Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Νοσταλγία’

Συννεφιές…

Posted by vnottas στο 21 Οκτώβριος, 2015

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος)

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΙΑ

Synefia

Αγάπησα τα σύννεφα

τα κάθε είδους σύννεφα.

Τα μαύρα της καταιγίδας

τα ρόδινα της αυγής

τα διάφανα άλλοτε του έρωτα

κι άλλοτε της προδοσίας

τα πυκνά της επανάστασης

τα πορφυρά του ηλιοβασιλέματος

τα γκρίζα της γονιμότητας

τα μεταβαλλόμενα της ειρωνείας

τα μενεξελιά της θλίψης

παλαιοτέρων ποιητών

ακόμη κι αυτά

που κάποιες φορές παίζουν με το φεγγάρι

ιδίως την πανσέληνο.

Ναι τ’ αγάπησα

και μέτρησα πολλές φορές

τον χρόνο μου μ’ αυτά.

Όμως ποτέ μου δεν μπόρεσα

ν’ αντέξω την συννεφιά.

ce63af7e92fd0180d3beff4f8e3bbafc-300x293

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

βροχή…

Posted by vnottas στο 19 Σεπτεμβρίου, 2015

ΜΕΣ ΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΒΡΟΧΗ

(γράφει ο Νίκος Μοσχοβακος)

images 

Την είδα μες τη γαλάζια βροχή

είχε μαύρα κάρβουνα μάτια

χείλη πυράς κατακόκκινα

κι ένα χαμόγελο παντοτινό.

Δεν θυμάμαι πια το λίκνισμά της

γιατί πρόσεχα το τσίτινο φόρεμα

που κολλημένο πάνω της

πρόδιδε του κορμιού της τη μαγεία.

Ούτε το τραγούδι της θυμάμαι

γιατί καθώς αργοχανόταν

μες τη γαλάζια βροχή

ο ήχος των νερών σκέπαζε τη μελωδία.

Αχνά φέρνω στο νου μου

πως ήταν σούρουπο χωρίς ουρανό

κι εγώ παιδάκι ανυποψίαστο

είχα χάσει το δρόμο

μες τη γαλάζια βροχή

εκείνου του μακρινού καλοκαιριού.

rain460

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Οι εκδρομείς των ωραίων καιρών

Posted by vnottas στο 30 Μαρτίου, 2015

     

αDSCN1749Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

αφήνει την δραμουντάνα

να σκορπίζει την πανάκριβη στάχτη

του αποτρόπαιου χρόνου.

Με την κλεψύδρα προς το τέλος της

ακίνητα τα πράγματα της κάμαρας

υποδέχονται το διαφανές σούρουπο

ιστό σοφής αράχνης

που περιβάλλει μ’ένα μυστικόφερτο

σφάχτη τις αναπολήσεις.

Η εκδρομή τέλειωσε λοιπόν

και στην άδεια σκέψη του εκδρομέα

κυριαρχεί νόστος ανεξέλεγκτος

εκτός συναλλαγής και διαπραγμάτευσης.

Κενά τα σακίδια

κι οι υδρίες χωρίς νερό πια

αποτιμούν το κόστος μιας μέρας

μιας ζωής ακόμα

που σαν εκδρομή πέρασε.

Τα όποια συναισθήματα

είναι ήδη χωρίς σημασία

αφού όλα αργά αργά τάπνιξε

πυκνό αδιαπέραστο σκοτάδι.

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ανατολικό μπαλκόνι

εξακολουθεί ν’αδειάζει ανέκφραστη

από την πανάκριβη στάχτη του κάποτε.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Φτηνά ξενοδοχεία

Posted by vnottas στο 11 Μαρτίου, 2015

 

Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

 

Φτηνά ξενοδοχεία λίγης ώρας

πολυκαιρισμένα φθαρμένα σεντόνια

χαλασμένα πατζούρια που τρίζουν

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες ξεθωριασμένες πινακίδες

στην οδό Αθηνάς

στην Εγνατία κοντά στο Βαρδάρη

στο Σκαραμαγκά πλάι στην Ιερά Οδό

δέχονται πρόσκαιρους

ή πληρωμένους έρωτες

κρατώντας τα μυστικά

σε κρύα σιωπηλά κρεβάτια.

Των αυτοκινήτων η βουή

το ψιχάλισμα της βροχής

πάνω στα θαμπά τζάμια

άλλοτε της λιακάδας η αίγλη

συνοδεύουν ακατάπαυστα

ενοχές και παροδικές απολαύσεις

που έχουν ταυτότητα

μόνο της αμφιβολίας την πίκρα

καθώς σέρνεται αδίστακτη σαρανταποδαρούσα

στης μοναξιάς την υγρασία.

«Σεσίλ» «Ωραία Ελλάς» «Παρνασσός»

παμπάλαιες μισοσβησμένες πινακίδες

φτηνών ξενοδοχείων λίγης ώρας

μ’ένα μελαγχολικό μειδίαμα

παρακολουθούν σαρκαστικά

τ’οδυνηρό πέρασμα του χρόνου.

DAY-USE

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κυριακές

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

images (5)

 

Τις Κυριακές τις πέρναγε αδιάφορα

περιμένοντας τ’ απόγευμα

για ν’ ακούσει

απ’ το τρανζίστορ ποδόσφαιρο.

Η ενσάρκωση των φάσεων

άλματα, σκληρά μαρκαρίσματα,

φάουλ και γκολ

ανεβοκατέβαζαν την αγωνία του

σαν απεικόνιση

ταραγμένου καρδιογραφήματος.

*

Όμως εκεί προς το τέλος του αγώνα

και πάντως στις καθυστερήσεις

δεχόταν πάντα επισκέψεις

οπτασιών και προσώπων

που διέκοπταν την απόλαυσή του

και τον οδηγούσαν σχεδόν βίαια

να δηλώσει υποταγή

στου νόστου την εξουσία

και ν’ αδιαφορεί

για το τελικό αποτέλεσμα

της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης.

*

Στο τρανζίστορ βέβαια

εξακολουθούσε ν’ ακούγεται

μονότονη η φωνή του σπήκερ

αλλά απλώς για να κάνει

πιο μελαγχολικό

της Κυριακής τ’ απόγευμα.

images (7)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Η βροχή και το ψιλόβροχο

Posted by vnottas στο 7 Ιουλίου, 2013

DSCN0997

Στην προηγούμενη ανάρτηση χρησιμοποίησα ως μουσική υπόκρουση για τo ¨τραγούδι της Σιγκουάπα¨, ένα όμορφο πορτογαλικό τραγούδι με τίτλο Chuva (Βροχή)

Τώρα λέω να σας το αναρτήσω  (μέσω παραπομπής στο youtube), τραγουδισμένο τόσο από τον συνθέτη και στιχουργό  Jorge Fernando, όσο και από την εκπληκτική Mariza. Επίσης, ψάχνοντας, ανακάλυψα όχι μόνο τους στίχους, αλλά και μια μετάφραση στην ιταλική γλώσσα την οποία σας παραθέτω πιο κάτω μαζί με μια απόπειρα προσαρμογής στα ελληνικά (ως συνήθως). Τέλος, μαζί με την πορτογαλική ¨Βροχή¨ σας θυμίζω ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του Μητσάκη που μιλάει επίσης για  βροχή (Ψιλοβρέχει).

O Jorge Fernando

Jorge_Fernando

Η προσαρμογή στα ελληνικά

Βροχή

Περνούν της ζωής οι ιστορίες / χωρίς ίχνη να αφήνουν

παρά μόνον αυτές που χαράξανε / πόνο ή κάποια χαρά

Ναι, υπάρχουν  εκείνοι που, εν τέλει, / στις ιστορίες θα μείνουν

μα κι άλλοι που μηδέ τ’ όνομά τους / θα ακούσεις ξανά

*

Υπάρχουν καημοί που ζωή / στη ζωή ξαναδίνουν

το νόστο που κρύβω ξυπνούν / και με εσένα με σμίγουν, σαν χτες

Ναι, μέρες υπάρχουνε  που / τη ψυχή μας σφραγίζουν

κι εκείνη που με άφησες μόνο / ήταν μια απ’ αυτές

*

Στους δρόμους της πόλης γυρνώ / έρμoς  κι απελπισμένoς

την όψη μου τώρα χαράζει / η βροχή του Νοτιά

Στην πόλη με δάκρυα φωνάζω / η βροχή πως θα σβήσει

όση του έρωτά μου έχει πια / απομείνει φωτιά

¨

…μ’ ακούει η βροχή, και στην πόλη

το μυστικό μου δεν λέει,

μόνο να, που στα τζάμια χτυπά

νότες νοσταλγικές…

Chuva

As coisas vulgares que há na vida

Não deixam saudade
Só as lembranças que doem
Ou fazem sorrir

Há gente que fica na história
Da história da gente
E outras de quem nem o nome
Lembramos ouvir

São emoções que dão vida
À saudade que trago
Aquelas que tive contigo
E acabei por perder

Há dias que marcam a alma
E a vida da gente
E aquele em que tu me deixaste
Não posso esquecer

A chuva molhava – me o rosto
Gelado e cansado
As ruas que a cidade tinha
Já eu percorrera
Ai, meu choro de moça perdida
Gritava à cidade
Que o fogo do amor sob a chuva
Há instantes morrera

A chuva ouviu e calou
Meu segredo à cidade e eis que ela bate no vidro
Trazendo a saudade

rio_de_janeiro_com_chuva[1]

H μετάφραση στα Ιταλικά εδώ

Pioggia

Le cose ordinarie della vita
non ti lasciano la nostalgia
solo i ricordi che fanno male
o quelli che fanno sorridere

C’è gente che resta nella storia
della nostra storia
e altri di cui neanche il nome
ricordiamo di aver sentito

Sono le emozioni che danno vita
alla nostalgia che sento
quelle che ho vissute con te
e che alla fine ho perduto

Ci sono giorni che segnano l’anima
e la nostra vita
e quello in cui tu mi hai lasciato
non posso dimenticarlo

La pioggia inzuppava il mio viso
infreddolito e stanco
e tutte le strade della città
avevo già percorso

Ahi…il mio pianto di ragazza sperduta
gridava alla città
che il fuoco d’amore sotto la pioggia
si era spento solo un attimo fa

La pioggia ascoltò e tacque
il mio segreto alla città
ed ecco ora batte sul vetro
e mi riporta la nostalgia

images (20)

Ψιλοβρέχει

Στίχοι και μουσική Γιώργος Μητσάκης. Εδώ με τον Μπάμπη Τσέρτο

Απόψε άρχισε και ψιλοβρέχει
κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει
αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει;

Η νύχτα σκέπασε όλη τη χώρα.
Σε συλλογιέμαι, πού να ’σαι τώρα
Ποιος σ’ αγκαλιάζει αυτή την ώρα
που ψιλοβρέχει σ’ όλη τη χώρα;

Στο δρόμο δεν περνά διαβάτης άλλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος
κι η μοναξιά μου καημός μεγάλος.
Εγώ πονάω, κανένας άλλος.

Αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει
στην αγκαλιά του, αχ, ποιος να σ’ έχει;

IMG_1358

Posted in Fados στα ελληνικά, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Φύλλα του χαλκοπράσινου

Posted by vnottas στο 14 Φεβρουαρίου, 2013

Ήταν προχτές. Ο Ηλίας και η Μαρία με τα μαλλιά στο χρώμα του χαλκού, είχαν φορέσει τα κράνη τους, είχαν ιππεύσει τη 1200άρα στρίγκλα τους και είχαν ανηφορίσει στη πάνω Πόλη, να τα πούμε. Είχαμε τσίπουρο και κρασάκι και η Σόφη είχε σκαρώσει την μακαρονάδα των αγανακτισμένων καρβουνιάρηδων. Και τα ήπιαμε. Και ο Ηλίας έλεγε πως η νοσταλγία κατά κάποιο τρόπο δεν τον αφορά, και ρωτούσε εμένα τι κυρίως νοσταλγώ από τις χώρες του πέρα και του τότε. Και εγώ του έλεγα: τις επιθυμίες! Κι εκείνος έκανε ότι δεν καταλαβαίνει. Και οι γυναίκες κοίταγαν με τρόπο που υποδήλωνε ότι θα έπρεπε να φανεί ως κατανόηση. Και αφού είπαμε πολλά, την άλλη μέρα ο Ηλίας μου έστειλε τους (εκπληκτικούς και αδημοσίευτους) στίχους του που ακολουθούν… (πείτε μου τώρα εσείς…)

 images (15)

Φύλλα του χαλκοπράσινου μέσα μου

από δάση που περπάτησα μικρούλης

χωρίς διόλου να φοβάμαι

μέσα σε όνειρα πως ήμουν άλλος

και δήθεν έφευγα σε χώρες μαγικές

όπου φυσούσαν άνεμοι ασημένιοι και μιναρέδες είχανε

φτιαγμένους από κατακόκκινα φιλιά

 

Φύλλα πεσμένα που σας βλέπω

που προσπαθείτε με απόγνωση

στο γκρίζο μίζερων πεζοδρομίων

να δώσετε ελεημοσύνη μάταια,

αχ, νάσασταν ιπτάμενα χαλιά,

αντί να σας μαζεύουν το πρωί

εργάτριες του δήμου με φραπέ στο χέρι…

 

Πώς πέφτετε ξερά γαμώ τη τύχη μου;

ε, πώς;

 

Μου λέτε δήθεν

 να περιμένω κι άλλη άνοιξη

αφού σας το ‘χω πει χίλιες φορές:

τίποτα δεν ανοίγει μπρος μου, τόσες Άνοιξες,

κι οι άλλοι γύρω μου έχουν παραιτηθεί.

 

Περίμενε, περίμενε, περίμενε

κοντεύω να γεράσω εξήντα χρόνια τώρα

με κοντό παντελονάκι και στα γόνατα πληγές

και να το παίζω πως μεγάλωσα

 

Πότε θα ’ρθει αυτός ο άνεμος

να με σκορπίσει σαν και σας,

ε πότε;

Κρυφτό να παίξουμε, κυνηγητό,

κλέφτες και αστυνόμοι,

Πότε στους ασημένιους μιναρέδες με τα κατακόκκινα φιλιά

πότε θα φτάσω;

ας μου πείτε….

images (14)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Παρένθεση στον Μονόλογο

Posted by vnottas στο 19 Δεκέμβριος, 2012

images (17)

Ολίγη από θεωρητικολογία: Περί άλγους και νόστου

 Ας μιλήσουμε περί άλγους, αλλά ας μην υπερβάλλουμε.

Ας ξαναπούμε μερικά αυτονόητα, που όμως έχουμε την τάση να ξεχνάμε: Αυτή η, από ενοχλητικά έως απελπιστικά, δυσάρεστη αίσθηση που ονομάζουμε ¨πόνο¨, βασικά δεν είναι άλλο παρά ένα κουδουνάκι (εντάξει, μπορεί να φτάσει ως εκκωφαντική καμπάνα) συναγερμού. Έχει τοποθετηθεί από τη (μάνα) Φύση σε ζωτικά και επίκαιρα σημεία, προκειμένου να προειδοποιεί για επερχόμενες κρίσιμες καταστάσεις και για υπαρκτούς κινδύνους. Ή για να υπονοεί ότι διαβρωτικές, αποδομητικές εστίες έχουν ήδη εγκατασταθεί στον οργανισμό και πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Το άλγος είναι απαραίτητο εξάρτημα ενός συστήματος ασφαλείας και επιβίωσης. Λέει με τρόπο, άλλοτε απλώς υπαινικτικό και άλλοτε οδυνηρά αιχμηρό, άλλοτε συμβουλευτικό και άλλοτε εξαιρετικά επιτακτικό: πάρτε τα κατάλληλα (ιαματικά) μέτρα.

Ο πόνος δεν είναι το ¨κακό¨ καθεαυτό, ούτε η τιμωρία για το ¨κακό¨, παρά μόνο η ένδειξη ότι το κακό βρίσκεται κάπου εκεί γύρω, κρυμμένο ή εσκεμμένα αγνοημένο, και ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Χωρίς πόνο, ένα ζωικό είδος σαν τον ημέτερο αυτό-αποκαλούμενο Σάπιενς Σάπιενς, θα είχε εκλείψει, προτού καλά καλά συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει. Κι αυτό γιατί, προικισμένος όπως είναι με την ικανότητα να φτιάχνει σχεδόν αδιαφανή φαντασιακά πέπλα, καταφέρνει να καλύπτει την φθορά (όσο κι αν αυτή επικαλείται εξασφαλιστικό συμβόλαιο στην αδυσώπητη Θερμοδυναμική ΑΕ).

Μην ενίστασθε. Σύμφωνοι, μπορεί τα παραπάνω να αφορούν κυρίως τον σωματικό πόνο, αλλά και ο ψυχικός λειτουργεί ανάλογα:  

Το άλγος της ενοχής προτρέπει προς την κάθαρση, το άλγος της τύψης προς την εξιλέωση, οι Ερινύες μπορεί να προκύπτουν κακάσχημες, αλλά είναι περισσότερο θεές της αποκατάστασης παρά του μίσους (ή, καλύτερα, του μισητού Τέλους).

Οι παραπάνω σκέψεις γεννιούνται (εν παρενθέσει) στα παρακλάδια της μονόλογης αφήγησης που άρχισα στο ιστολογοφόρο, αφήγηση που εστιάζεται στα παλιά.

Και εμπεριέχει, αναπόφευκτα, άλγος νόστους.

Οπότε εδώ (επιτέλους) η ένσταση είναι θεμιτή: Τι σόι άλγος προκαλεί ο κατά κανόνα νόστιμος Νόστος (είτε για το ¨κάπου¨ είτε για το ¨κάποτε¨);

      Άλγος που, με κάπως διαφορετικό τρόπο, επαληθεύει τον κανόνα, επομένως προειδοποιεί, ή μήπως πάλι πρόκειται για άλγος εξαιρούμενο (με κίνδυνο να προκύψει ολίγον φιλο-μαζοχικό και ανισόρροπο), που θα μπορούσε, βέβαια, να επιβεβαιώνει τον κανόνα και ως εξαίρεση;

Ας μη ξεχνάμε ότι το ¨άλλοτε¨ και το ¨αλλού¨, προς τα οποία ο Νόστος-Επιστροφή ρέπει, είναι εξ ορισμού οντότητες αφηγηματικές, περιγραφόμενες και μεσολαβημένες. Οντότητες που στηρίζονται στις επιλεκτικές μας μνήμες και  υποστηρίζονται από τις ενδόμυχες  επιθυμίες μας, άρα είναι απαλλαγμένες από τα ζόρια και τους καταναγκασμούς του ¨εδώ¨ και του ¨τώρα¨.

Κατά συνέπεια διαθέτουν μια αδιαμφισβήτητη ¨έμφυτη¨ γοητεία.

Επί πλέον, υπάρχουν ή έχουν υπάρξει, αντιστεκόμενες επιτυχώς στις χρονικές και χωρικές ροές. Το ¨αλλού¨ και το ¨άλλοτε¨ είναι πεδία νίκης επί του χωροχρόνου. Άλλωστε, πάνω τους μπορείς να στήσεις ουτοπίες που όχι μόνο υπόσχονται, αλλά και παρηγορούν, διαθέτοντας πολύ πιο συγκεκριμένες αναφορές από τις μελλοντολογικές τους εξαδέλφες.

Επομένως τί; Η νοσταλγία περιέχει μόνο γλυκύ άλγος ικανό να τρέφει τους (απαραίτητους) ρομαντισμούς μας και δεν περιλαμβάνει οδυνηρές προειδοποιήσεις;

Δεν νομίζω.

Αντίθετα νομίζω ότι, ιδιαίτερα όταν η επιστροφή στο παρελθόν εκδηλώνεται με μορφή ευρέος κοινωνικού φαινομένου, όπως μοιάζει να συμβαίνει σήμερα, αυτό κυρίως σημαίνει ότι κάτι δε πάει καλά στο παρόν.

Το άλγος του Νόστου προειδοποιεί για σημερινή λάθος ρότα στην αναζήτηση του μέλλοντος.

 rema2

Υστερόγραφο. Τώρα, αφού προσπάθησα να ξεμπερδέψω με μερικές  θεωρητικές ενστάσεις, και να αφήσω να εννοηθεί  ότι δεν αγνοώ τους κινδύνους του ταξιδιού, λέω να επιστρέψω (οσονούπω) στην χώρα του ¨κάποτε¨.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Μονόλογος

Posted by vnottas στο 15 Δεκέμβριος, 2012

15

Γεννήθηκα σ’ ένα προάστιο.

Όχι βέβαια σαν κι αυτά που ξέρετε σήμερα. Πιο πολύ έμοιαζε με εξοχή κοντά στην πόλη. Δηλαδή ¨εξοχή¨ είναι μια κουβέντα. Ύπαιθρος, ταιριάζει καλύτερα. Ύπαιθρος που αρχίζει, αργά και βασανιστικά, να πήζει σε πόλη. Κάπως έτσι.

Από τη μια μεριά το βουνό. Αρχαίο. Στρογγυλεμένο. Με δάσος άκαφτο να κρέμεται στις βατές πλαγιές του και με προφήτη Ηλία σκαρφαλωμένο στο πρέπον υψόμετρο, να εποπτεύει όλο το χρόνο τις εξελίξεις στα πεδινά  και να πανηγυρίζει κάθε Ιούλιο.

Από την άλλη η θάλασσα. Ορατή. Σε απόσταση περίπου μια ώρα και κάτι παιδικό ποδαρόδρομο, αλλά ανήκουσα σε άλλο δήμο, παραλιακό.

Ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, στα όρια των δύο δήμων, περιώνυμη οδική αρτηρία, ασφαλτοστρωμένη αλλά όχι ιδιαίτερα φαρδιά τότε, ερχόταν από τις νοτιοανατολικές παραλίες και οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο κέντρο της πόλης.

Κατά τα άλλα χωματόδρομοι, σπίτια από τούβλο – ένα ή δύο το πολύ πατώματα, λίγα πέτρινα εδώ κι εκεί και καμιά πλίθινη καλύβα απ τον καιρό που εδώ ήταν αγροί.

Τριγύρω άχτιστα οικόπεδα, αλάνες, χώμα στο χρώμα της ώχρας, σκόρπια δέντρα (πεύκα, κυπαρίσσια, συκιές, μουριές, καμιά αγριελιά, καμιά αυτοφυής πασχαλιά να ροδίζει) και αγριόχορτα. Την άνοιξη αγριολούλουδα, κατακόκκινες παπαρούνες και πλατώματα ολόκληρα γεμάτα με μαργαρίτες, κίτρινες και άσπρες. Χρώματα κι αρώματα.

Το καλοκαίρι τ’ αγριόχορτα ξεραίνονταν και τα καίγαμε, έτσι, για παιχνίδι, εμείς οι πιτσιρικάδες. Κανένας δεν το απαγόρευε, κανένας μεγάλος δεν ανησυχούσε που παίζαμε με τη φωτιά. Έδειχναν σα να χαίρονταν κι αυτοί, καθώς οι αραιοκατοικημένες σκοτεινές γειτονιές  άστραφταν από φιδωτές φλόγες τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.

Έτσι κι αλλιώς, του Άη Γιάννη ανήμερα, 24 του Ιούνη – θερινό ηλιοστάσιο, ντάλα καλοκαίρι -, τις φωτιές τις έστηναν κι οι ίδιοι οι μεγάλοι. Ήταν ο Κλήδονας ο περίφημος, που τότε δεν τον πολυκαταλάβαινα. Έβλεπα να ενδιαφέρονται πιο πολύ γι αυτόν τα κορίτσια και μάλιστα τα πιο μεγάλα και να σιγοψιθυρίζουν και να χασκογελάνε, και δωσ ’ του πήδημα πάνω απ’ τη φωτιά, που τώρα ήταν μεγάλη και φουντωτή, καταμεσής στο δρόμο.

[Τότε τα εθνολογικά και τα παραδοσιακά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα και τον Σεφέρη δεν τον ήξερα ακόμη:

Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το ‘χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλη μας, Μαλάμω

 Ναι, Μαλάμω. Τότε τα κορίτσια τα φώναζαν ακόμη Μαλάμω, και Αστέρω, και Χάιδω βεβαίως – βεβαίως, αλλά τα αστικά υποκοριστικά είχαν ήδη αρχίσει να ξωπετάνε τα αρχαιοπρεπή και τα βουκολικά με κατάληξη σε ωμέγα. Τα αστικά χαϊδευτικά της εποχής ήταν δισύλλαβα και στρογγυλά: Βούλα, Κούλα, Μπούλα, Λούλα, Λόλα, Λέλα, Πόπη, Καίτη …

Αλλά στα κορίτσια θα επιστρέψουμε…  (αναπόφευκτα)].

 images (87)

Ας κλείνουμε όμως με  τα βασικά χαρακτηριστικά του σκηνικού: Το τοπίο των παιδικών μου χρόνων περιλάμβανε ακόμη τους πιο, ας πούμε μυστηριώδεις, από τους κοντινούς χώρους: τις ρεματιές. Ξεκίναγαν αδιαμόρφωτες στους πρόποδες του βουνού και κατέληγαν βαθιές ρωγμές με ιδιαίτερη χλωρίδα και μικρο-πανίδα, καθώς πλησίαζαν στη θάλασσα.

 Εκεί κάτω είχε πρώτες ύλες για παιχνίδια και πρώτες ύλες για φανταστικές ιστορίες και ονειροπολήσεις: άμμο, κροκάλες, φουντωτή πράσινη βλάστηση, πολλά καλάμια, καμιά αδέσποτη συκιά, κανένα βάτραχο, κανένα σκαντζόχοιρο που είχε κατηφορίσει απ’ το βουνό, μεγάλα σκουλήκια και μικρά φίδια.

Με τα γυρτά καλάμια και με χοντρό λάστιχο τετράγωνης διατομής από το ψιλικατζίδικο του κυρ Νίκου, μπορούσες να φτιάξεις υπέροχα τόξα, με τα λεπτά καλάμια και λίγο σύρμα, τυλιγμένο για βάρος στην κορυφή, είχες ωραιότατα βέλη.

Οι μανάδες φώναζαν, θα βγάλετε τα μάτια σας μ’ αυτά τα παιχνίδια, αλλά είχαν άδικο. Μόνο καμιά γρατζουνιά κι αυτή μόνο στις μάχες με την πάνω γειτονιά. Άλλωστε, άμα δεν  είχες τόξα, ήσουν καταδικασμένος να μάχεσαι μόνο με τα ξύλινα σπαθιά, ή, ακόμη χειρότερα, με σπερδούκλια που πόναγαν και πιο πολύ.

Οι ρεματιές τον χειμώνα κατέβαζαν νερό. Μερικές φορές με ορμή και με βροντώδη βουή που ακουγόταν ως μακριά. Τότε βασικά δεν μπορούσες να περάσεις απέναντι και έτσι τα όρια ανάμεσα στις γειτονιές ήταν πολύ ευδιάκριτα. Οι πέρα και οι δώθε! Απ’ το Ρέμα!

Πάντως όι κύριοι τόποι μυστηρίου, άμα ήσουν πιτσιρικάς τότε, εκεί, ήταν (φυσικά) πιο πέρα, στους άξονες τριών τουλάχιστον κατευθύνσεων: Προς το πευκοδάσος στις πλαγιές του βουνού, προς τη θάλασσα όπου κατέληγαν οι ρεματιές και, κυρίως,  προς την πόλη όπου κατέληγαν τα χοντροκομμένα λεωφορεία της εποχής.

 images (43)

(συνεχίζεται…)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Το τραγούδι των παλιών εραστών

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2012

Ναι, ζήσαμε και καταιγίδες,

χρόνια μαζί,  δεν σ’ αδικώ.

Χίλιες φορές είπες θα φύγεις,

χίλιες φορές το είπα εγώ.

Και κάθε τι σ’ αυτόν τον χώρο,

τον δίχως κούνια παιδική,

θυμίζει θύελλες κι εκρήξεις…

 Εσύ να έχεις πλέον χάσει        

την γεύση των  απλών πραγμάτων,      

του κυνηγού εγώ τις εκπλήξεις…

Όμως αγάπη μου

Υπέροχη γλυκιά αγάπη μου

Στην λάμψη, στα σκοτάδια τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

 

Ναι, ξέρω τα τεχνάσματά σου,

τα ξόρκια μου ξέρεις καλά.

Με κράτησες και με παγίδες,

σ’ έχασα, μα προσωρινά.

Σίγουρα είχες κι εραστές,

θα ‘ναι το σώμα που ξεσπά,

θα είν’ ο χρόνος που περνάει…

Μα εμείς ξέραμε τον τρόπο

πως να γερνάμε, μέσα μας όμως  

η νιότη ακόμη να σκιρτάει…

Ναι, αγάπη μου

Υπέροχη και τρυφερή αγάπη μου

Στο λυκαυγές και στο λυκόφως τ’ ουρανού

Εγώ θα σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις…

 

Μα όσο κι αν ο καιρός παιδεύει,

όσο κι αν ο καιρός περνά,

                                         είν’  για τους εραστές παγίδα                                        

 να ζουν χωρίς βεγγαλικά   

Ναι, δεν ξεσπώ πια στα τυφλά

Ναι, πια δεν κλαις τόσο συχνά,

πια το μυστήριο δεν μετράει

Πλέον στις συμπτώσεις δυσπιστούμε,

λίγα αφήνουμε στην τύχη,

μα η τρυφερή μάχη… κρατάει…

Ναι Αγάπη μου

Όμορφη, αβρή, γλυκιά, αγάπη μου

Στο χάραμα και στο σκοτάδι τ’ ουρανού

Ακόμη σ’ αγαπώ

και συ το ξέρεις

Αυτήν τη μεταφορά στα ελληνικά του τραγουδιού του Μπρελ για τους ¨παλιούς εραστές¨ την αφιερώνω στους παλιούς μου συμμαθητές που θα συναντηθούν αυτήν τη βδομάδα στους παλιούς τόπους. Ιδιαίτερα στους πολλούς που τότε ήταν ερωτευμένοι, και ακόμη πιο πολύ, σε όσους τα κατάφεραν να παλιώσουν τον έρωτά τους.

Εδώ, σε ήχο, ο Ζακ Μπρελ

εδώ η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

από τον Χοσέ Καρέρας

σε ήχο fados
…και σε τανγκό

Οι στίχοι στα γαλλικά:

 La Chanson des Vieux Amants

Bien sûr, nous eûmes des orages
Vingt ans d´amour, c´est l´amour fol
Mille fois tu pris ton bagage
Mille fois je pris mon envol
Et chaque meuble se souvient
Dans cette chambre sans berceau
Des éclats des vieilles tempêtes
Plus rien ne ressemblait à rien
Tu avais perdu le goût de l´eau
Et moi celui de la conquête
Mais mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Moi, je sais tous tes sortilèges
Tu sais tous mes envoûtements
Tu m´as gardé de pièges en pièges
Je t´ai perdue de temps en temps
Bien sûr tu pris quelques amants
Il fallait bien passer le temps
Il faut bien que le corps exulte
Finalement, finalement
Il nous fallut bien du talent
Pour être vieux sans être adultes
Oh, mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime

Et plus le temps nous fait cortège
Et plus le temps nous fait tourment
Mais n´est-ce pas le pire piège
Que vivre en paix pour des amants
Bien sûr tu pleures un peu moins tôt
Je me déchire un peu plus tard
Nous protégeons moins nos mystères
On laisse moins faire le hasard
On se méfie du fil de l´eau
Mais c´est toujours la tendre guerre
Oh, mon amour…
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l´aube claire jusqu´à la fin du jour
Je t´aime encore, tu sais, je t´aime.

Posted in Μπρελ στα ελληνικά, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Το 23 έχει τις καλύτερες!

Posted by vnottas στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Για πείτε μου τώρα εσείς: υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που τα περιμένεις με ανυπομονησία και αυτά, τις πιο πολλές φορές, έρχονται;

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που εντέλει σε οδηγούν πάνω κάτω εκεί που είχες σκοπό να πας;

Είναι πολλά τα πράγματα που φέρνουν (αδυσώπητα) τους ανθρώπους κοντά –πολύ κοντά (έως ασφυκτικά κοντά) τον ένα με τον άλλο;

Απαντώ εγώ για σας: Δεν είναι πολλά, αλλά ναι υπάρχουν. Είναι μεγάλα, ελαφρώς χοντροκομμένα, έχουν χοντρά μαύρα ελαστικά και εκτελούν δημόσια δρομολόγια.

Όταν ήμουν μικρός περίμενα συστηματικά ένα τέτοιο έξω από το περίπτερο της γειτονιάς μου. Το έλεγαν (τότε) 108 και με πήγαινε από την Ηλιούπολη στη Δάφνη (για το γυμνάσιο) ή και ως την Ακαδημία για μεγαλύτερες εξερευνήσεις στον  ιστό της Πρωτεύουσας.

Η μέρα που πρωτοπλήρωσα το αντίτιμο της διαδρομής με φοιτητικό κουπόνι (τέτοια είχαμε τότε) ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ιστορία των μετακινήσεών μου. Εξ ίσου σημαντική με εκείνη, την ίδια περίπου εποχή,  που (πάντα μέσα στο 108, κεντρικός διάδρομος) κάποιος,  όχι όποιος κι όποιος –η αυτού προεξέχουσα φυσιογνωμία ο εισπράκτορας, αντί για ¨προχώρα μικρέ¨ μου είπε ¨προχωρήστε κύριε!¨

Βέβαια, η απώτερη επιδίωξη την εποχή εκείνη (τι επιδίωξη, όνειρο ήθελα να πω) ήταν να χειραφετηθείς από τον χοντρό πολύτροχο μεταφορέα και να αποκτήσεις μέσο μετακίνησης ιδιόκτητο και ιδιοκατευθυνόμενο, με δύο ή τέσσερεις ρόδες αδιάφορο. Εκείνο που είχε πρωταρχική σημασία ήταν να μπορεί να σε οδηγήσει, μαζί με το κορίτσι σου, σε μέρη απόμερα, σκιερά και διακριτικά.

Ένα τέτοιο μέσο φιγουράριζε συχνά στην πρώτη σελίδα των ¨Νέων¨, κάτω αριστερά, δίπλα στο χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά. Μια υπέροχη Βέσπα! Αλλά μέχρις ότου αυτό το όνειρο μπορέσει να υλοποιηθεί, υπήρχε πάντα το 108 και τα περιεκτικά του αδέλφια που κούτσα κούτσα σε πήγαιναν (θεωρητικά) παντού.

Αργότερα απόκτησα λογιών λογιών οχήματα, και φρόντισα εγκαίρως να πάρω στον γιό μου μια βέσπα για τις πρώτες του αυτόνομες μετακινήσεις. (Θυμάμαι τι ωραία που περνούσαμε όταν ανεβαίναμε στο άκαφτο   ακόμη Σέιχ Σου για τα μαθήματα οδήγησης).

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση πόσο δεμένος παρέμεινε  κι αυτός με το 23, το λεωφορειάκι της Θεσσαλονίκης, όχι τεραστίων διαστάσεων, ικανό να ελίσσεται στην Πάνω Πόλη, που το χρησιμοποιούσε μαθητής για να κατεβεί ως το κέντρο –πήγαινε στο 10ο  γυμνάσιο της Ικτίνου. Ακόμη και σήμερα , αν του δείξεις καμιά ωραία στο δρόμο και έχει διαφορετική αισθητική εκτίμηση, θα σου πει: ¨Μπα, στο 23 είχε πολύ καλύτερες!¨

Θα ήθελα να είχα μια εικόνα από το 108, αλλά αυτό ανήκει σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Γι αυτό μια μέρα που είχα κέφια, αποθανάτισα το 23 (στάση Αναστροφή-Πλάτανος) και το κρέμασα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου.

Λεωφορείο το 2 – Αρλέτα – Σάννυ Μπαλτζή


ΥΓ. Γράφοντας αυτό το κειμενάκι και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογράφηση σε τι πέφτω απάνω; Σε ένα 108 να κόβει βόλτες στο Σύνταγμα, σε εποχή μάλλον πρόσφατη, ως περήφανη αντίκα! Να το!

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά

Posted by vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς  πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά  το Φθινόπωρο.

Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν  οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).

Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨:   την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί  την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας  ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.

Βέβαια,  θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται  από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.

Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).

Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)

………………

(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.

(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει  ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…

……………..

Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:

Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με  πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν  πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.

Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.

Και τώρα οι ήχοι:

1. Το τραγούδι από τον δημιουργό

Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)
Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν με αφήσατε μόνο.

Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω

τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.

Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.

Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς!

Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα

αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα

κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…

Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,

ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,

χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,

γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…

Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,

δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς

Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει

Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.

Τα’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά

Θα τα δώσω, αν περάσει, κανένας μακαρίτης

Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,

δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,

τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.

Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…

Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς

….

…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!

LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).

Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

……

Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙΙ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές

Posted by vnottas στο 11 Αύγουστος, 2011

«Στο δάσος του Clamart υπάρχουν αγριολούλουδα, στο δάσος της καρδιάς μου υπάρχουν οι παλιοί φίλοι». Έτσι τραγουδούσε ο Brassens στην ταινία του René Clair  «Porte des Lilas» (1957) στην οποία, εκτός από το ότι είχε γράψει τη μουσική, υποδυόταν έναν αναρχικό πλανόδιο τραγουδιστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Pierre Brasseur,  Henri Vidal κα. Είναι πιθανό ότι τα τραγούδια του «Porte des Lilas» τον πρωτοέκαναν γνωστό και στην Ελλάδα, όταν η ταινία προβλήθηκε εδώ.

 Το «Au Bois De Mon Cœur» έχει μια εξαιρετικά απλή και εύηχη μελωδία και λόγια που μιλούν για νεανικές παρέες και παλιούς φίλους. Η προσπάθεια προσαρμογής των στίχων στα ελληνικά έχει εστιαστεί κυρίως στη θεματολογία (φίλοι, νεανικές παρέες), αλλάζοντας (προσαρμόζοντας) ως και το ευρύτερο σκηνικό: όχι τα περιαστικά δάση του Παρισιού, αλλά τοποθεσίες της μιας κάποιας Αθήνας (de mon cœur).

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Au Bois De Mon Cœur. Σε ήχο:

Ο Georges Brassens:

Τα κείμενα

  1. Οι στίχοι του Μπρασένς
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά                                                               

Au Bois De Mon Cœur

Au bois d’Clamart y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Au fond de ma cour j’suis renommé
J’suis renommé
Pour avoir le cœur mal famé
Le cœur mal famé

Au bois d’Vincenn’s y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Quand y a plus d’vin dans mon tonneau
Dans mon tonneau
Ils n’ont pas peur de boir’ mon eau
De boire mon eau

Au bois d’Meudon y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Ils m’accompagn’nt à la mairie
A la mairie
Chaque fois que je me marie
Que je me marie

Au bois d’Saint-Cloud y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Chaqu’ fois qu’je meurs fidèlement
Fidèlement
Ils suivent mon enterrement
Mon enterrement

…des petites fleurs…
Au, au bois d’mon cœur…

Παρέες Παλιές  

Στης Πλά/κας τις/ ανη/φοριές,

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

Αγά/πες, ζή/λιες, ζα/βολιές,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Στης γειτονιάς μου τα στενά

με ξέρουν είμαι ονομαστός,

ονομαστός,

διαβόητος μ’ αγαπητός,

στους φίλους μου πιστός

 

Στου Φιλοπάππου τις γωνιές,

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

κορίτσια, χάδια, κι αγκαλιές,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Και στα καλά και στα στραβά,

οι φίλοι μου θα ‘ναι  κοντά,

πάντα κοντά,

για γλέντι, για παρηγοριά,

παρέα, συντροφιά


Στο δάσος της Καισαριανής

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά,

έρως για πάντα ή της στιγμής,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Όσες φορές κι αν παντρευτώ

κι όσες κι αν νοικοκυρευτώ,

πάντα πιστοί,

με συνοδεύουνε γαμπρό,

στου γάμου το χορό

 

Στα ταβερνάκια της ακτής

θύμηση παλιά, θύμηση παλιά

παρέες μιας άλλης εποχής,

με τα άλλα τα παιδιά, με τα άλλα τα παιδιά

Κάθε φορά που αποδημώ,

που μετοικώ στον ουρανό,

νάτοι, όλοι εδώ,

τον ύστατο χαιρετισμό

μου δίνουν με καημό

 

…θύμηση παλιά..

Με τ’ άλλα τα παιδιά…

Ο Joël Favreau

Ο Charlelie (ηλεκτρική κιθάρα)

Ο Roland Dyens (κλασική κιθάρα)

Και τέλος μια εκδοχή Plein Jazz

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά Ι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Εξατάξιο Γυμνάσιο Δάφνης

Posted by vnottas στο 5 Δεκέμβριος, 2009

 

Οι νυχτερινές βόλτες τραγουδώντας

Τα τσιμεντένια πεζούλια

Το νοικιασμένο γυμνάσιο

Ο καθηγητής Παπακωνσταντίνου

Ο γυμνασιάρχης Σερίφης (το πραγματικό το ‘φαγε η Λήθη)

Η Κύπρος

Το δεκαπέντε τα εκατό

Οι πολιτικοποιημένοι στο σπίτι του Θανασέκου

Τα γυμνάσια από το Παγκράτι να κατεβαίνουν το λόφο και να ενώνονται με εμάς

Όλοι μαζί στο Σύνταγμα

Οι φοιτητές να μη μας κουνιούνται πολύ (μπορούμε κι από μόνοι μας)

Οι βόλτες με τα νοικιασμένα ποδήλατα

Το λάχανο, η χελιδονοφωλιά, η αλογοουρά

Το φουρό

Κανένα μηχανάκι (¨φλορέτα¨) στη ζούλα

Οι κοπάνες στο άλσος της Νέας Σμύρνης

(Γεια σου Γιάννη Βλαβιανέ που μου γράφεις ακόμα)

Ο φούρνος του Μπέλου

Οι βόλτες στην Πλάκα (ιδιαίτερα τις αποκριές)

Οι βόλτες τις νύχτες (με φεγγάρι) τραγουδώντας

Οι αυτοσχέδιες εκδρομές στον Υμηττό

Τα ραντεβού στου Φιλοπάππου

Τα ραντεβού στην παραλία

Το φροντιστήριο του Νικήτα

Τα θερινά τα σινεμά

Η άφτιαχτη Βουλιαγμένης

Τα ερωτικά τηλεφωνήματα από το θάλαμο του δρόμου

Η επιστροφή στο σπίτι με το τελευταίο λεωφορείο

Η επιστροφή στο σπίτι μετά το τελευταίο λεωφορείο, με τα πόδια

Οι πορείες ειρήνης

Ένα το χελιδόνι

Όμορφη πόλη

Καινούργιες σόλες στα παπούτσια

Τα πρώτα («γυρισμένα») κοστούμια

Τα πάρτυ στο υπόγειο

Τα δισκάκια

Το βερμούτ και το πίπερμαν

Τα ντολμαδάκια και τα κεφτεδάκια

Το μάκρος των μαλλιών και το φάρδος της ζώνης

Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Στον Αη Γιάννη, το βράδυ, μετά την εκδρομή της έκτης

 

(Οι παρακάτω θα με καταλάβουν)

 

  

http://www.youtube.com/watch?v=G_N_dqVUsoY

 

http://www.youtube.com/watch?v=iZ78HXuOCLk

 

http://www.youtube.com/watch?v=Mb998U3q83c

http://www.youtube.com/watch?v=-sAeA_bdvp0

http://www.youtube.com/watch?v=zrfDDogsyYg

 

 

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Θες μια ιστορία για τότε; Θα σου πω για το διαβατήριο…

Posted by vnottas στο 7 Αύγουστος, 2007

 

(Εκτελούνται εργασίες αποσυμφόρησης της Αρχικής Σελίδας)

Το αφήγημα ¨το διαβατήριο¨ θα το βρείτε κάνοντας «κλικ» δίπλα, στη στήλη ¨Σελίδες¨ υπό τον τίτλο Vivere pericolosamente.

Εδώ παραμένουν τα μέχρι στιγμής σχόλια. 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 Σχόλια »

Το ραδιόφωνο των ονείρων (επτά έικόνες για κύματα και ήχους)

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2007

 

dscn6027.jpg

Εικόνα πρώτη

Eκείνο ήταν ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που ακουμπούσε στο πάτωμα και με ξεπερνούσε στο μπόι. Το καπάκι του άνοιγε από τη μια πλευρά, σαν το σεντούκι με τις μπατανίες και από κάτω ήταν ο στρογγυλός βελούδινος δίσκος και το γυαλιστερό ασημί μπράτσο με τη βελόνα.

Αυτό, το πάνω μέρος, λεγότανε γραμμόφωνο και χρειαζότανε πλάκες.

Η κοιλιά του κουτιού ήταν σκεπασμένη μ΄ ένα χοντρό πανί. Είχε ακόμη  ένα γαλαζωπό μάτι που άλλοτε έφεγγε πολύ και άλλοτε λίγο,  ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο γεμάτο  ακαταλαβίστικα γράμματα όπου σερνόταν μια κάθετη γραμμή και τρία κουμπιά που δεν πατιόντουσαν, αλλά τα γύριζες δεξιά και αριστερά. Αυτό το υπόλοιπο το έλεγαν ραδιόφωνο και όλο μαζί το λέγαμε ραδιοπικάπ.

Εγώ τότε ήμουν μικρός, αλλά δεν τα έχαβα και όλα.  Δεν έχαβα, να πούμε, ότι αυτό ήταν ένα μαγικό κουτί που, από μόνο του, άμα ήθελε μιλούσε κι άμα ήθελε τραγουδούσε ή έπαιζε μουσική! Και μάλιστα, άλλοτε με φωνή άντρα, άλλοτε με φωνή γυναίκας,  άλλοτε με φωνή παιδιού κι άλλοτε με φωνή χορωδίας! 

Εγώ ήμουν γεννημένος στα μισά του εικοστού αιώνα, που πάει να πει γεννημένος ορθολογιστής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έφτιαχνα μια εξήγηση για όλα:

Ήμουνα λοιπόν σίγουρος ότι το κουτί δεν μπορούσε να πάρει δικές του πρωτοβουλίες ενάντια στη στοιχειώδη αιτιοκρατία!

Απλούστατα εκεί μέσα κρυβόταν ένας νάνος-μάγος! Άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την παρέα του! Ο χώρος ήταν αρκετός. Θα χώραγα κι εγώ εκεί μέσα, τόσος που ήμουνα τότε.  Μάλιστα μια φορά προσπάθησα να τραβήξω το κουτί από τον τοίχο και να τρυπώσω μέσα από την πίσω μεριά, που υποπτευόμουνα πως είναι ανοιχτή και όπου αχνόφεγγαν περίεργες λάμψεις.

Αλλά έφαγα ένα τράβηγμα αυτιού που το θυμάμαι ακόμα!

  

Εικόνα δεύτερη

Το θέμα ήταν να μάθεις τα χούγια του Μάγου.

Ότι ήταν κυκλοθυμικός. Με τις μέρες του.

Έτσι, κατάφερνες να προβλέψεις πότε θα σου απάγγειλε αρχαία τραγωδία και πότε θα σου παίζε λαϊκά ή χορευτική μουσική.

Την Κυριακή, για παράδειγμα, μετά τις πρωινές πόλκες και τα βαλσάκια για να μας φτιάχνει το κέφι, το ΄ριχνε στις ψαλμωδίες.  Ύστερα έπαιζε συμφωνική μουσική και έπρεπε εμείς οι μικροί να κάνουμε ησυχία. Μετά, την ώρα περίπου που μας ξαναστέλνανε στο φούρνο, αυτήν τη φορά για να πάρουμε πίσω το ταψί με το φαί ψημένο, άρχιζε το «θέατρο στο μικρόφωνο».

Εγώ φαίνεται ότι παρακολουθούσα με υπερβολικό ζήλο όλα τα «έργα».  Το θέατρο της Τετάρτης και το θέατρο της Κυριακής δύσκολα τα ΄χανα. Και έτσι, σε συνέπεια με τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής, σε μια φάση μου τα ΄χαν απαγορέψει όλα τα θέατρα. Είχα θυμώσει τόσο, όσο τότε που μου κάψανε τους «Μικρούς Ήρωες» και τους «Ταρζάν Γκαούρ» (ένα μπαούλο γεμάτο). Αν θυμάμαι καλά, είπαν ότι τα «αλί» και τα «ουαί», καθώς και τα υποβλητικά ηχητικά εφέ τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να βλέπουν εφιάλτες.

Που να ΄ξεραν τι είχαν να δουν τα μάτια των επόμενων γενιών πιτσιρικάδων!

(Εμένα πάντως, στις αρχαίες τραγωδίες δε με τρόμαζαν τόσο οι κραυγές και τα ταμπούρλα, όσο που οι ήρωες δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα ούτε με τους θεούς ούτε με τις συμπτώσεις.  Και αφού, τους είχαν που τους είχαν τους μάντεις και τους οιωνούς, γιατί δεν τους λογάριαζαν καθόλου, αλλά πήγαιναν κατ΄ ευθείαν και έκαναν τα ανάποδα από αυτά που τους είχαν συμβουλεύσει;  Μετά, έλεγα εγώ, καλά να πάθουν αυτά που πάθαιναν και δεν έπρεπε να αγκομαχάνε και να ζητάνε τα ρέστα…)

 Όμως ο μάγος, παρά τα δράματα και τα άλλα τραγικά που ξεφούρνιζε τακτικά, κατά βάθος ήταν γλετζές και του άρεσαν οι γιορτές και τα πάρτι.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια, και στα πιο φτωχά, γίνονταν συχνά γλέντια και πάρτι. Στα πάρτι διασκέδαζαν οι πιο νέοι και στα γλέντια διασκέδαζε όλο το σόι, ακόμη και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.

Τότε έπιανε δουλειά ολόκληρο το κουτί.

Άμα υπήρχαν πλάκες δούλευε  το γραμμόφωνο. Άμα δεν είχε, ή ήταν λίγες, τη μουσική έπρεπε να τη αναλάβει ο νάνος μάγος του ραδιοφώνου. Άμα κι αυτός δεν είχε όρεξη για μουσική αλλά έπιανε τα πολιτικά και τη μουρμούρα, τότε τον έκλειναν και αναλάμβαναν οι καλλίφωνοι της παρέας.

Βλέπεις, τότε, το κοινό ήξερε να προσαρμοστεί και δεν είχε ανάγκη από ντισκ τζόκευ και άλλους καβαλάρηδες.

Ο Μάγος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μερικές φορές έλεγε πράγματα μυστικά που δεν έκανε να τα ακούσουν όλοι. Και μάλιστα δεν τα ΄λεγε πολύ καθαρά, αλλά γεμάτα παράσιτα.  Τότε οι μεγάλοι κάθονταν γύρω του, με το αυτί στο πανί της κοιλιάς του κουτιού και γύριζαν με μανία τη βελόνα στο παραθυράκι με τα γράμματα, μπας και τον καλοπιάσουν και τα πει πιο ξεκάθαρα.  Οι γυναίκες μάλιστα φοβόντουσαν λιγάκι. 

Φαίνεται ότι το χούι της μυστικής ακρόασης τους είχε μείνει από τον καιρό της κατοχής, τότε που το κουτί το είχαν κρύψει στο υπόγειο και είχαν παραδώσει στους γερμανούς ένα άλλο, μικρό και παλιό, που ήταν και χαλασμένο και δεν έπαιζε. Ίσως πάλι, έχοντας αίσθηση της κυκλικότητας της ιστορίας να μάντευαν ότι η ικανότητα να ψαρεύεις τα νέα σε ξένα νερά και στα βραχέα κύματα,  θα τους χρειαζόταν και πάλι σύντομα. Όμως, μπορεί και να έφταιγε που στις κανονικές εκπομπές, τις καθαρές και χωρίς παράσιτα του Εθνικού Ιδρύματος και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος,  δεν τους τα λέγανε και τόσο καλά, γιατί οι μεγάλοι τ΄ ακούγανε και βρίζανε κάτω από τα μουστάκια τους.

 Αλλά ήταν και κάτι νύχτες που ξενυχτούσαμε φανερά, όλοι, με το αυτί κολλημένο απάνω του. Ήταν οι νύχτες των εκλογών.  Εκείνες τις νύχτες ήμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, εξοπλισμένοι με μολύβια και χαρτιά (οι πίσω μεριές από αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια χωρισμένες σε κολώνες), με υπομονή (ξέραμε ότι πρώτα θα ακούσουμε όλα τα αποτελέσματα που ήταν εναντίον μας), και, συνήθως, ψυχολογικά προετοιμασμένοι για το χειρότερο (που συνήθως και εσυντελείτο.)

Εικόνα τρίτη

Εγώ στο μεταξύ μεγάλωνα και άρχισα να καταλαβαίνω κάτι λίγα από λυχνίες, καλώδια και ερτζιανά. (Εγώ μεγάλωνα αλλά ο μάγος γινόταν όλο και πιο μικρός. Τώρα φορούσε τρανζίστορ και μπαταρίες και χωρούσε σε κουτάκια μεγέθους «Άρωμα Κεράνης»). Όμως οι σχέσεις μου με τον πρώτο νάνο μάγο, τον ακίνητο στο σαλόνι του σπιτιού  παράμεναν αρκετά καλές. Τουλάχιστον αν κρίνω από το ότι ανταποκρινόταν θετικά στα σκουντήματα και στις φιλικές κατραπακιές που του έριχνα όταν άρχιζε να κάνει νάζια και διακοπές και λόξυγκες.

Έτσι είχα αποκτήσει τη φήμη του ραδιοφωνικού διορθωτή και με φώναζαν, ιδιαίτερα οι γιαγιάδες, άμα πάθαινε τίποτα η εκπομπή, προπαντός την ώρα που έπαιζε το «ημερολόγιο ενός θυρωρού» ή την «πικρή μικρή μου αγάπη».

Εμένα εκείνη την εποχή τα γούστα μου είχαν ελαφρά διαφοροποιηθεί και ανάμεσα στ΄ άλλα είχα ανακαλύψει τις απογευματινές μουσικές εκπομπές του αμερικάνικου σταθμού του «Ελληνικού».   

Βέβαια, η ακρόαση ερχόταν λιγάκι οδυνηρή για τα αγγλικά μου, που, παρά τα μαθήματα στο «Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο», δεν έλεγαν να απογειωθούν ικανοποιητικά. Ίσως και ολίγον ασυνεπής από άποψη φρονημάτων και ιδεολογίας. Αλλά τότε αυτά τα προβλήματα δεν έμπαιναν καν.

Έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα αγγλικά για να πιάσεις το ρυθμό του Φατς Ντόμινο. 

Και, έπειτα, ποιος  νοιαζόταν για την θεωρητική διάσταση της συνέπειας… Στην τάξη μου (μικτή πρακτικού στο Γυμνάσιο Δάφνης) κανένας. Κι ας ήταν μία από τις πιο πολιτικοποιημένες τάξεις της εποχής.  Πηγαίναμε στη διαδήλωση για το Κυπριακό, βρίζαμε τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές και μετά εκτονώναμε την ένταση χορεύοντας ροκ με πάθος στα σπιτικά πάρτι. Μαζί με διάφορα λατινοαμερικάνικα και, αργότερα, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, με ζεϊμπέκικα και χασάπικα που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τα καταγώγια και να εισβάλουν στα σπίτια με τα μωσαϊκά. Το θέμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνέπειας θα μας απασχολούσε εξαντλητικά αργότερα, την εποχή της χούντας. Και κυρίως όσους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά ν΄ ασχολούνται μ΄ αυτό.

Τον καιρό εκείνο άρχισαν να αποκτούν μοντέρνες αποχρώσεις και έντονη ραδιοφωνική παρουσία και τα διαφημιστικά μηνύματα.  Όμως ο πιο πολύς κόσμος, είτε γιατί ακόμη δεν είχε επαρκώς αλλοιωθεί είτε, απλούστερα, γιατί ακόμη δεν μετείχε στο καταναλωτικό πανηγύρι, δεν μάσαγε.  Θυμάμαι ακόμα τι πλάκα γινόταν μ΄ αυτά τα «μηνύματα», όταν δεν ξεσηκώνονταν θύελλα οι διαμαρτυρίες.

(Ενώ με τις αφραγγίες του Κωτσόβολου -χωρίς λεφτά; βεβαίως χωρίς λεφτά: Κωτσόβολος- οι πιο πολλοί γέλαγαν, θυμάμαι τι εθνικός χαμός έγινε όταν ο άλλος θέλησε να διαφημίσει τα ξυραφάκια του δηλώνοντας ότι «τα γνωρίζει από την κόψη!».  Θυμάμαι ακόμη- η αλήθεια είναι ότι έμεινε στην ιστορία των «δημοσίων σχέσεων»- την πρώτη απόπειρα μοντέρνας πολυδάπανης προεκλογικής εκστρατείας από τους πρωτοεμφανιζόμενους στην Ελλάδα ίματζ μέϊκερς για κάποιον υποψήφιο -ουδέποτε εκλεγέντα- με το εμφαντικό όνομα Όθων Λέφας Τετενές. Εκτός των άλλων, είχαν γεμίσει την Αθήνα με αφίσες με την αφεντομουτσουνάρα του και, βέβαια, η επέμβαση των κριτικών και ελευθέρων πνευμάτων είχε αμέσως, όχι μόνον προσθέσει μουστάκια και αφαιρέσει  δόντια από το παχύ πρόσωπο του εικονιζόμενου, αλλά και μετατρέψει το όνομά του  σε «Κόθων, Ελέφας, Τενεκές».) 

Εικόνα τέταρτη

Έτσι όπως τα ΄φεραν οι καιροί τα πράγματα, είχα τη τύχη-ατυχία να είμαι τα χρόνια της χούντας έξω από την Ελλάδα. Και μια που το ενδεχόμενο της επιστροφής είχε νωρίς νωρίς αποκλειστεί, μου ΄ρθε νωρίς το σύνδρομο του ξενιτεμένου: ακατάσχετη νοσταλγία και εξιδανίκευση και της πιο απίθανης ελληνικότητας.

Το γεγονός ότι ζούσα ελεύθερα και ότι  μπορούσα να βρίζω λίγο πολύ όποιον θέλω και να μαθαίνω πάνω κάτω ό,τι θέλω δεν με παρηγορούσε πολύ. Όπως λίγο με παρηγορούσε που οι ντόπιοι φίλοι και οι συμφοιτητές μου είχαν αρχίσει την εξέγερση των ηθών και της «φαντασίας», όταν σε μας έπρεπε ακόμη να αρχίσει η εξέγερση για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι μου συνέβη το εξής παράδοξο: την εποχή που όλοι (ας μην υπερβάλουμε, πολλοί) έλληνες άκουγαν κύρια Λονδίνο και Παρίσι και Ντόιτσε Βέλε,  εγώ  προσπαθούσα τα βράδια που η λήψη βελτιώνεται να πιάσω Ελλάδα.

Ούτε ΄γω δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω. Δεν ήταν βέβαια οι λογοκριμένες ειδήσεις, ούτε τα τραγούδια, έτσι κι αλλιώς μου στέλνανε μαγνητοταινίες οι φίλοι…

Αυτό που μ΄ έκανε να γυρίζω αργά τη ροδέλα των συχνοτήτων ήταν κάτι άλλο, απροσδιόριστο αλλά έντονο, που μου ΄φερνε μετά περίεργα όνειρα: πότε τον τακτικό περιπετειώδη εφιάλτη, γύρναγα, με κυνηγάγανε, με πιάνανε…  και πότε το ωραίο όνειρο που με ξανάφερνε πίσω στους φίλους που δεν είχαν ακόμη σκορπίσει και στις γειτονιές που δεν είχαν ακόμη γίνει τσιμέντο.

   

Εικόνα πέμπτη

Μισά της δεκαετίας του ΄80.  Αθήνα.

Το περιοδικό δήλωνε «για διανοούμενους και πολιτικά  στρατευμένους». Ήταν λοιπόν φυσικό να το απασχολούν τα θέματα της έκφρασης και της επικοινωνίας.  Έτσι διοργάνωσε τριήμερη ημερίδα (που έλεγε κι ένας φίλος μου, κομματικό στέλεχος, καλή του ώρα) για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Επειδή είχα μια σχετική εμπειρία και άποψη, δήλωσα παρών και με καλέσανε.

Τον καιρό εκείνο στα ερτζιανά αλωνίζανε ερασιτέχνες, πειρατές και πειραματιστές που είχαν περικυκλώσει τα φρούρια των κρατικών σταθμών (όπου ακόμη κυμάτιζε η σημαία με την ξύλινη γλώσσα) και τα πολιορκούσανε. 

Οι ερασιτέχνες ήτανε δύο λογιών: Οι εραστές της επικοινωνιακής τεχνολογίας, (που τη βρίσκανε με τα καλώδια, τα ακουστικά, τα μικρόφωνα, τους πομπούς, τις κεραίες, και τα άλλα εξεζητημένα εξαρτήματα) και που μετέδιδαν ο,τι να ΄ναι,  και οι εραστές της «ανθρώπινης επαφής με μοντέρνους τρόπους» που μεταδίδανε μουσική και (σε απευθείας μετάδοση) τον έρωτά τους για την Κούλα της γειτονιάς. 

Οι πειρατές ήταν πιο πρακτικοί τύποι: μετέδιδαν τραγούδια  σκυλάδικα μαζί με διαφημίσεις για οικόπεδα και νυχτερινά κέντρα.

Οι πειραματιστές ήταν κάτι λίγοι  με υγιώς δονκιχωτική αντίληψη, οι οποίοι ψάχνανε να βρουν τι το καλό μπορεί να προκύψει αν το μέσο ξεφύγει από το στενό μαρκάρισμα του κράτους.

Ήτανε κάμποσα γνωστά ονόματα στο αμφιθέατρο όπου διεξαγόταν η συνάντηση. Οι περισσότεροι, αφού πρώτα τα βάζανε με το κρατικό μονοπώλιο και κάνανε μνεία στο ηρωικό προηγούμενο του σταθμού του Πολυτεχνείου, μετά δήλωναν οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα ερτζιανά.  Μόνον έτσι, λέγανε, θα εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός, θα απελευθερωθεί η επικοινωνιακή δημιουργικότητα και θα περισωθεί αυτή η ευγενής και ανυπότακτη κατηγορία μοντέρνων επικοινωνητών, οι ερασιτέχνες, που τώρα τους κυνηγάνε και τους φιμώνουν. 

Εγώ και καναδυό άλλοι (αμελητέα μειοψηφία) είπαμε ότι εντάξει με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, αλλά στη θέση του ας πάρουν το λόγο οι συλλογικότητες. Και επειδή την εποχή εκείνη πολλές ελπίδες φορτώνονταν στη ράχη της καημένης της τοπικής αυτοδιοίκησης είχαμε κι εμείς την απάντηση διαθέσιμη: Ραδιοφωνική αποκέντρωση. Τα ραδιόφωνα στους δήμους και τις κοινότητες.

Τελικά τα πράγματα ήρθαν ως εξής:

Πράγματι, ο πολιορκητικός κριός που τελικά παραβίασε τις πύλες της  κρατικής ραδιοφωνίας ήταν ορισμένοι μεγάλοι δήμοι με αντιπολιτευόμενους δήμαρχους.

Τότε το κράτος, για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του, έφτιαξε έναν ενδιαφέροντα νόμο για τα ΜΜΕ, αλλά ξέχασε επιμελώς να τον εφαρμόσει.

Με το που νομιμοποιήθηκαν οι σταθμοί των μεγάλων δήμων άρχισαν να χάνουν ακροαματικότητα και στελέχη. Αυτά πέρασαν σιγά σιγά στα ιδιωτικά ραδιοφωνικά μεγαθήρια που άρχισαν να δικτυώνονται σ΄ ολόκληρη τη χώρα, ετοιμάζοντας παράλληλα την τηλεοπτική τους επίθεση.

Τους φουκαράδες τους ραδιοερασιτέχνες τους ξέχασαν όλοι (διανοούμενοι και μη) και δεν ξανάγινε πια λόγος γι αυτούς.

Εγώ, σε μια φάση, βρέθηκα να δοκιμάζω τις απόψεις μου στην πράξη, βοηθώντας στο στήσιμο μερικών μικρών δημοτικών ραδιοσταθμών… 

  

Εικόνα Έκτη

Ή μάλλον εικόνες δύο, παράλληλες και αντικρουόμενες.

Από τη μια μεριά ο ενθουσιασμός και η ομαδική δουλειά και τα χαμόγελα στα κουρασμένα πρόσωπα των παιδιών που είχαν έρθει εθελοντικά να βοηθήσουν και τα ξενύχτια και οι νέες ιδέες και τα πειράματα και τα τηλέφωνα των ακροατών και οι τυρόπιτες δώρο από τη κυρία της διπλανής πολυκατοικίας και τα ευρήματα που διόρθωναν ως δια μαγείας τα ετοιμόρροπα τέως πειρατικά μηχανήματα και οι αυτοσχεδιασμοί και οι δίσκοι που ήταν προσφορές παλιών ερασιτεχνών και τα όρια του μέσου που -που και που- τα άγγιζες ή έτσι νόμιζες…

Και από την άλλη η συνοφρυωμένη και γεμάτη δυσαρέσκεια φάτσα του δήμαρχου που αλλιώς το νόμιζε το ραδιόφωνό Του και που είχε να δώσει λόγο όχι μόνο στις προσωπικές του φιλοδοξίες αλλά και στις ομάδες που τον στήριζαν και που ήξερε και κάποια δεσποινίδα με ταλέντο που θα βοηθούσε πολύ στις εκπομπές γιατί είχε ωραίο χαμόγελο -ίσως και ωραίο άρωμα- και που έπρεπε να κτυπήσει και το νομάρχη που του την έμπαινε και που στο κάτω κάτω είχε και τη γραφειοκρατία του Δήμου που έπρεπε να λάβει υπόψη, και που παρ΄ όλα αυτά ήθελε και ακροαματικότητα (που τη μέτραγε μόνος του) και που παρά τις προωθημένες του πεποιθήσεις ήθελε -ντάλα καλοκαίρι- οι εκφωνητές να είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ποινή για τα κοντά παντελόνια  το πέταγμα κλοτσηδόν από το στούντιο…

Άντεξα λίγο. Η δημοτική ραδιοφωνία αυτού του τύπου άντεξε λίγο περισσότερο.  Τελικά οι δρόμοι για την άλλη λύση στο ραδιόφωνο πρέπει να πέρναγαν από κάπου άλλου…

Εικόνα έβδομη

Για πολύ καιρό γύριζα την Ελλάδα κάνοντας διαλέξεις.  Έλεγα τα θεωρητικά επικοινωνιακά, περιέγραφα εμπειρίες και απογοητεύσεις, εξέφραζα ελπίδες…

Τώρα που και που επισκέπτομαι τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα.  Τριγυρίζω ανάμεσα στα πράγματα που είχανε ζήσει και επιθυμούν να ζήσουν ακόμα

Ψάχνω για κανένα κουτί που να ανοίγει από πάνω και ει δυνατόν να έχει στην κοιλιά του ένα νάνο μάγο. 

Ένα νάνο μάγο, έστω κυκλοθυμικό,  που να έχει ακόμη όρεξη για κουβέντα… 

Βασίλης Νόττας                                               

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »