξηγεί ασκήσεις και εργασίες και να ανταλλάσσει σχετικά μηνύματα με τους φοιτητές.

Θα στρίψουμε, αν και ακόμη δε ξέρω να σας πω ακριβώς προς τα που.

Ίσως να έχουμε λίγο περισσότερη εικονογράφηση, σε ειδικές σελίδες, ίσως θα έχουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα πάντως, το ιστολογοφόρο θα κινείται κυρίως από τα λόγια που θα πνέουν στα ιστία του.
ηβ

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Το διαδίκτυο κι εγώ (επετειακό)

Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2011

Είπα λοιπόν πριν τέσσερα χρόνια: Αυτό μοιάζει να είναι καλό πράγμα. Αυτό μοιάζει να αξίζει τον κόπο, ή, τέλος πάντων, ας το δοκιμάσουμε και θα δείξει…

Τον καιρό εκείνο είχα πρόσφατα αποκτήσει πρόσβαση στο διαδίκτυο, είχα κάνει τις πρώτες βόλτες στα ιστολόγια και είχα κοντοσταθεί στην ιδέα να σκαρώσω ένα προσωπικό σκαρί για διαδικτυακές πλεύσεις.

Πριν τέσσερα χρόνια ο άλλος μου εαυτός, ο δύσπιστος, είχε κάποιες επιφυλάξεις (μερικές τις έχει ακόμη).

 Μου λέει λοιπόν ο τύπος: Τι τα θέλουμε τώρα αυτά; Εμείς ανήκουμε σε μια γενιά που γνώρισε ως και την Αυτού Μελανότητα τον Κονδυλοφόρο! Τον θυμάσαι; Μακρόστενος, ενίοτε έγχρωμος, στη μία άκρη αιχμηρός να θυμίζει στιλέτο, στην άλλη με ειδική εσοχή για την πένα. Διορθώνω: τις πένες. Η μία στενή και σκληρή, για το κοινό καθημερινό γράψιμο και η άλλη φαρδύτερη και μαλακή με εγκοπή στη μύτη, μπορούσε να ρυθμίσει τη ροή της μελάνης ανάλογα με την πίεση και προσφερόταν για καλλιγραφικές προσπάθειες. [Καλλιγραφία! Βασικό μάθημα στο δημοτικό! (κονδυλοφόρος, μελάνι, μελανοδοχείο, στυπόχαρτο, στάξιμο, μουτζούρα, κηλίδες μπλέ και μαύρες στα δάχτυλα, συνταγές της θείας πως να τις βγάλεις από τα ρούχα)].

Τον καταλαβαίνω τον Άλλο. Άμα έχεις ξεκινήσει τις ¨γραφικές¨ σου προσπάθειες με τον ένδοξο κονδηλοφόρο, και έχεις κατά καιρούς παιδευτεί με στυλό, με χειροκίνητες και ηλεκτρικές γραφομηχανές, με καρμπόν, με ατίθασα φωτοτυπικά, για να μη πούμε τίποτα για τους επαναστατημένους πολύγραφους και τις δυσπροσάρμοστες δακτυλογράφους, είναι φυσικό να επιφυλάσσεσαι μπροστά στις (άγνωστες) επιπτώσεις ενός νέου τρόπου γραφής και -πολύ περισσότερο- ενός νέου τρόπου διάδοσης των μηνυμάτων, μιας νέας μορφής επικοινωνίας!

Θα μου πεις, εντάξει, -ώ του τεχνολογικού θαύματος συνέπεια!- τώρα γράφεις στο πληκτρολόγιο, διορθώνεις με την βοήθεια του Ανυστερόβουλου Υπολογιστή και διαδίδεις (θεωρητικά) τα μηνύματά σου Όπου στον Κόσμο! Σ’ αρέσει! Όμως έχεις  και τον Άλλο, τον δύσπιστο, να ενίσταται, να γκρινιάζει και να σου μουρμουρίζει στ’αυτί: ¨Και τα κειμενά σου; Που πριν πάνε ¨όπου¨, πρώτα κάνουν μια (αστραπιαία) διαδρομή ως πέρα από τον Ατλαντικό, να τα δει μια μηχανή προικισμένη με αδιόρατους μηχανισμούς ελέγχου, σύγκρισης, ανίχνευσης απαγορευμένων λέξεων και καταραμένων διατυπώσεων, καταγραφής, ε , φακελώματος, ε; Θα σε θυμάται!¨, μου κάνει.

¨Ε, και;¨, τον αποστομώνω! ¨Γιατί, εσύ πίστεψες ότι τους παλιούς καλούς φακέλους τους κάψανε; Έτσι χωρίς να κρατήσουν σημειώσεις και παραπομπές; Χα, χα! Αμα έχεις μάθει με δαύτους, όπως εμείς, θα σε εντυπωσιάσουν τώρα τα ηλεκτροχαφιεδίσματα ; Δε σε αναγνωρίζω¨.

¨Και η δημόσια έκθεση;¨, επιμένει. ¨Εκτίθεσαι δικέ μου. Και μάλιστα σε κοινό απροσδιόριστο, ανανίχνευτο. Νέο στην κυριολεξία και νέο μεταφορικά (συμπεριλαμβάνονται).

¨Ε, και;¨, επαναλαμβάνω χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας. ¨Αμα δε θες να εκτίθεσαι δικέ μου, μείνε έγκλειστος στο ασφαλές σου καβούκι, βράσε στο ζουμί σου. Μη μιλάς, μη διδάσκεις, μην ελπίζεις, μην ονειρεύεσαι καν (στρος)!

 Είχε κι άλλες μικροαντιρρήσεις ο Άλλος, αλλά τελικά κάμφθηκε.

Έτσι μάζεψα τις στοιχειωδέστερες από τις απαραίτητες διαδικαστικές γνώσεις, έβαλα και τον Θάνο να δώσει ένα χέρι, κι έστησα το σκαρί. Μετά, μάζεψα ό,τι καλές προθέσεις είχα διαθέσιμες και έφτιαξα το εισαγωγικό κείμενο. Έριξα το σκαρί στην ιστοθάλασσα χωρίς σαμπάνια, με δυο γουλιές  τσίπουρο.

(συνεχίζεται… Στο επόμενο: «Φιλίες με και χωρίς διαδίκτυο ασφαλείας»)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εν όψει γενεθλίων

Posted by vnottas στο 1 Μαΐου, 2011

 Στις 25 του μήνα που τρέχει (απτόητος) το παρόν ιστολογοφόρο έχει γενέθλια.

Κλείνει τα τέσσερα.

Κι αυτό -μια που στα ιστία του επικρατεί άπνοια και στα σπλάχνα των θυσιασμάτων δεν καταγράφονται άνεμοι ούριοι (ούτε διαθέτω μια Ιφιγένεια πρόχειρη)- αποτελεί μια καλή αφορμή για να βάλω πάλι μπρος τη (γραφο) μηχανή του.

Θα ξεροβήξει, θα στραβοκαπνίσει, θα αγκομαχήσει, μα σαν παλιά καλή μηχανή θα επιχειρήσει να φτιάξει καιρούς (και απομηχανής θεούς) αίσιους, ζωτικούς και απαραίτητους.

Μπήκε ο Μάης και όπου να ‘ναι κλείνουμε τέσσερα χρόνια διαδικτυακό ταξίδι. Στο ημερολόγιο πλεύσης υπάρχουν αφηγήσεις, αναλύσεις, δηλώσεις, ανακοινώσεις, αναγγελίες, διεκπεραιώσεις εκπαιδευτικών καθηκόντων, ανίχνευση νέων φίλων, σκάσιμο μύτης από φίλους παλιούς, κατά λάθος χαμένους, όμως με ροπή στο να χάνονται και να αναδύονται κάπου εκεί στο βάθος της στήλης των σχολίων.

 Α ναι, και, που και που, από τα ανολοκλήρωτα κυκλώματά του μηχανοστασίου αναπαράχθηκαν λόγια πτερόεντα, περασμένα και καθαγιασμένα από το αποστακτήριο της ποίησης.

Το ιστολογοφόρο, είναι αλήθεια ότι συχνά βυθίστηκε σε νέφη καλοπροαίρετου νόστου με ενσωματωμένο άλγος, υποφερτό όσο και αναπόφευκτο, και εδώ που τα λέμε κάπως έτσι θα συνεχίσει. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν σχολιάσαμε αρκετά τα ιλαροτραγικά που συμβαίνουν στα πέριξ.

Δε τρέχει τίποτα, έχουμε μπροστά μας μια νέα (θεωρητική) τετραετία για επανορθώσεις ή για αλλαγές.

Και ο Μάης (ετυμολογικά μαιευτήρας) ας προσέξει καλά τι θα εκμαιεύσει…

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Ανταπόκριση από τ’ αμπάρι (συνέχεια)

Posted by vnottas στο 31 Μαΐου, 2010

(Ψάχνοντας  επετειακό υλικό για τα τρίτα γενέθλια)

 Μια φορά κι έναν καιρό  και για να είμαστε πιο ακριβείς την Πρωταπριλιά του 1997, έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1ο Συνέδριο Φανταστικής Λογοτεχνίας στα πλαίσια των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Το εάν, στα πολλά χρόνια που πέρασαν από τότε, έγινε και κάποιο δεύτερο ή κάποιο τρίτο ανάλογο συνέδριο, είναι κάτι που αγνοώ. Τότε, πάντως, το συνέδριο –ημερίδα (το είπανε και νυχτερίδα) βασίστηκε  στη διεξαγωγή ενός λογοτεχνικού παιχνιδιού. 

Δηλαδή η οργανωτική επιτροπή ( την είπανε και Τομέα Γραμμάτων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας -Θεσσαλονίκη 1997) επινόησε έναν φανταστικό συγγραφέα και συνέθεσε το εξ ίσου φανταστικό βιογραφικό του. Ύστερα το παρέδωσε στους προσκεκλημένους συγγραφείς, οι οποίοι θα έπρεπε αντλώντας από εκεί τα απαραίτητα στοιχεία, να συντάξουν μια δεκαπεντάλεπτη εισήγηση-αφήγημα.

Αν θυμάμαι καλά η εκδήλωση έγινε στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής και είχε επιτυχία.

Διαφορετικές (φανταστικές) ευαισθησίες, διαφορετικές οπτικές και διαφορετικά συγγραφικά στιλ αγκιστρωμένα γύρω από ένα ενιαίο ¨βιογραφικό¨, αρθρώθηκαν σε διαφορετικά σημεία του χωροχρόνου και διαβάστηκαν από τους συμμετέχοντες συγγραφείς στο κοινό, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα (φαντασιακή) ατμόσφαιρα

Επρόκειτο μάλιστα τα αφηγήματα –εισηγήσεις να εκδοθούν σε ειδικό τόμο, αλλά ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα, τα λεφτά δεν έφτασαν και οι επί της μυθοπλασίας (έστω ότι) μυθοπλασίες (άρα κάπως έτσι) δεν εκδόθηκαν ποτέ όλες μαζί.

Τώρα, ψάχνοντας στο αμπάρι του ιστολογοφόρου, στις γωνιές με τα παλιά πονήματα του Ανωνύμου Ενός, ανακάλυψα τη δική του συμμετοχή (εκδόθηκε στο περιοδικό «Απαγορευμένος Πλανήτης» των εκδόσεων Παραπέντε τον Ιούλιο του 1997) και σας την παραθέτω αφού πρώτα σας δώσω τις προδιαγραφές των οργανωτών.

 

 

Και πρώτα απ’ όλα το βιογραφικό του συγγραφέα που δεν υπήρξε, σύμφωνα με την περιγραφή της οργανωτικής επιτροπής της Νυχτερίδας.

 

Τον έλεγαν: Άρθουρ Τζοφ Άρενς

Γεννήθηκε στο Λέομπεν της Γαλικίας (Αυστρία) από Ιρλανδό πατέρα και Αυστριακή μητέρα το 1867.

Ο πατέρας του (από τους μισθοφόρους του Κριμαϊκού πολέμου) ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα του που γνώρισε στο πανδοχείο ως κόρη του ιδιοκτήτη, την Εριέτα Λόνγκεφελ (στοιχεία του ίδιου από τα χαριτωμένα διηγήματα «Ιστορίες του Πανδοχείου)

Όνομα πατρός: Τζαφ Μακήνλεϋ.

Οι γονείς του συγγραφέα πέθαναν νωρίς και έτσι τον Άρενς μεγάλωσε ένας μακρινός συγγενής της μητέρας του και προς τιμήν του πήρε το όνομα Άρενς (Πήτερ Άρενς).

Αποφοίτησε από το θρησκευτικό Λύκειο «Ορφέους» του Κλάνγκενφαλ το 1879 κι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Λύκειο Ελευθεροτεκτόνων της πόλης Λιούμπεκ (Άνω Σαξωνία) απ’ όπου αποφοίτησε το 1884.

Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην ελεύθερη Φιλολογική Σχολής του Τίμπιγκεν και διέκοψε τις σπουδές του το 1886 (όταν έκλεισε τη σχολή ο Βίσμαρκ).

Τα φοιτητικά του χρόνια περιγράφονται από τη συλλογή διηγημάτων του «Ο τρελός της Βαϊμάρης».

Αποδέχτηκε πρόσκληση του φίλου του –συμμαθητή του- από το Ιταλικό Τυρόλο Τζιανκάρλο Σποντίνι, για την Βενετία όπου και έζησε τη ξέγνοιαστη ζωή του μποέμ και Δον Ζουάν.

Ο Άρενς εξαιρετικής ομορφιάς άντρας και πολύγλωσσος, αποτέλεσε τον ήρωα των τριών επιστολών του Νίτσε, ο αμερικανός πολυεκατομμυριούχος Καρνέγκι του αφιέρωσε το πρώτο του βιβλίο. Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματέας στον Ιταλό πολιτικό Τζιολίτι.

Το 1905 σε ηλικία 35 ετών ερωτεύεται την ανιψιά του στρατάρχη Μόλτκε που είχε γνωρίσει στα Ιεροσόλυμα.

Από το 1905 σταματάει να γράφει σα Ιταλικά ή στο τοπικό ιδίωμα της Σουδητίας και γίνεται οπαδός του Παγγερμανισμού. Γίνεται υπάλληλος του Κάϊζερ και φέρεται ως οργανωτής της μυστικής διπλωματίας του Αγαδίρ. (1910)

Από το 1910-15 είναι στο Λέομπεν όπου γράφει το σπουδαίο έργο του σε 4 τόμους με γενικό τίτλο «Η πυγμαία συνείδηση».

Ο Άρενς υπήρξε ο βασικός εμπνευστής της αποστολής του Λένιν με το σιδερένιο βαγόνι στη Ρωσία.

Τιμήθηκε με το ανώτατο γερμανικό παράσημο «Βέρθερος», αλλά στην ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας έμεινε μεταφράζοντας στη δημοτική τα «Κάρμινα Μπουράνα» και την τολμηρή συλλογή διηγημάτων του «Διασκεδάζοντας τη Χίλντα».

Έγραψε τους στίχους του Ολυμπιακού ύμνου του Χίτλερ το 1936 και πέθανε το 1937.

Ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ Φον Σπέερ του έχτισε υπερμέγεθες κενοτάφιο που βρίσκεται στην πλατεία Άρενς Πλάτσε και σήμερα στεγάζει τη μεγαλύτερη πινακοθήκη του Βερολίνου.

Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του, από τις οποίες έγινε γνωστός, χωρίζονται σε 3 κατηγορίες:

α ) «Χρονικό της Καρχηδόνας» (πρόκειται για ταξίδια του στην Τύνιδα, τη Λιβύη, το Μαρόκο κ.α. 1890-96)

β ) «Ο ερημίτης της Στέπας» (Ουκρανία- Σαμαρκάνδη – Οδησσός, Βάρνα, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη)

γ ) Το συνθετικό του ποίημα «Ο μικρός Αργοναύτης» (1896-19020

Από το 1902 ταξιδεύει στους Άγιους Τόπους κι ανακαλύπτει την πέτρα των Αβαταίων.

Αδιευκρίνιστα παραμένουν τα έργα:

Άρενς – «Οι Ημέρες της Βενετίας»

Άρενς – «Ντ’ Ανουίζιο παράλληλοι» καθώς και η τέταρτη ανέκδοτη επιστολή του Νίτσε προς τον Άρενς.

 Ο Ανώνυμος Ένας τα ανέπλασε/φαντάστηκε/αφηγήθηκε  ως εξής:

 

ΣXETIKA ME TO ΠΩΣ (και εάν) ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΑΡΘΟΥΡΟ 

ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ

 
 
 
 
 Οφείλω να ομολογήσω ότι τον Άρθουρ Τζοφ δεν τον ήξερα.

Δεν τον είχα καν ακουστά. 

Και αυτό θα έπρεπε ίσως να  μου προκαλέσει ανησυχία και προβληματισμό, μια που έδειχνε πόσο περιορισμένη και ελλιπής ήταν η  κουλτούρα μου.

Τουλάχιστον η λογοτεχνική. 

Αλλά – φευ!- δεν μου καιγότανε ούτε καρφί ούτε λυχνία, καθώς εκείνο το ηλεκτροφορτισμένο απόγευμα, αρμένιζα ανέμελα εδώ και κει στην πληροφορική λιμνοθάλασσα.

Είχα μόλις καταφέρει να δανειστώ από τον φίλο μου, τον Σοφοκλή, έναν παθιασμένο  μοναχικό μπιτ-θαλασσοπόρο, ένα καινούργιο πρόγραμμα πληροφορικής πλεύσης -δικής του επινόησης και κατασκευής – που υποσχόταν ξανοίγματα σε ωκεανούς ανεξερεύνητους και προσβάσεις σε πραγματικότητες εξωτικές, αυθεντικά προσομοιασμένες και  με εγγυημένη την χαλκομανιώδη αναπαράσταση των αισθημάτων και των συγκινήσεων. 

Ο Σοφ, βέβαια, μου είχε επιστήσει την προσοχή ότι το πρόγραμμα δεν ήταν ακόμη επαρκώς δοκιμασμένο και ότι δεν θα έπρεπε να βγω ντουγρού στ΄ ανοιχτά, όπου μπορούσαν να παραμονεύουν διαλεκτικές θύελλες, κβαντικές ανωμαλίες και δογματικές εκκενώσεις, αλλά πως θα  ήταν καλύτερα, στην αρχή, να περιπλεύσω κοντά σε διαβεβαιώσεις γνωστές  και σε ρήσεις καταφατικές μη ευθέως αμφισβητούμενες.

Εγώ ωστόσο ό,τι μου έλειπε σε κουλτούρα (λογοτεχνική)  το διέθετα σε ενθουσιασμό και ταξιδιωτική διάθεση.  Έτσι, μετά από λίγο, άφηνα την ασφαλή λιμνοθάλασσα (με τα διαφημιστικά διαλύματα και τις υπνοφόρες αναθυμιάσεις) και ξανοιγόμουν στα βαθιά και τα απάτητα.

 Ήμουν λίγο σφιγμένος, το παραδέχομαι, καθώς  παρατηρούσα με τεντωμένη προσοχή γύρω τριγύρω τις διασταυρωνόμενες πληροφορίες να σκάνε στη καρίνα του motherboard με ένα ηχηρό πλαφ, τις πολυδιάστατες συντεταγμένες να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν αφρίζοντας εδώ κι εκεί  και τα διερχόμενα αξιώματα, να ανακατεύονται με τα  θεωρήματα και τα πορίσματα και να αλληλοεπενεργούν δημιουργώντας ρουφήχτρες και δίνες.

Όμως, η ανησυχία μου ήταν, φαίνεται, μάλλον υπερβολική γιατί όλα αυτά, εν τέλει, το μόνο που προκαλούσαν στο σκάφος (ένα τρίμπριζο Υπέρ πεντόλιτρουμ ΙΙΙ, αυτό-διευρυμένων καλωδιώσεων και  πολλών ούλτρα /τζίγκα / μπάυ/ μπάιτ), ήταν ένα απαλό περαδώθε και δεν αλλοίωναν την ελλειπτική πορεία που είχα χαράξει στο πρόγραμμα του Σοφ.

 Είχα πάρει  πια την απόφαση να γυρίσω πίσω. 

Ήθελα να προλάβω απόψε να δοκιμάσω και ένα καινούργιο  Γκέιμ (Σούπερ Μάριος Βούρτσας εναντίον Κάρμεν Σαντιέγκο),   όταν πρόσεξα μια αναταραχή στην οθόνη πλοήγησης. 

Στο κέντρο της, η γραμμή του ορίζοντα των γεγονότων είχε αλλοιωθεί και στη θέση της είχε αρχίσει να σχηματίζεται και να περιστρέφεται κάτι που έμοιαζε όλο και περισσότερο με … μπουκάλι. 

Ένα μπουκάλι πράσινο, βουλωμένο με φελλό,  από κείνα που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του αιώνα, τότε που οι φελλοί δεν είχαν ακόμη πλαστικοποιηθεί και είχαν περιορισμένες φιλοδοξίες, αρκούμενοι στο να βουλώνουν μπουκάλια.

Μέσα στη φιάλη λαμπύριζαν περίεργα  σήματα…και εικόνες αποσπασματικές.

Μετά, η μπουκάλα έπαψε να στριφογυρίζει.  Ο λαιμός της έδειχνε αποφασιστικά εμένα!

Έριξα την απόχη με την αυτόματη διερευνητική κεφαλή και την  έπιασα.

 Όταν έβγαλα το πώμα, από μέσα βγήκαν κάτι επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι που άρχισαν να κόβουν βόλτες στη καμπίνα, επίμονα και ενοχλητικά.

Τους κατέγραψα.

Στην οθόνη τρεμοέπαιζαν τώρα νέες απόπειρες εικόνας …

Ζαλίστηκα.

Είπα στην αρχή ότι δεν άξιζε το κόπο να τα ψειρίζω τα πράγματα και ότι μερικά πράσινα μπουκάλια και μερικά παραπανίσια μπιτ- μουρμουρητά  δεν ήταν παρά το φυσικό υπόβαθρο ή και  οι φυσιολογικές παρενέργειες μιας καθώς πρέπει πελαγοδρομικής εξερεύνησης στα βαθιά.

Αλλά, ύστερα, τα «μουρμουρητά» άρχισαν να παίρνουν υποβλητικές αποχρώσεις που έφερναν κάπως σε υπερβατικούς ψαλμούς και αποπλανητικές ωδές σειρήνων, ενώ στις κεραίες του σκάφους πήραν να λαμπυρίζουν αλλεπάλληλες χωροχρονικές εκλάμψεις. Η οθόνη προσπαθούσε τώρα να συνθέσει κάτι που έμοιαζε όλο και πιο πολύ με φυσιογνωμία.

Θυμήθηκα τότε, ότι ο Σοφ είχε προσθέσει πρόσφατα σε όλα τα εξερευνητικά του προγράμματα, ειδικό παράθυρο με μεταφραστικές μακροεντολές και επικοινωνιακές παραμέτρους αυτοπροσαρμοζόμενες.

Είπα λοιπόν στον εξυπηρετικό Αρουραίο που εκτελούσε χρέη ναυτομυός να ανακαλέσει στην επιφάνεια και να ενεργοποιήσει τον επικοινωνιακό μετατροπέα.

 

Έτσι, για να μη σας τα πολυλογώ, είχα σε λίγο στην οθόνη μου ένα  πρόσωπο.

Ένα πρόσωπο ασκητικό, ηλικίας απροσδιόριστης, με βλέμμα βαθύ γκρίζο, ταυτόχρονα ονειροπόλο και διερευνητικό, και  ένα επίσης γκρίζο γενάκι που πλαισίωνε ένα χαμόγελο κατά τεκμήριο αινιγματικό, αλλά ποτέ κανείς δε ξέρει…

Τον Αρθούρο αυτοπροσώπως.

 

Χαίρε μου είπε ο Αρθούρος

Χρησιμοποιώ αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας για να είμαι σίγουρος ότι όταν το μήνυμά μου προσληφθεί, τα πράγματα θα έχουν επαρκώς ωριμάσει ώστε να γίνω πιστευτός και να μη θεωρηθώ πρωταπριλιάτικη φιλολογική πλάκα (από τις πιο κρύες).

Θα μπορούσα, ξέρεις, αυτά που θα σου πω να τα αφήσω γραμμένα σε τετράδιο ή βιβλίο, ή και να τα γυρίσω σε ταινία, ή και να τα γράψω σε δίσκο: όλες αυτές οι δυνατότητες υπάρχουν ήδη  στις αρχές του 20ου αιώνα, απ’ όπου σου μιλάω. 

Φοβάμαι όμως, ότι αν χρησιμοποιήσω τα μέσα επικοινωνίας που είναι ήδη γνωστά, υπάρχει κίνδυνος αυτά που θα σου πω να  ανακαλυφτούν πριν της ώρας τους, όταν ακόμη η δυνατότητα κατανόησης των χωροχρονικών παραδόξων είναι περιορισμένη.  Έτσι μπορεί τελικά να καταλήξουν, παρανοημένα, σε κανένα μουσείο «παρανοημένης τέχνης», αφιερωμένο στις παρανοημένες και ως εκ τούτου ακατανόητες πρωτοπορίες.

Άσε που υπάρχει η περίπτωση να μη με πάρουν, ούτε για πλάκα, ούτε για υψηλή τέχνη, αλλά να θεωρηθώ προφήτης και έτσι, αντί να ασχοληθούν μαζί μου σοβαροί άνθρωποι και έγκυροι μελετητές να καταλήξω να με αναλύουν τα μέντιουμ και οι χαρτορίχτρες, στα μέντια.

 Ευτυχώς όμως που πριν ξεκινήσω για αυτήν εδώ την εποχή, είχα πάρει μαζί μου έναν μπιτ -μικρό-καταγραφέα  και έτσι μπορώ να σου στείλω το παρόν μήνυμα,  που αφού κατάφερες να το λάβεις, σημαίνει ότι άρχισαν πλέον οι πλεύσεις  στα ανοιχτά του πληροφορικού πόντου.

Και έτσι μπορώ να σου διευκρινίσω ότι δεν είμαι πλακατζής πεζογράφος , μηδέ μάντης, μηδέ παρανοημένη καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Εγώ, αγαπητέ πελαγοδρόμε, είμαι ο πρώτος συνεπής οπισθοδρομικός επαναστάτης του μέλλοντος.

 Α! είπα εγώ.

 Δε ξέρω φίλτατε -συνέχισε η φυσιογνωμία- σε ποια ακριβώς φάση σε βρίσκω ή μάλλον σε ποια φάση της δικιάς σου χωροχρονικής συνέχειας με βρήκες εσύ, αλλά, για να κατανοηθούμε, νομίζω ότι πρέπει ευθύς εξ αρχής να σου διευκρινίσω (και ελπίζω να έχεις ωριμάσει αρκετά για να με καταλάβεις) ότι είμαι ένας από τους πρώτους που αποτόλμησαν πειραματικό διερευνητικό ταξίδι στο παρελθόν!

 Ξεκινώντας, μάλιστα, από μια χρονοδιάσταση που για σένα πρέπει να είναι ακόμη μελλοντική: Τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Και λέω να αρχίσω την αφήγησή μου από εκεί, αν και δεν είναι εύκολο να διαλέξεις αφετηρία άμα μπλέξεις στους φαύλους στροβίλους του χωροχρόνου.

 Αρχίζω:

Είμαστε στα μισά του εικοστού πρώτου. 

Είμαι επίσημα καταχωρημένος με τα στοιχεία 76543Β αλλά ο Σπόνσοράς μου, μου είχε αγοράσει, από τον Εγκεκριμένο Κατάλογο των Ιστορικών Προσωνυμιών, το δημοφιλές όνομα «Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα».

Εργάζομαι παρτ τάιμ θυρωρός στο Μουσείο Παρωχημένων Επικοινωνιακών Μέσων. Στον τομέα Βιβλίων και λοιπών Χαρτομνημείων. 

Η δουλειά είναι λίγη. Ελάχιστοι περνούν από ΄δω.

Πλήττω. 

Αλλά μετά, ανακαλύπτω τυχαία τα κλειδιά από ορισμένους παλιούς κώδικες -λεξικά και άνευ διδασκάλου- και αρχίζω να περιτρέχω τα  χάρτινα φύλλα που γεμίζουν τα ράφια. 

Ανακαλύπτω ότι οι σκονισμένες σελίδες δίνουν μια άλλη, καινούργια και ανέλπιστα συναρπαστική  δυνατότητα για ταξίδια. 

Τον καιρό μου τα ταξίδια είναι μια προσομοιασμένη υπόθεση.  Τα αυθεντικά αποκλείονται για λόγους μόλυνσης και επικινδυνότητας από τις ραδιενεργές ακτινοβολίες, μια που η ατμόσφαιρα είναι προς το παρόν εξασθενημένη. 

Αλλά και οι προσομοιασμένες περιηγήσεις ελέγχονται με προσοχή από την ΚΟP&P/UC  (Correct Politics  and Pulp / United Companies) που έχει την σχετική υπεργολαβική εξουσιοδότηση, από την Ομοσπονδία των Εταιρικών Διοικητικών Συμβουλίων που  διοικεί την προστατευμένη  περιοχή μου.

Αλλά εμένα τα βιβλία μου επιτρέπουν  να ταξιδεύω.

Μετά, ανακαλύπτω ότι τα χαρτομνημεία έχουν απάνω μου και μια άλλη περίεργη επίδραση:  Αρχίζω να ανακαλύπτω την ύπαρξη δομών και νοηματικών σχημάτων που χωράνε μέσα τους περίεργα πράγματα που έως τότε τα αισθανόμουν μόνο συγκεχυμένα, ενώ τώρα αποκτούν καλούπι.

Πρέπει να εκκολάπτεται μέσα μου αυτό που άλλοτε ονόμαζαν αμφισβήτηση ή κάπως έτσι.

 Πάντως είναι πιθανό ότι, αμφισβήτηση ή όχι, τελικά θα αρκούμουν στις συναρπαστικές χαρτοκαταδύσεις, αν, εκείνη την εποχή, δεν είχα συνάψει μία εντελώς προφυλακτική σχέση με την 00345Υ (που είχε αγοράσει  από μόνη της μια πιο προωθημένη προσωνυμία, πάντα από τον επίσημο κατάλογο : Την φώναζαν «Το Λάγνο Άρωμα της Παραβατικότητας») και η οποία δούλευε στους υπολογιστές του Εργαστηρίου Χωροχρονικών Αποπειρών και Πειραμάτων μιας από τις Μεγάλες Μητρικές Πολυμεσιανικές Εταιρίες. 

Ήταν το «Λάγνο Άρωμα» που μου έδωσε μια πληροφορία που αποτελούσε την απάντηση στις πιο μύχιες από τις καινούργιες επιθυμίες μου: μου είπε ότι ζητούσαν εθελοντές πειραματανθρώπους για οπισθοδρομικά   χρονικά πειράματα.

Να σου πω εδώ, ότι τα πειραματόζωα είχαν καταργηθεί από το ισχυρό λόμπι των πολιτικώς ορθίων στα τέλη του εικοστού αιώνα.  Τις αρμοδιότητές τους, στα πλαίσια ενός επαναστατικού προγράμματος καταπολέμησης της ανεργίας , είχαν αναλάβει οι «πειραματάνθρωποι», οι οποίοι σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα έπρεπε να είναι εθελοντές και να διαθέτουν ισχυρά κίνητρα.  Αλλιώς χρησιμοποιούσαν ή κλώνους ή ανήκοντες στον κλάδο των τριτοκοσμικών  κλονισμένης υγείας, ή αυτόχειρες εθελοντές με κλονισμένη πίστη στον άνθρωπο και το πεπρωμένο του.

Έτσι έκανα την πρώτη μου αίτηση. 

Που απορρίφτηκε πανηγυρικά.

Από τα τεστ στα οποία με είχαν υποβάλει είχε προκύψει ότι η επιθυμία μου να φύγω προς άλλους καιρούς, δεν είχε -αλίμονο- σαν κίνητρο, ούτε την προσωπική φιλοδοξία ,ούτε την αναμονή νόμιμου κέρδους.

Και αυτό δημιουργούσε αξεπέραστα προβλήματα.

Γιατί την εποχή εκείνη δεν μπορούσες να πας μπροστά (ούτε και πίσω όπως ήθελα εγώ), αν δε διέθετες αρκετή ποσότητα  κινήτρων  που να ανάγεται στις δύο αυτές βασικές αρετές.

Ή, ακόμη καλύτερα, στον συνδυασμό τους: Την προσωπική φιλοδοξία για νόμιμο κέρδος.

Το νόμιμο κέρδος, θα πρέπει να  σου πω ότι τότε ήταν απροσδιορίστως υψηλό, Γιατί το μη νόμιμο είχε καταργηθεί δια διατάγματος, με θαυματουργό αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οικονομικής εγκληματικότητας. 

Ήταν τότε που αποδείχτηκε, ακόμη μία φορά, πόσες απλές και ευφυείς λύσεις, εκτός από το αυγό του Κολόμβου, είχαν αγνοηθεί κατά την Περασμένη Εποχή.

Η δραστική μείωση τόσο των οικονομικών ατασθαλιών, όπως η κερδοσκοπία και η προμήθεια, όσο και των περισσότερων ποινικών παραβάσεων ήταν κάτι το εξαιρετικά απλό και ίσως γι αυτό στο παρελθόν δεν το είχαν προσέξει: Η λύση για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, η λύση που καταργούσε τα έξοδα που απαιτούσαν οι παλιές μέθοδοι της καταστολής και της πρόληψης (αστυνομίες και παιδείες ήταν πράγματα εξόχως δαπανηρά) λεγόταν Νομιμοποίηση και  καθάριζε τις κακές στατιστικές ατάκα και επί τόπου.

 Βέβαια, για να υπάρχουν αποτελέσματα ακόμη πιο ικανοποιητικά, έπρεπε να διεξαχθεί παράλληλα και μία επιμελημένη προωθητική καμπάνια στα πολυμέσα, για την Κοινωνική Αναγνώριση και Καθαγίαση της τέως παρανομίας. 

Η τελική κάθαρση και διαλεύκανση της δημόσιας ζωής ολοκληρωνόταν όταν, χάρη σε ορισμένα  εντυπωσιακά προγράμματα υψηλής ακροαματικότητας, εξαφανιζόταν κάθε όρεξη του ποιμνίου για δημόσια ζωή.

Ήταν η εποχή που, παρά το ότι ο Λόγος βρισκόταν σε παρακμή (όπως έλεγαν και μερικοί άλλοι αμφισβητίες με τους οποίους είχα αρχίσει να κάνω παρέα), η Λέξη, αντίθετα, είχε αποκτήσει εξουσία και βρισκόταν σε δόξες μεγαλύτερες και από την εποχή της Άμπρας Κατάμπρας. 

Με μια σχετικά απλή λεκτική επιχείρηση, η Ονοματοποιητική Εξουσία έλυνε προβλήματα που μέχρι τότε είχαν πονοκεφαλιάσει γενιές και γενιές αλτρουιστών και φιλανθρώπων. 

Η πείνα και οι πεινασμένοι, για παράδειγμα .

Δεν υπήρχαν πια. 

Στη θέση τους υπήρχαν μόνο μερικοί «Χωρίς προβλήματα δίαιτας» και μερικοί «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες» που δεν ενοχλούσαν κανέναν.  Πολύ περισσότερο όταν, αργότερα, με μία συμπληρωματική επιχείρηση μετονομάστηκαν σε «Διαθέτοντες Περιορισμένες Θερμίδες και τους Αξίζει!»

Τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν καταφέρω να φύγω,  είχε προταθεί η επαναφορά μερικών παλιών όρων που είχε ξεχαστεί η ετυμολογία τους και που πια δεν προκαλούσαν κανέναν θετικό ή αρνητικό συνειρμό: Λιμάρηδες ή Λιγούρηδες.

 Συγγνώμη για τους πλεονασμούς και τις περιφράσεις, είναι η επιρροή της σχεδόν προεικονικής εποχής στην οποία τελικά βρέθηκα.

 Τι σου έλεγα; Α, ναι.

Με απέρριπταν λόγω μη επαρκών  και πειστικών κινήτρων, αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω.

Ξαναυπόβαλα αίτηση υποκρινόμενος ότι ήμουν απαισιόδοξος- υποψήφιος- αυτόχειρ, αλλά εξακολουθούσα  να την πατάω στα τεστ που συνέτασσε η ισχυρότατη και πανέξυπνη ομάδα των Κλινικών Ψυχοβγαλτών.

Αυτά επέμεναν να διαπιστώνουν ότι δεν είμαι ούτε υγιής κερδοσκόπος, ούτε ανυστερόβουλος  ναρκισιστής, αλλά ούτε και ξεθεωμένος πεσιμιστής . Έτσι οι αιτήσεις μου εξακολουθούσαν να γυρίζουν πίσω καλυμμένες με την διαγώνιο απορριπτική σφραγίδα που με συμβούλευε: «κάτσε στα αυγά και τα ωάριά σου»  ή «μην ενοχλείς τον καθοδηγό  όταν σε καθοδηγεί για το καλό σου».

Αλλά εγώ δεν το ΄βαζα κάτω.

Συζήτησα  το πρόβλημα με μερικούς από τους νέους αμφισβητίες φίλους μου.  Χρειάστηκε να τους κάνω κάποιες νύξεις απέξω απέξω για τις πραγματικές μου προθέσεις και τελικά κούνησαν με συγκατάβαση τα κεφάλια τους και δέχτηκαν  να με βοηθήσουν.  Το σχέδιο που καταστρώσαμε ήταν σχετικά απλό:

Έπρεπε να ληφθεί μία Δημοκρατική Απόφαση που να επιτρέπει την κατ΄ εξαίρεση  συμμετοχή μου στο πείραμα. 

Η εποχή μου είχε και ορισμένα πλεονεκτήματα. 

Η Δημοκρατία είχε ιδιωτικοποιηθεί και για να επηρεάσεις τις αποφάσεις που σε ενδιέφεραν δεν είχες παρά να αγοράσεις τα απαραίτητα δημοκρατόλογα ή συμμετοχόλογα που θα σου εξασφάλιζαν την αναγκαία πλειοψηφία, στις κεντρικές ή τις περιφερειακές εστίες λήψης αποφάσεων. 

Ένα τηλεματικό δελτίο που ενημερωνόταν καθημερινά σε πληροφορούσε για τις δημόκ- μονάδες που απαιτούσε η κάθε απόφαση.

Τα ομόλογα τα εξέδιδε το Γενικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Συμβούλιο και η παροχή γινόταν με αυτοματοποιημένο μηχανογραφικό τρόπο.  Αρκεί να είχες την απαιτούμενη τραπεζική πίστη και τη σχετική δημοκάρτα.

  Ένα σύστημα αλάθητο. Ακόμα κι αν κατάφερνες προς στιγμήν να το ξεγελάσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλεις καθαρή. Αργά ή γρήγορα θα σε τσιμπούσαν. Γρήγορα όσο αφορούσε τους υπολογιστές, αλλά όχι και τόσο όταν έπρεπε να κινηθούν οι υπάλληλοι.

Παρόλα αυτά, δεν είχαν λάβει υπ΄ όψιν την περίπτωσή μου.  Δηλαδή την περίπτωση ενός που δεν ενδιαφερόταν αν θα τον ανακαλύψουν ή όχι, γιατί -αν όλα πήγαιναν καλά – θα ήταν πολύ μακριά για να υποστεί τις συνέπειες.

 Έδωσα στο  «Λάγνο Άρωμα» την κλασσική υπόσχεση: αν με βοηθούσε, θα γύριζα να την πάρω μαζί μου σε ένα κόσμο αυθεντικό και μη περιορισμένο από ασφαλιστικές ρήτρες (που σου έβαζαν δεσμεύσεις και  όρια σε όλα,  ακόμη και στο έρωτα, πράγμα που το Λ.Α. δύσκολα ανεχόταν)  και, στο τέλος, συμφώνησε. 

Το «Λάγνο Άρωμα» είχε πρόσβαση στα κομπιούτερ και είχε και έναν μικρό αδελφό -χάκερ του κερατά, ο αθεόφοβος, στον ελεύθερο χρόνο του.

Δεν ξέρω αν ξέρεις από χακερισμό κι από τέτοια, ούτε εγώ τα καταλαβαίνω εντελώς. Στην εποχή μου, πάντως, είναι πράγματα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αλλά είναι ο μόνος πρακτικός και αρκετά διαδεδομένος τρόπος ανώφελης αντίστασης . Δε σου λέω άλλο.

Δε θα επεκταθώ πάνω στο πώς τα καταφέραμε και βγάλαμε την καταφατική απόφαση. Ο πιτσιρικάς μπήκε στο Κεντρικό Ταμείο από το παράθυρο -γουίντοου  2/51.1- της αδελφής του, ενώ οι φίλοι εκτελούσαν χάπενιγκ αντιπερισπασμού κυκλοφορώντας ντυμένοι στις τέσσερεις γωνίες του δίκτυου.  Ο μικρός μου άνοιξε λογαριασμό, μου έβγαλε δημοκάρτα υψηλής αποφασιστικότητας και, στο τέλος, κατάφερε και πήρε την έγκριση «για λόγους αντικρατικής ασφαλείας». (Ήταν μια από τις πιο ισχυρές φόρμουλες, γιατί το Μεγάλο Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθούσε να έχει αλλεργία  σε οτιδήποτε το κρατικό, αν και τα κράτη είχαν καταργηθεί πριν από τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο των Εταιριών στις αρχές του αιώνα).

Βέβαια, θα με ανακάλυπταν στον επόμενο έλεγχο, αλλά εγώ θα είχα ήδη κάνει φτερά…

 Με την έγκριση που μόλις είχε ξεφουρνίσει ο εκτυπωτής στη τσέπη, παρουσιάστηκα στον επικεφαλής της ομάδας των  ερευνητών καθηγητή κ. Πολυ-Χρόνη Παράκαιρο.

Ο καθηγητής χάρηκε γιατί, όπως μου είπε, οι προετοιμασίες για το επόμενο πείραμα, που θα είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της έρευνας, είχαν ήδη ολοκληρωθεί.

Δεν έμενε παρά ο προσδιορισμός του εθελοντή και θα μπορούσε να ξεκινήσει.    

Πριν με αφήσει στις φροντίδες της επιστημονικής ομάδας που  θα μου έδινε τις τελικές λεπτομερείς οδηγίες, θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ο ίδιος πάνω στις βασικές παραμέτρους του πειράματος.

Τον άκουσα με όση προσοχή διέθετα.

Και έμεινα άναυδος για να μη σου πω ξερός!

Γιατί; 

Άκου και πες μου αν είχα δίκιο.

Τα προηγούμενα πειράματα μπορεί να είχαν γίνει μόνο με ανόργανη ύλη, ήταν όμως αρκετά για να αποδείξουν ότι είναι αδύνατο να προστεθεί ύλη ή ενέργεια σε οποιαδήποτε χωροχρονική φάση του παρελθόντος.

Ο καθηγητής Παράκαιρος είχε δοκιμάσει επανειλημμένα. 

Στην αρχή είχε επιχειρήσει να στείλει μια μεταλλική σφαίρα δυο ώρες πίσω.  Και είχε διαπιστώσει: Α) Ότι πριν δυο ώρες δεν είχε παρατηρήσει την είσοδο καμιάς σφαίρας στα περίχωρά του (πράγμα που κανονικά θα έπρεπε να τον είχε αποτρέψει και από αυτή καθεαυτή τη διεξαγωγή του πειράματος, και  Β) Ότι σχεδόν αμέσως μετά την αποστολή, η σφαίρα γύρισε πίσω.

Με φόρα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι του δημιουργήθηκε καρουμπαλοειδής προεξοχή στο φαρδύ μέτωπο.

Ξαναδοκίμασε με πιο μαλακά υλικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Κατάλαβε ότι ο νόμος της διατήρησης του αθροίσματος «ύλη -ενέργεια » σε κάθε χωροχρονικό σύνολο απέκλειε την αποστολή πρόσθετων οντοτήτων προς τα πίσω.  Το παρελθόν την απέρριπτε, την αρνιόταν, την απόκρουε, την εκσφενδόνιζε συστημένη πίσω στον αποστολέα.

Και ο Π-Χρόνης Παράκαιρος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και προβληματισμό.

 Όμως, ύστερα από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και μία περιπεπλεγμένη αλυσίδα συνειρμών που μου τους είπε μεν, αλλά δεν έχω καιρό να σου τους μεταφέρω, ανέκραξε

» Αυτό είναι!!!»

Και πήρε να αναθέτει στον υπολογιστή περίπλοκους υπολογισμούς.

Ο υπολογιστής αγκομάχησε για λίγο, αλλά εν τέλει συμφώνησε. Η έμπνευση του καθηγητή ήταν σωστή: 

Υπήρχε κάτι που δεν ήταν επαρκώς ύλη, ούτε σαφώς ενέργεια και -ως εκ τούτου- μπορούσε να αποσταλεί στο παρελθόν και να μείνει.

Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο παρά : ένα Αυτοδιοικούμενο Σύστημα Πληροφοριών. 

Με άλλα λόγια ένα πρόγραμμα!

Θα μπορούσε λοιπόν να φτιάξει και να στείλει πίσω ένα πρόγραμμα. 

Μόνο, που για  να λειτουργήσει το πρόγραμμα εκεί, χρειαζόταν ένα απαραίτητο χαρντγουέρ, έναν υλικό εξοπλισμό που να το αναγνώσει και να το ενεργοποιήσει.

Και ιδού πάλι το αδιέξοδο. Γιατί βέβαια, τότε, τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν ακόμη.

 Φάση περισυλλογής δεύτερη.

Και ο επιμένων νικά!

Εξοπλισμοί ικανοί να διαβάζουν προγράμματα πληροφοριών και μάλιστα σύνθετα, υπήρχαν και στο παρελθόν.  Όπως και στο παρόν. 

Δεν ήταν άλλο από τα ανθρώπινα σώματα, δηλαδή τους φορείς των πληροφορικών συστημάτων που ονομάζονται ανθρώπινες προσωπικότητες. 

Το πρόβλημα λοιπόν άλλαζε όψη.  Έπρεπε, επεμβαίνοντας σε ένα σημερινό «σώμα- σύνολο», να απομονωθεί το πληροφοριακό σύστημα που αποκαλείται «προσωπικότητα»  από τα λοιπά υλικά και στη συνέχεια να αποσταλεί στο παρελθόν.

Όταν έφτανε, θα έπρεπε να οικειοποιηθεί έναν άλλον φορέα, να εξουδετερώσει το ήδη υπάρχον απαρχαιωμένο πρόγραμμα που θα έβρισκε εκεί και να εδραιώσει το καινούργιο. 

Η διυλισμένη και αποσαρκωμένη προσωπικότητα που θα έφτανε στο παρελθόν θα διατηρούσε όλες τις μνήμες της εποχής προέλευσης και θα μπορούσε να επιχειρήσει να έλθει σε επαφή με το μέλλον και να μεταφέρει τις εμπειρίες της. 

 Ο καθηγητής είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. 

Ύστερα από αξιέπαινες και κουραστικές προσπάθειες κατάφερε να επιλύσει τα παρελκυόμενα προβλήματα της ανακάλυψής του: Την αφαίρεση του πληροφοριακού συνόλου από μία ανθρώπινη οντότητα και την επανασύνδεσή του σε μια άλλη.

Ήταν πια έτοιμος. Του έλειπε μόνο το τελικό επαληθευτικό πείραμα και….

Ο πειραματάνθρωπος ήμουν εγώ! 

Μόνο που θα έπρεπε να απαλλαγώ από το σημερινό μου υλικό υπόβαθρο-σώμα, να απομείνω σκέτο σύστημα πληροφοριών και μετά να με στείλουν να καταλάβω κάποιον τύπο του παρελθόντος και να ενεργήσω «από μέσα του» και «δια μέσου του».

Αρκετές και επικίνδυνες αλλαγές.

Θα έπρεπε να εγκαταλείψω και την όψη μου, πάνω πού ΄χα καταφέρει να συμφιλιωθώ μαζί της, ύστερα από αγώνα ετών.

Αλλά τι μ΄ ένοιαζε εμένα πια για μια τέτοια μικρή αλλαγή; 

Εγώ θα πήγαινα επιτέλους στο παρελθόν. Και δεν θα πήγαινα, βέβαια,  για να στείλω μηνύματα στον καθηγητή Παράκαιρο για το τι καιρό κάνει εκεί. 

Εγώ είχα αποφασίσει να πάω πίσω για να αλλάξω την πορεία του Κόσμου!

 Για να με καταλάβεις πρέπει να σου πω ότι στον καιρό μου κυριαρχούσε η Μονή, Μόνη και Μονότονη Σκέψη.

Η Νέα Μονή Τάξη είχε εδραιωθεί με τρόπο που απέκλειε κάθε προσπάθεια αλλαγής. 

Το επικοινωνιακό ιερατείο έλεγχε καθημερινά το επίπεδο προσαρμογής των μαζών και όταν διαπίστωνε και την παραμικρή παρέκκλιση προγραμμάτιζε νέες συναρπαστικές υπνοφόρες εκπομπές κυμάτων που επανέφεραν τις εξάρσεις σε κατάσταση ηρεμίας και προσαρμοστικότητας, τουλάχιστον στην προστατευμένη περιοχή.

Ωστόσο, διάβολε, εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι αν η θεωρία του χάους είχε δίκιο όταν επέμενε ότι απρόβλεπτες αλλαγές είναι  δυνατές ακόμη και όταν η εναρκτήρια ενέργεια δεν είναι παρά είναι το κτύπημα  των  φτερών μιας κινέζας πεταλούδας, τότε κάποιος δρόμος που θα ταρακουνούσε την Ιστορία που λίμναζε, θα έπρεπε να υπάρχει.

Στο μουσείο των βιβλίων και των λοιπόν χαρτομνημείων είχα καταλήξει στην απόφαση ότι για την αγκύλωση του παρόντος φταίει το παρελθόν,

Εκεί στο μουσείο , θύμα της νεύρωσης που προκαλεί η νεκροφάνεια της Ιστορίας, είχα αρχίσει να βασανίζομαι από  τα Εάν κι από τα Άμα.  

Τι θα γινόταν εάν, τότε, ο τέτοιος δεν είχε κάνει αυτήν την ενέργεια και άμα ο άλλος, την άλλη φορά, δεν είχε κάνει  εκείνη τη γκάφα;  Τώρα άραγε τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα;

  Αυτά σκεφτόμουν, γιατί άμα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα στο παρόν ούτε να δεις ορατές δυνατότητες αλλαγής στο μέλλον, στρέφεσαι αναπόφευκτα στο παρελθόν. Και τώρα είχα την ευκαιρία μου:

Θα πήγαινα πίσω και θα τα έκανα λίμπα.

Θα ξεβραχυκύκλωνα την Ιστορία!

Θα απορρύθμιζα την απορρύθμιση!

Όπου την πονάει και όπου τη σφάζει!

Στην πολιτική και στη διανόηση!

Στην Τέχνη και στην Εξουσία!

Δύσκολα θα προέκυπτε μέλλον λιγότερο αντιπαθητικό από το παρόν μου.

 

«Σε στέλνω όσο πιο πίσω γίνεται. Έτσι θα δοκιμάσουμε την εμβέλεια του μηχανήματος. Υπολογίζω ότι θα πέσεις περίπου στην πρώιμη αναγέννηση», μου είπε ο καθηγητής με δικαιολογημένη συγκίνηση.

«Μου πάει περίφημα. Θα πιάσω πολλά πράγματα από την αρχή και θα χαράξω καινούργιες πορείες εγκαίρως» σκέφτηκα εγώ με δικαιολογημένη ασυνειδησία.

«Και κοίτα να τηρήσεις πιστά τις οδηγίες», επανέλαβε για νιοστή φορά ο Χρόνης Παράκαιρος. «Είναι βασικό». 

Μετά μου πρόσφερε ένα είδος αποχαιρετιστήριου ενθαρρυντικού χαμόγελου: «Καλή επιτυχία και να μας γράφεις» είπε, και μου ενεχείρησε τον μπιτ- μικρο-καταγραφέα.

Του επέστρεψα τον μορφασμό, έστειλα ένα φιλί στο Λάγνο Άρωμα που με κοιτούσε παραπονεμένο από το βάθος καθισμένο στο τερματικό ελέγχου, και φόρεσα την κάσκα.

Ο καθηγητής βγήκε από το κουβούκλιο και κατέβασε τον μοχλό.

 

Σε λίγο αισθανόμουν τόσο ελαφρύς όσο ποτέ. 

Πρώτα ήταν ένας απαλός άνεμος παλιμπαιδισμού που μ΄ έσπρωξε προς τα πίσω.  Μετά βρέθηκα σ΄ έναν ανεμοστρόβιλο ανάκτησης, έναν σίφουνα επιστροφής έναν χαμό νόστου. 

Αφέθηκα…

  Ναυάγησα ενάμιση αιώνα πίσω από τη χρονολογία εκκίνησης.

Στην αρχή σκέφτηκα ότι έφταιγε κάποια πληροφορική σκορβουτική ίωση.

Μετά κατάλαβα ότι η αιτία ήταν διαφορετική. 

Σε κάποια στροφή της οπισθοδρομικής μου πορείας  και καθώς το χωροχρονικό βαλς με είχε σπρώξει κοντά σε εκείνη την υποβρύχια πόλη, που τότε όμως ξεμύτιζε ακόμη πάνω από την επιφάνεια των νερών, την Βενέτσια,  έλαχε να περάσω πολύ κοντά από έναν νεαρό τύπο, με ανέλπιστα  ισχυρές ικανότητες μέντιουμ και ταυτόχρονα ανέλπιστα δεκτικό σε παντός είδους αλλαγές, προσαρμογές και αναπλάσεις.

Με τράβηξε σαν μαγνήτης και τον κατέλαβα αμέσως. 

Τον έλεγαν Αρθούρο Τζόφ Άρενς.

Αποφάσισα ότι εν τέλει μου έκανε και τον κράτησα.

Πρέπει να προσθέσω ότι δεν δυσκολεύτηκα να εξουδετερώσω την μέχρι τότε προσωπικότητά του. Δεν παρουσίασε μεγάλες αντιστάσεις Την παραμέρισα στην μία άκρη του εγκεφάλου του που ήταν τελείως άδεια και εγκαταστάθηκα άνετα στον υπόλοιπο χώρο.

 

Εγώ, ο 76543Β, ο μελλοντικά αποκαλούμενος χαϊδευτικά και Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα, και τώρα-τότε, πλέον, διαθέτων τα χαρακτηριστικά και τα στοιχεία του Άρθουρ Τζοφ Άρενς, δηλώνω ότι έμεινα πιστός στις επαναστατικές οπισθοδρομικές μου προθέσεις. 

Πλησίασα και επηρέασα όσο μου ήταν δυνατόν τους δυνατούς και τα ρεύματα της εποχής όπου ξέπεσα.

Βούτηξα στη δίνη των διαμορφωτικών γεγονότων και κυλίστηκα στη λάσπη της ιστορίας. 

Μπήκα στις στοές της εξουσίας και στα τρένα της επανάστασης.

Έγινα σημαία και μνημείο.

Έγραψα θέσεις και άφησα μηνύματα. 

Κάποιο αποτέλεσμα, διάβολε, θα έχω καταφέρει!,

Κάποιο ίχνος θα έχω αφήσει. 

Κάποια αλλαγή θα έχω προκαλέσει.

 

Μόνο που δεν το ξέρω.

Και με τρώει η ανησυχία και μ΄ έχει πιάσει κι ένα άγχος αλλιώτικο απ’ το παλιό, ένα άγχος περίεργο, εσχατολογικό.

Γι αυτό αφήνω αυτό το μήνυμα στο μπουκάλι.

Σου είπα πώς, πάνω κάτω, ήταν (θα είναι) το μελλούμενο χωρίς τη δικιά μου παρέμβαση.

Πες μου σε παρακαλώ αν εξακολουθεί να είναι έτσι ή αν κατάφερα κάτι τι.

Αν πάλι, παρ΄ ελπίδα, τα ΄χω θαλασσώσει και η κατάσταση προέκυψε ακόμη χειρότερη, σου αφήνω τις χωροχρονικές συντεταγμένες όπου έμπλεξα. Φρόντισε να πας ή δώσε παραγγελία να με εξουδετερώσουν εγκαίρως.

Αν όμως τα κατάφερα, αν τα αυθεντικά που έψαχνα ξαναπαρουσιάστηκαν, αν η Ιστορία ξανά πήρε να τσουλάει και να αλέθει, αν όλα πήγαν καλά, άσε μου ένα σημείωμα κάτω από την φωνή Αρθούρος Τζοφ στην λογοτεχνική ανθολογία του καιρού σου. 

Μπορεί και να επιβιώσει ίσα με εμένα.  Αν θα υπάρχω στη νέα εκδοχή μπορεί να το βρω και να ησυχάσω – Να πάρω μια ιδέα ικανοποίηση.

 Όμως, για να είμαι ειλικρινής, με τρώει και άλλη μια ανησυχία..

Έχω την παράλογη ίσως, άλλα έμμονη ιδέα, ότι στην πραγματική πραγματικότητα δεν υπάρχω. 

Ότι όλα αυτά που κάνω δεν θα τα θυμάται κανείς και δεν θα επηρεάσουν τίποτα.

Ότι η ιστορική πραγματικότητα θα με απορρίψει όπως τις μπάλες που έστελνε τότε πίσω ο καθηγητής Χρόνης Παράκαιρος. 

Ότι το πείραμα πέτυχε μόνο μερικά:   έφτασα πίσω και έκανα πράγματα, αλλά αυτά σβήνονται μόλις γίνουν. Ότι ενεργοποιούνται μόνο όταν εγώ είμαι κοντά τους, ενώ εξαφανίζονται όταν απομακρύνομαι.

Μπορεί να είναι μια ακόμη νεύρωση μου, μπορεί να είναι μια υποκειμενική παρενέργεια του πειράματος και να τα βλέπω μόνον εγώ έτσι.

Δεν ξέρω!

Εσύ ξέρεις.

Πες μου με ξέρεις;

Σαν Αρθούρο εννοώ.

Σαν τέτοιος φρόντισα να τα κάνω λαμπόγιαλο. 

Είμαι γνωστός;

Είμαι στις εγκυκλοπαίδειες;

Με αναφέρουν στα σχολικά βιβλία ;

Μιλάνε για την επίδραση μου στη διαμόρφωση του κάτι τι ή του οποιουδήποτε;

Ανεξάρτητα αν τα πήγα καλά ή κακά, τουλάχιστον τα πήγα;

Άσε μου μήνυμα

Για σου δικέ μου

Η Ιστορία ζει!!!

Αρθούρος Τζοφ Αρενς

(Αλλά εσύ μπορείς να με λες  Το Σούπερ Βιμ που τα πλένει καλύτερα)

Υ.Γ.  Αν μπορείς δώσε φιλιά από μένα στο Λάγνο Άρωμα. Την άλλη φορά θα….

βουρ-βουρ-βουρ (παράσιτα)…

 Η εικόνα τρεμόπαιξε και έσβησε

 

Είχα μείνει ελαφρά αποσβολωμένος.

Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά και μετά το σταμάτησα με μια μικρή ερωτηματική απόκλιση στο πλάι.

Ύστερα είπα στον Ναυτοπόντικα να δει εάν η μνήμη του σκάφους είχε κρατήσει το μήνυμα του μπουκαλιού. Μου είπε ότι θα το φροντίσει αλλά να μη βιάζομαι και του τη σπάω.

Βιράρισα και έκανα ρότα για τη βάση μου.

Φτάνω.

Βγάζω τη πελαγοδρομική πολυμεσιανική προσομοιωτική μάσκα και βγαίνω απ΄ το σκάφος.

Ξεχνάω και την Κάρμεν Σαντιέγκο και τον Σούπερ Μάριο Βούρτσα και ζητάω να μπω στη πιο εύκαιρη εγκυκλοπαίδεια του δικτύου. 

Μετά από λίγο είμαι μέσα. 

Ψάχνω.

Δεν  βρίσκω ίχνος από τον Αρθούρο, με ζόφο ή χωρίς…

Μπαίνω σε άλλη εγκυκλοπαίδεια, και σε άλλη…

Ψάχνω με αλφαβητική σειρά, με χρονολογική σειρά, με εννοιολογική αγκίστρωση…

  Τίποτα….

 

Απελπίζομαι…

Τι συμβαίνει; 

Είχα μια παραισθητική εμπειρία ή ήταν μια φάση άλλου τύπου, άγνωστου , όπως όλα δείχνουν;

 Κλείνω τον υπολογιστή και δένω τον ναυτοπόντικα στη θήκη του.  Επιστρέφω στον κόσμο των διαπροσωπικών επικοινωνιών .  

Ο γιος μου μπαίνει στο γραφείο κουβαλώντας ένα φαξ.

Βλέπει ότι είμαι κάπως  αλλοπρόσαλλος στη φάτσα και μια που δεν ξέρει το λόγο, κάνει τη σωστή κίνηση: Αφήνει το λαδερό χαρτί στο γραφείο μου,  κάνει μεταβολή και έξοδο χωρίς σχόλια.

Ανοίγω αφηρημένα το μήνυμα.

Γράφει:

Αγαπητέ κύριε Ανώνυμε Ένα

Την πρώτη Απριλίου, ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997», σε συνεργασία με ξένα Ινστιτούτα, οργανώνει το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φαντασιακής λογοτεχνίας  Το θέμα της Ημερίδας- Νυχτερίδας για το οποίο καλείστε να ετοιμάσετε δεκαπεντάλεπτη εισήγηση είναι:

» Άρθουρ Τζόφ Αρενς, ο προκλητικός διανοητής του 19ου αιώνα»

Σας αποστέλλουμε τα στοιχεία που ήδη καταφέραμε να συγκεντρώσουμε:

 

Άρθουρ Τζοφ Άρενς:

Γεννήθηκε στο Λεόμπεν της Γαλικίας……..

 

                                                                                                     (ανακυκλώνεται)

 

  

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Εδώ είμαστε

Posted by vnottas στο 13 Ιουνίου, 2009

 

Εντάξει, το ξέρω.

Αν εξαιρέσει κανείς τις αναγκαίες διδακτικές ανακοινώσεις, που όντας στενά δεμένες με σταθερές ημερομηνίες έχουν το δικό τους ημερολόγιο, εδώ και πάνω από ένα μήνα το ιστολογοφόρο μοιάζει να έχει πέσει σε άπνοια.

Παρηγοριέμαι ότι αυτό είναι το ωραίο με τα ιστολογοφόρα: επιβιβάζεσαι κι επικοινωνείς όταν και άμα έχεις κέφι. Δεν είσαι περιοδική έκδοση, δε κυνηγάς τίποτα, δε σε ζορίζει κανένας.

 Όταν η εσωτερική παρόρμηση ωριμάσει, ανοίγεις το παράθυρο (window) και φωνάζεις στον κόσμο, άντε, του ψιθυρίζεις, και του γκρινιάζεις, και διαμαρτύρεσαι, και επεμβαίνεις, και μονολογείς, και συνδιαλέγεσαι, και εξομολογείσαι,  και σχολιάζεις, και ακολουθείς (την επικαιρότητα) και εκτροχιάζεσαι (μαζί της).

Από την άλλη, όπως ξέρετε, χρησιμοποίησα ευθύς εξ αρχής το ιστολογοφόρο ως εργαλείο δουλειάς. Νομίζω ότι λειτούργησε. Οι φοιτητές μου τελικά προτιμούν τις διαδικτυακές ανακοινώσεις από τις πινεζωμένες στην πινακίδα του 4ου ορόφου, προτιμούν να κατεβάζουν τα πρωτότυπα κείμενα παρά να τα φωτοτυπούν (κι έχουν δίκιο). Τώρα τα καλόμαθα τα παιδιά, μιλάμε πια μέσω ιστολογίου και μέσω ιμέιλ, έστω κι αν καμιά φορά με ρωτάν για θέματα γραμματείας και με εκνευρίζουν (ελαφρώς).

Και έτσι το ιστολογοφόρο ταξιδεύει στις ιστοθάλασσες με δύο φορτία.

Από τη μια μεταφέρει εκπαιδευτικό υλικό (ανακοινώσεις, οδηγίες, διευκρινίσεις, αλλά και θεωρητικά κείμενα που έτσι μπαίνουν παράλληλα στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου). Αυτό το φορτίο μια περιοδικότητα την έχει: κορυφώνεται στις περιόδους των εξετάσεων, στα ζόρια. Κι αν τυχόν οι χρόνοι μου ξεφύγουν κάπως, καταφτάνουν αμέσως οι υπενθυμίσεις από τα παιδιά.

Από την άλλη το ιστολογοφόρο κουβαλάει κείμενα ημερολογιακά, εξομολογητικά, όταν και άμα και εάν. Α, και (που και που) παιχνίδια με τη γλώσσα και τις αφηγηματικές της δυνατότητες.

 Τώρα, αυτά εδώ σας τα λέω γιατί το μήνα που πέρασε  ανακοινώσεις για τα εξεταστικά, βέβαια, αναρτήθηκαν, αλλά δε μιλήσαμε για άλλα πράγματα, αν και ευκαιρίες υπήρξαν.

Μια από αυτές ήταν ότι το σκαρί έγινε δύο χρονών και είχαμε, στις 25 του Μάη, τα δεύτερα γενέθλια.

 Ας πούμε τώρα δυο λόγια για το ιστολογοφόρο. Εργαλείο εκπαιδευτικής επαφής αξιόλογο. Ωστόσο, δεν παύω να υποστηρίζω ότι τίποτα δε μπορεί να αντικαταστήσει την άμεση προσωπική επικοινωνία ανάμεσα στο δάσκαλο και τον διδασκόμενο. Και το επαναλαμβάνω, με κίνδυνο να γίνω πληκτικά πλεοναστικός στους φοιτητές μου. Επωφεληθείτε που ακόμη υπάρχει (έστω κακομοιριασμένο από μια δύσμορφη εξάπλωση -και άλλα χρόνια νοσήματα) το Δημόσιο Πανεπιστήμιο βασισμένο στη διαπροσωπική εκπαιδευτική επικοινωνία. Σε λίγο θα είναι προνόμιο λίγων που θα το πληρώνουν ακριβά. Για τις δικτυωμένες μάζες της ¨νέας εποχής¨ (και για όσον καιρό το πάνω χέρι θα το έχουν οι λεγόμενοι ¨νόμοι της αγοράς¨) το πιθανότερο είναι ότι τα πανεπιστήμια θα αντικατασταθούν από διαδικτυακά υποκατάστατα.

 Γενικότερα, το παρόν ιστολογοφόρο, όπως και πολλά άλλα, προσπάθησε να πλεύσει (κουβαλώντας λέξεις, ενίοτε και εικόνες) επωφελούμενο από τους νέους επικοινωνιακούς άνεμους, μέσα σε ένα τοπίο αναστατωμένο από αλλαγές καταιγιστικές και εκκωφαντικές, των οποίων όμως οι απώτερες συνέπειες μένει ακόμη να εξερευνηθούν και να αξιολογηθούν.

Ο μικρός δικός μας απολογισμός: μέσα σε δυο χρόνια δεχτήκαμε 24000 επισκέψεις (ούτε πολλές ούτε λίγες) μέσος όρος περίπου 1000 το μήνα (περισσότερες επισκέψεις τον Ιανουάριο του 09, ελάχιστες τον Ιούλιο του 08). Δημοσιεύτηκαν 93 κείμενα στην ¨Αρχική Σελίδα¨ και 42 κείμενα στις λοιπές ¨Σελίδες¨ (πρωτοτυπία των ιστολογίων της wordpress). Τα κείμενά μας ήταν τακτοποιημένα σε 9 κατηγορίες, τις οποίες όμως χάσαμε όταν κάποια στιγμή αποφασίσαμε να ξαναβάψουμε το ιστολογοφόρο και να του αλλάξουμε εμφάνιση. Μαζί χάσαμε και ορισμένα από τα 183 σχόλια που λάβαμε μέχρι τώρα. Μας έμειναν οι μέχρι στιγμής 69 εννοιολογικές ¨ετικέτες¨-λέξεις κλειδιά που οδηγούν προς τα εδώ ενδιαφερόμενους για συγγενείς θεματολογίες.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα μας εντόπισαν παλιοί φίλοι και ανταλλάξαμε κουβέντες με καινούριους, ανοίξαμε σεντούκια με παλιά παραμύθια και εκμυστηρευτήκαμε καινούργιες σκέψεις και προβληματισμούς. Μας άρεσε, και λέμε Θεού (των ιστολογίων και των ιστολογοφόρων) επιτρέποντος να εξακολουθήσουμε την περιπλάνηση.

Εδώ είμαστε.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »

Γενέθλια

Posted by vnottas στο 25 Μαΐου, 2008

Σήμερα, 25 του Μάη 2008 το ιστολογοφόρο συμπληρώνει ένα χρόνο πλεύσης.

Θα το γιορτάσω δημοσιεύοντας τρία ποιήματα του φίλου μου Νίκου Μοσχοβάκου

(Πολυετής σβέση φανού, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2008).

Απολογισμοί και άλλα τέτοια (ίσως) τις μέρες που έρχονται…

 

ΑΠΛΩΣ ΘΥΜΑΜΑΙ

 

Υπήρξα σαλπιγκτής του Καρλομάγνου

και ποτέ μου δεν γνώρισα ήττα.

Με ηχήσεις παρορμητικές κι αυτοσχέδιες

συνόδεψα εφόδους και μάχες αξέχαστες.

Έδρεψα τιμές, αριστεία

και του βασιλέα τον έπαινο.

Όταν με το καλό αποσύρθηκα

τιμής ένεκεν μου χάρισαν

τη σάλπιγγα που κατείχα

Κρεμασμένη στον τοίχο του δωματίου μου

πλάι στα μετάλλια και το σπαθί μου

αποζητά ένα σάλπισμα.

Όμως εγώ δεν δύναμαι πια.

Απλώς θυμάμαι

πως υπήρξα σαλπιγκτής του Καρλομάγνου.

 

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΧΩΡΕΣΑ

 

 

Η κορνίζα δεν χωρεί το πορτραίτο μου.

Τα όριά της στερούν την έκφρασή μου.

Άσε που το μουντό χρώμα της

μου εξανεμίζει το αισιόδοξο βλέμμα.

Θραύω λοιπόν την κορνίζα

και το πορτραίτο μου μένει ελεύθερο.

Έτσι σαν σε καθρέφτη ατενίζω το είδωλό μου

χωρίς περιορισμούς χωρίς σκοπιμότητες

χωρίς αισθητικές ασάφειες.

Είμαι εγώ αυτός.

Όπως ακριβώς σας φαίνομαι

με απροσδόκητα σύνορα

με αδιευκρίνιστες προθέσεις

έτοιμος να εναντιωθώ σε επιλεγμένες προσαρμογές

και εντοιχισμούς ανάγκης.

Ποτέ δε χώρεσε σε κορνίζα το πορτραίτο μου.

 

 

 

 

ΕΠΑΡΚΕΣ

 

Ο μόνος που με καταλαβαίνει είσαι εσύ.

Γιατί ξέρεις να με διαβάζεις

από τα κάτω προς τα πάνω

από τα δεξιά προς τα αριστερά

από πίσω προς τα μπρος.

Και είναι επαρκές

να σε καταλαβαίνει ένας.

 

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 4 Σχόλια »