Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Εύελπις’

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Posted by vnottas στο 21 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

9219588129_d8da90ff9a_b

Κεφάλαιο ένατο: Η επίσκεψη του Δημάδη

Ξύπνησα νωρίς. Ήθελα να προετοιμαστώ κάπως γιατί όπου να ‘ναι θα κατέφθανε ο Δημάδης.

Τίμησα το πρωινό ¨άριστον¨ που μου ετοίμασε η κυρά Άνθεμη, η οποία βρισκόταν ήδη στο πόδι ακόμη πιο νωρίς από μένα και της είπα πόσο μου έχει λείψει αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο η ίδια όσο και το πρωινό που μόνο εκείνη ξέρει να φτιάχνει. Κέρδισα ένα πλατύ της χαμόγελο. Μετά αποσύρθηκα στη αίθουσα των κειμένων. Υπήρχαν εκεί περγαμηνές και πάπυροι  συλλεγμένοι από τον Ευρύνου, αλλά και κάμποσα συγγράμματα δικά μου, τόσο από εκείνα που χρησιμοποίησα στις σπουδές, όσο  και διάφορα άλλα.

Η χθεσινή συζήτηση με τον πατέρα μου σχετικά με την αντιδικία Δημοσθένη-Αισχίνη και η αναφορά του στην επικείμενη δίκη ανάμεσά τους, είχε τραβήξει την προσοχή μου στο γεγονός που, σύμφωνα με τον Ευρύνου, θα κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή  της Αθήνας τούτο το καλοκαίρι.  Ο πατέρας έχει δίκιο. Οι δίκες στην Αθήνα έχουν σχεδόν πάντα πολιτικές προεκτάσεις. Οι δικαστές είναι ένορκοι πολίτες, πολλοί στον αριθμό, και οι αποφάσεις τους εκφράζουν έγκυρα το κλίμα που επικρατεί κάθε φορά στην Πόλη.

Σκοπεύω να παρακολουθήσω αυτή τη δίκη. Με τρόπο διακριτικό, γιατί δε θέλουν πολύ οι ποικίλοι ¨ενάντιοι¨ να με κατηγορήσουν για εμπλοκή και ανάμιξη εκεί όπου δεν είμαι σπαρμένος. Η Αθήνα είναι ευαίσθητη όσον αφορά στην ανεξαρτησία της και καλά κάνει. Η πολύτιμη ενδο-ελληνική ειρήνη, για να φτουρήσει, πρέπει να είναι μια έντιμη ειρήνη. Επομένως, το ξαναλέω: προσοχή!

images (19)

Δεδομένου ότι οι σπουδές μου δεν ήταν επικεντρωμένες στα νομικά, αλλά κυρίως, θα έλεγα, στα ιστορικά θέματα (ακριβέστερα στην μετατροπή του παρόντος σε Ιστορία), θέλησα να ενημερωθώ διεξοδικότερα για τα ισχύοντα στην αθηναϊκή νομολογία και δικονομία. Άνοιξα λοιπόν τις συγγραφές. Πέρα από τους νόμους και τους κανόνες, βρήκα αρκετούς από τους λόγους των δύο μονομάχων, καθώς και άλλα ενδιαφέροντα τεκμήρια.

Μέχρις ότου ακουστεί ο θόρυβος του αμαξιού με το οποίο κατέφτασε ο Δημάδης, είχα προλάβει να αποκτήσω μια πρώτη εικόνα, όχι μόνον  του νομικού πλαίσιου, αλλά και (εδώ με βοήθησαν οι δικές μου -πριν απ’ την αναχώρηση- σημειώσεις) του ιστορικού της διένεξης ανάμεσα στους δύο επιφανείς Αθηναίους ρήτορες-πολιτικούς.

Με λίγα λόγια…

τοξοτης

Ο ένας, ο Δημοσθένης, ήταν γεννημένος εύπορος. Ο πατέρας του είχε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε κλίνες και μια άλλη όπου σκάρωνε μαχαίρια για πολεμική και ειρηνική χρήση. Πέθανε όταν ο γιος του ήταν μόνο εφτά χρονών. Του άφησε μια αξιόλογη περιουσία και τρεις ανίκανους και ιδιοτελείς κηδεμόνες. Όσο κι αν η χήρα-μάνα ανησυχούσε και διαμαρτυρόταν, οι κηδεμόνες κατασπατάλησαν την κληρονομιά.

Ο μικρός Δημοσθένης πείσμωσε! Ή θα γινόταν καλός στα όπλα και θα τους έσφαζε ή θα γινόταν δικανικός ρήτορας και θα τους έσερνε στα δικαστήρια μέχρι να τους αναγκάσει να επανορθώσουν.

Αν ζούσε αλλού θα είχε μόνον την πρώτη επιλογή. Αλλά ζούσε στην Αθήνα. Μια πόλη όπου γίνονταν παρανομίες, όπως παντού, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη ικανή να αισθανθεί έως και συλλογικό άγος όταν καταπατιόταν το κοινό αίσθημα περί δικαίου. Όποιος κι αν ήταν ο φταίχτης! Ακόμη κι αν έφταιγε η Πόλη η ίδια!

Έτσι ο μικρός αντί να ασκηθεί στην παλαίστρα βάλθηκε να ασκείται και να μαθαίνει την τέχνη του δικανικού ρήτορα. Κι ας ήταν ψευδός!

 Δημοσθένης

Ό άλλος, ο Αισχίνης, από τον περιφερειακό δήμο των Κοθωκιδών[1],  γεννήθηκε τέσσερα, πέντε  χρόνια πρωτύτερα, γιος ενός εγγράμματου δούλου που τον έλεγαν Τρόμη.  Ο Τρόμης πολέμησε για την Αθήνα, και εναντιώθηκε στους τριάντα τύραννους με αποτέλεσμα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, να χειραφετηθεί και να αλλάξει όνομα: ήταν πλέον ο Ατρόμητος. Ο Αισχίνης μπόρεσε έτσι να αποκτήσει ευρύτερη μόρφωση, ενώ τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο δημοδιδασκαλείο του πατέρα του. Πάντως, απ’ ό, τι φαίνεται, βασικά  ήθελε να γίνει ηθοποιός.

 Εν τω μεταξύ, οι αντιπαραθέσεις – κατάλοιπα της παλιάς μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών είχαν υποχωρήσει και είχαν αντικατασταθεί με τους προβληματισμούς για την ανάδυση  μιας νέας ισχυρής δύναμης στο βορρά, των Μακεδόνων. Η ενδιάμεση εμφάνιση στο πανελλήνιο προσκήνιο των Θηβαίων, ήταν εμφάνιση διαττόντων αστέρων.

 Ο Δημοσθένης καταφέρνει να διώξει ποινικά τους εκμεταλλευτές – τέως κηδεμόνες του, αλλά όχι και να αποζημιωθεί επαρκώς. Παραμένει συνήγορος-λογογράφος, και μάλιστα πολύ επιτυχημένος, αλλά παράλληλα αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις νέο-αποκτημένες ρητορικές του ικανότητες στον πολιτικό στίβο. Παρουσιάζεται ως  ένθερμος αντιμακεδόνας. Το κλίμα είναι πρόσφορο. Οι επιδρομές του Φίλιππου κατά των πόλεων που τελούν υπό αθηναϊκή προστασία και επιρροή (στην Θράκη και στα στενά της εισόδου στον Εύξεινο Πόντο) δημιουργούν στην Αθήνα δυσκολίες στον ανεφοδιασμό και φόβους για ουσιαστική απώλεια ισχύος στο άμεσο μέλλον.

Ο Αισχίνης πάλι, καταλαβαίνει από τις αντιδράσεις του κοινού ότι ως ηθοποιός δεν πρόκειται να διαπρέψει και το γυρνά και αυτός στην πολιτική. Εντάσσεται στην κυρίαρχη τότε αντιμακεδονική μερίδα. Μετά την πτώση της Ολύνθου παίρνει μέρος στην αποστολή που προσπαθεί να πείσει τις ελληνικές πόλεις του νότου να συσπειρωθούν κατά των Μακεδόνων. Η αποστολή αποτυγχάνει και ο Αισχίνης απογοητεύεται και αλλάζει στρατόπεδο. Από αυτό το σημείο και μετά υποστηρίζει τον Φίλιππο και στη συνέχεια τον Αλέξανδρο. Aeschines_bust

Η Αθήνα προσπαθεί να περιορίσει τις απώλειες (και να κερδίσει χρόνο) με διαπραγματεύσεις. Ο Αισχίνης και ο Δημοσθένης παίρνουν μέρος στις διπλωματικές αποστολές προς τον Φίλιππο, με επικεφαλής τον Εύβουλο, έναν πολιτικό που περισσότερο από φιλομακεδόνας είναι υπέρμαχος μιας ¨ήρεμης¨, μη παρεμβατικής πολιτικής των Αθηνών. Οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν με τη σύναψη ειρήνης, για την οποία οι όρκοι δόθηκαν τελικά  στις Φερές της Θεσσαλίας και πήρε το όνομα ενός άλλου φιλομακεδόνα, ο οποίος επίσης συμμετείχε στην αποστολή, του Φιλοκράτη.

Η ατελείωτη σειρά των διενέξεων ανάμεσα στους δύο ρήτορες αρχίζει ακριβώς εκείνη την εποχή, πριν από περίπου δεκάξι χρόνια. Δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε δοθεί η αποφασιστικής σημασίας μάχη στη Χαιρώνεια (οκτώ χρόνια πριν) και δεν είχε ακόμη καταστραφεί η Θήβα (πριν πέντε χρόνια).  

 Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι χρηματίστηκε από τον Φίλιππο. Την κατηγορία δεν την υποβάλλει αυτοπροσώπως, αλλά μέσω ενός πλούσιου φίλου του, του Τίμαρχου.

Ο Αισχίνης απαντά ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, ένας γνωστός φαύλος και (στα νιάτα του) εκπορνευόμενος όπως ο Τίμαρχος δεν δικαιούται να κατηγορήσει κανέναν. Πολύ περισσότερο έναν αθηναίο ευπατρίδη.

Οι ένορκοι δικαστές εγκρίνουν την ένσταση του Αισχίνη και απορρίπτουν την κατηγορία για τυπικούς λόγους. Ο Τίμαρχος χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα και αυτοκτονεί.

Ο Δημοσθένης επιμένει∙  αυτή τη φορά παρεμβαίνει προσωπικά και απαριθμεί τα επιχειρήματά του στον περίφημο λόγο ¨περί παραπρεσβείας¨

Σύμφωνα με αυτήν τη αγόρευση, οι βασικές πράξεις και παραλείψεις του Αισχίνη που έβλαψαν την Αθήνα και για τις οποίες θα πρέπει να κριθεί ένοχος προδοσίας, είναι οι εξής:

Πρώτα απ’ όλα γιατί παρενέβη ενάντια στην έγκαιρη -και εκ των υστέρων δικαιωμένη- εισήγηση του Δημοσθένη να κλείσουν οι Αθηναίοι τα στενά των Θερμοπυλών και να εμποδίσουν την κάθοδο των Μακεδόνων στο νότο.

Δεύτερο, γιατί με τη συνηγορία του Φιλοκράτη, δέχτηκε η τελική συμφωνία να υπογραφεί στις Φερές, όπου ο Φίλιππος επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων απειλούσε τους σύμμαχους Φωκείς,  αλλά και την ίδια την Αθήνα.

Τρίτο,  γιατί στο τελικό κείμενο της συνθήκης ο Αισχίνης δέχτηκε να μπει η διατύπωση ¨το κάθε μέρος κρατάει όσα (αυτή τη στιγμή) έχει¨ και όχι, όπως θα προτιμούσε η Αθήνα ¨το κάθε μέρος κρατάει τα δικά του¨.

Τέταρτο, όταν η δεύτερη αποστολή διαπραγματεύσεων έφτασε στην Πέλλα, ο Φίλιππος δεν ήταν εκεί αλλά εξαπέλυε πολεμικές επιδρομές στη Θράκη. Αντί να σηκωθούν και να φύγουν (προσβεβλημένοι) αμέσως, τα μέλη της επιτροπής, με εισήγηση του Αισχίνη και του Φιλοκράτη, παρέμειναν περιμένοντάς τον ένα ολόκληρο μήνα.

Πέμπτο, γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία του αθηναίου πρέσβη Δέρκυλου, τον είδαν να βγαίνει νύχτα από τη σκηνή του Φίλιππου. Άσε που έμεινε στις Φερές μια μέρα παραπάνω από τους άλλους πρέσβεις.

Τέλος ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Αισχίνη ότι γιόρτασε μαζί με τον Φίλιππο στο μαντείο των Δελφών τη νίκη του Μακεδόνα κατά των (συμμάχων των Αθηναίων) Φωκέων.

Ο Αισχίνης απαντά  άμεσα και διαψεύδει τις κατηγορίες με έναν λόγο (που τον έχω κι αυτόν αντιγραμμένο στα κείμενά μου) με την επικεφαλίδα ¨Περί της ψευδούς Παραπρεσβείας¨. Παρά το γεγονός ότι οι φίλοι των μακεδόνων είναι ακόμη λίγοι, ο Αισχίνης αθωώνεται, αν και με μικρή διαφορά ψήφων.

Όλη αυτή η δικαστική διένεξη κράτησε δυο-τρία χρόνια. Ας σημειωθεί ότι παράλληλα κατηγορήθηκε για προδοσία και ο Φιλοκράτης, ο οποίος πρόλαβε να δραπετεύσει από την Αθήνα πριν την εκδίκαση της καταγγελίας (κατήγορος σε αυτή τη δίκη ήταν ο ρήτορας Υπερείδης). Ο Φιλοκράτης καταδικάστηκε ερήμην σε Θάνατο. αρχείο λήψης (4)

  Πέρα από τις διαρκείς ενδιάμεσες μικρο-αντιδικίες, η δεύτερη πράξη της σύγκρουσης Αισχίνη – Δημοσθένη διαδραματίστηκε πριν έξι χρόνια. Εγώ ήμουν ακόμη στην Αθήνα και την αρχική φάση αυτής της ιστορίας την θυμάμαι αρκετά καλά.

Έχει μεσολαβήσει η ήττα των συσπειρωμένων αντιμακεδόνων στη Χαιρώνεια, με αποτέλεσμα εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η Αθήνα πρέπει να τα βρει με τον Φίλιππο να είναι πλέον μια υπαρκτή συνιστώσα της πολιτικής ζωής, η οποία ενίοτε (αν και όχι συχνά) καταφέρνει να πλειοψηφεί.  Ο Κτησιφώντας, ένας φίλος του Δημοσθένη και, φυσικά,  ενάντιος στους Μακεδόνες, έχει την έμπνευση (ή του υποβάλλεται, ποιος ξέρει από ποιόν!) να προτείνει στον Δήμο την απονομή τιμών στον Παιανέα Ρήτορα. Και αυτό γιατί ως Άρχοντας ¨Τειχοποιός¨,  δηλαδή επιφορτισμένος με την επανόρθωση ενός τμήματος του αθηναϊκού τείχους, όχι μόνο είχε κάνει καλή δουλειά, αλλά είχε βάλει και λεφτά από τη τσέπη του για την ολοκλήρωση του έργου. Θα έπρεπε λοιπόν να αποδοθεί στον Δημοσθένη χρυσό στεφάνι, και μάλιστα σε ειδική τελετή στο θέατρο του Διονύσου.

Ο Αισχίνης δεν καθυστερεί. Υποβάλλει αμέσως ¨γραφή παρανόμων¨ (ένσταση κατά νόμον γραπτή, επειδή το θέμα αφορά στη δημόσια ζωή της Πόλης και όχι την ιδιωτική ζωή των πολιτών) όπου ισχυρίζεται ότι:

Ένα. Ο Δημοσθένης δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη θητεία του ως τειχοποιός, άρα δεν μπορεί ακόμη να γίνει καμία αποτίμηση του έργου του.

Δύο. Σε κάθε περίπτωση, η απονομή τιμών σε οποιονδήποτε δεν μπορεί να γίνει σε Θέατρο. Αυτό είναι πρωτάκουστο και ενάντια στις παραδόσεις της Πόλης.  

Τρίτο (φαρμακερό και ουσιαστικότερο): Οι δραστηριότητες του Δημοσθένη στο σύνολό τους όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά, αντίθετα, έβλαψαν την πόλη.

 images (22)

Λίγο μετά την έναρξη των προκαταρκτικών διαδικασιών για την δίκη, συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο που ανατρέπει τις ασταθείς αθηναϊκές πολιτικές ισορροπίες: ο Φίλιππος δολοφονείται και οι Αθηναίοι, προς στιγμήν θεωρούν ότι ο βόρειος κίνδυνος εξέλειπε. Το ρεύμα που υποστηρίζει ότι η Αθήνα θα πρέπει να ακολουθήσει και πάλι ηγεμονική πολιτική παίρνει τ’ απάνω του.

Ο Αισχίνης σκέφτεται ότι δεν τον συμφέρει η άμεση εκδίκαση της ¨γραφής¨ και (όσο μπορεί) χρονοτριβεί. Όντως καταφέρνει να αναβάλει την δίκη. Περιμένει να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και η κατάσταση (νοούμενη ως συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων) να γίνει πιο ευνοϊκή.

Πράγματι, ο Αλέξανδρος δεν ¨τρώει τα μούτρα του¨ στην Ασία, όπως περίμεναν και προανήγγελλαν πολλές Κασσάνδρες, αλλά, αντίθετα, αποδεικνύεται ικανός και αποτελεσματικός στρατηλάτης. Νίκες κατά των Περσών, καλή συμπεριφορά απέναντι στην Αθήνα -παρά τους ακκισμούς της πολιτικής της, δώρα αφιερωμένα στην Αθηνά την Παλλάδα, επιβολή πάνω στους προαιώνιους νταήδες της Πελοποννήσου, και τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ιδού και η επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨… τι άλλο καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί;

Ο Αισχίνης αναθαρρεύει και, απ’ ότι φαίνεται, έχει ήδη βάλει ξανά μπρος τη δικαστική σύγκρουση. Δεν ξέρω ακόμη, αλλά θα μάθω, αν οι πρωτοβουλίες είναι αποκλειστικά  δικές του ή του συνόλου των φιλομακεδόνων. images (21)

Ακούω τ’ αμάξι του Δημάδη που καταφτάνει και συμμαζεύω κάπως τους παπύρους. Μετά από λίγο, καλοντυμένος,  πληθωρικός, ενθουσιώδης χωρίς να ζορίζεται, να σου ο περίφημος Δημάδης: ο τύπος που όντας αιχμάλωτος των Μακεδόνων μετά τη μάχη της Χαιρώνειας τόλμησε να τη μπει στον Φίλιππο. Ο τύπος που επειδή, παρ’ όλα αυτά, είχε γοητεύσει τον Μακεδόνα, όταν του ζητήθηκε από την Πόλη να διαπραγματευτεί τους όρους της ήττας, απάντησε ¨Εντάξει,  αλλά πρώτα θα με απαλλάξετε από τα χρέη μου¨! Ο τύπος που ανάμεσα σε ένα καλαμπούρι και ένα άλλο έπεισε τον Αλέξανδρο μετά τη καταστροφή της Θήβας να συγχωρήσει τους αθηναίους αντιμακεδόνες ρήτορες και λέγεται ότι εισέπραξε για αυτό πέντε τάλαντα από τον Δημοσθένη και τους λοιπούς.

Εάν κάτι έχει αλλάξει στην Αθήνα μετά την ηρωική εποχή των μηδικών πολέμων, είναι ότι τύποι σαν τον Δημάδη όχι μόνον είναι πλέον ανεκτοί,  αλλά και ασκούν γοητεία και επιρροή. Νέοι καιροί, νέα ήθη!

demades

Χαίρε νεαρέ Μεγαρέα

Πώς σου φάνηκε η χθεσινή υποδοχή; Δε φαντάζομαι να έπληξες, ε;

Ούτε να σου την είχαμε ετοιμάσει επί τούτου αυτή την ¨εορτή μετά θεαμάτων¨, προκειμένου να σε απαλλάξουμε από τη βαρεμάρα των επισήμων τελετών. Αστειεύομαι φυσικά. Ευτυχώς ο υπηρέτης σου μας ξελάσπωσε όλους. Όλους εμάς τους υπεύθυνους για τη διοργάνωση της παραλαβής, εννοώ. Ικανότατος. Μπράβο του. Πώς τον είπαμε; Οινοκράτη;  Τον πουλάς; Φυσικά και αστειεύομαι, αγαπητέ.

Όμως να μιλάει ο Δημοσθένης περί Δημοκρατίας και τα λοιπά και να τον διακόψουν ¨αποκαλύπτοντας¨ ποιον; τον Κλεομένη! Χα! Εκείνον που σύμφωνα με τους ντόπιους αριστοκράτες συνέβαλε όσο λίγοι στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας!!! Σιγά τους τυραννοκτόνους, λένε! Και ποιον άλλο; Τον Λεωνίδα, τον μόνο Σπαρτιάτη που είναι διαχρονικά και αδιαφιλονίκητα δημοφιλής σε όλη την Ελλάδα! Χα! Πάντως εδώ κάποιος μας δουλεύει όλους. Και θα έλεγα ότι αυτός ο κάποιος αποδεικνύεται αρκετά πνευματώδης! (γελάει). Ενώ οι ρήτορές μας παραείναι σοβαροφανείς, δεν βρίσκεις;

Ζήτησα να μιλήσουμε για να τις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά θέλω και να σε συγχαρώ για την χθεσινή σου ομιλία. Γιατί; Πρώτα απ’ όλα γιατί ήταν σύντομη. Βέβαια και δεν το εννοώ: άλας- Αττικόν Άλας. Πάντως ήταν όντως σύντομη και ουσιώδης. Τα είπες καλά και είναι σημαντικό που, όπως υπογράμμισες, ο απεσταλμένος από το μέτωπο της εκστρατείας, εσύ, είσαι ένας κάτοικος της Αθήνας.  Έτσι δε χρειάζεται να βρούμε γλώσσα αμοιβαίας κατανόησης. Την έχουμε ήδη.

Και επειδή έχουμε κοινή γλώσσα ήρθα να μιλήσουμε. Εμείς, οι φίλοι των Μακεδόνων και της πανελλήνιας συσπείρωσης, σε όποια πολιτεία κι αν ανήκουμε, ίσως πρέπει να μιλάμε πιο συχνά μεταξύ μας. Δε λέω να ζητάμε την άδεια του Αλέξανδρου για καταστάσεις που εκείνος αγνοεί, αλλά που εμείς γνωρίζουμε καλά, ή για πράγματα που η προελαύνουσα ηγεσία των Ελλήνων απλώς δεν ξέρει. Λέω ότι, για να βοηθήσουμε στην υλοποίηση των κοινών επιδιώξεων, πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γνωστή και να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η δική μας εκδοχή. Εμείς βλέπουμε καλύτερα τους υφάλους που απειλούν την πορεία του Ελληνισμού προς μια ωριμότερη εποχή. Δεν λέω πως δεν κάνουμε λάθη. Το αντίθετο. Έχουμε κι εμείς τις ατυχείς στιγμές μας. Γι αυτό ο συντονισμός είναι χρήσιμος. Θέλεις ένα παράδειγμα; Θα στο δώσω.

Θα έχεις μάθει υποθέτω για τις πρωτοβουλίες του Αισχίνη. Ξαναέβαλε μπροστά τις δικαστικές διαδικασίες κατά της παρέας του Δημοσθένη. Πρόκειται για τη γνωστή υπόθεση περί ¨στεφάνου¨. Θα τα θυμάσαι όλα αυτά υποθέτω, ήσουν ακόμη εδώ όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Υπέβαλε λοιπόν ¨γραφή παρανόμων¨ κατά της πρότασης του Κτησιφώντα να στεφανωθεί ο Δημοσθένης, του οποίου, όπως όλοι ξέρουν, ο Κτησιφώντας δεν είναι παρά ένας από τους αχυράνθρωπους. Φυσικά, ο Αισχίνης τον Κτησιφώντα τον έχει χεσμένο. Ο στόχος του είναι πάντα ο Παιανέας -παρεμπιπτόντως: είμαι κι εγώ από την Παιανία ξέρεις, αλλά από την Άνω, την “Καθύπερθεν Παιανία”, ο άλλος είναι από την Κάτω, την  “Υπένερθεν ”∙ αυτό για να μη γίνονται άτυχες συγχύσεις. Σου έλεγα λοιπόν ότι μπορεί να έχει τα δίκια του ο Αισχίνης, μπορεί να ήταν ο Δημοσθένης που ήρξατο χειρών αδίκων. Όμως αυτή η υπόθεση φαίνεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση στο Δήμο, από ό, τι οι συνήθεις διαξιφισμοί ανάμεσα στους δύο. Φοβάμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, πως ο αντίκτυπος της υπόθεσης θα είναι μεγαλύτερος είτε κερδίσει ο δικός μας,  είτε ο άλλος. Φοβάμαι επίσης ότι αν νικήσει ο Δημοσθένης (πράγμα που δε πρέπει να αποκλείουμε δεδομένου ότι στην Αθήνα αυτόν τον καιρό πνέουν ισχυροί υπόγειοι άνεμοι) οι ισορροπίες θα αλλοιωθούν εις βάρος μας.

Με λίγα λόγια, αν μπορείς, συγκράτησε τον Αισχίνη.  Η μανία του κατά του Δημοσθένη μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα∙ και σε εμάς και στον ίδιο.

Και κάτι άλλο. Καλό είναι να ξέρει ο Αλέξανδρος ότι η δουλειά υπέρ του κοινού μέλλοντος στοιχίζει. Ιδιαίτερα στα μετόπισθεν. Αλλά νομίζω ότι το ξέρει. Περιμένω να δω μόνο πόσο το ξέρει…

Τώρα που εξαπέλυσα και αυτό το σαφές υπονοούμενο, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σε αφήσω. Σου εύχομαι καλή παραμονή και καλή έκβαση των επιδιώξεών σου Μεγαρέα. Εμείς -αυτός είναι ένας πληθυντικός μεγαλοπρέπειας…, αστειεύομαι- θα είμαστε πλάι σου. Αν χρειαστεί σφύριξε.

homepage

[1] Ο Δήμος των Κοθωκιδών, πιθανώς έξι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ελευσίνας, ανήκε στην Οινηίδα   φυλή και ήταν ένας ¨Παραλιακός Δήμος¨ Συμμετείχε στη Βουλή των εξακοσίων με δύο βουλευτές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο Έβδομο και Όγδοο : Περί των εξαφανισμένων χάλκινων ηρώων

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

01_ceb1cf81cf87ceb1ceafceb1-ceb1ceb8ceaecebdceb1

Κεφάλαιο έβδομο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

Όταν άρχισε ο σαματάς, εγώ δεν είχα μιλήσει ακόμη. Όπως είχαμε συμφωνήσει θα έπαιρνα το λόγο τελευταίος, μετά τον Φωκίωνα και τον Δημοσθένη. Ο Φωκίωνας υπήρξε ολιγόλογος, ο δε Δημοσθένης, και να ήθελε να είναι σχοινοτενής, δεν πρόλαβε. Όταν άρχισε η φασαρία ήταν στην αρχή της ομιλίας του.

Εγώ τον παρακολουθούσα προσεκτικά ώστε να μπορέσω να καταλάβω, πέρα από τα ωραία ρητορικά του σχήματα, πού ακριβώς το πάει, αλλά όταν συνέβησαν τα απρόοπτα γεγονότα δεν είχε πει ακόμη αρκετά και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πει κάτι που να με εκπλήξει. Ήταν ο Δημοσθένης που περίμενα, με τη γνωστή του πολιτική και τη γνωστή λεκτική του δεινότητα.

Όμως, ξαφνικά τον είδα να σταματά και να κοιτάζει διερευνητικά το πλήθος. Θεώρησα ότι ήταν μια ηθελημένη σιγή που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του κοινού στα όσα θα έλεγε αμέσως μετά. Ωστόσο, η σιγή του ρήτορα παρατάθηκε και εκείνο που άρχισε να ακούγεται ήταν φωνές από το πλάτωμα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κόσμος.

Είδα τον Δημοσθένη να εγκαταλείπει το βήμα και να κατεβαίνει κάτω. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα.

Κοιτάζω προσεκτικότερα και βλέπω ότι η προσοχή του κόσμου έχει συγκεντρωθεί στα αγάλματα. Κάποιος έχει τραβήξει το σκοινί. Τα αγάλματα είναι τώρα ξεσκέπαστα. Ο Πανόπτης Ήλιος έχει βουτήξει για τα καλά στα νερά του Σαρωνικού, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή. Μου φάνηκε ότι η μία προτομή ξασπρίζει κάπως ανώμαλα, ενώ και η άλλη επίσης γυαλίζει περίεργα.

Μα τα κατάμαυρα δαιμόνια των Μεσοποτάμιων, αυτοί εδώ δεν είναι οι ¨τυραννοκτόνοι¨! Όχι τουλάχιστον αυτοί που παραδώσαμε εμείς χτες. Είναι άλλοι! Κάποιος έχει αποφασίσει να χλευάσει και εμάς και τις αρχές της Αθήνας αντικαθιστώντας τις γνήσιες προτομές με αυτές εδώ.

¨Πρόκειται μόνον γι αυτό;¨ αναρωτιέμαι, ¨ή απόψε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ θα προσθέσουν στα παλιά και νέα θύματα;»

Ακούγονται δυνατοί διθυραμβικοί ήχοι. Τύμπανα; Κύμβαλα; Μάλλον κι απ’ τα δυο. Ανάμεσα στο πλήθος εμφανίζονται μεγάλες αγριωπές μάσκες πάνω σε σώματα που, παρά τη ζέστη, φορούν δέρματα ζώων. Τα όντα αρχίζουν να κινούνται ρυθμικά, μαγνητίζοντας τα βλέμματα  του πλήθους.

111258

Σκέφτομαι ότι, εκτός από μένα, θα πρέπει να έχουν μπει σε συναγερμό κι οι άλλοι πάνω στην εξέδρα των επισήμων. Εκείνοι άλλωστε έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση του επεισοδίου. Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου σ’ αυτούς.

Ο πρώτος που συνέρχεται απ’ την έκπληξη είναι ο Λυκούργος. Ανταλλάσσει μόνον μια ματιά με τον γηραιό άρχοντα Φωκίωνα και μετά, με μία  αποφασιστική κίνηση βγάζει το ιερατικό άμφιο αποκτώντας έτσι και πάλι τη γνωστή δυναμική εικόνα του στρατηγού. Κάνει νόημα στον επικεφαλής της φρουράς, κι εκείνος πλησίαζει.

Πρέπει να πω ότι γύρω μας υπήρχαν διαφορετικά είδη ένοπλων ομάδων: το εφημερεύον τμήμα της Φρουράς της Πόλεως, μία ομάδα τοξοτών από τη Θράκη που αστυνόμευαν τον συνολικό χώρο της Αγοράς και το ειδικό άγημα με στολή τελετής για την απόδοση τιμών στους επισκέπτες και τ’ αγάλματα. Αν ήταν επαρκείς ή λίγοι θα εξαρτιόταν από τον αριθμό και την ποιότητα των τυχόν επιτιθέμενων, προς το παρόν άγνωστα και τα δύο.

Να πω επίσης, ότι με την ιδιότητα του τιμούμενων, είχαν παραταχθεί στη βάση της εξέδρας και τα μέλη της δικής μας ομάδας, εκείνης που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια των αγαλμάτων, απ’ την αναχώρηση απ’ τα Σούσα έως την παράδοσή τους, χτες το βράδυ,  στους Αθηναίους. Αυτοί είχαν αρχίσει να κινούν κάπως νευρικά τις όρθιες σάρισές τους, να επιδιώκουν την προσοχή μου και να με κοιτούν ερωτηματικά. Τους έκανα νεύμα να κάτσουν, προς το παρόν, στα αυγά τους.

images (7)

Ο επικεφαλής της φρουράς άκουγε τον Λυκούργο και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. Μιλούσαν με τις κοφτές φράσεις που απαιτούν οι έκτακτες περιστάσεις. Αν κατάλαβα καλά ο στρατηγός του είπε να επέμβει αμέσως και να συλλάβει τους ταραξίες, χωρίς όμως αιματοχυσία. Εκτός κι αν κάτω από τα δέρματα κρύβουν όπλα και επιτεθούν.

Ύστερα ο  αξιωματικός απομακρύνθηκε και άρχισε να μοιράζει εντολές στη φρουρά, στους Σκύθες χωροφύλακες, ακόμη και στο τιμητικό άγημα. Είδα τους βόρειους ξανθούς αστυνομικούς να εναποθέτουν τα τόξα τους στο φορτηγό όχημα ανεφοδιασμού (την περίφημη ¨σαύρα¨) που τους συνοδεύει πάντοτε και να προμηθεύονται από εκεί κοντές ξύλινες ράβδους.

Ο Δημοσθένης επέστρεψε στην εξέδρα. Ήταν ασυνήθιστα χλωμός και λαχανιασμένος. «Τα αγάλματα αναπαριστούν  Λακεδαιμόνιους βασιλείς, αλλά ποιος  είναι ο δάκτυλος που κινεί αυτούς τους δαίμονες εκεί κάτω, δεν μπορώ να πω».  Στράφηκε προς τον Φωκίωνα: «Πρέπει να μάθουμε, στρατηγέ! Σε κάθε περίπτωση διακυβεύεται το κύρος της Πόλης μας!»

Ο Φωκίωνας δείχνει ήρεμος∙ προφανώς κρίνει επαρκείς τις πρωτοβουλίες του Λυκούργου.

Ο Αισχίνης, αντίθετα,  μοιάζει πιο ανήσυχος απ’ όλους. «Να που οδηγεί η ¨ηπιότητα!¨» μασουλάει ανάμεσα στα δόντια του. Μου φάνηκε ότι τα έχει βάλει με τον Λυκούργο. «Φρόντισε ώστε να καλυφτεί η εξέδρα με ισχυρό κλοιό οπλιτών», του λέει. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι μασκοφόροι στασιαστές και να μας επιτεθούν όταν θεωρήσουν τη στιγμή κατάλληλη. Αν πρόκειται για Σπαρτιάτες, απελπισμένους μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη, θα δοθεί σίγουρα μάχη.  Ίσως θελήσουν να ξεμπερδεύουν μαζί μας μια και καλή. Πού θα ξαναβρούν ομού συγκεντρωμένη όλη την αθηναϊκή ηγεσία;». Κάνει μια μικρή παύση, αλλά στη φαρέτρα του έχει ακόμα ένα χτύπημα ουράς: «Αλλά δεν αποκλείω υπεύθυνοι να είναι οι δικοί μας, οι ¨αντιμακεδόνες¨, που θέλουν να χλευάσουν και να  υπονομεύσουν μια εκδήλωση φιλίας με τεράστια συμβολική σημασία∙ ή να πρόκειται ακόμη και για πράκτορες των Περσών!».

Ο Λυκούργος τον κοιτάζει, αλλά μάλλον έχει το νου του αλλού, προφανώς στους οπλίτες που παίρνουν θέση για να υλοποιήσουν τις εντολές του.

Όμως, φαίνεται ότι κάτι πήρε τ’ αυτί του Δημοσθένη εκεί παραδίπλα. Μάλλον τη λέξη ¨αντιμακεδόνες¨, οπότε  καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς του Αισχύνη για υποτιθέμενες ευθύνες της δικής του παράταξης και, για μια στιγμή, χάνει τη ψυχραιμία του.  «Ας σοβαρευτούν οι ρητορίσκοι», λέει οργισμένος.  «Ποιος Αθηναίος, αντάξιος αυτής της ιδιότητας, θα βεβήλωνε μια εκδήλωση προς τιμήν των ηρώων Τυραννοκτόνων;»

Προφανώς η ερώτησή του κρίθηκε ως ρητορική, γι αυτό κανείς δεν του απάντησε.

21519-123

Ο Οινοκράτης, όταν κατάλαβε ότι κάτι το ανώμαλο συμβαίνει και ότι η τελετή έχει διακοπεί, αντέδρασε ενστικτωδώς. Εγκατέλειψε τα σκαλοπάτια της Ποικίλης Στοάς και έτρεξε προς την εξέδρα προσπαθώντας να καταλάβει αν ο αφέντης του κινδυνεύει ή όχι. Όταν έφτασε κοντά και είδε ότι ήμουν σώος κούνησε εύχαρις και τα δύο του χέρια προς το μέρος μου.  Τον είδα, τον φώναξα, και πλησίασε στη βάση της εξέδρας.

«Αν οι τύποι που χοροπηδάνε είναι ένοπλοι θα έχουμε σύγκρουση κι αν πρόκειται για κλιμάκιο Σπαρτιατών ίσως και σφαγή, αλλά δεν το νομίζω», του είπα.  «Εάν όμως στο τέλος το βάλουν στα πόδια, έχω οδηγίες για σένα: Επίλεξε έναν από τους μασκοφόρους και παρακολούθησέ τον. Βρες που θα καταλήξει. Θυμήσου ότι ψάχνουμε για τα αγάλματα, τα γνήσια, αυτά εκεί είναι πλαστά. Πάρε ένα άλογο από τους δικούς μας, μπορεί να σου χρειαστεί. Μόλις βρεις οτιδήποτε χρήσιμο έλα αμέσως να με βρεις. Είτε εδώ είτε στο κυλικείο του Πρυτανείου ή όπου αλλού∙ ψάξε με».

Ο Οινοκράτης μου κλείνει ¨συνωμοτικά¨ το μάτι, χαμογελάει και απομακρύνεται βιαστικός.

images (8)*

Είναι ενδιαφέρον  να παρακολουθεί κανείς πως αντιδρά η υψηλή ηγεσία της Αθήνας, όταν (πράγμα όχι σύνηθες) βρίσκεται σε απαρτία, συμπολίτευση και αντιπολίτευση μαζί, απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση που εγκυμονεί, ενδεχομένως, σοβαρούς κινδύνους. Και επιπλέον, με το λαό αποκάτω, να μη ξέρει κανείς με σιγουριά με ποιον ενδέχεται να συμπαραταχθεί!  Περισσότερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε σχετική μελέτη και διατριβή. Ενδιαφέρον και ως απλό θέαμα-ακρόαμα.

Εκ των υστέρων, μπορώ να πω πως το απόλαυσα!

Πάντως -ευτυχώς για την αθηναϊκή ομόνοια- η φάση της μεγάλης έντασης δεν κράτησε πολύ ακόμη. Καθώς οι άνδρες της φρουράς συμπτύχθηκαν προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κραδαίνοντας τις σπάθες (από την πλατιά και όχι την κοφτερή μεριά) και καθώς οι Σκύθες παρατάχθηκαν εκατέρωθεν και περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης (χτυπώντας το ξύλινο ρόπαλο στη χούφτα του αριστερού χεριού), οι αγριωποί χορευτές κινούμενοι λες άπαντες από τα ίδια αόρατα νήματα, πέταξαν ταυτοχρόνως τα αυτοσχέδια κρουστά, έβγαλαν τα δέρματα που κάλυπταν τα σώματά τους, αλλά όχι τις μάσκες και, βάζοντας φτερά στα ποδάρια, άρχισαν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση.

images (5)

Εν τω μεταξύ οι θεατές, μετά την απροσδόκητη και μάλλον ¨ονειρική¨ εμφάνιση των χορευτών, έμοιαζαν να έχουν ξεπεράσει το αρχικό δέος που προκάλεσε η ¨ιερόσυλη εξαφάνιση των τυραννοκτόνων¨ και η αντικατάστασή τους. Τώρα θα έλεγα ότι είχαν αρχίσει να εισπράττουν το ενδόμυχα ¨τραγελαφικό¨ νόημα (ή μη-νόημα) της σκηνής. Έτσι δεν με παραξένεψε που, τελικά, δεν εμπόδισαν τους χοροπηδητές στη φυγή τους.

Η οποία φυγή δεν ήταν και τόσο τυχαία όπως είχε φανεί αρχικά, αλλά ήταν σοφά προσχεδιασμένη και βασισμένη σε πολύ καλή γνώση του εδάφους.  Ο κάθε φυγάς κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο της Αγοράς, όπου βρήκε συνένοχους που τον βοήθησαν να εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβα αν τους προμήθεψαν αλλιώτικα ρούχα, για να αναμειχθούν έτσι δήθεν ανέμελοι με τους θεατές, ή αν τους έδωσαν γρήγορα άτια  με τα οποία έγιναν καπνός στο σούρουπο. Το γεγονός είναι ότι λίγο αργότερα, αν εξαιρέσεις τους ¨τυραννοκτόνους¨ που εξακολουθούσαν να απουσιάζουν, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά!

images (17)

Η υψηλή εξέδρα παρακολούθησε τα γεγονότα με λιγότερο κέφι και περισσότερη αμηχανία από ό, τι ο κόσμος στο πλάτωμα. Αρχικά, βέβαια, η ανακούφιση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα. Βρέθηκε χρόνος να μου παρουσιάσουν επισήμως τον Δημοσθένη, με τον οποίο αντάλλαξα μια τυπική χειραψία. Κατέφτασε -καθυστερημένος- και ο ευτραφής ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος άρχισε να ρωτάει ανήσυχος στο γύρο, ¨τι γίνεται παίδες; Έχουμε κίνημα;¨.  Πάντως το ερώτημα που έπρεπε (εκ των πραγμάτων) να απαντηθεί ήταν: Και τώρα τι κάνουμε;

Σαφώς έπρεπε να περιμένουμε το αποτέλεσμα της εξόρμησης της φρουράς. Αν μπορούσαμε να ανακρίνουμε έστω και έναν από αυτούς τους περίεργους αμφισβητίες θα μαθαίναμε ασφαλώς ενδιαφέροντα πράγματα .

Όμως πήρε να σκοτεινιάζει και ουδείς συλληφθείς κατέφτανε στην εξέδρα.

Επί πλέον ο μαζεμένος κόσμος δεν έλεγε να διαλυθεί, παρά περίμενε να δει τι θα γίνει.

Ο Φωκίωνας ζήτησε τη γνώμη των παρόντων. Ο Δημοσθένης ήθελε να μετακινηθούμε -όχι όλοι, μόνο η αθηναϊκή ηγεσία- στους πάγιους χώρους αντιμετώπισης κρίσεων, στον Άρειο Πάγο. Εγώ, που έτυχε να βρίσκομαι πλάι του και ρωτήθηκα αμέσως μετά, είπα να αποτολμήσω να εκφέρω γνώμη, αν και  θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν είναι η διπλωματικότερη κίνηση.

Είπα ότι θα έπρεπε να μείνουμε εδώ, περιμένοντας να δούμε τι θα καταφέρει η φρουρά. Εν τω μεταξύ, χωρίς να μεγαλοποιούμε τα γεγονότα με πρόωρους λόγους προς το κοινό, θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα καλοψημένα πλέον σφάγια της θυσίας στον κόσμο.

Ο Δημάδης υπερθεμάτισε, ο Λυκούργος έδειξε μάλλον να συμφωνεί και ο Φωκίωνας κίνησε καταφατικά το δασύ λευκό του κεφάλι. Τα ψητά άρχισαν να μοιράζονται, και όσο για μας, οι υπηρέτες έφεραν αναψυκτικά και μεζέδες, ενώ οι μάγειροι του Πρυτανείου ειδοποιήθηκαν πως το δείπνο θα γινόταν μεν απόψε, αλλά με κάποια καθυστέρηση.

f2783012efaefa49f61bc6d7dfab9471--holidays-halloween-diy-halloween*

Ο Οινοκράτης δεν είχε καταλήξει ποιον θα παρακολουθούσε εν τέλει, μέχρι τη στιγμή που οι χοροπηδητές πέταξαν τις προβιές και τα άλλα δέρματα από πάνω τους. Τότε, με μία μόνη ματιά έκανε την επιλογή του. Δεν ήταν βέβαια τυχαίο πως η επιλογή αυτή διέθετε δύο εσπεριδοειδή στήθη και εξ ίσου ενδιαφέροντες γλουτούς. Το γεγονός ότι η κεφαλή της περιβαλλόταν από φίδια, μια και απεικόνιζε την Μέδουσα, ποσώς επηρέασε την απόφασή του.

Η ¨Μέδουσα¨ εκινείτο με εξαιρετική ταχύτητα, αλλά και χάρη. Χώθηκε στον δρόμο της Αγοράς στο οποίο έβλεπαν πολλά δημόσια κτίρια και τρύπωσε ανάμεσα στο παλιό και το νέο Βουλευτήριο. Στο πρώτο σκοτεινό σημείο που συνάντησε πέταξε το προσωπείο της Οφιούσας, το οποίο ο Οινοκράτης θεώρησε σωστό να περιμαζέψει ως ενθύμιο. Σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο προμηθεύτηκε (ως δια μαγείας) ένα πέπλο με το οποίο έκρυψε την κόμη της. Πρέπει να είναι ξανθιά, κατέληξε ο Οινοκράτης από ό, τι πρόλαβε να δει.

Είχαν φτάσει στο ύψος του Πρυτανείου δηλαδή του κτιρίου όπου στεγάζονται οι πρυτάνεις (οι πενήντα βουλευτές της φυλής που κάθε φορά  -για τριάντα πέντε περίπου μέρες- ασχολούνται όχι με τη ψήφιση των νόμων αλλά με την εφαρμογή τους και τη διοίκηση). Το κτίριο ονομάζεται και Θόλος εξ αιτίας του κυκλικού του σχήματος, ή (η) Σκιάς γιατί μοιάζει με κυκλικό σκίαστρο ή και με μεγάλο ψάθινο καπέλο. Εκεί ο Συρακούσιος έχασε την πεπλοφόρο ξανθή νέα.

Ο Οινοκράτης ανέβηκε στο άλογο που μέχρι τότε το έσερνε απ’ τα χαλινάρια και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κυλινδρικό κτίριο. Ήταν μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία που, σε μια στιγμή, το μάτι του περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε, ότι μια μικρή σιδερένια πόρτα είχε μόλις ανοιγοκλείσει.  Η πόρτα αυτή δεν βρισκόταν πάνω στον καμπύλο τοίχο της Θόλου, αλλά σε ένα μικρότερο παράπλευρο χαμηλό κτίσμα προσαρτημένο στο Πρυτανείο.

αρχείο λήψης

Ο Οινοκράτης το ήξερε καλά αυτό το κτίσμα. Κάποιοι παλιοί του φίλοι που έτυχε να είναι ταυτόχρονα και πολύ καλοί μάγειροι, είχαν περάσει και θητεύσει εδώ. Γιατί εδώ βρίσκεται το περίφημο Μαγειρείο του Πρυτανείου. Η Πολιτεία των Αθηνών παρέχει εγγυημένα καλή τροφή στους πενήντα πρυτανεύοντες βουλευτές. Είναι κι αυτό ένα θέμα αρχής και κύρους. Εδώ διοργανώνονται και τα δημόσια γεύματα που η Πόλη προσφέρει σε επιφανείς φιλοξενούμενους.

Ο Οινοκράτης αφίππευσε και πήρε μια βαθειά εισπνοή… Ψάρι…! Η χαρακτηριστική οσμή τον πληροφόρησε ότι κάπου εδώ ετοιμάζεται, εκτός των άλλων,  μια υπέροχη λεμονάτη ψαρόσουπα. Ο Οινοκράτης ξεροκατάπιε, έδεσε τ’ άλογο σ’ ένα κάγκελο και έσπρωξε απαλά τη σιδερένια πόρτα. Αυτή έκανε πίσω χωρίς διαμαρτυρίες και τριξίματα.

images (14)

***

Κεφάλαιο όγδοο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

F7
*

Εμείς, στην εξέδρα, περιμέναμε. Αν και οι περισσότεροι παρόντες είχαν κάπως χαλαρώσει και αντάλλασσαν μεταξύ τους υποθέσεις και ευφυολογήματα σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα, με θορυβοδέστερο -ποιον άλλο;- τον Δημάδη, παρατήρησα ότι ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης δεν μιλιόντουσαν καν και, όταν δεν αντάλλασσαν ματιές μίσους, αγνοούσαν επιδεικτικά ο ένας τον άλλον.

«Τι τρέχει με αυτούς του δύο;» ρώτησα τον πατέρα Ευρύνου, που δεν είχε πτοηθεί από τα συμβάντα  και έδειχνε ευδιάθετος, «πρόκειται για τη γνωστή αμοιβαία αντιπάθεια ή έχει προκύψει κάτι καινούργιο;»

Γέλασε. «Πρόκειται για τη δίκη», μου είπε. «Ή μάλλον για την ατελείωτη σειρά δικανικών διαξιφισμών και συγκρούσεων στους οποίους έχουν εμπλακεί με πάθος οι δύο τους και στην οποία δε διστάζουν να αναμίξουν και τρίτους. Έτσι καταφέρνουν να φθείρουν εαυτούς, αλλήλους, και κυρίως την πόλη. Την πόλη που, κατά τα άλλα, παρακολουθεί τη σύγκρουση με νοσηρή περιέργεια».

«Υπάρχει ακόμη εκκρεμούσα δίκη; Πώς και δεν άκουσα τίποτα σχετικά;»

«Άκουσες. Και μάλιστα κάμποσα. Πριν φύγεις για την εκστρατεία».

«Πριν φύγω!; Για ποιο πράγμα μιλάμε; Λες για την μήνυση του Δημοσθένη κατά του Αισχίνη. Πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο;»

«Βλέπω ότι, παρά το ότι ήσουν-δεν ήσουν τότε δέκα χρονών, παρακολουθούσες ήδη τα πολιτικά συμβάντα. Όμως όχι, δε μιλάω για εκείνην τη δίκη, την περίφημη δίκη ¨περί παραπρεσβείας¨, που με υποκίνηση του Δημοσθένη προκάλεσε η καταγγελία κατά του Αισχίνη κάποιου Τίμαρχου. Μιλάω για την μεταγενέστερη καταγγελία, του Αισχίνη αυτήν τη φορά, ενάντια σε έναν κολλητό του Δημοσθένη, τον Κτησιφώντα».

«Τώρα θυμάμαι! Ο Κτησιφώντας ζήτησε να τιμήσει ο Δήμος τον Δημοσθένη γιατί είχε κάνει καλά τη  δουλειά που του ανατέθηκε. Μιλάμε, αν δεν κάνω λάθος, για τα οχυρωματικά έργα  κατά του Φίλιππου. Αλλά, φυσικά, ο Αισχίνης είχε αντιρρήσεις. Μα καλά, μη μου πεις ότι αυτή η ιστορία εκκρεμεί ακόμη!»

«Ναι αγόρι μου, εκκρεμεί. ‘Η μάλλον επιστρέφει στις αίθουσες των δικαστηρίων αυτές τις μέρες. Και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα, η έκβασή της δεν αποκλείεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Τόσο σοβαρές που μπροστά τους η κλοπή των ¨τυραννοκτόνων¨ και τα χοροπηδήματα των αποψινών  μασκοφόρων θα μοιάζουν απλώς παιδιαρίσματα!»

Δίπλα μου κατέπλευσε ο πληθωρικός Δημάδης. Ο Ευρύνους πρόλαβε μόνο να προσθέσει στα όσα μου έλεγε πριν, τη φράση: «Να προσέχεις!»

Ο Δημάδης ήθελε να με ρωτήσει… για τον Βουκεφάλα! Ήθελε να μάθει τι κάνει αυτό το μυθικό πλέον άτι. Ή μάλλον ήθελε να μου πει ότι αγαπάει τα άλογα, ότι εκτρέφει και εκπαιδεύει ταχύτατους  τετράποδους δρομείς και  ότι, εάν προλάβει, σκοπεύει να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες στα φετινά  Μεγάλα Παναθήναια. Εάν δεν προλάβει, θα λάβει σίγουρα μέρος στους Ολυμπιακούς, του χρόνου, στην εκατοστή δέκατη τρίτη Ολυμπιάδα.

images (16)

Παρατήρησε ότι τον κοίταζα κάπως αφηρημένα και επιτέλους ήρθε στην ουσία: Ήθελε να επιβεβαιώσει εάν θα συναντηθούμε αύριο και πού. Του είπα ότι το απόγευμα θα επισκεπτόμουν τον Αριστοτέλη, αλλά θα μπορούσε να με επισκεφτεί στο σπίτι του Λυκαβηττού το πρωί, όχι πολύ νωρίς, ας πούμε γύρω στη δεύτερη πρωινή ώρα. Είπε εντάξει, μου έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και απομακρύνθηκε.

images (4)

Ο Οινοκράτης ξέρει τα κατατόπια. Καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του προσαρτημένου στη Θόλο οικήματος, αναρωτιέται εάν κάποιος από τους παλιούς του φίλους εργάζεται ακόμη εδώ. Για να το μάθει, δεν έχει παρά να ρωτήσει. Αποφασίζει: είναι εδώ γιατί ψάχνει έναν παλιό του φίλο. Βρήκε ανοιχτή τη πόρτα και μπήκε.

Υιοθετεί λοιπόν ύφος ανέμελο και προχωρεί προς τον κεντρικό χώρο των μαγειρικών εγκαταστάσεων, όπου μια πλειάδα ανδρών ποικίλης ηλικίας πλαισιωμένοι και από νεαρούς χειρώνακτες, ασκούν με εκφραστική, σχεδόν χορευτική αρμονία κινήσεων τη γαστρονομική τέχνη:  Ανακατεύουν, ψιλοκόβουν, τηγανίζουν, βράζουν, ψήνουν, ζυμώνουν πλάθουν, πλένουν, τεμαχίζουν, ξεπουπουλίζουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν (τις δημιουργίες τους), αποδοκιμάζουν (των αλλονών), αλατίζουν, αρωματίζουν, φυσάνε (ό, τι καίει πολύ), ξεφυσάνε (όταν ζορίζονται).

«Συγγνώμη κύριοι», λέει ο Σικελός. «Θα μπορούσατε να μου πείτε εάν ο Πολύκαρπος από τη Γέλα βρίσκεται ακόμη εδώ γύρω;» Οι μάγειροι τον προσέχουν και, όχι χωρίς κάποια ενόχληση, μερικοί κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά.  Όχι δε ξέρουν κανέναν τέτοιο.

«Δούλευε εδώ πριν τέσσερα χρόνια», επιμένει ο Οινοκράτης.

Εκείνοι εξακολουθούν να κουνάνε τα κεφάλια τους πέρα δώθε, ώσπου ένας πετιέται και λέει: «Ρε παιδιά, μήπως λέει τον Κάρπο; Νομίζω πώς καταγόταν από τη Σικελία. Εσύ ρε Φιλήμονα, που είσαι από εκείνα τα μέρη, δεν τον θυμάσαι; »

Ο εν λόγω Φιλήμονας ανασηκώνει ένα κεφάλι πλαισιωμένο με σγουρά μαύρα μαλλιά. «Δεν ήμουνα  εδώ πριν τέσσερα χρόνια. Δε είχα έρθει ακόμη». λέει. «Αλλά ναι, τον θυμάμαι τον Κάρπο, ήταν εδώ όταν ήρθα, αλλά έμεινε λίγο. Εκτός από μάγειρας, ήξερε και τα ναυτικά. Αυτό τον έκαψε. Ο αφέντης του τον πούλησε σε καλή τιμή σ’ έναν πλοιοκτήτη».

images

Ύστερα το βλέμμα του μελαχρινού τριαντάρη Φιλήμονα, συναντάει εκείνο του Οινοκράτη και σκαλώνει εκεί. Αλλά και ο Οινοκράτης μένει μια στιγμή ακίνητος προσπαθώντας να συνδυάσει εικόνες και λοιπές μνήμες από το απώτατο παρελθόν. Η αναγνώριση είναι αμοιβαία και ταυτόχρονη:

«Φιλήμονα;»

«Τσίτσο;»

Ο Οινοκράτης ανατριχιάζει. Δεν ξέρει αν φταίει το παλιό του παρατσούκλι, -έτσι τον φώναζε κι η μακαρίτισσα η μάνα του σε στιγμές μητρικής τρυφερότητας- ή η ξαφνική ανεύρεση, όχι αυτουνού που περίμενε, αλλά ενός άλλου φίλου απ’ τον παλιό καλό καιρό των Συρακουσών.

Αγκαλιάζονται.

«Σε αιχμαλώτισαν κι εσένα πειρατές;» ρωτάει ο Οινοκράτης.

«Όχι, ήρθα εθελοντικά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη δε μπορεί παρά να ανέχεται καλύτερα την αγαπημένη μου τέχνη».

Ο Οινοκράτης χαμογελάει. Ξέρει ποια είναι η αγαπημένη τέχνη του Φιλήμονα.

Δεν είναι ο εμπνευσμένος συνδυασμός γεύσεων. Είναι το ευφυές ανακάτεμα των ιδεών, έτσι ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα ο εγγενής παραλογισμός της κάθε τάχα ¨γειωμένης¨ πραγματικότητας (τι είπα!). Με άλλα λόγια η κωμική ποίηση. Του δίνει δίκιο που ήρθε εδώ, στην Αθήνα. Η συγγραφή κωμωδιών δεν φτουράει ούτε στις  βασιλικές αυλές ούτε και σε εκείνες των τυράννων, ακόμη κι αν αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζονται μερικές φορές ¨φωτισμένοι¨ όσον αφορά σε άλλα είδη τέχνης. Η κωμωδία είναι εύθραυστο είδος που δεν σηκώνει πιέσεις. Άρα χρειάζεται την ανεκτικότητα των Αθηναίων. Το αττικόν άλας της κάνει καλό…

«Και πώς βρέθηκες στο Πρυτανείο;»

«Έχω προσληφθεί. Με μικρό μισθό, αλλά πες πως τα βγάζω πέρα. Ας είναι καλά οι ιταλικές συνταγές που είναι του συρμού στην Αθήνα, και εγώ που είμαι καλός στα ζυμαρικά όσο και στα άζυμα».

αρχείο λήψης (2)

Ο Οινοκράτης – Τσίτσος  σκέφτεται ότι η ώρα περνάει. Και ότι έχει μια αποστολή να εκτελέσει.

«Θα τα πούμε. Όλα. Και είναι πολλά…»,  λέει, «αλλά τώρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη».

«Ναι. Πες μου».

«Πριν από μένα πρέπει να μπήκε εδώ μέσα μια ξανθούλα. Την είδες;»

«Ασφαλώς λες για τη μικρή Ιππαρχία. Πρέπει να πέρασε για να πάρει τον αδελφό της τον Μητροκλή. Δουλεύει κι αυτός εδώ. Είναι πρόσφυγες από εκείνους που κατάφυγαν στην Αθήνα μετά τις καταστροφές που έκανε ο Φίλιππος στο Βορρά. Κανονικά θα έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο, αλλά σήμερα φαίνεται να υπάρχει πανικός στο μαγαζί και ίσως την εμπόδισαν. Όχι μόνο είχαμε εδώ αυτά τα άσχημα αγάλματα που ήρθαν από την Ανατολή, αλλά ετοιμάζουμε και ένα τσιμπούσι για τους μεταφορείς. Ευτυχώς προς ώρας αναβλήθηκε, γι αυτό και έχω την ευχέρεια να σου μιλάω τώρα, αλλά δυστυχώς δεν ματαιώθηκε».

«Τι ακριβώς κάνει ο αυτός ο Μητροκλής στο πρυτανείο;»

«Δουλεύει στη γραμματεία που βοηθά τους πρυτανεύοντες βουλευτές στο διοικητικό τους έργο».

«Άρα δουλεύει απάνω, στο κυρίως κτίσμα, στη Θόλο;»

«Ναι».

«Άρα η μικρή πήγε προς τα εκεί».

«Μάλλον».

«Άντε, πάμε να τη βρούμε».

«Τι έγινε; Τόσο σου γυάλισε η νεαρά; Δε λέω, είναι ομορφούλα, αλλά δυστυχώς είναι δεσμευμένη. Με έναν Θηβαίο, απ’ όσο ξέρω».

«Δε μ’ ενδιαφέρει ο Θηβαίος, δείξε μου από πού θα ανεβώ πάνω».

«Δεν θα σου το συμβούλευα. Απάνω υπάρχει φρουρά και ο επικεφαλής λοχαγός μου φάνηκε σήμερα ιδιαίτερα ευέξαπτος. Αλλά θα δεις πόσο νευρικός θα γίνει εάν ανακαλύψει ότι μπαινοβγαίνει κόσμος στο πρυτανείο χρησιμοποιώντας τις πόρτες του μαγειρείου».

«Πώς τον λένε το λοχαγό;»

«Τον λένε Φώκο και δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι γιος του γέρο Φωκίωνα».

Στο κούτελο του Οινοκράτη εμφανίζονται οριζόντιες γραμμές.

«Είναι πάντα νευρικός αυτός ο Φώκος;»

«Όχι, είναι καλό και πράο παιδί. Αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο είναι κάπως! Και ιδιαίτερα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου φταίνε αυτά τα κακομούτσουνα αγάλματα που μας έφεραν εδώ».

«Ξέρεις πού ακριβώς φιλοξενούσατε τα αγάλματα;»

«Όχι».

«Ξέρεις πού θα μπορούσε να κρύψει κανείς εδώ μέσα κάτι σε μέγεθος προτομής; Δύο προτομών σε φυσικό μέγεθος, για να είμαι ακριβέστερος».

«Υποθέτω στην αποθήκη ξερών τροφίμων ή στο σκευοφυλάκιο».

«Πάμε».

«Τον βλέπεις εκείνον με τις γαλατικές μουστάκες; Εκείνον εκεί τον τεράστιο, με τον μπαλτά, λέω. Εάν δεν μου τον έχει πετάξει ακόμη κατακέφαλα που έπιασα κουβέντα μαζί σου, είναι επειδή η ομάδα βρίσκεται τρόπον τινά σε αναμονή. Μόλις έρθει η εντολή ξαναβάζουμε μπροστά τις φωτιές, γιατί όπως λέμε και στην πατρίδα, το καλό φαί πρέπει να είναι απολύτως ζεστό. Και εγώ στις φωτιές είμαι ειδικός».

«Μη φοβάσαι Φιλήμονα. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έλα!»

αρχείο λήψης (3)

Στην αποθήκη ξηρών τροφίμων δε βρήκαν τίποτα. Στο δωμάτιο με τα σκεύη ούτε. Εκεί όμως υπήρχε μια χαμηλή πόρτα. Ο Φιλήμονας είπε πως εκεί πίσω βάζουν τα χαλασμένα σκεύη πριν τα παραδώσουν στους τεχνίτες για επισκευή. Καζάνια ξεγάνωτα και άλλα τέτοια. Ο Οινοκράτης παίρνει μαζί του μια κουτάλα και μπαίνουν σκυφτοί. Η κουτάλα χρησιμεύει για μια αυτοσχέδια δοκιμή ήχου. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως θετικό. Ο ήχος λέει ότι κάτω από τα αναποδογυρισμένα καζάνια υπάρχει πράγμα!

Όντως κάτω από το πρώτο καζάνι εμφανίζεται ο γενειοφόρος και κάτω από το διπλανό ο αμούστακος. Οι «τυραννοκτόνοι¨ έχουν επιστρέψει. Ο Οινοκράτης παίρνει μια βαθειά ανάσα ανακούφισης και δίνει μια επιβραβευτική κατραπακιά στη πλάτη του Φιλήμονα, που δεν πολυκαταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

«Έχω ένα άλογο έξω. Βοήθησέ με να τους βάλουμε σε δύο σάκους και να τους φορτώσουμε».

«Θα κλέψουμε τα αγάλματα; Είσαι καλά;»

«Όχι δα. Δεν τα κουβαλήσαμε από την Ασία για να τα κλέψουμε. Απλώς θα τα ξανα-παραδώσουμε στους ιδιοκτήτες. Έλα μαζί μου Φιλήμονα και να δεις πως θα σου βγει σε καλό. Τι θα έλεγες, ας πούμε, για μία διάκριση στον διαγωνισμό κωμωδίας στα προσεχή Λήναια; Ή προτιμάς τα ¨Διονύσια¨; Εντάξει!  Τί διάκριση… Ένα πρώτο βραβείο θα έλεγα!»

140

*

Στην εξέδρα ανεβαίνει ένας της Φρουράς και κατευθύνεται προς τον Λυκούργο. Η προσοχή όλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Ο φρουρός κάτι λέει ψιθυριστά στον Άρχοντα κι εκείνος αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα στους παρευρισκόμενους. Προφανώς κάποιον ψάχνει. Το βλέμμα του σταματάει πάνω μου. Μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω.

«Ένας που ισχυρίζεται πως είναι υπηρέτης σου, σε ζητάει επειγόντως» μου λέει.

«Ο Οινοκράτης!», λέω και στρέφω τη προσοχή μου στην άκρη του ευρύχωρου κλοιού που οι φρουροί έχουν σχηματίσει γύρω από την εξέδρα.

Ο φρουρός καταφάσκει. «Ναι, έτσι είπε ότι τον λένε».

Δεν έχει πια πολύ φως στο πλάτωμα, έχει σχεδόν νυχτώσει, αλλά τον βλέπω. Με το ένα χέρι υψωμένο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, ενώ με το άλλο κρατάει σφικτά τα χαλινάρια ενός γκρίζου αλόγου. «Είναι όντως ο υπηρέτης μου», λέω. «Κατεβαίνω».

Αφήνω τους υπόλοιπους, μάλλον δυσαρεστημένους που δεν πρόκειται για την αναμενόμενη σύλληψη κάποιου ταραξία και κατευθύνομαι προς τον δαιμόνιο Συρακούσιο. Πλησιάζοντας βλέπω ότι χαμογελάει από το ένα αυτί ως το άλλο. Είναι παραπάνω από προφανές ότι έχει καλά νέα.

Ευτυχώς προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σύντομος. Με τον τρόπο του!

«Ξέρεις τι έχω εδώ μέσα;» μου λέει και μου δείχνει δύο μεγάλους σάκους που κρέμονται εκατέρωθεν της πλάτης του ζωντανού.

Για να μη χάνουμε χρόνο του δίνω τη πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου.

«Βρήκες τα προσωπεία των άγριων διαδηλωτών», του λέω. «Μπράβο Οινοκράτη, είναι κι αυτό κάτι. Μήπως κατάφερες να δεις και τα πρόσωπά τους;»

 «Χα!» κάνει ενώ ταυτόχρονα λύνει το ένα σακί, το τοποθετεί στο έδαφος και το ανοίγει. Παίρνω έναν πυρσό από έναν οπλίτη εκεί δίπλα και τον πλησιάζω στο σκούρο όγκο που ήρθε στην επιφάνεια. Κοιτάζω προσεκτικά. Εάν δεν πρόκειται για αντικατοπτρισμό ή οφθαλμαπάτη, αυτός εδώ είναι ο ¨Αρμόδιος¨.

«Πού;» τον ρωτάω

«Στο Πρυτανείο. Συγκεκριμένα στα μαγειρεία. Εκεί με οδήγησε αυτός που παρακολούθησα. Πολύ κοντά στο σημείο όπου παραδώσαμε τα αγάλματα στους Αθηναίους».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά έχω κάποιες ιδέες που ίσως μας βοηθήσουν στην έρευνα».

«Έλα μαζί μου» του λέω, «αλλά μίλα μόνο αν σου δώσω το λόγο εγώ και πες μόνο όσα μου είπες ως τώρα. Για τις ιδέες σου θα μιλήσουμε διεξοδικά οι δυο μας. Αργότερα».

«Εννοείται», μου απαντάει. «Α, και κάτι άλλο, αυτός εκεί είναι ο παλιός μου φίλος ο Φιλήμονας, μελλοντικός διάσημος κωμικός ποιητής. Με βοήθησε στην ανάκτηση των αγαλμάτων και του εγγυήθηκα πλήρη κάλυψη απέναντι στα αφεντικά του. Δουλεύει εκεί, στο μαγειρείο της Θόλου».

Φωνάζω τους φρουρούς και έρχονται να βοηθήσουν.

Έτσι, μπροστά εγώ, πίσω μου οι προτομές στην αγκαλιά τεσσάρων γεροδεμένων οπλιτών, πιο πίσω περήφανος ο Οινοκράτης και ο -πως τον είπαμε; Φιλήμονας;-  να τα έχει κομμάτι χαμένα, και, ακόμη παρά πίσω, το γκρίζο άλογο που κανείς δε φρόντισε να δέσει κάπου, κατευθυνόμαστε, όλοι μαζί, προς την εξέδρα.

Ανεβαίνω στην εξέδρα μαζί με τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Οι χάλκινες προτομές, οι φρουροί και το άλογο μένουν στο έδαφος. Όπως είναι φυσικό, αισθάνομαι τώρα περισσότερη αισιοδοξία και το μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρο. Μαζεύονται όλοι γύρω μου. Εάν υπήρχε μία ιαχή ανακούφισης θεωρώ ότι θα μπορούσε να αναδυθεί τώρα. Επειδή δεν (νομίζω ότι) υπάρχει, ακούω μόνο μια αυξημένη διάχυτη βαβούρα. Επωφελούμαι από την έκπληξή τους και παίρνω αμέσως το λόγο. Τους εξηγώ τι συνέβη:

Ο υπηρέτης μου ακολούθησε έγκαιρα έναν από τους μεταμφιεσμένους, Δεν μπόρεσε να τον συλλάβει, δεν είχε άλλωστε την σχετική αρμοδιότητα. Τον είδε να κατευθύνεται στη Θόλο, αλλά εκεί έχασε τα ίχνη του. Επειδή είχε από παλιά κάποιους φίλους ανάμεσα στους μαγείρους, κατάφερε να μπει στο παράπλευρο κτίσμα, στο μαγειρείο, και να κάνει μια μικρή αλλά αποτελεσματική έρευνα. Σε μια δευτερεύουσα  αποθήκη, σκεπασμένες με παλιά καζάνια, βρήκε τις προτομές. Νάτες!» Τους δείχνω τα σκούρα χάλκινα αγάλματα που φωτίζονται τώρα από τους πυρσούς των φρουρών. «Είμαι σίγουρος ότι σήμερα ή αύριο η φρουρά θα καταφέρει να εντοπίσει όλους τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τα λοιπά αποψινά συμβάντα».

αρχείο λήψης

Δεν δείχνουν όλοι το ίδιο ενθουσιασμένοι με τις εξηγήσεις μου. Ο Δημοσθένης για παράδειγμα εξακολουθεί να είναι συνοφρυωμένος και στριφνός, αν και δεν ακούω με ακρίβεια όλα όσα λέει κάτω από τα μουστάκια του. Ο Δημάδης πάλι δείχνει πασίχαρης και δε σταματά τα φιλικά και επιβραβευτικά χτυπήματα στις πλάτες του Οινοκράτη και του Φιλήμονα. Ο κύριος λόγος -εικάζω- για τον οποίο ο Αισχίνης δεν γκρινιάζει αυτή τη στιγμή, είναι για να μη φανεί ότι συμφωνεί σε οτιδήποτε με τον Δημοσθένη.

Εμφανώς πιο αναπτερωμένος είναι πια κι ο γέρο -Φωκίωνας, ο οποίος και αναλαμβάνει ξανά τα ηνία. Αφού συνεννοηθεί  για λίγο με τον Λυκούργο, απευθύνεται στην ομήγυρη.

«Μετά από αυτή την αίσια εξέλιξη, θα πρέπει να επιστρέψουμε το γρηγορότερο στην ομαλότητα», λέει. «Οι προτομές μπαίνουν ήδη στη θέση τους και θα φρουρούνται για όσο χρειαστεί».

Κάνει μια παύση για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προσοχή και συνεχίζει: «Τα αποψινά γεγονότα δε πρέπει να μεγαλοποιηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες αυτών που τα προκάλεσαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Θεωρώ ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε, έστω με συνοπτικές διαδικασίες, την αποψινή τελετή. Άλλωστε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ επέστρεψαν. Και όπως βλέπετε, ο λαός είναι ακόμη εδώ και, χάρη στα ψητά και τον οίνο που ευφραίνει γενικώς,  μου φαίνεται μάλλον ευτυχέστερος και πιο καλοπροαίρετος  από ό, τι πριν λίγο».

Στρέφεται προς τον Παιανέα: «Εάν ο ευπροσήγορος Δημοσθένης θέλει, νομίζω ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει, έστω και τώρα, την ομιλία που αναγκάστηκε να διακόψει προηγουμένως», και κοιτώντας έναν γύρο τους άλλους, προσθέτει: «Το επιβάλλουν οι αρχές της ισηγορίας που ισχύουν στην πόλη μας».

Ο Δημοσθένης όμως δεν θέλει. Διαφωνεί. Υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που τους έδωσα, ή μάλλον αυτές που μας προμήθεψε ο υπηρέτης μου και ο φίλος του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν τα γεγονότα. Όχι. Εκείνος θα μιλήσει την κατάλληλη ώρα. Όταν θα μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί και γιατί.

«Εντάξει», λέει ο Φωκίωνας, χωρίς να δείξει ότι τον λυπεί ιδιαίτερα η άρνηση του ρήτορα. Ύστερα απευθύνεται σε εμένα:

«Αγαπητέ Εύελπι, είσαι όχι μόνο το τιμώμενο πρόσωπο αλλά και εκείνος που συνετέλεσε στη επίλυση μιας δυσάρεστης -ας τη πούμε έτσι- κατάστασης. Νομίζω ότι δε θα αρνηθείς να πεις λίγα λόγια στον κόσμο, σύμφωνα πάντα με το αρχικό πρόγραμμα της εκδήλωσης, και να κλείσεις έτσι την τελετή».

Του έκανα νεύμα κουνώντας καταφατικά την κεφαλή, ότι δεν είχα αντίρρηση.

«Ωραία. Ας ηχήσει λοιπόν η σάλπιγγα και ας σε αναγγείλει ο κήρυκας. Αμέσως μετά, θα πάμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο για το καθιερωμένο σε αυτές τις περιπτώσεις δείπνο. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πούμε μεταξύ μας με μεγαλύτερη άνεση. Γιατί, μπορεί μεν να είμαι εγώ ο πρεσβύτερος και εκείνος που διαθέτει πολυθρόνα, αλλά καταλαβαίνω ότι κι εσείς, οι νεότεροι, πρέπει να έχετε πιαστεί καθισμένοι τόση ώρα σ’ αυτά τα άβολα έδρανα».

Έτσι η εκδήλωση ολοκληρώθηκε  με μια μικρή δική μου παρέμβαση, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Είπα λίγα. Τα αυτονόητα. Είπα δηλαδή ότι έρχομαι από το μέτωπο της εκστρατείας για να μεταφέρω την εκτίμηση του βασιλιά των Μακεδόνων στην πόλη της Παρθένου Αθηνάς και μαζί τα κειμήλια που έκλεψε παλιότερα ο Ξέρξης. Όμως δεν είμαι άγνωστος στους Αθηναίους, όπως δεν μου είναι άγνωστοι και εκείνοι. Ότι για πολλά χρόνια η οικογένειά μου ζει εδώ, μαζί τους, κάτω από τον ίδιο διαφανή αττικό ουρανό. Ότι η οικογένειά μου μετοίκησε εδώ γιατί πίστευε ανέκαθεν στην ανάγκη οι Έλληνες να είναι ενωμένοι και ισχυροί, αλλά μόνον εδώ μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα αυτές τις απόψεις. Η Αθήνα μας δέχτηκε χωρίς περιορισμούς και όρους και  πως, προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων γι αυτό.

Όσο αφορά στην αποψινή τελετή, τους είπα χαμογελώντας πως νομίζω ότι εν τέλει, οι θεοί, έχουν τρόπους για να δείχνουν τη θέλησή τους, έστω κι αν συνηθίζουν -και μάλλον τους αρέσει- να μας  υποβάλουν σε λογής λογής δοκιμασίες. Σήμερα, κάποιοι θέλησαν να μας διασκεδάσουν χοροπηδώντας μπροστά μας και εξαφανίζοντας (μόνο για λίγο) τις τιμώμενες εικόνες. Τώρα όμως οι προτομές είναι στη θέση τους, οι θεοί πρέπει να μας ατενίζουν με ευαρέσκεια, και εγώ απευθύνω στους Αθηναίους τις βαθιές και από καρδιάς ευχαριστίες μου για την υποδοχή.

Αυτά τους είπα.

Μετά πήγαμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο. Ζήτησα την άδεια να κρατήσω κοντά μου τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Μου δόθηκε ευχαρίστως. Και κάτι άλλο. Η ψαρόσουπα μου φάνηκε εξαιρετική!

images (13)

(συνεχίζεται)

 

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Η τελετή

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

αρχείο λήψης (1)

.

Κεφάλαιο πέμπτο. Τελετή (με εκπλήξεις) στο Λεωκόριο

Στο μέγαρο του βουλευτηρίου υπάρχει παραταγμένο άγημα υποδοχής, καθώς και λοφιοφόρος τελετάρχης που υποδέχεται τον Εύελπι και τον Ευρύνου και τους οδηγεί ως την λιτή αίθουσα-γραφείο του στρατηγού Φωκίωνα. 

Ο Εύελπις σημειώνει με ικανοποίηση ότι, αυτήν τη φορά, δεν υπήρξε καμιά ένσταση που να αφορά στην παρουσία του Ευρύνου στη συνάντηση.  Σε αντίθεση με τον επιφυλακτικό Λυκούργο χτες στη Ζέα, σήμερα, ο γηραιός ηγέτης Φωκίωνας χαιρετά πρώτα τον πατέρα Ευρύνου και συνοδεύει τον  χαιρετισμό με καλά λόγια για την ήρεμη συμβολή του ίδιου, αλλά και των λοιπών υποστηρικτών των ιδεών του αείμνηστου Ισοκράτη,   στην ήρεμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Αθήνα∙ και μάλιστα  σε μια εποχή αλλαγών και εύθραυστων ισορροπιών, όπως η σημερινή.

Έπειτα τον μακαρίζει για την ευτυχία που του επιφύλαξαν οι θεοί, να δει το γιο του να επιστρέφει νικητής από μια πανελλαδική εκστρατεία και μάλιστα φέροντας ως τρόπαιο πίσω στην Πόλη της Παλλάδας ένα από τα σύμβολα της ιδιαιτερότητάς της.

Ύστερα σφίγγει το χέρι του Εύελπι και τον ρωτάει αν θεωρεί ότι η υποδοχή υπήρξε μέχρι στιγμής ικανοποιητική, ή αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Μεγαρέας τον διαβεβαιώνει ότι όλα  μπορούν να θεωρηθούν άψογα.

Ο Φωκίωνας είναι ένας ψηλός καλοστεκούμενος γέροντας με φουντωτά γκρίζα φρύδια, λευκή γενειάδα και λιτή αμφίεση. Έχει πολεμήσει ως στρατηγός και ναύαρχος για τη δόξα της Πόλης των Αθηνών ενάντια στους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες, αλλά δεν υπέκυψε στις φιλοπολεμικές εξάρσεις των ρητόρων όταν θεώρησε ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν αρνητικός και ότι οι προτροπές τους θα κατέληγαν άσχημα για την Αθήνα. Με τη σημερινή ορολογία, σκέφτεται ο Εύελπις,  θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς μετριοπαθή φιλομακεδόνα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθής αντιμακεδόνας. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά χρήσιμες μεν, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βοηθητικές ετικέτες ¨γενικού προσανατολισμού¨. Η πραγματικότητα είναι πιο μπερδεμένη.

Και οι δυο ηγέτες θεωρούνται έντιμοι και αδιάφθοροι και διοικούν την Αθήνα, παρά την έντονη αντιπολίτευση της ομάδας του Δημοσθένη και παρά το ότι οι Αθηναίοι πολίτες δεν παύουν να τους κατακρίνουν και να τους βρίζουν για την αυστηρότητά τους, ενώ βέβαια, παραδόξως, τους υπερψηφίζουν και τους αναθέτουν τις βασικές ευθύνες της πόλης.

Phocion

Ο Εύελπις αποφασίζει να μεταφέρει με ευθύτητα το μήνυμα του Αλέξανδρου προς τον παλαίμαχο αθηναίο ηγέτη.

«Έχω εντολή σεβαστέ Φωκίωνα να σου μεταφέρω τους χαιρετισμούς του Αλέξανδρου, του βασιλέα των Μακεδόνων. Γνωρίζεις ήδη την εκτίμηση που τρέφει για σένα. Και επειδή ο βασιλεύς είναι περισσότερο άνθρωπος των έργων παρά των λόγων, έχω λάβει εντολή να σε ενημερώσω ότι έχει κατατεθεί στο ταμείο του Δελφικού Ναού του Απόλλωνα ένα ποσό εκατό ταλάντων που μπορείς να αναλάβεις και να διαχειριστείς με διακριτική ευχέρεια μόνον εσύ».

Ο Φωκίωνας συνοφρυώνεται περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπουν, από μόνα τους, τα πυκνά του φρύδια, και χαμηλώνει το βλέμμα σκεφτικός. Ύστερα κοιτάζει πάλι τον Εύελπι καταπρόσωπο.

«Θέλω να ευχαριστήσεις τον βασιλιά γι αυτή την γενναιόδωρη προσφορά. Αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα χρηματικό ποσό  που να μην ελέγχεται από επιτροπή εκλεγμένη από τη Βουλή. Είμαι υποχρεωμένος να συμπεριφερθώ έτσι από τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της Πόλης μου. Αν τους καταπατούσα είμαι βέβαιος ότι θα έχανα όχι μόνο την αξιοπιστία απέναντι στους συμπολίτες μου, αλλά και τη δική του εκτίμηση».

Μένει για λίγο σιωπηλός και μετά συνεχίζει. 

«Όμως δε θα ήθελα κατά κανένα τρόπο να τον λυπήσω με την άρνησή μου. Γι αυτό θέλω να του μεταφέρεις ότι θα του είμαι εξ ίσου ή και περισσότερο υπόχρεος αν φροντίσει να επιλυθεί σύντομα το θέμα των αθηναίων αιχμαλώτων. Ναι, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στο στράτευμα του Δαρείου,  αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να είναι αθηναίοι και είναι φυσικό η πατρίδα να ανησυχεί γι αυτούς.

Η ευμένεια απέναντί τους θα διευκολύνει την δημιουργία της νέας Ελλάδας που θα έχει πια ξεπεράσει τις ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Εγώ από τη μεριά μου εγγυώμαι ότι οι στρατιώτες αυτοί όχι μόνο θα ανανήψουν, αλλά και θα παίξουν στο μέλλον θετικό ρόλο στην εποχή που μόλις τώρα αρχίζει».

Ο Εύελπις διαβεβαιώνει τον στρατηγό ότι θα μεταφέρει το αίτημά του στον βασιλέα και πως ο ίδιος, προσωπικά, το θεωρεί θεμιτό.

240

Ύστερα από λίγο, συνοδευόμενοι από τους οπλίτες του αγήματος κατευθύνονται πεζοί λίγο παρακάτω, μπροστά στον Ναΐσκο του Λεωκόριου,  όπου δίπλα στα υψηλόκορμα και -ομολογουμένως πανέμορφα- αγάλματα των τυραννοκτόνων που έχουν εκπονήσει ο Κριτίας και ο Νησιώτης, είναι τοποθετημένα τα αυθεντικά πρωτότυπα ¨ομοιώματα¨, τα φιλοτεχνημένα από τον Αντήνορα. Αυτά τα τελευταία είναι  σκεπασμένα με υφασμάτινο κάλυμμα, έντεχνα στερεωμένο έτσι ώστε να μπορούν να αποκαλυφτούν με το τράβηγμα ενός μόνο σκοινιού.

 Κάτω από την υψηλή επίβλεψη του άρχοντα βασιλέα Λυκούργου, ο οποίος είναι ήδη εκεί (άλλωστε η έδρα του επιφορτισμένου για τα ιερατικά θέματα βασιλέα, η Βασίλειος Στοά, βρίσκεται κι αυτή εκεί, στην Αγορά, ακριβώς απέναντι από το Λεωκόριο) οι ιερείς ετοιμάζουν τις φωτιές που σε λίγο θα στείλουν στους θεούς τη τσίκνα από τα σφάγια που τόσο τους αρέσει. Εξ άλλου, η προοπτική μιας χορταστικής θυσίας έχει προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον ικανού αριθμού φτωχών κατοίκων του Άστεως που έχουν προστεθεί σε εκείνους που ενδιαφέρονται να δουν τους χάλκινους ήρωες ¨τυραννοκτόνους¨ και να γιορτάσουν την επιστροφή τους.

Lycurgus (1)

«Καλά», ρωτάει ο Εύελπις τον πατέρα του, «πότε ο Λυκούργος εγκατέλειψε την θητεία του ως υπεύθυνος για τα οικονομικά για να αναλάβει τα των Θεών; Πριν φύγω θυμάμαι ότι όλοι τον θεωρούσαν αυστηρό μεν, αλλά  επιτυχημένο διαχειριστή».

«Όντως», του απαντάει ο Ευρύνους, «υπήρξε και είναι καλός διαχειριστής των πόρων της Πόλης. Εν τούτοις έκανε μια απλή διαπίστωση: η θέση του υπεύθυνου για τα οικονομικά δεν πρέπει να ανήκει για πολύ καιρό στο ίδιο πρόσωπο γιατί έτσι αυξάνεται η πιθανότητα ο κάτοχος του αξιώματος να διαφθαρεί από τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Γι αυτό φρόντισε να ψηφιστεί  νόμος που να απαγορεύει σε οποιονδήποτε  να παραμένει σ’ αυτήν τη θέση για πάνω από δύο θητείες. Μετά, φυσικά, παραιτήθηκε».

«Και;» απορεί ο Εύελπις. «Ποιος είναι ο σημερινός διαχειριστής των ταμείων;»

«Ένας που εκλέχθηκε μετά από δική του υπόδειξη. Το όνομά του όμως έχει μικρή σημασία γιατί εκείνος του οποίου η άποψη μετράει για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα οικονομικής φύσεως είναι πάντοτε ο Λυκούργος. Διότι σ’ αυτόν εξακολουθούν να απευθύνονται οι Αθηναίοι πριν πάρουν τις σχετικές αποφάσεις». Ο Ευρύνους χαμογελάει κάτω από τα -ακόμη μαύρα- μουστάκια του. «Τυπική Αθηναϊκή λύση!» λέει. «Και να σημειώσεις ότι όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι».

«Και γιατί βασιλεύς;»

«Γιατί όπως ξέρεις η μόνη εξουσία που έχουν στην Αθήνα οι άρχοντες βασιλείς αφορά στην εποπτεία των θρησκευτικών θεμάτων. Λάβε υπ’ όψιν ότι ο Λυκούργος ανήκει στην ισχυρή ιερατική γενιά των Βουτάδων. Επομένως, μετά την τυπική απομάκρυνσή του από τα Ταμεία, η μάλλον τιμητική θέση του Βασιλέα κρίθηκε ιδεώδης γι αυτόν».

Πατέρας και γιος σταματούν τα ψιθυριστά τους σχόλια για να αντιχαιρετίσουν τον ενθουσιώδη ευπατρίδη με την πλούσια ενδυμασία που κατευθύνεται προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά. «Χαιρετώ τον άξιο συνέλληνα συμπολίτη μου Ευρύνου και τον αξιότιμο γιο του, ο οποίος αποδεικνύει πως η γνώση του Λόγου δεν αποτρέπει, αλλά μπορεί περίφημα να συνυπάρξει με την γενναιότητα των πράξεων»

«Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, άρχοντα Δημάδη», απαντά ο Ευρύνους και σφίγγει το χέρι του αθηναίου ρήτορα-πολιτικού.

«Τον θυμάμαι τόσον δα μικρούλη» συνεχίζει εκείνος δείχνοντας τον Εύελπι, «να ανακατεύεται στα πόδια των μεγάλων και να ενδιαφέρεται ήδη από τότε, τόσο για τα γράμματα, όσο και για τα σχετικά με την διοίκηση των πόλεων. Ο μακαρίτης ο Ισοκράτης έκανε γι αυτόν το μικρό πολλά κολακευτικά σχόλια».

demades

Ο Εύελπις θυμάται κι αυτός τις επισκέψεις του ρήτορα Δημάδη στη σχολή του Ισοκράτη. Εδώ που τα λέμε δύσκολα θα μπορούσε να ξεχάσει, αν όχι την πληθωρική και συνήθως κεφάτη συμπεριφορά του, τουλάχιστον την μόνιμα εντυπωσιακή του αμφίεση.

«Θα πρέπει να βρεθούμε», συνεχίζει απευθυνόμενος στον Εύελπι ο ρήτορας. Ο τόνος του είναι ανέμελος, αλλά το βλέμμα του είναι διεισδυτικό και έντονο.

«Και βέβαια», απαντά ο νεότερος Μεγαρέας. «Ίσως και αύριο…», αλλά ο Δημάδης τον διακόπτει αγγίζοντάς τον στο μανίκι και δείχνοντας του έναν άλλο γνωστό Αθηναίο, που τους πλησιάζει βιαστικά.

«Είμαι σίγουρος ότι καταφτάνει ακόμη ένα αίτημα για επείγουσα συνάντηση…» χαμογελάει. Ύστερα δείχνοντας τον νεοφερμένο στους Μεγαρείς, τον αναγγέλλει: «Ιδού, λοιπόν ο πασίγνωστος Αισχίνης, φίλος των Μακεδόνων και ακραιφνής αντίπαλος του Παιανέα Δημοσθένη!»

«Μη με αναγκάζεις», λέει εκείνος κάνοντας ένα δυσαρεστημένο μορφασμό, «να ακούω ονόματα που μου χαλάνε τη διάθεση, και μάλιστα τη στιγμή που είμαι έτοιμος να χαιρετίσω έναν συμπολίτη που συμμετέχει στην εκστρατεία, και μάλιστα σε στρατηγική θέση». Ο Αισχίνης είναι γκρίζος στα μαλλιά, στο γένι, στα φρύδια, και πιθανότατα στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον ¨άνετο¨ Δημάδη μοιάζει νευρώδης και συντηρητικός. Ο νεοφερμένος χαιρετά τον Ευρύνου και τον Εύελπι.

«Τον δικό σου δεν τον είδα ακόμη», επιμένει κάπως περιπαικτικά ο Δημάδης. «Ήρθε ή θέλει να μας κάνει να τον περιμένουμε;»

«Ο Φωκίωνας δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν. Τον ξέρεις».

«Έχεις δίκιο. Άλλωστε να ‘τος κι ο Παιανεύς. Βλέπω το αμάξι του να καταφτάνει». Ύστερα απευθυνόμενος στον Εύελπι: «Τον συνάντησες ήδη τον Δημοσθένη;»

Δημοσθένης

«Όχι. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τον ξέρω εκ φήμης και εξ όψεως από τότε που ήμουν παιδάκι, γιατί ήδη τότε ήταν διάσημος και αρκετά δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους. Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης τον ανέφερε συχνά ως πρώην μαθητή του που όμως είχε διαφοροποιηθεί από το πνεύμα της Σχολής.  Υποθέτω πάντως ότι θα μου τον παρουσιάσουν επισήμως ή τώρα, ή στο δείπνο μετά την τελετή».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τη γενική προσοχή τραβάει ο Λυκούργος, ο οποίος όρθιος μπροστά στον βωμό και φορώντας πλέον τα ιερατικά του άμφια, υψώνει τα χέρια επιβάλλοντας την γενική ¨ιερή σιγή¨ που προβλέπει το τελετουργικό. Ύστερα από λίγο τα κατεβάζει, υψώνει τη κεφαλή προς τον υπερκείμενο Παρθενώνα και απευθύνεται προς τους Θεούς αρχίζοντας από την πολιούχο Αθηνά, αλλά χωρίς να παραβλέψει την λοιπή ιεραρχία των Αθανάτων.

Με γλώσσα απλή τους εξηγεί ότι οι Αθηναίοι δεν είναι αγνώμονες, αλλά αντίθετα αγαπούν τους θεούς που εισακούουν τις εκκλήσεις και τις προσευχές τους. Και πως ξέρουν ότι εάν η Αθήνα ευημερεί, ίσως περισσότερο από όσο της αξίζει, αν κρίνει κανείς από την ασυνέπεια αρκετών πολιτών σχετικά με τις υποχρεώσεις τους- αυτό οφείλεται στην αγάπη και την εύνοια των Θεών απέναντι στην πόλη της παρθένου Αθηνάς. Σήμερα οι Αθηναίοι είναι εδώ για να ευχαριστήσουν την Θεά  που επιτρέπει στην πολιτεία να επιβιώνει με τιμή και αξιοπρέπεια, αλλά και να υποσχεθούν στους Θεούς ότι και στο μέλλον θα είναι αντάξιοι της επιείκειάς τους.

Ο Λυκούργος κάνει νεύμα προς τους βοηθούς των ιερέων και αυτοί φέρνουν κοντά τα επιλεγμένα σφάγια, με επικεφαλής ένα καλοθρεμμένο κριάρι που τα κέρατά του είναι βαμμένα χρυσαφιά. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός φέρνει τη λεκάνη με το αγιασμένο νερό (τη χέρνιβα) και μια κόρη το καλάθι με τους απαραίτητους κριθαρόσπορους. Ο Βασιλέας ο επί των Θεών παίρνει μια δέσμη από κλαδιά ελιάς που μαζί με την ιερή μάχαιρα είναι τοποθετημένη απ’ την αρχή της τελετής πάνω στο τραπέζι δίπλα στο βωμό, την εμβαπτίζει στην χέρνιβα και ραντίζει πρώτα το (ακόμη) ζωντανό και μετά τους γύρω του παρευρισκόμενους. Ύστερα τους ραίνει με τους σπόρους του κριθαριού και, μετά, παίρνει από τον βωμό το καλοακονισμένο μαχαίρι, κόβει από το ζώο μια τούφα μαλλί και το ρίχνει στην μικρή συμβολική φωτιά που καίει πάνω στον βωμό (παραδίπλα έχουν ήδη φουντώσει οι φωτιές που σε λίγο, προς τέρψιν -και θρέψιν- θεών και πιστών, θα ψήσουν όλα τα ζώα της θυσίας).

Τέλος, ο Λυκούργος -με μια αστραπιαία κίνηση, που δείχνει πόσο καλός στρατιώτης υπήρξε- κόβει το λαιμό του κριαριού.

.

234

Ο Οινοκράτης ξαναβάζει το (ορνιθοσκαλισμένο) λεύκωμα και το καρβουνάκι μεσ’ στο δισάκι και το βλέμμα του εστιάζεται στην τελετή που έχει ήδη αρχίσει. 

Το περιστύλιο στο οποίο έχει  καταφύγει περιβάλλει ένα υπερυψωμένο δημόσιο κτίριο και του εξασφαλίζει καλή θέα στα τεκταινόμενα στο πλάτωμα μπροστά στο Λεωκόριο. Συγκεκριμένα, ο Οινοκράτης βρίσκεται κάτω από τους δωρικούς κίονες που περιβάλλουν την στοά του Πεισιάνακτα, την αποκαλούμενη και Ποικίλη, εξ αιτίας των εικόνων που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ διάσημοι ζωγράφοι.

Την επόμενη φορά, σκέφτεται, πρέπει να φέρει εδώ τον Χοντρόη για να του δείξει τις σκηνές από τη μάχη του Μαραθώνα, όπως τις έχει απεικονίσει ο Πολύγνωτος από τη Θάσο. Ή τη μάχη  με τις Αμαζόνες, ή την άλωση της Τροίας…   Και εάν του Χοντρόη δεν του αρέσει η ζωγραφική, θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν όμορφο στεγασμένο χώρο ¨πολλαπλών χρήσεων¨ από τους πιο αγαπημένους των Αθηναίων. Κρίμα που σήμερα δε μπόρεσε να πάρει τον Πέρση μαζί του. Την προσεχή φορά θα τον ανεβάσει στον Παρθενώνα να του δείξει τις περσικές ασπίδες του αναθήματος του Αλέξανδρου στην Παρθένο και μετά θα τον φέρει εδώ, να δει τι σημαίνει Αγορά.

image005

Σήμερα, βέβαια, αν τον είχε εδώ, θα μπορούσε να παρακολουθήσει και πως γίνεται μια δημόσια θυσία στην Ελλάδα. Δε πειράζει, σύντομα θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες∙ το μήνα αυτό -που δεν τον αποκαλούν τυχαία Εκατομβαιώνα- από θυσίες άλλο τίποτα!

Σήμερα πάντως ο κόσμος είναι μεν πολύς, αλλά η συγκέντρωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πάνδημη. Ο Συρακούσιος θυμάται ότι στο παρελθόν έχει δει άλλες, με πολύ μεγαλύτερη προσέλευση. Εκείνο πάντως που του κάνει κάποια εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στους παρόντες υπάρχουν πολλοί νεαροί αθηναίοι. ¨Αυτοί, πριν τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από την Αθήνα θα πρέπει να ήσαν ακόμη παιδιά νιάνιαρα¨, σκέφτεται.

Η προσοχή του Οινοκράτη αποσπάται από τους οσμηρούς καπνούς που αναδύονται απ’ το πλάτωμα και στρέφεται προς τέσσερεις γεροδεμένους σκλάβους που καταφτάνουν μεταφέροντας ένα πολυτελές φορείο. Οι βαστάζοι σταματούν εκεί κοντά του και εναποθέτουν το φορείο στο έδαφος, αφού πρώτα κατεβάσουν τα στηρίγματα που θα το κρατήσουν στέρεα υπερυψωμένο, σε ικανή απόσταση από τη γη. Μετά παρατάσσονται γύρω του. Ο Οινοκράτης το παρατηρεί προσεκτικότερα, διακρίνει την επιβάτιδα και χαμογελάει. Αυτό το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, η κυρά Φρύνη αποφάσισε να βγει από το μέγαρό της και να μη χάσει το θέαμα. Ωστόσο προτίμησε να μη πλησιάσει τους επίσημους, στο κέντρο, αλλά να παρακολουθήσει την εκδήλωση κάπως ¨εκ του μακρόθεν¨ και κάπως ¨αφ’ υψηλού¨.

Την στιγμή εκείνη προσέχει ότι στην περιφέρεια του συγκεντρωμένου κόσμου, καταφτάνει ακόμη ένα όχημα, αυτή τη φορά ένα κλειστό σκεπασμένο κάρο, που το σέρνουν δύο άλογα και στο οποίο οι ανοιχτές μπροστινές θέσεις του ηνίοχου και του συνοδού του καλύπτονται από πλατύ σκίαστρο φτιαγμένο από ψίαθο. Οι δυσδιάκριτοι οδηγοί φορούν κι αυτοί ψάθινες καυσίες μακεδονικού τύπου, που, απ’ ό, τι φαίνεται, τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει του συρμού[1] και στην Αθήνα.  Το όχημα σταματάει πίσω από μια γέρικη ελιά, η οποία το κρύβει κάπως από το πλάτωμα, όχι όμως και από την υπερυψωμένη θέση του Συρακούσιου. Το βλέμμα του θα προσπερνούσε αδιάφορα το νεοφερμένο κάρο, εάν από τα πλαϊνά του ανοίγματα, δεν άρχιζαν να βγαίνουν κάτι πλάσματα ακαθόριστου περιγράμματος που αφήνουν τον Οινοκράτη άναυδο!

¨Τι είναι πάλι αυτά τα τέρατα;¨, απορεί και, ταυτόχρονα, αρχίζει να ανησυχεί.

.ph6

Ο γέρο-Φωκίωνας είναι στρατιωτικός και όχι ρήτορας. Επί πλέον είναι γνωστό ότι θαυμάζει τους Λακεδαιμόνιους, όχι μόνο επειδή ξέρουν να χειρίζονται τα όπλα, αλλά και επειδή δεν συνηθίζουν να πλειοδοτούν στα λόγια.  Όταν είναι αναγκασμένος να μιλήσει δημόσια, όλοι ξέρουν ότι θα είναι επιγραμματικός και συγκεκριμένος. Στην Αθήνα τέτοιοι ομιλητές, αυτήν την εποχή, είναι μάλλον σπάνιοι άρα συνήθως καλοδεχούμενοι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Καθώς ο Πρυτανεύων παίρνει το λόγο, η βαβούρα του πλήθους μειώνεται, αν και κάποιες ασυντόνιστες φωνές, αδιευκρίνιστου περιεχόμενου εξακολουθούν να αναδύονται από τα άκρα της συγκέντρωσης.

Ο Φωκίωνας, με κοφτές φράσεις, χωρίς σχήματα λόγου και με λιγοστά έως καθόλου επίθετα απευθύνεται επισήμως στον Εύελπι, ως απεσταλμένο από το μέτωπο της Κοινής Πανελλαδικής Εκστρατείας  κατά των Περσών, αλλά είναι φανερό ότι στην ουσία απευθύνεται στο λαό των Αθηνών. Ευχαριστεί τον Αλέξανδρο για την απόφαση, αλλά και τον Μεγαρέα για την υλοποίηση, της επιστροφής των ιστορικών κειμηλίων και, κοιτάζοντας τον Λυκούργο που (ως αρμόδιος επί των Θεών) κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, καθησυχάζει τους Αθηναίους ότι η θεά Νέμεση δεν παραμελεί τα καθήκοντά της.

Ύστερα υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο αθηναϊκός στόλος στην στήριξη και τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων ξηράς και ολοκληρώνει λέγοντας ότι είναι βέβαιος ότι αυτός ο αποφασιστικός ρόλος θα αναγνωριστεί πλήρως και ότι μελλοντικά ο έλεγχος των θαλασσών δεν θα αφεθεί ούτε στους Φοίνικες που επί αιώνες υπήρξαν σύμμαχοι και εντολοδόχοι των Περσών, αλλά ούτε και σε πόλεις όπως η Ρόδος ή άλλες, που έως πρόσφατα συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι επιδοκιμασίες που ακολουθούν τον λόγο του Φωκίωνα είναι λίγες και συμμαζεμένες. Ο ίδιος δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδράσεις του πλήθους και επιστρέφει στην πολυθρόνα του, στο κέντρο της εξέδρας των επισήμων, ενώ στο βήμα ανεβαίνει ο Δημοσθένης.

Ο Δημοσθένης δε μοιάζει να έχει αλλάξει καθόλου αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σκέφτεται ο Εύελπις. Είναι πάντα λεπτός και η  ηλικία του, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμη. Απόψε φοράει έναν ποδήρη θερινό χιτώνα που τον κάνει να φαίνεται ψηλότερος από όσο πραγματικά είναι. Το πρόσωπό του δείχνει περισσότερα: Έναν άνθρωπο θεληματικό, επίμονο, συστηματικό, όσο κανένας άλλος από τους σημερινούς ρήτορες-πολιτικούς της Αθήνας. Δεν έχει ίσως τον αυθορμητισμό και την ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, όπως για παράδειγμα ο Δημάδης,  αλλά κάτι τέτοιο θα του ήταν άχρηστο, αφού κάθε φορά που παίρνει το λόγο είναι πλήρως προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει και πως θα το πει. Και εκείνο που κυρίως δείχνει να ξέρει καλά είναι ότι η γλώσσα και ο λόγος μπορούν να ασκήσουν εξουσία περισσότερο αποτελεσματικά απ’ όσο οι σπάθες και τα δόρατα. Τουλάχιστον στην εκλεπτυσμένη δημοκρατική Αθήνα.

Να ’τος λοιπόν ο ¨υπ’ αριθμόν ένα¨ εχθρός των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο!

Ή μήπως ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός, όπως άλλωστε αρκετά από τα επιχειρήματά του;  Μήπως άραγε δεν είναι οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έμπρακτα αντιτάχθηκαν στη μακεδονική επεκτατικότητα και που θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο; Αυτοί δεν είναι που ηγήθηκαν της πρόσφατης εξέγερσης στην Πελοπόννησο και μάλιστα ύστερα από εξακριβωμένες επαφές με τους Πέρσες; Ή, πιο μπροστά, οι Θηβαίοι, που το πλήρωσαν εξ άλλου πολύ ακριβά;

Θα είχαμε ίσως μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα  εάν γνωρίζαμε τα ακριβή κίνητρα και τις απώτερες προθέσεις του Δημοσθένη, σκέφτεται ο Μεγαρέας. Πατριωτισμός; Ιδιοτέλεια; Ξεροκεφαλιά;

.

Ο Δημοσθένης ξέρει πως σήμερα μιλάει στο λαό και όχι στους βουλευτές και έχει προσαρμόσει το ύφος του ανάλογα. Η γλώσσα του είναι πιο απλή και πιο επιγραμματική.

Αρχίζει μιλώντας για την Πόλη και τα περασμένα της μεγαλεία. Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έφτασε ψηλά γιατί αντιμετώπισε και νίκησε την τυραννία ή οποία άλλωστε, όπως όλοι ξέρουν, ως καθεστώς δεν έχει πολλές διαφορές από τη βασιλεία. Κατηγορεί τους Αθηναίους πως δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε στα ρεύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα. «Όμως», σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα σκεπασμένα ομοιώματα των τυραννοκτόνων, «ξέρουμε όλοι καλά ποια είναι η τελική μοίρα των τυράννων!»

Τότε συμβαίνει κάτι το απρόσμενο. Κάποιο αόρατο χέρι κόβει το σκοινί που κρατάει σκεπασμένα τα αγάλματα του Αντίνορα. Το πανί πέφτει. Ο Δημοσθένης δείχνει έκπληκτος. Ξέρει ότι η αποκάλυψη των αγαλμάτων προβλέπεται να γίνει μετά το τέλος των ομιλιών και ότι θα την κάνει ο ίδιος ο Φωκίωνας στο όνομα του συνολικού αθηναϊκού λαού. Σκέφτεται ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος από τους χειριστές και ότι το ύφασμα είχε στερεωθεί ελαττωματικά. Ξεπερνά πάντως με ψυχραιμία την προσωρινή έκπληξη και ετοιμάζεται να συνεχίσει το λόγο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι από το συγκεντρωμένο πλήθος αρχίζουν να εκφέρονται κραυγές δυσνόητες, που όμως φανερώνουν στην αρχή έκπληξη και μετά οργή!

Στρέφει κι αυτός την προσοχή του προς τα αποκαλυφθέντα αγάλματα, προς τα οποία κοιτάζει και το πλήθος που φωνασκεί. Τι συμβαίνει άραγε; Δεν αρέσουν στο πλήθος; Τι περίμεναν να δουν; Αφού τα γνήσια πρωτότυπα αγάλματα δεν τα έχει ξαναδεί ποτέ κανένας από τους παρόντες. Όταν τα ¨απήγαγε¨ ο Ξέρξης εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κανείς τους δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Ο Δημοσθένης στενεύει τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα πάνω στους σκούρους όγκους των αγαλμάτων. Πρόκειται για προτομές. Η μια του είναι άγνωστη, ή άλλη όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ανά το Πανελλήνιο, αν όχι άλλο, από την χαρακτηριστική σπαρτιάτικη περικεφαλαία. Πρόκειται για τον γνωστότερο Λακεδαίμονα στρατηλάτη: τον Λεωνίδα τον εκ των Αγιαδών, βασιλέα της Σπάρτης. Με άλλα λόγια τον Λεωνίδα της μάχης των Θερμοπυλών!

image002 (1)

Ο Δημοσθένης ξέρει ότι οποιαδήποτε απρόβλεπτη κρίση μπορεί να την χειριστεί καλύτερα αν βρίσκεται επί του βήματος των ομιλητών, παρά μακριά από αυτό. Γι αυτό διστάζει να εγκαταλείψει την προνομιούχο θέση, αλλά εν τέλει δεδομένου ότι κανείς δε του δίνει πλέον σημασία, παρά όλοι φωνάζουν, και δεδομένου επίσης ότι ανάμεσα στους επίσημους επικρατεί μάλλον γενικευμένη απορία και προσωρινή αδράνεια, τελικά κατεβαίνει στο πλάτωμα και προσπαθεί να παραμερίσει τον κόσμο και να πλησιάσει στις προτομές, πράγμα αρκετά δύσκολο.

«Ποιος είναι ο άλλος» ρωτάει έναν φωνασκούντα διαμαρτυρόμενο.

«Ο άλλος είναι ο αδελφός του! Ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, ο βασιλιάς Κλεομένης! Έτσι γράφει από κάτω».

 Ο Δημοσθένης προσπαθεί να κάνει ακόμη μερικά βήματα προς τις προτομές, αλλά τότε συμβαίνει ακόμη κάτι το αναπάντεχο.

Ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας μπαστούνια, χτυπώντας χάλκινα κύμβαλα και χοροπηδώντας  κυκλικά γύρω από τις προτομές με άτεχνο πρωτόγονο τρόπο, εμφανίζονται  ορισμένες τρομακτικές μορφές, σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για να απεικονίσουν τους χειρότερους εφιάλτες των μυθικών ηρώων.

(συνεχίζεται)

Βασίλειος Στοά(1)

 

[1] Συρμός: Συμπεριφορά ή τάση που ¨σέρνεται¨ ανάμεσα σε αλληλομιμούμενους πολίτες

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Τι έγραψε ο Εύελπις στο ιστορικό του σύγγραμμα για τις μέρες εκείνες.

Posted by vnottas στο 22 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Κεφάλαιο τέταρτο: Να τι έγραφε, χρόνια μετά, ο Εύελπις, σχετικά με τα γεγονότα εκείνα.

Στο σημείο αυτό της αφήγησης είναι χρήσιμο να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από τα προσφάτως ανευρεθέντα και ήδη μνημονευθέντα κείμενα του Ευέλπιδος του Μεγαρέως. Τα εν λόγω αποσπάσματα εκτιμάται ότι πρέπει να έχουν γραφεί μετά το 320 πχ, δηλαδή πάνω από μια δεκαετία αργότερα από την εποχή στην οποία αναφέρονται και την οποία εξιστορούν.

 *

Εύελπις του Ευρύνου ο εκ Μεγάρων. Αποσπάσματα. Μετάφραση στην τρέχουσα ελληνική)

(Σχετικά με την επαναστατικότητα των νέων)

[…] 

Είναι αλήθεια ότι ορισμένα πράγματα τα αγνοούσα. Ορισμένα άλλα, όμως, τα ήξερα.

Ήξερα για παράδειγμα τις γενικότερες τάσεις και τα ρεύματα που επικρατούσαν στην αθηναϊκή νεολαία τον καιρό εκείνο. Άλλωστε λίγα χρόνια πριν, την νεολαία αυτήν τη ζούσα και την παρατηρούσα από κοντά, έστω κι αν δεν ήμουν πλήρες μέλος της. Γνώριζα προσωπικά ορισμένους συνομήλικούς μου που ανήκαν σε επιφανείς γενιές και είχα φιλικές σχέσεις με άλλους, χαμηλότερης καταγωγής μεν, αλλά που ενηλικιούμενοι θα γίνονταν κι αυτοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα. Ήξερα λίγο πολύ τι πίστευαν και για ποια θέματα θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν. 

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης αλήθεια ότι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι νέοι της Αθήνας είχαν δείξει για τελευταία φορά  έντονες ανησυχίες και συγκεκριμένα σημάδια αμφισβήτησης. Εδώ που τα λέμε, κάτι ανάμεσα σε καταγγελία της ισχύουσας τάξης και ανταρσία, οι Αθηναίοι είχαν να δουν από τον καιρό του περιβόητου Αλκιβιάδη,  όταν οι νεολαίοι είχαν κόψει τις κεφαλές (και τους φαλλούς – σύμβολα της πατρικής εξουσίας, αλλά και της οριοθέτησης των ιδιωτικών περιουσιών) των οδόσημων Ερμών, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

Αλκ

[…] Όπως έχω αναφέρει και σε άλλα σημεία της παρούσας γραφής, οι βασικοί ηγέτες της Αθηναϊκής δημοκρατίας την εποχή που επέστρεψα στην Αθήνα ήταν, σχεδόν όλοι, ηλικιωμένοι. 

Όμως, την ίδια εποχή, όχι μόνον οι ¨υγιείς βάρβαροι¨ όπως αποκαλούσαν κάποιοι φιλοσοφούντες τα αλλοδαπά έθνη του βορρά, αλλά και ορισμένα  περιφερειακά ελληνικά έθνη προτιμούσαν ήδη να δίνουν ουσιαστική  εξουσία σε άτομα εξαιρετικά  νεαρής ηλικίας. Βεβαία, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η άνοδος στον θρόνο των Μακεδόνων του νεαρού Αλέξανδρου, αλλά και η προώθηση σε καίριες θέσεις εξουσίας μιας συντροφιάς συνομηλίκων του, που την περίοδο εκείνη υπέτασσαν την Ασία.

 Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κάποιες επιπτώσεις ανάμεσα στους νεαρούς Αθηναίους. Και οι επιπτώσεις αυτές δημιουργούσαν ένα ιδιότυπο κλίμα, έστω κι αν κάθε υποομάδα της νεολαίας προσλάμβανε και ερμήνευε τις εξελίξεις με διαφορετικό τρόπο. Γιατί στην Αθήνα, σε αντίθεση με τη Σπάρτη και τις άλλες λακωνίζουσες δωρικές πόλεις,   υπήρχαν και υποομάδες και ρεύματα και τάσεις, τόσο ανάμεσα στους ενήλικες, όσο και ανάμεσα στους νέους.

Ας αρχίσουμε από τους νεαρούς που παρακολουθούσαν την ακαδημία του Πλάτωνα (ως επί το πλείστον  γόνους ολιγαρχικών αριστοκρατικών οικογενειών), αλλά και εκείνους που τους ακολουθούσαν και συμμερίζονταν τις απόψεις τους, έστω κι αν δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες που θα τους επέτρεπαν να συμμετέχουν σε όλες  τις ¨ακαδημαϊκές¨ δραστηριότητες.

Εκεί στην Ακαδημία, κατά τη γνώμη μου, ο νεανικός ενθουσιασμός οδηγούσε, σε δύο ¨φυγές¨: μία προς τα μπρος και μία προς τα πίσω.

Δηλαδή, αφ’ ενός  προς μια επιθυμητή μελλοντική Ουτοπία,  όμοια ή παρόμοια με εκείνη που έχει περιγράψει ο Πλάτωνας στην ¨Πολιτεία¨ του, και αφ’ ετέρου προς τα αρχέγονα ελληνικά ιδεώδη της Ομηρικής Εποχής, όπως εκείνα που εφαρμόζονται ακόμη και σήμερα στην Σπάρτη.  Και τα δύο αυτά ¨ιδανικά¨ απείχαν παρασάγγες από τις επιδιώξεις και τα οράματα που εξέφραζαν οι, ως επί το πλείστον, ¨περί των πραγμάτων τυρβάζοντες¨ (πραγματιστές)¨ και ¨συμβιβαστικοί¨ ρήτορες του κοινοβουλίου.

Στο άλλο αθηναϊκό γυμνάσιο/φιλοσοφική σχολή, το Λύκειο  του Αριστοτέλη, είχε κατά κάποιο τρόπο διοχετευτεί το νεανικό κοινό που άλλοτε ακολουθούσε τον Ισοκράτη, έστω και εάν ο Σταγειρήτης είχε εμφανώς διαφοροποιημένες απόψεις και είχε προσανατολίσει τη θεματολογία της σχολής του σε ένα σωρό οργανωμένα πλέον  θέματα, όπως η Φυσική, η Ηθική, η Αισθητική και όχι, όπως έκανε ο παλιός δάσκαλος,  στη Ρητορική, την ενταγμένη στην πολιτική προσπάθεια ενοποίησης των Ελλήνων.

Όμως, η λατρεία του ¨ορθού λόγου¨  και η συστηματική ταξινόμηση των κεκτημένων γνώσεων των Αριστοτελικών περιπατητών[1], οδηγούσε σε αλλαγές του τρόπου σκέψης των νέων, προς το παρόν όχι άμεσα διακριτές, αλλά που σίγουρα εγκυμονούσαν εκπλήξεις και, ενδεχομένως, εκρήξεις. Ήδη όμως ήταν φανερό ότι οι νεαροί αριστοτελικοί δεν ανέχονταν ασυζητητί τους μύθους που πλάσαραν οι παλιοί ρήτορες ούτε τα σοφίσματα που προτιμούσαν οι πιο εκσυγχρονισμένοι. Υπήρχε λοιπόν και εκεί κάποια αδιόρατη δυσαρέσκεια και τα σπέρματα μιας τάσης για αμφισβήτηση.  

Ο τόπος πάντως όπου η νεανική αμφισβήτηση έπαιρνε τα πιο έντονα (και ενίοτε τα πιο διασκεδαστικά για μερικούς και ανησυχητικά για άλλους) χαρακτηριστικά της, ήταν το τρίτο γυμνάσιο-σχολή της Αθήνας, το Δημόσιο Γυμνάσιο του Κυνοσάργους.

Εκεί, στην αριστερή όχθη του Ιλισού, και όχι πάντοτε και κατ’ ανάγκην στα πλαίσια των κανονικών τακτικών μαθημάτων και διαλέξεων, αλλά, συχνότερα, άτυπα και έξω από την οργανωμένη διδακτική δραστηριότητα, όχι τόσο στις αίθουσες, όσο κάτω από τα σκιερά πλατάνια, είχε δημιουργηθεί εδώ και καιρό μια ευδιάκριτη εστία έντονων προβληματισμών και συζητήσεων πάνω σε θέματα ηθικά, κοινωνικά, και πολιτικά.

Στον ειδυλλιακό αυτόν τόπο μαζεύονταν λογής λογής νεολαίοι, άλλοι εύποροι, άλλοι λιγότερο, ορισμένοι (λίγοι) αριστοκρατικής προέλευσης, άλλοι (οι περισσότεροι) γιοι ¨παραλιακών¨ εμπόρων, ακόμη και πλούσιων μετοίκων. Εδώ, που και που, μπορούσες επίσης να συναντήσεις  ως και κάποια φιλομαθή κορασίδα,  ή, όχι και τόσο σπάνια, κάποια διανοούμενη εταίρα.

Κανονικά, σε αυτό το Γυμνάσιο, το μόνο που δεχόταν επισήμως τους μη αμιγείς Αθηναίους, θα έπρεπε να έχω φοιτήσει και εγώ. Όμως, οι σχέσεις του Ευρύνου με τμήμα των ισχυρών πολιτικών της εποχής και η προσωπική του φιλία με τον Ισοκράτη, με είχαν οδηγήσει στην ιδιωτική σχολή του μεγάλου ρήτορα. Πρέπει πάντως να παραδεχτώ ότι, ήδη από τότε, με γοήτευε η φήμη αυτού του αντισυμβατικού τόπου, όπου οι προβληματισμοί ανακατεύονταν με τραγούδια και με αστεϊσμούς που σύντομα περνούσαν από την αριστερή όχθη του Ιλισού στη δεξιά  για να διασκεδάσουν το όλον Άστυ.

ξξ

[…] Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Αθήνα ήταν ήδη τότε μια μεγάλη ¨Γυμνασιούπολη¨, φημισμένη ανά την Μεσόγειο, της οποίας τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά, παρακολουθούσε μεγάλο πλήθος νέων από τις άλλες ελληνικές μητροπόλεις, από τις αποικίες, καθώς και γόνοι αλλοδαπών εθνών. Όπως για τους αμιγώς Αθηναίους, έτσι και για τους αμιγώς ξένους (οι οποίοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Πόλη μόλις θα τελείωναν τις σπουδές τους) δεν υπήρχαν απαγορεύσεις επιλογής. Εφόσον διέθεταν τα απαραίτητα χρήματα μπορούσαν να επιλέξουν Σχολή και Δάσκαλο. Από αυτήν την κατηγορία νέων, που με θαυμασμό και περιέργεια περιδιάβαιναν πέρα δώθε την Αττική Γη προήλθαν, αργότερα, ξένοι ηγέτες – φίλοι της Αθήνας, αρχηγοί νέων φιλοσοφικών ρευμάτων, ενώ, παρά το παρακμιακό στοιχείο που ήδη διάβρωνε την ατμόσφαιρα εκείνη την εποχή,  οι αθηναϊκοί προβληματισμοί μεταλαμπαδεύονταν στο σύνολο του ελληνικού χώρου.

Έλεγα λοιπόν πως, παρά το ότι γνώριζα ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αθηναίων νέων της εποχής, δεν είχα προβλέψει ότι θα μπορούσαν να εμφανιστούν διεκδικητικά στο πολιτικό προσκήνιο. Γι αυτό, αμέσως μετά τα ¨γεγονότα¨ ανέθεσα στον Οινοκράτη να ψάξει και να μου βρει όσα στοιχεία μπορούσε.

11742690_876721375729908_2855430062594121711_n

[1] Κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος κειμένου, το Λύκειο του Αριστοτέλη, χάρη στην εκτός αιθουσών διδασκαλία, είχε αποκτήσει την επωνυμία ¨Περιπατητική Σχολή¨ και οι οπαδοί – μαθητές του Αριστοτέλη αποκαλούντο ήδη ¨περιπατητικοί¨.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τρίτο: Απόψε έχει τελετή

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

RF0073

Κεφάλαιο τρίτο. Πριν την τελετή

Ο Εύελπις προσπαθεί να παραμερίσει το συγκινησιακό φορτίο της πρώτης-μέρας-ξανά-στην-Αθήνα και να συγκεντρωθεί. Δεν είναι εύκολο.

Ανακαλύπτει με έκπληξη ότι θα ήθελε να κάνει πράγματα που άλλοτε του φαίνονταν μάλλον ανιαρά και συχνά περιττά, όπως το να καθίσει στο αίθριο και να πιάσει ψιλοκουβέντα με τον πατέρα Ευρύνου, με τη μητέρα Άνθεμη, με την αγαπημένη αδελφή Δανάη, που δεν είναι πια τόσο μικρή, και να μάθει με λεπτομέρειες πώς είναι οι ίδιοι, τι κάνουν οι συγγενείς και οι παλιοί φίλοι που ξανασυνάντησε χτες, να καλύψει κάπως τα κενά των τελευταίων τεσσάρων χρόνων και να αισθανθεί σαν να μην έφυγε ποτέ.

Με τον Ευρύνου, ευτυχώς, είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατά τη διάρκεια της διαδρομής από τον Πειραιά ως τον Λυκαβηττό. Μίλησαν για πολλά κι ανάμεσά τους και για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Ο Ευρύνους έχει πάντοτε άποψη για τα τεκταινόμενα στην Αθήνα, και οι εκτιμήσεις του είναι σχεδόν πάντα ψύχραιμες και αντικειμενικές, τόσο που πολλοί Αθηναίοι φίλοι έρχονται και ζητούν συχνά την γνώμη του πριν πάρουν θέση στη Βουλή για σημαντικά θέματα.

Όμως, με το που έφτασαν στο σπίτι, τον Εύελπι τον διεκδίκησαν οι συγγενείς, οι φίλοι και κυρίως οι γυναίκες, η Άνθεμη και η Δανάη. Νιώθει ότι τους χρωστάει κι άλλη, περισσότερη προσοχή. ¨Ευτυχώς, όπου να ‘ναι φτάνουν από το λιμάνι οι αποσκευές με τα δώρα¨, σκέφτεται και χαμογελάει. Γίνεται πάλι αισιόδοξος: Για όλα θα υπάρξει καιρός.

Σήμερα όμως όλα δείχνουν πως η μέρα θα είναι έντονη. Τις εσπερινές ώρες, όταν ο ήλιος πάψει να καίει ενοχλητικά, προβλέπεται η τελετή στο Λεωκόριο. Και εκτός αυτού,  τόσο η εθιμοτυπία, όσο και η αναγκαιότητα να εκτελέσει σωστά τις διάφορες επιταγές της αποστολής του, τού επιβάλλουν να επισκεφτεί τον ¨αρχηγεύοντα¨ του Δήμου, τον  άρχοντα στρατηγό Φωκίωνα.  

Ο Αισχύνης και ο Δημάδης, οι δύο σημαντικότεροι ηγέτες της φιλομακεδονικής παράταξης θα είναι σίγουρα παρόντες στην τελετή και πιθανότατα στο δείπνο που θα παρατεθεί μετά. Θα τους δει εκεί δημόσια και, επίσης δημόσια, σκοπεύει να δηλώσει ότι θέλει να συναντηθεί όχι μόνο με τους θεωρούμενους ως προσκείμενους στην ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, την οποία άλλωστε δεν εκπροσωπεί, αλλά με τους πάντες. Ακόμη και με τον ρήτορα Δημοσθένη εάν εκείνος το επιθυμεί.

Οι συναντήσεις αυτές ανάμεσα στην αθηναϊκή πολυαρχία και έναν εκπρόσωπο όχι των μακεδόνων, αλλά της κοινής προελαύνουσας εκστρατείας, δεν πρέπει να είναι κρυφές. Ξέρει ότι κάθε μυστική  επαφή μπορεί να προκαλέσει κακόβουλα σχόλια, ανοιχτές επικρίσεις και  ηθελημένες διαβολές που εν τέλει θα δυσκολέψουν την αποστολή του.

 Ξέρει επίσης ότι οι κινήσεις του ενδιαφέρουν πολλούς και ούτως ή άλλως θα παρακολουθούνται. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να κάνει εκ των προτέρων γνωστή την πρόθεσή του να συναντήσει και να ενημερώσει όποιον ενδιαφέρεται για την επέλαση των  ελληνικών στρατευμάτων στην Ασία. Μένει να επαληθευτεί αν οι δικές του καλές προθέσεις θα αντιστοιχούν με εκείνες των άλλων. Στο κάτω κάτω, πρέπει να ‘χει κανείς κατά νου ότι βρισκόμαστε στην σημερινή ¨σοφιστική¨ Αθήνα, όπου το τι ¨φαίνεται ότι είσαι¨ μετράει ίσως περισσότερο από το τι ¨είσαι στην πραγματικότητα¨, άρα: προσοχή.

Από ό, τι του είπε ο Λυκούργος, είναι σίγουρο ότι ¨απόψε στο Λεωκόριο και μετά, στο Δείπνο, θα είναι παρών ο εντονότερος από τους ρήτορες που εχθρεύονται τους Μακεδόνες και την κοινή δράση μαζί τους, ο πασίγνωστος πλέον Δημοσθένης¨. Και όχι μόνο θα είναι παρών αλλά,  όπως υπαγορεύουν οι δημοκρατικές διαδικασίες, θα μιλήσει κιόλας.

¨Θα χαρώ να τον ακούσω¨, απάντησε ο Εύελπις και χαμογέλασε. Εκείνο που κάπως τον ανησυχεί δεν είναι η ομιλία  που θα εκφωνήσει ο Παιανέας,  είναι ότι ο Λυκούργος του ζήτησε να απευθύνει χαιρετισμό στους Αθηναίους και ο εκείνος ο ίδιος.

¨Κάτι τέτοιο θεωρείται μέγιστη τιμή¨, σκέφτεται, ¨και επί πλέον μου δίνει την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής ορισμένα πράγματα, αλλά, κακά τα ψέματα, μπορεί να κρύβει απροσδόκητες παγίδες. Οι Αθηναίοι πολίτες είναι μαθημένοι σε πολύ καλύτερους ρήτορες από μένα, και, διαιρεμένοι όπως είναι αυτόν τον καιρό,  ασφαλώς αποτελούν ένα κοινό δύσκολο ¨.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πει όχι. Ζητάει όμως ορισμένα πράγματα. 

Πρώτο: Η εθιμοτυπική συνάντηση με τον Φωκίωνα να γίνει οπωσδήποτε πριν από την τελετή και την εκφώνηση των λόγων και όχι μετά. Θέλει να είναι έγκυρα και έγκαιρα κατατοπισμένος πριν μιλήσει δημόσια. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε  ο Λυκούργος, «έτσι το έχουμε προβλέψει. Θα σε δεχτεί στο Βουλευτήριο και από κει θα πάμε όλοι μαζί στο Λεωκόριο».

Δεύτερο: Να μιλήσει τελευταίος ώστε, αν χρειαστεί, να απαντήσει σε ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Καμία αντίρρηση ούτε σ’  αυτό.

Τρίτο και τελευταίο, θέλει να μάθει ποιοι άλλοι θα μιλήσουν εκτός από τον Παιανέα και τον ίδιο. Η απάντηση ήταν: «Μόνον ένας, ο ίδιος ο στρατηγός Φωκίωνας. Θα μιλήσει πρώτος μόλις ολοκληρωθεί η θυσία. Μετά ο λόγος θα δοθεί στον Δημοσθένη και θα κλείσεις εσύ. Ύστερα θα αποκαλύψουμε τα αγάλματα και μετά θα πάμε στην Θόλο του Πρυτανείου για το δείπνο».

Φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν στην τελετή της επανατοποθέτησης των αγαλμάτων έχουν οργανωθεί με επιμέλεια, σύμφωνα πάντοτε με τα αθηναϊκά ήθη. 

Ο Εύελπις αναρωτιέται προς στιγμήν αν, απόψε, θα καταφέρει να έχει μια πρώτη επαφή και με το δάσκαλο Αριστοτέλη. Μετά σκέφτεται ότι είναι πιθανό ο ¨φιλοξενούμενος¨ στην Αθήνα Σταγειρίτης να μην θεωρήσει απαραίτητο (ή και να μην έχει καν κληθεί) να παραστεί σε μια τελετή που αφορά ¨εσωτερικά¨ ιστορικά  θέματα της  Πόλης.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, είναι ορθό να αναγγείλει την άφιξή του στον Δάσκαλο σήμερα κιόλας. Συντάσσει λοιπόν μια επιστολή όπου υποβάλλει τα σέβη του στον Αριστοτέλη και ζητάει να γίνει δεκτός στο Λύκειο αύριο το απόγευμα, προκειμένου να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς του βασιλέα Αλέξανδρου και του επικεφαλής των Λογίων, ιστορικού Καλλισθένη.

Στέλνει την επιστολή με έναν υπηρέτη και παρακαλεί τον Ευρύνου να ετοιμαστεί για να τον συνοδέψει στην επίσκεψη στον Φωκίωνα. Η υπόλοιπη οικογένεια θα ξεκινήσει αργότερα και θα κατευθυνθεί στην Αγορά για να παρακολουθήσει την τελετή.

Δύο άλογα ζεύονται στο κομψό όχημα που ο οίκος των Μεγαρέων χρησιμοποιεί για τις  μετακινήσεις σε όσους  δρόμους της Αττικής έχουν λιθοστρωθεί, ο ηνίοχος παίρνει τη θέση του και, πατέρας και γιος, ξεκινούν για το κέντρο της Πόλης.

  Ένα ελαφρό αεράκι ανηφορίζει από το Φάληρο και σπάει την κάψα του θερινού απομεσήμερου. Ο Εύελπις χαλαρώνει. Δίπλα του υπάρχει το σημαντικότερο σύμβολο ασφάλειας: ο πατέρας. Είναι και πάλι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

Ωστόσο, ο  Εύελπις δεν θα ήταν τόσο βέβαιος  για την αίσια έκβαση αυτής της ιστορικής μέρας αν ήξερε μερικά πράγματα που είχαν συμβεί στο κλεινόν άστυ τα τελευταία δεκαήμερα.

ddef0392980019d10dfa921b22c70b0e

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο δεύτερο: Η Κυρά Φρύνη απορεί…

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

agora market

Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο δεύτερο: Οινοκράτης προς Πουλχερίδιον (Η κυρά Φρύνη απορεί…)

Αγαπητό Πουλχερίδιο, αυτή τη φορά δεν έχω να σου διηγηθώ περιπετειώδεις και εναγώνιες ιστορίες. Ωστόσο κάτι μου λέει ότι, τόσο εσύ, όσο και η κυρά σου η Θαίδα που κατάγεται από αυτά εδώ τα μέρη, θα πρέπει να βρείτε ενδιαφέροντα τα παρακάτω νέα από τη καθημερινή, ¨ανθρώπινη¨ ζωή σε αυτή τη τόσο ζωντανή μεγάλη πόλη όπου μόλις επιστρέψαμε.

Ας αρχίσω λοιπόν αξιέραστο Πουλχερίδιο,   λέγοντάς σου ότι για την επιστροφή μας είχε οργανωθεί μεγάλο γλέντι στον οίκο του αφέντη Ευρύνου.  

Όπως ευχόμουνα από καρδιάς, η οικογένεια είναι καλά και, μάλιστα, έχει αυξηθεί. Η Δανάη, η κόρη του πρεσβύτερου αφέντη -μικρό κοριτσάκι μου φαινόταν όταν ξεκινήσαμε για την εκστρατεία- είναι πια μια όμορφη μικροπαντρεμένη κυρά.  Ένα παλικάρι ονόματι Αθηνογένης, παλιός παιδικός φίλος του κυρίου μου του Εύελπι -μολονότι ακραιφνής αθηναίος,  την είχε ζητήσει σε γάμο πέρυσι. Ο Ευρύνους, κατά βάθος ξέρω ότι θα προτιμούσε να κάνει γαμπρό έναν Δωριέα, αλλά, έχοντας ανέκαθεν πάρει θέση ενάντια σε αυτού του είδους τις διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη ζωηρή επιθυμία της μοναχοκόρης του, είχε συναινέσει. Εμείς, στην Ασία (εγώ κι ο κύριος Εύελπις) τα είχαμε, βέβαια, μάθει όλα αυτά κι είχαμε χαρεί, αλλά άλλο είναι να συμμετέχεις σε μια τέτοια χαρά από μακριά και άλλο να την ζεις μαζί με τους πρωταγωνιστές της.

Επειδή ο Αθηνογένης είναι ορφανός από μητέρα, το νεαρό ζευγάρι θα παραμείνει μέχρι τον τοκετό και την περίοδο της λοχείας σε εμάς, κάτω από τις φροντίδες της κυράς Άνθεμης της συμβίας και μητέρας των νόμιμων κληρονόμων του Ευρύνου, που διοικεί με ικανότητα και αρχοντιά τον οίκο των Μεγαρέων στην Αθήνα.

Φαντάζεσαι λοιπόν σε τι πελάγη ευτυχίας πλέει τώρα ο γέρο Ευρύνους και η κυρά  Άνθεμη: Επιστροφή του μοναχογιού και έλευση ενός επιγόνου!

Αγαπητό Πουλχερίδιο, ξέρω πως κατάγεσαι από την Ιωνία, αλλά δεν ξέρω αν έχεις επισκεφτεί την Αθήνα κι αν γνωρίζεις τα κατατόπια. Εγώ, που όπως ξέρεις κατάγομαι από τις Συρακούσες, μια αδιαμφισβήτητα όμορφη πόλη της Δύσης, δεν διστάζω να αναγνωρίσω ότι η Αθήνα με γοητεύει. Και μπορώ να πω ότι αυτήν την έλξη της πόλης πάνω μου τη συνειδητοποίησα σαφέστερα τώρα που επέστρεψα εδώ ύστερα από μακρόχρονη απουσία.

Θα σου πω λοιπόν ότι ένιωσα ανυπόκριτη χαρά διασχίζοντας και πάλι το άστυ χθες, πρώτη μέρα της επιστροφής, έστω κι αν ο αττικός ουρανός είχε πάρει να σκουραίνει και δεν διέκρινα πολλά πράγματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Ευρύνου είχε βραδιάσει για τα καλά. Η ευρύχωρη έπαυλη που του έχει παραχωρηθεί και που βρίσκεται λίγο έξω από τα τείχη του άστεως, στους πρόποδες του κωνικού δασωμένου λόφου που  ονομάζεται Λυκαβηττός, έλαμπε από δεκάδες φανούς, δαυλούς και κεριά. Γείτονες και φίλοι είχαν φτάσει από νωρίς και μας περίμεναν στη δροσιά του κήπου.

Δύσκολο να σου περιγράψω τη χαρά, τη συγκίνηση, τις αγκαλιές, τα δάκρια, τα ενθουσιώδη λογύδρια, τις πανηγυρικές φωνές, το ελαφρό, αρωματικό, ρετσινάτο κρασί, τη μουσική και τα τραγούδια από τους κιθαρωδούς που πλαισίωναν αυτή τη ξεχωριστή βραδιά. Να σου πω μόνο ότι το προσωπικό του Οίκου, είχε ζητήσει την άδεια να ετοιμάσει ξεχωριστή γιορτή για μένα, μια άλλη μέρα, αλλά η κυρά Άνθεμη τους είχε εξηγήσει ότι η γιορτή που η ίδια προετοίμασε θα είναι εξ ίσου αφιερωμένη στο γιό της τον Εύελπι και στον πιστό και αφοσιωμένο Οινοκράτη.  Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον Εύελπι και μένα που ήμασταν οι τιμώμενοι και ούτως ή άλλως κάπως συνεπαρμένοι απ’ τη συγκίνηση του νόστου, εκείνος που έμοιαζε κατ’ εξοχήν να  χαίρεται και να απολαμβάνει τη γιορτή, μιλώντας μάλιστα ακατάσχετα (και ανενδοίαστα) τα ιδιότυπα ελληνικά του, ήταν ο φίλτατος Χονδρόης, που όλα αυτά του φαίνονταν συμπαθητικά, αξιοπερίεργα και, βεβαίως, κάπως εξωτικά.

Όταν η γιορτή τέλειωσε και οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν, ζήτησα από τους φίλους μου του υπηρετικού προσωπικού να μου στρώσουν για απόψε έξω, σε μια γωνιά του πίσω κήπου. Ήθελα πριν αποκοιμηθώ να κοιτάξω τα σπινθηροβόλα αστέρια και να ξανακούσω το τραγούδι των γρύλων των Αττικών.

.

Την επόμενη μέρα, πέρασα σχεδόν όλο το πρωί απαντώντας στις ασταμάτητες ερωτήσεις της κυράς Άνθεμης και της μικρής κυρίας Δανάης σχετικά με τα γεγονότα και τη ζωή στην εκστρατεία∙ ύστερα, όταν ο αφέντης Εύελπις ξύπνησε, μου υπενθύμισε ότι έπρεπε να περάσω από τον οίκο του Παλαμήδη στη συνοικία του Κεραμικού και να τον συνοδέψω στην επίσκεψή του στη κυρά Φρύνη που το μέγαρό της βρίσκεται κοντά στην Οδό των Τριπόδων κάτω από την Ακρόπολη. Να μη ξεχάσω επίσης να της υποβάλω τα σέβη του Εύελπι, τους χαιρετισμούς που μέσω εκείνου της στέλνει η Θαϊδα και να προσθέσω ότι θα την επισκεφτεί και ο ίδιος μια από τις επόμενες μέρες, μόλις ξεμπερδέψει με τα επείγοντα καθήκοντά του.  

Στο σπίτι του Παλαμήδη, αγαπητό Πουλχερίδιο, επικρατούσε ανάλογη κατάσταση με το δικό μας, δηλαδή μεθεόρτια. Αν και η σύζυγος και τα παιδιά του βετεράνου βρίσκονταν χτες στη Ζέα και είχαν λάβει μέρος όλοι μαζί στην ευχαριστήρια θυσία και τις χοές που είχε τελέσει αυτοπροσώπως ο Άρχων Βασιλέας Λυκούργος, επιστρέφοντας πίσω στον Κεραμικό, βρήκαν μια ακόμη εορταστική υποδοχή από συγγενείς, γείτονες και φίλους.  Επομένως η νύχτα υπήρξε μακρά, αλλά ο αγουροξυπνημένος Παλαμήδης ήταν ευδιάθετος ή μάλλον ευτυχής και αφού με κέρασε τα δέοντα, διαφημίζοντάς τα ως εξαιρετικές μαγειρικές δημιουργίες της συζύγου και των θυγατέρων του, έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το υποζύγιο και το όχημα με το οποίο ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης.

Ξέρω πως το να συναντήσεις την Κυρά Φρύνη δεν είναι εύκολο πράγμα και ότι απαιτεί υπομονή, καθώς ο κατάλογος των επίδοξων επισκεπτών της είναι μακρύς και γεμάτος ονόματα διάσημων και εύπορων Αθηναίων. Ωστόσο, όταν αναγγείλαμε ότι είμαστε φορείς μιας επιστολής της Θαΐδας, (πες το αυτό στην κυρά σου, θα χαρεί) η αναμονή υπήρξε ελάχιστη και σύντομα βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το αρχοντικό προϊόν της πιο εύχαρης ονειροφαντασίας των θεών, στο οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο για να αποφευχθεί  κάθε κίνδυνος αθέλητης βασκανίας, δόθηκε το όνομα ενός βάτραχου[1].

Τον βετεράνο πολεμιστή Παλαμήδη, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ξέρω ότι παθιάζεται εύκολα με τα παιχνίδια της τύχης και της συγκυρίας, αλλά, κατά τα άλλα, είναι ένας πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Δε πίστευα λοιπόν ότι θα έμενε με το στόμα ανοιχτό να παρατηρεί ενεός τις αεράτες κινήσεις του πανέμορφου κορμιού της Κυράς, κάτω από το λεπτό πολύπτυχο φόρεμά της, καθώς μας υποδεχόταν χαμογελαστή.

Τέλος πάντων, μόλις ξεπεράσαμε την πρώτη αθέλητη ταραχή, ο Παλαμήδης έβγαλε από το δισάκι του τον κύλινδρο που περιείχε το γράμμα της Θαΐδας και τον παρέδωσε στην Φρύνη. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά δεν άνοιξε τη συσκευασία, παρά την τοποθέτησε στο ανάκλινδρο δίπλα της, προφανώς για να διαβάσει την επιστολή αργότερα, με την ησυχία της. Ύστερα, αφού μας ρώτησε τα τυπικά για το ταξίδι και τα αυτονόητα για την πορεία των μαχών στην μακρινή Ασία (και εμείς την διαβεβαιώσαμε ότι οι μάχες εξακολουθούν να είναι για εμάς νικηφόρες και μόνο νικηφόρες!)  έδειξε ότι υπήρχε ένα θέμα που την απασχολούσε κάπως ιδιαίτερα και για το οποίο θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες.

«Δεν ξέρω αν μου γράφει σχετικά η Θαίδα, αλλά εάν η επιστολή της καθυστέρησε στα Σούσα και στην Τύρο, όπως μου είπατε, μάλλον τα γεγονότα συνέβησαν μετά… και δε θα πρόλαβε να τα σχολιάσει…»

Την κοιτάξαμε και οι δύο ερωτηματικά.

«Λέω για την πυρπόληση της Περσέπολης, για την οποία τα νέα έφτασαν εδώ πρόσφατα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλές και αντιφατικές φήμες. Εσείς μάλλον θα ξέρετε καλύτερα τι συνέβη».

Και εδώ τα ίδια, σκέφτηκα. Ύστερα μέσα μου ξύπνησε ξαφνικά και πάλι ο διερευνητικός, ανιχνευτικός και φιλομαθής Οινοκράτης και έτσι, αντί να απαντήσω, όπως θα ήταν κόσμιο, ότι ούτε εγώ ούτε ο Παλαμήδης ήμασταν στην Περσέπολη όταν έγινε το κακό, την ρώτησα με τη σειρά μου:

«Τι ακριβώς λένε οι φήμες;»

«Εξαρτάται. κυκλοφορούν όπως σας είπα πολλών λογιών σχόλια.  Εσείς λείπετε τέσσερα χρόνια, αλλά η κατάσταση εδώ, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Κυριαρχεί πάντοτε η διένεξη ανάμεσα στους φίλους των Μακεδόνων και τους ενάντιους. Το περίεργο είναι ότι και μέσα σ’ αυτά τα δύο ¨στρατόπεδα¨ για το θέμα της φωτιάς στην Περσέπολη κυκλοφορούν  διαφορετικές εκδοχές. Μερικοί φιλομακεδόνες υποστηρίζουν ότι η Περσέπολη κάηκε -και ¨καλά τους κάνανε¨ – από τον Αλέξανδρο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι επιεικής απέναντι στην Περσική αυτοκρατορία, τουλάχιστον όσο ο Δαρείος είναι  ζωντανός και αντιστέκεται. Άλλοι πάλι, από το ίδιο πολιτικό ρεύμα, λένε πως ο Αλέξανδρος σκοπεύει να ενσωματώσει Πέρσες και Μακεδόνες σε μια νέα μικτή αυτοκρατορία και ότι η Θαίδα, ενεργώντας κάτω από εντολές αθηναϊκής προέλευσης παρακίνησε τους Μακεδόνες να κάψουν την πρωτεύουσα πόλη των Περσών, για να υπονομευτεί μια τέτοια πολιτική. Αλλά αυτή η ενέργεια, λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη, αν όχι ολέθρια, και μπορεί, το λιγότερο, να στοιχίσει στην Αθήνα τις τωρινές καλές σχέσεις με τον βασιλέα».

Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Τώρα και οι δύο την κοιτούσαμε, όχι μόνον ερωτηματικά, αλλά και με θαυμασμό που δεν οφειλόταν πια στο τέλειο παρουσιαστικό, ούτε στη βαθειά μουσικότητα της φωνής της, αλλά στην ευχέρεια με την οποία συνέθετε και παρουσίαζε την περιπλεγμένη πολιτική ζωή των Αθηναίων.  Η Φρύνη μας κοίταξε κι αυτή για λίγο με τα ελκυστικά γαλάζια μάτια της. Ήταν φανερό ότι της άρεσε να μιλάει για τα πολιτικά και ότι ήξερε, θα έλεγα, περισσότερα από όσα εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς ότι ξέρει.

«Αλλά και οι ενάντιοι στην μακεδονική επιρροή, οι κλασικοί αθηναίοι πατριώτες, δεν έχουν μια ενιαία εκδοχή για τα γεγονότα της Περσέπολης», συνέχισε η Φρύνη. «Μερικοί, οι πιο φανατικοί ας πούμε, είδαν μόνο την ευκαιρία να αναδείξουν μια ακόμη ηρωίδα των καιρών. Την Θαίδα που εκδικείται! Οι Μακεδόνες δεν μετράνε σ’ αυτή την εκδοχή. Η παρτίδα παίχτηκε ανάμεσα στους Πέρσες και την Ελληνοπούλα! Εκείνη γκρέμισε τα παλάτια τους και, ασφαλώς, ¨καλά τους έκανε¨. Οι Αθηναίοι είναι εξαιρετικά καλοί στο να φτιάχνουν ήρωες όταν τους χρειάζονται». Χαμογέλασε πάλι, σα να ζητούσε την κατανόησή μας. «Άλλοι αθηνοκεντρικοί πάλι, λένε ότι η πυρπόληση και η καταστροφή για λόγους εφήμερης σκοπιμότητας δεν  ανήκει στις Αρχές και τις Αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Ιστορία, λένε, μας έχει δώσει τα μαθήματά της και όλοι αισθανόμαστε ακόμη το άγος της Μήλου. Επομένως κανένας αθηναίος δημοκράτης δεν θα διανοείτο ποτέ να προξενήσει μιαρές καταστάσεις, έστω έμμεσα και έστω κι αν μιλάμε για απομακρυσμένες περιοχές της υφηλίου. Εσείς που ήσασταν εκεί, στην εκστρατεία, πείτε μου: ποιοι έχουν περισσότερο δικιο;»

Πήρα το λόγο πρώτος για να αποτρέψω ενδεχόμενες υποκειμενικές εξομολογήσεις του Παλαμήδη.

«Θελκτική και αγαπημένη των Αθηναίων Φρύνη, δυστυχώς όταν συνέβη ο εμπρησμός ούτε ο ευπατρίδης Παλαμήδης από ‘δω, ούτε ο υποφαινόμενος δούλος σου Οινοκράτης βρισκόταν στην Περσέπολη. Ήμασταν και οι δύο στα Σούσα, όπου τα όσα κυκλοφόρησαν για τα γεγονότα της Περσέπολης είναι εξ ίσου ποικίλα με εκείνα που μόλις ανέφερες. Όμως ήταν εκεί ο κύριός μου ο Εύελπις του Ευρύνου. Θεωρώ  ότι όταν -μια από τις επόμενες μέρες- θα σε επισκεφτεί, θα μπορέσει ίσως να σε διαφωτίσει σχετικά. Τώρα θα θέλαμε να μας επιτρέψεις να αναχωρήσουμε γιατί σε λίγο, στην Αγορά, θα γίνει τελετή για την επανεγκατάσταση των αγαλμάτων των τυραννοκτόνων και ο Παλαμήδης από δω έχει το καθήκον να είναι παρόν.

«Είναι τελετή ή συνεδρίαση που θα εκδώσει ψήφισμα; Θέλω να πω είναι για όλο το λαό ή μόνο για τους άρρενες;»

«Απ’ ότι ξέρω, είναι παλλαϊκή γιορτή».

«Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. ίσως αργότερα περάσω κι εγώ από εκεί»

Θυμήθηκα ότι είχα μάθει και κάτι άλλο που την αφορά.

«Α, και κάτι άλλο, ωραιότατη Φρύνη. Παραλίγο να το ξεχάσω. Από ό, τι έμαθα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, από φίλους μου της ημεροδρομικής υπηρεσίας, ανάμεσα στα δέματα που μετέφεραν τα πλοία, υπάρχει και ένα για σένα. Αποστολέας είναι και σ’ αυτό η κυρά Θαΐδα. Υποθέτω ότι όπου να ‘ναι θα σε ειδοποιήσουν σχετικά».

«Σε ευχαριστώ αγαπητέ Οινοκράτη και εσένα αγαπητέ Παλαμήδη, μας χαμογέλασε η Ωραία και εγώ σκέφτηκα ότι είναι όμορφο να ακούς το όνομά σου -έστω το παρατσούκλι σου, από ένα τέτοιο στόμα..

  .

«Πόσων χρονών την κάνεις;» με ρώτησε ο Παλαμήδης, καθώς κατεβαίναμε την μαρμάρινη εξωτερική σκάλα του μεγάρου.

«Δεν την κάνω. Ξέρω πόσων χρονών είναι ακριβώς!»

«Πώς έτσι, σου εκμυστηρεύτηκε την ηλικία της η ίδια;»

«Ας πούμε ότι έχω πρόσβαση σε κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες που δεν είναι για όλους».

«Ε, λοιπόν πόσο είναι;»

«Επειδή κρίνω ότι δεν διακυβεύεται τίποτα το εξαιρετικά σημαντικό για τη δημόσια ασφάλεια», γέλασα, «θα σου πω».

«Λοιπόν;»

«Το ισοδύναμο δέκα ολυμπιάδων συν ένα. Με άλλα λόγια ετών τεσσαράκοντα ένα».

«Μα τους αρχιδαιμόνους αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ τη γυναίκα μου!»

«Είναι ο Κρόνος Χρόνος που παίζει τα παιχνίδια του», τον παρηγόρησα.

«Λες; Είναι κι αυτό θέμα τύχης;»

«Έτσι φαίνεται, αλλά και θέμα καλλυντικών ουσιών. Το πεσκέσι που στέλνει η Θαίδα, απ’ όσο ξέρω, περιέχει τέτοιες ουσίες. Εσύ έφερες ανάλογα δώρα στη συμβία σου;»

«Γαμώτο, όχι».

«Τότε μη παραπονιέσαι και κοίτα να επανορθώσεις».

.

Πήραμε την  Οδό των Τριπόδων, ύστερα την κεντρική λαοφόρο οδό των Παναθηναίων και μαζί με δεκάδες πολιτών που έκαναν την ίδια διαδρομή, κατηφορίσαμε προς τον Ηριδανό ή, πιο συγκεκριμένα, προς το σημείο εκείνο όπου ο παραπόταμος του Ιλισού έχει υπογειοποιηθεί από τον καιρό του Πεισίστρατου, για να περάσει από πάνω η οδός της τελετουργικής παρέλασης. Εκεί ο δρόμος των  Παναθηναίων διασταυρώνεται με την οδό της Αγοράς σχηματίζοντας οξεία γωνία και, εκτός από τα αγάλματα των δώδεκα θεών, υπάρχει το Λεωκόρειο, δηλαδή ο ναΐσκος προς τιμή του αρχαίου βασιλιά Λεώ, που είχε θυσιάσει τις κόρες του για το καλό της πόλης (κάτι τέτοια τα συνήθιζαν οι βασιλιάδες άλλοτε). Στο σημείο αυτό οι τυραννοκτόνοι είχαν καθαρίσει τον Ίππαρχο και εκεί βρίσκονταν τα γνήσια χάλκινα ομοιώματά τους πριν τα αρπάξει ο Ξέρξης.  

Πρέπει να πω ότι καταλαβαίνω την περιέργεια των αθηναίων που θέλουν να δουν πώς είχαν απεικονιστεί οι περίφημοι τυραννοκτόνοι, από εκείνους που τους είχαν δει ζωντανούς, γιατί όλοι ξέρουν ότι τα όμορφα αγάλματα που έχουν αντικαταστήσει τα πρωτότυπα στην αγορά, είναι εκδοχές δεόντως εξωραϊσμένες.

.

Ο ήλιος έπλεε προς τα δυτικά (όπως το συνηθίζει) και η περίεργη ξερή, αρωματισμένη αττική δροσιά απλωνόταν στο γύρο. Όπου να ‘ναι η τελετή η αφιερωμένη στην ανάκτηση των χάλκινων ¨φονέων των τυράννων¨ θα άρχιζε.

Ο Παλαμήδης, πολίτης νομιμόφρων  και τυπικός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία με άφησε για να πλησιάσει τους φίλους της φυλής του (ανήκει στη Λεοντίδα φυλή, με επώνυμο ήρωα τον Λεώ που λέγαμε παραπάνω).

Εγώ βρήκα έναν αναπαυτικό πάγκο σε ένα γειτονικό περιστύλιο, και περιμένω γιατί θέλω ν’ ακούσω το χαιρετισμό που θα απευθύνει στον Αθηναϊκό λαό ο Εύελπις. Μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, και ενώ άρχισαν να αγορεύουν οι λοιποί επίσημοι, ο νους μου ταξιδεύει σ’ σένα αγαπητό Πουλχερίδιο. Έβγαλα λοιπόν απ’ το δισάκι μου ένα λεπτό λεύκωμα[1] και με το καρβουνάκι μου άρχισα να ορνιθοσκαλίζω τις σκέψεις μου προς εσένα. Αύριο κιόλας θα σου τις στείλω. Α, ναι, να θυμηθώ να βάλω και ένα υστερόγραφο: Θα σου γράψω:

ΥΓ Θέλω να ελπίζω αγαπητό μου Πουλχερίδιο ότι η επιστολή μου θα φτάσει ως εσένα σε χρόνο ελάχιστο. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχω επικαλεστεί σχετικά (και πλουσιοπάροχα) τον αγγελιοφόρο Ερμή, και τη μικρή θεά Ίριδα, αλλά και επειδή κάποιες υπηρεσίες μου εκτιμήθηκαν δεόντως τελευταία, και μου αποδόθηκαν μερικά προνόμια. Ανάμεσά τους και κάποια προτεραιότητα στην υπηρεσία των Ημεροδρόμων.

Ο εσαεί πιστός θαυμαστής σου, Οινοκράτης.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

[1] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Μνησαρέτη από τις Θεσπιές αποκλήθηκε Φρύνη επειδή το δέρμα της ήταν λείο και διάφανο όπως του ομώνυμου βάτραχου (φρύνος).

[2] Λεύκωμα: ξύλινη, κατά κανόνα, επιφάνεια, βαμμένη λευκή όπου μπορούσε κανείς να γράψει με διάφορα μέσα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πρώτο: Στη Ζέα

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2017

ηγ

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Μέρος ΣΤ΄

Η αλυσίδα ανάμεσα στους δυο λιθόχτιστους πύργους που επιβλέπουν την είσοδο στο λιμάνι της Ζέας είναι κατεβασμένη αφήνοντάς μας το πέρασμα των εκατό μέτρων της εισόδου ελεύθερο. Η ακτή εκατέρωθεν είναι προστατευμένη από ισχυρό τείχος.  Μπαίνουμε στον κυκλικό ναύσταθμο, το ένα σκάφος μετά το άλλο, με τα πανιά κατεβασμένα και με χρωματιστές ταινίες να κυματίζουν ψηλά στους ιστούς.

Εμψυχωμένοι από τη χαρά της πετυχημένης επιστροφής και παρά την αδιαμφισβήτητη κούραση, οι ερέτες κωπηλατούν με επιδεξιότητα ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές κατευθυντήριες κραυγές των κελευστών. Σύντομα δένουμε στους χώρους που έχουν προβλεφτεί για μας, στο κεντρικό τμήμα του πέταλου ανάμεσα στους δύο φυσικούς βραχίονες του λιμανιού. Πρώτα τα στρογγυλά φορτηγά και μετά τα πολεμικά -με τα καλυμμένα από ορείχαλκο έμβολά τους να γυαλίζουν στον απογευματινό ήλιο.  

Το δικό μας ημιφορτηγό σκάφος που μεταφέρει τους ¨τυραννοκτόνους¨ και την  ομάδα που τους συνοδεύει,  θα προσδεθεί ακριβώς στο κέντρο της προκυμαίας. Δίπλα μας δένει το μακρύ, αιχμηρό σκαρί της τριήρους η οποία ηγείται της μοίρας των πολεμικών πλοίων που προστάτευσαν το ταξίδι μας από την ασιατική ακτή ίσαμε εδώ.

Ο ναύσταθμος της Ζέας είναι ένα από τα μέρη που βοηθούν στο να καταλάβει κανείς γιατί η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια αξιοσέβαστη δύναμη. Εδώ είναι ορατές οι υποδομές της ναυτικής ισχύος της πόλης της Παλλάδος: πλήρη ναυπηγεία, πολλές δεκάδες νεώσοικοι ικανοί να στεγάσουν εργασίες συντήρησης και επιδιόρθωσης παντός είδους πλοίων, αποθήκες, σκευοθήκες και, βέβαια, πλήθος από βιοτεχνικά εργαστήρια και καταστήματα εξειδικευμένα για κάθε ναυτική ανάγκη.

Επί πλέον υπάρχει ικανή επίβλεψη των χώρων του πολεμικού λιμανιού της Ζέας, όπως και του γειτονικού λιμανιού  της Μουνιχίας, από στρατιωτικά τμήματα που εδρεύουν στον υπερκείμενο ομώνυμο ¨Λόφο της Μουνιχίας ¨[1]. Στη νοτιοδυτική πλαγιά αυτού του λόφου βρίσκονται οι κατοικίες των εργαζόμενων στα λιμάνια, οι λέσχες των πληρωμάτων των πλοίων[2], καθώς και το απαραίτητο θέατρο για την ψυχαγωγία των πειραιωτών και των φιλοξενουμένων τους.

Δεν ξέρω ακριβώς αν το νέο της άφιξής μας έφτασε από τις φρυκτωρίες ή με άλλο τρόπο, γεγονός πάντως είναι ότι στην προκυμαία υπάρχει μεγάλο πλήθος που μας περιμένει και μας επευφημεί. Σίγουρα πρόκειται για τους συγγενείς των επαναπατρισμένων πολεμιστών και των πληρωμάτων,  όμως ακούω και θριαμβευτικές κραυγές και συνθήματα που αναφέρονται στην επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨.

Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει ο Καλλισθένης όταν υποστηρίζει ότι τα σύμβολα είναι πολύτιμος συνδετικός κρίκος για κάθε ομάδα ή κοινότητα: τόσο για τους συνωμότες πέρσες ευγενείς που ανασύρουν παλιά, αλλά εμβληματικά στέμματα και ξίφη προκειμένου να αμφισβητήσουν και να κατηγορήσουν για ενδοτικότητα τον Δαρείο, όσο και για  τους πολλούς αθηναίους δημοκρατικούς που πανηγυρίζουν γιατί τα αγάλματα των τυραννοκτόνων (κυρίως επειδή συμβολίζουν το κακό τέλος των τυράννων και τον τελικό θρίαμβο της δημοκρατίας) θα πάρουν και πάλι τη θέση τους στην Αγορά.

Καθώς τα πλοία ακινητοποιούνται οι ερέτες εγείρονται, σηκώνουν τα κουπιά όρθια δίπλα τους, τα σείουν σαν να ήτανε δόρατα και, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, κραυγάζουν συγχρονισμένα τα δικά τους, ναυτικά, συνθήματα αντιχαιρετισμού. Μετά τοποθετούν τα κουπιά στις εσωτερικές θήκες και αρχίζουν, κουνώντας  με ενθουσιασμό τα χέρια, να χαιρετάν τους γνωστούς και τους άγνωστους της παραλίας. Ωστόσο παραμένουν στα πλοία. Το σήμα της αποβίβασης δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στον κεντρικό ιστό της μοιραρχίδας.

Απέναντι από το δικό μας καράβι, στην κορυφή του κυκλικού λιμανιού, έχει στηθεί ένα πρόχειρο σκίαστρο για τους επίσημους που περιμένουν.  Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζουν τα έντονα χρώματα των ενδυμασιών των μελών της επιτροπής υποδοχής και γυαλίζουν οι περικεφαλαίες και οι αιχμές των ακοντίων της τιμητικής φρουράς που την συνοδεύει.

Ακούγονται μερικές κοφτές διαταγές και οι φρουροί καταφέρνουν με λίγες συντονισμένες κινήσεις να ανοίξουν ανάμεσα στο πλήθος έναν διάδρομο που οδηγεί από το σημείο όπου είναι συγκεντρωμένοι οι εκπρόσωποι της Πόλης, έως το πλευρισμένο πλοίο μας.

Το τιμητικό άγημα παρατάσσεται στις πλευρές του διαδρόμου και η επιτροπή ανεβαίνει στο κατάστρωμα και χαιρετά με σφίξιμο των καρπών και εναγκαλισμούς τον Μοίραρχο (που έχει στο μεταξύ περάσει μαζί με τους δύο ύπαρχους από την μοιραρχίδα στο δικό μας πλοίο), τον πλοίαρχο της ημιολκάδος που μας μετέφερε, τους πρέσβεις και, βέβαια, τον υποφαινόμενο, όχι ως γιο του ισοτελούς Ευρύνου από τα Μέγαρα, κάτοικου των Αθηνών, αλλά  ως ¨εκπρόσωπο της στρατιάς που με εντολή του Συνέδριου της Κορίνθου και κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, δίνει αυτήν τη στιγμή τις δέουσες απαντήσεις των Ελλήνων στην υπεροψία και τις παρελθούσες προκλήσεις της Ασιατικής Αυτοκρατορίας¨.

Ο επικεφαλής δεν είναι κανένας τυχαίος, παρά, όπως υποδεικνύει η ιερατική ράβδος που κρατάει, και το τελετουργικό αρχοντικό του κράνος, ο ίδιος ο εκλεγμένος ¨άρχοντας βασιλέας¨, του οποίου οι αρμοδιότητες, όπως είναι γνωστό, αφορούν κυρίως την επικοινωνία με τις θεότητες για το τρέχον έτος. Προφανώς, θα επακολουθήσει κάποια θρησκευτική τελετή. Ωραία, σκέφτομαι, έτσι θα ικανοποιηθούν και τα πιο θρησκευόμενα μέλη του πληρώματος τα οποία το πήραν κάπως βαριά που η νηοπομπή δεν σταμάτησε, ως είθισται, στο ναό του Σουνίου για να ευχαριστήσει το Μεγάλο Κύριο των Κυμάτων. 

Μετά ο άρχων βασιλέας βγάζει την εθιμοτυπική περικεφαλαία. Παρά το ότι η κώμη του είναι πλέον περισσότερο λευκή παρά γκρίζα, τον αναγνωρίζω αμέσως. Πρόκειται για τον ρήτορα Λυκούργο το γιο του Λυκόφρονα, της ιερατικής γενιάς των Βουτάδων, παλιό μαθητή του Πλάτωνα και, αργότερα, του δάσκαλου Ισοκράτη. Είναι επίσης, απ’ όσο ξέρω, ένας μάλλον μετριοπαθής αντιμακεδόνας, που ωστόσο θεωρείται το δεξί χέρι  του στρατηγού Φωκίωνα ο οποίος ¨αρχηγεύει¨ αυτή την περίοδο στην Αθήνα με την έμμεση συναίνεση των Μακεδόνων.

Τον θυμάμαι καλά.  Είχε πάντα τη φήμη του δίκαιου και του αδέκαστου άρχοντα. Μεταξύ μας, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να το έχει παρακάνει σε αυστηρότητα, γιατί μερικοί τον παρουσιάζουν ως άτεγκτο. Πάντως οι αθηναίοι είχαν αρνηθεί να τον παραδώσουν στον Αλέξανδρο, όταν εκείνος μετά την καταστροφή των Θηβών ζήτησε να του δοθούν ορισμένοι στρατηγοί ως όμηροι. Στη συνέχεια, ήδη πριν την αναχώρησή μου, η Πόλη του είχε συχνά εμπιστευτεί την διαχείριση των ταμείων της και εκείνος είχε καταφέρει να αυξήσει τα έσοδα και να υλοποιήσει αρκετά σημαντικά δημόσια έργα, όπως τον εκσυγχρονισμό των λιμανιών, την ανακαίνιση του θεάτρου του αφιερωμένου στον Διόνυσο στους πρόποδες της Ακρόπολης, και άλλα. Οι πρέσβεις ισχυρίζονται ότι οι γυμνικοί αγώνες των φετινών Μεγάλων Παναθηναίων θα διεξαχθούν στο χώρο ανάμεσα στους λόφους του Άγρα και του Άρδηττου, εκεί όπου μέχρι τώρα γίνονταν μόνο οι ιπποδρομίες και όπου, χάρη στον Λυκούργο, υπάρχει τώρα ένα μεγάλο ¨Παναθηναϊκό¨ στάδιο με έδρανα από καλά επεξεργασμένο λίθο του Υμηττού. Σκέφτομαι ότι είναι ένας από τους αθηναίους ηγέτες με τους οποίους, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να έχω μια ιδιαίτερη συνομιλία.

Ο Λυκούργος μας πληροφορεί ότι για την επίσημη παραλαβή από τον Δήμο των δύο αγαλμάτων  και την εκ νέου τοποθέτησή τους στο παλιό περίβλεπτο σημείο  της Αγοράς, έχει προβλεφτεί ειδική τελετή που θα γίνει αύριο, επί τόπου, με την παρουσία του Δήμου και όλης της πολιτικής ηγεσίας της Πόλης.  Τα αγάλματα θα μεταφερθούν στην Αθήνα (με το ειδικό φρουρούμενο όχημα που περιμένει να τα παραλάβει) και θα διανυκτερεύσουν στο Θολωτό Κτίριο της Αγοράς πολύ κοντά στο σημείο όπου θα τοποθετηθούν αύριο.

Σήμερα όμως, στο Θέατρο του λόφου της Μουνιχίας θα γίνει μία πρώτη τελετή υποδοχής προς τιμήν των απόμαχων που επέστρεψαν και στην μνήμη εκείνων  που έπεσαν ένδοξα στην Ασία. Θα υπάρξει ευχαριστήρια θυσία σφαγείων προς τους θεούς καθώς και χοές. Εμείς μπορούμε, αν το επιθυμούμε να παρακολουθήσουμε την τελετή ή να κατευθυνθούμε άμεσα προς το Άστυ των Αθηνών. Απευθύνεται σε εμένα: «Εσένα Μεγαρέα σε περιμένει στην προκυμαία ο πατέρας σου ο Ευρύνους» μου λέει κάπως εμπιστευτικά.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Ευρύνους θα είναι εδώ. Προς στιγμήν απορώ που ο Λυκούργος δεν τον ανέβασε μαζί του στο πλοίο. Μετά σκέφτομαι τη μανία ορισμένων Αθηναίων για την τήρηση των πρωτοκόλλων που αφορούν τα προνόμια των γνήσιων πολιτών σε σχέση με τους μέτοικους, ισοτελείς ή όχι.  Ή μήπως η συμπεριφορά του άρχοντα θέλει να μου αποστείλει κάποιο πρώτο (προειδοποιητικό;) μήνυμα ότι οι αντιμακεδόνες είναι πάλι στα πάνω τους στην Αθήνα;

Ύστερα από λίγο, ο ήλιος έχει γείρει αποφασιστικά από την άλλη μεριά των απέναντι υψωμάτων (όπου βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά, ο Κάνθαρος, απ’ όπου είχα ξεκινήσει για την εκστρατεία), οι τυπικότητες έχουν ολοκληρωθεί, το πλήθος (ανάμεσά του πολλές ομάδες πολεμιστών αγκαλιασμένων με τους συγγενείς και τους φίλους τους) ανηφορίζει προς το θέατρο της Μουνιχίας, τα πλοία οδηγημένα από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ανδρών ελευθερώνουν τα αγκυροβόλια και κατευθύνονται προς τους νεώσοικους για επιθεώρηση και εγώ αγκαλιάζω επιτέλους τον πατέρα Ευρύνου.

Τον βρίσκω καθισμένο κάτω από το σκίαστρο της επιτροπής υποδοχής, με ένα χαμόγελο δακρυσμένης χαράς να υγραίνει τα γένια του. Δίπλα του καθισμένος ανακούρκουδα και ευτυχισμένος, τουλάχιστον όσο ο σκύλος Άργος όταν ξαναείδε τον Οδυσσέα, βρίσκεται ο Οινοκράτης, ο οποίος, χωρίς να γίνει αντιληπτός, είχε ήδη εγκαταλείψει το πλοίο για να δώσει την είδηση ότι ναι, επιτέλους φτάσαμε και να πάρει τα συγχαρίκια από το πρεσβύτερο αφεντικό του.

***

γγγ

[1] Λόφος της Μουνιχίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ¨Μοναχικός Λόφος¨. Μούνος(ιωνική), Μώνος (δωρική) =Μόνος. Ο λόφος αργότερα θα ονομαστεί Καστέλι ή Καστέλα.

[2] Λέσχες πληρωμάτων. Ήταν σύνηθες στον αρχαίο αθηναϊκό στόλο τα μέλη των πληρωμάτων να ανήκουν σε λέσχες, ένα είδος συλλόγων με ποικίλες δραστηριότητες και με έδρες στο ευρύτερο λιμάνι του Πειραιά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή (και μια σημείωση)

Posted by vnottas στο 1 Ιουνίου, 2017

Σημείωση για τους φίλους που παρακολουθούν τις αναρτήσεις με το (υπό εκπόνηση) ιστορικό μυθιστόρημα

images (2)

Λέω να κάνω κάποιες αλλαγές στη δομή του (υπό διαδικασία συγγραφής) ιστορικού μυθιστορήματος και θα ήθελα να ενημερώσω σχετικά όσους παρακολουθούν αυτό το συγγραφικό παιχνίδι.

α. Το Πέμπτο Μέρος είχα πρόθεση να το αφιερώσω στις περιπέτειες των ηρώων κατά την παραμονή τους στην Αθήνα του 330 πΧ, όμως η εξιστόρηση, όπως είδατε, σκάλωσε κάπως στην Τύρο, με αποτέλεσμα να είμαστε ήδη στο ένατο κεφάλαιο και μόλις που έχουμε αντικρύσει, στο βάθος, τους Αθηναϊκούς λόφους.  Επομένως μου φαίνεται σωστό να αυτονομήσω αυτά τα εννιά κεφάλαια ως πέμπτο (ταξιδιωτικό) μέρος, και να ανοίξω ένα αυτοτελές έκτο με τα (πάντοτε υπό επινόηση/συγγραφή) αθηναϊκά δρώμενα.

β. Από τα εννέα κεφάλαια του ταξιδιού της επιστροφής στην Αθήνα των ηρώων (και των χάλκινων τυραννοκτόνων),  σας έχω ήδη κοινοποιήσει τα οκτώ και σήμερα δημοσιεύω το ένατο. Όμως προτίθεμαι στη τελική εκδοχή το ένατο να αλλάξει θέση με το όγδοο και επομένως το τρέχον Ε΄ μέρος να καταλήγει με τα σχόλια και τις επεξηγήσεις του Οινοκράτη καθώς ενημερώνει περί των Αθηνών τον Χονδρόη. Μόνο που χρειάστηκε να προσθέσω μια μικρή παράγραφο στο (νυν όγδοο και από δω και μπρος ένατο και τελευταίο) κεφάλαιο του Ε΄ μέρους, όπου ο Οινοκράτης προειδοποιεί τον φίλο του πώς στην Αθήνα θα προσπαθήσουν να λύσουν πολλά μυστήρια, μερικά από τα οποία τον αφορούν (τον Οινοκράτη) προσωπικά.

γ. Το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα (θα μπει στη θέση του νυν όγδοου ως το προτελευταίο του Ε΄μέρους), αφηγείται τις σκέψεις του Εύελπι καθώς η νηοπομπή πλησιάζει στον Πειραιά,. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια να ενημερωθεί κάπως ο αναγνώστης σχετικά με το (κυρίως πολιτικό) σκηνικό που θα βρουν οι ήρωές μας με το που θα (ξανά) πατήσουν το πόδι τους στην Αττική.

*

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

  images (7)

 Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή. (Οι προβληματισμοί του Εύελπι…)

 Περίεργα, αλλόκοτα συναισθήματα με διαπερνούν. Επιστρέφω. Άγνωστο για πόσο, αλλά σε λίγο θα είμαι πάλι στην Αθήνα. Ήδη μου φαίνεται πως νιώθω τις μυρουδιές της. Είναι αξιοθαύμαστο πώς διαδίδονται οι μυρουδιές στην Αττική! Και πώς μαζί τους κουβαλάνε, όσο τίποτα άλλο, δονήσεις και αισθήματα απ’ το παρελθόν.

Πόσο μακριά βρίσκεται αυτό το παρελθόν; Δεν ξέρω. Οι χρονογραφές των ιερέων καταγράφουν τέσσερα μόλις χρόνια από τότε που ξεκίνησα, άμαθος και γεμάτος αισιοδοξία από το λιμάνι του Πειραιά, αλλά για μένα τα όσα συνέβησαν από τότε θα μπορούσαν να έχουν διαρκέσει πολύ περισσότερο. Εκεί που βρισκόμουν εγώ αυτά τα χρόνια, ο κόσμος άλλαζε κι εξακολουθεί να αλλάζει καταιγιστικά και τώρα σκέφτομαι – όχι χωρίς κάποια ανησυχία: άραγε έχει αλλάξει εξ ίσου και η Αθήνα;

Εγώ ναι, έχω αλλάξει αρκετά. Υποθέτω ότι τώρα είμαι πιο σοφός, υποθέτω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τα κίνητρα των ανθρώπων και διακρίνω διαυγέστερα τα νήματα που πλέκουν τις ιστορίες τους. Αλλά η ωρίμανση, η σοφία, η επίγνωση, μήπως μου έχουν μειώσει την ικανότητα να ευτυχώ με  τα απλά πράγματα που με συγκινούσαν και με ενθουσίαζαν άλλοτε;

Θέλοντας και μη οι σκέψεις μου γυρνούν για μια στιγμή στην εκστρατεία και τα όσα εξακολουθούν να ρέουν και να διαμορφώνονται εκεί. Το καταπονημένο αλλά ήρεμο πρόσωπο του Καλλισθένη, η αποφασιστική νευρώδης φιγούρα του Ευμένη, τα ανδραγαθήματα, οι πολιτικοί ελιγμοί, οι σκευωρίες, όλα όσα διακυβεύονται στην αχανή Ασία, ενώ οι πολεμιστές επελαύνουν και καθώς νέοι τρόποι σκέψης και  νέοι τρόποι διοίκησης αναδύονται από το καζάνι όπου οι παλιοί ανακατεύονται, κοχλάζουν και ανασυντίθενται.   

Όμως δε θα ήμουν ειλικρινής με εμένα τον ίδιο, αν δεν παραδεχόμουν ότι πίσω από όλα αυτά στο νου μου κυριαρχεί μια άλλη μορφή. Όμορφη όσο ποτέ κι όμως με κάνει να μελαγχολώ. Προς τι να το κρύψω όταν ακόμη και ο Οινοκράτης το έχει καταλάβει και ανησυχεί; 

Είναι η μορφή εκείνης-που-εξακολουθεί-να-με-παιδεύει. Εκείνη, η προικισμένη με όλες τις χάρες, εκείνη που ξαφνικά και εκεί που δεν το περίμενα, έγινε προσιτή… και αμέσως ύστερα και πάλι απρόσιτη. Εγώ έπρεπε να φύγω, είχε αποφασιστεί. Δεν είχα το χρόνο να αντιδράσω στην άρνησή της να με ακολουθήσει.

Μαζί της πίσω στην Αθήνα θα ήταν σαν να μου είχαν προσφέρει ένα δώρο οι θεοί. Δεν μου παραχωρήθηκε. Μαζί της οπουδήποτε θα ήταν μια ανέλπιστη ευτυχία. Όμως ούτε κι αυτό προβλεπόταν για μένα. Τώρα ταξιδεύω ανάμεσα σε γλυκόπικρες σκέψεις, χωρίς αυτήν… κι όμως σχεδόν κάθε στιγμή, θελημένα ή άθελα, μαζί της.

images (24)

Από τα άλλα πλοία της νηοπομπής φτάνουν ως τα εδώ οι φωνές των απόμαχων πολεμιστών, ανακατεμένες με τα τριξίματα των κουπιών, τα πλαταγίσματα των πανιών και τα κρωξίματα απ’ τα θαλασσοπούλια. Οι ερέτες κωπηλατούν και τραγουδούν συγκινητικά παλιά αθηναϊκά άσματα του νόστου. Όπως αυτοί έτσι κι εγώ χαίρομαι που, όπου να ‘ναι, θα δω τους δικούς μου και χαίρομαι, ακόμα, με τη χαρά που θα πάρουν κι εκείνοι βλέποντάς με.  

Ως και οι πρέσβεις, δείχνουν ευχαριστημένοι και έχουν πάψει να μουρμουρίζουν διατυπώνοντας τις γνωστές, συνήθεις αν όχι πάγιες ¨διπλωματικές¨  επιφυλάξεις τους. Όταν δεν προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις προθέσεις μου για το τι ακριβώς θα κάνω στην Αθήνα (πράγμα, όπως και να το κάνουμε, συμβατό με τα διπλωματικά τους καθήκοντα) ή να με κολακέψουν ως ¨σχεδόν Αθηναίο¨ που έχει τη σπάνια ευκαιρία να συμβάλει στην απονομή ιστορικής δικαιοσύνης προς την πόλη της Παλλάδας, αφιερώνονται σε ανώδυνους υπολογισμούς και προβλέψεις.

Υπολογίζουν ότι είμαστε στο μήνα  Σκιροφοριώνα κι ότι, ακόμα κι αν χάσουν τους ιππικούς αγώνες που γίνονται κάθε τέτοιο μήνα και είναι αφιερωμένοι στον Δία, σίγουρα θα βρισκόμαστε στο Άστυ καθώς θα μπαίνει ο Εκατομβαιώνας και μαζί του το νέο έτος. Επομένως έχουμε μπροστά μας Παναθήναια και μάλιστα τα Μεγάλα, τα ανά τετραετία, που πάει να πει  Παναθηναϊκούς αγώνες, ανοιχτούς σε αθλητές, καλλιτέχνες  και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Με ρωτούν αν συμφωνώ, και εγώ τους λέω ότι έτσι είναι, έχουν δίκιο, τίποτα δεν είναι σαν τα αθηναϊκό καλοκαίρι, ιδίως όταν, κάθε τέσσερα χρόνια,  περιλαμβάνει τις γιορτές των Μεγάλων Παναθηναίων. Δεν αναφέρω καθόλου τις ανταγωνιστικές Ολυμπιακές γιορτές (οι τελευταίοι πανελλήνιοι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν πριν τρία χρόνια) κι έτσι δε τους χαλάω τον ενθουσιασμό.

images (9)

Ο Παλαμήδης, ο βετεράνος πολεμιστής που, ύστερα από θερμή παράκληση του Οινοκράτη, ταξιδεύει στο ίδιο πλοίο με μας, είναι καλή παρέα.

Διαπίστωσα ότι έχει άποψη για ό, τι συμβαίνει στην εκστρατεία και πέρασα πολλές ώρες του ταξιδιού συζητώντας μαζί του για όσα διακυβεύονται στην Ασία.  Μου μίλησε και για κάποια προβλήματα των πολεμιστών, που απ’ ότι φαίνεται δεν είναι επαρκώς γνωστά στην ηγεσία. Πολλοί οπλίτες, ικανοί και άξιοι στο πεδίο της μάχης, είναι αντίθετα άμαθοι και αφελείς σε ό, τι έχει να κάνει με το χρήμα και τις συναλλαγές. Κάποιοι επιτήδειοι (συνακολουθούντες ή και ντόπιοι ασιάτες) εκμεταλλεύονται αυτήν την απειρία και απομυζούν σκοτεινά κέρδη -νομίσματα και λάφυρα- φτιάχνοντας μεγάλες αν και αφανείς περιουσίες. Θυμήθηκα ότι κάτι μου είχε αναφέρει σχετικά ο Οινοκράτης (ή μήπως ήταν ο Ευρυμέδοντας;)  πριν την αναχώρηση, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα της προετοιμασίας δεν είχα δώσει επαρκή σημασία. Τώρα βλέπω ότι ο Παλαμήδης ενδέχεται να έχει δίκιο και καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε τη κατάσταση προτού πολλοί οπλίτες βρεθούν ξαφνικά καταχρεωμένοι.

Τα λόγια του βετεράνου με έκαναν να θυμηθώ τα όσα μου είπε ο Ευμένης για την επιθυμία του Αλέξανδρου να μάθει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στρατεύματος, προκειμένου να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη συνέχιση ή όχι της προέλασης  (μετά την -προβλεπόμενη- εξουδετέρωση του Δαρείου).  Σκέφτομαι ότι αν επιχειρηθεί μια τέτοια διερεύνηση είναι πιθανό να έρθουν στην επιφάνεια πολλές απρόβλεπτες πτυχές της κατάστασης που επικρατεί στη βάση της στρατιάς. Αποφασίζω ότι θα είναι καλό να αναφέρω τις διαπιστώσεις του απόμαχου στον Καλλισθένη στην επόμενη επιστολή μου.

Με τον Παλαμήδη μιλάμε και για ο Άστυ των Αθηνών. Λείπει κι αυτός από κει πάνω-κάτω όσο κι εγώ. Όπως κι εγώ, προσπαθεί να ξαναμπεί κάπως στο κλίμα της πόλης για να μη φανεί απληροφόρητος κι αποξενωμένος όταν ξεμπαρκάρει. Γι αυτό, κάθε τόσο, ζητάει από τους πρέσβεις πληροφορίες για τα όσα έχουν συμβεί στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

Οι πρέσβεις δεν ξανοίγονται ιδιαίτερα και τηρούν την διπλωματική τους επιφυλακτικότητα, προπαντός όταν η κουβέντα αφορά στις πολύπλοκες πολιτικές ισορροπίες της Αττικής και όταν οι ίδιοι βρίσκονται σε πλήρη νηφαλιότητα. Που πάει να πει ότι  γίνονται κάπως πιο ομιλητικοί σε δυο περιπτώσεις: Όταν τυχαίνει η συζήτηση να συνοδεύεται από υγρά κατασκευάσματα βακχικής προέλευσης και Οινοκρατικής παρασκευής και, βέβαια,  όταν τα θέματα αφορούν στα καλλιτεχνικά και τα αθλητικά δρώμενα…

Από αυτά που ήδη ξέρω, λόγω της μακρόχρονης παραμονής μου στην πόλη της Παλλάδας, αλλά και έχοντας ενημερωθεί όσο γίνεται πιο αναλυτικά από τους προϊστάμενούς μου και τις υπηρεσίες, πριν την αναχώρηση, καθώς και από αυτά που συμπεραίνω  από τα υπαινικτικά σχόλια που ξεφεύγουν από τους πρέσβεις, η κατάσταση που, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρω στην Αθήνα άμα τη αφίξει, σε γενικές γραμμές, έχει ως εξής:

Πρώτα η γενική πολιτική κατάσταση.

Η εξουσία στην Αττική, βέβαια, εξακολουθεί να ασκείται με βάση την αθηναϊκή επινόηση του ¨αρχηγεύοντος Δήμου¨ που αποκαλείται ¨Δημοκρατία¨ και  που αποτελεί βασική συνιστώσα του πανελλήνιου γοήτρου  των Αθηνών, ενώ κάποιες παραλλαγές της εφαρμόζονται και στις πόλεις που τελούν κάτω από την Αθηναϊκή επιρροή.

Στο κυρίαρχο όργανο αυτού του πολιτεύματος, τη Συνέλευση των Πολιτών, (ή Εκκλησία του Δήμου, όπως την αποκαλούν οι Αθηναίοι) οι συσπειρώσεις, εδώ και καιρό, δεν είναι πια εκείνες του παρελθόντος. Δεν είναι πια διακριτοί, όσο άλλοτε, οι ¨ολιγαρχικοί¨ σε αντιπαράθεση με τους ¨δημοκρατικούς¨, ή, ας πούμε, οι ¨παράλιοι (ναυτικοί, έμποροι)¨ κόντρα στους ¨μεσόγειους¨ (κτηματίες), ή τους ¨ορεινούς¨ (φτωχοί αγρότες και κτηνοτρόφοι)  ή τους κατοίκους του κεντρικού άστεως, τους επιλεγόμενους και ¨αστούς¨ (όπου συγχρωτίζονται οι διοικητικοί με τους βιοτέχνες, τους καλλιτέχνες  και αδιευκρίνιστους άλλους).  Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, -σημεία των καιρών- στη Συνέλευση έχουν σχηματιστεί δύο κυρίαρχες ομάδες: από τη μια μεριά οι φίλοι των Μακεδόνων και από την άλλη οι κεντρομόλοι Αθηνοκεντρικοί. Δίπλα σε αυτά τα δύο ¨κόμματα¨υπάρχουν (αν και -εκ των πραγμάτων- σε  κρίση), οι μικρότερες ομάδες των κρυπτο-λακωνιζόντων και, πιθανώς να επιβιώνουν ακόμη και κάποιοι κρυπτο-μυδίζοντες.

Πολλούς από όλους αυτούς τους γνωρίζω από παλιά. Ίσως όμως την τελευταία τετραετία να αναδείχτηκαν στη δημόσια ζωή της πολιτείας και άλλα, νέα πρόσωπα,  που να μην τα ξέρω και τα οποία  έχουν διαφύγει της προσοχής των υπηρεσιών  που παρακολουθούν τις εξελίξεις απ’ τους μακρινούς σταθμούς της ασιατικής εκστρατείας

Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι ότι, εδώ που τα λέμε, στην πολιτική ζωή, -της κατά τα άλλα καινοτόμου Αθήνας- κυριαρχούν οι γηραιοί (εξηντάρηδες και βάλε), ενώ η ηγεσία της εκστρατείας αποτελείται ως επί το πλείστον από νέους κάτω των τριάντα ετών. Πάντως τίποτα δεν αποκλείει οι ¨παλιοί¨ των Αθηνών να έχουν αναπροσαρμόσει τις απόψεις τους,  γιατί αυτή η τελευταία τετραετία έχει φέρει τα πάνω κάτω σε ολόκληρη την υφήλιο.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει έγκυρα να διαπιστώσω πόσο ειλικρινής είναι φιλία εκείνων που αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του Αλέξανδρου στην ελληνική επέκταση (και τους νέους συσχετισμούς που προκύπτουν από αυτήν) και εάν εκείνοι που εκπροσωπούν αυτή την τάση είναι πρόσωπα αξιόλογα και αξιοσέβαστα ή αν έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις τους οι συνήθεις αφερέγγυοι καιροσκόποι.  Δηλαδή θα πρέπει να εξακριβώσω ποιοι ακολουθούν τους Μακεδόνες επειδή θεωρούν πως είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα όσα είχε οραματιστεί για τους Έλληνες ο δάσκαλος Ισοκράτης και ποιοι, αντίθετα, τους υποστηρίζουν απλά και μόνο επειδή επωφελούνται από το να είναι με τους ισχυρότερους, είτε αυτοί είναι Μακεδόνες, είτε Λακεδαιμόνιοι είτε Πέρσες.

Πριν την θριαμβευτική εξόρμηση του Αλέξανδρου προς ανατολάς, οι κύριοι εκπρόσωποι των φιλικά διακείμενων προς τους μακεδόνες βασιλείς στην Αθήνα, πέρα από τον ειρηνιστή Εύβουλο που όντας πλέον πάνω από εβδομήντα πέντε ετών,  έχει αποσυρθεί από τα κοινά, και τον Φιλοκράτη (εκείνον της ομώνυμης ¨ειρήνης¨, που βρίσκεται ακόμη αυτοεξόριστος με μια θανατική ποινή που δεν έχει ακόμα αρθεί, να επικρέμεται στην κεφαλή του), ήταν -και απ’ ό, τι φαίνεται εξακολουθούν να είναι- ο Αισχίνης από το δήμο των Κοθωκιδών και ο Δημάδης από την Παιανία.

Οι δυο τους διαφέρουν στην ηλικία κατά μία δεκαετία, (πάνω κάτω εξηντάρης σήμερα ο Αισχίνης, πενηντάρης ο Δημάδης) και κατάγονται και οι δύο από τα φτωχά στρώματα του Αθηναϊκού πληθυσμού. Ο πατέρας του Αισχύνη ήταν εγγράμματος δούλος που χειραφετήθηκε πολεμώντας για την Αθηναϊκή Δημοκρατία, ενώ του Δημάδη ήταν βαρκάρης. Μοιάζουν επίσης στο ότι και οι δυο, στην αρχή της πολιτικής τους ζωής, αντιμετώπισαν την μακεδονική επέκταση ως κίνδυνο για την Αθήνα, όμως αργότερα άλλαξαν γνώμη, διαφοροποιήθηκαν από τον πολυπράγμονα, αλλά συνεπή αντιμακεδόνα Δημοσθένη και ηγήθηκαν της παράταξης των φιλομακεδόνων. Κατά τα άλλα μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο Αισχύνης, μοιάζει συνεπής στις αρχές που τώρα διακηρύσσει, ενώ τον Δημάδη οι περισσότεροι τον θεωρούν καιροσκόπο και θηρευτή πολιτικών (και οικονομικών) ευκαιριών.

όπλα

Όμως, πιο σημαντική από την τη διερεύνηση των προσκείμενων, είναι η ανάλυση της επιρροής των ενάντιων, δηλαδή εκείνων που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αθήνα, παρά τις ήττες και τις απώλειες των πρόσφατων χρόνων, μπορεί ακόμη να αποτελέσει την ηγέτιδα δύναμη των ελλήνων.

Εγώ που επιστρέφω από μια εκστρατεία που ανατρέπει και εξαρθρώνει βασίλεια και αυτοκρατορίες, αν δεν γνώριζα από κοντά τις αθηναϊκές ιδιομορφίες, θα απορούσα με την ανθεκτικότητα και την επιμονή με την οποία η Αθήνα εξακολουθεί να διεκδικεί όχι μόνο αυτονομία αλλά και ηγετικό ρόλο στις τρέχουσες εξελίξεις. Εγώ όμως ξέρω ότι οι Αθηναίοι είναι μαθημένοι όχι μόνο να συμμετέχουν στη διοίκηση της πόλης τους, αλλά και η πόλη τους να παίζει αποφασιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Επομένως πολύ δύσκολα θα ανεχθούν μία παγκόσμια τάξη στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται σε κάποιο απομακρυσμένο αυτοκρατορικό  κέντρο. Ξέρω, επίσης ότι ανάμεσα στους αντιμακεδόνες υπάρχουν ορισμένα σπινθηροβόλα πνεύματα.

Επικεφαλής τους βρίσκεται ο πασίγνωστος πλέον ρήτορας Δημοσθένης, που πρέπει να είναι πλέον περίπου πενήντα τεσσάρων ή πενήντα πέντε ετών. Μαζί του ο γηραιότερος (πρέπει να ‘χει πατήσει τα εξήντα), ευπατρίδης   Λυκούργος, από την ιερατική γενιά των Βουτάδων, ικανός διαχειριστής των οικονομικών που, παρά ταύτα, δεν έχει χάσει την φήμη του ¨υπεράνω χρημάτων¨. Στην ίδια περίπου ηλικία και ο παλιός μαθητής του Ισοκράτη, ο πλούσιος και καλοζωισμένος ρήτορας Υπερίδης. Ίσως, κατα τη διάρκεια της απουσίας μου από την Αθήνα να έχουν αναδειχτεί και ανάμεσα στους αντιμακεδόνες, άλλα, νεότερα στελέχη.

Πάντως, από ότι φαίνεται, ο κυριότερος, από τους αθηναίους ηγέτες αυτή τη στιγμή είναι ο ικανός τηρητής ισορροπιών, (γηραιός κι αυτός, πάνω από εβδομήντα) στρατηγός Φωκίωνας, που συνδυάζει τις εξής αντιφατικές ιδιότητες: Αφενός (όντας παλιός ολιγαρχικός και φιλολάκων) μοιάζει να είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς πολιτικούς της Δημοκρατίας, ο οποίος όμως, παρά την αντιδημοτικότητά του, εξακολουθεί να εκλέγεται αδιάκοπα σε καίριες θέσεις και να επηρεάζει αποφασιστικά τα τεκταινόμενα. Αφετέρου, όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα σπάνιο δείγμα (τουλάχιστο για τη σημερινή αθηναϊκή δημοκρατία) αδιάφθορου και ανυστερόβουλου πολιτικού ηγέτη. Ο Αλέξανδρος τον εκτιμά ιδιαίτερα και η υπηρεσία μού έχει αναθέσει ειδική μεταχείριση σε ό, τι τον αφορά.

Παράλληλα με την αξιολόγηση των καταστάσεων και των χαρακτήρων που επικρατούν στην πολιτική ζωή της πόλης της Παλλάδος, θα πρέπει να διερευνήσω, με άκρα διακριτικότητα, πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της Αθήνας με τον αντιβασιλέα Αντίπατρο. Είναι αναμενόμενο ότι ο Μακεδόνας στρατηγός, μόλις συνέλθει από την επώδυνη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη, θα ασχοληθεί ειδικότερα με τους Αθηναίους. Μέχρι στιγμής δεν έχει ενημερώσει την ηγεσία για τις ακριβείς προθέσεις του, και πιθανώς θεωρεί πλεοναστικό ή και περιττό να ζητήσει κατευθυντήριες γραμμές από το επιτελείο της εκστρατείας, αλλά είναι εξ ίσου πιθανό να έχει κατ’ ευθείαν επαφή με τον Αλέξανδρο. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο Βασιλιάς επιθυμεί συμπληρωματική πληροφόρηση για τη δράση του αντιβασιλέα. Ο Ευμένης θεωρεί ότι οι ανησυχίες του Αλέξανδρου για τη συμπεριφορά του Αντίπατρου οφείλονται σε καταγγελίες της βασιλομήτορος Ολυμπιάδας, η οποία είναι γνωστό ότι αντιπαθεί τον στρατηγό που αντικαθιστά το γιο της στο βασίλειο της  Μακεδονίας.

Ο Ευμένης ήταν αρκετά σαφής σχετικά με αυτό το θέμα. Θα πρέπει να εξακριβώσω εάν ο Αντίπατρος έχει ήδη διεισδύσει ¨αυτόνομα¨ στους κύκλους της Αθηναϊκής ηγεσίας ή όχι, καθώς επίσης πώς τον αντιμετωπίζουν γενικότερα οι έλληνες του νότου.

5greca

Όμως δεν ξεχνώ ότι ο βασικός λόγος που είμαι εδώ, ο λόγος για τον οποίο ο Καλλισθένης με πρότεινε για αυτήν την αποστολή, είναι η αποκατάσταση της επαφής της ομάδας μας με τον δάσκαλο Αριστοτέλη. Η κρισιμότητα των καιρών που διανύουμε, η αναγκαιότητα να ληφθούν οσονούπω αποφάσεις που θα επηρεάσουν τον απώτερο βίο των Ελλήνων και παράλληλα η ανάπτυξη στην αυλή του Αλέξανδρου οργανωμένων ανταγωνιστικών ομάδων με απρόβλεπτη επιρροή, καθιστούν αναγκαία και επείγουσα μια διαβούλευση εκείνων που δρουν στο μέτωπο της Εξόρμησης με τους Σοφούς που μπορούν να συμβάλουν έστω από τα μετόπισθεν. Δηλαδή (επί της ουσίας) με τον εγκυρότερο σημερινό φιλόσοφο: τον Αριστοτέλη.  Επί πλέον η αλληλογραφία με τους σοφούς των μετόπισθεν θα πρέπει να επανα-κωδικοποιηθεί έτσι ώστε να  προφυλαχτεί από τις παρεμβάσεις και τις υποκλοπές των -όλο και πιο επικίνδυνων- ¨άλλων¨

Ο Σταγειρήτης όχι μόνο έχει άποψη για την εκστρατεία, αλλά και ξέρει καλά πρόσωπα και πράγματα. Πέρα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που τρέφει για τον ¨πνευματικό του πατέρα¨ ιδιαίτερη εκτίμηση αν όχι αγάπη, τον υπολογίζουν και τον σέβονται πολλοί από τους νεαρούς μακεδόνες στρατηγούς που υπήρξαν κι αυτοί μαθητές του.  Εάν αυτήν τη στιγμή είναι καθοριστικής σημασίας κάποιος να συμβουλέψει τον βασιλιά, έτσι ώστε το Μεγάλο Επίτευγμα να μην συρρικνωθεί σε μια σειρά αιματηρών συγκρούσεων προς άγραν χρυσού και επιβολής, δεν υπάρχει ιδεωδέστερος από τον Αριστοτέλη.

Ο Καλλισθένης θα επιθυμούσε να μιλήσει ο ίδιος με τον Δάσκαλο, όμως ο τραυματισμός του απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να αναλάβω εγώ έναν μεσολαβητικό ρόλο.

Immagine19

Να ‘μαι λοιπόν να πλέω με την πλώρη στραμμένη προς τα λιμάνια του Πειραιά και να αναλογίζομαι πως θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα.

Και… δεν είναι μόνο αυτά… (χαμογελάω). Είναι και η εκδούλευση που έχω υποσχεθεί στον Άρπαλο, καθώς και οι χαιρετισμοί που πρέπει να μεταφέρω από την Θαϊδα στη κυρά – Φρύνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο τέταρτο. Στο λιμάνι της Τύρου

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Μέρος Ε΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Στο λιμάνι της Τύρου

Ο Οινοκράτης είναι πολύ ευχαριστημένος που ο Εύελπις του επέτρεψε να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Χοντρόη. Ο πολυπράγμονας σικελός και ο  ολοστρόγγυλος γλωσσομαθής (;) πέρσης έχουν πλέον ¨δέσει¨ μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού κυκλοφορούν αχώριστοι, όπου πάει ο ένας πάει κι ο άλλος. Έτσι και σήμερα κόβουν μαζί βόλτες, κάτω από τον πρωινό ζεστό ήλιο, στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού της Τύρου, εκείνου που ¨βλέπει προς την Σιδώνα¨.  

Περπατούν ή κοντοστέκονται σχολιάζοντας τις εξωτικές ενδυμασίες των εμπόρων και των ναυτικών που κυκλοφορούν εκεί, χαζεύουν τα παράξενα σκαριά των πλοίων των νότιων εσωτερικών θαλασσών και -κυρίως- αγναντεύουν την είσοδο του λιμανιού, όπου θα πρέπει -αργά ή γρήγορα- να φανούν επιτέλους τα αθηναϊκά πλοία με τα οποία θα συνεχιστεί το ταξίδι τους  προς την Πόλη της Παλλάδας.

Αυτά τα πλοία έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα και ο Εύελπις, οι πρέσβεις και η υπόλοιπη ομάδα των ταξιδιωτών ανησυχεί. Ο Οινοκράτης όχι τόσο. Μετά τις αρχικές του επιφυλάξεις, έχει τελικά αποφασίσει να απολαύσει το ταξίδι χωρίς να επιτρέψει σε αναποδιές, δυσθυμίες και πλεοναστικές ανησυχίες να χαλάσουν αυτή την ¨αποφασισμένη¨ καλή του διάθεση. Πολύ περισσότερο που, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής στην Τύρο, οι φιλοξενία που τους επιφυλάσσει η τοπική διοίκηση είναι άψογη και μάλιστα η περιποίηση αφορά σε όλα τα μέλη της αποστολής, ακόμη και τα επικουρικά, προσφέροντάς τους έτσι κάποιον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο για βόλτες και περιηγήσεις.

images-25

Ο Οινοκράτης εισπνέει μια γερή δόση θαλασσινού αέρα, πράγμα που ενισχύει την πρωινή αισιοδοξία του.

«Εν τάξει», λέει, «έχουνε γούστο όλοι αυτοί οι παράταιροι εδώ πέρα». Ύστερα αλλάζει θέμα: «Είναι περίεργο, αλλά η ατμόσφαιρα μου θυμίζει κάπως, όχι τόσο τον Πειραιά, όσο μάλλον την βαβούρα του λιμανιού των Συρακουσών. Ξέρεις Χοντρόη πως η πόλη που γεννήθηκα είναι κι αυτή χτισμένη πάνω σε ένα νησάκι, δίπλα στη στεριά όπως αυτό εδώ;…» Κοντοστέκεται… «Όμως, πριν συνεχίσουμε τον περίπατο, τι θα έλεγες να δοκιμάσουμε τι τρώνε για πρωινό οι ντόπιοι;… Απ’ ό, τι θυμάμαι έχει πολλά εστιατόρια στα στενά πίσω απ’ την προκυμαία».

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τον αφράτο κύλινδρο που χρησιμοποιεί ως δεξί χέρι και δείχνει προς τα δυτικά, εκεί όπου η ευδιάκριτη οριζόντια γραμμή ξεχωρίζει τη θάλασσα από τον πρωινό ουρανό.

«Όρα ω Οίνον Εκράτα… Στίγματα τινά εν τω ορίζοντι ενεφάνησαν. Νήες δε ταύτα έσονται ει απαπαπατώμαι ουκ. Δοκείς ταύτα έσοιντο οιτινα ημείς αναμένομεν;

«Χοντρόη, μου φαίνεται ότι δε ξέρεις τίποτα από μεγάλα λιμάνια. Στα μεγάλα λιμάνια μπαινοβγαίνουν συνεχώς πλοία. Μικρά και μεγάλα. Πάντως αυτά που μου δείχνεις είναι πολύ μακριά. Μπορεί να στρίψουν προς τα εδώ, μπορεί και να συνεχίσουν για παρακάτω. Θα δούμε. Αλλά μέχρι να γίνει αντιληπτή η πορεία τους έχουμε καιρό… Προλαβαίνουμε να κάνουμε έναν γύρο στα πέριξ. Άντε πάμε», αποφασίζει ο Συρακούσιος και στρίβει εγκαταλείποντας την προκυμαία και παρασύροντας μαζί του τον Πέρση προς τα ενδότερα.

21010707-antica-nave-da-guerra-romana-archivio-fotografico

Στα εσωτερικά σοκάκια υπάρχουν πολυποίκιλα εμπορικά καταστήματα, εργαστήρια και βέβαια πολυάριθμοι χώροι εστίασης όπου οι γηγενείς και οι διερχόμενοι μπορούν να βρουν ό, τι χρειάζεται για να καταλαγιάσουν την πείνα και την δίψα τους.

Τα στενά, δεν είναι ακόμη φίσκα γεμάτα κόσμο, πράγμα που θα συμβεί σίγουρα λίγο αργότερα, όταν η ημέρα θα ωριμάσει, αλλά είναι ήδη γεμάτα από γαργαλιστικές μυρουδιές, καθώς τα εστιατόρια αρχίζουν την παρασκευή των μεσημεριανών εδεσμάτων.

Οι οσμές αυτές ασκούν ισχυρή έλξη στους δύο περιηγητές, οι οποίοι προτού επιλέξουν που θα καθίσουν, θέλουν να επιθεωρήσουν τις πολυάριθμες προσφορές κι έτσι, προχωρώντας από τσίκνα (τηγανιτή) σε τσίκνα (ψητή), απομακρύνονται βαθμηδόν από τα πιο πολυσύχναστα εξωτερικά δρομάκια, σε άλλα, πιο απομακρυσμένα, πιο εξωτικά και εδώ που τα λέμε πιο επικίνδυνα μέρη του λιμανιού.

Έχουν μόλις μπει σε ένα περίεργο στενό, σκοτεινό, καλυμμένο με υφασμάτινο στέγαστρο, από όπου αναδύεται έντονη μυρουδιά ανατολίτικων καρυκευμάτων, όταν ο Οινοκράτης σταματάει απότομα και αρπάζοντας το μανίκι του Χοντρόη  τον εμποδίζει κι αυτόν να προχωρήσει. Και καθώς μια  ερωτηματική έκφραση απλώνεται στο πρόσωπο του Ασιάτη, ο Οινοκράτης του κάνει νόημα να  μην κάνει θόρυβο, αλλά να προσέξει την αντήχηση από τους μεταλλικούς ήχους που προέρχονται από το βάθος του σκιερού στενού. Ο Χοντρόης απαντάει στην νοηματική την οποία κατέχει εξ ίσου καλά με την γλώσσα των Δαναών, ότι εντάξει, κατάλαβε ότι οι ήχοι συμπεριλαμβάνουν τις κλαγγές διασταυρούμενων (αγρίως) σπαθιών.

Και καθώς η έμφυτη περιέργεια (εξ ίσου καλά εγκατεστημένη και στους δύο), υπερτερεί της απαιτούμενης σωφροσύνης, οι δύο φίλοι προχωρούν προσεκτικά στο εσωτερικό του σκιερού στενού για να δουν τι τρέχει και προς τι αυτός ο σαματάς. Μια δυο στροφές παρακάτω θα χρειαστεί να σκύψουν για να αποφύγουν μερικά ιπτάμενα αντικείμενα που, αμέσως μετά, βλέπουν πως εκτοξεύονται από έναν αμυνόμενο άνδρα, ο οποίος στριμωγμένος δίπλα στον πάγκο ενός ¨τραπεζίτη¨ (προφανώς ειδικευμένου σε ¨σκοτεινές συναλλαγές¨ μια που έχει εγκατασταθεί ακριβώς στο βάθος του σκιερού στενού), προσπαθεί να αποκρούσει μια ομάδα από τρεις – τέσσερεις μικρόσωμους, πλην όμως γεροδεμένους νεαρούς, οπλισμένους με μαχαίρια και κοντά σπαθιά. Ό ίδιος χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα επίσης κοντό ξίφος, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τους επιτιθέμενους πετώντας εναντίον τους ό, τι μπορεί από τις πλάκες αργίλου και τα αγαλματίδια που βρίσκονται πάνω στον πάγκο. Ο ιδιοκτήτης του τραπεζιού δεν είναι ορατός αυτή τη στιγμή, αλλά μάλλον είναι αυτός που ακούγεται να στριγγλίζει απελπισμένα κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα υφασμάτινα παραπετάσματα του καταστήματος.

polyeres

Ο Οινοκράτης δε μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του αμυνόμενου, αλλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι το μη συνηθισμένο στον τρόπο που κινείται. Το εντοπίζει. Τίποτα το εξαιρετικά ανακόλουθο: ο αμυνόμενος είναι αριστερόχειρας. Όμως αυτή η παρατήρηση βάζει σε κίνηση μια σειρά συνειρμούς που οδηγούν τον οξυδερκή Σικελό σε μια άμεση (παρεμβατική) απόφαση.  Κάνει νόημα στον Πέρση, δείχνοντάς του μια σειρά από μεγάλα τηγάνια που τυχαίνει να είναι κρεμασμένα (προς πώληση) ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος αντιλαμβάνεται και (ευτυχώς) αποφεύγει να σχολιάσει την υπονοούμενη παρότρυνση.

Παίρνουν λοιπόν ανά χείρας από ένα βαρύ σιδηρούν τηγάνι έκαστος.

Εκείνο που θα αλλάξει την πορεία της σύγκρουσης στο απομακρυσμένο σκιερό στενό, δεν είναι βέβαια το ότι στην πλευρά του αμυνόμενου αριστερόχειρα προστέθηκαν δύο τηγανοφόροι, όσο το ότι αυτό συνέβη αρκούντως ξαφνικά και απροσδόκητα και κυρίως στο ότι η μη αναμενόμενη εμπλοκή τους προέρχεται από τις πλάτες των επιτιθέμενων.    Και έτσι (τοιουτοτρόπως) μερικές καλοζυγιασμένες τηγανιές αρκούν για να αποτραπεί η επίθεση των νεαρών, όσοι από τους οποίους δεν βυθίζονται άμεσα σε καρουμπαλοφόρα κώματα, αποχωρούν επισπευσμένα  προς άγνωστους προορισμούς.

«Εσάς κάπου σας έχω ξαναδεί…» είναι τα πρώτα λόγια του διασωθέντος προς τους αναπάντεχους, αν όχι σωτήρες, τουλάχιστον ενισχυτές και απρόσμενους συμπαραστάτες του.

«Ημείς παπαρομοίως»,  επιβεβαιώνει ο Χοντρόης.

«Μόνο που δε περιμέναμε να σε συναντήσουμε εδώ», συμπληρώνει ο Οινοκράτης.

«Μάλλον εν ταις Αθήναις, το πιπιθανότερον…» διευκρινίζει ο κυκλικός Ανατολίτης

Ο αριστερόχειρας πολεμιστής τους κοιτάζει προσεκτικότερα, από κοντά.

«Μα ναι, μα ναι, οι απεσταλμένοι της Θαίδας στα Σούσα», θυμάται ξαφνικά.

«Όχι ακριβώς αυτοί, αλλά εκείνοι που τους συνόδευαν. Και εσύ επομένως -είχα δίκιο- είσαι ο τραυματίας πολεμιστής, ο Παλαμήδης ο Αθηναίος. Δε σε αναγνώρισα αμέσως, αλλά θυμόμουν ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και αυτό ήταν η βασική αιτία που επέστρεφες στην Ελλάδα. Μου ήρθε στο νου καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που αντιμετώπιζες τους ληστές. Το εξάσκησες βλέπω μια χαρά το ευώνυμο… Μα καλά, δε θα έπρεπε να είσαι ήδη στην Αθήνα…;»

«Πάμε να σας προσφέρω από μια κύλικα οίνο κεκραμένο, και θα σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του ταξιδιού μου ως εδώ. Μόνο ας πάμε προς ένα πιο πολυσύχναστο μέρος γιατί εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά και δε ξέρει κανείς από πού πρέπει να φυλαχτεί…» είπε ο πολεμιστής μαζεύοντας τα όπλα και τον ταξιδιωτικό του σάκο.

images-23

Εν τω μεταξύ, το ίδιο εκείνο πρωί, στο βαρύρρυθμο διοικητικό Μέγαρο που κυριαρχεί στην πλατεία του Αγηνορείου, ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα και ο λόγιος Εύελπις ο Μεγαρεύς, συζητούν προσπαθώντας να βρουν μια λύση που θα επιτρέψει τη συνέχιση του ταξιδιού των κειμηλίων και της ομάδας που τα συνοδεύει προς την πατρίδα τους: το περίφημο, αλλά ακόμη μακρινό Ένδοξο (κλεινόν) Άστυ των Αθηνών. Τα πλοία που θα μεταφέρουν τους χάλκινους ¨τυραννοκτόνους¨ και την συνοδεία τους, αν και θα έπρεπε να είναι ήδη εδώ, ακόμη καθυστερούν με τρόπο ανεξήγητο και δυσοίωνο.

«Όχι, δεν υπάρχουν ακόμη νέα από τη έκτακτη Μοίρα του στόλου που περιμένουμε», επαναλαμβάνει ο Μένης θωπεύοντας αφηρημένα το κοντό κοκκινωπό του γένι.   «Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι αποτελείται από τέσσερα αθηναϊκά  πλοία που απέπλευσαν από την Κύπρο αμέσως μόλις έλαβαν το μήνυμά μας. Ξέρω επίσης ότι τα πληρώματα είναι έμπειρα και ο μοίραρχος ένας ικανός πειραιώτης ναυτικός. Έφτασαν βέβαια νέα ότι τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν καταιγίδες στην νότια εσωτερική θάλασσα. Ελπίζω η κακοθυμία του Ποσειδώνα απλά να τους καθυστερεί κι όπου να ΄ναι να καταπλεύσουν στον λιμένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η πειρατική επίθεση για την οποία σου μίλησα δεν θα ανησυχούσα καθόλου, αλλά και πάλι είμαι αισιόδοξος».

«Εάν όμως η αισιοδοξία σου, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επαληθευτεί;» ρωτάει στα ίσια ο Εύελπις. «Ξέρεις  ότι το ταξίδι μας πρέπει να ακολουθήσει ένα χρονοδιάγραμμα που δεν έχει πολλά περιθώρια υπέρβασης».  

«Μην ανησυχείς. Αν τα πλοία δεν φτάσουν έγκαιρα, η διοίκηση της Τύρου θα αναλάβει την πλήρη οργάνωση του υπόλοιπου ταξιδιού σας ως την Αθήνα. Όμως θα προτιμούσα να σας συνοδεύσουν τα αθηναϊκά πλοία, γιατί έχω φτάσει πρόσφατα εδώ και δεν είμαι σε θέση να ξέρω με απόλυτη σιγουριά σε ποιον μπορώ να έχω εμπιστοσύνη και σε ποιον όχι. Πάντως εξετάζω και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τα ντόπια πλοία».

images-22

Ο Μένης έστειλε το βλέμμα του στο μεγάλο παράθυρο κι από εκεί στον μακρινό δυτικό ορίζοντα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς τον Μεγαρέα. «Επί τη ευκαιρία ήθελα να σε ενημερώσω ότι χτες το βράδυ είχα μια απρόσμενη πρόταση σχετική με το θέμα μας…»

«Δηλαδή;» απόρησε ο Εύελπις.

«Με επισκέφτηκε μια αντιπροσωπεία από γηγενείς. Ήταν ενήμεροι για το ταξίδι σας, πράγμα άλλωστε που δεν κρατήσαμε κρυφό, μια που η επιστροφή των κειμηλίων είναι μια πράξη δικαιοσύνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται γνωστό σε όλους. Παρατήρησαν, μου είπαν, ότι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνέχιση του ταξιδιού και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν…»

«Με ποιο τρόπο;»

«Έφτασε πρόσφατα στο λιμάνι μια εμπορική νηοπομπή  από την Καρχηδόνα, ξέρεις, την ισχυρή δυτική αποικία της Τύρου με την οποία συγκρούονται συχνά οι έλληνες της Σικελίας. Σε δείγμα καλής θέλησης και εν όψει μιας ενδεχόμενης συνεργασίας μαζί μας, προσφέρονται επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, να σας μεταφέρουν εκείνοι στον Πειραιά, έναντι βέβαια μιας συμβολικής αμοιβής. Τι λές;»

«Πότε αναχωρούν;»

«Σήμερα ολοκληρώνουν την φόρτωση, μου είπαν. Από αύριο μπορούν να αποπλεύσουν».

«Εσύ τι λες;»

«Σου είπα ήδη ότι δεν γνωρίζω ακόμη καλά πόσο αξιόπιστοι είναι οι ντόπιοι. Ακόμη και οι πληροφοριοδότες μας είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη μεριά οι Καρχηδόνιοι είναι γνωστοί για την εμπορική τους πολυπραγμοσύνη, αλλά δρουν στην άπω Δύση και δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να διερευνήσουμε άμεσα τις προθέσεις τους».

  «Πόσα πλοία;»

Δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά, μικρότερα και ευέλικτα, ανάλογα με τις δικές μας τριήρεις. Υπάρχει χώρος, μου είπαν, γιατί ο όγκος των εμπορευμάτων με τα οποία επιστρέφουν είναι μικρότερος από τον όγκο εκείνων που μετέφεραν στην Τύρο από την Καρχηδόνα.

«Είναι αραγμένοι εδώ ή στο νότιο λιμένα, τον ¨Προς την Αίγυπτο¨;»

«Εδώ. Αν πας ως το παράθυρο θα διακρίνεις τα χοντρά φορτηγά στην πρώτη προκυμαία».

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κάνω μια βόλτα ως τα εκεί», απάντησε ο Εύελπις και σηκώθηκε.

«Περίμενε, θα έρθω μαζί σου», τον πρόλαβε ο Μένης, ενώ παράλληλα έκανε νόημα στους δύο φρουρούς που έστεκαν στην είσοδο της αίθουσας να τους ακολουθήσουν.

images-20

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο τρίτο: Καθ’ οδόν…

Posted by vnottas στο 4 Νοέμβριος, 2016

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Γ΄ του Μακεδόνα (μετάφραση ευανάγνωστων τμήματων)

images%ce%b1-6

[…]  Τα χάλκινα αγάλματα των τυραννοκτόνων συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην ειδικά μεταποιημένη αρμάμαξα, ύστερα από μια σύντομη τελετή που έγινε στο προαύλιο του θησαυροφυλακίου των Σούσων.

Στην τελετή αυτή, εκτός από τους δύο αθηναίους πρέσβεις -τον Ηλιόδωρο το γιο του Κίμωνα και τον Αθήναιο του Φωκίωνα, που κατέφτασαν επειγόντως στα Σούσα για να συμμετάσχουν στην αποστολή- παρέστη, υποβοηθούμενος από τον Ακαρνάνα  γιατρό Φίλιππο, ο Καλλισθένης ο ίδιος.  Εκφώνησε μάλιστα ένα σύντομο λογύδριο, που μας έκανε να αισθανθούμε όλοι συγκινημένοι.

Όπως είπε, η Ιστορία, στην ύφανση των νημάτων της οποίας συμμετέχουμε, δεν είναι μια απλή παράθεση ετερόκλητων γεγονότων, αλλά κάτι με εσωτερική συνέπεια και -κυρίως- κάτι που εμπεριέχει κανόνες δικαιοσύνης, άρα νόημα και ελπίδα. Η επιστροφή των κειμηλίων στους Αθηναίους είναι μια πράξη με την οποία καταφανώς η Ιστορία απονέμει δικαιοσύνη. Εμείς, με το ταξίδι που θα ξεκινούσε την επαύριο, θα είχαμε την τιμή να ολοκληρώσουμε την πράξη αυτή. […]

 […]Το ταξίδι της μεταφοράς των αγαλμάτων των Τυραννοκτόνων προκειμένου να επιστραφούν στους Αθηναίους, διεξήχθη, κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες ή ανεπιθύμητα απρόοπτα.

Για να αποδώσουμε τα των Θεών -δηλαδή εκείνα που δεν εξαρτιόνται από τις δικές μας προσπάθειες- στους Θεούς, θα πρέπει να πούμε ότι ο Νεφεληγερέτης φρόντισε ώστε ο ουρανός να είναι ως επί το πλείστον καθαρός, η θερμοκρασία ανεκτή και οι άνεμοι όχι και τόσο ισχυροί ώστε να μας δημιουργήσουν προβλήματα όταν διασχίζαμε τα ερημικά, αμμώδη τμήματα της διαδρομής. Ο Γοργοπόδαρος Ερμής, από τη μεριά του, είχε βάλει ένα χέρι ώστε οι ημεροδρόμοι να έχουν παραδώσει εγκαίρως τα μηνύματα με το οποία ειδοποιούσαμε τους διοικητές των φρουρών των ενδιάμεσων πόλεων για την επικείμενη άφιξή μας. Έτσι οι φρούραρχοι, αλλά και κάποιοι από τους νεοδιορισμένους τοπικούς σατράπες, υποδέχτηκαν  με ευμένεια την μικρή μας ομάδα, φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό μας και συχνά προσφέρθηκαν να μας πλαισιώσουν με πρόσθετη στρατιωτική δύναμη, η οποία όμως δεν υπήρξε απαραίτητη, μια που ο Μαχόμενος Άρης πρέπει να είχε δουλειά στο μέτωπο της εκστρατείας και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί μας.

Έτσι, το άγημα που μας συνόδευε δεν χρειάστηκε να συγκρουσθεί με ληστές ή αντάρτες μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της χερσαίας διαδρομής, αφήνοντάς μας έτσι απερίσπαστους να διασχίσουμε τους κάμπους, τα ποτάμια, τις ερήμους και τα ορεινά δάση της οροσειράς του Λίβανου, πριν αντικρίσουμε την θάλασσα και κατηφορίσουμε προς την Τύρο. […]

images-5

Κεφάλαιο 3ο Καθ’ οδόν…

[αφηγείται ο Εύελπις]

 

 Να ‘μαστε λοιπόν, όπως άλλοτε οι μύριοι του Ξενοφώντα, να διασχίζουμε την Ασία απ’ την Ανατολή προς τη Δύση, αναζητώντας την θάλασσα, την τόσο προσφιλή και οικεία σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εντάξει, η παρομοίωση είναι κάπως υπερβολική, το παραδέχομαι, έτσι κι αλλιώς οι καιροί έχουν  αλλάξει δραστικά από τότε: εκείνους τους κυνηγούσε το μένος των Περσών, ενώ εμάς μας υποδέχονται σε κάθε πόλη-σταθμό δικοί μας άνθρωποι,  εκείνοι ήταν πάνω από μύριοι ενώ εμείς, μαζί με τους επικουρικούς, δεν ξεπερνούμε τις τρεις δεκάδες. Εκείνοι μάχονταν διαρκώς, εμείς δε χρειάστηκε να βγάλουμε τα όπλα απ’ τα θηκάρια.

Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από μεγάλο αριθμό ληστών, ήταν να αντισταθούμε για όσο χρόνο χρειαζόταν, ώστε ένας ταχύς ιππέας να ειδοποιήσει το πλησιέστερο ελληνικό φυλάκιο να μας στείλει ενισχύσεις. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δε χρειάστηκε κι έτσι  φτάσαμε χωρίς ανθρώπινες απώλειες και χωρίς να έχουμε παραβιάσει πολύ τις αρχικές προβλέψεις για τη διάρκεια του ταξιδιού, στα όρη των ασιατικών παραλίων.

Από τα περάσματα στα υψώματα αυτών των πυκνά δασωμένων βουνών που χωρίζουν την Συρία από τις μεσογειακές ακτές, ατενίσαμε επιτέλους με ευφορία το απέραντο γαλάζιο βασίλειο του Ποσειδώνα και επαναλάβαμε, χωρίς ίσως πρωτοτυπία, αλλά με ανυπόκριτο ενθουσιασμό, τα επιφωνήματα των μυρίων: ¨θάλαττα, θάλαττα!¨ Ύστερα, αφού κάναμε τις απαραίτητες ευχητήριες σπονδές στον Ενάλιο, κατηφορίσαμε προς τα νοτιοδυτικά, όπου, στο βάθος, σύντομα φάνηκε το παράκτιο νησί με τα δύο λιμάνια: Η Τύρος.

 tyre300

Προσωπικά θα είχα ευχαρίστως αποφύγει να συμπεριλάβω την Τύρο ανάμεσα στους σταθμούς της διαδρομής προς την Αθήνα. Θα προτιμούσα, για το θαλάσσιο τμήμα του ταξιδιού μας, να επιβιβαζόμαστε σε κάποιο πιο βόρειο λιμάνι∙ στη Σιδώνα ας πούμε ή στην Βύβλο, πράγμα που, εξ άλλου, θα έκανε τη διαδρομή κατά τι συντομότερη.

Οι αναμνήσεις μου από αυτήν την πόλη-νησί, που κυριαρχούσε ως τότε στα φοινικικά παράλια, δεν ήταν οι καλύτερες. Οι Τύριοι Φοίνικες είχαν στοιχηματίσει πάνω στην υπεροχή της αυτοκρατορίας, προτιμώντας την περσική επικυριαρχία, σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους ομόφυλούς τους που είχαν ήδη σπεύσει να απαρνηθούν τους Πέρσες και να προσχωρήσουν στον επελαύνοντα Μακεδόνα.   

Η επιλογή τους αυτή δε με εξέπληξε. Η Τύρος ήταν μια εμπορική ναυτική δύναμη, επομένως οι δραστηριότητές της ήταν μάλλον συμπληρωματικές παρά ανταγωνιστικές με εκείνες των Περσών, οι οποίοι ούτε δική τους αξιόλογη ναυτική δύναμη διέθεταν ούτε αυτοτελές ναυτικό εμπόριο ασκούσαν. Αντίθετα, ο Αλέξανδρος έφερνε δυναμικά στην περιοχή τους τούς Έλληνες, επίφοβους ανταγωνιστές, που είχαν ήδη εδώ και αιώνες περιορίσει τους Φοίνικες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τους είχαν τελείως αποκλείσει την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο.

Οι Τύριοι λοιπόν, εμπιστεύτηκαν τις αμυντικές αντοχές του καλά οχυρωμένου νησιού τους και επέλεξαν τη γραμμή της σκληρής αντίστασης. Έτσι εμπλακήκαμε σε μια ανηλεή-αιματηρή σύγκρουση που κράτησε τη στρατιά ακινητοποιημένη για πάνω από μισό έτος.

Βέβαια, θα πρέπει να αναφέρω ότι, παρά την αντίστοιχη ευρηματικότητα των Τυρίων, οι μηχανικοί μας έκαναν εξαιρετική δουλειά επινοώντας και κατασκευάζοντας πολιορκητικές μηχανές, γέφυρες και αναχώματα -ακόμα και μέσα στο νερό, καθώς και ότι η επιμελητεία της στρατιάς (στην οποία, υπενθυμίζω, συμμετέχει αποφασιστικά η δική μας ¨ομάδα των λογίων¨), έκανε κυριολεκτικά θαύματα, ανεφοδιάζοντας ανελλιπώς το ακινητοποιημένο στράτευμα με τα απαραίτητα τρόφιμα, όπλα και λοιπά αναλώσιμα, για ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.

images-19

Παρόλα αυτά, το νησί δεν έπεσε παρά  μόνον όταν ο Αλέξανδρος φρόντισε να αυξήσει τις ναυτικές δυνάμεις  της πολιορκίας, φέρνοντας πλοία από την Κύπρο, τη Ρόδο, ακόμη και από τη Μακεδονία και τις γειτονικές φοινικικές πόλεις.

Η τελική ήττα των Τυρίων ήταν αιματηρή. Είναι πάντοτε δυσάρεστο να βλέπει κανείς την κατάρρευση μιας ισχυρής πόλης, όσο αλαζονική,  υπεροπτική, και περιφρονητική για τους άλλους κι αν ήταν η -προ της πτώσης- πολιτική της.

Όμως οι προσωπικοί μου ενδοιασμοί μέτραγαν λίγο, καθώς ο Καλλισθένης επέμεινε να συμπεριλάβουμε την Τύρο στη διαδρομή. Θεώρησε ότι το ταξίδι, μας έδινε την ευκαιρία να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκεται η ισχυρότερη μέχρι τότε πόλη των Φοινίκων, δύο- δυόμισι χρόνια μετά την επώδυνη ήττα της. Ήθελε να μάθει σε ποιο βαθμό ελέγχουμε  την πόλη που μας καθυστέρησε για επτά μήνες δίνοντας την ευκαιρία στον Δαρείο να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Μου ζήτησε μάλιστα να του στείλω μια περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί εκεί και να εστιάσω, κυρίως, στο κατά πόσο έχει εδραιωθεί η νέα εξουσία. Σε περίπτωση που οι θετικές αναφορές που είχε για την κατάσταση της πόλης  ήταν λανθασμένες, τότε θα μπορούσαμε να ανηφορίσουμε ως την γειτονική Σιδώνα, όπου είχαν επίσης σταλεί οι απαραίτητες οδηγίες και να επιβιβαστούμε εκεί.

.images-23

Ήταν απομεσήμερο όταν φτάσαμε στα απομεινάρια της ηπειρωτικής Παλαιάς Τύρου. Η απόσταση ως το νησί ήταν μικρή, πέντε ή έξι στάδια το πολύ. Περάσαμε απέναντι πάνω σε ξύλινες σχεδίες οι οποίες, υποβοηθούμενες από φουσκωμένα ασκιά και ωθούμενες από ψηλά κοντάρια που άγγιζαν τον ρηχό βυθό, πηγαινοέρχονταν  ανάμεσα στην ακτή και το βόρειο λιμάνι της νησιωτικής Νέας Τύρου, το αποκαλούμενο ¨λιμάνι προς τη Σιδώνα¨.

Τα τείχη της πόλης σε εκείνο το σημείο ορθώνονταν επιβλητικά σε όλο τους το ύψος, μια που τα στρατεύματά μας είχαν τελικά διεισδύσει από ένα νοτιότερο ρήγμα.  Από το λιμάνι ανηφορίσαμε προς την πλατεία του Αγηνόριου[1], όπου αφήσαμε το στρατιωτικό άγημα και τα φορτία μας στις φροντίδες της τοπικής φρουράς, ενώ οι δύο Αθηναίοι πρέσβεις και εγώ, ζητήσαμε να δούμε   τον ανώτατο διοικητή.

e4

Τον ψηλό γαλανομάτη άνδρα με την κοντό κοκκινωπό γένι, που μας υποδέχθηκε στο κεντρικό παλάτι της πόλης (ακριβέστερα σε ένα τμήμα του, γιατί στο υπόλοιπο μέγαρο εκτελούνταν ακόμη εργασίες αναστύλωσης) τον Μένη του Διονυσίου από την Πέλλα, τον γνώριζα προσωπικά. Όχι πολύ καλά βέβαια, αλλά παλιότερα είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω μερικές κουβέντες μαζί του, από εκείνες τις αυθόρμητες και φιλικές, που λέγονται συνήθως στις συνεστιάσεις και τα συμπόσια των μεσαίων στελεχών της στρατιάς.

Όμως, μετά  τη μάχη της Ισσού, όταν ο Αλέξανδρος τον προήγαγε στην επίζηλη θέση του σωματοφύλακα[2], τον είχα χάσει.  Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής της επελαύνουσας στρατιάς στα Σούσα, έμαθα ότι ο Μένης είχε αναλάβει υψηλά διοικητικά καθήκοντα ως Ύπαρχος  για τη Συρία, την Φοινίκη και την Κιλικία, περιοχές κρίσιμες για την επαφή του μετώπου με τα μετόπισθεν. 

Ο Πελλαίος άνοιξε εγκάρδια τα χέρια του. Παρά το χαμογελαστό του ύφος, στο πρόσωπό του  ήταν χαραγμένες ρυτίδες που άλλοτε έλειπαν.

«Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Μεγαρέα, καθώς και εσάς ευγενικοί αθηναίοι άρχοντες».  

Του έσφιξα πρώτος τα χέρια. «Ελπίζω η άφιξή μας να μη σε εκπλήττει Ύπαρχε. Υποθέτω ότι έφτασε έγκαιρα η αναγγελία της διέλευσής μας από την Τύρο…»

Οι Αθηναίοι τον χαιρέτισαν κι αυτοί με τη σειρά τους.

«Μα ναι, μα ναι», με διαβεβαίωσε. «Το μήνυμά σας ήταν εδώ έγκαιρα. Εγώ είμαι  εκείνος που μόλις έφτασε. Ήμουν στις βορειότερες περιοχές της Υπαρχίας την ευθύνη για την οποία, όπως ξέρεις φαντάζομαι, ανέλαβα πρόσφατα. Για να οργανωθεί αποτελεσματικά η διοίκηση θεώρησα σωστό να πληροφορηθώ προσωπικά για την κατάσταση που επικρατεί όχι μόνον εδώ, στις πόλεις της Φοινίκης, αλλά και στη Συρία και την Κιλικία. Όμως επέστρεψα εσπευσμένα για δύο λόγους: Ο ένας είναι, βέβαια, γιατί ήθελα να σας υποδεχθώ και να συμβάλω προσωπικά στην προώθηση της αποστολής σας∙ ο άλλος ότι παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα στη μετάβαση της τελευταίας ομάδας των απομάχων και των τραυματιών πίσω στην Ελλάδα».

Τον κοίταξα ερωτηματικά. Οι πρέσβεις ανασήκωσαν τα κεφάλια τους με ενδιαφέρον, για να ακούσουν καλύτερα τις διευκρινίσεις του Μένη.

«Η οργάνωση της επιστροφής των στρατιωτών δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως», συνέχισε εκείνος. «Οι περισσότεροι απόμαχοι μεταφέρουν στην πατρίδα τους μικρούς προσωπικούς τους θησαυρούς, μισθούς και λάφυρα, που προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον τόσο των άτακτων ληστών  στη στεριά, όσο και των πειρατών στη θάλασσα.

»Εκείνο που συνέβη, είναι ότι η τελευταία νηοπομπή που οργανώσαμε δέχτηκε επίθεση από απρόβλεπτα πολυπληθή πειρατικά πλοία, στη μέση της πλεύσης προς την Κύπρο και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ασφάλεια των λιμανιών μας, εδώ στην Τύρο. Ευτυχώς χωρίς μεγάλες απώλειες.

»Επί πλέον, τα Αθηναϊκά πλοία που ειδοποιήθηκαν να καταπλεύσουν για να ενισχύσουν την νηοπομπή, αλλά και να αναλάβουν το δικό σας ταξίδι, δεν έχουν  ακόμη φτάσει, αν και θα έπρεπε να είναι εδώ από χτες. Πάντως δεν έχουμε λάβει κανένα ανησυχητικό μήνυμα και ελπίζω ότι θα καταφτάσουν από ώρα σε ώρα.

»Αλλά υποθέτω ότι πρέπει να είστε κουρασμένοι γι αυτό τώρα θα οδηγηθείτε στα καταλύματά σας. Έχετε λίγο χρόνο για να πάρετε μια ανάσα. Περισσότερα θα πούμε, αμέσως μετά,  κατά τη διάρκεια του δείπνου». 

Οι υπηρέτες μας οδήγησαν σε πολυτελή δωμάτια που έβλεπαν στο λιμάνι, από όπου εξάλλου έφτανε ως εκεί ο απόηχος απ’ τη φασαρία και τις φωνές, παρά την προχωρημένη ώρα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι δύο Αθηναίοι έως ότου να έρθει η ώρα του δείπνου, υποθέτω ότι ξεθεωμένοι από το ταξίδι θα πρέπει να αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα∙ εγώ όμως επέστρεψα στην αίθουσα υποδοχής και αναζήτησα και πάλι τον Μένη. Υπήρχαν μερικά πράγματα που έπρεπε να πούμε εμπιστευτικά, οι δυο μας, μακριά  από αδιάκριτα αυτιά…

0063

*

[1] Αγηνόριο: Ναός αφιερωμένος στον μυθικό Αγήνορα, γιο του Ποσειδώνα,  που θεωρείται ο ιδρυτής της Τύρου και της Σιδώνας

[2] Οι ¨σωματοφύλακες¨ (μακεδόνες στρατιωτικοί,  συνήθως μέλη αρχοντικών οικογενειών) ήταν υπεύθυνοι για την προσωπική ασφάλεια του Βασιλιά αλλά και έμπιστοι συμμέτοχοι στην καθημερινή του ζωή. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Αργεαδών η σωματοφυλακή αριθμούσε επτά μέλη. Σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών ή ορισμού του σε υψηλή διοικητική θέση, τον αντικαταστάτη του όριζε ο ίδιος ο Άνακτας. Ο Μένης του Διονυσίου, ευπατρίδης από την Πέλλα είχε διαδεχθεί στην Σωματοφυλακή τον Βάλακρο, στον οποίο είχε τότε ανατεθεί η σατραπεία της Κιλικίας. Στις αρχές του 330 π.Χ. ο Μένης ορίστηκε Ύπαρχος για τις περιοχές της Κιλικίας, Φοινίκης και Συρίας

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο δεύτερο: Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2016

1

Μέρος Ε  Αποστολή στην Αθήνα

Κεφάλαιο 2ο  Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

 

Δεν είναι πως ο Οινοκράτης δεν ξέρει από ταξίδια. Ξέρει.

Έχει μάλιστα ζήσει ταξίδια ζόρικα, όπως εκείνο με το δουλεμπορικό που τον μετέφερε αλυσοδεμένο από τις θάλασσες της Σικελίας ως το λιμάνι του Πειραιά. Είναι σίγουρος ότι δύσκολα θα αντιμετωπίσει ξανά μια μετακίνηση κάτω από τόσο εφιαλτικές συνθήκες, όσο τότε.

Άλλωστε και η ίδια η εκστρατεία τον έχει γεμίσει ταξιδιωτικές εμπειρίες. Κατά βάθος του αρέσει να σκέφτεται (και η ιδέα αυτή κάπως τον παρηγορεί) ότι η εκστρατεία στην οποία θέλει δε θέλει συμμετέχει, άλλο δεν είναι  παρά ένα μεγάλο διηπειρωτικό ταξίδι: συναρπαστικό, γεμάτο με κυριολεκτικά πρωτόγνωρες περιπέτειες, αλλά και αρκετά διδακτικό, κυρίως σε σχέση με τα παθήματα και κάποιες δυσάρεστες  εκπλήξεις που περιέχει.

Επομένως, η μετακίνηση που διαγράφεται τώρα μπροστά του, δεν είναι ότι τον φοβίζει.

Σιγά τα λάχανα! Αυτό εδώ είναι ένα ταξίδι οργανωμένο από τις Αρχές, θα διεξαχθεί παρέα με πρέσβεις και αξιωματούχους, θα πλαισιώνεται από επιλεγμένη φρουρά ενάντια σε οποιαδήποτε επιβουλή μπορεί να παρουσιαστεί καθ’ οδόν και θα διαθέτει ειδικό έγγραφο που αφενός θα πιστοποιεί ότι οι ταξιδιώτες εκτελούν εντολές του  άνακτα και αφετέρου θα περιέχει κέλευσμα προς κάθε παραλήπτη να τους εξυπηρετήσει με απόλυτη προτεραιότητα.

Για να μη πούμε για τη διατροφή (σίγουρα εγγυημένης ποσότητας) και τις διανυκτερεύσεις (μάλλον ανεκτής ποιότητας).

Και δεν είναι μόνον οι παραπάνω εξαιρετικές συνθήκες, είναι ελκτικός και ο προορισμός του ταξιδιού. Μπορεί βέβαια να μην πρόκειται για τις γενέθλιες Συρακούσες,  πάντως είναι ένας τόπος με τον οποίο ο Οινοκράτης έχει -όπως και να το κάνουμε- δεθεί, ένας τόπος που πολλοί από τους αυτοαποκαλούμενους ¨ελεύθερους¨ όλης της οικουμένης, δίνουν πολλά (και θα έδιναν σίγουρα περισσότερα) για να μπορέσουν να ζήσουν έστω για ένα μικρό χρονικό διάστημα: ο προορισμός είναι η απαράμιλλη Αττική Γη.

Εδώ που τα λέμε, ταξίδι με τέτοιες προϋποθέσεις δεν έχει ξανακάνει, δεν ξέρει πως ακριβώς είναι, αλλά όλα μοιάζουν να προοιωνίζονται ευνοϊκά και ο Οινοκράτης δεν έχει καμία εκ των προτέρων αντίρρηση.

Εάν δεν χοροπηδάει από τη χαρά του, είναι γιατί αυτή η απόφαση, που του ανακοινώνει τώρα ο αφέντης του, τού φαίνεται υπερβολικά ξαφνική. Και μάλιστα παρμένη απρόσμενα, την ώρα που ο ίδιος μόλις άρχιζε να εγκαταλείπει κάποιες σκεπτικιστικές αμφισβητήσεις που τον θωράκιζαν ως τα τώρα και να προσαρμόζεται στη νέα προοπτική: εκείνη που θα του δώσει και πάλι κάποιες ¨επίσημες¨ ελευθερίες και υπευθυνότητες, από αυτές που έχει ξεχάσει ηθελημένα.

 Ο Συρακούσιος χαίρεται που ο Εύελπις γύρισε στα Σούσα συντομότερα του αναμενόμενου, αλλά εκεί που περίμενε ότι οι δυο τους θα αντιμετωπίσουν πλέον από κοινού κάθε δολοπλοκία και επιβουλή εδώ στα Σούσα, μαθαίνει ότι θα πρέπει να τα παρατήσει όλα και να φύγει ταξίδι -ευτυχώς μαζί με  τον νεαρό Μεγαρέα τον οποίο θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να ακολουθεί και να προστατεύει. Το νέο του έρχεται κάπως απότομα, τώρα, που ως νεοφώτιστο μεν, αλλά με αρκετή δόση καλής διάθεσης μέλος των Υπηρεσιών, προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα του καθήκοντα.

Αυτές οι μάλλον ανεπαίσθητες ανησυχίες του, καταλαγιάζουν οριστικά μόνον όταν ο Εύελπις τον διαβεβαιώνει ότι η αποστολή στην Αθήνα είναι σημαντική και ότι αναμφίβολα θα έχει την δυνατότητα να ασκήσει και εκεί, τόσο τις ήδη γνωστές ικανότητές του, όσο και τις νέες του αρμοδιότητές.

Ανακουφισμένος ο Οινοκράτης χαμογελάει πλατιά και διηγείται αναλυτικά στον Εύελπι τι έχει προλάβει να κάνει όσο εκείνος έλειπε στην Πόλη των Περσών.

Μετά την αναχώρηση του κυρίου του για την Περσέπολη και σύμφωνα με τα όσα του είχε ζητήσει εκείνος πριν φύγει, είχε προσπαθήσει να ξαναβρεί τα ίχνη του Άρπαλου και παιδεύτηκε αρκετά μέχρι να ανακαλύψει ότι ο ιδιόρρυθμος μακεδόνας άρχοντας είχε εγκαταλείψει την Πόλη των Κρίνων σχεδόν ταυτόχρονα με τον Εύελπι, κατευθυνόμενος κι αυτός προς τα ανατολικά.

Ύστερα άρχισε  να επισκέπτεται τον βαβυλώνιο νομομαθή λόγιο Μαρτούκη, (εκείνον που είχε ομολογήσει ότι συμμετείχε στις δραστηριότητες των σκοτεινών κύκλων), αλλά ο βαβυλώνιος καλαμαράς (όντως εδώ στη Μεσοποταμία χρησιμοποιούν πολύ το καλάμι στο γράψιμο) ή το έπαιζε σκληρό καρύδι και δεν έλεγε τίποτα, ή όντως η δράση των  συνωμοτών έχει μεταφερθεί σε άλλη περιοχή της αυτοκρατορίας. Ο Οινοκράτης δεν πτοήθηκε από την επιφυλακτικότητα του βαβυλώνιου και είχε σκοπό να μην τον αφήσει σε χλωρό κλαρί.

Στο μεταξύ, βρήκε κι άλλα πράγματα να κάνει, και όντως τα έκανε με ερασιτεχνική επιμέλεια (και μια που δεν του είχαν δώσει άλλα σημεία αναφοράς, περίμενε την επιστροφή του κυρίου του για να αναφέρει σε εκείνον): Κατέγραφε με επιμέλεια φωνές και ψιθύρους που κυκλοφορούσαν στην Αγορά και στους στρατώνες την πόλης των Κρίνων, φρόντιζε να μαθαίνει τι σχολιάζουν οι εταίρες στις μεταξύ τους, φαινομενικά ανώδυνες, κουβεντούλες και ακόμη (επιστρατεύοντας τις -απαράμιλλες- γλωσσικές ικανότητες του Χοντρόη) τι λέγεται ανάμεσα στους γηγενείς -ιδιαίτερα τους υπηρέτες όσων διατήρησαν τα αξιώματα τους, όπως ο Αβουλίτης- σχετικά με τα καμώματα και  τις προθέσεις των αφεντικών τους.

Ο Οινοκράτης παρατήρησε με ανακούφιση το ικανοποιημένο χαμόγελο του Εύελπι, όμως το χαμόγελο αυτό έσβησε σύντομα και ο Σικελός σκέφτεται πάλι ότι ο κύριός του τού φαίνεται κάπως διαφορετικός μετά την επιστροφή. Λιγότερο ενθουσιασμένος; λιγότερο ονειροπόλος; λιγότερο εύθυμος; πιο προβληματισμένος ίσως; Κάτι πρέπει να του συνέβη στην Περσέπολη, αλλά τι;  

Είχε ήδη μάθει ότι εκεί συνέβησαν πολλά. Ο ίδιος Εύελπις του είχε πει ότι η εντολή για το ταξίδι προερχόταν από τον Αλέξανδρο, άρα πιθανότατα είχε συναντήσει προσωπικά τον Ύπατο Αρχηγό, όπως του είχε πει επίσης, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, ότι είχε διασταυρωθεί καθ’ οδόν με τον Άρπαλο. Επιπλέον ο Οινοκράτης ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Εύελπις είχε συναντηθεί με την Θαϊδα.  Είναι μία από αυτές τις συναντήσεις ή μήπως το βάρος της νέας αποστολής που τον έκανε να είναι ¨κάπως¨ μετά την επιστροφή. Φταίει άραγε η σαγηνευτική Θαίδα ή μήπως είναι η θλίψη για την πυρκαγιά και τις απώλειες των συγγραμμάτων στα οποία τόσο αυτός όσο και ο προϊστάμενός του ο Καλλισθένης έχουν τόσο μεγάλη αδυναμία;

Ο πιστός Οινοκράτης θα έχει το νου του και θα μάθει. Κι έτσι θα ξέρει με ποιο τρόπο θα μπορέσει να βοηθήσει τον Εύελπι να ξεπεράσει  ό, τι κι αν είναι αυτό που τον στεναχωρεί.

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα. Κεφάλαιο πρώτο

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλέξανδρου Γ΄ του Μακεδόνα : (μετάφραση ευανάγνωστων τμημάτων)

 

[…] Η επιστροφή μου στα Σούσα υπήρξε ομαλή. Ο Καλλισθένης τον οποίο έσπευσα να συναντήσω ήταν εμφανώς καλύτερα, αν και ακόμη κλινήρης.

Του αφηγήθηκα διεξοδικά τα όσα συνέβησαν στην Περσέπολη κατά την σύντομη παραμονή μου εκεί. […]

***

Κεφάλαιο πρώτο: Προετοιμασία για αναχώρηση

(αφηγείται ο Εύελπις)

Αφήνουμε στις πλάτες μας ό, τι έχει απομείνει από την Περσέπολη και καλπάζουμε πίσω, προς την πόλη των Κρίνων, μια διαδρομή που μου είναι πλέον γνωστή.

Αυτή τη φορά οι μέρες είναι γεμάτες με ήλιο που επιμένει να είναι μακρινός και χειμωνιάτικος. Βόρειοι άνεμοι φουσκώνουν την κίτρινη σκόνη που ξεσηκώνεται από τις οπλές των αλόγων, ενώ τις  νύχτες η εντυπωσιακή αστροφεγγιά συνοδεύεται από τσουχτερό κρύο.  Ευτυχώς οι σταθμοί για την εστίαση και την ξεκούραση των ταξιδιωτών και των ζώων είναι στη θέση τους και εξακολουθούν να λειτουργούν ικανοποιητικά.

Οι πάνοπλοι συνοδοί μου αυτή τη φορά είναι επτά.  Στους δύο της έλευσης, έχουν προστεθεί άλλοι πέντε: ένας ακόμη Μακεδόνας, δύο Θεσσαλοί και, περίπτωση όχι συνηθισμένη, δύο Λακεδαιμόνιοι διαφορετικοί από τους άλλους, τουλάχιστον στον οπλισμό: χάλκινη περικεφαλαία που καλύπτει και τον αυχένα -διακοσμημένη με πορφυρό οριζόντιο λοφίο, ασπίδα μεγαλύτερη από τις μακεδονικές και, εκτός από το στερεωμένο στο σάγμα ακόντιο, η περίφημη λακωνική ξυήλη[1] κρεμασμένη με τελαμώνα στο   αριστερό τους πλευρό. Όσο κι αν ξέρω ότι οι Σπαρτιάτες είναι τύποι που αγαπούν ενστικτωδώς την παράδοση, αυτοί εδώ μοιάζουν βγαλμένοι από τους παλιούς περσικούς πολέμους, αν όχι κατ’ ευθείαν από τα ομηρικά έπη.  Μόνη, αλλά σημαντική καινοτομία, το ότι είναι έφιπποι.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-1

Όπως έμαθα από τους υπόλοιπους -οι ίδιοι επιβεβαιώνουν το στερεότυπο: είναι απελπιστικά ολιγόλογοι- πρόκειται πιθανότατα για μόθακες[2] ή υπομείονες[3], που αν και είχαν βρεθεί στην Ασία ως μισθοφόροι των Περσών σατράπηδων, προσχώρησαν στη στρατιά του Αλέξανδρου και έχουν ήδη πολεμήσει με αξιοθαύμαστη γενναιότητα στα Γαυγάμηλα και στην Περσίδα Πύλη.

Αναρωτιέμαι -καθώς τους παρατηρώ να στέκονται επιβλητικοί, αν και κάπως άβολα, πάνω στα υψηλόκορμα άτια- πώς και δε τους είχα προσέξει πρωτύτερα, κατά τη διεξαγωγή των τελευταίων μαχών.

Σκέφτομαι ότι, μετά την πρόσφατη ήττα στην Μεγαλόπολη και το θάνατο του λάκωνα βασιλιά Άγι[4], η παρουσία τους στην εκστρατεία ίσως πάψει να αποτελεί σπάνια και αξιοσημείωτη εξαίρεση και ότι την επόμενη φορά που θα αφιερώσουμε λάφυρα στους θεούς των Ελλήνων, θα μπορέσουμε επιτέλους να υπογράψουμε: ¨Άπαντες οι Έλληνες -των Λακεδαιμονίων συμπεριλαμβανομένων¨. Αυτή τουλάχιστον είναι η ευχή και η ελπίδα μου.

Μπαίνοντας στα Σούσα, άφησα τους παλιούς σωματοφύλακες να συνοδεύσουν τους καινούργιους ως τις εγκαταστάσεις της φρουράς όπου θα διανυκτέρευαν, αφού πρώτα τους αποχαιρέτισα και  τους ευχήθηκα καλή επιστροφή. Ύστερα πήρα, χωρίς καθυστέρηση, τον κεντρικό ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη και το κατάλυμα του Καλλισθένη.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-2

Ο προϊστάμενός μου, αν και ακόμη κρεβατωμένος, είναι σαφώς καλύτερα από όταν τον άφησα φεύγοντας γι αυτό το, τελικά  σύντομο, ταξίδι ¨αναφοράς¨ στην Περσέπολη. Τον βρήκα ανασηκωμένο, στηριγμένο σε χοντρά περσικά μαξιλάρια, να παρατηρεί σκεφτικός ένα σχεδιάγραμμα χαραγμένο πάνω σε επεξεργασμένο δέρμα, από εκείνα που παράγει με επιτυχία τα τελευταία χρόνια η πόλη της Περγάμου.

Το χαμόγελό του, μόλις με είδε στο κατώφλι του δωματίου, ήταν πλατύ και πηγαίο. Το ίδιο και το δικό μου. Παραμέρισε τα έγγραφα που τον περιτριγύριζαν και μου έσφιξε δυνατά τα χέρια.

«Καλώς επέστρεψες νεαρέ Μεγαρέα».

«Πώς είσαι δάσκαλε;» Ήξερα πως, όσο κι αν στραβομουτσούνιαζε, κατά βάθος του άρεσε να τον αποκαλώ που και που ¨δάσκαλο¨.

«Όλα καλά. Μη βλέπεις που με βρήκες στο κρεβάτι. Σηκώνομαι όλο και συχνότερα. Ο Φίλιππος ο γιατρός λέει ότι πρέπει να γυμνάζω τα μέλη μου έτσι ώστε να ανακτήσουν σιγά σιγά την παλιά τους  ευλυγισία».

«Όχι μόνο έχει αρχίσει να γυμνάζεται», λέει με αισιόδοξο ύφος ο Ακαρνάνας, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο του αναρρωνύοντος  ασθενούς του, «αλλά και εφαρμόζει μερικές δικές του, πρωτότυπες, καινοτόμες, ασκήσεις που όχι μόνον εγκρίνω, αλλά και που νομίζω ότι θα πρέπει να προστεθούν στην αγωγή τέτοιου είδους τραυμάτων».

Χαιρετίζω τον ενθουσιώδη γιατρό, ο οποίος συνεχίζει απτόητος:

«Πρόκειται για ασκήσεις κατάλληλες για εκείνους που δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα ως το γυμναστήριο. Ασκήσεις που δεν χρειάζονται κανένα βοηθητικό όργανο. Χρησιμοποιούν μόνο το βάρος του σώματος! Εξαιρετικές. Πρέπει ασφαλώς να καταγραφούν σε ιατρικό σύγγραμμα!»

Ο Καλλισθένης χαμογελάει.

«Τα βλέπεις Εύελπι; Περνάει κανείς μια ζωή να παρατηρεί και να καταγράφει την Ιστορία, να συγγράφει κείμενα προορισμένα για τις επόμενες γενεές, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσει να κερδίσει κάποια εύφημη μνεία, κάποια αναγνώριση  στο απώτερο μέλλον. Όμως η πραγματικότητα είναι εντέλει τόσο παράδοξη και τόσο απρόβλεπτη που, αν λάβουμε υπ’ όψιν όλα αυτά που λέει ο φίλος μας ο Ακαρνάνας, καθόλου δεν αποκλείεται στο μέλλον εμένα να με θυμούνται, όχι ως ιστορικό, αλλά ως επινοητή γυμναστικών ασκήσεων[5], εκείνον τον ίδιο όχι για τις ιατρικές, αλλά για τις συνταγές μαγειρικής που ξέρω ότι σκαρώνει που και που και εσένα, ας πούμε, ως τον ¨παράξενο ταξιδιώτη¨, μια που μετακινείσαι πολύ τον τελευταίο καιρό και θα μετακινηθείς κι άλλο στο επικείμενο μέλλον».

Ο Ακαρνάνας γελάει καταφάσκοντας στις παρατηρήσεις του ασθενούς του, και έπειτα αφήνει στο τραπέζι την αλλαξιά των επιδέσμων και τις αλοιφές που έχει φέρει μαζί του, λέει ότι δεν πειράζει, η αλλαγή μπορεί να γίνει και αργότερα και μας αφήνει μόνους να τα πούμε.

Ο Καλλισθένης τραβάει κοντά του την ¨περγαμηνή¨ που παρατηρούσε πρωτύτερα. Το σχεδιάγραμμα είναι ένας χάρτης του κορμού της Ελλάδας και των κατακτημένων περιοχών με σημειωμένα πάνω του τα βουνά, τα ποτάμια και τις κυριότερες πόλεις. Μόνο που τώρα τα γνωστά μας ελληνικά εδάφη βρίσκονται στο κάτω μέρος του γραφήματος∙ στο επάνω έχουν προστεθεί οι πρόσφατα και οι επικείμενα κατακτημένες περιοχές[6].

«Πρέπει να προετοιμάσουμε το ταξίδι σου», μου λέει. «Εδώ έχω σημειώσει μια εφικτή διαδρομή από τα Σούσα ως την Αθήνα, αλλά καλό είναι να τη δούμε και μαζί. Θα πρέπει να στείλουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μηνύματα στις ενδιάμεσες πόλεις που θα υποδεχτούν την αποστολή και να φροντίσουμε για την προετοιμασία του θαλάσσιου τμήματος του ταξιδιού. Αλλά πρώτα θα μου διηγηθείς με λεπτομέρειες πως πήγε το ταξίδι σου στην Περσέπολη».

images-3

Του παρέδωσα την επιστολή του Ευμένη που την ακούμπησε δίπλα του για να τη διαβάσει με άνεση αργότερα. Ύστερα του τα αφηγήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα.

Είχε ήδη μάθει για τη πυρκαγιά, για την αναχώρηση του στρατεύματος και την έγκριση της μετάβασής μου στην Αθήνα μαζί με τα αγάλματα και τους πρέσβεις. Δεν εξεπλάγη ούτε με τα κολακευτικά σχόλια που ακούστηκαν για την υπηρεσία μας στην Περσέπολη ούτε με τις παραπέρα επιβεβαιώσεις για τις πλεκτάνες του Ανάξαρχου. Το μόνο που έδειξε να τον εκπλήττει κάπως, ήταν ότι η αποστολή μου στην Αττική δεν θα ήταν σύντομη, αλλά θα διαρκούσε για το απροσδιόριστο εκείνο χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν για να συντάξω μια πλήρη, αναλυτική αναφορά για τις πολιτικές που διαμορφώνονται στις πόλεις του ελληνικού κορμού.

«Είναι αλήθεια ότι στην επιστολή μου προς τον Ευμένη, πρότεινα το ταξίδι αυτό διατυπώνοντας την άποψη ότι πρέπει να έχουμε την μαρτυρία ενός δικού μας ανθρώπου για όσα τεκταίνονται στην Αθήνα, ύστερα από μια επιτόπια επίσκεψη. Όμως, δεν μιλούσα για  την παραμονή σου εκεί πέρα από το απαραίτητο.  Πολύ περισσότερο που θέλω να μου φέρεις το συντομότερο τις απόψεις του Αριστοτέλη για τα όσα συμβαίνουν εδώ.

»Βέβαια, δεν είχα την ευκαιρία να πληροφορήσω λεπτομερώς τον Ευμένη για το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας και αυτός φρόντισε, καλή τη πίστη, να χρησιμοποιήσει κάθε επιχείρημα που του φαινόταν αποτελεσματικό ώστε να επιτύχει την έγκριση της συμμετοχής σου στην αποστολή των αγαλμάτων. Εν πάση περιπτώσει, η διάρκεια της παραμονής σου στην Αθήνα είναι ένα θέμα που θα το αντιμετωπίσουμε στην πορεία, εν καιρώ», μου είπε κάπως σκεφτικός.

Και εκείνη και τις επόμενες μέρες μέχρι την αναχώρηση, είχα αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον Καλλισθένη προκειμένου να ολοκληρώσουμε την προετοιμασία του ταξιδιού και να ενημερωθώ αναλυτικά για όσα εκείνος έκρινε χρήσιμα σχετικά με την αποστολή μου.

Μιλήσαμε για το τι θα πρέπει να προσέξω όταν θα μεταφέρω στον Αριστοτέλη τις τελευταίες εξελίξεις της εκστρατείας (ιδιαίτερα για εκείνα τα σημεία που ο Καλλισθένης κρίνει κρίσιμα ή ανησυχητικά), μιλήσαμε για τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα (και για τους τσακωμούς τους ο απόηχος των οποίων φτάνει όλο και συχνότερα ως τα ‘δω), μιλήσαμε για όσα ήταν ως εκείνη τη στιγμή  γνωστά για την ισχύουσα αθηναϊκή πολιτική (η οποία εσχάτως αλλάζει γρηγορότερα από όσο χρειάζονται οι ειδήσεις για να φτάσουν από εκεί ως την εκστρατεία),  μιλήσαμε για τις πρόσφατες αναλαμπές της σπαρτιατικής ισχυρογνωμοσύνης (αληθεύει άραγε ότι ο Αντίπατρος δεν μπήκε τελικά στην Σπάρτη μετά την νίκη του στη Μεγαλόπολη για να επιδείξει υψηλόφρον ελληνικό πνεύμα, ή μήπως παρέκαμψε την πόλη επειδή την έκρινε απόρθητη;), και μιλήσαμε ακόμη για τους πειρατές και την τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση στο Αιγαίο πέλαγος, το οποίο θα πρέπει να διασχίσω.

Ύστερα ειδοποιήσαμε τους Αθηναίους της εκστρατείας να ορίσουν πόσοι και ποιοι θα συνοδέψουν την επιστροφή των χάλκινων ¨τυραννοκτόνων¨ και να τους στείλουν αμέσως στα Σούσα, επιλέξαμε τους ιππείς που θα φρουρήσουν την αποστολή έως τα ασιατικά παράλια και δώσαμε εντολή να μετατραπεί μία από τις καλοφτιαγμένες αρμάμαξες που διέθετε η τοπική επιμελητεία σε ειδικό όχημα για την μεταφορά των αγαλμάτων. 

Πριν απ’ όλα όμως, καθορίσαμε την κύρια και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές διαδρομές έως τη θάλασσα και συντάξαμε ειδικό μήνυμα προς τις φρουρές των νεοκατακτημένων πόλεων κατά μήκος αυτών των διαδρομών, με εντολή να διευκολύνουν με κάθε τρόπο την προώθηση της αποστολής. Οι πόλεις σταθμοί της κύριας διαδρομής είναι η Βαβυλώνα, η Θάψακος, η Χαληβών, η Έμεσα, η Δαμασκός και η Τύρος. Στην τελευταία αυτή πόλη στείλαμε εντολή να ετοιμάσει την επιβίβασή μας στα κατάλληλα πλοία με τα οποία θα αποπλεύσουμε για την Αθήνα.

Εκτός όμως  από αυτά, είχαμε να τακτοποιήσουμε ένα σωρό τρέχουσες εκκρεμότητες της υπηρεσίας, μια που εκτός από μένα, και ο ίδιος ο Ολύνθιος έχει κατά νου να αφήσει τα Σούσα και να επιστρέψει στην προελαύνουσα στρατιά αμέσως μόλις η υγεία του θα το επιτρέψει και, σε κάθε περίπτωση, μέσα στους επόμενους θερινούς μήνες.  Ορισμένα από τα τρέχοντα θέματα, όπως τις εξελίξεις της ¨υπόθεσης των περσών πριγκίπων¨ θέλει να τις χειριστεί όντας κοντά στο κέντρο των αποφάσεων, όπου κι αν θα βρίσκεται αυτό φέτος το καλοκαίρι.

images-4

[1] Ξυήλη: Εγχειρίδιο των Λακεδαιμονίων (μήκος λεπίδας 30 έως 35 εκατοστά) προορισμένο για συμπλοκές ¨εκ του συστάδην¨.  Σύμφωνα με άλλους η ¨ξυήλη¨ ήταν ένα είδος δρεπανοειδούς εργαλείου χρήσιμου για το τρόχισμα των αιχμών των άλλων όπλων.

[2] Μόθαξ: Τέκνο Σπαρτιάτη με γυναίκα είλωτα. Στην Σπάρτη, λόγω της μόνιμης λειψανδρίας, το νόθο παιδί σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν δυνατό να εκπαιδευτεί και να ενταχθεί στο Λακεδαιμονικό στράτευμα

[3] Υπομείων: ¨Όμοιος¨ Λακεδαίμων που είχε πέσει σε δυσμένεια και έχασε το δικαίωμα να αποκαλείται πολίτης.

[4] Ο Βασιλιάς της Σπάρτης Άγις ο Γ΄ ενισχυμένος με χρήματα και πλοία από τους Πέρσες σατράπες Φαρνάβαζο και Αυτοφραδάτη, κατάφερε να συσπειρώσει τις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις σε αντιμακεδονικό κίνημα. Ηττήθηκε από τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και σκοτώθηκε στη μάχη της Μεγαλόπολης στα τέλη του 331 πΧ.

[5] Ε, ναι. Υπάρχει όντως ο (ιστορικού χαρακτήρα) μύθος που θεωρεί τον Καλλισθένη επινοητή της (γνωστής;) ¨Καλλισθενείου γυμναστικής¨.

[6] Κατά την κλασική αρχαιότητα οι περισσότεροι χάρτες σχεδιάζονταν με την Ανατολή στο επάνω μέρος. Εξ ου και η πορεία του Αλέξανδρου ήταν ¨ανάβαση¨, ενώ η πορεία των μυρίων (μετά την συμμετοχή τους στην ¨Κύρου ανάβαση¨) ήταν μία ¨κάθοδος¨.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο τέταρτο. Η επιστολή του Ευμένη προς τον Καλλισθένη.

Posted by vnottas στο 30 Αύγουστος, 2016

Ιντερμέδιο ανάμεσα στο Δ΄ και το Ε΄ μέρος

Η Επιστολή του Ευμένη του Καρδιανού προς τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο

Αγαπητέ Καλλισθένη Χαίρε

Επωφελούμαι από την εσπευσμένη επιστροφή του Εύελπι στα Σούσα για να σου στείλω, μαζί με τους χαιρετισμούς και τις ολόψυχες ευχές για την πλήρη ίασή σου, την παρούσα γραφή, έτσι ώστε να σε ενημερώσω για τα τελευταία νέα της εκστρατείας, καθώς και για τις απόψεις μου πάνω σε ορισμένα από τα τρέχοντα θέματα που απασχολούν την υπηρεσία μας.

Πρωτύτερα όμως θέλω να σε συγχαρώ για τα ενδιαφέροντα στοιχεία που αναδείχτηκαν στα Σούσα, κατά την έρευνα σχετικά με την κλοπή των κειμηλίων που επιχειρήθηκε εκεί. Πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν όχι μόνο να εξιχνιάσουμε πλήρως τις ανθελληνικές απόπειρες  που άρχισαν να εκδηλώνονται από τους μέχρι τώρα αιφνιδιασμένους Πέρσες, αλλά και στο να τροποποιήσουμε την πολιτική μας σε όποιον τομέα χρειαστεί, έτσι ώστε να γίνουμε χρησιμότεροι στην επίτευξη των στόχων της εκστρατείας.

Αναλυτικότερα, θα ήθελα να υποβάλω στην προσοχή σου τις ακόλουθες σκέψεις μου.

Πρώτο: Σχετικά με τις κινήσεις των Περσών Πριγκίπων.

Όλα δείχνουν ότι ο βασιλέας προσανατολίζεται στο να αναλάβει την ηγεσία της αυτοκρατορίας, όχι επικαλούμενος το ¨δίκαιο των νικηφόρων όπλων¨, αλλά μέσω μιας,  όσο το δυνατό περισσότερο νομιμοποιημένης, ¨διαδοχής¨. Θεωρεί ότι αυτή η λύση θα εξασφαλίσει αποδοχή και μακροβιότητα στην ελληνική παρουσία στα εδάφη που αποσπούμε από τους Πέρσες. Εκείνος όμως που είναι ο πλέον ενδεδειγμένος για να δώσει την απαιτούμενη νομιμοποίηση σε μια τέτοια αλλαγή, δεν είναι άλλος από τον Δαρείο τον ίδιο.

Το οικογενειακό περιβάλλον του Αχαιμενίδη, όπως ήδη γνωρίζεις, με πρώτη την μητέρα του την Σισύγαμβρη,  τον προτρέπει να τα βρει με τον Αλέξανδρο και να αποδεχτεί τον ρόλο του υποτελούς τοπικού ηγεμόνα.  Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συνοδευτεί από τον γάμο του Αλέξανδρου με την κόρη του φυγάδα -όσο κι αν οι μακεδόνες στρατηγοί διαφωνούν ριζικά, γιατί, όπως ξέρεις,  θα προτιμούσαν αναφανδόν μια βασίλισσα από μακεδονικό οίκο ή εν πάση περιπτώσει, με ελληνικό αίμα. Αυτό  είναι ίσως το μόνο θέμα στο οποίο οι παλαίμαχοι στρατηγοί του Φίλιππου ομονοούν με την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα -επί του παρόντος απομακρυσμένη, αλλά που ασκεί πάντοτε ισχυρή επιρροή.

Ο ίδιος ο Δαρείος φαίνεται ότι δεν απορρίπτει τελεσίδικα ένα τέτοιο ενδεχόμενο και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο υποχωρώντας, όσο πιο συντεταγμένα μπορεί, έως ότου τα πράγματα ισορροπήσουν ευνοϊκότερα για τον ίδιο.

Όμως αυτή η προοπτική δεν προκαλεί μόνο τις αντιδράσεις των παλαίμαχων εταίρων, αλλά -απ’ ό, τι φαίνεται- και πολλών ισχυρών ιρανών ευγενών. Ο κίνδυνος από την ενδεχόμενη συσπείρωσή τους είναι ορατός, και τα όσα μου μετέφερε ο Εύελπις σχετικά με την κλοπή των κειμηλίων, επιβεβαιώνουν ότι είναι έτοιμοι να επέμβουν δραστικά. 

Θεωρώ ότι η απόφασή σου να ψάξεις τους πιθανότερους υποκινητές μιας ανταρσίας κατά του Δαρείου ανάμεσα στους δυσαρεστημένους αποτυχόντες υποψήφιους διαδόχους του προηγούμενου αυτοκράτορα, είναι σωστή. Περιμένω τα πορίσματα της ομάδας που ερευνά το θέμα, έτσι ώστε να μπορέσω να εισηγηθώ τις απαραίτητες κινήσεις και επαφές στον Αλέξανδρο.

Εμείς άλλωστε, ως υπηρεσία, θα κινηθούμε προς το παρόν άτυπα, αλλά άμεσα: Σκέφτομαι να αναθέσω στον νεαρό Ευρυμέδοντα -εκείνον με τον οποίο σου απέστειλα τα συγγράμματα που καταφέραμε να περισώσουμε εγκαίρως- αποστολή διείσδυσης στο περιβάλλον του σατράπη στον οποίο αναφέρεσαι, τον Βήσσο.  Ο Θεσσαλός Ίλαρχος αποδείχτηκε εξαιρετικά ικανός και έχει κάποιες φιλίες που θα διευκολύνουν την αποστολή.  Είναι καλό να γνωρίζουμε αν ο Βήσσος κινείται από πατριωτισμό ή από προσωπική φιλοδοξία, ώστε να χειριστούμε κατάλληλα την περίπτωσή του. Καλό είναι επίσης να μάθουμε εάν κατέληξαν σε αυτόν τα κειμήλια που κλάπηκαν στα Σούσα -και, γιατί όχι, να τα πάρουμε πίσω.

Επίσης, θέλω να σε ενημερώσω ότι εισηγήθηκα στον βασιλέα την έμμεση ανταμοιβή του σατράπη Αβουλίτη για την συνεργασιμότητά του, με τον διορισμό του γιού του ως διοικητή-σατράπη σε μια από τις περιοχές που θα περάσουν στην κυριότητα μας κατά τη προέλαση προς τα βόρεια.

Δεύτερο: Σχετικά με το περσικό ιερατείο και την πολιτική του.

Έχουμε ήδη συζητήσει στο παρελθόν για τις ιδιομορφίες των ιερατείων της Ανατολής και συμφωνούμε όσον αφορά στη σημασία των πολιτικών και των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, που είναι εντονότερες και πολύ περισσότερο οργανωμένες από εκείνες των αντίστοιχων του ελληνικού χώρου. Μετά τα όσα μου έγραψες στην τελευταία επιστολή σου και εκείνα που μου μετέφερε ο Εύελπις σχετικά με τις προτάσεις του επίσημου ιερατείου των πιστών στον Αχούρα Μάσδα, νομίζω ότι θα πρέπει να εξετάσουμε το θέμα με απροκαταληψία και προσοχή.

Πολύ περισσότερο που, πάντα σύμφωνα με τα όσα ανακαλύψατε στα Σούσα, το ανταγωνιστικό ιερατείο, εκείνο των πρώην υποτελών στους Πέρσες περιοχών -οι ιερείς του Μαρδούκ και άλλοι παρόμοιοι- τα έχει βρει με τους ¨αυτοκρατορικούς¨ του Ανάξαρχου, τους οποίους και ενισχύει οικονομικά με αντάλλαγμα την πρόσβαση σε ορισμένους τομείς της νέας διοίκησης. Πάντως, νομίζω ότι αυτό το θέμα, αν και σοβαρό, δεν επείγει, και ότι θα έχουμε τον χρόνο να το διερευνήσουμε από κοινού, όταν με τη βοήθεια του Νεφεληγερέτη Δία επανέλθεις στην προελαύνουσα εκστρατεία.

Τρίτο: Σχετικά με ακριβώς αυτούς τους ¨σοφίζοντες¨ υπέρμαχους των αυτοκρατορικών τρόπων διοίκησης, τον Αβδηρίτη Ανάξαρχο και τους δικούς του.

Δυστυχώς θα πρέπει να σε ενημερώσω ότι κατά την πρόσφατη περίοδο της απουσίας σου η επιρροή τους μοιάζει αυξημένη. Όσο και αν είναι ελάχιστα δημοφιλείς ανάμεσα στους εταίρους, έχουν αποκτήσει γερές ρίζες στις ορδές των ακολουθούντων, ιδιαίτερα εκείνων που ασχολούνται με τις ανταλλαγές και τις προμήθειες. Επί πλέον, οι σχέσεις τους με το βαβυλωνιακό και  ελαμικό ιερατείο, επιβεβαιώνονται από την συνάθροιση που εντοπίσατε στα Σούσα. Οι μέθοδοί τους εξακολουθούν να διέπονται από άμετρο κολακεία προς όποιον ισχυρό παρουσιάζεται ευεπίφορος σε αυτήν, αλλά προφανώς δεν εξαντλούνται εκεί. 

Νομίζω ότι θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα τις πλεκτάνες τους, γιατί, μεταξύ άλλων, ο βασιλιάς μοιάζει να θέλει να αλλάξει κάπως τη δημόσια εικόνα του – που μέχρι σήμερα χαρακτηριζόταν από το ελληνικό μέτρο, την συντροφικότητα, και την λιτότητα- και τελευταία  αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στους μεγαλόσχημους τρόπους συμπεριφοράς των κατακτημένων. Θα πρέπει να έχουμε το νου μας, γιατί αυτήν την χρονιά, χρονιά κατά την οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το θέμα του Δαρείου θα λήξει, θα παρθούν σημαντικότατες αποφάσεις. Όμως και γι αυτό το θέμα θα τα πούμε από κοντά. Ελπίζω σύντομα.

Τέταρτο: Σχετικά με την χθεσινή πυρκαγιά που κατέκαψε μεγάλο μέρος του  ανακτορικού συγκροτήματος, για την οποία σίγουρα θα έχεις ήδη πληροφορηθεί από τις φρυκτωρίες πριν λάβεις την παρούσα επιστολή.

Δεν εξεπλάγην. Φοβόμουνα μια τέτοια εξέλιξη και σου έγραψα σχετικά όταν σου απέστειλα με τον Ευρυμέδοντα ό, τι μπόρεσα να περισώσω από τα συγγράμματα της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης και του ναού.  Όμως, όπως και εσύ, θα προτιμούσα να την είχαμε αποτρέψει. Δυστυχώς δεν στάθηκε δυνατό.

Ωστόσο εκείνο που με προβληματίζει είναι ότι η εντολή για τον εμπρησμό δεν δόθηκε από τον Αλέξανδρο, ούτε από κάποιο αρμόδιο όργανο της μακεδονικής ή της συμμαχικής διοίκησης.

Το ξέρω γιατί είχα μιλήσει μαζί του πρόσφατα, ακριβώς πάνω σε αυτό το θέμα. Ο Αλέξανδρος είναι αλήθεια ότι εξέταζε την σχετική πρόταση ορισμένων στρατηγών, οι οποίοι επιχειρηματολογούσαν ανοιχτά υπέρ της λήψης εκφοβιστικών μέτρων, πριν από το νέο ξεκίνημα των στρατευμάτων. Όμως έκρινε ότι τα αποτελέσματα από την λεηλασία της ¨Πόλης των Περσών¨ που προηγήθηκε, δεν ήταν τα αναμενόμενα και ότι η ανεκτική πολιτική που ακολουθήσαμε μέχρι τώρα με τις πόλεις που δεν αντιστάθηκαν στην επέλασή μας, φέρνει καλύτερα αποτελέσματα.

Εγώ βέβαια υπερθεμάτισα ζητώντας να προστατεύσουμε την αξιοπιστία που έχουμε ήδη κερδίσει και εγγυήθηκα ότι έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες αγορές και επιτάξεις ώστε να μην έχουμε προβλήματα ανεφοδιασμού κατά την επικείμενη προέλαση, ακόμη και αν οι τοπικοί πληθυσμοί δεν φανούν πλήρως συνεργάσιμοι. Ο βασιλιάς συμφώνησε ότι δεν χρειάζονται άλλες εκφοβιστικές πράξεις. Αποκλείω να άλλαξε γνώμη στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ως το ξεκίνημα της φωτιάς.

Έτσι, πιθανότατα, θα κατέληγα ότι η πυρκαγιά εξερράγη τυχαία, πολύ περισσότερο που υπήρχαν πολλές μεγάλες φωτιές αναμμένες στους δρόμους της Περσέπολης, καθώς διεξάγονταν οι ευχετήριες γιορτές για τη νέα εξόρμηση. Όμως -ο Εύελπις θα σου πει τις λεπτομέρειες- υπάρχουν πληροφορίες που μιλούν για εμπρησμό, στον οποίο είναι ανακατεμένοι αφενός κάποιοι από τους συνακολουθούντες και αφετέρου η γνωστή ομάδα των ¨αυτοκρατορικών¨. Στόχος τους είναι να ενοχοποιηθούν οι Αθηναίοι ως ¨σύμμαχοι¨ που δε σέβονται την κοινή διοίκηση και παίρνουν εκδικητικές πρωτοβουλίες σε βάρος του τοπικού πληθυσμού, υπονομεύοντας την επίσημη ανεκτική πολιτική του Αλέξανδρου. Στον άτυπο ¨ιδεολογικό¨ πόλεμο που έχουν κηρύξει κατά των ανεξάρτητων πολιτειών που αυτοδιοικούνται και υπέρ της αυτοκρατορικής ομοιογένειας και ισοπέδωσης, κρίνουν ότι ένας τέτοιος μύθος θα τους έδινε επιχειρήματα και προπαγανδιστικά όπλα.

Παρόλα αυτά αποφάσισα -ο Εύελπις θα σου μεταφέρει το σκεπτικό μου- να μην ενεργήσω ανοικτά εναντίον τους, τουλάχιστον προς το παρόν. Τους θεωρώ φίδια και θα ήθελα να τους επιτεθούμε μόνον όταν θα κατέχουμε τα κατάλληλα όπλα. Προς το παρόν προέχει η συλλογή πλήρως τεκμηριωμένων στοιχείων. Πάντως θα ήθελα και τη δική σου άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. 

Αυτά για τα γενικότερα ζητήματα.

.

Τώρα θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι η εισήγησή σου για την αποστολή του νεαρού Μεγαρέα στην Αθήνα, με την ιδιότητα του συνοδού των αγαλμάτων που επιστρέφουμε στους αθηναίους πολίτες, εγκρίθηκε άμεσα από τον ίδιο τον βασιλέα.

Η ιδέα να παραδοθούν από έναν μη μακεδόνα, και πολύ περισσότερο από κάποιον που γνωρίζει καλά την πόλη και που μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν Αθηναίος, κρίθηκε ως χρήσιμη διπλωματική  κίνηση.  Όπως ξέρεις, ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε ανέκαθεν ευνοϊκά την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, παρά το ότι είναι ενήμερος για την σκληρή αντιπολίτευση στη μακεδονική πολιτική που ασκείται εκεί από ένα μεγάλο μέρος των Αθηναίων ρητόρων. 

Όμως υπάρχουν -αυτή είναι η προσωπική μου άποψη- τουλάχιστον δύο θέματα εξ αιτίας των οποίων η στάση των Αθηνών κατά το προσεχές χρονικό διάστημα γίνεται και πάλι σημαντική και είμαι σίγουρος ότι και εσύ συμμερίζεσαι αυτές μου τις διαπιστώσεις:

Το πρώτο σχετίζεται με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα επέμεναν να διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους Έλληνες και να δημιουργούν αντιμακεδονικές συσπειρώσεις και διασπαστικά προβλήματα∙ συχνά ύστερα από περσικές προτροπές και με την υλική βοήθεια ορισμένων ασιατών σατραπών. Εντούτοις, μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη της Πελοποννήσου από τον αντιβασιλέα Αντίπατρο, όλα δείχνουν ότι, εκόντες άκοντες, θα ηρεμήσουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αυτό όμως σημαίνει ότι η Αθήνα είναι και πάλι απαλλαγμένη από τον προαιώνιο αντίπαλό της στον ελλαδικό χώρο, και κάτι τέτοιο είμαι σίγουρος ότι θα δημιουργήσει στους Αθηναίους ισχυρό πειρασμό να αναζητήσουν και  πάλι τον ηγεμονικό ρόλο του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο που, μετά την ήττα των Σπαρτιατών, οι απανταχού αντιμακεδόνες θα στραφούν και πάλι προς την Αθήνα.  Επομένως συμφωνώ μαζί σου ότι η μέγιστη επιτόπια εποπτεία είναι χρήσιμη.

Από την άλλη πλευρά, όπως ξέρεις, η νίκη του Αντίπατρου δεν ήταν εύκολη. Ο μακεδόνας αντιβασιλιάς είχε μεγάλες απώλειες, έστω κι αν η ¨συσπείρωση¨ των Σπαρτιατών είχε μεγαλύτερες. Ήταν πάντως μια νίκη επί των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι αν και δεν βρίσκονται αυτή την στιγμή στις καλύτερες μέρες τους, έχουν ακόμη ισχύ και απήχηση στην παλιά Ελλάδα.

Το δεύτερο θέμα αφορά ακριβώς τις ενδεχόμενες παράπλευρες επιπτώσεις αυτής της νίκης. 

Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, όπως θα έλεγε και ο δάσκαλός σου, ο Αριστοτέλης: Αφού  ο   Αντίπατρος κατάφερε να εξουδετερώσει τους Λάκωνες, εξασφάλισε μια νίκη που του προσδίδει μέγιστο κύρος. Ίσως υπερβολικό. Για τους περισσότερους έλληνες το να νικάς τους Σπαρτιάτες αποδίδει, ακόμη και σήμερα,  αίγλη σχεδόν ισοδύναμη με το να καταλύεις την αυτοκρατορία των Περσών. Επομένως, η ήττα των Λακεδαιμονίων μας απαλλάσσει μεν από τους προαιώνιους παρενοχλητές, αλλά η υπερβολική ενίσχυση του αντιβασιλέα δεν εντάσσεται ανάμεσα στα ευκταία γεγονότα, πολύ περισσότερο που ο Αντίπατρος δεν τα πάει και τόσο καλά με την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα, η οποία δεν χάνει ευκαιρία να τον κατηγορεί στον γιό της. 

Είμαι σίγουρος ότι εκφράζω και την  δική σου άποψη αν πω ότι το καλύτερο σημείο για να παρατηρήσει κανείς αυτού του είδους τις εξελίξεις, δεν είναι η αυλή του Αντίπατρου όπου βέβαια υπάρχουν ήδη κάποιοι απαραίτητοι πληροφοριοδότες, αλλά η εποπτική παρουσία μας στην πόλη εκείνη όπου το πρόβλημα δεν είναι να βρεις την οποιαδήποτε πληροφορία χρειάζεσαι, αλλά να τη ζυγιάσεις, να την αξιολογήσεις και να την ξεχωρίσεις από τις άπειρες εσκεμμένες παραπλανητικές φήμες που κυκλοφορούν.

Ο Βασιλιάς λοιπόν συμφώνησε μαζί μας ότι ο δικός σου, ο Εύελπις, είναι σε θέση να παίξει αυτόν το ρόλο για ένα διάστημα. Στην συγκατάθεσή του μέτρησε βέβαια, τόσο η συμβολή του Μεγαρέα στη μεταφορά του τμήματος του θησαυρού της Περσέπολης στα Σούσα, όσο και η ταχεία έρευνα που διεξήγαγε για τη θρασεία ενέργεια των Περσών στο εκεί θησαυροφυλάκιο. Βέβαια μέτρησε και ότι γνωρίζει καλά το -εδώ που τα λέμε πολύπλοκο- σύστημα θεσμών και αξιών που ισχύει στην πόλη της Παλλάδος.

Μίλησα σε γενικές γραμμές στον Μεγαρέα, για τα καθήκοντα που καλείται να αναλάβει στην πόλη των Αθηνών, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσύ θα τον κατατοπίσεις πολύ καλύτερα.

.

Σε όλα αυτά, θα ήθελα αγαπητέ Καλλισθένη να προσθέσω και κάτι τελευταίο:

Ο Άνακτας ζήτησε να διεξαχθεί μια αξιόπιστη έρευνα σχετικά με το ηθικό του στρατεύματος, κυρίως των μακεδόνων, αλλά και των λοιπών ελλήνων οπλιτών, ιδιαίτερα των μη μισθοφόρων. Είναι φανερό ότι το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας θα βαρύνει στην απόφασή του για τη συνέχιση ή όχι της εκστρατείας, μετά την εξουδετέρωση του Δαρείου.

Όμως, παρά το ότι μια τέτοια έρευνα ανήκει φυσιολογικά στα καθήκοντα της δικής μας ομάδας, ο βασιλιάς δεν όρισε ακόμη σε ποιον θα την αναθέσει, αλλά ζήτησε να του υποβληθούν προτάσεις σχετικά με την μέθοδο που θα ακολουθηθεί.

 Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι, μέχρι στιγμής, οι προτάσεις που υποβλήθηκαν είναι τρεις, εκ των οποίων οι δύο έχουν συνταχθεί από τη δική μας υπηρεσία, ως ενδεχόμενες εναλλακτικές μέθοδοι.

Προτείνουμε ή την παραδοσιακή μέθοδο, δηλαδή τη χρησιμοποίηση του δικτύου των πληροφοριοδοτών που ήδη δρα στις χαμηλές βαθμίδες του στρατεύματος, αφού πρώτα τους εκπαιδεύσουμε ειδικά  πάνω στα ακριβή ζητούμενα της έρευνας,  ή μία ηπιότερη και περισσότερο καινοτόμο μέθοδο: να δημιουργήσουμε συνεργεία ερευνητών που θα εξηγούν στους οπλίτες ότι η γνώμη τους για τις συνθήκες που διεξάγεται η εκστρατεία μετράει στη λήψη των αποφάσεων και ότι μπορούν να την εκφράσουν ελεύθερα. Στη συνέχεια θα αξιολογήσουμε τις απαντήσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και ορισμένα άλλα στοιχεία, όπως τον χρόνο που ήδη υπηρετούν οι ερωτώμενοι, το όπλο στο οποίο ανήκουν, την προέλευσή τους, την ηλικία τους κλπ.

Βέβαια, στην εισήγησή μας διευκρινίζουμε ότι οι δύο αυτές μέθοδοι είναι δυνατό και ίσως ωφέλιμο, να υιοθετηθούν παράλληλα αμφότερες.  

Η τρίτη πρόταση δεν προέρχεται από εμάς και δεν είμαι σε θέση να σου πω την ακριβή προέλευσή της, αλλά όταν την ακούσεις, πιστεύω ότι θα καταλάβεις χωρίς δυσκολία ποιοι την εμπνεύστηκαν.

Στην ουσία πρόκειται για μια απάτη σε βάρος των οπλιτών: Υποτίθεται ότι οργανώνεται μια νέα ημεροδρομική υπηρεσία και με την ευκαιρία οι στρατιώτες καλούνται να επικοινωνήσουν δωρεάν με τους οικείους τους στην πατρίδα, Οι επιστολές αυτές όμως καταλήγουν σε ειδικά συνεργεία που καταγράφουν και αξιολογούν οποιεσδήποτε απόψεις έχουν σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή με το κατά πόσο οι οπλίτες ευνοούν, αντέχουν ή αποστρέφονται μια παράταση της εκστρατείας. Όμως, οι εμπνευστές αυτής της πρότασης αποφεύγουν να εικάσουν κατά πόσο θα μειωθεί η αξιοπιστία της ηγεσίας στο στράτευμα και ποιες θα είναι οι λοιπές αντιδράσεις των οπλιτών όταν θα μάθουν -γιατί είμαι σίγουρος ότι το πράγμα θα μαθευτεί, Έλληνες ήμαστε- ότι η ηγεσία τους κορόιδεψε.

Το μόνο που μπορώ να προσθέσω αγαπητέ Καλλισθένη είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, η επιλογή των μεθόδων για την υλοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας θα δείξει κατά που γέρνει η πλάστιγγα στο στενό βασιλικό περιβάλλον. Εγώ, που ξέρεις πόσο αγαπώ και σέβομαι το νεαρό βασιλιά μας, δε σου κρύβω ότι ανησυχώ.

.

Φίλτατε Καλλισθένη

Σου ζητώ συγγνώμη για τον χρόνο που υποθέτω ότι θα χρειάστηκε για την αποκρυπτογράφηση ορισμένων τμημάτων της επιστολής, αλλά ξέρεις όσο κι εγώ ότι υπό τις παρούσες συνθήκες ισχύει απολύτως η λαϊκή ρήση η σχετική με το ¨φυλάττειν τα ιμάτια¨.

.

Ας είσαι γερός και είθε να επανέλθεις υγιής στο μέτωπο το συντομότερο δυνατό.

.

Ο εκ Καρδίας Ευμένης του Ιερωνύμου.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο πέμπτο. Εύελπις, η τελευταία μέρα στην Περσέπολη

Posted by vnottas στο 9 Αύγουστος, 2016

Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 15.

Εύελπις, η τελευταία μέρα στην Περσέπολη.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο αέρας είναι παχύς και μαύρος. Και ακίνητος. Δε φυσάει πια όπως φυσούσε όλη τη νύχτα, και η μαυρίλα αναδύεται τώρα κάθετα από τα καμένα χαλάσματα, Στο κέντρο των μελανών σωρών λάμπουνε ακόμη πύρινα ίχνη απ’ τα ξύλινα δοκάρια των κτισμάτων. Ο καπνός ανηφορίζει και ενώνεται με το φαιό νέφος που βαραίνει πάνω από την πόλη. Η μέρα είναι προχωρημένη, αλλά αλλόκοτα σκοτεινή.

Ο Εύελπις επιστρέφει έφιππος από το Επιτελείο, το οποίο έχει και πάλι εγκατασταθεί στις σκηνές εκστρατείας, και κατευθύνεται προς το κατάλυμά του. Ελπίζει να το βρει ακέραιο καθώς βρίσκεται κάπως απόμερα από τη ζώνη της φωτιάς. Ξάγρυπνος και κατάκοπος, έχει ανάγκη από λίγη έστω ξεκούραση πριν ξεκινήσει το ταξίδι πίσω, προς τα Σούσα. Έτσι επιταχύνει τον βηματισμό του ¨Βέλους¨ αγνοώντας τους λίγους άτακτους που προσπαθούν ακόμη να βρουν λάφυρα ανάμεσα στο χαλάσματα.

Το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς, με εξαίρεση την Φρουρά της Πόλης και λίγους συνακολουθούντες που πήραν μόλις χτες το απόγευμα την απαραίτητη άδεια να παραμείνουν ως έποικοι, κατευθύνεται ήδη μέσα στη δύσοσμη σκοτεινιά προς την βορινή πύλη, για να προωθηθεί στη συνέχεια προς την ανατολική πλευρά των βουνών του Ζάγκρου, στο εσωτερικό της κοιτίδας των Περσών και των Μήδων .

 Στο μυαλό του Μεγαρέα συνωστίζονται ερωτηματικά, αντιφατικές σκέψεις και συναισθήματα που κονταροχτυπιούνται.

Από τη μια μεριά η ψυχή του είναι σκοτεινή και θλιμμένη: το κακό, εν τέλει, δεν στάθηκε δυνατό να αποφευχθεί.

Τα ανάκτορα της Περσέπολης, ο ναός και ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης,  παραδόθηκαν τελικά σε φλόγες που δεν είχαν τίποτα το καθαρτήριο. Η φωτιά είχε ξεκινήσει από κάποιο σημείο στα ανατολικά του κτιρίου της Απαντάνα και μετά ο άνεμος την είχε εξαπλώσει ανισόμερα. Ευτυχώς, η Αφροδίτη είχε βάλει το χέρι της και ο γυναικωνίτης, αν και αρκετά κοντά στην τροχιά της πυρκαγιάς, είχε τελικά γλιτώσει. 

Τα τσακάλια είχαν ξαποληθεί στα χαλάσματα προτού καν η φωτιά καταλαγιάσει. Τα ισχυρότερα από τα σώματα του στρατού, εκείνα που θα μπορούσαν να ελέγξουν αποτελεσματικά την κατάσταση, αποχωρούσαν ήδη από τα χαράματα προς τον βορά. Το μόνο τμήμα των ανακτόρων που παράμενε αλώβητο και που ακόμη φυλασσόταν  αυστηρά, ήταν το φυλάκιο με τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης, πέρα από το τμήμα που είχε ήδη μεταφερθεί στα Σούσα. Η πυρκαγιά μάλλον δεν θα επηρέαζε τη συνέχιση της χρηματοδότησης της εκστρατείας.

Ωστόσο, πολλή κατακτημένη γνώση είχε απόψε εξαφανιστεί, μαζί με τους παπύρους και τις περγαμηνές της βιβλιοθήκης και η αναπλήρωσή της θα απαιτούσε χρόνο και μεγάλη ανθρώπινη προσπάθεια. Ο Καλλισθένης, ο Ευμένης, ο ίδιος ο Εύελπις, καθώς και άλλοι που ήθελαν να αισθάνονται ανιχνευτές, απελευθερωτές, προστάτες και αναδιανομείς της Γνώσης είχαν υποστεί απόψε μια σοβαρή ήττα, που όσο κι αν ήταν προβλέψιμη, πόναγε.

300px-Persepolis_Reconstruction_Apadana_Chipiez - Αντίγραφο

Σ’ ένα άλλο κομμάτι της ταραγμένης ψυχής του Εύελπι υπάρχει ένα απρόσμενο, περίεργο είδος αγαλλίασης. Ένα είδος παρήγορης ανάσας που μοιάζει να προέρχεται από μια καταλαγιασμένη επιθυμία. Κάτι που μοιάζει με την ηδονή και την ευτυχία της ανταπόκρισης.

Ανταπόκριση;

Δεν είναι η ακριβής λέξη. Εκείνο που η Θαίδα του παραχώρησε χτες  ήταν μια νύχτα που θα του μείνει ασφαλώς αξέχαστη. Μια νύχτα πάθους όπου, εν τέλει, (ποιοι άραγε Θεοί είχαν θελήσει ένα τέτοιο φαντασμαγορικό σκηνικό;) οι φλόγες δεν ήταν μόνο λέξεις μεταφορικές και αλληγορικές για να περιγραφτεί ένας έρωτας (ο δικός του) για καιρό καταπιεσμένος, που ξαφνικά αποκτούσε σάρκα, ή μάλλον δυο φλεγόμενα -σε έξαρση αμοιβαίας έλξης- όμορφα νεανικά σώματα.

 Όμως ήξερε πια ότι για την Θαίδα αυτή η νύχτα ήταν μόνο μια προσφορά, ένα δώρο, ένα δείγμα ότι τα αισθήματά της για εκείνον υπήρχαν, και ίσως σε άλλες συνθήκες, σε άλλες συγκυρίες, σε μια άλλη ζωή, θα αρκούσαν για να φτιάξουν ανάμεσά τους κάτι το ιδανικό. Όχι όμως  σε αυτήν τη φάση της ζωής της.

Δεν του τα είπε όλα αυτά με ρητό τρόπο. Βρίσκονταν όμως, κατανοητά, στις σιωπές της, στον τρόπο με τον οποίο άλλαζε τη κουβέντα και αρνιόταν να απαντήσει στην παράκλησή του να τον ακολουθήσει.

Ίσως κι εκείνος δεν είχε επιμείνει όσο θα έπρεπε. 

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Ίσως και να το έκανε -εκείνη, γυμνή πλάι του, ήταν κίνητρο ικανό για να χάσει κάθε μέτρο, κάθε αίσθηση ευπρέπειας και ίσως θα έπρεπε να την παρακαλούσε, ίσως να την ικέτευε, ίσως να την πίεζε με οποιοδήποτε τρόπο- αλλά τελικά όχι, δεν είχε επιμείνει αρκετά. Προτίμησε να κάνει μαζί της έρωτα, πάλι και πάλι, μέχρις ότου… αποσπασματικοί ήχοι από ανθρώπινες κραυγές, ανακλάσεις από μακρινές κοκκινωπές λάμψεις και όλο και πιο έντονα ρεύματα οσμών από καύση ετερόκλητων ουσιών, δεν έφτασαν ως την κάμαρα του γυναικωνίτη.

Ό Εύελπις είχε σηκωθεί από την κλίνη και είχε  πλησιάσει το παράθυρο. Έξω η νύχτα είχε αρχίσει να αποκτά έντονο πορφυρό χρώμα. Και η αιτία δεν ήταν οι φωτιές των γιορτών της αναχώρησης και των ευχητήριων τελετών για την αίσια έκβαση των μελλοντικών μαχών που έκαιγαν από νωρίς στις πλατείες. Ήταν φλόγες τεράστιες, αν και ακόμη  μακρινές από τον γυναικωνίτη: Με επίκεντρο το κεντρικό παλάτι, ψηλά, το μεγαλοπρεπές ανακτορικό συγκρότημα καιγόταν.

«Μα τους χίλιους δαίμονες της φωτιάς… Να που ο εμπρησμός έγινε! Τα ανάκτορα φλέγονται. Και ο δυνατός αέρας θα εξαπλώσει τις φλόγες ποιος ξέρει ως που. Ποιος τόλμησε άραγε τελικά…;», αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.

Ακούστηκε ένα σύντομο καμπανιστό γελάκι από τη μεριά της Θαίδας.

«Δεν το ξέρεις ποιος έβαλε τη φωτιά; Μα εγώ φυσικά!», ξαναγέλασε.

images (9)

Στο ερωτηματικό βλέμμα του Μεγαρέα, η Θαίδα απαντά ενημερώνοντάς τον για την χθεσινή επίσκεψη του Αθηναίου πρέσβη Ηλιόδωρου, καθώς και για το πώς οι προβλέψεις του είχαν επαληθευτεί από την άλλη επίσκεψη, εκείνη που της είχε κάνει σήμερα το πρωί ο σοφιστής Ανάξαρχος αυτοπροσώπως. Ο Αβδηρίτης της είχε ζητήσει, με θράσος (που έδειχνε πόσο λίγο εκτιμούσε, αλλά και πόσο πολύ υποτιμούσε κατά βάθος τη διάσημη εταίρα) αλλά και με δελεαστικές υποσχέσεις ανταμοιβής, να προκαλέσει τον εμπρησμό της πόλης κατά τη διάρκεια του συμποσίου που διοργανώνεται απόψε εν όψει της επανεκκίνησης της στρατιάς. Εκείνη, μια Αθηναία, ασφαλώς θα μπορούσε να καθοδηγήσει τους δαυλούς των συμποσιαστών σε μια (οφειλόμενη απέναντι στην Ιστορία και την Νέμεση) πυρά.

Αλλά δε περιορίστηκε σ’ αυτό. Καθώς η Θαίδα μειδιούσε χωρίς να αντιδρά, είπε κι άλλα. Ισχυρίστηκε ότι το πυρ θα έκανε καλό στην εκστρατεία, υπαινίχτηκε ότι το κάψιμο το επιθυμούν κλιμάκια του στρατεύματος και μάλιστα όχι μόνον τα χαμηλά και, βέβαια, επανέλαβε ότι ήταν μοναδική ευκαιρία για μια κίνηση που θα ολοκλήρωνε την εκδίκηση για τα δεινά που είχαν προκαλέσει ίσαμε τώρα οι Πέρσες στους ελληνικούς λαούς και ιδιαίτερα στους Αθηναίους.

«Ναι, αλλά δεν ήσουν εσύ που προκάλεσες αυτήν τη φωτιά», ρωτάει ευθέως ο Εύελπις.

«Και βέβαια δεν ήμουν. Αλλά δεν θα εκπλαγώ εάν αύριο διαδοθούν φωνές που να ρίχνουν σε μένα το φταίξιμο.  Σύμφωνα με τον Ηλιόδωρο έχουν ήδη ετοιμάσει τις κατάλληλες φήμες που με ενοχοποιούν. Εγώ, αν θες να ξέρεις, ούτε που απάντησα στον σοφιστή. Τον οδήγησα ως την πόρτα γελώντας, πράγμα που τον ανάγκασε να φύγει μουρμουρίζοντας ακατανόητες φράσεις, πιθανότατα απειλητικές.

Όπως βλέπεις, δεν πήγα καν στο αποψινό συμπόσιο των τελετών αναχώρησης. Για δικαιολογία είπα ότι ο πιστότερος θαυμαστής μου, ο Πτολεμαίος, λείπει από την πόλη, πράγμα που είναι άλλωστε αληθινό», χαμογέλασε η Θαίδα. «Εγώ, όπως μπορείς να διαπιστώσεις είμαι αλλού κι έχω και αξιόπιστο μάρτυρα, εσένα».

«Τότε ποιος;»

«Ίσως δεν ήμουν η μόνη στην οποία έκαναν εμπρηστικές προτάσεις, ίσως να έχουν απευθυνθεί και αλλού ή ίσως υπάρχουν και άλλοι, πέρα από τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, που επιθυμούν να καεί η Περσέπολη». 

«Η Περσέπολη έχει ήδη λεηλατηθεί ¨δια σιδήρου¨. Απόψε καίγονται τα ανάκτορα. Έχεις μάθει κάτι σχετικά;»

Flame_b2

Η Θαίδα έμεινα για μια στιγμή σκεφτική. «Ξέρω αυτά που ψιθυρίζονται εδώ και αρκετές μέρες. Ότι το ανακτορικό συγκρότημα, που όπως και η πόλη είναι δημιούργημα αμιγώς περσικό, θα καταστραφεί από τους Μακεδόνες για να φοβηθούν και επομένως να γίνουν συνεργάσιμες οι φυλές που κατοικούν κατά μήκος της διαδρομής που θα ακολουθήσει το στράτευμα.   Όμως, ναι, υπάρχει και κάτι που έμαθα μόλις απόψε, λίγο πριν έρθεις. Μια από τις ακολούθους μου, μια αξιόλογη νεαρή γυναίκα που ανήκει στους Ερετριείς, ξέρεις εκείνους τους ταλαιπωρημένους που συναντήσαμε πριν μπούμε στην Περσέπολη, μου ανάφερε ότι σήμερα το μεσημέρι, στην Αγορά, πήρε τ’ αφτί της μια συζήτηση που αφορούσε το κάψιμο της Περσέπολης».

«Από ποιον;»

«Η Μυώπη, έτσι τη λέμε την νεαρή, δεν ήταν σε θέση να μου τους περιγράψει, γιατί είναι σχεδόν τυφλή. Αναγνώρισε όμως ότι μιλούσαν στο γνωστό της ιδίωμα, τα μικτά ιωνικά και περσικά των απογόνων των πρώην αιχμαλώτων των Περσών, των Ερετριέων. Πρέπει να είναι ανακατεμένοι στην υπόθεση της φωτιάς, είτε αυτόβουλα, είτε παρακινούμενοι από άλλους».

«Αυτά που μου λες είναι πολύτιμα», λέει ο Μεγαρέας τρυφερά. «Αν η ηγεσία το θελήσει, το θέμα της πυρκαγιάς θα εξιχνιαστεί. Σε ευχαριστώ και πάλι Θαίδα» .

«Σου τα λέω, γιατί ποτέ δεν απαίτησες να μάθεις οτιδήποτε από μένα. Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που εκτιμώ, Εύελπι».

 Εκείνος την πλησιάζει. Η δική του φλόγα έχει αναζωπυρωθεί. «Λοιπόν Θαίδα, θα με ακολουθήσεις στην Αθήνα;» 

Εκείνη κοιτάζει προς το παράθυρο τις λάμψεις  που ανακλώνται εκεί.

«Οι περισσότερες γυναίκες είναι απόψε στο συμπόσιο, αλλά οι δικές μου ακόλουθοι είναι εδώ. Δεν νομίζεις ότι πρέπει να τις ξυπνήσουμε πριν η φωτιά πλησιάσει. Έτσι κι αλλιώς είμαστε έτοιμες για αναχώρηση. Σήμερα θα πρέπει να ξεκινήσουμε κι εμείς». Αλλά, λέγοντας αυτά τα λόγια, η Αθηναία τραβιέται κάνοντάς του χώρο στο κρεβάτι.

Κάτι μέσα του λέει στον Εύελπι ότι υπάρχει χρόνος και ότι η δική του φωτιά είναι τουλάχιστον το ίδιο επικίνδυνη με εκείνη που έχει αρχίσει να κατατρώει τα Ανάκτορα της Περσέπολης.

Εκείνο το πρωί, ο Μεγαρέας αποχαιρέτισε την Θαίδα. Ούτε αυτός ούτε εκείνη έκαναν οποιαδήποτε νύξη για το χρονική διάστημα που θα μπορούσε να διαρκέσει αυτός ο αποχαιρετισμός.

Ο Εύελπις έφυγε από τον γυναικωνίτη με ένα κομμάτι του εαυτού του άδειο, και τον υπόλοιπο σε τεταμένη υπερένταση. Πίσω από το μελανό νέφος μπορούσε να μαντέψει τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που πήρε να ανηφορίζει. Έστρεψε το Βέλος προς τα βόρια, κατάφερε να παρακάμψει το πλήθος που είχε πλημμυρίσει τους δρόμους και, λίγο αργότερα, έφτασε στο επιτελείο, που πλέον είχε μετεγκατασταθεί στο στρατόπεδο της βορινής Πύλης, επιβλέποντας και συντονίζοντας την έξοδο της στρατιάς.

ςe

Ο Ευμένης ήταν κι αυτός άγρυπνος. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα έκπληκτος για την πυρκαγιά. Η κύρια ανησυχία του αυτή τη στιγμή ήταν να μην επηρεαστεί αρνητικά η έναρξη της νέας πορείας και η στρατιά να μετακινηθεί με ομαλό τρόπο.

Παρόλα αυτά βρήκε χρόνο για να ακούσει τον Εύελπι, που συνοπτικά και χωρίς αναφορά στη Θαίδα, τον ενημέρωσε για τα όσα ¨κυκλοφορούν στην Πόλη¨ σχετικά με τον εμπρησμό, τις σχετικές κινήσεις του Ανάξαρχου και της ομάδας του, καθώς και για  το ενδεχόμενο ρόλο των ¨Ερετριέων¨.

«Αυτά τα έμαθες από την Θαίδα, έτσι δεν είναι; Αυτή είναι η βασική πηγή σου;», τον ρώτησε άμεσα ο Ευμένης.

«Ναι», παραδέχτηκε ο Μεγαρέας. «Δεν την θεωρείς αξιόπιστη;»

«Το αντίθετο. Όμως η Θαίδα είναι μία πηγή που δεν μπορώ να επικαλεστώ. Και πολύ περισσότερο δεν μπορώ να την ανακρίνω. Αυτή την περίοδο βρίσκεται υπό την προστασία του Πτολεμαίου του Λάγου, άτομο φιλόδοξο και ανερχόμενο, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Την προστατεύει -υπάρχει ειδική εντολή γι αυτό- ο ίδιος ο Αλέξανδρος».

Στο πρόσωπο του Εύελπι εμφανίστηκε προς στιγμήν μια απόχρωση έκπληξης, που γρήγορα εξαφανίστηκε.

«Πάντως», συνέχισε ο Ευμένης, «οι πληροφορίες σου για τους υπαίτιους της  αποψινής φωτιάς είναι χρήσιμες και να είσαι σίγουρος ότι το θέμα θα το διερευνήσουμε, άσχετα από το εάν θα δημοσιοποιήσουμε τα πορίσματα  της έρευνας ή όχι».

Ο Ευμένης σταμάτησε για μια στιγμή.

«Σκέφτομαι ότι ίσως θα πρέπει να αφήσουμε τη ψυχή των στρατιωτών απερίσπαστη από τις εσωτερικές δολοπλοκίες, τουλάχιστον  όσο κρατάει η νέα εξόρμηση. Και επί πλέον, ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι υπέρ της φωτιάς είχαν ταχθεί και ορισμένοι στρατηγοί που σίγουρα δεν συμμετείχαν στην αφή της. Είναι πολεμιστές πιστοί στον Αλέξανδρο, που ποτέ δεν θα έκαναν κάτι τέτοιο χωρίς τη ρητή διαταγή από εκείνον, -μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι ο Άνακτας δεν έδωσε ποτέ τέτοια διαταγή- και που δεν πρέπει να αισθανθούν ότι τους στοχοποιούμε.

Τέλος πάντων, αφού τα περσικά ανάκτορα σε μεγάλο βαθμό κάηκαν πια, όσο κι αν αυτό είναι οδυνηρό κυρίως όσο αφορά στην βιβλιοθήκη, ίσως μας συμφέρει για την ώρα να αφήσουμε το γεγονός να λειτουργήσει εκφοβιστικά για όσους ντόπιους σκέφτονται ακόμη να μας αμφισβητήσουν, όπως εξάλλου υποστήριζαν αυτοί οι πολεμιστές. Αν πάλι εκείνο που επιδιώκουν οι εμπρηστές είναι να δυσχεράνουν τις σχέσεις μας με την Αθήνα, εμείς έχουμε ήδη προγραμματίσει πράξεις που ενισχύουν αυτές τις σχέσεις. Η δική σου αποστολή στην Αττική είναι ίσως η σημαντικότερη από αυτές.

Ίσως επαναφέρουμε το θέμα της αποψινής φωτιάς όταν θα έχουμε εξουδετερώσει οριστικά τον Δαρείο και τους ακόλουθούς του.  Όσο για τον Ανάξαρχο, θα ελέγχουμε τους ελιγμούς του και θα κινηθούμε δραστικότερα όταν οι αποδείξεις για την ενοχή του θα είναι εξόφθαλμες.

Εσύ, πότε σκοπεύεις να φύγεις για τα Σούσα;»

«Το συντομότερο, ακόμη και σήμερα».

«Όχι, πρέπει πρώτα να σου μιλήσω διεξοδικότερα για ορισμένα πράγματα που θα πρέπει να προσέξεις στην Αθήνα Τα βασικά. Θα σου δώσω και μια επιστολή για τον Καλλισθένη που θα την γράψω τώρα, μόλις πάρω μια ανάσα από τη φασαρία της πυρκαγιάς. Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Τώρα είσαι ελεύθερος για καμιά ώρα και μπορείς να πας να δεις τον Άρπαλο…»

Ο Εύελπις ανασήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Α ναι, δεν σου το ‘πα. Ο γιος του Μαχάτα έστειλε τους ανθρώπους του και σε ζητούσαν. Είναι κι αυτός εδώ, θα τον βρεις στις σκηνές της βασιλικής ακολουθίας. Πήγαινε να δεις τι θέλει και μετά επέστρεψε εδώ. Πιστεύω ότι σε λίγο η φωτιά θα είναι υπό πλήρη έλεγχο και θα έχουμε χαλιναγωγήσει και τις τελευταίες ομάδες του όχλου. Θα έχω έτοιμη την επιστολή και θα μπορέσουμε να μιλήσουμε».

Ο Ευμένης του έριξε μια διερευνητική ματιά από την ¨κορυφή ως τα νύχια¨. «Αδελφέ μου», είπε, «δεν είσαι ακόμη σε θέση να ταξιδέψεις. Όταν τελειώσουμε θα επιστρέψεις στο κατάλυμά σου και θα ξεκουραστείς. Αν θέλεις μπορείς να αναπαυτείς και  εδώ, στο στρατόπεδο. Πάντως, ειδοποίησε τους συνοδούς σου να είναι έτοιμοι για το ταξίδι επιστροφής στα Σούσα από αύριο. Αν κρίνεις ότι δεν αρκούν ζήτησε από τον υπασπιστή μου να σου δώσει μια πρόσθετη ομάδα φρουρών».

Ο Μεγαρέας ευχαρίστησε τον Καρδιανό, αλλά όταν θα τελείωναν, προτιμούσε να επιστρέψει στο κατάλυμά του και να ξεκινήσει για τα Σούσα το συντομότερο δυνατό, χωρίς πρόσθετη συνοδεία.

images (22)

Ό Άρπαλος τον υποδέχτηκε με ένα δυσερμήνευτο χαμόγελο κρεμασμένο στις άκρες των λεπτών του χειλιών. Ούτε αυτός έδειχνε να έχει κοιμηθεί αυτήν τη νύχτα. Όμως κάτι σαν μικρό κομμάτι πυρκαγιάς έκαιγε ακόμη στα γαλαζωπά του μάτια.

«Είδες Μεγαρέα;» του είπε. «Πόλεμοι, μάχες, θάνατοι, πορείες, αλώσεις, οδυρμοί, αλλά και εξάρσεις  για την νίκη και την κατάκτηση… και μετά; Ένα παφ, μια μικρή σπίθα, ένα τίποτα, και τα ¨κέρδη¨, τα λάφυρα, η Δόξα θα έλεγα, μπορούν να μετατραπούν σε μαύρη στάχτη, σε τίποτα!» Το μειδίαμά του έγινε ειρωνικό:  «Ωστόσο το θέαμα δεν ήταν μόνο διδακτικό, ήταν και συναρπαστικό, δε συμφωνείς;»

Ο Εύελπις ήταν στερημένος από διάθεση είτε να συμφωνήσει είτε να διαφωνήσει με τις ποιητικές διαπιστώσεις του Άρπαλου. Κάθισε σε ένα πολυθρόνιο εκεί δίπλα και σιώπησε.

Ο Άρπαλος αποφάσισε να μπει στο θέμα:

«Έμαθα ότι επιστρέφεις στην Αθήνα και θέλω να σου ζητήσω μια μικρή χάρη», του είπε.

sagittarius_hev2

Ο Μεγαρέας τράβηξε τα χαλινάρια και το Βέλος επιβράδυνε και σταμάτησε μπροστά στην σιδερένια, διακοσμημένη με γρύπες, αυλόπορτα.

Το οίκημα που τον φιλοξενούσε ήταν πράγματι σώο και οι υπηρέτες, που είχαν βγει στην είσοδο για να αποτρέψουν όποιον τυχόν το θεωρούσε ακατοίκητη λεία προς λεηλασία, τον υποδέχτηκαν με φωνές ενθουσιασμού.

Ο Εύελπις ανέβηκε στην κάμαρά του και σε λίγο κοιμόταν βαθειά, χωρίς όνειρα, αν εξαιρέσουμε την εικόνα ενός δρόμου που στο βάθος του βρισκόταν τα Σούσα και η ευγενική μορφή του Καλλισθένη∙ αλλά πίσω από τα Σούσα ανέτελλε σιγά σιγά η μεγεθυμένη εικόνα μιας άλλης πόλης, οικείας και αγαπημένης, η εικόνα του άστεως των Αθηνών.

(Τέλος του τέταρτου μέρους)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο τέταρτο. Η ερωτική εξομολόγηση του Εύελπι

Posted by vnottas στο 1 Αύγουστος, 2016

Μέρος Δ΄Κεφάλαιο 14. Η ερωτική εξομολόγηση του Εύελπι

η

Περίμενα. Πολύ. Ίσως πιο πολύ από ότι έπρεπε. Μη νομίσεις ότι ήταν μια αναμονή ανώδυνη. Κάθε άλλο. Όλος αυτός ο χρόνος ήταν γεμάτος με αντιφατικά συναισθήματα. Θα σου εξηγήσω.

Από τη μια είχα εξάρσεις επιθυμίας. Ξέρω ότι πρέπει να τις είχες μαντέψει, δεν μπορεί να ‘ναι καινούργιο, μήτε εξαιρετικό γεγονός για σένα το να ξυπνάς επιθυμίες στους άλλους. Σε όλους τους άλλους. Δε μπορεί παρά να ξέρεις ότι δεν υπάρχει ασπίδα ικανή να εξουδετερώσει τη γοητεία και την έλξη που αποπνέεις.

Αλλά και όταν, όντας μακριά σου, δεν ήταν η απτή, ζωτική επιθυμία εκείνη που κύρια με τυραννούσε, ήσυχος και αποκομμένος από σένα και την οπτασία σου (που κατοικεί πλέον μόνιμα στην κεφαλή και την καρδιά μου) δεν ήμουν.

Σε σκεφτόμουν Θαίδα. Ή μάλλον σε ονειρευόμουν. Κι ήταν τα όνειρα, άλλοτε πανέμορφες αναλαμπές κοιμισμένης ευτυχίας, κι άλλοτε άγχος και ανησυχία, και ερωτήματα και φόβοι, μαζί μ’ ένα αίσθημα ανημποριάς και αμφιβολίας.

Ριχνόμουν τότε με εμμονή στην εκτέλεση των καθηκόντων μου, προσπαθώντας να ανακτήσω την κυριότητα πάνω στις σκέψεις και στις προτεραιότητές μου, που νόμιζα πως ήξερα ποιες ήταν. 

Ανώφελα. Έφτανε μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή ειλικρίνειας με τον εαυτό μου και να που η θεϊκή σου εικόνα εμφανιζόταν και κάλυπτε οτιδήποτε άλλο στον ορίζοντα. 

Είσαι πολύ ψηλά για μένα Θαΐδα. Τόσο που μόνο ως θεά -δεν υπερβάλλω- να μπορώ να σε σκέπτομαι. Και έστω κι αν με ξέρεις λίγο, δε μπορεί παρά να μη με θεωρείς ούτε ντροπαλό ούτε υπερβολικά ταπεινόφρονα. Δεν είμαι.

Όμως εσύ ήσουν για μένα κάτι που απ’ την αρχή ήταν σημαντικό, αλλά απροσδιόριστο, και μετά  έγινε όλο και πιο πολύ σημαντικό και απρόσιτο.

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να εικάσω  τι μπορεί να σκέφτεσαι. Μπορεί να λες από μέσα σου: Μα τι λέει τώρα ο Εύελπις, πώς πήραν τα μυαλά του τόσο αέρα, και πώς τολμάει… Ή να λες: τι τον έπιασε ξαφνικά, αν είναι αληθινά τα όσα θέλει να πει, γιατί δεν τα έδειξε τόσο καιρό τώρα….

Η επιστολή σου Θαίδα, το γράμμα σου,  πρέπει να ήταν η αφορμή που περίμενα για να πάρω το κουράγιο και να σου εκφράσω τα όσα με τυραννούν. 

Με σκεφτόσουν, ανησυχούσες για μένα. Δε δίστασες να αγνοήσεις τους κινδύνους που συνεπάγεται το να πάει κανείς κόντρα σε μια ισχυρή και επικίνδυνη ομάδα αυλικών και να με ειδοποιήσεις για όσα σκοτεινά εξυφαίνονται.

Πρέπει να τ’ ομολογήσω… Είναι η επιστολή σου που έριξε στον δίσκο της ζυγαριάς το πετραδάκι που έλειπε, κι έτσι εκεί που έβραζα στο ζωμό του φόβων και των αμφιβολιών που εξισορροπούσαν αδυσώπητα την έλξη που ασκείς πάνω μου,  κατάλαβα… ο δίσκος δεν είχε πια ισορροπία, και εγώ, με όλο μου το είναι, με ολόκληρη την απελπισμένη μου επιθυμία, έγερνα προς εσένα… Γέρνω προς εκείνη  που ήταν για μένα απρόσιτη οπτασία από παλιά, ήδη από τον καιρό που βρισκόμασταν και οι δύο στην Πόλη της  Αθηνάς, ανέκαθεν.

Η Πόλη της Αθηνάς…

1153989uac1bsggbc

Σου έγραψα ότι θέλω να σου μιλήσω και να που αφήνω απόψε την καρδιά μου να σου εξομολογηθεί όσα την τυραννάνε…

Όμως  αγαπημένη μου Θαίδα, το ξέρω, όπως το ξέρεις και εσύ, ότι έλαχε να ζούμε σε μια εποχή αλλόκοτη, όπου ανήσυχοι και δυσερμήνευτοι θεοί διασκεδάζουν αλλάζοντας καθημερινά τις ζωές των ανθρώπων και των εθνών.

Να λοιπόν που σήμερα, σήμερα που έρχομαι να σου αφιερωθώ και να σου ζητήσω να δεχτείς τη συντροφιά και την αφοσίωσή μου, μαθαίνω ότι πρέπει να φύγω.

Μου ανατέθηκε αποστολή που θα με απομακρύνει για ένα διάστημα από την εκστρατεία. Φεύγω αγαπημένη μου Θαίδα, σύντομα, μία από τις προσεχείς μέρες, συνοδεύοντας μαζί με ορισμένους από τους αθηναίους πρέσβεις τα περίφημα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨ που είχε αρπάξει ο Ξέρξης, πίσω στην Αθήνα.

…Και… δεν ξέρω αν πρέπει ή όχι, δεν ξέρω πως θα το πάρεις, δεν ξέρω αν είναι ανάμεσα σε εκείνα που οι θεοί επιτρέπουν, ξέρω μοναχά πόσο ονειρεμένα ωραίο θα ήταν για μένα, αν στο αίτημά μου έλεγες ναι.

Θαίδα θέλεις να ‘ρθεις μαζί μου;

Ξέρω πόσο αγαπάς την γενέτειρά σου Ταξιδέψαμε μαζί προς τα εδώ, ας επιστρέψουμε μαζί στην Πόλη που και οι δυο νοσταλγούμε. Μπορείς; Θέλεις;

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Αργότερα, όταν ο Εύελπις θα σκέπτεται τα όσα συνέβησαν τη νύχτα εκείνη, δε θα θυμάται ακριβώς πόσα από τα παραπάνω λόγια πρόφερε στην πραγματικότητα και πόσα απλώς θα ήθελε να έχει πει. Εκείνο όμως που θα θυμόταν με εξαιρετική σαφήνεια, ήταν το χαμόγελο της Θαίδας, όταν, χωρίς να μιλήσει καθόλου, τον είχε πλησιάσει, είχε ανασηκωθεί στις άκρες των λεπτών της ποδιών, είχε αγγίξει απαλά το πηγούνι του και είχε οδηγήσει τα χείλη του στα δικά της.

images (31)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Ό ήλιος έχει πια σκαρφαλώσει ψηλά στον ουρανό εξαφανίζοντας ό, τι έχει απομείνει από την τέως χρυσαφιά σελήνη και, μαζί μ’ ένα αεράκι που κατεβαίνει από τα βουνά του βορρά, χαρίζει στην Περσέπολη μια διαυγή, δροσερή, κίτρινη λιακάδα.

Ο Εύελπις κατευθύνεται έφιππος προς τα κεντρικά κτίρια των ανακτόρων. Είναι φανερό ότι η είδηση για την επικείμενη αναχώρηση της στρατιάς έχει κυκλοφορήσει, όπως είναι φανερό ότι η ατμόσφαιρα στην πόλη έχει αλλάξει αισθητά. Μια ορατή ένταση διαπερνά το πλήθος των  συνακολουθούντων που γεμίζει τώρα τους δρόμους αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τα τεκταινόμενα. Θα γίνει άραγε εγκατάσταση εποίκων στην Περσέπολη; Ποιος από τους εταίρους θα παραμείνει ως επικεφαλής της φρουράς στην κατακτημένη πόλη; Μήπως η πόλη θα καταστραφεί εντελώς, όπως ισχυρίζονται ορισμένες φήμες που κυκλοφορούν επίμονα τις τελευταίες μέρες;  …Και οι γιορτές; Οι γιορτές και οι τελετές αναχώρησης; Πότε θα γίνουν; Οι εξέδρες μοιάζουν να είναι έτοιμες… Θα υπάρξει άραγε ο απαιτούμενος χρόνος ώστε να στηθούν όλες οι απαραίτητες κερδοφόρες ¨δουλειές¨ που συνοδεύουν κάθε μεγάλη εκδήλωση ή η ευκαιρία θα πάει χαμένη;

Ο Εύελπις παρατηρεί ότι μαζί με τον ίδιο, ανηφορίζουν προς τις κεντρικές αίθουσες των ανακτόρων ομάδες πρέσβεων από τις συμμάχους ελληνικές πόλεις. Φορούν ενδυμασίες ¨παράστασης¨∙ προφανώς έχουν κληθεί για να ενημερωθούν επισήμως, προκειμένου να συντάξουν τις αναφορές τους προς τα διάφορα άστεα. Σε λίγο, σκέφτεται, θα αναχωρήσουν βιαστικοί ιππείς μεταφέροντας  στο πανελλήνιο την είδηση ότι η εκστρατεία συνεχίζεται, πιθανώς μαζί με εικασίες και προβλέψεις για τις παρά πέρα προθέσεις της μακεδονικής ηγεσίας.

ceb1cf81ceb3cf85cf81cf8c-cf84ceb5cf84cf81ceacceb4cf81ceb1cf87cebccebf-ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85-ceb3ce84cebcceb1ceba

Ο Ευμένης, που βρίσκεται στο γραφείο του πολιορκημένος από περγαμηνές και παπύρους γεμάτους κείμενα και σχέδια-γράμματα, υποδέχεται τον Εύελπι με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Όλα εντάξει;», τον ρωτάει, «ξεκουράστηκες κάπως από το ταξίδι;»

Ο Εύελπις ανταποδίδει το χαμόγελο και τον διαβεβαιώνει ότι αισθάνεται κάτι παραπάνω από εν τάξει: είναι έτοιμος να αναλάβει ξανά πλήρη καθήκοντα.

Ο Ευμένης τον κοιτάζει για μια στιγμή σκεφτικός.

«Μη βιάζεσαι. Ο Καλλισθένης εισηγείται κάτι το διαφορετικό για σένα», λέει και τραβάει κοντά του έναν από τους παπύρους που πλημμυρίζουν το γραφείο. «Υποθέτω πως είσαι ενήμερος…»

Ο Εύελπις κάνει να απαντήσει, αλλά ο Ευμένης βιαστικός, ίσως λόγω της σύσκεψης που επίκειται, ρίχνει μια ματιά στον πάπυρο με την επιστολή του Καλλισθένη, που τώρα κρατάει ανοιχτή μπροστά του και συνεχίζει.

«Διάβασα με προσοχή την επιστολή του Ολύνθιου. Σήμερα μάλιστα το πρωί συναντήθηκα με τον βασιλέα στον οποίο παρέδωσα τον γραπτό χαιρετισμό του Καλλισθένη και συζήτησα μαζί του σχετικά με ορισμένα από τα θέματα που θίγει στην επιστολή του προς εμένα. Έχω λοιπόν να σου πω, με λίγα λόγια, ότι ο βασιλέας εγκρίνει!»

Ο Εύελπις αρχίζει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται, αλλά προλαβαίνει να αρθρώσει μόνο μια λέξη: «Εγκρίνει; …» με ερωτηματικό και αποσιωπητικά.

«…Την πρόταση του Καλλισθένη να συνοδεύσεις εσύ τα αγάλματα που θα επιστρέψουμε στους Αθηναίους. Στην Αθήνα θα παραμείνεις όσο θα χρειαστεί ώστε να συντάξεις μια πλήρη αναφορά για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί, αλλά και για τις πληροφορίες που φτάνουν εκεί από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Η πρόσφατη νίκη του Αντίπατρου[1]  κατά των Σπαρτιατών φέρνει ξανά την Αθήνα στο προσκήνιο, αλλά και δίνει στον αντιβασιλέα εξαιρετική δύναμη. Πριν φύγεις θα σε ενημερώσω λεπτομερέστερα για το πώς διαγράφεται η κατάσταση σήμερα και πού θα πρέπει να εστιάσεις την προσοχή σου. 

Αλλά υποθέτω ότι θα σου δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και ο Καλλισθένης, αφού τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, -πολύτιμα σύμβολα για τους Αθηναίους και το πρωτότυπο όσο και χαώδες πολίτευμά τους- βρίσκονται στα Σούσα και η παράδοσή τους θα γίνει εκεί. Θα τα δώσουμε  σε μια αντιπροσωπεία πρέσβεων, αλλά ο επίσημος συνοδός μέχρι την άφιξή στην Αθήνα και την παράδοσή τους στις εκεί αρχές θα είσαι εσύ».

«Ήμουν πράγματι ενήμερος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή ότι ίσως χρειαστεί να συνοδεύσω τα αγάλματα στην Αθήνα, γιατί ο Καλλισθένης, που είναι υπέρμαχος αυτής της χειρονομίας καλής θέλησης απέναντι στους Αθηναίους, πιστεύει ότι, παράλληλα, πρέπει να έχουμε μια καλύτερη γνώση των όσων τεκταίνονται εκεί. Επομένως γνωρίζω ότι κάποιος από εμάς θα πρέπει να επισκεφτεί την Αθήνα και να επαληθεύσει τις διάφορες, συχνά αντιφατικές πληροφορίες που φτάνουν από την πρωτεύουσα πόλη των Ιώνων. Όμως δεν περίμενα να εγκριθεί τόσο γρήγορα η πρότασή του».

«Βρισκόμαστε σε μια φάση αλλεπάλληλων εξελίξεων και όπως ξέρεις ο βασιλιάς δεν καθυστερεί να πάρει αποφάσεις. Το γεγονός ότι η στρατιά θα βρεθεί και πάλι σε πορεία απαιτεί το να κλείσουμε εγκαίρως ορισμένες εκκρεμότητες.

Εξ άλλου, μετά τη σύλληψη του Δαρείου, που -πίστεψέ με- δεν πρόκειται να αργήσει,  ο βασικότερος στόχος της εκστρατείας θα έχει επιτευχθεί και μέχρι τότε θα πρέπει να έχουμε ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της επόμενης φάσης. Είναι λοιπόν αναγκαίο η ηγεσία να είναι καλά πληροφορημένη για το τι συμβαίνει σήμερα σε όλους τους τομείς. Να ξέρει τι σκέφτεται το στράτευμα, πώς αντιδρούν και τι σκαρφίζονται οι Πέρσες, αλλά και ποιο είναι το κλίμα στα μετόπισθεν, τόσο στην χώρα των Μακεδόνων, όσο και στις πόλεις του ευρύτερου ελληνικού χώρου.  

Αλλά περισσότερα θα σου πω αύριο. Τώρα δεν πρέπει να καθυστερούμε άλλο, η σύσκεψη των εταίρων αρχίζει όπου να ‘ναι. Εσύ, όπως είπαμε, θα παραμείνεις στον προθάλαμο, εγώ θα ανιχνεύσω το κλίμα που θα επικρατήσει και, εάν χρειαστεί, θα σε ειδοποιήσω να μπεις για να δώσεις κάποιες διευκρινίσεις».

Ο Ευμένης διαλέγει ορισμένα από τα έγγραφα που πλημμυρίζουν  το γραφείο του και τα τοποθετεί προσεκτικά μέσα με μια μεγάλη δερμάτινη θήκη. Μετά φωνάζει τον υπασπιστή του και του ζητάει να συμμαζέψει και να κλειδώσει τα υπόλοιπα. Με την θήκη με τα έγγραφα υπό μάλης, ξεκινάει για την αίθουσα όπου θα συνεδριάσουν οι Εταίροι. Ο Εύελπις και ο υπασπιστής τον ακολουθούν.

300px-Persepolis_Reconstruction_Apadana_Chipiez - Αντίγραφο

 Ο ¨προθάλαμος¨ στον οποίο έχει αναφερθεί ο Ευμένης δεν είναι ο ¨όποιος κι όποιος¨ χώρος αναμονής, αλλά η εντυπωσιακή  Απαντάνα της Περσέπολης, πλάι στην οποία -σε έναν μικρότερο εξ ίσου πολυτελή χώρο- διεξάγεται η σύσκεψη. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα όπου κυκλοφορούν τώρα οι διάφοροι υπασπιστές και συνεργάτες, περιμένοντας μήπως και οι σύμβουλοι που συνεδριάζουν χρειαστούν τη συνεισφορά τους.

Η Απαντάνα δεν θα έπρεπε ίσως να προκαλεί έκπληξη στους Έλληνες.  Στην τετράχρονη πορεία τους σε Αίγυπτο και Ασία έχουν ήδη δει και θαυμάσει εκπληκτικές κατασκευές. Έχουν ήδη εκπλαγεί και σχολιάσει τον τιτανικό γιγαντισμό των αιγυπτιακών φαραωνικών τάφων, τις ¨εκκρεμείς¨ κατασκευές της πληθωρικής Βαβυλώνας, καθώς και την ανάλογη (αν και κάπως μικρότερη) αίθουσα υποδοχής που οι Πέρσες αποκαλούν επίσης ¨Απαντάνα¨, στα Σούσα. Ωστόσο δεν μπορούν να αποφύγουν το να σηκώνουν κάθε τόσο τα βλέμματά τους προς τα πάνω, καμιά ογδονταριά πόδες[2] ψηλότερα και να κάνουν επαινετικά ή δεικτικά σχόλια για την πλούσια διακοσμημένη οροφή, καθώς και για τα περίτεχνα ζωόμορφα κιονόκρανα στην κορυφή των εβδομήντα δύο κιόνων που την στηρίζουν.

Στη νότια πλευρά της Απαντάνα ξεκινάει μια σύντομη εξωτερική στοά, η οποία ενώνει το γιγαντιαίο κτίριο υποδοχής με την μικρότερη διπλανή πολυτελή κατασκευή από γκρίζα σκληρή πέτρα, που οι Πέρσες αποκαλούν Ταχάρα[3].  Εκεί συνεδριάζουν σήμερα οι εταίροι του στενού κύκλου.  Η είσοδος στη στοά φρουρείται εκατέρωθεν από δύο σωματώδεις μακεδόνες, αλλά η φρούρηση είναι περισσότερο τελετουργική παρά ουσιαστική, μια που κάθε τόσο μπαινοβγαίνουν σ’ αυτήν κάποιοι έμπιστοι συνεργάτες και υπηρέτες. Ένα χαρακτηριστικό περιβραχιόνιο κεντημένο με τον μακεδονικό ακτινωτό ήλιο επιτρέπει την πρόσβασή τους στα ενδότερα. Οι υπόλοιποι γνωρίζουν ότι ο χώρος αποτελεί ¨άβατον¨ εάν δεν υπάρχει ειδική πρόσκληση. 

Εκεί καταφτάνει τώρα ο Εύελπις, ύστερα από πολλή ώρα αναμονής, συνοδευόμενος από τον αξιωματικό που τον ειδοποίησε ότι ο Ευμένης τον χρειάζεται.

Οι υψηλοί αξιωματούχοι της εκστρατείας (δύο δεκάδες πάνω κάτω) είναι καθισμένοι γύρω από μια μεγάλη ωοειδή ξύλινη τράπεζα, η κορυφή της οποίας παραμένει κενή.

αρχείο λήψης (1)

Ο Εύελπις μπαίνοντας, βρίσκει τον Ευμένη να ομιλεί:

«…συνοψίζοντας σχετικά με αυτό το θέμα, μπορώ να πω ότι οι συνολικές προβλέψεις είναι θετικές και ότι οι επιμελητείες θα είναι σε θέση να ανεφοδιάσουν το στράτευμα, αφού οι επιτάξεις και οι αγορές των απαραίτητων βασικών αγαθών  έχουν ολοκληρωθεί. Βέβαια, τα ειδικά αποσπάσματα ανεφοδιασμού θα πρέπει να παραμείνουν σε επιφυλακή και να προηγούνται της πορείας του κυρίως εκστρατευτικού σώματος, προκειμένου να επιτάξουν οτιδήποτε άλλο χρειαστεί.  

Η συνεργασιμότητα των πληθυσμών που θα συναντήσουμε καθ’ οδόν, σύμφωνα με τις αναφορές των ανιχνευτών, δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη γιατί αφήσαμε ήδη πίσω τις εξαρτημένες περιοχές και μπαίνουμε σε ορεινά εδάφη που ανέκαθεν ανήκαν σε Πέρσες και Μήδους, δηλαδή στα αρχοντικά σόγια της αυτοκρατορίας. Όμως η φήμη των νικών μας έχει ήδη διαδοθεί -φροντίσαμε κι εμείς γι αυτό- όπως και η φήμη για την πρόθεσή μας να είμαστε ευμενείς ή σκληροί, ανάλογα με το εάν υπάρχει ή όχι διάθεση για συνεργασία από τους ντόπιους. Οι πληροφορίες μας λένε ότι επικρατεί διχόνοια ανάμεσα στους πέρσες ηγέτες της περιοχής και ότι εκείνοι που θα ήθελαν να καταστρέψουν υποχωρώντας κάθε δυνατή πηγή ανεφοδιασμού, δεν κατάφεραν μέχρι στιγμής να επιβάλουν την άποψή τους».

Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους δεν δείχνουν να έχουν αντιρρήσεις στα όσα λέει ο Καρδιανός εταίρος, μερικοί μάλιστα κουνάν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους. Ο Ευμένης βλέπει ότι ο Εύελπις είναι πλέον μέσα στην αίθουσα και του κάνει νεύμα να πλησιάσει.

«…Αλλά η ένταση και η ανασφάλεια δεν επικρατεί μόνο σε τοπικό επίπεδο», συνεχίζει, «από ό, τι φαίνεται, κυριαρχεί πλέον και ανάμεσα στους πρίγκιπες και τους επιτελικούς του περσικού στρατού. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στα Σούσα όπου βρίσκεται, δυστυχώς τραυματίας αυτή τη στιγμή, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Εκεί είχαμε μια εν πολλοίς αποτυχημένη προσπάθεια εισβολής στο θησαυροφυλάκιο της πόλης, η έρευνα για την οποία, όμως, μας οδήγησε στην επιβεβαίωση κάποιων διάσπαρτων πληροφοριών που ήδη είχαν φτάσει στ’ αυτιά μας: Ανάμεσα στους Πέρσες ευγενείς εξυφαίνεται συνωμοσία κατά του Δαρείου του Κοδομανού. Την έρευνα διεξήγαγε ο Εύελπις ο Μεγαρέας, ο οποίος μόλις έφτασε από την πρωτεύουσα της Σουσιανής και που, εάν το επιθυμείτε, μπορεί να σας πει περισσότερα για τα όσα συνέβησαν εκεί».

Δεν υπήρξαν αντιρρήσεις και ο Ευμένης έκανε νόημα στον Εύελπι να έρθει δίπλα του και να πάρει το λόγο.

8f87c-alexander2biii2bthe2bgreat2c2b3362b-2b3232bb-c

Ο Μεγαρέας δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα παραστεί, και πολύ περισσότερο μιλήσει,  σε μια σύσκεψη της αφρόκρεμας των εταίρων. Όμως το ενθαρρυντικό βλέμμα του Ευμένη τον βοηθάει να ξεπεράσει όποια συστολή μπορεί να αισθάνεται μπροστά στους πιο ένδοξους -μερικοί από αυτούς είναι ήδη ζωντανοί θρύλοι- και τους πιο έμπειρους από τους συμπολεμιστές της εκστρατείας. Ξέρει ότι επιθυμία του Καλλισθένη είναι οι πολεμιστές της πρώτης γραμμής να γνωρίζουν την σημασία των ¨κρυφών μαχών¨ που δίνονται από τις ¨υπηρεσίες¨ στο παρασκήνιο της εκστρατείας, αλλά ξέρει επίσης ότι μιλώντας στους σκληρούς μάχιμους πρέπει να είναι λακωνικότερος των Σπαρτιατών.  Έτσι περιορίζεται στα βασικά: Οι Πέρσες είναι διαιρεμένοι και εμείς κάνουμε ό, τι χρειάζεται έτσι ώστε κάθε γεγονός, κάθε πληροφορία, να αποβεί σε όφελος της νικηφόρου πορείας του στρατεύματος.

Ό Εύελπις έχει σχεδόν ολοκληρώσει τα όσα έκρινε σκόπιμο να πει, όταν μια αναταραχή στην είσοδο της αίθουσας τραβάει την προσοχή του, καθώς και την προσοχή του υψηλού ακροατηρίου του προς τα εκεί. Πριν το βλέμμα του τον βοηθήσει να ξεκαθαρίσει περί τίνος ακριβώς πρόκειται, ακούει τους ξηρούς κρότους που δημιουργεί το κτύπημα των σαυρωτήρων[4] στο πέτρινο πάτωμα της αίθουσας και  βλέπει  τους εταίρους να πετάγονται όρθιοι και σχεδόν συντονισμένα να ζητωκραυγάζουν.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και η συνοδεία του έχουν μπει στην αίθουσα.

Από μακριά εκείνο που ξεχωρίζει είναι το λοφίο από την περικεφαλαία του εταίρου Ηφαιστίωνα, αλλά καθώς η ομάδα πλησιάζει στο τραπέζι, είναι φανερό ότι η προσοχή όλων εστιάζεται σε έναν όμορφο, αν και λιγότερο εντυπωσιακό, νέο άνδρα, με ξανθή χαίτη και σταθερό, αποφασιστικό βλέμμα, του οποίου η παρουσία μοιάζει να μαγνητίζει και να ξεσηκώνει όλους τους παρευρισκόμενους.

Alexander-III-of-Macedon-264x400

Καθώς ο βασιλιάς μέσα σε κραυγές ενθουσιασμού πλησιάζει στο τραπέζι της συνεδρίασης, στο μυαλό του Εύελπι έρχονται μερικές εμπιστευτικές φράσεις του Καλλισθένη:

¨Οι μακεδόνες αγαπάνε ειλικρινά τον βασιλιά τους, και όχι μόνον επειδή τους οδηγεί από νίκη σε νίκη. Τον αγαπούν γιατί μάχεται δίπλα τους, γιατί τον αισθάνονται όμοιό τους. Ο ίδιος όμως, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται καν, έχει υποστεί την επιρροή της υπερβολικά φιλόδοξης μάνας του. Έτσι, αν και είναι ευτυχισμένος, μόνον όταν βρίσκεται -ίσος μεταξύ ίσων- ανάμεσα στους φίλους και τους συμπολεμιστές του, και αυτό μπορεί να το καταλάβει εύκολα όποιος τον παρατηρήσει προσεκτικά,  θέλει ταυτόχρονα να ξεχωρίζει όχι σαν απλός βασιλιάς-ηγέτης, αλλά σαν κάτι το παραπανίσιο, που του το έχει υποβάλει η ανικανοποίητη εμμονή της Ολυμπιάδας¨. 

Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται χαμογελώντας προς στην κορυφή της μεγάλης τράπεζας σφίγγοντας τα χέρια που προτείνονται προς το μέρος του. Για μια στιγμή κοντοστέκεται για να σφίξει τον καρπό του Ευμένη. ¨Ναι¨, σκέφτεται ο Εύελπις, ¨αυτός είναι ο Αλέξανδρος των φίλων, των Μακεδόνων, των Ελλήνων!¨

«Ενημερώθηκαν;» ρωτάει ο βασιλιάς τον Καρδιανό.

«Ναι Αλέξανδρε».

Η προσοχή του βασιλιά στρέφεται τώρα προς τον Μεγαρέα.

«Ο Ευμένης μου είπε ότι ο Ολύνθιος είναι καλύτερα. Θεωρείς ότι θα τον έχουμε σύντομα πλάι μας;»

«Ναι, βασιλέα Αλέξανδρε. Σύντομα θα είναι σε θέση να ταξιδέψει», απαντά ο Εύελπις.

«Χαίρομαι που το ακούω. Έμαθα επίσης ότι η μεταφορά των θησαυρών στα Σούσα έγινε με επιτυχία, ενώ κατά την επιστροφή σου εδώ είχες κάποια προβλήματα, τα οποία όμως αντιμετωπίστηκαν».

Ο Εύελπις απορεί. Ο Ευμένης έδωσε στο βασιλιά τόσο λεπτομερή αναφορά που να περιλαμβάνει και το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη; Αλλά αμέσως μετά καταλαβαίνει. Για την ιστορία της ενέδρας στον Καλαμώνα πρέπει να μίλησε στον βασιλιά ο καλός του φίλος, ο Άρπαλος. Ανασηκώνει το βλέμμα του και, πράγματι, διακρίνει λίγο πιο πίσω, δυσδιάκριτο ανάμεσα στους ψηλόκορμους εταίρους, τον γιο του Μαχάτα να του στέλνει ένα μικρό δυσερμήνευτο χαμόγελο.

«Όλα πήγαν καλά βασιλιά Αλέξανδρε».

«Εύχομαι να πάνε όλα καλά και στη νέα σου αποστολή», λέει ο βασιλιάς καθώς τους αφήνει και παίρνει τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού.

images (3)

***

[1] Αντίπατρος: Ευγενής Μακεδόνας στην υπηρεσία αρχικά του Φίλιππου, ορίστηκε στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο ως στρατηγός αντιβασιλέας της Μακεδονίας, για όσο θα διαρκούσε η εκστρατεία στην Ασία. Κατά την εποχή της αφήγησής μας (330 πΧ ) ο Αντίπατρος, αφού είχε ήδη  εξουδετερώσει ορισμένα κινήματα αποστασίας στον Πόντο και την Θράκη, είχε στραφεί κατά των εξεγερμένων Σπαρτιατών, τους οποίους και νίκησε στη μάχη της Μεγαλόπολης.

[2] Για την ακρίβεια 24 μέτρα ή (με τον πόδα στα 0,3053μ) 77,84 πόδια ή 7,78  άκαινες (1 άκαινα=10 πόδες)

[3] Η Ταχάρα (στην παλιά περσική γλώσσα: χειμερινό ανάκτορο) κτίστηκε από τον Δαρείο τον πρώτο και τελειοποιήθηκε από τον Ξέρξη. Πρόκειται για μια (σχετικά) μικρή κατασκευή 1160 τ. μέτρων. Η αίθουσα στην οποία τοποθετούμε την (υποτιθέμενη) σύσκεψη είναι υπαρκτή στα ερείπια της Περσέπολης και έχει επιφάνεια  15.15  × 15.42 μέτρα 

[4] Σαυρωτήρας: Μεταλλικό εξάρτημα στη βάση των ακοντίων, προκειμένου να διευκολύνεται η στερέωσή τους στο έδαφος και να ισορροπείται το βάρος της αιχμής.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Θαίδα Ι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ Κεφάλαιο 10

Θαΐδα Ι

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Η μέρα μαραίνεται και πέφτει. Μαζί με το φως που φεύγει, η ζεστασιά της ατμόσφαιρας αποδυναμώνεται και υποχωρεί. Το σκότος ανατέλλει ψυχρό, μαβί και ασημοκεντημένο. Ένα -ακόμη αόρατο- χρυσαφί φεγγάρι  περιμένει στα παρασκήνια τ’ ουρανού τη σωστή ώρα για να κάνει -εντυπωσιακή- την εμφάνισή του.

Η Θαΐδα έχει ρίξει στους ώμους της ένα επίβλημα[1] και έχει βγει στον εξώστη του γυναικωνίτη για να χαζέψει από ψηλά την κατακτημένη πόλη, με τα μάτια ¨αυτής που φεύγει¨.

Η είδηση κυκλοφόρησε το απομεσήμερο, αλλά η Θαΐδα τη γνώριζε ήδη: Η αναχώρηση του στρατεύματος θα γίνει απ’ την μια μέρα στην άλλη  και όλοι οφείλουν να είναι έτοιμοι.

Η νύχτα προαναγγέλλεται αλλιώτικη. 

Σε πολλά σημεία ανάμεσα στα ανακτορικά κτίρια διακρίνονται τώρα ζωηρές μεγάλες φωτιές, γύρω απ’ τις οποίες, παρά την έλευση του σκότους, διάφορες δραστηριότητες συνεχίζονται με απρόσμενη ένταση.  

Βιαστικοί καβαλάρηδες εξακολουθούν να διασχίζουν τους δρόμους μεταφέροντας μηνύματα και εντολές προς τις μονάδες του στρατεύματος, ενώ τμήματα οπλιτών  περνούν κάθε τόσο στην μεγάλη λεωφόρο μπροστά απ’ τον γυναικωνίτη, χτυπώντας το πλακόστρωτο οδόστρωμα με βήμα έντονο, ρυθμικό και υπαινικτικό.

Μερικές ομάδες ξυλουργών που έχουν εγκατασταθεί από το μεσημέρι στην κεντρική πλατεία, εργάζονται ακόμη στήνοντας βιαστικά σκαλωσιές, εξέδρες και κερκίδες για τις τελετές της αναχώρησης. Σε άλλα σημεία, γύρω από τις φωτιές, κάποιοι αοιδοί τραγουδούν ηρωικές και θλιμμένες νοσταλγικές ιστορίες, ενώ οι υπόλοιποι που ζεσταίνονται μαζί τους, τους χειροκροτούν και τους απαντούν εν χορώ, όταν η μελωδική αφήγηση το απαιτεί.

images (5)

Ο απόηχος από τις φωνές των τραγουδιστών και τα σφυριά των τεχνιτών φτάνει ως τα αυτιά της Θαίδας και της δημιουργεί ασυνήθιστα συναισθήματα.

Το σκηνικό που απλώνεται μπροστά της, από τη μια της φαίνεται οικείο (δεν ατενίζει δα για πρώτη φορά την αναχώρηση από μια κατακτημένη πόλη, ξεκινώντας μαζί με το στράτευμα για αλλού)  και από την άλλη της φαίνεται αλλόκοτο, προορισμένο ίσως για κάποια άλλη, όχι γι αυτήν. Όχι για την Θαΐδα που έως μόλις λίγα χρόνια πριν, υπήρξε το ανατέλλον αστέρι και η μέλλουσα βασίλισσα των ηγετών και των ποιητών της Αττικής.  Όχι για την Θαΐδα την επαξίως Αθηναία.

Εικόνες από το παρελθόν ανακατεύονται με τους φόβους και τις ελπίδες της για το μέλλον.

Οι σκέψεις της Θαίδας επικεντρώνονται για μια στιγμή στον Μένανδρο, που την έκανε συνεχώς να γελάει, και μετά -καθώς ένας ενοχλητικός κόμπος εγκαθίσταται στο λαιμό της – εστιάζονται στον Ευθύδημο.

Ο Ευθύδημος: κάτι σαν πρώτη αγάπη, ο νεαρός που φοιτούσε φιλοσοφία και την παραμελούσε, εκείνος που είχε αρνηθεί να υποκύψει στη γοητεία της και αυτό έκανε το πάθος της για αυτόν να ξεχειλίζει ασυγκράτητο.

Αναρωτιέται γιατί άραγε ο Ευθύδημος αναδύθηκε από το απώτερο παρελθόν και τριγυρνάει απόψε στις σκέψεις της.

Δεν αναρωτιέται για πολύ. Η Θαΐδα είναι μια ευφυής γυναίκα που μπορεί να ψάχνει μέσα της, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ξεγελάει τον εαυτό της.  Κατά βάθος ξέρει γιατί η εικόνα του  νεαρού που την σαγήνευσε όταν ήταν ακόμη αφελές κοράσιον, ξανασκάει απόψε μύτη από το μακρινό τότε:  Είναι γιατί ο αθηναίος μοιάζει φτυστός με κάποιον άλλον και αυτός ο άλλος, (όπως πληροφορήθηκε μόλις πριν λίγο από τις απεσταλμένες της στα παζάρια του κέντρου, εκεί όπου όλα παρατηρούνται, όλα λέγονται και όλα σχολιάζονται), επέστρεψε σήμερα το απόγευμα στην Περσέπολη.

Ο Εύελπις ο Μεγαρέας και ο Ευθύδημος της εφηβικής της ηλικίας μοιάζουν.

Το ίδιο ανάστημα, τα ίδια γελαστά μάτια, τα ίδια σπαστά καστανά μαλλιά.

Εδώ που τα λέμε, αυτήν τη διαπίστωση την έχει κάνει προ ημερών. Από τη στιγμή που ο Εύελπις της έστειλε με το Πουλχερίδιον μια επιστολή που μοιάζει ερωτική, η αναδρομική σύγκριση έγινε αυτόματα και τώρα εκείνη είναι σίγουρη: Αυτοί οι δύο μοιάζουν. 

υ

Έστω κι αν ο Ευθύδημος δεν της είχε γράψει ποτέ…

Μόνον εκείνη του είχε γράψει απελπισμένες επιστολές, αλλά ακόμη κι αυτές κάποια στιγμή εκείνος τις της είχε επιστρέψει.

Η νύχτα έχει γίνει πιο ψυχρή και πιο φωτεινή καθώς η Σελήνη πήρε να ανηφορίζει ψηλά.

Η Θαΐδα κάνει απότομη μεταβολή και ξαναμπαίνει στο πολυτελές δωμάτιό της, όπου οι υπηρέτες έχουν ήδη ανάψει τους περιμετρικούς πυρσούς και κατευθύνεται σε ένα σεντούκι τοποθετημένο σε  εσοχή του απέναντι τοίχου∙ εκεί βρίσκονται θαμμένοι κάποιοι από τους προσωπικούς της ¨θησαυρούς¨. Το ανοίγει και αρχίζει να ανασκαλεύει το περιεχόμενό του.

Βρίσκει και τραβάει έξω έναν σακούλι από μαλακό δέρμα, και απ’ αυτό -στην τύχη- έναν από τους μικρούς  καλαμένιους κυλίνδρους που βρίσκονται εκεί, κι απ’ αυτόν πάλι, ένα κομμάτι πάπυρο σφιχτοδεμένο με πορφυρή κορδέλα. Τον ανοίγει.

Τα γράμματα που είχε τότε χαράξει πάνω στο κιτρινωπό φόντο, της φαίνονται τώρα παιδικά και αστεία… Και τα λόγια που σχηματίζουν επίσης…

¨Από τότε που σου ‘ρθε η ιδέα να ασχοληθείς με τη φιλοσοφία, μου έγινες σεμνός και ψηλομύτης, Ευδύθημε.

 Περνάς κάθε μέρα μπροστά από το σπίτι μου, βιαστικός, υπεροπτικός, με τα βιβλία σου στο χέρι και δε μας ρίχνεις ούτε μια ματιά.

Μήπως τρελάθηκες Ευθύδημε;

Ποιος είναι αυτός ο κακομοίρης που σου διδάσκει ετούτα τα τάχατε σπουδαία πράγματα και σε κάνει να με παραμελείς;

Εγώ ξέρω ποιος είναι. Εσύ, απ’ ότι φαίνεται, ακόμη δεν ξέρεις.

Τις προάλλες μου ζήτησε να τα φτιάξουμε, ναι να τα φτιάξουμε ερωτικά. Κι όταν είδε ότι δεν τον ήθελα γιατί προτιμούσα εσένα και ότι το βαλάντιο των σοφιστών με αφήνει αδιάφορη, άρχισε να κάνει ό, τι μπορεί για να σε κρατήσει μακριά μου[2]¨. 

Η Θαΐδα χαμογελάει γλυκόπικρα. ¨Από τότε μου τη δίνανε οι σοφολογιότατοι¨, σκέφτεται. ¨Και δεν είχα άδικο…¨

images (6)

Ένα ξερό βήξιμο από τη μεριά της πόρτας τραβάει την προσοχή της προς τα εκεί.

«Τι θέλεις Πουλχερίδιον;»

«Να σε ειδοποιήσω για δύο πράγματα ωραία μου αφέντρα», απαντάει το Πουλχερίδιον με το χαμογελαστό του ύφος.

«Λέγε».

«Μόλις έφτασε αυτό το μήνυμα για σένα».

«Φερ’ το εδώ».

Η Θαΐδα ξαναβάζει την παλιά της επιστολή στον κύλινδρο και τον κύλινδρο στο σακούλι. Μετά ανοίγει το σημείωμα που της δίνει η μικρή ακόλουθη.

Χαμογελάει καθώς διαβάζει τις λίγες ρίγες.

«Είναι ο Εύελπις», λέει. «Το περίμενα. Θέλει να με δει αύριο βράδυ».

Μένει μια στιγμή ακίνητη με το βλέμμα ονειροπόλο. «Μα γιατί αύριο; Γιατί όχι απόψε. Δεν είναι δα και τόσο αργά, είναι; Άλλωστε όλη η πόλη είναι ακόμη ξύπνια.»

Το Πουλχερίδιον κάτι θέλει να πει, αλλά η Θαΐδα δεν την αφήνει. «Να τον ειδοποιήσουμε να έρθει τώρα… Τι λές Πουλχερίδιον;»

«Δε γίνεται…» λέει η μαθητευόμενη.

«Γιατί;»

«Γιατί το δεύτερο που έχω να σου πω είναι ότι έφτασε και σε ζητάει εκείνος ο Κουκουλοφόρος. Τον έχω βάλει να περιμένει στον πρώτο προθάλαμο, και όσο και αν το πρόσωπό του είναι δυσδιάκριτο, κινείται νευρικά και μοιάζει να επείγεται…»

«Και σου είπε…;»

«Ναι, η φράση που χρησιμοποίησε είναι σωστή: Σε ζητάει, είπε, ¨στο όνομα της ιερής ελαίας¨.

Η Θαΐδα στραβώνει το όμορφο στόμα της σε μια έκφραση συγκρατημένης δυσαρέσκειας.

«Εντάξει», αποφασίζει τελικά. «Θα τον δεχτώ. Ας ξεμπερδεύουμε μ’ αυτό μια ώρα αρχύτερα». 

3

 

[1] Επίβλημα: εσάρπα, πανωφόρι

[2] Το πλήρες κείμενο της επιστολής που χρησιμοποιώ  εδώ (σε ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου), είναι δανεισμένο από τον συγγραφέα Αλκίφρονα (2ος-3ος  αιώνας μΧ) και  υπάρχει στο ¨Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.¨   Αλκίφρων: «Επιστολές Εταίρων», εκδόσεις «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», 2007.

Λέω να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την επιστολή στο παράρτημα, στο τέλος του μυθιστορήματος.

 Οι πρώτες αράδες έχουν ως εξής:

Θαῒς Εὐθυδήμῳ

Ἐξ οὗ φιλοσοφεῖν ἐπενόησας, σεμνός τις ἐγένου καὶ τὰς ὀφρῦς ὑπὲρ τοὺς κροτάφους ἐπῆρας. εἶτα σχῆμα ἔχων καὶ βιβλίδιον μετὰ χεῖρας εἰς τὴν Ἀκαδημίαν σοβεῖς, τὴν δὲ ἡμετέραν οἰκίαν ὡς οὐδὲ ἰδὼν πρότερον παρέρχῃ. ἐμάνης Εὐθύδημε· οὐκ οἶδας οἷός ἐστιν ὁ σοφιστὴς οὗτος ὁ ἐσκυθρωπακὼς καὶ τοὺς θαυμαστοὺς τούτους διεξιὼν πρὸς ὑμᾶς λόγους; ἀλλ᾽ ἐμοὶ μὲν πράγματα πόσος ἐστὶν οἴει χρόνος ἐξ οὗ παρέχει βουλόμενος ἐντυχεῖν, προσφθείρεται δὲ Ἑρπυλλίδι τῇ Μεγάρας ἄβρᾳ; τότε μὲν οὖν αὐτὸν οὐ προσιέμην· σὲ γὰρ περιβάλλουσα κοιμᾶσθαι μᾶλλον ἐβουλόμην ἢ τὸ παρὰ πάντων σοφιστῶν χρυσίον·

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο ένατο. Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στην Περσέπολη

Posted by vnottas στο 13 Ιουνίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ένατο: Άφιξη στην Περσέπολη[1].images (23)

Είναι πλέον προχωρημένο απόγευμα, όταν η πολυτελής άμαξα -που τώρα εκτός από τον Άρπαλο μεταφέρει, προσκεκλημένο, και τον Εύελπι- και οι ένοπλοι ιππείς συνοδοί, φτάνουν στην οχυρωμένη περίμετρο της Περσέπολης,

Έξω από τα τείχη συναντούν τα απομεινάρια από την αρχική εγκατάσταση των συνακολουθούντων. Τώρα, ένα τμήμα της έχει μετατραπεί σε περιφραγμένο χώρο όπου έχουν συγκεντρωθεί, για λόγους ασφαλείας, ορισμένοι από τους αιχμαλώτους -κυρίως ενήλικοι αρσενικοί. Η εμπειρία υποδεικνύει ότι μια απελπισμένη απόπειρα εξέγερσης δεν μπορεί ακόμα να αποκλειστεί και, εάν συμβεί, είναι προτιμότερο να συμβεί εκτός, παρά εντός των τειχών.

Μετά την λεηλασία οι περισσότεροι από τους συνακολουθούντες έχουν εγκατασταθεί πια μέσα στα τείχη∙ είναι μάλλον δυσαρεστημένοι γιατί η πόλη που (επιτέλους) τους επέτρεψαν να δηώσουν είναι μικρότερη από ό, τι περίμεναν. Καμία σχέση με τα πλούσια Σούσα και την πληθωρική Βαβυλώνα. Επί πλέον, δεν τους άφησαν να πειράξουν τα ανακτορικά κτίρια, από όπου, εξάλλου, οι περισσότεροι θησαυροί μεταφέρθηκαν εγκαίρως αλλού. Έξω από τα τείχη παραμένουν λιγοστοί, που οπλισμένοι και καθοδηγούμενοι από έναν λόχο οπλιτών, επιτηρούν τους εξανδραποδισμένους (έναντι αντιτίμου που καταβάλλουν οι νέοι κύριοί τους) μέχρις ότου διοχετευτούν στις αγορές.    

Γύρω από την τοξωτή είσοδο, την οποία διασχίζουν τώρα οι ταξιδιώτες, τα τείχη είναι αλώβητα αφού η πόλη παραδόθηκε αμαχητί. Κάτω από την αψίδα, η φρουρά είναι σε θέση να αναγνωρίσει αμέσως τους επικεφαλής της μικρής ομάδας κι έτσι ο Εύελπις, ο Άρπαλος και οι συνοδοί τους μπαίνουν στην πόλη χωρίς πολλές διαδικασίες.

αρχείο λήψης (3)

Προσπερνώντας την πύλη, το θέαμα γίνεται  πιο θλιβερό και αλλόκοτο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν ορατά σημάδια της πρόσφατης λεηλασίας, αλλά και γιατί  -κατά κάποιο τρόπο οδυνηρή εκκρεμότητα- είναι αισθητό ότι δεν έχει ακόμη αποφασισθεί οριστικά η τύχη της πόλης.

Τα κουφώματα χάσκουν ξεχαρβαλωμένα σε πολλά μαγαζιά και σπίτια, στους τοίχους δεν έχουν σβηστεί  ακόμη οι σκούρες κηλίδες απ’ το αίμα, ενώ στις άκρες των δρόμων υπάρχουν σωροί από θρυμματισμένα αγγεία. Υπάρχουν επίσης εγκαταλειμμένα κουφάρια οικοσκευών που σύρθηκαν ως εκεί για να μοιραστούν κατά το δεύτερο χέρι της δήωσης, όταν στο πλιάτσικο ξαμολήθηκαν οι άτακτες ορδές της ¨ουράς¨ του στρατεύματος.

Ο Εύελπις αισθάνεται την καρδιά του να σφίγγεται και δεν απαντά στα  σαρκαστικά σχόλια που κάνει μονολογώντας με σφικτό στόμα ο Άρπαλος. Ο Εύελπις ήταν εδώ όταν συνέβη το κακό και δε φαίνεται να το έχει ξεπεράσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπει μια πόλη να λεηλατείται, αλλά τις άλλες φορές επρόκειτο για πόλεις που είχαν αρνηθεί να παραδοθούν, που είχαν πολεμήσει -ενίοτε άνανδρα- ή, που, εν πάση περιπτώσει, είχαν αθετήσει συμφωνίες και ειλημμένες υποχρεώσεις. Προβληματισμένος, ο Μεγαρέας, αναλογίζεται με πίκρα τα λόγια του Καλλισθένη, ¨…είμαστε εδώ για να διαδώσουμε την δόξα του έλλογου Ανθρώπου!¨

images (28)

Παρ’ όλα αυτά, στο βάθος, υψώνεται τεράστιο, επιβλητικό, το ανακτορικό συγκρότημα που δεν έχει θιγεί, όχι ακόμη τουλάχιστον, και όπου στεγάζεται τώρα η ηγεσία, καθώς και οι επιτελικές υπηρεσίες της στρατιάς. Προς τα εκεί κατευθύνεται η ομάδα ακολουθώντας τον φαρδύ δρόμο που ενώνει τη δυτική πύλη με τα ανάκτορα.  

Αν και είναι ακόμη νωρίς και ο φυσικός φωτισμός είναι ακόμη έντονος, ο δρόμος δεν έχει μεγάλη κίνηση. Λίγοι πεζοί και ακόμα λιγότερα οχήματα. Καμιά σχέση με το μεγάλο θορυβώδες παζάρι των Σούσων ή το ζαλιστικό χάος της Βαβυλώνας. Υπάρχουν βέβαια οι περιπολίες έφιππων και πεζών οπλιτών οι οποίοι, που και που, διασχίζουν το δρόμο, για να εξαφανιστούν μετά στα εκατέρωθεν στενά σοκάκια του κέντρου∙ υπάρχουν επίσης, εδώ κι εκεί, πάγκοι όπου διάφοροι συνακολουθούντες έμποροι έχουν απλώσει αντικείμενα προς ανταλλαγή ή πώληση.

Φτάνοντας στην είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος, την περίφημη ¨Πύλη των Εθνών¨, οι ταξιδιώτες χωρίζουν. Ο Εύελπις δείχνει στον Άρπαλο προς τα που πρέπει να πάει για να βρεθεί στα διαμερίσματα του βασιλιά, ενώ ο ίδιος και οι συνοδοί του κατευθύνονται προς την λεγόμενη ¨στρατιωτική γωνιά¨ του συγκροτήματος, αναζητώντας τον έτερο από τους επικεφαλής των επιτελικών υπηρεσιών που έχουν αποκληθεί ¨λόγιες¨, τον Ευμένη τον Καρδιανό.

images (25)

Ο οπλίτης της φρουράς αναγγέλλει την άφιξη του Εύελπι.

Ο Ευμένης σηκώνεται από το γραφείο και τον χαιρετά με εγκαρδιότητα. 

Ευγενική φυσιογνωμία, σπινθηροβόλα μάτια, αεικίνητο νευρώδες σώμα πολεμιστή.  Πρέπει να είναι λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερος από τον Εύελπι, όμως συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ¨παλιούς¨, αφού είναι μία επιλογή του Φίλιππου που ο Αλέξανδρος ενέκρινε, κρατώντας τον δίπλα του όταν ανέλαβε τα ηνία. Ο Ευμένης δεν είναι Μακεδόνας. Κατάγεται από την Καρδία, μια ιωνική αποικία σ’ εκείνη τη γλώσσα ξηράς που αποτελεί την βόρια όχθη του Ελλήσποντου και αποκαλείται Θρακική Χερσόνησος. Λέγεται ότι  Φίλιππος, όταν αλώνιζε την περιοχή προσαρτώντας τις πόλεις στο βασίλειό του, τον είχε τυχαία δει (και θαυμάσει) να αγωνίζεται στην παλαίστρα, προτού τον προσκαλέσει στην μακεδονική αυλή και του αναθέσει όχι στρατιωτικά, αλλά υψηλά καθήκοντα γραμματείας. Ο Αλέξανδρος βλέποντας τις οργανωτικές αλλά και τις στρατιωτικές του ικανότητες τον έχει τιμήσει εντάσσοντάς τον στους  εταίρους και μάλιστα στον στενό κύκλο όπου παίρνονται οι αποφάσεις.  Το γεγονός ότι εκτός από τα γραμματειακά του καθήκοντα είναι παρών στις μάχες, του έχει εξασφαλίσει τη συμπάθεια των βετεράνων μακεδόνων  πολεμιστών και του έχει προσδώσει πρόσθετο κύρος.

alex

«Κάθησε, έχουμε να πούμε πολλά», τον προτρέπει ο Καρδιανός. «Και πριν απ’ όλα, πες μου πως είναι ο Καλλισθένης».

«Αναρρώνει. Ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας, που ευτυχώς ήταν στα Σούσα και τον περιποιήθηκε, λέει ότι δεν θα αργήσει να είναι σε θέση να ταξιδέψει. Ο ίδιος ελπίζει να είναι εδώ πριν η στρατιά ξεκινήσει και πάλι. Εν τω μεταξύ σου στέλνει αυτές εδώ τις επιστολές, Η μία είναι για σένα και την άλλη σε παρακαλεί να την παραδώσεις στον βασιλέα, τον ίδιο».

Ο Εύελπις ακουμπά τους κυλίνδρους στο γραφείο του Ευμένη και κάθεται σε ένα είδος περσικού κλισμού, απέναντί του.

«Αν και εύχομαι να αναρρώσει το ταχύτερο, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα μας προλάβει εδώ. Θα σου πω σχετικά αργότερα. Όπως, αργότερα, θα διαβάσω με προσοχή και την γραφή του», λέει ο Ευμένης και κάθεται στην πολυθρόνα πίσω από το πολυτελές τραπέζι. «Έλαβα την επιστολή που μου έστειλες με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό και έχω ήδη ενημερώσει σε γενικές γραμμές τους εταίρους. Τώρα θέλω να μου τα πεις όλα διεξοδικά. Πες μου αναλυτικά για την απόπειρα εναντίον σας και για τις έρευνες που διεξαγάγατε».

Ο Εύελπις παίρνει μια βαθειά ανάσα.  

«Δεν είχα ακόμη καλά καλά αρχίσει την τακτοποίηση του θησαυρού στις σχετικές  εγκαταστάσεις των ανακτόρων των Σούσων…» αρχίζει την αφήγησή του.

Και συνεχίζει την λεπτομερή του εξιστόρηση για ώρα πολλή, προσθέτοντας τα βασικά σημεία των απαντήσεων που έδωσαν στα ερωτήματά του οι Πέρσες των ανακτόρων, την ανακάλυψη της υφαρπαγής των κειμηλίων  και το βασικό συμπέρασμα της έρευνας, ότι δηλαδή η επίθεση είχε ως αφετηρία την επιθυμία να  ανακτηθούν αυτά τα ¨εμβλήματα¨ και να χρησιμέψουν για την νομιμοποίηση μιας επικείμενης ανταρσίας ορισμένων Περσών ευγενών κατά του Δαρείου.

«Ήδη δημιουργήσαμε στα Σούσα μια ομάδα που διερευνά σχετικά με αυτούς του επίδοξους αντικαταστάτες του Δαρείου, έτσι ώστε, αν χρειαστεί να επέμβουμε, να έχουμε καλύτερη γνώση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων της ηγεσίας των Περσών και των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σε αυτές.  Ίσως πρέπει να διερευνήσουμε και εδώ».

«Φοβάμαι ότι μετά την λεηλασία της πόλης δεν υπάρχουν πολλοί πέρσες διατεθειμένοι να μας παράσχουν πληροφορίες και να μας βοηθήσουν. Όχι εδώ στην Περσέπολη, τουλάχιστον», λέει ο Ευμένης. «Υπάρχουν πάντως αρχεία που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα. Άλλωστε, αν κατάλαβα καλά, ήδη βοήθησαν τα μεταφρασμένα κείμενα που σας έστειλα με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό, μαζί με όσα γραπτά μπόρεσα».

«Και βέβαια, και ο Καλλισθένης σου είναι ευγνώμων γι αυτό», διευκρινίζει ο Εύελπις. «Υπάρχει φόβος να συνεχιστούν οι λεηλασίες και στα αυτοκρατορικά κτήρια;»

«Όχι όσο τα χρησιμοποιούμε εμείς.

Όμως πρέπει να σου πω κάτι που αποφασίστηκε μόλις σήμερα. Ξεκινάμε. Τις επόμενες μέρες. Συγκεκριμένα σε τρεις-τέσσερεις μέρες, αν δεν υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις. Οι προπαρασκευή έχει ολοκληρωθεί. Οι ανιχνευτές επέστρεψαν και έχουμε πλέον ικανοποιητική γνώση της διαδρομής προς τα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα των Μήδων όπου  έχει καταφύγει ο Δαρείος. Έχουμε ήδη παραδώσει τις εκτιμήσεις μας για τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσουμε κατά την πορεία προς το βορρά. Η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την μετακίνηση της στρατιάς, αλλά πολλά θα εξαρτηθούν και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν οι πληθυσμοί των περιοχών που θα διασχίσουμε.

Η απόφαση κοινοποιήθηκε ήδη στο στράτευμα. Όπου να ‘ναι θα ειδοποιηθούν και οι συνακολουθούντες. Δε μένει παρά να γίνουν οι απαραίτητες ευκτήριες τελετές και, όπως λένε οι παλιότεροι ¨Διός θέλοντος και καιρού επιτρέποντος¨ ξεκινάμε. Ο καιρός είναι αποφασιστικής σημασίας γιατί η διαδρομή που θα ακολουθήσουμε θα μας φέρει πάλι στα βουνά, και επιπλέον, πρέπει να πορευτούμε με ταχύτητα.

Γι αυτό σου έλεγα πριν ότι ο Καλλισθένης δε θα μας προλάβει εδώ, ακόμα και εάν η υγεία του αποκατασταθεί, όπως του εύχομαι, το συντομότερο. Ειδοποίησε τον να περιμένει έως ότου η στρατιά φτάσει στον επόμενο σταθμό και να ξεκινήσει μόνον όταν αισθανθεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει πορεία πάνω στα βουνά του Ζάγκρου».

«Θα τον ειδοποιήσω. Εγώ πάντως είμαι και πάλι εδώ, στην διάθεσή σου, και θα ήθελα να μου δώσεις οδηγίες για τις προτεραιότητες που υπάρχουν αυτή την στιγμή».

«Κοίταξε. Αύριο το μεσημέρι έχει συγκληθεί μία ακόμη σύσκεψη του συμβουλίου των εταίρων, στην οποία ενδέχεται να παραστεί και ο βασιλιάς. Θα κάνω μια ενημερωτική εισήγηση για διάφορα θέματα της αρμοδιότητάς μας και πιθανόν θα ζητηθούν διευκρινίσεις. Καλό θα ήταν να με συνοδεύσεις και να είσαι παρών σε αυτό το τμήμα της συζήτησης. Αν σου ζητηθεί, επανέλαβε τους αυτά που μου είπες. Εν τάξει;»

«Τιμή μου!»

«Κατά τα άλλα, -και ανάμεσα σε όλα τα άλλα- μας έχει ζητηθεί να διερευνήσουμε σχετικά με τη κατάσταση που βρίσκεται το ηθικό των οπλιτών μας. Προφανώς ο βασιλιάς, κλείνοντας την υπόθεση ¨Δαρείος¨, πρόκειται να πάρει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της εκστρατείας και θέλει να ξέρει τι σκέπτεται το στράτευμα. Τόσο οι Μακεδόνες όσο και οι λοιποί Έλληνες. Οι βάρβαροι μισθοφόροι τον ενδιαφέρουν λιγότερο. Σκέψου με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο, και το ξανασυζητάμε. Περισσότερες οδηγίες για το τι πρέπει να κάνεις, είμαι σίγουρος ότι σου έχει ήδη δώσει ο Καλλισθένης. Εγώ θα σου πω, αν χρειάζεται, την άποψή μου αφού διαβάσω το γράμμα του και εφόσον υπάρχουν εκεί σημεία που να σε αφορούν. Σύμφωνοι;

«Σύμφωνοι», λέει ο Εύελπις και σηκώνεται. Απλώνει το χέρι για τον αποχαιρετισμό, αλλά το ξανακατεβάζει αμέσως.

«Και κάτι άλλο αγαπητέ Ευμένη, που πιθανότατα σου είναι γνωστό, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι πρέπει να σου αναφέρω.

«Σε ακούω».

«Στην Περσέπολη, μαζί μου, κατέφτασε σήμερα ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ο Άρπαλος; Μαζί σου;»

«Ταξίδεψα συνοδευόμενος από δύο σωματοφύλακες. Ευτυχώς εξαιρετικοί πολεμιστές και οι δύο. Στα μισά της διαδρομής πέσαμε σε ενέδρα μιας μεγάλης ομάδας πολεμιστών, ίσως μια συμμορία ορεινών Ουξίων. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα βγάζαμε πέρα, αν δεν κατέφτανε η αρμάμαξα του Άρπαλου. Αυτός έδωσε εντολή στους τρείς συνοδούς του να εμπλακούν στην σύγκρουση και να μας βοηθήσουν. Πράγματι, έτσι καταφέραμε να τρέψουμε τους ανατολίτες σε φυγή. Από εκείνο το σημείο συνταξιδέψαμε ως εδώ».

«Ήξερα ότι μετά την επιεική απόφαση του Αλέξανδρου, έχει επιστρέψει στην Ασία και ότι σταμάτησε στην Βαβυλώνα (μια πόλη που γοητεύει έτσι κι αλλιώς τύπους σαν τον Άρπαλο) περιμένοντας να δει εάν θα του ανατεθούν  νέα καθήκοντα και τι είδους. Δεν ήξερα ότι επρόκειτο να έρθει εδώ, Αλλά γιατί όχι. Ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε. Είναι άλλωστε παλιοί φίλοι. Δεν μένει παρά να του ξαναδώσει και τα οικονομικά!  Πάντως με εκπλήττει ότι σας βοήθησε. Προφανώς δεν σε αναγνώρισε. Απ’ ότι ξέρω αντιπαθεί σφόδρα τον Καλλισθένη και όσους θεωρεί άνθρωπούς του».

«Με αναγνώρισε, εκ των υστέρων».   

«Έχε τον στον νου σου. Κανείς δε ξέρει τι ακριβώς θέλει. Νομίζω ούτε κι ο ίδιος. Πάντως ο βασιλιάς τον αγαπάει, και κανένας από όλους εμάς δεν δικαιούται να αρνηθεί την ευθυκρισία του βασιλιά χωρίς να βγάλει το ίδιο του το μάτι με το δάχτυλό του».

15_21

Όταν ο Εύελπις εγκαταλείπει τα κτίρια της επιμελητείας είναι πια νύχτα, φωτισμένη από ένα μεγάλο χρυσαφί φεγγάρι . Παρόλη την κούρασή του βρίσκεται σε υπερένταση και για αρκετή ώρα περπατάει στους δρόμους ανάμεσα στα επιβλητικά ανακτορικά κτίσματα, διχασμένος ανάμεσα σε δύο αντίρροπες επιθυμίες. Η μία, ισχυρή, σχεδόν βίαιη παρότρυνση από τα βάθη των σπλάχνων του, τον ωθεί προς τους πολυτελείς γυναικωνίτες,  όπου ξέρει ότι έχει εγκατασταθεί η Θαΐδα και η ακολουθία της. Η άλλη προέρχεται απ’ την σωρευμένη εξάντληση από το ταξίδι και τον σπρώχνει προς το παλιό του κατάλυμα, όπου, ύστερα από εντολή του Ευμένη, πρέπει να τον περιμένουν δύο υπηρέτες, έτοιμοι να τον περιποιηθούν. Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά του τον φέρνουν μπροστά στα σκαλοπάτια του γυναικωνίτη. Δεν τα ανεβαίνει. Σκέφτεται ότι δεν ξέρει ποιον θα μπορούσε να βρει εκεί. Και, επιπλέον, ότι σαν θα την συναντήσει θα πρέπει  να είναι πιο ξεκούραστος και πιο ευπαρουσίαστος απ’ ό, τι τώρα. Παίρνει το δρόμο προς το οίκημα που του έχει αποδοθεί. Θα της στείλει, απόψε κιόλας, μήνυμα ότι έφτασε και ότι θα ήθελε να την επισκεφτεί, αν είναι δυνατόν, αύριο το βράδυ.

images (22)

[1]Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι η πρωτεύουσα πόλη της περσικής αυτοκρατορίας δεν μπορεί παρά να είναι η τεράστια πολύβουη εντυπωσιακή Βαβυλώνα, ή έστω τα ανακαινισμένα από τον Ξέρξη Σούσα, ή πάλι, η παλιά γνήσια περσική πόλη των Πασαργάδων, όπου βρισκόταν ο τάφος του Κύρου. Τελικά πείστηκαν ότι οι τρεις αυτές πόλεις στις οποίες κατοικούσαν κατά διαστήματα οι μεγάλοι βασιλείς, ασκούσαν και οι τρεις πρωτεύοντα ρόλο. Όμως οι Πέρσες είχαν χτίσει ακόμη μια πρωτεύουσα, που οι έλληνες αποκάλεσαν Περσέπολη, όχι ιδιαίτερα εκτεταμένη, με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια, αλλά με μάλλον αδύναμη οικονομική και κοινωνική ζωή, την οποία χρησιμοποιούσαν κυρίως  ως χώρο υποδοχής των πρεσβειών των κατεκτημένων χωρών καθώς και για άλλες τελετουργικές χρήσεις.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ’, κεφάλαιο τρίτο. Ιππεύοντας προς την Περσέπολη

Posted by vnottas στο 4 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τρίτο: Ενέδρα στην Βασιλική Οδό

 γγ

Ο Εύελπις  διασχίζει έφιππος τη νότια Σουσιανή συνοδευόμενος από δύο μακεδόνες ιππείς που του παραχώρησε ο φρούραρχος των Σούσων, ο Μάζαρος. Το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη πάει μέχρι στιγμής μια χαρά, ο καιρός φαίνεται  καλός και στους σταθμούς η κατάσταση είναι πιο λειτουργική από το πως ήταν όταν πέρασε από κει, με αντίστροφη φορά, όχι πολύ καιρό πριν. 

Βέβαια, ο κύριος παράγοντας αναστάτωσης την τελευταία φορά ήταν το τεράστιο καραβάνι με τους θησαυρούς, τα εκατοντάδες υποζύγια, τους αγωγιάτες και τους συνοδούς οπλίτες, που ο ίδιος συνόδευε προς τα Σούσα. Τώρα, που η κατάσταση είναι πιο ομαλή μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα το πόσο καλά οργανωμένοι είναι οι περσικοί δρόμοι, καθώς και κατά πόσο οι δημόσιες οδοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Ακόμη και όταν η φύση έχει φροντίσει ώστε να υπάρχουν πλωτά ποτάμια ή προσιτές ακτοπλοϊκές διαδρομές, χρειάζονται βατοί και ασφαλείς δρόμοι, αλλιώς είναι ανώφελο να μιλάει κανείς για ¨μεγάλες χώρες¨ κι ακόμη περισσότερο για ¨αυτοκρατορίες¨.  

Ευτυχώς η πολεμική αναταραχή δεν έχει επηρεάσει καταλυτικά την περσική διοίκηση των οδών, καθώς οι μακεδόνες έχουν περιοριστεί στο να εγκαταστήσουν μικρές φρουρές στα κομβικά σημεία και έχουν, για την ώρα, επιβεβαιώσει στη θέση του το ντόπιο προσωπικό. Άλλωστε, απ’ ό, τι φαίνεται, η τεράστια διοικητική μηχανή των περσών έχει τη δική της ¨αδράνεια¨ και μπορεί να λειτουργεί για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς να είναι πολύ ευαίσθητη σε εξωτερικούς τραντα