Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Ιστορικό μυθιστόρημα’

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Η τελετή

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

αρχείο λήψης (1)

.

Κεφάλαιο πέμπτο. Τελετή (με εκπλήξεις) στο Λεωκόριο

Στο μέγαρο του βουλευτηρίου υπάρχει παραταγμένο άγημα υποδοχής, καθώς και λοφιοφόρος τελετάρχης που υποδέχεται τον Εύελπι και τον Ευρύνου και τους οδηγεί ως την λιτή αίθουσα-γραφείο του στρατηγού Φωκίωνα. 

Ο Εύελπις σημειώνει με ικανοποίηση ότι, αυτήν τη φορά, δεν υπήρξε καμιά ένσταση που να αφορά στην παρουσία του Ευρύνου στη συνάντηση.  Σε αντίθεση με τον επιφυλακτικό Λυκούργο χτες στη Ζέα, σήμερα, ο γηραιός ηγέτης Φωκίωνας χαιρετά πρώτα τον πατέρα Ευρύνου και συνοδεύει τον  χαιρετισμό με καλά λόγια για την ήρεμη συμβολή του ίδιου, αλλά και των λοιπών υποστηρικτών των ιδεών του αείμνηστου Ισοκράτη,   στην ήρεμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Αθήνα∙ και μάλιστα  σε μια εποχή αλλαγών και εύθραυστων ισορροπιών, όπως η σημερινή.

Έπειτα τον μακαρίζει για την ευτυχία που του επιφύλαξαν οι θεοί, να δει το γιο του να επιστρέφει νικητής από μια πανελλαδική εκστρατεία και μάλιστα φέροντας ως τρόπαιο πίσω στην Πόλη της Παλλάδας ένα από τα σύμβολα της ιδιαιτερότητάς της.

Ύστερα σφίγγει το χέρι του Εύελπι και τον ρωτάει αν θεωρεί ότι η υποδοχή υπήρξε μέχρι στιγμής ικανοποιητική, ή αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Μεγαρέας τον διαβεβαιώνει ότι όλα  μπορούν να θεωρηθούν άψογα.

Ο Φωκίωνας είναι ένας ψηλός καλοστεκούμενος γέροντας με φουντωτά γκρίζα φρύδια, λευκή γενειάδα και λιτή αμφίεση. Έχει πολεμήσει ως στρατηγός και ναύαρχος για τη δόξα της Πόλης των Αθηνών ενάντια στους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες, αλλά δεν υπέκυψε στις φιλοπολεμικές εξάρσεις των ρητόρων όταν θεώρησε ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν αρνητικός και ότι οι προτροπές τους θα κατέληγαν άσχημα για την Αθήνα. Με τη σημερινή ορολογία, σκέφτεται ο Εύελπις,  θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς μετριοπαθή φιλομακεδόνα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθής αντιμακεδόνας. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά χρήσιμες μεν, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βοηθητικές ετικέτες ¨γενικού προσανατολισμού¨. Η πραγματικότητα είναι πιο μπερδεμένη.

Και οι δυο ηγέτες θεωρούνται έντιμοι και αδιάφθοροι και διοικούν την Αθήνα, παρά την έντονη αντιπολίτευση της ομάδας του Δημοσθένη και παρά το ότι οι Αθηναίοι πολίτες δεν παύουν να τους κατακρίνουν και να τους βρίζουν για την αυστηρότητά τους, ενώ βέβαια, παραδόξως, τους υπερψηφίζουν και τους αναθέτουν τις βασικές ευθύνες της πόλης.

Phocion

Ο Εύελπις αποφασίζει να μεταφέρει με ευθύτητα το μήνυμα του Αλέξανδρου προς τον παλαίμαχο αθηναίο ηγέτη.

«Έχω εντολή σεβαστέ Φωκίωνα να σου μεταφέρω τους χαιρετισμούς του Αλέξανδρου, του βασιλέα των Μακεδόνων. Γνωρίζεις ήδη την εκτίμηση που τρέφει για σένα. Και επειδή ο βασιλεύς είναι περισσότερο άνθρωπος των έργων παρά των λόγων, έχω λάβει εντολή να σε ενημερώσω ότι έχει κατατεθεί στο ταμείο του Δελφικού Ναού του Απόλλωνα ένα ποσό εκατό ταλάντων που μπορείς να αναλάβεις και να διαχειριστείς με διακριτική ευχέρεια μόνον εσύ».

Ο Φωκίωνας συνοφρυώνεται περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπουν, από μόνα τους, τα πυκνά του φρύδια, και χαμηλώνει το βλέμμα σκεφτικός. Ύστερα κοιτάζει πάλι τον Εύελπι καταπρόσωπο.

«Θέλω να ευχαριστήσεις τον βασιλιά γι αυτή την γενναιόδωρη προσφορά. Αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα χρηματικό ποσό  που να μην ελέγχεται από επιτροπή εκλεγμένη από τη Βουλή. Είμαι υποχρεωμένος να συμπεριφερθώ έτσι από τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της Πόλης μου. Αν τους καταπατούσα είμαι βέβαιος ότι θα έχανα όχι μόνο την αξιοπιστία απέναντι στους συμπολίτες μου, αλλά και τη δική του εκτίμηση».

Μένει για λίγο σιωπηλός και μετά συνεχίζει. 

«Όμως δε θα ήθελα κατά κανένα τρόπο να τον λυπήσω με την άρνησή μου. Γι αυτό θέλω να του μεταφέρεις ότι θα του είμαι εξ ίσου ή και περισσότερο υπόχρεος αν φροντίσει να επιλυθεί σύντομα το θέμα των αθηναίων αιχμαλώτων. Ναι, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στο στράτευμα του Δαρείου,  αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να είναι αθηναίοι και είναι φυσικό η πατρίδα να ανησυχεί γι αυτούς.

Η ευμένεια απέναντί τους θα διευκολύνει την δημιουργία της νέας Ελλάδας που θα έχει πια ξεπεράσει τις ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Εγώ από τη μεριά μου εγγυώμαι ότι οι στρατιώτες αυτοί όχι μόνο θα ανανήψουν, αλλά και θα παίξουν στο μέλλον θετικό ρόλο στην εποχή που μόλις τώρα αρχίζει».

Ο Εύελπις διαβεβαιώνει τον στρατηγό ότι θα μεταφέρει το αίτημά του στον βασιλέα και πως ο ίδιος, προσωπικά, το θεωρεί θεμιτό.

240

Ύστερα από λίγο, συνοδευόμενοι από τους οπλίτες του αγήματος κατευθύνονται πεζοί λίγο παρακάτω, μπροστά στον Ναΐσκο του Λεωκόριου,  όπου δίπλα στα υψηλόκορμα και -ομολογουμένως πανέμορφα- αγάλματα των τυραννοκτόνων που έχουν εκπονήσει ο Κριτίας και ο Νησιώτης, είναι τοποθετημένα τα αυθεντικά πρωτότυπα ¨ομοιώματα¨, τα φιλοτεχνημένα από τον Αντήνορα. Αυτά τα τελευταία είναι  σκεπασμένα με υφασμάτινο κάλυμμα, έντεχνα στερεωμένο έτσι ώστε να μπορούν να αποκαλυφτούν με το τράβηγμα ενός μόνο σκοινιού.

 Κάτω από την υψηλή επίβλεψη του άρχοντα βασιλέα Λυκούργου, ο οποίος είναι ήδη εκεί (άλλωστε η έδρα του επιφορτισμένου για τα ιερατικά θέματα βασιλέα, η Βασίλειος Στοά, βρίσκεται κι αυτή εκεί, στην Αγορά, ακριβώς απέναντι από το Λεωκόριο) οι ιερείς ετοιμάζουν τις φωτιές που σε λίγο θα στείλουν στους θεούς τη τσίκνα από τα σφάγια που τόσο τους αρέσει. Εξ άλλου, η προοπτική μιας χορταστικής θυσίας έχει προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον ικανού αριθμού φτωχών κατοίκων του Άστεως που έχουν προστεθεί σε εκείνους που ενδιαφέρονται να δουν τους χάλκινους ήρωες ¨τυραννοκτόνους¨ και να γιορτάσουν την επιστροφή τους.

Lycurgus (1)

«Καλά», ρωτάει ο Εύελπις τον πατέρα του, «πότε ο Λυκούργος εγκατέλειψε την θητεία του ως υπεύθυνος για τα οικονομικά για να αναλάβει τα των Θεών; Πριν φύγω θυμάμαι ότι όλοι τον θεωρούσαν αυστηρό μεν, αλλά  επιτυχημένο διαχειριστή».

«Όντως», του απαντάει ο Ευρύνους, «υπήρξε και είναι καλός διαχειριστής των πόρων της Πόλης. Εν τούτοις έκανε μια απλή διαπίστωση: η θέση του υπεύθυνου για τα οικονομικά δεν πρέπει να ανήκει για πολύ καιρό στο ίδιο πρόσωπο γιατί έτσι αυξάνεται η πιθανότητα ο κάτοχος του αξιώματος να διαφθαρεί από τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Γι αυτό φρόντισε να ψηφιστεί  νόμος που να απαγορεύει σε οποιονδήποτε  να παραμένει σ’ αυτήν τη θέση για πάνω από δύο θητείες. Μετά, φυσικά, παραιτήθηκε».

«Και;» απορεί ο Εύελπις. «Ποιος είναι ο σημερινός διαχειριστής των ταμείων;»

«Ένας που εκλέχθηκε μετά από δική του υπόδειξη. Το όνομά του όμως έχει μικρή σημασία γιατί εκείνος του οποίου η άποψη μετράει για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα οικονομικής φύσεως είναι πάντοτε ο Λυκούργος. Διότι σ’ αυτόν εξακολουθούν να απευθύνονται οι Αθηναίοι πριν πάρουν τις σχετικές αποφάσεις». Ο Ευρύνους χαμογελάει κάτω από τα -ακόμη μαύρα- μουστάκια του. «Τυπική Αθηναϊκή λύση!» λέει. «Και να σημειώσεις ότι όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι».

«Και γιατί βασιλεύς;»

«Γιατί όπως ξέρεις η μόνη εξουσία που έχουν στην Αθήνα οι άρχοντες βασιλείς αφορά στην εποπτεία των θρησκευτικών θεμάτων. Λάβε υπ’ όψιν ότι ο Λυκούργος ανήκει στην ισχυρή ιερατική γενιά των Βουτάδων. Επομένως, μετά την τυπική απομάκρυνσή του από τα Ταμεία, η μάλλον τιμητική θέση του Βασιλέα κρίθηκε ιδεώδης γι αυτόν».

Πατέρας και γιος σταματούν τα ψιθυριστά τους σχόλια για να αντιχαιρετίσουν τον ενθουσιώδη ευπατρίδη με την πλούσια ενδυμασία που κατευθύνεται προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά. «Χαιρετώ τον άξιο συνέλληνα συμπολίτη μου Ευρύνου και τον αξιότιμο γιο του, ο οποίος αποδεικνύει πως η γνώση του Λόγου δεν αποτρέπει, αλλά μπορεί περίφημα να συνυπάρξει με την γενναιότητα των πράξεων»

«Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, άρχοντα Δημάδη», απαντά ο Ευρύνους και σφίγγει το χέρι του αθηναίου ρήτορα-πολιτικού.

«Τον θυμάμαι τόσον δα μικρούλη» συνεχίζει εκείνος δείχνοντας τον Εύελπι, «να ανακατεύεται στα πόδια των μεγάλων και να ενδιαφέρεται ήδη από τότε, τόσο για τα γράμματα, όσο και για τα σχετικά με την διοίκηση των πόλεων. Ο μακαρίτης ο Ισοκράτης έκανε γι αυτόν το μικρό πολλά κολακευτικά σχόλια».

demades

Ο Εύελπις θυμάται κι αυτός τις επισκέψεις του ρήτορα Δημάδη στη σχολή του Ισοκράτη. Εδώ που τα λέμε δύσκολα θα μπορούσε να ξεχάσει, αν όχι την πληθωρική και συνήθως κεφάτη συμπεριφορά του, τουλάχιστον την μόνιμα εντυπωσιακή του αμφίεση.

«Θα πρέπει να βρεθούμε», συνεχίζει απευθυνόμενος στον Εύελπι ο ρήτορας. Ο τόνος του είναι ανέμελος, αλλά το βλέμμα του είναι διεισδυτικό και έντονο.

«Και βέβαια», απαντά ο νεότερος Μεγαρέας. «Ίσως και αύριο…», αλλά ο Δημάδης τον διακόπτει αγγίζοντάς τον στο μανίκι και δείχνοντας του έναν άλλο γνωστό Αθηναίο, που τους πλησιάζει βιαστικά.

«Είμαι σίγουρος ότι καταφτάνει ακόμη ένα αίτημα για επείγουσα συνάντηση…» χαμογελάει. Ύστερα δείχνοντας τον νεοφερμένο στους Μεγαρείς, τον αναγγέλλει: «Ιδού, λοιπόν ο πασίγνωστος Αισχίνης, φίλος των Μακεδόνων και ακραιφνής αντίπαλος του Παιανέα Δημοσθένη!»

«Μη με αναγκάζεις», λέει εκείνος κάνοντας ένα δυσαρεστημένο μορφασμό, «να ακούω ονόματα που μου χαλάνε τη διάθεση, και μάλιστα τη στιγμή που είμαι έτοιμος να χαιρετίσω έναν συμπολίτη που συμμετέχει στην εκστρατεία, και μάλιστα σε στρατηγική θέση». Ο Αισχίνης είναι γκρίζος στα μαλλιά, στο γένι, στα φρύδια, και πιθανότατα στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον ¨άνετο¨ Δημάδη μοιάζει νευρώδης και συντηρητικός. Ο νεοφερμένος χαιρετά τον Ευρύνου και τον Εύελπι.

«Τον δικό σου δεν τον είδα ακόμη», επιμένει κάπως περιπαικτικά ο Δημάδης. «Ήρθε ή θέλει να μας κάνει να τον περιμένουμε;»

«Ο Φωκίωνας δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν. Τον ξέρεις».

«Έχεις δίκιο. Άλλωστε να ‘τος κι ο Παιανεύς. Βλέπω το αμάξι του να καταφτάνει». Ύστερα απευθυνόμενος στον Εύελπι: «Τον συνάντησες ήδη τον Δημοσθένη;»

Δημοσθένης

«Όχι. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τον ξέρω εκ φήμης και εξ όψεως από τότε που ήμουν παιδάκι, γιατί ήδη τότε ήταν διάσημος και αρκετά δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους. Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης τον ανέφερε συχνά ως πρώην μαθητή του που όμως είχε διαφοροποιηθεί από το πνεύμα της Σχολής.  Υποθέτω πάντως ότι θα μου τον παρουσιάσουν επισήμως ή τώρα, ή στο δείπνο μετά την τελετή».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τη γενική προσοχή τραβάει ο Λυκούργος, ο οποίος όρθιος μπροστά στον βωμό και φορώντας πλέον τα ιερατικά του άμφια, υψώνει τα χέρια επιβάλλοντας την γενική ¨ιερή σιγή¨ που προβλέπει το τελετουργικό. Ύστερα από λίγο τα κατεβάζει, υψώνει τη κεφαλή προς τον υπερκείμενο Παρθενώνα και απευθύνεται προς τους Θεούς αρχίζοντας από την πολιούχο Αθηνά, αλλά χωρίς να παραβλέψει την λοιπή ιεραρχία των Αθανάτων.

Με γλώσσα απλή τους εξηγεί ότι οι Αθηναίοι δεν είναι αγνώμονες, αλλά αντίθετα αγαπούν τους θεούς που εισακούουν τις εκκλήσεις και τις προσευχές τους. Και πως ξέρουν ότι εάν η Αθήνα ευημερεί, ίσως περισσότερο από όσο της αξίζει, αν κρίνει κανείς από την ασυνέπεια αρκετών πολιτών σχετικά με τις υποχρεώσεις τους- αυτό οφείλεται στην αγάπη και την εύνοια των Θεών απέναντι στην πόλη της παρθένου Αθηνάς. Σήμερα οι Αθηναίοι είναι εδώ για να ευχαριστήσουν την Θεά  που επιτρέπει στην πολιτεία να επιβιώνει με τιμή και αξιοπρέπεια, αλλά και να υποσχεθούν στους Θεούς ότι και στο μέλλον θα είναι αντάξιοι της επιείκειάς τους.

Ο Λυκούργος κάνει νεύμα προς τους βοηθούς των ιερέων και αυτοί φέρνουν κοντά τα επιλεγμένα σφάγια, με επικεφαλής ένα καλοθρεμμένο κριάρι που τα κέρατά του είναι βαμμένα χρυσαφιά. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός φέρνει τη λεκάνη με το αγιασμένο νερό (τη χέρνιβα) και μια κόρη το καλάθι με τους απαραίτητους κριθαρόσπορους. Ο Βασιλέας ο επί των Θεών παίρνει μια δέσμη από κλαδιά ελιάς που μαζί με την ιερή μάχαιρα είναι τοποθετημένη απ’ την αρχή της τελετής πάνω στο τραπέζι δίπλα στο βωμό, την εμβαπτίζει στην χέρνιβα και ραντίζει πρώτα το (ακόμη) ζωντανό και μετά τους γύρω του παρευρισκόμενους. Ύστερα τους ραίνει με τους σπόρους του κριθαριού και, μετά, παίρνει από τον βωμό το καλοακονισμένο μαχαίρι, κόβει από το ζώο μια τούφα μαλλί και το ρίχνει στην μικρή συμβολική φωτιά που καίει πάνω στον βωμό (παραδίπλα έχουν ήδη φουντώσει οι φωτιές που σε λίγο, προς τέρψιν -και θρέψιν- θεών και πιστών, θα ψήσουν όλα τα ζώα της θυσίας).

Τέλος, ο Λυκούργος -με μια αστραπιαία κίνηση, που δείχνει πόσο καλός στρατιώτης υπήρξε- κόβει το λαιμό του κριαριού.

.

234

Ο Οινοκράτης ξαναβάζει το (ορνιθοσκαλισμένο) λεύκωμα και το καρβουνάκι μεσ’ στο δισάκι και το βλέμμα του εστιάζεται στην τελετή που έχει ήδη αρχίσει. 

Το περιστύλιο στο οποίο έχει  καταφύγει περιβάλλει ένα υπερυψωμένο δημόσιο κτίριο και του εξασφαλίζει καλή θέα στα τεκταινόμενα στο πλάτωμα μπροστά στο Λεωκόριο. Συγκεκριμένα, ο Οινοκράτης βρίσκεται κάτω από τους δωρικούς κίονες που περιβάλλουν την στοά του Πεισιάνακτα, την αποκαλούμενη και Ποικίλη, εξ αιτίας των εικόνων που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ διάσημοι ζωγράφοι.

Την επόμενη φορά, σκέφτεται, πρέπει να φέρει εδώ τον Χοντρόη για να του δείξει τις σκηνές από τη μάχη του Μαραθώνα, όπως τις έχει απεικονίσει ο Πολύγνωτος από τη Θάσο. Ή τη μάχη  με τις Αμαζόνες, ή την άλωση της Τροίας…   Και εάν του Χοντρόη δεν του αρέσει η ζωγραφική, θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν όμορφο στεγασμένο χώρο ¨πολλαπλών χρήσεων¨ από τους πιο αγαπημένους των Αθηναίων. Κρίμα που σήμερα δε μπόρεσε να πάρει τον Πέρση μαζί του. Την προσεχή φορά θα τον ανεβάσει στον Παρθενώνα να του δείξει τις περσικές ασπίδες του αναθήματος του Αλέξανδρου στην Παρθένο και μετά θα τον φέρει εδώ, να δει τι σημαίνει Αγορά.

image005

Σήμερα, βέβαια, αν τον είχε εδώ, θα μπορούσε να παρακολουθήσει και πως γίνεται μια δημόσια θυσία στην Ελλάδα. Δε πειράζει, σύντομα θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες∙ το μήνα αυτό -που δεν τον αποκαλούν τυχαία Εκατομβαιώνα- από θυσίες άλλο τίποτα!

Σήμερα πάντως ο κόσμος είναι μεν πολύς, αλλά η συγκέντρωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πάνδημη. Ο Συρακούσιος θυμάται ότι στο παρελθόν έχει δει άλλες, με πολύ μεγαλύτερη προσέλευση. Εκείνο πάντως που του κάνει κάποια εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στους παρόντες υπάρχουν πολλοί νεαροί αθηναίοι. ¨Αυτοί, πριν τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από την Αθήνα θα πρέπει να ήσαν ακόμη παιδιά νιάνιαρα¨, σκέφτεται.

Η προσοχή του Οινοκράτη αποσπάται από τους οσμηρούς καπνούς που αναδύονται απ’ το πλάτωμα και στρέφεται προς τέσσερεις γεροδεμένους σκλάβους που καταφτάνουν μεταφέροντας ένα πολυτελές φορείο. Οι βαστάζοι σταματούν εκεί κοντά του και εναποθέτουν το φορείο στο έδαφος, αφού πρώτα κατεβάσουν τα στηρίγματα που θα το κρατήσουν στέρεα υπερυψωμένο, σε ικανή απόσταση από τη γη. Μετά παρατάσσονται γύρω του. Ο Οινοκράτης το παρατηρεί προσεκτικότερα, διακρίνει την επιβάτιδα και χαμογελάει. Αυτό το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, η κυρά Φρύνη αποφάσισε να βγει από το μέγαρό της και να μη χάσει το θέαμα. Ωστόσο προτίμησε να μη πλησιάσει τους επίσημους, στο κέντρο, αλλά να παρακολουθήσει την εκδήλωση κάπως ¨εκ του μακρόθεν¨ και κάπως ¨αφ’ υψηλού¨.

Την στιγμή εκείνη προσέχει ότι στην περιφέρεια του συγκεντρωμένου κόσμου, καταφτάνει ακόμη ένα όχημα, αυτή τη φορά ένα κλειστό σκεπασμένο κάρο, που το σέρνουν δύο άλογα και στο οποίο οι ανοιχτές μπροστινές θέσεις του ηνίοχου και του συνοδού του καλύπτονται από πλατύ σκίαστρο φτιαγμένο από ψίαθο. Οι δυσδιάκριτοι οδηγοί φορούν κι αυτοί ψάθινες καυσίες μακεδονικού τύπου, που, απ’ ό, τι φαίνεται, τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει του συρμού[1] και στην Αθήνα.  Το όχημα σταματάει πίσω από μια γέρικη ελιά, η οποία το κρύβει κάπως από το πλάτωμα, όχι όμως και από την υπερυψωμένη θέση του Συρακούσιου. Το βλέμμα του θα προσπερνούσε αδιάφορα το νεοφερμένο κάρο, εάν από τα πλαϊνά του ανοίγματα, δεν άρχιζαν να βγαίνουν κάτι πλάσματα ακαθόριστου περιγράμματος που αφήνουν τον Οινοκράτη άναυδο!

¨Τι είναι πάλι αυτά τα τέρατα;¨, απορεί και, ταυτόχρονα, αρχίζει να ανησυχεί.

.ph6

Ο γέρο-Φωκίωνας είναι στρατιωτικός και όχι ρήτορας. Επί πλέον είναι γνωστό ότι θαυμάζει τους Λακεδαιμόνιους, όχι μόνο επειδή ξέρουν να χειρίζονται τα όπλα, αλλά και επειδή δεν συνηθίζουν να πλειοδοτούν στα λόγια.  Όταν είναι αναγκασμένος να μιλήσει δημόσια, όλοι ξέρουν ότι θα είναι επιγραμματικός και συγκεκριμένος. Στην Αθήνα τέτοιοι ομιλητές, αυτήν την εποχή, είναι μάλλον σπάνιοι άρα συνήθως καλοδεχούμενοι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Καθώς ο Πρυτανεύων παίρνει το λόγο, η βαβούρα του πλήθους μειώνεται, αν και κάποιες ασυντόνιστες φωνές, αδιευκρίνιστου περιεχόμενου εξακολουθούν να αναδύονται από τα άκρα της συγκέντρωσης.

Ο Φωκίωνας, με κοφτές φράσεις, χωρίς σχήματα λόγου και με λιγοστά έως καθόλου επίθετα απευθύνεται επισήμως στον Εύελπι, ως απεσταλμένο από το μέτωπο της Κοινής Πανελλαδικής Εκστρατείας  κατά των Περσών, αλλά είναι φανερό ότι στην ουσία απευθύνεται στο λαό των Αθηνών. Ευχαριστεί τον Αλέξανδρο για την απόφαση, αλλά και τον Μεγαρέα για την υλοποίηση, της επιστροφής των ιστορικών κειμηλίων και, κοιτάζοντας τον Λυκούργο που (ως αρμόδιος επί των Θεών) κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, καθησυχάζει τους Αθηναίους ότι η θεά Νέμεση δεν παραμελεί τα καθήκοντά της.

Ύστερα υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο αθηναϊκός στόλος στην στήριξη και τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων ξηράς και ολοκληρώνει λέγοντας ότι είναι βέβαιος ότι αυτός ο αποφασιστικός ρόλος θα αναγνωριστεί πλήρως και ότι μελλοντικά ο έλεγχος των θαλασσών δεν θα αφεθεί ούτε στους Φοίνικες που επί αιώνες υπήρξαν σύμμαχοι και εντολοδόχοι των Περσών, αλλά ούτε και σε πόλεις όπως η Ρόδος ή άλλες, που έως πρόσφατα συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι επιδοκιμασίες που ακολουθούν τον λόγο του Φωκίωνα είναι λίγες και συμμαζεμένες. Ο ίδιος δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδράσεις του πλήθους και επιστρέφει στην πολυθρόνα του, στο κέντρο της εξέδρας των επισήμων, ενώ στο βήμα ανεβαίνει ο Δημοσθένης.

Ο Δημοσθένης δε μοιάζει να έχει αλλάξει καθόλου αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σκέφτεται ο Εύελπις. Είναι πάντα λεπτός και η  ηλικία του, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμη. Απόψε φοράει έναν ποδήρη θερινό χιτώνα που τον κάνει να φαίνεται ψηλότερος από όσο πραγματικά είναι. Το πρόσωπό του δείχνει περισσότερα: Έναν άνθρωπο θεληματικό, επίμονο, συστηματικό, όσο κανένας άλλος από τους σημερινούς ρήτορες-πολιτικούς της Αθήνας. Δεν έχει ίσως τον αυθορμητισμό και την ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, όπως για παράδειγμα ο Δημάδης,  αλλά κάτι τέτοιο θα του ήταν άχρηστο, αφού κάθε φορά που παίρνει το λόγο είναι πλήρως προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει και πως θα το πει. Και εκείνο που κυρίως δείχνει να ξέρει καλά είναι ότι η γλώσσα και ο λόγος μπορούν να ασκήσουν εξουσία περισσότερο αποτελεσματικά απ’ όσο οι σπάθες και τα δόρατα. Τουλάχιστον στην εκλεπτυσμένη δημοκρατική Αθήνα.

Να ’τος λοιπόν ο ¨υπ’ αριθμόν ένα¨ εχθρός των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο!

Ή μήπως ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός, όπως άλλωστε αρκετά από τα επιχειρήματά του;  Μήπως άραγε δεν είναι οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έμπρακτα αντιτάχθηκαν στη μακεδονική επεκτατικότητα και που θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο; Αυτοί δεν είναι που ηγήθηκαν της πρόσφατης εξέγερσης στην Πελοπόννησο και μάλιστα ύστερα από εξακριβωμένες επαφές με τους Πέρσες; Ή, πιο μπροστά, οι Θηβαίοι, που το πλήρωσαν εξ άλλου πολύ ακριβά;

Θα είχαμε ίσως μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα  εάν γνωρίζαμε τα ακριβή κίνητρα και τις απώτερες προθέσεις του Δημοσθένη, σκέφτεται ο Μεγαρέας. Πατριωτισμός; Ιδιοτέλεια; Ξεροκεφαλιά;

.

Ο Δημοσθένης ξέρει πως σήμερα μιλάει στο λαό και όχι στους βουλευτές και έχει προσαρμόσει το ύφος του ανάλογα. Η γλώσσα του είναι πιο απλή και πιο επιγραμματική.

Αρχίζει μιλώντας για την Πόλη και τα περασμένα της μεγαλεία. Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έφτασε ψηλά γιατί αντιμετώπισε και νίκησε την τυραννία ή οποία άλλωστε, όπως όλοι ξέρουν, ως καθεστώς δεν έχει πολλές διαφορές από τη βασιλεία. Κατηγορεί τους Αθηναίους πως δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε στα ρεύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα. «Όμως», σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα σκεπασμένα ομοιώματα των τυραννοκτόνων, «ξέρουμε όλοι καλά ποια είναι η τελική μοίρα των τυράννων!»

Τότε συμβαίνει κάτι το απρόσμενο. Κάποιο αόρατο χέρι κόβει το σκοινί που κρατάει σκεπασμένα τα αγάλματα του Αντίνορα. Το πανί πέφτει. Ο Δημοσθένης δείχνει έκπληκτος. Ξέρει ότι η αποκάλυψη των αγαλμάτων προβλέπεται να γίνει μετά το τέλος των ομιλιών και ότι θα την κάνει ο ίδιος ο Φωκίωνας στο όνομα του συνολικού αθηναϊκού λαού. Σκέφτεται ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος από τους χειριστές και ότι το ύφασμα είχε στερεωθεί ελαττωματικά. Ξεπερνά πάντως με ψυχραιμία την προσωρινή έκπληξη και ετοιμάζεται να συνεχίσει το λόγο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι από το συγκεντρωμένο πλήθος αρχίζουν να εκφέρονται κραυγές δυσνόητες, που όμως φανερώνουν στην αρχή έκπληξη και μετά οργή!

Στρέφει κι αυτός την προσοχή του προς τα αποκαλυφθέντα αγάλματα, προς τα οποία κοιτάζει και το πλήθος που φωνασκεί. Τι συμβαίνει άραγε; Δεν αρέσουν στο πλήθος; Τι περίμεναν να δουν; Αφού τα γνήσια πρωτότυπα αγάλματα δεν τα έχει ξαναδεί ποτέ κανένας από τους παρόντες. Όταν τα ¨απήγαγε¨ ο Ξέρξης εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κανείς τους δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Ο Δημοσθένης στενεύει τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα πάνω στους σκούρους όγκους των αγαλμάτων. Πρόκειται για προτομές. Η μια του είναι άγνωστη, ή άλλη όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ανά το Πανελλήνιο, αν όχι άλλο, από την χαρακτηριστική σπαρτιάτικη περικεφαλαία. Πρόκειται για τον γνωστότερο Λακεδαίμονα στρατηλάτη: τον Λεωνίδα τον εκ των Αγιαδών, βασιλέα της Σπάρτης. Με άλλα λόγια τον Λεωνίδα της μάχης των Θερμοπυλών!

image002 (1)

Ο Δημοσθένης ξέρει ότι οποιαδήποτε απρόβλεπτη κρίση μπορεί να την χειριστεί καλύτερα αν βρίσκεται επί του βήματος των ομιλητών, παρά μακριά από αυτό. Γι αυτό διστάζει να εγκαταλείψει την προνομιούχο θέση, αλλά εν τέλει δεδομένου ότι κανείς δε του δίνει πλέον σημασία, παρά όλοι φωνάζουν, και δεδομένου επίσης ότι ανάμεσα στους επίσημους επικρατεί μάλλον γενικευμένη απορία και προσωρινή αδράνεια, τελικά κατεβαίνει στο πλάτωμα και προσπαθεί να παραμερίσει τον κόσμο και να πλησιάσει στις προτομές, πράγμα αρκετά δύσκολο.

«Ποιος είναι ο άλλος» ρωτάει έναν φωνασκούντα διαμαρτυρόμενο.

«Ο άλλος είναι ο αδελφός του! Ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, ο βασιλιάς Κλεομένης! Έτσι γράφει από κάτω».

 Ο Δημοσθένης προσπαθεί να κάνει ακόμη μερικά βήματα προς τις προτομές, αλλά τότε συμβαίνει ακόμη κάτι το αναπάντεχο.

Ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας μπαστούνια, χτυπώντας χάλκινα κύμβαλα και χοροπηδώντας  κυκλικά γύρω από τις προτομές με άτεχνο πρωτόγονο τρόπο, εμφανίζονται  ορισμένες τρομακτικές μορφές, σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για να απεικονίσουν τους χειρότερους εφιάλτες των μυθικών ηρώων.

(συνεχίζεται)

Βασίλειος Στοά(1)

 

[1] Συρμός: Συμπεριφορά ή τάση που ¨σέρνεται¨ ανάμεσα σε αλληλομιμούμενους πολίτες

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τέταρτο: Τι έγραψε ο Εύελπις στο ιστορικό του σύγγραμμα για τις μέρες εκείνες.

Posted by vnottas στο 22 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Κεφάλαιο τέταρτο: Να τι έγραφε, χρόνια μετά, ο Εύελπις, σχετικά με τα γεγονότα εκείνα.

Στο σημείο αυτό της αφήγησης είναι χρήσιμο να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από τα προσφάτως ανευρεθέντα και ήδη μνημονευθέντα κείμενα του Ευέλπιδος του Μεγαρέως. Τα εν λόγω αποσπάσματα εκτιμάται ότι πρέπει να έχουν γραφεί μετά το 320 πχ, δηλαδή πάνω από μια δεκαετία αργότερα από την εποχή στην οποία αναφέρονται και την οποία εξιστορούν.

 *

Εύελπις του Ευρύνου ο εκ Μεγάρων. Αποσπάσματα. Μετάφραση στην τρέχουσα ελληνική)

(Σχετικά με την επαναστατικότητα των νέων)

[…] 

Είναι αλήθεια ότι ορισμένα πράγματα τα αγνοούσα. Ορισμένα άλλα, όμως, τα ήξερα.

Ήξερα για παράδειγμα τις γενικότερες τάσεις και τα ρεύματα που επικρατούσαν στην αθηναϊκή νεολαία τον καιρό εκείνο. Άλλωστε λίγα χρόνια πριν, την νεολαία αυτήν τη ζούσα και την παρατηρούσα από κοντά, έστω κι αν δεν ήμουν πλήρες μέλος της. Γνώριζα προσωπικά ορισμένους συνομήλικούς μου που ανήκαν σε επιφανείς γενιές και είχα φιλικές σχέσεις με άλλους, χαμηλότερης καταγωγής μεν, αλλά που ενηλικιούμενοι θα γίνονταν κι αυτοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα. Ήξερα λίγο πολύ τι πίστευαν και για ποια θέματα θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν. 

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης αλήθεια ότι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι νέοι της Αθήνας είχαν δείξει για τελευταία φορά  έντονες ανησυχίες και συγκεκριμένα σημάδια αμφισβήτησης. Εδώ που τα λέμε, κάτι ανάμεσα σε καταγγελία της ισχύουσας τάξης και ανταρσία, οι Αθηναίοι είχαν να δουν από τον καιρό του περιβόητου Αλκιβιάδη,  όταν οι νεολαίοι είχαν κόψει τις κεφαλές (και τους φαλλούς – σύμβολα της πατρικής εξουσίας, αλλά και της οριοθέτησης των ιδιωτικών περιουσιών) των οδόσημων Ερμών, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

Αλκ

[…] Όπως έχω αναφέρει και σε άλλα σημεία της παρούσας γραφής, οι βασικοί ηγέτες της Αθηναϊκής δημοκρατίας την εποχή που επέστρεψα στην Αθήνα ήταν, σχεδόν όλοι, ηλικιωμένοι. 

Όμως, την ίδια εποχή, όχι μόνον οι ¨υγιείς βάρβαροι¨ όπως αποκαλούσαν κάποιοι φιλοσοφούντες τα αλλοδαπά έθνη του βορρά, αλλά και ορισμένα  περιφερειακά ελληνικά έθνη προτιμούσαν ήδη να δίνουν ουσιαστική  εξουσία σε άτομα εξαιρετικά  νεαρής ηλικίας. Βεβαία, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η άνοδος στον θρόνο των Μακεδόνων του νεαρού Αλέξανδρου, αλλά και η προώθηση σε καίριες θέσεις εξουσίας μιας συντροφιάς συνομηλίκων του, που την περίοδο εκείνη υπέτασσαν την Ασία.

 Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κάποιες επιπτώσεις ανάμεσα στους νεαρούς Αθηναίους. Και οι επιπτώσεις αυτές δημιουργούσαν ένα ιδιότυπο κλίμα, έστω κι αν κάθε υποομάδα της νεολαίας προσλάμβανε και ερμήνευε τις εξελίξεις με διαφορετικό τρόπο. Γιατί στην Αθήνα, σε αντίθεση με τη Σπάρτη και τις άλλες λακωνίζουσες δωρικές πόλεις,   υπήρχαν και υποομάδες και ρεύματα και τάσεις, τόσο ανάμεσα στους ενήλικες, όσο και ανάμεσα στους νέους.

Ας αρχίσουμε από τους νεαρούς που παρακολουθούσαν την ακαδημία του Πλάτωνα (ως επί το πλείστον  γόνους ολιγαρχικών αριστοκρατικών οικογενειών), αλλά και εκείνους που τους ακολουθούσαν και συμμερίζονταν τις απόψεις τους, έστω κι αν δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες που θα τους επέτρεπαν να συμμετέχουν σε όλες  τις ¨ακαδημαϊκές¨ δραστηριότητες.

Εκεί στην Ακαδημία, κατά τη γνώμη μου, ο νεανικός ενθουσιασμός οδηγούσε, σε δύο ¨φυγές¨: μία προς τα μπρος και μία προς τα πίσω.

Δηλαδή, αφ’ ενός  προς μια επιθυμητή μελλοντική Ουτοπία,  όμοια ή παρόμοια με εκείνη που έχει περιγράψει ο Πλάτωνας στην ¨Πολιτεία¨ του, και αφ’ ετέρου προς τα αρχέγονα ελληνικά ιδεώδη της Ομηρικής Εποχής, όπως εκείνα που εφαρμόζονται ακόμη και σήμερα στην Σπάρτη.  Και τα δύο αυτά ¨ιδανικά¨ απείχαν παρασάγγες από τις επιδιώξεις και τα οράματα που εξέφραζαν οι, ως επί το πλείστον, ¨περί των πραγμάτων τυρβάζοντες¨ (πραγματιστές)¨ και ¨συμβιβαστικοί¨ ρήτορες του κοινοβουλίου.

Στο άλλο αθηναϊκό γυμνάσιο/φιλοσοφική σχολή, το Λύκειο  του Αριστοτέλη, είχε κατά κάποιο τρόπο διοχετευτεί το νεανικό κοινό που άλλοτε ακολουθούσε τον Ισοκράτη, έστω και εάν ο Σταγειρήτης είχε εμφανώς διαφοροποιημένες απόψεις και είχε προσανατολίσει τη θεματολογία της σχολής του σε ένα σωρό οργανωμένα πλέον  θέματα, όπως η Φυσική, η Ηθική, η Αισθητική και όχι, όπως έκανε ο παλιός δάσκαλος,  στη Ρητορική, την ενταγμένη στην πολιτική προσπάθεια ενοποίησης των Ελλήνων.

Όμως, η λατρεία του ¨ορθού λόγου¨  και η συστηματική ταξινόμηση των κεκτημένων γνώσεων των Αριστοτελικών περιπατητών[1], οδηγούσε σε αλλαγές του τρόπου σκέψης των νέων, προς το παρόν όχι άμεσα διακριτές, αλλά που σίγουρα εγκυμονούσαν εκπλήξεις και, ενδεχομένως, εκρήξεις. Ήδη όμως ήταν φανερό ότι οι νεαροί αριστοτελικοί δεν ανέχονταν ασυζητητί τους μύθους που πλάσαραν οι παλιοί ρήτορες ούτε τα σοφίσματα που προτιμούσαν οι πιο εκσυγχρονισμένοι. Υπήρχε λοιπόν και εκεί κάποια αδιόρατη δυσαρέσκεια και τα σπέρματα μιας τάσης για αμφισβήτηση.  

Ο τόπος πάντως όπου η νεανική αμφισβήτηση έπαιρνε τα πιο έντονα (και ενίοτε τα πιο διασκεδαστικά για μερικούς και ανησυχητικά για άλλους) χαρακτηριστικά της, ήταν το τρίτο γυμνάσιο-σχολή της Αθήνας, το Δημόσιο Γυμνάσιο του Κυνοσάργους.

Εκεί, στην αριστερή όχθη του Ιλισού, και όχι πάντοτε και κατ’ ανάγκην στα πλαίσια των κανονικών τακτικών μαθημάτων και διαλέξεων, αλλά, συχνότερα, άτυπα και έξω από την οργανωμένη διδακτική δραστηριότητα, όχι τόσο στις αίθουσες, όσο κάτω από τα σκιερά πλατάνια, είχε δημιουργηθεί εδώ και καιρό μια ευδιάκριτη εστία έντονων προβληματισμών και συζητήσεων πάνω σε θέματα ηθικά, κοινωνικά, και πολιτικά.

Στον ειδυλλιακό αυτόν τόπο μαζεύονταν λογής λογής νεολαίοι, άλλοι εύποροι, άλλοι λιγότερο, ορισμένοι (λίγοι) αριστοκρατικής προέλευσης, άλλοι (οι περισσότεροι) γιοι ¨παραλιακών¨ εμπόρων, ακόμη και πλούσιων μετοίκων. Εδώ, που και που, μπορούσες επίσης να συναντήσεις  ως και κάποια φιλομαθή κορασίδα,  ή, όχι και τόσο σπάνια, κάποια διανοούμενη εταίρα.

Κανονικά, σε αυτό το Γυμνάσιο, το μόνο που δεχόταν επισήμως τους μη αμιγείς Αθηναίους, θα έπρεπε να έχω φοιτήσει και εγώ. Όμως, οι σχέσεις του Ευρύνου με τμήμα των ισχυρών πολιτικών της εποχής και η προσωπική του φιλία με τον Ισοκράτη, με είχαν οδηγήσει στην ιδιωτική σχολή του μεγάλου ρήτορα. Πρέπει πάντως να παραδεχτώ ότι, ήδη από τότε, με γοήτευε η φήμη αυτού του αντισυμβατικού τόπου, όπου οι προβληματισμοί ανακατεύονταν με τραγούδια και με αστεϊσμούς που σύντομα περνούσαν από την αριστερή όχθη του Ιλισού στη δεξιά  για να διασκεδάσουν το όλον Άστυ.

ξξ

[…] Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Αθήνα ήταν ήδη τότε μια μεγάλη ¨Γυμνασιούπολη¨, φημισμένη ανά την Μεσόγειο, της οποίας τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά, παρακολουθούσε μεγάλο πλήθος νέων από τις άλλες ελληνικές μητροπόλεις, από τις αποικίες, καθώς και γόνοι αλλοδαπών εθνών. Όπως για τους αμιγώς Αθηναίους, έτσι και για τους αμιγώς ξένους (οι οποίοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Πόλη μόλις θα τελείωναν τις σπουδές τους) δεν υπήρχαν απαγορεύσεις επιλογής. Εφόσον διέθεταν τα απαραίτητα χρήματα μπορούσαν να επιλέξουν Σχολή και Δάσκαλο. Από αυτήν την κατηγορία νέων, που με θαυμασμό και περιέργεια περιδιάβαιναν πέρα δώθε την Αττική Γη προήλθαν, αργότερα, ξένοι ηγέτες – φίλοι της Αθήνας, αρχηγοί νέων φιλοσοφικών ρευμάτων, ενώ, παρά το παρακμιακό στοιχείο που ήδη διάβρωνε την ατμόσφαιρα εκείνη την εποχή,  οι αθηναϊκοί προβληματισμοί μεταλαμπαδεύονταν στο σύνολο του ελληνικού χώρου.

Έλεγα λοιπόν πως, παρά το ότι γνώριζα ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αθηναίων νέων της εποχής, δεν είχα προβλέψει ότι θα μπορούσαν να εμφανιστούν διεκδικητικά στο πολιτικό προσκήνιο. Γι αυτό, αμέσως μετά τα ¨γεγονότα¨ ανέθεσα στον Οινοκράτη να ψάξει και να μου βρει όσα στοιχεία μπορούσε.

11742690_876721375729908_2855430062594121711_n

[1] Κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος κειμένου, το Λύκειο του Αριστοτέλη, χάρη στην εκτός αιθουσών διδασκαλία, είχε αποκτήσει την επωνυμία ¨Περιπατητική Σχολή¨ και οι οπαδοί – μαθητές του Αριστοτέλη αποκαλούντο ήδη ¨περιπατητικοί¨.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο τρίτο: Απόψε έχει τελετή

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

RF0073

Κεφάλαιο τρίτο. Πριν την τελετή

Ο Εύελπις προσπαθεί να παραμερίσει το συγκινησιακό φορτίο της πρώτης-μέρας-ξανά-στην-Αθήνα και να συγκεντρωθεί. Δεν είναι εύκολο.

Ανακαλύπτει με έκπληξη ότι θα ήθελε να κάνει πράγματα που άλλοτε του φαίνονταν μάλλον ανιαρά και συχνά περιττά, όπως το να καθίσει στο αίθριο και να πιάσει ψιλοκουβέντα με τον πατέρα Ευρύνου, με τη μητέρα Άνθεμη, με την αγαπημένη αδελφή Δανάη, που δεν είναι πια τόσο μικρή, και να μάθει με λεπτομέρειες πώς είναι οι ίδιοι, τι κάνουν οι συγγενείς και οι παλιοί φίλοι που ξανασυνάντησε χτες, να καλύψει κάπως τα κενά των τελευταίων τεσσάρων χρόνων και να αισθανθεί σαν να μην έφυγε ποτέ.

Με τον Ευρύνου, ευτυχώς, είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατά τη διάρκεια της διαδρομής από τον Πειραιά ως τον Λυκαβηττό. Μίλησαν για πολλά κι ανάμεσά τους και για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Ο Ευρύνους έχει πάντοτε άποψη για τα τεκταινόμενα στην Αθήνα, και οι εκτιμήσεις του είναι σχεδόν πάντα ψύχραιμες και αντικειμενικές, τόσο που πολλοί Αθηναίοι φίλοι έρχονται και ζητούν συχνά την γνώμη του πριν πάρουν θέση στη Βουλή για σημαντικά θέματα.

Όμως, με το που έφτασαν στο σπίτι, τον Εύελπι τον διεκδίκησαν οι συγγενείς, οι φίλοι και κυρίως οι γυναίκες, η Άνθεμη και η Δανάη. Νιώθει ότι τους χρωστάει κι άλλη, περισσότερη προσοχή. ¨Ευτυχώς, όπου να ‘ναι φτάνουν από το λιμάνι οι αποσκευές με τα δώρα¨, σκέφτεται και χαμογελάει. Γίνεται πάλι αισιόδοξος: Για όλα θα υπάρξει καιρός.

Σήμερα όμως όλα δείχνουν πως η μέρα θα είναι έντονη. Τις εσπερινές ώρες, όταν ο ήλιος πάψει να καίει ενοχλητικά, προβλέπεται η τελετή στο Λεωκόριο. Και εκτός αυτού,  τόσο η εθιμοτυπία, όσο και η αναγκαιότητα να εκτελέσει σωστά τις διάφορες επιταγές της αποστολής του, τού επιβάλλουν να επισκεφτεί τον ¨αρχηγεύοντα¨ του Δήμου, τον  άρχοντα στρατηγό Φωκίωνα.  

Ο Αισχύνης και ο Δημάδης, οι δύο σημαντικότεροι ηγέτες της φιλομακεδονικής παράταξης θα είναι σίγουρα παρόντες στην τελετή και πιθανότατα στο δείπνο που θα παρατεθεί μετά. Θα τους δει εκεί δημόσια και, επίσης δημόσια, σκοπεύει να δηλώσει ότι θέλει να συναντηθεί όχι μόνο με τους θεωρούμενους ως προσκείμενους στην ανερχόμενη Μακεδονική δύναμη, την οποία άλλωστε δεν εκπροσωπεί, αλλά με τους πάντες. Ακόμη και με τον ρήτορα Δημοσθένη εάν εκείνος το επιθυμεί.

Οι συναντήσεις αυτές ανάμεσα στην αθηναϊκή πολυαρχία και έναν εκπρόσωπο όχι των μακεδόνων, αλλά της κοινής προελαύνουσας εκστρατείας, δεν πρέπει να είναι κρυφές. Ξέρει ότι κάθε μυστική  επαφή μπορεί να προκαλέσει κακόβουλα σχόλια, ανοιχτές επικρίσεις και  ηθελημένες διαβολές που εν τέλει θα δυσκολέψουν την αποστολή του.

 Ξέρει επίσης ότι οι κινήσεις του ενδιαφέρουν πολλούς και ούτως ή άλλως θα παρακολουθούνται. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να κάνει εκ των προτέρων γνωστή την πρόθεσή του να συναντήσει και να ενημερώσει όποιον ενδιαφέρεται για την επέλαση των  ελληνικών στρατευμάτων στην Ασία. Μένει να επαληθευτεί αν οι δικές του καλές προθέσεις θα αντιστοιχούν με εκείνες των άλλων. Στο κάτω κάτω, πρέπει να ‘χει κανείς κατά νου ότι βρισκόμαστε στην σημερινή ¨σοφιστική¨ Αθήνα, όπου το τι ¨φαίνεται ότι είσαι¨ μετράει ίσως περισσότερο από το τι ¨είσαι στην πραγματικότητα¨, άρα: προσοχή.

Από ό, τι του είπε ο Λυκούργος, είναι σίγουρο ότι ¨απόψε στο Λεωκόριο και μετά, στο Δείπνο, θα είναι παρών ο εντονότερος από τους ρήτορες που εχθρεύονται τους Μακεδόνες και την κοινή δράση μαζί τους, ο πασίγνωστος πλέον Δημοσθένης¨. Και όχι μόνο θα είναι παρών αλλά,  όπως υπαγορεύουν οι δημοκρατικές διαδικασίες, θα μιλήσει κιόλας.

¨Θα χαρώ να τον ακούσω¨, απάντησε ο Εύελπις και χαμογέλασε. Εκείνο που κάπως τον ανησυχεί δεν είναι η ομιλία  που θα εκφωνήσει ο Παιανέας,  είναι ότι ο Λυκούργος του ζήτησε να απευθύνει χαιρετισμό στους Αθηναίους και ο εκείνος ο ίδιος.

¨Κάτι τέτοιο θεωρείται μέγιστη τιμή¨, σκέφτεται, ¨και επί πλέον μου δίνει την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής ορισμένα πράγματα, αλλά, κακά τα ψέματα, μπορεί να κρύβει απροσδόκητες παγίδες. Οι Αθηναίοι πολίτες είναι μαθημένοι σε πολύ καλύτερους ρήτορες από μένα, και, διαιρεμένοι όπως είναι αυτόν τον καιρό,  ασφαλώς αποτελούν ένα κοινό δύσκολο ¨.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πει όχι. Ζητάει όμως ορισμένα πράγματα. 

Πρώτο: Η εθιμοτυπική συνάντηση με τον Φωκίωνα να γίνει οπωσδήποτε πριν από την τελετή και την εκφώνηση των λόγων και όχι μετά. Θέλει να είναι έγκυρα και έγκαιρα κατατοπισμένος πριν μιλήσει δημόσια. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε  ο Λυκούργος, «έτσι το έχουμε προβλέψει. Θα σε δεχτεί στο Βουλευτήριο και από κει θα πάμε όλοι μαζί στο Λεωκόριο».

Δεύτερο: Να μιλήσει τελευταίος ώστε, αν χρειαστεί, να απαντήσει σε ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Καμία αντίρρηση ούτε σ’  αυτό.

Τρίτο και τελευταίο, θέλει να μάθει ποιοι άλλοι θα μιλήσουν εκτός από τον Παιανέα και τον ίδιο. Η απάντηση ήταν: «Μόνον ένας, ο ίδιος ο στρατηγός Φωκίωνας. Θα μιλήσει πρώτος μόλις ολοκληρωθεί η θυσία. Μετά ο λόγος θα δοθεί στον Δημοσθένη και θα κλείσεις εσύ. Ύστερα θα αποκαλύψουμε τα αγάλματα και μετά θα πάμε στην Θόλο του Πρυτανείου για το δείπνο».

Φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν στην τελετή της επανατοποθέτησης των αγαλμάτων έχουν οργανωθεί με επιμέλεια, σύμφωνα πάντοτε με τα αθηναϊκά ήθη. 

Ο Εύελπις αναρωτιέται προς στιγμήν αν, απόψε, θα καταφέρει να έχει μια πρώτη επαφή και με το δάσκαλο Αριστοτέλη. Μετά σκέφτεται ότι είναι πιθανό ο ¨φιλοξενούμενος¨ στην Αθήνα Σταγειρίτης να μην θεωρήσει απαραίτητο (ή και να μην έχει καν κληθεί) να παραστεί σε μια τελετή που αφορά ¨εσωτερικά¨ ιστορικά  θέματα της  Πόλης.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, είναι ορθό να αναγγείλει την άφιξή του στον Δάσκαλο σήμερα κιόλας. Συντάσσει λοιπόν μια επιστολή όπου υποβάλλει τα σέβη του στον Αριστοτέλη και ζητάει να γίνει δεκτός στο Λύκειο αύριο το απόγευμα, προκειμένου να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς του βασιλέα Αλέξανδρου και του επικεφαλής των Λογίων, ιστορικού Καλλισθένη.

Στέλνει την επιστολή με έναν υπηρέτη και παρακαλεί τον Ευρύνου να ετοιμαστεί για να τον συνοδέψει στην επίσκεψη στον Φωκίωνα. Η υπόλοιπη οικογένεια θα ξεκινήσει αργότερα και θα κατευθυνθεί στην Αγορά για να παρακολουθήσει την τελετή.

Δύο άλογα ζεύονται στο κομψό όχημα που ο οίκος των Μεγαρέων χρησιμοποιεί για τις  μετακινήσεις σε όσους  δρόμους της Αττικής έχουν λιθοστρωθεί, ο ηνίοχος παίρνει τη θέση του και, πατέρας και γιος, ξεκινούν για το κέντρο της Πόλης.

  Ένα ελαφρό αεράκι ανηφορίζει από το Φάληρο και σπάει την κάψα του θερινού απομεσήμερου. Ο Εύελπις χαλαρώνει. Δίπλα του υπάρχει το σημαντικότερο σύμβολο ασφάλειας: ο πατέρας. Είναι και πάλι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

Ωστόσο, ο  Εύελπις δεν θα ήταν τόσο βέβαιος  για την αίσια έκβαση αυτής της ιστορικής μέρας αν ήξερε μερικά πράγματα που είχαν συμβεί στο κλεινόν άστυ τα τελευταία δεκαήμερα.

ddef0392980019d10dfa921b22c70b0e

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο δεύτερο: Η Κυρά Φρύνη απορεί…

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

agora market

Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο δεύτερο: Οινοκράτης προς Πουλχερίδιον (Η κυρά Φρύνη απορεί…)

Αγαπητό Πουλχερίδιο, αυτή τη φορά δεν έχω να σου διηγηθώ περιπετειώδεις και εναγώνιες ιστορίες. Ωστόσο κάτι μου λέει ότι, τόσο εσύ, όσο και η κυρά σου η Θαίδα που κατάγεται από αυτά εδώ τα μέρη, θα πρέπει να βρείτε ενδιαφέροντα τα παρακάτω νέα από τη καθημερινή, ¨ανθρώπινη¨ ζωή σε αυτή τη τόσο ζωντανή μεγάλη πόλη όπου μόλις επιστρέψαμε.

Ας αρχίσω λοιπόν αξιέραστο Πουλχερίδιο,   λέγοντάς σου ότι για την επιστροφή μας είχε οργανωθεί μεγάλο γλέντι στον οίκο του αφέντη Ευρύνου.  

Όπως ευχόμουνα από καρδιάς, η οικογένεια είναι καλά και, μάλιστα, έχει αυξηθεί. Η Δανάη, η κόρη του πρεσβύτερου αφέντη -μικρό κοριτσάκι μου φαινόταν όταν ξεκινήσαμε για την εκστρατεία- είναι πια μια όμορφη μικροπαντρεμένη κυρά.  Ένα παλικάρι ονόματι Αθηνογένης, παλιός παιδικός φίλος του κυρίου μου του Εύελπι -μολονότι ακραιφνής αθηναίος,  την είχε ζητήσει σε γάμο πέρυσι. Ο Ευρύνους, κατά βάθος ξέρω ότι θα προτιμούσε να κάνει γαμπρό έναν Δωριέα, αλλά, έχοντας ανέκαθεν πάρει θέση ενάντια σε αυτού του είδους τις διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη ζωηρή επιθυμία της μοναχοκόρης του, είχε συναινέσει. Εμείς, στην Ασία (εγώ κι ο κύριος Εύελπις) τα είχαμε, βέβαια, μάθει όλα αυτά κι είχαμε χαρεί, αλλά άλλο είναι να συμμετέχεις σε μια τέτοια χαρά από μακριά και άλλο να την ζεις μαζί με τους πρωταγωνιστές της.

Επειδή ο Αθηνογένης είναι ορφανός από μητέρα, το νεαρό ζευγάρι θα παραμείνει μέχρι τον τοκετό και την περίοδο της λοχείας σε εμάς, κάτω από τις φροντίδες της κυράς Άνθεμης της συμβίας και μητέρας των νόμιμων κληρονόμων του Ευρύνου, που διοικεί με ικανότητα και αρχοντιά τον οίκο των Μεγαρέων στην Αθήνα.

Φαντάζεσαι λοιπόν σε τι πελάγη ευτυχίας πλέει τώρα ο γέρο Ευρύνους και η κυρά  Άνθεμη: Επιστροφή του μοναχογιού και έλευση ενός επιγόνου!

Αγαπητό Πουλχερίδιο, ξέρω πως κατάγεσαι από την Ιωνία, αλλά δεν ξέρω αν έχεις επισκεφτεί την Αθήνα κι αν γνωρίζεις τα κατατόπια. Εγώ, που όπως ξέρεις κατάγομαι από τις Συρακούσες, μια αδιαμφισβήτητα όμορφη πόλη της Δύσης, δεν διστάζω να αναγνωρίσω ότι η Αθήνα με γοητεύει. Και μπορώ να πω ότι αυτήν την έλξη της πόλης πάνω μου τη συνειδητοποίησα σαφέστερα τώρα που επέστρεψα εδώ ύστερα από μακρόχρονη απουσία.

Θα σου πω λοιπόν ότι ένιωσα ανυπόκριτη χαρά διασχίζοντας και πάλι το άστυ χθες, πρώτη μέρα της επιστροφής, έστω κι αν ο αττικός ουρανός είχε πάρει να σκουραίνει και δεν διέκρινα πολλά πράγματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Ευρύνου είχε βραδιάσει για τα καλά. Η ευρύχωρη έπαυλη που του έχει παραχωρηθεί και που βρίσκεται λίγο έξω από τα τείχη του άστεως, στους πρόποδες του κωνικού δασωμένου λόφου που  ονομάζεται Λυκαβηττός, έλαμπε από δεκάδες φανούς, δαυλούς και κεριά. Γείτονες και φίλοι είχαν φτάσει από νωρίς και μας περίμεναν στη δροσιά του κήπου.

Δύσκολο να σου περιγράψω τη χαρά, τη συγκίνηση, τις αγκαλιές, τα δάκρια, τα ενθουσιώδη λογύδρια, τις πανηγυρικές φωνές, το ελαφρό, αρωματικό, ρετσινάτο κρασί, τη μουσική και τα τραγούδια από τους κιθαρωδούς που πλαισίωναν αυτή τη ξεχωριστή βραδιά. Να σου πω μόνο ότι το προσωπικό του Οίκου, είχε ζητήσει την άδεια να ετοιμάσει ξεχωριστή γιορτή για μένα, μια άλλη μέρα, αλλά η κυρά Άνθεμη τους είχε εξηγήσει ότι η γιορτή που η ίδια προετοίμασε θα είναι εξ ίσου αφιερωμένη στο γιό της τον Εύελπι και στον πιστό και αφοσιωμένο Οινοκράτη.  Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον Εύελπι και μένα που ήμασταν οι τιμώμενοι και ούτως ή άλλως κάπως συνεπαρμένοι απ’ τη συγκίνηση του νόστου, εκείνος που έμοιαζε κατ’ εξοχήν να  χαίρεται και να απολαμβάνει τη γιορτή, μιλώντας μάλιστα ακατάσχετα (και ανενδοίαστα) τα ιδιότυπα ελληνικά του, ήταν ο φίλτατος Χονδρόης, που όλα αυτά του φαίνονταν συμπαθητικά, αξιοπερίεργα και, βεβαίως, κάπως εξωτικά.

Όταν η γιορτή τέλειωσε και οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν, ζήτησα από τους φίλους μου του υπηρετικού προσωπικού να μου στρώσουν για απόψε έξω, σε μια γωνιά του πίσω κήπου. Ήθελα πριν αποκοιμηθώ να κοιτάξω τα σπινθηροβόλα αστέρια και να ξανακούσω το τραγούδι των γρύλων των Αττικών.

.

Την επόμενη μέρα, πέρασα σχεδόν όλο το πρωί απαντώντας στις ασταμάτητες ερωτήσεις της κυράς Άνθεμης και της μικρής κυρίας Δανάης σχετικά με τα γεγονότα και τη ζωή στην εκστρατεία∙ ύστερα, όταν ο αφέντης Εύελπις ξύπνησε, μου υπενθύμισε ότι έπρεπε να περάσω από τον οίκο του Παλαμήδη στη συνοικία του Κεραμικού και να τον συνοδέψω στην επίσκεψή του στη κυρά Φρύνη που το μέγαρό της βρίσκεται κοντά στην Οδό των Τριπόδων κάτω από την Ακρόπολη. Να μη ξεχάσω επίσης να της υποβάλω τα σέβη του Εύελπι, τους χαιρετισμούς που μέσω εκείνου της στέλνει η Θαϊδα και να προσθέσω ότι θα την επισκεφτεί και ο ίδιος μια από τις επόμενες μέρες, μόλις ξεμπερδέψει με τα επείγοντα καθήκοντά του.  

Στο σπίτι του Παλαμήδη, αγαπητό Πουλχερίδιο, επικρατούσε ανάλογη κατάσταση με το δικό μας, δηλαδή μεθεόρτια. Αν και η σύζυγος και τα παιδιά του βετεράνου βρίσκονταν χτες στη Ζέα και είχαν λάβει μέρος όλοι μαζί στην ευχαριστήρια θυσία και τις χοές που είχε τελέσει αυτοπροσώπως ο Άρχων Βασιλέας Λυκούργος, επιστρέφοντας πίσω στον Κεραμικό, βρήκαν μια ακόμη εορταστική υποδοχή από συγγενείς, γείτονες και φίλους.  Επομένως η νύχτα υπήρξε μακρά, αλλά ο αγουροξυπνημένος Παλαμήδης ήταν ευδιάθετος ή μάλλον ευτυχής και αφού με κέρασε τα δέοντα, διαφημίζοντάς τα ως εξαιρετικές μαγειρικές δημιουργίες της συζύγου και των θυγατέρων του, έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το υποζύγιο και το όχημα με το οποίο ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης.

Ξέρω πως το να συναντήσεις την Κυρά Φρύνη δεν είναι εύκολο πράγμα και ότι απαιτεί υπομονή, καθώς ο κατάλογος των επίδοξων επισκεπτών της είναι μακρύς και γεμάτος ονόματα διάσημων και εύπορων Αθηναίων. Ωστόσο, όταν αναγγείλαμε ότι είμαστε φορείς μιας επιστολής της Θαΐδας, (πες το αυτό στην κυρά σου, θα χαρεί) η αναμονή υπήρξε ελάχιστη και σύντομα βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το αρχοντικό προϊόν της πιο εύχαρης ονειροφαντασίας των θεών, στο οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο για να αποφευχθεί  κάθε κίνδυνος αθέλητης βασκανίας, δόθηκε το όνομα ενός βάτραχου[1].

Τον βετεράνο πολεμιστή Παλαμήδη, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ξέρω ότι παθιάζεται εύκολα με τα παιχνίδια της τύχης και της συγκυρίας, αλλά, κατά τα άλλα, είναι ένας πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Δε πίστευα λοιπόν ότι θα έμενε με το στόμα ανοιχτό να παρατηρεί ενεός τις αεράτες κινήσεις του πανέμορφου κορμιού της Κυράς, κάτω από το λεπτό πολύπτυχο φόρεμά της, καθώς μας υποδεχόταν χαμογελαστή.

Τέλος πάντων, μόλις ξεπεράσαμε την πρώτη αθέλητη ταραχή, ο Παλαμήδης έβγαλε από το δισάκι του τον κύλινδρο που περιείχε το γράμμα της Θαΐδας και τον παρέδωσε στην Φρύνη. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά δεν άνοιξε τη συσκευασία, παρά την τοποθέτησε στο ανάκλινδρο δίπλα της, προφανώς για να διαβάσει την επιστολή αργότερα, με την ησυχία της. Ύστερα, αφού μας ρώτησε τα τυπικά για το ταξίδι και τα αυτονόητα για την πορεία των μαχών στην μακρινή Ασία (και εμείς την διαβεβαιώσαμε ότι οι μάχες εξακολουθούν να είναι για εμάς νικηφόρες και μόνο νικηφόρες!)  έδειξε ότι υπήρχε ένα θέμα που την απασχολούσε κάπως ιδιαίτερα και για το οποίο θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες.

«Δεν ξέρω αν μου γράφει σχετικά η Θαίδα, αλλά εάν η επιστολή της καθυστέρησε στα Σούσα και στην Τύρο, όπως μου είπατε, μάλλον τα γεγονότα συνέβησαν μετά… και δε θα πρόλαβε να τα σχολιάσει…»

Την κοιτάξαμε και οι δύο ερωτηματικά.

«Λέω για την πυρπόληση της Περσέπολης, για την οποία τα νέα έφτασαν εδώ πρόσφατα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλές και αντιφατικές φήμες. Εσείς μάλλον θα ξέρετε καλύτερα τι συνέβη».

Και εδώ τα ίδια, σκέφτηκα. Ύστερα μέσα μου ξύπνησε ξαφνικά και πάλι ο διερευνητικός, ανιχνευτικός και φιλομαθής Οινοκράτης και έτσι, αντί να απαντήσω, όπως θα ήταν κόσμιο, ότι ούτε εγώ ούτε ο Παλαμήδης ήμασταν στην Περσέπολη όταν έγινε το κακό, την ρώτησα με τη σειρά μου:

«Τι ακριβώς λένε οι φήμες;»

«Εξαρτάται. κυκλοφορούν όπως σας είπα πολλών λογιών σχόλια.  Εσείς λείπετε τέσσερα χρόνια, αλλά η κατάσταση εδώ, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Κυριαρχεί πάντοτε η διένεξη ανάμεσα στους φίλους των Μακεδόνων και τους ενάντιους. Το περίεργο είναι ότι και μέσα σ’ αυτά τα δύο ¨στρατόπεδα¨ για το θέμα της φωτιάς στην Περσέπολη κυκλοφορούν  διαφορετικές εκδοχές. Μερικοί φιλομακεδόνες υποστηρίζουν ότι η Περσέπολη κάηκε -και ¨καλά τους κάνανε¨ – από τον Αλέξανδρο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι επιεικής απέναντι στην Περσική αυτοκρατορία, τουλάχιστον όσο ο Δαρείος είναι  ζωντανός και αντιστέκεται. Άλλοι πάλι, από το ίδιο πολιτικό ρεύμα, λένε πως ο Αλέξανδρος σκοπεύει να ενσωματώσει Πέρσες και Μακεδόνες σε μια νέα μικτή αυτοκρατορία και ότι η Θαίδα, ενεργώντας κάτω από εντολές αθηναϊκής προέλευσης παρακίνησε τους Μακεδόνες να κάψουν την πρωτεύουσα πόλη των Περσών, για να υπονομευτεί μια τέτοια πολιτική. Αλλά αυτή η ενέργεια, λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη, αν όχι ολέθρια, και μπορεί, το λιγότερο, να στοιχίσει στην Αθήνα τις τωρινές καλές σχέσεις με τον βασιλέα».

Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Τώρα και οι δύο την κοιτούσαμε, όχι μόνον ερωτηματικά, αλλά και με θαυμασμό που δεν οφειλόταν πια στο τέλειο παρουσιαστικό, ούτε στη βαθειά μουσικότητα της φωνής της, αλλά στην ευχέρεια με την οποία συνέθετε και παρουσίαζε την περιπλεγμένη πολιτική ζωή των Αθηναίων.  Η Φρύνη μας κοίταξε κι αυτή για λίγο με τα ελκυστικά γαλάζια μάτια της. Ήταν φανερό ότι της άρεσε να μιλάει για τα πολιτικά και ότι ήξερε, θα έλεγα, περισσότερα από όσα εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς ότι ξέρει.

«Αλλά και οι ενάντιοι στην μακεδονική επιρροή, οι κλασικοί αθηναίοι πατριώτες, δεν έχουν μια ενιαία εκδοχή για τα γεγονότα της Περσέπολης», συνέχισε η Φρύνη. «Μερικοί, οι πιο φανατικοί ας πούμε, είδαν μόνο την ευκαιρία να αναδείξουν μια ακόμη ηρωίδα των καιρών. Την Θαίδα που εκδικείται! Οι Μακεδόνες δεν μετράνε σ’ αυτή την εκδοχή. Η παρτίδα παίχτηκε ανάμεσα στους Πέρσες και την Ελληνοπούλα! Εκείνη γκρέμισε τα παλάτια τους και, ασφαλώς, ¨καλά τους έκανε¨. Οι Αθηναίοι είναι εξαιρετικά καλοί στο να φτιάχνουν ήρωες όταν τους χρειάζονται». Χαμογέλασε πάλι, σα να ζητούσε την κατανόησή μας. «Άλλοι αθηνοκεντρικοί πάλι, λένε ότι η πυρπόληση και η καταστροφή για λόγους εφήμερης σκοπιμότητας δεν  ανήκει στις Αρχές και τις Αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Ιστορία, λένε, μας έχει δώσει τα μαθήματά της και όλοι αισθανόμαστε ακόμη το άγος της Μήλου. Επομένως κανένας αθηναίος δημοκράτης δεν θα διανοείτο ποτέ να προξενήσει μιαρές καταστάσεις, έστω έμμεσα και έστω κι αν μιλάμε για απομακρυσμένες περιοχές της υφηλίου. Εσείς που ήσασταν εκεί, στην εκστρατεία, πείτε μου: ποιοι έχουν περισσότερο δικιο;»

Πήρα το λόγο πρώτος για να αποτρέψω ενδεχόμενες υποκειμενικές εξομολογήσεις του Παλαμήδη.

«Θελκτική και αγαπημένη των Αθηναίων Φρύνη, δυστυχώς όταν συνέβη ο εμπρησμός ούτε ο ευπατρίδης Παλαμήδης από ‘δω, ούτε ο υποφαινόμενος δούλος σου Οινοκράτης βρισκόταν στην Περσέπολη. Ήμασταν και οι δύο στα Σούσα, όπου τα όσα κυκλοφόρησαν για τα γεγονότα της Περσέπολης είναι εξ ίσου ποικίλα με εκείνα που μόλις ανέφερες. Όμως ήταν εκεί ο κύριός μου ο Εύελπις του Ευρύνου. Θεωρώ  ότι όταν -μια από τις επόμενες μέρες- θα σε επισκεφτεί, θα μπορέσει ίσως να σε διαφωτίσει σχετικά. Τώρα θα θέλαμε να μας επιτρέψεις να αναχωρήσουμε γιατί σε λίγο, στην Αγορά, θα γίνει τελετή για την επανεγκατάσταση των αγαλμάτων των τυραννοκτόνων και ο Παλαμήδης από δω έχει το καθήκον να είναι παρόν.

«Είναι τελετή ή συνεδρίαση που θα εκδώσει ψήφισμα; Θέλω να πω είναι για όλο το λαό ή μόνο για τους άρρενες;»

«Απ’ ότι ξέρω, είναι παλλαϊκή γιορτή».

«Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. ίσως αργότερα περάσω κι εγώ από εκεί»

Θυμήθηκα ότι είχα μάθει και κάτι άλλο που την αφορά.

«Α, και κάτι άλλο, ωραιότατη Φρύνη. Παραλίγο να το ξεχάσω. Από ό, τι έμαθα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, από φίλους μου της ημεροδρομικής υπηρεσίας, ανάμεσα στα δέματα που μετέφεραν τα πλοία, υπάρχει και ένα για σένα. Αποστολέας είναι και σ’ αυτό η κυρά Θαΐδα. Υποθέτω ότι όπου να ‘ναι θα σε ειδοποιήσουν σχετικά».

«Σε ευχαριστώ αγαπητέ Οινοκράτη και εσένα αγαπητέ Παλαμήδη, μας χαμογέλασε η Ωραία και εγώ σκέφτηκα ότι είναι όμορφο να ακούς το όνομά σου -έστω το παρατσούκλι σου, από ένα τέτοιο στόμα..

  .

«Πόσων χρονών την κάνεις;» με ρώτησε ο Παλαμήδης, καθώς κατεβαίναμε την μαρμάρινη εξωτερική σκάλα του μεγάρου.

«Δεν την κάνω. Ξέρω πόσων χρονών είναι ακριβώς!»

«Πώς έτσι, σου εκμυστηρεύτηκε την ηλικία της η ίδια;»

«Ας πούμε ότι έχω πρόσβαση σε κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες που δεν είναι για όλους».

«Ε, λοιπόν πόσο είναι;»

«Επειδή κρίνω ότι δεν διακυβεύεται τίποτα το εξαιρετικά σημαντικό για τη δημόσια ασφάλεια», γέλασα, «θα σου πω».

«Λοιπόν;»

«Το ισοδύναμο δέκα ολυμπιάδων συν ένα. Με άλλα λόγια ετών τεσσαράκοντα ένα».

«Μα τους αρχιδαιμόνους αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ τη γυναίκα μου!»

«Είναι ο Κρόνος Χρόνος που παίζει τα παιχνίδια του», τον παρηγόρησα.

«Λες; Είναι κι αυτό θέμα τύχης;»

«Έτσι φαίνεται, αλλά και θέμα καλλυντικών ουσιών. Το πεσκέσι που στέλνει η Θαίδα, απ’ όσο ξέρω, περιέχει τέτοιες ουσίες. Εσύ έφερες ανάλογα δώρα στη συμβία σου;»

«Γαμώτο, όχι».

«Τότε μη παραπονιέσαι και κοίτα να επανορθώσεις».

.

Πήραμε την  Οδό των Τριπόδων, ύστερα την κεντρική λαοφόρο οδό των Παναθηναίων και μαζί με δεκάδες πολιτών που έκαναν την ίδια διαδρομή, κατηφορίσαμε προς τον Ηριδανό ή, πιο συγκεκριμένα, προς το σημείο εκείνο όπου ο παραπόταμος του Ιλισού έχει υπογειοποιηθεί από τον καιρό του Πεισίστρατου, για να περάσει από πάνω η οδός της τελετουργικής παρέλασης. Εκεί ο δρόμος των  Παναθηναίων διασταυρώνεται με την οδό της Αγοράς σχηματίζοντας οξεία γωνία και, εκτός από τα αγάλματα των δώδεκα θεών, υπάρχει το Λεωκόρειο, δηλαδή ο ναΐσκος προς τιμή του αρχαίου βασιλιά Λεώ, που είχε θυσιάσει τις κόρες του για το καλό της πόλης (κάτι τέτοια τα συνήθιζαν οι βασιλιάδες άλλοτε). Στο σημείο αυτό οι τυραννοκτόνοι είχαν καθαρίσει τον Ίππαρχο και εκεί βρίσκονταν τα γνήσια χάλκινα ομοιώματά τους πριν τα αρπάξει ο Ξέρξης.  

Πρέπει να πω ότι καταλαβαίνω την περιέργεια των αθηναίων που θέλουν να δουν πώς είχαν απεικονιστεί οι περίφημοι τυραννοκτόνοι, από εκείνους που τους είχαν δει ζωντανούς, γιατί όλοι ξέρουν ότι τα όμορφα αγάλματα που έχουν αντικαταστήσει τα πρωτότυπα στην αγορά, είναι εκδοχές δεόντως εξωραϊσμένες.

.

Ο ήλιος έπλεε προς τα δυτικά (όπως το συνηθίζει) και η περίεργη ξερή, αρωματισμένη αττική δροσιά απλωνόταν στο γύρο. Όπου να ‘ναι η τελετή η αφιερωμένη στην ανάκτηση των χάλκινων ¨φονέων των τυράννων¨ θα άρχιζε.

Ο Παλαμήδης, πολίτης νομιμόφρων  και τυπικός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία με άφησε για να πλησιάσει τους φίλους της φυλής του (ανήκει στη Λεοντίδα φυλή, με επώνυμο ήρωα τον Λεώ που λέγαμε παραπάνω).

Εγώ βρήκα έναν αναπαυτικό πάγκο σε ένα γειτονικό περιστύλιο, και περιμένω γιατί θέλω ν’ ακούσω το χαιρετισμό που θα απευθύνει στον Αθηναϊκό λαό ο Εύελπις. Μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, και ενώ άρχισαν να αγορεύουν οι λοιποί επίσημοι, ο νους μου ταξιδεύει σ’ σένα αγαπητό Πουλχερίδιο. Έβγαλα λοιπόν απ’ το δισάκι μου ένα λεπτό λεύκωμα[1] και με το καρβουνάκι μου άρχισα να ορνιθοσκαλίζω τις σκέψεις μου προς εσένα. Αύριο κιόλας θα σου τις στείλω. Α, ναι, να θυμηθώ να βάλω και ένα υστερόγραφο: Θα σου γράψω:

ΥΓ Θέλω να ελπίζω αγαπητό μου Πουλχερίδιο ότι η επιστολή μου θα φτάσει ως εσένα σε χρόνο ελάχιστο. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχω επικαλεστεί σχετικά (και πλουσιοπάροχα) τον αγγελιοφόρο Ερμή, και τη μικρή θεά Ίριδα, αλλά και επειδή κάποιες υπηρεσίες μου εκτιμήθηκαν δεόντως τελευταία, και μου αποδόθηκαν μερικά προνόμια. Ανάμεσά τους και κάποια προτεραιότητα στην υπηρεσία των Ημεροδρόμων.

Ο εσαεί πιστός θαυμαστής σου, Οινοκράτης.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

[1] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Μνησαρέτη από τις Θεσπιές αποκλήθηκε Φρύνη επειδή το δέρμα της ήταν λείο και διάφανο όπως του ομώνυμου βάτραχου (φρύνος).

[2] Λεύκωμα: ξύλινη, κατά κανόνα, επιφάνεια, βαμμένη λευκή όπου μπορούσε κανείς να γράψει με διάφορα μέσα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πρώτο: Στη Ζέα

Posted by vnottas στο 26 Ιουνίου, 2017

ηγ

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Μέρος ΣΤ΄

Η αλυσίδα ανάμεσα στους δυο λιθόχτιστους πύργους που επιβλέπουν την είσοδο στο λιμάνι της Ζέας είναι κατεβασμένη αφήνοντάς μας το πέρασμα των εκατό μέτρων της εισόδου ελεύθερο. Η ακτή εκατέρωθεν είναι προστατευμένη από ισχυρό τείχος.  Μπαίνουμε στον κυκλικό ναύσταθμο, το ένα σκάφος μετά το άλλο, με τα πανιά κατεβασμένα και με χρωματιστές ταινίες να κυματίζουν ψηλά στους ιστούς.

Εμψυχωμένοι από τη χαρά της πετυχημένης επιστροφής και παρά την αδιαμφισβήτητη κούραση, οι ερέτες κωπηλατούν με επιδεξιότητα ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές κατευθυντήριες κραυγές των κελευστών. Σύντομα δένουμε στους χώρους που έχουν προβλεφτεί για μας, στο κεντρικό τμήμα του πέταλου ανάμεσα στους δύο φυσικούς βραχίονες του λιμανιού. Πρώτα τα στρογγυλά φορτηγά και μετά τα πολεμικά -με τα καλυμμένα από ορείχαλκο έμβολά τους να γυαλίζουν στον απογευματινό ήλιο.  

Το δικό μας ημιφορτηγό σκάφος που μεταφέρει τους ¨τυραννοκτόνους¨ και την  ομάδα που τους συνοδεύει,  θα προσδεθεί ακριβώς στο κέντρο της προκυμαίας. Δίπλα μας δένει το μακρύ, αιχμηρό σκαρί της τριήρους η οποία ηγείται της μοίρας των πολεμικών πλοίων που προστάτευσαν το ταξίδι μας από την ασιατική ακτή ίσαμε εδώ.

Ο ναύσταθμος της Ζέας είναι ένα από τα μέρη που βοηθούν στο να καταλάβει κανείς γιατί η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια αξιοσέβαστη δύναμη. Εδώ είναι ορατές οι υποδομές της ναυτικής ισχύος της πόλης της Παλλάδος: πλήρη ναυπηγεία, πολλές δεκάδες νεώσοικοι ικανοί να στεγάσουν εργασίες συντήρησης και επιδιόρθωσης παντός είδους πλοίων, αποθήκες, σκευοθήκες και, βέβαια, πλήθος από βιοτεχνικά εργαστήρια και καταστήματα εξειδικευμένα για κάθε ναυτική ανάγκη.

Επί πλέον υπάρχει ικανή επίβλεψη των χώρων του πολεμικού λιμανιού της Ζέας, όπως και του γειτονικού λιμανιού  της Μουνιχίας, από στρατιωτικά τμήματα που εδρεύουν στον υπερκείμενο ομώνυμο ¨Λόφο της Μουνιχίας ¨[1]. Στη νοτιοδυτική πλαγιά αυτού του λόφου βρίσκονται οι κατοικίες των εργαζόμενων στα λιμάνια, οι λέσχες των πληρωμάτων των πλοίων[2], καθώς και το απαραίτητο θέατρο για την ψυχαγωγία των πειραιωτών και των φιλοξενουμένων τους.

Δεν ξέρω ακριβώς αν το νέο της άφιξής μας έφτασε από τις φρυκτωρίες ή με άλλο τρόπο, γεγονός πάντως είναι ότι στην προκυμαία υπάρχει μεγάλο πλήθος που μας περιμένει και μας επευφημεί. Σίγουρα πρόκειται για τους συγγενείς των επαναπατρισμένων πολεμιστών και των πληρωμάτων,  όμως ακούω και θριαμβευτικές κραυγές και συνθήματα που αναφέρονται στην επιστροφή των ¨τυραννοκτόνων¨.

Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει ο Καλλισθένης όταν υποστηρίζει ότι τα σύμβολα είναι πολύτιμος συνδετικός κρίκος για κάθε ομάδα ή κοινότητα: τόσο για τους συνωμότες πέρσες ευγενείς που ανασύρουν παλιά, αλλά εμβληματικά στέμματα και ξίφη προκειμένου να αμφισβητήσουν και να κατηγορήσουν για ενδοτικότητα τον Δαρείο, όσο και για  τους πολλούς αθηναίους δημοκρατικούς που πανηγυρίζουν γιατί τα αγάλματα των τυραννοκτόνων (κυρίως επειδή συμβολίζουν το κακό τέλος των τυράννων και τον τελικό θρίαμβο της δημοκρατίας) θα πάρουν και πάλι τη θέση τους στην Αγορά.

Καθώς τα πλοία ακινητοποιούνται οι ερέτες εγείρονται, σηκώνουν τα κουπιά όρθια δίπλα τους, τα σείουν σαν να ήτανε δόρατα και, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, κραυγάζουν συγχρονισμένα τα δικά τους, ναυτικά, συνθήματα αντιχαιρετισμού. Μετά τοποθετούν τα κουπιά στις εσωτερικές θήκες και αρχίζουν, κουνώντας  με ενθουσιασμό τα χέρια, να χαιρετάν τους γνωστούς και τους άγνωστους της παραλίας. Ωστόσο παραμένουν στα πλοία. Το σήμα της αποβίβασης δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στον κεντρικό ιστό της μοιραρχίδας.

Απέναντι από το δικό μας καράβι, στην κορυφή του κυκλικού λιμανιού, έχει στηθεί ένα πρόχειρο σκίαστρο για τους επίσημους που περιμένουν.  Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζουν τα έντονα χρώματα των ενδυμασιών των μελών της επιτροπής υποδοχής και γυαλίζουν οι περικεφαλαίες και οι αιχμές των ακοντίων της τιμητικής φρουράς που την συνοδεύει.

Ακούγονται μερικές κοφτές διαταγές και οι φρουροί καταφέρνουν με λίγες συντονισμένες κινήσεις να ανοίξουν ανάμεσα στο πλήθος έναν διάδρομο που οδηγεί από το σημείο όπου είναι συγκεντρωμένοι οι εκπρόσωποι της Πόλης, έως το πλευρισμένο πλοίο μας.

Το τιμητικό άγημα παρατάσσεται στις πλευρές του διαδρόμου και η επιτροπή ανεβαίνει στο κατάστρωμα και χαιρετά με σφίξιμο των καρπών και εναγκαλισμούς τον Μοίραρχο (που έχει στο μεταξύ περάσει μαζί με τους δύο ύπαρχους από την μοιραρχίδα στο δικό μας πλοίο), τον πλοίαρχο της ημιολκάδος που μας μετέφερε, τους πρέσβεις και, βέβαια, τον υποφαινόμενο, όχι ως γιο του ισοτελούς Ευρύνου από τα Μέγαρα, κάτοικου των Αθηνών, αλλά  ως ¨εκπρόσωπο της στρατιάς που με εντολή του Συνέδριου της Κορίνθου και κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, δίνει αυτήν τη στιγμή τις δέουσες απαντήσεις των Ελλήνων στην υπεροψία και τις παρελθούσες προκλήσεις της Ασιατικής Αυτοκρατορίας¨.

Ο επικεφαλής δεν είναι κανένας τυχαίος, παρά, όπως υποδεικνύει η ιερατική ράβδος που κρατάει, και το τελετουργικό αρχοντικό του κράνος, ο ίδιος ο εκλεγμένος ¨άρχοντας βασιλέας¨, του οποίου οι αρμοδιότητες, όπως είναι γνωστό, αφορούν κυρίως την επικοινωνία με τις θεότητες για το τρέχον έτος. Προφανώς, θα επακολουθήσει κάποια θρησκευτική τελετή. Ωραία, σκέφτομαι, έτσι θα ικανοποιηθούν και τα πιο θρησκευόμενα μέλη του πληρώματος τα οποία το πήραν κάπως βαριά που η νηοπομπή δεν σταμάτησε, ως είθισται, στο ναό του Σουνίου για να ευχαριστήσει το Μεγάλο Κύριο των Κυμάτων. 

Μετά ο άρχων βασιλέας βγάζει την εθιμοτυπική περικεφαλαία. Παρά το ότι η κώμη του είναι πλέον περισσότερο λευκή παρά γκρίζα, τον αναγνωρίζω αμέσως. Πρόκειται για τον ρήτορα Λυκούργο το γιο του Λυκόφρονα, της ιερατικής γενιάς των Βουτάδων, παλιό μαθητή του Πλάτωνα και, αργότερα, του δάσκαλου Ισοκράτη. Είναι επίσης, απ’ όσο ξέρω, ένας μάλλον μετριοπαθής αντιμακεδόνας, που ωστόσο θεωρείται το δεξί χέρι  του στρατηγού Φωκίωνα ο οποίος ¨αρχηγεύει¨ αυτή την περίοδο στην Αθήνα με την έμμεση συναίνεση των Μακεδόνων.

Τον θυμάμαι καλά.  Είχε πάντα τη φήμη του δίκαιου και του αδέκαστου άρχοντα. Μεταξύ μας, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να το έχει παρακάνει σε αυστηρότητα, γιατί μερικοί τον παρουσιάζουν ως άτεγκτο. Πάντως οι αθηναίοι είχαν αρνηθεί να τον παραδώσουν στον Αλέξανδρο, όταν εκείνος μετά την καταστροφή των Θηβών ζήτησε να του δοθούν ορισμένοι στρατηγοί ως όμηροι. Στη συνέχεια, ήδη πριν την αναχώρησή μου, η Πόλη του είχε συχνά εμπιστευτεί την διαχείριση των ταμείων της και εκείνος είχε καταφέρει να αυξήσει τα έσοδα και να υλοποιήσει αρκετά σημαντικά δημόσια έργα, όπως τον εκσυγχρονισμό των λιμανιών, την ανακαίνιση του θεάτρου του αφιερωμένου στον Διόνυσο στους πρόποδες της Ακρόπολης, και άλλα. Οι πρέσβεις ισχυρίζονται ότι οι γυμνικοί αγώνες των φετινών Μεγάλων Παναθηναίων θα διεξαχθούν στο χώρο ανάμεσα στους λόφους του Άγρα και του Άρδηττου, εκεί όπου μέχρι τώρα γίνονταν μόνο οι ιπποδρομίες και όπου, χάρη στον Λυκούργο, υπάρχει τώρα ένα μεγάλο ¨Παναθηναϊκό¨ στάδιο με έδρανα από καλά επεξεργασμένο λίθο του Υμηττού. Σκέφτομαι ότι είναι ένας από τους αθηναίους ηγέτες με τους οποίους, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να έχω μια ιδιαίτερη συνομιλία.

Ο Λυκούργος μας πληροφορεί ότι για την επίσημη παραλαβή από τον Δήμο των δύο αγαλμάτων  και την εκ νέου τοποθέτησή τους στο παλιό περίβλεπτο σημείο  της Αγοράς, έχει προβλεφτεί ειδική τελετή που θα γίνει αύριο, επί τόπου, με την παρουσία του Δήμου και όλης της πολιτικής ηγεσίας της Πόλης.  Τα αγάλματα θα μεταφερθούν στην Αθήνα (με το ειδικό φρουρούμενο όχημα που περιμένει να τα παραλάβει) και θα διανυκτερεύσουν στο Θολωτό Κτίριο της Αγοράς πολύ κοντά στο σημείο όπου θα τοποθετηθούν αύριο.

Σήμερα όμως, στο Θέατρο του λόφου της Μουνιχίας θα γίνει μία πρώτη τελετή υποδοχής προς τιμήν των απόμαχων που επέστρεψαν και στην μνήμη εκείνων  που έπεσαν ένδοξα στην Ασία. Θα υπάρξει ευχαριστήρια θυσία σφαγείων προς τους θεούς καθώς και χοές. Εμείς μπορούμε, αν το επιθυμούμε να παρακολουθήσουμε την τελετή ή να κατευθυνθούμε άμεσα προς το Άστυ των Αθηνών. Απευθύνεται σε εμένα: «Εσένα Μεγαρέα σε περιμένει στην προκυμαία ο πατέρας σου ο Ευρύνους» μου λέει κάπως εμπιστευτικά.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Ευρύνους θα είναι εδώ. Προς στιγμήν απορώ που ο Λυκούργος δεν τον ανέβασε μαζί του στο πλοίο. Μετά σκέφτομαι τη μανία ορισμένων Αθηναίων για την τήρηση των πρωτοκόλλων που αφορούν τα προνόμια των γνήσιων πολιτών σε σχέση με τους μέτοικους, ισοτελείς ή όχι.  Ή μήπως η συμπεριφορά του άρχοντα θέλει να μου αποστείλει κάποιο πρώτο (προειδοποιητικό;) μήνυμα ότι οι αντιμακεδόνες είναι πάλι στα πάνω τους στην Αθήνα;

Ύστερα από λίγο, ο ήλιος έχει γείρει αποφασιστικά από την άλλη μεριά των απέναντι υψωμάτων (όπου βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά, ο Κάνθαρος, απ’ όπου είχα ξεκινήσει για την εκστρατεία), οι τυπικότητες έχουν ολοκληρωθεί, το πλήθος (ανάμεσά του πολλές ομάδες πολεμιστών αγκαλιασμένων με τους συγγενείς και τους φίλους τους) ανηφορίζει προς το θέατρο της Μουνιχίας, τα πλοία οδηγημένα από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ανδρών ελευθερώνουν τα αγκυροβόλια και κατευθύνονται προς τους νεώσοικους για επιθεώρηση και εγώ αγκαλιάζω επιτέλους τον πατέρα Ευρύνου.

Τον βρίσκω καθισμένο κάτω από το σκίαστρο της επιτροπής υποδοχής, με ένα χαμόγελο δακρυσμένης χαράς να υγραίνει τα γένια του. Δίπλα του καθισμένος ανακούρκουδα και ευτυχισμένος, τουλάχιστον όσο ο σκύλος Άργος όταν ξαναείδε τον Οδυσσέα, βρίσκεται ο Οινοκράτης, ο οποίος, χωρίς να γίνει αντιληπτός, είχε ήδη εγκαταλείψει το πλοίο για να δώσει την είδηση ότι ναι, επιτέλους φτάσαμε και να πάρει τα συγχαρίκια από το πρεσβύτερο αφεντικό του.

***

γγγ

[1] Λόφος της Μουνιχίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ¨Μοναχικός Λόφος¨. Μούνος(ιωνική), Μώνος (δωρική) =Μόνος. Ο λόφος αργότερα θα ονομαστεί Καστέλι ή Καστέλα.

[2] Λέσχες πληρωμάτων. Ήταν σύνηθες στον αρχαίο αθηναϊκό στόλο τα μέλη των πληρωμάτων να ανήκουν σε λέσχες, ένα είδος συλλόγων με ποικίλες δραστηριότητες και με έδρες στο ευρύτερο λιμάνι του Πειραιά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έκτο: Λίγο παρακάτω…

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Triremi

6. Λίγο παρακάτω…

Στην κεντρική προκυμαία του λιμανιού, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου ο Παλαμήδης, ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης τα λένε καταναλώνοντας αρακομεζέδες, τα πράγματα εξελίσσονται ως εξής: Ο Μένης και ο Εύελπις, χωρίς τους εθιμοτυπικούς πλεονασμούς που απαιτεί το αξίωμα του πρώτου και συνοδευμένοι μόνον από δύο φρουρούς, έχουν φτάσει στα πλοία των Καρχηδονίων εμπόρων και έχουν ζητήσει να μιλήσουν με τον επικεφαλής.

Οι ναύτες τους οδηγούν σε ένα μικρό αλλά καλοεξοπλισμένο σκάφος, από εκείνα που συνοδεύουν τα στρογγυλά φορτηγά πλοία, -το οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, είναι η έδρα του αρχηγού της αποστολής- αλλά, ¨θα πρέπει να έχουν την καλοσύνη να περιμένουν λίγο¨, γιατί ο επικεφαλής ¨βρίσκεται αυτή τη στιγμή στις αποθήκες του λιμανιού και επιβλέπει την αγορά των τελευταίων προμηθειών για το επικείμενο  ταξίδι επιστροφής¨. Στέλνουν να τον ειδοποιήσουν  και εκείνος, ένας βραχύσωμος αλλά γεροδεμένος  άνδρας με σκαμμένο πρόσωπο, καταφτάνει λίγο αργότερα μαζί μ’ έναν ντόπιο προύχοντα, έναν απ’ εκείνους που είχαν επισκεφτεί χτες τον Μένη.

Ο Καρχηδόνιος και ο Τύριος υποκλίνονται με τον βαθύ ανατολίτικο τρόπο και εκφράζουν τη χαρά τους για την επίσκεψη. Ο γηγενής διευκρινίζει ότι βοηθούσε τον Καρχηδόνιο στις αγορές των εφοδίων και ότι τον συνόδεψε ως εδώ προκειμένου να χρησιμέψει ως μεταφραστής.

Ο Εύελπις ρωτάει απ’ ευθείας: προς τι αυτό το ενδιαφέρον; Προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την προσφορά βοήθειας που του φαίνεται τόσο απροσδόκητη όσο και περίεργη.

«Τίποτα το παράξενο», απαντά ο επικεφαλής των εμπόρων και ένα είδος χαμόγελου χαράζει το κάτω μέρος του προσώπου του, «δεν είναι για μας κάτι το δύσκολο: η Αθήνα βρίσκεται στη ρότα μας κι έτσι κι αλλιώς θα προσεγγίσουμε το λιμάνι του Πειραιά, όπου  σκοπεύουμε να ανταλλάξουμε ορισμένα απ’ τα εμπορεύματα που φορτώσαμε εδώ, με άλλα, καταλληλότερα για την αγορά της Καρχηδόνας. Χώρος για λίγες δεκάδες επιβάτες υπάρχει στα πλοία, μόνο που, εάν συμφωνήσουμε, θα πρέπει να φροντίσετε για τα επιπλέον τρόφιμα που θα χρειαστούν».

Ο Εύελπις θέλει επίσης να μάθει τα ανταλλάγματα που θα πρέπει να καταβάλει η ελληνική διοίκηση για αυτή την εξυπηρέτηση. Ο Καρχηδόνιος γίνεται πιο διπλωματικός και προσπαθεί να εξηγήσει  ότι, για την πόλη του, η εξακολούθηση των εμπορικών ανταλλαγών με την μητρόπολη Τύρο είναι σημαντική, και ελπίζει πως μια χειρονομία καλής θέλησης από μέρους τους θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων σχέσεων με τη νέα διοίκηση της πόλης. Επί πλέον, τα λογικά κόμιστρα που ζητούν, σίγουρα θα αποσβέσουν μέρος των εξόδων αυτού του εμπορικού ταξιδιού.

Ο Μένης και ο Εύελπις ανταλλάσσουν βλέμματα που δείχνουν ότι δεν έχουν πλήρως πεισθεί για την σκοπιμότητα της προσφοράς και μετά ο Μεγαρέας λέει στον επικεφαλής ότι θα έχει μια απάντηση μέχρι τη δύση του ήλιου. Εκείνος ξαναυποκλείνεται και παρακαλεί ταπεινοφρόνως να μην υπάρξει καθυστέρηση, γιατί από τη μεριά τους είναι έτοιμοι για τον απόπλου και οι οιωνοί προβλέπουν ότι οι ευνοϊκοί άνεμοι δεν πρόκειται να κρατήσουν πολύ.

images (19)

*

Πάντα στην προκυμαία της Τύρου, λίγο παραπάνω αυτή τη φορά, ο Παλαμήδης σηκώνεται όρθιος απότομα.

«Μα τα κακομούτσουνα δαιμόνια, ξεχάστηκα», λέει. «Όμως τώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Δε μένει παρά να προμηθευτώ καναδυό πιο ευπαρουσίαστα ιμάτια. Πρέπει να παρουσιαστώ στις Αρχές και να αναφέρω τα όσα συνέβησαν». Κάνει νόημα στον σερβιτόρο να ‘ρθει να πληρωθεί. Ο Οινοκράτης για μια στιγμή σκέφτεται να προτείνει να πληρώσει εκείνος, αφού ο Παλαμήδης διαθέτει μόνο ό, τι του απέφερε το κρυμμένο δακτυλίδι κι έχει να κάνει και ψώνια,  αλλά επειδή γνωρίζει πια αρκετά καλά τους ηπειρωτικούς Έλληνες, δεν το διακινδυνεύει. Ξέρει ότι ο Αθηναίος ευπατρίδης σίγουρα θα προσβληθεί∙ τον βοήθησαν ανυστερόβουλα και γι αυτό τα πίνει τώρα μαζί τους και τους εξομολογείται τις περιπέτειές του, αλλά όχι και να τον κεράσουν αυτοί. Αυτό σηκώνει έως και χειροδικία!

Αυτά σκέφτεται ο Σικελός και δε λέει τίποτα, παρά μόνο δείχνει προς τα παραλιακά καταστήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν κάμποσα που ξεχωρίζουν από τα χρωματιστά υφαντά, ρουχισμό και στρωσίδια, που κρέμονται μπροστά από τους πάγκους τους.

Έτσι, λίγο αργότερα οι τρεις τους, ο βετεράνος πολεμιστής περιβεβλημένος από μια αστραφτερή καινούργια πορφυρή χλαμύδα και εκατέρωθεν οι δύο επικουρικοί, περπατούν και πάλι με βήμα ταχύ και αισιόδοξο στην πλακόστρωτη προκυμαία, με κατεύθυνση, αυτή τη φορά, προς το κεντρικό της τμήμα, εκεί όπου καταλήγει κάθετα η κεντρική οδός με τα κυβερνητικά κτίρια.

images (18)

Ξαφνικά ο Παλαμήδης ακινητοποιείται.

«Αυτό το πλοίο!» λέει.

«Ποιο;» ρωτάει ο Οινοκράτης που βρίσκεται ήδη δυο βήματα μπροστά και σταματάει κι αυτός.

«Πιποίον;» ρωτάει και ο Χοντρόης, γιατί θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Αυτό», δείχνει ο Παλαμήδης

«Α, αυτό, είναι ένα από τα συνοδευτικά πλοία μιας καρχηδονικής εμπορικής αποστολής. Και το διπλανό επίσης, καθώς και εκείνα τα δύο στο βάθος, τα στρογγυλά, που μεταφέρουν τα εμπορεύματα», εξηγεί ο ενημερωμένος Οινοκράτης.

«Όχι». λέει κοφτά ο Πολεμιστής. «Αυτό το πλοίο είναι εκείνο από το οποίο ξέφυγα τις προάλλες. Το αναγνωρίζω από το στράβωμα της κουπαστής. Σε αυτή την κόγχη είχα ακινητοποιηθεί προτού βουτήξω στη θάλασσα. Σκεφτόμουν ότι η ζωή μου μπορεί και να τελείωνε εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έβλεπα τι υπήρχε γύρω μου. Κοιτούσα με μεγάλη προσοχή. Έψαχνα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάτι τι που θα με βοηθούσε να ανατρέψω την κατάσταση».  

Σκέφτεται για μια στιγμή και προσθέτει κτυπώντας τον μέσο δάκτυλο πάνω στη βάση του αντίχειρα σε ένδειξη ξαφνικής κατανόησης: «Είναι μαζί με τα δύο εμπορικά είπες; Επομένως είναι ένα από τα πέντε πλοία: τα δύο φορτηγά και τα τρία συνοδευτικά που είδα, από τον λόφο, να αφήνουν τον άγνωστο στόλο και να κατευθύνονται νότια».

Οι επόμενες (και παρεπόμενες) εικασίες καταφτάνουν -αλυσιδωτές- αμέσως μετά:

«Άρα έχουν έρθει για να δουν τι κατάσταση επικρατεί στην πόλη», λέει το Παλαμήδης.

«Για ανίχνευση, δηλαδή για κατασκοπία», διαπιστώνει και ο ειδήμων πλέον Οινοκράτης.

«Και προσποιούνται ότι είναι έμποροι!»

«Ενώ οι υπόλοιποι ετοιμάζονται για εισβολή!»

«Προφανώς συνεννοημένοι με κάποιους από τους ντόπιους».

«Μα βέβαια η Τύρος είναι η μητρόπολη των Καρχηδονίων και η Καρχηδόνα έχει γίνει πια μεγάλη δύναμη. Κάτι ξέρουμε και εμείς οι Συρακούσιοι γι αυτό», λέει ο Οινοκράτης. Και συμπληρώνει: «Απ’ ότι άκουσα, αυτοί εδώ έχουν δηλώσει ότι φεύγουν αύριο. Άρα, αν αποτελούν το Δούρειο ίππο του στόλου που είδες, το συμπέρασμα είναι ότι η εισβολή θα γίνει…»

«Κατά την σήμερον εσπεπεπέραν ή εν τη προποσεχή νυκτί!»  αποφαίνεται και ο Χοντρόης γιατί, όπως είπαμε, θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Στο Αρχηγείο λοιπόν! Φτερά στα ποδάρια μας», εισηγείται ο Οινοκράτης, ωθώντας την  πλάτη του Παλαμήδη και τραβώντας ταυτόχρονα πίσω του τον κυκλικό Πέρση.

navigare il mediterraneo

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο. Ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο

Όπου ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

 hqdefault

Ο ήλιος έχει ξεσκαλώσει από τις κορυφές των βουνών κι έχει ανεβεί ψηλά πάνω από το λιμάνι της Τύρου. Το φως του αντανακλάται τώρα έντονο πάνω στην ανατολική πλευρά των άσπρων κτισμάτων του νησιού. Στη δυτική τους πλευρά οι σκιές έχουν πια κοντύνει, αλλά υπάρχουν τριγύρω δέντρα και χρωματιστές τέντες που  φτιάχνουν σκιερά καταφύγια. Σε αυτές τις δροσερές νησίδες οι κυλικειούχοι και οι εστιάτορες της παραλίας έχουν τοποθετήσει πάγκους και τραπέζια για τους μεσημεριανούς τους πελάτες. 

Σε ένα από αυτά τα τραπέζια, στο κέντρο της προκυμαίας, απέναντι στα αραγμένα πλοία και την έντονα κυανή θάλασσα, είναι τώρα καθισμένος ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης, πλαισιωμένος από τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Στο κέντρο της τάβλας, μία  λήκυθος με άρακ (αφού το κρασί που διαθέτει το μαγαζί μοιάζει περισσότερο με ξύδι) και μία  με νερό για το αραίωμα, προμηθεύουν τις κύλικες των συμποτών που κάνουν τις πρώτες ευχητήριες σπονδές περιμένοντας τους θαλασσινούς μεζέδες που έχουν ήδη παραγγείλει.

«Όπως σας είπα, το ξεκίνημά μας ήταν ομαλό», λέει ο Παλαμήδης που απ’ ό, τι φαίνεται η επίθεση που υπέστη δεν του έχει κόψει τη διάθεση να αφηγηθεί τις περιπέτειές του. «Η χερσαία κάθοδος από τα Σούσα ίσαμε την εσωτερική θάλασσα δεν έκρυβε παγίδες και βρισκόμασταν όλοι, αυτοί που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και οι τραυματίες σαν κι εμένα, σε μια κατάσταση ευχάριστης διέγερσης. Μια διέγερση φτιαγμένη από το άλγος του νόστου ανακατεμένο με το όραμα της επανόδου στην πατρίδα, που δε θα αργούσε να υλοποιηθεί. Το είχαμε πάρει πια απόφαση ότι για μας η εκστρατεία τελείωσε και χαιρόμασταν που ήμασταν ζωντανοί και νικητές.

mom-aggeio

Μερικοί από εμάς, είχαν ρευστοποιήσει τα λάφυρα που τους αντιστοιχούσαν και το αντίτιμο, μαζί με τους εξοικονομημένους μισθούς, τα είχαν δώσει σε έγκριτους εκπροσώπους των μεγάλων ιερών ταμείων, προσθέτοντας και μια γενναιόδωρη προσφορά  προς τις  προστάτιδες θεότητες. Έτσι δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν παρά το έγγραφο, υπογραμμένο από αξιόπιστους μάρτυρες, το οποίο πιστοποιούσε την κατάθεση και θα εξασφάλιζε την ανάληψη αντίστοιχου ποσού νομισμάτων στους Δελφούς ή στη Δήλο ή στην Ολυμπία… Μαζί τους είχαν μόνον τον οπλισμό και τα απολύτως απαραίτητα για το ταξίδι.

Ακόμη κι εγώ, παρά το ότι αντιπαθώ τους αργυραμοιβούς και τους τραπεζίτες, άφησα τελικά ένα τμήμα της αμοιβής μου στον εκπρόσωπο του ταμείου του Ιερού Παρθενώνα -τον εμπιστεύτηκα γιατί τον ήξερα από παλιά, ήταν ένας παιδικός μου φίλος από το Φάληρο. Ύστερα αγόρασα έναν ημίονο και έναν γεροδεμένο αχθοφόρο για να διευκολύνουν την μεταφορά των υπόλοιπων πραγμάτων μου. Και οι δυο τα κατάφεραν μια χαρά στη στεριανή διαδρομή. 

Όλα λοιπόν πήγαν καλά μέχρι την Τύρο.

Αλλά κι εδώ δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες: η μοίρα του στόλου που θα μας οδηγούσε πίσω στην πατρίδα ήταν ήδη παρούσα στον λιμένα και η ιδέα του θαλάσσιου ταξιδιού κάθε άλλο παρά μας τρόμαζε. Η θάλασσα, να το ξέρετε, τρομάζει ελάχιστους Έλληνες, κι αυτούς συνήθως απ’ εκείνους που κατάγονται από τις μεσόγειες περιοχές».

Ο Οινοκράτης έδειξε ότι συμφωνεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.

images-32

«Πρώτος ενδιάμεσος σταθμός μας θα ήταν η Μεγαλόνησος της Αφροδίτης», συνέχισε ο Παλαμήδης. «Ξέραμε ότι εκεί είχαν καταπλεύσει και άλλοι οπλίτες που επιστρέφουν από την ασιατική εκστρατεία. Από εκεί, με ενισχυμένη ναυτική συνοδεία, θα διασχίζαμε διαγώνια το Πέλαγος του Αιγαία,  ως την Αττική Γη.

Όμως κάναμε λάθος, ίσως εξ αιτίας της  παραπανίσιας αισιοδοξίας μας.

Ήταν το πρωί της τρίτης μόλις μέρας του ταξιδιού και παραπλέαμε την ασιατική ακτή με πρόθεση να στρίψουμε προς τα  δυτικά μόλις θα φτάναμε στο σημείο όπου το ακροδάκτυλο της Κύπρου απέχει το λιγότερο από την Ασία, όταν μας επιτέθηκαν.

Τη προηγούμενη νύχτα είχαμε δειπνήσει και διανυκτερεύσει σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο ναυτικής στήριξης και ανεφοδιασμού, φτιαγμένο πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλιότερου ελληνικού ¨εμπορίου¨[1] και ίσως και να είχαμε λίγο υπερβάλει σε ευθυμία και σε σπονδές. Βλέπετε, ο αυλητής της μοιραρχίδας δεν ήταν μόνο καλός στο να δίνει ρυθμό στους ερέτες, ήταν καλός και στα νοσταλγικά τραγούδια… Άσε που μαζί με τους  τυμπανιστές των άλλων πλοίων κατάφερνε να παίξει μουσικούς ρυθμούς που σου γαργαλούσαν τις πατούσες.

Όμως, αυτό το -μετά χορών και ασμάτων- αυτοσχέδιο γλέντι εκείνης της νύχτας, δεν εμπόδισε τον Μοίραρχο να βάλει τις σάλπιγγες να μας ξυπνήσουν τ’ άγρια χαράματα για την επανεπιβίβαση. Ξεκινήσαμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε και εντελώς ξύπνιοι, όταν, μέσα στο ημίφως της πρωινής ομίχλης, πίσω από ένα γειτονικό ακρωτήρι ξεπρόβαλαν ξαφνικά τα πειρατικά.  

images-37

Με άλλα λόγια, στην αρχή τουλάχιστον, μας αιφνιδίασαν.  Και μην πάει ο νους σας σε τίποτα μικρές ακάτους με ερασιτέχνες πειρατές από τις γύρω παραλίες, όχι, αυτά που ξεπρόβαλαν μέσα απ’ την ομίχλη ήταν -σας το λέει κάποιος που ξέρει από θάλασσα- κάτι παράξενα στην όψη, αλλά καλοεξοπλισμένα πλοία με ύπουλα έμβολα και ναύτες έμπειρους στις μανούβρες.

Εγώ βρισκόμουν σε ένα από τα σκάφη που έπλεαν στα πρόσω της νηοπομπής, που πάει να πει στο πρώτο που προσπάθησαν να εμβολίσουν οι πειρατές. Ο εμβολισμός απέτυχε, αλλά το πειρατικό πλοίο κατάφερε να πλευρίσει το δικό μας και οι ναύτες του έριξαν γάντζους και επιχείρησαν ρεσάλτο βγάζοντας ακατανόητες κραυγές και βρυχηθμούς.

Ωστόσο, πλήρωμα και επιβάτες, παρά τον αιφνιδιασμό, καταφέραμε να συνταχθούμε και αντισταθήκαμε γενναία. Ίσως και λίγο παραπάνω απ’ ό, τι έπρεπε.

Αυτό το λέω κάνοντας κριτική στον εαυτό μου, γιατί ήμουν εκείνος που έχοντας εξουδετερώσει έναν θηριώδη μαυριδερό που πήδησε πάνω μου κραδαίνοντας μια κυρτή σπάθα, θεώρησα καλό να εμπιστευτώ τα κουρασμένα μου κόκαλα και να πηδήσω με τη σειρά μου πάνω στο κατάστρωμα του πειρατικού. Λάθος μου. Γιατί στο μεταξύ ένα κύμα ή ένα σπρώξιμο από τα συγκρουόμενα σκάφη ώθησε το πλοίο των πειρατών προς τα πίσω χωρίζοντάς το από το δικό μας.

Εν τω μεταξύ, τα αθηναϊκά σκάφη που ακολουθούσαν, συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση και όλα έδειχναν ότι θα ακολουθήσει μακελειό.

images-36

Παρακαλούσα τους Ουράνιους και τους Ενάλιους θεούς, ό, τι είναι να γίνει να γίνει γρήγορα, γιατί από μόνος μου, καθώς ήμουν στριμωγμένος με τη πλάτη στη κουπαστή του ξένου πλοίου και με τους μαυριδερούς να με τριγυρίζουν απειλητικά, είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να τη βγάλω καθαρή.

Και οι θεοί με άκουσαν!

Τώρα θα πρέπει να σας πω ότι εάν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που συνέβαιναν, θα έπρεπε να είχα ήδη απορήσει που δεν έλεγε να ξημερώσει. Πράγματι, αντί η γκριζάδα να διαλυθεί και να πάρει να φωτίζει, το σκοτάδι είχε γίνει βαθύτερο. Η αιτία ήταν κάτι χοντρά νέφη – μελανίες που κατέβηκαν και πήραν τη θέση της ομίχλης. Ακολούθησαν αστροπελέκια και βροντές και, καθώς κάποιος από τους ασκούς του Αιόλου λύθηκε ξαφνικά εκεί κοντά, ένα ανατρεπτικό ρεύμα βροχής και αέρα πήρε να μαστιγώνει και να ταρακουνάει τα ανισόρροπα πλοία.

images-39

Δεν μου έμεναν πολλές επιλογές. Κατέβασα τη σπάθα με την οποία κρατούσα τους πειρατές σε μια κάποια απόσταση, την έφερα στα πλευρά μου και κατάφερα με μία μόνη κίνηση να κόψω τα λουριά με τα οποία, λίγο πριν την συμπλοκή, είχα προλάβει να δέσω πάνω μου έναν βαρύ ορειχάλκινο θώρακά. Ύστερα λύγισα λίγο τα γόνατά και μετά τα τέντωσα με όλη μου τη δύναμη. Αυτά, ως εκ θαύματος, ανταποκρίθηκαν! Έτσι πέτυχα να τιναχτώ πάνω από τη κουπαστή και, γέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω όσο μπορούσα, έκανα μια ανάποδη βουτιά, κατευθείαν στη φουσκωμένη θάλασσα.

Στο φώς των αστραπών είδα τα πλοία μας να απομακρύνονται.  Δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω τι ακριβώς γινόταν. Ήταν ο ξαφνικός ανεμοστρόβιλος που τα έσπρωχνε ή προτίμησαν να υποχωρήσουν κρίνοντας ότι ο εχθρός προς το παρόν υπερτερούσε; Περίμενα μια νέα δέσμη κεραυνών για να εντοπίσω από ποια πλευρά μου βρισκόταν η στεριά και κολύμπησα προς τα ‘κει.

«Και ύστερα;» ρώτησε ο Οινοκράτης, συνεπαρμένος από την αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι έσπρωχνε το σαγόνι του Χοντρόη, έτσι ώστε να το στόμα του να πάψει να χάσκει ορθάνοιχτο.

%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

«Ήμουν εξαντλημένος όταν έφτασα στην ακτή. Ευτυχώς αυτή η -όπως και να το κάνουμε, σωτήρια- καταιγίδα τέλειωσε σύντομα, ο ουρανός ξαστέρωσε και ο ήλιος με ζέστανε και με στέγνωσε. Πριν να φτάσει για τα καλά το μεσημέρι, συνήλθα.

Πλοία δεν φαίνονταν πια στον ορίζοντα. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα, όχι πολύ μακριά απ’ το σημείο που βρισκόμουν, έναν παραθαλάσσιο λόφο που θα μπορούσε να μου δώσει καλύτερη οπτική. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει, και σκαρφάλωσα ως την κορυφή του. Είδα δυο τουλάχιστον σημαντικά πράγματα …»

Ο Παλαμήδης σταμάτησε την αφήγηση, αφενός για να πάρει μια βαθειά ανάσα και αφετέρου γιατί έκρινε ότι η παύση θα όξυνε κι άλλο το ενδιαφέρον των ακροατών του, που έτσι κι αλλιώς τον παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι. 

«Τι;» ρώτησε ο Οινοκράτης.

«Οια η εκείθεν θεωρία;» αναρωτήθηκε κι  ο Χοντρόης, ξανανοίγοντας τα σαγόνια του.

images-24

Ο Παλαμήδης κατάπιε μια γερή γουλιά άρακ. «Πρώτα απ’ όλα, κοιτάζοντας προς τα νότια έψαξα για το μικρό ναύσταθμο όπου είχαμε αγκυροβολήσει την προηγούμενη νύχτα, αλλά δεν τον είδα. Πρέπει να είχαμε απομακρυνθεί περισσότερο από όσο νόμιζα. Ωστόσο, λίγο παρακάτω. είδα κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση των πιο άμεσων προβλημάτων μου. Δηλαδή, έναν μικρό οικισμό ψαράδων, όπου θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια στο όνομα του Ξένιου Δία, που ήμουν σίγουρος ότι θα πρέπει να ‘χει περάσει από εδώ και ότι οι παραινέσεις του θα είναι γνωστές στους περίοικους…»

«Ήταν;»

«Όχι και τόσο. Αλλά μη βιάζεσαι Σικελέ, περίμενε να σου τα πω με τη σειρά. Γιατί το άλλο που είδα από ψηλά ήταν σημαντικότερο από το ψαροχώρι».

«Δηλαδή;»

«Πίσω από το λόφο, σε έναν μικρό όρμο που σχηματιζόταν εκεί, ήταν στριμωγμένος ένας ολόκληρος στόλος. Ήταν τα παράξενα πλοία που μας επιτέθηκαν χτες. Δεν είχαν αναρτημένα εμβλήματα και δε μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια εθνότητα ανήκαν. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν πειρατές, όπως νόμιζα μέχρι τότε. Ήταν πολλοί και πολύ οργανωμένοι για να είναι ληστές της θάλασσας».

«Λοιπόν;»

«Δεν έμεινα πολύ στο λόφο γιατί είδα ότι είχαν τοποθετήσει σκοπιές στα ψηλά σημεία γύρω από τον όρμο, ίσως και στο ύψωμα όπου ήμουν σκαρφαλωμένος, και ήταν πιθανότατο να με εντοπίσουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν υποχωρήσω προσεκτικά προς τις καλαμιές της ακτής πρόλαβα να δω μια μικρή ομάδα πλοίων να αποσπάται από την αγκυροβολημένη αρμάδα και να κατευθύνεται νότια. Μου έκανε εντύπωση ότι δύο τουλάχιστον από αυτά έμοιαζαν κοντόχοντρα εμπορικά σκάφη».

«Είδον σε; Ουκ είδον σε;» ανησύχησε ο Χοντρόης.

«Δε με είδαν. Κρυμμένος ανάμεσα στα καλάμια ακολούθησα μια ρεματιά που κατευθυνόταν προς το χωριό.  Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί δεν ήταν διόλου απίθανο οι ψαράδες να είναι ενημερωμένοι για την άφιξη του παράξενου στόλου εκεί κοντά, ακόμη και να είναι υποστηρικτές ή σύμμαχοι των δήθεν πειρατών. Όμως δε πρόλαβα να το καλοσκεφτώ, γιατί με ανακάλυψαν κάτι πιτσιρικάδες, που τριγύριζαν στο ρέμα παίζοντας πόλεμο, οπλισμένοι με τόξα και ψευτο-βέλη από καλάμι. Τους άφησα λοιπόν να με πιάσουν τάχα ¨αιχμάλωτο¨ και να με οδηγήσουν στο χωριό.

images-30

Οι ντόπιοι, παράτησαν τα δίχτυα που διόρθωναν και μαζεύτηκαν γύρω μου. Ευτυχώς δεν φαίνεται να είχαν επαφές με τους ¨πειρατές¨ ή να γνώριζαν την παρουσία τους στην ακτή. Αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι οι τάχα πειρατές είχαν φτάσει εκεί πολύ πρόσφατα… ίσως μόλις τη χθεσινή νύχτα.

Οι ψαράδες, μιλούσαν μια ντόπια διάλεκτο γεμάτη με δασέα φωνήεντα, αλλά μερικοί μασούσαν και λίγα ελληνικά. Στην αρχή με πέρασαν για άμαθο ναυαγό, προϊόν της χθεσινής καταιγίδας και άρχισαν να παζαρεύουν τη βοήθειά που τους ζήτησα. Είχαν σκοπό να με βάλουν να τους κάνω διάφορα θελήματα πριν μου δώσουν τα απαραίτητα. Όταν όμως κατάλαβαν ότι ήμουν ¨Γιουνάν¨ και ότι ήξερα πως κάπου παρακάτω υπάρχει ελληνικό ναυτικό φυλάκιο, έγιναν ιδιαίτερα, ίσως υπερβολικά, εξυπηρετικοί. Εγώ πάλι, βιαζόμουν να φτάσω στον μικρό ναύσταθμο και από εκεί εδώ στη Τύρο και δεν έδωσα πολλή σημασία  στη συμπεριφορά τους.

Για να μη σας τα πολυλογώ, μου έδωσαν το ένα από τα δύο μουλάρια που διέθετε ο οικισμός τους, καθώς και δύο πεζούς συνοδούς για να με οδηγήσουν ως τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Όμως…»

Έφτασε ένας ντόπιος σερβιτόρος κρατώντας με ακροβατική επιδεξιότητα άφθονα μικρά πινάκια με θαλασσομεζέδες και τα άπλωσε πάνω στην τάβλα.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

«Εν τούτοις;» ρώτησε ο Χοντρόης.

«Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο φυλάκιο που είχε ήδη φανεί στην ακτή στα δεξιά μας, κατέφτασαν καβάλα  πάνω σε έναν ασθμαίνοντα ημίονο (προφανώς τον δεύτερο που διέθετε το χωριό) δύο ακόμη νεαροί, οπλισμένοι με μακριά αιχμηρά κοντάρια. Οι δύο τύποι, αφού μας προσπέρασαν, μας έκοψαν το δρόμο και πήραν παράμερα τους συνοδούς μου. Άρχισαν λοιπόν, που λέτε, να τους μιλάνε έντονα στην περίεργη χασματική γλώσσα τους .

Ψυλλιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Προφανώς οι ψαράδες είχαν αλλάξει γνώμη. Για να επιβεβαιώσω εγκαίρως αυτή μου την υποψία υπήρχε μόνον ένας τρόπος.

«Σας ευχαριστώ και να υγιαίνετε», τους είπα, χτύπησα με τα πόδια μου τα πλευρά του μουλαριού μου  και  τράβηξα τα ηνία προς τα αριστερά, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση και να αρχίσει να τρέχει. Καθώς το μουλάρι μου έστριβε, πλησίασε στο μουλάρι των ψαράδων κι έτσι επωφελήθηκα και του έδωσα ένα γερό λάκτισμα στα καπούλια. Έτσι, ενώ εγώ έτρεχα προς τη μία μεριά (δυστυχώς τη λανθασμένη γιατί απομακρυνόμουν από το φυλάκιο), άρχισε κι αυτό να τρέχει προς την άλλη κατεύθυνση παίρνοντας μαζί του και τον έναν από τους δύο νεοφερμένους ψαράδες, που ήταν ακόμα καβάλα απάνω του».

«Λοιπόν τους ξέφυγες τελικά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλλά μου είχαν κόψει το δρόμο προς τον μικρό ναύσταθμο …και αισθανόμουν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει το κυνήγι. Έτσι δε μου έμενε άλλο παρά να συνεχίσω την πορεία προς το νότο, εγκαταλείποντας όμως τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Σιδώνα προς την Τύρο και ακολουθώντας μικρά και άβολα παράπλευρα μονοπάτια που με δυσκόλευαν και με καθυστερούσαν.

Κατάφερα να φτάσω στην παλιά Τύρο σήμερα το πρωί. Αισθάνθηκα ανακούφιση όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε ηρεμία και ότι ο στόλος-φάντασμα δεν είχε επιτεθεί στις εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής ακτής ούτε απέναντι, στη Νέα Τύρο. Λίγο αργότερα, μια μικρή βάρκα με μετέφερε εδώ, στο νησί».

«Και στα εσωτερικά σοκάκια όπου σε συναντήσαμε, πώς βρέθηκες;» απόρησε ο Οινοκράτης

myth_adis

Ο Παλαμήδης τράβηξε το σκαμνί του προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα, με μια εμφαντική κίνηση των γεροδεμένων του χεριών, τού έδειξε τα σκισμένα και σκονισμένα του ρούχα.

«Εσύ που, αν θυμάμαι καλά, έχεις ζήσει στην Αθήνα και δε μπορεί παρά  να ξέρεις τα στοιχειώδη από κοσμιότητα, για πες μου: πιστεύεις ότι ένας αθηναίος ευπατρίδης, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικών φρονημάτων όπως εγώ, μπορεί να παρουσιαστεί σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στους τοπικούς άρχοντες; Όχι βεβαίως!

Πρέπει οπωσδήποτε να δω τις αρχές και να τις ενημερώσω για όσα συνέβησαν, αλλά πριν συμβεί αυτό, θεώρησα καλό να ανακτήσω, όχι μόνο τις στοιχειώδεις δυνάμεις μου, αλλά και την προσωπική μου αξιοπρεπή εμφάνιση.  Βέβαια δεν είχα πια απάνω μου τίποτα εκτός από ένα δαχτυλίδι, κρυμμένο -για κάθε ενδεχόμενο- μέσα σ’ αυτήν εδώ την πλατιά δερμάτινη ζώνη  κι έτσι, μόλις έφτασα στο νησί έψαξα να βρω κάποιον ενεχυροδανειστή. Βρήκα έναν εκεί ακριβώς που με βρήκατε. Πήρα μερικά χρήματα, μόνο που δεν πρόλαβα να προμηθευτώ τον κατάλληλο ιματισμό, γιατί μου επιτέθηκαν τα ζόρικα παλικάρια που είδατε…»

¨Αχ, αυτοί οι αθηναίοι και η μανία τους για το φαίνεσθαι… αλλά και για την κοσμιότητα…¨,  σκέφτηκε ο Οινοκράτης με μια μικρή δόση νοσταλγίας για την εξεζητημένη ατμόσφαιρα της Πόλης των Αθηνών.

images-26

……

[1] Εμπόρια, δηλαδή εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανταλλαγών των ελλήνων ¨εμπόρων¨ με τους γηγενείς κατοίκους, υπήρχαν κατά μήκος των ακτών σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Εύξεινο πόντο, ήδη αιώνες πριν από τους χρόνους κατά τους οποίους διαδραματίζεται η αφήγησή μας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και Δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Οι ήρωές μου γκρινιάζουν…

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

 

img16_1

…Καθώς τους έχω αφήσει (για καναδυό μήνες) ακινητοποιημένους και μετέωρους, είναι στεναχωρημένοι, και με το δίκιο τους. Και διαμαρτύρονται. Τους έκοψα πάνω στο τσακ, ενώ όλα έδειχναν ότι επέκειντο (μυθιστορηματικές) εξελίξεις που (φυσικά) τους αφορούσαν άμεσα και ασχολήθηκα με άλλα.

Εντάξει, δεν είχα πρόθεση ούτε να τους υποτιμήσω ούτε, πολύ περισσότερο, να τους διαγράψω εντελώς. Αλλά, κάτι οι γιορτές, κάτι το μικρό υπέροχο πλασματάκι που αναφάνηκε σαγηνευτικό και διεκδικητικό στον οικογενειακό ορίζοντα, ο χρόνος και η διάθεσή μου αναπροσανατολίστηκαν.

Τώρα που επανασυνδέομαι με τα παλαιότερα, έχω την εντύπωση πως μου κρατάνε μούτρα.  Έχουν εσπευσμένη ανάγκη από δράση, πλοκή, ψυχολογική εμβάθυνση, αληθοφανή κοινωνική ένταξη, χώρια η πάγια απαίτηση των τύπων αυτού του είδους για ιστορική τεκμηρίωση.

Επομένως τους καθησυχάζω: η περιπέτεια συγγραφής ξαναρχίζει από εκεί ακριβώς που σταμάτησε. Αν δε κάνω λάθος (τρόπος του λέγειν – δεν κάνω) είμαστε στο σημείο που ο νεαρός λόγιος Εύελπις από τα Μέγαρα, επικεφαλής της ομάδας που συνοδεύει  τα αγάλματα των τυραννοκτόνων πίσω στην Αθήνα, βρίσκεται προς το παρόν μπλοκαρισμένος στην Τύρο, γιατί τα πλοία με τα οποία θα συνεχίσει το ταξίδι προς την ισχυρότερη πόλη των Ιώνων, καθυστερούν.

Όπου να ‘ναι θα τον ξεμπλοκάρω. Πρέπει να φτάσει έγκαιρα  στον προορισμό του γιατί εκεί τον περιμένουν σημαντικές συναντήσεις με επιφανή πρόσωπα, καθώς και μια άκρως ενδιαφέρουσα δίκη με πολιτικές προεκτάσεις και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ο Εύελπις σε αυτή τη φάση δρα προσπαθώντας να ξεπεράσει τον (όχι πλέον πλατωνικό) έρωτά του για την (επιτηρούμενη από τους Μακεδόνες) αθηναία εταίρα Θαίδα. Μαζί του ο πιστός Οινοκράτης και ο Χοντρόης, ο παχουλός Πέρσης με τα ιδιόμορφα ελληνικά.

Όλα αυτά ενώ μπαίνει το καλοκαίρι του 330 πΧ, μιας χρονιάς που θα αποδειχτεί αποφασιστική για το μέλλον της εκστρατείας και για τη μορφή που θα πάρει η μελλοντική αυτοκρατορία, πράγμα που οι ήρωές μου αγνοούν ή, το πολύ, οι πιο ενορατικοί από αυτούς απλώς διαισθάνονται.

images-74

 

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο τέταρτο. Στο λιμάνι της Τύρου

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Μέρος Ε΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Στο λιμάνι της Τύρου

Ο Οινοκράτης είναι πολύ ευχαριστημένος που ο Εύελπις του επέτρεψε να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Χοντρόη. Ο πολυπράγμονας σικελός και ο  ολοστρόγγυλος γλωσσομαθής (;) πέρσης έχουν πλέον ¨δέσει¨ μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού κυκλοφορούν αχώριστοι, όπου πάει ο ένας πάει κι ο άλλος. Έτσι και σήμερα κόβουν μαζί βόλτες, κάτω από τον πρωινό ζεστό ήλιο, στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού της Τύρου, εκείνου που ¨βλέπει προς την Σιδώνα¨.  

Περπατούν ή κοντοστέκονται σχολιάζοντας τις εξωτικές ενδυμασίες των εμπόρων και των ναυτικών που κυκλοφορούν εκεί, χαζεύουν τα παράξενα σκαριά των πλοίων των νότιων εσωτερικών θαλασσών και -κυρίως- αγναντεύουν την είσοδο του λιμανιού, όπου θα πρέπει -αργά ή γρήγορα- να φανούν επιτέλους τα αθηναϊκά πλοία με τα οποία θα συνεχιστεί το ταξίδι τους  προς την Πόλη της Παλλάδας.

Αυτά τα πλοία έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα και ο Εύελπις, οι πρέσβεις και η υπόλοιπη ομάδα των ταξιδιωτών ανησυχεί. Ο Οινοκράτης όχι τόσο. Μετά τις αρχικές του επιφυλάξεις, έχει τελικά αποφασίσει να απολαύσει το ταξίδι χωρίς να επιτρέψει σε αναποδιές, δυσθυμίες και πλεοναστικές ανησυχίες να χαλάσουν αυτή την ¨αποφασισμένη¨ καλή του διάθεση. Πολύ περισσότερο που, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής στην Τύρο, οι φιλοξενία που τους επιφυλάσσει η τοπική διοίκηση είναι άψογη και μάλιστα η περιποίηση αφορά σε όλα τα μέλη της αποστολής, ακόμη και τα επικουρικά, προσφέροντάς τους έτσι κάποιον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο για βόλτες και περιηγήσεις.

images-25

Ο Οινοκράτης εισπνέει μια γερή δόση θαλασσινού αέρα, πράγμα που ενισχύει την πρωινή αισιοδοξία του.

«Εν τάξει», λέει, «έχουνε γούστο όλοι αυτοί οι παράταιροι εδώ πέρα». Ύστερα αλλάζει θέμα: «Είναι περίεργο, αλλά η ατμόσφαιρα μου θυμίζει κάπως, όχι τόσο τον Πειραιά, όσο μάλλον την βαβούρα του λιμανιού των Συρακουσών. Ξέρεις Χοντρόη πως η πόλη που γεννήθηκα είναι κι αυτή χτισμένη πάνω σε ένα νησάκι, δίπλα στη στεριά όπως αυτό εδώ;…» Κοντοστέκεται… «Όμως, πριν συνεχίσουμε τον περίπατο, τι θα έλεγες να δοκιμάσουμε τι τρώνε για πρωινό οι ντόπιοι;… Απ’ ό, τι θυμάμαι έχει πολλά εστιατόρια στα στενά πίσω απ’ την προκυμαία».

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τον αφράτο κύλινδρο που χρησιμοποιεί ως δεξί χέρι και δείχνει προς τα δυτικά, εκεί όπου η ευδιάκριτη οριζόντια γραμμή ξεχωρίζει τη θάλασσα από τον πρωινό ουρανό.

«Όρα ω Οίνον Εκράτα… Στίγματα τινά εν τω ορίζοντι ενεφάνησαν. Νήες δε ταύτα έσονται ει απαπαπατώμαι ουκ. Δοκείς ταύτα έσοιντο οιτινα ημείς αναμένομεν;

«Χοντρόη, μου φαίνεται ότι δε ξέρεις τίποτα από μεγάλα λιμάνια. Στα μεγάλα λιμάνια μπαινοβγαίνουν συνεχώς πλοία. Μικρά και μεγάλα. Πάντως αυτά που μου δείχνεις είναι πολύ μακριά. Μπορεί να στρίψουν προς τα εδώ, μπορεί και να συνεχίσουν για παρακάτω. Θα δούμε. Αλλά μέχρι να γίνει αντιληπτή η πορεία τους έχουμε καιρό… Προλαβαίνουμε να κάνουμε έναν γύρο στα πέριξ. Άντε πάμε», αποφασίζει ο Συρακούσιος και στρίβει εγκαταλείποντας την προκυμαία και παρασύροντας μαζί του τον Πέρση προς τα ενδότερα.

21010707-antica-nave-da-guerra-romana-archivio-fotografico

Στα εσωτερικά σοκάκια υπάρχουν πολυποίκιλα εμπορικά καταστήματα, εργαστήρια και βέβαια πολυάριθμοι χώροι εστίασης όπου οι γηγενείς και οι διερχόμενοι μπορούν να βρουν ό, τι χρειάζεται για να καταλαγιάσουν την πείνα και την δίψα τους.

Τα στενά, δεν είναι ακόμη φίσκα γεμάτα κόσμο, πράγμα που θα συμβεί σίγουρα λίγο αργότερα, όταν η ημέρα θα ωριμάσει, αλλά είναι ήδη γεμάτα από γαργαλιστικές μυρουδιές, καθώς τα εστιατόρια αρχίζουν την παρασκευή των μεσημεριανών εδεσμάτων.

Οι οσμές αυτές ασκούν ισχυρή έλξη στους δύο περιηγητές, οι οποίοι προτού επιλέξουν που θα καθίσουν, θέλουν να επιθεωρήσουν τις πολυάριθμες προσφορές κι έτσι, προχωρώντας από τσίκνα (τηγανιτή) σε τσίκνα (ψητή), απομακρύνονται βαθμηδόν από τα πιο πολυσύχναστα εξωτερικά δρομάκια, σε άλλα, πιο απομακρυσμένα, πιο εξωτικά και εδώ που τα λέμε πιο επικίνδυνα μέρη του λιμανιού.

Έχουν μόλις μπει σε ένα περίεργο στενό, σκοτεινό, καλυμμένο με υφασμάτινο στέγαστρο, από όπου αναδύεται έντονη μυρουδιά ανατολίτικων καρυκευμάτων, όταν ο Οινοκράτης σταματάει απότομα και αρπάζοντας το μανίκι του Χοντρόη  τον εμποδίζει κι αυτόν να προχωρήσει. Και καθώς μια  ερωτηματική έκφραση απλώνεται στο πρόσωπο του Ασιάτη, ο Οινοκράτης του κάνει νόημα να  μην κάνει θόρυβο, αλλά να προσέξει την αντήχηση από τους μεταλλικούς ήχους που προέρχονται από το βάθος του σκιερού στενού. Ο Χοντρόης απαντάει στην νοηματική την οποία κατέχει εξ ίσου καλά με την γλώσσα των Δαναών, ότι εντάξει, κατάλαβε ότι οι ήχοι συμπεριλαμβάνουν τις κλαγγές διασταυρούμενων (αγρίως) σπαθιών.

Και καθώς η έμφυτη περιέργεια (εξ ίσου καλά εγκατεστημένη και στους δύο), υπερτερεί της απαιτούμενης σωφροσύνης, οι δύο φίλοι προχωρούν προσεκτικά στο εσωτερικό του σκιερού στενού για να δουν τι τρέχει και προς τι αυτός ο σαματάς. Μια δυο στροφές παρακάτω θα χρειαστεί να σκύψουν για να αποφύγουν μερικά ιπτάμενα αντικείμενα που, αμέσως μετά, βλέπουν πως εκτοξεύονται από έναν αμυνόμενο άνδρα, ο οποίος στριμωγμένος δίπλα στον πάγκο ενός ¨τραπεζίτη¨ (προφανώς ειδικευμένου σε ¨σκοτεινές συναλλαγές¨ μια που έχει εγκατασταθεί ακριβώς στο βάθος του σκιερού στενού), προσπαθεί να αποκρούσει μια ομάδα από τρεις – τέσσερεις μικρόσωμους, πλην όμως γεροδεμένους νεαρούς, οπλισμένους με μαχαίρια και κοντά σπαθιά. Ό ίδιος χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα επίσης κοντό ξίφος, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τους επιτιθέμενους πετώντας εναντίον τους ό, τι μπορεί από τις πλάκες αργίλου και τα αγαλματίδια που βρίσκονται πάνω στον πάγκο. Ο ιδιοκτήτης του τραπεζιού δεν είναι ορατός αυτή τη στιγμή, αλλά μάλλον είναι αυτός που ακούγεται να στριγγλίζει απελπισμένα κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα υφασμάτινα παραπετάσματα του καταστήματος.

polyeres

Ο Οινοκράτης δε μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του αμυνόμενου, αλλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι το μη συνηθισμένο στον τρόπο που κινείται. Το εντοπίζει. Τίποτα το εξαιρετικά ανακόλουθο: ο αμυνόμενος είναι αριστερόχειρας. Όμως αυτή η παρατήρηση βάζει σε κίνηση μια σειρά συνειρμούς που οδηγούν τον οξυδερκή Σικελό σε μια άμεση (παρεμβατική) απόφαση.  Κάνει νόημα στον Πέρση, δείχνοντάς του μια σειρά από μεγάλα τηγάνια που τυχαίνει να είναι κρεμασμένα (προς πώληση) ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος αντιλαμβάνεται και (ευτυχώς) αποφεύγει να σχολιάσει την υπονοούμενη παρότρυνση.

Παίρνουν λοιπόν ανά χείρας από ένα βαρύ σιδηρούν τηγάνι έκαστος.

Εκείνο που θα αλλάξει την πορεία της σύγκρουσης στο απομακρυσμένο σκιερό στενό, δεν είναι βέβαια το ότι στην πλευρά του αμυνόμενου αριστερόχειρα προστέθηκαν δύο τηγανοφόροι, όσο το ότι αυτό συνέβη αρκούντως ξαφνικά και απροσδόκητα και κυρίως στο ότι η μη αναμενόμενη εμπλοκή τους προέρχεται από τις πλάτες των επιτιθέμενων.    Και έτσι (τοιουτοτρόπως) μερικές καλοζυγιασμένες τηγανιές αρκούν για να αποτραπεί η επίθεση των νεαρών, όσοι από τους οποίους δεν βυθίζονται άμεσα σε καρουμπαλοφόρα κώματα, αποχωρούν επισπευσμένα  προς άγνωστους προορισμούς.

«Εσάς κάπου σας έχω ξαναδεί…» είναι τα πρώτα λόγια του διασωθέντος προς τους αναπάντεχους, αν όχι σωτήρες, τουλάχιστον ενισχυτές και απρόσμενους συμπαραστάτες του.

«Ημείς παπαρομοίως»,  επιβεβαιώνει ο Χοντρόης.

«Μόνο που δε περιμέναμε να σε συναντήσουμε εδώ», συμπληρώνει ο Οινοκράτης.

«Μάλλον εν ταις Αθήναις, το πιπιθανότερον…» διευκρινίζει ο κυκλικός Ανατολίτης

Ο αριστερόχειρας πολεμιστής τους κοιτάζει προσεκτικότερα, από κοντά.

«Μα ναι, μα ναι, οι απεσταλμένοι της Θαίδας στα Σούσα», θυμάται ξαφνικά.

«Όχι ακριβώς αυτοί, αλλά εκείνοι που τους συνόδευαν. Και εσύ επομένως -είχα δίκιο- είσαι ο τραυματίας πολεμιστής, ο Παλαμήδης ο Αθηναίος. Δε σε αναγνώρισα αμέσως, αλλά θυμόμουν ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και αυτό ήταν η βασική αιτία που επέστρεφες στην Ελλάδα. Μου ήρθε στο νου καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που αντιμετώπιζες τους ληστές. Το εξάσκησες βλέπω μια χαρά το ευώνυμο… Μα καλά, δε θα έπρεπε να είσαι ήδη στην Αθήνα…;»

«Πάμε να σας προσφέρω από μια κύλικα οίνο κεκραμένο, και θα σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του ταξιδιού μου ως εδώ. Μόνο ας πάμε προς ένα πιο πολυσύχναστο μέρος γιατί εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά και δε ξέρει κανείς από πού πρέπει να φυλαχτεί…» είπε ο πολεμιστής μαζεύοντας τα όπλα και τον ταξιδιωτικό του σάκο.

images-23

Εν τω μεταξύ, το ίδιο εκείνο πρωί, στο βαρύρρυθμο διοικητικό Μέγαρο που κυριαρχεί στην πλατεία του Αγηνορείου, ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα και ο λόγιος Εύελπις ο Μεγαρεύς, συζητούν προσπαθώντας να βρουν μια λύση που θα επιτρέψει τη συνέχιση του ταξιδιού των κειμηλίων και της ομάδας που τα συνοδεύει προς την πατρίδα τους: το περίφημο, αλλά ακόμη μακρινό Ένδοξο (κλεινόν) Άστυ των Αθηνών. Τα πλοία που θα μεταφέρουν τους χάλκινους ¨τυραννοκτόνους¨ και την συνοδεία τους, αν και θα έπρεπε να είναι ήδη εδώ, ακόμη καθυστερούν με τρόπο ανεξήγητο και δυσοίωνο.

«Όχι, δεν υπάρχουν ακόμη νέα από τη έκτακτη Μοίρα του στόλου που περιμένουμε», επαναλαμβάνει ο Μένης θωπεύοντας αφηρημένα το κοντό κοκκινωπό του γένι.   «Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι αποτελείται από τέσσερα αθηναϊκά  πλοία που απέπλευσαν από την Κύπρο αμέσως μόλις έλαβαν το μήνυμά μας. Ξέρω επίσης ότι τα πληρώματα είναι έμπειρα και ο μοίραρχος ένας ικανός πειραιώτης ναυτικός. Έφτασαν βέβαια νέα ότι τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν καταιγίδες στην νότια εσωτερική θάλασσα. Ελπίζω η κακοθυμία του Ποσειδώνα απλά να τους καθυστερεί κι όπου να ΄ναι να καταπλεύσουν στον λιμένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η πειρατική επίθεση για την οποία σου μίλησα δεν θα ανησυχούσα καθόλου, αλλά και πάλι είμαι αισιόδοξος».

«Εάν όμως η αισιοδοξία σου, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επαληθευτεί;» ρωτάει στα ίσια ο Εύελπις. «Ξέρεις  ότι το ταξίδι μας πρέπει να ακολουθήσει ένα χρονοδιάγραμμα που δεν έχει πολλά περιθώρια υπέρβασης».  

«Μην ανησυχείς. Αν τα πλοία δεν φτάσουν έγκαιρα, η διοίκηση της Τύρου θα αναλάβει την πλήρη οργάνωση του υπόλοιπου ταξιδιού σας ως την Αθήνα. Όμως θα προτιμούσα να σας συνοδεύσουν τα αθηναϊκά πλοία, γιατί έχω φτάσει πρόσφατα εδώ και δεν είμαι σε θέση να ξέρω με απόλυτη σιγουριά σε ποιον μπορώ να έχω εμπιστοσύνη και σε ποιον όχι. Πάντως εξετάζω και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τα ντόπια πλοία».

images-22

Ο Μένης έστειλε το βλέμμα του στο μεγάλο παράθυρο κι από εκεί στον μακρινό δυτικό ορίζοντα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς τον Μεγαρέα. «Επί τη ευκαιρία ήθελα να σε ενημερώσω ότι χτες το βράδυ είχα μια απρόσμενη πρόταση σχετική με το θέμα μας…»

«Δηλαδή;» απόρησε ο Εύελπις.

«Με επισκέφτηκε μια αντιπροσωπεία από γηγενείς. Ήταν ενήμεροι για το ταξίδι σας, πράγμα άλλωστε που δεν κρατήσαμε κρυφό, μια που η επιστροφή των κειμηλίων είναι μια πράξη δικαιοσύνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται γνωστό σε όλους. Παρατήρησαν, μου είπαν, ότι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνέχιση του ταξιδιού και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν…»

«Με ποιο τρόπο;»

«Έφτασε πρόσφατα στο λιμάνι μια εμπορική νηοπομπή  από την Καρχηδόνα, ξέρεις, την ισχυρή δυτική αποικία της Τύρου με την οποία συγκρούονται συχνά οι έλληνες της Σικελίας. Σε δείγμα καλής θέλησης και εν όψει μιας ενδεχόμενης συνεργασίας μαζί μας, προσφέρονται επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, να σας μεταφέρουν εκείνοι στον Πειραιά, έναντι βέβαια μιας συμβολικής αμοιβής. Τι λές;»

«Πότε αναχωρούν;»

«Σήμερα ολοκληρώνουν την φόρτωση, μου είπαν. Από αύριο μπορούν να αποπλεύσουν».

«Εσύ τι λες;»

«Σου είπα ήδη ότι δεν γνωρίζω ακόμη καλά πόσο αξιόπιστοι είναι οι ντόπιοι. Ακόμη και οι πληροφοριοδότες μας είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη μεριά οι Καρχηδόνιοι είναι γνωστοί για την εμπορική τους πολυπραγμοσύνη, αλλά δρουν στην άπω Δύση και δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να διερευνήσουμε άμεσα τις προθέσεις τους».

  «Πόσα πλοία;»

Δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά, μικρότερα και ευέλικτα, ανάλογα με τις δικές μας τριήρεις. Υπάρχει χώρος, μου είπαν, γιατί ο όγκος των εμπορευμάτων με τα οποία επιστρέφουν είναι μικρότερος από τον όγκο εκείνων που μετέφεραν στην Τύρο από την Καρχηδόνα.

«Είναι αραγμένοι εδώ ή στο νότιο λιμένα, τον ¨Προς την Αίγυπτο¨;»

«Εδώ. Αν πας ως το παράθυρο θα διακρίνεις τα χοντρά φορτηγά στην πρώτη προκυμαία».

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κάνω μια βόλτα ως τα εκεί», απάντησε ο Εύελπις και σηκώθηκε.

«Περίμενε, θα έρθω μαζί σου», τον πρόλαβε ο Μένης, ενώ παράλληλα έκανε νόημα στους δύο φρουρούς που έστεκαν στην είσοδο της αίθουσας να τους ακολουθήσουν.

images-20

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο τρίτο: Καθ’ οδόν…

Posted by vnottas στο 4 Νοέμβριος, 2016

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Γ΄ του Μακεδόνα (μετάφραση ευανάγνωστων τμήματων)

images%ce%b1-6

[…]  Τα χάλκινα αγάλματα των τυραννοκτόνων συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην ειδικά μεταποιημένη αρμάμαξα, ύστερα από μια σύντομη τελετή που έγινε στο προαύλιο του θησαυροφυλακίου των Σούσων.

Στην τελετή αυτή, εκτός από τους δύο αθηναίους πρέσβεις -τον Ηλιόδωρο το γιο του Κίμωνα και τον Αθήναιο του Φωκίωνα, που κατέφτασαν επειγόντως στα Σούσα για να συμμετάσχουν στην αποστολή- παρέστη, υποβοηθούμενος από τον Ακαρνάνα  γιατρό Φίλιππο, ο Καλλισθένης ο ίδιος.  Εκφώνησε μάλιστα ένα σύντομο λογύδριο, που μας έκανε να αισθανθούμε όλοι συγκινημένοι.

Όπως είπε, η Ιστορία, στην ύφανση των νημάτων της οποίας συμμετέχουμε, δεν είναι μια απλή παράθεση ετερόκλητων γεγονότων, αλλά κάτι με εσωτερική συνέπεια και -κυρίως- κάτι που εμπεριέχει κανόνες δικαιοσύνης, άρα νόημα και ελπίδα. Η επιστροφή των κειμηλίων στους Αθηναίους είναι μια πράξη με την οποία καταφανώς η Ιστορία απονέμει δικαιοσύνη. Εμείς, με το ταξίδι που θα ξεκινούσε την επαύριο, θα είχαμε την τιμή να ολοκληρώσουμε την πράξη αυτή. […]

 […]Το ταξίδι της μεταφοράς των αγαλμάτων των Τυραννοκτόνων προκειμένου να επιστραφούν στους Αθηναίους, διεξήχθη, κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες ή ανεπιθύμητα απρόοπτα.

Για να αποδώσουμε τα των Θεών -δηλαδή εκείνα που δεν εξαρτιόνται από τις δικές μας προσπάθειες- στους Θεούς, θα πρέπει να πούμε ότι ο Νεφεληγερέτης φρόντισε ώστε ο ουρανός να είναι ως επί το πλείστον καθαρός, η θερμοκρασία ανεκτή και οι άνεμοι όχι και τόσο ισχυροί ώστε να μας δημιουργήσουν προβλήματα όταν διασχίζαμε τα ερημικά, αμμώδη τμήματα της διαδρομής. Ο Γοργοπόδαρος Ερμής, από τη μεριά του, είχε βάλει ένα χέρι ώστε οι ημεροδρόμοι να έχουν παραδώσει εγκαίρως τα μηνύματα με το οποία ειδοποιούσαμε τους διοικητές των φρουρών των ενδιάμεσων πόλεων για την επικείμενη άφιξή μας. Έτσι οι φρούραρχοι, αλλά και κάποιοι από τους νεοδιορισμένους τοπικούς σατράπες, υποδέχτηκαν  με ευμένεια την μικρή μας ομάδα, φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό μας και συχνά προσφέρθηκαν να μας πλαισιώσουν με πρόσθετη στρατιωτική δύναμη, η οποία όμως δεν υπήρξε απαραίτητη, μια που ο Μαχόμενος Άρης πρέπει να είχε δουλειά στο μέτωπο της εκστρατείας και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί μας.

Έτσι, το άγημα που μας συνόδευε δεν χρειάστηκε να συγκρουσθεί με ληστές ή αντάρτες μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της χερσαίας διαδρομής, αφήνοντάς μας έτσι απερίσπαστους να διασχίσουμε τους κάμπους, τα ποτάμια, τις ερήμους και τα ορεινά δάση της οροσειράς του Λίβανου, πριν αντικρίσουμε την θάλασσα και κατηφορίσουμε προς την Τύρο. […]

images-5

Κεφάλαιο 3ο Καθ’ οδόν…

[αφηγείται ο Εύελπις]

 

 Να ‘μαστε λοιπόν, όπως άλλοτε οι μύριοι του Ξενοφώντα, να διασχίζουμε την Ασία απ’ την Ανατολή προς τη Δύση, αναζητώντας την θάλασσα, την τόσο προσφιλή και οικεία σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εντάξει, η παρομοίωση είναι κάπως υπερβολική, το παραδέχομαι, έτσι κι αλλιώς οι καιροί έχουν  αλλάξει δραστικά από τότε: εκείνους τους κυνηγούσε το μένος των Περσών, ενώ εμάς μας υποδέχονται σε κάθε πόλη-σταθμό δικοί μας άνθρωποι,  εκείνοι ήταν πάνω από μύριοι ενώ εμείς, μαζί με τους επικουρικούς, δεν ξεπερνούμε τις τρεις δεκάδες. Εκείνοι μάχονταν διαρκώς, εμείς δε χρειάστηκε να βγάλουμε τα όπλα απ’ τα θηκάρια.

Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο άμυνας σε περίπτωση επίθεσης από μεγάλο αριθμό ληστών, ήταν να αντισταθούμε για όσο χρόνο χρειαζόταν, ώστε ένας ταχύς ιππέας να ειδοποιήσει το πλησιέστερο ελληνικό φυλάκιο να μας στείλει ενισχύσεις. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δε χρειάστηκε κι έτσι  φτάσαμε χωρίς ανθρώπινες απώλειες και χωρίς να έχουμε παραβιάσει πολύ τις αρχικές προβλέψεις για τη διάρκεια του ταξιδιού, στα όρη των ασιατικών παραλίων.

Από τα περάσματα στα υψώματα αυτών των πυκνά δασωμένων βουνών που χωρίζουν την Συρία από τις μεσογειακές ακτές, ατενίσαμε επιτέλους με ευφορία το απέραντο γαλάζιο βασίλειο του Ποσειδώνα και επαναλάβαμε, χωρίς ίσως πρωτοτυπία, αλλά με ανυπόκριτο ενθουσιασμό, τα επιφωνήματα των μυρίων: ¨θάλαττα, θάλαττα!¨ Ύστερα, αφού κάναμε τις απαραίτητες ευχητήριες σπονδές στον Ενάλιο, κατηφορίσαμε προς τα νοτιοδυτικά, όπου, στο βάθος, σύντομα φάνηκε το παράκτιο νησί με τα δύο λιμάνια: Η Τύρος.

 tyre300

Προσωπικά θα είχα ευχαρίστως αποφύγει να συμπεριλάβω την Τύρο ανάμεσα στους σταθμούς της διαδρομής προς την Αθήνα. Θα προτιμούσα, για το θαλάσσιο τμήμα του ταξιδιού μας, να επιβιβαζόμαστε σε κάποιο πιο βόρειο λιμάνι∙ στη Σιδώνα ας πούμε ή στην Βύβλο, πράγμα που, εξ άλλου, θα έκανε τη διαδρομή κατά τι συντομότερη.

Οι αναμνήσεις μου από αυτήν την πόλη-νησί, που κυριαρχούσε ως τότε στα φοινικικά παράλια, δεν ήταν οι καλύτερες. Οι Τύριοι Φοίνικες είχαν στοιχηματίσει πάνω στην υπεροχή της αυτοκρατορίας, προτιμώντας την περσική επικυριαρχία, σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους ομόφυλούς τους που είχαν ήδη σπεύσει να απαρνηθούν τους Πέρσες και να προσχωρήσουν στον επελαύνοντα Μακεδόνα.   

Η επιλογή τους αυτή δε με εξέπληξε. Η Τύρος ήταν μια εμπορική ναυτική δύναμη, επομένως οι δραστηριότητές της ήταν μάλλον συμπληρωματικές παρά ανταγωνιστικές με εκείνες των Περσών, οι οποίοι ούτε δική τους αξιόλογη ναυτική δύναμη διέθεταν ούτε αυτοτελές ναυτικό εμπόριο ασκούσαν. Αντίθετα, ο Αλέξανδρος έφερνε δυναμικά στην περιοχή τους τούς Έλληνες, επίφοβους ανταγωνιστές, που είχαν ήδη εδώ και αιώνες περιορίσει τους Φοίνικες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τους είχαν τελείως αποκλείσει την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο.

Οι Τύριοι λοιπόν, εμπιστεύτηκαν τις αμυντικές αντοχές του καλά οχυρωμένου νησιού τους και επέλεξαν τη γραμμή της σκληρής αντίστασης. Έτσι εμπλακήκαμε σε μια ανηλεή-αιματηρή σύγκρουση που κράτησε τη στρατιά ακινητοποιημένη για πάνω από μισό έτος.

Βέβαια, θα πρέπει να αναφέρω ότι, παρά την αντίστοιχη ευρηματικότητα των Τυρίων, οι μηχανικοί μας έκαναν εξαιρετική δουλειά επινοώντας και κατασκευάζοντας πολιορκητικές μηχανές, γέφυρες και αναχώματα -ακόμα και μέσα στο νερό, καθώς και ότι η επιμελητεία της στρατιάς (στην οποία, υπενθυμίζω, συμμετέχει αποφασιστικά η δική μας ¨ομάδα των λογίων¨), έκανε κυριολεκτικά θαύματα, ανεφοδιάζοντας ανελλιπώς το ακινητοποιημένο στράτευμα με τα απαραίτητα τρόφιμα, όπλα και λοιπά αναλώσιμα, για ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.

images-19

Παρόλα αυτά, το νησί δεν έπεσε παρά  μόνον όταν ο Αλέξανδρος φρόντισε να αυξήσει τις ναυτικές δυνάμεις  της πολιορκίας, φέρνοντας πλοία από την Κύπρο, τη Ρόδο, ακόμη και από τη Μακεδονία και τις γειτονικές φοινικικές πόλεις.

Η τελική ήττα των Τυρίων ήταν αιματηρή. Είναι πάντοτε δυσάρεστο να βλέπει κανείς την κατάρρευση μιας ισχυρής πόλης, όσο αλαζονική,  υπεροπτική, και περιφρονητική για τους άλλους κι αν ήταν η -προ της πτώσης- πολιτική της.

Όμως οι προσωπικοί μου ενδοιασμοί μέτραγαν λίγο, καθώς ο Καλλισθένης επέμεινε να συμπεριλάβουμε την Τύρο στη διαδρομή. Θεώρησε ότι το ταξίδι, μας έδινε την ευκαιρία να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκεται η ισχυρότερη μέχρι τότε πόλη των Φοινίκων, δύο- δυόμισι χρόνια μετά την επώδυνη ήττα της. Ήθελε να μάθει σε ποιο βαθμό ελέγχουμε  την πόλη που μας καθυστέρησε για επτά μήνες δίνοντας την ευκαιρία στον Δαρείο να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Μου ζήτησε μάλιστα να του στείλω μια περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί εκεί και να εστιάσω, κυρίως, στο κατά πόσο έχει εδραιωθεί η νέα εξουσία. Σε περίπτωση που οι θετικές αναφορές που είχε για την κατάσταση της πόλης  ήταν λανθασμένες, τότε θα μπορούσαμε να ανηφορίσουμε ως την γειτονική Σιδώνα, όπου είχαν επίσης σταλεί οι απαραίτητες οδηγίες και να επιβιβαστούμε εκεί.

.images-23

Ήταν απομεσήμερο όταν φτάσαμε στα απομεινάρια της ηπειρωτικής Παλαιάς Τύρου. Η απόσταση ως το νησί ήταν μικρή, πέντε ή έξι στάδια το πολύ. Περάσαμε απέναντι πάνω σε ξύλινες σχεδίες οι οποίες, υποβοηθούμενες από φουσκωμένα ασκιά και ωθούμενες από ψηλά κοντάρια που άγγιζαν τον ρηχό βυθό, πηγαινοέρχονταν  ανάμεσα στην ακτή και το βόρειο λιμάνι της νησιωτικής Νέας Τύρου, το αποκαλούμενο ¨λιμάνι προς τη Σιδώνα¨.

Τα τείχη της πόλης σε εκείνο το σημείο ορθώνονταν επιβλητικά σε όλο τους το ύψος, μια που τα στρατεύματά μας είχαν τελικά διεισδύσει από ένα νοτιότερο ρήγμα.  Από το λιμάνι ανηφορίσαμε προς την πλατεία του Αγηνόριου[1], όπου αφήσαμε το στρατιωτικό άγημα και τα φορτία μας στις φροντίδες της τοπικής φρουράς, ενώ οι δύο Αθηναίοι πρέσβεις και εγώ, ζητήσαμε να δούμε   τον ανώτατο διοικητή.

e4

Τον ψηλό γαλανομάτη άνδρα με την κοντό κοκκινωπό γένι, που μας υποδέχθηκε στο κεντρικό παλάτι της πόλης (ακριβέστερα σε ένα τμήμα του, γιατί στο υπόλοιπο μέγαρο εκτελούνταν ακόμη εργασίες αναστύλωσης) τον Μένη του Διονυσίου από την Πέλλα, τον γνώριζα προσωπικά. Όχι πολύ καλά βέβαια, αλλά παλιότερα είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω μερικές κουβέντες μαζί του, από εκείνες τις αυθόρμητες και φιλικές, που λέγονται συνήθως στις συνεστιάσεις και τα συμπόσια των μεσαίων στελεχών της στρατιάς.

Όμως, μετά  τη μάχη της Ισσού, όταν ο Αλέξανδρος τον προήγαγε στην επίζηλη θέση του σωματοφύλακα[2], τον είχα χάσει.  Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής της επελαύνουσας στρατιάς στα Σούσα, έμαθα ότι ο Μένης είχε αναλάβει υψηλά διοικητικά καθήκοντα ως Ύπαρχος  για τη Συρία, την Φοινίκη και την Κιλικία, περιοχές κρίσιμες για την επαφή του μετώπου με τα μετόπισθεν. 

Ο Πελλαίος άνοιξε εγκάρδια τα χέρια του. Παρά το χαμογελαστό του ύφος, στο πρόσωπό του  ήταν χαραγμένες ρυτίδες που άλλοτε έλειπαν.

«Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Μεγαρέα, καθώς και εσάς ευγενικοί αθηναίοι άρχοντες».  

Του έσφιξα πρώτος τα χέρια. «Ελπίζω η άφιξή μας να μη σε εκπλήττει Ύπαρχε. Υποθέτω ότι έφτασε έγκαιρα η αναγγελία της διέλευσής μας από την Τύρο…»

Οι Αθηναίοι τον χαιρέτισαν κι αυτοί με τη σειρά τους.

«Μα ναι, μα ναι», με διαβεβαίωσε. «Το μήνυμά σας ήταν εδώ έγκαιρα. Εγώ είμαι  εκείνος που μόλις έφτασε. Ήμουν στις βορειότερες περιοχές της Υπαρχίας την ευθύνη για την οποία, όπως ξέρεις φαντάζομαι, ανέλαβα πρόσφατα. Για να οργανωθεί αποτελεσματικά η διοίκηση θεώρησα σωστό να πληροφορηθώ προσωπικά για την κατάσταση που επικρατεί όχι μόνον εδώ, στις πόλεις της Φοινίκης, αλλά και στη Συρία και την Κιλικία. Όμως επέστρεψα εσπευσμένα για δύο λόγους: Ο ένας είναι, βέβαια, γιατί ήθελα να σας υποδεχθώ και να συμβάλω προσωπικά στην προώθηση της αποστολής σας∙ ο άλλος ότι παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα στη μετάβαση της τελευταίας ομάδας των απομάχων και των τραυματιών πίσω στην Ελλάδα».

Τον κοίταξα ερωτηματικά. Οι πρέσβεις ανασήκωσαν τα κεφάλια τους με ενδιαφέρον, για να ακούσουν καλύτερα τις διευκρινίσεις του Μένη.

«Η οργάνωση της επιστροφής των στρατιωτών δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως», συνέχισε εκείνος. «Οι περισσότεροι απόμαχοι μεταφέρουν στην πατρίδα τους μικρούς προσωπικούς τους θησαυρούς, μισθούς και λάφυρα, που προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον τόσο των άτακτων ληστών  στη στεριά, όσο και των πειρατών στη θάλασσα.

»Εκείνο που συνέβη, είναι ότι η τελευταία νηοπομπή που οργανώσαμε δέχτηκε επίθεση από απρόβλεπτα πολυπληθή πειρατικά πλοία, στη μέση της πλεύσης προς την Κύπρο και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ασφάλεια των λιμανιών μας, εδώ στην Τύρο. Ευτυχώς χωρίς μεγάλες απώλειες.

»Επί πλέον, τα Αθηναϊκά πλοία που ειδοποιήθηκαν να καταπλεύσουν για να ενισχύσουν την νηοπομπή, αλλά και να αναλάβουν το δικό σας ταξίδι, δεν έχουν  ακόμη φτάσει, αν και θα έπρεπε να είναι εδώ από χτες. Πάντως δεν έχουμε λάβει κανένα ανησυχητικό μήνυμα και ελπίζω ότι θα καταφτάσουν από ώρα σε ώρα.

»Αλλά υποθέτω ότι πρέπει να είστε κουρασμένοι γι αυτό τώρα θα οδηγηθείτε στα καταλύματά σας. Έχετε λίγο χρόνο για να πάρετε μια ανάσα. Περισσότερα θα πούμε, αμέσως μετά,  κατά τη διάρκεια του δείπνου». 

Οι υπηρέτες μας οδήγησαν σε πολυτελή δωμάτια που έβλεπαν στο λιμάνι, από όπου εξάλλου έφτανε ως εκεί ο απόηχος απ’ τη φασαρία και τις φωνές, παρά την προχωρημένη ώρα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν οι δύο Αθηναίοι έως ότου να έρθει η ώρα του δείπνου, υποθέτω ότι ξεθεωμένοι από το ταξίδι θα πρέπει να αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα∙ εγώ όμως επέστρεψα στην αίθουσα υποδοχής και αναζήτησα και πάλι τον Μένη. Υπήρχαν μερικά πράγματα που έπρεπε να πούμε εμπιστευτικά, οι δυο μας, μακριά  από αδιάκριτα αυτιά…

0063

*

[1] Αγηνόριο: Ναός αφιερωμένος στον μυθικό Αγήνορα, γιο του Ποσειδώνα,  που θεωρείται ο ιδρυτής της Τύρου και της Σιδώνας

[2] Οι ¨σωματοφύλακες¨ (μακεδόνες στρατιωτικοί,  συνήθως μέλη αρχοντικών οικογενειών) ήταν υπεύθυνοι για την προσωπική ασφάλεια του Βασιλιά αλλά και έμπιστοι συμμέτοχοι στην καθημερινή του ζωή. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Αργεαδών η σωματοφυλακή αριθμούσε επτά μέλη. Σε περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών ή ορισμού του σε υψηλή διοικητική θέση, τον αντικαταστάτη του όριζε ο ίδιος ο Άνακτας. Ο Μένης του Διονυσίου, ευπατρίδης από την Πέλλα είχε διαδεχθεί στην Σωματοφυλακή τον Βάλακρο, στον οποίο είχε τότε ανατεθεί η σατραπεία της Κιλικίας. Στις αρχές του 330 π.Χ. ο Μένης ορίστηκε Ύπαρχος για τις περιοχές της Κιλικίας, Φοινίκης και Συρίας

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα. Κεφάλαιο πρώτο

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

Μέρος Ε΄: Αποστολή στην Αθήνα

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Αποσπάσματα από τα ανευρεθέντα κείμενα που αποδίδονται στον Ευέλπιδα τον Μεγαρέα, ιστορικό, στην υπηρεσία του Αλέξανδρου Γ΄ του Μακεδόνα : (μετάφραση ευανάγνωστων τμημάτων)

 

[…] Η επιστροφή μου στα Σούσα υπήρξε ομαλή. Ο Καλλισθένης τον οποίο έσπευσα να συναντήσω ήταν εμφανώς καλύτερα, αν και ακόμη κλινήρης.

Του αφηγήθηκα διεξοδικά τα όσα συνέβησαν στην Περσέπολη κατά την σύντομη παραμονή μου εκεί. […]

***

Κεφάλαιο πρώτο: Προετοιμασία για αναχώρηση

(αφηγείται ο Εύελπις)

Αφήνουμε στις πλάτες μας ό, τι έχει απομείνει από την Περσέπολη και καλπάζουμε πίσω, προς την πόλη των Κρίνων, μια διαδρομή που μου είναι πλέον γνωστή.

Αυτή τη φορά οι μέρες είναι γεμάτες με ήλιο που επιμένει να είναι μακρινός και χειμωνιάτικος. Βόρειοι άνεμοι φουσκώνουν την κίτρινη σκόνη που ξεσηκώνεται από τις οπλές των αλόγων, ενώ τις  νύχτες η εντυπωσιακή αστροφεγγιά συνοδεύεται από τσουχτερό κρύο.  Ευτυχώς οι σταθμοί για την εστίαση και την ξεκούραση των ταξιδιωτών και των ζώων είναι στη θέση τους και εξακολουθούν να λειτουργούν ικανοποιητικά.

Οι πάνοπλοι συνοδοί μου αυτή τη φορά είναι επτά.  Στους δύο της έλευσης, έχουν προστεθεί άλλοι πέντε: ένας ακόμη Μακεδόνας, δύο Θεσσαλοί και, περίπτωση όχι συνηθισμένη, δύο Λακεδαιμόνιοι διαφορετικοί από τους άλλους, τουλάχιστον στον οπλισμό: χάλκινη περικεφαλαία που καλύπτει και τον αυχένα -διακοσμημένη με πορφυρό οριζόντιο λοφίο, ασπίδα μεγαλύτερη από τις μακεδονικές και, εκτός από το στερεωμένο στο σάγμα ακόντιο, η περίφημη λακωνική ξυήλη[1] κρεμασμένη με τελαμώνα στο   αριστερό τους πλευρό. Όσο κι αν ξέρω ότι οι Σπαρτιάτες είναι τύποι που αγαπούν ενστικτωδώς την παράδοση, αυτοί εδώ μοιάζουν βγαλμένοι από τους παλιούς περσικούς πολέμους, αν όχι κατ’ ευθείαν από τα ομηρικά έπη.  Μόνη, αλλά σημαντική καινοτομία, το ότι είναι έφιπποι.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-1

Όπως έμαθα από τους υπόλοιπους -οι ίδιοι επιβεβαιώνουν το στερεότυπο: είναι απελπιστικά ολιγόλογοι- πρόκειται πιθανότατα για μόθακες[2] ή υπομείονες[3], που αν και είχαν βρεθεί στην Ασία ως μισθοφόροι των Περσών σατράπηδων, προσχώρησαν στη στρατιά του Αλέξανδρου και έχουν ήδη πολεμήσει με αξιοθαύμαστη γενναιότητα στα Γαυγάμηλα και στην Περσίδα Πύλη.

Αναρωτιέμαι -καθώς τους παρατηρώ να στέκονται επιβλητικοί, αν και κάπως άβολα, πάνω στα υψηλόκορμα άτια- πώς και δε τους είχα προσέξει πρωτύτερα, κατά τη διεξαγωγή των τελευταίων μαχών.

Σκέφτομαι ότι, μετά την πρόσφατη ήττα στην Μεγαλόπολη και το θάνατο του λάκωνα βασιλιά Άγι[4], η παρουσία τους στην εκστρατεία ίσως πάψει να αποτελεί σπάνια και αξιοσημείωτη εξαίρεση και ότι την επόμενη φορά που θα αφιερώσουμε λάφυρα στους θεούς των Ελλήνων, θα μπορέσουμε επιτέλους να υπογράψουμε: ¨Άπαντες οι Έλληνες -των Λακεδαιμονίων συμπεριλαμβανομένων¨. Αυτή τουλάχιστον είναι η ευχή και η ελπίδα μου.

Μπαίνοντας στα Σούσα, άφησα τους παλιούς σωματοφύλακες να συνοδεύσουν τους καινούργιους ως τις εγκαταστάσεις της φρουράς όπου θα διανυκτέρευαν, αφού πρώτα τους αποχαιρέτισα και  τους ευχήθηκα καλή επιστροφή. Ύστερα πήρα, χωρίς καθυστέρηση, τον κεντρικό ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη και το κατάλυμα του Καλλισθένη.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-2

Ο προϊστάμενός μου, αν και ακόμη κρεβατωμένος, είναι σαφώς καλύτερα από όταν τον άφησα φεύγοντας γι αυτό το, τελικά  σύντομο, ταξίδι ¨αναφοράς¨ στην Περσέπολη. Τον βρήκα ανασηκωμένο, στηριγμένο σε χοντρά περσικά μαξιλάρια, να παρατηρεί σκεφτικός ένα σχεδιάγραμμα χαραγμένο πάνω σε επεξεργασμένο δέρμα, από εκείνα που παράγει με επιτυχία τα τελευταία χρόνια η πόλη της Περγάμου.

Το χαμόγελό του, μόλις με είδε στο κατώφλι του δωματίου, ήταν πλατύ και πηγαίο. Το ίδιο και το δικό μου. Παραμέρισε τα έγγραφα που τον περιτριγύριζαν και μου έσφιξε δυνατά τα χέρια.

«Καλώς επέστρεψες νεαρέ Μεγαρέα».

«Πώς είσαι δάσκαλε;» Ήξερα πως, όσο κι αν στραβομουτσούνιαζε, κατά βάθος του άρεσε να τον αποκαλώ που και που ¨δάσκαλο¨.

«Όλα καλά. Μη βλέπεις που με βρήκες στο κρεβάτι. Σηκώνομαι όλο και συχνότερα. Ο Φίλιππος ο γιατρός λέει ότι πρέπει να γυμνάζω τα μέλη μου έτσι ώστε να ανακτήσουν σιγά σιγά την παλιά τους  ευλυγισία».

«Όχι μόνο έχει αρχίσει να γυμνάζεται», λέει με αισιόδοξο ύφος ο Ακαρνάνας, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο του αναρρωνύοντος  ασθενούς του, «αλλά και εφαρμόζει μερικές δικές του, πρωτότυπες, καινοτόμες, ασκήσεις που όχι μόνον εγκρίνω, αλλά και που νομίζω ότι θα πρέπει να προστεθούν στην αγωγή τέτοιου είδους τραυμάτων».

Χαιρετίζω τον ενθουσιώδη γιατρό, ο οποίος συνεχίζει απτόητος:

«Πρόκειται για ασκήσεις κατάλληλες για εκείνους που δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα ως το γυμναστήριο. Ασκήσεις που δεν χρειάζονται κανένα βοηθητικό όργανο. Χρησιμοποιούν μόνο το βάρος του σώματος! Εξαιρετικές. Πρέπει ασφαλώς να καταγραφούν σε ιατρικό σύγγραμμα!»

Ο Καλλισθένης χαμογελάει.

«Τα βλέπεις Εύελπι; Περνάει κανείς μια ζωή να παρατηρεί και να καταγράφει την Ιστορία, να συγγράφει κείμενα προορισμένα για τις επόμενες γενεές, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσει να κερδίσει κάποια εύφημη μνεία, κάποια αναγνώριση  στο απώτερο μέλλον. Όμως η πραγματικότητα είναι εντέλει τόσο παράδοξη και τόσο απρόβλεπτη που, αν λάβουμε υπ’ όψιν όλα αυτά που λέει ο φίλος μας ο Ακαρνάνας, καθόλου δεν αποκλείεται στο μέλλον εμένα να με θυμούνται, όχι ως ιστορικό, αλλά ως επινοητή γυμναστικών ασκήσεων[5], εκείνον τον ίδιο όχι για τις ιατρικές, αλλά για τις συνταγές μαγειρικής που ξέρω ότι σκαρώνει που και που και εσένα, ας πούμε, ως τον ¨παράξενο ταξιδιώτη¨, μια που μετακινείσαι πολύ τον τελευταίο καιρό και θα μετακινηθείς κι άλλο στο επικείμενο μέλλον».

Ο Ακαρνάνας γελάει καταφάσκοντας στις παρατηρήσεις του ασθενούς του, και έπειτα αφήνει στο τραπέζι την αλλαξιά των επιδέσμων και τις αλοιφές που έχει φέρει μαζί του, λέει ότι δεν πειράζει, η αλλαγή μπορεί να γίνει και αργότερα και μας αφήνει μόνους να τα πούμε.

Ο Καλλισθένης τραβάει κοντά του την ¨περγαμηνή¨ που παρατηρούσε πρωτύτερα. Το σχεδιάγραμμα είναι ένας χάρτης του κορμού της Ελλάδας και των κατακτημένων περιοχών με σημειωμένα πάνω του τα βουνά, τα ποτάμια και τις κυριότερες πόλεις. Μόνο που τώρα τα γνωστά μας ελληνικά εδάφη βρίσκονται στο κάτω μέρος του γραφήματος∙ στο επάνω έχουν προστεθεί οι πρόσφατα και οι επικείμενα κατακτημένες περιοχές[6].

«Πρέπει να προετοιμάσουμε το ταξίδι σου», μου λέει. «Εδώ έχω σημειώσει μια εφικτή διαδρομή από τα Σούσα ως την Αθήνα, αλλά καλό είναι να τη δούμε και μαζί. Θα πρέπει να στείλουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μηνύματα στις ενδιάμεσες πόλεις που θα υποδεχτούν την αποστολή και να φροντίσουμε για την προετοιμασία του θαλάσσιου τμήματος του ταξιδιού. Αλλά πρώτα θα μου διηγηθείς με λεπτομέρειες πως πήγε το ταξίδι σου στην Περσέπολη».

images-3

Του παρέδωσα την επιστολή του Ευμένη που την ακούμπησε δίπλα του για να τη διαβάσει με άνεση αργότερα. Ύστερα του τα αφηγήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα.

Είχε ήδη μάθει για τη πυρκαγιά, για την αναχώρηση του στρατεύματος και την έγκριση της μετάβασής μου στην Αθήνα μαζί με τα αγάλματα και τους πρέσβεις. Δεν εξεπλάγη ούτε με τα κολακευτικά σχόλια που ακούστηκαν για την υπηρεσία μας στην Περσέπολη ούτε με τις παραπέρα επιβεβαιώσεις για τις πλεκτάνες του Ανάξαρχου. Το μόνο που έδειξε να τον εκπλήττει κάπως, ήταν ότι η αποστολή μου στην Αττική δεν θα ήταν σύντομη, αλλά θα διαρκούσε για το απροσδιόριστο εκείνο χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν για να συντάξω μια πλήρη, αναλυτική αναφορά για τις πολιτικές που διαμορφώνονται στις πόλεις του ελληνικού κορμού.

«Είναι αλήθεια ότι στην επιστολή μου προς τον Ευμένη, πρότεινα το ταξίδι αυτό διατυπώνοντας την άποψη ότι πρέπει να έχουμε την μαρτυρία ενός δικού μας ανθρώπου για όσα τεκταίνονται στην Αθήνα, ύστερα από μια επιτόπια επίσκεψη. Όμως, δεν μιλούσα για  την παραμονή σου εκεί πέρα από το απαραίτητο.  Πολύ περισσότερο που θέλω να μου φέρεις το συντομότερο τις απόψεις του Αριστοτέλη για τα όσα συμβαίνουν εδώ.

»Βέβαια, δεν είχα την ευκαιρία να πληροφορήσω λεπτομερώς τον Ευμένη για το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας και αυτός φρόντισε, καλή τη πίστη, να χρησιμοποιήσει κάθε επιχείρημα που του φαινόταν αποτελεσματικό ώστε να επιτύχει την έγκριση της συμμετοχής σου στην αποστολή των αγαλμάτων. Εν πάση περιπτώσει, η διάρκεια της παραμονής σου στην Αθήνα είναι ένα θέμα που θα το αντιμετωπίσουμε στην πορεία, εν καιρώ», μου είπε κάπως σκεφτικός.

Και εκείνη και τις επόμενες μέρες μέχρι την αναχώρηση, είχα αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον Καλλισθένη προκειμένου να ολοκληρώσουμε την προετοιμασία του ταξιδιού και να ενημερωθώ αναλυτικά για όσα εκείνος έκρινε χρήσιμα σχετικά με την αποστολή μου.

Μιλήσαμε για το τι θα πρέπει να προσέξω όταν θα μεταφέρω στον Αριστοτέλη τις τελευταίες εξελίξεις της εκστρατείας (ιδιαίτερα για εκείνα τα σημεία που ο Καλλισθένης κρίνει κρίσιμα ή ανησυχητικά), μιλήσαμε για τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα (και για τους τσακωμούς τους ο απόηχος των οποίων φτάνει όλο και συχνότερα ως τα ‘δω), μιλήσαμε για όσα ήταν ως εκείνη τη στιγμή  γνωστά για την ισχύουσα αθηναϊκή πολιτική (η οποία εσχάτως αλλάζει γρηγορότερα από όσο χρειάζονται οι ειδήσεις για να φτάσουν από εκεί ως την εκστρατεία),  μιλήσαμε για τις πρόσφατες αναλαμπές της σπαρτιατικής ισχυρογνωμοσύνης (αληθεύει άραγε ότι ο Αντίπατρος δεν μπήκε τελικά στην Σπάρτη μετά την νίκη του στη Μεγαλόπολη για να επιδείξει υψηλόφρον ελληνικό πνεύμα, ή μήπως παρέκαμψε την πόλη επειδή την έκρινε απόρθητη;), και μιλήσαμε ακόμη για τους πειρατές και την τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση στο Αιγαίο πέλαγος, το οποίο θα πρέπει να διασχίσω.

Ύστερα ειδοποιήσαμε τους Αθηναίους της εκστρατείας να ορίσουν πόσοι και ποιοι θα συνοδέψουν την επιστροφή των χάλκινων ¨τυραννοκτόνων¨ και να τους στείλουν αμέσως στα Σούσα, επιλέξαμε τους ιππείς που θα φρουρήσουν την αποστολή έως τα ασιατικά παράλια και δώσαμε εντολή να μετατραπεί μία από τις καλοφτιαγμένες αρμάμαξες που διέθετε η τοπική επιμελητεία σε ειδικό όχημα για την μεταφορά των αγαλμάτων. 

Πριν απ’ όλα όμως, καθορίσαμε την κύρια και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές διαδρομές έως τη θάλασσα και συντάξαμε ειδικό μήνυμα προς τις φρουρές των νεοκατακτημένων πόλεων κατά μήκος αυτών των διαδρομών, με εντολή να διευκολύνουν με κάθε τρόπο την προώθηση της αποστολής. Οι πόλεις σταθμοί της κύριας διαδρομής είναι η Βαβυλώνα, η Θάψακος, η Χαληβών, η Έμεσα, η Δαμασκός και η Τύρος. Στην τελευταία αυτή πόλη στείλαμε εντολή να ετοιμάσει την επιβίβασή μας στα κατάλληλα πλοία με τα οποία θα αποπλεύσουμε για την Αθήνα.

Εκτός όμως  από αυτά, είχαμε να τακτοποιήσουμε ένα σωρό τρέχουσες εκκρεμότητες της υπηρεσίας, μια που εκτός από μένα, και ο ίδιος ο Ολύνθιος έχει κατά νου να αφήσει τα Σούσα και να επιστρέψει στην προελαύνουσα στρατιά αμέσως μόλις η υγεία του θα το επιτρέψει και, σε κάθε περίπτωση, μέσα στους επόμενους θερινούς μήνες.  Ορισμένα από τα τρέχοντα θέματα, όπως τις εξελίξεις της ¨υπόθεσης των περσών πριγκίπων¨ θέλει να τις χειριστεί όντας κοντά στο κέντρο των αποφάσεων, όπου κι αν θα βρίσκεται αυτό φέτος το καλοκαίρι.

images-4

[1] Ξυήλη: Εγχειρίδιο των Λακεδαιμονίων (μήκος λεπίδας 30 έως 35 εκατοστά) προορισμένο για συμπλοκές ¨εκ του συστάδην¨.  Σύμφωνα με άλλους η ¨ξυήλη¨ ήταν ένα είδος δρεπανοειδούς εργαλείου χρήσιμου για το τρόχισμα των αιχμών των άλλων όπλων.

[2] Μόθαξ: Τέκνο Σπαρτιάτη με γυναίκα είλωτα. Στην Σπάρτη, λόγω της μόνιμης λειψανδρίας, το νόθο παιδί σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν δυνατό να εκπαιδευτεί και να ενταχθεί στο Λακεδαιμονικό στράτευμα

[3] Υπομείων: ¨Όμοιος¨ Λακεδαίμων που είχε πέσει σε δυσμένεια και έχασε το δικαίωμα να αποκαλείται πολίτης.

[4] Ο Βασιλιάς της Σπάρτης Άγις ο Γ΄ ενισχυμένος με χρήματα και πλοία από τους Πέρσες σατράπες Φαρνάβαζο και Αυτοφραδάτη, κατάφερε να συσπειρώσει τις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις σε αντιμακεδονικό κίνημα. Ηττήθηκε από τον αντιβασιλέα Αντίπατρο και σκοτώθηκε στη μάχη της Μεγαλόπολης στα τέλη του 331 πΧ.

[5] Ε, ναι. Υπάρχει όντως ο (ιστορικού χαρακτήρα) μύθος που θεωρεί τον Καλλισθένη επινοητή της (γνωστής;) ¨Καλλισθενείου γυμναστικής¨.

[6] Κατά την κλασική αρχαιότητα οι περισσότεροι χάρτες σχεδιάζονταν με την Ανατολή στο επάνω μέρος. Εξ ου και η πορεία του Αλέξανδρου ήταν ¨ανάβαση¨, ενώ η πορεία των μυρίων (μετά την συμμετοχή τους στην ¨Κύρου ανάβαση¨) ήταν μία ¨κάθοδος¨.

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Η Μυώπη αναφέρει…

Posted by vnottas στο 27 Ιουλίου, 2016

image002

Μέρος Δ. Κεφάλαιο 13.

 Λίγο νωρίτερα, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, στο κέντρο της Περσέπολης…

Η Μυώπη, σείοντας ανιχνευτικά την βακτηρία προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της, ενώ παράλληλα φροντίζει να μένει στην άκρη, μακριά από το κέντρο της οδού, όπου θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τους ιππείς και τα διερχόμενα οχήματα. Που και που ακούει να την χαιρετούν και απαντά με τη γλυκιά καμπανιστή φωνή της προς την κατεύθυνση του χαιρετισμού. Που και που επίσης, ακούει κάποια σχόλια θαυμασμού που της προκαλούν ένα χαμόγελο ικανοποίησης και θλίψης μαζί.  

Η Μυώπη είναι μια όμορφη σχεδόν τυφλή νεαρή γυναίκα η οποία ανήκει πλέον στην υπηρεσία της Θαίδας της Αθηναίας και που, πιο μπροστά, ήταν μία από τους ταλαιπωρημένους και σακατεμένους ¨Ερετριείς¨, αυτούς που είχαν εμφανιστεί σχεδόν από το πουθενά πριν η στρατιά μπει στην Περσέπολη. Είχαν ισχυριστεί ότι είναι απόγονοι των Ελλήνων από την Ερέτρια, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Ξέρξη και είχαν μεταφερθεί  στην Περσία, εδώ και κάμποσες γενιές, για να χρησιμέψουν ως εξειδικευμένοι δούλοι, κυρίως σε οικοδομικές εργασίες[1]. Ο Αλέξανδρος συγκινήθηκε από τα βάσανα της διαβίωσής τους στην Περσία που του αφηγήθηκαν και αφού τους χορήγησε δώρα, επέτρεψε σε όσους το επιθυμούσαν και το άντεχαν να ενταχτούν στους συνακολουθούντες την εκστρατεία.    

Η Θαίδα είχε ενδιαφερθεί για την νεαρή και την είχε προσλάβει στην υπηρεσία της, χωρίς ακόμη να ξέρει ότι, πέρα από την λεπτή της ομορφιά, διέθετε ένα τουλάχιστον σημαντικό προσόν: Η Μυώπη διέθετε εξαιρετική ακοή. Και επιπλέον, εκτός από την Ιωνική, γνώριζε καλά τις γλώσσες της αυτοκρατορίας των Περσών και ήταν σε θέση να καταλάβει κάποιες τοπικές διαλέκτους. Όταν η Θαίδα πληροφορήθηκε για αυτές τις ικανότητες, φρόντισε να αξιοποιήσει την νεαρή με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που είχε αρχικά στο μυαλό της.

Έτσι, με την πρόφαση κάποιων εξειδικευμένων αγορών, η Μυώπη είτε μόνη είτε συνοδευμένη από άλλες ακολούθους της Θαίδας, περιδιαβαίνει καθημερινά το κέντρο της πόλης φροντίζοντας όχι τόσο να ψωνίζει, όσο να ακούει  και στη συνέχεια να μεταφέρει στην κυρία της, ό,τι το ενδιαφέρον, το ασυνήθιστο, το διασκεδαστικό ή ανησυχητικό πέφτει στην οξεία αντίληψή της.

image006

Σήμερα, όσα φτάνουν ως τα αφτιά της Μυώπης δηλώνουν ότι η μέρα είναι σίγουρα αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Ακούει περισσότερα κάρα να σέρνονται στα πλακόστρωτα, περισσότερα άλογα να τριποδίζουν ανάμεσα στο πλήθος, και τους ανθρώπους να τρέχουν περισσότερο βιαστικά από τις άλλες μέρες. Μερικοί τραγουδούν εμβατήρια άσματα, άλλοι ποδοκροτούν χορεύοντας αυτοσχέδιους πολεμικούς χορούς και ξεφωνίζοντας πολεμικά συνθήματα, ενώ οι φωνές των πωλητών σκεπάζονται όλο και συχνότερα από τις συγχρονισμένες ιαχές των στρατιωτικών τμημάτων που διασταυρώνονται καθώς πορεύονται από τον ένα στρατιωτικό καταυλισμό στον άλλον.  

Η φασαρία δεν εκπλήττει τη Μυώπη. Ξέρει ήδη ότι αύριο κιόλας η εμπροσθοφυλακή ξεκινάει κι ότι εδώ στην Πόλη των Περσών θα γίνουν απόψε οι τελετές της αναχώρησης. Εκείνα που της φάνηκαν αξιοπερίεργα και την κάνουν τώρα να προσπαθεί να επιταχύνει το βήμα της προκειμένου να επιστρέψει στον γυναικωνίτη μια ώρα αρχύτερα, είναι τα θραύσματα μιας συζήτησης ειπωμένης στα ελληνικά. Περίεργα, ανακατεμένα ελληνικά: κάποιοι που μιλάνε τα αιολικά των μακεδόνων, αλλά με τον λαϊκό τρόπο των συνακολουθούντων και κάποιοι που μιλάνε τα ελληνικά που η ίδια γνωρίζει καλά: ιωνικά, αλλά με την κοφτή, μη μελωδική επιρροή της περσικής: τα ιωνικά των ¨Ερετριέων αιχμαλώτων¨.

Αλλά, τέτοια γλωσσικά μείγματα, καθώς και πολλά άλλα παραπλήσια, ακούει κανείς καθημερινά στις κατακτημένες πόλεις. Εκείνο που ανησυχεί την Μυώπη είναι το περιεχόμενο της συνομιλίας που έφτασε ως αυτήν από εκείνη την ομάδα από ακαθόριστες σκιές  στο βάθος της στοάς. Οι σκιές μιλούσαν σιγανά και συνωμοτικά. Και μιλούσαν για φωτιά… Για μεγάλη φωτιά που θα κάψει τα πάντα… Απόψε ή το πολύ αύριο!

Η Μυώπη μισοκλείνει τα βλέφαρα προσπαθώντας να δώσει περιγράμματα στη θολούρα που την περιβάλλει. Ευτυχώς, αυτός ο λευκός όγκος που διαγράφεται αμυδρά τώρα απέναντί της δε μπορεί παρά να είναι ο γυναικωνίτης. Σε λίγο θα μπορέσει να τα αναφέρει όλα αυτά στην κυρά Θαίδα.

image008

[1] Υπάρχει σχετική αναφορά στο πέμπτο κεφάλαιο του πρώτου μέρος του παρόντος αφηγήματος.

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Η ερωτική εξομολόγηση του Εύελπι)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δωδέκατο. Θαϊδα ΙΙ

Posted by vnottas στο 16 Ιουλίου, 2016

Δ΄ 12. Θαϊδα ΙΙ

images (8)

Η Θαίδα φοράει έναν λεπτό χιτώνα φτιαγμένο από σπάνιο ύφασμα. Οι έμποροι λένε ότι οι ίνες αυτού του υφάσματος προέρχονται από το κουκούλι ενός σκουληκιού που ζει μόνο στο νησί της Κω[1], αν και φημολογείται ότι κάτι ανάλογο υπάρχει και στη άγνωστη βαθειά Ανατολή. Πάνω στον ανάριο χιτώνα λαμποκοπούν επιρράμματα από λεπτά φύλλα χρυσού. Η Θαίδα κάθεται μπροστά στον καλογυαλισμένο καθρέφτη και χαμογελά ικανοποιημένη στο πανέμορφο είδωλό της. 

¨Ω θεοί!¨, σκέφτεται. ¨Πόσο περίπλοκο έχει γίνει το παιχνίδι!

Γιατί, ω θεοί, μου επιτρέπετε να τα ’δω  όλα αυτά  ως ένα παιχνίδι, έτσι δεν είναι;

Εγώ εάν -λέω, εάν- η γνώμη μου μετράει έστω και λίγο, το ομολογώ: θα ήθελα να μην είναι παρά ένα παιχνίδι, που μερικές φορές σε διασκεδάζει κι άλλοτε σου προκαλεί έξαρση κι αγωνία. Βέβαια λίγο επικίνδυνο, δε λέω, αλλά σίγουρα συναρπαστικό.

Άλλωστε είστε εσείς (εσείς; οι μοίρες; κάποιος τέλος πάντων από τους αποπάνω!) που  με θελήσατε τέτοια. Που τα κανονίσατε έτσι ώστε οι άντρες να με αγαπάνε και εγώ να τους αγαπώ επίσης, κι εκείνοι εκτός από μένα να λατρεύουν κι αυτήν την απαιτητική τσαπερδόνα[2] που ονομάζουν ‘εξουσία’. Κι εγώ, αν θέλω να είμαι παρούσα στο περίπλοκο παιχνίδι που στήνουν για χάρη της, θα πρέπει να δεχτώ τους όρους αυτού του παιχνιδιού.

Ευτυχώς που ο αγώνας για την κυρά-εξουσία δε δίνεται μόνον στα πεδία των μαχών. Αν ήταν έτσι, θα ήταν μια ιστορία μόνο για αρσενικούς κι εγώ θα έμενα απ’ έξω. Και δε θα παραπονιόμουνα, ω θεοί, σας διαβεβαιώ.  

Όμως ο αγώνας διεξάγεται σχεδόν παντού. Και αναμφίβολα ο ρόλος του εμψυχωτή, του καλλωπιστή, του παρηγορητή, (αλλά, εδώ που τα λέμε, και του τελικού κριτή, αυτού που απονέμει -ή που πάει μαζί με- το έπαθλο), είναι ένας ρόλος που ανήκει, όπως και να το κάνουμε, σε εμάς, τις γυναίκες. Είναι φανερό ότι έτσι τα έχετε τακτοποιήσει τα πράγματα, εσείς, ω θεοί!¨

Αυτά σκέφτεται η Θαίδα καθώς με τη βοήθεια του Πουλχερίδιου ολοκληρώνει την περίτεχνη κόμμωσή της.

images (10)

«Η Κυρία ακτινοβολεί ωραιότητα», σχολιάζει η μικρή μαθητευόμενη, της οποίας η εκφραστική ικανότητα βελτιώνεται ταχύτατα τον τελευταίο καιρό. «Τι κρίμα που ο γενναίος Πτολεμαίος βρίσκεται σε αποστολή έξω από την πόλη και δε θα μπορέσει να θαυμάσει απόψε την κυρία!».

Ο Πτολεμαίος έχει πράγματι αναχωρήσει με τα ανιχνευτικά τμήματα και λείπει ήδη μια βδομάδα.

«Αυτός δεν είναι λόγος για να μη φροντίζουμε την εμφάνισή μας αγαπητό Πουλχερίδιον», λέει η Θαίδα με διδακτικό ύφος.

Ύστερα η προσοχή της επιστρέφει στα μαλλιά της που σχηματίζουν μια άψογη πολυεπίπεδη γεωμετρική κατασκευή, πλαισιωμένη από μικρές επικρεμάμενες αργυρές λάμψεις. «Δεν είναι άσχημα», λέει. 

img011145604

¨Αλλά ας μη παρασύρομαι¨, σκέφτεται η Θαίδα, καθώς με την βοήθεια ενός δεύτερου μικρού καθρέφτη προσπαθεί να δει την πλάγια όψη του προσώπου της. ¨Ο νεαρός Μεγαρέας φτάνει όπου να ‘ναι και πρέπει να αποφασίσω τι θα του πω. Γιατί από όλα αυτά που συμβαίνουν, που ξέρω ότι συμβαίνουν, μερικά σίγουρα τον ενδιαφέρουν¨.

Οι σκέψεις της επιστρέφουν στην χθεσινοβραδινή επίσκεψη του άνδρα με το δυσδιάκριτο πρόσωπο: ¨’Στο όνομα της ‘ιερής ελιάς’!¨- χαμογελάει. ¨Τι μεγαλόσχημο σύνθημα! Μερικοί βρε παιδί μου έχουν την ρητορική στο αίμα τους¨.

Είχε περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία του επίσκεψη. Και ήταν η πρώτη φορά που η Θαίδα δεν είχε προηγουμένως λάβει τη συμφωνημένη προειδοποίηση ότι επρόκειτο να την επισκεφτούν.

«Μη σου κακοφαίνεται, Θαίδα», της είχε πει ο επισκέπτης αφαιρώντας το κάλυμμα της κεφαλής όταν βρέθηκαν μόνοι. «Δεν έρχομαι για να σου ζητήσω να μου πεις πράγματα. Έρχομαι γιατί έχω εγώ κάποια σημαντικά πράγματα να σου πω».

Η αφαίρεση της καλύπτρας είχε φέρει στο φώς το κεφάλι του Ηλιόδωρου. Σαραντάρης, με λεπτά αριστοκρατικά χαρακτηριστικά και νευρώδες σώμα, γνωστός ως επιστήθιος φίλος του αττικού ρήτορα Δημάδη, άρα φιλομακεδόνας, είναι ο επικεφαλής της αθηναϊκής αντιπροσωπείας στην Εκστρατεία.

Όμως, όσο φιλομακεδόνας κι αν είναι ο Ηλιόδωρος, κάποιος άγραφος (αλλά κατά τα φαινόμενα κοινά αποδεκτός) κανόνας συμπεριφοράς, επιβάλλει να μην υπάρχουν ιδιαίτερες επαφές ανάμεσα στην -Αθηναία- σημαντικότερη εταίρα της μακεδονικής αυλής και τον επικεφαλής των Αθηναίων πρέσβεων. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει υποψίες για αθέμιτες διαπλοκές ανάμεσά τους.

Επί πλέον θα πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι οι Αθηναίοι πρέσβεις έχουν μια ιδιορρυθμία: ανάμεσά τους υπάρχουν και εκπρόσωποι της (αττικής) αντιπολίτευσης. Οι Μακεδόνες αποδέχονται κάτι τέτοιο γιατί, γνωρίζοντας τις ¨παραξενιές¨ και τις δυσπρόβλεπτες ¨εναλλαγές¨ του αθηναϊκού καθεστώτος, θέλουν να έχουν άμεση πρόσβαση   και στους αντιπολιτευόμενους. Όμως, όπως είναι φυσικό, αυτή η ετερογενής σύνθεση δεν ενισχύει την αξιοπιστία των Αθηναίων απέναντι στους Μακεδόνες. Οι Αθηναίοι το ξέρουν και φροντίζουν η παρουσία τους να είναι διακριτική, έως και συνωμοτική, εάν χρειαστεί.

image002

«Τι συμβαίνει;», ρωτάει η Θαίδα.

Ο Ηλιόδωρος παύει να την κοιτάζει θαυμαστικά και μπαίνει αμέσως στο θέμα.

«Θα σου πω. Είναι πιθανότατο ως αύριο το πολύ, να δεχτείς μια πρόταση που μάλλον θα συνοδεύεται από δελεαστική προσφορά».

«Από ποιον;»

«Από κάποιους που θα προσπαθήσουν να κρατήσουν την ταυτότητά τους κρυφή».

«Αλλά που εσείς ξέρετε ποιοι είναι…»

«Βεβαίως. Αλλά μια επιβεβαίωση, αν καταφέρεις να μάθεις περισσότερα για το παρασκήνιο αυτής της ιστορίας, δε βλάπτει».

«Και τι θα μου ζητήσουν;»

Ο επισκέπτης μένει για μια στιγμή σιωπηλός.

«Να κάψεις τα ανάκτορα της Περσέπολης» λέει μετά.

Ένα καμπανιστό γελάκι ξεφεύγει από τα κόκκινα χείλη της Θαίδας.

«Εγώ; Γιατί;»

«Εσύ. Βασικά γιατί είσαι Αθηναία».

«Εμείς οι Αθηναίες είμαστε γνωστές για πολλά, αλλά όχι για εμπρησμούς. Το πολύ να καίμε καρδιές, όχι ανάκτορα…», λέει η Θαίδα και ξαναγελάει.

«Και όμως, για σκέψου το. Σε ποιον θα μπορούσε να αποδοθεί ευκολότερα μια τέτοια επιθυμία και μια τέτοια πράξη, παρά σε έναν από εμάς. Έναν Αθηναίο ή μία Αθηναία. Η Αθήνα είναι που λεηλατήθηκε και κατακάηκε από τους Πέρσες».

«Πριν από πολλά πολλά χρόνια… αν δεν κάνω λάθος».

«Πριν περίπου ενάμιση αιώνα», επιβεβαιώνει ο πρέσβης.

«Δεν στέκει».

«Γιατί;»

«Γιατί οι δικές μου πληροφορίες», επιμένει η Θαίδα, «λένε ότι την πόλη, δηλαδή τα ανάκτορα και ότι άλλο έχει απομείνει από αυτήν, θα την κάψουν οι μακεδόνες οι ίδιοι».

images (22)

«Οι δικές μου είναι διαφορετικές: λένε ότι το επιτελείο είναι διχασμένο. Οι πεζέταιροι και κυρίως η μάζα των συνακολουθούντων πιέζουν για μια ακόμα λεηλασία, που αυτή τη φορά να συμπεριλαμβάνει και τα ανάκτορα, γιατί θεωρούν ότι τα λάφυρα που μέχρι στιγμής τους αποδόθηκαν είναι ανεπαρκή…  Ορισμένοι επιτελικοί υποστηρίζουν επίσης ότι αν γκρεμιστούν τα ανάκτορα ο εκφοβισμός θα είναι αρκετός, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ισχυρής αντίστασης κατά την επικείμενη προέλαση της στρατιάς προς τα βορειοανατολικά. Από την άλλη μεριά, ο Καλλισθένης, ο Ευμένης και οι δικοί τους είναι αντίθετοι, γιατί δε θέλουν να κινδυνέψουν οι βιβλιοθήκες. Ίσως και γιατί η εικόνα που έχουν πλάσει και διαδίδουν για τον βασιλιά, δεν είναι συμβατή με την πλήρη καταστροφή των πόλεων που έχουν ήδη παραδοθεί από μόνες τους.

Ο ίδιος ο  Αλέξανδρος φαίνεται ότι δεν έχει πάρει ακόμη την οριστική απόφαση.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που θα ήταν ευτυχείς αν συνέβαιναν τα εξής: Αν η πόλη ισοπεδωνόταν, αν οι ίδιοι έμεναν έξω από κάθε υποψία και εάν η ευθύνη θα μπορούσε να ριχτεί στην Αθήνα. Σε μια κακιά και μνησίκακη Αθήνα που παρασύρει τον Αλέξανδρο σε επώδυνες αντεκδικητικές πράξεις άγους».

«Καταλαβαίνω ποιους υπαινίσσεσαι, αν και δεν μπορώ να πω ότι κατανοώ καλά τα κίνητρά τους». 

«Υποθέτω ότι καταλαβαίνεις σωστά ποιοι είναι. Ο Ανάξαρχος και οι δικοί του. Είναι αλήθεια ότι  διαμορφώθηκαν ως ομάδα με επιρροή μόλις το τελευταίο διάστημα, ύστερα απ’ τη επιστροφή από την Αίγυπτο, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι έχουν στενές επαφές με παράγοντες που ανήκουν κυρίως στα έθνη που ήταν ως τώρα υποτελή στους Πέρσες, αν και κατάφεραν να διατηρούν πλούτο και επιρροή.

Όλοι αυτοί αντιπαθούν τους Αχαιμενίδες οι οποίοι τα τελευταία χρόνια τους είχαν ζορίσει, κυρίως επιβάλλοντας φόρους και περιορισμούς στην εμπορική τους δραστηριότητα. Μαζί με αυτούς: τους Βαβυλώνιους, τους Ελαμίτες και άλλους, η ομάδα του Ανάξαρχου έχει φτιάξει μια πολιτική και μια πρόταση διοίκησης που οι άνθρωποί της διαφημίζουν και προωθούν στην αυλή του Μακεδόνα. Επίσης θα ξέρεις φαντάζομαι ότι διατηρούν στενές επαφές με ορισμένες κλίκες των συνακολουθούντων.

Ωστόσο, το αυτοκρατορικό πρότυπο που προτείνουν αντιμετωπίζει μια σειρά από εμπόδια, τα οποία αν δεν καταφέρουν να εξουδετερώσουν, έχουν πολύ λίγες πιθανότητες να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους.

«Δηλαδή; Ποιους; Ποιοι αποτελούν εμπόδιο στα σχέδια του Ανάξαρχου;»

eaa2e-episkyro2

«Στους απαριθμώ:

Ας αρχίσω με τους Πέρσες τους ίδιους. Δεν έχουν ακόμη εμφανή επιρροή στα τεκταινόμενα, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται τους επιφυλάσσεται ιδιαίτερα φιλική μεταχείριση. Όμως, η ιδέα που προωθεί τελευταία ο Αλέξανδρος για κοινή ελληνοπερσική διοίκηση βρίσκει την ομάδα του Ανάξαρχου σύμφωνη μεν, αλλά μόνο στα λόγια. Θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα τους άφηνε απέξω. Αντίθετα ό, τι απομακρύνει τους Πέρσες από τους Έλληνες, ας πούμε μια αναίτια σφαγή, θεωρούν ότι τους διευκολύνει.

Δεύτερον: η ομάδα των μακεδόνων στρατηγών. Τόσο των παλιών, των ¨φιλιππικών¨, όσο και εκείνων που ανήκουν στην ομάδα των στενών φίλων του Αλέξανδρου. Οι πρώτοι γιατί είναι συντηρητικοί και δεν καταλαβαίνουν από εμπόριο και κερδοσκοπία. οι νεότεροι γιατί είναι τόσο δεμένοι με τον Αλέξανδρο που είναι αναφανδόν αρνητικοί σε οποιαδήποτε πρόταση που δεν εκπορεύεται άμεσα από αυτόν. Οι πληροφορίες μου λένε ότι οι Αναξαρχικοί έχουν ήδη προσπαθήσει να παρεμβάλλουν ζιζάνια στις σχέσεις του Αλέξανδρου με ορισμένους από τους στρατηγούς του. Το μέλλον θα δείξει.

Τρίτον, όσοι εξακολουθούν να θαυμάζουν ή να αναφέρονται θετικά για την Αθήνα και το Αττικό πολιτικό πρότυπο. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο δύσκολα αφού μέχρι στιγμής ο κυριότερος φορέας μια πολιτικής φιλικής προς την Αθήνα είναι ο ίδιος ο βασιλιάς. Αν όμως οι άνθρωποι του Ανάξαρχου καταφέρουν να διαδώσουν ότι η Αθήνα προσπαθεί να κάνει επεκτατική πολιτική στις πλάτες του Αλέξανδρου, ή και να εκβιάσει τις αποφάσεις του (με μια εμπρηστική πράξη για παράδειγμα), τότε μπορούν να ελπίζουν ότι θα πλήξουν δραστικά την όποια επιρροή μας.

Τέταρτον: υπάρχει βέβαια και η ομάδα του Καλλισθένη και του Ευμένη. Οι περί τον Ανάξαρχο θεωρούν ότι αυτοί επηρεάζονται από τον Αριστοτέλη, ο οποίος έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, άρα λίγο πολύ τους ταυτίζουν με εμάς. Τους αντιπαθούν πάντως ιδιαίτερα γιατί ξέρουν ότι τα σοφιστικά τους όπλα, με αυτούς είναι δύσκολο να λειτουργήσουν».

«Έτσι λοιπόν…»

«Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, ίσα με αύριο το μεσημέρι κάποιος από αυτούς θα επιδιώξει να σε δει και να σου προτείνει, έναντι βεβαίως πλουσιοπάροχης αμοιβής, να  αναλάβεις να παρασύρεις τους συνδαιτυμόνες του συμποσίου που ετοιμάζεται για την αναχώρηση του στρατεύματος σε μια θεαματική πυροτεχνική καταστροφή των ανακτόρων. Εκείνο που δε θα σου πει είναι ότι, αμέσως μετά, έχουν έτοιμη μια εκστρατεία διάδοσης κατηγοριών εναντίον σου για αυτήν ακριβώς την πράξη, την οποία βέβαια θα έχεις κάνει -υποτίθεται-  ύστερα από δική μας προτροπή και συνεργεία».

Δεν είχε άδικο ο Ηλιόδωρος. Πράγματι, σήμερα το πρωί κατέφτασε στον γυναικωνίτη τίποτα λιγότερο παρά -η Θαίδα δεν το περίμενε-  ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης ο ίδιος. Συνοδευμένος από δύο συνομηλίκους του σιτεμένους καλαμαράδες, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι τον ενδιαφέρουν οι νεαρές ¨νύμφες¨ και ότι ο λόγος της πρωινής του επίσκεψης ήταν να επιλέξει μερικές για τις συνεστιάσεις της αναχώρησης. Όμως, αμέσως μετά, είχε αφήσει την επιλογή στους συνοδούς του, ενώ ο ίδιος ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως με τη Θαίδα. 

Η Θαίδα στην σκέψη του αβδηρίτη κάνει μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας, αλλά η έκφρασή της αλλάζει ραγδαία, καθώς το Πουλχερίδιον εμφανίζεται στην είσοδο του δώματος, για να την ειδοποιήσει, με ένα πλατύ χαμόγελο, ότι ο Εύελπις μόλις έφτασε.

 ***

eik17

[1] Πρόκειται για τον, γνωστό κατά την αρχαιότητα, ¨άγριο¨ μεταξοσκώληκα της νήσου Κω.

[2] Τσαπερδόνα: από το Σαπέρδης, πράσινη σαύρα που κουνάει έντονα την ουρά της (η εταίρα Φρύνη κατά την περίφημη δίκη της, είχε αποκληθεί ¨σαπέρδιον¨. Σύμφωνα με άλλους, ¨σαπέρδης¨ είναι το ψάρι ρέγγα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Posted by vnottas στο 9 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ενδέκατο: Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος

Ό ήλιος έχει πια σκαρφαλώσει ψηλά στον ουρανό εξαφανίζοντας ό, τι έχει απομείνει από την τέως χρυσαφιά σελήνη και, μαζί μ’ ένα αεράκι που κατεβαίνει από τα βουνά του βορρά, χαρίζει στην Περσέπολη μια διαυγή, δροσερή, κίτρινη λιακάδα.

Ο Εύελπις κατευθύνεται έφιππος προς τα κεντρικά κτίρια των ανακτόρων. Είναι φανερό ότι η είδηση για την επικείμενη αναχώρηση της στρατιάς έχει κυκλοφορήσει, όπως είναι φανερό ότι η ατμόσφαιρα στην πόλη έχει αλλάξει αισθητά. Μια ορατή ένταση διαπερνά το πλήθος των  συνακολουθούντων που γεμίζει τώρα τους δρόμους αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τα τεκταινόμενα. Θα γίνει άραγε εγκατάσταση εποίκων στην Περσέπολη; Ποιος από τους εταίρους θα παραμείνει ως επικεφαλής της φρουράς στην κατακτημένη πόλη; Μήπως η πόλη θα καταστραφεί εντελώς, όπως ισχυρίζονται ορισμένες φήμες που κυκλοφορούν επίμονα τις τελευταίες μέρες;  …Και οι γιορτές; Οι γιορτές και οι τελετές αναχώρησης; Πότε θα γίνουν; Οι εξέδρες μοιάζουν να είναι έτοιμες… Θα υπάρξει άραγε ο απαιτούμενος χρόνος ώστε να στηθούν όλες οι απαραίτητες κερδοφόρες ¨δουλειές¨ που συνοδεύουν κάθε μεγάλη εκδήλωση ή η ευκαιρία θα πάει χαμένη;

Ο Εύελπις παρατηρεί ότι μαζί με τον ίδιο, ανηφορίζουν προς τις κεντρικές αίθουσες των ανακτόρων ομάδες πρέσβεων από τις συμμάχους ελληνικές πόλεις. Φορούν ενδυμασίες ¨παράστασης¨∙ προφανώς έχουν κληθεί για να ενημερωθούν επισήμως, προκειμένου να συντάξουν τις αναφορές τους προς τα διάφορα άστεα. Σε λίγο, σκέφτεται, θα αναχωρήσουν βιαστικοί ιππείς μεταφέροντας  στο πανελλήνιο την είδηση ότι η εκστρατεία συνεχίζεται, πιθανώς μαζί με εικασίες και προβλέψεις για τις παρά πέρα προθέσεις της μακεδονικής ηγεσίας.

ceb1cf81ceb3cf85cf81cf8c-cf84ceb5cf84cf81ceacceb4cf81ceb1cf87cebccebf-ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85-ceb3ce84cebcceb1ceba

Ο Ευμένης, που βρίσκεται στο γραφείο του πολιορκημένος από περγαμηνές και παπύρους γεμάτους κείμενα και σχέδια-γράμματα, υποδέχεται τον Εύελπι με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Όλα εντάξει;», τον ρωτάει, «ξεκουράστηκες κάπως από το ταξίδι;»

Ο Εύελπις ανταποδίδει το χαμόγελο και τον διαβεβαιώνει ότι αισθάνεται κάτι παραπάνω από εν τάξει: είναι έτοιμος να αναλάβει ξανά πλήρη καθήκοντα.

Ο Ευμένης τον κοιτάζει για μια στιγμή σκεφτικός.

«Μη βιάζεσαι. Ο Καλλισθένης εισηγείται κάτι το διαφορετικό για σένα», λέει και τραβάει κοντά του έναν από τους παπύρους που πλημμυρίζουν το γραφείο. «Υποθέτω πως είσαι ενήμερος…»

Ο Εύελπις κάνει να απαντήσει, αλλά ο Ευμένης βιαστικός, ίσως λόγω της σύσκεψης που επίκειται, ρίχνει μια ματιά στον πάπυρο με την επιστολή του Καλλισθένη, που τώρα κρατάει ανοιχτή μπροστά του και συνεχίζει.

«Διάβασα με προσοχή την επιστολή του Ολύνθιου. Σήμερα μάλιστα το πρωί συναντήθηκα με τον βασιλέα στον οποίο παρέδωσα τον γραπτό χαιρετισμό του Καλλισθένη και συζήτησα μαζί του σχετικά με ορισμένα από τα θέματα που θίγει στην επιστολή του προς εμένα. Έχω λοιπόν να σου πω, με λίγα λόγια, ότι ο βασιλέας εγκρίνει!»

Ο Εύελπις αρχίζει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται, αλλά προλαβαίνει να αρθρώσει μόνο μια λέξη: «Εγκρίνει; …» με ερωτηματικό και αποσιωπητικά.

«…Την πρόταση του Καλλισθένη να συνοδεύσεις εσύ τα αγάλματα που θα επιστρέψουμε στους Αθηναίους. Στην Αθήνα θα παραμείνεις όσο θα χρειαστεί ώστε να συντάξεις μια πλήρη αναφορά για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί, αλλά και για τις πληροφορίες που φτάνουν εκεί από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Η πρόσφατη νίκη του Αντίπατρου[1]  κατά των Σπαρτιατών φέρνει ξανά την Αθήνα στο προσκήνιο, αλλά και δίνει στον αντιβασιλέα εξαιρετική δύναμη. Πριν φύγεις θα σε ενημερώσω λεπτομερέστερα για το πώς διαγράφεται η κατάσταση σήμερα και πού θα πρέπει να εστιάσεις την προσοχή σου. 

Αλλά υποθέτω ότι θα σου δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και ο Καλλισθένης, αφού τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, -πολύτιμα σύμβολα για τους Αθηναίους και το πρωτότυπο όσο και χαώδες πολίτευμά τους- βρίσκονται στα Σούσα και η παράδοσή τους θα γίνει εκεί. Θα τα δώσουμε  σε μια αντιπροσωπεία πρέσβεων, αλλά ο επίσημος συνοδός μέχρι την άφιξή στην Αθήνα και την παράδοσή τους στις εκεί αρχές θα είσαι εσύ».

«Ήμουν πράγματι ενήμερος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή ότι ίσως χρειαστεί να συνοδεύσω τα αγάλματα στην Αθήνα, γιατί ο Καλλισθένης, που είναι υπέρμαχος αυτής της χειρονομίας καλής θέλησης απέναντι στους Αθηναίους, πιστεύει ότι, παράλληλα, πρέπει να έχουμε μια καλύτερη γνώση των όσων τεκταίνονται εκεί. Επομένως γνωρίζω ότι κάποιος από εμάς θα πρέπει να επισκεφτεί την Αθήνα και να επαληθεύσει τις διάφορες, συχνά αντιφατικές πληροφορίες που φτάνουν από την πρωτεύουσα πόλη των Ιώνων. Όμως δεν περίμενα να εγκριθεί τόσο γρήγορα η πρότασή του».

«Βρισκόμαστε σε μια φάση αλλεπάλληλων εξελίξεων και όπως ξέρεις ο βασιλιάς δεν καθυστερεί να πάρει αποφάσεις. Το γεγονός ότι η στρατιά θα βρεθεί και πάλι σε πορεία απαιτεί το να κλείσουμε εγκαίρως ορισμένες εκκρεμότητες.

Εξ άλλου, μετά τη σύλληψη του Δαρείου, που -πίστεψέ με- δεν πρόκειται να αργήσει,  ο βασικότερος στόχος της εκστρατείας θα έχει επιτευχθεί και μέχρι τότε θα πρέπει να έχουμε ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της επόμενης φάσης. Είναι λοιπόν αναγκαίο η ηγεσία να είναι καλά πληροφορημένη για το τι συμβαίνει σήμερα σε όλους τους τομείς. Να ξέρει τι σκέφτεται το στράτευμα, πώς αντιδρούν και τι σκαρφίζονται οι Πέρσες, αλλά και ποιο είναι το κλίμα στα μετόπισθεν, τόσο στην χώρα των Μακεδόνων, όσο και στις πόλεις του ευρύτερου ελληνικού χώρου.  

Αλλά περισσότερα θα σου πω αύριο. Τώρα δεν πρέπει να καθυστερούμε άλλο, η σύσκεψη των εταίρων αρχίζει όπου να ‘ναι. Εσύ, όπως είπαμε, θα παραμείνεις στον προθάλαμο, εγώ θα ανιχνεύσω το κλίμα που θα επικρατήσει και, εάν χρειαστεί, θα σε ειδοποιήσω να μπεις για να δώσεις κάποιες διευκρινίσεις».

Ο Ευμένης διαλέγει ορισμένα από τα έγγραφα που πλημμυρίζουν  το γραφείο του και τα τοποθετεί προσεκτικά μέσα με μια μεγάλη δερμάτινη θήκη. Μετά φωνάζει τον υπασπιστή του και του ζητάει να συμμαζέψει και να κλειδώσει τα υπόλοιπα. Με την θήκη με τα έγγραφα υπό μάλης, ξεκινάει για την αίθουσα όπου θα συνεδριάσουν οι Εταίροι. Ο Εύελπις και ο υπασπιστής τον ακολουθούν.

300px-Persepolis_Reconstruction_Apadana_Chipiez - Αντίγραφο

 Ο ¨προθάλαμος¨ στον οποίο έχει αναφερθεί ο Ευμένης δεν είναι ο ¨όποιος κι όποιος¨ χώρος αναμονής, αλλά η εντυπωσιακή  Απαντάνα της Περσέπολης, πλάι στην οποία -σε έναν μικρότερο εξ ίσου πολυτελή χώρο- διεξάγεται η σύσκεψη. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα όπου κυκλοφορούν τώρα οι διάφοροι υπασπιστές και συνεργάτες, περιμένοντας μήπως και οι σύμβουλοι που συνεδριάζουν χρειαστούν τη συνεισφορά τους.

Η Απαντάνα δεν θα έπρεπε ίσως να προκαλεί έκπληξη στους Έλληνες.  Στην τετράχρονη πορεία τους σε Αίγυπτο και Ασία έχουν ήδη δει και θαυμάσει εκπληκτικές κατασκευές. Έχουν ήδη εκπλαγεί και σχολιάσει τον τιτανικό γιγαντισμό των αιγυπτιακών φαραωνικών τάφων, τις ¨εκκρεμείς¨ κατασκευές της πληθωρικής Βαβυλώνας, καθώς και την ανάλογη (αν και κάπως μικρότερη) αίθουσα υποδοχής που οι Πέρσες αποκαλούν επίσης ¨Απαντάνα¨, στα Σούσα. Ωστόσο δεν μπορούν να αποφύγουν το να σηκώνουν κάθε τόσο τα βλέμματά τους προς τα πάνω, καμιά ογδονταριά πόδες[2] ψηλότερα και να κάνουν επαινετικά ή δεικτικά σχόλια για την πλούσια διακοσμημένη οροφή, καθώς και για τα περίτεχνα ζωόμορφα κιονόκρανα στην κορυφή των εβδομήντα δύο κιόνων που την στηρίζουν.

Στη νότια πλευρά της Απαντάνα ξεκινάει μια σύντομη εξωτερική στοά, η οποία ενώνει το γιγαντιαίο κτίριο υποδοχής με την μικρότερη διπλανή πολυτελή κατασκευή από γκρίζα σκληρή πέτρα, που οι Πέρσες αποκαλούν Ταχάρα[3].  Εκεί συνεδριάζουν σήμερα οι εταίροι του στενού κύκλου.  Η είσοδος στη στοά φρουρείται εκατέρωθεν από δύο σωματώδεις μακεδόνες, αλλά η φρούρηση είναι περισσότερο τελετουργική παρά ουσιαστική, μια που κάθε τόσο μπαινοβγαίνουν σ’ αυτήν κάποιοι έμπιστοι συνεργάτες και υπηρέτες. Ένα χαρακτηριστικό περιβραχιόνιο κεντημένο με τον μακεδονικό ακτινωτό ήλιο επιτρέπει την πρόσβασή τους στα ενδότερα. Οι υπόλοιποι γνωρίζουν ότι ο χώρος αποτελεί ¨άβατον¨ εάν δεν υπάρχει ειδική πρόσκληση. 

Εκεί καταφτάνει τώρα ο Εύελπις, ύστερα από πολλή ώρα αναμονής, συνοδευόμενος από τον αξιωματικό που τον ειδοποίησε ότι ο Ευμένης τον χρειάζεται.

Οι υψηλοί αξιωματούχοι της εκστρατείας (δύο δεκάδες πάνω κάτω) είναι καθισμένοι γύρω από μια μεγάλη ωοειδή ξύλινη τράπεζα, η κορυφή της οποίας παραμένει κενή.

αρχείο λήψης (1)

Ο Εύελπις μπαίνοντας, βρίσκει τον Ευμένη να ομιλεί:

«…συνοψίζοντας σχετικά με αυτό το θέμα, μπορώ να πω ότι οι συνολικές προβλέψεις είναι θετικές και ότι οι επιμελητείες θα είναι σε θέση να ανεφοδιάσουν το στράτευμα, αφού οι επιτάξεις και οι αγορές των απαραίτητων βασικών αγαθών  έχουν ολοκληρωθεί. Βέβαια, τα ειδικά αποσπάσματα ανεφοδιασμού θα πρέπει να παραμείνουν σε επιφυλακή και να προηγούνται της πορείας του κυρίως εκστρατευτικού σώματος, προκειμένου να επιτάξουν οτιδήποτε άλλο χρειαστεί.  

Η συνεργασιμότητα των πληθυσμών που θα συναντήσουμε καθ’ οδόν, σύμφωνα με τις αναφορές των ανιχνευτών, δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη γιατί αφήσαμε ήδη πίσω τις εξαρτημένες περιοχές και μπαίνουμε σε ορεινά εδάφη που ανέκαθεν ανήκαν σε Πέρσες και Μήδους, δηλαδή στα αρχοντικά σόγια της αυτοκρατορίας. Όμως η φήμη των νικών μας έχει ήδη διαδοθεί -φροντίσαμε κι εμείς γι αυτό- όπως και η φήμη για την πρόθεσή μας να είμαστε ευμενείς ή σκληροί, ανάλογα με το εάν υπάρχει ή όχι διάθεση για συνεργασία από τους ντόπιους. Οι πληροφορίες μας λένε ότι επικρατεί διχόνοια ανάμεσα στους πέρσες ηγέτες της περιοχής και ότι εκείνοι που θα ήθελαν να καταστρέψουν υποχωρώντας κάθε δυνατή πηγή ανεφοδιασμού, δεν κατάφεραν μέχρι στιγμής να επιβάλουν την άποψή τους».

Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους δεν δείχνουν να έχουν αντιρρήσεις στα όσα λέει ο Καρδιανός εταίρος, μερικοί μάλιστα κουνάν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους. Ο Ευμένης βλέπει ότι ο Εύελπις είναι πλέον μέσα στην αίθουσα και του κάνει νεύμα να πλησιάσει.

«…Αλλά η ένταση και η ανασφάλεια δεν επικρατεί μόνο σε τοπικό επίπεδο», συνεχίζει, «από ό, τι φαίνεται, κυριαρχεί πλέον και ανάμεσα στους πρίγκιπες και τους επιτελικούς του περσικού στρατού. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στα Σούσα όπου βρίσκεται, δυστυχώς τραυματίας αυτή τη στιγμή, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Εκεί είχαμε μια εν πολλοίς αποτυχημένη προσπάθεια εισβολής στο θησαυροφυλάκιο της πόλης, η έρευνα για την οποία, όμως, μας οδήγησε στην επιβεβαίωση κάποιων διάσπαρτων πληροφοριών που ήδη είχαν φτάσει στ’ αυτιά μας: Ανάμεσα στους Πέρσες ευγενείς εξυφαίνεται συνωμοσία κατά του Δαρείου του Κοδομανού. Την έρευνα διεξήγαγε ο Εύελπις ο Μεγαρέας, ο οποίος μόλις έφτασε από την πρωτεύουσα της Σουσιανής και που, εάν το επιθυμείτε, μπορεί να σας πει περισσότερα για τα όσα συνέβησαν εκεί».

Δεν υπήρξαν αντιρρήσεις και ο Ευμένης έκανε νόημα στον Εύελπι να έρθει δίπλα του και να πάρει το λόγο.

8f87c-alexander2biii2bthe2bgreat2c2b3362b-2b3232bb-c

Ο Μεγαρέας δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα παραστεί, και πολύ περισσότερο μιλήσει,  σε μια σύσκεψη της αφρόκρεμας των εταίρων. Όμως το ενθαρρυντικό βλέμμα του Ευμένη τον βοηθάει να ξεπεράσει όποια συστολή μπορεί να αισθάνεται μπροστά στους πιο ένδοξους -μερικοί από αυτούς είναι ήδη ζωντανοί θρύλοι- και τους πιο έμπειρους από τους συμπολεμιστές της εκστρατείας. Ξέρει ότι επιθυμία του Καλλισθένη είναι οι πολεμιστές της πρώτης γραμμής να γνωρίζουν την σημασία των ¨κρυφών μαχών¨ που δίνονται από τις ¨υπηρεσίες¨ στο παρασκήνιο της εκστρατείας, αλλά ξέρει επίσης ότι μιλώντας στους σκληρούς μάχιμους πρέπει να είναι λακωνικότερος των Σπαρτιατών.  Έτσι περιορίζεται στα βασικά: Οι Πέρσες είναι διαιρεμένοι και εμείς κάνουμε ό, τι χρειάζεται έτσι ώστε κάθε γεγονός, κάθε πληροφορία, να αποβεί σε όφελος της νικηφόρου πορείας του στρατεύματος.

Ό Εύελπις έχει σχεδόν ολοκληρώσει τα όσα έκρινε σκόπιμο να πει, όταν μια αναταραχή στην είσοδο της αίθουσας τραβάει την προσοχή του, καθώς και την προσοχή του υψηλού ακροατηρίου του προς τα εκεί. Πριν το βλέμμα του τον βοηθήσει να ξεκαθαρίσει περί τίνος ακριβώς πρόκειται, ακούει τους ξηρούς κρότους που δημιουργεί το κτύπημα των σαυρωτήρων[4] στο πέτρινο πάτωμα της αίθουσας και  βλέπει  τους εταίρους να πετάγονται όρθιοι και σχεδόν συντονισμένα να ζητωκραυγάζουν.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και η συνοδεία του έχουν μπει στην αίθουσα.

Από μακριά εκείνο που ξεχωρίζει είναι το λοφίο από την περικεφαλαία του εταίρου Ηφαιστίωνα, αλλά καθώς η ομάδα πλησιάζει στο τραπέζι, είναι φανερό ότι η προσοχή όλων εστιάζεται σε έναν όμορφο, αν και λιγότερο εντυπωσιακό, νέο άνδρα, με ξανθή χαίτη και σταθερό, αποφασιστικό βλέμμα, του οποίου η παρουσία μοιάζει να μαγνητίζει και να ξεσηκώνει όλους τους παρευρισκόμενους.

Alexander-III-of-Macedon-264x400

Καθώς ο βασιλιάς μέσα σε κραυγές ενθουσιασμού πλησιάζει στο τραπέζι της συνεδρίασης, στο μυαλό του Εύελπι έρχονται μερικές εμπιστευτικές φράσεις του Καλλισθένη:

¨Οι μακεδόνες αγαπάνε ειλικρινά τον βασιλιά τους, και όχι μόνον επειδή τους οδηγεί από νίκη σε νίκη. Τον αγαπούν γιατί μάχεται δίπλα τους, γιατί τον αισθάνονται όμοιό τους. Ο ίδιος όμως, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται καν, έχει υποστεί την επιρροή της υπερβολικά φιλόδοξης μάνας του. Έτσι, αν και είναι ευτυχισμένος, μόνον όταν βρίσκεται -ίσος μεταξύ ίσων- ανάμεσα στους φίλους και τους συμπολεμιστές του, και αυτό μπορεί να το καταλάβει εύκολα όποιος τον παρατηρήσει προσεκτικά,  θέλει ταυτόχρονα να ξεχωρίζει όχι σαν απλός βασιλιάς-ηγέτης, αλλά σαν κάτι το παραπανίσιο, που του το έχει υποβάλει η ανικανοποίητη εμμονή της Ολυμπιάδας¨. 

Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται χαμογελώντας προς στην κορυφή της μεγάλης τράπεζας σφίγγοντας τα χέρια που προτείνονται προς το μέρος του. Για μια στιγμή κοντοστέκεται για να σφίξει τον καρπό του Ευμένη. ¨Ναι¨, σκέφτεται ο Εύελπις, ¨αυτός είναι ο Αλέξανδρος των φίλων, των Μακεδόνων, των Ελλήνων!¨

«Ενημερώθηκαν;» ρωτάει ο βασιλιάς τον Καρδιανό.

«Ναι Αλέξανδρε».

Η προσοχή του βασιλιά στρέφεται τώρα προς τον Μεγαρέα.

«Ο Ευμένης μου είπε ότι ο Ολύνθιος είναι καλύτερα. Θεωρείς ότι θα τον έχουμε σύντομα πλάι μας;»

«Ναι, βασιλέα Αλέξανδρε. Σύντομα θα είναι σε θέση να ταξιδέψει», απαντά ο Εύελπις.

«Χαίρομαι που το ακούω. Έμαθα επίσης ότι η μεταφορά των θησαυρών στα Σούσα έγινε με επιτυχία, ενώ κατά την επιστροφή σου εδώ είχες κάποια προβλήματα, τα οποία όμως αντιμετωπίστηκαν».

Ο Εύελπις απορεί. Ο Ευμένης έδωσε στο βασιλιά τόσο λεπτομερή αναφορά που να περιλαμβάνει και το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη; Αλλά αμέσως μετά καταλαβαίνει. Για την ιστορία της ενέδρας στον Καλαμώνα πρέπει να μίλησε στον βασιλιά ο καλός του φίλος, ο Άρπαλος. Ανασηκώνει το βλέμμα του και, πράγματι, διακρίνει λίγο πιο πίσω, δυσδιάκριτο ανάμεσα στους ψηλόκορμους εταίρους, τον γιο του Μαχάτα να του στέλνει ένα μικρό δυσερμήνευτο χαμόγελο.

«Όλα πήγαν καλά βασιλιά Αλέξανδρε».

«Εύχομαι να πάνε όλα καλά και στη νέα σου αποστολή», λέει ο βασιλιάς καθώς τους αφήνει και παίρνει τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού.

images (3)

***

[1] Αντίπατρος: Ευγενής Μακεδόνας στην υπηρεσία αρχικά του Φίλιππου, ορίστηκε στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο ως στρατηγός αντιβασιλέας της Μακεδονίας, για όσο θα διαρκούσε η εκστρατεία στην Ασία. Κατά την εποχή της αφήγησής μας (330 πΧ ) ο Αντίπατρος, αφού είχε ήδη  εξουδετερώσει ορισμένα κινήματα αποστασίας στον Πόντο και την Θράκη, είχε στραφεί κατά των εξεγερμένων Σπαρτιατών, τους οποίους και νίκησε στη μάχη της Μεγαλόπολης.

[2] Για την ακρίβεια 24 μέτρα ή (με τον πόδα στα 0,3053μ) 77,84 πόδια ή 7,78  άκαινες (1 άκαινα=10 πόδες)

[3] Η Ταχάρα (στην παλιά περσική γλώσσα: χειμερινό ανάκτορο) κτίστηκε από τον Δαρείο τον πρώτο και τελειοποιήθηκε από τον Ξέρξη. Πρόκειται για μια (σχετικά) μικρή κατασκευή 1160 τ. μέτρων. Η αίθουσα στην οποία τοποθετούμε την (υποτιθέμενη) σύσκεψη είναι υπαρκτή στα ερείπια της Περσέπολης και έχει επιφάνεια  15.15  × 15.42 μέτρα 

[4] Σαυρωτήρας: Μεταλλικό εξάρτημα στη βάση των ακοντίων, προκειμένου να διευκολύνεται η στερέωσή τους στο έδαφος και να ισορροπείται το βάρος της αιχμής.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Θαίδα Ι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2016

Μέρος Δ Κεφάλαιο 10

Θαΐδα Ι

6889677cabeb3131f4290af9d4e0c3e1

Η μέρα μαραίνεται και πέφτει. Μαζί με το φως που φεύγει, η ζεστασιά της ατμόσφαιρας αποδυναμώνεται και υποχωρεί. Το σκότος ανατέλλει ψυχρό, μαβί και ασημοκεντημένο. Ένα -ακόμη αόρατο- χρυσαφί φεγγάρι  περιμένει στα παρασκήνια τ’ ουρανού τη σωστή ώρα για να κάνει -εντυπωσιακή- την εμφάνισή του.

Η Θαΐδα έχει ρίξει στους ώμους της ένα επίβλημα[1] και έχει βγει στον εξώστη του γυναικωνίτη για να χαζέψει από ψηλά την κατακτημένη πόλη, με τα μάτια ¨αυτής που φεύγει¨.

Η είδηση κυκλοφόρησε το απομεσήμερο, αλλά η Θαΐδα τη γνώριζε ήδη: Η αναχώρηση του στρατεύματος θα γίνει απ’ την μια μέρα στην άλλη  και όλοι οφείλουν να είναι έτοιμοι.

Η νύχτα προαναγγέλλεται αλλιώτικη. 

Σε πολλά σημεία ανάμεσα στα ανακτορικά κτίρια διακρίνονται τώρα ζωηρές μεγάλες φωτιές, γύρω απ’ τις οποίες, παρά την έλευση του σκότους, διάφορες δραστηριότητες συνεχίζονται με απρόσμενη ένταση.  

Βιαστικοί καβαλάρηδες εξακολουθούν να διασχίζουν τους δρόμους μεταφέροντας μηνύματα και εντολές προς τις μονάδες του στρατεύματος, ενώ τμήματα οπλιτών  περνούν κάθε τόσο στην μεγάλη λεωφόρο μπροστά απ’ τον γυναικωνίτη, χτυπώντας το πλακόστρωτο οδόστρωμα με βήμα έντονο, ρυθμικό και υπαινικτικό.

Μερικές ομάδες ξυλουργών που έχουν εγκατασταθεί από το μεσημέρι στην κεντρική πλατεία, εργάζονται ακόμη στήνοντας βιαστικά σκαλωσιές, εξέδρες και κερκίδες για τις τελετές της αναχώρησης. Σε άλλα σημεία, γύρω από τις φωτιές, κάποιοι αοιδοί τραγουδούν ηρωικές και θλιμμένες νοσταλγικές ιστορίες, ενώ οι υπόλοιποι που ζεσταίνονται μαζί τους, τους χειροκροτούν και τους απαντούν εν χορώ, όταν η μελωδική αφήγηση το απαιτεί.

images (5)

Ο απόηχος από τις φωνές των τραγουδιστών και τα σφυριά των τεχνιτών φτάνει ως τα αυτιά της Θαίδας και της δημιουργεί ασυνήθιστα συναισθήματα.

Το σκηνικό που απλώνεται μπροστά της, από τη μια της φαίνεται οικείο (δεν ατενίζει δα για πρώτη φορά την αναχώρηση από μια κατακτημένη πόλη, ξεκινώντας μαζί με το στράτευμα για αλλού)  και από την άλλη της φαίνεται αλλόκοτο, προορισμένο ίσως για κάποια άλλη, όχι γι αυτήν. Όχι για την Θαΐδα που έως μόλις λίγα χρόνια πριν, υπήρξε το ανατέλλον αστέρι και η μέλλουσα βασίλισσα των ηγετών και των ποιητών της Αττικής.  Όχι για την Θαΐδα την επαξίως Αθηναία.

Εικόνες από το παρελθόν ανακατεύονται με τους φόβους και τις ελπίδες της για το μέλλον.

Οι σκέψεις της Θαίδας επικεντρώνονται για μια στιγμή στον Μένανδρο, που την έκανε συνεχώς να γελάει, και μετά -καθώς ένας ενοχλητικός κόμπος εγκαθίσταται στο λαιμό της – εστιάζονται στον Ευθύδημο.

Ο Ευθύδημος: κάτι σαν πρώτη αγάπη, ο νεαρός που φοιτούσε φιλοσοφία και την παραμελούσε, εκείνος που είχε αρνηθεί να υποκύψει στη γοητεία της και αυτό έκανε το πάθος της για αυτόν να ξεχειλίζει ασυγκράτητο.

Αναρωτιέται γιατί άραγε ο Ευθύδημος αναδύθηκε από το απώτερο παρελθόν και τριγυρνάει απόψε στις σκέψεις της.

Δεν αναρωτιέται για πολύ. Η Θαΐδα είναι μια ευφυής γυναίκα που μπορεί να ψάχνει μέσα της, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ξεγελάει τον εαυτό της.  Κατά βάθος ξέρει γιατί η εικόνα του  νεαρού που την σαγήνευσε όταν ήταν ακόμη αφελές κοράσιον, ξανασκάει απόψε μύτη από το μακρινό τότε:  Είναι γιατί ο αθηναίος μοιάζει φτυστός με κάποιον άλλον και αυτός ο άλλος, (όπως πληροφορήθηκε μόλις πριν λίγο από τις απεσταλμένες της στα παζάρια του κέντρου, εκεί όπου όλα παρατηρούνται, όλα λέγονται και όλα σχολιάζονται), επέστρεψε σήμερα το απόγευμα στην Περσέπολη.

Ο Εύελπις ο Μεγαρέας και ο Ευθύδημος της εφηβικής της ηλικίας μοιάζουν.

Το ίδιο ανάστημα, τα ίδια γελαστά μάτια, τα ίδια σπαστά καστανά μαλλιά.

Εδώ που τα λέμε, αυτήν τη διαπίστωση την έχει κάνει προ ημερών. Από τη στιγμή που ο Εύελπις της έστειλε με το Πουλχερίδιον μια επιστολή που μοιάζει ερωτική, η αναδρομική σύγκριση έγινε αυτόματα και τώρα εκείνη είναι σίγουρη: Αυτοί οι δύο μοιάζουν. 

υ

Έστω κι αν ο Ευθύδημος δεν της είχε γράψει ποτέ…

Μόνον εκείνη του είχε γράψει απελπισμένες επιστολές, αλλά ακόμη κι αυτές κάποια στιγμή εκείνος τις της είχε επιστρέψει.

Η νύχτα έχει γίνει πιο ψυχρή και πιο φωτεινή καθώς η Σελήνη πήρε να ανηφορίζει ψηλά.

Η Θαΐδα κάνει απότομη μεταβολή και ξαναμπαίνει στο πολυτελές δωμάτιό της, όπου οι υπηρέτες έχουν ήδη ανάψει τους περιμετρικούς πυρσούς και κατευθύνεται σε ένα σεντούκι τοποθετημένο σε  εσοχή του απέναντι τοίχου∙ εκεί βρίσκονται θαμμένοι κάποιοι από τους προσωπικούς της ¨θησαυρούς¨. Το ανοίγει και αρχίζει να ανασκαλεύει το περιεχόμενό του.

Βρίσκει και τραβάει έξω έναν σακούλι από μαλακό δέρμα, και απ’ αυτό -στην τύχη- έναν από τους μικρούς  καλαμένιους κυλίνδρους που βρίσκονται εκεί, κι απ’ αυτόν πάλι, ένα κομμάτι πάπυρο σφιχτοδεμένο με πορφυρή κορδέλα. Τον ανοίγει.

Τα γράμματα που είχε τότε χαράξει πάνω στο κιτρινωπό φόντο, της φαίνονται τώρα παιδικά και αστεία… Και τα λόγια που σχηματίζουν επίσης…

¨Από τότε που σου ‘ρθε η ιδέα να ασχοληθείς με τη φιλοσοφία, μου έγινες σεμνός και ψηλομύτης, Ευδύθημε.

 Περνάς κάθε μέρα μπροστά από το σπίτι μου, βιαστικός, υπεροπτικός, με τα βιβλία σου στο χέρι και δε μας ρίχνεις ούτε μια ματιά.

Μήπως τρελάθηκες Ευθύδημε;

Ποιος είναι αυτός ο κακομοίρης που σου διδάσκει ετούτα τα τάχατε σπουδαία πράγματα και σε κάνει να με παραμελείς;

Εγώ ξέρω ποιος είναι. Εσύ, απ’ ότι φαίνεται, ακόμη δεν ξέρεις.

Τις προάλλες μου ζήτησε να τα φτιάξουμε, ναι να τα φτιάξουμε ερωτικά. Κι όταν είδε ότι δεν τον ήθελα γιατί προτιμούσα εσένα και ότι το βαλάντιο των σοφιστών με αφήνει αδιάφορη, άρχισε να κάνει ό, τι μπορεί για να σε κρατήσει μακριά μου[2]¨. 

Η Θαΐδα χαμογελάει γλυκόπικρα. ¨Από τότε μου τη δίνανε οι σοφολογιότατοι¨, σκέφτεται. ¨Και δεν είχα άδικο…¨

images (6)

Ένα ξερό βήξιμο από τη μεριά της πόρτας τραβάει την προσοχή της προς τα εκεί.

«Τι θέλεις Πουλχερίδιον;»

«Να σε ειδοποιήσω για δύο πράγματα ωραία μου αφέντρα», απαντάει το Πουλχερίδιον με το χαμογελαστό του ύφος.

«Λέγε».

«Μόλις έφτασε αυτό το μήνυμα για σένα».

«Φερ’ το εδώ».

Η Θαΐδα ξαναβάζει την παλιά της επιστολή στον κύλινδρο και τον κύλινδρο στο σακούλι. Μετά ανοίγει το σημείωμα που της δίνει η μικρή ακόλουθη.

Χαμογελάει καθώς διαβάζει τις λίγες ρίγες.

«Είναι ο Εύελπις», λέει. «Το περίμενα. Θέλει να με δει αύριο βράδυ».

Μένει μια στιγμή ακίνητη με το βλέμμα ονειροπόλο. «Μα γιατί αύριο; Γιατί όχι απόψε. Δεν είναι δα και τόσο αργά, είναι; Άλλωστε όλη η πόλη είναι ακόμη ξύπνια.»

Το Πουλχερίδιον κάτι θέλει να πει, αλλά η Θαΐδα δεν την αφήνει. «Να τον ειδοποιήσουμε να έρθει τώρα… Τι λές Πουλχερίδιον;»

«Δε γίνεται…» λέει η μαθητευόμενη.

«Γιατί;»

«Γιατί το δεύτερο που έχω να σου πω είναι ότι έφτασε και σε ζητάει εκείνος ο Κουκουλοφόρος. Τον έχω βάλει να περιμένει στον πρώτο προθάλαμο, και όσο και αν το πρόσωπό του είναι δυσδιάκριτο, κινείται νευρικά και μοιάζει να επείγεται…»

«Και σου είπε…;»

«Ναι, η φράση που χρησιμοποίησε είναι σωστή: Σε ζητάει, είπε, ¨στο όνομα της ιερής ελαίας¨.

Η Θαΐδα στραβώνει το όμορφο στόμα της σε μια έκφραση συγκρατημένης δυσαρέσκειας.

«Εντάξει», αποφασίζει τελικά. «Θα τον δεχτώ. Ας ξεμπερδεύουμε μ’ αυτό μια ώρα αρχύτερα». 

3

 

[1] Επίβλημα: εσάρπα, πανωφόρι

[2] Το πλήρες κείμενο της επιστολής που χρησιμοποιώ  εδώ (σε ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου), είναι δανεισμένο από τον συγγραφέα Αλκίφρονα (2ος-3ος  αιώνας μΧ) και  υπάρχει στο ¨Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4.¨   Αλκίφρων: «Επιστολές Εταίρων», εκδόσεις «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», 2007.

Λέω να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την επιστολή στο παράρτημα, στο τέλος του μυθιστορήματος.

 Οι πρώτες αράδες έχουν ως εξής:

Θαῒς Εὐθυδήμῳ

Ἐξ οὗ φιλοσοφεῖν ἐπενόησας, σεμνός τις ἐγένου καὶ τὰς ὀφρῦς ὑπὲρ τοὺς κροτάφους ἐπῆρας. εἶτα σχῆμα ἔχων καὶ βιβλίδιον μετὰ χεῖρας εἰς τὴν Ἀκαδημίαν σοβεῖς, τὴν δὲ ἡμετέραν οἰκίαν ὡς οὐδὲ ἰδὼν πρότερον παρέρχῃ. ἐμάνης Εὐθύδημε· οὐκ οἶδας οἷός ἐστιν ὁ σοφιστὴς οὗτος ὁ ἐσκυθρωπακὼς καὶ τοὺς θαυμαστοὺς τούτους διεξιὼν πρὸς ὑμᾶς λόγους; ἀλλ᾽ ἐμοὶ μὲν πράγματα πόσος ἐστὶν οἴει χρόνος ἐξ οὗ παρέχει βουλόμενος ἐντυχεῖν, προσφθείρεται δὲ Ἑρπυλλίδι τῇ Μεγάρας ἄβρᾳ; τότε μὲν οὖν αὐτὸν οὐ προσιέμην· σὲ γὰρ περιβάλλουσα κοιμᾶσθαι μᾶλλον ἐβουλόμην ἢ τὸ παρὰ πάντων σοφιστῶν χρυσίον·

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο ένατο. Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στην Περσέπολη

Posted by vnottas στο 13 Ιουνίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο ένατο: Άφιξη στην Περσέπολη[1].images (23)

Είναι πλέον προχωρημένο απόγευμα, όταν η πολυτελής άμαξα -που τώρα εκτός από τον Άρπαλο μεταφέρει, προσκεκλημένο, και τον Εύελπι- και οι ένοπλοι ιππείς συνοδοί, φτάνουν στην οχυρωμένη περίμετρο της Περσέπολης,

Έξω από τα τείχη συναντούν τα απομεινάρια από την αρχική εγκατάσταση των συνακολουθούντων. Τώρα, ένα τμήμα της έχει μετατραπεί σε περιφραγμένο χώρο όπου έχουν συγκεντρωθεί, για λόγους ασφαλείας, ορισμένοι από τους αιχμαλώτους -κυρίως ενήλικοι αρσενικοί. Η εμπειρία υποδεικνύει ότι μια απελπισμένη απόπειρα εξέγερσης δεν μπορεί ακόμα να αποκλειστεί και, εάν συμβεί, είναι προτιμότερο να συμβεί εκτός, παρά εντός των τειχών.

Μετά την λεηλασία οι περισσότεροι από τους συνακολουθούντες έχουν εγκατασταθεί πια μέσα στα τείχη∙ είναι μάλλον δυσαρεστημένοι γιατί η πόλη που (επιτέλους) τους επέτρεψαν να δηώσουν είναι μικρότερη από ό, τι περίμεναν. Καμία σχέση με τα πλούσια Σούσα και την πληθωρική Βαβυλώνα. Επί πλέον, δεν τους άφησαν να πειράξουν τα ανακτορικά κτίρια, από όπου, εξάλλου, οι περισσότεροι θησαυροί μεταφέρθηκαν εγκαίρως αλλού. Έξω από τα τείχη παραμένουν λιγοστοί, που οπλισμένοι και καθοδηγούμενοι από έναν λόχο οπλιτών, επιτηρούν τους εξανδραποδισμένους (έναντι αντιτίμου που καταβάλλουν οι νέοι κύριοί τους) μέχρις ότου διοχετευτούν στις αγορές.    

Γύρω από την τοξωτή είσοδο, την οποία διασχίζουν τώρα οι ταξιδιώτες, τα τείχη είναι αλώβητα αφού η πόλη παραδόθηκε αμαχητί. Κάτω από την αψίδα, η φρουρά είναι σε θέση να αναγνωρίσει αμέσως τους επικεφαλής της μικρής ομάδας κι έτσι ο Εύελπις, ο Άρπαλος και οι συνοδοί τους μπαίνουν στην πόλη χωρίς πολλές διαδικασίες.

αρχείο λήψης (3)

Προσπερνώντας την πύλη, το θέαμα γίνεται  πιο θλιβερό και αλλόκοτο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν ορατά σημάδια της πρόσφατης λεηλασίας, αλλά και γιατί  -κατά κάποιο τρόπο οδυνηρή εκκρεμότητα- είναι αισθητό ότι δεν έχει ακόμη αποφασισθεί οριστικά η τύχη της πόλης.

Τα κουφώματα χάσκουν ξεχαρβαλωμένα σε πολλά μαγαζιά και σπίτια, στους τοίχους δεν έχουν σβηστεί  ακόμη οι σκούρες κηλίδες απ’ το αίμα, ενώ στις άκρες των δρόμων υπάρχουν σωροί από θρυμματισμένα αγγεία. Υπάρχουν επίσης εγκαταλειμμένα κουφάρια οικοσκευών που σύρθηκαν ως εκεί για να μοιραστούν κατά το δεύτερο χέρι της δήωσης, όταν στο πλιάτσικο ξαμολήθηκαν οι άτακτες ορδές της ¨ουράς¨ του στρατεύματος.

Ο Εύελπις αισθάνεται την καρδιά του να σφίγγεται και δεν απαντά στα  σαρκαστικά σχόλια που κάνει μονολογώντας με σφικτό στόμα ο Άρπαλος. Ο Εύελπις ήταν εδώ όταν συνέβη το κακό και δε φαίνεται να το έχει ξεπεράσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπει μια πόλη να λεηλατείται, αλλά τις άλλες φορές επρόκειτο για πόλεις που είχαν αρνηθεί να παραδοθούν, που είχαν πολεμήσει -ενίοτε άνανδρα- ή, που, εν πάση περιπτώσει, είχαν αθετήσει συμφωνίες και ειλημμένες υποχρεώσεις. Προβληματισμένος, ο Μεγαρέας, αναλογίζεται με πίκρα τα λόγια του Καλλισθένη, ¨…είμαστε εδώ για να διαδώσουμε την δόξα του έλλογου Ανθρώπου!¨

images (28)

Παρ’ όλα αυτά, στο βάθος, υψώνεται τεράστιο, επιβλητικό, το ανακτορικό συγκρότημα που δεν έχει θιγεί, όχι ακόμη τουλάχιστον, και όπου στεγάζεται τώρα η ηγεσία, καθώς και οι επιτελικές υπηρεσίες της στρατιάς. Προς τα εκεί κατευθύνεται η ομάδα ακολουθώντας τον φαρδύ δρόμο που ενώνει τη δυτική πύλη με τα ανάκτορα.  

Αν και είναι ακόμη νωρίς και ο φυσικός φωτισμός είναι ακόμη έντονος, ο δρόμος δεν έχει μεγάλη κίνηση. Λίγοι πεζοί και ακόμα λιγότερα οχήματα. Καμιά σχέση με το μεγάλο θορυβώδες παζάρι των Σούσων ή το ζαλιστικό χάος της Βαβυλώνας. Υπάρχουν βέβαια οι περιπολίες έφιππων και πεζών οπλιτών οι οποίοι, που και που, διασχίζουν το δρόμο, για να εξαφανιστούν μετά στα εκατέρωθεν στενά σοκάκια του κέντρου∙ υπάρχουν επίσης, εδώ κι εκεί, πάγκοι όπου διάφοροι συνακολουθούντες έμποροι έχουν απλώσει αντικείμενα προς ανταλλαγή ή πώληση.

Φτάνοντας στην είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος, την περίφημη ¨Πύλη των Εθνών¨, οι ταξιδιώτες χωρίζουν. Ο Εύελπις δείχνει στον Άρπαλο προς τα που πρέπει να πάει για να βρεθεί στα διαμερίσματα του βασιλιά, ενώ ο ίδιος και οι συνοδοί του κατευθύνονται προς την λεγόμενη ¨στρατιωτική γωνιά¨ του συγκροτήματος, αναζητώντας τον έτερο από τους επικεφαλής των επιτελικών υπηρεσιών που έχουν αποκληθεί ¨λόγιες¨, τον Ευμένη τον Καρδιανό.

images (25)

Ο οπλίτης της φρουράς αναγγέλλει την άφιξη του Εύελπι.

Ο Ευμένης σηκώνεται από το γραφείο και τον χαιρετά με εγκαρδιότητα. 

Ευγενική φυσιογνωμία, σπινθηροβόλα μάτια, αεικίνητο νευρώδες σώμα πολεμιστή.  Πρέπει να είναι λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερος από τον Εύελπι, όμως συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ¨παλιούς¨, αφού είναι μία επιλογή του Φίλιππου που ο Αλέξανδρος ενέκρινε, κρατώντας τον δίπλα του όταν ανέλαβε τα ηνία. Ο Ευμένης δεν είναι Μακεδόνας. Κατάγεται από την Καρδία, μια ιωνική αποικία σ’ εκείνη τη γλώσσα ξηράς που αποτελεί την βόρια όχθη του Ελλήσποντου και αποκαλείται Θρακική Χερσόνησος. Λέγεται ότι  Φίλιππος, όταν αλώνιζε την περιοχή προσαρτώντας τις πόλεις στο βασίλειό του, τον είχε τυχαία δει (και θαυμάσει) να αγωνίζεται στην παλαίστρα, προτού τον προσκαλέσει στην μακεδονική αυλή και του αναθέσει όχι στρατιωτικά, αλλά υψηλά καθήκοντα γραμματείας. Ο Αλέξανδρος βλέποντας τις οργανωτικές αλλά και τις στρατιωτικές του ικανότητες τον έχει τιμήσει εντάσσοντάς τον στους  εταίρους και μάλιστα στον στενό κύκλο όπου παίρνονται οι αποφάσεις.  Το γεγονός ότι εκτός από τα γραμματειακά του καθήκοντα είναι παρών στις μάχες, του έχει εξασφαλίσει τη συμπάθεια των βετεράνων μακεδόνων  πολεμιστών και του έχει προσδώσει πρόσθετο κύρος.

alex

«Κάθησε, έχουμε να πούμε πολλά», τον προτρέπει ο Καρδιανός. «Και πριν απ’ όλα, πες μου πως είναι ο Καλλισθένης».

«Αναρρώνει. Ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας, που ευτυχώς ήταν στα Σούσα και τον περιποιήθηκε, λέει ότι δεν θα αργήσει να είναι σε θέση να ταξιδέψει. Ο ίδιος ελπίζει να είναι εδώ πριν η στρατιά ξεκινήσει και πάλι. Εν τω μεταξύ σου στέλνει αυτές εδώ τις επιστολές, Η μία είναι για σένα και την άλλη σε παρακαλεί να την παραδώσεις στον βασιλέα, τον ίδιο».

Ο Εύελπις ακουμπά τους κυλίνδρους στο γραφείο του Ευμένη και κάθεται σε ένα είδος περσικού κλισμού, απέναντί του.

«Αν και εύχομαι να αναρρώσει το ταχύτερο, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα μας προλάβει εδώ. Θα σου πω σχετικά αργότερα. Όπως, αργότερα, θα διαβάσω με προσοχή και την γραφή του», λέει ο Ευμένης και κάθεται στην πολυθρόνα πίσω από το πολυτελές τραπέζι. «Έλαβα την επιστολή που μου έστειλες με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό και έχω ήδη ενημερώσει σε γενικές γραμμές τους εταίρους. Τώρα θέλω να μου τα πεις όλα διεξοδικά. Πες μου αναλυτικά για την απόπειρα εναντίον σας και για τις έρευνες που διεξαγάγατε».

Ο Εύελπις παίρνει μια βαθειά ανάσα.  

«Δεν είχα ακόμη καλά καλά αρχίσει την τακτοποίηση του θησαυρού στις σχετικές  εγκαταστάσεις των ανακτόρων των Σούσων…» αρχίζει την αφήγησή του.

Και συνεχίζει την λεπτομερή του εξιστόρηση για ώρα πολλή, προσθέτοντας τα βασικά σημεία των απαντήσεων που έδωσαν στα ερωτήματά του οι Πέρσες των ανακτόρων, την ανακάλυψη της υφαρπαγής των κειμηλίων  και το βασικό συμπέρασμα της έρευνας, ότι δηλαδή η επίθεση είχε ως αφετηρία την επιθυμία να  ανακτηθούν αυτά τα ¨εμβλήματα¨ και να χρησιμέψουν για την νομιμοποίηση μιας επικείμενης ανταρσίας ορισμένων Περσών ευγενών κατά του Δαρείου.

«Ήδη δημιουργήσαμε στα Σούσα μια ομάδα που διερευνά σχετικά με αυτούς του επίδοξους αντικαταστάτες του Δαρείου, έτσι ώστε, αν χρειαστεί να επέμβουμε, να έχουμε καλύτερη γνώση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων της ηγεσίας των Περσών και των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σε αυτές.  Ίσως πρέπει να διερευνήσουμε και εδώ».

«Φοβάμαι ότι μετά την λεηλασία της πόλης δεν υπάρχουν πολλοί πέρσες διατεθειμένοι να μας παράσχουν πληροφορίες και να μας βοηθήσουν. Όχι εδώ στην Περσέπολη, τουλάχιστον», λέει ο Ευμένης. «Υπάρχουν πάντως αρχεία που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα. Άλλωστε, αν κατάλαβα καλά, ήδη βοήθησαν τα μεταφρασμένα κείμενα που σας έστειλα με τον Ευρυμέδοντα τον Θεσσαλό, μαζί με όσα γραπτά μπόρεσα».

«Και βέβαια, και ο Καλλισθένης σου είναι ευγνώμων γι αυτό», διευκρινίζει ο Εύελπις. «Υπάρχει φόβος να συνεχιστούν οι λεηλασίες και στα αυτοκρατορικά κτήρια;»

«Όχι όσο τα χρησιμοποιούμε εμείς.

Όμως πρέπει να σου πω κάτι που αποφασίστηκε μόλις σήμερα. Ξεκινάμε. Τις επόμενες μέρες. Συγκεκριμένα σε τρεις-τέσσερεις μέρες, αν δεν υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις. Οι προπαρασκευή έχει ολοκληρωθεί. Οι ανιχνευτές επέστρεψαν και έχουμε πλέον ικανοποιητική γνώση της διαδρομής προς τα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα των Μήδων όπου  έχει καταφύγει ο Δαρείος. Έχουμε ήδη παραδώσει τις εκτιμήσεις μας για τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσουμε κατά την πορεία προς το βορρά. Η επιμελητεία είναι έτοιμη να στηρίξει την μετακίνηση της στρατιάς, αλλά πολλά θα εξαρτηθούν και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν οι πληθυσμοί των περιοχών που θα διασχίσουμε.

Η απόφαση κοινοποιήθηκε ήδη στο στράτευμα. Όπου να ‘ναι θα ειδοποιηθούν και οι συνακολουθούντες. Δε μένει παρά να γίνουν οι απαραίτητες ευκτήριες τελετές και, όπως λένε οι παλιότεροι ¨Διός θέλοντος και καιρού επιτρέποντος¨ ξεκινάμε. Ο καιρός είναι αποφασιστικής σημασίας γιατί η διαδρομή που θα ακολουθήσουμε θα μας φέρει πάλι στα βουνά, και επιπλέον, πρέπει να πορευτούμε με ταχύτητα.

Γι αυτό σου έλεγα πριν ότι ο Καλλισθένης δε θα μας προλάβει εδώ, ακόμα και εάν η υγεία του αποκατασταθεί, όπως του εύχομαι, το συντομότερο. Ειδοποίησε τον να περιμένει έως ότου η στρατιά φτάσει στον επόμενο σταθμό και να ξεκινήσει μόνον όταν αισθανθεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει πορεία πάνω στα βουνά του Ζάγκρου».

«Θα τον ειδοποιήσω. Εγώ πάντως είμαι και πάλι εδώ, στην διάθεσή σου, και θα ήθελα να μου δώσεις οδηγίες για τις προτεραιότητες που υπάρχουν αυτή την στιγμή».

«Κοίταξε. Αύριο το μεσημέρι έχει συγκληθεί μία ακόμη σύσκεψη του συμβουλίου των εταίρων, στην οποία ενδέχεται να παραστεί και ο βασιλιάς. Θα κάνω μια ενημερωτική εισήγηση για διάφορα θέματα της αρμοδιότητάς μας και πιθανόν θα ζητηθούν διευκρινίσεις. Καλό θα ήταν να με συνοδεύσεις και να είσαι παρών σε αυτό το τμήμα της συζήτησης. Αν σου ζητηθεί, επανέλαβε τους αυτά που μου είπες. Εν τάξει;»

«Τιμή μου!»

«Κατά τα άλλα, -και ανάμεσα σε όλα τα άλλα- μας έχει ζητηθεί να διερευνήσουμε σχετικά με τη κατάσταση που βρίσκεται το ηθικό των οπλιτών μας. Προφανώς ο βασιλιάς, κλείνοντας την υπόθεση ¨Δαρείος¨, πρόκειται να πάρει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της εκστρατείας και θέλει να ξέρει τι σκέπτεται το στράτευμα. Τόσο οι Μακεδόνες όσο και οι λοιποί Έλληνες. Οι βάρβαροι μισθοφόροι τον ενδιαφέρουν λιγότερο. Σκέψου με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο, και το ξανασυζητάμε. Περισσότερες οδηγίες για το τι πρέπει να κάνεις, είμαι σίγουρος ότι σου έχει ήδη δώσει ο Καλλισθένης. Εγώ θα σου πω, αν χρειάζεται, την άποψή μου αφού διαβάσω το γράμμα του και εφόσον υπάρχουν εκεί σημεία που να σε αφορούν. Σύμφωνοι;

«Σύμφωνοι», λέει ο Εύελπις και σηκώνεται. Απλώνει το χέρι για τον αποχαιρετισμό, αλλά το ξανακατεβάζει αμέσως.

«Και κάτι άλλο αγαπητέ Ευμένη, που πιθανότατα σου είναι γνωστό, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι πρέπει να σου αναφέρω.

«Σε ακούω».

«Στην Περσέπολη, μαζί μου, κατέφτασε σήμερα ο Άρπαλος του Μαχάτα».

«Ο Άρπαλος; Μαζί σου;»

«Ταξίδεψα συνοδευόμενος από δύο σωματοφύλακες. Ευτυχώς εξαιρετικοί πολεμιστές και οι δύο. Στα μισά της διαδρομής πέσαμε σε ενέδρα μιας μεγάλης ομάδας πολεμιστών, ίσως μια συμμορία ορεινών Ουξίων. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα βγάζαμε πέρα, αν δεν κατέφτανε η αρμάμαξα του Άρπαλου. Αυτός έδωσε εντολή στους τρείς συνοδούς του να εμπλακούν στην σύγκρουση και να μας βοηθήσουν. Πράγματι, έτσι καταφέραμε να τρέψουμε τους ανατολίτες σε φυγή. Από εκείνο το σημείο συνταξιδέψαμε ως εδώ».

«Ήξερα ότι μετά την επιεική απόφαση του Αλέξανδρου, έχει επιστρέψει στην Ασία και ότι σταμάτησε στην Βαβυλώνα (μια πόλη που γοητεύει έτσι κι αλλιώς τύπους σαν τον Άρπαλο) περιμένοντας να δει εάν θα του ανατεθούν  νέα καθήκοντα και τι είδους. Δεν ήξερα ότι επρόκειτο να έρθει εδώ, Αλλά γιατί όχι. Ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε. Είναι άλλωστε παλιοί φίλοι. Δεν μένει παρά να του ξαναδώσει και τα οικονομικά!  Πάντως με εκπλήττει ότι σας βοήθησε. Προφανώς δεν σε αναγνώρισε. Απ’ ότι ξέρω αντιπαθεί σφόδρα τον Καλλισθένη και όσους θεωρεί άνθρωπούς του».

«Με αναγνώρισε, εκ των υστέρων».   

«Έχε τον στον νου σου. Κανείς δε ξέρει τι ακριβώς θέλει. Νομίζω ούτε κι ο ίδιος. Πάντως ο βασιλιάς τον αγαπάει, και κανένας από όλους εμάς δεν δικαιούται να αρνηθεί την ευθυκρισία του βασιλιά χωρίς να βγάλει το ίδιο του το μάτι με το δάχτυλό του».

15_21

Όταν ο Εύελπις εγκαταλείπει τα κτίρια της επιμελητείας είναι πια νύχτα, φωτισμένη από ένα μεγάλο χρυσαφί φεγγάρι . Παρόλη την κούρασή του βρίσκεται σε υπερένταση και για αρκετή ώρα περπατάει στους δρόμους ανάμεσα στα επιβλητικά ανακτορικά κτίσματα, διχασμένος ανάμεσα σε δύο αντίρροπες επιθυμίες. Η μία, ισχυρή, σχεδόν βίαιη παρότρυνση από τα βάθη των σπλάχνων του, τον ωθεί προς τους πολυτελείς γυναικωνίτες,  όπου ξέρει ότι έχει εγκατασταθεί η Θαΐδα και η ακολουθία της. Η άλλη προέρχεται απ’ την σωρευμένη εξάντληση από το ταξίδι και τον σπρώχνει προς το παλιό του κατάλυμα, όπου, ύστερα από εντολή του Ευμένη, πρέπει να τον περιμένουν δύο υπηρέτες, έτοιμοι να τον περιποιηθούν. Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά του τον φέρνουν μπροστά στα σκαλοπάτια του γυναικωνίτη. Δεν τα ανεβαίνει. Σκέφτεται ότι δεν ξέρει ποιον θα μπορούσε να βρει εκεί. Και, επιπλέον, ότι σαν θα την συναντήσει θα πρέπει  να είναι πιο ξεκούραστος και πιο ευπαρουσίαστος απ’ ό, τι τώρα. Παίρνει το δρόμο προς το οίκημα που του έχει αποδοθεί. Θα της στείλει, απόψε κιόλας, μήνυμα ότι έφτασε και ότι θα ήθελε να την επισκεφτεί, αν είναι δυνατόν, αύριο το βράδυ.

images (22)

[1]Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι η πρωτεύουσα πόλη της περσικής αυτοκρατορίας δεν μπορεί παρά να είναι η τεράστια πολύβουη εντυπωσιακή Βαβυλώνα, ή έστω τα ανακαινισμένα από τον Ξέρξη Σούσα, ή πάλι, η παλιά γνήσια περσική πόλη των Πασαργάδων, όπου βρισκόταν ο τάφος του Κύρου. Τελικά πείστηκαν ότι οι τρεις αυτές πόλεις στις οποίες κατοικούσαν κατά διαστήματα οι μεγάλοι βασιλείς, ασκούσαν και οι τρεις πρωτεύοντα ρόλο. Όμως οι Πέρσες είχαν χτίσει ακόμη μια πρωτεύουσα, που οι έλληνες αποκάλεσαν Περσέπολη, όχι ιδιαίτερα εκτεταμένη, με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια, αλλά με μάλλον αδύναμη οικονομική και κοινωνική ζωή, την οποία χρησιμοποιούσαν κυρίως  ως χώρο υποδοχής των πρεσβειών των κατεκτημένων χωρών καθώς και για άλλες τελετουργικές χρήσεις.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο Όγδοο: Η μύηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2016

 

οο

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο όγδοο. Ο Οινοκράτης και η μυητική τελετή

Εάν ο Οινοκράτης δεν είχε δει τον τελευταίο καιρό όνειρα, όνειρα από εκείνα που εξελίσσονται κάπου ανάμεσα σ’ ένα ασαφές υπερβατικό σκηνικό και σε μια θολή γήινη πραγματικότητα, ίσως δεν θα είχε μέτρο σύγκρισης προκειμένου να περιγράψει την εμπειρία της ημέρας εκείνης. Ωστόσο, καταλήγει ότι αυτήν την αίσθηση, την κάπως περίεργη, την κάπως ανησυχητική, την με κάποια έξαρση, την με κάποιο κατακάθι,  την είχε ¨εν τινι μέτρω¨ ξανααισθανθεί μόνον σε αυτά τα αλλόκοτα όνειρα που   τον κατακλύζουν τελευταία.

Είχαν έρθει να τον πάρουν δύο εντυπωσιακοί παιδαράδες οπλίτες, ντυμένοι με την καλή τους στολή, που είναι και οι τελευταίοι των οποίων είδε τα πρόσωπα εκείνη τη μέρα.  Αυτοί, χωρίς περιττά λόγια, -για να είμαστε πιο ακριβείς, χωρίς να βγάλουν μιλιά –  περιορίστηκαν στο να του δέσουν τα μάτια με ένα μαλακό μαύρο ύφασμα και, μετά, να τον επιβιβάσουν σε μια κλειστή άμαξα.

Καλπασμός, τίκι τάκα πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων των Σούσων και μετά σούρσιμο πάνω σε χωματόδρομους ποιος ξέρει που.

Χλιμίντρισμα, σταμάτημα κάπου, ή κάπου αλλού!

Κάποιος να τον τραβάει για να κατεβεί απ’ την άμαξα.

Κάποιος να του δίνει την άκρη ενός μπαστουνιού. Κάποιος, που κρατάει την άλλη άκρη, να τον τραβάει προς τα κάπου.

Περπάτημα. Στροφές. Μυρωδιά υγρασίας, ίσως μούχλας.

Σκαλοπάτια ανηφορικά. Σκαλοπάτια κατηφορικά, γλιστερά.

Αντήχηση. Για να φτιάχνει τέτοια αντήχηση, ο χώρος πρέπει να είναι κλειστός και ψηλοτάβανος, ίσως θολωτός.

Τον στήνουν όρθιο σε κάποιο σημείο. Μυρωδιές μυστηριώδεις, απροσδιόριστης προέλευσης, που αιωρούνται…

Τώρα επικρατεί απόλυτη σιγή!

ο

Έξαφνα, μια συγχρονισμένη χορωδιακή βοή αρχίζει υπόκωφα και ανελίσσεται αστραπιαία σε οξύτατη ιαχή.

Ο Οινοκράτης τρομάζει, όπως θα τρόμαζε οποιοσδήποτε που θα του έκαναν ξαφνικά και απροειδοποίητα ¨μπαμ¨ πίσω από τ’ αφτί∙ για να τα λέμε όλα: ίσως και λίγο περισσότερο.

Η ιαχή καταλαγιάζει και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή μουρμούρα. Ο Οινοκράτης ηρεμεί και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς λένε. Δεν τα καταφέρνει.

Παύση. Δονούμενη ανησυχητική σιγή.

Κάποιος του βάζει ένα κουτάλι ανάμεσα στα δόντια. Κατάποση εκ των πραγμάτων στραβή. Γεύση γλυκόπικρη!

Παύει να είναι ακριβώς ξύπνιος ή ακριβώς εν υπνώσει, αλλά αρχίζει να καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει το μουρμουρητό που ξαναρχίζει.

Πρόκειται για μια θεϊκή ιστορία!

Άγνωστη;

Όχι. Γνωστή!

Prometheus-Hercules

Ζωντανεύει ο ¨μύθος¨ του τιτάνα Προμηθέα, εκείνου που ¨πρώτα σκέφτεται¨. Του γιού του Ιαπετού και της Θέμιδας, της μητέρας προστάτιδας της ανθρώπινης τάξης και των θεσμών.

Του Προμηθέα που μεγαλώνει αλλιώτικος από τους άλλους τιτάνες και αλλιώτικος κι από τους Ολύμπιους.

Του Προμηθέα που αγαπάει τους θνητούς σε βαθμό που να αποπειραθεί, για χάρη τους, να ξεγελάσει τους θεούς.

Του Προμηθέα που μπάζει τους θνητούς στο θεϊκό παιχνίδι, χαρίζοντάς τους καινούργια μυστήρια όπλα!

Του Προμηθέα που δρα κρυφά για το κοινό ανθρώπινο καλό.

Του Προμηθέα που δρα κρυφά, αλλά χαρίζει τη Γνώση!

Του Προμηθέα που παρακούει, αλλά ¨προμηθεύει¨ την φωτιά της κατασκευής και της κάθαρσης!

Του Προμηθέα που θα διωχθεί, θα βασανιστεί!

Του Προμηθέα που θα δικαιωθεί τελικά χάρη στην παρέμβαση του ημίθεου προγόνου: του μαχητή Ηρακλή!

Μία φωνή, μόνη, αναρωτιέται:

«Είναι ένοχος για όλα αυτά ο Προμηθέας;»

«Όχι», απαντούν εν χορώ πολλές φωνές. «Είναι αθώος!»

«Είναι αθώος», ψελλίζει και ο Οινοκράτης, πεισμένος μεν, αλλά με βαριά βλέφαρα.

Πρέπει κάπου να υπάρχει ένα κύμβαλο με ήχο βαθύ. Ηχεί και η αφήγηση ολοκληρώνεται.

Κάποιος πλησιάζει και αφαιρεί τον μαύρο επίδεσμο από τα μάτια του Οινοκράτη.

Η ορατότητα δεν βελτιώνεται. Η αίθουσα είναι μαύρη. Η οροφή δεν διακρίνεται, ούτε οι περιμετρικοί τοίχοι. Οι παρόντες είναι τυλιγμένοι στο ανεπαρκές ημίφως λίγων και ασθενικών επικρεμάμενων καντηλιών και σε μελανές τηβέννους. Και φορούν μάσκες που μοιάζουν με εκείνες των ηθοποιών στις τραγωδίες.

greek11

Ένας απ’ αυτούς κάνει δυο βήματα μπροστά και ρωτάει υψηλόφωνα.

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ο Οινοκράτης δεν είναι σε θέση να απαντήσει και κατά συνέπεια δεν απαντά. Βρίσκεται ακόμη στον Καύκασο και παρακολουθεί με δέος την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον Ηρακλή τον ροπαλοφόρο, κάτω από τις επευφημίες των θνητών που έτυχε να είναι ζωντανοί εκείνη την ηρωική-θεϊκή περίοδο.

Ένας καταρράκτης από ψυχρό νερό που προέρχεται από κάπου ψηλά, τον κατάμουσκεύει και τον επαναφέρει στην (αλλοιωμένη) πραγματικότητα.

«Εσύ ποιος είσαι;», επαναλαμβάνει η Φωνή.

«Ο Οινοκράτης», λέει ο Οινοκράτης με επιφύλαξη.

«Και τι θέλεις;» επιμένει η Φωνή.

«Να υπηρετήσω», απαντά ο Σικελός που για αυτή την ερώτηση είναι κατάλληλα δασκαλεμένος.

«Στο όνομα ποίου;» ρωτάει μια άλλη φωνή.

«Του προστάτη της Γνώσης. Του Προμηθέα».

«Για ποιον;»

«Για την πατρίδα, τον βασιλέα,  την εκστρατεία».

«Και ποίος ο ανάδοχος;» ακούγεται μια ακόμη φωνή.

Ευτυχώς σε αυτή την ερώτηση απαντούν από μόνοι τους και από κοινού οι υπόλοιποι, γιατί ο Οινοκράτης νόμιζε ότι ανάδοχος ήταν ο αφέντης του.

«Ο φέρων το Κάλλος του Σθένους!» χορ-ωδούν οι φωνές έμπλεες σεβασμού.

οοο

Του έγιναν κι άλλες ερωτήσεις, περισσότερο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του τελετουργικού, παρά για να μάθουν κάτι καινούργιο οι μασκοφόροι, γιατί ο Οινοκράτης είχε ήδη καταθέσει γραπτά τις βασικές απαντήσεις στα πιο εύλογα ερωτήματα των υπηρεσιών, ακολουθώντας τις συμβουλές που του είχε δώσει ο Εύελπις πριν φύγει.

Όταν οι ερωτήσεις τελείωσαν, του ζητούν να μπει μέσα σε μια ξύλινη κάσα που βρίσκεται  ακουμπισμένη εκεί κοντά, αν και δε την είχε παρατηρήσει πρωτύτερα. Μπαίνει και ξαπλώνει μέσα της, ενώ οι μασκοφόροι αποχωρούν ένας ένας, προφανώς για να πάνε να συσκεφτούν και να βγάλουν την τελική ετυμηγορία.

Κάποιος, πριν φύγει, καρφώνει το καπάκι του κιβώτιου που εγκυμονεί πλέον Οινοκράτη σε κατάσταση ημιεγρήγορσης. Ευτυχώς οι σανίδες του κουτιού έχουν μεταξύ τους κενά απ’ όπου ο υγρός αέρας της αίθουσας μπορεί να φτάσει ως τα ρουθούνια του -συμβολικά νεκρού- μουσκεμένου επίδοξου κρατικού λειτουργού

ξξ

Στη κοιλιά της κάσας το υποψήφιο μέλος των υπηρεσιών περιμένει… Ώρες, που του φαίνονται ατέλειωτες. Φτερνίζεται. ¨Πάλι καλά που μου κάνουν τη συντομευμένη διαδικασία… Πού και να μου κάνανε την ΄αναλυτική΄¨, σκέφτεται (καθώς σιγά σιγά ανακτά την γνωστή του θυμοσοφία)  και παρηγοριέται.

 

Κάποτε ακούγονται και πάλι ήχοι προσέλευσης. Ένας ξεκαρφωτής ανοίγει την κάσα, ενώ οι λοιποί μασκοφόροι επιδίδονται σε άσματα μάλλον πανηγυρικού χαρακτήρα.

Ο Οινοκράτης βγαίνει με δυσκολία από το κιβώτιο και προσπαθεί να ξεαγκυλωθεί και να στηθεί όρθιος. Ίσως και να τα κατάφερνε, εάν δεν τον πλησίαζε ένας, με τραγική έκφραση (στη μάσκα) και δεν τού έλεγε με εγκάρδια ιλαρότητα: «Συγχαρητήρια νέε! Τα κατάφερες!», ενώ παράλληλα του καταφέρει ισχυρή κατραπακιά οικειότητας στην πλάτη. Ο Οινοκράτης παραπαίει.

«Είσαι πλέον εις εξ ημών», τον διαβεβαιώνει ένας άλλος, με μια κατραπακιά που, προερχόμενη από την άλλη του πλευρά, τον βοηθάει να ξαναβρεί μια στοιχειώδη ισορροπία, πριν πλακώσουν ενθουσιασμένοι και οι υπόλοιποι.

Τελικά του ξαναδένουν τα μάτια και του δίνουν πάλι το μπαστούνι.

Όχι πολύ αργότερα από ¨σε λίγο¨ θα βρεθεί και πάλι μπροστά στην πόρτα της οικίας  που έχει παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Εύελπι και τον πιστό του (τέως υπηρέτη, νυν συνεργάτη και, κυρίως – πλέον- μέλος των αφανών υπηρεσιών) Οινοκράτη  (τον πρώτο, μεταξύ άλλων, στη σύνθεση ευεργετικών αφεψημάτων).

αρχείο λήψης

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο έκτο: Το παρελθόν του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 26 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έκτο

Όπου ο Οινοκράτης προσπαθεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία της ζωής του

 esopo

Ο Οινοκράτης κοιμάται υπό την επιρροή της αιρετικής (αυτοσχέδιας και πειραματικής) Χαχόμας. Ποιος ξέρει αν αυτά που θα περάσουν από το  μυαλό του απόψε θα τα θυμάται και αύριο, ή αν θα περάσουν κατ’ ευθείαν στο βασίλειο της Λήθης.

[Η Λήθη…; μα αυτή δεν είναι μια θεά που γνώρισε σε κάποιο πρόσφατο ταξίδι; Τέλος πάντων]. 

Άλλα τον απασχολούν αυτή την περίοδο, έτσι νομίζει. Του ζήτησαν να αφηγηθεί την ιστορία του. Αυτό αποτελεί μέρος του τυπικού της μύησής του στο σώμα των ¨αφανών¨. Η αφήγηση, του έχει πει ο Εύελπις χαμογελώντας με νόημα, πρέπει να είναι ειλικρινής και επαληθεύσιμη.

Να λοιπόν που ο Οινοκράτης πλέει σ’ έναν παράξενο κόσμο που ευνοεί (ευνοεί ή επιβάλλει;) τους αναστοχασμούς και τα ξεκαθαρίσματα. Ευκαιρία; Ίσως.

Μπορεί να ανασκοπήσει τις σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες της ζωής του (αν δεν κάνει λάθος στους υπολογισμούς -δεν κάνει: αισθάνεται περίεργα διαυγής- πρέπει να είναι πλέον περίπου τριάντα εφτά ετών).

Έχει πολύ καιρό να κάνει τέτοιου είδους ανακεφαλαίωση. Ίσως, όταν ξεκίνησε ακολουθώντας τον Εύελπι στο ταξίδι για την Ανατολή και την Εκστρατεία, να είχε κάνει παρόμοιες σκέψεις, αλλά συνήθως τις αποφεύγει. Ξέρει ότι εάν ένας δούλος αρχίσει να κάνει είτε ¨αντικειμενικούς¨ αναλογισμούς του παρελθόντος είτε ¨εφικτά¨ σχέδια για το μέλλον, αυτό σημαίνει ότι θέλει να προκαλέσει την Ειμαρμένη και ότι πάει γυρεύοντας.

Οι δούλοι, σκέφτεται, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν γεννήθηκαν στερημένοι, πρέπει να στήνουν από μόνοι τους το σκηνικό της ύπαρξής τους και να το πιστεύουν σαν να ήταν πραγματικό. Μόνο έτσι μπορούν -ίσως- να καταπιούν τις αντιξοότητες, τις αντιφάσεις και τα ζόρια της εξάρτησης.  Τα αντικειμενικά, τα ειλικρινή  και τα εφικτά ας τα αφήνουν για εκείνους που μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους.

Αν ένας δούλος -καταλήγει ο Οινοκράτης καθώς υπερίπταται της ζωής του- θέλει σώνει και καλά να κάνει κάτι, κάτι που να επιβεβαιώνει ότι υπάρχει, ή που να αφήνει κάποιο σημάδι ότι υπήρξε, πρέπει να το κάνει χωρίς στοχασμούς, σκέψεις και περιττά σχόλια.

Να το κάνει τελεία και παύλα! (…θα έλεγε αν τα σημεία στίξης είχαν ήδη επινοηθεί).

image002

Ωστόσο, τώρα που με τη βοήθεια του μαγικού υγρού μπορεί να ατενίσει την πορεία της ζωής του από ψηλά, αντιλαμβάνεται πως αυτή παίρνει πάλι στροφή.

…Και να που, ακόμη και εάν ο ίδιος θα προτιμούσε να το αποφύγει, του ζητούν να πει πράγματα για τον πρότερο βίο του!

Η κατάσταση ενέχει αναμφίβολα (εκτός από χρωματιστά χαχομικά νέφη) μια κάποια ειρωνεία: για να γίνει ένας από τους ¨αφανείς¨ του ζητούν να ανασύρει  από την ηθελημένη αφάνεια περασμένες περιόδους. Και μάλιστα με τρόπο ¨αντικειμενικό¨ και ¨επαληθεύσιμο!¨

Ας είναι.

images (6)

Ο Οινοκράτης αφήνεται να βυθιστεί για λίγο στον κόσμο του άλλοτε! Και προσπαθεί να μείνει στα σημεία που μοιάζουν στέρεα και δεδομένα.

Όπως, ας πούμε, ότι η πορεία της ζωής του ακολούθησε την κατεύθυνση Δύση – Ανατολή. Ξεκίνησε στις Συρακούσες, σε αυτή τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη ίσως πόλη της Μέσης Δύσης, συνεχίστηκε στην Αθήνα των φιλοσόφων και των ρητόρων και, εδώ και τέσσερα χρόνια διασχίζει την Ασία με τεθλασμένο τρόπο, αλλά πάντα, εν τέλει, με κατεύθυνση εκ δυσμών προς ανατολάς.  

Ο Οινοκράτης γεννήθηκε στις Συρακούσες. Δεν μπορεί να πει πότε ακριβώς ούτε με βάση τις ολυμπιάδες, που πάντοτε τον μπέρδευαν,  ούτε με βάση τους άρχοντες της Αττικής που ουδέποτε απομνημόνευσε ποιοι ήταν∙ ξέρει πάντως ότι όταν γεννήθηκε δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που την εξουσία στην σικελική μεγαλούπολη είχε αναλάβει ο Διονύσιος ο Νεότερος (τι να κάνει άραγε σήμερα αυτή η τυραννισμένη ψυχή; Να αληθεύει ότι τον έχουν μεταφέρει στην Κόρινθο όπου επιβιώνει διδάσκοντας φιλοσοφία;) Τότε, ο επίσημος τίτλος του Συρακούσιου ηγέτη, όπως και του ομώνυμου πατέρα του, ήταν ¨Στρατηγός Αυτοκράτωρ¨, αλλά ο Οινοκράτης ξέρει ότι στην Αθήνα τους αποκαλούσαν και τους δυο, επιτιμητικά και υποτιμητικά, ¨τυράννους¨.

assets_large_t_420_54035522

Οι πρώτες του αναμνήσεις είναι γεμάτες από γυναίκες. Όμορφες γυναίκες που τον φροντίζουν, του μιλάνε, παίζουν μαζί του. Η μητέρα του και άλλες. Τις θυμάται απαλές, τρυφερές, να τιτιβίζουν γύρω του μιλώντας και τραγουδώντας σε μια εύηχη γλώσσα φτιαγμένη από λέξεις που προέρχονταν, άλλες από το σικελικό ιδίωμα και άλλες από τα δωρικά ελληνικά των Συρακούσιων.

Όχι, μόνιμη ανδρική παρουσία δεν υπάρχει σε αυτό το ιδιόμορφο γυναικείο κοινόβιο, αν και, αραιά και πού, οι γυναίκες μπαίνουν σε κατάσταση συναγερμού και τελικά εμφανίζονται κάποιοι άνδρες, μεγάλοι, με πολυτελή χρωματιστά ρούχα και αξιοσέβαστες γενειάδες.

Ένας από αυτούς μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής των γυναικών και ιδιαίτερα της μητέρας του περισσότερο από τους άλλους. Δεν τον συνάντησε πολλές φορές και τον θυμάται μόνον αμυδρά. Δεν ήταν ντόπιος και ντυνόταν με τον τρόπο που, όπως θα διαπιστώσει αργότερα, συνηθίζεται στο κλεινόν άστυ των Αθηνών. Ήταν ψηλός και ευρυτενής  και, αν και δεν έμοιαζε στρατιωτικός, όλοι, οι γυναίκες και οι υπηρέτες, τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και ίσως με κάποιο φόβο.

Από ένα σημείο κι ύστερα έπαψε να τους επισκέπτεται. Ο Οινοκράτης όμως ξέρει ότι εξακολούθησε να τους προστατεύει από μακριά, μέσω των πολλών φίλων που είχε στις σικελικές αποικίες. Η μητέρα του τού εξομολογήθηκε πριν πεθάνει ότι σε αυτόν τον άνδρα οφείλει τις σπουδές του. Ο δάσκαλος μάλιστα που του έμαθε τα ιωνικά ελληνικά όπως τα μιλούν στην Αθήνα ήταν ένας από τους φίλους αυτού του ψηλού καλοστεκούμενου γηραιού άνδρα των παιδικών του αναμνήσεων. 

Ίσως η μητέρα του είχε σκοπό να του πει περισσότερα, ίσως είχε σκοπό να του μιλήσει ακόμη και για τον πατέρα του και να πάψει να ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμιά σημασία ποιος ήταν, αφού ο ίδιος ήταν ένα δώρο που της έστειλαν οι θεοί -έτσι τον διαβεβαίωνε στις στιγμές μητρικής τρυφερότητας-, αλλά ο θάνατός της ήταν πρόωρος και ξαφνικός. Σκοτώθηκε, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες του κοινοβίου, στα αιματηρά επεισόδια  που συνόδευσαν τις εξεγέρσεις εκείνης της περιόδου.

Η ζωή στις Συρακούσες τον καιρό εκείνο σπαραζόταν από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στους οπαδούς του Διονύσιου (του οποίου ο ομώνυμος πατέρας – προκάτοχος κυριάρχησε στην πόλη επί σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες) και  άλλους διεκδικητές που είχαν σωρευτεί κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου εξουσίας του Πρεσβύτερου. 

Βέβαια, στο πολιτικό παιχνίδι έπαιζαν κι άλλοι παράγοντες, όπως η μητροπολιτική Κόρινθος, οι σύμμαχοι των Συρακουσίων απ’ την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου και έκτοτε πανταχού παρόντες Λακεδαιμόνιοι, καθώς και οι πράκτορες των Καρχηδόνιων, των αιωνίων αντιπάλων (όσο κι αν ο πρεσβύτερος Διονύσης τους είχε περιορίσει στην δυτική άκρη της νήσου και όσο κι αν ο νεώτερος είχε συνάψει μαζί τους ειρήνη). 

aphrodite eros

Στο κοινόβιο, που τελούσε υπό την εποπτεία και την προστασία των αρχοντικών ανακτόρων, απ’ ό, τι θυμάται ο Οινοκράτης, οι γυναίκες δεν μιλούσαν πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μητέρα του προτιμούσε τον παλιό ηγέτη από τον καινούργιο (απ’ ό, τι φαίνεται, ο πατέρας Διονύσης  είχε ιδρύσει το κοινόβιο όπου διέμεναν με ασφάλεια οι γυναίκες που προσέφεραν ποικίλες μεν, πλην όμως άτυπες υπηρεσίες στην πόλη-κράτος), αλλά και ότι συμπαθούσε κατά κάποιο τρόπο τους εξεγερμένους. 

Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, αποτελεί ακόμη μια από της συνήθεις ειρωνείες της Μοίρας που η μητέρα του σκοτώθηκε όταν (ο Οινοκράτης ήταν τότε πάνω κάτω δέκα χρονών) οι εξεγερμένοι κατάφεραν να επιβληθούν, ενώ ο Διονύσιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην πόλη  των  Επιζεφύριων Λοκρών, στις ανατολικές ακτές της ηπειρωτικής Ιταλίας,  παίρνοντας μαζί του ό, τι μπορούσε από αυτά που θεωρούσε δικά του. Ανάμεσά τους και ό, τι είχε απομείνει από το κοινόβιο των γυναικών όπου συμπεριλαμβανόταν και ο μικρός, τελείως ορφανός πλέον, Οινοκράτης.

Ο μικρός συρακούσιος κατάφερε να πάρει μαζί του ένα μόνο πράγμα: ένα δακτυλίδι που ανήκε στη μητέρα του, αν και θα μπορούσε να χωράει μόνο σ’ ένα ανδρικό δάκτυλο. Ένα δακτυλίδι μ’ ένα ελληνικό γράμμα σκαλισμένο επάνω του. Ο Οινοκράτης μπορούσε να κάνει βάσιμες εικασίες, (αλλά τώρα που υπερίπταται της ζωής του  γλιστρώντας πάνω στα χαχομικά σύννεφα, είναι απολύτως σίγουρος)  ότι το όνομα του πατέρα του αρχίζει με αυτό το γράμμα: το άλφα. 

Οι Επιζεφύριοι είναι αποικία των Λοκρών της κεντρικής Ελλάδας και είναι γνωστοί, τόσο  για την ομορφιά των κατοίκων τους, όσο και για μια κάποια μητριαρχική παράδοση που είναι φανερή στα ήθη τους. Σύμμαχοι του πρεσβύτερου Διονύση δέχτηκαν, στην αρχή φιλικά τον γιο του, ο οποίος όμως δε δίστασε (ούτε δυσκολεύτηκε) να τους επιβάλει την προσωπική του επικυριαρχία ενόψει της προετοιμασίας για την από κοινού  στρατιωτική ανάκτηση των Συρακουσών.

Το πέρασμα από την θαλπωρή του γυναικείου κοινόβιου,  στην σχεδόν δωρική αυστηρότητα του στρατοπέδου όπου τον τοποθέτησαν προκειμένου να μαθητεύσει στα όπλα και την πειθαρχία, δεν ήταν εύκολο για τον μικρό Συρακούσιο. Ωστόσο είχε καταφέρει τελικά να προσαρμοστεί και, μεγαλώνοντας, να αναλάβει κάποιες ευθύνες και καθήκοντα στο στράτευμα. 

Ναι, είχε όντως υπάρξει για ένα διάστημα σιτιστής υπαξιωματικός στο πεζικό, ενώ αργότερα, ανήσυχος νέος- λάτρης της περιπέτειας, όπως είχε εξελιχθεί, ζήτησε να ενταχθεί στο ναυτικό σώμα που περιπολούσε τις ακτές των Επιζεφυρίων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο απόπλους και η προσέλευση των πλοίων στον Λιμένα, καθώς και η καταπολέμηση των πειρατών (κυρίως Ιλλυρίων) που λυμαίνονταν την Αδριατική.

Δεν ήταν τελικά μια ευτυχής επιλογή. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπολίας η τριήρης στην οποία επέβαινε έπεσε σε ενέδρα ισχυρής ναυτικής δύναμης που περισσότερο από πειρατική ήταν μάλλον οργανωμένη από τους γνωστούς Καρχηδόνιους, και αιχμαλωτίστηκε. Πράγματι, ήταν Καρχηδόνιοι οι έμποροι που τον ανέλαβαν και που τελικά τον μετέφεραν στον  Πειραιά προς πώληση.

Ο Οινοκράτης τα σκέφτεται όλα αυτά, αλλά κατά βάθος άλλα, πιο συνοπτικά και κατά τη γνώμη του πιο περιεκτικά, είναι εκείνα που εκφωνεί δυνατά, σαν να ήταν αυτήν τη στιγμή μπροστά  στην επιτροπή που θα τον εξετάσει. Τους λέει υψηλόφωνα και αποφασιστικά (αλλά δεν τον ακούει ούτε καν ο Χοντρόης που μακάριος  κοιμάται λίγες σπιθαμές παραπέρα):

¨Κύριοι, είμαι ο Οινοκράτης, ο από λάθος της Ειμαρμένης δούλος, κατά βάθος όμως ελεύθερος∙ επιλέγοντάς με κερδισμένοι είστε εσείς! ¨

Αλλά αφού δεν ξέρει πόσο θα εκτιμούσαν μια τέτοια λιτή διατύπωση προερχόμενη από κάποιον γνωστό για την  αυθόρμητη ευφράδειά του, εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει έναν άλλο τρόπο, συμβατό με το περίφημο ελληνικό μέτρο, για να εξωτερικεύσει τα (ενοχλητικά για τον ίδιο) βιογραφικά στοιχεία που του ζητούν αυτοί οι προνομιούχοι αφανείς των ¨υπηρεσιών¨.

Sxedio_04

***

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα

Posted by vnottas στο 14 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πέμπτο: Συναπαντήματα. (Στη μέση περίπου της απόστασης Σούσα – Περσέπολη, απομεσήμερο).

img15

Στις παρυφές της βασιλικής οδού η καταιγίδα έχει κοπάσει. Ο απογεματινός ήλιος, ορατός και πάλι, κατηφορίζει ανέμελος προς τα δυτικά, ενώ η πορεία του Εύελπι και των σωματοφυλάκων του προς τα νοτιο-ανατολικά, όχι μόνον έχει ανακοπεί, αλλά και κινδυνεύει με οριστικό, όσο και μοιραίο τέλος.

Μπορεί μεν να έχουν εξουδετερώσει τρεις – τέσσερεις από τους ένοπλους που τους επιτέθηκαν εξορμώντας από την αγροικία πάνω στον λόφο, αλλά τώρα βλέπουν πολύ περισσότερους να κατεβαίνουν από το ύψωμα και να προσπαθούν να τους περικυκλώσουν.

Και δεν είναι μόνον αυτό: Οι σκέψεις που περνούν (αστραπιαία-εννοείται) από το νου του Εύελπι, του υπενθυμίζουν ότι ορισμένα από τα  σημαντικά μηνύματα που μεταφέρει βρίσκονται σε γραπτή μορφή στον σάκο με τις αποσκευές, πάνω στο άλογό του. Σκέφτεται ότι προκειμένου να σώσει τις επιστολές, η ταχύτατη υποχώρηση είναι πλέον η μόνη ενδεδειγμένη λύση.

Ή μάλλον θα μπορούσε να είναι, αν τα άλογα βρίσκονταν ακόμη δίπλα τους. Όμως οι τρεις έλληνες, όταν αντιλήφτηκαν ότι είναι στόχος τοξοτών, ξεκαβαλίκεψαν, προκειμένου να τα προφυλάξουν τα πολύτιμα ζώα από τα βέλη. Τώρα, τα τρία άλογα ενοχλημένα από την φασαρία της συμπλοκής έχουν απομακρυνθεί και βρίσκονται στην άλλη μεριά του καλαμώνα, δίπλα στον δρόμο. Για να τα φτάσουν πρέπει να διασχίσουν και πάλι το στενό μονοπάτι ανάμεσα στα καλάμια.

Δεν θα είναι εύκολο. Μερικοί από τους άγνωστους ένοπλους έχουν ήδη καταφέρει να  φτάσουν ως το μονοπάτι και να το φράξουν προτείνοντας τα αιχμηρά τους ακόντια. Οι τρεις  προσπαθούν να μετακινηθούν προς τα κει με πλάγια βήματα και κρατώντας τις ασπίδες ψηλά, έτσι ώστε να εξουδετερώσουν τυχόν βολές δοράτων από την μεριά του λόφου. Αλλά, οι ανατολίτες έχουν πλέον συσπειρωθεί στους πρόποδες και τώρα επιτίθενται κραδαίνοντας ξίφη και δόρατα, και συγκλείνοντας με ορμή, εναντίον τους.

ηη

Οι θεοί που θα επέμβουν την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν είναι ούτε από μηχανής, ούτε εκ προμελέτης. Δεν είναι καν θεοί. Είναι ταξιδιώτες επαρκώς περίεργοι και δεόντως γενναίοι, οι οποίοι έχοντας ξαναπάρει το δρόμο προς την Περσέπολη, ύστερα από μια παρατεταμένη διακοπή σε ένα χάνι (πρώτα για φαί και μετά λόγω της ξαφνικής μπόρας), παραξενεύονται όταν βλέπουν τα τρία άλογα να στέκονται φορτωμένα με πλήρη ταξιδιωτικό εξοπλισμό, αλλά χωρίς καβαλάρηδες, στο ρείθρο του βρεμένου δρόμου.  

Οι ταξιδιώτες είναι τέσσερεις: Δύο οπλισμένοι ιππείς και άλλοι δύο πάνω σε μια πολυτελή  τρίιππο αρμάμαξα: ο ένας επιβάτης και ο άλλος ηνίοχος. Ένα ακόμη άλογο ακολουθεί δεμένο χαλαρά πίσω απ’ την καρότσα.

Σε μια στιγμή, ο προπορευόμενος ιππέας, τραβάει τα χαλινάρια, και κάνει νόημα στον άλλο.   Ο άλλος, ένας μεγαλόσωμος καβαλάρης κάνει με την σειρά του νεύμα ότι, ναι, τα είδε κι αυτός τα εγκαταλειμμένα άλογα  και πλευρίζει την άμαξα για να αναφέρει σχετικά στον επιβάτη. «Τα δύο είναι σίγουρα θεσσαλικά…» ακούγεται να λέει. Ο επιβάτης κάτι του απαντάει και ο σωματώδης γνέφει στον ηνίοχο να κάνει κράτει.

Ο αμαξάς σταματάει το όχημα, και μετά σηκώνει το χέρι δείχνοντας έναν  μικρό λόφο στα δεξιά τους, λίγο παρακάτω. Κάποιες φιγούρες κινούνται εκεί πέρα, ενώ τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος της άμαξας, φτάνουν ως εδώ απόηχοι από κραυγές.

 Ο σωματώδης ξεκαβαλικεύει και ξεκινάει, προφανώς για αναγνώριση, προς τις καλαμιές που χωρίζουν τον δρόμο από τον λόφο. Ο άλλος ιππέας κατεβαίνει κι αυτός απ’ το άτι του και φέρνει το άλογο, που ως τώρα ακολουθούσε, δίπλα στην άμαξα. Έπειτα, αφού βοηθήσει τον επιβάτη που εμφανίζεται στην πόρτα να το καβαλήσει, ακολουθεί τον προηγούμενο στα καλάμια. Ο αμαξάς κάτι ψάχνει πίσω του και μετά ανασηκώνεται, πάντα στην υπερυψωμένη του θέση κρατώντας ένα μικρό, αλλά όπως σύντομα θα αποδειχθεί θαυματουργό, θρακιώτικο τόξο.

images (6)

Ο Εύελπις (που μάχεται χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έχει μάθει όταν εκπαιδευόταν στην εκ του σύνεγγυς μάχη, στα γυμναστήρια της Αθήνας) όσο κι αν είναι θανάσιμα αφοσιωμένος στην σωστή εκτέλεση των σωστών κινήσεων, έχει ξαφνικά την εντύπωση ότι από πάνω του ξανάρχισαν να ίπτανται βέλη, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν(!), αυτή την φορά με ανάποδη φορά!

Και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης, αντιλαμβάνεται ότι ένας από τους αντιπάλους (στην δεξιά του πλευρά, εκείνη στην οποία είναι ακάλυπτος αφού οι δύο άλλοι έλληνες μάχονται στα αριστερά του) πέφτει ακαριαία από καίριο χτύπημα προερχόμενο από άγνωστο ξίφος. Ρίχνει μια λοξή ματιά και συνειδητοποιεί ότι ένας εύσωμος πολεμιστής έχει εμφανιστεί δίπλα του και προχωρεί ακάθεκτος αποδεκατίζοντας τους επιτιθέμενους. Παρακάτω, ένας ακόμη μάχεται με αποτελεσματικότητα, ενώ ένας τρίτος, έφιππος, τους καθοδηγεί από την πλευρά του δρόμου, χωρίς να είναι άμεσα αναμειγμένος στη μάχη.  Κάποιος πρέπει επίσης να βοηθάει ρίχνοντας απανωτά  εύστοχα βέλη από μακριά.   

Ε ναι! Έστω και αν, αριθμητικά, ο συσχετισμός ανάμεσα στους πολλούς επιτιθέμενους και τους σχετικά λίγους αμυνόμενους δεν άλλαξε δραματικά, στην ουσία η παρουσία των απρόσμενων ενισχύσεων δίνει τώρα στην σύγκρουση άλλη τροπή. Όσοι από τους ανατολίτες δεν έχουν ακόμη πλησιάσει, αποφασίζουν τελικά να κάνουν μεταβολή και, παρακάμπτοντας τον μικρό λόφο, να εξαφανιστούν πίσω του. Προφανώς εκεί έχουν αφήσει τα άλογά τους, πράγμα που επαληθεύεται από τα ποδοβολητά που θα ακουστούν να απομακρύνονται από εκείνη την κατεύθυνση, αμέσως μετά. Αλλά και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα δεν αργούν να πετάξουν τα όπλα τους για να καταφέρουν καλύτερα μια άτακτη αλλά ταχύτατη υποχώρηση/φυγή προς την ίδια κατεύθυνση. Όσοι δεν προλαβαίνουν, εξουδετερώνονται με ευκολία από τους (τώρα πέντε) μαχητές.

bactria_cretan_archer

Ο Εύελπις θηκαρώνει το ξίφος του και απλώνει το χέρι προς τον εύσωμο πολεμιστή:

«Αναρωτιέμαι ποιος καλός Θεός σας έστειλε, φίλε.  Εύχαρεις στώμεν για την παρέμβαση και την βοήθειά σας».

«Πέρα από τους θεούς, απευθύνσου στον κύριό μας», απαντά εκείνος, προτείνοντας την δεξιά παλάμη, ενώ με τον δείκτη της αριστερής δείχνει προς τον δρόμο από όπου ατενίζει τις εξελίξεις, ο (τώρα έφιππος) τέως επιβάτης της πλούσιας κλειστής άμαξας. «Αυτός αποφάσισε να σας δώσουμε ένα χέρι».

Ο Εύελπις σφίγγει το στιβαρό άκρο και στρέφει το βλέμμα του προς τον καβαλάρη, αλλά ο ήλιος που έχει γείρει αποφασιστικά πλέον προς τα εκεί τον εμποδίζει να τον δει καθαρά.

«Βέβαια», συμφωνεί με τον γιγαντόσωμο. «Μόνο πες μου πως ονομάζεται ο κύριός σου».

Την απάντηση δίνει ο άλλος πολεμιστής που πλησιάζει κι αυτός τον Εύελπι, αφαιρώντας το κράνος του και επιτρέποντας έτσι σε ένα ευμέγεθες ζεύγος ακουστικών πτερυγίων να αναπτυχθεί πλήρως στην απογευματινή αύρα. «Είναι ο Άρπαλος, ο Άρχοντας Εταίρος από την Αιανή της Μακεδονίας», λέει. «Εγώ είμαι ο Σωσίβιος, όνομα και πράγμα θα έλεγα, και αυτός από δω ο μικρούλης, λέγεται Κάνθαρος».

***

ρρ2

Ο Άρπαλος του Μαχάτα, ζορίζοντας κάπως τον εαυτό του, είχε καταφέρει να παραμείνει, σχεδόν ως το τέλος, στην Σύσκεψη των Ανησυχούντων Αυτοκρατορικών.  Πήρε όμως την απόφαση να εγκαταλείψει, το ίδιο εκείνο βράδυ, το βαρύ και δυσάρεστο περιβάλλον του ναού του Μαρδούκ και, πάντα υπό την (υποτιθέμενη) ιδιότητα του εμπόρου, μετακόμισε σε έναν πολυτελή παλιό ξενώνα των Σούσων.  Ήθελε να αφιερώσει τις επόμενες μέρες στο να περιηγηθεί αυτή την μεγάλη παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, η οποία του φάνηκε σαγηνευτικά μυστηριώδης.

Εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει μία (εδώ που τα λέμε αναμενόμενη) επίσκεψη του Ανάξαρχου. Το μόνο που -όχι εύκολα- κατόρθωσε απέναντι στον επίμονο και πονηρό Αβδηρίτη, ήταν  να μην πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τις (σύμφωνα με εκείνον) δελεαστικές του προτάσεις.

Πάντως, αυτές  οι μέρες των  νυχτερινών περιηγήσεων τον βοήθησαν να ξεκαθαρίσει κάπως τις ιδέες του σχετικά με το άμεσο μέλλον. Τελικά αποφάσισε να ξαναπάρει την ταυτότητα του Μακεδόνα Άρχοντα και, χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του επίσημου στρατεύματος, αρκέστηκε στο να προσλάβει έναν ικανό ιπποκόμο/ηνίοχο -παλιό φίλο του σωματοφύλακα Σωσίβιου, να αγοράσει μερικούς ακόμη ίππους και να ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι. Αυτή τη φορά με προορισμό την Περσέπολη και τον Αλέξανδρο.

Στα μισά περίπου του δρόμου, συνάντησε τρία αδέσποτα αλλά φορτωμένα άλογα. Οι αναβάτες πρέπει να ήταν έλληνες και προφανώς κινδύνευαν. Ήταν μια μέρα που είχε ξεκινήσει αισιόδοξα. Η ιδέα να ανεβεί στο άλογό του και να ρίξει τους στρατιώτες του στη μάχη, του άρεσε.

mom-aggeio

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα!

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τέταρτο: Ω Χαχόμα! (δοκιμές)

20071030145259E312_8402

Ο Οινοκράτης είναι κάπως αλλιώτικος αυτές τις μέρες, ο Χοντρόης το αντιλαμβάνεται και διατυπώνει την ανησυχία του:

 «Τεταμένην την υμετέραν όψιν φέρεις ω Οίνον Εκράτα. Τις ουν η της εντάσεως ταύτης αίτια εστί;»

Ο Οινοκράτης του στέλνει μισό χαμόγελο, αλλά δεν του απαντάει.

Πράγματι, παρά την (γνωστή) ¨φιλοσοφική¨ του προδιάθεση, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές τις μέρες είναι απολύτως ήρεμος.

Κοίτα κάτι μυστήρια πράγματα: η ενδεχόμενη ριζική αλλαγή της ζωής του τον απασχολεί λίγο, ενώ αυτή, η μόνον μία, ¨ημέρα της κρίσεως-μυήσεως¨ τον  ανησυχεί περισσότερο. Αλλά για όλα αυτά δε μπορεί να μιλήσει στον Χοντρόη, που στριφογυρίζει σαν σβούρα γύρω του, γιατί το πρώτο σίγουρο πράγμα που ξέρει για τις ¨υπηρεσίες¨ είναι ότι απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου (αν όχι δια μαχαίρας) να μιλάει γι αυτές με τους μη μυημένους. Εάν  ο Εύελπις ήταν εδώ, εντάξει, με αυτόν θα μίλαγε… και εκείνος θα του έδινε σίγουρα κάποιες συμπληρωματικές  διευκρινίσεις και θα τον καθησύχαζε. Αλλά πού ‘ντος; 

«Χοντρόη, πάψε να περιφέρεσαι και φέρε κάτι να πιούμε».

Ο Ασιάτης κουνάει το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και κατευθύνεται προς τα ράφια με τα οινοδοχεία, ανάμεσα στα οποία και μια μικρή λήκυθος  γεμάτη με την (οικιακής κατασκευής) «αιρετική χαχόμα».

«Όχι, όχι απ’ αυτό. Δεν είδες τι παρενέργειες προκάλεσε στο οινοποτείο; Δεν θέλεις να με δεις τέζα, να παραμιλάω, έτσι δεν είναι; Ή μήπως πονηρέ ασιάτη αυτό ακριβώς θέλεις; Μην αρχίζεις τα άπαπα, και τα πωπωπω! και φέρε κανονικό ελληνικό κρασάκι».

king-of-wine1

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, δεν έχουν ακόμη προλάβει να κουβεντιάσουν με ηρεμία (έπεσε πολλή αναμπουμπούλα τις τελευταίες μέρες) σχετικά με τα οινοποιητικά-χαχομοπαραγωγικά τους πειράματα, ούτε κάθισαν να βγάλουν τα απαραίτητα καταληκτικά συμπεράσματα από τα όσα (θεαματικά) συνέβησαν τις προάλλες στο οινοποτείον ¨Η ωραία Πατρίς¨.

Ο Οινοκράτης, για να ξεκολλήσει το μυαλό του από τη δοκιμασία στην οποία πρόκειται να υποβληθεί αύριο, στρέφει τώρα τις σκέψεις του σ’ αυτό το θαυματουργό ποτό, ή μάλλον στα θαυματουργά ποτά, μια που οι χαχόμες είναι δύο.

Η πρώτη, η γνήσια, δηλαδή εκείνη που βρήκαν στο κελάρι του σπιτιού εγκαταλειμμένη από τους πρώην ενοίκους και την οποία είχε -έως πρόσφατα- κατάσχει ο Εύελπις, εκτός από την απαράμιλλη γεύση της και την ικανότητά της να σε μεταφέρει ¨εν εξάρσει¨ σε αλλόκοτες σφαίρες της αισθητής πραγματικότητας, δεν έχει ακόμη επαρκώς αναλυθεί σχετικά με τυχόν άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τον Χοντρόη, μαζί με τον οποίο την είχαν δοκιμάσει όταν την ανακάλυψαν (τηρώντας μάλιστα όλες τις τελετουργικές προφυλάξεις), την έχει πιει μόνον ο ίδιος ο Οινοκράτης. Τώρα που τα ξαναφέρνει στο νου του όλα αυτά, του δημιουργείται η υποψία ότι η κατάποσή της δεν είναι άσχετη με τα παράξενα όνειρα που αναστατώνουν τις νύχτες του τον τελευταίο καιρό.

«Εσύ Χοντρόη, μετά που ήπιαμε Χαχόμα στο κελάρι, είδες κανένα όνειρο;» ρωτάει τον στρογγυλό του φίλο.

kreas-arxaia-ellada-509

«Παπαράδοξον!», κάνει απορημένος ο Πέρσης καθώς αφήνει στο τραπέζι μία μικρή οινοχόη και δύο κύλικες και τοποθετεί το ομόκεντρο σώμα του στον πάγκο απέναντι από τον Σικελό. «Ομοίαν ήθελον ερώτησιν υποποποβάλλη υμίν!»

«Γιατί; Είδες κάτι; Τι είδες;»

«Ενύπνιον ολοσχερώς μέλαν! Και δύσοσμον ώσπερ αι δάδαι αι κατακαίουσαι το έλαιον, το αυτοφυώς αναδυόμενον».

«Δηλαδή; Γίνε σαφέστερος».

 «Γιγνώσκεις την Ναφάθα; το μελανόν έλαιον;

«Νομίζω ότι ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς. Είδα ότι εδώ το χρησιμοποιούν στους φανούς και τις δάδες. Έχουμε και ‘μείς στη Σικελία. Αναβλύζει μαζί με κατράμι σε ορισμένα σημεία στις παρειές της Αίτνας, και βρωμάει. Οι ιερείς λένε ότι πρόκειται για τα απόβλητα ύδατα από τα εργαστήρια του Ηφαίστου».

«Άκουσόν με, ω Οίνον Εκράτα.  Ήτο η νυξ της καταποπόσεως. Ότε, εν μέσω της νυκτός, ιδού το ενύπνιον όπερ είδον: Απάπαντα μελανά εγεγόνεσαν! Επί ίσης ρευστά!  Και δύσοσμα! Μελανή ρυπαπαρότης προς Ναφάθα ομοιάζουσα την υφήλιον γαία πεπλημμύρησεν. Μελανός ο αήρ, μελανόν το ύδωρ, μελανόν το έδαφος.

Ανέμενον ότι ανησυχούντες οι άνθρωποι αντιδρώσιν… Πλην όμως ουδεμία αντίδρασις! Τουναντίον! Απαπάντες έχαιρον∙ τυφλοί τε  και αγνοούντες την ρύπανσιν, την δύσοσμον ελαιώδη ουσίαν ώσπερ χρυσόν ελάτρευον.

Αναπνέειν ου δυνάμενος αφύπνησον, ηγέρθην τε ανακουφισθείς ότι ουκ αληθή ταύτα έσονται ».

 «Περίεργο!» αναλογίζεται φωναχτά ο Οινοκράτης. «Κι εγώ, όταν με επισκέφτηκε ο Όνειρος εκείνο το βράδυ, αλλά και τις άλλες φορές που δοκίμασα τη Χαχόμα τη γνήσια, κάτι τέτοια ανακόλουθα όνειρα είδα. Αρχίζω να πιστεύω ότι τα προκαλεί αυτό το ποτό που βρήκαμε στο υπόγειο. Λες να θέλουν να πουν κάτι όλα αυτά; Λες να προφητεύουν πράγματα…;»

Ο Χοντρόης ακούγεται τώρα φοβισμένος.

«Λέγω, λέγω, τα μάλα λέγω, ω Οινον Εκράτα!» συγκατανεύει.  «Ποποτόν ιερόν τε θαυματουργόν εστί. Επί ίσης πιπικίνδυνον αποβεί δύναται».

138.256

«Αλλά και η άλλη Χαχόμα, εκείνη που φτιάξαμε μόνοι μας τις προάλλες, είδες τι χαμό προκάλεσε στο οινοποτείο! Φαίνεται ότι κάνει τους πότες να μιλάνε, να λένε ακόμα και εκείνα που μάλλον δε θα θέλανε να πουν.  Και μετά τους αποστέλλει αυτόματα στο βασίλειο του Μορφέα. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι αν θυμούνται τίποτε από όλα αυτά όταν ξυπνάνε…».

Ο Οινοκράτης ρίχνει ένα επίμονο βλέμμα, πρώτα στον Χοντρόη και μετά στο ράφι με τα οινοδοχεία, «…αλλά μπορούμε να το μάθουμε» συμπληρώνει, καθώς μια ιδέα ωριμάζει μέσα του.

Ο Πέρσης την διαισθάνεται (την ιδέα).

«Ουχί!» λέει.

«Ναι. Φερ την. Άλλαξα γνώμη».

«Αλλά, σοβαρήν τινά εργασίαν ες αύριον έξεις. Σύ είπας».

«Γι αυτό και θα χρειαζόμουν έναν καλό ύπνο. Αλλά, δυστυχώς δεν πρόκειται για μένα, εσύ θα πιείς. Εγώ θα είμαι ο παρατηρητής. Μη φοβάσαι, θα ρίξουμε μόνον ένα δακτυλάκι στο κρασί που έφερες. Εξάλλου είδες, ο Άρπαλος και οι δικοί του μια χαρά ήταν την άλλη μέρα».

«Ορθόν ουκ έσοιτο!», διαμαρτύρεται ο Χοντρόης.

«Είπα και ελάλησα!», κλείνει δημοκρατικά το ζήτημα ο Οινοκράτης.

dionisos

Ύστερα από λίγο.

Ο Οινοκράτης παρατηρεί και μετανιώνει που δε φρόντισε να μάθει επαρκώς τη γλώσσα των Περσών.

Και αυτό γιατί ο Χοντρόης ανεβασμένος τώρα πάνω στο τραπέζι αγορεύει ακατασχέτως (τύφλα να ‘χει ο Δημοσθένης). Και μάλιστα υπογραμμίζει τα λόγια του με άφθονες χειρονομίες που ούτε της ιταλικής σχολής να ήτανε, εγκαινιάζοντας έτσι μία νέα χειρονομούσα ρητορική που αγγίζει τα όρια της Τερψιχορείου Ορχήσεως. Ως εκ τούτου μοιάζει να λέει πράγματα ενδιαφέροντα, μόνον που τα αρθρώνει στην περσική γλώσσα, την οποία, αντίθετα με την ελληνική, φαίνεται να την μιλάει (κυριολεκτικώς) φαρσί.

Ο Σικελός προσπαθεί να παρέμβει φωνάζοντάς του: «Στα ελληνικά Χοντρόη, στα ελληνικά», αλλά ο Πέρσης δε του δίνει καμία σημασία. Μόνον όταν ο Οινοκράτης απηυδισμένος τον τραβάει από την ρόμπα και κινδυνεύει να κατρακυλήσει από το τραπέζι, αντιδρά παραπατώντας και λέει: «Ποι-ποι-ποι-ποίος εμέ πα-πα-παρενοχλείν;» και, πριν ο Οινοκράτης προλάβει να του απαντήσει, εκπέμπει ένα απροσδιόριστης σημασίας και γλωσσικής προέλευσης «Ουγκ!!!», και πέφτει, πρώτα στο τραπέζι και μετά στο πάτωμα, όπου μετατρέπει την χορογραφημένη του αγόρευση σε ένα υψηλής συχνότητας ροχαλητό.

Ο Οινοκράτης μένει για λίγο σκεφτικός. Η ένταση δεν τον έχει εγκαταλείψει. Κοιτάζει μια την οινοχόη και μια τον Χοντρόη που κοιμάται θορυβωδώς και μακαρίως…

Ύστερα, απλώνει το χέρι, πιάνει από το λαιμό το αγγείο, το αναστρέφει και ρίχνει μια γουλιά στον κύλικά του. Μετά τον σηκώνει ψηλά, προφέρει μια ευχή στο σικελικό ιδίωμα, και κατεβάζει με μιας το μείγμα. 

Ελπίζει, αν όχι άλλο, σε έναν γερό, βαθύ, αναζωογονητικό ύπνο.

images (2)

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Συναπαντήματα)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ’, κεφάλαιο τρίτο. Ιππεύοντας προς την Περσέπολη

Posted by vnottas στο 4 Απρίλιος, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο τρίτο: Ενέδρα στην Βασιλική Οδό

 γγ

Ο Εύελπις  διασχίζει έφιππος τη νότια Σουσιανή συνοδευόμενος από δύο μακεδόνες ιππείς που του παραχώρησε ο φρούραρχος των Σούσων, ο Μάζαρος. Το ταξίδι της επιστροφής στην Περσέπολη πάει μέχρι στιγμής μια χαρά, ο καιρός φαίνεται  καλός και στους σταθμούς η κατάσταση είναι πιο λειτουργική από το πως ήταν όταν πέρασε από κει, με αντίστροφη φορά, όχι πολύ καιρό πριν. 

Βέβαια, ο κύριος παράγοντας αναστάτωσης την τελευταία φορά ήταν το τεράστιο καραβάνι με τους θησαυρούς, τα εκατοντάδες υποζύγια, τους αγωγιάτες και τους συνοδούς οπλίτες, που ο ίδιος συνόδευε προς τα Σούσα. Τώρα, που η κατάσταση είναι πιο ομαλή μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα το πόσο καλά οργανωμένοι είναι οι περσικοί δρόμοι, καθώς και κατά πόσο οι δημόσιες οδοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Ακόμη και όταν η φύση έχει φροντίσει ώστε να υπάρχουν πλωτά ποτάμια ή προσιτές ακτοπλοϊκές διαδρομές, χρειάζονται βατοί και ασφαλείς δρόμοι, αλλιώς είναι ανώφελο να μιλάει κανείς για ¨μεγάλες χώρες¨ κι ακόμη περισσότερο για ¨αυτοκρατορίες¨.  

Ευτυχώς η πολεμική αναταραχή δεν έχει επηρεάσει καταλυτικά την περσική διοίκηση των οδών, καθώς οι μακεδόνες έχουν περιοριστεί στο να εγκαταστήσουν μικρές φρουρές στα κομβικά σημεία και έχουν, για την ώρα, επιβεβαιώσει στη θέση του το ντόπιο προσωπικό. Άλλωστε, απ’ ό, τι φαίνεται, η τεράστια διοικητική μηχανή των περσών έχει τη δική της ¨αδράνεια¨ και μπορεί να λειτουργεί για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς να είναι πολύ ευαίσθητη σε εξωτερικούς τρανταγμούς και ανισορροπίες.

assets_LARGE_t_420_54362327

Οι τρεις ιππείς δεν ζορίζουν τα άλογά τους, παρά τα αφήνουν να τρέξουν αβίαστα στα λιθόστρωτα τμήματα του δρόμου, ενώ τριγύρω το έδαφος έχει ήδη αρχίσει να πρασινίζει προοιωνίζοντας την επερχόμενη άνοιξη. Στο βάθος στα αριστερά διαγράφεται, χιονοσκεπές, το νότιο τμήμα της οροσειράς του Ζάγκρου. Πάνω από τις λευκές κορυφές, σε οριζόντια παράταξη εμφανίζονται τώρα κάποια μελανά σύννεφα, που προς το παρόν μοιάζουν μακρινά και ακίνδυνα.

Ο Εύελπις θέλει να πιστεύει ότι και πίσω, στα Σούσα, όλα θα πάνε καλά: ότι ο Καλλισθένης σύντομα θα αναρρώσει και ότι ο ίδιος, πριν από την αναχώρησή του, έπραξε όλα τα απαραίτητα ώστε οι εκκρεμότητες να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο. Ο Καλλισθένης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε λάβει μια νέα εκτενή επιστολή του Αριστοτέλη, του είχε δώσει, εκτός από έναν γραπτό χαιρετισμό που απευθυνόταν προσωπικά στον Βασιλέα,  μια μακρά επιστολή προορισμένη για τον Ευμένη τον Καρδιανό. Οι δύο πάπυροι βρίσκονται τώρα, συσκευασμένοι με προσοχή μαζί με τον λοιπό ταξιδιωτικό εξοπλισμό, μέσα στον σάκο που κρέμεται στο αριστερό πλευρό του αλόγου του, εξισορροπώντας την ασπίδα, που είναι στερεωμένη στο δεξί.

Ο Εύελπις έχει ακόμη φροντίσει πριν φύγει από τα Σούσα για τη δημιουργία μιας ομάδας ¨ειδικών καθηκόντων¨,  με επικεφαλής τον έμπιστο λόγιο μεταφραστή Νικία. Η ομάδα αυτή θα πρέπει, όχι μόνο να συλλέξει το συντομότερο ακριβείς και έγκυρες  πληροφορίες για τις διαδικασίες που έφεραν στον περσικό θρόνο τον σημερινό φυγά-αυτοκράτορα Δαρείο τον Κοδομανό (έξη χρόνια πριν, το ίδιο έτος που στη Μακεδονία ανέλαβε τα ηνία ο Αλέξανδρος), αλλά και να καταγράψει επείγουσα λεπτομερή έκθεση για τους τυχόν ακόμη ενεργούς διεκδικητές του θρόνου: ποιοι είναι, πού βρίσκονται αυτή την στιγμή, πόσο εκτιμάται η πραγματική δύναμη/εξουσία/κύρος που ενδεχομένως  ακόμη κατέχουν ανάμεσα στους ντόπιους ευγενείς και τους πληθυσμούς της περιοχής… και τα λοιπά. Η αλήθεια είναι ότι για όλα αυτά υπάρχουν πληροφορίες, μερικές απ’ αυτές ήδη συλλεγμένες από την εποχή του Φίλιππου, αλλά τώρα που οι Μακεδονικές υπηρεσίες έχουν ασύγκριτα καλύτερη επιτόπια πρόσβαση, μπορούν να τα ξαναδούν όλα με ακριβέστερη οπτική και να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Exopli6

Ο Εύελπις χαμογελάει γιατί του έρχεται στο νου μια ακόμη ¨επαφή¨ που είχε πριν αφήσει τα Σούσα. Ήταν η συνάντησή του με τον βαβυλώνιο ιερέα Μαρτούκη που, μαζί με τον λόγιο Ηρακλείδη από την Αμφίπολη, ασχολείται με την μετάφραση της στήλης του Χαμουραμπί (όπου είναι χαραγμένοι οι νόμοι του παλιού βασιλιά), στην παλιά πτέρυγα του θησαυροφυλακίου∙ τον  βαβυλώνιο, που όλοι θεωρούσαν ως έναν αφοσιωμένο και άξιο εμπιστοσύνης μελετητή, αλλά που ο Οινοκράτης είχε εντοπίσει ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην ύποπτη συγκέντρωση στο ναό του Μαρδούχ, μαζί με τον Ανάξαρχο, τον Άρπαλο και ποιος ξέρει ποιους άλλους.

Ο Μαρτούκης προσπάθησε για λίγο, στην αρχή, να κάνει τον άσχετο και το κουρεμένο γίδι (κορόγιδο), αλλά αμέσως μετά, χωρίς καν να χρειαστούν ιδιαίτερες απειλές ή υποσχέσεις από την πλευρά του Εύελπι,  κατάλαβε ότι τον συνέφερε να παραδεχτεί τη συμμετοχή του στη συγκέντρωση του ναού.

Είπε ότι τον είχαν προσκαλέσει λόγω των ειδικών νομικών του γνώσεων και θεώρησε καλό να συμμετάσχει, όσο κι αν ψιλοκαταλάβαινε ότι η σύσκεψη είχε μάλλον πολιτικό παρά επιστημονικό περιεχόμενο.

Πάντως, όσο κι αν αρχικά θεωρούσε ότι τέτοιες συναντήσεις βοηθούν στην κατανόηση και τη συνεργασία ανάμεσα στους ντόπιους και τους έλληνες, τώρα που ξέρει ότι η ελληνική διοίκηση τις δεν τις εγκρίνει, δεν πρόκειται, ά πα πα, να ξαναπατήσει σ’ αυτές.

Από τους συμμετέχοντες γνώριζε μόνο τους βαβυλώνιους ιερείς και -μόνον εξ ονόματος- μερικούς από τους οικονομικούς παράγοντες που προέρχονται από τα μέρη του, απ’ τη μεγάλη μεσοποτάμια πρωτεύουσα, τη Βαβυλώνα.

Ο Εύελπις θυμήθηκε τις ¨προειδοποιήσεις¨ του πέρση ανακτορικού ιερέα Αζάρη. Ίσως του παρουσιαζόταν μια ευκαιρία να επαληθεύσει προς τα που το πάει το βαβυλωνιακό ιερατείο. ¨Ας βάλουμε μπρος το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι¨, σκέφτηκε.

«Δεν χρειάζεται να πάψεις να συμμετέχεις σε αυτού του είδους τις συγκεντρώσεις», είπε με μειλίχιο ύφος στον Μαρτούκη.   «Αρκεί, πριν και μετά από κάθε μια από αυτές, να ειδοποιείς και να ενημερώνεις διεξοδικά τον άνθρωπο που θα σου υποδείξω. Εάν το πράξεις με συνέπεια οι σχέσεις σου με την διοίκηση θα παραμείνουν θετικές, εάν όχι, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα. Όλα μπορούν να σου συμβούν».

Ο Εύελπις συνόδευσε τις προειδοποιήσεις του μ’ ένα δυσερμήνευτο χαμόγελο, αλλά όταν παρατήρησε το χαμόγελο με το οποίο ο βαβυλώνιος αποδέχτηκε την πρότασή του, αναρωτήθηκε ποιος άραγε από τους δύο θα είναι τελικά ο γάτος και ποιος το ποντίκι.

Πάντως συμπλήρωσε: «Ο άνθρωπος στον οποίο θα δίνεις λεπτομερή αναφορά λέγεται Οινοκράτης και θα τον γνωρίσεις σύντομα».

Μια σκιά περνάει πάνω από τους καβαλάρηδες χλομιάζοντας την μέχρι τώρα φωτεινή μέρα. Οι μελανίες έχουν ταξιδέψει γοργά από την ανατολική άκρη του ορίζοντα ως τα εδώ και, φουσκωμένοι και μαυριδεροί, αρχίζουν να παρεμβάλλονται ανάμεσα στους ιππείς και το άρμα του Φοίβου. Τους συνοδεύουν εδώ και ’κει ριπές ανατολικού ανέμου.

Thessalikos Ippeas 750 πχ

Ο Εύελπις στερεώνει καλύτερα τον μανδύα στον ώμο του.

Οι σκέψεις του τώρα εστιάζονται στον πιστό του υπηρέτη. Πριν φύγει του είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να τον εντάξει -επάξια, αυτό δε χωράει συζήτηση- στις υπηρεσίες. Είχε οριστικοποιήσει αυτή την απόφαση τις προάλλες, μετά τις τελευταίες επιτυχείς παρακολουθήσεις του,  αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη αποδείξει, από παλιά, ότι διαθέτει οξύνοια, ετοιμότητα και κυρίως ότι μπορεί να του έχει κανείς εμπιστοσύνη.  Ο Καλλισθένης είναι ενημερωμένος και δεν έχει αντίρρηση.

Ο Μεγαρέας είχε εξηγήσει στον Σικελό ότι πρόκειται για την οργανική του ένταξη στον τομέα που έχει ως κύρια αποστολή τη συλλογή των πληροφοριών που κρίνονται ωφέλιμες για την επίτευξη των στόχων της εκστρατείας. Δεν χρειάστηκαν πολλές λεπτομέρειες∙ ο Οινοκράτης είχε ήδη σχηματίσει από μόνος του μια αρκετά καλή εικόνα για αυτές  τις δραστηριότητες.

Όμως, βέβαια, η ένταξη κάποιου στις υπηρεσίες δεν είναι υπόθεση μιας απλής εντολής. Υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες (ακόμη και κάποια τελετουργικά) που πρέπει να εφαρμοστούν. Έτσι τουλάχιστον επιβάλλει η παράδοση, η οποία ισχύει λίγο πολύ στα περισσότερα σύγχρονα στρατεύματα (αν εξαιρέσουμε τα τελείως βαρβαρικά που λειτουργούν ως αυθόρμητες ορδές), αν και, απ’ ό, τι ξέρει ο Εύελπις,  οι ρίζες των οργανωμένων κρυφών υπηρεσιών πρέπει να είναι λακεδαιμόνιες[1]

Τον κατατόπισε πάντως για μια σειρά τυπικές διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Ύστερα του διευκρίνισε ότι η πρώτη του αποστολή θα ήταν το να εποπτεύει διακριτικά τα όσα θα έπρεπε να συμβούν μετά την αναχώρηση του Εύελπι για την Περσέπολη.

Ο Οινοκράτης του διατύπωσε μία μονάχα ανησυχία. Αναρωτιόταν κατά πόσο τα νέα του καθήκοντα θα του επέβαλαν να απομακρυνθεί από τον κύριό του. Έχει, είπε, αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στον πατέρα Ευρύνου και δε θα ήθελε να τις αθετήσει.

Ο Εύελπις του απάντησε αρνητικά, αλλά και του εξήγησε πως αν όλα πάνε καλά από δω και πέρα, για ορισμένα βασικά πράγματα της ζωής του, ο Οινοκράτης, θα έπρεπε να παίρνει τις αποφάσεις από μόνος του.

akontismos2

 Στα νότια του κάτω Ζάγκρου η περιοχή έχει ξαφνικά σκοτεινιάσει,  πήρε να βρέχει, και η Βασιλική οδός έχει χάσει την κίτρινη ευθύτητά της. Σιγά σιγά, οι ρεματιές που φτάνουν ως εδώ από τα βουνά της οροσειράς, αρχίζουν να μετατρέπονται σε χειμάρρους και να βρυχώνται απειλητικά, ενώ σε πολλά σημεία τα νερά σκέπασαν ήδη την επιφάνειά του δρόμου, κρύβοντας τις ανωμαλίες και δυσκολεύοντας τον καλπασμό των τριών ιππέων.

Ο Εύελπις κάνει νόημα στους δύο καβαλάρηδες που τον ακολουθούν ότι θα πρέπει να σταματήσουν στο πρώτο κατάλυμα που θα βρουν, ανεξάρτητα αν αυτό είναι κανονικός σταθμός ανεφοδιασμού ή όχι. Ύστερα χαϊδεύει καθησυχαστικά τον λαιμό του αλόγου του, που απ’ ό, τι φαίνεται δεν είναι μαθημένο σε βροντές, νεροποντές και μουσκέματα.

Είναι ένα γκρίζο άτι που το απόκτησε σε αρκετά αλμυρή τιμή κάπου στη νότια Συρία κατά την επιστροφή της στρατιάς από την Αίγυπτο, ύστερα από επίμονες προτροπές του Οινοκράτη.  Ο υπηρέτης του, ισχυριζόταν ότι είχε μάθει από σίγουρες πηγές πως τα άλογα της περιοχής των Αράβων έχουν εξαιρετικές ικανότητες, αλλά ο Εύελπις δεν πείσθηκε παρά μόνον όταν συμφώνησαν και οι Θεσσαλοί φίλοι του, οι μόνοι έλληνες που θεωρούνται ειδικοί στα άλογα, ότι το συγκεκριμένο άτι ήταν καλό.  Ο Οινοκράτης ήταν και ο ονοματοδότης του ζωντανού,  το είχε αποκαλέσει ¨γοργόν ως βέλος¨ και το ¨Βέλος¨ του έμμεινε ως όνομα.

663004-lightning_strike_680_275061_34N231

Η λάμψη και  ο θόρυβος ενός κεραυνού κάπου εκεί κοντά επαναφέρουν τον Μεγαρέα στην ζόρικη (οδική) πραγματικότητα. Ο καιρός έχει αγριέψει ακόμη περισσότερο.

Ο Εύελπις διακρίνει στα δεξιά του δρόμου πίσω από μια συστάδα ψηλών καλαμιών ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπάρχει μια πλίνθινη αγροτική κατασκευή, πιθανότατα μια αγροικία, οπότε τραβάει τα ηνία του αλόγου του και σηκώνει το χέρι δείχνοντάς την στους ακόλουθούς του. Εκείνοι του κάνουν νεύμα ότι την είδαν κι αυτοί και έτσι, τώρα, η μικρή ομάδα εγκαταλείπει την κύρια οδό και παίρνει ένα παράπλευρο ανηφορικό μονοπάτι προς την κατεύθυνση του κτίσματος. Διασχίζουν με δυσκολία την συστάδα με τα καλάμια, ενώ οι ριπές του ανέμου που τους περιτρέχει τρυπώνουν ανάμεσα στα σπαθωτά φύλλα προκαλώντας περίεργα  σφυρίγματα που, μαζί με τους ήχους της απρόοπτης μπόρας, συνθέτουν αλλόκοτες άγριες μελωδίες. Οι τρεις ξεπερνούν τα καλάμια και, όντως, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει τώρα αδρά μέσα στη ομιχλώδη γκριζάδα. Στην κορυφή του, το κτίσμα δείχνει να είναι γερό και σε θέση να εποπτεύει το τμήμα εκείνο της Βασιλικής οδού.

Μια κραυγή που προέρχεται από έναν από τους δύο συνοδούς φτάνει ως τα αυτιά του Εύελπι, αλλά ο θόρυβος του ανέμου τον εμποδίζει να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ευτυχώς όμως, υπάρχει κάποιος που την καταλαβαίνει, με τον τρόπο του βέβαια, και αντιδρά. Η αντίδραση αυτή  θα αποδειχθεί ευεργετική για τον λόγιο από τα Μέγαρα.

Εκ των υστέρων βέβαια, ξέρουμε ότι ο συνοδός κραύγασε τη λέξη  ¨βέλος!¨, ότι η κραυγή αυτή αποτελούσε προειδοποίηση προς τον Μεγαρέα και σήμαινε ¨πρόσεχε, ένα βέλος κατευθύνεται ίσια πάνω σου¨, ενώ τα αυτιά που την συνέλαβαν πλήρως ανήκαν στο ομώνυμο άλογο. Το αραβικό άτι θεώρησε ότι κάποιος το φωνάζει με ένταση και, ακούγοντας την κραυγή θεώρησε καλό, για μια τόση δα στιγμή, να ανακόψει τον ανηφορικό βηματισμό του. Έτσι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια φαρμακερή σαϊτιά έχασε κατ’ ελάχιστον το στόχο της και πέρασε ανάμεσα   στον Εύελπι και τον αυχένα του ζωντανού, για να καταλήξει άπραγη ανάμεσα στις καλαμιές.

Ο Μεγαρέας καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως ότι υπήρξε στόχος εκηβόλου όπλου. Αφιππεύει αστραπιαία, τραβάει την ασπίδα από το πλευρό του αλόγου και σπρώχνει το ζώο μακριά του, πίσω στα καλάμια. Ένας ιππέας πρέπει να προστατεύει το άλογό του από τις ύπουλες, αλλά και από τις άστοχες, σαϊτιές των τοξοτών.  Τον ίδιο άγραφο κανόνα των καβαλάρηδων έχουν ακολουθήσει και οι δύο συνοδοί∙ έχουν ξεπεζέψει και τον πλησιάζουν τώρα σκυφτοί δημιουργώντας με τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες τους ένα στοιχειώδες προκάλυμμα ενάντια στις σαίτες που εκτοξεύονται τώρα πυκνότερες από την μεριά του κτίσματος.  

«Ενέδρα, και δεν ξέρουμε πόσοι είναι»,  συνοψίζει την κατάσταση ο Εύελπις. «Πιθανότατα είχαν σκοπό να μας χτυπήσουν παρακάτω, στο σημείο που ο δρόμος πλησιάζει πολύ  στον λόφο, αλλά όταν μας είδαν να αλλάζουμε πορεία και μάλιστα να κατευθυνόμαστε προς το μέρος τους, μας επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση». 

«Το κακό  είναι ότι από ‘κει πάνω μπορούν να ελέγχουν μεγάλο κομμάτι του δρόμου» παρατηρεί ένας από τους συνοδούς, ένα γεροδεμένο παλικάρι που είχε φτάσει στα Σούσα με την τελευταία φουρνιά ενισχύσεων από την Πιερία,  «οπότε, ακόμη κι αν καταφέρουμε να συμμαζέψουμε τα άλογα και να επιστρέψουμε στην βασιλική οδό, έτσι και εξακολουθήσουμε την πορεία προς την Περσέπολη, θα εκτεθούμε άμεσα στις βολές τους».

Ο νεαρός έχει δίκιο, σκέφτεται ο Εύελπις. Η μόνη σχετικά ασφαλής διέξοδος θα ήταν να γυρίσουν πίσω στο δρόμο και μετά ακόμη πίσω προς τα δυτικά, ελπίζοντας ότι οι τοξότες δεν θα τους ακολουθήσουν έφιπποι ή, τουλάχιστον, ότι έφιπποι δεν θα είναι αρκετά καλοί στο σημάδι.

Ύστερα θα μπορούσαν να αναζητήσουν βοήθεια στο πλησιέστερο μακεδονικό φυλάκιο -το τελευταίο το είχαν συναντήσει σχεδόν μια μέρα πορεία προς τα πίσω- και να επιστρέψουν εδώ με ενισχύσεις. Βέβαια, είναι πιθανό ότι τότε, οι τοξότες θα έχουν κάνει φτερά και εκείνο που θα μένει από την επίθεση δε θα είναι παρά μια σειρά εικασιών και υποθέσεων: καραούλι τυχαίων ληστών, έναρξη ένοπλης αντίστασης των ντόπιων ή ενέδρα κάποιων που τα έχουν συγκεκριμένα (και θανάσιμα) μαζί του;

Εν τέλει η ιδέα της υποχώρησης μπροστά στην πρώτη κακοτοπιά δεν του αρέσει καθόλου.

«Ας κάνουμε πίσω ως τα καλάμια ώστε να έχουμε προστατευμένα τα νώτα μας, και ας περιμένουμε», λέει. «Δε θα μας τοξεύουν επ’ αόριστον. Ίσως προτιμήσουν να αναμετρηθούν από κοντά∙ ας πάρουμε μια ιδέα για το πόσοι είναι». Οι δύο συνοδοί γνέφουν καταφατικά και η τριάδα συσπειρωμένη πίσω από τις μεγάλες κυκλικές ασπίδες υποχωρεί με μικρά βήματα ως τον καλαμώνα.

images (3)

Η θύελλα έχει  κάπως αποδυναμωθεί δίνοντας τη θέση της σε μια ψιλή σποραδική βροχή, ενώ εγκάρσιες χαρακιές ήλιου αρχίζουν να διασχίζουν τα σύννεφα αποδομώντας τα. Ύστερα  από λίγο οι σαϊτιές από τον λόφο σταματούν και  οι θύρες του κτίσματος ανοίγουν. Ένα μικρό κομμάτι ήλιου ανακλάται στις πανοπλίες των οπλιτών που εμφανίζονται εκεί πάνω. Οι ενδυμασίες και ο οπλισμός τους (έχουν αφήσει τα τόξα και κραδαίνουν τώρα σπάθες, ακόντια και μικρές ασπίδες) είναι σίγουρα ανατολίτικος. 

«Τέσσερεις, πέντε, έξη…» τους μετράει ο Εύελπις. «Δύο στον καθένα… Και δεν είναι παρά τοξότες».

«Δεν υπάρχει πρόβλημα», συμφωνεί και ο νεαρός από τα Πιέρια όρη, ενώ ο άλλος σωματοφύλακας, ένας ψηλός ψημένος στρατιώτης που απ’ ό, τι φαίνεται δεν έχει και τόση εμπιστοσύνη στις πολεμικές αρετές του λόγιου που συνοδεύουν, κάνει μερικά βήματα εμπρός, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει πρώτος όποιον τολμήσει να πλησιάσει.

Circle of Spring Flowers

Οι επιτιθέμενοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κατηφόρα ώστε να αυξήσουν την ορμή της επίθεσής τους, αλλά τα βρεμένα χόρτα είναι γλιστερά και δυσκολεύουν την καλή επαφή με το έδαφος. Έτσι η κάθοδός τους επιταχύνεται πέραν του δέοντος και  οι ενστικτώδεις κινήσεις που κάνουν προκειμένου να διατηρήσουν την ισορροπία τους κουτρουβαλώντας, δημιουργεί ένα ελαφρώς κωμικό θέαμα.

Οι δύο πρώτοι που φτάνουν τους αμυνόμενους απωθούνται και εξουδετερώνονται εύκολα από την ασπίδα και το ξίφος του ψηλού σωματοφύλακα, ενώ  ο νεαρός Πιέριος παραμερίζει την τελευταία στιγμή (με μια κίνηση που θυμίζει Κρήτη και τους περίφημους χορούς με τους ταύρους)  αφήνοντας τον αντίπαλό του  να πέσει άτσαλα, πρώτα πάνω στις καλαμιές και μετά στο βρεμένο χώμα.

Ένας άλλος φτάνει μπροστά στον Εύελπι με το δόρυ του προτεταμένο, αλλά την τελευταία στιγμή  είναι υποχρεωμένος, αντί να το εξακοντίσει, να το ακουμπήσει στο έδαφος σαν να ήταν μπαστούνι, προκειμένου να μη γλιστρήσει. Ο Μεγαρέας επωφελείται και με μια καλοζυγισμένη σπαθιά κόβει το αυτοσχέδιο στήριγμα στα δύο, και μετά δίνει μια συμπληρωματική  σπρωξιά στον επιτιθέμενο που πέφτει τυλιγμένος στα δύο, όμοιος με τη σφαίρα του γνωστού παιδικού αθλήματος ¨λακτίζειν¨.  

Δύο από τους ανατολίτες που έχουν καταφέρει να αναχαιτίσουν την γλίστρα και βρίσκονται ακόμη αρκετά μακριά από τους έλληνες, κάνουν τώρα απεγνωσμένα νοήματα προς την αγροικία πάνω στο λόφο. Προφανώς ζητούν ενισχύσεις. Οι από πάνω δεν αργούν να αντιδράσουν. Σε λίγο, ένας ένας,  εμφανίζονται στην κορυφή καμιά δεκαριά ακόμη ένοπλοι, που με προσεκτικές, αργές κινήσεις αρχίζουν να κατεβαίνουν την πλαγιά σχηματίζοντας μια καμπύλη μέσα στην οποία, είναι φανερό ότι στοχεύουν να θηλυκώσουν τους ‘Ελληνες.

«Μα τον Δία τον Αστραποβρόντη, τα πράγματα σκουραίνουν», αποφαίνεται ο έμπειρος παλιός στρατιώτης.

«Μα τις εννέα κεχαριτωμένες κόρες του, έχεις δίκιο», συμφωνεί ο νεότερος.

Ο Εύελπις συνοφρυώνεται. Απεγνωσμένη άμυνα ή  εσπευσμένη φυγή; Τα ενδεχόμενα δεν είναι πολλά και ο χρόνος για να πάρει μια απόφαση ελάχιστος.

1238.w.600

[1] Όσο και αν πριν απ’ την επικράτηση των Σπαρτιατών στον πελοποννησιακό πόλεμο, πολλές πλευρές της ζωής, των ηθών και της πολιτειακής τους οργάνωσης ήταν καλυμμένες από τα πέπλα επικών μύθων (που διέπονταν από ανδρεία, δύναμη, γενναιότητα), όταν μετά τη νίκη χρειάστηκε να εξάγουν τα πρότυπά τους προς άλλες πόλεις, οι λοιποί Έλληνες ανακάλυψαν με έκπληξη ότι ο χαρακτήρας των Λακεδαιμονίων δεν απέκλειε, κάθε άλλο, την ύπαρξη μη ηρωικών θεσμών, όπως για παράδειγμα εκείνον της Κρυπτείας.  Όταν επρόκειτο για την επιβίωση της Πόλης και την διάσωση των πατροπαράδοτων αρχών που ρύθμιζαν τη ζωή των Ίσων, οι Σπαρτιάτες ήταν τελείως απροκατάληπτοι και οι μυστικές και εκτός κανόνων δραστηριότητες  ήταν απολύτως επιτρεπτές. Αρχικά, οι μυστικές δραστηριότητες της  ¨Κρυπτείας¨ είχαν ως στόχο την εξασφάλιση της υποταγής των ειλώτων, αλλά στη συνέχεια φαίνεται ότι έγιναν σημαντικό εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Σπάρτης.

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο ¨Ω Χαχόμα!¨)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δεύτερο. Ο Οινοκράτης προάγεται.

Posted by vnottas στο 24 Μαρτίου, 2016

esopo

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο δεύτερο: Πως πήρε ο Οινοκράτης την αναβάθμισή του

Στην αρχή ο Οινοκράτης δεν το πήρε καλά που όλοι έφευγαν από τα Σούσα εκτός απ’ τον ίδιο. Πρώτα τον ενόχλησε που αναχώρησαν βιαστικά ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Για να τα λέμε όλα, ιδιαίτερα  το Πουλχερίδιον. Αν ο νεαρός Θεσσαλός  αξιωματικός θα έπρεπε να φύγει για λόγους καθήκοντος, ποιος ο λόγος να φύγει άρον άρον και η γοητευτική μικρή σουρπουίτσα;

Παρ’ όλα αυτά φρόντισε να τους ετοιμάσει τα απαραίτητα εφόδια για το ταξίδι και εκείνο το πρωί -τί πρωί, δεν είχε ακόμη καλοφέξει κι ένα υγρό γκρίζο πέπλο σκέπαζε ακόμη τα Σούσα- τους αγκάλιασε, τους φίλησε σταυρωτά και τους δύο και τους ευχήθηκε οι θεοί των ταξιδιωτών να τους παραστέκονται και να τους προστατεύουν.

Αλλά, σαν να μην έφτανε η αναχώρηση των δύο νέων, ο Εύελπις τον ειδοποίησε ότι και εκείνος επρόκειτο να φύγει για την Περσέπολη μέσα στις επόμενες μέρες. ¨Μόνος σου; Μετά την απόπειρα;¨ είχε απορήσει ο Οινοκράτης. ¨Τρόπος του λέγειν!¨, είχε απαντήσει ο Μεγαρέας προκαλώντας έναν αδιευκρίνιστο μορφασμό του υπηρέτη. ¨Θα πάρω μαζί μου έναν – δυο ιππείς… Θα έχω προστασία, μην ανησυχείς¨.

Προς στιγμήν ο Οινοκράτης αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένος. Τι στην ευχή  ¨ακόλουθος¨ ήθελε να πιστεύει πως είναι, αν ο αφέντης του ξεκινούσε για ταξίδι χωρίς αυτόν, άρα μοναχός και αβοήθητος;

Γιατί ο Οινοκράτης θεωρούσε  ότι ο ρόλος του δίπλα στον Εύελπι δεν ήταν βέβαια εκείνος του οποιουδήποτε αδιαφοροποίητου δούλου, ούτε ενός απλού θεράποντα ¨οικέτη¨, αλλά ενός τέως παιδ-αγωγού, που έχοντας συμβάλει στη δημιουργία ενός άρτιου άνδρα, μπορούσε πλέον να αναλάβει τον τιμητικό ρόλο του προστάτη ¨ακόλουθου¨.

Όμως αυτές οι ανησυχίες εξαλείφθηκαν όταν, στη συνέχεια, ο αφέντης τον ενημέρωσε για τις γενικότερες προθέσεις του, μερικές από τις οποίες αφορούσαν άμεσα τον πολυπράγμονα υπηρέτη.

Ε, ναι! Η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και αλλαγές.

Ακόμη και η ζωή ενός δούλου μπορεί να κρύβει κάποιες στιγμές κατά τις οποίες είναι δυνατό να συμβούν πράγματα απρόσμενα!  

mercgrec

Καθώς άκουγε τις αποφάσεις του κυρίου του, ο Οινοκράτης ξέχασε την όποια πρωινή δυσαρέσκεια κι ένα πλατύ χαμόγελο αναρτήθηκε στο μελαχρινό του πρόσωπό: Στο μέλλον του ανάτελλε κάτι  νέο κι ανέλπιστο.

Εντάξει, γνωρίζοντας καλά τον Εύελπι ήξερε ότι κάποια αμοιβή για τον δημιουργικό ζήλο που είχε επιδείξει τις τελευταίες μέρες ήταν αναμενόμενη. Αλλά την επίσημη ένταξή του -ως δόκιμο μέλος- στις αφανείς υπηρεσίες; όχι, αυτήν ειλικρινά δεν την περίμενε. 

Ο Οινοκράτης γνώριζε ότι οι Υπηρεσίες μπορεί να μην έχουν και τόσο σαφείς αρμοδιότητες, αλλά ήταν βέβαιος ότι διαθέτουν αδιαμφισβήτητη  -έστω και αν καλυμμένη- εξουσία. Είναι ένα σώμα στο οποίο είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να ενταχθεί ένας δούλος. Εάν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, αποτελεί, όχι μόνο μια τιμητική επιλογή και μια επίσημη αναγνώριση αλλά και ένα αποφασιστικό σκαλοπάτι προς την πλήρη χειραφέτηση του επιλεγέντος. Σίγουρα πράγματα!  

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο Οινοκράτης δεν ενδιαφερόταν και τόσο έντονα για την επίσημη ανακήρυξη της ελευθερίας του. Ο Οινοκράτης, μέσα του, είχε μια εγγενή τάση να  ¨φιλοσοφεί¨, τόσο τις αντιξοότητες, όσο και τις εκπλήξεις της ζωής. Έτσι, εδώ και καιρό είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι την όποια ανεξαρτησία την κερδίζει κανείς με καθημερινό ¨αγώνα παρουσίας¨. Ακόμη και ένας  αιχμαλωτισμένος δούλος.

 Βασικά αυτό σημαίνει να καταφέρνεις να έχεις άποψη για ό, τι συμβαίνει γύρω σου, να προσπαθείς να κοινοποιήσεις αυτήν την άποψη στους άλλους και, όποτε αυτό δεν είναι πρακτικά αδύνατο, να τη βάζεις σε εφαρμογή. Έστω εν μέρει. Πίστευε ότι όταν κατάφερνε κάτι τέτοιο, αποδεικνυόταν πιο χειραφετημένος από   πολλούς ¨ελεύθερους¨  και ¨απελεύθερους¨ που είχε γνωρίσει στην Αθήνα και, παλιότερα, στις Συρακούσες.

Πάντως, όσο κι αν είχε κατορθώσει (λίγο ή πολύ) να πείσει τον εαυτό του για την ορθότητα της παραπάνω φιλοσοφικής προσέγγισης, αυτό δεν τον εμπόδισε εκείνο το πρωί να νοιώσει μια ανυπόκριτη αυθόρμητη χαρά εν όψει μιας ενδεχόμενης μελλοντικής τιμητικής απελευθέρωσης.

images (3)

Ο Εύελπις μίλησε στον Οινοκράτη για τις αρχές και τη βασική μεθοδολογία των Υπηρεσιών και του έδωσε να απομνημονεύσει μερικά κείμενα που θα του χρησίμευαν κατά την τελετή ένταξης. ¨Είσαι τυχερός¨, του είπε, ¨ο Καλλισθένης συμφώνησε να ακολουθήσουμε για την ένταξή σου το συντομευμένο τυπικό και έτσι θα γλιτώσεις κάποιες μυητικές ταλαιπωρίες, όχι όλες¨.

Ο Οινοκράτης υποσχέθηκε ότι θα κάνει το παν για να είναι έτοιμος, έτσι ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί το συντομότερο.

Ύστερα ο Εύελπις του εξήγησε τι περίμενε απ’ αυτόν κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τα Σούσα. Ο Οινοκράτης που τον παρακολουθούσε προσεκτικά, κατάλαβε ότι ε