Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Κουτσούκος’

24 πιστά Στρατιωτάκια

Posted by vnottas στο 10 Δεκέμβριος, 2017

του Ηλία Κουτσούκου (5 Δεκεμβρίου 2017)

image-huge

Αν το σκεφτείς πόσο χρήσιμα είναι

βολικά πάντα μαζί σου

για όλες τις ώρες.

.

Δεν κοιμούνται

έχουν διαρκή ετοιμότητα

ζωηρά ή τεμπέλικα –ανάλογα τη διάθεση σου –

ή ακόμα και βίαια

θυμωμένα

ίσως εξαιτίας του συναισθήματος, δηλαδή ίσως

κάτι ενοχλητικό που τα πείραξε στο κεφάλι σου.

.

Λες λάμπουν φως κάποιες φορές

μαθαίνουν γρήγορα άλλα γράμματα

νικώντας την αμάθεια που τα υποσκάπτει αιώνες.

Ξεσκεπάζουν λόγιους γρίφους

όμως πάντα σε επιφυλακή

– πίσω έχει η αχλάδα την ουρά –

.

Ρωτούν αινιγματικά

σωπαίνουν όταν χρειάζεται

ταλαιπωρούν τη ξυλεία των μολυβιών

υπομένουν στη στειρότητα των σκέψεων

φέγγουν όμως στις εμπνεύσεις

χωρίς περιστροφές

ψάχνουν πάντα για το ανείπωτο.

.

Ωσαννά λέγεται η μοναδική τους αποκάλυψη.

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2017

Ένα ακόμη ποίημα του Ηλία Κουτσούκου 

Σημείωμα δύσκολου άνδρα

  

 πως είμαι λέω αλγόριθμος

φυτεύω συν στα σύννεφα

μέσα μου πλην και μείον

άγνωστος χι τα πάθη μου

τα λάθη μου επί κι επί

μ’ ένα μηδέν σαν άβυσσος

να καιροφυλαχτεί

ψάξε όσο θες

τις τετραγωνικές μου ρίζες

χάνονται μέσα

στις πεδιάδες των συμφώνων

σε πάθη φωνηέντων χάνονται

ίσον

άντε γαμήσου επιτέλους Μοναξιά

μέσα στα  τίποτα τούτου του κόσμου

βλέπω μια άθλια συνάρτηση

 .

 

δες

λύνουνε κάποιοι εξισώσεις

άγριες μες στον ύπνο μου

καίνε ασταμάτητα  ανάσες μου

στο Άουσβιτς του Χρόνου

tetragoniki-riza-01

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Το έλεγα στους φίλους μου

Posted by vnottas στο 27 Μαρτίου, 2017

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου

στο διάολο τα χρόνια

που έφυγαν και χάθηκαν

απ τις βουνοκορφές

και κύλησαν και βρέθηκαν

σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά

που έμοιαζαν φυλακές…

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε

γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή

που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα

ή  μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο

παίζουν πολιτική…

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς

Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε

του Πάουντ του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα

ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί

μέσα τους.. σιγοκλαίν…

Τα παραμύθια τέλειωσαν

και πάμε γι άλλα τώρα

η Επανάσταση νοσεί

μες την εντατική

της Ιστορία ήτανε

μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε

τώρα τα υπηρετεί

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ε και; (περί αμαρτημάτων θανασίμων)

Posted by vnottas στο 22 Οκτώβριος, 2016

vizi-capitali_2fo97h5e

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

.

Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

Ω πόσο τα αγαπώ

αυτά τα 7 θανάσιμά μου αμαρτήματα…

.

Όταν ξαπλώνεις και τεντώνεσαι

όταν δεν θέλεις τίποτα να κάνεις

κι όλο αναβάλεις τις δουλειές σου

κι απ τη πολλή τη τεμπελιά

σου φεύγει λίγο σάλιο απ τα χειλάκια σου τα κόκκινα…

.

Μα αγαπώ και την αλαζονεία μου πολύ

όταν σε ένα υποθετικό τεφτέρι

κάτω απ τους βουβώνες μου

αβέρτα γράφω ονόματα…

.

Και πως με συνεπαίρνουν οι χοντροί

που τρώνε με μεγάλες πιρουνιές τα μακαρόνια τους

το στόμα πλαταγίζοντας από τη λαιμαργία…

.

Όμως θαρρώ πως η λαγνεία

είναι το μέγιστό μου

όταν κοιτάζω αγοροκόριτσα

που κάνουνε πατίνια

και ξέρω ακριβώς σε 5 χρόνια τι θα κάνουν

-ναι, ναι, ηθικολόγοι μου χωνέψτε το…

.

Μα και στο παρελθόν θαρρώ

πως άπληστος υπήρξα

σε σχέση με τα κυβικά των μηχανών

ψάχνοντας κάθε τόσο περισσότερα…

.

Σαν την οργή μου κάθε που έβλεπα

έναν του κώλου προλετάριο

βαλμένο μέσα σε στολή

να γίνεται ηλίθιος των ΜΑΤ

ή το ‘ναυτάκι του Αιγαίου’ να το παίζει…

.

Και τέλος πως εμπλάβιαζα από τον φθόνο

όταν απέναντί μου έπεφτε ψηλός

-γιατί αυτοί κοιτούν από ψηλά

Γαμώ και τα επτά θανάσιμά μου

τι όμορφο που είναι

να τα κουβαλώ μισό αιώνα τώρα…

peccato

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Έτσι έχασα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας

Posted by vnottas στο 28 Ιουλίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος, μου λέει ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία)

αρχείο λήψης (1)

¨…είχα φτάσει στο Παρίσι απ το Μπέρκλεϊ. Απ’ το Μπέρκλεϊ  με έδιωξαν  ως persona non grata, οπότε σκέφτηκα, καλύτερα να πάω στο Παρίσι. Στην αρχή βρήκα δουλειά να καθαρίζω καμινάδες. Μετά γνώρισα μια κυρία κουλτουριάρα και πλούσια γύρω στα 50. Με έβγαζε έξω, με πήγαινε σε ωραία μέρη, σικάτα μπιστρό, καφέ, σινεμά. Ήμουν όπως βλέπεις  Απόλλωνας τότε ε..(μου δείχνει μια φοβερή ασπρόμαυρη φωτογραφία του δεκαετίας 60).

Ένα βραδάκι είμαστε σ’ ένα σινεμά και βλέπαμε μια πολύ δυσνόητη ταινία και βγήκα ξαφνικά στο φουαγιέ να καπνίσω  ένα τσιγάρο. Βγαίνει απ’ την αίθουσα μια όμορφη λεπτή ξανθιά και μου ζητάει φωτιά. Κάθεται δίπλα μου κι αρχίζει τη κουβέντα. Φύγαμε μαζί στο τέταρτο (μου δείχνει ένα πακέτο με φωτογραφίες   αυτός κι η Τζιν Σίμπεργκ  αγκαλιά…)  Μείναμε μαζί πάνω από δυο χρόνια. Κάθε μέρα σχεδόν πλακωνόμασταν στο ξύλο, έτσι για το παραμικρό και για πλάκα. Μια μέρα μ’ έδιωξε και θυμωμένος, καθώς περνούσα μια γέφυρα του Σηκουάνα, μου ζήτησε δυο τσιγάρα μια όμορφη κοπέλα, αμερικανίδα τουρίστρια, που έμενε για την εμπειρία, σαν κλοσάρ, κάτω απ’ τη γέφυρα. Τα φτιάξαμε αμέσως. Ήταν η κόρη του Χέινς, του βασιλιά της αμερικάνικης μουστάρδας και του τομάτο- τζους. Μέναμε σε ακριβά ξενοδοχεία και ήταν φουλ ερωτευμένη, μου έλεγε πως έπρεπε να παντρευτούμε και να ζήσουμε μια υπέροχη ζωή στη Νέα Υόρκη (τώρα μου δείχνει φωτογραφίες αγκαλιά με την Ελενα Χέηνς  σε διάφορες πόζες ).

Εγώ όμως -κι εσύ κορόιδευε όσο θες- είχα δώσει το λόγο μου στη Γιάννα πως θα γυρνούσα, θα την έπαιρνα απ το Σιδηρόκαστρο και θα μέναμε στη Θεσσαλονίκη για πάντα. Έτσι γύρισα πίσω και παντρευτήκαμε και τα άλλα τα ξέρεις…¨

images (1)

Τον κοιτάζω, δεν μπορώ να του πω ¨μα πόσο μαλάκας είσαι¨ γιατί απ όλο του το παχύ πρόσωπο πια, βγαίνει μια απίστευτη τρυφερότητα μιλώντας για την αγαπημένη του, που της είχε δώσει το λόγο του, να γυρίσει  κι αυτή αφού γύρισε και πέρασαν τα χρόνια -τον παντρεύτηκε φυσικά με δόξα και τιμή-  και τώρα είναι σαν τετράφυλλη ντουλάπα κι αυτός είναι σαν θερμοσίφωνας  με πόδια, απ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, η τρυφερότητα παραμένει καθεστώς, άνευ ιστορικής ή άλλης ερμηνείας… οπότε το μόνο που μπορώ να του πω είναι, ¨αν έπαιρνες την Χέηνς θα είχα τώρα την αντιπροσωπεία της μουστάρδας για την Ευρώπη, γαμώ τον Αντίχριστό σου κι όχι να περιμένω τη κωλοσύνταξη μου κάθε τέλος του μήνα  και να μετρώ τα τσιγάρα μου ένα-ένα… Χώρια που και συ μια σκατοσύνταξη παίρνεις κι όταν ξεντύνεται η Γιάννα σου το βραδάκι και πέφτει στο κρεβάτι, σε πιάνει τεταρταίος ε..¨

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Του φίλου μου προφήτη Ηλία ανήμερα…

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2016

Από το ύψωμα του οκταόροφου λόφου ο Ηλίας (Κουτσούκος) βλέπει και γράφει…

Τα Μεγάλα Δίκτυα Κάνουν Τον Κόσμο Τοσοδούλη Εύκολα

…μάγκες-τράγκες εργολήπτες των Μέσων
παπαδάκια του όρθρου των λοιπών ενδιαμέσων
αρλεκίνοι μεγκάλοι πρωινοί γητευτές
αδελφούλες στο τζάμι με τις faκe θεές
άντε χαθείτε…

πίσω απ’ τις πολύχρωμες μπάρες
κουστουμάτοι και άδειοι
με τις τόσες παπάρες
που εκτοξεύετε δήθεν κεραυνούς κι ερωτήσεις
στων 8 τα δελτία που τα λέτε “ειδήσεις”
κι απευθύνεσθε βέβαια σε αυτούς που υποφέρουν

του γκουβέρνου σεκιούριτι
σας πληρώνουν και ξέρουν..
Βεληγκέκες πιστοί του Συστήματος
και του φόβου εκτροφείς τετραγώνου διαστήματος

άντε χαθείτε

στο μόνο που είστε ικανοί
είναι να κάνετε ένα πανέμορφο οικόπεδο
γερμανικό του δεύτερου παγκόσμιου στρατόπεδο
και προς Θεού να μην ενοχληθούν οι Αγορές
γιατί του άρρωστου η αιτία
είναι οι άνεργοι, οι φοιτητές και η οχλοκρατία
μα πάνω απ όλα είναι του Χρηματιστήριου η πτώση
γι αυτό το πόπολο πρέπει να παίρνει
τη σωστή του “δόση”
φοβία από έμπολα ,τρόμο από Τζιχαντιστές,
τα νέα απ το Χόλυγουντ, του Κλούνεη ο καφές
κι επίσης το Διαδίκτυο
γλυκά να σε κοιμίζει
να μένεις μια ζωή υπόδικος σε δίκτυο
που θα σε νανουρίζει…

αρχείο λήψης (3)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Ηλίας καλπάζει προς το μέλλον

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

κ

Καβάλησε τη μηχανή του

με πριγκιπική σιγουριά ο Ηλίας

κι έφυγε αφηνιασμένος προς το μέλλον.

Ο δρόμος είχε στροφές

και χρειαζόταν όχι μόνο ικανότητα

αλλά και φρόνηση περισσή.

Με του ποιητή την κόμη ν’ ανεμίζει

οδηγούσε παθιασμένος

κι άκουγε την αυξομειούμενη

μουσική της μηχανής

ψιθυρίζοντας ρώσικες μελωδίες.

Ξαφνικά είδε τριγύρω του

άλογα να ξεχύνονται στον δρόμο

και να τρέχουν αδέσποτα

ενώ η ταχύτητά του μηδενίστηκε.

images

Αμέσως εννόησε πως τ’ άλογα εκείνα

ήταν τα δικά του άλογα

αυτά που ίππευε και τον πήγαιναν

στους δρόμους του μέλλοντος

κι είχαν αυτονομηθεί

από την διστακτική μηχανή του.

Χαμογέλασε ψύχραιμα ο Ηλίας

και σαν αληθινός ποιητής που είναι

καβάλησε ένα κατάλευκο άλογο που βρέθηκε μπροστά του

και καλπάζοντας συνέχισε απτόητος

την πορεία του προς το μέλλον.

images (33)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιγραφικό

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2016

(Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

β

Απαγωγές

Πήρα τον εαυτό μου και έφυγα

για μία ώρα περπάτημα

να φύγει η κοιλιά -γαλοπούλα με λευχαιμία-

στ’ αυτιά μουσική ουρλιάζει η Callas

περνούν αστικά που μέσα τους

κουβαλούν κόσμο

πηγαίνουν σε στρατόπεδα εργασίας

αδειάζουν και γυρνούν για άλλους

μόλις φτιαχτεί το μετρό θα παίρνουν πιο πολλούς

χρόνια τώρα, μας έχουν πάρει εξωγήινοι

μας μεγαλώνουν, μας τρέφουν, μας σπουδάζουν

μας δίνουν άλλες γλώσσες κι άλλα έθνη

όσοι ζουν παραπάνω νιώθουν τυχεροί

μας έχουν σε πολυκατοικίες

άλλες καινούργιες άλλες παλιές

ανάλογα με το μαρκάρισμα που έχουμε

μερικοί έχουν περισσότερο από ένα σπίτι

-αυτούς θα τους τελειώσουν  αργότερα-

Έχουν  χωρίσει τα στρατόπεδα σε ζώνες επιρροής

τρώμε σαν ζώα, ζώα απ’ τον πλανήτη μας

Αγαπιόμαστε, κάνουμε στρατούς

κι έχουμε πολλές θρησκείες

πολλοί από μας -εντελώς βλαμμένοι-

πιστεύουν  και σε άλλη ζωή

Εγώ εντάσσομαι στους ‘αμφισβητίες’

εμάς, -να ξέρετε- μας έχουν εντελώς  χεσμένους

διότι γνωρίζουνε οι φύλακές τους

ότι δεν πρόκειται να κάνουμε Επανάσταση

έχουμε έναν αόρατο καναπέ με μικροτσίπ

καρφωμένο στον  κώλο

κι έτσι μας παρακολουθούν διαρκώς….

ρ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ποιητές στη Σκάλα του Μοδιάνου…

Posted by vnottas στο 17 Απρίλιος, 2016

3f529e6606703fe223436812fecf6c28

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Πήγα στις 3 το μεσημέρι στ’ αεροδρόμιο να πάρω δυο σπουδαίους ποιητές που έρχονταν απ την Αθήνα με τις γυναίκες τους και παρκάρισα το σαράβαλο μου στη θέση των vip σκεπτόμενος πως αν ερχόταν τροχονόμος θάλεγα τη ψεματάρα μου – πως θα παραλάβω το Σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού-  και τράβηξα προς το παγκάκι που είχε και κάδο καπνιστή- απέναντι απ την έξοδο των αφίξεων -να κάνω το τσιγάρο μου. Το αεροπλάνο είχε μια ώρα  καθυστέρηση άρα οριακά θα προλαβαίναμε την εκδήλωση -στη Διεθνή Έκθεση του Βιβλίου- όπου θα μιλούσα μ’ ένα φίλο μου για τον έναν απ τους δυο ποιητές και το βιβλίο του.

Έκανα το τσιγαράκι μου κι είπα σ’ έναν άλλον δίπλα μου που καθόταν και κάπνιζε συνομήλικο μου περίπου ‘πως στο τέλος θα μας πυροβολούν γιατί καπνίζουμε’ και συμφώνησε ενώ απ’ την πόρτα των πληρωμάτων είδαμε νάρχεται μια ομάδα ιπταμένων που περνούσε από μπροστά μας με επικεφαλής μια γυναικάρα 1,80 που είχε στα μπράτσα της 4 σιρίτια –μίλαγε βιαστικά γαλλικά στους άλλους πίσω της- του λέω ‘μεγάλε, σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι γι αυτήν που είναι κυβερνήτης…’ απαντάει ‘αν σκέφτομαι  λέει’  και γελάμε.

Έρχονται οι ποιητάρες με τις γυναίκες τους στις 4 και 5΄ και τους βάζω στ’ αμάξι και τρέχω όσο τρέχει το κωλάμαξο να προλάβουμε να περάσουμε απ’ το σπίτι, να πάρουμε ένα αναψυκτικό και μετά πάμε στην εκδήλωση -οριακά  πάντα- κι ευτυχώς  βρίσκω να παρκάρω κι έχω την ηλίθια ιδέα να μπούμε στο ασανσέρ 5 άτομα, που μόλις κλείνει η πόρτα και πατώ όγδοο κατεβαίνει μισό μέτρο και μπλοκάρει.

Ντρέπομαι αφάνταστα που με τη μαλακία μου εγκλώβισα τους ποιητές μου και τις γυναίκες τους στο ασανσέρ -ευτυχώς πιάνει σήμα το κινητό- και περιμένουμε την Πυροσβεστική να μας απεγκλωβίσει, η εκδήλωση είναι στις 5, έρχονται τα παλικάρια της Πυροσβεστικής σ’ ένα δεκάλεπτο, μας βγάζουν απ’ το ασανσέρ και με τη ψυχή στο στόμα, ξαναμπαίνουμε στο σαράβαλό μου για την Διεθνή Έκθεση, όπου φτάνουμε με 5 λεπτά καθυστέρηση -πλην όμως- η προηγούμενη εκδήλωση θέλει 30 λεπτά για να τελειώσει και μου λέει η υπεύθυνη πως η καθυστέρηση οφείλεται σ’ έναν Αργεντινό συγγραφέα που άργησε ναρθεί κι αυτός κι έρχεται η καρδιά μου στη θέση της και όταν έρχεται η σειρά μας παρουσιάζουμε με άψογο τρόπο τον φίλο μας ποιητή και παίρνουμε χειροκροτήματα και το ίδιο βράδυ πηγαίνουμε σ ένα μαγαζί στη Μοδιάνο, όπου γινόμαστε μια μεγάλη παρέα κι ένας ψυχοπαθής δικηγόρος που παίζει όλα τα τραγούδια του κόσμου, φέρνει μια σκάλα μπογιατζή -διπλή δηλαδή, που την ονομάζει αυθαιρέτως κι επιτυχώς ‘Σκάλα του Μοδιάνου’, όπου αναβαίνουμε όλοι με τη σειρά -εγώ απήγγειλα Πούσκιν στα ρώσικα- και ο μέγιστος ποιητής Μάγιστρος της Ηπείρου τραγούδησε το ‘Γιάννη μου το μαντήλι σου’ και γενικά περνούμε μια καλοπέραση και γαμώ την ευχαρίστηση και σκεφτόμουν πως η ‘Σκάλα του Μοδιάνου’ είναι σαφώς πιο ειλικρινής από τη Σκάλα του Μιλάνου -όλο φρου φρου κι αρώματα- και πως οι φίλοι μου ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι παρά το γεγονός πως στην αρχή όλα πήγαιναν στραβά κι εγώ -έστω για λίγο ήμουν ευτυχισμένος…

MODIANO kentriki

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ένας απηυδισμένος Αμλετ και λίγος Μπρελ (σε επανάληψη)

Posted by vnottas στο 10 Απρίλιος, 2016

Για τον  απηυδισμένο Άμλετ γράφει ο Ηλίας και από τους ¨Μπουρζουάδες¨ του Μπρελ (εδώ) επαν-αναρτάται η ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά, γιατί κατά κάποιο (άγνωστο) τρόπο είχε εξαφανιστεί από την παλιά ανάρτηση. [Η βλάβη προς το παρόν αποκαταστάθηκε]

images (5)

O  άγριος Άμλετ

(Γράαφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ο Τάκης Στημένος τάχει παίξει. Έχει κλείσει τα 36 κι  ενώ ήταν τρία χρόνια άνεργος, τώρα καλείται να παίξει «Άμλετ» στον πρωτοποριακό θίασο το «άλλο όνειρο» ενός  σαρανταπεντάρη σκηνοθέτη ο οποίος είναι – κατά τον Τάκη και το σινάφι  των ηθοποιών- ‘πυροβολημένη αδερφή’ και θεατρική  ψωνάρα.

Επίσης ο Τάκης έκανε το λάθος να επιτρέψει στον σκηνοθέτη -πριν ένα εξάμηνο- να τον ‘ακουμπήσει’ μέσα σ ένα μπαρ και τώρα, είναι υποχρεωμένος να βρίσκει δικαιολογίες ώστε να μη του την ‘πέφτει’ μπροστά στους άλλους ηθοποιούς στις πρόβες, ούτε να τον χουφτώνει κάθε τόσο με τη δικαιολογία ,της ‘σκηνοθετικής κατεύθυνσης’ πάνω στον μονόλογο του Άμλετ, ενώ οι συνάδελφοί του το έχουν μυριστεί και το πείραγμα πέφτει σύννεφο.

Απόψε έχουν πρεμιέρα κι ο Τάκης στο καμαρίνι του προσπαθεί να συγκεντρωθεί, ξέρει πως στην πλατεία δεν έχει ούτε πενήντα θεατές -οι περισσότεροι με προσκλήσεις- ξέρει πως το έργο δεν θα κρατήσει ούτε βδομάδα, μέσα σ αυτή την κρίση των πάντων και πασών, ξέρει πως θα ξαναμείνει  άνεργος, ξέρει πως θα πρέπει να παραμείνει-άγνωστο για πόσο- στη θεία του την Αμαλία, στο δυάρι  του Κολωνού, ξέρει πως έχει αρχίσει να σιχαίνεται  όλο τον κόσμο, αλλά τελευταία και τον εαυτό του.

Κι ενώ ο ηθοποιός όταν ‘παίζει’ ,πρέπει να παραμένει απερίσπαστος απ’ όλα τα καθημερινά του προβλήματα, ο Τάκης Στημένος βρίσκει τον εαυτό του ξαφνικά περικυκλωμένο  από αφόρητους ηλίθιους, στους οποίους  ο  Σαίξπηρ  σίγουρα θα απαγόρευε την είσοδο στα έργα του κι ενώ αρχίζει στη Τρίτη πράξη, σκηνή πρώτη, να απαγγέλει τον μονόλογο του  «να ζει κανείς ή να μη ζει -αυτό είναι το ζήτημα- τι είναι ανώτερο στο πνεύμα, να υποφέρεις πετριές και βέλη άδικης τύχης, ή να κάνεις επανάσταση ενάντια σ’ ένα πέλαγο βάσανα και με την άρνηση τους να τους δώσεις τέλος..» σ’ αυτό το σημείο, μένει το χέρι του μετέωρο, κρατώντας την πλαστική νεκροκεφαλή, νιώθει εγκλωβισμένος στο ηλίθιο στενό μπλουτζίν [άποψη του βλάκα  σκηνοθέτη, γιατί που ακούσθηκε  Άμλετ  με μπλουτζίν και άρβυλα..] και σαν υπνωτισμένος απ’ ιερό καθοδηγητή τρομοκράτης, συνεχίζει τον Μονόλογο με δικά του λόγια όμως, που φεύγουν απ το στόμα του βροντώδη και πεντακάθαρα δηλαδή « ακούστε καθυστερημένοι και της πλατείας όλοι εσείς οι κοιμισμένοι, η  Επανάσταση δεν θα  έρθει με κλανιές και τα αβγά δεν βάφουν με  πορδές,  εσείς  θα μένετε διαρκώς  υπνωτισμένοι και στον ηλίθιο τον κόσμο σας κλεισμένοι…» κι εδώ σταματάει, μένει ακίνητος κοιτώντας την νεκροκεφαλή, και ξαφνικά σηκώνονται δύο απ την πρώτη σειρά φωνάζοντας υστερικά ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο’ κι αμέσως σηκώνονται κι οι πενήντα θεατές όρθιοι φωνάζοντας και χειροκροτώντας ‘μπράβο, μπράβο, μπράβο..’ κι ο Τάκης Στημένος νιώθει πια, πως δεν έχει ελπίδα, με ό,τι τον περιβάλλει και φεύγει απότομα  απ τη σκηνή, ενώ στα παρασκήνια πέφτουν επάνω του και τον αγκαλιάζουν, ο  Πολώνιος  απ το Γαλάτσι, ο Κλαύδιος απ το Περιστέρι κι η Οφηλία απ τα Πετράλωνα, ο ηλίθιος πρωτοποριακός σκηνοθέτης που φωνάζει «μπράβο μωρό μου, τους   έσκισες  αγάπη μου κι ο Τάκης σαν χτυπημένος από άγριο θεριό λέει ψιθυριστά « ρε άντε γαμηθείτε όλοι σας βλαμμένοι..»

amlet-seminario-ket

***

Οι Μπουρζουάδες του Ζακ Μπρελ

Ανάγνωση της προσαρμογής στα Ελληνικά

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Χαλασμένος βρικόλακας

Posted by vnottas στο 3 Απρίλιος, 2016

dracula

(Από τον Ηλία Κουτσούκο)

*

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι μικροί-μεγάλοι μιλούσαν

σ’ ένα μαύρο ή ασημί γυαλιστερό κουτί.

Κάποιους που ακολούθησε  βάδιζαν βιαστικοί

κατεβαίνοντας μαγικές σκάλες

ακίνητοι σχεδόν, φθάνοντας  σε μεγάλο

φωτισμένο υπόγειο

κι ύστερα έμπαιναν στα σωθικά

ενός τεράστιου σκουληκιού

που έφευγε αθόρυβο και μετά ερχόταν άλλο

κ ι άλλο, κι άλλο.

Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του

κανείς δεν του έδινε σημασία.

Όλοι κάπου πήγαιναν

ή  έμπαιναν σε κομψές μεταλλικές άμαξες

δίχως άλογα.

Είδε γυναίκες ξεδιάντροπες

να πίνουν  ζουμιά σε πεζοδρόμια

χασκογελώντας

δίχως υπηρέτες ή αφέντες γύρω τους.

Ζαλισμένος στάθηκε

να πάρει μια ανάσα απ’ το μουχλιασμένο

αιώνες τώρα στήθος του

στην άκρη μιας εκκλησίας

δίπλα σε μια γριά με απλωμένο χέρι…

Τότε αυτή τον κοίταξε με μίσος

απ’ το ασπράδι του ματιού της

και του φώναξε:

«Να τσακιστείς να πας αλλού καταραμένε… εδώ είναι

το πόστο μου. Όταν περάσει ο  Ρομάν

 το βράδυ να με πάρει,

θα του το πω και θα σε κάνει φέτες…»

***

σσ

*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ο Μπάμπης το λιοντάρι

Posted by vnottas στο 17 Μαρτίου, 2016

Γράφει ο  Ηλίας Κουτσούκος

il-vecchio-leone1

Ο Τάκης ο Τρούμαν ήταν απόλυτος στο τηλέφωνο:  «σου έχω έκπληξη  μεγάλη. Θα σε πάω εκδρομή αύριο, να δούμε ένα φίλο που μένει μ’ ένα λιοντάρι στο σπίτι του, μήπως και συνέλθουν τα νεύρα  σου. Αν πεις όχι, θα σε πλακώσω…»

Το άλλο πρωί γύρω στις 10, βρισκόμαστε στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Μουδανιών κι ο Τάκης μιλάει συνεχώς και βλέπω το κοντέρ του σαράβαλου  Χιουντάι  που οδηγεί στα 120, του λέω  «πιο σιγά ρε μαλάκα θα σκοτωθούμε…» Αυτός απαντάει πως τρέχει όσο είναι τα χρόνια μας, δηλαδή  “εξήντα κι εξήντα, άρα 120…»

Του λέω, ”εσύ ρε μαλάκα είσαι 77 κι εγώ 65 τη  τύφλα σου, δεν ξέρεις από αριθμητική…”  «Δεν ξέρω, λέει, γιατί όταν ήμουν παιδάκι πουλούσα στα μπουρδέλα  τσιγάρα κι έτσι έχανα τις τάξεις. Πήγα δυο φορές στη δευτέρα και δυο φορές στη τρίτη, για να τα μάθω καλύτερα, αλλά με  κορόιδευαν  οι συμμαθητές και τους πλάκωνα, γι αυτό τα παράτησα, δηλαδή με έδιωξαν οι δάσκαλοι…»

Το μόνο που ξέρω με τον Τάκη τον Τρούμαν, είναι πως τουλάχιστον δεν θα πλήξω. Τρούμαν τον λέμε από το 1960 -που ήταν πρωταθλητής πυγμαχίας- γιατί οι γροθιές του ήταν σαν την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.

Τον ρωτάω πως ζει ο Γρηγόρης, ο γνωστός από παλαιά σαν ‘ξανθός μάγος’ που τρύπαγε το στήθος του με  μπλακεντέκερ  και κατάπινε σπαθιά κι ήταν μύθος στη δεκαετία του ‘70.

«Ξέρω  ‘γω   πως ζει ο μαλάκας κι από πού έχει λεφτά. Η σύνταξή του είναι 480 ευρό, αλλά μπορεί να  έχει  μαζέψει απ’ τα  νιάτα  του που ήταν στο Λας Βέγκας…»

Φτάνουμε στη Καλλικράτεια  και σταματάμε σ’ ένα σπίτι γωνιακό που έχει ένα τεράστιο ψηλό τοίχο γύρω του. Μας ανοίγει ο ίδιος ο Γρηγόρης που τα ξανθά μαλλιά του έχουν αραιώσει και το στομάχι του  ξεχειλίζει  κάτω απ το κοβάλτ μπλε στενό του πουκάμισο.

Αρχίζει «καλώς τα παιδιά, καλώς τους όμορφους» και μπαίνουμε σ ένα μεγάλο σαλόνι που είναι φορτωμένο με τα πιο κιτς πράγματα κι έπιπλα σε χρυσαφί χρώματα, γραμμόφωνα, αγάλματα  φέικ  κι αγαλματίδια κακοφτιαγμένες  Αφροδίτες, ψεύτικα σπαθιά και ψεύτικα διπλώματα μαγείας, φωτογραφίες απ’ το τσίρκο Μεντράνο, φωτογραφίες απ’ την Αμερική κι ό, τι άλλο έχει να προσθέσει η αισθητική του Γρηγόρη απ τα Γρεβενά.

Ο Τάκης του λέει, «να σου φέρω σε μεγέθυνση και μια φωτογραφία  με τα αρχίδια μου να  την κρεμάσεις» κι ο Γρηγόρης όλο γελάει και πάει  για το ψυγείο για να φέρει δυο παγωμένες μπύρες.

Πίνουμε σιγά-σιγά τις μπύρες μας κι αρχίζουμε μια κουβέντα για διάφορους κοινούς γνωστούς, όπου ανακαλύπτω πως οι περισσότεροι είναι ή πεθαμένοι ή στα  νοσοκομεία. Με σώζει όμως ο Τάκης που λέει ξαφνικά του Γρηγόρη, «ρε μαλάκα όλο για πεθαμένους μιλάμε κι εγώ σου έφερα από εδώ τον μικρό για να χαλαρώσει, όχι για να γίνει χειρότερα… Πάνε και φέρε τον  Μπάμπη να τον δούμε λίγο..»

Ο Γρηγόρης απαντάει πως ο Μπάμπης έχει γεράσει, του έχουν πέσει τα περισσότερα  δόντια, είναι κοντά στα είκοσι τώρα και πως πριν έρθουμε του έδωσε να φάει 5 κοτόπουλα σε φέτες κι αρχίζει όρθιος να μιλάει για τους οικολόγους, που του έχουν κηρύξει πόλεμο και αν δεν μπορεί κάποιος να έχει στην αυλή του όποιο ζωντανό θέλει, αυτό δεν είναι Δημοκρατία και πάει να κάνει και μια ανάλυση  για την οικολογία, μέχρι να τον κόψει ο Τάκης «άντε φέρε τον Μπάμπη ρε μαλάκα πολυλογά…»

Ο Γρηγόρης πάει  πίσω στην αυλή και σε λίγο γυρίζει στο σαλόνι με ένα λιοντάρι γέρικο, γύρω στα 250 κιλά, που μόνο που το βλέπεις να περπατάει νωχελικά και να σε κοιτάζει, παθαίνεις κρυοπαγήματα στο κεφάλι, είναι κάτι πέρα από θαύμα να βλέπεις μπροστά σου αυτόν τον βασιλιά της φύσης να στέκεται  σαν ένα  πετ που ο Γρηγόρης του λέει  με χαδιάρικη φωνή  «κάτσε κάτω Μπάμπη μου » και το λιοντάρι να κάθεται μπρος σου, σαν σκυλάκι που πειθαρχεί πάραυτα στ’ αφεντικό του…

Προσπαθώ να κάνω τον ψύχραιμο, αλλά δεν με παίρνει, νιώθω να  είμαι  μπλε απ τον φόβο μου και κοιτάζω το λιοντάρι που ανοίγει το τεράστιο στόμα του και  χασμουριέται.

«Έλα  εδώ ρε Μπάμπη να σε χαϊδέψω»,  του λέει ο Τάκης κι ο Μπάμπης τον κοιτάζει και πάει προς το μέρος του, κατεβάζει την τεράστια κεφάλα του με τη χαίτη κι Τάκης, του ανακατεύει τις  ξεπλυμένες   από τα χρόνια καφετιές του  τρίχες, ενώ εγώ βρίσκομαι  στην  κατάσταση του ‘τα  έχω  δει όλα’.

Βλέπω τον Τάκη που μιλάει τρυφερά στο λιοντάρι, «αχ ρε   Μπάμπη, που κατάντησες, από τις ζούγκλες της   Αφρικής να σε ταΐζει κατεψυγμένα  στη Καλλικράτεια, αυτός ο μαλάκας που κάνει τον  μάγο, αχ, ρε Μπάμπη, ρε Μπάμπη…»

Γυρνάει προς τα μένα και μου λέει «χάιδεψε τον και συ ρε να συνέλθεις λίγο. Αυτός είναι φίλος κι όχι τα αρχίδια οι δικοί σου που γράφουν μαλακίες στα βιβλία τους… έτσι δεν είναι  Μπάμπη;..»

Απλώνω το χέρι μου και το ακουμπώ στο τεράστιο κεφάλι του Μπάμπη, βλέπω να έχει κλειστά τα κίτρινα μάτια του  από γλυκιά ευχαρίστηση, νιώθω την βαριά του αναπνοή, νιώθω μέσα μου μια βαθιά λύπη για τον Μπάμπη, που αντί να βρισκόταν στις πεδιάδες του Σερεγκέτι  βασιλιάς, τρώει κατεψυγμένα κοτόπουλα που του δίνει ο ξανθός  μάγος, ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι δεν περιγράφεται, ξέρω πως σε όποιον το πω θα με κοιτάζει σαν ψευταρά, βυθίζομαι σε μια απόλυτη γλυκιά ματαιότητα, καθώς το αριστερό μου χέρι βυθίζεται κάτω απ τη χαίτη του Μπάμπη κι ακούω τον Τάκη που λέει στον ξανθό μάγο «να του δίνεις και μπριζόλες λαιμού ρε μαλάκα, όχι όλο κατεψυγμένα-κατεψυγμένα, μαζί σου θα τα πάρεις τα λεφτά μαλάκα, ε μαλάκα».

91668a84d64de211a25c0fd73bbcebcf

***

Αδικαιολόγητο συνειρμικό σχόλιο: Ho la criniera da leone (perciò attenzione)  [Έχω την χαίτη λιονταριού (γι αυτό μην κοιτάς αλλού)] Από ιταλικό τραγουδάκι του Antonio Infantino. Φλωρεντία ’68.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Όπου ο Νίκος κι ο Ηλίας ομοιοκαταληκτούν (εξαιρετικά!)

Posted by vnottas στο 11 Φεβρουαρίου, 2016

14 Playmobil figures (eg nurse, American Indian, gardener)

Λευτεριά στα πλεϊμομπίλ

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 

Το έλεγα στους φίλους μου, στ’ αρχίδια μου τα χρόνια,

που χάθηκαν και έφυγαν απ’ τις βουνοκορφές,

και κύλησαν και βρέθηκαν σαν λασπωμένα χιόνια

μέσα σε πόλεις και χωριά που ‘μοιάζαν φυλακές…

playmobil-pirates-chaloupe-des-pirates-5298

Κι οι φίλοι συμφωνούσανε γιατί το ίδιο ζούνε

διανύουνε μία ειρκτή που είναι βαριά ποινή

και περιμένουν θαύματα και μαγικά να δούνε

σε θέατρο παράλογο παίζουν πολιτική.

Playmobil-Pirates---Red-Serpent--pTRU1-19413724dt 

Διαβάζουν ρώσους κλασικούς Τσέχοφ και Ντοστογιέβσκι

ποιήματα καταπίνουνε του Πάουντ, του Βερλέν

μα δεν τους βγάζει νόημα ούτε μια αθώα λέξη

γι αυτό και μένουν σιωπηλοί όταν δεν σιγοκλαίν.

Wooden_Barbarossa_Pirate_Ship_0_large 

Τα παραμύθια τέλειωσαν και πάμε γι άλλα τώρα

η επανάσταση νοσεί μες την εντατική

της ιστορίας ήτανε μία φευγάτη μπόρα

κι όσα κεφάλια έκοψε τώρα τα υπηρετεί…

35205247

*****

*****

Στην Κοιλάδα της μνήμης

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

*

Βαλς χόρευε το εννέα με το τρία

το νάτριο στεκόταν σιωπηλό

πιο πέρα κώνοι παίζανε με μαεστρία

μα η μελωδία έβγαινε μελό.

9-23-13-702x336

Το τρίγωνο χαιρόταν τυλιγμένο

στου κύκλου τις καμπύλες τυχερό

το υδρογόνο ήταν πικραμένο

έψαχνε το οξυγόνο στο νερό.

100240.w.1280

Την άμπωτη η παλίρροια αγκαλιάζει

το άλας μες το κύμα σταματά

ιόντα φορτισμένα με μαράζι

η ύλη τα πιέζει δυνατά.

dreams_glass_b

Το κόμμα κυνηγάει την τελεία

και σμίγουνε σ’ ερωτηματικό

ακολουθούν πνεύματα και σημεία

στο τέλος να και το θαυμαστικό.

images

Μες στην οθόνη του μυαλού ξαναγυρίζουν

χωρίς ειρμό κρυμμένοι θησαυροί

πολύχρωμες σημαίες π’ ανεμίζουν

πάνω στης μνήμης την κοιλάδα την υγρή.

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Σύμφωνο συμβίωσης

Posted by vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2016

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

images (10)

Το σκέφθηκα πολύ πριν πάω στον φίλο μου τον Τάσο να του πω το πρόβλημα.

Ο Τάσος είναι ψυχίατρος και από χρόνια φίλος κι άλλωστε δεν έχουμε σχέση γιατρού-ασθενούς, οπότε, επειδή με ξέρει καλά, οι συμβουλές του θα έπιαναν τόπο και τουλάχιστον θα ξαλάφρωνα.

Πέρα από αυτό, μου αρέσει το γραφείο του γιατί μυρίζει καπνίλα απ τα σέρτικα που καπνίζει και όταν τα λέμε καπνίζουμε κι οι δύο γελώντας μ’ όλα τα θέματα που μιλάμε, σοβαρά ή όχι. Γι αυτό πάω.

Του λέω, Τάσο, δεν μπορώ να τον ανεχθώ άλλο. Μου έχει τσακίσει τα νεύρα ξέρεις χρόνια τώρα, αλλά το πράγμα παρατραβάει. Χθες ξύπνησε θυμωμένος κι ενώ ξυριζόμουν στο μπάνιο μου φώναζε  να πάω να γαμηθώ, μου φώναζε πως κάθε μέρα σηκώνομαι και είμαι πιο μαλάκας απ’ τη προηγούμενη, του λέω, γιατί ρε τι σου έκανα κι αρχίζει να θυμάται πως τη προηγούμενη ακούγαμε τα παιδάκια να λένε τα κάλαντα και πως, δήθεν, δεν άνοιξα τη πόρτα γιατί είμαι ένας παλιομαλάκας, μη τύχει και δώσω κανά μισόφραγκο και θυμήθηκε και τον πατέρα μας και μου φωνάζει «τέτοιος πούστης σαν κι αυτόν κατάντησες»… και μετά όταν του απάντησα «γιατί, εσύ είσαι καλύτερος;» άρχισε μια σειρά από μπινελίκια για τις ευκαιρίες που δήθεν είχε και εγώ  τον σταματούσα γιατί ήμουν δειλός και ότι δήθεν του κατέστρεψα όλα τα όνειρά του, τότε που ήθελε να πάει στη σχολή Ικάρων, τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός, τότε που ήθελε να παντρευτεί μία πάμπλουτη και ένα σωρό άλλα. Του απαντάω «ποια Ικάρων ρε μαλάκα, αφού ήμαστε κοντοί, πως θα έμπαινες στην Ικάρων… και τι ηθοποιός ρε μαλάκα, αφού  σε έκοψαν στην ακρόαση»… Όσο για την πάμπλουτη, ήταν μια ασχημομούρα και αρχίζει, Τάσο, πάλι τις βρισιές. Μου φώναζε πως κοντός είμαι και φαίνομαι και στην ακρόαση τον παρέσυρα, γιατί αντί να απαγγείλει ένα μονόλογο απ τον ΄Αμλετ, του είχα πει να διαλέξει ένα ποίημα του Πρεβέρ -θυμόταν και τον τίτλο- «ο θείος Γκρεζιγιάρ», θυμήθηκε κάποιες απίστευτες λεπτομέρειες και από τότε που μέναμε μόνοι μας, στο υπόγειο της  Μαρτίου, ρε Τάσο, έχει γίνει αφόρητος σου λέω…

Ο Τάσος, με ακούει με πραγματικό ενδιαφέρον και με ρωτάει αν το είπα στον άλλον πως θα πάω να τον δω. Του λέω, όχι ρε Τάσο, γιατί την προηγούμενη φορά που του είπα ότι έρχομαι και τα λέμε, άρχισε  τις ειρωνείες και μου λέει «καλά ρε μαλάκα, πας σε άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό να σου λύσει το πρόβλημα, ε είσαι πολύ μαλάκας γιατί δεν καταλαβαίνεις  πως όποιος πιστεύει, θα σου πει αυτά που πιστεύει, τι μαλάκας που είσαι!..»

Ο Τάσος γελάει δυνατά και μου προσφέρει ένα απ’ τα σέρτικα τσιγάρα του. Μου λέει «χέστον μωρέ, μη του δίνεις τόση σημασία, έτσι κι αλλιώς δίδυμοι είστε, δεν μπορείς να τον σκοτώσεις».

Του λέω πως  ακόμα και στον ύπνο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Πάω στη κουζίνα γύρω στις 2 τα μεσάνυχτα, να πάρω ένα γαμημένο χάπι, να κοιμηθώ και φωνάζει απ το σαλόνι «πάρε ένα χάπι ρε μαλάκα, μήπως και  δεις κάποιο όνειρο που να σε δείχνει άνθρωπο περήφανο κι όχι πτώμα ρε  πτώμα…»

Ακου, μου λέει ο Τάσος, με τον άλλο εαυτό μας έχουμε υπογράψει διαρκές σύμφωνο συμβίωσης. Γι αυτό μη σκας. Μπορεί να βαρεθεί την τόση κριτική, μπορεί και να σε αφήσει ήσυχο. Ακου το αυθόρμητο μέσα σου. Αυτός είναι ένας «άλλος» κι ας τον θεωρείς κατάδικό σου. Τήρησε όμως το σύμφωνο συμβίωσης.  Δεν γίνεται αλλιώς και το ξέρεις.

images (9)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Λεωφορείο το θέατρο

Posted by vnottas στο 17 Δεκέμβριος, 2015

LEOFORIO

 (γραφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το  δύσκολο Θέατρο

Ξυπνάω στις επτά. Είτε κοιμηθώ στις τρεις ή στις τέσσερις τα ξημερώματα, στις επτά ,είμαι στο πόδι. Πίνω τον καφέ μου σιγά-σιγά ενώ βλέπω στη τηλεόραση όλα τα νέα, αλλάζοντας δυο-τρία κανάλια, δήθεν για να έχω μια σφαιρική ενημέρωση.

Ξέρω πολύ καλά τι παίζουν και μόνο που χρησιμοποιείται απ όλους ο όρος «παίζουν» φτάνει για να καταλάβω-εδώ και χρόνια-ότι πρόκειται για θέατρο. Φυσικά κακής ποιότητας. Το 1974 πήρα απ το Σωματείο εισιτήριο της Εργατικής Εστίας για ένα έργο του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι άλλαξε η ζωή μου. Τότε ήμουν νεαρός και δυναμικός συνδικαλιστής. Το έργο είχε τίτλο  «η μεταφυσική του μοσχαριού με τα δυο κεφάλια..». Ήταν ενός Πολωνού συγγραφέα. Όσοι πήγαμε δεν καταλάβαμε τίποτα. Εγώ όμως κατάλαβα καλά πως μας έστειλαν στο θέατρο, για να μην καταλάβουμε τίποτα. Κατάλαβα μετά από καιρό, πως όλα ήταν «θέατρο»  και πήγαινα στο θέατρο για να βλέπω πως παιζόταν το θέατρο, ώστε όταν φεύγεις από μέσα ,να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Δηλαδή όλα να φαίνονται υπερβολικά, η φτώχεια, η κουταμάρα, η εξυπνάδα, η ομορφιά, η ασχήμια. Κι ακόμα το χειρότερο ήταν για μένα ,πως οι ηθοποιοί έπαιζαν υπερβολικά τους ρόλους τους ή φωνάζαν, λες και ήμασταν όλοι από κάτω κουφοί. Μετά άρχισα σιγά-σιγά να κάνω «θέατρο» τη ζωή μου, δηλαδή, μου άρεσε να νομίζω πως είμαι κάτι άλλο απ αυτό που είμαι, αλλά με προσοχή, χωρίς ακραίο παίξιμο και είδα πως έπιανε μέσα μου και έξω μου  και αισθανόμουν καλά.

Έπιανε το θεατρικό μου κόλπο στη δουλειά, στις σχέσεις, στους συγγενείς, στο δρόμο…Λέγαν όλοι «δεν αγριεύει ο Ξενοφών αλλά όταν αγριεύει, αγριεύει…» ή «δεν γελάει συχνά ο Ξενοφών Καρακώστας αλλά όταν γελάει, γελάει…»

Παίρνω το αυτοκίνητο και φτάνω στο αμαξοστάσιο στις οκτώ. Θα πω τις καλημέρες μου στον επόπτη και στον βοηθό του και θα παραλάβω ένα από τα αρθρωτά λεωφορεία -που ευτυχώς είναι αυτόματα – και θα βγω με τη δέουσα πάντα προσοχή στον κεντρικό άξονα, αρχίζοντας το δρομολόγιο Φοίνικας-Σιδηροδρομικός Σταθμός. Ανάλογα με την εποχή πότε ζέστη, πότε κρύο, ρυθμίζω το κλιματιστικό. Σταματώ με προσοχή σ όλες τις στάσεις, επιτηρώ απ την οθόνη του καντράν τις πόρτες. Δεν απαντώ, παρά μονολεκτικά στους ανόητους -κυρίως το κάνουν οι ηλικιωμένοι-όταν ρωτούν αν θα κατέβουν σωστά και σε ποια στάση.

Έχω ήδη συμπληρώσει τριάντα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά και είμαι απίστευτα τυχερός γιατί δεν έπεσα σε μεγάλες φασαρίες, δεν μου έριξαν διαδηλωτές μολότοφ στο λεωφορείο, δεν έγιναν παρά ελάχιστα δυσάρεστα περιστατικά μέσα, οι όποιοι ελεγκτές δεν βρήκαν να σημειώσουν κάποια παράβαση μου, είμαι προσεκτικός, διαρκώς, φοράω ένα ζευγάρι γυαλιά  eagl eye κι έτσι βλέπω τα πάντα πιο φωτεινά. Τα τελευταία δυο χρόνια λίγο έχουν δυσκολέψει τα πράγματα, γιατί μερικές φορές βλέπω στις στάσεις, να περιμένουν διάφοροι περίεργοι, αλλά προς το παρών ελέγχω την κατάσταση. Στους γιατρούς που μας εξετάζουν μια φορά το χρόνο, δεν έχω πει τίποτα για τους περίεργους στις στάσεις.

 Εισιτήριο-ιππήλατου-λεωφορείου-το-1864

Δεν χρειάζονται κουβέντες με τους επιβάτες κι αυτοί δεν πρέπει να μιλούν στον οδηγό…Σταματώ και παίρνω. Βάζω μέσα κουρασμένους απ τη ζωή τους,   απογοητευμένους, συνταξιούχους, χαζοχαρούμενα παιδιά, δημοσίους υπαλλήλους και μερικές φορές νομίζω πως στοιβάζω στρατιώτες από κάποιο μέτωπο που υποχώρησαν, ίσως κάποιο ηρωικό πρόσωπο του παρελθόντος κυρίως σκηνές από ταινίες που είδα.

‘Έχει δυο-τρεις μήνες τώρα, που βλέπω διάφορους περίεργους στις στάσεις, είτε μπροστά στη Νομαρχία, είτε στη Διαγώνιο, είτε στην Αγία Σοφία…Άλλοι περιμένουν κανονικά, με ρούχα όμως άλλης εποχής -της δικής τους- χωρίς οι επιβάτες να τους κοιτάζουν περίεργα και μερικοί ανεβαίνουν στο αστικό μου και κάθονται σιωπηλοί, προτιμώντας τις θέσεις πίσω απ τον οδηγό. Δηλαδή μόνο εγώ τους βλέπω.

Προχθές βλέπω στη στάση της Νομαρχίας να περιμένει ένας στρατιωτικός μ’ ένα τεράστιο σπαθί και μπλε σκούρο καπέλο και μόλις επιβιβάζεται τον αναγνωρίζω αμέσως. Ήταν ο στρατηγός Τζορτζ  Άρμστρογκ  Κάστερ. Στέκεται όρθιος και κρατιέται απ τον πλάγιο βραχίονα της θέσης μου και κοιτούσε ερευνητικά τα στενά της Βασιλίσσης Όλγας. Τον κοιτάζω κλεφτά απ τον καθρέπτη και τον ρωτάω  «πάμε καλά ή θα μας τσακίσουν οι Σιου στο Λιτλ μπιγκ  Χορν  στρατηγέ μου;» Αυτός με κόβει με αυστηρή ματιά και απαντάει μέσα απ τα δόντια του  «αν τολμούν ας κατέβουν απ’ τους λόφους που κρύβονται…»

Rotation-of-general-insignia

Κατέβηκε στη Διαγώνιο χωρίς μιλιά. Εγώ όμως του φώναξα «καλή τύχη Στρατηγέ μου..». Τότε ένα γεροντάκι που καθόταν στη πρώτη σειρά, μονολογεί δυνατά, «στρατηγός ε και παίρνει το λεωφορείο ε,ε. Παλαιά θυμάμαι οι στρατηγοί πηγαίναν με γυαλιστερά  τζιπ αλλά σήμερα, τι να σου κάνουν κι οι στρατηγοί… κι αυτοί έχουν κουτσουρεμένες συντάξεις, πάει, πάει  χάλασαν όλα…»

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μελανιές

Posted by vnottas στο 3 Δεκέμβριος, 2015

x12099400

Κονδυλοφόροι στα δάκτυλα…

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Το 1961 ήμουν υποχρεωμένος να βρίσκομαι κάθε απόγευμα στο σταθμό της Βασιλικής Χωροφυλακής σ  ένα χωριό του Έβρου. Εκεί, παρουσία του πατέρα μου διάβαζα κι έγραφα τα μαθήματα μου, μέσα στο γραφείο του, απλώνοντας τα βιβλία μου και τα δυο  μου τετράδια σ ένα μικρό τραπεζάκι.

Ο σταθμός τότε είχε προσωπικό, τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν διοικητής σε επτά χωριά και πέντε χωροφύλακες που ήταν, απ τα μισόλογα που έλεγαν οι συμμαθητές μου, ο φόβος και το τρόμος των ντόπιων.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη έκανα την καλλιγραφία μου στο τραπεζάκι βουτώντας τον κονδυλοφόρο στο μελάνι, κι ο πατέρας μου παιδευόταν μ ένα χειροκίνητο τηλέφωνο, για να μιλήσει σε κάποιον ανώτερο του, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα ο χωροφύλακας ο Βαγγέλης, που έριχνε το περισσότερο ξύλο απ όλους,  στους λίγους που υπήρχαν κομμουνιστές, έχοντας γραπωμένο απ το γιακά, κάποιον   Σίμο -γύρω στα σαράντα- που έλεγαν πως ήταν ο μόνος ‘αδιόρθωτος’ αριστερός στο χωριό.

Τον πέταξε πάνω σ ένα ξύλινο καναπέ κι είπε στον πατέρα μου ‘τον έφερα για να του ρίξουμε  ένα μπερντάκι πέρα απ το πρωινό γαμώ το καντήλι του, ε καπετάνιο..’

imagesδ (3)

Τότε ο Βαγγέλης γύρισε και με είδε και μου λέει  ‘ας πάρω τους κονδυλοφόρους σου αγόρι μου για λίγο..’ ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει και παίρνοντας τρεις κονδυλοφόρους, ανοίγει τα δάκτυλα του Σίμου  και τους βάζει ανάμεσα τους και ύστερα ,του σφίγγει δυνατά το χέρι, κι αυτός βγάζει ένα ουρλιαχτό σαν σκυλί που το κλωτσάνε κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω κι ο πατέρας μου χασκογελάει, ενώ στο γραφείο οι Χριστοπαναγίες χτυπούν από τοίχο σε τοίχο και μέσα μου, το μόνο που υπάρχει, το νιώθω,  είναι ένα μίσος και τίποτα άλλο, τίποτα άλλο, τίποτα άλλο…

Βγήκα τρέχοντας απ το γραφείο και πήγα δίπλα στη κουζίνα του σταθμού όπου ένας άλλος χωροφύλακας έτρωγε τη φασολάδα του και γελούσε  ακούγοντας τις κραυγές ‘ έλα κάτσε -μου λέει- θα τον γαμήσουν στο ξύλο αυτόν τον άχρηστο ,ο πατέρας σου κι ο Βάγγος’ κι εγώ τον ρώτησα τι θα τον κάνουν  μετά….

Αυτός -ενώ ακούγαμε τα ουρλιαχτά του Σίμου- μου εξήγησε πως αργότερα θα πάει στο σπίτι του και θα ειδοποιήσει τη μητέρα του να ‘ρθει να τον πάρει, γιατί μετά το ξύλο δεν μπορούσε να περπατήσει και γι αυτό τον κουβαλούσε η μητέρα του στη πλάτη.

Δεν θυμάμαι και πολλά για μετά, τι ακριβώς έγινε, παρά μόνο, πως παρόλο που έγραφα όμορφα γράμματα στη καλλιγραφία μου, σιχαινόμουν για χρόνια , πολλά-πολλά χρόνια, τους κονδυλοφόρους.

ηγ

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μάθημα Ανατομίας…

Posted by vnottas στο 16 Νοέμβριος, 2015

(από τον Ηλία Κουτσούκο)

  The_Anatomy_Lesson

Ο καθηγητής Ιατρικής Διαμαντής Καρλάφτης έχει για τους φοιτητές του το παρατσούκλι ‘ο κόφτης’ γιατί διδάσκει Ανατομία, μάθημα δηλαδή που θα το δώσεις τουλάχιστον δυο φορές και θα είσαι τυχερός αν το περάσεις με 5.

Είναι πέντε το απόγευμα, και στο αμφιθέατρο της Ανατομίας ο καθηγητής βρίσκεται μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι επίδειξης, όπου επάνω του κείτεται το πτώμα ενός άντρα 75 περίπου ετών. Με το νυστέρι του, έχει ανοίξει το στέρνο μέχρι το κάτω μέρος της κοιλίας και με τα επιδέξια χέρια του ανασύρει τους δύο πνεύμονες σε σχήμα κώνου, τονίζοντας  στους επτά φοιτητές γύρω του, πως ‘ο δεξιός πνεύμων είναι πιο ογκώδης  του αριστερού’… Ρωτάει με ειρωνικό ύφος, μήπως ξέρει κάποιος απ τους φοιτητές γιατί είναι πιο ογκώδης ο δεξιός πνεύμων, δεν παίρνει απάντηση, οπότε τους λέει με υποκρυπτόμενο σαρκασμό πως…’ ο δεξιός πνεύμων είναι ταυτόσημος με τη πολιτική, άρα εκπροσωπεί τη Δεξιά…’ και γελά πρώτος πριν αρχίσουν να γελούν δειλά οι φοιτητές…

Όλοι φορούν άσπρες μάσκες και μπλε γάντια στα χέρια, ώστε η φαινόλη και η φορμαλδεύδη του πτώματος, να μην ενοχλεί την εκπαιδευτική ομήγυρη, παρά το γεγονός πως το μάθημα Ανατομίας είναι το πλέον σιχαμερό και ανάλογο του πόσο προετοιμασμένος είναι ψυχολογικά ο εκπαιδευόμενος να το αντέξει.

Ο καθηγητής Καρλάφτης συνεχίζει τώρα βγάζοντας το συκώτι, επισημαίνοντας πως το βάρος του είναι σταθερό, γύρω στα 1500 γραμμάρια, διότι όπως γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, -λέει ειρωνικά πάντα- βρίσκονται άνθρωποι τριγύρω μας να μας πρήξουν το συκώτι, άλλωστε κι εσείς το κάνετε συνεχώς σε εμένα…

άσκα-ος-κουκουβαγιών-μάθημα-ανατομίας-η-με-έτη-του-ανθρώπινου-σκε-44277510

Οι φοιτητές γελούν, βρίσκουν τον ‘κόφτη’ καθηγητή να είναι κεφάτος σήμερα, ο οποίος δείχνοντας τώρα τον σπλήνα, τους επισημαίνει πως θα ήταν ενδιαφέρον ν ανατρέξουν στο πίνακα ‘μάθημα ανατομίας του δόκτορος Τουλπ’ του Ρέμπραντ ‘διότι η ανατομία είναι το ήμισυ της Ιατρικής…’

Το μάθημα διακόπτει με την είσοδό της στο αμφιθέατρο, η γραμματέας του καθηγητή, η οποία κάτι του λέει στο αυτί κι αυτός ανακοινώνει στους φοιτητές ότι θα λείψει για περίπου μισή ώρα στο γραφείο του, πλην όμως αυτοί να περιεργαστούν τα όργανα του πτώματος και με την επάνοδο του, η παράδοση θα συνεχιστεί.

Μόλις φεύγει ο καθηγητής, οι φοιτητές αρχίζουν τη πλάκα με τους υπόλοιπους του αμφιθέατρου, δείχνοντας το όργανα του πτώματος, ενώ ένας απ αυτούς παίρνει τον ένα πνεύμονα  και τον πετά προς τον συναδελφό του, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και σε δευτερόλεπτα κι ο άλλος πνεύμονας γίνεται μπάλα του βόλεϊ, ενώ από πάνω άλλοι φωνάζουν ‘δώστε πάσα τον σπλήνα στην εξέδρα ρε μαλάκες’, δηλαδή  επικρατεί στο αμφιθέατρο κάτι το φρικώδες και γελοίο μαζί, ανάμεσα σε χαχανητά και σφυρίγματα κερκίδας και ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα, ο καθηγητής Διαμαντής Καρλάφτης εμφανίζεται κι όλοι μένουν ακίνητοι, σιωπηλοί  υποπτευόμενοι τι θα ακολουθήσει.

Ο καθηγητής προχωρεί μέχρι το τραπέζι της ανατομίας και αρχίζει να επανατοποθετεί τα όργανα στη θέση τους, εντός του πτώματος κι αφού κοιτάξει σοβαρός-σοβαρός έναν-έναν τους φοιτητές και μετά το υπόλοιπο του ακροατηρίου, λέει: ’Φυσικά
πως θα περάσουν πολλά εξάμηνα για να περάσετε το μάθημά μου, μετά απ αυτό το ανοσιούργημα. Επίσης, να σας ενημερώσω, πως το πτώμα αυτό ανήκε  στον ποιητή Ευγένιο Καρακώστα που ήταν δωρητής σώματος και αγαπημένος φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Πιστεύω πως το μόνο που θα ήθελε ειδικά σε σας να χαρίσει, θα ήταν τα αρχίδια του. Αντε μου όλοι στο διάολο τώρα ηλίθιοι…’

48fbd39db89eb5519d690a389983af97

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Casta diva στη Λαχαναγορά

Posted by vnottas στο 11 Νοέμβριος, 2015

[γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος- τραγουδάει η Μαρία Κάλλας ζωντανά, στο Παρίσι, το 1958]

 

 1472319885_4b7b22510c_m

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας δεν έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα έπαιρνε από άποψη γιατί σκεφτόταν πως αυτοί που ήταν καλύτεροί του στο Γυμνάσιο του Περιστερίου που πήγαινε, σκατά πατημένα ήταν αφού στη συνέχεια θα γίνονταν σαν τους πατεράδες τους.

Τον μόνο άντρα που γούσταρε ο Γιαννάκης ο Γκλάβας ήταν ο νονός του, που είχε μια μεγάλη αποθήκη, στη Λαχαναγορά του Ρέντη και προμήθευε πλοία με τα πάντα. Πατάτες, ντομάτες, λάχανα, κι όλα τα ζαρζαβατικά.

Ο νονός του ήταν περίεργος τύπος, πνιγμένος μες στα τιμολόγια και κάτι τεράστιους γκρίζους φακέλους και δίπλα του στο γραφείο,  είχε ένα μεγάλο, το μοναδικό στην αγορά στερεοφωνικό, όπου συνέχεια έπαιζε Μαρία Κάλλας, σαν μια απίστευτη κόντρα με τα σκυλάδικα, που άκουγαν οι νταλικιέρηδες απ’ τις ανοιχτές καμπίνες τους, όταν φόρτωναν  το εμπόρευμα. 

Όταν ο πατέρας του Γιαννάκη κατάλαβε πως ο γιος του με τίποτα δεν θα προχωρούσε στο σχολείο και το κουβέντιασε με το νονό του, ο νονός καλοδέχθηκε τον Γιαννάκη στη τεράστια αποθήκη της  Λαχαναγοράς του Ρέντη, για να βάλει σε μια τάξη στα τιμολόγια, πράγμα, όχι και τόσο δύσκολο…

Στη λαχαναγορά -όπου δεν έβρισκες θηλυκή γάτα- ο Γιαννάκης μάθαινε δίπλα στο νονό  του όλα τα κόλπα, συνήθισε το ωράριο 4 το πρωί με 2 το μεσημέρι και αγάπησε τρελά την Κάλλας που άκουγε ο νονός του, καπνίζοντας αδιάκοπα, με τις ενδιάμεσες ατάκες του… ‘ρε τη καριόλα, τι θεϊκή φωνή είναι αυτή..’ ή ‘πω, πω ρε πούστη μου, τι ήχους βγάζει η θεά ’ κτλ.

Όταν ρώτησε το νονό του ποιος του έμαθε τη κλασική μουσική, αυτός απάντησε πως το έκανε μόνος του, πιτσιρικάς, για να γλυτώσει από τους ήχους του εμφύλιου στην Αθήνα, τα χωνιά που ούρλιαζαν στις γωνίες και απ τον βρυχηθμό των εγγλέζικων τανκς τις νύχτες γύρω απ το Μοναστηράκι.

Ο Γιαννάκης ο Γκλάβας έμαθε όλες τις λεπτομέρειες απ τις άριες, ήξερε πια κάθε νότα απ τη Norma του Μπελίνι, φανταζόταν αυτόν τον παραμυθένιο απίθανο κόσμο της όπερας, μέσα στα τιμολόγια απ’ τις πατάτες και τα λάχανα και τα υπόλοιπα ζαρζαβάτια.

Είχε πάνω από δέκα γύφτους να φορτώνουν  τα φορτηγά από την αποθήκη, γαμούσε -γιατί ήταν και όμορφο παιδί- όλες τις καινούργιες γκαρσόνες απ τις καφετέριες στο Περιστέρι και κυρίως του άρεσε, όταν έμπαινε στη λαχαναγορά, μετά από σκυλάδικο, να βάζει τέρμα τα γούφερ-μεγάφωνα μ’ ανοιχτά  τα παράθυρα του Fiat κι η θεϊκή φωνή της Καλλας στο ‘casta diva’  να σαρώνει το περιβάλλον .

Αυτό όμως που του άρεσε πιο πολύ, ήταν να ακούει το καλωσόρισμα των γύφτων ‘γεια σου κυρ-Γιάννη με τα ωραία και παράξενα τραγούδια σου’ χωρίς να ξέρει ότι ο επικεφαλής των γύφτων, ο Άλκης o παραμυθατζής απ’ τα Λιόσια, είχε ξεκαθαρίσει στους δικούς του ότι… ‘ακούει στο φουλ ο κυρ-Γιάννης γιατί αυτή που τσιρίζει έτσι, είναι  η μάνα του που τον άφησε μικρό κι έφυγε στην Ιταλία να γίνει τραγουδιάρα και γι αυτό να του μιλάτε με σεβασμό και όμορφα…images

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κάστανα στο Πάικο….

Posted by vnottas στο 29 Οκτώβριος, 2015

 (γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

καστανιές-2

Τέλος Οκτώβρη του 48, απομεσήμερο κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας απ το Κιλκίς, είναι σε αποστολή ‘επιτήρησης εχθρού’ μαζί με τρεις συντρόφους του απ το λόχο του κατετάν Σφυρή  στις παρυφές του Πάικου σ ένα πέταλο γεμάτο καστανιές.

Είναι κρυμμένοι, καμουφλαρισμένοι μέσα σε κάτι βατσινιές και με τα κιάλια κοιτάζουν κάθε τόσο προς την πεδιάδα, όπου οι πληροφορίες έλεγαν πως μπορεί να εμφανιζόταν ένα τάγμα πεζικού και αν το έβλεπαν, έπρεπε αμέσως να κινηθούν βορειοανατολικά προς τη κορυφή για να ειδοποιήσουν  τις μονάδες του απελευθερωτικού στρατού.

Ο Γιαννάκης με το αετίσιο  μάτι του οργώνει την πεδιάδα χωρίς να ξέρει βέβαια πως τριακόσια μέτρα πιο πάνω κι αριστερά από αυτόν και τους συντρόφους του, βρίσκεται ακίνητος μπρούμυτα μέσα στους σκληρούς θάμνους  ο οπλίτης-ελεύθερος σκοπευτής Χρήστος Μπούμπασης από το Χέρσο του Κιλκίς, το καμάρι του 505 τάγματος πεζικού που μέχρι σήμερα –δυο χρόνια τώρα- είχε στείλει στον άλλο κόσμο πάνω από 20 καθοδηγητές κι αξιωματικούς του ΕΛΑΣ.

images (15)

Ο Χρήστος ο Μπούμπασης ή ‘χάρος’ -όπως τον είχαν ονομάσει στο τάγμα -ήταν πάντα μόνος του, έχοντας τη μόνη εντολή, να σημαδεύει μέσα από  τη διόπτρα του  πεντάκιλου  enfield του, επιλεκτικά τους επικεφαλής των ανταρτών ή τους ανιχνευτές τους.

Τώρα ξαπλωμένος στο θάμνο, έβλεπε μέσα απ τη διόπτρα του ντουφεκιού του από ώρες, τους τέσσερις αντάρτες τριακόσια μέτρα κάτω και πλάγια και σκεφτόταν μόνο πότε θα τραβήξει τη σκανδάλη. Ο Χρήστος που μόλις χτες έκλεισε τα εικοσιδύο, ξέρει απ το λοχαγό του, πως ο εμφύλιος θα τελειώσει γρήγορα και με το χαρτί που θα πάρει απ το τάγμα του, θα μπορέσει ν ανοίξει περίπτερο στο Κιλκίς κι όχι να ξεπατώνεται στα κουτσοχώραφα του Χέρσου.

Οι καστανιές στο Πάικο είναι φορτωμένες κι ο Γιαννάκης ο Γκάηντας λέει στους συντρόφους του, πως θα μαζέψει  μερικά κάστανα στο ντορβά από τα δυο ψηλά δέντρα που είναι μπροστά τους κι οι τρεις συναγωνιστές του συμφωνούν γιατί τους έχει κόψει η πείνα απ το πρωί.

Πάνω του στα τριακόσια μέτρα ο ‘χάρος’ βλέπει μέσα απ τη διόπτρα του τον Γιαννάκη να βαδίζει προς τις καστανιές και ξέρει πως είναι κατάδικος του, όπως κι οι άλλοι τρεις αντάρτες κι αυτό σημαίνει τουλάχιστον μια κούτα τσιγάρα Ματσάγκος, μια εύφημη μνεία, δυο μερίδες κοτόπουλο κι ένα μπουκάλι κονιάκ απ το λοχαγό του, πέρα απ την διήμερη άδεια για το Χέρσο και ήρεμα, αποφασιστικά, αμετάκλητα τραβάει τη σκανδάλη και πυροβολεί με ακρίβεια, το πίσω μέρος απ το κεφάλι του Γιαννάκη και σε δέκα δεύτερα έχει κλείσει βόλτα στον αγύριστο τους συμπατριώτες του, μέσα από τον σκληρό μαύρο αμφιβληστροειδή του.

360px-Spotting_the_Enemy_Sniper

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Έλμερ Φαντ 1957

Posted by vnottas στο 9 Οκτώβριος, 2015

elmerfudd

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

Ήμουν στη πρώτη δημοτικού, στη Νέα Φιλαδέλφεια, όταν ξυπνώντας ένα πρωί βρήκα πάνω στο κομοδίνο μου ένα μεγάλο πακέτο και όταν το άνοιξα είδα πως είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, χρώμα καφέ που δεν μου άρεσαν καθόλου γιατί  είχαν εντελώς στρογγυλές  μύτες και κορδόνια.

Η μητέρα μου, μου είπε πως τα είχε αφήσει ο πατέρας μου το βράδυ που είχα κοιμηθεί.

Εγώ τότε, όταν ο πατέρας φορούσε τη στολή του, ρουφούσε με θόρυβο τον καφέ του κι έριχνε μερικές Χριστοπαναγίες πριν φύγει, έκανα πως κοιμόμουν γιατί φοβόμουν εκείνον  τον  απαίσιο θόρυβο από το χαστούκι πούδινε ανελλιπώς μετά το καθιερωμένο βρισίδι του στη μάνα μου.

Το πρωί έκανα πάντα το κόλπο πως κοιμόμουν γιατί έτσι κι αλλιώς λίγο πριν το βραδάκι ο πατέρας μου μετά από τις ρετσίνες του, που έπινε στη κουζίνα, καταχέριαζε τη μάνα μου κι εγώ το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάω στο μέσα δωμάτιο και να κλείσω τη πόρτα να κάνω πως δήθεν διαβάζω και να ακούω τα χαστούκια χωρίς να τα βλέπω.

Τώρα όμως το πρόβλημά μου ήταν αυτά τα καινούργια παπούτσια, τα καφέ με τα κορδόνια που δεν τα ήθελα με τίποτα αλλά έπρεπε να τα φορέσω γιατί αν έλεγα δεν τα φορώ θα έτρωγα οπωσδήποτε τις μπούφλες μου.

Όμως η μητέρα μου όταν ήρθε στο δωμάτιο, μου είπε πως σήμερα δεν θα πήγαινα σχολείο κι ότι θα πηγαίναμε μαζί στη Διοίκηση της Χωροφυλακής όπου αυτή θα έλεγε πως τρώει κάθε μέρα ξύλο απ το πατέρα μου και μένα αν θα με ρωτούσαν, θα έλεγα πως ναι τρώει.

Άρχισε να με ντύνει και μου έβαλε τα παπούτσια με τις στρογγυλές μύτες που σιχαινόμουν γιατί τέτοια παπούτσια φορούσε σε κάτι εικονογραφημένα περιοδικά ο Ελμερ Φαντ που τον μισούσα γιατί όλο πυροβολούσε τον Μπαγκς Μπάνι τον λαγό και μου έδεσε τα κορδόνια γιατί εγώ δεν ήξερα να τα δένω επειδή πιο μπροστά φορούσα παπούτσια παντοφλέ που μου άρεσαν πολύ γιατί δεν είχαν κορδόνια.

Αυτό που έλεγε η μητέρα μου στη διαδρομή δεν μου ήταν και τόσο ευχάριστο κι ας έχανα το σχολείο γιατί δεν ήξερα σε ποιον θα έλεγα πως ο πατέρας μου την δέρνει και μήπως αυτός που θα το έλεγα ύστερα θα το έλεγε στον πατέρα μου και μετά πάλι θα έπεφτε πολύ ξύλο στο σπίτι αλλά μετά βάλθηκα να κοιτάζω μόνο τα καφέ μου παπούτσια που τα ονόμασα αυτομάτως ‘έλμερ φαντ’ και σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα θα τα έβλεπαν οι συμμαθητές μου και θα με κορόιδευαν όλοι στη τάξη.

Φθάσαμε σ ένα δρόμο κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, σ ένα ωραίο κτίριο που έγραφε απέξω ‘Αρχηγείον  Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής’ και ανεβήκαμε στο δεύτερο όροφο σ ένα πολύ όμορφο γραφείο που πίσω του καθόταν ένας τύπος με στολή που είχε πιο πολλά παράσημα απ τον πατέρα μου και τρία χρυσαφιά άστρα  στους ώμους του κι ήταν κάτι σαν τον θείο μου τον Δημητράκη στην ηλικία κάπου στα 50  δηλαδή.

Όση ώρα μιλούσε η μητέρα μου και του έλεγε με το νι και με το σίγμα για το ξύλο που έτρωγε, εγώ κοιτούσα τα παπούτσια μου και διαπίστωνα πως ήταν τόσο γυαλιστερά ώστε όπως ήμουν σκυμμένος φαινόταν το πρόσωπο μου πάνω τους.

Δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε σε κείνο το γραφείο, με τη μάνα μου να κλαίει κατά διαστήματα κι αυτόν να λέει ‘σας παρακαλώ κυρία μου, όχι μπροστά στο παιδί’, πάντως κάποια στιγμή ο τύπος αυτός σηκώθηκε απ το γραφείο του κι ήρθε προς το μέρος μου, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε ‘ώστε έτσι ο μπαμπάς λοιπόν’ κι εγώ έγνεψα ‘ναι’ με το κεφάλι και μετά φύγαμε.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι πάλι κοιτούσα τα παπούτσια μου και γέλασα από μέσα μου γιατί σκέφτηκα πως αν μου κολλούσε κάποιος συμμαθητής μου θα του έλεγα να το βουλώσει  γιατί θα έπαιρνα μια καραμπίνα και θα τον κυνηγούσα όπως έκανε ο Ελμερ Φαντ  στον Μπαγκς Μπάνι.

vieille-chaussure2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Κριθαρόσουπα…

Posted by vnottas στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

provatina_h_gida_ntomatosoupa_me_kritharaki_61

Ρίχνεις στο καυτό νερό λίγο λαδάκι…

 ¨τι νόμιζες,πως είμαστε από παράδοση καλοί ε…¨ γελούσε ο γέροντας Ιωανίκιος στο Αγιο-Ορος καθώς μου έδειχνε μια μικρή μετόπη που έχουν  όλα τα μοναστήρια στη κεντρική τους  πύλη και πάνω της καθόταν μία τεράστια χύτρα όπου έχυναν  λάδι με βραστό νερό, να κάψουνε τους πειρατές, που από κάτω προσπαθούσαν να παραβιάσουνε τη πύλη¨.

Μόλις αρχίζει να βράζει τότε ρίχνεις το κριθαράκι και λίγη ντομάτα σάλτσα

¨το θείο σου τον κυνηγήσανε  οι χίτες μέσα στο κριθοχώραφο του Βασιλάκου και τούριξαν 5 κουμάσια από τα τριάντα μέτρα. Τον βρήκε η πρώτη στο λαιμό και τιναζότανε το αίμα σιντριβάνι… Βάψανε όλα κριθάρια ένα γύρω. Η μάνα του ήταν στην άκρη στο χωράφι και χτυπιόταν βλέποντας πως σκοτώνανε το στερνοπούλι της απόγευμα που έγερνε  ο ήλιος και ήταν σαν βάφανε με κόκκινο χρυσάφι από το αίμα του παιδιού τα αψηλά κριθάρια.  Και τώρα λένε, άμα βρέξει ξαφνικά πως παίρνει χρώμα κόκκινο στο κέντρο του, του Βασιλάκου το χωράφι από το αίμα που πετούσε ο μπάρμπας σου που ήταν τότε στα δεκαεννιά.¨

Ρίχνουμε μέσα λίγο σκόρδο, λίγο αλάτι και πιπέρι

¨γίνονταν τότε σημεία και τέρατα παιδάκι μου…Στο  αλώνι του Μανωλάκου έσυραν τον Γιωργάκη της Φανής, κόψανε το λαιμό του άκρη μέρα- μεσημέρι και ρίχνανε αλάτι και πιπέρι στο ξεπεταρούδι 15 χρόνων να τους πει που τράβηξε η ομάδα του Σταυρόμπεη… Θα το πεις τσογλάνι, θα το πεις ούρλιαζαν μες τα αυτάκια του τριγύρω οι Μάηδες απ του Μελιγαλά…¨  μου έλεγε

monaxos

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Μουράτ και Μουράτι…

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2015

Κόσοβο…

 (Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 thessaloniki

Είμαι όρθιος με τη πλάτη στον τοίχο, δίπλα στις κολώνες της πάνω Αριστοτέλους και καπνίζω.

Απέναντι έχει στάση του ΟΑΣΘ όπου περιμένουν και μερικά πανέμορφα κορίτσια να φύγουν προς τις Δυτικές συνοικίες αφού αναστάτωσαν για τα καλά με τα κοντά τους φουστανάκια, όλους όσους είναι σαν και μένα τώρα, με τη πλάτη στον τοίχο, με τον πρώτο μεγάλο καύσωνα του Ιουλίου καταμεσήμερα.

Αριστερά μου κοιτάζω όλες αυτές τις ‘θείες’ με τα τσεμπέρια που πουλάνε παράνομα τσιγάρα. Πηγαινοέρχονται με άνεση, ρωτούν χαμηλόφωνα  τη λέξη ‘τσιγάρα’ ..τους εισερχόμενους στην Αγορά.

Πουλάνε  πάνω από δέκα διαφορετικές μάρκες. Σε απόσταση 100 μέτρων πιο κάτω είναι το Αστυνομικό Τμήμα Κέντρου και βλέπεις τους Ζητάδες -οπλισμένους πάντα- να μιλούν στα κινητά με τον φραπέ στο χέρι.

muratti

‘Ακαπνοι ,άκαπνοι, παλιοτεμπέληδες’ ακούω κάποιον γέρο να μουρμουρίζει στ’ αυτί μου. Κανείς άλλος δεν τον βλέπει. Ο πατέρας μου είναι με τη θερινή στολή του και τίγκα στο παράσημο. Ούτε ιδρώνει, ούτε φαίνεται πεθαμένος. ’Εδώ έχει άπνοια’ μουρμουρίζει, ‘αν θάρθεις πάνω με δροσερό ωραίο αεράκι είμαστε..’

Τραβώ μια βαθιά ρουφηξιά κι ο γέρος μου εξαφανίζεται. Τα τσιγάρα είναι μάρκα  Muratti –φυσικά φέηκ- κι όταν κατεβάζεις μέσα τον καπνό νιώθεις  σαν χαμένος  στο χρόνο. Λες νάμαι -σκέφτομαι- επτά αιώνες πριν Ιούνιο με καύσωνα κοιτώντας από ένα λόφο τη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο.

800px-Battle_on_Kosovo1389

Σκοτώθηκαν από τη μια ο πρίγκηπας των Χριστιανών Λάζαρος  Χρεμπερλιάνοβιτς -γαμηστερό βρίσκω το όνομα- κι από την άλλη ο σουλτάνος Μουράτ ο πρώτος.

Τραβάω ακόμα μία ρουφηξιά απ τον παράνομο καπνό γεμάτο χόρτα και κοπριά που βάζουν οι παράνομοι Βαλκάνιοι μαφιόζοι -κάτω από τη μύτη των στρατιωτών του ΟΗΕ – λίγο έξω απ την Πρίστινα, βγάζω τη πλάτη μου απ τον τοίχο, τραβάω μία ρουφηξιά  ακόμη  και νάμαι  ξαφνικά  στο Κόσοβο.

 pb5b1pic1

 Prince_Lazar_(Ravanica_Monastery)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

O γιος του Χωροφύλακα…

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2015

(γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος)

 images (57)

Μάτια πρησμένα απ το πιοτό

και βέβαια ευτραφής κοιλιά

αισθάνεται την  κούραση των χρόνων,

από τα παιδικά παιγνίδια που δεν τον έπαιζαν οι άλλοι

-γιατί ήταν ο γιος του Χωροφύλακα-

μέχρι το σήμερα που κάθε μέρα είναι άθλος

σε σχέση με το -υπόλοιπο καυσίμων του προσδόκιμου

με μικροπροδοσίες, συμβιβασμούς και που και που

αναπετάγματα προς το ανώτερο, το κάτι παραπάνω έστω….

Άστα να πάνε-πάντα στο πίσω μέρος

έρχονται βρισιές

και ο πατέρας μες στα όνειρα με τη στολή του

ακόμα και στον άλλο κόσμο

να πιστεύει πως κέρδισε ο βλάκας τον Εμφύλιο

ενώ θα έπρεπε ‘ να πάμε μια εκδρομή

όλοι μαζί στη θάλασσα’ -που έλεγε η Μερκούρη-

 

Βλέπω τον εαυτό μου με κοντό παντελονάκι

να κάθεται ανάμεσα στα στάχια

με τη σφεντόνα του στη τσέπη

και να κοιτάζει μαύρα σύννεφα

προσμένοντας να έρθει αυτή η γαμημένη η μετάθεση

για την πρωτεύουσα

μπας και διαβάζουμε μαθήματα με ηλεκτρικό

κι όχι με λάμπα πετρελαίου…

Φτάνουν τα σύννεφα

με καθυστέρηση 55 χρόνων

χέστηκα

αρκεί  να πέσει μπόρα

μέσα μου να ξεπλύνει τα άπλυτα…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Μια βοσκοπούλα αγάπησα…

Posted by vnottas στο 6 Μαΐου, 2015

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

ΗΛΙΑΣ-ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ45

Η Φωτεινή που αγάπησα, οδηγούσε τρακτέρ

Ο Χαράλαμπος Κεσμετίδης ήταν κολλητός του πατέρα μου το 1961 και αρχηγός των ΤΕΑ στο χωριό Λεπτή Ορεστιάδος.

Eίχε κρεμάσει μπόλικα κεφάλια των πολεμιστών του ΕΛΑΣ γύρω απ τη μέση του με χοντρό σκοινί το 47 και το 48 στον εμφύλιο και τώρα στην αρχή της δεκαετίας του 60 έκανε κουμάντο τα βράδια στο καφενείο του χωριού και μια φορά είχα ακούσει τον πατέρα μου να τον συμβουλεύει να μη δέρνει τη γυναίκα του στην αυλή, καλύτερα μέσα στο σπίτι για να μη βλέπουν οι γείτονες… Εκείνος-το θυμάμαι σαν τώρα-απάντησε ‘Καπετάνιο, οι γυναίκες θέλουν καμτσίκι και πιρτσίνι. Το καμτσίκι όπου νάναι, το πιρτσίνι στο κρεβάτι..’

Επειδή το είχε μαράζι που δεν έκανε γιο, είχε εκπαιδεύσει τη μοναχοκόρη του τη Φωτεινή σε όλες τις αντρικές δουλειές. Η Φωτεινή ήταν ψηλή ,ξανθιά  και πανέμορφη, δεκαοχτάχρονη. Τάιζε απ το πρώι τα γουρούνια, έβαζε  αποφάγια και πίτουρα στις γελάδες, τακτοποιούσε τις κότες  και μετά έπαιρνε το τρακτέρ και κατέβαινε στα χωράφια για όργωμα.

Όλη η πιτσιρικαρία του χωριού είχε να λέει πως η Φωτεινή θα έπαιρνε τον πιο όμορφο άντρα του κάμπου κι ότι την είχανε ζητήσει απ τον πατέρα της ένα σωρό παλικάρια και από άλλα μεγάλα χωριά που στέλναν προξενιά κι ο πατέρας της τα γύριζε πίσω με τη φράση ‘για πάρει κάποιος τη κόρη πρέπει νάχει 3 οκάδες αρχίδια…’

Εγώ  ήμουν τότε  έντεκα χρόνων κι όσο κι αν έβλεπα τα αρχίδια μου -όπως κι οι συνομήλικοι μου- δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παλικάρι που θα τα έχει 3 οκάδες.

Έβλεπα συχνά στον ύπνο μου τη Φωτεινή που όταν περνούσε μπροστά απ το σπίτι πάνω στο Ζετόρ τρακτέρ, με χαιρετούσε με χαμόγελο γιατί ήμουν το παιδί του Αστυνόμου, του φίλου του πατέρα της κι είχα γεννηθεί στην  Αθήνα -πράγμα μοναδικό σ  όλη τη περιοχή της Ορεστιάδας- κι ακόμα ήμουν ο μόνος πιτσιρικάς που μπορούσε να της στείλει ένα αέρινο φιλί με το χέρι, πράγμα που δεν ήξερε κι αν ήξερε δεν θα τολμούσε κανένας συνομήλικός μου απ το χωριό να το κάνει.

Ήταν Οκτώβρης και μια μέρα παρακάλεσα τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω ένα απόγευμα με τη Φωτεινή στο όργωμα και να μ’ έχει πάνω στο τρακτέρ να δω πως το δουλεύει με το άροτρο.

Ο πατέρας μου αφού το σκέφτηκε κι επειδή θεωρούσε πώς να πάει ο γιός του στο όργωμα με τη Φωτεινή θα ήταν κάτι που θα βοηθούσε στο να γίνω αντράκι, μου είπε πως θα το κανονίσει και την άλλη μέρα το μεσημέρι η Φωτεινή σταμάτησε έξω απ τη αυλή μας το τρακτέρ και μου φώναξε ‘έλα Λιακούλη να πάμε στο χωράφι’. Η μητέρα μου της είπε να με προσέχει κι αυτή απάντησε χαμογελώντας ‘σιγά καλέ, στην αγκαλιά μου θα τον έχω, δεν θα πάθει τίποτα’.

hqdefault (1)

Σκαρφάλωσα στο τρακτέρ και κάθισα δίπλα στο κόκκινο φτερό και την παρακολουθούσα σοβαρή-σοβαρή πως άλλαζε τις ταχύτητες και μούλεγε ‘τώρα έβαλα τρίτη αλλά στο χωράφι θα πηγαίνουμε με δεύτερη…’ και το τρακτέρ αναπηδούσε σαν πουλάρι και τα στήθη της όπως τα έβλεπα απ τα πλάγια αναπηδούσαν κι αυτά και θυμάμαι πως μέσα απ το κοντό μου παντελόνι αναπηδούσε και το πουλί μου απ τη τόση ευτυχία  γιατί ήταν κάτι μαγικό αυτή η χωριατοπούλα η μοναδική γυναίκα που οδηγούσε τρακτέρ σ’ όλα τα χωριά τριγύρω.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι για το όργωμα έριξε κάτω το μηχανικό άροτρο μ’ ένα μοχλό πού είχε δίπλα στο τιμόνι και μου είπε ‘τώρα ξεκινάμε σιγά-σιγά με πρώτη Λιακούλη, να έτσι μπαίνει η πρώτη και φτιάχνουμε τη πρώτη αυλακιά μέχρι τις λεύκες στην άκρη’ κι εγώ έλεγα ‘ναι, ναι το κατάλαβα…’ και κοιτούσα πλάγια τα μάτια της, τα πανέμορφα μαύρα μάτια της που κοιτούσαν με προσοχή την ευθεία προς τις λεύκες, έβλεπα  το λεπτό ξανθό χνούδι κάτω απ τα πανέμορφο αυτάκι της που το στόλιζε ένα χρυσαφί σκουλαρίκι, τα χέρια της που κρατούσαν με δύναμη το μαύρο τιμόνι και τα πόδια της που ακουμπούσαν με βεβαιότητα πάνω στο αμπραγιάζ και το φρένο κι ένιωθα πως πετούσα πάνω σ ένα κόκκινο πουλί κι η Φωτεινή, μου έμοιαζε πως ήταν η Αρχόντισσα όλου του κάμπου σαν κάτι νεαρές κυρίες του σινεμά που έχουν πύργους κι υπηρέτες.

βοσκοπουλα.JPG6

Όταν φτάσαμε στις λεύκες και πήρε τη στροφή για να ξεκινήσει τη δεύτερη αυλακιά γύρισε ξαφνικά και μου είπε ‘έλα πάνω στα πόδια μου Λιακούλη και θα σε μάθω να οδηγήσεις εσύ το τρακτέρ κι εγώ το θυμάμαι τώρα – μετά 55 χρόνια-κάθησα στα πόδια της, έβαλα τα χέρια μου διστακτικά πάνω στο μαύρο τιμόνι αυτή τα σκέπασε με τα δικά της, μου είπε κοίτα ευθεία και σταθερά μπροστά και μη φοβάσαι εγώ είμαι δω…’ κι η πλάτη μου ακουμπούσα στα μυτερά της στήθη, άκουγα την ανάσα της στ’ αυτιά μου, είχα ιδρώσει και κοιτούσα μπροστά στο χωράφι που όργωνα δίπλα στη πρώτη αυλακιά, νόμιζα ότι ήμουν ο άντρας που είχε διαλέξει, νόμιζα πως μάλλον θα είχα ψηλώσει πάνω από 20 πόντους και το πιο υπέροχο ήταν πως ένιωσα ξαφνικά να φεύγει ένα υγρό απ τα βάθη του μέσα μου και να πετιέται έξω απ το πουλί μου, κάτι σαν να πετάς φωτοβολίδα που είχα δει στο λιμάνι του Πειραιά πρωτοχρονιά, κάτι σαν αυτά που άκουγα να λέει ο πατέρας μου ‘θα σου γαμήσω τη μάνα’ στη μάνα μου συχνά όταν θύμωνε, κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω παρά μόνο πως ήταν θαύμα που καταλάβαινα όμως πως ήταν το θαύμα των θαυμάτων… και μετά αφού έστριψε η Φωτεινή πιάνοντας πάντα σταθερά στα χέρια της τα χέρια μου, οργώσαμε μαζί γύρω στις τριάντα γραμμές κι εγώ είχα σοβαρευτεί πλέον σαν να οδηγούσα καράβι τεράστιο, μέχρι που η Φωτεινή να μου πει ‘ωραία τα πήγες πουλάκι μου, τώρα θα γυρίσουμε πίσω… ’ και γυρίσαμε και τότε είδα το παντελόνι μου πούχε ένα λεκέ, λες και μου έφυγε κάτουρο, κι έβαλα με τρόπο το χέρι μου να τον σκεπάσω μη τον δει η Φωτεινή και μόλις έφτασα σπίτι, της φώναξα ‘ευχαριστώ’ κι έφυγα σφαίρα στο μπάνιο κι έβγαλα το παντελόνι μου, κι έβγαλα το μπλε βρακί μου και είδα πως ο λεκές κάτασπρος κόλλαγε κι άρχισα να του ρίχνω νερό, τα είχα χάσει εντελώς και τότε άκουσα θόρυβο και μπήκε η  μητέρα μου μέσα, με είδε τσίτσιδο απ’ τη μέση και κάτω με τα βρακιά στο χέρι και μένα κατακκόκινο, πήρα στα χέρια της τα βρακιά, τα κοίταξε προσεχτικά και μου άστραψε μια καρπαζιά, λέγοντάς μου ‘σαν δεν ντρέπεσαι σκατό- πράγμα να κάνεις τέτοια πράγματα από τώρα βρωμιάρη’ αλλά εγώ σκέφτηκα πως όλα αυτά τα έκανε η Φωτεινή το πιο ωραίο πλάσμα  του κόσμου που έφτιαξε τη πανέμορφη πρώτη μου ρεύση επάνω στο τρακτέρ με τα μυτερά σφιχτά της στήθη πάνω στη πλάτη μου και δεν με ένοιαξαν καθόλου οι απειλές της μάνας μου.. ’θα δεις τι θα πάθεις όταν έρθει ο πατέρας σου το βράδυ..’

(Κάτι επίσης βουκολικό -και Μπρασενικό- εδώ)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ

Posted by vnottas στο 22 Απρίλιος, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 1_3-1389458363

Ο Σωτηράκης Κυριζόπουλος είναι απ τον Πύργο της Ηλείας κι έχει ένα μεγάλο πρόβλημα το καλοκαίρι του 1993 στην Αθήνα. Δεν του βγαίνουν οι ‘επιχειρήσεις’. Είναι μικρομέτοχος σε δυο σκυλάδικα της παραλιακής, πλην όμως,τα λεφτά είναι λίγα και σπάει το κεφάλι του για να βρει κάτι το πρωτότυπο που να του φέρνει χρήμα και στα γρήγορα. Εχει να θρέψει την οικογένεια, τη γυναίκα του τη κυρά-Σούλα, το γιο του τον Γιαννάκη που είναι τούβλο και τον στέλνει σε Ιδιωτικό και έχει επίσης το καινούργιο γκομενάκι απ την Πετρούπολη που έβγαλε πριν δυο μήνες για το οποίο δίνει τις δόσεις απ τη κόκκινη MG σπορ που της αγόρασε για να την κρατήσει όσο γίνεται παραπάνω… Μαναράκι που στριγγλίζει  σαν μικρό γουρουνάκι όταν την βάζει κάτω του….

Τότε του ήρθε η φοβερή ιδέα και η ιδέα ήταν απλή.Oι θαμώνες που φεύγουν απ τα σκυλάδικα πάνε ύστερα για πατσά ή σούπες με τα τσόλια τους. Ενδιαμέσως-σκέφτεται ο Σωτηράκης  – υπάρχει ένα δημιουργικό κενό. Το κενό είναι πως οι παρέες αυτές χρειάζονται μια εκτόνωση. Κι η εκτόνωση είναι υπέροχη. Νοικιάζεις ένα θερινό σινεμά κι αντί για έργο, βρίσκεις ένα θεατρικό μπουλούκι. Οι πελάτες αγοράζουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι. Βάζεις μια κόκκινη κορδέλα 10 μέτρα μακριά απ τη σκηνή κι ενώ το μπουλούκι παίζει ένα χαζό θεατρικό τύπου ‘Γκόλφω’  -ξημερώματα γύρω στις 6, οι πελάτες κατά βούληση ρίχνουν το γιαούρτι τους στον ηθοποιό που προτιμούν.

Το εισιτήριο είναι 500 δραχμές, 200 είναι το μεροκάματο των πέντε-έξι ηθοποιών, υπολογίζεις γύρω στις 10-15 παρέες των 5-6 ατόμων κι όλοι βγάζουν ένα λαμπρό μεροκάματο.

Ο Σωτηράκης τηλεφωνεί στον Λευτέρη τον ‘εντερτέημεντ’ που βρίσκει τα μπουλούκια,που βεβαίως αντί να τρέχουν στα χωριά της Πίνδου για να παίξουν την Γκόλφω στους χωριάτες, προτιμούν να γιαουρτωθούν για πιο πολλά χρήματα στην Αθήνα.

Το πείραμα ξεκινάει με τα φέιγ-βολάν που βάζει στα τραπέζια των σκυλάδικων ο Σωτηράκης με τους δικούς του σερβιτόρους μια Παρασκευή νύχτα και γίνεται της πουτάνας, διότι διαδίδεται από τραπέζι σε τραπέζι πως η ‘Γκόλφω’ παίζεται στον Νηρέα στην Βουλιαγμένης και μιλάμε για λαϊκό προσκύνημα.

Οι πελάτες παίρνουν το εισιτήριο και τέσσερα κεσεδάκια γιαούρτι από το ταμείο ,δίνουν τα δυο στο ταίρι τους, φτάνουν κοντά στη σκηνή και μόλις πει ο πρωταγωνιστής ‘Γκόλφω μου πέρδικα θαμαστή είσαι το φως του Αυγερινού..’ φεύγει ο κεσές και όπου πάει, είτε στο πρόσωπο, είτε στα μαλλιά, είτε στα ρούχα, δεν έχει τόση σημασία διότι επιτρέπονται και οι βωμολοχίες..’άντε ρε παλιομαλάκα που κάνεις και τον ηθοποιό’ ή ‘αντε μωρή καριόλα δείξε λίγο αίσθημα γαμώ τη Παναγία σου..’ κτλ,κτλ,κτλ…

Το πράγμα στράβωσε σ ένα μήνα, όταν ένας ηθοποιός ενός νεόβγαλτου θιάσου της πλάκας, θέλησε να ‘παίξει’ θεατρικό ‘το παλτό’ του Γκόγκολ.225px-Ivanov_gogol

Ακριβώς στη σκηνή που ο Γκριγκόρι Πέτροβιτς -που ήταν ένα παλικάρι απ το Μέτσοβο- έπαιρνε τα μέτρα του Ακάκι Ακακίεβιτς για το καινούργιο του παλτό, – του Γιώργου Μάστορα δηλαδή απ τα Πετράλωνα- ένας κεσές γιαούρτι προσγειώθηκε με  πάταγο στο πρόσωπο του Γκριγκόρι παίρνοντας και λίγο απ το πέτο του παλτού ,που το  εκσφενδόνισε  ένας χοντρός ξενύχτης με απόλυτη ακρίβεια, έτσι ώστε ο Γκριγκόρι να πει στον Ακάκι Ακακίεβιτς ‘ρε πούστη μου τι ξεφτίλα είναι αυτή που ζούμε για ένα κωλοπεντακοσάρικο..’ και ο Ακάκι τα πήρε στο κρανίο, πετάχτηκε απ τη σκηνή κι έριξε ένα χοντρό φούσκο κατακέφαλα στον χοντρό που τον ξάπλωσε πάραυτα κάτω λιπόθυμο, ανάμεσα σε τσιρίδες από γκόμενες και ουρλιαχτά από θεατές, πλην όμως ο Ακάκιος Ακακίεβιτς συνέχισε να χτυπάει όποιον έβρισκε μπροστά του απ τους θεατές και τις συνοδούς τους  μέχρι να τον ξαπλώσει κάτω ένας τύπος με μια καρέκλα κι έτσι τέλειωσε εντελώς άδοξα το πείραμα του Σωτηράκη Κυριαζόπουλου, μοναδικό ίσως  στην αβαγκαρντ της θεατρική πρωτοπορίας της Αθήνας χωρίς καν οι εφημερίδες να ασχοληθούν μ αυτό..

60ad5b6b364b1a0478327d0235c3ceae_1389458273

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μαιρούλα la douce…

Posted by vnottas στο 6 Απρίλιος, 2015

images (15)

Ηλίας Κουτσούκος

Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο…

Απρίλης 1972.

Όχι μόνο δεν έχω μία αλλά αναγκάζομαι να καπνίζω γόπες-που το σιχαινόμουνα πολύ-.Είναι Κυριακή, έχει ‘εξοδο’ είμαι εξοδούχος αλλά δεν έχω που να πάω χωρίς χρήματα κι έχω μια τεράστια ανάγκη να γαμήσω αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δανειστώ από κανέναν και σκέφτομαι πως αν βγω θα τριγυρνάω σα μαλάκας στη πόλη με τα φανταρίστικα και αν καθίσω σε παγκάκι θα πρέπει να είναι για λίγο και μετά θα πρέπει να πάρω το απογευματινό σκατολεωφορείο για το Σέδες και μακάρι να μη πέσω και σε κάποια ‘μικτή’ περιπολία της ΕΣΑ γιατί ότι και να τους πω θα με ‘γράψουν’ κυνηγούν τους φαντάρους με το παραμικρό, οπότε είναι καλύτερα να μείνω στο στρατόπεδο και να φάω την κρύα βρωμόσουπα-γιατί τις Κυριακές βγαίνουν έξω κι οι μάγειροι και οι ‘βοηθοί’ τους που μένουν στο πόστο τους, το μόνο που ξέρουν κάνουν είναι σκατόσουπες με απομεινάρια κρέας από Αργεντίνικες κονσέρβες.

Αυτά σκεφτόμουν όταν με φώναξε ο ‘Ολλανδός’ απ το βάθος του διαδρόμου και με ρώτησε γιατί δεν βγαίνω. Τον ‘Ολλανδό’ τον φωνάζαμε Ολλανδό γιατί ήταν ανυπότακτος-δούλευε βατσιμάνης σε καράβια εμπορικά- κι δεν είχε έρθει εγκαίρως στη χώρα να υπηρετήσει τη θητεία του απ το Άμστερνταμ κι ήρθε με καθυστέρηση πέντε χρόνων και γι αυτό του είχαν ρίξει παραπάνω ένα χρόνο θητεία, αλλά ο Ολανδός στ αρχίδια του γιατί είχε λεφτά και δεν τον ένοιαζε.

Του είπα πως δεν θα βγω έξω γιατί δεν έχω λεφτά και μου απάντησε πώς να μην είμαι μαλάκας κι έβγαλε δύο πενηντάρικα απ τη τσέπη του και μου είπε να τα πάρω και να πάω κατευθείαν στη Μαιρούλα, ένα πουτανί καινούργιο, απέναντι απ τον Ερυθρό Σταυρό στο λιμάνι, 27 χρόνων μαναράκι που μόλις βγήκε στη πιάτσα και κυρίως, μου τόνισε ο Ολλανδός ‘είναι ρε συ ίδια η Κατρίν Ντενέβ και φοράει τα ίδια γυαλιά ξανθιά, σχετικά αδύνατη, μ ένα βυζί που κρεμάς επάνω του παλτό, και να της πεις πως σε έστειλε ο Ολλανδός ρε μαλάκα για να φιλήσει γαλλικά στο στόμα’ -πράγμα που δεν έκαναν ποτέ οι άλλες πουτάνες γιατί τα χείλη τους τα κρατούσαν για τους νταβατζήδες τους.

1920s

Πήρα τα δυο πενηντάρικα με τεράστια ευγνωμοσύνη -αλλωστε ο Ολλανδός που τον έλεγαν Θανάση, με χρησιμοποιούσε γιατί του έγραφα ωραία ερωτικά γράμματα σε μια ακοντίστρια μικρούλα απ την Αθήνα- κι έφυγα τρέχοντας για τη πύλη του στρατοπέδου με την 2ωρη άδεια στη τσέπη.

Όταν έφτασα στον Ερυθρό, βρήκα αμέσως το πουτανάδικο της Μαιρούλας και μου είπε η τσατσά -ευτυχώς δεν είχε άλλους πελάτες, τέσσερις το μεσημέρι-‘περίμενε αγόρι μου, έρχεται η κοπέλα, δώσε μου το πενηντάρικο και πέρνα σ’ αυτό το δωμάτιο’..

images (2)

Εγώ πέρασα, έβγαλα τις βρωμοαρβύλες μου που τις είχα βάψει τσίλικες-αλλά τις σιχαινόμουν πολύ-τις κάλτσες μου τις μάλλινες που μου έφερναν  εμετό κι έμεινα τελικά ολόγυμνος πάνω σ ένα κρεβάτι με κόκκινο σεντόνι, κι ακούω κάτι βήματα με λεπτό χτύπημα τακουνιού και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα γύρω στο 1,70  με όμορφο πρόσωπο, γυαλιά πεταλούδα κόκκινα, κόκκινο κυλοτάκι και σουτιέν, όπως μου την είχε περιγράψει ακριβώς ο φίλος μου ο Ολλανδός, χαμογελαστή, μου λέει ‘τι γίνεται αγοράκι μου’, της λέω ‘μ έστειλε ο Ολλανδός’.. α, μου λέει ‘υπηρετείς με το ξαδερφάκι μου’ και γελάει όμορφα, βγάζει το κυλοτάκι της, το σουτιέν της και παθαίνω πλάκα απ την ομορφιά, ένα δέρμα απαλό, βέλβετ Μπράσελ και μόλις μου βάζει με απαλές κινήσεις το προφυλακτικό και μόλις μπαίνω μέσα της απαλά και μυρίζω αυτό το πανέμορφο πατσουλί του κορμιού της και μόλις με φιλάει με γλώσσα, έχω ήδη τελιώσει, πώς να κρατηθώ σ αυτή την ομορφιά και βρίζω δυνατά τον εαυτό μου ‘τι μαλάκας, τέλειωσα αμέσως γιατί, γιατί, γιατί είσαι πολύ όμορφη’ κι αυτή λέει ‘δεν πειράζει αγοράκι μου, κάτσε δίπλα μου να κάνουμε παρέα ένα τσιγαράκι’ και ’γω νιώθω ξαφνικά πως είμαι πολύ τυχερός σε σχέση με τους μπόγους που γαμούσα πιο πριν όταν μου τύχαινε κανά τριαντάρι, αλλά εδώ αυτό το μαναράκι που είναι όλη η ομορφιά του κόσμου, αυτή τη συγκεκριμένη ώρα, που με λυπήθηκε -φαντάζομαι- έτσι γρήγορα που τέλειωσα, και που με κερνάει τσιγάρο στο κρεβάτι, λες κι έχουμε σχέση, ε ναι, είναι σπουδαία τύχη και να πάνε να γαμηθούνε όλα, ο στρατός, η χούντα, ο πατέρας μου που δεν μου στέλνει φράγκο, οι κωλοασκήσεις τους κι οι ιδρώτες και η βρωμιά της διμοιρίας κι η γαμημένη Χαρούλα η φοιτήτρια που πριν ένα μήνα μου είχε γράψει ‘χωρίζουμε ποιητή μου κι ο καθένας θα ταξιδέψει στο δικό του δρόμο’ -τι λες γαμώ τον Αντίχριστό σου.. όλα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, υπάρχει μόνο η Μαιρούλα που μου χαϊδεύει απαλά το χέρι και νιώθω μια χαλαρή τρυφερότητα, ένα άγγισμα αγγέλου που δεν το πιστεύω ότι μου έτυχε και τραβάω μια βαθιά ρουφηξιά και τότε ακούω απ το σαλόνι βαδίσματα από κωλοαρβύλες και κάτι γελάκια αντρών και αμέσως καταλαβαίνω πως μπήκε στο μπορντέλο η κωλοΕΣΑ και με πιάνει πανικός, μισοσηκώνομαι στο κρεβάτι, λέει η Μαιρούλα ‘καλέ,τι έπαθες ξαφνικά’,της εξηγώ πως έξω θα είναι μάλλον η ΕΣΑ και όλο και κάτι θα μου βρει γιατί αυτοί κάνουν ότι θέλουν και γαμούν τους φαντάρους, τους παίρνουν τα στοιχεία και τα στέλνουν στη μονάδα σου κι έχεις σίγουρα μια δεκάρα φυλακή, τα λέω όλα βιαστικά και τρομοκρατημένος και η Μαιρούλα γεμάτη αυτοπεποίθηση σηκώνεται απ το κρεβάτι, φοράει το σουτιέν και το κυλοτάκι της, φοράει μια μεταξωτή ρόμπα και μου λέει ‘θα σου στείλω ένα καφέ με τη τσατσά, κάτσε στο κρεβάτι, θα του διώξω, ξέρω εγώ,’ μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο και βγαίνει έξω. Την ακούω που μιλάει, έχω κολλήσει τα αυτί μου στη πόρτα και μετά από ένα-δυο λεπτά που μου φαίνονται αιώνες, τα γομάρια της ΕΣΑ ξεκουμπίζονται.

1930_03

Κάθομαι στο κρεβάτι, ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η τσατσά που έχει σ ένα δίσκο καφέ και γλυκό κεράσι με δροσερό νερό, τα αφήνει στο κομοδίνο χαμογελώντας ‘τους ξαπόστειλε η Μαίρη’ μου λέει και φεύγει.

Αρχίζω να ντύνομαι και μπαίνει η Μαιρούλα, λέει, όλα εντάξει αγόρι μου, έφυγαν και μου αφήνει στο κομοδίνο μια κούτα αμερικάνικα ΚΕΝΤ και πάνω της ένα  πενηντάρικο…

Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω, λέω ‘σε παρακαλώ Μαίρη’…κι αυτή μου λέει ‘εγώ σε παρακαλώ, δεν φτάνει που φοβήθηκες σιγά μη σου πάρω και λεφτά, άλλωστε δεν πρόλαβες να το φχαριστηθείς, θα σε περιμένω κι άλλη φορά έτσι…’

Παίρνω το χέρι της και το φιλώ, βάζω το πενηντάρικο στη τσέπη, παίρνω τη κούτα με τα ΚΕΝΤ σαν να κρατώ τα άγια των αγίων και φεύγω.

Έχουν περάσει 45 χρόνια κι αυτό το αξέχαστο δώρο Δεν το ξεχρέωσα ποτέ κι ακόμα το έχω βάρος βαρύ πολύ μες στη συνείδηση μου, μερικές φορές την είδα στον ύπνο μου,-σα να μου φάνηκε λυπημένη- και την άλλη μέρα που ξυπνώ είμαι στενοχωρημένος.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Βιογραφικός χάρτης εκτός εμπορίου

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

Γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

anthologia

Αν τύχαινε να γεννηθείτε στην Αθήνα το 50 από πατέρα αστυνομικό πως φαντάζεστε τα πρώτα παιδικά χρονάκια σας. Σαν μούδιασμα είναι όσο κι αν παίζετε με τους συμμαθητές σας γιατί ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας σου και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια που γινόταν της πουτάνας απ τον Εμφύλιο…

Νέα Φιλαδέλφεια, νοικιασμένη προσφυγική κατοικία με δυο δωμάτια, τουαλέτα έξω σε μια μικρή πίσω αυλή, γενικά μιζέρια και σχεδόν κάθε βράδυ όταν επέστρεφε ο πατέρας με μια ελάχιστη αφορμή έριχνε μερικά χαστούκια στη μάνα μου πότε γιατί δεν του άρεσε το φαγητό, πότε γιατί το πουκάμισο της μαλακισμένης πράσινης στολής του δεν ήταν καλά σιδερωμένο..

Δεν ήξερα καλά τα εκτός Αθήνας και στο χάρτη, μου φάνταζε τεράστια η χώρα και μακριά  τα σύνορα που ήταν όλο κινδύνους-όπως άκουγα-γύρω-γύρω κομουνιστές και στην ανατολή οι αιώνιοι εχθροί Τούρκοι.

image7

Καπάκι μ αυτούς τους φόβους ο πατέρας μου-ποτέ δεν έμαθα γιατί-παίρνει μια μετάθεση για τον Έβρο κι έτσι βρισκόμαστε σ ένα κωλοχώρι έξω απ την Ορεστιάδα που όλοι μιλούσαν τούρκικα και το λέγαν ‘ορτάκιογι’ οι ντόπιοι  και οι εκτός ‘Λεπτή’ ..φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό κι είχε μόνο λασπουριά κακοντυμένους χωρικούς και βέβαια οι συμμαθητές μου, δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα γιατί ήμουν ο γιος του Αστυνόμου.

Πέρασα τρία χρόνια φριχτά και πήγαινα στο γυμνάσιο μ ένα σαράβαλο ποδήλατο όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε 15 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.Μισούσα τον πατέρα μου που συνέχιζε το χόμπι του ξυλοφορτώματος στη μάνα μου  και σε όσους κατά την άποψη της Χωροφυλακής ήταν αριστεροί  και φυσικά μισούσα το βραδινό αλκοολίκι του. Μισούσα τους καθηγητές μου, φουκαράδες τύραννοι της γαμημένης επαρχίας και δεν ξέρω αλήθεια πως έγινα τόσο νευρικός και σκληρός που το μόνο πράγμα που ψιθύριζα όλη μέρα κι όλη νύχτα μέσα μου ήταν ‘θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω’.

Ξαφνικά ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για την Αλεξανδρούπολη και ένιωσα ευτυχισμένος πρώτη φορά που βρέθηκα σε πόλη με ηλεκτρισμό κι όμορφα σπίτια στη παραλία. Εκεί όμως ένιωσα επίσης φοβερή απέχθεια για τους λίγους πλούσιους που είχαν αυτοκίνητα κι επειδή ήμουν κοντός ένιωθα μίσος για τους ψηλούς κι έγινα πολύ σκληρός με όλους όσους ήταν καλύτεροι από μένα κι είχαν τις πρώτες τους φιλενάδες απ το σχολείο κι εγώ τίποτα. Τότε-θυμάμαι- αρρώστησα με ψηλό πυρετό κι έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι να με δει ένας επίατρος ο οποίος αφού τον έβγαλε έξω απ το δωμάτιο με ρώτησε αν ήθελα να πάω με γυναίκα και του είπα ‘βεβαίως θέλω’.

Ο πατέρας μου-οφείλω να πω-όταν έφυγε ο πυρετός μ έστειλε σ ένα μπουρδέλο μ έναν ασφαλίτη χωροφύλακα που μόλις τέλειωσα με μια φουκαριάρα πουτάνα πιο μεγάλη σε ηλικία απ τη μάνα μου και με ρώτησε ‘ποιος θα με πληρώσει αγόρι μου’ εγώ απάντησα ‘ο κύριος έξω’ κι αυτή όταν του ζήτησε τα χρήματα-το θυμάμαι σαν νάναι τώρα-της απάντησε ‘δεν φτάνει που σε γαμήσαμε γαμώ το Χριστό σου θέλεις και λεφτά,μη σου σπάσω τα μούτρα..’ και με πήρε και φύγαμε κι αυτή τη ντροπή δεν θα τη βγάλω από πάνω μου μέχρι να βγει η ψυχή μου.

Παρ όλα αυτά αγάπησα τις πουτάνες που προσφέρουν το σώμα τους έναντι αμοιβής σε κάθε λογής ανθρώπους, το βρίσκω ιεραποστολικό και πάντα τις λάτρευα διότι πάνε με κοντούς, κακομούτσουνους, χοντρούς, βρωμιάρηδες αρκεί να υπάρχει παραδάκι. Μετά κατάλαβα πως υπάρχουν πουτάνες που πάνε μόνο και μόνο με άνδρες για να τους  τα παίρνουν κανονικά κι αυτοί νομίζουν πως γαμάνε τζάμπα οι ηλίθιοι γιατί τις έκαναν γυναίκες τους ή γκόμενες τους…

images

Επειδή λοιπόν εγώ γαμούσα ενώ οι συμμαθητές μου είχαν τρελαθεί στη μαλακία, έκανα παρέα με μεγαλύτερους από μένα που μου έμαθαν ένα σωρό κόλπα και μου δάνειζαν βιβλία εξωσχολικά κι έτσι αγάπησα πολύ τους κυρίους Τολστόι, Ντοστογιέβσκι, Μαγιακόβσκι, Γκόρκι κι αργότερα τον κύριο Χεμινγουέη,τον κύριο Στάιμπεκ,τον κύριο Μαξ Νορντάου και τον κύριο Τσβάιχ..

Όταν ήμουν στα 16 έχωσα μια γροθιά στο γυμνασιάρχη μαθηματικό που με άφησε εξεταστέο και τότε συνεδρίασε το συμβούλιο του Γυμνασίου και με απέβαλαν απ όλα τα σχολεία της Θράκης. Εγώ έφυγα απ το σπίτι και κοιμόμουν για μέρες σε κάτι χαμόσπιτα ακατοίκητα κι όταν γύρισα στο σπίτι δεν με χτύπησε ο πατέρας μου αλλά μου είπε πως φεύγουμε απ την Αλεξανδρούπολη για τη Θεσσαλονίκη αφού βεβαίως μου τόνισε πως κατέστρεψα τον ίδιο και τον εαυτό μου και πως στο μέτωπο μου θα υπάρχει πάντα  εγχάρακτη η λέξη ‘αλήτης΄

Στη Θεσσαλονίκη μ έστειλε στο ελληνικό κολέγιο-γιατί δεν πλήρωνε επειδή ο ιδιοκτήτης του ήταν απ το χωριό του, αλλά έζησα μόνος μου σ ένα απίθανο υπόγειο της Μαρτίου μ έναν μεγαλύτερο μου φίλο σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής κι αυτό το δέχθηκε ο πατέρας μου γιατί ο πατέρας του φίλου μου ήταν αξιωματικός και γιατί ήθελε να με ξεφορτωθεί απ το σπίτι μη τύχει και με σκοτώσει απ τα νεύρα του, και το αλκοολίκι του.

Η μητέρα μου δεν είχε άποψη για όλα αυτά επειδή συνέχιζε να τρώει ξύλο σχεδόν μέχρι τα γεράματα της.

Στο υπόγειο της Μαρτίου τη πέρασα ζάχαρη για δυό χρόνια επειδή ανήκε στην Αποστολική Διακονία κι έρχονταν μέρα-παραμέρα κάποιες μαλακισμένες  θεούσες και μας έφερναν και του πουλιού το γάλα επειδή ήμασταν έφηβοι μακριά δήθεν απ την οικογένεια κι αυτές το παίζαν ‘προστασία εκ Θεού’ κι εμείς παίζαμε εκπληκτική επιτυχία, το θεατρικό ‘φτωχά παιδιά και απροστάτευτα’.

Εφυγα στρατιώτης και δεν τους είπα ούτε ‘γεια’ [πατέρα-μητέρα]και ενώ ήταν δικτατορία καθόλου δεν με ένοιαζε ο Στρατός της Ελλάδας φρουρός γιατί δεν είχα μία και απολάμβανα να με κερνούν τσιγάρα οι έχοντες στους οποίους το έπαιζα και διανοούμενος τόσα βιβλία που είχα διαβάσει…Έβλεπα την όλη ιστορία σαν μια κατάσταση ημιαπελευθέρωσης σε μια μεγαλύτερη φυλακή, είχα καθαρίσει μ αυτό που λέγεται Οικογένεια, διάβαζα κι έγραφα και να σκεφτεί κάποιος πως είχα στα 20 μου πάρει 4 πανελλήνια βραβεία Ποίησης με χρήματα παρακαλώ, τα οποία κατέθετα στις λατρεμένες πουτάνες μου.

Όταν απολύθηκα, πείνασα για κάπου 4 μήνες αλλά μετά βρήκα περιστασιακές δουλειές και κατέληξα στο εργοστάσιο Λιπασμάτων και στα 24 μου ήμουν αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας.

Παντρεύτηκα σαν βλάκας και χώρισα μετά 17 χρόνια. Δούλεψα στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες κι έγραψα 10 βιβλία.

Δεν έχω σπίτι, πάντα νοικιάζω σε διαφορετικές περιοχές της πόλης κατά καιρούς.

Εχω όμως μια μηχανή μεγάλου κυβισμού γιατί θεωρώ πως είναι ύψιστο αγαθό να καβαλάς ένα σιδερένιο δίκυκλο που σου χαρίζει 148 άλογα κάτω απ τα αρχίδια σου και σε πηγαίνει μια εκδρομή κοντά στη θάλασσα όπου ακούς απ το mp3 όπερες και καπνίζεις, καπνίζεις, καπνίζεις…

Αυτό  θαρρώ πως είναι  το πραγματικό βιογραφικό μου, πέρα απ το γαμήσι, τα τσίπουρα-ανευ και τα μεταξωτά πουκάμισα που μου αρέσουν πολύ  καθώς και τα ψυχοαναληπτικά που τα παίρνω κατά καιρούς για μη σκοτώσω κάποιον που δεν μου αρέσει…

images (3)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκέμβριος, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Αλφαβητάριο

Posted by vnottas στο 30 Οκτώβριος, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


				

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Posted by vnottas στο 29 Αύγουστος, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »