Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Μοτοσικλέτα’

Ο Ηλίας καλπάζει προς το μέλλον

Posted by vnottas στο 16 Ιουνίου, 2016

(Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

κ

Καβάλησε τη μηχανή του

με πριγκιπική σιγουριά ο Ηλίας

κι έφυγε αφηνιασμένος προς το μέλλον.

Ο δρόμος είχε στροφές

και χρειαζόταν όχι μόνο ικανότητα

αλλά και φρόνηση περισσή.

Με του ποιητή την κόμη ν’ ανεμίζει

οδηγούσε παθιασμένος

κι άκουγε την αυξομειούμενη

μουσική της μηχανής

ψιθυρίζοντας ρώσικες μελωδίες.

Ξαφνικά είδε τριγύρω του

άλογα να ξεχύνονται στον δρόμο

και να τρέχουν αδέσποτα

ενώ η ταχύτητά του μηδενίστηκε.

images

Αμέσως εννόησε πως τ’ άλογα εκείνα

ήταν τα δικά του άλογα

αυτά που ίππευε και τον πήγαιναν

στους δρόμους του μέλλοντος

κι είχαν αυτονομηθεί

από την διστακτική μηχανή του.

Χαμογέλασε ψύχραιμα ο Ηλίας

και σαν αληθινός ποιητής που είναι

καβάλησε ένα κατάλευκο άλογο που βρέθηκε μπροστά του

και καλπάζοντας συνέχισε απτόητος

την πορεία του προς το μέλλον.

images (33)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙ’ ΑΓΡΙΟΥΣ… Δεν περιέχουν γλουτένη.

Posted by vnottas στο 10 Νοέμβριος, 2015

Ο Βασίλης Μεταλλινός, φίλος, αρχιτέκτονας και δίτροχος ταξιδευτής, μου έστειλε μερικές αράδες με αποσπάσματα από (πρόσφατες;) περιπέτειές του, που αναρτώ με χαρά.

8 (2)

Επιστρέφοντας απ’ το Σουδάν, η φυγή μου απ’ την Αίγυπτο θα ‘κανε το «εξπρές του μεσονυκτίου» να φαντάζει σαν παιδική ταινία με τον Τάμπο το ελεφαντάκι…
Αλλά …αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Μετά από τρείς αποτυχημένες προσπάθειες να πάρω το μαγικό χαρτάκι «traffic clearence» από την Traffic Policeτης Nuweibaa, απαραίτητο για κάθε ταξιδευτή με όχημα όταν εγκαταλείπει την χώρα, προσπαθώ να λαδώσω ένα τελωνειακό για να «την κάνω».
Ξέρω πολύ καλά ότι μου το ‘χουν μπλοκάρει oι κελεμπιοφόροι Κλουζώ των Σουδανο-Αιγυπτιακών συνόρων, αποτυγχάνοντας για τρίτη συνεχή μέρα, να εντοπίσουν το ονοματεπώνυμό μου σε κάποια λίστα διαπρεπών μορφών της διεθνούς τρομοκρατίας, στους σκληρούς δίσκους της Ασφάλειας του Aswan.

Το να συνταξιδεύεις από το Σουδάν παρέα μ’ ένα ζευγάρι Γερμανών τζιπάδων δεν είναι ούτε παράξενο ούτε επικίνδυνο… Το να έχουν ξαλαφρώσει την μοτοσυκλέτα σου από ένα βαρύ σακ βουαγιάζ είναι ένα ρίσκο μάλλον γι’ αυτόν που το μεταφέρει. Όμως το να βρεθεί το σακ βουαγιάζ κατά τον συνοριακό έλεγχο της Αιγύπτου στο όχημα οδηγού που συλλαμβάνεται με περίστροφο, σε μπλέκει σε περιπέτειες πιο επικίνδυνες κι απ΄ το δελτίο του Μega.

Γνωρίζοντας ότι οι τελωνειακοί στις Αφρικανικές χώρες σε κολλάνε σαν λιγούρικες βδέλλες για μπαξίς, τα «χώνω» ίσα και σταράτα στον ελεγκτή των αναχωρήσεων.
«Να σΕ δώσω 300 δολάρια και γίνομαι ατμός με το επόμενο καράβι για Ιορδανία…»
Με βλέμμα καυλωμένου κερκοπιθηκοειδούς, μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω σ’ ένα μικρό γραφείο όπου ένας τελωνειακός, με φάτσα που «έφερνε» στον μαφιόζο Sam «Momo» Giancana, μασουλούσε μια αλληλουχία από ψαροκροκέτες που τις πασπάλιζε με χούμους…
«Δώσε 500 δολάρια και ίσως μπορέσω να σε απαλλάξω απ’ την ταλαιπωρία να τρέχεις και πάλι στην Traffic Police», μΕ πέταξε συνωμοτικά ο πιθηκοειδής ελεγκτής, κάνοντας το ηθικό μου περντέ πιλάφ…
«Θρη χάντρεντ μπαξ» επέμεινα με προφορά και στιλ καουμπόυ στο Κάνσας…
«350» απάντησε με την αταραξία της πυραμίδας του Χέοπα… ενώ ο συνάδελφος στο βάθος του φώναζε κάτι ακατάληπτα αραβικά σαν να προσπαθούσε να βγάλει ροχάλα…
Η κακούργα η ανάγκη σκέφτηκα, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου σκηνές απ’ το «Εξπρες του μεσονυκτίου».
«Οk» ψιθύρισα μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό αλλά …ικανοποιημένος συγκρίνοντας αντίστοιχη διαπραγμάτευση με κάτι απαιτητικούς υπαλλήλους Πολεοδομικών γραφείων …που βρυχώνταν σαν πεινασμένες ύαινες!
Και οι δύο βγήκαν έξω. Ήρθε κι ένας τρίτος, γαλονάς, άνευ πηλικίου με σβέρκο κητοκαρχαρία . Μιλούσαν για 10 λεπτά.
Με πλησιάζει ο ελεγκτής και με ρωγμώδη λυγμό μΕ λέει «μπαντ νιούζ φορ γιου, αϊ κενότ ντου ένιθινγκ μάι φρεντ. Νο τράφικ κλίρενς νο μποτ. Δις ιζ δε ρουλς!»
Παθαίνω ψαϊκολότζικαλ κολάπσους… Λέω πάει τελείωσε για μένα…
Βάζω μπρος τη μηχανή και ξαναπηγαίνω στην TrafficPolice.
Η κατάσταση στους διαδρόμους ήταν εφιαλτική. Ατέλειωτες ουρές με φωνακλάδες κελεμπιοφόρους να διαγκωνίζονται για τη σειρά και μια μπόχα μεταξύ ληγμένου τραχανά και χημικής τουαλέτας πακιστανικού πλοίου… Ευτυχώς το γραφείο που μ’ ενδιέφερε είχε ένα γκισέ στο προαύλιο του κτιρίου και δεν είχε καθόλου κόσμο.
Δίνω το διαβατήριό μου σε μια στρουμπουλή υπάλληλο με φράντζα μαλλί meche blondeκαι μια μαντήλα με gold νήμα από την παρτίδα που πιθανολογώ ότι ράβεται κι ο Φλωρινιώτης.
Χτυπάει το σαραβαλιασμένο κομπιούτερ. Σε 30 δευτερόλεπτα παίρνει ένα μικρό χαρτάκι, κάτι γράφει, το σφραγίζει και μου το δίνει…
«Υour trafficclearence mister» μου λέει, σηματοδοτώντας το τέλος μιας αγωνιώδους εκκρεμότητας και κάνοντας την καρδιά μου να πετάρει σα να κέρδισα το τζόκερ!
Καβαλάω τη μοτοσυκλέτα και με φουλ γκάζια οδηγώ προς το λιμάνι. Πεντακόσια μέτρα από την πύλη, πατάω πάνω σε βρεγμένα σάπια σκουπίδια και χάνω τον έλεγχο της μηχανής. Με 3-4 ζίγκ ζάγκ και πολύ τύχη, την κρατάω όρθια και γλυτώνω τη μετωπική μ’ ένα σαράβαλο φορτηγό που δεν έκοψε καθόλου ταχύτητα βλέποντάς με να χορεύω «τσάρλεστον» με τη μοτοσυκλέτα…
Φτάνω στην πύλη του τελωνείου. Δίνω το χαρτάκι στον γνωστό ελεγκτή, που με κίνηση εκδοροσφαγέως το αρπάζει και μου κάνει νόημα να περάσω στον επόμενο έλεγχο.
Επτά ώρες αργότερα βρίσκομαι μέσα στο πλοίο, περιμένοντας την αναχώρηση στριμωγμένος σ’ έναν ελεεινό καναπέ, ψόφιος απ΄τη κούραση, ανάμεσα σε κάτι κελεμπιοφόρους με φάτσες …»national geographic»…
Κι εκεί που χαλαρώνουν οι νευρώνες του εγκεφάλου μου από το στρες και την αγωνία, από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούω στ’ αγγλικά να καλούν τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με αριθμό ΝΕΒ 83 να κατέβει αμέσως στην μπουκαπόρτα του πλοίου!!!
«Το εισιτήριο μου ‘πεσε απ’ το χέρι, είπα δεν γίνεται δεν είναι δυνατόν!» (για να παραφράσουμε και λίγο τους στίχους από «το προσκλητήριο» του Χριστοδουλόπουλου…)
Δραματική αναστροφή φάσης. Μου ‘φυγε η μαγκιά…»Τελειώσαμε» σκέφτηκα σε κατάσταση εξάχνωσης της ταξιδιωτικής μου λίμπιντο.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες με τρεμάμενα γόνατα, σαν να εκτελούσα χορογραφία του Σαρμπέλ, και κατευθυνόμενος προς την μπουκαπόρτα, πέρασε όλη μου η ζωή σε φλας μπακ!
Ανεπαισθήτως έριξα και μια πονετική ματιά στη μοτοσυκλέτα μου που ήταν παρκαρισμένη δίπλα σε κάτι κασόνια με φρέσκους χουρμάδες.
Πλησίασα στην έξοδο …κι ενώ περίμενα τη γνωστή σκηνή με τα 3-4 περιπολικά με περιστρεφόμενους φάρους, ανοιχτές πόρτες κι από πίσω αστυνομικούς να με σημαδεύουν με τα πιστόλια τους ουρλιάζοντας, βλέπω μια βλακόφατσα, ένα τελωνειακό ξυπόλυτο με πλαστική παντόφλα να μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Δίπλα του ήταν ένα σαραβαλιασμένο Suzuki DR600, μανιβελάτο, με προβιά στη σέλα και βέλγικες πινακίδες.
«Εσύ που ξέρεις από μηχανές, οδήγησέ το μέσα στο πλοίο, για να το στείλουμε ασυνόδευτο στην Ιορδανία» μου ζήτησε με αυτιστικά αγγλικά, κάνοντας τα νεύρα μου χορδές από σαντούρι και τη γλώσσα ναυτικό κόμπο…
Μισή ώρα αργότερα.
Ξαπλωμένος στο βρώμικο κατάστρωμα, εξαντλημένος άκουγα τις αλυσίδες από τις άγκυρες να γρυλίζουν και τις μηχανές του πλοίου να φουλάρουν κάνοντάς το να τρίζει σαν να ‘ναι έτοιμο να διαλυθεί.
Σε λίγα λεπτά αρχίζει να κινείται αργά στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας προς το λιμάνι της Aqaba.
Βλέποντας απέναντί μου μια παρέα φωνακλάδων Ιταλών υπό ακατάσχετη φωτοδιάρροια, να στέλνει κατά ριπάς αδιάφορες εικόνες του λιμανιού στο ιντερνετικό υπερπέραν…
…κι ακούγοντας παραδίπλα ένα βαρεμένο τύπο που προσπαθούσε με ούτι να παίξει το ριφ του «smoke on thewater»…
…έριξα μια τελευταία ματιά στο λιμάνι, έστρωσα το υπόστρωμα στο πάτωμα και…
.
.
…χωρίς καν να θυμηθώ το χρώμα των ματιών της …αποκοιμήθηκα.

Sudan%202010

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙV

Posted by vnottas στο 3 Φεβρουαρίου, 2015

Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Μεταλλινός από τη Θεσσαλονίκη, όταν του την δίνει, καβαλάει μια μοτοσικλέτα και χάνεται στην κίτρινη ανταύγεια των  εξωτικών δρόμων . Εδώ αφηγείται (με χιούμορ) το τελευταίο μέρος της πρόσφατης εξόρμησής του στις μακρινές Ινδίες.

1510791_779528302083376_1295594602279295614_n

 

6.30′  το πρωί. Ξυπνάω σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά…

Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω «mister mister» χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ …λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.

Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι’ αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί.

Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ’ ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι …δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.

Εγώ έχω «φορτώσει», χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ’ αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίδει το πνεύμα.

HPIM0737

Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι.

Μ’ ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ’ έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννιαμ…

Πέφτει σιωπή …ν’ ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!

Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ’ ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.

Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να …βγούν στις αγορές!

Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.

HPIM0585

Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια… Οι μαϊμούδες!

Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται…

Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.

Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία… Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.

Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ’ ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.

O ήλιος αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.

Πατάω τη μίζα… Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει…

Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης…

Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.

Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου χαρούμενος ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή.

Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30′ το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ… Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ’ ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα…

Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα…Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των «like») κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney’s Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία …είδα κόσμο και μπήκα.

To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.

Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν… Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα…

Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ’ το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh…

Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν …περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία …ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει!

Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος…

HPIM0825

Δελχί, 23/12/2014 11.30′. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό… Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!

Πριν απομακρυνθώ απ’ το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. «Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις…» και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστός μου στο fb. «Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα ‘ναι το άτομο» έλεγα από μέσα μου…

Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)…

Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη.

Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών…

Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ…

Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30′ το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιό μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό…

Τελικά, άξιζε ο κόπος…

Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κανα κινητήρα…

Καλούς δρόμους!

 HPIM0631

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙΙ

Posted by vnottas στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

Αφηγείται ο φίλος  Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0176

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no3

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε…

7.30′ είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγώ απ’ το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του …»στρατηγού ανέμου» και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια …»Chandigarh!» και «Grand Trunk!» Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί…

Χάνομαι σε πλατείες… Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως.

Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.

Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου…

…όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ’ αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλυστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ’ εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ’ αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη.

Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και την στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός… Ευτυχώς δεν χρειάζεται.

Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν’ αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.

Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ’ το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις …στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα…

Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου…

«Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες» είπα μέσα μου …κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ’ τα μπατζάκια του παντελονιου και πατάω τη μίζα…

HPIM0149

Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Έναν δρόμο όπου οι κανόνες οδήγησης είναι βγαλμένοι από την ζούγκλα του Βόρνεο…

Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο να στανιάρω από το σοκ αλλά δεν είμαι σε καλό το σημείο.

2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ’ ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.

Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες λαχανοκροκέτες, τεράστια τηγάνια με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος…

Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ’ έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά, γράφοντας σε στρατηγικό σημείο την ταξιδιωτική μου δίαιτα με ξηρούς καρπούς και παστέλια, αποφασισμένος να «την κάνω» χορτάτος άμα το αποφάσιζαν οι επουράνιοι εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα…

Δείχνω -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali. Κάθομαι σ΄ενα ξύλινο τραπέζι στην αυλή κι εξαφανίζω τα πάντα απ’ τα πιάτα μου, σ’ ένα άναρχο σαβούρωμα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ’ αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το «αμετάδοτον» της εμπειρίας.

Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια.

Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ… Μη τα κάνω όλα εγώ…

Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα.

Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali.

Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ’ ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar.

Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση.

Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, ήταν η αιτία να παραμένω επ’ αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν.

HPIM0525

Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ’ ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το ‘λεγε, εγώ δεν το άκουγα… Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi.

Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε… «Δείγμα δωρεάν…»

Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και με τα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.

Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω.

Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ…

Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφόρησε ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδυνό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.

Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ’ ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση…

Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα… Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.

Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα…

…zzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzzz

 HPIM0144

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής ΙΙ

Posted by vnottas στο 31 Ιανουαρίου, 2015

Αφηγείται ο Βασίλης (Μεταλλινός)

HPIM0910

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Package no2

Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore… Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ’ το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ’ ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα… Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκα και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ωρα 10.10′ Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ’ έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με μισόκλειστο βλέμμα εκδοροσφαγέως , βλέπει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ωρα 10.45′. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω… Με την double action formula …»αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) «, προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας… Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield …ο Ινδός βλέπει εαυτόν να εισέρχεται στους λιβαδεώνες της ντόλτσε βίτα… Δεν μ’ αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ… Συνηθισμένα πράματα…
Ωρα 17.30′. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού…
Είμαι χαλαρός και μ’ αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων…
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες.
Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ’ ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείληκτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα ‘κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης…
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου.
Ωρα 23.00′. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο…
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30′. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των …συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50′. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ’ ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ’ έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατεθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ’ αφήσει ήσυχο.
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην «αλλαγή» μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα…
Ωρα 9.00′. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα.
Ωρα 16.30′. Έχουμε τελειώσει με τα «no objection certificate format», «authorization», insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις… Με το κάτι τις φυσικά…
Ωρα 16.45′ Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το «blue lagoon boy» με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί… Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 18.00′. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν… Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse.
Ωρα 18.20′ Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana…
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής …αυτός που αποφασίζει είναι ο Accuweather.com

HPIM0047

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μοναχικός δίκυκλος ταξιδευτής Ι. Νοέμβριος 2014. Ινδία

Posted by vnottas στο 30 Ιανουαρίου, 2015

Από τις σημειώσεις του φίλου Βασίλη (Μεταλλινού)

HPIM0240

INDIA 2
Ταξιδιωτικές ιστορίες σε stand up συσκευασία.
Δεν περιέχουν γλουτένη.

Nοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάλυπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ’ αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend…»
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν’ αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει.
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου «κλείσει» ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή.
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι αρχίσαν τα όργανα… Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. «Φόρτωσα»…
«Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα… ?» αντιστέκομαι με ηρωισμό.
«Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ» γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
«Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου» του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.
Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ’ το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορa το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ’ το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω…
Μπαίνουμε σ’ ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα.
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ’ αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ’ ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που «έφερνε» σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο.
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι…
Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα…
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν’ αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρητιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς…
Τον προσπερνάω…
Ακούω πίσω μου…»γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ»…
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road…
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν’ αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ’ ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα…
Είμαι στην Ινδία, είμαι στα γράδα μου…

Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, «το κόβω» αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια…

…στους δρόμους όπου η περιπέτεια δεν παίρνει αντισυλληπτικά.

 HPIM0654

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Posted by vnottas στο 8 Νοέμβριος, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Τα ταξίδια είναι στιγμές…

Posted by vnottas στο 15 Απρίλιος, 2014

Στιγμιότυπα από παλιότερες μοτοσικλετικές περιπλανήσεις του φίλου αρχιτέκτονα/ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού

 

Τα ταξίδια είναι στιγμές…

Πολλές φορές αυτές οι στιγμές είναι σουρεαλιστικές…

ΣΥΡΙΑ, Χαλέπι 2008.

Σταμάτησα έξω απ’ το μικρό ξενοδοχείο… Σε δευτερόλεπτα μαζεύτηκαν καμιά 20αριά περίεργοι για χάζι και μουχαμπέτι… Μέχρι ν’ ανέβω να δω το δωμάτιο των 9 ευρώ, 4 κελεμπιοφόροι πήραν την μοτοσυκλέτα μου «σηκωτή» και την έβαλαν μέσα στον μικροσκοπικό χώρο της ρεσεψιόν! Ο τσιφ χαίρ στάιλιστ από γειτονικό μπαρμπέρικο, με το αλμπενί του Αλαουϊτη, φορώντας ριγέ έξτρασμολ Τ-shirt Roberto Cavalli και πλαστική σαγιονάρα με στρουμφάκια, μ’ ενημέρωσε ότι μετά τα μεσάνυχτα αναλαμβάνει καθήκοντα ρεσεψιονίστ και θα κοιμηθεί στο πάτωμα δίπλα στη μοτοσυκλέτα, παρόλο που δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος κλοπής. Κάποιος από το πλήθος μ’ ενημέρωσε για το μαγαζί με τα καλύτερα φαλάφελ, 2 φοιτητές Αγγλικής Φιλολογίας με κάλεσαν για φαγητό στα σπίτια τους, κάποιος ανέφερε το όνομα της Άντζελας Δημητρίου και ένας μαγκάκος με πονηρό βλέμμα αραβικού what’s up και αρίστης ορθοδοντικής χαμόγελο μου φώναξε: «Γιούρο 2004, Γιουνάν γκουντ τιμ! Νέξτ κάπ άφτερ 100 γίαρς!»
Οι συγκεντρωθέντες γέλασαν με το εξαιρετικό καλαμπούρι και κατόπιν διελύθησαν ησύχως…

1013495_628078550561686_1843275314_n

2008, IRAN. 

Η Χίλαρι Κλίντον βρυχάται σαν ύαινα, από τα τηλεοπτικά briefing των πεθαμενατζήδων της ενημέρωσης, απειλώντας να σβήσει από τον χάρτη το Ιράν… Από την άλλη, ο Αχμαντινετζάντ και λοιποί jazz της Ιρανικής τηλεοπτικής μπάντας, απειλούν τις ΗΠΑ με «πόλεμο χωρίς όριο», κουνώντας το δάχτυλο και κάνοντας τα νεύρα της διεθνούς κοινότητας …χορδές από σαντούρι!
Ιν δε μιντάϊμ, γράφοντας αμφοτέρους σε …στρατηγικό σημείο, διασχίζουμε την έρημο Dash e Kavir για να καταλήξουμε μετά από 1000 χιλιόμετρα σε ψαροταβέρνα στην Κασπία, καμιά 50αριά χιλιόμετρα από το Τουρκμενιστάν.
Παρκάροντας τις μοτοσυκλέτες στο VIP πάρκιν, οι θαμώνες μας φωτογραφίζουν με επιφωνήματα άκρατου ενθουσιασμού, σαν να κάναμε πασαρέλα σε ντεφιλέ της Σίλιας Κριθαριώτη…

1656311_630707526965455_671441232_n

1013307_630708286965379_245651803_n

 Oasis Dakhla 2010, Αίγυπτος.

Η ζέστη δεν δείχνει τον παραμικρό οίκτο… Σταματάω ν’ αγοράσω 1-2 μπουκάλια νερό όταν χτυπάει το κινητό.
«Κύριο Βασίλη, πάρε με τελεφόν. Προμπλέμα!» Η χαρακτηριστική προφορά της ορεινής επαρχίας Δυρραχίου, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι είναι ο Μουράτι ο μάστορας κι έχει πρόβλημα με την κατασκευή της περίφραξης στο κάντρυ χάουζ του Χολομώντα.
Αποφασίζω να βρώ κατάλυμα για διανυκτέρευση και σταθερό τηλέφωνο ή ίντερνετ για να λύσω το πρόβλημα.
Αγοράζω 2 μπουκάλια νερό από το μαγαζάκι του κελεμπιοφόρου, στη γωνία. Τον ρωτάω για ίντερνετ και φτηνό δωμάτιο και το πρόσωπό του φωτίζεται μ’ ένα χαμόγελο ρωμαίου τοκογλύφου… Χρησιμοποιώντας την υψηλή τέχνη της ολικής αλείψεως με σάλιο, μΕ προτείνει να πάω στο διαμέρισμά του στον επάνω όροφο και να χρησιμοποιήσω το κομπιούτερ του, όση ώρα θα ετοιμάζει το δωμάτιό μου στο ισόγειο.
Ανοίγει την πράσινη πόρτα για να βάλω μέσα τα πράγματά μου, ενώ φωνάζει σ’ ένα πιτσιρικά με φράντζα παρελθούσης δεκαετίας, να αδειάσει έναν αποθηκευτικό χώρο από δεκάδες πλαστικά γκιούμια αιγοπρόβειου γάλακτος.
Μέχρι να βγάλω τα πράγματά μου από της βαλίτσες της μοτοσυκλέτας, ο κελεμπιοφόρος με κινήσεις εξαισίου εικαστικής δεινότητος, διακοσμεί τον χώρο με κάτι βρωμερούς καναπέδες κι ένα ετοιμόρροπο κρεββάτι.
«Και το κόστος του …δωματίου?» ρώτησα υπό πλήρη ματαιογνωσία…
«85 ευρώ!» Ακούστηκε his master’s voice…
«Εκλιπαρώ την συγγνώμη σας?» Ψέλλισα στραβοκαταπίνοντας.
Επί τριάντα απλανή έτη, μπαινόβγαινα σε Πολεοδομίες, αρχιτεκτονικές επιτροπές και λοιπούς οίκους ανοχής και το δούλευα καλά το πετάλι…
«10!» του πέταξα με θράσος, σαν να βίωνα σενάριο ταινίας του Ιντιάνα Τζόουνς!
«35!» μΕ λέει με το γνωστό αραβικό double action ύφος απογοήτευσης κι απελπισίας… λες κι ετοιμαζόταν να πέσει στις γραμμές του τραίνου!
Με αποφασιστικότητα λοχαγού της Φρουράς του Διαβόλου στην Ινδοκίνα, σηκώνω τα συμπράγκαλά μου και κατευθύνομαι προς την μηχανή.
«15!» Οkey? Ακούω να ψελλίζει ο κελεμπιοφόρος σε στάση εδαφιαίας μετάνοιας.
Παρκάρισα μέσα στο …δωμάτιο και την μοτοσυκλέτα, έβγαλα 85 αιγυπτιακές λίρες (γύρω στα 12 ευρώ) και του έκανα νόημα παντομίμα να μΕ οδηγήσει στο κομπιούτερ.
Έπρεπε να δω επειγόντως τι πρόβλημα είχαν δημιουργήσει οι κάτοικοι του χωριού στον Μουράτι… γιατί εκτός από την κτηνοτροφία και την αμπελουργία ασχολούνταν και με την συστηματική καταγγελία πολεοδομικών και μη παραβάσεων.
Ο κελεμπιοφόρος με οδήγησε πίσω στο μικρομάγαζο, σ΄ένα σαραβαλιασμένο κομπιούτερ.
«Internet is extra, my friend», μΕ πέταξε ενώ ένα λευκό κατσίκι μπήκε στο μαγαζί και στάθηκε δίπλα του.
«3 ευρώ η ώρα, οkey?» Συμπλήρωσε με βραχνή φωνή…
«1 ευρώ!» του απάντησα γνωρίζοντας ότι πληρώνω τα τριπλά…
Άρχισα να πατάω τα πλήκτρα κάνοντας τη σκέψη ότι έμπλεξα με …κελεμπιοφόρο «παρ’ αρίω τράγω»…

10157167_660648027304738_5344183116842577302_n (1)

10152524_660648240638050_3629651220926017466_n (1)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στις μυστηριώδεις Ινδίες ΙΙΙ (τρίτο και τελευταίο)

Posted by vnottas στο 21 Δεκέμβριος, 2013

Το τελευταίο μέρος της (εικονογραφημένης) αφήγησης του Βασίλη Μεταλλινού σχετικά με τις ινδικές μοτοσικλετιστικές του περιπέτειες. Για τον εγκλιματισμό πρόσθεσα στο τέλος ακόμη ένα ¨μεταγλωττισμένο¨ ιονεσκικό Μπόλιγουντ.

«Πως είναι το Δελχί, Βασιλτζίκ efendi?» μΕ ρώτησε η Γκιουλέν εκβάλλοντας βαθύ αναστεναγμό και τακτοποιώντας μια μελιτζανί τούφα στο κεφάλι της…

«‘Άλλη μια συνέχεια των αιωνίως ατελών ταξιδιών μου, sevgili Gulen… Τελικά, δεν έφτασα ποτέ στο Δελχί… Η ταξιδιωτική παλίρροια με παρέσυρε νοτιότερα μέχρι την Kerala και συγκεκριμένα στο Kochin, να μασουλάω μαγειρεμένα ψάρια και καβούρια με σάλτσα «μάσαλα» από πλανώδιους ψητάδες του δρόμου. Κάποιο τσάκρα της γαστέρας, φαίνεται έσπασε εκεί και σταμάτησα την 20ήμερη μονοφαγία κάσιους και μπανάνας!»

Nepal-India 655

Nepal-India 661

Nepal-India 711

O Ερντεμίρ άναψε τσιγάρο. Ρούφηξε την τελευταία γουλιά του καφέ του μ’ ένα κοχλάζον γουργουρητό και είπε …»Με μπέρδεψες καρντές…»
«Από τη Γκόα, στο Παντζίμ, νοίκιασα μια μηχανή και διέσχισα την επαρχία Καρνατάκα και Κεράλα, νότια μέχρι το Κότσιν, όπως σΕ είπα. Ήταν ένα εκπληκτικό ταξίδι, σχεδόν παραλιακά, διανυκτερεύοντας σε καλαμένιες ή από κόντρα πλακέ καλύβες, δίπλα στην Αραβική θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό, με 3-3,5 ευρώ το βράδυ. Αυτά τα μέρη είναι στέκια Ευρωπαίων κι Αμερικανών free τυπάδων, που νοικιάζουν 5-6 άτομα μια μεγάλη καλύβα με 7-8 ευρώ το βράδυ (δηλ. περίπου 1 ευρώ το άτομο) τρώνε στα τοπικά ρεστοράν κάτι τεράστιες μερίδες ριζιού ή νουντλ με λαχανικά με 40 λεπτά και τη βγάζουν κανά εξάμηνο ροκανίζοντας ούτε το μισό επίδομα ανεργίας. Μπάφοι, μπύρες και γερά πάρτυ, γενικώς στην ημερησία διάταξη…»

Nepal-India 531

Nepal-India 534

Nepal-India 540

«Και μετά?» ρώτησε με κελάηδημα τσίχλας, η Γκιουλέν.
«Απ’ το Kochin, Bangaluru, Hampi, Hiderabad, Aurangabad, Gandhinagar. Εκεί πήρα την απόφαση να μην συνεχίσω άλλο προς τα πάνω αλλά να παραδώσω την Royal Εnfield 350 bullet στην Βομβάη, στον άνθρωπο που μΕ τη νοίκιασε και να φύγω χωρίς πίεση και άγχος για Σαλονί»

Nepal-India 571

Nepal-India 614

Nepal-India 624

«Καλή η Enfield καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ.
«Η πρώτη που νοίκιασα, ήταν μια 350 παλιά, με ποδόφρενο στ΄αριστερά και ταχύτητες δεξιά. Με ταλαιπώρησε αφάνταστα το σανζμάν, σε σημείο που μετά από 60 περίπου χιλιόμετρα, κόλλησε στην τρίτη ταχύτητα! Με UHU σΕ λέω… Δεν έβγαινε με τίποτα. Έσβησε το μοτέρ που είχε «ανάψει» στους 40 υπό σκιά και χωρίς μίζα, μόνο με μανιβέλα και συμπλέκτη δεν «έπαιρνε» με τίποτα! Εκεί σταμάτησα ένα Γάλλο που οδηγούσε μία δική του 350άρα, καινούργια με μίζα. Αυτός με βοήθησε, με φιλοξένησε στην καλύβα του στη Βόρεια Καρνατάκα και μΕ νοίκιασε την δική του για το υπόλοιπο του ταξιδιού μου. Αυτός ήδη είχε γυρίσει όλη την Ινδία για ένα 6μηνο, είχε κάνει 17000 χλμ και την πουλούσε για να φύγει στην Γαλλία. Έτσι από την κόλαση της παλιάς (μιας μαύρης στη φωτό) Enfield bullet 350, βρέθηκα με μια εξαιρετική σε λειτουγικότητα μιζάτη, που δεν έκανε τσικ…»

Nepal-India 503

Nepal-India 667

«Και πως νοικιάζεις μηχανή σ’ αυτές τις χώρες, καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ, κάνοντας μια ερωτηματική χειρονομία με τη χερούκλα του …που ήταν σε μέγεθος κουπιού γόνδολας.
«Αυτό είναι μεγάλη ιστορία! Οι Ινδοί είναι εκ βλαστοκυττάρων απατεωνίσκοι! Δεν έχουν μπέσα, δεν τηρούν το λόγο τους και στις συναλλαγές τους ο Ντίλιγκερ φαντάζει με ιεραπόστολο… Τους ξένους τους ξεσκίζουν και δεν υπάρχει περίπτωση να σΕ επιστρέψουν την χοντρή εγγύηση των 500+ ευρώ που καταβάλεις με το συμφωνητικό, προφασιζόμενοι ότι προξένησες ζημιές είτε εξωτερικά είτε στα μηχανικά μέρη… Υπάρχει κι ένα ακόμα πρόβλημα, ότι οι νοικιασμένες μηχανές έχουν διαφορετικό χρώμα πινακίδας και δεν επιτρέπεται να βγούν έξω από την επαρχία που ανήκουν. Ένας είναι ο τρόπος! Αγορά από 2 σοβαρές εταιρίες που έχουν έδρα στη Βομβάη και στο Δελχί. Υπάρχει συμβόλαιο, το πιό συνηθισμένο, που υποχρεούται να την ξαναγοράσει ο πωλητής στο 60% της αξίας που την πούλησε. Άρα, για φαντάσου να την χρησιμοποιήσεις πχ 3 μήνες, να την έχεις αγοράσει 1000 ευρώ και να σΕ βγεί στο φινάλε όλη η ιστορία 400 ευρώ …και με δικιά σου μηχανή! Ενδεικτικά σΕ λέω ότι το πολύ καλό Bajaj avenger που είχα νοικιάσει στο Νεπάλ, στοιχίζει στην Ινδία καινούργιο 750 ευρώ! Άλλος τρόπος, ενοικίαση μόνο από ιδιώτη.
Στο Νεπάλ τα πράγματα είναι πιό εύκολα, γιατί είναι μικρή χώρα, με σφιχτό έλεγχο και η εγγύηση είναι στα 150 ευρώ. Άλλωστε εκεί δεν μένεις παραπάνω από δεκαήμερο και με το χαμηλό ενοίκιο των 6-8 ευρώ/μέρα γίνεται η δουλειά.

Nepal-India 617

Nepal-India 618

Nepal-India 625

«Βρε τους σερσερήδες τους Ινδούς!» είπε η Γκιουλέν συνοφρυωμένη με ύφος …λες και προανήγγειλε την πρόωρη έλευση των μουσώνων!
«Σε χάλασε κανένας το ταξίδι σου τζάνουμ Bασιλτζίκ?» συμπλήρωσε.
«Πέρασε τόσος καιρός και είμαι ακόμα σε κατάσταση νιρβάνα. Ταξίδεψα ομογενοποιημένος μέσα στη πλέμπα επί ένα μήνα, σε άλλη διάσταση, μακριά από τα βαριετέ της βελάζουσας νεοπλουτίστικης μαρμάγκας. Έζησα σκληρές εμπειρίες και είδα απίστευτες εικόνες σε μια χώρα διασωληνωμένη στο ράντσο της φτώχειας της υπομονής και της καρτερίας. Απόλυτα ικανοποιημένος από τις ήπιες μορφές κινητικής ενέργειας που χρησιμοποίησα, γλύτωσα και το εκκωφαντικά χαριτωμένο
 … “From Greece, on this motorcycle? Are you f u c k ing kidding me?”*με ανασηκωμένο φρύδι, ελεγχόμενα αναπάντεχη απορία και Σαιξπηρική προφορά!
Μ΄ένα προϋπολογισμό μικρότερο από βοήθημα πλημμυροπαθούς του Έβρου, σε αδιάκοπη κίνηση, μέσα στην απεραντοσύνη των διαδρομών με τις αντισυμβατικές κουλτούρες και συμπεριφορές, είμαι πραγματικά ευτυχής που όλα πήγαν τελικά καλά!»
 
*κλασσικό κλισέ, όταν σε βλέπουν να ταξιδεύεις με τη μοτοσυκλέτα σου σε μια μακρινή χώρα 

Nepal-India 821

Τέλος
*

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης στις μυστηριώδεις Ινδίες (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 20 Δεκέμβριος, 2013

Στο προηγούμενο: Ο Βασίλης, καθώς ασχολείται με αγροτικές εργασίες στον Χολομώντα, δέχεται την επίσκεψη ζεύγους φίλων του μοτοσικλετιστων από την ανατολή και αρχίζει να τους αφηγείται εντυπώσεις από την τελευταία του απόδραση στις Ινδίες. (Με ένα κλικ πάνω τους οι φωτογραφίες μεγαλώνουν).

Για να μπούμε ευκολότερα στο ινδικό κλίμα σας πρόσθεσα και μια ιδέα γιουτουμπικό Μπόλιγουντ (γιατί έχει και η μεταγλώττιση τα ωραία της!)

*

«Πως είναι οι δρόμοι στο Νεπάλ, καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ με έντονο ενδιαφέρον ενώ η Γκιουλέν μετά τον μπάφο έστρωσε κεφάλα και με παρακολουθούσε με το βοδίσιο βλέμμα της μαστούρας…
«Εδώ τα πράματα αγριεύουν καρντές! Μπορεί να σΕ τύχουν τα πάντα… Από λακκούβες-παγίδες ελεφάντων, ιερές αγελάδες στη μέση του δρόμου, κοπάδια με ζώα που σΕ κάνουν «σορπράιιιιιζ» και οδηγούς που προσπερνούν σαν ημιπαράφρονες πιλότοι καταδιωκτικού, μέχρι σπόρους από σιτάρι, καλαμπόκι κλπ πάνω στην άσφαλτο για να τους πατήσουν τα φορτηγά και να τους …αλέσουν! Για δες αυτές τις φωτό…» του είπα γυρίζοντας το λάπτοπ προς την πλευρά του.
«Όπως φαίνεται καθαρά στη δεύτερη φωτό, το φορτηγό πέρασε την τελευταία στιγμή στο ρεύμα του (αριστερά) αλλά με τον απότομο ελιγμό βγήκε από την άσφαλτο στο χωμάτινο έρεισμα και παλεύει να το επαναφέρει στα ίσα… Εν τω μεταξύ το μηχανάκι πάει καρφί για προσπέραση και περνάει ανάμεσα στο λεωφορείο και την …ιερή αγελάδα. Και μια μικρή λεπτομέρεια… Όλοι οι συμμετέχοντες στην κυκλοφοριακή παρτούζα τρέχουν και κορνάρουν! Αυτός είναι ο μεγαλύτερος δρόμος του Νεπάλ που συνδέει το Κατμαντού με την Ποκάρα γύρω στα 180 χλμ, η Prithvi highway! Ά…και η κυκλοφορία γίνεται ανάποδα, στ’ αριστερά!» του εξήγησα και σηκώθηκα να φέρω μερικές μπύρες ακόμα απ’ το ψυγείο.

996188_534391386597070_1000659725_n

1016579_534394249930117_1537641214_n

 «Δώσε φωτογραφίες, καρντές!» μΕ είπε ο Ερντεμίρ κι άνοιξε 2 μπύρες. 

Nepal-India 207

Nepal-India 223

Nepal-India 293

«Τσόκ γκιουζέλ» αναφώνησε ο Ερντεμίρ και γέμισε με μπύρα το ποτήρι του… 

Nepal-India 302

Nepal-India 320

Nepal-India 326

Η Γκιουλέν -ξαναμμένη από τους μπάφους- σηκώθηκε από την κουνιστή πολυθρόνα, ήρθε πίσω από την καρέκλα του Ερντεμίρ κι έσκυψε πάνω του ως  αμπέλωψ ευκληματούσα, ψιθυρίζοντάς του να πάνε για ύπνο… Ο Ερντεμίρ έβαλε στο λάπτοπ άλλες 3 φωτογραφίες, χαμογέλασε λάγνα στη Γκιουλέν με νόημα, γρύλλισε κάτι στ’ αυτί της και χάθηκαν αγκαλιασμένοι τρεκλίζοντας στο υπνοδωμάτιο που τους παραχώρησα…

Nepal-India 089

Nepal-India 097

Nepal-India 104

Κυριακή πρωί, Ζάππειο Χολομώντος (καταφύγιο του συγγραφέος με 75 βινύλια του Φράνκ Ζάππα). Ανοιχτό το λάπτοπ με ταξιδιωτικές φωτό και χαλαρό καφεδάκι με τον Ερντεμίρ, ενώ στο πικαπ παίζει το «Chungas Revenge» του …Ζάππα.

images (17)

Το πατατράκ της βαρεμάρας έκανε γρήγορα την εμφάνισή του στο πρόσωπο του Ερντεμίρ, που μ’ ένα τικ στο μάτι με συχνότητα εκκρεμούς και κάτι σπασμούς στο αριστερό μάγουλο, προσπαθούσε να με κάνει να αναθεωρήσω τις πρωινιάτικες μουσικές μου επιλογές… 

Nepal-India 046

Nepal-India 139

Nepal-India 322

«Έχω τις φετινές επιτυχίες της Fedaye Lacin… να σου δώσω το mp3 να τις ακούσουμε? Άμα δεν σ’ αρέσει καρντές, θα το σταματήσω» …μΕ τον έριξε τον δράκο ο Ερντεμίρ
«Ας την ακούσουμε και την Fedaye…» είπα με μια αίσθηση αταραξίας και στωικότητας, συμπληρώνοντας ότι…
«…δεν θα ‘χω κανένα πρόβλημα, καρντές, ν’ ακούσω την άγνωστή μου Τουρκάλα αοιδό. Δεν μΕ τρομάζει τίποτα πιά… έχω ακούσει τα πιό απόκοσμα ρεφρέν, όπως αυτό που λέει …ότι «το όνειρο ζωής κάθε μοτοσυκλετιστή είναι να κατακτήσει το Νordkapp» και τινά ακόμη άκρα του νεοεποχίτικου ταξιδιωτικού ορίζοντος!»

Nepal-India 124

Nepal-India 144

Nepal-India 277

Ο Ερντεμίρ άναψε τσιγάρο και ρολάρισε τις φωτό στο λάπτοπ…
Πριν καλά-καλά τελειώσει το θρηνώδες βιολί στην εισαγωγή του «aglaram», τράβηξε αναστενάζοντας μια γερή τζούρα απ΄το τσιγάρο του και με ρώτησε…
«Καλά όλα αυτά, καρντές! Αλλά εσύ δεν έχεις όνειρο ζωής να πας στο …»
«Ερντεμίρ, άμα δεν είχε πάει ο mcGregor, εσύ θα νόμιζες ακόμα ότι το Magadan είναι υγρό κρεμοσάπουνο για την ευαίσθητη περιοχή!»
τον έκοψα με κόκκινο, σε ελεγχόμενα σαρκαστικό τόνο.
«Μπ..» κόμπιασε τραβώντας μια γερή τζούρα και συμπλήρωσε …»γιατί αποκλείεις Βασιλτζίκ efendi, ν’ αρχίσεις να ονειρεύεσαι κι εσύ …»
«Ερντεμίρ καρντές, νοιώσε συμπόνια για την άγνοιά μου σ’ αυτόν τον κενό γρίφο που λέγεται ταξιδιωτικός προορισμός. Είμαι αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίσω το πεπρωμένο μου, μακριά από τα χωράφια του ταξιδιωτικού νεοεποχίτικου δογματισμού. Με την ευκαιρία, να σΕ δηλώσω ότι ζητώ την εξαίρεσή μου από το συγκεκριμένο όνειρο ζωής.» είπα ακούγοντας βήματα…
Η Γκιουλέν εμφανίστηκε ανεβαίνοντας από την σκάλα κι έσκυψε να φιλήσει τον Ερντεμίρ, όταν μια ακτίνα φωτός ανέδειξε τις απερίγραπτες φυσιογνωμικές της προεκτάσεις, που με θύμισαν κάτι από την ασπρόμαυρη ταινία του «Λυκάνθρωπου»!
«Günaydın!» είπε μετά χαμογελώντας σε μένα και πήγε κατευθείαν στο μπρίκι να ετοιμάσει καφέ.

Nepal-India 024

Nepal-India 156

Nepal-India 324

«Τι κάνουν όλοι αυτοί με τα μπετονάκια στη φωτογραφία, καρντές?» με ρώτησε με απορία ο Ερντεμίρ…
«Απλά, δεν είναι δεδομένο ότι στο κέντρο του Πατάν (πληθυσμός 250.000 κάτοικοι), υπάρχει παντού δίκτυο ύδρευσης… Όπως επίσης, στο κέντρο του Κατμαντού ένα κρεοπωλείο δεν είναι δεδομένο ότι έχει ηλεκτρικό ρεύμα… Μήπως τελικά, έχουμε πολλά δεδομένα σ’ αυτή τη ζωή καρντές?»

Nepal-India 094

Nepal-India 338

«Η Ινδία είναι σ’ αυτή τη φωτογραφία?» ρώτησε η Γκιουλέν, ενώ καθότανε στην κουνιστή πολυθρόνα σε κατάσταση μακαριότητας.
«Eίναι το Gateway of India, στη Βομβάη των 18.000.000 κατοίκων, στο νότιο τμήμα της πόλης. Ήταν ένα απλό -εγκυκλοπεδικής φύσης- πέρασμα από την περιοχή, όπου συναντάς πανάκριβα μπαρ και ρεστοράν, που συχνάζουν παραγωγοί και στάρς του Bollywood, μαφία, αντιπροσωπείες της Rolls Royce και της Daimler… Στη συγκεκριμένη περιοχή απαγορεύονταν μέχρι και η κυκλοφορία των autorickshaws, των κλασσικών τρίκυκλων κιτρινόμαυρων ταξί. Όπως ήταν φυσικό, σαν ρέκτης της ακατέργαστης ταξιδιωτικής εμπειρίας, τον χρόνο μου τον αφιέρωσα στις γύρω τενεκέ-μαχαλά φτωχογειτονιές, που για να φτάσεις απ’ το προαναφερθέν μνημείο με τη μηχανή, ήθελες κανά δίωρο…

Nepal-India 359 (1)

Nepal-India 361

«Σε ποιά μέρη πήγες καρντές?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ, μασουλώντας με βουλιμία ένα μεγάλο κομμάτι τσουκνιδόπιτας, σαν να αναπαριστούσε πειστικά…το τάισμα της τίγρεως της Βεγγάλης!
Διέσχισα την επαρχία Μaharashtra και κατέβηκα Goa για να νοικιάσω μηχανή από ιδιώτη και με σκοπό να κατευθυνθώ προς το Δελχί, όπου στο τέλος του ταξιδιού θα ‘φηνα τη μηχανή σε μια μεταφορική εταιρία και θα πετούσα απ’ εκεί για Σαλονί.

Nepal-India 356

Nepal-India 352

Nepal-India 412
Σημείωση: Η δεύτερη φωτό δεν είναι θολή. Στο Νεπάλ και την Ινδία, δεν μαζεύουν τα σκουπίδια… Τα καίνε μπροστά στα σπίτια και στα μαγαζιά τους. Στη φωτό η ατμόσφαιρα είναι εφιαλτική από τους καπνούς, στις 8 η ώρα το πρωί…

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Εδώ είμαστε πάλι… (Ο Βασίλης στην Ινδία Ι)

Posted by vnottas στο 16 Δεκέμβριος, 2013

Εντάξει, έπεσε άπνοια κι ακεφιά κι έτσι για μερικές εβδομάδες το Ιστολογοφόρο έμεινε ακίνητο να λιμνάζει στις χειμωνιάτικες ομίχλες. Όμως μερικοί από τους φίλους που συνταξιδεύουν μαζί μου (όπως ο Ηλίας, ο Νίκος, ο Βασίλης), φρόντισαν να μεταφέρουν στο κατάστρωμα πνοές γραφής και άλλα λεκτικά καύσιμα κι έτσι βάζουμε (αμετανόητοι) πάλι μπρος.

Λέω να αρχίσουμε, -έτσι, για να πάμε κόντρα στη δυσθυμία,- με (εικονογραφημένα) στιγμιότυπα από μοτοσικλετιστικές περιπέτειες (ή τι συμβαίνει όταν ο Βασίλης Μεταλλινός ξανασυναντάει το δίτροχο ζευγάρι των φίλων του από την Ανατολή και τους εξιστορεί τις εντυπώσεις του από τον πρόσφατο γύρο των μυστηριωδών Ινδιών με ινδικό μηχανάκι).

images

 Βασίλης Μεταλλινός :

Aπό τη μάντρα του τσομπάνη στην Ήπειρο …στα μάντρα των Ινδουιστών στη Μαχαράστρα.

(Και για την  εικονογραφιση φρόντισε ο ίδιος )

Σάββατο απόγευμα, ώρα 7.30’…

Μιά σαράβαλη μαύρη 1100 GS, με “τελειωμένα” σανζμάν και εξάτμιση, που ακούγονταν σαν πολεμικό Αlbatros του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μπήκε στο κτήμα του Χολομώντα… Ένα ανόητο ξεδοντιάρικο χαμόγελο στο κράνος του οδηγού και μια φάτσα που έμοιαζε με κάτι σχετικό από μενού ψαροταβέρνας στο κράνος του συνοδηγού, έκαναν την εμφάνισή τους, μόλις ακινητοποιήθηκε η μηχανή στο ένα μέτρο…
Παραλίγο θα έκανα φέτες το μπροστινό λάστιχο με το θαμνοκοπτικό.
Έσβησα. Έσβησε.
Σήκωσα ζελατίνα. Σήκωσαν ζελατίνες…
“Βασιλτζίκ efendi!!!!!!!!!” φώναξε η Γκιουλέν κι έβγαλε το κράνος.
“kardeş” ψέλλισε με τον γνωστό ρωγμώδη λυγμό ο Ερντεμίρ και μ΄αγκάλιασε…
“Τι έγινε τ’ αμάξι το Dogan, ρε Ερντεμίρ?”
“Μας το κόψανε στο ΚΤΕΟ στο Βέλγιο…” είπε μ’ ένα αίσθημα υπαρξιακής σύγχυσης, που προκαλούσε η έντονη επίγνωση του απρόβλεπτου της ζωής, και δεν μπορούσε να την ανακουφήσει ένα κοινό tavor των 2,5 mg…
Κούνησα με ύφος “triple action” -έκπληξης, θλίψης, κατανόησης- το κεφάλι μου και ρώτησα:
“…και η GS?”
“Aυτή την χάρισε ένας πελάτης της Γκιουλέν που ερχόταν κάθε 2 μέρες για το φλιτζάνι. Όταν έφευγε του πάσαρα μερικά μπουκαλάκια από το θαυματουργό αφροδισιακό με τους αποξηραμένους όρχεις βουβάλου… Τελικά, μετά από 20 συνεδρίες έβγαλε …κέρατα και δεν του ‘μπαινε το κράνος…» 

cowman

Βράδυ… 9.45′
Χολομώντας…
Βεράντα, λάμπες θυέλλης, αρωματικά ρεσώ, κατάσταση ατμοσφερίκ …και η φωνή της Amy Winehouse στο “you know i’m no good”, μπερδεύονταν βάναυσα με τις απόκοσμες παραφωνίες του Ερντεμίρ και της Γκιουλέν…
Τα 15 τενεκεδάκια FIX, ήδη τους έκαναν να τραγουδούν σαν σουρωμένοι χούλιγκανς, τον ύμνο της Φενέρ Μπαξέ …σε στιλ τζάζ!
Ο βαρύς παφλάζων ήχος των εν βρασμώ σπαγγέτι, πάνω στο καμινέτο υγραερίου, στη μέση του τραπεζιού, έκανε την Γκιουλέν να ξανακοιτάξει το ρολόι της…
“Σε 3 λεπτά τα βγάζω! Βασιλτζίκ efendi ετοίμασε το σουρωτήρι…” γρύλισε με πεινασμένο ύφος, που στο ημίφως των λαμπών θυέλλης και των σκιών του δάσους, φάνταζε σαν να προανήγγειλε το …ολοκαύτωμα!
“Nοιώσε συμπόνια για την άγνοιά μου Γκιουλέν, αλλά δεν ξέρω που το ‘χει τακτοποιήσει η σύζυγος… Αυτές είναι λεπτομέρειες, στο έπακρον διακοσμητικές και μη κατανοητές από μη ειδήμονα νου!” γρύλισα, υπαινισσόμενος ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να μαντέψει κανείς την λογική της συζύγου μου, θα τον οδηγούσε στον στιγμιαίο χρόνο …που φτάνει για να περάσεις από την ηρεμία στο φρενοκομείο…
“Μην ανησυχείς Βασιλτζίκ efendi” φώναξε ο Ερντεμίρ και έβγαλε από την παλιά 1100GS την αλουμινένια πλαϊνή βαλίτσα, γνωστής ουρανοπαρμένης εταιρίας, την ξέπλυνε στα γρήγορα στο νεροχύτη και με την ψυχρή αυτοκυριαρχία κοσμοναύτη του Σογιούζ, έγνεψε στην Γκιουλέν να σουρώσει εκεί τα σπαγγέτι…
Σε λίγα λεπτά τρώγαμε μια εκπληκτική σπαγγετάτα “αλ πέστο”. Tέτοιο γλυστερό ζυμαρικό δεν έχω ξαναφάει…
“Το μυστικό είναι ένα! Το σωστό σούρωμα, καρντές και το λίγο νερό που κρατάει η βαλίτσα στον πάτο, που δεν τ’ αφήνει να κολλήσουν” μΕ είπε μπουκωμένος ο Ερντεμίρ.
“Oι Ιταλοί ξέρουν από μακαρονάδες! Στην υγειά του Herb(*)” φώναξα σηκώνοντας ένα κουτάκι FIX, κάνοντας την Γκιουλέν να μΕ κοιτάζει με απορία, διακόπτοντας το μάσημα μιας τεράστιας μπουκιάς ζυμαρικών…

spaghetti-al-pesto
Ωρα 1.15’…
Ο Ερντεμίρ με μισοκλεισμένο βλέφαρο και βαθύ πηκτώδες περισπούδαστο ύφος, άνοιξε μία Primator.
«Γιατί δεν πήγες με την Africa στην Ινδία?» μΕ ρώτησε ξαφνικά με αυστηρή φωνή, σαν του μουλά Μοχάμεντ Ομάρ, όταν διαβάζει θρησκευτικά μηνύματα από μεντρεσέ του Κανταχάρ…
“Που να σΕ εξηγώ, ρε Ερντεμίρ” είπα ανεβάζοντας το φυτίλι της γκαζόλαμπας για να μην σβήσει.
«Είμαι απελπιστικά ανυπόμονος να μας τα πεις, Βασιλτζίκ efendi» είπε κοιτάζοντας στα ανατολικά του Χολομώντα μια αστραπή σαν καρδιογράφημα να φωτίζει τον ουρανό….

(*) Όνομα ιδιοκτήτη πανάκριβης εταιρίας αξεσουάρ περιπέτειας 

Nepal-India 006

«Αυτό το χειμώνα οι Πακιστανοί εκτός από το χόκεϋ επί χόρτου, ασχολήθηκαν εντατικά και με τις απαγωγές ξένων… Μόνο τον Mάρτιο που σκόπευα να περάσω, είχαν μπαγλαρώσει 4 νταλικέρηδες και 2 νεαρές Τσέχες τουρίστριες. Άμα το συνδυάσεις και με το ότι ταξίδεψα με τη «βασίλισσα» στο Ιράν πριν 5 χρόνια …το σενάριο για ενοικίαση μιας Bajaj ή μιας Enfield για κανα μήνα στην Ινδία, άγγιζε τις παρυφές του ταξιδιωτικού ρασιοναλισμού…» είπα, ψάχνοντας στο laptop για μερικές φωτογραφίες…
«Τι είναι ο ρασιοναλισμός?» ρώτησε ο Ερντεμίρ, ρουφώντας την Primator σαν λιγούρικια βδέλλα.
«Και βάλε και καμιά φωτογραφία…» συμπλήρωσε μ’ ένα ρέψιμο με ήχο ξεβουλωμένου ορειχάλκινου σιφονιού, κάνοντας ένα κουνούπαρο που βούιζε σαν μονοκινητήριο περιστρεφόμενος γύρω από την απόκοσμη καράφλα του, να πέσει λιπόθυμο στο τραπέζι….

Kαι πως ταξίδεψες χωρίς μπαγκαζιέρες έναν ολόκληρο μήνα?» με ρώτησε ο Ερντεμίρ με μια διάχυτη ανησυχία, εγκλωβίζοντας την προσοχή μου… 

«Είναι πολύ απλό καρντές! Πήρα τη λίστα της Touratech (*). Ό,τι έγραφε εκεί …δεν το χρειαζόμουνα! Έτσι, όλη μου η «προίκα» χώρεσε σ΄ένα σακίδιο, μαζί και το κράνος! Μέσα στο κράνος έβαλα -ρολό- το παντελόνι κορντούρα, στον πάτο τις επιγονατίδες, γάντια, 5 σλιπάκια, 3 T-shirts, 1 παντελόνι, Lonely Planet, λίγα φάρμακα κλπ. Το δερμάτινο μπουφάν το φορούσα, όπως και δερμάτινα αρβυλάκια.  «Μ’ αυτό τον τρόπο, ταξιδεύοντας πάνω στη μηχανή το σακίδιο -χωρίς το κράνος- ήταν μισοάδειο!» είπα χαμογελώντας.»

«Μιλάς σοβαρά?» είπε ο Ερντεμίρ, εντυπωσιασμένος με καθαρό jazz μέταλλο στη φωνή…
«Το παν είναι να ξεφύγεις από τον μόνιμα αναδευόμενο βόθρο του adv μοτοσυκλετιστικού μάρκετιγκ και τους ημιπαράφρονες καθοδηγητές του, που βρυχώνται σαν μεταεμμηνοπαυσιακές ύαινες για να σου κατασπαράξουν το πορτοφόλι!» είπα σε έντονο ύφος, εστιάζοντας το βλέμμα μου σ’ ένα μπουκάλι Primator και στο μεταλλικό ανοιχτήρι…
«Και λοιπόν?»
«Αρχές Μαρτίου, πετούσα με τις Τούρκικες αερογραμμές από Σαλονί για Βομβάη, με μοναδική χειραποσκευή το σακίδιό μου…καρντές!»

(*) Πανάκριβη εταιρεία μοτοσυκλετιστικών αξεσουάρ περιπέτειας.
935829_527489043953971_1296040781_n
944136_527488483954027_462827304_n
Φωτό: 1. Ατελείωτες ώρες με τον Lonely στο Χολομώντα. 2.Fewa lake στο κεντρικό Νεπάλ.

«Και τα Ινδικά μηχανάκια …δεν ήτανε μικρά για σένα Βασιλτζίκ efendi?» μΕ είπε ο Ερντεμίρ, κάνοντας μια παύση και ζυγίζοντας τις λέξεις με έντονη εικαστικότητα.
«Εδώ κι αρκετά χρόνια, σοφότερος κι εμπειρότερος, οι φαλλοκρατικές παπαριές περί ιπποδυνάμεων, ασύστολων επιδόσεων και αντβέ κομμώσεων, έχουν περάσει στη ζώνη του ανεξήγητου, του γραφικού και της λαογραφίας, καρντές…» απάντησα βλέποντας την Γκιουλέν να στρίβει έναν υπερμεγέθη μπάφο…
«Χμμμμ» γρύλλισε ο Ερντεμίρ. «Και τι μάρκα νοίκιασες τελικά?» συμπλήρωσε με μια αίσθηση ασυνάρτητων εντυπώσεων.
«Πρώτα πήγα για 10 μέρες στο Νεπάλ. Εκεί νοίκιασα 2 Bajaj. Ένα Pulsar κι ένα Avenger. Και τα 2 με τον ίδιο κινητήρα των 220cc. Eλαφριά, ευκίνητα, γρήγορα και με κατανάλωση 40-42 χλμ/λίτρο, με τιμή βενζίνης περίπου στα 90 λεπτά. Ειδικά το Αvenger (τσοπεροειδές) ήταν σχεδόν καινούργιο, με 1040 χλμ… Και όταν θέλεις περίπου 6-7 ώρες για να διανύσεις 180-200 χλμ, λόγω της εφιαλτικής κίνησης, με τα Bajaj ήμουν ταμάμ, Ερντεμίρ καρντές!» του εξήγησα.

Nepal-India 020

«Και τί πρόγραμμα ακολούθησες Βασιλτζίκ efendi?» με ρώτησε η Γκιουλέν περνώντας τον μπάφο στον Ερντεμίρ και φουσκώνοντας μια τεράστια φούσκα μπιγκμπάμπολ…
«Στο ταξίδι πρέπει να ξέρεις πότε να ρίξεις την κλωτσιά στον ιδεολογικό τάκο της κοινότυπης και προβλέψιμης ταξιδιωτικής κασέτας, που πατάει σε βαρετά κλισέ ταριχευμένης, μεγαλόστομης και φανατικής αργκό: o πιό ωραίος δρόμος στον πλανήτη, τα καλύτερα πάσα στον πλανήτη, τα πιό ωραία μνημεία που δεν πρέπει να χάσεις σ’ αυτή την ζωή, οι τοποθεσίες με τα πιό όμορφα ηλιοβασιλέματα… κι αρχίδια καπαμά!» είπα κοφτά, κάνοντας την Γκιουλέν να τρομάξει και να σκάσει η παραφουσκωμένη μπιγκμπάμπολ στα μούτρα της… 

Nepal-India 029

«Δηλαδή, στην Ινδία θέλεις να μου πεις ότι δεν πήγες στο Τάζ Μαχάλ?» μΕ ρώτησε με γουρλωμένα μάτια η Γκιουλέν, ξεκολλώντας τις μαστίχες από τα μάγουλά της.
«Έπεσες διάνα sevgili Gulen! Eπισκέφτηκα όλα τα Ταζ …μπανάλ των Ινδιών με ελεύθερο ταξιδιωτικό πνεύμα, αυτό το βιτριόλι που διαβρώνει τις προτηγανισμένες διαδρομές, και με μπούσουλα τις υποδείξεις ξεχασμένων στο χρόνο ταξιδευτών, σε αλκοολούχες ομηγύρεις έξω από καλαμένιες καλύβες στον Ινδικό ωκεανό, τράβηξα τον δρόμο μου μυρίζοντας την περιπέτεια σαν το σκυλί…» απάντησα αδειάζοντας και τις τελευταίες σταγόνες της Primator στο ποτήρι μου. 

Nepal-India 702

«Πως σου φάνηκε το Νεπάλ?» μΕ ρώτησε η Γκιουλέν βάζοντας ένα cd της Ebru Gündeş στο φορητό ραδιοσιντί.
«Pokhara, Butwal, Lumbini, Kathmandu, Patan, Bhaktapur, Dhulikhel, Nagargot Birganj, Dharan Bazaar, Biratnagar. Ακόμα και να διαθέτεις γεννήτρια εκφράσεων, το ταξίδι στο Νεπάλ και την Ινδία χαρακτηρίζεται από το «αμετάδοτον» της εμπειρίας… Για δες μερικές φωτό…» της είπα γυρίζοντας την οθόνη του laptop προς την πλευρά της Γκιουλέν, που με τεντωμένο το σαγόνι άρχισε να ρουφάει τις εικόνες σαν βιοκαύσιμο…

 Nepal-India 042

Nepal-India 158

Η Γκιουλέν σηκώθηκε από τη θέση της κι έβαλε στο cd μια μπαλάντα της Ιζέλ, το Kızımız Olacaktı…
«Συνέχισε Βασιλτζίκ effendi!» μΕ είπε φυσώντας τον καπνό προς το πρόσωπο του Ερντεμίρ…

Nepal-India 281

Nepal-India 328

Nepal-India 330

«Κάτι που σε δυσκόλεψε καρντές?» μΕ ρώτησε ο Ερντεμίρ, διώχνοντας με παλινδρομικές κινήσεις τον καπνό από τον μπάφο της Γκιουλέν, που ερχόταν στα μούτρα του…
«Οι ασταμάτητες απεργίες στα καύσιμα! Για να πάρεις τα 4 λίτρα ημερησίως με δελτίο, έπρεπε να περιμένεις γύρω στις 4-6 ώρες. Υπήρχε τέτοιο πρόβλημα που σε βενζινάδικο στο κέντρο του Κατμαντού είχε περίφραξη με συρματοπλέγματα, μπάρα εισόδου με στρατιωτικούς φύλακες και σκοπιά (για το βράδυ?) με οπλισμένο στρατιώτη. Δεν έτυχε σε μένα… Από την εποχή που ήταν ο Βροχίδης (*) στο Νεπάλ συνεχίζονται οι απεργίες… Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ταξιδέψω στη χώρα, άμα είχα έρθει με την Africa! Φυσικά, για να μην χάνω χρόνο, πολλές φορές αγόραζα την βενζίνη στη μαύρη αγορά στα διπλά χρήματα. Με την μηδαμινή κατανάλωση όμως των Bajaj …δεν μΕ κάηκε λυχνία!» φώναξα δυνατά στον Ερντεμίρ, γιατί η Γκιουλέν είχε αρχίσει να κάνει σεκόντο στη μπαλάντα της Ιζέλ…

(*) Γνωστός Θεσσαλονικιός ταξιδευτής (με μοτοσυκλέτα) που έζησε 27 πανσέληνους στην Ανατολή (2007-2009)

Nepal-India 002

Nepal-India 147

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης και οι απρόοπτες συναντήσεις

Posted by vnottas στο 22 Οκτώβριος, 2013

Daimler-Motorcycle 

Λάβετε υπ’ όψιν ότι:

* Οι ταξιδιώτες μοτοσικλετιστές ενίοτε καταγράφουν τις περιπέτειές τους με χιούμορ και ο Βασίλης Μεταλλινός (κατά τα άλλα: θεσσαλονικιός φίλος, αρχιτέκτονας) είναι ένας από αυτούς.

* Οι ταξιδιώτες μοτοσικλετιστές ενίοτε μαζεύονται και διασκεδάζουν σε ηπειρώτικα ορεινά μέρη. Καθ’ οδόν προς τα εκεί μπορεί να συμβούν διάφορα διασκεδαστικά…

* Τον Βασίλη (κάτοχο μεταξύ άλλων διαπιστωμένου χιούμορ) τον έχετε ήδη γνωρίσει, μια που το Ιστολογοφόρο έχει ήδη αναρτήσει κείμενά του

Σημείωση Υπάρχουν και κάτι δυσκολονόητες νύξεις: αφορούν σε μοτοσικλετιστικές ενδοφορουμικές καταστάσεις και πλάκες!

Ποδήλατο-ή-μοτοσικλέτα_4dcd4c39b8a35-p

Βασίλης Μεταλλινός

Ο Ερντεμίρ, ο τσομπάνης κι έτερα μυθώδη

***

Fasten your seat belts!

***

Τα πάσης ορδής εκκαθαριστικά και χαράτσια χόρευαν τσάρλεστον στο γραφείο μου…

Tα νέα από το “Ηello” για τον χωρισμό της Ιωάννας Λίλη με τον Ζαγοράκη, καθώς και η πρόσφατη υπερκόπωση της Lady Gaga, μΕ έκαναν την ψυχολογία ποδήρη!

Ο γεροντολόγος που μΕ κουράρει ήταν σαφής: “άρον το σκηνάκιόν σου, καβάλησον το έτερον εξίμισυ και περιπάτει”…

Εγώ -ως γνωστόν ή άγνωστον- τους επιστήμονας τους σέβομαι.

Αρχές καλοκαιριού έσκασε η πρόσκληση από έναν βαρύτατα ρομαντικό κι ευρηματικό παλιόφιλο κτηνοτρόφο στην Ήπειρο…

“the legendary Voskoparty 2013”.

«Εδώ είμαστε!» σκέφτηκα. Το εκκλησίασμα το γνώριζα από πέρυσι.

Βουτιές στις βάθρες του Τύρια, σκηνάκια δίπλα στο δάσος, κουρεμένα βοσκοτόπια (μόνο πιστολάκι που δεν τα πέρασε…), lighting decoration, στερεοφωνικά, γεννήτριες, μπύρες, ροκιές από Γούντστοκ, τσίπουρα, μανγκάλ πανηγυρέ, προβατίνες με pedigree παρφουμαρισμένες με κρεμμυδολαδορίγανες, συνεδρίες ταυτόχρονου σουρώματος, αγαπητές φατσούλες.

Και το κυριότερο, στο εν λόγω “friends gathering”, δεν θα πηγαίναμε ως εξιδανικευτές ενός λυτρωτικού συμβόλου μπαβαρέζικης μάρκας ή με στόχο κατάρριψης ενός παχύρευστου αριθμού συμμετοχών κάποιου φόρουμ μοτοσυκλέτας, λέσχης ή τινών ακόμη οίκων ανοχής…

Όου γκάντ, που πάει αυτός ο κόσμος?

Παρά το ζόρι που τραβάω, υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα κάνουμε γκεζί δίπλα στον Τύρια ποταμό, ό,τι κι αν γίνει!

Πάνε πολλά χρόνια που στη Βλαχοντίσνεϋλαντ, λέξεις όπως “πρόσκληση” και “φιλοξενία” έπαψαν να κάνουν σουξέ. Σε βαθμό που ορισμένοι και μόνον στο άκουσμά τους, παθαίνουν ρίξη παχέος εντέρου!

Δεν χάνεται η μόντα με τίποτα, σΕ λέω!

Έτσι λοιπόν, Σάββατο πρωί κατά της ένδεκα ρολάρω με το έτερον εξίμισι (Honda Dominator 650) κάτω από τα τούνελ του Πολύμυλου, ακούγοντας εν μέσω παρασίτων τον “καρδιολόγο” της Βούλας Πάλλα, στους 102,3 από το Ράδιο Γκιώνη Κοζάνης…

“θέλω κάποιο καρδιολόγο

να μ ‘αλλάξει την καρδιά,

μεταμόσχευση να κάνει

και μιαν άλλη να μου βάλει.

Κι ας είναι μαύρη ή άσπρη

ή οτιδήποτε καρδιά,

τη δική μου ν’ αφαιρέσει

και να πάψει να πονά…”

Βγαίνοντας από το τούνελ, μΕ την πέσανε 2-3 πεθαμενί σύννεφα και κοντοστάθηκα για αδιάβροχο.

Η Βούλα Πάλλα ήδη προειδοποιούσε…

«μες το ταξίδι της ζωής

πρόσεξε μη γλυστρίσεις…”

Εγώ την καλλιτέχνιδα την σέβομαι κι άφησα το γκάζι, περιμένοντας τις σταγόνες στη ζελατίνα.

Όμως ρολάροντας στην ανοιχτωσιά των λειβαδεώνων της Sourdi-land, ξαφνικά…

τα σύννεφα εξαφανίστηκαν σαν …σατιρικά ποστ αμφισβήτησης του μεγαλείου γνωστής ουρανοπαρμένης φίρμας, σε φιλομπαβαρέζικο φόρουμ μοτοσικλετών!

images (5)

Το ταξίδι συνεχίζεται… Η “Dommie” ρολάρει με 100 χλμ/ωρα στην Εγνατία οδό, κάνοντας το ταξίδι βαρετό σαν συζυγικό σέξ…

Αναλογιζόμενος όμως κάποια θανασίμως πληκτικά ημερολόγια προετοιμασίας ταξιδίου, στο μοτοσικλετιστικό διαδικτυακό σύμπαν, ρεφάρισα ψυχολογικά και έστριψα για καφέ στα Γρεβενά. Σάββατο προς το μεσημέρι και οι δρόμοι σημειωτόν από ένα απαστράπτον καρακιτσαριό, που περιφέρει τη ματαιοδοξία του σε πάσης ορδής πολυβιταμινούχα τροχοφόρα.

Άναψε το μοτέρ άναψαν και τα λαμπάκια μου. Σταματώ σε μια καφετέρια. Κυαλάρω ένα άδειο τραπέζι, βγάζοντας το κράνος. Μια ροδομάγουλη νεαρά με κωλομέρια νεροβούβαλου Κερκίνης, έρχεται από την αντίθετη πλευρά, μασουλώντας ένα τεράστιο σάντουϊτς και με κινήσεις αιλουροειδούς, παρασέρνοντας 2 φραπέ και 3 όρθιους καταλόγους, με προλαμβαίνει και κάθεται στη καρέκλα. Χρειάστηκε 5 λεπτά προθεσμία για να σταματήσει να χαμογελάει σαν μαστουρωμένη μαϊμού σε γύφτικο πανηγύρι…

Φονικές σκέψεις μαστίγωναν το μυαλό μου με λύσσα, σφίγγοντας τον ελβετικό σουγιά στην τσέπη του μπουφάν μου αλλά φτάνοντας το τραπέζι θυμήθηκα τις συμβουλές του γκουρού μου για αταραξία και αυτοπειθαρχία… Άλλωστε με κάτι ινδικές ασκήσεις αυτοελέγχου, έχω καταφέρει πιό δύσκολες υπερβάσεις πχ πως να καταφέρνω να διαβάσω μερικά threads για accessoires περιπέτειας …μέχρι το τέλος!

Μια διαπεραστική φωνή, με αρμονικές από προσευχή μουεζίνη και κοντράλτο της λυρικής σκηνής, έσκισε την οχλοβοή της καφετέριας

***

Bασιλτζίκ εφέντη!!!

Στο ακριανό τραπέζι, δίπλα σ΄ ένα παραφορτωμένο Tofas Dogan με τούρκικες πινακίδες, ένας μουστακαλής με κρανίο “βγαλμένο” από μουσείο Παλαιοντολογίας είχε σηκωθεί και μΕ κουνούσε το χέρι…

***

Το «Βασιλτζίκ» απ’ ότι γνωρίζω δεν είναι συνηθισμένο όνομα στα Γρεβενά…

Κάτι μE θύμισε… Κάτι από την Τουρκία… Τελικά εμένα φωνάζει αυτός!!!

Πλησιάζω αργά προς τον τύπο, κάνοντας τεχνικό σλάλομ ανάμεσα στα τραπεζάκια ορθίων, όπου γαντζωμένα ζωντανά θαυμαστικά με απόκρημνα ντεκολτέ βύζαιναν φρεντοτσίνο και στους καναπέδες όπου κάτι ορχιφορούντες φουστανελάδες μάλωναν για τα διοικητικά του Πυρσού Γρεβενών, εν όψει των εκλογών για τη νέα διοίκηση της ομάδας… Kάτι τέτοιες στιγμές οι ρινόκεροι της Σουμάτρας μΕ φαντάζουν διανοούμενοι!

Έχοντας κάνει μια ύστατη αποτυχημένη προσπάθεια να τον θυμηθώ, έφτασα στο τραπέζι του.

“Εrdemir from Urfa!!! Dont you remember me? Moto.gr sticker?” και μ’ έδειξε κολλημένο στο pare-brise ένα αυτοκόλλητο ενός μοτοσυκλετιστικού φόρουμ…

Κι όμως ήταν αυτός! Μόνο αυτός μΕ άλλαξε το όνομα σε Βασιλτζίκ… Αγνώριστος χωρίς τη χαίτη, με τις μουστάκες του, κι ένα αποτρόπαιο ξυρισμένο κεφάλι, άνοιξε την αγκαλιά του αναφωνώντας με ρωγμώδη λυγμό…

“Kαρντές!”

Έξω από την Urfa, στη νοτιοανατολική Τουρκία, πριν από 4 χρόνια ταξιδεύοντας με τη μοτοσικλέτα μου, είχα σταματήσει σε μία απόκοσμη συνοικία, ψάχνοντας για κατάλυμα. Ο Erdemir προθυμοποιήθηκε να μ’ εξυπηρετήσει κερνώντας μΕ τσάγια, ενώ παράλληλα οι συγγενείς του προέβαιναν σε ταχύτατη μετατροπή ενός αχυρώνα σε ξενώνα, τοποθετώντας ένα παλιό κρεββάτι κι ένα σικλαμέ πλαστικό τραπέζι για ντεκόρ.

“Ηi Erdemir, it’ s incredible!”

Μια απίθανη σύμπτωση ή ένα μέρος ενός μυστηριώδους συμπαντικού σχεδίου?

“My wife Gulen and Melda my daughter…”

Υποκλίθηκα στη Γκιουλέν, από τις όμορφες γυναίκες …μόνο άμα τις δεις μέσα από κακής ποιότητας παραμορφωτική τζαμαρία.

Η Μελντά πήρε κι απ’ τους δύο. Έμοιαζε με αποτυχημένο πείραμα Εργαστηρίου Γενετικής…

Η συζήτηση συνεχίστηκε σε αυτιστικά Αγγλικά, γι’ αυτό θεωρώ φρόνιμο να την αποδώσω απευθείας στα Ελληνικά.

“Δεν γράφεις πλέον στο moto.gr? Σ’ έχασα!”

“Άλλαξα στέκι… Μπαίνω σε φόρα μπεμβεδάκηδων για να σνιφάρω λίγη πρέζα μεγαλείου”

“Να μου δώσεις τη διεύθυνση… Να σε διαβάζω, έστω και σε μετάφραση.”

“Φίλε Ερντεμίρ, το ξέρω ότι είσαι βασανισμένος άνθρωπος. Έχεις ζήσει τη φρίκη του πολέμου στην περιοχή σου, έχεις βιώσει φυσικές καταστροφές, δεν ξέρω αν θα το αντέξεις…”

“Πως βρέθηκες στα Γρεβενά?”

“Τελείως κατά σύμπτωσιν!”

Ένας ξεκράνωτος με Dakarοθρεμένη ντουλάπα περιπέτειας, και ακράπες στη διαπασών, διέκοψε τη συνομιλία μας, περνώντας ξυστά στους θαμώνες του καφέ κάνοντας σούζα, αποδεικνύοντας πως όλα τα UFO δεν έχουν εξωγήινη προέλευση…

***

motorcycle-gentleman-j-w-kelly

“Και πως από τα μέρη μας Ερντεμίρ?”

“Ξέρεις, οι δουλειές στην …πανσιόν δεν πήγαιναν και πολύ καλά…”

Σ’ αυτό το σημείο, ο συγγραφέας του παρόντος βαναυσουργήματος δακρύζει από το σφίξιμο, για να μην πάθει αποκόλληση σπλάχνων από τα γέλια.

“…έπειτα η Γκιουλέν βρήκε δουλειά στο Βέλγιο, σαν αντικαταστάτρια μιας διάσημης Τουρκάλας καφετζούς για τα διαστήματα που θα λείπει σε Διεθνή Συνέδρια Χειρομαντείας, Αστρολογίας…” συνέχισε ο Ερντεμίρ.

Ακούγοντας …“Διεθνή Συνέδρια” αυτόματα το μυαλό μου πήγε στις Γυναικείες Φυλακές του Σεν Ζιλ, για φοροδιαφυγή, απάτη και λοιπά άρθρα του ποινικού κώδικα για εκμετάλλευση εύπιστων, ματαιόδοξων και ηλιθίων…

Ο Ερντεμίρ θα αναλάμβανε την πώληση θαυματουργών φυλαχτών για την ευγονία στις στεγνές Βελγίδες, αναπτερώνοντας τις ελπίδες για ανανέωση των ορμονών τους. Ακούγοντάς τον μΕ κυρίεψε ένα υπαρξιακό συναίσθημα ματαιότητας και ανήσυχης προσαρμοστικότητας…

Ένα μεθυστικό γυναικείο άρωμα πυρπόλησε ξαφνικά τον αέρα…

“Θα πάρετε κάτι?” Ακούστηκε μια φωνή από πάνω μου…

Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω στα 5 εκατοστά, ένα “σπαστό διαφορικό” με ποδάρες μέχρι τον ουρανό κι ένα μίνι ραμμένο για μεγάλες συγκινήσεις… Κάτι τέτοιες στιγμές, εδραιώνεται για τα καλά η πίστη μου, ότι υπάρχει Θεός τελικά!

“Ένα πράσινο τσάι, παρακαλώ!”

“Ζεστό ή κρύο?”

“Πάρε τούρκικο καφέ, καρντές, να σου πεί το φλυτζάνι η Γκιουλέν. Η τιμή είναι 7 ευρώ στον μονό και 10 στον διπλό. Για σένα λόγω της κρίσης …ένα τάληρο ό,τι πάρεις, καρντές! Άντε να μας κάνεις σεφτέ!” πετάχτηκε ο Ερντεμίρ.

“Ας πάρετε τσάι, να σας ρίξω εγώ τα χαρτιά” πετάχτηκε και η Μελντά, που παρατηρώντας τη καλά μετά την τουρμπογκόμενα, άρχισε να μοιάζει περισσότερο με καπνιστή ρέγγα.

Καθυστερούσαμε την παραγγελία και το “κορμί” εξαφανίστηκε, άνωθεν γρυλλίσματι για παραγγελία από την παρέα στο πατάρι, που έβριζε τις Αρχές για το κλείσιμο κάποιων ευαγών οίκων μασάζ της περιοχής…

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου, βρέθηκα σ’ ένα κρίσιμο δίστρατο! Το ένα μονοπάτι οδηγούσε στο απόλυτο γελοίο και το άλλο στο απόλυτο φαιδρό…

Προσευχήθηκα στον Αλλάχ να μΕ βοηθήσει να διαλέξω σωστά.

“Έναν διπλό ελληνικό, με καϊμάκι” φώναξα στον θηλυκό τσολιά, που με τα σκληρά αμορτισέρ, ανεβοκατέβαινε σερβίροντας κάτι πολυώροφα παγωτά με σημαιάκια κι ομπρελίτσες, στα χαμηλά τραπεζάκια μιας παρέας μαθητών που αλληλοκαρπαζώνονταν συνεχώς, διηγούμενοι ανέκδοτα με τον Τσάκ Νόρις….

mexican_blanket_collection_motorcycle

“Θα την πάρετε τη δόση από το ΔΝΤ, Βασιλτζίκ!!!” ανεφώνησε με υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση και μάτια γουρλωμένα σαν ροφός η Γκιουλέν, ενώ δίπλα της η ρέγγα καταβρόχθιζε το πιατάκι με τα συνοδευτικά κουλουράκια, ξεφυσώντας λαγνοβαρώς.

“Αυτό το προβλέπει κι ο βοηθός στο πιστολάκι, στο κομμωτήριο που φροντίζω το ξύρισμα του κεφαλιού μου” γρύλλισα, κάνοντας θανατηφόρα κατανοητό, ότι θα πουλούσα ακριβά το πεντάευρο που μΕ ζητούσαν…

“Μην ανησυχείς, Βασιλτζίκ εφέντη! Είναι στο ζέσταμα ακόμα….” μΕ καθησύχασε ο Ερντεμίρ, βγάζοντας κι ένα φυλαχτό από μια ξεχαρβαλωμένη Samsonite.

“Κλείστε το κινητό σας τηλέφωνο, Βασιλτζίκ εφέντη… Οι δονήσεις που προκαλούνται από την ερμηνεία των σχημάτων στο φλυτζάνι του καφέ, επηρεάζονται από το σήμα…” πετάχτηκε η ρέγγα, που πριν καλά καλά γίνει αναπληρώτρια διάσημης Τουρκάλας καφετζούς, είχε αρχίσει να το δουλεύει καλά το πετάλι….

«Θα κάνεις ταξίδι στην Αφρική” άρχισε να το σοβαρεύει η Γκιουλέν παίρνοντας ένα κόκκινο χρώμα στα μάγουλα, σαν υδαρές tomato juice!

“Πάει καιρός που το πήρανε χαμπάρι, μέχρι και τα παξιμάδια κι οι φλάντζες της μοτοσικλέτας του, ρε Γκιουλέν…» είπα, αρχίζοντας να εκτιμώ περισσότερο από ποτέ, τα πρωινάδικα ωροσκόπια του Αντένα με τα όμορφα μπούτια και τα χυμώδη μπούστα των βαθυνούστατων παρουσιαστριών…

“Και βλέπω να ταξιδεύεις διπλός, με μια γυναίκα…” ψέλλισε η Γκιουλέν, με μιά μυστηριακή συριστικότητα των φθόγγων, κουνώντας παλινδρομικά το φλιτζάνι και ανασηκώνοντας τα φρύδια.

“Κόφτο Γκιουλέν αρκετά!” Την έκοψα, τσαντισμένος…»Κανόνισε να τ’ ακούσει αυτά η γυναίκα μου κι έχει κι ένα φίλο δικηγόρο που όταν αγορεύει για διαζύγια και διατροφές κάνει τους Πακιστανούς απαγωγείς στις οροσειρές του Παμίρ να φαντάζουν σαν ναζιάρες γατούλες του καναπέ!»

“Μην ανυσηχείς, Βασιλτζίκ εφέντη!!!” μΕ καθησύχασε και πάλι η Γκιουλέν. «Θα συνταξιδέψεις με τη σύζυγό σου!!!»

“Ρε λες? Αυτό ξεπερνά και το παράδοξον του Ζήνωνος! Κάτσε να το σιγουρέψω» σκέφτηκα προβληματιζόμενος αν θα ‘πρεπε να “ρίξω” στο παίγνιο και τη ρέγγα με τα τραπουλόχαρτα.

motorcycle-clip-art_f

Ο Ερντεμίρ μΕ πρότεινε ένα νέο πακέτο προσφοράς…. Ρίξιμο τα χαρτιά και ένα φυλαχτό από ξεραμένους όρχεις βουβάλου, για εγγυημένο αχαλίνωτο σεξ διαρκείας, μόνο με 10 ευρώ.

Μπροστά στην απόλυτη κοροϊδία, έπεισα τον εαυτό μου ότι απλά θα βοηθούσα έναν συνάνθρωπό μου στη δύσκολη φάση του ξεριζωμού του από την πατρίδα, ψάχνοντας για ένα καλύτερο μέλλον….

Άμα τα μάθει ποτέ αυτά ο γκουρού μου, θα μΕ πετάξει κωλοτουμπιδόν έξω από το Άσραμ!

Έκλεισα στα 8 ευρώ με τον Ερντεμίρ, τη στιγμή ακριβώς που η ρέγγα του είχε μελανιάσει το χέρι, τσιμπώντας τον απάνθρωπα για να μην κατεβάσει κι άλλο την τιμή…

“Λέγε αμέσως τους αριθμούς του Τζόκερος” της πρότεινα με αγωνία μπας και ρεφάρω τα 13 ευρώ.

***

“Βλέπω τη σύζυγο να σε σέρνει στα Hilton στο Dakar…” συμπλήρωσε -με κελάιδημα τριγώνος- η ρέγγα ρίχνοντας τα χαρτιά.

Το κομμάτι της Lady Gaga που έπαιζαν τα μεγάφωνα τελείωσε και σείστηκε το μαγαζί όταν μπήκε η Μαραγκόζη με το …

“Έβγαλες την αγάπη μας σε πλειστηριασμό,

την πούλησες όσο “φτηνά” μπορούσες…”

“Είναι δυνατόν, να πάω εγώ σε Hilton, ένας σκληροπυρηνικός ταξιδευτής, του ελεύθερου κάμπινγκ και της θιβετιανής διατροφής?» της βγήκα με κόκκινο…

“Αυτή τη φορά δεν τη σκαπουλάρεις στο τζαμπέ!» μΕ φώναξε κουνώντας το δάχτυλο με αυστηρότητα και κανιβαλίζουσα διάθεση η Γκιουλέν.

“Ας μην ασχολούμαστε με τέτοιες υποθέσεις… Αυτά δεν γίνονται… Περί μίαν αξιοπρέπεια ζούμε… Άκου Hilton… εγώ που κοιμόμουνα σε καλαμένιες παράγκες στην Ινδία… !» της είπα, ενώ η Μελντά με εμβρίθεια ξανθής πανελίστριας εξέταζε τα χαρτιά της, παραγγέλνοντας συγχρόνως και μιά λουκανόπιτα….

Ο Ερντεμίρ κοίταξε τον λογαριασμό βγάζοντας κάτι ακατάληπτες κραυγές σαν παραλήρημα οπιοφάγου.

«Πολύ ακριβός ο καφές στην Ελλάδα, Βασιλτζίκ εφέντη» μΕ είπε χαμογελώντας σαρκαστικά με την κιτρινισμένη του πριονωτή οδοντοστοιχία.

«Κι όταν τον συνοδεύεις και με 5 λουκανόπιτες…» συμπλήρωσα ρίχνοντας μια ματιά στη ρέγγα που μασούσε ακόμα την τελευταία της μπουκιά με το ιδρωμένο ύφος της αγελάδας όταν βρίσκεται σε οργασμό…

Αποχαιρετιστήκαμε με τον Ερντεμίρ, την Γκιουλέν και τη Μελντά, ανταλλάσοντας εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις και κολακευτικά σχόλια για την φιλία των λαών μας, τόσο πειστικά και αληθινά …που

θύμιζαν κολακείες Αθηναϊκού  θίασου που έρχεται στη Θεσσαλονίκη και αποκαλεί τους Βορρειοελλαδίτες …δύσκολο και απαιτητικό κοινό!

Έβαλα στο mp3 κάτι καμηλιέρικα ταξίμια του Λεμονόπουλου, γύρισα τη μίζα κι έφυγα καρφί για τη Γρανίτσα Ιωαννίνων, όπου θα γίνονταν το Βοσκοπάρτυ για να βοηθήσω τον φίλο μου τον τσομπάνη στις προετοιμασίες.

Με το που φτάνω, χτυπάει το τηλέφωνο και μια 14μελής μπάντα κρουστών που θα ‘παιζε βραζιλιάνικους ρυθμούς από την Bahia, μας αρχίζει τα «φλαμανδικά» και ακυρώνει την συμμετοχή της στο πάρτι, λόγω «αρπαχτής» σε κλαμπάκι των Ιωαννίνων. Πίνοντας κάτι παγωμένες μπύρες και ψάχνοντας για λύση, άρχισα να έχω μερικές αρκετά έντονες ενοράσεις, που περιστρέφονταν γύρω από κάτι αχλαδόσχημες εχέμυθες χορεύτριες του κλασσικού μπαλέτου με χειροπέδες, από αφίσα σε τοπικό βενζινάδικο, για να καλύψουν το καλλιτεχνικό κενό. Σκέφτηκα όμως τη δυσχέρεια να πείσω τις γυναίκες …περί ερευνητικού-επιστημονικού καλλιτεχνικού προγράμματος, καθώς και την δυσκολία των χορευτριών να χορέψουν στις άκρες των δακτύλων…

Παρ’ όλ’ αυτά αρκέστηκα στα σταράτα λόγια του Βarthelot, που λέει:   “μην ασχολείστε με τα άλυτα προβλήματα, τα υπόλοιπα θα λυθούν μόνα τους”… και με 1000 βατ ενισχυτές και ηχεία, παλιά βινύλια με Τζίμυ Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Rolling Stones και ρεμπέτικα του Δελλιά, περάσαμε μέγκλα!

Μετάνιωσα που δεν έφερα 2 ευτραφείς φίλες Σαλονικιές, με τσέλο και φλάουτο για καβάντζα, να «χτυπήσουν» μερικές σονάτες του Ντβόρζακ, Μέντελσον και Σοστακόβιτς μέσα στο βουκολικό περιβάλλον, πριν το Purple Hazeτου Χέντριξ από τα ντέκ… Καλά θα ‘ταν …έστω κι αν θα ‘χανε κάποια προβληματάκια με την άνωση, κολυμπώντας στον Τύρια… Τώρα που το ξανασκέφτομαι, άμα απήγγειλα συγχρόνως και μερικά βουκολικά ποιήματα του Βιργίλιου …πιστεύω ότι θα ‘ταν ακραιφνώς σουρεάλ φάση!

Ήπιαμε τα πάντα! Τα ξημερώματα συστήθηκα σ΄ένα παλιό μου φίλο 3 φορές, ενώ το παλικάρι από το διπλανό αντίσκηνο είχε φορέσει ένα σακίδιο κι ένα σομπρέρο και ρωτούσε συνέχεια πληροφορίες για τη συμπλήρωση του Ε9…

Την επόμενη, με μια βουτιά στα παγωμένα νερά του Τυριά κι ένα νεπαλέζικο τσάι ήρθα στα γράδα μου.

Γύρισα τη μίζα στη Dommie κι έφυγα για Σαλονί με ταχύτητες, που θα έκαναν θιβετιανό μοναχό να πάθει υπαρξιακό brakedown από την βαρεμάρα…

Τρεις μήνες μετά, κάθομαι να συνεχίσω τη συγγραφή ενός αιωνίως ημιτελούς βιβλίου. Γράφω δυό αράδες και χασμουριούνται μέχρι και τα πορτρέτα στις κορνίζες των τοίχων του δωματίου! Η έμπνευση μΕ αποφεύγει επιμελώς. Θυμήθηκα τον Ερντεμίρ, την Γκιουλέν, το Voskoparty…

Άνοιξα μια κρύα Leffe κι άρχισα να χτυπάω το πληκτρολόγιο του υπολογιστή…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Βασίλης Μεταλλινός: Επιστροφή με την Dommie

Posted by vnottas στο 11 Μαΐου, 2013

images (15)

 Τον Βασίλη Μεταλλινό, φίλο, αρχιτέκτονα και ταξιδευτή τον συναντήσατε ήδη σε αυτές εδώ τις σελίδες, όταν παρουσιάστηκε η γλαφυρή του αφήγηση σχετικά με την (δίτροχη) περιήγηση στο αρμενικό Ερεβάν. Μετά τον έχασα για ένα διάστημα, αλλά ήξερα ότι σκόπευε, μόλις η καθημερινότητα το επιτρέψει, να πάει στην Ινδία, να νοικιάσει επί τόπου μοτοσικλέτα και να εξαφανιστεί ανάμεσα στα αρώματα, τις γεύσεις και τις μυστηριώδεις πτυχές της αχανούς χώρας. Ε λοιπόν, το θηρίο, το ’κανε! Ελπίζω σύντομα να μου δώσει εντυπώσεις προς ανάρτηση. Εν τω μεταξύ εν είδει ορ ντ’ εβρ πάρτε την περιγραφή μιας κεραυνοβόλου έλξης ανάμεσα στον Βασίλη και μια καλοστεκούμενη εικοσάρα (γεγονός πρόσφατον και αληθινόν).

Σημείωση: Ο Βασίλης έχει επιλέξει τις εικόνες, εγώ έβαλα μόνο τους (επί μέρους) τίτλους.

 

Αντεπρίμα: Όπου ο Βασίλης γοητεύεται παράφορα από μια εικοσάρα Ιαπωνικής καταγωγής και Αμερικανικής προέλευσης, από την Πάτρα

Απογοητευμένος, σαν μαραμένος μαϊδανός που ξεχάστηκε στο ψυγείο, άνοιξα για πολλοστή φορά τις αγγελίες στο car.gr…
Άντε να δούμε τι …δράκους θα διαβάσουμε κι αυτή τη φορά!” σκέφτηκα.
Ξέρω, ξέρω… όλες με 15.000 χλμ, 20ετίας, κλεισμένες σε γκαράζ, ευλαβικά συντηρημένες με δοξαστικές ψαλμωδίες των Αγίων Θεοδώρων, αλλαγές λαδιών με το φιλοικτίρμον τροπάριο της Κασσιανής και ρεγουλάρισμα βαλβίδων με τ’ απολυτίκια των Τριών Ιεραρχών από το cd της μονής Βατοπεδίου… 
«Τα γνωστά!» ξανασκέφτηκα.

Άνοιξα, με τη βαρεμάρα κλητήρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, το section ΝΧ Dominator, για 4η φορά την περασμένη Τρίτη, ήπια μια γουλιά από το εξαιρετικό νεπαλέζικο τσάι μου κι έμεινα κάγκελο!
.
.
…Ήταν εκεί! Εμφανίστηκε πριν από 7 λεπτά…

Αμερικάνα, απέριττα κομψή, δυναμική, σοβαρή, 17.000 χλμ, με μια αναβλύζουσα μπρουταλιτέ εξ αιτίας των hot αξεσουάρ που φορούσε…
.
…κάνοντας την “χαμένη” Dommie(*) του Νοεμβρίου, να φαντάζει σαν ταλαιπωρημένη γκαρσόνα της γιορτής κρασιού Νέας Αγχιάλου!

Διαμένουσα στην Πάτρα, κλπ, κλπ.
Τα σχόλια περί αβάδιστης, παρθένας, σπίτι-κατηχητικό, κατηχητικό-σπίτι, θέλανε ξεχωριστή έρευνα… 
«Αυτό το κορμί δεν το χάνω με τίποτα…» σκέφτηκα, άσχημα τσιμπημένος με τη μικρή! 
Πήγα στην τουαλέτα και ξύρισα το μούσι. Εκείνες οι άσπρες τρίχες στο πηγούνι με φορτώνανε χρόνια αδίκως… Άλλωστε, το ‘χα αφήσει γιατί πήγαινα για γκουρού…
…αλλά με κόψανε στα θαύματα…
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ικανοποιημένος, γέμισα ένα ποτήρι με Νεγκόσκα Γουμένισσας και σήκωσα το τηλέφωνο.
“Μόλις διάβασα την αγγελία σας για μία Dommie εξ Αμερικής… κλπ κλπ. Πόθεν τεκμαίρεται το …αβάδιστον της δεσποινίδος;”

Τα στοιχεία ήταν καυτά! Το ‘χω ξαναζήσει το έργο… Η καρδιά άρχισε να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Κατεβάζω το ποτήρι άσπρο πάτο… ψάχνοντας το τηλέφωνο του Βασίλη, παλιού φίλου από την Πάτρα.
Ξαναγεμίζω το ποτήρι και πληκτρολογώ τον αριθμό…
Βασίλη έλα, ο Μεταλλινός είμαι! Kαίγομαι θέλω τη βοήθειά σου…

(*)μνημειώδους ασημότητας -τη σήμερον- παλαιό μοντέλο της Honda, το Dominator 650, απετέλεσε για τέταρτη φορά στόχο του υπογράφοντα.

images (18)

 

Όπου ο Βασίλης ζητάει (και παίρνει) τα φώτα του Βασίλη 

Ο Βασίλης είναι παλιά καραβάνα από το φόρουμ moto.gr, έμπειρος με 3-4 μηχανές, μερακλαντάν και γκαραντί. 

«Bασίλη, σΕ έστειλα μια αγγελία σε πμ. Κάτι μΕ λέει ότι είναι περίπτωση! Ρίξε μια ματιά να μΕ πεις… Μη το χάσουμε το κορμί…”
Ο Βασίλης μπορεί να κατρακύλισε σε παραφουσκωμένη με φαρίν ‘απ μπαβαρέζα (BMW 1200gs), αλλά κατανοεί το βίτσιο μου για το δωρικό μονοκύλινδρο. Άλλωστε με DR6 τον γνώρισα  στα Επινιανά, στα Άγραφα, πριν κάποια χρόνια… 
Σε λίγα λεπτά έχει μιλήσει με τον πωλητή κι ακούει την απίστευτη ιστορία… Μόνο 17.000 χλμ! Κι αρκετές ενδείξεις… 
Δεν τις κάνει γαργάρα και βρίσκει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Οι απαντήσεις από το άσμα του Σπύρου (ένας είναι ο Ζαγοραίος) “ποιά είσαι κι από που κρατάς”… είναι ικανοποιητικές. Κι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης γνωστός! 
Απομένει να την δει και να την οδηγήσει. Έχει όμως βραδιάσει και δεν ρισκάρει να την δει υπό τον δραματικό φωτισμό του θνήσκοντος κηρίου… 
Ορθώς! Μια φωτιστική πλουραλιτέ επιβάλεται… Διότι ο Βασίλης επιμένει στη ρήση του Διογένη “Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαϊς”…
Μέσα στο χωροχρονικό συνεχές και στις νεφελώδεις ατραπούς μιας αγοραπωλησίας “μεταχείρω”, κάνω υπομονή.

Μ. Τετάρτη. 9.00′ Έγινε το test drive. To μωρό με 2 εξατμίσεις αγωνιστικές Yoshimura, wiseco σφυρήλατο πιστόνι, γερμανική ζελατίνα, extra ψυγείο λαδιού, αμερικάνικη σέλα πλατιά και σανιδάτη αλά ΚΤΜ…
.
…σφυχτή και άβγαλτη… 
Τα χαρακτηριστικά προσδίδουν ένα ναϊφ περιπετειώδη προσανατολισμό… Που ποτέ δεν έζησε η μικρή!
Υποδέχομαι τα καλά νέα κουνώντας το κεφάλι στωϊκά, με ένα λυρικό προβληματισμό και colgate χαμόγελο! 
«Billy καπάρωσέ την κι έρχομαι το βράδυ με το ΚΤΕΛ Αχαϊας… Φτάνω στις 4.00′ τα ξημερώματα… Θα σΕ τηλεφωνήσω στις 8.00».
Dommie 004
Ο Βασίλης -από την Πάτρα- ανένδοτος. 
«Τηλεφώνησέ μου στις 4.00′ να ‘ρθω να σε πάρω να πιούμε καφεδάκι».
Τελικά, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η παράξενη συνομοταξία μηχανόβιων, κόντρα στα ψόφια αμνοερίφια του ψυχαναγκαστικού τέμπου της εποχής, τις οικογενειακές, επαγγελματικές κλπ υποχρεώσεις…
.
…που μεταμορφώνονται σε παιδιά και δεν χαμπαριάζουν από τίποτα… Το επαναστατικόν outfit το ‘χεις στοDNA σου και δεν αποκτιέται από ιδεολογίες της πάστα φλόρας!
……………………………………………………………………………..
Ξημερώματα της Πέμπτης 2 Μαϊου 2013. Ένα παπί δικάβαλο διασχίζει τα στενά της Πάτρας με ταχύτητες που θα έκαναν τον πρωταθλητή ταχύτητας Valentino Rossi να πάθει σπασμούς στο κωλάντερο…

Όπου σε φλας μπακ παίρνουμε μια ιδέα από τα παθήματα (που θα γίνουν μαθήματα) καθώς και για τους όρους του παιχνιδιού

Tην περασμένη βδομάδα “κατέβηκα” στη Συκιά, στη Χαλκιδική, για blind date. Η κούκλα μΕ συστηνότανε για Σαρλίζ Θερόν, ατυχήσασα ραφάτη, του σπιτιού, άβγαλτη, αγαπά τα λουλούδια, τις συλλογές πεταλούδων κλπ κλπ, με 19.600 χλμ, 7 μήνες στα αζήτητα του car.gr…
Μετά από 150 χιλιόμετρα ταξίδι, είδα ιδίοις βλεφάροις τον …δράκο! Σαν τσατσά τσιφούτα, παραβαρδάριου οίκου ανοχής… 
Σεντόνι και κατ΄ευθείαν …για κανά μήνα στα BODYLINE, σε εντατικό τμήμα…
Χρειάστηκε μιάμιση δαμιτζάνα “αγιάσματος” Σιθωνίας, μετά γλυκανίσου, για να ξεπεράσω το σόκ και 2 πιατέλες φρέσκα σιναγριδάκια, δια χειρός Μήτσου, παλιόφιλου μηχανόβιου, σε παραλιακή ταβέρνα της Σάρτης…
Είναι -τελικά- σκληρή η ζωή του κυνηγού Dommie…
………………………………………………………………………………


Τετάρτη, 01/05/2013, ώρα 19.00′
Ετοιμάζω το σακίδιο. Βάζω μέσα κράνος, γάντια, δερμάτινο μπουφάν… 
Το βλέμμα της συζύγου, που μΕ παρακολουθεί “λυγίζει” τα μεταλλικά πόμολα του δωματίου…
“Μετά την Ινδία, ……για πού με το καλό?” μΕ λέει ψυχρά, κάνοντας την Μέρκελ να φαντάζει σαν ναζιάρα γατούλα…
“Πετάγομαι μέχρι την Πάτρα για ….” ψέλλισα με δύναμη ημιθανούς κάμπιας, για να καταδείξω την ανεπίλεπτη ταπείνωσή μου…
“Όταν έφυγες για την Αρμενία, είπες ότι θα πεταγόσουν μέχρι τον Μασούτη….” με διέκοψε, σαν ριπή μυδραλιοβόλου, κάνοντας την Τζίλντα (μποξερίνα) να βγεί διακριτικά έξω από το δωμάτιο, σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας λοξά προς το ταβάνι για καμιά ιπτάμενη παντόφλα… Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!
“Στην Πάτρα θα πάω σΕ λέω, με το ΚΤΕΛ… Που να σΕ εξηγώ τώρα?” Οι εποχές που όταν άλλαζα μοτοσυκλέτα, επισκεπτόμασταν κάποιο Louis Vuitton store ή την αντιπροσωπεία της Rolex, για να συμφωνήσει για την … “αναγκαιότητα” της τελευταίας μου επιλογής, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί…
Αποφασισμένος να μην αφήσω την ζωή μου να ναυαγήσει στους καναπέδες της ανίας και του προβλέψιμου ζαβλακοτουζλαμά, βάζω το σακίδιο στη πλάτη και με αποφασιστικότητα πεζοναύτη του 3ου λόχου της Ντανάγκ, ανοίγω την πόρτα λέγοντας “άμα δεν έρθω μέχρι αύριο το βράδυ, θα σκύψω το κεφάλι έμπλεος ευτελισμού κι ονειδισμού και θα πάμε να δεις εκείνο το πορτοφολάκι στη Louis Vuitton…” 

louis vuitton
Η ζωή είναι ένα ρίσκο…
Η άγνωστή μου Dommie -που θα στοίχιζε λιγότερο από το πορτοφολάκι της ακατανόμαστης φίρμας- έπρεπε να μΕ φέρει την Πέμπτη το βράδυ, πίσω στη Θεσσαλονίκη ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!!!
19.30′ μπαίνω στο 5άρι, Νέα Κρήνη-Βενιζέλου, για ν’ αλλάξω στην Τσιμισκή με το 12άρι, Κάτω Τούμπα-ΚΤΕΛ…
Στις 21.00′ ακριβώς ρολάριζε βελούδινα, με τη γητευτική συριστικότητα του κινητήρα “Volvo B 10 B Noge Turing” και την απαλά θροϊζουσα νυχτερινή αύρα, το σχεδόν άδειο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Αχαϊας…
Περνώντας, έξω από τη Λαχαναγορά κι αφήνοντας πίσω τη Θεσσαλονίκη, άλλο ένα ταξίδι άρχιζε…
Έβγαλα ένα παστέλι για βραδινό, σκεπτόμενος ότι για τον ταξιδευτή η συγκίνηση της φυγής είναι ΜΙΑ…
.
…κόντρα στη νομαδική παράκρουση ταξιδιωτικής αμπελοφιλοσοφίας καί στον μόνιμα αναδευόμενο μοτοσυκλετιστικό τραχανά.

  Όπου άμα είσαι ταξιδευτής παραμένεις τέτοιος  ακόμη και σε λεωφορείο

Το  ταξίδι με το KTEΛ after midnight ήταν βελούδο και με το ετερόκλητο επιβατικό κοινό, αποκτούσε κι ανθρωπολογικό ενδιαφέρον… 

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι όταν δεν ροχάλιζε σαν κομπρεσέρ με χαλαρωμένο ιμάντα, τηλεφωνούσε ανά μία ώρα σε κάποιον δυστυχή συγγενή, για να τον ενημερώνει … ποια πόλη πέρασαν και ότι κατά τις 4.00′ όπως αυτοί (και το …ΚΤΕΛ) υπολόγιζαν θα έφταναν στην Πάτρα… Παρ’ όλ’ αυτά δεν χρειάζονταν να ξεσηκωθεί να τους παραλάβει, όπως του τόνιζαν, ξυπνώντας τον ανά μία ώρα, γιατί -βρε παιδάκι μου- θα παίρνανε ένα ταξί και θα πήγαιναν σπίτι!

Μία ευτραφής διανοούμενη -γκόθικ στάιλ- φοιτήτρια, ντυμένη σαν πλήρωμα καρναβαλικού άρματος, με ένα πολυσέλιδο αισθηματικό διήγημα τσέπης, μονίμως ανοιγμένο στα πόδια της, αφού κατέβασε 2 λουκανόπιττες στη στάση της Λάρισας, με βουλιμία αλιγάτορος Αμαζονίου, ζήτησε από τον οδηγό ν΄αλλάξει τη μουσική με τα καλαματιανά. Αντιμετώπισε τον Ζωϊδάκη live, ροκανίζοντας σαν πιράνχας 3 μεγάλες σακούλες τσιπς αλλά στο 
“φέρτε μου ποτήρια κι άλλα, 
όλα θα τα κάνω γυάλα…”
… του Μίμη Γκιουλέκα, σηκώθηκε αποτροπιασμένη από τη δεύτερη σειρά και κατευθύνθηκε εκνευρισμένη προς την άδεια γαλαρία, κάνοντας σαφές ότι αν ήταν στο χέρι της, θα έβγαζε εκτός νόμου τη ρεμπετοφρίκ jazz σκηνή του θεσσαλικού κάμπου…
Ζούμπας
Στην περιφερειακή μου όραση ενέπιπτε και μια ηλικιωμένη κυρία της γνωστής συνομοταξίας “γραία Λουτρακίου”, που ροχάλιζε κάνοντας ταβανοσκόπηση, με το στόμα ανοιχτό και την μασέλα βγαλμένη, έτοιμη να την καταπιεί. Αυτή, μπορώ να πω, ότι μΕ δημιούργησε ένα σχετικό άγχος, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι το ροχαλητό της ήτανε “σικέ” και προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της και να αποκοιμηθεί…
Εγώ “χάθηκα” λίγο στο Μπράλο, για κανά μισάωρο. 
Η φωνή του Σταύρου Ζούμπα -όμως- στο “να ζήσουν οι κομμώτριες…”  μΕ ξύπνησε δίνοντας άλλο νόημα στο υπόλοιπο ταξίδι…
… και με κομμάτια όπως τον “καθρέφτη σου θα σπάσω” και την “αχαριστία” τα χιλιόμετρα εξαϋλώνονταν σαν τα πατατάκια της ευτραφούς γκόθικ διανοουμένης. Στο ρεφρέν του “είσαι το ηρεμιστικό μου” ξεπρόβαλε υποβλητική η γέφυρα του Ρίου. 

Η ώρα ήταν 3.55′.
Ένα ταξίδι, με παραμορφωτικές αντανακλάσεις μιας ελληνικής πραγματικότητας, μια ρεαλιτέ άκρως ενδιαφέρουσα για τον ρέκτη της ακατέργαστης εμπειρίας, που μπορεί και αφουγκράζεται την ζωή …και εκτός ζελατίνας ενός system(*) 6!
Ώρα 4.10′. Τηλεφωνώ στον Βασίλη .
Ώρα 6.30′ έχουμε πιει τους πολλαπλών βιάγκρα νεσκαφέ, έχουμε απαντήσει σε όλα τα αινίγματα της ζωής, και για να περάσει η ώρα, προσπαθούμε να εντάξουμε τις τοποθετήσεις του τελευταίου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ,  στα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, στο Λογικισμό του Λούντβιχ Βιτγκεστάιν, στη Φαινομενολογία του Έντμοντ Χουρσέλ και στον Υπαρξισμό του Σέρεν Κίρκεγκωρτ…
.
.
…μέχρι τη στιγμή, που οι διπλές racing Yoshimura της Dommie κάνουν την εξωτερική τζαμαρία του καταστήματος υπολογιστών του Βασίλη να χορεύει τσάρλεστον…

(*) γνωστό, μοδάτο κράνος της BMW, πολύ δημοφιλές στους ντεκαφεϊνέ πολέμαρχους ταξιδευτές του Κολωνακίου

Η εκ του σύνεγγυς επαφή

Η χορτόπιττα μΕ έφυγε απ’ το χέρι…

“Φοράω” ένα ζαμανφού ύφος και βγαίνω “στο αδιάφορο” έξω…
Με την πρώτη ματιά …πρόκειται για κόμματο!
Το βλέμμα μου καρφώνεται …χαμηλά. Από πίσω η πινακίς γράφει ΚΕΟ (καίω) 16 (sweet little sixteen). Από μπροστά το extra ψυγείο λαδιού, στ’ αριστερά, της δίνει μία εσάνς δυναμισμού, αποφασιστικότητας και αντοχής σε τροπικές θερμοκρασίες άνω των 45 υπό σκιά…
Πλησιάζω τον πωλητή και του λέω σοβαρά … “αϊ ντού”…
Η αμερικάνα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Εξουσιοδότηση στην αστυνομία, τράπεζα για μπαγιόκο, μία κλασσική ντρίπλα στην τιμή και με 900 ευρώ, έχω πάρει το μωρό και φουλάρω έξω από την Πάτρα.

 Η Επιστροφή

Ο καιρός είναι εξαιρετίκ και ντοπαρισμένος από τα ντουζένια της μικρής, περνάω τη γέφυρα και το κόβω δεξιά για Ναύπακτο, Δελφούς, Μπράλο κλπ κλπ.
Όχι δεν ευχόμουν “να ‘ναι μακρύς ο δρόμος” γιατί η σύζυγος σε περίπτωση αργοπορίας, θα μ΄έσερνε κατ’ ευθείαν στους πωλητές της Louis Vuitton, κάνοντας τους λήσταρχους της ανατολικής Μαυριτανίας να φαντάζουν σαν ιεραπόστολοι…
O επαρχιακός δρόμος με τις γλυκές στροφές προκαλούσε την ευέλικτη μικρή αμερικανίδα, για άγριο και πρωτόγονο οδηγικό σέξ…
.
…όμως τα σάπια ελαστικά, παλαιάς κοπής επί ναυαγίου Εξπρές Σάμινα, λόγω της σχετικής ακινησίας, μΕ υποχρέωσαν στην κλασσική μου αργή οδήγηση, που θα έσπρωχνε θιβετιανό ερημίτη σε υπερκατανάλωση του καφέ υγρού των αποστακτηρίων του Jack Daniels, για να ξεπεράσει την διογκούμενη κατάθλιψη λόγω βαρεμάρας…
oscar παραλογοτεχνίας
Εγώ, για να περνάει η ώρα, σαν αναδυόμενο και ασυμβίβαστο μη αναγνωρισμένο -ακόμα- ταλέντο της ταξιδιωτικής παραλογοτεχνίας, άρχισα να ονειρεύομαι την μελλοντική στιγμή της συγγραφικής μου επιτυχίας, σαν έναν λαμπερό ανεμοστρόβιλο των φεστιβάλ, δεξιώσεων, συνεντεύξεων, γνωριμιών με γοητευτικές στάρλετ, εκδότες, πριβέ πάρτυ…
Ίσως …ίσως κι ένα χρυσό αγαλματάκι συγγραφής κάποιου σεναρίου, να στόλιζε το άδειο ράφι του τζακιού μου στον Χολομώντα!

 Όπου ο Βασίλης βάζει νερό στη Ναύπακτο και καφέ στους Δελφούς

  Σταματάω σ’ ένα βενζινάδικο λίγο έξω από τη Ναύπακτο, να πάρω ένα μπουκάλι νερό. 

Η κοπέλα της καντίνας με ρωτάει που πάω… και στο άκουσμα της Θεσσαλονίκης, δείχνοντας -με φρύδι περισπωμένη- τη Dommie, ένας κυκεώνας από τικ παραμόρφωσε το πρόσωπό της με απρόβλεπτες συσπάσεις και γκριμάτσες, σαν μήνυμα σε κώδικα Μορς!
«Δεν το πιστεεεεεύωωω!» ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα.

Εκεί χτύπησε και το τηλέφωνο. 
Ένα παλιό φιλαράκι που βρίσκονταν τυχαία στους Δελφούς, μΕ κάλεσε για καφέ. Βασικά, αυτός ήθελε να δει τη Dommie, σκασμένος από περιέργεια για το τι μηχανάκι μπορείς να βρεις με 900 ευρώ και να ‘χει θέμα για κουτσομπολιό με τη φλωροπαρέα του. 
Όχι, δεν παρεξηγιέται…είμαι σίγουρος ότι τώρα διαβάζει.

Με περίμενε κοντά στο θόλο της Αθηνάς Προναίας, πάνω στην επαρχιακή Λιβαδειάς-Άμφισσας, μ’ έναν φίλο του της συνομοταξίας “κοσμικός Αράχοβας”. Ψάχνανε για ευκαιρία να λουφάρουν τ’ αρχαία, αφήνοντας τα γυναικόπαιδα μετά του υπηρετικού προσωπικού να βολοδέρνουν στο λιοπύρι και στα κατσάβραχα…
Τον ήπιαμε σε καφετέρια εντός των Δελφών.
 
Μου
 τον σέρβιρε μια μελαχρινή εξαιρετικής κατασκευής, νοιώθοντας ένα φονικό σφίξιμο να κάνει την απατηλά αθώα εμφάνισή του, κάτω από την κοιλιακή μου χώρα…
Τα
 σφιχτά αμορτισέρ της σερβιτόρας δεν μας άφησαν να συγκεντρωθούμε στις συζητήσεις μας για τον αν υπάρχει τελικά θεός, κάποιος σκοπός με την “φανέρωση” της Dommie ή κάποιο σχέδιο πίσω από το Σύμπαν. 

σερβιτόρα
Τα χοντροκομμένα σχόλια όμως της παρέας, για τη σπαστή σουσπανσιόν
 της νεαράς, προκάλεσαν μια ξινή γεροντοκόρη, με μπούτια “φλούδα νεραντζιού”, της συνομοταξίας “σαλεμένη και μανιοκαταθλιπτική” με προχωρημένο στραβισμό…
 που με βραχνή φωνή που τρεμόπαιζε σαν τα κβαντικά σωματίδια, μας απείλησε με μήνυση!

Χρονιάρα μέρα με μηνύσεις απ’ την τρελόγκα από τη μία… 
Απειλή Louis Vuitton, σε περίπτωση αργοπορίας, από την άλλη…
Κοίταξα το ρολόι, σκεφτόμενος τη θεωρία της σχετικότητος και αποφάσισα να συνεχίσω το ταξίδι μου προς βορράν…
Χαιρέτησα κι έβαλα μπρος τη Dommie.
 

Ο μπάσος ήχος των δύο Υοshimura έκανε την γεροντοκόρη να με κοιτάξει με δολοφονικό βλέμμα, σαν του μαφιόζου Calogero Vizzini, 
αναγκάζοντάς με να καβαλήσω άρον-άρον τη Dommie, χωρίς να δέσω το κράνος και να εξαφανιστώ, αφήνοντας την ήσυχη να καταβροχθίσει την κρέμ μπρυλέ της… 

Άλλωστε, στην Καρδίτσα μΕ περίμενε ο φίλος μου ο Γιάννης -παλιός μηχανόβιος και ταξιδευτής για καφέ και μουχαμπέτι για το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ινδία…

 

 Όπου ο Βασίλης ταπώνει (με Σαλαμπάσ-ι-α διαπασών)  δυο κυριλέ με Μπεμβέ

έφερα τούμπα το μωρό

Βγαίνοντας από τους Δελφούς στον κατηφορικό δρόμο στ’ αριστερά μου, από το γωνιακό βενζινάδικο ξεκινάει μία BMW Z4 καμπριολέ, με ανοιχτό το κεπέγκι, επιταχύνοντας προς τα πάνω μου! 
Πλακώνω τη μανέτα του μπροστινού που δεν σταματάει με τα καινούργια τακάκια και τσαρουχώνω το πίσω.
Τον φτάνω στον πόντο στη θέση της συνοδηγού…
Το εξαϋλωμένο ανθρωποειδές στο τιμόνι με κοιτάζει με οίκτο! 

Το ξανθό λαμπραντόρ δίπλα μΕ λέει “…καλά γκαβoooooός είσαι?” 
…και το ηχοσύστημα παίζει στη διαπασών Σαλαμπάση “Όταν χορεύει ο Λαρισαίος …στη μπάντα κάθε Φαρισαίος”…

Θενκς Γκαντ! …που μΕ έδωσες το προνόμιο να ζήσω αυτή τη σουρεάλ φάση!

Κάτι τέτοια μΕ συμβαίνουν και πιστεύω ότι, τελικά, υπάρχει Θεός!
Τα 2 θρασύτατα νεοπλουτέ πρωτόνια, που σίγουρα αδυνατούσαν να επεξεργαστούν οποιαδήποτε πληροφορία υπερβαίνει σε πολυπλοκότητα τις δισύλλαβες λέξεις μπέμπα, μπεμβέ, πράντα, Κάτυ Σάρκ κλπ κλπ…
.
.
…εξαφανίστηκαν προς τους σιωπηλούς ελαιώνες του νομού Φωκίδος, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφήνοντας φιδοειδή λαστιχένια αποτυπώματα στην άσφαλτο και αναθυμιάσεις άκαυστης αμόλυβδης…
 

z4

Τα τσίπουρα να είναι άνευ…

 Πλησιάζω προς τη Λαμία και “κόβω” προς Δομοκό, Καρδίτσα.

Τηλεφωνώ στον Γιάννη, για να μΕ ενημερώσει ότι στην είσοδο της Καρδίτσας μΕ περιμένει ο Αργύρης, άλλος παλιόφιλος μηχανόβιος από την Καρδίτσα.
Όταν ακούς Γκουσγκούνη και …“που ΄ναι τα πουλάκια μου?” …η σίγουρη απάντηση είναι …“νάτα τα πουλάκια μου”!
Όταν ακούς … “σε περιμένει ο Aργύρης”, η σίγουρη απάντηση είναι ότι πάς για τσίπουρα!
Με κάνει σινιάλο στον περιφερειακό. 
Σταματάω τη μηχανή.
Με συνωμοτικές κινήσεις, που θυμίζουν μυστική συνάντηση των Κορλεονέζι, χωρίς να το καταλάβω μΕ πασάρει ένα πλαστικό μπουκάλι.
Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τι περιέχει… Θα στοιχημάτιζα 100 προς ένα ότι είναι διπλοβρασμένο απόσταγμα στεμφύλων Τυρνάβου άνευ(*).
Απλά, μΕ λέει ότι είναι σφραγισμένο. Το βάζω στη μπαγκαζιέρα, τον ακολουθώ σε μια δαιδαλώδη διαδρομή και…
.
.
….σορπράιζζζζζζζζ !
Σταματάμε μπροστά σ’ ένα ρακάδικο!

Εντελώς τυχαίως…
Εντελώς άγνωστος ο Αργύρης στο μαγαζί…
Τα γκαρσόνια άρχισαν να “φέρνουν” χωρίς να’ χουμε παραγγείλει…
Σε λίγη ώρα καταφθάνουν ο Βαγγέλης από τα Τρίκαλα, o Βασίλης από τη Λάρισα κι ο Γιάννης. Όλοι παλιόφιλοι μηχανόβιοι, που ήρθαν διακριτικά να δουν τι χρέπι θα οδηγώ στο επόμενο ταξίδι μου στο «Desert festival» στο Μάλι, μόλις τελειώσει ο εμφύλιος…
Πολύ γρήγορα ακολούθησε ένας ιλιγγιώδης χορός εδεσμάτων, τσίπουρου και μπύρας, βυθίζοντας την παρέα σε μια γαστριμαργική έκσταση…
Εγώ, άυπνος και κουρασμένος από την υπερένταση και το ταξίδι. 
Όμως η ζεστή και εγκάρδια φιλοξενία αυτών των φίλων, με παρέσυρε σ’ ένα παροξυσμό ξαφνικής ευφορίας, με αποτέλεσμα να περάσει η ώρα με συζητήσεις και μεζέδες και να “πιάσουμε” το σούρουπο χωρίς να το καταλάβουμε.

Η μέρα έφευγε και “έβλεπα” με την φαντασία μου, την σύζυγο να ξεφυλλίζει το prospectus της collection Άνοιξη ’13 Louis Vuitton…
…κάνοντας την καρδιά μου να βαράει σαν βομβαρδιστικό στη Μάχη της Αγγλίας!

Έπρεπε να φύγω κι εγώ, γιατί μια αναποδιά και μια καθυστέρηση, θα έδινε την ιδέα σε μία δεσμίδα εκατόευρων στο πορτοφόλι μου …να λιποτακτήσει προς την ακατονόμαστη φίρμα! 
Αυτό βέβαια θα ήταν το λιγότερο… 
Γιατί μετά το ταξίδι στην Ινδία, αρχίζω να βρίσκω πιο δελεαστική μία ένεση ευθανασίας …από το φονικό βλέμμα της συζύγου…

(*)γλυκάνισου

 τσίπουρα

 

Επίλογος

 Μπήκα στο σπίτι κατά τις 10 το βράδυ…

Η σύζυγος με κοίταξε με το αυστηρό βλέμμα καρδιναλίου αναγεννησιακού πίνακα, κοιτώντας το Rolex της. 
Παρ’ όλο που ένα γνήσιο Rolex
 πηγαίνει δραματικά πίσω ή μπροστά, φάνηκε να δέχεται ότι έφτασα πριν τα μεσάνυχτα…

Η collection Άνοιξη ’13, ήταν ακόμα ανοιγμένη πάνω στο τραπεζάκι του living room δίπλα σ΄ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
«Βρήκα ένα καταπληκτικό 
χαρτοφύλακα για σένα… Ηδη μίλησα με τα κορίτσια στην Προξένου Κορομηλά …θα σΕ κάνουν ειδική τιμή…» κουκούρισε το τρυφερό μου ήμισυ, ψάχνοντας τις ιλουστρασιόν σελίδες…
«Ουάου!» αναφώνησα…
 «Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι για το στίλ μου… Δεν έρχεσαι κάτω στο γκαράζ να δεις τι δώρο σΕ έχω φέρει -κι εγώ- από την Πάτρα?», είπα καταρρίπτοντας το αντρικό ρεκόρ ευφημισμού σε κλειστό χώρο!

0dc

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Ο Βασίλης και μια σούρα στο Ερεβάν

Posted by vnottas στο 29 Οκτώβριος, 2012

Τον συνονόματό μου Βασίλη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη και της Μαρίας στην Αρετσού. Έχουμε παίξει μερικές φορές χαρτιά και, είναι αλήθεια, το παιχνίδι εν γένει βοηθάει στο να γνωρίσεις τους άλλους καλύτερα. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζω συνήθως εγώ.

Αν βέβαια ενδιαφέρεσαι για τις ενδεχόμενες συμπεριφορές κάποιου και σε πιο οριακές καταστάσεις (αν πρόκειται, για παράδειγμα, να τον/την παντρευτείς), τότε πήγαινε μαζί του ένα ταξίδι, ει δυνατόν με ιστιοφόρο. Εκεί θα αντιληφθείς πολύ περισσότερα πράγματα.

Αλλά για τις άλλες, τις συνηθέστερες και χωρίς διακύβευμα περιπτώσεις, το παιχνίδι, ας πούμε μια φιλική παρτίδα χαρτιά, όντας ανώδυνη απομίμηση της ζωής σε βοηθάει να κάνεις αξιόπιστες γενικές παρατηρήσεις πάνω στον χαρακτήρα των άλλων.

Ο Βασίλης λοιπόν, αρχιτέκτονας μηχανικός (όπως και οι πιο πολλοί στην παρέα), σύζυγος και πατέρας, διάγων αισίως την περίοδο της ωριμότητας (των πρώτων –ηντα), σε μια αρχική ανάγνωση μου προκύπτει αναμφίβολα ήπιος, ήρεμος, εξαιρετικά ευγενικός, εκτιμητής των χαμηλών τόνων: Δεν υψώνει ιδιαίτερα τη φωνή και ένα πράο χαμόγελο είναι εγκατεστημένο θα έλεγες μόνιμα στις άκρες των χειλιών του.

Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις τις οποίες δεν έχω κανένα λόγο να αναιρέσω, οδηγούν στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Βασίλης είναι δύσκολο να είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο, κάπως αλλιώτικο, ας πούμε κάτι σαν μοναχικός ταξιδιώτης μοτοσικλετιστής!

Και βέβαια κάνω πανηγυρικά λάθος.

 

Ο Βασίλης όταν του την δίνει, (και σε άλλες προς διερεύνηση περιπτώσεις) όχι μόνο καβαλάει τη μοτοσικλέτα του και εκτινάσσεται, αποδρά, αναχωρεί, απομακρύνεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα προς κατευθύνσεις εξωτικές και χώρες δυσερεύνητες, αλλά και καταγράφει με εικόνες και λέξεις τις εμπειρίες του.

Χτες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.

Σας το κοινοποιώ με την έγκρισή του. Απολαύστε το!

 

 

Βασίλης Μεταλλινός

Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν. Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.

Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ αρχίδια μου” διάθεση.

Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία, μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο. Οι οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.

Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.

Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα, η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν.

Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…

Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου. Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .

Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club. Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου,δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…

Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου.

Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.

Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο. Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο. Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.

Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ. Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί. Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.

Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.

Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.

Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε, γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.

Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…

Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.

Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν. Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα. Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.

Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ. Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα. Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…

Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας… Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.

Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες. Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων. Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…

Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…

Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!

Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…

Επιβιβαστήκαμε σ’ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.

Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.

Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…

Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων. Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια, φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του. Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.

Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”, μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες. Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου. Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα. Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”. Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!

Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.

Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.

Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel. Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.

Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα. Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…

Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ. Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες, πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.

Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.

Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.

Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς. Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ. Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”

Γερό μπλέξιμο!

“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.

“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια. Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.

Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι. Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.

Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Το χαμόγελο εκεί. Μόνιμο.

Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα. Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής. Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτησε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:

“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”

Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…

Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο. Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα. Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

«Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »