Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Κοινωνία’

Η μελαγχολική δημοκρατία

Posted by vnottas στο 18 Ιουνίου, 2013

σαββιδης

Η εκπομπή «Ανιχνεύσεις» του Παντελή Σαββίδη με τίτλο: «Η μελαγχολική δημοκρατία. Ποιο είναι το μέλλον της κυβέρνησης και του τόπου;» μεταδόθηκε ζωντανά μέσω του Livemedia.gr τη Δευτέρα 17 Ιουνίου,  ώρα 10 μμ. από το THE ΜΕΤ HOTEL, στην Θεσσαλονίκη.

Στο πάνελ της εκπομπής συμμετείχαν οι

Κώστας Μπλιάτκας – Γενικός Διευθυντής ΕΤ3
Δημήτρης Τσάμης – Πρόεδρος Ιατρικού Συλλόγου Θεσ/νίκης και πρώην Πρόεδρος ΕΤ3
Βασίλης Νόττας – Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ ΑΠΘ.

Παράλληλα, έγιναν παρεμβάσεις προσωπικοτήτων μέσω skype από Αθήνα.

Η εκπομπή υπάρχει εδώ

http://www.livemedia.gr/video/46121

και εδώ

http://www.anixneuseis.gr/?p=69265

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, VIDEO | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Χαρατσώματα

Posted by vnottas στο 6 Απρίλιος, 2013

_n

Δεν πληρώνω το χαράτσι

Πρωί πρωί που κάπνιζα με τον καφέ μια γόπα

στο στήθος μου εφούντωσε μια φλόγα μια φωτιά

και μου ‘φυγε μία κραυγή λες και πατούσα πρόκα

τι είπες τώρα…τι είπες τώρα…τι είπες τώρα ρε Αυτιά;

Δεν πληρώνω το χαράτσι…..που μου βαλαν οι παλιάτσοι

δεν πληρώνω το χαράτσι…..πάρτε αυτά @@ κι είμαστε πάτσι (**)

*

Το σπίτι της γυναίκας μου που άφησε ο παππούς της

παλιό μικρό και φτωχικό γεμάτο ζεστασιά

και έρχεται στα μουλωχτά να μας το πάρει ο πούστης

τι είπες τώρα …τι είπες τώρα…τι είπες τώρα ρε Αυτιά;

Δεν πληρώνω το χαράτσι…που μου βαλαν οι παλιάτσοι

δεν πληρώνω το χαράτσι…..πάρτε αυτά @@ κι είμαστε πάτσι (**)

(Μια παρέα στην Κρήτη)

Στίχοι – μουσική – ενορχήστρωση : Νίκος Κοκαράκης

Τραγούδι: Βαγγελης Βέλλος και οι Γιάννης Ταμπάκης, Μπάμπης Κτιστάκης

(**) Κόπηκε…

bici

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο ¨κόκκινος Ντάνι¨ και ο Αδέσποτος Σκύλος

Posted by vnottas στο 24 Μαΐου, 2012

Τώρα που ο κάποτε αποκαλούμενος και ¨κόκκινος¨ Ντάνι έβγαλε και πάλι γλώσσα, θυμήθηκα ότι για αυτόν τον τύπο είχα διαβάσει σχετικά πρόσφατα ένα ενδιαφέρον σημείωμα στο ιστολόγιο του Αδέσποτου Σκύλου.  Ήταν νομίζω στα τέλη του Μάρτη, όταν ο Κον Μπεντίτ είχε επισκεφτεί τους ¨πράσινους¨ έλληνες ομοϊδεάτες του. Δεν συμμερίζομαι όλα όσα γράφει ο Αντώνης με το απαράμιλλο προσωπικό του ύφος, αλλά μου αρέσει η κεντρική ιδέα -γι αυτό και αναδημοσιεύω το πλήρες κείμενο.

Ρέκβιεμ για τον κόκκινο Ντάνι

by antonis

Ο  κόκκινος Ντάνι έχει τιμητική θέση στην τροφική αλυσίδα του καπιταλισμού. Πέρασε νύχτες σε καφενεία και οριακές τελετές. Δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας μούστο πατημένο, ύμνησε το μεσογειακό ταπεραμέντο και την οικολογία, έγινε ο ένας και μοναδικός ανάμεσα σε πολλούς που ξεκίνησαν να δώσουν μιαν απάντηση στο θάνατο και την ανυπαρξία. Ο κόκκινος Ντάνι φυτεύτηκε από μια παμπόνηρη αστική τάξη που είχε βρει τρόπο νʼ ανοίγει τα παράθυρα για να ξεβρομίζει το σύστημα. Μια αστική τάξη που πουλούσε αριστερισμό και επανάσταση με το τσουβάλι. Ο κόκκινος Ντάνι τα κινήματα της πατάτας και της διαχείρισης των κρίσεων τα σπούδασε στη Σορβόννη ακούγοντας γαλλοελληνικά της Αρβελέρ και φλύκταινες του Ζουράρι. Ο κόκκινος Ντάνι κρύβει ένα βαθύτατο εθνικισμό για τη μητέρα πατρίδα και την ακμή της αφού ως άλκιμη οδαλίσκη της διανόησης μάζεψε τις φίρμες και τα λαμπρά αστέρια της ψωροκώσταινας που ξεψυχούσαν γαλλιστί στην Μονμάρτη. Ο κόκκινος Ντάνι που ξέβαψε είναι η κουράδα της γαλλικής επανάστασης. Καλωσόρισε πρώτος τις παγωμένες ριπές του πολέμου στο Σαράγιεβο. Δεκαετίες τώρα σαπουνίζει τʼ αρχίδια των αξιωματούχων των Βρυξελών. Οραματιστής και φιλάνθρωπος της Ευρώπης της παρακμής που δεν στέγνωσε στα χέρια της ακόμα το αίμα απʼ τις αποικίες. Είναι η φίρμα που βγαίνει μπροστά στα δύσκολα. Χειροτονεί χρηματιστές και μάνατζερ εκπαιδευμένους να στεγνώσουν τα ζουλάπια που διεκδίκησαν κάποτε ψιχία καλοζωίας αλλά εισέπραξαν φάπες και ενοχές. Ο κόκκινος Ντάνι έγινε ο Ντεγκόλ του ευρωπαϊκού έρωτα για τις αγορές. Από ΣΥΡΙΖΑ του Μάη του 68 έγινε χρυσαυγίτης της περεστρόικα του κεφαλαίου. Με το άλλοθι του μοναχικού καβαλάρη και του πολυμήχανου πράττει τα δέοντα για τη μπουρζουαζία που έγραψε ύμνους για τους εργάτες κάποτε αλλά λυσσάει σήμερα όταν ο εργάτης μορφώνεται και διεκδικεί. Ο κόκκινος Ντάνι εξαργυρώνει τη λάμψη της χθεσινής μέρας. Συγκινεί ακόμα τους μαλάκες που τον πίστεψαν. Μικροαστούς, γεροντοκόρες, εκθεσάδες της γειτονιάς και τσουραπάτες φίρμες της δημοσιογραφίας. Ο κόκκινος Ντάνι πέρασε κι αυτός να ρίξει ένα γερό χέσιμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Να περάσει ένα χεράκι πράσινη μπογιά απʼ αυτή που σκεπάζει τη μπόχα μιας χώρας με μισό εκατομμύριο πεινασμένους. Της χώρας του εθελοντισμού που το γύρισε στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες. Της χώρας, τού Ελλάς ελλήνων χριστιανών που επαναστατεί με τη μούντζα και το κωλοδάχτυλο. Της χώρας, τού πατρίς θρησκεία οικογένεια που έβαλε τον παπά στο κρεβάτι της φορώντας τη χλαμύδα του αρχαίου μεγαλείου επιδιδόμενη σʼ ένα νέο-ανθρωποφαγικό κίτς όργιο. Ο κόκκινος Ντάνι θα φάει μουζάκα κάτω απʼ την ακρόπολη, θα φιλήσει τον ιερό βράχο και θα δώσει συνέντευξη τύπου για τις μπιγκόνιες, τα φωτοβολταϊκά και την ανάπτυξη. Ο κόκκινος Ντάνι θα ρεκάξει κι αυτός με τη σειρά του την καταστροφή που θα συμβεί έξω απʼ το ευρώ. Με ολίγον μελιστάλακτο ύφος θα μαλώσει πατρικά την αριστερά και τους άλλους ντόπιους αγριάνθρωπους και το κακό συναπάντημα, αγράμματους, πλιατσικολόγους και τοπικιστές που δεν αφήνουν τη φωτισμένη τρόικα που ήρθε απʼ έξω να μας σώσει μαζί με τον Μαυροκορδάτο-Παπαδήμο και την παρέα του. Ο κόκκινος Ντάνι που θα χειροκροτήσει τα νατοϊκά βομβαρδιστικά ακόμα και αν κατευθυνθούν αύριο στους Δελφούς είναι ένας απʼ τους πράσινους πρωθιερείς της ιστορικής αποδόμησης, που κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό αχταρμά. Λαοί αλλάξτε συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορές. Η αγορά δε σηκώνει καψόνια. Μονάχα τα πράσινα άλογα της πράσινης ανάπτυξης. Ο κόκκινος Ντάνι με τους δικούς μας φεντεραλιστές παραπέμπουν στην περίπτωση της Φρειδερίκης που παρακαλούσε τον Μάρσαλ νʼ αρχίσει τον τρίτο παγκόσμιο απʼ την Ελλάδα.

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μέρες που είναι… (ημερολογιακός μονόλογος)

Posted by vnottas στο 23 Μαΐου, 2012

Αυτές τις μέρες είμαι κι εγώ κολλημένος στην πλαστική διαφάνεια της τηλεόρασης και την εξ ίσου πλαστικοποιημένη διαφάνεια του ανυστερόβουλου υπολογιστή μου – ανυστερόβουλος; μάλλον πρόκειται για ευφημισμό… πιο πολύ προκύπτει πολύβουλος, εξ ου και πολύφωνος και για να τον κάνεις ζάφτι πρέπει να τον μάθεις καλά και, βέβαια, να του πάρεις τον αέρα!

Στήνομαι λοιπόν στην δέουσα απόσταση από την φωσφορίζουσα εστία και παρακολουθώ τις εξελίξεις, τις ζυμώσεις, τις δηλώσεις, τις ανακοινώσεις, τις αποσχίσεις, τις ενώσεις, τις εκκενώσεις, τα κενά, τις κινήσεις, τις μετακινήσεις (από ιδέες και ιδεολογίες), τις μετατοπίσεις (από χώρους, παρέες και κλίκες), τις μετακομίσεις (από κόμμα σε κώμα), τα ολισθήματα, τις τούμπες, τις κωλοτούμπες, τις ζαβολιές, τις αλλαξοκωλιές, τα ξέφυγ’ς, τα ντεμπά, τις αλληλοδιακοπές, τις αλληλοεπικαλύψεις,  τις ανατροπές, τα τραλαλά, τα ζαβά και τα σοβαρά που διανθίζουν την ανανεωμένη (χάρη στην λαϊκή βούληση) πολιτική σκηνή της χώρας.

Γιατί η χώρα, χρόνια τώρα γκαστρωμένη από αδηφάγους νεοφιλελευθερισμούς, στραβοχυμένους μετανεωτερισμούς, αυτοκρατορικές παγκοσμιοποιήσεις, κι όποιος βγάλει το μάτι του αλλουνού είναι κύριος, και πραγματιστής, και επαρκώς εικονολάτρης, η χώρα λοιπόν η γκαστρωμένη, σφίχτηκε, πίεσε και ξεγέννησε με οδύνη και ζόρι, νέες προδιαγραφές και οδηγίες, κι έτσι τώρα οι παλιές καραβάνες της ιδιοτελούς πολιτικής και της χειραγωγούσας δημοσιογραφίας ζορίζονται κι αυτές για να φτιάξουν καινούργια προσωπεία, αλλά δεν τα καταφέρνουν, κι έτσι εν τέλει, από μέσα, πίσω από τις μάσκες, διακρίνονται τα γνήσια σουβλερά δόντια και τα γνωστά διαβολικά (διαβάλλοντα) κεραιόσχημα κέρατα.

Είμαι λοιπόν, που λέτε, κολλημένος στις αχνογάλανες φωσφορίζουσες οθόνες και νοιώθω κάποιες ενοχές γιατί, να σας το ομολογήσω, ίσως να ’μουν καλύτερα στους δρόμους και στις πλατείες, να συμμετέχω στα τεκταινόμενα με τον παλιό καλό τρόπο, αλλά βλέπεις οι καιροί άλλαξαν, κι έτσι κι αλλιώς τώρα πρέπει (πάλι) να σκάψουμε τα χαλάσματα αναζητώντας νέους ορίζοντες κι επειδή τα παθήματα απαιτούν μαθήματα χρειαζόμαστε πιο πολύ σκέψη από τρέξιμο, κι η σκέψη για να δουλέψει και να φτιάξει γνώση έχει ανάγκη από πληροφορίες, και αφού ο παλιός άσπονδος φίλος, ο Τύπος, έχει λακίσει σχεδόν ολοσούμπιτος (συμπούρμπουλος) στην μνημειώδη μνημονιακή μονομέρεια των ¨νοικοκυραίων¨, τον έκοψα μαχαίρι, και να ’μαι τώρα να πλέω (και που και που να πνίγομαι) ανεβάζοντας ιστία σε διαδικτυακούς ιστούς και να βαράω ανηλεώς μαύρα πλήκτρα: Με ενδιαφέρον (αυτονόητο), με περιέργεια (δικαιολογημένη), με ανησυχία (αναμενόμενη, αλλά προς το παρόν ελεγχόμενη) και με ελπίδα, εκείνη που αποδημεί τελευταία κι έτσι είναι ακόμη εκεί, να σου σκάει μισό χαμόγελο…  

 ΥΓ. Να πω όμως ακόμη, ότι στις 6 του Μάη πήρα μια ανάσα, βαθειά, ζωογόνο, γιατί (πέρα από ποιος κέρδισε και ποιος έχασε στις εκλογές) η μακριά γλίστρα πάνω στην μπανανόφλουδα των τοκογλυφικών δανείων, της επίπλαστης ευημερίας και των νομιμοποιημένων εθνικών και ιδιωτικών αρπαχτών, μοιάζει να τέλειωσε. Οι κλινικές εξετάσεις δείχνουν ότι τα σύνδρομα εξάρτησης μάλλον υποχωρούν, πως οι πανικοί των δοσομανών μάλλον ξεπερνιούνται σιγά σιγά και πως η αξιοπρέπεια γίνεται και πάλι αξία με ένα ελάχιστο κοινής αναγνώρισης…

(κι εδώ βάζω αποσιωπητικά, γιατί έχει κι άλλο, η ζωή και η αφήγηση συνεχίζονται –ευτυχώς, και εάν στην κατηφόρα πιάσαμε πάτο, η ζωή, λέει ο ποιητής, ξέρει να τραβάει την ανηφόρα).

 Β. Νόττας

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)

Posted by vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011

Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το  τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε  να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.

 Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας  λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).

Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν  επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.

Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία,  άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία,  και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.

Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω,  να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨

Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που  συχνά γίνεται  λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.

Αρχίζοντας από όσους από τους  εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους  ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!

Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι  δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ  σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.

Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ.   Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι

Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας

Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης  πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο   ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.

ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ. 

Ιδού λοιπόν η μουσική

Ιδού και οι στίχοι:

Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.

Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion

Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)

Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες

Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει

Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία

Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει

Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία

Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Συνάντηση με τους φοιτητές και «αντιμάθημα» στα πλαίσια των εκδηλώσεων της κατάληψης της Σχολής Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ

Posted by vnottas στο 16 Δεκέμβριος, 2010

 

Φέτος τα πράγματα διαδραματίστηκαν ως εξής:

Η πρόσκληση

Έλαβα από φοιτητές μου, εκείνους που συμμετέχουν στην κατάληψη της Σχολής Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτέλειου, το ακόλουθο ηλεκτρονικό  μήνυμα.

 Καλησπέρα κ. Νόττα,

   Εκ μέρους της επιτροπής κατάληψης του Σ.Φ. Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ θα θέλαμε να σας καλέσουμε σαν ομιλητή, σε ανοιχτό αντιμάθημα στην πλατεία Αριστοτέλους, την  Τρίτη στις 12:00 το πρωί. Το θέμα του αντιμαθήματος θα είναι «Πως η οικονομική κρίση και η καταστολή επηρεάζουν την ψυχολογία και την καθημερινότητα των πολιτών».
Σε περίπτωση αφόρητου κρύου η βροχής το αντιμάθημα θα πραγματοποιηθεί
σε διπλανή στοά στην Αριστοτέλους. Θεωρούμε πως μια τέτοια διαδικασία σε ανοιχτό χώρο θα δώσει την δυνατότητα σε πολύ περισσότερο κόσμο να παρέμβει και να την παρακολουθήσει.
   Παρακαλούμε να μας απαντήσετε όσο το δυνατόν συντομότερο για να κανονίσουμε τους ομιλητές.
Ευχαριστούμε εκ των προτέρων,

(όνομα)  μέλος της συντονιστικής επιτροπής κατάληψης.

 Η αποδοχή

Δεν εξεπλάγην. Πριν δυο χρόνια, όταν έβραζαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’08, με είχαν καλέσει και πάλι και, όπως και τώρα, θεώρησα την αποδοχή της πρόσκλησης πλήρως συμβατή με την ιδιότητά μου ως ακαδημαϊκού δάσκαλου και συγκεκριμένα δικού τους  δάσκαλου, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. (Βλέπε σχετικές παλιότερες καταχωρήσεις στο παρόν ιστολόγιο)

Όπως  και τότε σκέφτηκα ότι εάν δεν αρνήθηκα ποτέ να εκφράσω δημόσια τις απόψεις μου (και έτσι μου έχει συμβεί να λέω τα ίδια πράγματα σε πολύ διαφορετικά ακροατήρια – με μόνη πάγια προϋπόθεση να έχω απόλυτη ελευθερία έκφρασης), έτσι και τώρα δεν θα αρνιόμουν την πρόταση των παιδιών να μιλήσω μαζί τους δημόσια για τα τρέχοντα, έστω υπό καθεστώς κατάληψης, έστω στο δρόμο.

Όπως και τότε έκανε πολύ κρύο.

Το θέμα που μου ζήτησαν να αναπτύξω δεν ήταν έξω από τη θεματολογία της Κοινωνικής Επιστήμης που διδάσκω, οι δε εμπεριεχόμενες έννοιες, η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές της επιπτώσεις, καθώς και οι επιπτώσεις στο συλλογικό ¨ηθικό¨ και στην καθημερινότητα των πολιτών των σημερινών μορφών καταστολής, εμπίπτουν πλήρως στα επιστημονικά μου ενδιαφέροντά. Επί πλέον, μια που λόγω ηλικίας πρόλαβα να ζήσω κάποιες ανάλογες καταστάσεις διεκδίκησης και αγώνα, θεώρησα ότι θα μπορούσα να βρω τη σωστή συχνότητα που θα μου επέτρεπε να επικοινωνήσω με τα παιδιά, ακόμη και χωρίς το σύνηθες διδακτικό ¨καλούπι¨ των κλασικών μαθημάτων.

Έτσι τους είπα εντάξει και το μεσημέρι της Τρίτης βρεθήκαμε στην είσοδο του (νοικιασμένου) κτιρίου της Σχολής,  στο 46 της Εγνατίας Οδού.

 Η συνάντηση

  Δεν βγήκαμε τελικά στην πλατεία και αιτία δεν ήταν μόνο το τσουχτερό κρύο. Υπήρχε και η απεργία των αστικών λεωφορείων (το κοινό στις στάσεις των οποίων ήταν σημαντικό τμήμα του ¨κοινού¨ της προπερυσινής αντίστοιχης εκδήλωσης), υπήρξε και το γεγονός ότι ο αρχικός αριθμός  των παρόντων, έστω και αν μεγαλύτερος από εκείνον πολλών ¨κανονικών¨ μαθημάτων, δεν θεωρήθηκε ικανός να δημιουργήσει σε ανοιχτό υπαίθριο χώρο την απαραίτητη εντύπωση ¨μαζικότητας¨ που τα παιδιά -δίκαια- θεωρούν βασικό δείκτη αποδοχής των προσπαθειών τους. 

  Ίσως ευθύνομαι και εγώ που τους είπα ότι το να δείξουν πως το Πανεπιστήμιο επικοινωνεί με την Πόλη και την Κοινωνία δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην τους φοιτητές στο δρόμο, αλλά ίσως και το (συμβολικό και ουσιαστικό) άνοιγμα του ίδιου του Πανεπιστήμιου στην Πόλη και την Κοινωνία. (ας διευκρινίσω στους αναγνώστες του παρόντος σημειώματος ότι ως Κοινωνία δεν εννοώ, όπως μερικοί άλλοι, τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που ετοιμάζουν την εισβολή τους στον ακαδημαϊκό χώρο)

Το γεγονός είναι ότι τις επόμενες δύο ώρες μείναμε μαζεμένοι (όλο και περισσότεροι) στην είσοδο του κτιρίου, σε μια μορφή διαλογικού μαθήματος.

 Τι είπα στα παιδιά.

Είχα προετοιμάσει τις βασικές γραμμές της παρέμβασής μου (ένα ανοιχτό μάθημα θέλει προσεκτικότερη προετοιμασία από ένα κλασικό) γύρω από τις βασικές έννοιες που εμπεριέχονταν στο θέμα που μου προτάθηκε.

Όπως συχνά επαναλαμβάνω και στα ¨κανονικά¨ μαθήματα, τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο σε όποιον επιχειρεί σήμερα μια αξιόπιστη κοινωνική/επικοινωνιακή ανάλυση. Πολύ περισσότερο αν πρόκειται για όρους όπως ¨οικονομική κρίση¨, ¨ψυχολογική κρίση¨, ¨καθημερινότητα¨, ¨καταστολή¨, και τέλος ¨πολίτης¨, ακόμη περισσότερο όταν το λειτουργικό τους περιεχόμενο καθορίζεται όχι πλέον από κάποιους αρμόδιους ακαδημαϊκούς, αλλά από την χρήση  που τους γίνεται στα παντοδύναμα ΜΜΕ. Οι όροι, όσο κι αν μοιάζουν γνωστοί χρειάζονται ξεφλούδισμα και αναζήτηση του ¨λειτουργικού¨ τους πυρήνα μέσα στο εκάστοτε θεωρούμενο περιβάλλον.

Για παράδειγμα:  Ποια οικονομική κρίση; για ποιόν; Ποια ψυχολογική ανασφάλεια; Ποιος την προκαλεί; Ποιον απειλεί; Ποιος επωφελείται; Υπάρχει υποδόρια καταστολή ή ό,τι το υποδόριο είναι ¨προληπτικό¨; Ποιος είναι ο  ¨πολίτης¨ και ποια η σχέση του με τον ¨καταναλωτή¨ (και τον ¨συνδρομητή¨) σε περιόδους ¨οικονομικών κρίσεων¨ σημερινού τύπου; Αυτά και άλλα αντίστοιχα υπήρχαν στις σημειώσεις μου.

 Όμως αρχικά θα όφειλα να πω στα παιδιά όχι μόνο γιατί ήμουν εκεί και με ποια ακριβώς ιδιότητα (τι σημαίνει για μένα να είσαι δάσκαλος) αλλά και τις αρχικές σκέψεις μου για τις κινητοποιήσεις τους,  καθώς και για τους συνεπαγόμενους κινδύνους.

Τους είπα λοιπόν ότι κατά την άποψή μου_

* οι φοιτητές (το πιο ευαίσθητο τμήμα των σκεπτόμενων ανθρώπων) όταν αγωνίζονται για τα κοινά (σύμφωνα με τις θεωρήσεις και τις απόψεις που τους εκφράζουν) ασκούν ένα πάγιο και κερδισμένο με αγώνες δικαίωμά τους.

* σήμερα υπάρχει και κρίση και σύγχυση και κανένας δεν δικαιούται να υποτιμήσει ή να περιορίσει τον λόγο κανενός. Οι φοιτητές πρέπει να έχουν άποψη για την κρίση, τις αιτίες της, τους υπεύθυνους για αυτήν. Άλλωστε θα κληθούν -καλούνται ήδη- να πληρώσουν.

* οι κινητοποιήσεις τους αποτελούν απάντηση στην (επιθυμητή από πολλούς) αδιαφορία, καταπλάκωση, αδράνεια της αιφνιδιασμένης κοινωνίας μας.

* τα κινήματα μπορούν και πρέπει να ανανεώνουν τους τρόπους της Δημοκρατικής Πάλης.

Ωστόσο

-Θα είναι λάθος και επανάληψη παλιών λαθών αν οι φοιτητές αγνοήσουν το διάλογο και οχυρωθούν πίσω από μια οποιαδήποτε ¨μεσσιανική¨ αντίληψη

-Θα είναι λάθος αν στις κινητοποιήσεις τους κυριαρχήσουν οι μικροπολιτικές/κομματικές αντιπαραθέσεις (συχνά ετερο-υποδαυλιζόμενες) και τα παιχνίδια (μικρής) εξουσίας

-Θα είναι λάθος αν σταθούν σε ό, τι τους χωρίζει και τους απομονώνει αντί σε ό, τι τους ενώνει

-Θα είναι λάθος αν δεν λάβουν υπόψη τους την ευρύτερη κοινωνία, ότι ανήκουν σε αυτήν και ότι η δράση τους νομιμοποιείται από αυτήν.

 Η γενιά μου έκανε τα περισσότερα από τα παραπάνω λάθη και  η Ιστορία δεν αρκείται στις τυχόν καλές προθέσεις. Βάλτε τα μαζί μας, αλλά μην κάνετε τα ίδια λάθη.

 Οι απόψεις αυτές εκφρασμένες όχι με τον ιεραρχημένο τρόπο που παρουσιάζονται εδώ, αλλά με τον αυθόρμητο τρόπο μιας διαλογικής κουβέντας έδωσαν λαβή σε συζήτηση που έφερε στην επιφάνεια τους προβληματισμούς, τις δυσφορίες, αλλά και τις ελπίδες, την διάθεση για υπέρβαση και τον καλώς νοούμενο ρομαντισμό των φοιτητών μου. Ή εμένα έτσι μου φάνηκε.

Έφυγα δυο ώρες μετά χαμογελώντας, ευχαριστημένος. Δεν τα είχαμε πει όλα, αλλά θα ξαναμιλούσαμε, στις αίθουσες ή αλλού.

 

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ήμουνα στην Αθήνα (1)

Posted by vnottas στο 24 Ιουνίου, 2010

Ήμουνα στην Αθήνα. Με είχαν ορίσει μέλος σε ένα σώμα που επρόκειτο να επιλέξει/προσλάβει έναν νέο συνάδελφο στο Καποδιστριακό Αθηνών. Τελευταία έχουν αυξήσει το ποσοστό των εκλεκτόρων που προέρχονται από άλλα Πανεπιστήμια (πλην του άμεσα ενδιαφερόμενου ιδρύματος) με σκεπτικό (υποθέτω) ότι αυτοί που προέρχονται από αλλού, ει δυνατόν από μακριά, θα είναι λιγότερο επηρεασμένοι από τα υποκειμενικά βιώματα, τις τριβές και τις εντάσεις που δημιουργεί η καθημερινή συνεργασία στο εσωτερικό των Τμημάτων, αλλά και λιγότερο επιρρεπείς στο να εμπλακούν ¨εκτός έδρας¨ σε καταστάσεις συνδεμένες με ορισμένα από τα πάγια στραβά του ελληνικού Πανεπιστημίου, όπως ο νεποτισμός, ο φατριασμός/¨λομπισμός¨, κλπ.

Με άλλα λόγια η απόσταση ως τεκμήριο αντικειμενικότητας.

 Η παραπάνω αιτιολογία μου φαίνεται θεμιτή και επαρκής για να επιχειρήσει κανείς τις όχι πάντα εύκολες μετακινήσεις  εκτός έδρας, πολύ περισσότερο που (για λόγους που καταλαβαίνω λιγότερο) η απουσία των εκλεκτόρων από τέτοια σώματα ισοδυναμεί με αρνητική ψήφο που καταδικάζει τους υποψήφιους χωρίς καν ο κριτής να τους έχει ακούσει από κοντά.

 Έτσι, τροποποιείς το πρόγραμμά σου (αν σε έχουν ειδοποιήσει εγκαίρως για την ημερομηνία της συνεδρίασης –πράγμα όχι πάντα εφικτό) και ξεκινάς να καλύψεις τα πεντακόσια τόσα χιλιόμετρα που σε χωρίζουν από την αίθουσα της συνεδρίασης (εάν πρόκειται για τη διαδρομή Θεσσαλονίκη– Αθήνα και δεν έχεις να πας, ας πούμε, στο Ρέθυμνο ή στην Αλεξανδρούπολη)

 Φτάνεις λοιπόν στην ώρα σου, δηλώνεις παρών και πληροφορείσαι ότι, άνθρωποι είμαστε, η απαρτία δεν επιτεύχθηκε, τι να κάνουμε, καλή επιστροφή και θα σας ειδοποιήσουμε για ό,τι  νεότερο.

  Σκέφτομαι ότι καλά που έχω μερικούς καλούς φίλους να δω, πριν πάρω την ανηφόρα για τη Θεσσαλονίκη.

 Να σας πω, για να δείτε ότι δεν γκρινιάζω,  ότι οδηγώντας χτες Τετάρτη στην Εθνική Οδό για Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα ως τα Τέμπη απόλαυσα τον πιο αλαφιασμένο, ξασμένο, περιπετειώδη, φουντωτό, γαλανόγκριζο (σε όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του γκρίζου) ελληνικό ουρανό. Κάτι από παραδοσιακή κρυστάλλινη διαύγεια μαζί με πινελιές απρόβλεπτης καιρικής απειλής. Αριστούργημα!

 Και μία σημείωση (κλασικού ελληνικού γραφειοκρατικού χιούμορ)

Ιδού τι χρειάζεται σύμφωνα με τον αρμόδιο(;) υπάλληλο του Ιδρύματος, προκειμένου να σου επιστραφούν (κάποτε στο σκοτεινό και απροσδιόριστο μέλλον) τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής.

  1 Η απαραίτητη άδεια απουσίας του δικού σου Τμήματος υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο (την είχα μαζί μου αλλά δεν αρκούσε)

2. Μια ανάλογη Πρυτανική Πράξη που δε κατάλαβα ακριβώς τι θα λέει αλλά υποθέτω κάτι παρόμοιο

3. Μία υπεύθυνη δήλωση που να λες ότι όντως ταξίδεψες και ότι το αυτοκίνητό σου έχει τον τάδε αριθμό κυκλοφορίας και εσύ τον δείνα αριθμό άδειας οδήγησης

4. Τα αποκόμματα από τα διόδια

5. Τη φωτοτυπία της πρώτης σελίδας ενεργού βιβλιαρίου καταθέσεων ,

και, τελευταίο και πιο διασκεδαστικό

6 Αφού κάνεις μια προσωπική έρευνα και ανακαλύψεις ποιο μέσο καλύπτει την εν λόγω απόσταση με τον πιο οικονομικό τρόπο, να απευθυνθείς στον οργανισμό που το διοικεί και να ζητήσεις έγγραφη βεβαίωση ότι όντως είναι το πιο φτηνό μέσο και ότι τη συγκεκριμένη μέρα η τιμή των ναύλων ήταν τόση (όση ήταν).

Τους τα καταθέτεις και έτσι έχεις κάποιες ελπίδες.

Ή τα μουτζώνεις και τους τα χαρίζεις καλώντας τους να τα χρησιμοποιήσουν υπέρ της ανανέωσης και της ευελιξίας που είναι και καθόλα θεμιτές και αναγνωρισμένες αξίες τις οποίες, μάλιστα, επικαλούνται συχνά.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Και όμως δε γράφτηκε χτες…

Posted by vnottas στο 6 Ιουνίου, 2010

 

Όχι, δεν έστειλε μήνυμα ο Καβάφης από το υπερπέραν των ποιητών. Τα πράγματα τα είχε διαισθανθεί και περιγράψει ήδη πριν καμιά ογδονταριά χρόνια … (1928)

 

ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 200 πΧ

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

 

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί

αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ

δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,

για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 

Έχουνε και μια κλίση στες θυσίες

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη.

η κατοχή σας είναι επισφαλής:

Ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.

Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

κι από την άλληνα την συναφή,

κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική.

Είναι μεν ουσιώδες, αλλά τι να γίνει

σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

 

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε

πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

 

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,

απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,

να δούμε τι απομένει πια, μετά

τόση δεινότητα χειρουργική.-

  

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός

Να μη βιαζόμεθα – είναι επικίνδυνον πράγμα η βία

Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία

Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

Και τέλος πάντων να τραβούμ’ εμπρός.

 

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί (εξομολογητικό)

Posted by vnottas στο 15 Μαΐου, 2010

Και πράγματι, προς στιγμήν το νόμισα…

Είπα, είναι τόσα τα στραβά σ’ αυτόν τον τόπο, που μια ριζική αλλαγή, όποια κι αν είναι, όλο και θα λειτουργήσει ιαματικά για μερικά από αυτά.  Και έτσι, θεληματικά (όσο και σώνει και καλά) αισιόδοξος, δεν αναφώνησα αμέσως: εγώ αυτά τα έλεγα, προφορικά και γραπτά, παραδοξολογώντας και στα σοβαρά (με τις δέουσες υποσημειώσεις και αναφορές).

Έτσι, μια που κάμποσα από τα όσα ήδη συμβαίνουν τα είχα προεικονίσει ως την πιθανότερη κατάληξη μιας στραβής πορείας, και το είπα, δεν δικαιούμαι να το παίξω τώρα ¨μωρή παρθένα¨ που ξαφνιάζεται και λιποθυμά μπροστά στους απαιτητικούς επελαύνοντες Ιδιώτες της στραβής μας μοίρας.

Όμως θα προτιμούσα να είχα διαψευστεί.

Τώρα, αφού πλέον οι θεωρίες και οι υποθέσεις ξεπεράστηκαν από την πιο ανήλεη πραγματικότητα, προσπαθώ να καταλάβω καλύτερα ποιες είναι οι πραγματικές διαστάσεις και οι (εν τοις πράγμασι) αποχρώσεις του κακού (μπελά που μας βρήκε).

Και ψάχνω να βρω τα σημεία αναφοράς (τωρινά ή από το σακούλι της Ιστορίας) που θα μπορούσαν να δείξουν, αν όχι λύσεις, τουλάχιστον κατευθύνσεις προς την εξώπορτα. Δύσκολο. Κι ας υπάρχει στο γύρο μια πληθώρα από εύκολες λύσεις κι ένα σωρό ανασηκωμένα δάχτυλα εμφατικά στραμμένα προς τους (ήδη διαμορφωμένους για αυτόν το ρόλο από τις επικοινωνιακές αλχημείες) αποδιοπομπαίους τράγους .

Ο σάκος του μποξ, ο ορατός εύκολος στόχος, οι κατηγορούμενοι ως ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί του κακού, φαίνεται να είναι οι πολιτικοί, έστω κι αν αυτοί, υποκείμενοι σε οποιαδήποτε στοιχειώδη κοινωνικοπολιτική ανάλυση προκύπτουν πιο ανίσχυροι και πιο ετεροκατευθυνόμενοι από ποτέ.

…Όμως κάποιος ανίσχυρος και ετεροκατευθυνόμενος, μπορεί να είναι το πολύ ο εκτελεστής, ο φυσικός αυτουργός, και ποτέ εκείνος που κινεί τα νήματα, ο εμπνευστής, ο πραγματικά επωφελούμενος. (Γι αυτόν, τσιμουδιά!)

Και ίσως αυτό να είναι ακριβώς το πρόβλημα. Οι μόνοι νόμιμοι εκπρόσωποι του λαϊκού στοιχείου (του θεωρητικά σημαντικότερου στις Δημοκρατίες) είναι κολλημένοι στον τοίχο και αυτοχειριάζονται με ευθυμία.

Δε χρειάζεται να είναι κανένας διπλωματούχος ιστοριοδίφης για να διαπιστώσει ότι κάθε φορά που μια άλλη μορφή εξουσίας (ας πούμε η στρατιωτική ή η οικονομική) διεκδικούσε τα ηνία, η επιχειρηματολογία κατά της πολιτικής (εξουσίας) είχε πάντοτε την ίδια πορεία:

Σκάνδαλα, καινούργια ή παλιά, που ως τώρα, όχι μόνο περνούσαν απαρατήρητα, αλλά και εθεωρούντο κατά συνθήκην αποδεκτά, επανέρχονται παταγωδώς στην επιφάνεια, πολλές φορές από τους ίδιους τους διαφθείροντες και, συμπληρωμένα με εμφαντικά καλλολογικά στοιχεία από τους επιδέξιους τεχνικούς/επικοινωνητές, δημιουργούν την απαιτούμενη απέχθεια για τα ¨πρόσωπα¨.

Στο επόμενο βήμα τη θέση των προσώπων θα πάρει η γενικότερη ¨ιδέα¨ περί πολιτικής, και αφού το ψευδώνυμο αντικαταστήσει την ουσία, έρχεται η σειρά των θεσμών.

Η αλλαγή μπορεί να γίνει ¨επαναστατικά¨, ¨πραξικοπηματικά¨ η με τη βοήθεια του μοχλού της επικοινωνιακής επιρροής (και εξουσίας) με αυτοκτονική ¨δημοκρατική¨ αυτοκατάργηση.

Αλλά τα παραπάνω είναι λίγο πολύ γνωστά, κι ας μην πολύσυζητούνται.

Ανάμεσα σε εκείνα που δεν είναι ακόμη επαρκώς γνωστά είναι το σημερινό «προφίλ» των επωφελούμενων. Είναι πιθανό, σε αυτό το σημείο, κάποιος παραδοσιακός να διατυπώσει ενστάσεις και να μου υποδείξει ότι αυτούς τους ¨επικεφαλής¨ της οικονομικής εξουσίας τους ξέρουμε από καιρό, και ότι τίποτα το καινούργιο δεν έχει προστεθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Δεν συμφωνώ. Κατά τη γνώμη μου ο σημερινός Ιδιώτης μοιάζει λιγότερο με τον περιπετειώδη τύπο της πρώτης εμπορευματικής περιόδου του καπιταλισμού ή με τον σωρευτή κεφαλαίων της πρώτης βιομηχανικής περιόδου και περισσότερο με τον κουρσάρο της Καραϊβικής που ανεξαρτητοποιείται από τα (κρατικά) αφεντικά του και αισθάνεται ώριμος όχι απλώς να αυτονομηθεί από αυτά αλλά και να τα καταργήσει.

Εάν όμως σήμερα όχι μόνο δε στοιχίζει, αλλά μπορείς να κάνεις λεφτά ή καριέρα βάζοντάς τα με τους πολιτικούς ή ακόμη καλύτερα με το κράτος, δεν είναι καθόλου επικερδές να τα βάζει κανείς με τα εκσυγχρονισμένα αφεντικά.

Γι αυτό: Τσιμουδιά!

(επ’ αυτού θα τα ξαναπούμε)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Ό,τι η φαντασία δε φτάνει…

Posted by vnottas στο 18 Οκτώβριος, 2009

 

Δε ξέρω αν εντοπίσατε την είδηση ανάμεσα στα μουγκανητά των τηλεοπτικών μοσχαροκεφαλών των δελτίων ειδήσεων, αλλά λέει πολλά.

Ανακεφαλαιώνω:

Η   France Telecom    είναι κρατική ως το 1997, οπότε μετατρέπεται σε ανώνυμο εταιρεία, για να ιδιωτικοποιηθεί εντελώς το 2004.  Από τότε αρχίζουν να εφαρμόζονται οι γνωστές ¨παραγωγικές¨ μέθοδοι εκμαίευσης αποτελεσματικότητας και κερδών.  Πιθανώς θα είναι κάποιος δόκτωρ Κεκλιμένος που θα μας πει εάν οι 25 αυτοκτονίες εργαζόμενων (ως και μεσαίων στελεχών) που σημειώθηκαν κατά τους τελευταίους 18 μήνες, οφείλονται στην πίεση που ασκούν οι ¨εκσυγχρονισμένοι¨ και ¨παραγωγικοί¨ νέοι διευθύνοντες, ή σε κάποιο  νέο ιό, για τον οποίο υποθέτω ότι ήδη θα ετοιμάζεται το ¨εμβόλιο¨(;), ή σε άλλα τυχόν αίτια που θα μας τα περιγράψει συντόμως το αρμόδιο γραφείο δημοσίων σχέσεων της εταιρείας…

(Το τελευταίο θύμα είναι ένας μηχανικός 48 ετών)

Εγώ έχω μόνο να πω:  Πόσο φτωχή η φαντασία ημών, των συγγραφόντων, μπροστά στην η επελαύνουσα ασύδοτη μετα-πραγματικότητα…!

 

Posted in ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ευλογίες και Γένια

Posted by vnottas στο 17 Ιουλίου, 2009

 

Γένια έχω εδώ και πολλά χρόνια –ιερατικές ιδιότητες όχι, αλλά την ευλογία, θα την επιχειρήσω το ίδιο.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρη το βιβλίο «Από τον Βωμό και τον Άμβωνα στην Οθόνη» (ένα τμήμα του, σε μια πρώτη εκδοχή, υπάρχει στο ιστολογοφόρο, εδώ αριστερά στις ¨σελίδες¨).

Το βιβλίο ασχολείται με τις (διαχρονικές) σχέσεις ανάμεσα στην Κοινωνία, την Επικοινωνία και την Εξουσία. (Μεταξύ άλλων: Πώς και γιατί ο προϊστορικός μάγος προκύπτει ο κοινός πρόγονος ιερέων, διανοουμένων, δημοσιογράφων, καθώς και των μεταμοντέρνων ¨εικονολατρών¨ επικοινωνητών ).

Βιβλίο εξωφ 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Συνδρομητισμός, το ανώτατο στάδιο του Καταναλωτισμού

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2009

Μήπως άραγε οι διαφημιστές και οι λοιπές καταναλωτικές δυνάμεις (νεοφιλελεύθεροι, ηδονιστές, ιδιωτικοποιούντες Ιδιώτες, σαρκικοί μεταμοντέρνοι ατομικιστές, πραγματιστές του ¨ό, τι πουλάει έχει δίκιο¨, καταπιεσμένοι πνευματικοί επαρχιώτες -έκθαμβοι μπροστά στη βιτρίνα με τα φαντασμαγορικά φαντάσματα της ιδιωτικής ευημερίας) άρχισαν να προβληματίζονται από τις καιρικές αλλαγές ή από τα προβλήματα της ρύπανσης (υλικής και ηθικής) που προκαλεί η παραγωγή και η κατανάλωση του περιττού που προπαγανδίζουν;

Μάλλον όχι.

Αντίθετα το βαρέλι έχει κι άλλους πάτους και τα όνειρά τους διαθέτουν κι άλλες υψηλές κορυφές.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ιδανικό κάθε παμπόνηρου κουτοπόνηρου παν-ξύπνιου πωλητή (όταν τα επιχειρήματα περί ελεύθερου ανταγωνισμού και περί υγειών ¨νόμων της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς¨  ξεφτίζουν, ή ζορίζονται από την εμφάνιση ¨απρόοπτων κρίσεων¨ και δεν πείθουν πια κανέναν) εξαντλείται στη δημιουργία ολιγοπωλίων, άντε και ιδιωτικών μονοπωλίων, αλλά προφανώς κάτι τέτοιο δε φτάνει πια.

Το ιδανικό που έχει αρχίσει ήδη να ανατέλλει στα επιτελεία των πανίσχυρων Ιδιωτών (το κράτος είμαι εγώ) είναι η ιδιωτικοποίηση της ιδέας της ¨συνδρομής¨:

Να πληρώνεις είτε καταναλώνεις είτε όχι!

Με αυτή την προϋπόθεση θα μπορούσαν ίσως να αρχίζουν κάτι να ψελλίζουν και περί ¨πράσινου καπιταλισμού¨.

Και αυτό (σκέφτονται να;) κάνουν.

 Σημείωση: Βλέπε πχ την επερχόμενη ιδιωτική ψηφιακή τηλεόραση (που προορίζεται να αντικαταστήσει την υπάρχουσα αναλογική -που  θα καταργηθεί) για την οποία προβλέπεται συνδρομή. Βλέπε ακόμη την πρόσφατη επιβάρυνση της καρτοκινητής τηλεφωνίας που σπρώχνει προς την συνδρομητική, κ.α.

Βασίλης Νόττας

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Απορίες και ανελίξεις

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2009

 

Δικαιούται ένας κοινωνιολόγος να απορεί;  -σκεπτόμουν σήμερα το πρωί, θα σας πω παρακάτω με ποιο έναυσμα.

Και βέβαια δικαιούται, διαβεβαίωνα τον εαυτό μου. Οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα της απορίας και της έκπληξης. Εκτός, βέβαια, κι αν πρόκειται για ερωτηματικά και προβληματισμούς σχετικά με τους οποίους ο εν λόγω οποιοσδήποτε οφείλει, λόγω εξειδικευμένων σπουδών και ¨συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου¨ (ωραία φράση που χρησιμοποιούμε και στο πανεπιστήμιο) να γνωρίζει ήδη την απάντηση.

Επέμενε ωστόσο ο ημέτερος εαυτός: δικαιούται ένας κοινωνιολόγος να απορεί και να εκπλήσσεται όταν  διαπιστώνει ότι (και) στις σημερινές κοινωνίες και ειδικότερα στη δική μας τη νεοελληνική, δίπλα στο υπάρχον θεσμικό και κοινά αποδεκτό πλέγμα κανόνων, αρχών και νόμων υπάρχει και ένα άλλο, παράπλευρο, συχνά πολύ ισχυρότερο ¨παρασύστημα¨;  Ένα παρασύστημα σε θέση να ελέγχει τα κομβικά σημεία του κυρίως συστήματος, να παρεμβαίνει, να υποδεικνύει ανθρώπους, να καθοδηγεί συμπεριφορές και να δικαιολογεί πράξεις και απραξίες όχι απόλυτα συμβατές με την επίσημη εκδοχή των κανόνων συμβίωσης;

Όχι βέβαια! δε μπόρεσα παρά να απαντήσω. Η τάση για δημιουργία παρασυστημάτων είναι γνωστή εδώ και καιρό στον κοινωνιολογικό στοχασμό και δεν εκπλήττει. Το ότι το φαινόμενο κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να πάρει παθολογικές διαστάσεις, είναι επίσης πανθομολογούμενο. Και, εν τέλει, το ότι μια ψύχραιμη παρατήρηση των όσων συμβαίνουν γύρω μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σημερινή νεοελληνική κοινωνία καταφανώς πάσχει από οξεία ¨παρασυστημίτιδα¨, είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού.

Τότε γιατί εκνευρίζεσαι; μου αντέτεινε ο Άλλος.

Γιατί πέρα από κοινωνιολόγος δεν έπαψα να φιλοδοξώ να είμαι και πολίτης, του απάντησα. Και έπειτα, το παρασύστημα μπορεί να ξεφυτρώσει παντού, ακόμη και ανάμεσα στα πόδια σου. Και τότε οι θεωρίες δε φτάνουν για να αποφύγεις τα σκουντουφλήματα.

Είναι τόσο δύσκολο; μου ‘κανε το χαζό ο Άλλος.

Μερικές φορές πιο δύσκολο και από τον καιρό της επαράτου χούντας, τον ξέκοψα.

 

Αυτοί  και άλλοι παρόμοιοι συνειρμοί πήραν να με περιτριγυρίζουν καθώς διάβαζα στον ηλεκτρονικό ενδοπανεπιστημιακό διάλογο, αλλά και σε πολλά ιστολόγια, σχόλια -μερικά γεμάτα θεμιτή έκπληξη- για τα διαδραματιζόμενα τόσο στον γενικότερο πανεπιστημιακό χώρο (νεποτισμός, αυταρχισμός, παρεμβολή ομάδων πίεσης, κλπ) όσο και στο δικό μου χώρο δουλειάς, το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ.

Και εκεί που για να καταπραΰνω τον εκνευρισμό μου (γιατί τα αναγραφόμενα έθιγαν ευαίσθητα σημεία για όποιον διατηρεί ακόμη κάποια ευαισθησία) αναλογιζόμουν ότι υπάρχουν και χειρότερα, και ότι οι ιερεμιάδες δε πείθουν όταν προέρχονται από εκείνους «που ξέρουν» ή που «οφείλουν να ξέρουν» εκ των ένδον αιτίες και κίνητρα, μου φτάνει και μία ηλεκτρονική επιστολή φοιτητών μου (οι φοιτητές ανήκουν σε εκείνους που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον δικαιούνται να έχουν απορίες και να ζητούν διευκρινίσεις), όπου μου ζητούν να πάρω θέση σε θέμα σχετικό με επικείμενη ανέλιξη στο Τμήμα μου. Αύριο.

 

Αναπροσανατολίζω λοιπόν τους γενικούς μου προβληματισμούς (χωρίς να πάψω να ελπίζω ότι κάποτε θα γίνει μια σοβαρή κοινωνιολογική -αυτοκριτική και εκ των ένδον- διερεύνηση του πανεπιστημιακού χώρου) και προσπαθώ να απαντήσω στους φοιτητές. Όχι θεωρητικά, αλλά συγκεκριμένα.

 

Δεν έχω πρόβλημα να πάρω θέση και αυτή είναι προφανώς αρνητική.

Εγώ και η ανελισσόμενη κυρία συνάδελφος συγκρουστήκαμε από την πρώτη στιγμή που πάτησα πόδι στο Τμήμα. Θυμάμαι ότι τότε είχα τολμήσει να αντιτεθώ στην πρότασή της για την απόδοση της ιδιότητας του επιτίμου διδάκτορα σε στέλεχος του συγκροτήματος Λαμπράκη. Για να είμαι απολύτως ακριβής είχα αρνηθεί να συμμετάσχω σε επιτροπή που θα προετοίμαζε την απονομή του τίτλου μια που όταν άρχισε η συνεργασία μου με το Τμήμα, η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη.

Είχα υποστηρίξει τότε ότι αν το Τμήμα ήθελε σώνει και καλά να αποκτήσει επίτιμο διδάκτορα αυτός θα ήταν πολύ καλύτερο να είναι ένας δημοσιογράφος της πόλης της Θεσσαλονίκης ή τουλάχιστον να κατάγεται από αυτήν.

Επίσης διατύπωσα την άποψη ότι το κύρος του τμήματος δε μπορεί να είναι υπόθεση ¨δημοσίων σχέσεων¨, άρα δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια σε περιπτώσεις ελλιπούς παρουσίας διδασκόντων (ως γνωστόν, η μερική απασχόληση είναι απαγορευμένη κατά τα πρώτα τρία χρόνια διδασκαλίας) με αντάλλαγμα ευχερέστερες επαφές με τα κέντρα οποιαδήποτε εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής, επικοινωνιακής ή άλλης).

Σε μία άλλη περίπτωση υπήρξαν ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με το πνεύμα που πρέπει να διέπει το υπόβαθρο της  διδασκαλίας των επικοινωνιακών μαθημάτων συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογραφικών, και επομένως τα κριτήρια επιλογής των διδασκόντων τα μαθήματα αυτά. Σύμφωνα με τη συνάδελφο  βασική προϋπόθεση για να διδάξει κανείς δημοσιογραφία αποτελεί η τριβή με την ισχύουσα πρακτική, η δική μου άποψη αποσκοπεί στη δημιουργία δημοσιογράφων ικανών να αποκοπούν από τις ισχύουσες αρνητικές πρακτικές και να επανατοποθετήσουν τα της μαζικής επικοινωνίας.

 Όπως είναι γνωστό η διαφωνία μας αυτή οδήγησε σε διαφορετικές εισηγήσεις σε πρόσφατη κρίση πρόσληψης. Το τμήμα αποφάνθηκε ότι κανείς εν των συμμετεχόντων δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα. Ωστόσο ύστερα από νομικού τύπου ενστάσεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στην μη αρμοδιότητα μέλους της εισηγητικής, η κρίση πρόκειται να επαναληφθεί, χωρίς το εν λόγω μέλος και χωρίς εμένα (άνευ αιτιολογίας). Να σημειώσω ότι εξεπλάγην όταν διαπίστωσα ότι το αποκλεισθέν ως αναρμόδιο μέλος, επανέρχεται ως αρμόδιο για να υπογράψει την εισηγητική της ανελισσόμενης συναδέλφου.

Γράφω εξεπλάγην. Λάθος. Είμαι κοινωνιολόγος και δε δικαιούμαι κάτι τέτοιο. Ως πολίτης μπορώ ίσως να αγανακτώ (και να πληρώνω εξ ιδίων).

Β.Ν.

 

(αναλυτικότερα μια άλλη φορά)

Posted in ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »

Η απάντηση είναι κατηγορηματική:Ίσως!

Posted by vnottas στο 18 Ιανουαρίου, 2009

 

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πριν μερικά χρόνια, την περίοδο που σύμφωνα με τις  δημοσκοπήσεις που μας ταλαιπωρούσαν  τότε, άλλο κόμμα θέλαμε στη κυβέρνηση και άλλου κόμματος τον αρχηγό προτιμούσαμε για πρωθυπουργό.  (Τότε μας έλεγαν ότι θέλουμε Πρωθυπουργό Σημίτη με κυβέρνηση Ν.Δ.)  

Το θυμήθηκα καθώς ο κατακλυσμός των ετερογενών και δυσερμήνευτων δημοσκοπήσεων ξανάρχισε (τώρα υποτίθεται ότι προτιμάμε Καραμανλή με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ!). 

 

Έγραφα τότε…

 

Θα σας έχει συμβεί, πιστεύω, να διαβάσετε κείμενα απορημένων ή και εμβρόντητων  σχολιαστών που προβληματίζονται γιατί οι απαντήσεις των Ελλήνων στα ερωτήματα των δημοσκόπων μοιάζουν αλλοπρόσαλλες, αν όχι εντελώς παράλογες. Και γιατί, άραγε, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις διαψεύδονται τόσο συχνά από τα εκλογικά αποτελέσματα.

Παραδείγματος χάρη, εκπλήσσονται και γράφουν:

Μα είναι δυνατόν; Οι Έλληνες προτιμούν πρωθυπουργό από ένα κόμμα και κυβέρνηση από άλλο!

Και συνήθως καταλήγουν στο να τα βάζουν με το ασυνεπές όσο και αμετροεπές (πιθανότατα βαλκάνιας προέλευσης) στοιχείο που κατοικοεδρεύει στα μύχια υποστρώματα του νεοελληνικού χαρακτήρα. Στοιχείο απρόβλεπτο, που δε χάνει ευκαιρία να έρθει στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να μπερδέψει ανύποπτους δημοσκόπους και καλοπροαίρετους σχολιαστές.

 

Ωστόσο, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι πιθανό τα ενδεχόμενα αίτια αυτής της αξιοπερίεργης συμπεριφοράς να είναι περισσότερα του ενός.

Σας απαριθμώ μερικά με δημοσκοπική επιμέλεια:

α) Οι Έλληνες τρελάθηκαν

β) Οι Έλληνες έχουν απλώς δίκιο και πρέπει να ξαναδούμε τους βασικούς όρους του Συστήματος

γ) Οι δημοσκοπήσεις είναι στραβές

δ) Οι Έλληνες έχουν χιούμορ

ε) Άλλο

Και επειδή, κατά κανόνα, ψήγματα αλήθειας βρίσκονται σε πολλές και διαφορετικές όψεις ενός ζητήματος, ας αποπειραθούμε να ψάξουμε λίγο αυτά τα ενδεχόμενα.

 

α) Είναι τρελοί αυτοί οι Έλληνες!

Θα μπορούσε να είναι και έτσι. Θα μπορούσε το πρόσφατο όσο και γρήγορο πέρασμα της χώρας στην εποχή του παγκοσμιοποιούντος νεοφιλελευθερισμού να έχει δημιουργήσει επικίνδυνα σοκ στη συλλογική ψυχική ισορροπία.

Ίσως να μην είμαστε ακόμη σε θέση να καταλάβουμε πως, για παράδειγμα, είναι δυνατό να εκσυγχρονίζεις το έρμο το κράτος απορυθμίζοντάς το εντελώς. (Και σιγά-σιγά, έστω και αν κανείς δε μας το εξηγεί με ακρίβεια, υποψιαζόμαστε πια τι πάει να πει -και τι θέλει να κάνει- αυτός ο πολιτικο-οικονομικός νεολογισμός –απορρύθμιση– που μπήκε τόσο έντονα, όσο και στη ζούλα, στη ζωή μας).

Ή πάλι, πώς είναι δυνατό, για να περιορίσεις τις εγκληματικές συμπεριφορές (ως εάν επρόκειτο για το γνωστό αυγό του Κολόμβου και κανένας να μη το είχε σκεφτεί ως τα τώρα), να πρέπει απλώς να νομιμοποιήσεις μερικές!

Μπροστά σε κάτι τέτοιες αντιφάσεις το να γίνεις ένας (ωραίος) τρελός ίσως να μην είναι το μεγαλύτερο κακό. Έστω κι αν θα υποφέρουν μια στάλα κάποιοι αναλυτές, σχολιαστές και δημοσκόποι.

β) Οι Έλληνες έχουν δίκιο, αλλά ο γιαλός είναι στραβός (ή ο βασιλιάς ξεβράκωτος).

Εδώ θα πρέπει να δει κανείς το θέμα ανά περίπτωση.

Ίσως, ας πούμε, πίσω από την εκ πρώτης όψεως σχιζοφρενική επιλογή ετερόχρωμων και ετεροκομματικών συνδυασμών διακυβέρνησης να κρύβεται μια απλή διαπίστωση που δύσκολα διαψεύδεται:

Κύριοι άρχοντες της δημόσιας ζωής,  τα κόμματά σας έχουν χάσει την ικανότητα σαφών και μονοσήμαντων απαντήσεων πάνω στα βασικά και τα καίρια προβλήματα των καιρών. Τα λόμπι και οι ομάδες πίεσης έχουν πλέον διακομματική σύσταση και ανταπόκριση. Έτσι και εγώ, ο απλός πολίτης, σας πήρα χαμπάρι και διεκδικώ να κάνω διακομματικές επιλογές, έως ότου το Σύστημα ή οι συγκυρίες να μου επιτρέψουν να κάνω κάτι αποτελεσματικότερο.

Ή, ακόμη:

Κύριοι, αφού έχω επανειλημμένα διαπιστώσει ότι αλλάζετε εύκολα και απροειδοποίητα άποψη και θέση  για σημαντικά θέματα, διεκδικώ και εγώ, ο απλός πολίτης, να κάνω το ίδιο σε σχέση με τις εκλογικές μου προτιμήσεις. Ήγουν, να σας εμπιστεύομαι την παραμονή και να σας μαυρίζω ανήμερα των εκλογών!

Βέβαια, όλα αυτά, καθώς και άλλα αντίστοιχα, θα μπορούσαν εύκολα να υποστηριχτούν, αρκεί οι δημοσκοπήσεις να μπορούσαν να θεωρηθούν εκ προοιμίου σωστές.

Όμως, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ενδέχεται εμείς, κατά τα άλλα ψυχικά υγιείς, να αρμενίζουμε κατά το δοκούν, πλην όμως …

γ ) Οι δημοσκοπήσεις είναι στραβές

Κάποιος ειδήμων είπε κάποτε ότι οι στατιστικές είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να πει κανείς ψέματα. Αν αυτό ισχύει για τη Στατιστική έρευνα (που στο κάτω-κάτω όλους τους ρωτάει, όλους τους αποτυπώνει), σκεφτείτε πόσο περισσότερο ταιριάζει στη  δειγματοληπτική ανίχνευση των απόψεων μεγάλων πληθυσμών (που ρωτάει μόνον μερικούς, επί τούτου επιλεγμένους).

Δεν είναι πια μόνον οι ειδήμονες που ξέρουν ότι οι απαντήσεις των ερωτώμενων είναι δυνατό να επηρεαστούν από ένα σωρό παράγοντες, αλλά αρχίζει πλέον να το υποπτεύεται και ο απλός πολίτης. Το πώς θα επιλεγεί το δείγμα, το πώς θα διατυπωθούν οι ερωτήσεις, το πώς θα γίνει η περίφημη στάθμιση των καταγεγραμμένων στοιχείων και πολλά άλλα, μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά (και διαστρεβλωτικά) τη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που εκ πρώτης όψεως ενδέχεται να μοιάζει αντικειμενικό και άψογο.

Επί πλέον, ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι στις μαζικές κοινωνίες η δημοσίευση μιας δημοσκόπησης μπορεί να επηρεάσει την υπάρχουσα κατάσταση, την οποία υποτίθεται ότι θέλει απλώς να ανιχνεύσει.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι αποκλείεται να διερευνηθούν δειγματοληπτικά και με επιτυχία οι τάσεις που εκάστοτε επικρατούν στην ευρύτερη κοινωνία. Σημαίνουν μόνον ότι (τουλάχιστον σήμερα) συμβαίνει οι αληθέστερες και αντικειμενικότερες δειγματοληπτικές διερευνήσεις να είναι εκείνες που δεν γίνονται για να δημοσιευτούν, αλλά, αντίθετα, εκείνες που οι εντολείς και οι διεξαγωγείς τους τις κρατούν επιμελώς κρυφές, μια που αποτελούν στοιχεία για την κατάστρωση επιτελικών σχεδίων και πολιτικών (και έχουν ακριβοπληρωθεί ακριβώς για να είναι αποκλειστικής χρήσεως).

Και μια που οι δημοσκοπήσεις σπάνια διεξάγονται από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με αποκλειστικό στόχο το καλό της επιστήμης και της γνώσης γενικότερα, παρά αποτελούν τα προϊόντα ιδιωτικών εταιρειών που λειτουργούν σύμφωνα με τους αδυσώπητους νόμους της Αγοράς, καλό θα ήταν να υπήρχε κάποιος έλεγχος που να προστατεύει τον πολίτη από τις παραποιημένες διερευνήσεις της κοινής γνώμης, σε αναλογία με εκείνον που επιχειρεί να προστατεύσει όσους καταναλώνουν τα λοιπά εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Έως ότου όμως κάποιος μας προστατεύσει, το μόνο που ίσως μας απομένει (και μας σώζει) είναι να… 

δ) Οι Έλληνες έχουν χιούμορ.

Και να απαντούν στις δημοσκοπήσεις όχι μόνο όπως τους κατέβει τη στιγμή (ακριβώς) εκείνη, αλλά και με μια εσκεμμένη χιουμοριστική και ανατρεπτική διάθεση, που θα τους επιτρέψει, καθώς θα διαβάζουν τους προβληματισμούς και τις ιερεμιάδες των απεγνωσμένων αναλυτών, να διασκεδάζουν όσο περίπου ο κούνελος που πιάνει τον Αλέκο ανενημέρωτο για τις τιμές της αγοράς ηλεκτρονικών. (save Alekos!) Πάντως, στους σχετικιστικούς και μεταμοντέρνους καιρούς που διάγουμε κανείς δεν αποκλείει η απάντηση στους παραπάνω προβληματισμούς να μην είναι παρά )… 

 ε)  Άλλο! (ή άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε…)

                                         Β. Ν.

Posted in ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Αχ, αυτά τα συμπαθή – απεχθή ανθρωπάκια…

Posted by vnottas στο 6 Δεκέμβριος, 2008

  [1]  Κοινωνική κατηγορία από τις πιο ανθεκτικές στο χρόνο. Οντότητα που, αν και όχι πάντοτε ιδιαίτερα ευδιάκριτη, καταφέρνει να ακμάζει και αναπαράγεται σε οποιοδήποτε περιβάλλον, γεωγραφικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό: Αυτά τα συμπαθή-απεχθή ανθρωπάκια.

Μια προσεκτική ματιά στο γύρο αρκεί για να τα εντοπίσετε να χαμογελούν ταπεινά ή και, σπανιότερα, να απαιτούν σεβασμό για την Αυτού Μετριότητά τους.

Όχι, δεν μιλώ για τους πολλούς ανώνυμους της ανθρώπινης περιπέτειας. Και σίγουρα δεν αναφέρομαι σε όλους εκείνους που επειδή δε θέλουν ή δε μπορούν να προσαρμοστούν στα όσα προβάλλονται κάθε φορά ως οι ¨συνταγές κοινωνικής επιτυχίας και καταξίωσης¨ καταλήγουν να παρασύρονται μοιραία από τον οδοστρωτήρα των κατεστημένων απόψεων και των εκάστοτε συσχετισμών δυνάμεων. Ούτε βέβαια σε εκείνους που στην ανωνυμία βρίσκουν το ύστατο καταφύγιο όπου μπορεί να προστατευθεί η πολύτιμη προσωπική τους αξιοπρέπεια.

Άλλωστε πολλά από τα ανθρωπάκια που με εμπνέουν σήμερα κάθε άλλο παρά ανώνυμα είναι. Αντιθέτως, σε μαζικές κοινωνίες σαν τη δική μας, όχι μόνον επιπλέουν, αλλά και διακρίνονται καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις. Τα ανθρωπάκια για τα οποία μιλώ ακούν (και υπακούουν) με θεοφοβούμενη ευλάβεια τις τρέχουσες συνταγές επιτυχίας και γίνονται σχετικά εύκολα  γραμματείς (και Φαρισαίοι), εκπρόσωποι του λαού, καθηγητές πανεπιστημίου,  αστέρες της τηλεόρασης, διαπρεπείς αναλυτές, και ό,τι άλλο το περίοπτο και μαζικώς προβεβλημένο!

Αυτά τα συμπαθή – ειδεχθή ανθρωπάκια, μπορεί να μη διαθέτουν ιδιαίτερη πρωτοτυπία, επαρκή δημιουργικότητα, ή στοιχειώδη ικανότητα να ξεπεράσουν τα τετριμμένα και τα στερεότυπα, όμως χάρη στον έμφυτο χαμαιλεοντισμό και την κεχαριτωμένη (και καθώς πρέπει) ευελιξία τους, στελεχώνουν διοικητικά συμβούλια, εκλεκτορικά σώματα, οργανώσεις αλληλεγγύης (μεταξύ των προνομιούχων), γενναιόδωρους δημόσιους οργανισμούς και γραφειοκρατικοποιημένες μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Και εκεί κάνουν καλά τη δουλειά τους. Στηρίζουν την αβλαβή μετριότητα (ως ιδέα και ως πρακτική) ή προσδένονται στον εκάστοτε ¨κακό πλην όμως δυναμικό χαρακτήρα¨ που θα τα προστατέψει και θα τα στηρίξει μελλοντικά. Γιατί τα ανθρωπάκια είναι συνήθως ανασφαλή και  χρειάζονται πατρονάρισμα, περιποίηση και εξασφάλιση.

   Σε σχέση με τους υφιστάμενούς τους, αρέσκονται στο να απαιτούν σεβασμό και γλυπτική αφοσίωση. Παράλληλα όμως δεν θέλουν να φαίνονται ¨εμπαθή¨ και αφήνουν να εννοηθεί ότι επειδή ξέρουν από πραγματισμό, είναι έτοιμα να διευκολύνουν την αναπαραγωγή του είδους επιτρέποντας την άνοδο και σε άλλους ομοίους τους.

Τα ανθρωπάκια ξέρουν ήδη απ’ έξω κι ανακατωτά τις ευκαιρίες που τους δίνει η κοινωνία της μάζας, η πολιτισμική βιομηχανία, η ¨θρησκεία¨ των δημοσίων σχέσεων και τα ισχυρά ιδιωτικά ΜΜΕ, ενώ εκείνοι που προκαλούν την (μετά βδελυγμίας) αντιπάθειά τους είναι οι ιδεολόγοι,  οι ονειροπόλοι, όλοι οι μη προβλέψιμοι (στα πλαίσια ενός χρησιμοθηρικού πραγματισμού), και οπωσδήποτε, οι χαρισματικοί που χαλάνε τη σούπα. 

Υποτίθεται ότι τα ανθρωπάκια, στην μετριότητά τους, μπορεί μεν να είναι αενάως και διαχρονικώς παρόντα, όμως δεν γράφουν Ιστορία. Μην είστε και τόσο σίγουροι. Ήδη, ευνοημένα από το πνεύμα της εποχής, έχουν αρχίσει να ξαναγράφουν την Ιστορία που ξέραμε, χρησιμοποιώντας τα δικά τους κριτήρια.

Β.Ν.


[1] Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί παλιότερα. Το αναρτώ γιατί (δυστυχώς) λέει ακόμη κάτι.

Posted in Άπόψεις - Άρθρα, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Λαϊκό αφήγημα και νεοελληνική κοινωνία

Posted by vnottas στο 29 Φεβρουαρίου, 2008

 

96022114151.jpg 

Οι κοινωνικές εξελίξεις στη μεταπολεμική Ελλάδα ιδωμένες σε συνάρτηση με τα δημοφιλή, λαϊκά αφηγήματα που κυριάρχησαν αυτήν την περίοδο, αποτελούν το αντικείμενο του κειμένου που αναρτάται εδώ παρακάτω.

Πρόκειται για ένα παλιότερο κείμενο που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Η ¨κατασκευή¨ της πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας» και δημοσιεύτηκε το 1998 από τις εκδ. Αλεξάνδρεια.  Στο βιβλίο υπάρχουν, διατυπωμένες με πιο διεξοδικό τρόπο, οι παρεμβάσεις σε συνέδριο με το ίδιο θέμα που διοργανώθηκε εκείνη την περίοδο από και το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αν και κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας συνέβησαν πολλά και ενδιαφέροντα, τόσο στο νεοελληνικό κοινωνικό ιστό, όσο και στον τρόπο που αυτός αντικατοπτρίζεται στις λαϊκές αφηγήσεις ή/και επηρεάζεται από αυτές, έκρινα ότι μια αναφορά στις προηγούμενες φάσεις εξακολουθεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον και να είναι χρήσιμη ως εισαγωγή στην διερεύνηση των πιο πρόσφατων εξελίξεων. (Στα πλαίσια του μαθήματος επιλογής ¨Κοινωνική ανάλυση αφηγήματος¨ θα ασχοληθούμε φέτος κυρίως με την εποχή της εισβολής των ¨ριάλιτι¨ καθώς και με την εισαγωγή στοιχείων θεάματος στον ενημερωτικό  τομέα των ΜΜΕ).

Ειδικότερα στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται αναφορά στην ¨ασπρόμαυρη¨, όσο και ¨μανιχαϊστική¨ περίοδο του ¨εμπορικού¨ ελληνικού κινηματογράφου, στην σύντομη σχετικά περίοδο της ¨αρπαχτής¨ και της βιντεοκασέτας, και στην έναρξη μιας περιόδου με έκδηλα ίχνη των πρώτων αποδομητικών στοιχείων, η οποία συμπίπτει με την παραγωγή ελληνικών σειρών από την ιδιωτική τηλεόραση.

Β. Νόττας:  ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ [1]

Από την «εμπορική» κινηματογραφική ταινία και την βιντεοκασέτα, στην ελληνική τηλεοπτική σειρά. Η εξέλιξη του οπτικοακουστικού κοινωνικοποιητικού λαϊκού θεάματος.

  1. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

  Α. Όσον αφορά στη μεθοδολογία

α. Είναι δύσκολο να κάνει κανείς παρατηρήσεις κοινωνιολογικού χαρακτήρα με βάση την μελέτη των μαζικών μηνυμάτων. Και αυτό γιατί τα ΜΜΕ δεν αντικατοπτρίζουν απλά, αλλά και «αναγιγνώσκουν», ερμηνεύουν και καθοδηγούν την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα υποβάλλουν ή και επιβάλλουν αξίες και συμπεριφορές. Επομένως, μέσα σε ένα σκηνικό όπως το σημερινό που χαρακτηρίζεται από «καταιγισμό» μαζικών μηνυμάτων, οι αναγνώσεις αλληλοεπικαλύπτονται δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στην εξαγωγή κοινωνιολογικών συμπερασμάτων.

β. Εάν η «πραγματικότητα των ΜΜΕ» δεν είναι μια απλή αντανάκλαση της «πραγματικής κοινωνίας όπου τα κοινωνικά υποκείμενα δρουν και αποφασίζουν», τότε δεν είναι εύκολο να υποθέσει κανείς ότι η προσέγγισή της μπορεί να επιτευχθεί με τις κλασσικές ποσοτικές μεθόδους ( όπως εκείνες της ανάλυσης περιεχομένου).

Θα πρέπει λοιπόν να γίνει αποδεκτή η υπόθεση που αποδέχεται την ύπαρξη μιας «φαντασιακής παραμέτρου» που τροφοδοτείται από τους φόβους, τις προσδοκίες και τα όνειρα του «κοινού» και η οποία αναμιγνύεται με τις κοινωνικές δράσεις, τις εμπνέει, τις ερμηνεύει, τις σχολιάζει.

γ. Τα προϊόντα της οπτικοακουστικής διήγησης μπορούν να θεωρηθούν, χοντροκομμένοι έστω, δείκτες της φαντασιακής πραγματικότητας που, λιγότερο ή περισσότερο συγκεχυμένα, είναι υπαρκτή για τα κοινωνικά υποκείμενα και ιδιαίτερα για τον μέσο απλό άνθρωπο (στον οποίο τα ΜΜΕ κυρίως απευθύνονται).

Επειδή η σχέση αυτών των προϊόντων με την «κοινή πραγματικότητα» είναι μεσολαβητική και όχι μηχανική και άμεση, χρειάζονται περισσότερο ερμηνεία παρά καταμέτρηση. Μελετώντας τα μπορούμε να μάθουμε πώς ο απλός  μέσος άνθρωπος εννοεί την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία, τελικά, δρα και αποφασίζει.

Εκείνο που θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για τις ευαισθησίες, τις αναμονές και τις ανησυχίες του κοινού είναι ο εντοπισμός του αποδεκτού νοήματος των ιστοριών, των χαρακτήρων και των καταστάσεων. Έτσι θα μπορούσαμε ενδεχομένως να προσδιορίσουμε τα πολιτισμικά αρχέτυπα και τις μακρόβιες προδιαθέσεις που καθοδηγούν τις συμπεριφορές, πολλές φορές πέρα από τις επιταγές του γενικότερα αποδεκτού ορθολογισμού.

δ. Παραπάνω έγινε αναφορά στο «κοινό των ΜΜΕ» και στον «μέσο, απλό άνθρωπο».  Η ύπαρξη αυτών των κατηγοριών προϋποθέτει την παραδοχή της ύπαρξης των δύο (τουλάχιστον) «διαδρομών» κυκλοφορίας, που οι μελετητές των επικοινωνιακών φαινομένων έχουν προ πολλού εντοπίσει σε σχέση με τα πολιτισμικά-συμβολικά αγαθά:

-Μιας περισσότερο καλλιεργημένης εκδοχής του πολιτισμού, περιορισμένης διάδοσης

-Μιας κουλτούρας για όλους που διακινείται μέσω της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και προ παντός μέσω των ΜΜΕ.  Οι «κοινοί τόποι» και τα στερεότυπα που τόσο επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των κοινωνιών, γεννιούνται ακριβώς εκεί.

 Β. Όσον αφορά στο συγκεκριμένο περιβάλλον για το οποίο διατυπώνονται οι υποθέσεις.

α. Οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό που λειτούργησε ως οπτικοακουστικό κοινωνικοποιητικό λαϊκό θέαμα[2]  την εποχή που δεν ήταν ακόμη δυνατός ο τεχνητός πολλαπλασιασμός των οπτικοακουστικών  μηνυμάτων (λαϊκό θέατρο, τσίρκο, κουκλοθέατρο, καραγκιόζης), στην μεταπολεμική Ελλάδα τον ρόλο αυτό θα αναλάβει κατ΄ αρχήν ο εμπορικός κινηματογράφος.  Στη συνέχεια, στον ίδιο ρόλο θα κυριαρχήσει, μετά τη σχετικά σύντομη περίοδο της βιντεοταινίας, η τηλεοπτική μυθοπλασία, με πρωτεύουσα εκδοχή την τηλεοπτική σειρά.

β. O κινηματογράφος, αν και ορισμένες φορές άσκησε και ενημερωτικές λειτουργίες (κινηματογραφικά επίκαιρα), κυρίως διηγήθηκε ιστορίες, μύθους.

Αλλά και ο κορμός των μηνυμάτων που μεταδίδονται τηλεοπτικά είναι αρθρωμένος σε «ιστορίες», είτε πρόκειται για ταινίες, είτε για σειρές, είτε για ιστοριοποιημένη επικαιρότητα. (Μηνύματα των οποίων η ενημερωτική λειτουργία προσαρμόζεται στις ανάγκες της «διήγησης»  αποκτώντας περισσότερο ή λιγότερο έντονη συγκινησιακή διάσταση).

 γ. Σήμερα η τηλεόραση αποτελεί, όσον αφορά στις κοινωνικοποιητικές της επιπτώσεις, το σημαντικότερο μέσο διήγησης.  Το δε τηλεοπτικό είδος που περισσότερο «επωφελείται» από τη δυνατότητα της τηλεόρασης να παράσχει ατελείωτη ροή ιστοριών είναι η «τηλεοπτική σειρά».

δ. Ο εμπορικός κινηματογράφος, οι βιντεοκασέτες και οι σειρές «πλατιάς θεαματικότητας», αποτελούν διαφορετικές μορφές εξέλιξης του ίδιου τύπου (μαζικής) διήγησης.  Οι ρίζες αυτού του τύπου διήγησης βρίσκονται περισσότερο στο λαϊκό μαζικό ανάγνωσμα, το οποίο εν τέλει αντικαθιστούν, παρά σε άλλες μορφές «μεγάλης επικοινωνίας», όπως π.χ. το θέατρο.

ε. Η αλλαγή του πρωτεύοντος μέσου διήγησης (κινηματογράφος, βίντεο, τηλεόραση) οφείλεται στην εξέλιξη των τεχνολογικών επικοινωνιακών δυνατοτήτων και στην αλλαγή της «οικονομίας της επικοινωνίας» που η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται. Άρα η εναλλαγή αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αλλαγή θεματολογίας ή κοινωνικών συμβολισμών.

Όμως, έχει  δημιουργηθεί ήδη μία ερμηνευτική εκδοχή, την ακρίβεια της οποίας προσπαθούμε να εξετάσουμε, σύμφωνα με την οποία υπάρχει διαφορετική έκφραση αξιών ανάμεσα στα μηνύματα που φέρονται από τα τρία μέσα κατά τις εποχές που αυτά κυριαρχούν.  Αυτές δε οι «φερόμενες αξίες» αντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας[3].

  1. ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ

Το κονωνικοποιητικό οπτικοακουστικό παραμύθι διαδίδεται στην μεταπολεμική-μετεμφυλιακή Ελλάδα από τρία Μέσα (κινηματογράφος, βίντεο, τηλεόραση) και υπό τις τρεις αντίστοιχες μορφές διήγησης: την κινηματογραφική ταινία, την βιντεοταινία και την τηλεοπτική σειρά.

Την δεκαετία του ’50 και του ’60 ακμάζει ο εμπορικός ή λαϊκός κινηματογράφος.  Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 θα αρχίσουν οι τηλεοπτικές μεταδόσεις (υπό την αιγίδα του κρατικού μονοπωλίου).

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του  ’70 ο κινηματογράφος θα αρχίσει να χάνει τη μαζική του επιρροή ενώ ταυτόχρονα επιβάλλεται η κρατική τηλεόραση. Στα τέλη της δεκαετίας αρχίζει να διαδίδεται η συσκευή βίντεο και να δημιουργείται δίκτυο διανομής βιντεοταινιών.

Κατά τη δεκαετία του ’80 θα παρατηρηθεί παραπέρα μείωση της κινηματογραφικής παραγωγής, διάδοση της βιντεοκασέτας και,  προς το τέλος της περιόδου, η de facto αναγνώριση της λειτουργίας των ιδιωτικών καναλιών.  Η προβολή άφθονων ταινιών από τα ιδιωτικά κανάλια θα σημάνει το τέλος του δικτύου παραγωγής και διανομής βιντεοκασέτας.

Η δεκαετία του ’90 θα αρχίσει με την όλο και εντονότερη παρουσία των λαϊκών τηλεοπτικών σειρών οι οποίες καταφέρνουν να εξασφαλίσουν τεράστιες για τα ελληνικά μέτρα θεαματικότητες.

Οι περίοδοι στις οποίες αναφέρεται το παρόν σημείωμα είναι οι εξής:

Πρώτη περίοδος. Δεκαετίες ’50, ’60 και αρχές ’70:

Κυριαρχία της κινηματογραφικής ταινίας: Από φτωχοί (αλλά τίμιοι) στις πρώτες μαζικές καταναλωτικές εμπειρίες.

Δεύτερη περίοδος. Τέλη της δεκαετίας ΄70 και δεκαετία ΄80:

Ραγδαία ανάπτυξη της βιντεοπαραγωγής: Κοινωνικές προσαρμογές και αναθεωρήσεις υπό τον αστερισμό του Ταμτάκου.

Τρίτη περίοδος. Πρώτο μισό δεκαετίας ΄90:

Τηλεοπτική σειρά. Το οπτικοακουστικό παραμύθι από οδηγός επιβίωσης μετατρέπεται σε οδηγό κατανάλωσης και κατακυρωτή νέων στάσεων και κοινωνικών συμπεριφορών, που επιβάλλονται σε μεγάλο βαθμό από τα ¨πάνω¨.

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ.

ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ: ΦΤΩΧΟΙ ΑΛΛΑ ΤΙΜΙΟΙ

Κατά την πρώτη περίοδο, μετά την ισοπέδωση του πολέμου και της κατοχής, η χώρα εμφανίζεται κάθετα διαιρεμένη και αντιμετωπίζει οριακές καταστάσεις στο κοινωνικό, το πολιτικό και το οικονομικό επίπεδο.

Νικητές και νικημένοι του εμφυλίου έχουν στη διάθεσή τους διαφορετικές επικοινωνιακές δυνατότητες:

Οι νικητές ελέγχουν το κράτος και μέσω αυτού τις «διαπροσωπικές επικοινωνίες» που ασκούνται διαμέσου θεσμών όπως η δημόσια εκπαίδευση, η κατήχηση, ο στρατός και η δημόσια διοίκηση. Ελέγχουν επίσης τη ραδιοφωνική επικοινωνία που τελεί υπό καθεστώς κρατικού μονοπωλίου και επηρεάζουν μέρος του Τύπου.

Τον ελληνικό κινηματογράφο, που όλο και περισσότερο παρακολουθούν οι λαϊκές μάζες, η άρχουσα δεξιά θα τον «σνομπάρει». Βασική αιτία αυτής της αντιμετώπισης θα πρέπει να υποτεθεί  ο συντηρητισμός της πολιτικής και κοινωνικής δεξιάς της εποχής εκείνης. Η δεξιά δεν είναι ακόμη «φιλελεύθερη» και αν όχι άλλο, διακηρύσσει αρχές όπως το περίφημο τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», το οποίο στα μάτια των τότε ταγών του, έχει αγροτικό πρότυπο και δεν συμβιβάζεται εύκολα με τις ανησυχίες των ραγδαία και άναρχα αστικοποιούμενων πληθυσμών που εκφράζονται στις ελληνικές λαϊκές ταινίες.

Αλλά και οι νικημένοι της αριστεράς, παρά κάποιες (επιτυχημένες) απόπειρες στρατευμένης χρήσης, θα «σνομπάρουν» επίσης σε μεγάλο βαθμό το νέο αυτό μέσο μαζικής έκφρασης.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτή η στάση έχει σχέση με την «αυτάρκεια» που αισθάνεται η αριστερά στον πολιτιστικό τομέα. Το αίσθημα υπεροχής πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι η ηττημένη παράταξη διαθέτει ένα πλήρες πολιτικο-επικοινωνιακό σύστημα αναφοράς που στηρίζεται κατ΄ αρχήν στη χρήση της ζωντανής γλώσσας, του σημαντικότατου αυτού επικοινωνιακού εργαλείου που η δεξιά είχε απαρνηθεί. Έτσι, δίνοντας την εκσυγχρονιστική γλωσσική μάχη η αριστερά κερδίζει, όχι μόνο την επικοινωνιακή αποδοχή των ευρύτερων στρωμάτων και ιδιαίτερα των νέων, αλλά και «οικειοποιείται» όλη σχεδόν την πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή. Η επικοινωνιακή δυνατότητα της αριστερά  ενισχύεται επίσης από την ύπαρξη ενός ικανού πλέγματος διαπροσωπικών επικοινωνιών βασισμένων στην πολιτική δράση και την κοινωνική αλληλεγγύη (κόμμα, συνδικαλισμός), καθώς και στον έλεγχο ενός μικρού αλλά δραστήριου τμήματος του Τύπου και των Εκδόσεων.

Εν τω μεταξύ, όλο και περισσότεροι Έλληνες εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και, είτε παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς, είτε πλημμυρίζουν το Λεκανοπέδιο και τα ελάχιστα ντόπια αστικά κέντρα, δημιουργώντας το δυναμικό στο οποίο θα στηριχτεί εκείνο το άναρχο είδος οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε  τις τελευταίες δεκαετίες της ελληνικής ιστορίας. Εκεί σύντομα θα αντιληφθεί ότι οι πληροφορίες που του δίνει το κράτος μέσα από τους επίσημους θεσμούς του, δεν έχουν καμία σχέση με τα όσα καθημερινά βιώνει και κάθε άλλο παρά τον βοηθούν να ενταχθεί στη νέα πραγματικότητα.

Από την άλλη πλευρά, αν έχει το κουράγιο να διακινδυνεύσει το κόστος της προσέγγισης στην εναλλακτική κουλτούρα της αριστεράς, θα μπορέσει ίσως να βρει ένα χώρο με μεγαλύτερη συλλογικότητα, να αποκτήσει ενδεχομένως μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και να πιστέψει ότι υπάρχουν διέξοδοι προς μια πιο δίκαιη κοινωνία, αλλά ούτε και εδώ θα βρει εκείνες τις στοιχειώδεις όσο και απαραίτητες πληροφορίες που θα του επιτρέψουν να αντιμετωπίσει την υπαρκτή, χαώδη, αντιφατική και αδιαφανή κοινωνική πραγματικότητα.

Το πως τα βγάζει κανείς πέρα στην πιάτσα και ποιες είναι οι αποδεκτές συνταγές της επιβίωσης, θα του το πει η εμπορική ελληνική ταινία με τρόπο παραστατικό και αφομοιώσιμο, με χιούμορ που εξορκίζει τους φόβους που δημιουργεί το άγνωστο αστικό περιβάλλον και με ζωντανή προφορική γλώσσα που ξεπερνάει τα προβλήματα του διαδεδομένου αναλφαβητισμού.

Έτσι, σε μια εποχή όπου η γνώση του πλέγματος των κανόνων του όλο και πιο ισχυρού παρασυστήματος έχει αποφασιστική σημασία για την «ενσωμάτωση»  των αγροτικών πληθυσμών, ο ελληνικός κινηματογράφος θα απευθυνθεί και θα «δώσει το λόγο» σε ευρέα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, περιγράφοντας καταστάσεις και θίγοντας θέματα που αγνοούνται από τους άλλους κοινωνικοποιητικούς φορείς.

Ανάμεσα λοιπόν

-στα όσα επισήμως διακηρύττονται και στα όσα καθημερινά διαπιστώνεται ότι ισχύουν στην πράξη,

-στα αγροτικά ήθη που εξακολουθούν να υμνούνται από την κρατική παιδεία ως αγνά και ιερά και την αστική επανατοποθέτηση των ανθρώπινων σχέσεων που διαλύει τις αγροτικές αναγκαιότητες κοινωνικής συνοχής και απομυθοποιεί την επαρχιακή «αγνότητα»,

-στις προκαταναλωτικές νοοτροπίες και στην έναρξη των πρώτων κακέκτυπων καταναλωτικών συμπεριφορών,

η ελληνική ταινία όχι μόνο θα δώσει υλικό για όνειρα ακολουθώντας, όπως κάθε μέσο μαζικής επικοινωνίας, τη ζήτηση του «κοινού», αλλά και θα υποδείξει συμπεριφορές και στάσεις, δρώντας λειτουργικά μέσα στις διαδικασίες αλλαγής που ταχέως υλοποιούνται.

Αστικό περιβάλλον και «επαρχία»

Μια ολόκληρη σειρά κινηματογραφικών ταινιών μεγάλης θεαματικότητας έχουν ως ήρωα τον επαρχιώτη που με στυλιζαρισμένα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής υπαίθρου (ντύσιμο, γλωσσικό ιδίωμα, κ.α.), θα υποστεί μια σειρά από κωμικές περιπέτειες στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της πόλης.  Ο Κώστας Χατζηχρήστος, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, θα ενσαρκώσουν τον περίφημο Θύμιο, που με όπλα την κατά βάθος καλή του καρδιά, αλλά και ολίγη από «θεμιτή χωριάτικη κουτοπονηριά», θα καταφέρει να ξεπεράσει τις παγίδες της μεγαλούπολης και να βρει τα δύο βασικά ζητούμενα: δουλειά και νύφη.

Αλλά και οι προσπάθειες για επιβίωση των στρωμάτων με λιγότερο πρόσφατη αστικοποίηση, που μετά τις δοκιμασίες της δεκαετίας του ΄40 είναι καταδικασμένα να ξαναρχίσουν από το μηδέν, δοκιμάζοντας όχι μόνο τις παλιές αλλά και τις νέες μεθόδους και δυνατότητες για το προσδοκώμενο «πιάσιμο της καλής», θα περιγραφούν με συμπάθεια από τον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Ρίζος, ο Φωτόπουλος, ο Σταυρίδης και άλλοι θα εκπροσωπήσουν κινηματογραφικά μια γενιά, που ενώ διατηρεί όλες τις αναστολές μιας κουλτούρας με έντονα τα στοιχεία του κοινωνικού ελέγχου και της κοινωνικής αλληλεγγύης, θα είναι παράλληλα υποχρεωμένη να μπει στον στίβο της οικονομικής επικράτησης με τους κοσμοπολίτικους και ανταγωνιστικούς όρους της αστικής μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ακόμη περισσότερο εμφανής στην κωμικοτραγική της διάσταση, θα είναι η περίπτωση του μέσου εκείνου Έλληνα ( που παρουσιάστηκε στην οθόνη με επιτυχία κυρίως από τον Ηλιόπουλο, αλλά και από τον Λογοθετίδη) που ενώ πιστεύει στις δημόσια διακηρυσσόμενες αρχές τιμιότητας και συνέπειας και κατά βάθος έχει ως πρότυπο τους προπολεμικούς «ευγενείς ήρωες», δεν θα αργήσει να ανακαλύψει τους πειρασμούς και τις οικονομικές δυνατότητες της «αδιαφανούς» προμήθειας και της εξαργύρωσης των πλεονεκτημάτων του να κατέχει κανείς μια «θέση κλειδί» είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα.

Ανάμεσα στα «είδη» που ριζώνουν στο νέο περιβάλλον, δεν θα αργήσει να εμφανιστεί, αντιγράφοντας τις ανάλογες παραγωγές άλλων χωρών, και το κατ΄ εξοχήν αστικό είδος του αστυνομικού κινηματογράφου.

Από την άλλη πλευρά, στα ίχνη του αμερικανικού γουέστερν αλλά και του περιπετειώδους αγροτικού αναγνώσματος σε συνέχειες (Τσακιτζής), θα δημιουργηθεί και το κινηματογραφικό είδος της «φουστανέλας», το οποίο εκτός της νοσταλγικής του λειτουργίας θα προσπαθήσει να συμφιλιώσει τον νεόκοπο αστό με τις ρίζες του, εξωραΐζοντας τες μέσα σε μια πλοκή εξιδανικευμένων αγροτικών περιπετειών. Η «φουστανέλα» θα έχει και μια βουκολική αισθηματική διάσταση που αποτελεί την κινηματογραφική εκδοχή του θεατρικού κωμειδυλίου.

Κοινωνικές τάξεις και στρώματα

Στις πρώτες μεταπολεμικές ελληνικές ταινίες η περιγραφόμενη κοινωνική διαστρωμάτωση περιλαμβάνει κυρίως φτωχούς ήρωες που δρουν σε αντιπαράθεση με (λίγους  και κακούς) πλούσιους. Τα μέσα στρώματα λείπουν από το πανί όπως λείπουν, μετά την ισοπέδωση της κατοχής και τις περιπέτειες του εμφύλιου, και από την πραγματική ζωή.

Οι θετικοί ήρωες είναι φτωχοί, υποχρεωμένοι να επινοούν διάφορα  ευρήματα (κομπίνες) προκειμένου να επιβιώσουν.  Όμως, κατά βάθος παραμένουν τίμιοι.  Ίσως ακριβώς αυτό να αποτελεί και μια από τις βασικές αιτίες έντασης στην εξέλιξη της πλοκής: το πως θα επιλυθούν τα οξέα τρέχοντα προβλήματα διατηρώντας ουσιαστικά ανέπαφες τις υπάρχουσες αρχές.

Οι ταξικές αναφορές δηλώνονται με άτυπους τρόπους που δεν είναι βέβαια συνδεμένοι με την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής και τα συνεπαγόμενα προβλήματα, όπως συμβαίνει την ίδια εποχή στον ιταλικό νεορεαλισμό, αλλά που, ωστόσο, περιλαμβάνουν γνώση των ταξικών διαφορών, συγκεκριμένες αξίες και συμπεριφορές σε αντιπαράθεση με τις κρατούσες και, συχνά, πικρή σάτιρα του κοινοβουλευτικού συστήματος που στηρίζεται στο σύστημα της εκλογικής πελατείας.

Οι πλούσιοι στις ελληνικές ταινίες σπάνια είναι πολύ πλούσιοι. Τα σύμβολα πλούτου που διαθέτουν δεν είναι άλλα από εκείνα των μέσων τάξεων των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών.  Εν τούτοις, είτε ως καταπιεστικοί εργοδότες, είτε ως στριμμένοι και αναχρονιστικοί γονείς και πεθεροί, είτε ως ανεύθυνοι εραστές θα είναι αρνητικές φιγούρες και θα εξιλεώνονται μόνον υπό προϋποθέσεις, όπως π.χ. όταν αποδέχονται έναν διαταξικό γάμο, που θα λειτουργήσει προς την κατεύθυνση της πιο ανώδυνης ανακατανομής του πλούτου.

Περιγράφεται μόνο μία κατηγορία  συμπαθών πλουσίων. Εκείνη των συγγενών (θείων) από την Αμερική (μια συμβολική Αμερική, απ’  την οποία επιστρέφει επιτυχημένος ο Έλληνας της διασποράς, ανέπαφος και «αθώος» σε σχέση με τα κρίματα της τοπικής ιστορίας).  Πρόκειται για πλούσιους που στην πλοκή του μύθου ασκούν ως ένα βαθμό το ρόλο του από μηχανής θεού και είναι ταυτόχρονα ανανεωτές ηθών (Βασιλειάδου στη θεία απ΄ το Σικάγο) και εισαγωγείς ενός κοσμοπολίτικου ορθολογισμού. Έτσι υποβοηθάται η απαραίτητη υπέρβαση της αγροτικής νοοτροπίας και η χαλάρωση των σκληρών κοινωνικών προτύπων του παρελθόντος.

Οι οικογενειακές σχέσεις. Οι γυναίκες και οι νέοι

Καθώς, όμως, απομακρυνόμαστε από την εποχή των πολεμικών συγκρούσεων και της κατοχικής ανέχειας, στην οθόνη  θα προβληθούν σιγά σιγά τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων και της νέας διανομής των ρόλων, αρχίζοντας από την πρωτογενή κοινωνική ομάδα: την οικογένεια.

Η γυναίκα σε αμιγώς παραδοσιακό ρόλο εμφανίζεται στις ελληνικές ταινίες μόνο ως μητέρα ή πεθερά. Οι νέες γυναίκες της μεταπολεμικής γενιάς, αν και όχι πλήρως χειραφετημένες εμφανίζονται να διεκδικούν και συνήθως να πετυχαίνουν μεγαλύτερες ελευθερίες. Βέβαια τα υιοθετούμενα μέσα είναι συχνότερα τα θέλγητρα της μοναχοκόρης ή του χαϊδεμένου αγοροκόριτσου παρά το κύρος της εργαζόμενης γυναίκας.  Ανεξάρτητα από τα μέσα, πάντως, το τέλος θα είναι αίσιο.

Η ανδρική κοινωνική παντοδυναμία περισώζεται μόνο στα αγροτικά σενάρια και εκεί κυρίως για να επισημανθεί η τραγικότητα της αντιπαράθεσης των παραδοσιακών αξιών των οποίων υπεραμύνονται οι πατριάρχες,  με τις συναισθηματικές ανάγκες των νεότερων ηρώων και ηρωίδων.

Οι παραδοσιακές μελοδραματικές συγκρούσεις θα αναπαρασταθούν, βέβαια, και στο περιβάλλον της πόλης, όπου το νέο και το παλιό θα διεκτραγωδηθούν με απλοϊκό τρόπο.  Εν τέλει πάντως, και άσχετα με την ύπαρξη ή μη «ευτυχούς τέλους», η αισιοδοξία και η εμπιστοσύνη στο μέλλον που κυριαρχεί αυτήν την  εποχή θα οδηγήσει στην περιγραφή ηρώων που βρίσκονται στην πορεία της χειραφέτησης. Η πλήρης κατάκτησή της μοιάζει να είναι απλώς θέμα χρόνου. Και η «ζωή» να μη χρειάζεται παρά λίγη προθεσμία για να δικαιώσει και τους πιο ονειροπόλους.

Στα τέλη της δεκαετίας το ΄60 οι άνεμοι της μεγάλης ευρωπαϊκής ηθο-κοινωνικής εξέγερσης θα βρουν τη χώρα στο γύψο των συνταγματαρχών και ενώ οι πολιτικο-κοινωνικές αμφισβητήσεις θα πάρουν το δρόμο της παρανομίας, η διεκδίκηση περισσότερων προσωπικών ελευθεριών από την πλευρά των νέων θα εξακολουθήσει να υπογραμμίζεται έμμεσα από τον κινηματογράφο (έστω   και αν στις πιο πολλές περιπτώσεις η παρουσίαση θα εξαντλείται στο -συμβολικό πάντως- μήκος των μαλλιών και της φούστας).

Oι χώροι και τα σύμβολα

Στην Ελλάδα του ΄50 και του ΄60, πρωτεύουσα και επαρχία αποτελούν όχι μόνο δύο χώρους «οπτικά» τελείως διαφορετικούς, αλλά και δύο διακεκριμένους τρόπους ζωής. Η διαμονή στην Αθήνα συνεπάγεται κοινωνικό κύρος,  όπως κοινωνικό κύρος προσδίδει η διαμονή σε πολυκατοικία και η κατοχή αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσεως.

Οι χώροι που εικονογραφούνται στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο αποτελούν ίσως μία από τις βασικές αιτίες της μακροβιότητας της απήχησής του στο κοινό. Τότε έδιναν πολύτιμες πληροφορίες περιγράφοντας τη μεγάλη πόλη, το πως ακριβώς είναι ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας, ή πως είναι διαμορφωμένη μια πλούσια βίλα στα «περίχωρα», σήμερα είναι ένα από τα σημεία έλξης γιατί τεκμηριώνουν τις μνήμες και περιγράφουν χωρικές καταστάσεις που έχουν λήξει ανεπιστρεπτί.

Προς το τέλος της περιόδου τα πράγματα διαφοροποιούνται, καθώς στις οθόνες κυριαρχούν οι «τουριστικές υπερπαραγωγές» και τα «φτερά και πούπουλα» των μιούζικαλς. Ήδη μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν, αυτή η εξέλιξη, δεν έχει να κάνει μόνο με τη φαιά επίδραση του στρατιωτικού καθεστώτος, ή μόνο με την αμηχανία που προκαλεί ο ανταγωνισμός με τη νεότευκτη και υπό κρατικό έλεγχο τηλεόραση, ή αν κάτι το σημαντικό και γενικότερο έχει αρχίσει να αλλάζει στο φάσμα των κυριαρχουσών αξιών και στάσεων της νεοελληνικής κοινωνίας.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

Η ελληνική βιντεοταινία που διαδόθηκε ευρέως κατά τη δεκαετία του ΄80 κατακρίθηκε (σνομπαρίστηκε) από τους ειδικούς εξ ίσου με τις ελληνικές εμπορικές ταινίες την περίοδο που αυτές πρωτοεμφανίστηκαν.  Ωστόσο είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι μελλοντικά (και παρά την μόδα της επαναξιολόγησης των πάσης λογής «ειλικρινών σκουπιδιών») θα υπάρξει μια ανάλογη επανεκτίμηση.  Θα πρέπει να φτάσουμε σε αρκετά τραβηγμένες υποθέσεις, όπως π.χ. μιας χώρας σε περίοδο πολύχρονης κοινωνικής ακινησίας, όπου όλα να είναι σκληρυσμένα σε τέτοιο βαθμό ώστε να συγχωρείται η επανεκτίμηση ορισμένων προχειροφτιαγμένων προϊόντων που το μόνο τους περιεχόμενο μοιάζει να είναι η αίσθηση της «αναμπουμπούλας» και του συναισθηματικού «αλαλούμ». Προϊόντων που εκφράζουν μια εποχή  όπου όλα αλλάζουν προς αδιευκρίνιστη κατεύθυνση, χωρίς έναν ελάχιστο κοινωνικό έλεγχο. [4]

Από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι αυτήν την εποχή παράγουν «κυρίαρχη κουλτούρα» εκείνα τα στρώματα που ανέβηκαν οικονομικά παρά την έλλειψη κανόνων συμβίωσης ή ίσως ακριβώς χάρη σε αυτήν, κατά την προηγούμενη περίοδο, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.  Οι Έλληνες αυτοί είναι πια λιγότερο φτωχοί και,  εάν αυτό σημαίνει κατ΄ ανάγκην και λιγότερο τίμιοι, είναι έτοιμοι να αναθεωρήσουν το περιεχόμενο της σχετικής λέξης.

«Κύριος», όπως διαλαλεί, προς πάσα κατεύθυνση και χωρίς τις αναστολές του πρόσφατου παρελθόντος, μεγάλος μέρος της βιντεοπαραγωγής, είναι πλέον ο παντός είδους «επιτυχημένος», ο οποίος και δικαιούται να καταναλώσει τους καρπούς της επιτυχίας του χωρίς οχλήσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο κοινωνικός έλεγχος είναι όλο και πιο χαλαρός και όπου το ήθος διαμορφώνεται περισσότερο από τα διαφημιστικά μηνύματα παρά από τις εκπαιδευτικές παραινέσεις.

Στις βιντεοταινίες η κρίση των παραδοσιακών ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων θα εκφραστεί σε όλη την απορρυθμιστική της μεγαλοπρέπεια. Το λεκτικό μέρος θα περιοριστεί σε ένα περιορισμένο αντίγραφο των περιθωριακών λεξιλογίων, διανθισμένων με άφθονες βωμολοχίες, ενώ η εικονογράφηση θα αποτελείται από έναν σωρό υπογραμμένων (σινιέ) συμβόλων κοινωνικής επικράτησης. Εναλλακτικές δυνατότητες δεν διαφαίνονται πολλές στα οπτικοακουστικά παραμύθια αυτής της περιόδου, αν εξαιρέσει κανείς την πώληση συμπαθούς τρέλας, αλλά και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι ανήκει στην κατηγορία των «εξ ορισμού» ανέμελων τσιγγάνων. Ιδού λοιπόν απτόητος, υπεριπτάμενος και πανταχού παρών, ο σουρεαλιστικός και κατά τα άλλα συμπαθής Ταμτάκος.  Η βιντεοκασέτα περιέχει τις χαρακτηριστικότερες μαρτυρίες μιας εποχής όπου η συλλογικότητα υποχωρεί, τα περί έρωτος μετατρέπονται σε φτηνή σεξολογία και τα περί ιδεολογίας και ιδανικών αρχίζουν να θεωρούνται ανεπανόρθωτα ξεπερασμένα αν όχι περιφρονητέα και επικίνδυνα.

Ωστόσο το εύρος της διάδοσης των μηνυμάτων της τυπικής, φτηνής και προχειρογυρισμένης βιντεοκασέτας (γιατί υπάρχουν και εδώ οι εξαιρέσεις) αιτιολογεί τον προβληματισμό σχετικά με τις εξελίξεις που έχουν μεσολαβήσει στην πραγματική νεοελληνική κοινωνία, καθώς τα όνειρα και οι προσδοκίες των προηγούμενων δεκαετιών διαψεύδονται και απομυθοποιούνται.

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΦΕΡΕΣΘΑΙ:

Οι περίοδος της «βιντεοκασέτας» είναι σύντομη και, σίγουρα, μεταβατική. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 το οπτικοακουστικό κοινωνικοποιητικό παραμύθι θα διαθέτει πολύ πιο αποτελεσματικούς φορείς διάδοσης: τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια.

Όπως είναι γνωστό, η διαδικασία ίδρυσης των καναλιών αυτών παρέσχε μία ιδιότυπη επιβεβαίωση της εξαιρετικής και ντε φάκτο εξουσίας που ασκείται μέσω της μαζικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας (η οποία στο πέρασμά της από τον κρατικό στον ιδιωτικό έλεγχο, θα εμφανιστεί στην αρχή άτυπα ή «παράνομα», θα συγκρουστεί με την κρατική εξουσία, θα επιβεβαιωθεί χωρίς κατ’  ανάγκην να διαθέτει νομική κάλυψη και τελικά θα κυριαρχήσει χωρίς ιδιαίτερη κρατική ή κοινωνική εποπτεία), η δε λειτουργία τους εξασφαλίστηκε χάρη στα έσοδα από τη διαφήμιση και τα γενικότερα οφέλη πολιτικο-οικονομικής επιρροής που παρέχουν σε όσους τα ελέγχουν.

Εάν, όμως εκείνο που ενδιαφέρει το παρόν σημείωμα είναι η σχέση των «λαϊκών οπτικοακουστικών παραμυθιών» με την κοινωνική κατάσταση αυτής της περιόδου, είναι προφανές ότι το χρονικό διάστημα από τα παρατηρούμενα φαινόμενα δεν είναι επαρκές για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη αποστασιοποίηση. Επομένως η εικόνα δεν είναι ούτε επαρκώς διαμορφωμένη ούτε διαυγής.  Έτσι, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν (ακόμη περισσότερο από εκείνες που προηγούνται) είναι αναπόφευκτα αποσπασματικές και θα πρέπει να θεωρηθούν απλά και μόνο υποθέσεις προς παραπέρα εξέταση.

Συνοπτικά:

α. Στις ελληνικές σειρές είναι αισθητή μία κατάσταση συλλογικής ανασφάλειας που συμβαδίζει με μία κωμικοτραγική πολυδιάσπαση των παραδοσιακών κοινωνικών ρόλων σε αποσπασματικές «συμπεριφορές».  Η επιτυχία των «Μήτσων» της σειράς του Λαζόπουλου, όπου εικονογραφείται αυτού του είδους η «σχιζοφρένεια» δείχνει, αν όχι άλλο, ότι ευτυχώς δεν έχει ακόμη χαθεί η ικανότητα της αυτοπαρατήρησης και του πολύτιμου ιαματικού αυτοσαρκασμού.

β. Μετά την αποτυχία της αναζήτησης μιας αποδεκτής συλλογικής ταυτότητας (αναζήτησης που περιγράφεται στον παλιό κινηματογράφο) και το απελπισμένο κυνήγι της καταναλωτικής επιβεβαίωσης (της εποχής της βιντεοταινίας), φαίνεται ότι επικρατεί τελικά η αποδοχή των εντολών μιας κοινωνίας του «φαίνεσθαι», η οποία έχει επιπλέον τη δυνατότητα να προβληθεί ως οικουμενικώς επικρατούσα.

γ. Ο λόγος στους καταναλωτές: Μία νέου είδους «δημοκρατικότητα» δίνει το «μαζικό» λόγο σε όλα τα στρώματα που είναι σε θέση να καταναλώσουν επαρκώς.  Λόγω της σύνδεσης της τηλεοπτικής αφήγησης με τις άμεσες και έμμεσες διαφημιστικές λειτουργίες, οι ήρωες που προτείνονται (για τις διαδικασίες ταύτισης που εμπεριέχονται στην κάρπωση του προϊόντος), είναι ήρωες που εκπροσωπούν κοινωνικές κατηγορίες που μπορούν να καταναλώσουν, δραστηριότητα με την οποία και καταγίνονται αφειδώς κατά την παράθεση της πλοκής.  Από την άλλη πλευρά, η νεοαποκτημένη ιδιότητα του καταναλωτή θα διευκολύνει την προβολή παλιών αιτημάτων αλλά και τη δημιουργία νέων συμπεριφορών σε στρώματα όπως οι νέοι και οι γυναίκες.

δ. Στις σειρές επικρατεί το είδος της «απόδρασης» με κωμικές αποχρώσεις, ενώ εξαφανίζεται σχεδόν το «μελό». Οι μελοδραματικές καταστάσεις δεν εκλείπουν τελείως, αλλά μετακομίζουν στην ουσία σε ορισμένες δημοσιογραφικές εκπομπές «κοινωνικού περιεχομένου» η επιζούν σε μεταγλωττισμένα λατινοαμερικανικά σίριαλ.

ε. Η αναζήτηση του εντυπωσιασμού, ώστε να εξασφαλιστεί το αντίδοτο στη χαμηλή προσοχή με την οποία προσλαμβάνεται πλέον το τηλεοπτικό μήνυμα δεν εξαντλείται στην σύνταξη των ενημερωτικών εκπομπών, αλλά υιοθετείται και στην διαμόρφωση των σεναριακών ευρημάτων. Οπισθοχωρούν οι αναστολές στο να θιγούν θέματα που παραδοσιακά εθεωρείτο ότι προάγουν αντικοινωνικές συμπεριφορές.

στ. Σε χτυπητή αντίθεση με ότι συνέβαινε άλλοτε, ο «εικονικός» μέσος Έλληνας που αναδεικνύεται από τις σειρές μοιάζει να είναι περισσότερο «απελευθερωμένος» από τον μέσο «πραγματικό»  του αντίστοιχο. Κυρίως σε θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς. Θα είχε ενδιαφέρον μια συγκριτική μελέτη των δύο συμπεριφορών.

ζ.  Η παγκοσμιοποίηση επιδρά επί των μορφών της διήγησης: Υιοθετούνται τα διεθνή αφηγηματικά πρότυπα.  Κωμωδίες καταστάσεων και οικογενειακές κωμωδίες ελαφρά τροποποιημένες ώστε να μοιάζουν με εγχώριες καταστάσεις, γαρνίρονται με τον αφανή ‘χορό’ που υποδεικνύει στον τηλεθεατή πότε και πως πρέπει να αντιδράσει (γελάσει, μειδιάσει, τρομάξει, κ.ο.κ.)

η.  Η παραδοσιακή οικογένεια, όπου εμφανίζεται, περιγράφεται στα πρόθυρα της υστερίας: Προβολή και εμπορική επιτυχία της διακωμώδησης της παραδοσιακής οικογένειας (σε «μεσογειακό(;) κλίμα), όπου όλοι διαρκώς και χωρίς προφανή λόγο φωνασκούν και ελεεινολογούν («το ρετιρέ», κ.α.)

θ.  Περιγραφή και προβολή «μοντέρνων» οικογενειακών σχέσεων. Π.χ. το μενάζ α τρουά (Οι απαράδεκτοι, κ.λ.π.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Οι υποθέσεις που περιγράφονται στην εισήγηση αποτέλεσαν το αντικείμενο μιας πρώτης ανιχνευτικής προσέγγισης από ομάδα φοιτητών του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια μαθημάτων του κύκλου «Δημοσιογραφία και Πολιτισμός».  Πρόκειται περί  παρατηρήσεων – υποθέσεων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τμήμα του προκαταρκτικού υλικού για μια διεξοδικότερη μελέτη της φαντασιακής διάστασης της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας και όχι περί παράθεσης συμπερασμάτων ολοκληρωμένης έρευνας.

[2] Ένα συμπεπτυγμένο συνώνυμο του ¨οπτικοακουστικού κοινωνικοποιητικού λαϊκού θεάματος» με το οποίο ασχολείται η παρούσα εισήγηση θα μπορούσε να είναι η έκφραση «εμπορικό θέαμα».  Πράγματι, θα κάνουμε χρήση αυτού του γενικότερης χρήσης όρου, αφού πρώτα αποσαφηνίσουμε ότι η «εμπορικότητα» υπήρξε μία ιδιότητα που αποδόθηκε εκ των υστέρων, τόσο σε μια σειρά θεαμάτων που εξασφάλισαν την αποδοχή και την κατανάλωσή τους από μεγάλο κομμάτι του κοινού, όσο και σε θεάματα που κατασκευάστηκαν ακολουθώντας την εκάστοτε επικρατέστερη «συνταγή» εμπορικής επιτυχίας, ανεξάρτητα με τον βαθμό στον οποίο τελικά επηρέασαν τους τρέχοντες κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς.

[3] Παρουσιάζει ενδιαφέρον η κατηγοριοποίηση της τηλεοπτικής παραγωγής στην Ιαπωνία, όπως παρουσιάζεται σε άρθρο του Nagiza Oshimma (Le monde dipolomatique 2.3.1996). Σύμφωνα με τον γνωστό σκηνοθέτη, η ιαπωνική τηλεόραση έως τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 παράγει και μεταδίδει μηνύματα που απευθύνονται, μεταξύ άλλων, σε ένα κοινό που ενδιαφέρεται για πολιτικά και κοινωνικά θέματα.  Από το 1973 εκδηλώνεται μία στροφή προς τα προσωπικά, τα ατομικά και τα γυναικεία θέματα. Από τη δεκαετία του ΄80 τα τηλεοπτικά μηνύματα χαρακτηρίζονται από την επιδίωξη «ρηχής» διασκέδασης, από προτίμηση για την κωμική εκδοχή των γεγονότων και από ολοσχερή εγκατάλειψη του παιδαγωγικού τους ρόλου.

[4] Η έλλειψη επαναξιολόγησης του είδους δεν εμποδίζει τους υπευθύνους των καναλιών να περιλαμβάνουν κατά κόρον τις βιντεοκασέτες στα εβδομαδιαία τους προγράμματα.  Το χαμηλό κόστος απόκτησης των δικαιωμάτων και η εξασφάλιση ακόμα και σήμερα υψηλής θεαματικότητας μοιάζουν να είναι οι βασικές αιτίες.  Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν και στην εφημερίδα «Τα Νέα» (27.3.96), στο δεκάμηνο μεταξύ Μαίου ΄95 και Μαρτίου ΄96 το Mega Channel προέβαλε 85 βιντεοταινίες (εφτά φορές τον «Άνδρα της χρονιάς», έξι τον «Πόντιο και Σαλονικιό», και από πέντε την «Τρελάρα» , τον «Τοκογλύφο» και τον «Εγκέφαλο με βίδα και βαλβίδα»).  Ακολουθεί το επαρχιακό Kreta TV με 78 (τέσσερις φορές ο «Ραδιοπειρατής, αγάπη μου»  και από τρεις «Ο Τραπεζίτης της μαφίας», «Οι σκληροί της κουζίνας» και η «Σκανδαλιάρα και δύσκολη»).

Β. Νόττας

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »