Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Οινοκράτης’

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄, κεφάλαιο ένατο: Ποιος κέρδισε;

Posted by vnottas στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ζ.

Κεφάλαιο ένατο: Περιμένοντας την ετυμηγορία

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

«Μα τον Βάκχο τον ονειροθήρα, στον οποίο και αφιερώνω την παρούσα σπονδή, αν θέλετε να εκφράσετε κρίσεις και αξιολογήσεις για τη δίκη, κάντε το τουλάχιστον με τον σωστό τρόπο», λέει ο Οινοκράτης στον Φιλήμονα και τον Χοντρόη με τους οποίους τα κουτσοπίνει τώρα σε μέρος συμπαθητικό και φιλόξενο -την πίσω αυλή της έπαυλης του Ευρύνου. Εκεί έχουν εγκατασταθεί κάτω από μια μουριά, περιμένοντας την λήξη της ψηφοφορίας και την έκδοση του αποτελέσματος της διένεξης.

«Ή μάλλον ας το κάνουμε και οι τρεις», συνεχίζει, «λέω να πάρω μέρος κι εγώ στο παιχνίδι. Ας πούμε λοιπόν ότι είμαστε μια τριμελής επιτροπή επιφορτισμένη να παρακολουθήσει τη δίκη -πράγμα που όντως κάναμε- και να αξιολογήσει τους πρωταγωνιστές. Ας εκδώσουμε λοιπόν την απόφασή μας. Μετά βλέπουμε τι θα πουν οι επίσημοι δικαστές και διαπιστώνουμε αν πέσαμε μέσα ή, αντίθετα, είμαστε έξω από το σημερινό αίσθημα περί δικαίου των Αθηναίων».

Οι άλλοι σιωπούν καταπίνοντας  τον κεκραμένο που τους έχει στείλει η καλόβολη κυρά Άνθεμη με μια θεραπαινίδα. Ο Οινοκράτης θεωρεί τη σιωπή τους συναίνεση. Και συνεχίζει: «Α, ίσως πρέπει πρώτα να σας πω τι λέει ο νεαρός Εύελπις, ο οποίος όχι μόνο έχει σπουδάσει ρητορική δίπλα στον μακαρίτη τον Ισοκράτη, αλλά  και γνωρίζει επίσης την άποψη του δάσκαλου Αριστοτέλη περί ρητορικής. Λέει λοιπόν, πως για να εκφράσει κανείς άποψη για κάποιον ρήτορα, θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν πέντε τουλάχιστον στοιχεία.

Νομίζω ότι τα θυμάμαι και τα πέντε. Πρώτο: ο ικανός ρήτορας πρέπει να  μπορεί να βρει και να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα για την περίσταση επιχειρήματα. Δεύτερο: να είναι σε θέση να ιεραρχήσει τα επιχειρήματα αυτά και να τα τοποθετήσει σωστά  μέσα στην αγόρευσή του. Τρίτο: να γνωρίζει και να κάνει χρήση των κατάλληλων λέξεων, γιατί όλη η ρητορική βασίζεται στις λέξεις. Τέταρτο: να διαθέτει ισχυρή μνήμη για να τα θυμάται όλα αυτά: τα επιχειρήματα, τις λέξεις και θέση τους στο λόγο. Και πέμπτο: να έχει το ταλέντο ενός καλού ηθοποιού, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει το ενδιαφέρον και την προσοχή ενός μεγάλου και κατά κανόνα δύσκολου κοινού».

ΘΥΣΙΕΣ

«Ας αρχίσουμε από τις λέξεις, το τρίτο σημείο», προτείνει ο Φιλήμονας

«Α, ναι; Εντάξει. Ό, τι πεις.  Εσύ λοιπόν Φιλήμονα, που ασχολείσαι με τις λέξεις, και ως συγγραφέας για το θέατρο τις βάζεις στο στόμα των ανθρώπων, τι έχεις να πεις;»

«Ουκ ηλέησαν αυτών αμφότεροι, εγώ λέγω» παρεμβαίνει ο γλωσσικώς ανήλεος Χοντρόης.

«Έχει δίκιο ο δικός σου», συμφωνεί ο συγγραφέας-προσωρινώς μάγειρας στο Πρυτανείο. «Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λυπήθηκαν τις λέξεις! Τις χρησιμοποίησαν ανηλεώς!». Σηκώνει τα φρύδια και παίρνει μια έκφραση ανάμεσα σε έκπληξη και θαυμασμό: «…. Βρε παιδί μου, συγγράφω από μικρός και ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω καλά τη γλώσσα των  Ελλήνων∙ και όχι μόνο την δωρική, που είναι η διάλεκτος της πατρίδας μου, αλλά και την ιωνική, την οποία μελετώ με επιμέλεια τα τελευταία χρόνια που κατοικώ στην Αττική -αν και εδώ την μιλάνε με κάποιες ιδιορρυθμίες. Παρά ταύτα πρέπει να ομολογήσω ότι στους χαρακτηρισμούς (σκωπτικούς; υβριστικούς;) δυσκολεύομαι να τα πιάσω όλα. Προφανώς υστερώ.  Ακούστε ένα δείγμα από τις λέξεις που έχω καταγράψει στις σημειώσεις μου. Εδώ πρόκειται για την αγόρευση του Αισχίνη, αλλά έχω σημειώσεις και από εκείνη του Δημοσθένη:

Αποκάλεσε λοιπόν ο Αισχίνης τον Παιανέα: αλιτήριο, κακούργο, σοφιστή, μάγο και γόη, βάσκανο ήτοι γρουσούζη, γλωσσοπλάστη, ακόμη και σοφό βάταλο… Κι εδώ αρχίζω να μπερδεύομαι γιατί, εντάξει, έτσι λέμε αυτόν που ψευδίζει μπερδεύοντας το ρο με το λάμδα, αλλά ας μη ξεχνάμε ότι βάταλος εκτός από ψευδός σημαίνει και πρωκτός. Επομένως ιδού, λέω εγώ,  μια ωραία αμφίσημη λέξη για την κωμωδία που προτίθεμαι να συγγράψω…» (γελάει).

«Το νου του έχει πάντοτε στο θέατρο, ο αδιόρθωτος!» σχολιάζει ο Οινοκράτης απευθυνόμενος στον Χοντρόη.

«Κίναιδόν τε επί ίσης αποποκαλεί ούτον», προσθέτει ο κυκλικός Πέρσης.

«Σώπα, έχει κι άλλα!» συνεχίζει ο Φιλήμονας απτόητος. «Τον λέει ¨κέκροπα¨, και δεν νομίζω ότι θέλει να κάνει αναφορά στον βασιλιά που θεμελίωσε την παλιά Αθήνα – που μάλιστα την έλεγαν κάποτε Κεκροπία (εκτός κι αν του καταλογίζει ότι ήταν αυτός, ο Κέκρωψ, ο πρώτος που υποχρέωσε τους Αθηναίους να παντρεύονται, ώστε να ξέρουν με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας ποιανού είναι τα παιδιά τους)∙ αλλά μάλλον δεν εννοεί τον βασιλιά, αλλά το τέρας -μισό άνθρωπος και μισό φίδι- που γέννησε κάποτε η Γαία. Τον αποκαλεί επίσης Παιπάλημα, θα έλεγα ¨σκόνη¨ με την έννοια του τετριμμένου, αν και είναι πιθανότερο να εννοεί τον πανούργο, ή τον εσκεμμένα θολό και συγκεχυμένο, όσο το νέφος που προκαλεί η σκόνη του αλευριού.  Τον λέει παλίμβολο, σαν να λέμε εκείνος που έχοντας ασταθή βούληση πάει ¨όπου φυσάει ο άνεμος¨. Τον αποκαλεί φτιαγμένο μόνο από γλώσσα και καθόλου από ουσία. Και άλλα πολλά…»

«Άρα πώς θα χαρακτήριζες τον Αισχίνη, όσο αφορά στη γνώση και τη χρήση του λεξιλόγιου;»

«Γενική εντύπωση; Λεξιλόγιο ευρύτατο! Λίαν καλός!».

«Εσύ Χοντρόη θέλεις να βαθμολογήσεις; Τι βαθμό θα του έδινες του Αισχίνη; Μη ντρέπεσαι, αρκετοί από τους δικαστές μιλάνε τα αθηναϊκά με (λίγο-πολύ) την ίδια ευχέρεια με εσένα!»

«Υποποθετικώς και πεπαιγνιοειδώς δύναμαι αποδίδειν αυτώ επίδοσιν αρίστην», αναδιπλασιάζει ο Ασιάτης.

«Κι εγώ μαζί σου», συμφωνεί και ο Οινοκράτης. «Έχουμε και λέμε: Δύο άριστα και ένα λίαν καλώς. Ας περάσουμε τώρα στον Δημοσθένη. Φιλήμονα, τι έχεις σημειώσει για το λεξιλόγιό του; Πώς τον αποκαλεί τον Αισχίνη;»

assets_large_t_420_54035522

«Εννοείς εκτός από συκοφάντη, προδότη, μίσθαρνο του Φίλιππου πρώτα και του  Αλέξανδρου ύστερα;»

«Έλα τώρα, θύμισέ  μας όσα είπε∙ πέρα από τα αναμενόμενα».

«Σύμφωνοι. Ο Παιανέας αποκάλεσε τον Κοθωκίδη κατάρατο, κατάπτυστο, αρουραίο, μισόπολι, αλλά και γραμματοκύφωνα, κάνοντας έτσι υπαινιγμό στην εποχή που ο Αισχίνης βοηθούσε τον πατέρα του στο διδασκαλείο, όπου ως γνωστόν χρησιμοποιείται ένα είδος κύφωνα[1] για τον σωφρονισμό των άτακτων μαθητών. Και το πιο δηλητηριώδες: Κάνοντας νύξη στην περίοδο που ο Αισχίνης είχε δοκιμάσει να ασκήσει την υποκριτική τέχνη, τον χαρακτήρισε  τριταγωνιστή και αυτοτραγικό πίθηκο».

«Ε, ναι! Αυτό πρέπει να πόνεσε!».

«Σίγουρα. Κατά τα άλλα χρησιμοποίησε κάπως λιγότερα επίθετα απ’ τον αντίπαλό του, ίσως γιατί θεώρησε ότι δεν του χρειάζονται, και ότι τα επιχειρήματά του είναι αρκετά ισχυρά για να εξουδετερώσουν τις κατηγορίες του Αισχίνη».

«Ας τον βαθμολογήσουμε για τις λέξεις και ας περάσουμε μετά στα επιχειρήματα. Εγώ θα έλεγα ότι ήταν ¨καλός¨».

«Έλα τώρα Τσίτσους. Πρόκειται για τον Δημοσθένη. Αν όχι άριστα, ένα ¨λίαν καλώς¨ δε μπορείς να του το αρνηθείς. Εγώ του το δίνω χωρίς επιφυλάξεις».

«Εσύ Χοντρόη;»

«¨Καλός συν λίαν¨, έχει καλώς;»

«Κάλλιστα! Επομένως στις ¨λέξεις¨ προηγείται ο Αισχίνης. Εντάξει; Πάμε τώρα στην επιχειρηματολογία. Ας εξετάσουμε μαζί ουσία και θέση στην αγόρευση. Έχεις να πεις κάτι Φιλήμονα;»

«Έχω. Κοιτάξτε ω φίλτατοι. Τα δύο πρώτα επιχειρήματα του Αισχύνη, εκείνα που αφορούν στην τυπική μη-νομιμότητα των ενεργειών του Κτησιφώντα, ήταν θεμιτά και έκανε καλά που εν τέλει τα τοποθέτησε στην αρχή της ομιλίας του. Η ανάγνωση των σχετικών νόμων από τον γραμματέα του δικαστηρίου επιβεβαίωσε την ύπαρξη απαγόρευσης για την βράβευση ή και τον δημόσιο έπαινο, όσων εκ των αρχόντων δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τη θητεία τους και δεν έχουν επισήμως απολογηθεί για αυτήν. Ακούσαμε επίσης τον νόμο που απαγορεύει η απονομή τιμών στους Αθηναίους πολίτες να γίνεται στο θέατρο. Αυτά τα εξήγησε και προφορικά με επάρκεια. Αντίθετα η επιχειρηματολογία με την οποία  προσπάθησε να αποφύγει την παρουσία του Δημοσθένη στη δίκη, μου φάνηκε ανεπαρκής. Πώς θα γινόταν να μη παραστεί  ο Δημοσθένης στην εκδίκαση, όταν είναι πασιφανώς αυτός και  όχι ο Κτησιφώντας ο κύριος στόχος της γραφής που έχει κατατεθεί από τον Αισχίνη;  

Επίσης νομίζω ότι κακώς ο Αισχίνης τα έβαλε με την δήθεν κακή τύχη του Δημοσθένη. Του έδωσε έτσι περισσότερα επιχειρήματα για να αμυνθεί.

Από την άλλη πλευρά ο Δημοσθένης τοποθέτησε τα πιο ισχυρά του επιχειρήματα – δηλαδή βασικά το πόσο φιλόπατρις είναι- στην αρχή και στο τέλος της ομιλίας του, ενώ τα σημεία τα σχετικά με την τήρηση των ισχυόντων νόμων (στα οποία ήξερε ότι μειονεκτούσε), τα ανέφερε παρεμπιπτόντως κάπου στη μέση».

-15-728

«Αυτά; Ή έχεις να προσθέσεις και κάτι άλλο;»

«Ναι. Όσο αν και οι δύο στάθηκαν περισσότερο στο παρελθόν από όσο θα έπρεπε, νομίζω ότι στη συνολική αντιπαράθεση επιχειρημάτων μου φάνηκε πως κερδίζει ο Παιανέας, αν και τελικά ούτε αυτός κατάφερε να μείνει στα θέματα γενικού ενδιαφέροντος και δημόσιου συμφέροντος και να μην εμπλακεί σε επιθέσεις προσωπικού χαρακτήρα».

«Εσύ Χοντρόη τι λες;»

«Δέον καταδικάζειν αμφοτέρους λέγω, ένεκα της υπ’ αυτών εκουσίας κοινοποιήσεως τοις πάσι, θεμάτων άτινα οποπουδήποτε δει αποποτελείν αποπορήτους θέσεις του κράτους!»

«Αυτή είναι μια άποψη μάλλον περσικής νοοτροπίας. Πιθανόν να την υιοθετούν και οι Λάκωνες, που είναι λίγο κρυψίνοες, ας το παραδεχτούμε. Αλλά, καλώς ή κακώς, δεν ισχύει εδώ στην Αθήνα», παρατηρεί ο Οινοκράτης. «Εδώ λέγονται όλα, γιατί εδώ όλοι πρέπει να ξέρουν τι γίνεται, αφού βαραίνει η άποψη όλων και όλοι πρέπει να συναποφασίζουν».

Έπειτα στρέφεται προς τον συμπατριώτη του. «Ε, ναι ρε Φιλήμονα, μπορεί να ήταν ο Κοθωκίδης που έβαλε πρώτος τις μανάδες στη διένεξη, λέγοντας πως η μητέρα του Δημοσθένη κατάγεται από τη Σκυθία και ότι αυτό δημιουργεί κάποια κωλύματα στον αντίπαλό του, (εντάξει, τον είπε ανοιχτά Σκύθη!), αλλά εκείνος που το παράκανε με τις αναφορές στη μάνα του Αισχύνη ήταν ο Δημοσθένης. Και τι δεν είπε! Και ότι την φωνάζανε κάποτε Έμπουσα[2] θυμήθηκε, και σε εξωτικές ιεροτελεστίες αναφέρθηκε, ως και εταίρα υπαινίχθηκε ότι ήταν. Και όλα αυτά εδώ, στην καρδιά της Ελλάδας, όπου λίγα πράγματα είναι ιερά όσο η ιδέα της μάνας!»

«Δεν θυμάμαι αν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά ναι, έχεις δίκιο, εκτοξεύτηκαν εκατέρωθεν βαριές λεκτικές κατηγορίες», παραδέχεται ο Φιλήμονας.

«Εντάξει, ας τους θεωρήσουμε πάνω κάτω ισόπαλους  στους τομείς των επιχειρημάτων -αποτελεσματικότητα και τοποθέτηση στην ροή του λόγου. Τι μας μένει; Α, ναι: Μνήμη και Ηθοποιία».

«Εάν ως μνήμη θεωρήσουμε την ικανότητα των ρητόρων να θυμούνται καλά μόνον ό, τι τους συμφέρει και να ξεχνούν επιμελώς ό, τι συμφέρει τον αντίπαλο, νομίζω ότι και εδώ τα πήγαν αρκετά καλά αμφότεροι. Έτσι δεν είναι;»

«Έτσι! Και τα καταφέρνουν χάρη στην ικανότητά τους να υποκρίνονται. Την ηθοποιία τους!»

«Η οποία, παρά το διαφορετικό ύφος που υιοθετούν, είναι πασιφανής και στους δύο».

«Τους βγάλαμε λοιπόν σχεδόν ισόπαλους;»

«Μάλλον».

«Αλλά εγώ εξακολουθώ να νομίζω ότι υπερέχει κάπως ο Αισχίνης», επιμένει ο Οινοκράτης.

«Γιατί; Επειδή όντως οι νόμοι απαγορεύουν τους άκαιρους επαίνους;»

«Όχι. Γιατί στην Ασία νικάει ο Αλέξανδρος. Και γιατί ο Αλέξανδρος σέβεται την Αθήνα».

«Και νομίζεις πως οι Αθηναίοι το εκτιμούν αυτό;»

«Θες να σου πω την αλήθεια βρε Φιλήμονα; Δεν ξέρω. Πάντως το αποτέλεσμα της δίκης θα δείξει…».Teatro_griego

Αυτά λέγανε κουτσοπίνοντας τον κεκραμένο οίνο, όταν στην πίσω αυλή κατέφτασε λαχανιασμένος ένας υπηρέτης.

«Οινοκράτη σε θέλει ο κύριος Εύελπις. Θα τον βρεις στο γραφείο, όπου μόλις έφτασε».

«Έρχομαι. Αλλά για πες μου, είπε τίποτα για την ετυμηγορία των δικαστών».

«Ναι. Αν κατάλαβα καλά νίκησε ο Δημοσθένης. Με μεγάλη διαφορά ψήφων. Ο Αισχίνης θα πρέπει να πληρώσει πρόστιμο για ανυπόστατη κατηγορία».

Ο Οινοκράτης στέκεται για μια στιγμή ακίνητος και ξεροκαταπίνει.

«Ωχ» λέει. Και μετά: «Φαίνεται ότι θα έχουμε πολλή δουλειά τις επόμενες μέρες».

Ύστερα κάνει ένα νεύμα αποχαιρετισμού στους φίλους του και εξαφανίζεται στα εσωτερικά δώματα του μεγάρου.

 

…………………

[1]  Κύφων: ξύλινη  συσκευή που ακινητοποιούσε  το κεφάλι ή άλλα μέρη του σώματος και χρησιμοποιούταν στην τιμωρία καταδίκων  και δούλων. Μια πιο ανώδυνη παραλλαγή του χρησιμοποιούταν και για την τιμωρία των απείθαρχων μαθητών. Σύμφωνα με άλλους μελετητές το ¨γραμματοκύφων¨ ειπώθηκε με την υποτιμητική έννοια του ¨καλαμαρά¨.

[2] Έμπουσα: ενδεχομένως από το ρήμα εμπάζομαι (γραπώνω, προσκολλώμαι, ενδιαφέρομαι). Η Έμπουσα σύμφωνα με αυτή την εκδοχή πιθανώς ήταν ένα νυχτερινό φάντασμα που τρόμαζε τα μικρά παιδιά.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄, κεφάλαιο όγδοο: Σήμερα δικάζουμε (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 22 Δεκέμβριος, 2017

9219588129_d8da90ff9a_b

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ζ.

Κεφάλαιο όγδοο: Σήμερα δικάζουμε! (ΙΙ) – Ο Δημοσθένης στο βήμα

Στο βήμα βρίσκεται τώρα ο Δημοσθένης του Δημοσθένους ο εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δήμου των Παιαναίων. Δείχνει ήρεμος. Φοράει έναν φαρδύ χιτώνα που του προσδίδει  επιβλητικότητα και, καθώς μιλάει, κινεί τα χέρια του. Όχι πολύ, μόνον όσο χρειάζεται για να υπογραμμίσει με περισσότερη έμφαση ορισμένους συλλογισμούς.

«Αρχίζω από τους θεούς κύριοι Δικαστές», λέει με ψύχραιμη, αλλά δυνατή φωνή. «Εύχομαι στο όνομά τους, όση αγάπη κι αφοσίωση έδειξα ανέκαθεν για την Πόλη μας, δηλαδή για όλους εσάς,  τόση ευμένεια και καλή πίστη να δείξετε κι εσείς απέναντί μου σε αυτήν εδώ τη δίκη. Και παρακαλώ τους θεούς να μην επιτρέψουν κακοδικίες και έτσι να προστατέψουν τη δικαστική σας υπόληψη.

Θα γίνω πιο συγκεκριμένος: τους ζητώ να σας αποτρέψουν από το να υιοθετήσετε το αίτημα του αντίδικου και να μου επιβάλετε τον τρόπο με τον οποίο θα απολογηθώ. 

Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου  πρέπει να κάνετε είναι απλό: να εφαρμόσετε αυτά που προβλέπει ο νόμος. Με άλλα λόγια, να θυμηθείτε τον όρκο που πήρατε ως δικαστές∙ δηλαδή να ακούτε και τους δύο διάδικους με τον ίδια διάθεση και να μην καταδικάζετε κανένα χωρίς να του δώσετε την ευκαιρία να απολογηθεί. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας απ’ τους δικαζόμενους πρέπει να μπορεί να εκθέσει τα επιχειρήματά του με τον τρόπο και τη σειρά που ο ίδιος θεωρεί προσφορότερη».

Ο Δημοσθένης παίρνει μια βαθιά ανάσα και το ύφος του γίνεται ακόμα πιο ήπιο.

«Θα είμαι ειλικρινής κύριοι δικαστές και θα παραδεχτώ ότι απέναντι στον Αισχίνη βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση!»

Μικρή παύση. Ο ρήτορας περιστρέφει το βλέμμα  ανάμεσα στους δικαστές προσπαθώντας να ανιχνεύσει την εντύπωση που έκανε αυτή η ¨ομολογία¨ του. Μετά συνεχίζει.

«Γιατί; Πρώτον, γιατί έχω περισσότερα να χάσω από εκείνον σ’ αυτήν τη δίκη. Εγώ διακινδυνεύω να χάσω την εύνοιά σας, που πάει να πει την εύνοια της πόλης στην οποία αφιέρωσα τη ζωή μου, εκείνος απλώς να μην κερδίσει μία δίκη∙ δεν νομίζω ότι είναι το ίδιο πράγμα!

Εγώ κινδυνεύω αγαπητοί συμπολίτες… αλλά όχι, δε θα το εκστομίσω, δε θέλω να ξεκινήσω το λόγο μου κακομελετώντας. Θα πω μόνο ότι εκείνος πλεονεκτεί, γιατί ως κατήγορος δεν διατρέχει κινδύνους».

images (19)

Ο Χοντρόης κοιτάζει ερωτηματικά τον Οινοκράτη.

«Όχι, δεν είναι έτσι», λέει εκείνος. «Απ’ ό, τι ξέρω, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν τον τελευταίο καιρό στην Αττική, σε περίπτωση που οι καταγγελίες αποδειχθούν αβάσιμες, ο καταγγέλλων κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις, καμιά φορά μάλιστα, τσουχτερές. Αλλιώς, έτσι φιλόδικοι που είναι οι Αθηναίοι, δε θα κάνανε άλλη δουλειά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, από το να δικάζουνε τις μηνύσεις που εκτοξεύονται πανταχόθεν».

«Εάν η ¨γραφή¨ του δεν υπερψηφιστεί τουλάχιστον από το ένα πέμπτο των δικαστών», παρεμβαίνει ο Φιλήμονας, «ο Αισχίνης θα υποστεί ένα πρόστιμο χιλίων δραχμών. Και είναι πιθανό να υπάρξουν επιπτώσεις ακόμη και στα πολιτικά του δικαιώματα… έτσι άκουσα να λένε στου Κυνοσάργους κι αυτοί εκεί ξέρουν απ’ αυτά».  

 «Δεύτερον», συνεχίζει ο Παιανέας στο βήμα, «ο Αισχίνης προτίθεται να εξαπολύσει εναντίον μου κατηγορίες και κακολογίες, δηλαδή πράγματα που αρέσουν. Σε ποιόν; Σε όλους. Έτσι είναι η ανθρώπινη φύση κύριοι δικαστές. Το ξέρετε καλά όπως το ξέρω κι εγώ. 

Εγώ, αντίθετα, προκειμένου  να αμυνθώ θα πρέπει να μιλήσω για τον εαυτό μου. Αλλά εκείνοι που μιλούν για τον εαυτό τους, εκείνοι που ¨περιαυτολογούν¨, μάλλον δυσφορία παρά συμπάθεια προκαλούν. Για αυτό, όπως σας είπα, βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση. Εκείνος θα λέει πράγματα αναληθή μεν, αλλά ελκυστικά για το μέσο αφτί, εγώ δε, αμυνόμενος, θα μιλάω για μένα κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ εγωπαθής και υπερφίαλος».

21519-123

Ο Φιλήμονας παρακολουθεί και σημειώνει. Τον ενδιαφέρει ο χειρισμός της γλώσσας, αλλά και γενικότερα της έκφρασης. Δεν παύει να εκπλήττεται από το τι μπορεί να δημιουργήσει κανείς χρησιμοποιώντας τον αρθρωμένο λεκτικό ήχο και την εικόνα. Αλλά τον ενδιαφέρουν και οι τυχόν αντιφάσεις. Όχι τόσο από πολιτική άποψη, όσο, κυρίως, από δραματουργική.

Ο Οινοκράτης παρακολουθεί και σκέφτεται. Ή μάλλον όχι: ακούει και ταυτόχρονα ονειροπολεί. Μέσα σε αυτό το ασυνεπές μείγμα σκέψεων και ονειρικών προβολών, ο ίδιος πότε είναι ρήτορας-κατήγορος ενάντια στις λογής-λογής αδικίες της ζωής και πότε άδικα κατηγορούμενος. Τι θα έλεγε άραγε σε μια τέτοια περίπτωση; Πώς θα το έλεγε; Ποιος θα μπορούσε άραγε να τον δικαιώσει;

Ο Χοντρόης προσπαθεί να παρακολουθήσει και να καταλάβει. Όχι τόσο τη γλώσσα, όσο τη νοοτροπία∙ αλλά εκείνο που καταλαβαίνει είναι ότι για να προσαρμοστεί σε αυτό το περίεργο, αλλά και γοητευτικό, περιβάλλον της Δύσης, του χρειάζεται χρόνος. Είναι καλόβολος και δε γκρινιάζει μπροστά στα καινούργια πράγματα, αλλά η καινοτομία που έχει μπει στη ζωή του τον τελευταίο καιρό είναι πολλή και δε μπορεί να την αφομοιώσει όλη μαζί.

*Δημοσθένης

«Όσον αφορά στην ιδιωτική μου ζωή» λέει τώρα ο Δημοσθένης, «δείτε πόσο απλά και λογικά τα λέω: Εγώ δεν έχω ζήσει πουθενά αλλού, παρά μόνο εδώ, μαζί σας. Άρα με ξέρετε.

Εάν λοιπόν με θεωρείτε ένοχο στα όσα αυτός με κατηγόρησε, τότε μη με αφήσετε να πω κουβέντα παραπάνω, ούτε καν εάν πολιτεύτηκα σωστά στις κοινές υποθέσεις, αλλά να σηκωθείτε όρθιοι και να με καταδικάσετε τώρα αμέσως. Να ξεμπερδεύουμε!

Εάν όμως αναγνωρίζετε ότι είμαι πολύ καλύτερος απ’ αυτόν, από καλύτερη καταγωγή και όχι κατώτερος από κανέναν ευυπόληπτο πολίτη ούτε εγώ ούτε οι δικοί μου, τότε -για να μη πω τίποτα το εξοργιστικό- τότε λέω, να μην τον πιστεύετε ούτε στα άλλα που ισχυρίζεται, γιατί είναι προφανές ότι όλα τα μηχανεύτηκε με τον ίδιο τρόπο.  Σε εμένα δε, να είστε το ίδιο καλοπροαίρετοι όσο ήσασταν και σε πολλές άλλες προηγούμενες δίκες».

Ο Δημοσθένης στρέφεται απ’ ευθείας προς τον κατήγορό του:

«Εσύ όμως Αισχίνη, αν και είσαι παμπόνηρος, σκέφτηκες ότι εγώ θα αποφύγω να μιλήσω για την πολιτική μου δράση, και θα στραφώ μάλλον προς την απόκρουση των λοιδοριών σου. Αυτό, ασφαλώς, δεν θα το κάνω, δεν είμαι δα τόσο ανόητος.

Τι θα κάνω; Θα εξετάσω τα όσα ψέματα και όσες διαβολές διαδίδεις για τις πολιτικές μου πράξεις, και όσο για τον σωρό των ύβρεων και των λοιδοριών που αδιάντροπα ξεστόμισες, θα αναφερθώ αργότερα και μόνον εφόσον οι δικαστές θα έχουν τη διάθεση να ακούσουν».

agora market*

Ο Ευρύνους σκύβει στ’ αυτί του Εύελπι. «Πρόσεξέ τον, τώρα θα μιλήσει για όσα συνέβησαν παλιά, δηλαδή την εποχή που ο Φίλιππος κατέλαβε την Ελάτεια και οι Αθηναίοι άρχισαν να ανησυχούν στα σοβαρά, όχι πια για τις αποικίες, αλλά για την πόλη τους την ίδια. Καθώς και για την εποχή της ήττας στη Χαιρώνεια. Αυτά τα ¨φαντάσματα¨, από τα οποία η Αθήνα δεν καταφέρνει να απαλλαγεί.

Όμως στην ουσία θα αναφέρεται στο σήμερα. Θα μιλάει για τον Φίλιππο, αλλά θα εννοεί πλέον τον Αλέξανδρο. Στόχος του είναι οι ντόπιοι ¨Μακεδονίζοντες¨ στο σύνολό τους, αλλά και εκείνοι που δεν θεωρούν την Αθήνα ως τη μόνη πόλη που μπορεί να ηγηθεί των Ελλήνων. Δεν πρόκειται να χάσει την ευκαιρία να εξαπολύσει εναντίον τους, -και εναντίον μας- τους ρητορικούς του κεραυνούς».

Ο Εύελπις κουνάει το κεφάλι του καταφατικά. «Είναι κρίμα», λέει και η φωνή του ακούγεται αποκαρδιωμένη.  Ο πατέρας του τον καταλαβαίνει και του σφίγγει το μπράτσο παρηγορητικά.

*

Ο νεαρός Μεγαρέας ενδιαφερόταν ανέκαθεν για όσα συνέβαιναν στην πόλη. Και αυτά που συνέβαιναν στην Αθήνα, από τότε που η οικογένειά του και  ο ίδιος -σχεδόν βρέφος ακόμη- εγκαταστάθηκαν στην Αττική,  είχαν συνήθως να κάνουν με τους Μακεδόνες και την επεκτατική τους πολιτική.

Το  περιβάλλον του Ευρύνου, καθώς και εκείνο της σχολής του Ισοκράτη είχαν μια ευρύτερη αλλά συγκεκριμένη άποψη: Ναι στις πόλεις, αλλά όχι στην αυτοκτονία του ελληνισμού για χάρη τους. Για να επιτευχθεί η ενότητα των Ελλήνων, μερικές ¨θυσίες¨ και κάποιες παραχωρήσεις από την πλευρά των πολιτειών, θα έπρεπε να γίνουν αποδεκτές. Με μέτρο. Ο Εύελπις μεγαλώνοντας συμφωνούσε, αλλά την πόλη της Αθηνάς την αγαπούσε και μαζί της ήταν ιδιαίτερα διαλλακτικός.

Τώρα, ενήλικος πια και με υπεύθυνο ρόλο, ο Εύελπις προσπαθεί να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα με ψυχραιμία. Πρέπει να αξιολογήσει τα γεγονότα και να μην εμπλακεί στις συναισθηματικές  προεκτάσεις με τις οποίες οι ρήτορες διανθίζουν εσκεμμένα τους λόγους τους.

Όμως, όσο να ‘ναι, παρασύρεται από την ροή της ομιλίας. Αυτά που ιστορεί ο Δημοσθένης συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με την παιδική και την εφηβική του ηλικία. Τα θυμάται. Τα έχει ζήσει κι ας ήταν μικρός. Στο νου του ξανάρχονται εκφράσεις, κουβέντες, σκηνές ολόκληρες δεμένες με τα γεγονότα αυτά: ¨Η κάθοδος των Μακεδόνων¨, που ακόμη και σήμερα οι Αθηναίοι δεν έχουν καταλήξει πόσο μπορούν να την καταπολεμήσουν ή πόσο πρέπει να την ανεχτούν ή και να επωφεληθούν απ’ αυτήν, η ¨Ελάτεια¨, η μικρή πόλη που η κατάληψή της έδειξε για πρώτη φορά πόσο κοντά στην Αθήνα μπορούν να φτάσουν οι βόρειοι, η ¨Καταστροφή της Θήβας¨ , που οι Αθηναίοι παρακολούθησαν με αποτροπιασμό, αλλά και με ανακούφιση όταν είδαν ότι ο Αλέξανδρος δεν τους επεφύλασσε την ίδια τύχη με τους Βοιωτούς , η ¨Μάχη στη Χαιρώνεια¨ και η βαριά ήττα που θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να αναιρεθεί, αλλιώς η γεωπολιτική κατάσταση που ήδη άλλαζε, θα προέκυπτε ανεπανόρθωτη για τους Αθηναίους, το ¨Συνέδριο της Κορίνθου¨ που εξακολουθούσε να προκαλεί ενθουσιασμούς, αλλά και μεγάλες ανησυχίες.

.images (7)

Στο βήμα ο Δημοσθένης αγορεύει. Τώρα υπεραμύνεται των πεπραγμένων του. Υποστηρίζει πως οι προτάσεις του ξεκινούσαν πάντα από την επιθυμία να συμβάλει στο καλό της πόλης. Λέει πως αν μερικές από αυτές υπήρξαν αναποτελεσματικές, γι αυτό φταίνε άνθρωποι σαν τον Αισχίνη που στην ουσία εξαγοράστηκαν από τον Φίλιππο πρώτα και από τον Αλέξανδρο μετά. Αυτοί ήταν που υπονόμευσαν την υλοποίηση των λύσεων που εκείνος είχε προτείνει. Έτσι ο Φίλιππος κατάφερε να κερδίσει πρώτα τον τελευταίο ¨ιερό πόλεμο¨ εις βάρος των Φωκέων, παλιών   συμμάχων των Αθηνών και κατόπιν τους συνασπισμένους Αθηναίους και Θηβαίους.

Μιλάει τώρα για τον επαίσχυντο ρόλο των φιλομακεδόνων κατά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην   ασταθή ειρήνη που συνάφθηκε ανάμεσα στην Αθήνα και τους Μακεδόνες δέκα έξι χρόνια πριν  και ονομάστηκε Φιλοκράτειος:

 «Σκεφτείτε τώρα τι έκανα εγώ και τι έκανε ο Αισχίνης, την εποχή που η Πόλη έκλεισε ειρήνη με τον Φίλιππο. Έτσι θα καταλάβετε καλύτερα ποιος δρούσε για το συμφέρον σας και το συμφέρον της Πολιτείας και ποιος, αντίθετα, δρούσε σα σύντροφος του Φίλιππου.

Εγώ, όντας τότε μέλος της Βουλής, εισηγήθηκα να ψηφιστεί το εξής: ¨να αποπλεύσουν το συντομότερο οι απεσταλμένοι μας, να πάνε σε όποιο μέρος μάθουν ότι βρίσκεται ο Φίλιππος και να του ζητήσουν την ένορκη επιβεβαίωση της σύναψης ειρήνης¨. Αυτοί, όμως, όχι μόνον δεν θέλησαν να κάνουν όσα πρότεινα, αλλά και το αρνήθηκαν όταν επανέλαβα την πρότασή μου γραπτά και με όλους τους τύπους!

Τι όμως σήμαινε αυτό κύριοι δικαστές;

Θα σας πω εγώ: Στον μεν Φίλιππο συνέφερε να περάσει όσος γίνεται περισσότερος καιρός ανάμεσα στη συμφωνία περί ειρήνης και την ένορκη επιβεβαίωσή της. Σε εσάς συνέφερε η επικύρωση να γίνει άμεσα.

Γιατί; Γιατί εσείς ήδη από τη στιγμή που ελπίσατε πως θα συναφθεί ειρήνη σταματήσατε κάθε πολεμική προπαρασκευή, ενώ ο Φίλιππος, ο οποίος είχε πάντοτε στο νου του μόνον τον πόλεμο, θεωρούσε -πράγμα εξάλλου αληθές- ότι θα κρατήσει όσα μέρη καταφέρει να μας αποσπάσει ως την στιγμή που θα έδινε την ένορκη επικύρωση, γιατί ποιος θα τολμούσε να ακυρώσει μια συμφωνία περί ειρήνης εξ αιτίας κάποιων επιπρόσθετων κατακτήσεων;

Ήταν λοιπόν αυτός ο λόγος, κύριοι δικαστές -επειδή όλα αυτά τα είχα δει και τα είχα προβλέψει- που πρότεινα να ψάξουν να βρουν οι απεσταλμένοι μας τον Φίλιππο και να του ζητήσουν την άμεση ένορκη επικύρωση της συμφωνημένης ειρήνης. Τότε, που οι Θράκες σύμμαχοί μας κατείχαν ακόμα τις οχυρές τοποθεσίες στις οποίες αναγκάστηκε να αναφερθεί και ο Αισχίνης:  δηλαδή το Σέρρειο και το Μυρτηνό και την Εργίσκη. Προτού τις καταλάβει ο Φίλιππος και γίνει έτσι κύριος της Θράκης, προτού αποκτήσει άφθονα χρήματα και πλήθος στρατιώτες, πράγμα που θα του επέτρεπε να επιχειρήσει και άλλες κατακτήσεις.

Αλλά αυτή την πρότασή μου ούτε την αναφέρει ο Αισχίνης ούτε ζητάει την ανάγνωσή της, αλλά με κατηγορεί για κάτι απίθανα πράγματα -άλλα αντ’ άλλων- όπως ότι εγώ, ως βουλευτής, θεώρησα πρέπον να παρουσιάσω τους πρέσβεις του Φιλίππου στην Εκκλησία του Δήμου!

Αλλά τι θα έπρεπε να κάνω; Να τους εμποδίσω να μιλήσουν μαζί σας, αφού γι αυτό είχαν έρθει; Ή να μην διατάξω τον διευθυντή του θεάτρου, όταν πήγαν εκεί, να τους δώσει θέση κατάλληλη ώστε να βλέπουν. Δε θα μπορούσαν άραγε να βρουν θέση και από μόνοι τους πληρώνοντας μόνο τους δύο οβολούς τους εισιτηρίου;

Εντάξει, το δημόσιο ταμείο στερήθηκε τους δύο αυτούς οβολούς! Είμαι ένοχος! Αλλά για πείτε μου: Αυτούς τους δύο οβολούς έπρεπε να διαφυλάξω, ενώ τα μέγιστα συμφέροντα του κράτους θα έπρεπε να τα ξεπουλήσω στον Φίλιππο, ακριβώς  όπως έκανε ο Αισχίνης και η παρέα του; Όχι βέβαια!

Πάρε λοιπόν γραμματέα το ψήφισμα που πρότεινα τότε και εγκρίθηκε, -και που αυτός εδώ το αποσιώπησε- και σε παρακαλώ διάβασέ το».

Ο Προεδρεύων άρχοντας κάνει ένα νεύμα συγκατάθεσης, ο υπεύθυνος για την ροή του χρόνου σταματάει την λειτουργία της κλεψύδρας, ενώ ο γραμματέας ψάχνει τη στοίβα των εγγράφων, βρίσκει το εν λόγω ψήφισμα και αρχίζει να το διαβάζει…

.writing-quill-with-ink-blot_small

«Παλιά ξινά σταφύλια», σχολιάζει με έναν μορφασμό αποδοκιμασίας ο Οινοκράτης.

Ο Φιλήμονας σταματάει τη γραφή των σημειώσεών του.  Όσο κρατάει η ανάγνωση του γραμματέα μπορεί να πάρει μια ανάσα. Στρέφεται προς τον Οινοκράτη και τον ρωτάει: «Γιατί δεν αφήνει κανένα επιχείρημα και για τη δευτερολογία του; Όλα τώρα πρέπει να τα πει;»

«Απ’ ο, τι ξέρω, στις εκδικάσεις των υποθέσεων που θεωρούνται ¨δημοσίου ενδιαφέροντος¨ δεν επιτρέπονται δευτερολογίες», του διευκρινίζει εκείνος. «Μόνο στις δίκες μεταξύ ιδιωτών είναι επιτρεπτό κάτι τέτοιο. Και απ’ ό, τι βλέπω ό Παιανέας δεν πρόκειται να αφήσει τίποτα να πέσει χάμω. Βλέπεις οι δικαστές δεν διέκοψαν τον Αισχίνη, και ο Δημοσθένης ξέρει καλά ότι σήμερα έχουν τοποθετηθεί οι κλεψύδρες των ειδικών περιστάσεων και δε βιάζεται».

«Ποιες κλεψύδρες…;»

«Αυτές των ειδικών περιστάσεων. Είναι πιο κλεψ-ύδρες από τις άλλες. Ο κανονισμός μιλάει για ίσο χρόνο ανάμεσα σε κατήγορο και αμυνόμενο, αλλά δεν εξειδικεύει πόσο. Όταν λοιπόν πρόκειται για δίκες με μεγάλο ενδιαφέρον και μεγάλη κοσμοσυρροή, προτιμώνται οι ¨κλεψύδρες των ειδικών περιστάσεων¨ που είναι μεγαλύτερες και δίνουν στους ρήτορες περισσότερη άνεση χρόνου».

Ο Οινοκράτης ρίχνει μια ματιά στα χειρόγραφα ορνιθοσκαλίσματα του φίλου του, αφήνει ένα θαυμαστικό σφύριγμα και αλλάζει θέμα: «Δεν ξέρω αν θα γίνεις μεγάλος συγγραφέας Φιλήμονα, αλλά για γραφέας νομίζω ότι είσαι έτοιμος. Αν πιάσεις μια θέση κάτω από τα αγάλματα των Επωνύμων Ηρώων, θα βγάλεις λεφτά!»

«Ντροπή Τσίτσους», τον αποπαίρνει ο συμπατριώτης του. «Μην προσβάλεις την τέχνη μου. Ιδιαίτερα όταν βλέπεις πως προσπαθώ να την συνδέσω όσο αυθεντικότερα μπορώ με την πραγματική ζωή».

«Εντάξει, εντάξει, δεν είπαμε τίποτα… Είπαμε; Είπαμε τίποτα Χοντρόη;»

«Α πα πα πα!» συμφωνεί στην ιδιόλεκτό του ο Ασιάτης, εγκαινιάζοντας μια νέα μορφή αρνητικής έκφρασης.

«Άλλωστε δεν είσαι ο μόνος, είδα πως υπάρχουν και άλλοι που κρατούν σημειώσεις από τους λόγους των ρητόρων».

«Αλήθεια;»

«Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται για ανταγωνιστές θεατρικούς συγγραφείς. Μάλλον είναι σπουδαστές ή και διδάσκοντες από τις σχολές ρητορικής που εμπλουτίζουν το υλικό τους…»

Ο Οινοκράτης σκέφτεται κάτι και χαμογελάει. «Ξέρεις για ποιο πράγμα απορώ μωρέ  Φιλήμονα; Θα σου πω: Καθώς οι συγγραφές ζουν παραπάνω από τα λόγια, που ως γνωστόν είναι πτερόεντα, αναρωτιέμαι ποιες από αυτές θα φτάσουν ως τους απογόνους μας για να τους πληροφορήσουν περί αυτών που συμβαίνουν τώρα. Δηλαδή για να αποτελέσουν την ¨αντικειμενική¨ βάση στην Ιστορία που θα γράψουν εκείνοι για μας. Σκέψου τι πλάκα θα έχει αν οι σημειώσεις του Δημοσθένη καταστραφούν σε κάποια πυρκαγιά της βιβλιοθήκης του, αλλά επιζήσουν οι δικές σου, που σίγουρα θα έχουν μια πιο εύθυμη οπτική για τα γεγονότα. Ή εάν διατηρηθούν τελικά οι σημειώσεις κάποιου φοιτητή μαζί με τα σχόλια που σίγουρα θα κάνει στα περιθώρια!»

«Μην ανησυχείς Τσίτσους, εγώ μεν μπορεί να σημειώνω γιατί θέλω οι ήρωες των θεατρικών μου έργων -παρά τις υπερβολές που όχι μόνο επιτρέπονται αλλά και επιβάλλονται στην κωμωδία- να είναι καλά αγκυρωμένοι στην πραγματικότητα, αλλά, όπως ξέρεις, υπάρχουν και οι ίδιοι οι ρήτορες και οι ακόλουθοί τους που ξαναγράφουν και πουλάνε αντίγραφα των πιο γνωστών αγορεύσεων. Μπορεί σήμερα να μην είναι για όλα τα βαλάντια -πράγματι τα επικυρωμένα αυτά αντίγραφα είναι πανάκριβα- αλλά έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιζήσουν από ό, τι οι σημειώσεις μου».

«Όμως ούτε κι αυτά είναι πλήρως αυθεντικά» επιμένει ο Οινοκράτης

«Γιατί

«Είδες πως μιλάνε εδώ μέσα; Μιλάνε με τρόπο που να τους καταλαβαίνει ο κάθε αγρότης που μόλις έφτασε από τα χωράφια του. Γι αυτό και αρέσουν, γι αυτό και πείθουν, γι αυτό και επηρεάζουν και ασκούν εξουσία οι ρήτορες. Ιδιαίτερα οι επιτυχημένοι.  

Έχεις δει όμως πώς καταλήγουν οι επίσημοι λόγοι όταν είναι γραμμένοι; Εγώ είχα την τύχη να βρεθώ σε βιβλιοθήκες και είδα: γραμμένοι είναι σχεδόν ακαταλαβίστικοι, περί-διά-γραμμάτων, περιπεπλεγμένοι, εσκεμμένα καθώς πρέπει, φιλολογίζοντες! Άσε που είναι ορατό πως οι αντιγραφές ενδέχεται να γίνουν από ομονοούντες, αλλά και από διαφωνούντες, από συμπαθούντες, αλλά και από αντιπαθούντες. Όλοι αυτοί, όσο να ‘ναι, κάτι δικό τους το προσθέτουν. Όπως καταλαβαίνεις είναι δύσκολο να υπάρξει άνθρωπος -ιδιαίτερα Αθηναίος- που να ξέρει να διαβάζει και να γράφει, άρα να είναι κατά τεκμήριο διανοούμενος, ο οποίος να μην έχει τη δική του άποψη ή να έχει μεν άποψη, αλλά να είναι ικανός να την αφήνει απέξω από μια πνευματική δουλειά όπως η αντιγραφή και η διαιώνιση των λόγων…»

«Άσε που μπορεί να προκύψει και πρόβλημα μεταγλώττισης!» υπερθεματίζει ο Φιλήμονας. «Ξέρεις τι έπαθα όταν, για να τεκμηριώσω μια κωμωδία που έγραφα με ήρωα τον Εύμαιο, ναι, τον γνωστό δούλο του Οδυσσέα, χρειάστηκε να συμβουλευτώ τα γνήσια κείμενα του Όμηρου, στη βιβλιοθήκη των Συρακουσών;»

«Τι

«Ανακάλυψα ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλάβαινα. Η γλώσσα απ’ ό, τι φαίνεται με τη ροή του χρόνου αλλάζει αισθητά. Τα ελληνικά του Όμηρου είναι κάπως διαφορετικά από τα σημερινά. Δεν μοιάζουν με τα ελληνικά των Δωριέων, δεν ταυτίζονται με εκείνα των Ιώνων και των Αρκάδων, και έχουν διαφορές και από τα ελληνικά των Θεσσαλών και των Μακεδόνων.  Ευτυχώς οι άνθρωποι της βιβλιοθήκης μου υπέδειξαν να συμβουλευτώ κάποιους απόγονους των Ομηρίδων ραψωδών που η συντεχνία τους έχει εγκατασταθεί στις Συρακούσες μαζί με τους πρώτους κορίνθιους αποίκους. Αυτοί ευτυχώς κατάφεραν να με βοηθήσουν να βρω τις απαντήσεις στα βασικά μου ερωτήματα».

«Έχεις δίκιο Φιλήμονα. Η γλώσσα αλλάζει. Και πού να δεις τι έχει να γίνει τώρα που ο μισός κόσμος της ανατολής έχει αρχίσει να μαθαίνει ελληνικά. Ξέρεις ποιος έχει πλέον μεγάλες πιθανότητες να γίνει ο εκπρόσωπος της νέας κοινής ελληνικής γλώσσας;»

«Ναι. Κάτι έχω ακούσει σχετικά. Λέγεται πως η πόλη ¨Σόλοι¨ της Κιλικίας, παλιά ροδιακή και αθηναϊκή αποικία σε έναν τόπο όπου παλιότερα ζούσαν Χεταίοι, έχει εγκαινιάσει ένα σωρό γλωσσικούς νεοτερισμούς που άλλοι θεωρούν τολμηρούς και άλλοι αδιάντροπους!»

«Δεν είναι ανάγκη να πας τόσο μακριά Φιλήμονα. Έχουμε μαζί μας ένα ζωντανό δείγμα, ενδεικτικό για τις μελλοντικές γλωσσικές τάσεις. Τον  -μόνο προς το παρόν- Έναν και Μοναδικό, αλλά συντόμως εξελίξιμο σε ασύγκριτο γλωσσικό ανα-διαμορφωτή με πληθώρα οπαδών (ο Οινοκράτης δίνει μια μάλλον τρυφερή κατραπακιά στην καμπύλη πλάτη του γλωσσοπλάστη Ασιάτη φίλου του)∙ του μελλοντικώς γνωστού ανά το πανελλήνιο για την επινόηση του ¨πλεοναστικού υπερδιπλασιασμού   των περί το Πι ελληνικών λέξεων¨: του  Χοντρόη του Πρώτου!. Τα λέω καλά Ευτραφέστατε;»

«Λέτε πολλά και ενοχλητικά κύριοι» παρεμβαίνει και πάλι κάποιος από εκεί δίπλα. «Προφανώς δεν αντιληφθήκατε ότι το διάλλειμα έχει προ πολλού τελειώσει και ότι στο βήμα βρίσκεται ο μεγάλος Δημοσθένης. Σας παρακαλώ ή να σιωπήσετε ή να πάτε εκεί πίσω όπου μπορείτε να κάνετε τα σχόλιά σας χωρίς να ενοχλείτε τους συμπολίτες σας. Αλλιώς να μην διαμαρτυρηθείτε εάν ζητήσω την παρέμβαση της φρουράς!».

*peccato

Τελείως συμπτωματικά, το ίδιο περίπου θέμα -εκείνο της μελλοντικής τύχης των εκφωνούμενων λόγων- απασχολεί και τον Εύελπι που, ακούγοντας τον Δημοσθένη να αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του, ρωτάει ψιθυριστά τον πατέρα Ευρύνου εάν όλα αυτά που λέει ο ρήτορας τα έχει μπροστά του γραμμένα.

«Ναι», του απαντάει σιγανά εκείνος. «Ο Δημοσθένης ετοιμάζει με εξαντλητικό τρόπο τις παρεμβάσεις του. Τα έχει όλα γραμμένα, αλλά τα έχει μάθει απ’ έξω και έτσι δεν χρειάζεται να κοιτάζει διαρκώς τα κείμενά του. Αντίθετα ο Αισχίνης συχνά αυτοσχεδιάζει. Και οι δύο ξέρουν από θέατρο και από υποκριτική τέχνη. Ο Δημοσθένης έχει πάρει μαθήματα από τον Σάτυρο, τον γνωστό ηθοποιό, ενώ ο Αισχίνης, όπως όλοι ξέρουν, έχει διατελέσει ηθοποιός και ο ίδιος. Αλλά εκείνος που διαπρέπει στους αυτοσχεδιασμούς είναι ασφαλώς ο Δημάδης».

«Και τα κείμενα των δικανικών λόγων που κυκλοφορούν, πόσο πιστά είναι σε αυτά που ακούγονται εδώ μέσα;»

«Όχι τελείως. Μόνον εν μέρει. Είναι πάντοτε κάπως ωραιοποιημένα και συνήθως γράφονται εκ των υστέρων από τους βοηθούς και τους ακόλουθους με βάση τις σημειώσεις που κρατούν κατά τη διάρκεια της εκδίκασης ή και εκείνες που έχουν ετοιμάσει για την αγόρευση οι ίδιοι οι ρήτορες. Πάντως ως ¨έγκυροι γραπτοί λόγοι¨ θεωρούνται μόνον εκείνοι που έχουν την έγγραφη αποδοχή των ρητόρων».

img011145604

Ο Δημοσθένης στο βήμα έχει τώρα αφήσει την ιστορική ανασκόπηση και αναφέρεται και πάλι απ’ ευθείας στον αντίδικό του.  

«Απ’ όπου κι αν τον πιάσετε, απ’ όπου κι αν τον δείτε, αυτός ο άνθρωπος είναι κακόβουλος και φθονερός. Κοιτάξτε μονάχα αυτά που είπε για εμένα και την μοίρα μου…

Εγώ, αν θέλετε τη γνώμη μου, θεωρώ πως όποιος περιπαίζει τον άλλον για την τύχη του είναι άμυαλος, ανόητος, χαζός. Γιατί, αυτοί που νομίζουν ότι είναι ευτυχισμένοι και τυχεροί και ότι έτσι δικαιούνται να κοροϊδεύουν τους άλλους, δεν ξέρουν τι μπορεί να τους συμβεί ούτε ίσαμε το βράδυ της ίδιας μέρας. Αλλά πώς μπορεί να καυχιέται κανείς για την τύχη του όταν δεν ξέρει τι, αυτή η άστατη θεά,  μπορεί να του επιφυλάσσει τελικά; Και επιπλέον πώς μπορεί να λοιδορεί τους άλλους και να τους κατηγορεί ως κακότυχους;!

 Αλλά, αφού αυτός εδώ ο ταλαίπωρος μίλησε με πολλή αλαζονεία για εμένα και το ριζικό μου, ας μιλήσω και εγώ για το ζήτημα της μοίρας και να δείτε πως θα τα πω αληθινά και ανθρώπινα.

Εγώ λοιπόν θεωρώ καλή την τύχη της πόλης μας, όπως καλή ήταν και η προφητεία που έκανε για σας ο Δίας της Δωδώνης. Όμως για όλους γενικότερα τους ανθρώπους οι καιροί είναι δύσκολοι. Ποιος έλληνας ή ακόμη και βάρβαρος δεν περνάει αυτήν την εποχή φοβερές δοκιμασίες;

Η πόλη μας, έκανε τις σωστές επιλογές σε σχέση με εκείνους που νόμισαν ότι θα ευτυχούσαν εάν μας πρόδιδαν. Και εάν η πόλη μας βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη μοίρα από αυτούς,  το θεωρώ έργο της καλής τύχης που μας προστατεύει. Εάν, από την άλλη πλευρά, η πόλη μας συνάντησε πολλά εμπόδια στις επιδιώξεις της, και δεν έγιναν όλα όπως τα επιθυμούσαμε, νομίζω ότι αυτό ήταν συνέπεια της γενικότερης κακοτυχίας των καιρών∙ συμμετείχαμε και εμείς σ’ αυτήν κατά το μερίδιο που μας αναλογούσε.

Τώρα όσον αφορά στη δική μου προσωπική τύχη, αλλά και την τύχη του καθενός από σας ξέχωρα, καλό είναι, λέω, να την εξετάζουμε ατομικά και όχι σε σχέση με τα κοινά. Μόνον εάν διερευνήσουμε το ζήτημα της τύχης με αυτόν τον τρόπο, θα φτάσουμε σε σωστά και δίκαια συμπεράσματα.  Συμφωνείτε μαζί μου, έτσι δεν είναι;

Όμως, ο κυρ-Αισχίνης από εδώ, ισχυρίζεται ότι το δικό μου ριζικό επηρεάζει την τύχη της πόλης ολόκληρης περισσότερο από ό, τι η κοινή τύχη των πολιτών και πως η μικρή και ασήμαντη δική μου τύχη, υπερισχύει της μεγάλης και αγαθής τύχης της πόλης. Πείτε μου μα τον Δία, είναι ποτέ δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο;»

scan0033

Είπε κι άλλα πολλά ο Δημοσθένης και μετά κατάληξε ως εξής:

Αυτά και άλλα παρόμοια με τα όσα έπραξα εγώ πρέπει να κάνει, Αισχίνη, ο καλός και αγαθός πολίτης. Εάν κάτι τέτοιο γίνει εφικτό, μα τη Γη και μα τους Θεούς, θα είμαστε  δικαίως μέγιστοι. Αλλά και εάν δεν τα καταφέρουμε, θα μας αξίζει η τιμή της προσπάθειας, καθώς κανένας δε θα τολμήσει να κατηγορήσει τη πόλη μας και τις καλές της προθέσεις∙ το πολύ να κακίζουν την τύχη και τη ροή των πραγμάτων.

Μα τον Δία, όχι! Ο καλός πολίτης δεν εγκαταλείπει το συμφέρον της Πόλης, ούτε μισθώνει τον εαυτό του στους αντίπαλους, ούτε δίνει προθεσμία χρόνου στους εχθρούς και όχι στην πατρίδα, ούτε  φθονεί όποιον συμβουλεύει πράγματα αντάξια της πόλης και επιμένει σε αυτά. Εάν δε κάποιος δυσαρεστήσει τον καλό πολίτη αυτός δεν μνησικακεί, ούτε -όπως ακριβώς κάνεις εσύ-  σιωπά και ¨ποιείται την νήσσαν¨ με τρόπο ύπουλο και άδικο!

Είναι, όντως, σωστό και δίκαιο να υπάρχει στην Πόλη ησυχία, αλλά ο δεν είναι ο Αισχίνης που συνεισφέρει στο να δημιουργηθεί κλίμα  ηρεμίας. Κάθε άλλο. Αυτός προτιμά να απομακρύνεται από την πολιτική  όταν νομίσει (και του συμβαίνει συχνά) ότι κάτι τέτοιο τον συμφέρει∙ και να καιροφυλακτεί! Περιμένει πότε εσείς θα έχετε βαρεθεί από τις συνεχείς αγορεύσεις στην εκκλησία του Δήμου, ή πότε θα συμβεί κάποια απρόβλεπτη αναποδιά ή δυσκολία (πράγμα ανθρώπινο και όχι σπάνιο) και τότε ξαφνικά από την ησυχία αναδύεται, σαν να ‘τανε βίαιη πνοή ανέμου, η ρητορική του φωνή! Και φωνασκεί, και διασταυρώνει λέξεις και φράσεις, και τις συναρμολογεί χωρίς να πάρει ανάσα! Και όμως αυτά που λέει δεν ωφελούν σε τίποτα, δεν οδηγούν σε τίποτα το αγαθό,  παρά μόνο φέρνουν συμφορές στον μέσο πολίτη και καταισχύνη στην Πόλη.

Και όμως, Αισχίνη, εάν η ρητορική σου προερχόταν από μια δίκαιη ψυχή που να έδινε προτεραιότητα στα συμφέροντα της πατρίδας, θα μπορούσε να έχει καρπούς καλούς, γενναιόδωρους και ωφέλιμους σε όλους: συμμαχίες ανάμεσα στις πόλεις, εξεύρεση νέων πόρων, αύξηση του εμπορίου, ψήφιση επωφελών νόμων, καθώς και ισχυρά εμπόδια κατά των γνωστών εχθρών της πατρίδας.

Τον τελευταίο καιρό υπήρξαν πολλές ευκαιρίες που απέδειξαν την ορθότητα αυτών που λέω. Και ειδικότερα, ο χρόνος που μόλις τελείωσε περιείχε πολλές περιστάσεις κατά τις οποίες ο καλός και αγαθός πολίτης θα μπορούσε να δείξει τον ζήλο του. Όμως εσύ Αισχίνη, δεν φάνηκες πουθενά! Και ανάμεσα στους καλούς κ’ αγαθούς δεν έγινες μήτε ο πρώτος, μήτε ο δεύτερος, μήτε ο τρίτος, μήτε ο νιοστός!

Μη το αρνιέσαι, ήσουν απλώς άφαντος! Ποια συμμαχία υπέρ της πόλεως έγινε υστέρα από ενέργειές σου; Ποια βοήθεια λάβαμε; ποιους νέους φίλους αποκτήσαμε; σε τι νέο δοξαστήκαμε; ποια  πρεσβεία αποστείλαμε, ποια νέα υπηρεσία βοήθησε να γίνει η πόλη μας άξια τιμής; Ποια προβλήματα των Αθηναίων, ή των Ελλήνων, ή των συμμάχων  επιλύθηκαν επειδή εσύ ήσουν παρών; Και σε τι άλλο υπήρξες χρήσιμος; Σε ποια πολεμικά πλοία ; σε ποια όπλα; σε ποιους ναύσταθμους; σε ποια επισκευή τειχών; σε ποιο ιππικό; Σε τίποτα! Σε ποια χρηματική βοήθεια υπέρ των πολιτών -εύπορων ή άπορων- συνέβαλες; Σε καμία!

Αλλά ίσως θα μου πεις: ¨Εντάξει φίλε. Εάν δεν διαθέτω τίποτα από τα παραπάνω, τουλάχιστον επέδειξα εύνοια και προθυμία¨

Πού; Πότε εσύ, αδικότατε, έδειξες προθυμία; Εσύ που ούτε όταν οι  άλλοι έδιναν χρήματα για τη σωτηρία της πατρίδας (όπως πρόσφατα ο Αριστόνικος[1] που είχε μαζέψει εισφορές φίλων για να μπορέσει να ξαναπάρει τα πολιτικά του δικαιώματα, αλλά προσέφερε τα χρήματα αυτά υπέρ της πατρίδας), ούτε τότε δεν παρουσιάστηκες, ούτε έδωσες τίποτα, και όχι γιατί δεν είχες! (πώς δεν είχες; είχες κληρονομήσει από τον γυναικάδελφό σου τον Φίλωνα πάνω από πέντε τάλαντα, και άλλα τρία σου είχαν δώσει από κοινού οι πλούσιοι αρχηγοί των συμμοριών[2] προκειμένου να καταργήσεις τον ¨τριηραρχικό νόμο¨ που εγώ είχα προτείνει).

Αλλά δεν θέλω να απομακρυνθώ από το θέμα μου γι αυτό δε λέω περισσότερα για όλα αυτά. Όμως από αυτά γίνεται φανερό ότι δεν έδωσες ποτέ χρήματα για τη σωτηρία της πατρίδας, όχι γιατί είσαι φτωχός, αλλά γιατί δεν θέλησες να κάνεις τίποτα ενάντια σε εκείνους για χάρη των οποίων ενεργείς όλον αυτό τον καιρό.

Σε τι λοιπόν αναδεικνύεσαι λαμπρός και τολμηρός παλικαράς; Όταν πρέπει να μιλήσεις εναντίον αυτών εδώ των πολιτών, τότε έχεις λαμπρή φωνή, ισχυρή μνήμη και τόσο καλή υποκριτική, που τύφλα να ‘χει ο Θεοκρίνης[3].

Έπειτα συνηθίζεις να αναφέρεις τους ένδοξους άνδρες του παρελθόντος∙ και καλά κάνεις. Δεν είναι όμως σωστό, ω συμπολίτες Αθηναίοι, δεδομένου ότι εσείς τρέφετε για αυτούς μεγάλη υπόληψη, να τους παραβάλει με εμένα που ζω και δρω ανάμεσά σας. Διότι, όπως καλά ξέρετε, για τους ζωντανούς μπορεί να υπάρχει λίγος ή πολύς φθόνος, ενώ τους νεκρούς δεν τους μισούν πια ούτε οι εχθροί τους. Εάν όμως αυτή είναι η ανθρώπινη φύση, είναι άραγε δίκαιο εγώ να συγκρίνομαι με τους ένδοξους άνδρες που έζησαν πριν από μένα;  Όχι, γιατί σε μια τέτοια σύγκριση δεν υπάρχει ούτε ισότητα ούτε δικαιοσύνη.

Εάν θέλεις συγκρίσεις Αισχίνη, συνέκρινέ με με εσένα ή με όποιον θέλεις από τους ομοίους σου, αυτούς που είναι ακόμη ζωντανοί. Και πες μου: τι είναι καλλίτερο για την πόλη: να περιφρονεί κανείς τις θυσίες που γίνονται σήμερα υπέρ της πατρίδας, επειδή στο παρελθόν έγιναν άλλες, ανώτερες παντός επαίνου, ή αντίθετα, όλοι όσοι υπηρετούν την πατρίδα με ζήλο -ακόμη και εάν είναι ζωντανοί- να εκτιμώνται και να τιμώνται από τους Αθηναίους;

Και -εάν μου το επιτρέπετε- θέλω να πω και κάτι άλλο. Εάν εξετάσετε τα πράγματα ψύχραιμα, η δική μου πολιτική διαγωγή και η δική μου φιλοπατρία μοιάζουν με τις αρετές των ανδρών εκείνων, έχουν τους ίδιους στόχους και επιθυμούν τα ίδια πράγματα. Η δική σου όμως διαγωγή Αισχίνη, μοιάζει περισσότερο με εκείνη αυτών που τότε συκοφαντούσαν τους μεγάλους άνδρες. Είναι φανερό ότι και σε εκείνους τους χρόνους υπήρχαν οι πονηροί που τους μεν συγχρόνους τους έβριζαν, τους δε προγενέστερους τους επαινούσαν, πράγμα φθονερό και αυτούσιο με αυτά που κάνεις εσύ τώρα!

Έπειτα λες ότι εγώ διαφέρω εντελώς από εκείνους τους ένδοξους άνδρες. Ποιος τους μοιάζει Αισχίνη; Μήπως εσύ; ή ο αδελφός σου; Ή κάποιος  άλλος από τους σημερινούς ρήτορες;

Εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι κάποιος είναι όμοιος με εκείνους. Αλλά, καλέ μου άνθρωπε -για να μη σε πω αλλιώς- τον ζωντανό εξέταζέ τον με τους ζωντανούς και με αυτούς που ασκούν το ίδιο επάγγελμα, έτσι όπως εξετάζουμε τους ποιητές, τους χορευτές και τους αθλητές. Ο Φιλάμμων δεν έφυγε αστεφάνωτος από την Ολυμπία επειδή ήταν πιο αδύναμος από τον Γλαύκο τον Καρυστιανό ή από κάποιους άλλους από τους παλιότερους αθλητές, αλλά και στεφανώθηκε, και νικητής αναγορεύτηκε, γιατί αποδείχθηκε ανώτερος από τους σύγχρονούς του που μπήκαν στο στάδιο για να τον αντιμετωπίσουν[4] .

Και εσύ Αισχίνη, με τον ίδιο τρόπο, σύγκρινέ με με τους σημερινούς ρήτορες, ή με τον εαυτό σου, ή με όποιον θέλεις τέλος πάντων. Για κανέναν δεν κάνω πίσω! Όταν έπρεπε η Πόλη να πάρει μέτρα και όταν έπρεπε όλοι να συναγωνισθούν για να αποδείξουν πόσο την αγαπούσαν, τότε, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ήταν φανερό ότι εγώ συμβούλευα τα καλύτερα, και όλοι οι τομείς της δημοκρατίας κυβερνιόνταν με τα δικά μου τα ψηφίσματα και με τους νόμους και τις επιλογές των πρεσβειών που πρότεινα εγώ. Από τους δικούς σου κανένας δεν παρουσιαζόταν, παρά μόνον αν χρειαζόταν να βλάψει σε κάτι τους Αθηναίους.

Αλλά από τότε που (στη Χαιρώνεια) συνέβησαν αυτά που δεν έπρεπε να συμβούν, και πλέον έπρεπε να εξετάσουμε όχι ποιος ήταν ο  καλύτερος σύμβουλος της πατρίδας, αλλά ποιος υπηρέτησε υπό τις διαταγές των εχθρών, ποιοι ήσαν έτοιμοι να γίνουν μισθωτοί κατά της Αθήνας και ποιοι ήταν κόλακες των εχθρών, τότε φάνηκε σε ποιους ανήκει καθένας από τους ομοίους σου, καθώς και εσύ ο ίδιος πλούσιε (ποιος ξέρει πώς) ιπποτρόφε!

Εγώ όμως το ομολογώ, είμαι αδύναμος αυτή την περίοδο. Αλλά σίγουρα είμαι ειλικρινής φίλος των Αθηναίων περισσότερο από σένα.

.%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Όποιος είναι από τη φύση του αγαθός πολίτης, ω άνδρες Αθηναίοι πρέπει να έχει δύο βασικά προτερήματα (ας μιλήσω με αυτόν τον τρόπο για τον εαυτό μου, ώστε να μη προκαλέσω τον φθόνο κανενός). Όταν έχει εξουσία  να μην ξεχνά την μεγαλοφροσύνη και τα πρωτεία της Πόλης, σε κάθε δε εποχή, κάθε πράξη του να διέπεται από την αγάπη για την πατρίδα. Αλλά εάν η αγάπη προς την πατρίδα εξαρτάται από την προαίρεση του καθενός, η δύναμη και η ισχύς έχουν να κάνουν με άλλα πράγματα, ανεξάρτητα από τη βούλησή μας.

Αυτήν λοιπόν την αγάπη προς την πατρίδα, κύριοι δικαστές, θα την βρείτε σταθερά και ειλικρινά αγκυρωμένη μέσα μου. Όχι, ποτέ δε πρόδωσα την αγάπη μου για σας, ούτε όταν ζητήθηκε (από τον Αλέξανδρο) να τιμωρηθώ για την πολιτική μου, ούτε όταν ζητήθηκε (από τον Φίλιππο) να δικαστώ στο  Αμφικτυονικό συνέδριο, ούτε όταν σαν κακοποιά θηρία οι μακεδόφρονες μου επιτίθονταν και με πρόσβαλαν. Γιατί, από την αρχή της πολιτικής μου ζωής πήρα τον ορθό και δίκαιο δρόμο της πολιτείας και προτίμησα να αποδίδω τιμές στην πατρίδα, να αυξάνω τις δυνάμεις της και να συνυπάρχω μαζί της.

Όχι, δεν περιφέρομαι  στην Αγορά φαιδρός και χαρούμενος για τις νίκες των εχθρών της πατρίδας, σηκώνοντας το χέρι ψηλά και αναγγέλλοντάς τες με χαρά σε εκείνους που θα πρέπει να διαβιβάσουν τη συμπεριφορά μου όπου δει! Ούτε αισθάνομαι φρίκη όταν ακούω καλά πράγματα για την πόλη, ούτε αναστενάζω, ούτε σκύβω κατάχαμα από λύπη, όπως κάνουν οι ασεβείς που δυσφημούν την πατρίδα, σαν να μην δυσφημούν έτσι τον εαυτό τους!»

Ο Δημοσθένης σηκώνει τα χέρια ψηλά, κοιτάζει τον αττικό ουρανό στον οποίο άρχισαν να διακρίνονται ήδη τα πρώτα αστέρια και απευθύνεται πάλι, όπως όταν ξεκίνησε την ομιλία του, στους Θεούς.  

«Είθε, κανένας από εσάς ω Θεοί να μην συγκατατεθεί να υλοποιηθούν τα δυσάρεστα στα οποία αναφέρθηκα.  Αντίθετα, ας φωτίσετε τον νου και την καρδιά κι αυτών ακόμη των εχθρών της πατρίδας, ώστε να στραφούν υπέρ της Πόλης μας και να φρονούν τα καλύτερα για αυτήν.

Εάν όμως η κακία τους παραμείνει σταθερά αθεράπευτη, τότε φροντίστε έτσι ώστε αυτοί, από μόνοι τους -και πριν ούτως ή άλλως φτάσουν στο τέλος της ζωής τους- να καταστραφούν στην ξηρά και στη θάλασσα, εμείς δε να απαλλαγούμε από τους επικείμενους φόβους και να έχουμε ασφαλή σωτηρία».

(συνεχίζεται)

images-6

…………………..

[1]Ο Αριστόνικος είχε καταδικαστεί σε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για χρέη προς το Δημόσιο και είχε μαζέψει με δάνεια και εισφορές φίλων το απαιτούμενο ποσό ώστε να εξοφλήσει το χρέος και να ανακτήσει τα δικαιώματα.

[2] Συμμορίες: Συνασπισμοί φορολογούμενων προκειμένου να εκπονήσουν από κοινού κάποιο έργο κοινής ωφέλειας. Οι συμμορίες, για παράδειγμα, που αναλάμβαναν την κατασκευή μιας τριήρους ήταν δεκαεξαμελείς και επομένως το κάθε μέλος συνέβαλε κατά το ένα δέκατο έκτο, ανεξάρτητα από τις οικονομικές του δυνατότητες. Έτσι οι συμμορίες κατέληγαν μέσο φοροδιαφυγής των πλουσιότερων, ενώ μπορούσαν να προκαλέσουν την καταστροφή των φτωχότερων πολιτών που ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν όσο και οι ευκατάστατοι. Τον νόμο που επέβαλε τα παραπάνω τον κατάργησε ο Δημοσθένης το 340 πΧ και τον αντικατέστησε με άλλον που πρόβλεπε η δαπάνη να είναι ανάλογη με την οικονομική κατάσταση των συμμετεχόντων πολιτών.

[3] Θεοκρίνης: Παλιότερα ηθοποιός τραγωδιών, ο οποίος κατέληξε παροιμιώδης κατήγορος και συκοφάντης.

[4] Ο Φιλάμμων ήταν πυγμάχος σύγχρονος του Δημοσθένη, ενώ ο Γλαύκων από την Κάρυστο της Εύβοιας ήταν επίσης πυγμάχος που άκμασε παλιότερα, περί την εβδομηκοστή πέμπτη Ολυμπιάδα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄. Κεφάλαιο έβδομο. Σήμερα δικάζουμε! (Ι)

Posted by vnottas στο 14 Δεκέμβριος, 2017

 Κύλικες και Δόρατα. 

Κεφάλαιο  έβδομο: Σήμερα δικάζουμε! (Ι)

Τα κατάφεραν. Όλα καλά. Ο Οινοκράτης ο Φιλήμονας και ο Χοντρόης, βρίσκονται μέσα στο Περιστύλιο, κοντά στην ανατολική του στοά, σε σημείο όπου προβλέπουν ότι θα υπάρχει σίγουρη σκιά μέχρι και το μεσημέρι.

image009

Στο μεγάλο εσωτερικό αίθριο του οικοδομήματος έχουν τοποθετηθεί ξύλινα καθίσματα για τους δικαστές∙ πάνω από είκοσι σειρές των τριάντα θέσεων, τα οποία έχουν πλέον σχεδόν γεμίσει. Πολλοί έχουν κουβαλήσει φορητά σκιάδια, που είναι ακόμη κλειστά, ενώ σε ένα τμήμα των πρώτων σειρών, το οποίο προορίζεται για τους επίσημους που θα παρακολουθήσουν τη δίκη, τα καθίσματα διαθέτουν σταθερά σκίαστρα καθώς και ψάθινα επιστρώματα πάνω στα έδρανα. Εκεί έχει ήδη φτάσει ο Εύελπις μαζί με τον πατέρα του, τον Ευρύνου.

Ο χώρος για τους καθήμενους δικαστές περιβάλλεται με ένα χοντρό σκοινί στηριγμένο πάνω σε φορητούς μεταλλικούς ορθοστάτες. Έτσι, ανάμεσα στο σκοινί και τις στοές που οριοθετούν τον τετράγωνο χώρο, δημιουργείται ο ¨περίβολος¨, όπου επιτρέπεται να σταθεί το (εκτός των επισήμων) κοινό της δίκης.

Ο Οινοκράτης κοιτάζει με προσοχή ανάμεσα στους πολυπληθείς ένορκους και καταφέρνει να εντοπίσει τον Παλαμήδη. Ωραία. Ο βετεράνος πολεμιστής πρέπει να είναι ικανοποιημένος: τελικά τα κατάφερε να εκλεγεί δικαστής στην σημαντική αυτή δική.

Τώρα, στην υπερυψωμένη έδρα παίρνουν τις θέσεις τους, τα μέλη του προεδρείου. Όχι όλοι. Εκτός από τον υπεύθυνο Άρχοντα, από τους δέκα που έχουν εκλεγεί δια κλήρου (ένας από κάθε φυλή), στην έδρα ανεβαίνουν πέντε. Ένας από αυτούς θα επιτηρεί την κλεψύδρα που βρίσκεται εκεί μπροστά για να μετράει τον χρόνο των ομιλητών, ένας θα εκτελεί χρέη γραμματέα, ενώ τρεις θα αναλάβουν την μέτρηση των ψήφων στις ψηφοφορίες που θα διεξαχθούν Οι υπόλοιποι, που δεν ανεβαίνουν στην έδρα, θα φροντίσουν, μαζί με τους αρμόδιους λογιστές, για τη μισθοδοσία των δικαστών.

Δίπλα στο τραπέζι του προεδρείου υπάρχει ένα μικρότερο, πάνω στο οποίο βρίσκονται τυλιγμένοι πάπυροι και περγαμηνές. Πρόκειται για έγκυρα αντίγραφα από νόμους, ψηφίσματα και κείμενα συμβάσεων, τα οποία οι ρήτορες έχουν ζητήσει να μεταφερθούν εδώ από τα διάφορα αρχεία της Πόλης, έτσι ώστε, εάν χρειαστεί, να ζητήσουν να διαβαστούν δημόσια, προκειμένου να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Ο γραμματέας είναι επιφορτισμένος να τα αναγνώσει όταν πάρει τη σχετική εντολή από τον πρόεδρο.

 Ο θόρυβος του πλήθους κοπάζει, καθώς με εντολή του προεδρεύοντος αρμόδιου Άρχοντα, ένας κήρυκας ανακοινώνει την έναρξη της δίκης:

«Γραφή παρανόμων: Αισχίνης του Ατρομήτου, Κοθωκίδης, κατά Κτησιφώντος του Λεωσθένους εξ Αναφλύστου. Τμήμα της Ηλιαίας αποτελούμενο από πεντακοσίους συν έναν δικαστές. Ας επαληθευθεί ο αριθμός των παρόντων και ας συμπληρωθούν τυχόν ελλείψεις δια των αναπληρωτών». 

Οι δικαστές του προεδρείου εκτελούν την απαρίθμηση και την αναπλήρωση μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Ο Προεδρεύων δίνει εντολή στον κήρυκα να διαβάσει την ¨Γραφή¨ που υπέβαλε ο Κοθωκίδης ρήτορας.

*

images (11)

Στο βήμα βρίσκεται τώρα ο Αισχίνης.

«Θα είδατε πιστεύω συμπολίτες Αθηναίοι με τι ραδιουργίες και με τι παρακαλετά στην αγορά, προσπαθούν οι αντίδικοι να τα καταφέρουν, έτσι ώστε να μην τηρείται ούτε το δίκαιο ούτε η νομιμότητα σ’ αυτήν την πόλη. Εγώ όμως παρουσιάζομαι μπροστά  σας, πιστός στους Θεούς, πιστός στους νόμους και πιστός σε εσάς. Γιατί πιστεύω ότι καμία ραδιουργία δεν είναι ισχυρότερη για σας από το δίκαιο και από τους νόμους.

Όμως, συμπολίτες Αθηναίοι, δε σας κρύβω ότι θα επιθυμούσα,  τόσο η βουλή, όσο και οι συνελεύσεις του λαού, όταν συνεδριάζουν, να διευθύνονται με σωστό τρόπο από τους προεδρεύοντες. Θέλω να πω ότι θα πρέπει να ισχύουν τα όσα νομοθέτησε ο Σόλων σχετικά με τη διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα θα πρέπει να δίνεται ο λόγος στους γηραιότερους, οι οποίοι με την ψυχραιμία που τους εξασφαλίζει η ηλικία, χωρίς θορύβους και φωνασκίες, θα συμβουλεύουν την πόλη εκείνα που η πολύχρονη πείρα τους θεωρεί τα καλύτερα. Ύστερα θα μπορεί όποιος από τους πολίτες το επιθυμεί, με τη σειρά που επιβάλει η ηλικία, να εκφράζει τη γνώμη του για όλα τα επίμαχα θέματα. Νομίζω πως με αυτόν τον τρόπο η πόλη θα διοικείται άριστα και οι κρίσεις θα μας πλήττουν σπανιότερα».

«Πολύ νοσταλγικό τον βρίσκω», ψιθυρίζει ο Φιλήμονας στο αυτί του Οινοκράτη.

«Περίμενε να δούμε που το πάει…», του απαντάει εκείνος.

«Όμως από τότε που όλα αυτά καταργήθηκαν» συνεχίζει ο ρήτορας, «και από τότε που μερικοί προτείνουν με ευκολία και μάλιστα εγγράφως, παράνομα ψηφίσματα, φτάσαμε στο σημείο κάποιοι άλλοι, οι οποίοι έλαχε να προεδρεύουν όχι με δίκαιο τρόπο αλλά χάρη στην συνεργία των φατριών, να υποβάλουν τα παράνομα αυτά ψηφίσματα σε ψηφοφορία. 

Και μάλιστα, σε περίπτωση που τυχαίνει να κληρωθεί κάποιος, ο οποίος να προεδρεύει νόμιμα και χωρίς ραδιουργίες και που να ανακηρύσσει σωστά τις αποφάσεις σας, τότε εκείνοι που θεωρούν ότι η δημοκρατική ισότητα αφορά μόνον τους ίδιους και όχι όλους, αρχίζουν να τον φοβερίζουν και να απειλούν ότι θα κινηθούν δικαστικά. Έτσι, μέσω του εκφοβισμού, καταφέρνουν να υποδουλώνουν τους απλούς πολίτες στη θέλησή τους και, αποκτώντας παράνομη εξουσία, καταργούν τις νόμιμες αποφάσεις και κρίνουν με εμπάθεια τα δικά σας ψηφίσματα!

Λέω λοιπόν ότι από τότε που καταργήθηκαν οι παλιές καλές διαδικασίες, δεν ακούμε πια στην αρχή των συνεδριάσεων τον κήρυκα να εκφωνεί εκείνο το ωραιότατο και φρονιμότατο: ¨Ποιος από τους πάνω από πενήντα ετών θέλει να ανεβεί στο βήμα και να αγορεύσει; Και μετά οι νεότεροι, πάντα κατά τη σειρά της ηλικίας τους;¨ Σήμερα δυστυχώς κανείς δε μπορεί να συγκρατήσει την αταξία των ρητόρων: ούτε οι νόμοι, ούτε οι πρυτάνεις, ούτε οι πρόεδροι, ούτε ολόκληρη η προεδρεύουσα φυλή, κι ας αποτελεί το ένα δέκατο της πόλης».

«Μου φαίνεται πως έχεις δίκιο», παραδέχεται ο Οινοκράτης απευθυνόμενος στον Φιλήμονα. «Ποντάρει στους παλιούς Αθηναίους, εκείνους που έχουν ακόμη αναμνήσεις από την αλλοτινή αθηναϊκή κοινωνία, τότε που κανείς δε τολμούσε να πειράξει ή να αναπροσαρμόσει τη νομοθεσία του Σόλωνα».

«Αλλά του διαφεύγει ότι οι νεαροί σκύλοι έχουν αρχίσει να γαυγίζουν» παρατηρεί ο Φιλήμονας. «Αν και δεν νομίζω ότι, προς το παρόν, δαγκώνουν», σπεύδει να συμπληρώσει.

«Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα», συνεχίζει ο ρήτορας, «και αφού η πολιτική αταξία είναι αυτή που μπορείτε να δείτε από μόνοι σας, τι απομένει από τη δημοκρατική εξουσία; Ένα μόνο: το να μπορεί κανείς να καταγγείλει όσα παράνομα συμβαίνουν. Εάν το καταργήσετε κι αυτό, ή αν συγχωρήσετε αυτούς που θέλουν να το καταργήσουν, προβλέπω ότι σε λίγο, χωρίς να το αισθανθείτε, θα έχετε παραχωρήσει την εξουσία της δημοκρατίας σε λίγους φύλαρχους.

Όμως, ξέρετε καλά πολίτες Αθηναίοι ότι -όλα κι όλα- τα είδη των κυβερνήσεων σε μια πολιτεία ζωντανών ανθρώπων, είναι τρία: η απόλυτη μοναρχία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία. Από αυτά, η απόλυτη μοναρχία και η ολιγαρχία διοικούνται σύμφωνα με τη διάθεση των προϊστάμενων αρχόντων, οι δε δημοκρατικές πόλεις σύμφωνα με τους νόμους.

Κανένας λοιπόν από εσάς δεν πρέπει να αγνοεί, αντίθετα καθένας ας γνωρίζει σαφώς, ότι όταν πηγαίνει στο δικαστήριο για να δικάσει κάποιον που συνέταξε παράνομο ψήφισμα, την ημέρα εκείνη, στην ουσία, ψηφίζει σχετικά με την ίδια του την ελευθερία.

Γι αυτό και ο νομοθέτης, πριν από όλα τα άλλα, στον όρκο των δικαστών έγραψε αυτά τα λόγια: ¨Θα ψηφίζω σύμφωνα με τους νόμους¨. Γιατί ο νομοθέτης ήξερε καλά ότι εάν διατηρηθούν οι νόμοι υπέρ της πόλεως, σώζεται και η δημοκρατία. Εσείς όλα αυτά πρέπει να τα θυμάστε καλά και να μισείτε όσους γράφουν παράνομα ψηφίσματα. Και να μη θεωρείτε πως οποιοδήποτε από αυτά τα ψηφίσματα είναι δευτερεύον, αντίθετα καθένα ενδέχεται  να έχει τεράστιες επιπτώσεις.

Και να μην αφήνετε κανένα να σας στερεί το δικαίωμα της ελεύθερης ψήφου. Ούτε καν τους στρατηγούς με την συνέργεια των οποίων, ήδη εδώ και καιρό, ορισμένοι ρήτορες διαφθείρουν τους νόμους της δημοκρατίας. Και να μην ακούτε τις παρακλήσεις και τα κολακευτικά λόγια των ξένων επισήμων που προέρχονται από τις συμμαχικές πόλεις, τους οποίους κάποιοι χρησιμοποιούν σαν μεσάζοντες και έτσι καταφέρνουν, ενώ κυβερνάνε την πολιτεία με παράνομο τρόπο να αποφεύγουν την καταδίκη των δικαστηρίων»

«Τι εννοεί;», ρωτάει σιγανά ο συγγραφέας.

«Εννοεί ότι μερικοί άρχοντες έχουν καταλάβει ότι περισσότερο κι από το να είναι τίμιοι, σήμερα δυστυχώς, μετράει το να νομίζουν οι άλλοι πως είναι τίμιοι. Και να μην το είχαν καταλάβει υπάρχουν πια πολλοί σοφιστές που τους το υποδεικνύουν. Για να το πετύχουν, βάζουν κάποιους φίλους τους από άλλες πόλεις, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται εδώ, να λένε δημοσίως θετικά λόγια γι αυτούς. Όταν λοιπόν πρέπει να λογοδοτήσουν, γιατί το απαιτεί ο νόμος, φροντίζουν να έχουν μαζέψει τέτοιες καλές μαρτυρίες, καθώς και άλλους δημόσιους επαίνους, όπως αυτός που ζητάει ο Κτησιφώντας για τον Δημοσθένη, έτσι ώστε το κλίμα να είναι θετικό και να την σκαπουλάρουν ανώδυνα. Να δεις ότι εάν συνεχίσουμε έτσι, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον η πραγματικότητα θα καταργηθεί και θα μετρούν μονάχα οι εντυπώσεις. Και αυτό θα το διδάσκουν ακόμη και στις φιλοσοφικές σχολές! Αλλά πρόσεξε τον Αισχίνη. Υποθέτω ότι όλα αυτά θα τα εξηγήσει αναλυτικά και ο ίδιος».

«Συμπολίτες, αν θέλετε να κάνετε σχόλια, πηγαίνετε τουλάχιστον στην άκρη, κάτω από τη στοά, γιατί εδώ ενοχλείτε», παρατηρεί κάποιος εκεί δίπλα.

Πράγματι ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης οπισθοχωρούν κάπως προς την πλησιέστερη περιμετρική στοά, όπου έχουν κάνει την εμφάνισή τους και ορισμένοι πωλητές δροσιστικών ροφημάτων με τις υδρίες τους, ενώ ο Φιλήμονας παραμένει στη θέση του και εξακολουθεί να κρατάει επιμελώς σημειώσεις.

https-userscontent2.emaze.comimages99007113-5898-4a7c-ae05-db0ec57eeece930807d8201cff88dfe57b73d9d5323f

Ο Αισχίνης συνεχίζει την αγόρευσή του…

«Νομίζω πως αρκετά είπα για την κατηγορία γενικά. Τώρα θα ήθελα να πω μερικά λόγια για τους νόμους που παραβιάστηκαν από τον Κτησιφώντα. Τους νόμους που αφορούν εκείνους που έχοντας αναλάβει κάποιο δημόσιο έργο ή αρχή, πρέπει να λογοδοτήσουν σχετικά μετά τη λήξη της θητείας τους.

Παλιότερα λοιπόν, κάποιοι άρχοντες που αναλάμβαναν μεγάλα αξιώματα και διαχειρίζονταν τα χρήματα του δημοσίου, αλλά ήσαν παράλληλα και επιρρεπείς σε δωροδοκίες,  τι έκαναν; Πολύ πριν τελειώσει η θητεία τους έπαιρναν με το μέρος τους μερικούς ρήτορες της βουλής, οι οποίοι φρόντιζαν να τους απονεμηθούν τιμητικά ψηφίσματα και έπαινοι. Έτσι λοιπόν δημιουργούσαν ένα ευνοϊκό για τους ίδιους κλίμα που απέτρεπε όσους θα ήθελαν να τους κατηγορήσουν, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε αμηχανία στους δικαστές.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, πολλοί υπόλογοι διαχειριστές των δημόσιων αρχών και του δημόσιου χρήματος, ακόμη και αν τους έπιαναν επ’ αυτοφώρω να κλέβουν, κατάφερναν να γλυτώσουν από τα δικαστήρια.

Γιατί; Διότι οι δικαστές θεωρούσαν ντροπή για τον Δήμο και την Πόλη να καταδικάσουν άρα να ανακηρύξουν επισήμως κλέφτη κάποιον που μόλις πριν λίγο, ο ίδιος ο Δήμος και η ίδια Πόλη, είχαν τιμήσει με επαίνους ή και με χρυσό στεφάνι. Αναγκάζονταν λοιπόν οι δικαστές να ψηφίζουν αθωωτικά για να μη ντροπιάσουν τον Δήμο.

Όμως κάποτε ο νομοθέτης αντιλήφθηκε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και θέσπισε νόμο που απαγορεύει αυστηρά να τιμώνται πριν την λήξη της θητείας τους όσοι είναι υπόχρεοι λογοδοσίας.

Παρά ταύτα έχουν ήδη επινοηθεί δικαιολογίες για να παρακαμφθεί και αυτή η ρύθμιση.  Κάποιοι, και ανάμεσά τους μπορεί να βρίσκονται και μετριοπαθείς πολίτες φαινομενικά υπεράνω υποψίας, προτείνουν να εγκρίνονται οι δημόσιοι έπαινοι, αλλά να απονέμονται επισήμως μετά τον απολογισμό των πεπραγμένων.

Αλλά τι δείχνει μια τέτοια πρόταση; Μάλλον ότι αυτός που προτείνει ένα τέτοιο ψήφισμα, ξέρει και ο ίδιος ότι βρίσκεται εκτός των πλαισίων του ισχύοντος νόμου και ότι μάλλον δεν αισθάνεται και τόσο άνετα με την πρότασή του .

Όμως ο Κτησιφώντας, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν επικαλείται καν τη δικαιολογία που μόλις ανέφερα. Θέλει, σώνει και καλά να στεφανωθεί ο Δημοσθένης πριν δώσει λόγο για την διαχείρισή του όσο ακόμη ήταν άρχοντας!»

Ο Φιλήμονας αντικαθιστά τη γραμμένη -φίσκα- πινακίδα με μια άλλη, λευκή, που βγάζει από τον σάκο του.

images (77)

 «…¨Ναι, εντάξει¨, θα πει κάποιος», λέει τώρα ο ρήτορας, «¨αλλά ο Δημοσθένης έχει δημοκρατικά φρονήματα!¨.

Εάν βέβαια εστιάσετε στα ωραία του λόγια θα εξαπατηθείτε, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα επαναληφθεί εάν δώσετε προτεραιότητα στην Αλήθεια και εάν προσέξετε τον χαρακτήρα του.

Σας προτείνω λοιπόν το εξής: Εγώ, με τη βοήθειά σας θα εξετάσω ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ο δημοκρατικός και συνετός άνδρας και ποια είναι, αντίθετα, τα κύρια γνωρίσματα του ολιγαρχικού κακού ανθρώπου. Εσείς, στη συνέχεια αποφανθείτε με ποια μοιάζουν, όχι τα λόγια, αλλά οι πράξεις και ο πραγματικός βίος του Δημοσθένη».

«Για να δούμε, τι θα πει…!» λέει στον Χοντρόη ο Οινοκράτης, ο οποίος ενόψει της χειραφέτησής του ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς αξιολογούνται οι συμπεριφορές στον θαυμαστό κόσμο των ελεύθερων.

«Ο δημοκρατικός άνδρας, κύριοι δικαστές, όπως νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσετε, θα πρέπει να έχει τα παρακάτω προσόντα: 

Πρώτα πρέπει να είναι ελεύθερος από πατέρα και από μάνα, έτσι ώστε να μην αντιπαθεί τους νόμους που στηρίζουν την δημοκρατία μόνον και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθεί από μη ελεύθερους γονείς.

Δεύτερο, πρέπει οι πρόγονοί του να έχουν ασχοληθεί με τον δήμο ή, τουλάχιστον, να μην έχουν λόγο να τον εχθρεύονται. Κι αυτό για να είναι σίγουρο ότι δε θα επιχειρήσει να κάνει κακό στην Πόλη θέλοντας να εκδικηθεί για όσα τυχόν έπαθαν οι πρόγονοί του.

Τρίτο, πρέπει να είναι μυαλωμένος και μετρημένος άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή και να μη δωροδοκείται προκειμένου να ικανοποιήσει τις τυχόν ακόλαστες επιθυμίες του.

Τέταρτο, να είναι καλόγνωμος και ικανός ρήτορας, δηλαδή η σκέψη του να επιλέγει το καλύτερο για την πόλη και η ευφράδειά του να πείθει τους ακροατές. Εάν δεν τα έχει και τα δύο τότε η στοχαστικότητα είναι προτιμότερη από τη ρητορική ικανότητα.

Πέμπτο, να είναι γενναιόψυχος για να μην εγκαταλείπει τον λαό στις κρίσιμες περιπτώσεις και τους κινδύνους.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ολιγαρχικού;

Τα ακριβώς αντίθετα. Δε βλέπω το λόγο να τα ξαναπώ.

Σκεφτείτε λοιπόν ποια απ’ αυτά διαθέτει ο Δημοσθένης. Και η εξέτασή σας ας είναι πάντοτε δίκαιη».

«Και όμως αγαπητέ μου Χοντρόη», σχολιάζει ο Οινοκράτης, «όλοι ξέρουν ότι ο πατέρας του Αισχίνη ήταν ένας εγγράμματος δούλος. Άρα δε μας τα λέει και πολύ καλά. Κρίμα, γιατί μου είναι συμπαθής κυρίως επειδή έχει βιώματα σαν τα δικά μας. Και επίσης επειδή αυτός και ο πατέρας του κατάφεραν να ξανακερδίσουν τη ζωή τους. Ας μη ξεχνάμε πως εδώ στην Αθήνα αυτό είναι εφικτό ορισμένες φορές. Αλλά ας μη ξεχνάμε κιόλας, και ας μην απαρνιόμαστε αυτό που υπήρξαμε: καταπιεσμένοι δούλοι!»

*

αρχείο λήψηςσ

Ο ήλιος έχει σηκωθεί ψηλά και η ζέστη έχει αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης έχουν επιστρέψει κοντά στον Συρακούσιο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος εξακολουθεί να ακούει και να γράφει, και στις δύο όψεις των λευκοβαμμένων λεπτών σανιδιών του.

«Φιλήμονα, ο Αισχίνης όπου να’ ναι τελειώνει, μετά θα πάρει το λόγο ο Κτησιφώντας, αλλά απ’ ότι λέγεται στον γύρο, όχι για πολύ. Σκοπεύει να δώσει το χρόνο του στον συνήγορό του  τον Δημοσθένη. Ο Πρόεδρος σίγουρα θα κάνει ενδιάμεσα ένα διάλειμμα για να πάρουν μια ανάσα και για να φάνε κάτι οι δικαστές. Οι περισσότεροι έχουν φέρει μαζί τους τροφή, εμείς όμως όχι. Οπότε θα  έλεγα να βγούμε και να τσιμπήσουμε κάτι, πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος στα κυλικεία της περιοχής. Έτσι επιστρέφουμε έγκαιρα για να ακούσουμε τον Δημοσθένη».

«Εγώ, αν δε σε πειράζει, προτιμώ να μείνω εδώ. Η όλη ιστορία μου φαίνεται ενδιαφέρουσα και δεν θέλω να χάσω καμία φάση».

«Εντάξει, μείνε. Θα σου φέρουμε εμείς καμιά πίτα. Κι εσύ θα μας πεις ό, τι το ενδιαφέρον θα συμβεί εν τω μεταξύ».

«Φέρτε και καμιά φιάλη[1]  ζύθο»

«Έγινε».

Καθώς οι δύο απομακρύνονται, ο Αισχίνης στο βήμα συνεχίζει την αγόρευσή του.

«…Πώς όμως θα μπορούσατε να αποφύγετε τέτοιους παραπλανητικούς λόγους; Νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω μια σχετική πρόταση: Όταν θα έλθει εδώ στο βήμα ο Κτησιφώντας για να σας διαβάσει το λόγο που άλλος του έχει γράψει, ζητήστε του, με τρόπο ήρεμο, να πάρει την πινακίδα και να διαβάσει, παράλληλα με το ψήφισμά του, και τους ισχύοντες νόμους. Και αν δεν σας ακούσει να μην τον ακούσετε κι εσείς. Γιατί δεν ήλθατε στο δικαστήριο για να ακούτε τις δικαιολογίες των κατηγορούμενων, αλλά αυτούς που θέλουν να απολογηθούν σύμφωνα με τους νόμους.

Εάν πάλι ο Κτησιφώντας, παραβιάζοντας τις διαδικασίες καλέσει για συνήγορο τον Δημοσθένη, προς θεού μην δεχτείτε ως υπερασπιστή έναν σοφιστή, που θεωρεί πως με τα σοφίσματά του μπορεί να καταργήσει τους νόμους. Και ας μη νομίσει κανένας από εσάς ότι είναι δα καμιά σπουδαία πράξη -όταν ο Κτησιφώντας θελήσει να καλέσει τον Δημοσθένη για συνήγορο- να αρχίσει  να φωνάζει ¨κάλεσέ τον, κάλεσέ τον¨.  Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση ο δικαστής που θα καλέσει τον Δημοσθένη να καταθέσει, στην ουσία τον καλεί να ρητορεύσει εναντίον του ίδιου, εναντίον όλου του δικαστηρίου, εναντίον των νόμων και εναντίον της δημοκρατίας.

Εάν όμως, παρά ταύτα θελήσετε να ακούσετε τον Δημοσθένη, διατάξτε τον τουλάχιστον να απολογηθεί με τον ίδιο τρόπο που έκανα και εγώ στην κατηγορία μου».

***

8374527

Όταν ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης επιστρέφουν στο Τετράγωνο Περιστύλιο φέρνοντας τις πίτες και τον ζύθο που είχαν υποσχεθεί στον Φιλήμονα, το διάλειμμα των εργασιών της Ηλιαίας τελειώνει και οι δικαστές έχουν αρχίσει να ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους.

Ο Φιλήμονας κοιτάζει τις σημειώσεις του και τους ενημερώνει:

«Λοιπόν, περιληπτικά -αναλυτικά ελπίζω πως θα τα πούμε αργότερα- τα πράγματα έχουν ως εξής:

Όπως είδατε κι εσείς, για τα δύο πρώτα σημεία της κατηγορίας, (παράνομη βράβευση πριν τη λογοδοσία και παράνομη απονομή στο θέατρο αντί για το βουλευτήριο) ο Αισχίνης επικαλέστηκε τους ισχύοντες νόμους, τους οποίους και ζήτησε να διαβαστούν από τον γραμματέα. Επίσης αναφέρθηκε σε πολλούς πραγματικά άξιους Αθηναίους που ούτε αξιώθηκαν ούτε ζήτησαν ποτέ τέτοιες τιμές.

Όσο αφορά στο τρίτο σκέλος των κατηγοριών, δηλαδή εκείνες που αφορούν τον ίδιο τον Δημοσθένη, και κατά πόσο το ήθος και η συμπεριφορά του αιτιολογούν το αίτημα για δημόσιο έπαινο, εδώ προσπάθησε να είναι αναλυτικός και διεξοδικός. Βασικά, εκείνο που ισχυρίστηκε είναι πως ο Παιανέας είναι κάθαρμα, τόσο στην ιδιωτική, όσο και στην δημόσια ζωή του.

Σχετικά με την ιδιωτική του ζωή έκανε αναφορά στην κακή του συμπεριφορά απέναντι σε κάποιους Αθηναίους που δεν τους γνωρίζω, αλλά που σημείωσα εδώ τα ονόματά τους: Έναν Δημομέλη, μάλλον ξάδελφό του, τον οποίο ο Παιανέας κατηγόρησε ότι του είχε επιτεθεί και τον είχε τραυματίσει, αλλά τελικά, απ’ ό, τι είπε ο Αισχίνης, επρόκειτο μάλλον για αυτοτραυματισμό. Επίσης ανέφερε έναν στρατηγό ονόματι Κηφισόδοτο… ξέρεις εσύ τίποτα γι αυτόν Οινοκράτη;»

«Νομίζω ότι ήταν ένας κολλητός του, με τον οποίο όχι μόνο είχε φάει και πιει μαζί, αλλά είχε και συμπολεμήσει. Λένε ότι ο Δημοσθένης δεν δίστασε να αναλάβει το ρόλο του κατηγόρου όταν υπήρξε ¨εισαγγελία[2]¨ εναντίον του στρατηγού. Εισαγγελία που κατέληξε σε καταδίκη σε θάνατο! Δεν ξέρω άλλα».

«Ανάφερε και κάποιο Μειδία, ίσως να τον έχεις ακουστά».

«Ξέρω ότι είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Πριν καμιά τριανταριά χρόνια και!  Ο Μειδίας ήταν πλούσιος και ισχυρός και, δε ξέρω για ποιο λόγο, γρονθοκόπησε τον Δημοσθένη στο θέατρο. Ο Δημοσθένης όμως δε κινήθηκε εν τέλει δικαστικά εναντίον του, παρά το ότι είχε την υποστήριξη του Δήμου, αλλά αρκέστηκε να του πάρει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό».

«Στη συνέχεια, σχετικά με  το δημόσιο βίο, είπε τα περισσότερα∙ χώρισε μάλιστα τον πολιτική ζωή του Δημοσθένη σε τέσσερεις περιόδους, για να την αναλύσει καλύτερα: Τον κατηγόρησε ότι στον ¨Ιερό πόλεμο¨ δωροδοκήθηκε από τους Φωκείς, ότι στη μάχη της Χαιρώνειας το έβαλε στα πόδια, ή τουλάχιστον ότι κάποιοι τον κατηγόρησαν τότε ως λιποτάκτη, ότι συνηθίζει να οικειοποιείται τα επιτεύγματα των άλλων πολιτικών, καθώς και ότι ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι είναι άξιος δημοκρατικός άνδρας. Α, ναι και ότι η μάνα του είναι από τη Σκυθία, επομένως δεν μπορεί να τιμηθεί σαν να ήταν πλήρης και απολύτως γηγενής πολίτης. Στο τέλος πρότεινε να ψηφιστεί νόμος που να απαγορεύει να αγορεύουν όσους κατηγορούνται πως εισηγήθηκαν παράνομα ψηφίσματα, γιατί υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης των δικαστών. Νομίζω πως αυτά είναι τα βασικά. Α, και κάτι που μου έκανε εντύπωση γιατί το βρίσκω κατάλληλο για αξιοποίηση στο έργο που θα συγγράψω: ο Αισχίνης χαρακτήρισε τον Δημοσθένη γκαντέμη!».

«Γκαντέμη;»

«Βάσκανο, γρουσούζη, πώς το λέτε εσείς εδώ πέρα; Η θεά Τύχη τον αγνοεί. Έχει, λέει, την έμφυτη τάση να προκαλεί συμφορές γύρω του!»

«Εντάξει, κατάλαβα. Ο Κτησιφώντας μίλησε ήδη;»

«Ναι, για πολύ λίγο. Είπε πως το ψήφισμά του είναι καλοπροαίρετο, άρα ο ίδιος είναι αθώος και πως αφήνει τον χρόνο που δικαιούται στον συνήγορό του, που, φυσικά, είναι ο Δημοσθένης. Μετά ο προεδρεύων άρχοντας κήρυξε την προσωρινή μεσημβρινή παύση των εργασιών».

«Το κοινό πως αντιδρά;»

«Αν εννοείς τους δικαστές, φροντίζουν να δείχνουν αρκετή ψυχραιμία και σοβαρότητα, αλλά κατά βάθος υπάρχει ένταση και είναι αισθητή. Είναι φανερό ότι υπάρχουν προσκείμενοι και αντικείμενοι ήδη πεισμένοι. Όσο για μας τους υπόλοιπους, μέχρι στιγμής κανένας δε θέλησε να δοκιμάσει τη ράβδο των φρουρών, καθώς θα τον απομάκρυναν βίαια σε περίπτωση που θα ανακατευόταν στη διαδικασία».

«Ας δούμε λοιπόν τι θα μας πει κι ο Παιανέας», λέει αναστενάζοντας με επιδεικτική ανεκτικότητα ο Οινοκράτης.

(συνεχίζεται)

d1c03-70

…………….

[1] Ποτήρι

[2] Εισαγγελία: μήνυση που οι πολίτες μπορούσαν να καταθέσουν  στη Βουλή ή την εκκλησία του δήμου όταν επρόκειτο για προφανή αδικήματα για τα οποία όμως δεν υπήρχε σαφής πρόβλεψη ούτε για το όργανο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση, ούτε για το ποιοι νόμοι περιγράφουν την σχετική διαδικασία. Για παράδειγμα, αδικήματα όπως η προδοσία της πατρίδας ή η κατάλυση της δημοκρατίας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ζ΄, Κεφάλαιο έκτο: Περιμένοντας τη δίκη

Posted by vnottas στο 21 Νοέμβριος, 2017

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Ζ.

Κεφάλαιο 6ο Περιμένοντας τους δικαστές

 

Agora-Athens

Κεντρική Αγορά των Αθηναίων. Χαράματα. Η μέρα προοιωνίζεται ανέφελη και ζεστή, αν και ακόμη κυριαρχεί μια ευχάριστη πρωινή δροσιά.  Ο ήλιος δεν έχει ακόμα ξεπροβάλει για τα καλά πάνω από τον Υμηττό∙ είναι η ώρα της ροδοδάκτυλης Ηούς.  

Να που καταφτάνουν οι καταστηματάρχες και  οι προμηθευτές με τα καρότσια και τα κάρα τους. Το πλάτωμα της Αγοράς βρίθει από πάγκους, μαγαζιά, αποθήκες, στοές,   ναούς, αγάλματα και μνημειακά δημόσια κτίρια. Σιγά σιγά, καθώς ο ήλιος παίρνει ν’ ανυψώνεται ροδαλός κι ελπιδοφόρος, ο τόπος ζωντανεύει.  

Στη βορεινή πλευρά υπάρχει ήδη μαζεμένος πολύς κόσμος. Εδώ βρίσκεται το Τετράγωνο Περιστύλιο, ένας μεγάλος νεόδμητος χώρος, αφιερωμένος στην Θέμιδα. Το κτίσμα είναι περίκλειστο, σχηματίζοντας τέσσερεις ανοιχτές περίπλευρες στοές που ¨βλέπουν¨ προς το εσωτερικό, όπου υπάρχει ένας μεγάλος ασκεπής χώρος συνελεύσεων. Η επικοινωνία με την εξωτερική πλατεία γίνεται μέσω δέκα πυλών. Μία για κάθε φυλή.

Σήμερα είναι μια από τις ημέρες που το ημερολόγιο επιτρέπει τη διεξαγωγή δικών[1] και, εκτός από τις συνήθεις ιδιωτικές υποθέσεις, εκδικάζεται και μια ¨γραφή παρανόμων¨, η οποία έχει ήδη προκαλέσει το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι πως πολλοί Αθηναίοι έχουν σπεύσει προκειμένου να δηλώσουν έτοιμοι να αναλάβουν το λειτούργημα των δικαστών. Υπάρχουν και άλλοι, πολίτες και μη, που ήρθαν εδώ νωρίς για να βρουν μια καλή θέση, από την οποία να μπορέσουν να παρακολουθήσουν με άνεση την προβλεπόμενη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο από τους πιο γνωστούς και ικανούς Αθηναίους ρήτορες: τον Δημοσθένη και τον Αισχίνη.

Ανάμεσά τους ο Οινοκράτης, που έχει πάνω από έναν λόγο να ενδιαφέρεται για τις πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα, ο Χοντρόης ο οποίος μαθαίνει πώς λειτουργεί αυτή η αξιοπερίεργη πόλη της εξωτικής Δύσης και ο Φιλήμονας, που έχει σκοπό να κρατήσει σημειώσεις από την διεξαγωγή της δίκης, προκειμένου  να τις χρησιμοποιήσει στη συγγραφή του προσεχούς (διασκεδαστικού) θεατρικού του έργου.

Ένας από τους Αθηναίους που περιμένουν στην ουρά μπροστά σε μια από τις δέκα πύλες, (σύμφωνα με την αναρτημένη πινακίδα, προορίζεται για την Λεοντίδα φυλή) τους αναγνωρίζει και τους κάνει νεύμα από μακριά.  Τον πλησιάζουν.

«Φίλτατε Παλαμήδη, υγίαινε», του λέει ο Οινοκράτης, ενώ και οι δύο άλλοι γέρνουν μπροστά τα κεφάλια σε ένδειξη φιλικού χαιρετισμού.

«Χαίρε Οινοκράτη, χαίρε Χοντρόη…»

«Αυτός εδώ είναι ένας παλιός φίλος μου από τις Συρακούσες. Τον λένε Φιλήμονα και γράφει κωμωδίες για το θέατρο», συστήνει ο Οινοκράτης τον έτερο Συρακούσιο.

Ο Παλαμήδης δηλώνει ότι χαίρεται για τη γνωριμία κι ότι ένα από εκείνα που του έλειψαν πολύ στην εκστρατεία ήταν ακριβώς μια επιμελημένη θεατρική παράσταση.

«Ήρθες για να δικάσεις;» τον ρωτάει ο Οινοκράτης.

Ο Παλαμήδης βγάζει από το θυλάκιο και του δείχνει μια μικρή ξύλινη πινακίδα, όπου αναγράφεται το όνομα, το  πατρώνυμο και ο Δήμος στον οποίο ανήκει.

«Ναι, ιδού το πινάκιό μου… αλλά βλέπω ότι υπάρχει καθυστέρηση. Όχι πως έχει πολλές δίκες σήμερα, -άλλωστε μέσα υπάρχουν συσκευές που διευκολύνουν τις διαδικασίες κλήρωσης. Εκείνο που μάλλον παίρνει χρόνο είναι η ορκωμοσία όσων δηλώνουν ότι επιθυμούν να δικάσουν για πρώτη φορά.

Παλιότερα είχαμε προκαταρκτική κλήρωση του συνολικού σώματος των δικαστών, και ορκιζόταν όλη η Ηλιαία μαζί, στην αρχή του χρόνου.   Δηλαδή και οι έξι χιλιάδες μαζί με τους αναπληρωματικούς. Τώρα άλλαξε το σύστημα. Κάθε πολίτης πάνω από τα τριάντα μπορεί να πάρει μέρος σε δίκη ως δικαστής. Όμως, όποιος δεν έχει ορκιστεί άλλη φορά στο παρελθόν, και επομένως δεν κατέχει το εγκεκριμένο πινάκιο-ταυτότητα, πρέπει να ορκιστεί επί τόπου. Αυτό φοβάμαι πως θα μας κάνει να περιμένουμε κάμποσο. Κι αν αργήσουμε εμείς, θα αργήσουν να ανοίξουν και οι πύλες για το κοινό!»

«Δεν το παρακάνουν όμως με τους όρκους οι Αθηναίοι;» παρατηρεί, όχι χωρίς κάποια σκωπτική διάθεση, ο Φιλήμονας. «Θα έλεγε κανείς πως παραείναι θρήσκοι, αφού κάθε τόσο επικαλούνται τους θεούς. Αλλά πώς συμβιβάζεται αυτό με τις φήμες που τους κατηγορούν ότι όχι μόνον ανέχονται, αλλά και αγαπούν τους φιλοσόφους, οι οποίοι τους Θεούς δεν κάνουν άλλο παρά να τους αμφισβητούν;»

«Οι φήμες είναι φήμες αγαπητέ Συρακούσιε», ¨τσιμπάει¨ ο Παλαμήδης. «Εδώ στην Αθήνα πράγματι οι φιλόσοφοι μπορούν να σκέπτονται και να λένε ό, τι θέλουν, γι αυτό και μας προτιμούν και μας επισκέπτονται. Αλλά εάν τα βάλουν με τους Θεούς αντιμετωπίζουν τόσες δυσκολίες, όσες σε  οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη. Υπάρχουν παραδείγματα.

Όσο για τους δημόσιους όρκους δεν νομίζω πως είναι πολλοί. Στην ουσία είναι μόνον τρεις:

Στην αρχή είναι ο όρκος των εφήβων, όταν τελειώνουμε την διετή εκπαίδευση στα όπλα και πρόκειται να γίνουμε πλήρεις πολίτες: ¨ουκ καταισχύνω τα όπλα¨ και τα παρόμοια.

Στο τέλος, και μόνον εφόσον τα καταφέρουμε να φτάσουμε στο αξίωμα των ηγετών, δίνουμε τον όρκο των δέκα αρχόντων: στην ουσία ορκιζόμαστε ότι θα φυλάξουμε τους νόμους και ότι δε θα δωροδοκήσουμε ούτε θα δωροδοκηθούμε κατά τη διάρκεια της θητείας μας.

Ενδιάμεσα, δίνουμε αυτόν εδώ τον όρκο των δικαστών. Όλοι, από τους θήτες μέχρι τους αριστοκράτες, μπορούμε να δικάσουμε αρκεί να ορκιστούμε ότι θα είμαστε αμερόληπτοι: ¨Ψηφιούμαι κατά τους νόμους¨ και ¨ακροάζομαι του τε κατηγόρου και του απολογουμένου ομοίως αμφοίν¨… Α, ναι: ορκιζόμαστε και πως δεν θα επιτρέψουμε επ’ ουδενί να τρωθεί το δημοκρατικό καθεστώς της Αθήνας[2] και, για να τα λέμε όλα, υπάρχουν στον όρκο και κάτι άλλες υποχρεώσεις που προστέθηκαν πρόσφατα και που δεν υπήρχαν στους νόμους του Σόλωνα[3]».

Στο σημείο αυτό ο Παλαμήδης στρέφει την προσοχή του προς το τραπέζι που είναι τοποθετημένο κάτω από την πύλη, από όπου φαίνεται πως του κάνουν νόημα να πλησιάσει.

«Με συγχωρείτε φίλοι μου, νομίζω πως ήρθε η σειρά μου. Ελπίζω να κληρωθώ στην εκδίκαση της ¨γραφής παρανόμων¨ και όχι στη δίκη κανενός κλεφτοκοτά! Πάντως χαίρομαι που θα ξαναπάρω τη δικαστική βακτηρία. Τα λέμε…»

Τους αποχαιρετά υψώνοντας το χέρι που κρατάει το πινάκιο και απομακρύνεται προς την είσοδο.

«Για κοίτα ο Παλαμήδης! Νομίζω πως περισσότερο από το θέατρο πρέπει να έχει πεθυμήσει τα δικαστήρια», σχολιάζει ο Οινοκράτης.

«Τι μου θυμίζεις εσύ όμως!» λέει ο Φιλήμονας.

«Τι

«Αθάνατο Αριστοφάνη, φυσικά!»

«Για λέγε».

«Λοιπόν: Σφήκες. Μιλάει ο Bδελυκλέωνας:».

«Πάμε

Ο Φιλήμονας υποκλίνεται και αρχίζει:

«Θα πρέπει τώρα να σας πω  τ’ αφέντη μου το  ψώνιο:

στης Ηλιαίας τ’ έδρανα τ’ αρέσει να συχνάζει

μπροστά μπροστά να κάθεται∙

και βαριαναστενάζει

όταν δε βγαίνει δικαστής από την κληρωτίδα∙

μένει τη νύχτα άγρυπνος

μα κι αν κλείσει τα βλέφαρα

ο νους του στην κλεψύδρα

θα φτερουγίζει συνεχώς

κι όταν από τη κλίνη του σηκώνεται ορθός

τα δάχτυλά του είναι κλειστά

να, έτσι-

σαν να κρατούν την ψήφο

τόσο που λες τι να ‘παθε απόψε ο φτωχός;

Αγκύλωση; Ή από λιβάνι μια χεριά

πάει στο βωμό να κάψει

 λες κι έχουμε πρωτομηνιά;[4]»

«Μεγάλος!» αναφωνεί ο Οινοκράτης

«Μέγιστος!» υπερ(πε)θεματίζει ο Χοντρόης.

images (22)

***

[1] Υπήρχαν όντως πολλές ημέρες που δεν ετελούντο δίκες στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ, είτε λόγω εορτών και άλλων δημόσιων εκδηλώσεων είτε επειδή συνεδρίαζαν την ημέρα εκείνη η εκκλησία του δήμου ή άλλα πολυπληθή όργανα της δημοκρατίας

[2] Ο όρκος των Αθηναίων δικαστών έχει ως εξής (Εκδοχή που ανάγεται στην περίοδο του μυθιστορήματος: τέλη 4ου αιώνα π.Χ.):

«Θα δικάζω (ψηφίζω) σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου της Αθήνας και της Βουλής των Πεντακοσίων. Δεν θα ψηφίσω για την εγκαθίδρυση τυραννίδας ή ολιγαρχίας και, εάν κάποιος επιχειρεί την κατάλυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, προτείνει η θέτει σε ψηφοφορία μέτρο που συγκρούεται με τη δημοκρατία, δεν θα τον ακολουθήσω. Δεν θα ψηφίσω για την απόσβεση των ιδιωτικών χρεών, ούτε για την αναδιανομή της γης των Αθηναίων και των οικιών τους. Δεν θα επαναφέρω τους καταδικασμένους σε εξορία, ούτε τους καταδικασθέντες σε θάνατο, ούτε θα απελάσω από την πόλη τους διαμένοντες ξένους αντίθετα με τους ισχύοντες νόμους και τα ψηφίσματα του Δήμου των Αθηναίων και της Βουλής, ούτε εγώ ο ίδιος ούτε θα επιτρέψω σε άλλον. Δεν θα αφήσω να οριστεί άρχων κάποιος που δεν έχει ακόμη λογοδοτήσει για την άσκηση άλλου αξιώματος, είτε αυτός είναι ένας από τους εννέα άρχοντες, είτε ιερομνήμων ή άλλος άρχων που κληρώνεται την ίδια μέρα με τους εννέα άρχοντες, ή κήρυκας, ή μέλος πρεσβείας ή συμβουλίου. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να ασκήσει δυο φορές το ίδιο αξίωμα, ούτε να ασκήσει δύο αξιώματα μέσα στο ίδιο έτος. Δεν θα δωροδοκηθώ λόγω της δικαστικής μου ιδιότητας, ούτε εγώ προσωπικά, ούτε άλλος ή άλλη για λογαριασμό και εν γνώσει μου κατ’ ουδένα τρόπο και με κανένα πρόσχημα. Έχω συμπληρώσει την ηλικία των τριάντα ετών. θα ακούσω και τον κατήγορο και τον κατηγορούμενο εξί­σου και τους δύο, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το ζήτημα το οποίο αφορά η δίωξη. Ορκίζομαι στο όνομα του Δία, του Ποσειδώνα, της Δήμητρας. Συμφορά σε μένα και την οικογένειά μου αν παραβώ τις δεσμεύσεις αυτές, κάθε καλό αν τηρήσω τον όρκο».

Επιμέλεια της μετάφρασης από την Εταιρεία Ιστορίας του Δικαίου. ¨Πηγές Ιστορίας του Δικαίου¨, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2008.

***

Ψηφιοῦμαι κατά τούς νόμους καί τά ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καί τῆς βουλῆς τῶν πεντακοσίων. καί τύραννον οὐ ψηφιοῦμαι εἶναι οὐδ’ ὀλιγαρχίαν οὐδ’ ἐάν τίς καταλύῃ τόν δῆμον τόν Ἀθηναίων ἤ λέγῃ ἤ ἐπιψηφίζῃ παρά ταῦτα, οὐ πείσομαι· οὐδέ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπάς οὐδέ γῆς ἀναδασμόν τῆς Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν οὐδέ τους φεύγοντας κατάξω, οὐδέ ὧν θάνατος κατέγνωσται, οὐδέ τους μένοντας ἐξελῶ παρά τούς νόμους τούς κειμένους καί τά ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καί τῆς βουλῆς οὐτ’ αὐτός ἐγώ οὐτ’ ἄλλον οὐδένα ἐάσω. οὐδ’ ἀρχήν καταστήσω ὥστ’ ἄρχειν ὑπεύθυνον ὄντα ἑτέρας ἀρχῆς, καί τῶν ἐννέα ἀρχόντων καί τοῦ ἱερομνήμονος καί ὅσοι μετά τῶν ἐννέα ἀρχόντων κυαμεύονται ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, καί κήρυκος καί πρεσβείας καί συνέδρων οὐδέ δίς τήν αὐτήν ἀρχήν τόν αὐτίν ἄνδρα, οὐδέ δύο ἀρχάς ἄρξαι τόν αὐτόν ἐν τῷ αὐτῷ ἐνιαυτῷ. οὐδέ δῶρα δέξομαι τῆς ἡλιάσεως ἕνεκα οὔτ’ αὐτός ἐγώ οὔτ’ ἄλλος ἐμοί οὔτ’ ἄλλη εἰδότος ἐμοῦ, οὔτε τέχνη οὔτε μηχανή οὐδεμιά. καί γέγονα οὐκ ἔλαττον ἤ τριάκοντα ἔτη. καί ἀκροάσομαι τοῦ τε κατηγόρου καί τοῦ ἀπολογουμένου ὁμοίως ἀμφοῖν, καί διαψηφιοῦμαι περί αὐτοῦ οὗ ἄν ἤ δίωξις ᾖ. ἐπομνύναι Δία, Ποσειδώ, Δήμητρα, καί ἐπαρᾶσθαι ἐξώλειαν ἑαυτῷ καί οἰκίᾳ τῇ ἑαυτοῦ, εἰ τι τούτων παραβαίνοι, εὐορκοῦντι δέ πολλά κἀγαθά εἶναι.

[3] Πρόκειται για τα εδάφια του όρκου που αναφέρονται στην απαγόρευση έγκρισης αποφάσεων υπέρ των αναδασμών γης και υπέρ της κατάργησης των ιδιωτικών χρεών, που προστέθηκαν στον όρκο μετά το 333 π.Χ.

[4] Αριστοφάνης,  Σφήκαι, & 87-96, σε ελεύθερη απόδοση.

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Κύλικες και δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο τέταρτο: Εμείς οι περιπατητικοί

Posted by vnottas στο 2 Νοέμβριος, 2017

144

Εμείς οι περιπατητικοί…

(αφηγείται ο Οινοκράτης)

Περπατάμε πέρα δώθε στους δρόμους του Άστεως και ψιλοκουβεντιάζουμε (γιατί είπαμε να υιοθετήσουμε κι εμείς την τρέχουσα αθηναϊκή μανία) εγώ, ο Χοντρόης και ο παλιός μου φίλος από τις Συρακούσες, ο Φιλήμονας. Είμαστε στην Αγορά και κατευθυνόμαστε προς την Πνύκα για να δει και ο φιλομαθής ασιάτης το χώρο όπου  παίρνονται οι βασικές αποφάσεις εδώ στην Αθήνα. Από ‘κει λέω να τον ανεβάσω στον Παρθενώνα, να δει και κάτι που προέρχεται από την πατρίδα του: τις ασπίδες-λάφυρα που ο Αλέξανδρος ως εκπρόσωπος των Ελλήνων (πλην Λακεδαιμονίων, όπως αρέσκονται να τονίζουν συχνά οι Αθηναίοι) αφιέρωσε στην Παρθένο.

Με τον Φιλήμονα λέμε γι αυτά που συνέβησαν την μέρα της τελετής, όταν χάθηκαν (και ξαναβρέθηκαν -χάρη σε ‘μας) τα περίφημα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨. Που και που μας διακόπτει προς στιγμήν με κάποιο επιφώνημα  ή κάποιο σχόλιο σχετικό με αυτά που βλέπει γύρω του -και του κάνουν εντύπωση- ο  στρογγυλός  Πέρσης, σε άπταιστο ¨Χοντροη-ειδές¨ ιδίωμα.

Εδώ που τα λέμε, στην Αγορά υπάρχουν αρκετές  αφορμές για σχόλια: Υπάρχουν σημαντικά δημόσια κτίρια, εμπορικές στοές, αγάλματα που απεικονίζουν αθάνατους θεούς, πεθαμένους ήρωες, αλλά και  άξιους μνείας θνητούς που ζουν ακόμη. Ωστόσο τίποτα δε θυμίζει τα υπέρογκα, υπερβολικά μνημεία που εντυπωσιάζουν συνήθως τους ανατολίτες, αλλά και εμάς όταν επισκεπτόμαστε τα μέρη τους.

«Τι απέγιναν τελικά οι αυθεντικές προτομές», με ρωτάει ο Φιλήμονας. «Το πρόσεξες κι εσύ ότι δεν βρίσκονται πια μπροστά στο Λεωκόριο;»   

«Τις άφησαν εδώ περιφρουρούμενες για ένα διάστημα», τον πληροφορώ, «αλλά μετά τις απέσυραν μέχρις ότου αποφασίσουν εάν θα τοποθετηθούν τελικά σε ανοιχτό ή σε κλειστό χώρο όπως πρότειναν κάποιοι. Είπαν ότι μέσα σε μια στοά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να επιτηρηθούν καλύτερα και δεν θα υπάρχει φόβος να ξανακλαπούν.

Αλλά δεν νομίζω ότι πρόκειται μόνο για θέμα ασφαλείας. Βλέπεις, μπροστά στο Λεωκόριο υπάρχουν πάντα  αυτά τα υπέροχα μπρούτζινα αγάλματα που φιλοτέχνησαν ο Κριτίας και ο Νησιώτης για να  αντικαταστήσουν τα αρχικά, μετά την υφαρπαγή τους από τον Ξέρξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι συγκρινόμενα με αυτά, τα γνήσια χάνουν σε αίγλη και καταλήγουν να μοιάζουν άσχημα.

Όχι ότι ο Αντίνορας δεν ήταν καλός γλύπτης. Αντίθετα, πρέπει να προσπάθησε να είναι πιστός στην πραγματικότητα∙ άλλωστε μπορούσε να το κάνει γιατί είχε ζήσει τα γεγονότα και είχε γνωρίσει προσωπικά τους πρωταγωνιστές. Είναι που οι δύο μεταγενέστεροι γλύπτες εικονογράφησαν έναν μύθο που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, καμιά σαρανταριά χρόνια ύστερα από τα γεγονότα και μάλιστα μέσα στην ευφορία της νίκης στη Σαλαμίνα. Αυτή είναι η άποψη και του δικού μου, του Εύελπι, που του αρέσει να ψάχνει αυτά τα θέματα και που συνήθως είναι καλά ενημερωμένος.

αρχείο λήψης (1)

Τι να κάνουμε Φιλήμονα, εσύ που είσαι συγγραφέας ξέρεις καλά ότι οι μύθοι είναι πάντοτε πιο όμορφοι, πιο στολισμένοι και πιο ελκυστικοί από την πραγματικότητα… αλλιώς θα χρησίμευαν πολύ λιγότερο… ίσως και να μη χρησίμευαν καθόλου».

Μας διακόπτει ο Χοντρόης: «Τις ο λόγος δι’ όντινα  οι στρατιώται ούτοι κρατώσι  σχοινίον τοσούτω μακρύ, χρώματος δε ερυθρού;» απορεί.

«Και εγώ είχα προβληματιστεί όταν τους πρωτοείδα», λέει ο Φιλήμονας.

«Και εγώ επίσης», συμφωνώ. «Πάντως είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της Αθήνας, Χοντρόη. Αυτοί που βλέπεις είναι οι Σκύθες τοξότες που φροντίζουν για την τήρηση της τάξης στο κέντρο και για τους οποίους σου έχω ήδη μιλήσει νομίζω. Κοίταξέ τους, είναι όλοι ξανθοί και γεροδεμένοι. Τυπικά δεν είναι παρά δημόσιοι δούλοι, αλλά στην ουσία έχουν ένα σωρό προνόμια. Μερικές φορές συμπεριφέρονται σαν ψαράδες, και αυτό το μεμιλτωμένο[1] σκοινί δεν είναι παρά το δίχτυ τους…

«Τουτέστιν; Τι ούτω θέλουσι αλιεύσει;», ξαναρωτάει ο φιλομαθής.

«Θα σου πω. Όταν στην συνέλευση των πολιτών, εδώ παραπάνω στην Πνύκα -θα πάμε σε λίγο- πρέπει να παρθεί μια σοβαρή απόφαση και δεν υπάρχει η απαιτούμενη απαρτία, τότε οι Σκύθες είναι εξουσιοδοτημένοι να μεταφέρουν τους πολίτες εκεί ¨εκόντες ή άκοντες¨, που γράφει και ο σχετικός κανονισμός. Άμα θες μπορείς να τον δεις τον κανονισμό: είναι αναρτημένος μαζί με άλλες χρήσιμες ανακοινώσεις εκεί πέρα, μπροστά στο Βουλευτήριο, κάτω από τα αγάλματα των επωνύμων ηρώων».

«Έσονται ουν άπαντες αναγιγνώσκειν δυνάμενοι;» απορεί ξανά με μια δόση θαυμασμού ο Ασιάτης.

«Όχι ακριβώς όλοι, αλλά πολλοί.  Δεν ξέρεις ότι σε αυτή την πόλη υπάρχουν οι πιο πολλοί εγγράμματοι από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο; Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται διάσημοι και αξιόπιστοι περιηγητές. Εδώ που τα λέμε, δύσκολα θα κατόρθωναν οι Αθηναίοι να αυτοδιοικηθούν αν δεν ήξεραν γράμματα. Πάντως, επειδή δεν είναι ακριβώς όλοι-όλοι που τα καταφέρνουν, τους βλέπεις εκείνους στο τραπέζι κάτω από τον πίνακα των ανακοινώσεων; Είναι γραφείς και αναγνώστες. Με ένα μικρό αντίτιμο σου γράφουν ό, τι θελήσεις, ακόμη και σε άλλες διαλέκτους ή γλώσσες  -εάν τυχόν αλληλογραφείς με τόπους μακρινούς, ενώ η ανάγνωση νόμων και κανονισμών είναι συνήθως δωρεάν».  

«Χρήσιμον γιγνώσκειν!» λέει ο δικός μου. «Και προς τι το ερυθρόν του σχοινίου χρώμα;» εξακολουθεί να απορεί.

Οπότε τον Φιλήμονα τον πιάνει το καλλιτεχνικό του, σταματάει και αρχίζει να απαγγέλει, συνοδεύοντας τον ποιητικό λόγο με τις απαραίτητες θεατρικές χειρονομίες:

«…και να που έρμη, απ’ το πρωί, η Πνύκα παραμένει

κι ας είν’ να γίνει η τακτική η σύναξη του Δήμου,

να που οι πολλοί στην Αγορά μένουν και φλυαρούνε

κι ενώ οι Αρχές με κόκκινο σκοινί τους περιζώνουν

αυτοί πασχίζουν από εκεί στη ζούλα να ξεφύγουν.

Μήτε φανήκαν έγκαιρα στην Πνύκα οι Αρχόντοι,

μα  καταφτάνουν ύστερα και σαν λωλό κοπάδι

ο ένας τον άλλον σπρώχνουνε θέση μπροστά να πιάσουν.

Κανείς όμως δε νοιάζεται, τη δόλια την Ειρήνη

Αχ τι τραβάς και δεν μιλάς, κακόμοιρη πατρίδα…»

Υποκλίνεται.

Arciere-e-Partenone-_3

Τον χειροκροτώ. «Αριστοφάνης;» τον ρωτάω.

«Ναι, αθάνατος Αριστοφάνης, από τους ¨Αχαρνής¨. Έχω παίξει τον ρόλο του Δικαιόπολη παλιά, στην πατρίδα», μου απαντά.

Στρέφομαι προς τον Ασιάτη. «Κατάλαβες Χοντρόη; Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα των πολλών, αλλά πολλοί απ’ τους πολλούς, πολλές φορές δεν συμπεριφέρονται σαν πολίτες αλλά σαν ανόητοι ευθυνόφοβοι ιδιώτες. Τότε η Πολιτεία αναγκάζεται να τους τσουβαλιάσει. Το σκοινί με το οποίο τους σπρώχνουν από την Αγορά στην Πνύκα είναι βουτηγμένο σε κόκκινη μπογιά για να μένουν τα κόκκινα ίχνη στις πλάτες των κοπανατζήδων και να τους στιγματίζουν, έστω προσωρινά».

«Οι Αγορές και οι Δημοκρατίες, φαίνεται πως δεν τα πάνε πάντοτε καλά μεταξύ τους», θυμοσοφεί ο Φιλήμονας. Μετά σταματάει ξανά και παρατηρεί: «Αλλά για να κυκλοφορούν οι Σκύθες με το σκοινί ανά χείρας, σημαίνει ότι στην Πνύκα έχει σήμερα συνέλευση και μάλιστα με σοβαρά θέματα. Αν είναι έτσι, εμείς οι μη αθηναίοι δύσκολα θα πλησιάσουμε. Πράγματι βλέπω ότι ανηφορίζει προς το λόφο πολύς κόσμος. Άρα οι τοξότες μάλλον δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν το μεμιλτωμένο, αλλά και εμείς μάλλον πρέπει να τροποποιήσουμε τη διαδρομή μας και να φέρουμε τον Πέρση να δει την Πνύκα μια άλλη μέρα».

«Γαμώτο! Έχεις δίκιο!», διαπιστώνω. «Το ήξερα αλλά το ξέχασα. Ανάμεσα μάλιστα στα θέματα της σημερινής ημερήσιας διάταξης είναι και η έναρξη της εκδίκασης της ¨Γραφής παρανόμων¨ που υπέβαλε παλιά ο Αισχίνης κατά του Κτησιφώντα. Η προδικασία τελείωσε επιτέλους και σήμερα θα ορίσουν τον τόπο και τις άλλες λεπτομέρειες της τελικής φάσης. Άρα, απ’ ό, τι ξέρω για τις δικαστικές πρακτικές των Αθηναίων, η κυρίως δίκη πρέπει να αρχίσει αύριο ή μεθαύριο. Ο Εύελπις θέλει να την παρακολουθήσει, αλλά κι εγώ δε θα ήθελα να τη χάσω. Ελπίζω μόνο να ισχύει ακόμη η συνήθεια των Αθηναίων να διεξάγουν τις δίκες με τις θύρες ανοιχτές για όλους».

«Απ’ ό, τι άκουσα από τους φίλους μου στου Κυνοσάργους» λέει ο Φιλήμονας, «υπάρχουν επισκέπτες που έχουν καταφτάσει από τις γειτονικές πόλεις, πριν από την έναρξη των Παναθηναίων, μόνο και μόνο για να έχουν μια ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη δίκη».

«Ωραία». Αλλάζω θέμα: «Φιλήμονα, έχεις λοιπόν φίλους στο Κυνόσαργες, έτσι δεν είναι; Τους βλέπεις ακόμη τους ¨Κυνοσαργίτες;¨ Ή να τους λέμε καλύτερα ¨κυνικούς¨ που είναι και πιο σύντομο;»

«Μπορείς να τους λες και απλώς ¨σκύλους¨, τους αρέσει. Ναι τους βλέπω. Είναι μια ομάδα που ενδιαφέρεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και για τις τέχνες και ιδιαίτερα για την τέχνη του θεάτρου…»

«Θέλω να κουβεντιάσουμε λίγο γι αυτό Φιλήμονα. Αλλά αφού δεν θα πάμε στη Πνύκα, ας στρίψουμε και ας κάνουμε το γύρο της Ακρόπολης πριν ανεβούμε στον Παρθενώνα, και τα λέμε καθ’ οδόν», προτείνω εγώ.

images (13)

Αντί λοιπόν να πάρουμε τον ¨περίπατο¨ που γυροφέρνει την Ακρόπολη και που στη βορειοδυτική πλευρά είναι κολλημένος στους πρόποδες του βράχου, στρίβουμε πιο μπροστά αριστερά και παίρνουμε το δημοφιλή δρόμο με τους τρίποδες, που ξεκινώντας από την Αγορά παρακάμπτει κυκλικά την Ακρόπολη και φτάνει ως το θέατρο του Διονύσου. Τις προάλλες, όταν ήρθα στο κέντρο της πόλης μαζί με τον Εύελπι, πήραμε αυτό τον δρόμο από την άλλη άκρη του, αλλά σκαλώσαμε σε ένα κυλικείο και δεν πρόλαβα να δω τι το καινούργιο έχει τοποθετηθεί εδώ τα τελευταία χρόνια. Σήμερα είναι μια καλή ευκαιρία να ρίξω μια ματιά.

Αυτόν τον δρόμο θα μπορούσαμε και να τον πούμε ¨η οδός των φιλοτίμων¨, με την  έννοια της οδού της αφιερωμένης στους ¨φίλους των τιμών¨. Εντάξει, όλοι οι διαμένοντες εν Αθήναις αγαπάμε τις τιμές, ιδιαίτερα όταν τις απονέμουν οι άλλοι σε εμάς, αλλά μόνο εδώ ο τιμώμενος έχει δικαίωμα να αυτοτιμηθεί επιπρόσθετα και συμπληρωματικά. Πράγματι, όσοι είχαν την τύχη ή την ικανότητα να αξιωθούν κάποιο βραβείο, είτε ως καλλιτέχνες είτε και ως χορηγοί δημόσιων εκδηλώσεων, δικαιούνται όχι μόνο να εκθέσουν εδώ τα βραβεία τους (συνήθως πρόκειται για χάλκινους τρίποδες) αλλά και να τα τοποθετήσουν (για να φαίνονται καλύτερα) πάνω σε περίτεχνες μόνιμες κατασκευές, όπως διακοσμημένα  βάθρα, κολόνες και βωμοί. Έτσι κατά μήκος της οδού φτιάχτηκε ένα πολύπλοκο και πολυφορτωμένο σκηνικό, το οποίο βέβαια  αποτελεί σταθερό στόχο των περιηγητών που θαυμάζουν της αθηναϊκές ιδιορρυθμίες.

Προσπαθώ να τα εξηγήσω όλα αυτά στον Χοντρόη, ο οποίος όμως δυσκολεύεται να καταλάβει πώς είναι δυνατό να επιτρέπεται σε τόσους πολλούς αθηναίους να αυτοεκτιμώνται και να αυτοθαυμάζονται. Εγκαταλείπω την προσπάθεια και στρέφομαι προς τον Φιλήμονα.

«Φιλήμονα», του λέω, «οι φίλοι σου στο Κυνόσαργες δε θύμωσαν μαζί σου που κατά κάποιο τρόπο ανακατεύτηκες στην έρευνα για τα αγάλματα;»

«Όχι» μου λέει. «Κατά βάθος είναι καλά παιδιά. Και απ’ όσο είμαι σε θέση να υποθέσω, πρόθεσή τους δεν είναι να ανατρέψουν το δημοκρατικό καθεστώς, κάθε άλλο. Μάλλον να το βελτιώσουν επιθυμούν».

«Ήθελα να σε ρωτήσω αν τελικά έμαθαν ότι στη Θόλο και στην κρυψώνα μας οδήγησε, άθελά της, η νόστιμη ξανθούλα που συμμετείχε στα συμβάντα, αλλά δεν κατάλαβε ότι την παρακολουθούσα».

«Λες την Ιππαρχία. Το υποθέτουν, γιατί ήταν η μόνη που μετά την ¨παρέμβαση¨ ήρθε  κατευθείαν εκεί, αλλά δεν νομίζω ότι γνωρίζουν πώς ακριβώς συνέβησαν τα πράγματα. Πάντως έχω την εντύπωση ότι εκείνο για το οποίο παραξενεύονται και τους προβληματίζει περισσότερο, είναι που δεν έχει γίνει ακόμη καμιά κίνηση εναντίον τους. Νομίζω ότι περίμεναν να έχουν ήδη συλληφθεί την επόμενη μέρα, αν όχι το ίδιο το βράδυ της επεισοδιακής τελετής.  Πράγματι και για μένα αυτό είναι ένα από τα μυστήρια αυτής της υπόθεσης».

«Εγώ πάλι νομίζω ότι η ηγεσία της πόλης δε θέλει να μεγαλοποιήσει τα συμβάντα, γιατί υποπτεύεται ότι έτσι θα κάνει το παιχνίδι αυτής της αόρατης εξωβουλευτικής αντιπολίτευσης. Η οποία όμως, εκείνο που ίσως επιθυμεί, είναι ακριβώς το να γίνει γνωστή στο Δήμο και να αποκτήσει έτσι περισσότερους οπαδούς. Απ’ ότι έμαθα μόνο ο Δημοσθένης γκρίνιαξε, και ζήτησε άμεσο εντοπισμό και τιμωρία των υπαίτιων, αλλά και αυτός τελικά δεν επέμενε πολύ».

«Δεν συμφωνώ», μου λέει ο Φιλήμονας.  «Αν μιλάμε για τα παιδιά του Κυνοσάργους, δεν πρόκειται για οργανωμένη αντιπολίτευση. Ούτε κατ’ ελάχιστον! Άλλωστε αρκετοί από αυτούς κατάγονται από τις παλιές ισχυρές αθηναϊκές οικογένειες».

«Μια που το ανάφερες Φιλήμονα, δε μου λες, ο Φώκος, ο γιος του άρχοντα Φωκίωνα, ο οποίος το βράδυ που έγινε η ανταλλαγή των αγαλμάτων ήταν υπεύθυνος για τη φρουρά στη Θόλο, παρακολουθεί κι αυτός τις συγκεντρώσεις των κυνικών;»

«Δεν ξέρω αν ανήκει στο στενό πυρήνα, αλλά στην αριστερή  όχθη του Ιλισού τον έχει πάρει το μάτι μου κάμποσες φορές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Στου Κυνοσάργους δε συχνάζουν μόνο οι φιλοσοφούντες ¨σκύλοι¨, συχνάζουν κι άλλοι πολλοί, αρχίζοντας από εκείνους που τους αρέσει απλώς το πνεύμα, η ευθυμία κι η καλή καρδιά. Αλλά, απ’ ότι λένε, ακόμη και ο Σωκράτης εκεί σύχναζε κάποτε!»

«Και είδες που κατέληξε τελικά», γελάω εγώ.

«Έτερον εκάτερον» μου κάνει.

«Εν πάση περιπτώσει, θέλω μια ακόμη χάρη Φιλήμονα».

«Αν περνάει από το χέρι μου, ευχαρίστως».

«Θα ήθελα να τους μεταφέρεις ένα μήνυμα από μένα. Μπορείς να τους πεις ποιος ακριβώς είμαι, δηλαδή ένας βοηθός του επικεφαλής της ομάδας που μετέφερε τα αγάλματα από την Ασία. Μην τους κρύψεις ότι συνέβαλα να ξαναβρεθούν οι προτομές∙ αυτό έτσι κι αλλιώς θα μαθευτεί. Πες τους όμως ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία, ότι έχω μερικές γνώσεις σχετικές με τα όσα δίδαξε ο μακαρίτης ο Αντισθένης και ο μαθητής του ο Διογένης, και θα ήθελα να αποκτήσω περισσότερες. Ζητώ λοιπόν να  μου επιτρέψουν να συμμετάσχω σε κάποιες από τις συγκεντρώσεις τους στου Κυνοσάργους».

Ο Φιλήμονας με κοιτάζει παραξενεμένος.

«Θέλεις να τους κατασκοπεύσεις;»

«Θέλω κυρίως να τους καταλάβω. Πιστεύω κι εγώ σ’ αυτά που μου είπες, δηλαδή ότι δεν είναι επικίνδυνοι ούτε για τη δημοκρατία της Αθήνας, αλλά ούτε για την κοινή προσπάθεια που καταβάλουν σήμερα οι Έλληνες. Και δεν είναι ψέμα ότι με ενδιαφέρει η φιλοσοφία τους. Δεν ξέρω πόσο θα μείνουμε τελικά στην Αθήνα, γι αυτό θα ήθελα να επωφεληθώ και όσο θα είμαστε εδώ να μάθω μερικά πράγματα παραπάνω. Δυστυχώς μου είπαν ότι ο Διογένης, που θα ήθελα πολύ να τον συναντήσω πριν διαβεί των Αχέροντα, τα καλοκαίρια τα βγάζει στην Κόρινθο και έτσι μάλλον δεν θα προλάβω τον δω.

 Εάν πάλι κάνουμε λάθος και οι δύο και οι τύποι είναι όντως επίφοβοι συνωμότες και διαφθορείς, τότε καλό είναι να έχουμε κάπως το νου μας και να τους έχουμε από κοντά».

Μένει για λίγο σκεφτικός και μετά μου λέει:

«Κοίτα, θα μεταφέρω το μήνυμά σου, αλλά δε θα εγγυηθώ προσωπικά για τίποτα». 

 «Το βρίσκω σωστό», του απαντώ.

Εν τω μεταξύ ο Χοντρόης έχει σταματήσει μπροστά σε ένα μνημείο που του μοιάζει κάπως, δεδομένου ότι αν και έχει τετράγωνη βάση, το κύριο μέρος του είναι κυκλοτερές σαν κι αυτόν.

Lysicraties

«Τι ο κύλινδρος ούτος εστί;» με ρωτάει απτόητος.

«Μα το Δία δεν έχω ιδέα. Δεν νομίζω ότι υπήρχε πριν φύγω. Αλλά έχει μια επιγραφή σκαλισμένη εκεί πέρα. Μπορείς να τη διαβάσεις ή θες να σου τη διαβάσω εγώ;»

Ο Χοντρόης πάει κοντά κι αρχίζει να συλλαβίζει.

«Λυ-σι-κρά-της Λυ-σι-θεί-δου Κι-κυ-νεύς…»

«Εντάξει», παρεμβαίνει ο Φιλήμων. «Μη ζορίζεσαι, θα σου πω εγώ περί τίνος πρόκειται. Λίγο προτού φτάσω στην Αθήνα, ήμασταν δηλαδή ακόμη στην 111η Ολυμπιάδα, σε έναν διαγωνισμό θεατρικών έργων ερμηνευμένων από τους νέους της κάθε αθηναϊκής φυλής, νίκησαν τα παιδιά της Ακαμαντίδας φυλής, παίζοντας έναν διθύραμβο. Ο χορηγός αυτής της καλλιτεχνικής προσπάθειας ήταν κάποιος που τον λένε Λυσικράτη. Σημειώστε πως για έναν καθώς πρέπει διθύραμβο, ακόμη κι αν οι ερμηνευτές είναι παιδιά, χρειάζονται τουλάχιστον πενήντα τραγοντυμένοι χορευτές, ένας τουλάχιστον καλός αυλητής κι ένας ταλαντούχος ερμηνευτής που να συνδιαλέγεται με τον χορό και να διηγείται τις περιπέτειες του γιου της Σεμέλης. Χρειάζεται επίσης κάποιος που να εμπνευστεί και να διδάξει το έργο. Ο Λυσικράτης λοιπόν κατάφερε να τα οργανώσει και να τα χρηματοδοτήσει όλα αυτά και κέρδισε έτσι το δικαίωμα να φτιάξει αυτόν εδώ τον ναΐσκο, που όπως βλέπετε από τα ανάγλυφα  που κοσμούν την ζωφόρο, είναι αφιερωμένος στο Διόνυσο, θεό που αγαπάει το θέατρο. Ο Διόνυσος κατά πως ισχυρίζονται οι Αθηναίοι τους αγαπάει κι αυτούς, για αυτό κι αυτοί με τη σειρά τους τον αγαπούν λατρεύοντας το θέατρο. Στην κορυφή βλέπετε τον χάλκινο τρίποδα, δηλαδή το βραβείο αυτό καθ’ αυτό».

images (12)

«Κατάλαβες Χοντρόη;» ρωτάω.

«Ουχί» μου λέει «Πλην όμως πεπεπεισμένος ειμί ως κατανοήσειν θέλει εν χρόνω βραχυτάτω!»

……

[1] Μεμιλτωμένον: εμβαπτισμένο σε ερυθρό μόλυβδο, μίλτος: κόκκινη χρωστική ουσία.

(συνεχίζεται)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ζ΄ Κεφάλαιο δεύτερο: Η εξομολόγηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Οκτώβριος, 2017

Μέρος έβδομο. Κεφάλαιο δεύτερο: όπου ο Οινοκράτης εξομολογείται

(αφηγείται ο Εύελπις)

20071030145259E312_8402

Ο συνεργάτης μου (θαρρώ πως πρέπει να συνηθίσω να του αποδίδω αυτή την ιδιότητα και όχι εκείνη του πιστού υπηρέτη, ή του παιδαγωγού σε ένα σωρό πρακτικά θέματα -πράγμα που όντως υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για μένα- όσο κι αν είμαι σίγουρος πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πώς τον αποκαλώ και ότι, παρά τις λεκτικές του υπερβολές, δεν έχει ποτέ ως τώρα καβαλήσει τον κάλαμο, νομίζοντας πως ιππεύει τον Βουκεφάλα), ο συνεργάτης μου λοιπόν ο Οινοκράτης, θέλει κάτι να μου εξομολογηθεί και εγώ του προτείνω να με συνοδέψει σε έναν περίπατο στο Άστυ.

Σήμερα στην Αθήνα είναι πολλοί εκείνοι που κουβεντιάζουν περπατώντας. Αυτή η ¨αριστοτέλεια¨ πρακτική έχει ασφαλώς βρει περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους Αθηναίους παρά οι απόψεις του Δάσκαλου περί λογικής, ηθικής ή αισθητικής.  Πριν φύγω, δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν στους δρόμους τόσες ομάδες πεζών συζητητών, όσες τώρα.

Εξάλλου θέλω να ξαναδώ μερικά οικεία σημεία της Αθήνας, εκείνα που φύτρωναν συχνά στα όνειρά μου όσο εισέδυα με το στράτευμα στις απόμακρες, εξωτικές περιοχές της Ασίας, δημιουργώντας μου το γλυκόπικρο άλγος του νόστου, του αισθήματος που συνοδεύει, τυραννάει και -κατά κάποιο περίεργο τρόπο- παρηγορεί τους ξενιτεμένους. Θέλω να δω αν οι αγαπημένες μου γωνιές είναι ακόμη όπως τις ονειρευόμουν ή αν έχουν υποστεί αλλαγές.

Ξεκινάμε έφιπποι απ’ την οικία του Λυκαβηττού, κατηφορίζουμε προς την κοίτη του Ιλισού και μπαίνουμε στο Άστυ από τις πύλες του Αιγέα. Αφήνουμε τα άλογα να μας περιμένουν κάτω από την επίβλεψη ενός νεαρού δημόσιου δούλου, σε έναν σκιασμένο δετήρα έξω από το θέατρο του Διονύσου, στην αρχή του ¨περίπατου¨ ανάμεσα στο λόφο των Μουσών και την Ακρόπολη.

Αυτό το μέρος, που πάντοτε αγαπούσα, ευτυχώς δεν έχει αλλάξει πολύ, παρά τα έργα που έγιναν πρόσφατα από τον Λυκούργο στο Θέατρο. Πράγματι η πρόσοψη είναι τώρα πιο πολυτελής -μνημειακή θα έλεγα, το κοίλον[1] έχει διευρυνθεί και τα παλιά ξύλινα καθίσματα έχουν αντικατασταθεί από μαρμάρινα. Όμως, παραδίπλα, το καμένο από τους Πέρσες και επισκευασμένο Παλιό Ωδείο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως χώρος φύλαξης των σιτηρών αποθεμάτων της πόλης, ενώ το παρακείμενο μεγάλο τετράγωνο Ωδείο του Περικλή υψώνει πάντοτε την κάπως περίεργη κωνική του στέγη (που θυμίζει τις σκηνές των στρατοπέδων και που φτιάχτηκε από την ξυλεία των περσικών πλοίων που κυριεύτηκαν στη μάχη της Σαλαμίνας) και προσφέρει στεγασμένο χώρο για τις μουσικές εκδηλώσεις των αθηναϊκών γιορτών.

Ο ¨περίπατος¨ είναι απόψε γεμάτος κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για τους συνήθεις Αθηναίους περιπατητές αλλά και για ιδιαίτερα πολλούς ξένους, όλων των ηλικιών. Νέους που ταξίδεψαν ως εδώ για να απολαύσουν τις αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των Μεγάλων Παναθηναίων που όπου να ‘ναι αρχίζουν, αλλά και ηλικιωμένους που έχουν και έναν άλλο μόνιμο πόλο έλξης στην Αθήνα: το θεραπευτήριο και το ναό του Ασκληπιού, που κι αυτός βρίσκεται εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, λίγο παρακάτω από το θέατρο. 

Σκέφτομαι πως δεν είναι μόνον εδώ που ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος τα πάνε καλά και κάνουν παρέα. Ο Ευρύνους μου έλεγε χτες, ότι στο γνωστό Ασκληπιείο της Επιδαύρου, μόλις ολοκληρώθηκε και όπου να ‘ναι εγκαινιάζεται προς τέρψη των προσκυνητών και ίαση των ασθενών, ένα ακόμη θεατρικό οικοδόμημα. Το θέατρο αυτό λέγεται ότι έχει εξαιρετική ακουστική και οι ιερείς-γιατροί του Ασκληπιείου είναι σίγουροι πως θα έχει υψηλή θεραπευτική επίδραση στους άρρωστους και γενικότερα στους επισκέπτες.

Μου έρχεται η επιθυμία να ανεβώ στον Παρθενώνα, να πω μια κουβέντα με τους θεούς και να απολαύσω την πανοραμική θέα της καταπράσινης κεντρικής κοιλάδας της Αττικής γης, από τον Υμηττό, την Πεντέλη και την Πάρνηθα ίσαμε τα νερά του Φαληρικού όρμου, έτσι όπως λούζεται στις ακτίνες του απογευματινού ήλιου που έχει αρχίσει να κοκκινίζει. Αλλά αποφασίζω να αναβάλω αυτή την ανάβαση για μια άλλη μέρα. Σκέπτομαι πως έχω υποσχεθεί στον Οινοκράτη να τον ακούσω και  πως δεν πρέπει να τριγυρίζω απ’ το ένα σημείο στο άλλο, παρασυρμένος  από την γλυκιά αίσθηση της επιστροφής. Εάν ακολουθήσω την αλυσίδα των συναισθημάτων μου θα πρέπει να περιδιαβαίνω για ώρες ατέλειωτες τα στενά και τις λεωφόρους, τα υψώματα και τα άλση του Άστεως, ξαναζωντανεύοντας τις εφηβικές μου αναμνήσεις.

«Τι τρέχει λοιπόν Οινοκράτη;» του λέω, δείχνοντας ταυτόχρονα προς τα δεξιά, υπονοώντας ότι είναι καλύτερα να αφήσουμε την θορυβώδη πολυκοσμία του ¨περιπάτου¨ και να ακολουθήσουμε την οδό των Τριπόδων που περιβάλλει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από την άλλη πλευρά, την βορειοδυτική. Τελικά όχι και τόσο επιτυχημένη επιλογή γιατί και εκεί, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως μετά, ρέει μεγάλο πλήθος ξένων περιηγητών θαυμάζοντας και σχολιάζοντας μεγαλόφωνα τα αγάλματα, τα αναθήματα και τα βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς που εκτίθενται παραταγμένα κατά μήκος της καμπύλης αυτής οδού.

«Τίποτα το δραματικό, αφέντη Εύελπι. Απλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου γιατί, αν πρόκειται να χειραφετηθώ και να αλλάξω υπόσταση -ή δεν είναι αυτή η σωστή λέξη;- εν πάση περιπτώσει, εάν η ζωή μου μπει σε νέα καλούπια, χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να ¨κλείσω¨ με την προηγούμενη. Όπως ξέρεις αφέντη Εύελπι, η προηγούμενη ζωή  μου έχει δύο φάσεις. Δίπλα στην οικογένειά σου έζησα τη δεύτερη, που διαρκεί πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια: από τότε που εσύ δεν ήσουν παρά ένα ζωηρό παιδί κι εγώ ένας νεαρός ναύτης αιχμάλωτος των Καρχηδόνιων πειρατών που μέσα στην γκίνια του είχε την τύχη να πουληθεί σε έναν δίκαιο και έντιμο άρχοντα, τον πατέρα σου, και να αναλάβει να επιβλέπει εσένα».

Τον διακόπτω.

«Ξέρεις κάτι Οινοκράτη. Κάνεις καλά που θες να χαράξεις τα πλαίσια της νέας σου ζωής. Ας αρχίσουμε λοιπόν με κάτι απλό και συγκεκριμένο. Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις πια ¨αφέντη¨, και ¨κύριο¨ και άλλα τέτοια. Το σκεφτόμουν μάλιστα σήμερα το πρωί. Ήδη, εδώ και καιρό εργάζεσαι μαζί μ’ εμένα και νομίζω πως από κοινού καταφέραμε κάμποσα πράγματα. Ως συνεργάτες. Για μένα λοιπόν είσαι ήδη ένας συνεργάτης και το ίδιο είμαι εγώ για σένα. Όχι πια αφέντης. Κι επειδή δεν είθισται να αποκαλεί ο ένας τον άλλο ¨Ω συνεργάτα¨, καλό είναι να με αποκαλείς με το όνομά μου: Εύελπι.  Εγώ σε έχω συνηθίσει ως Οινοκράτη, αλλά εάν θέλεις να το αλλάξεις δεν έχω καμία αντίρρηση».

«Όχι, όχι αφ… Εύελπι. Το όνομά μου είναι μια χαρά. Μ’ αρέσει. Άλλωστε η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάει ιδιαίτερα τον Διόνυσο, άρα και τα προϊόντα του και ό, τι τα θυμίζει. Και αφού το επιθυμείς θα προσπαθήσω να σε λέω και πάλι απλά Εύελπι, όπως όταν ήσουν μικρός.

Όμως σου έλεγα πως η ζωή μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι γνωστή και σε εσένα και στην αξιότιμη οικογένειά σου και σε εμένα, φυσικά. Εντούτοις ορισμένα πράγματα της προηγούμενης ζωής μου τα αγνοώ. Ή τα θυμάμαι κάπως, αλλά συγκεχυμένα και περιτυλιγμένα από την ομίχλη της νηπιακής ηλικίας. Και θα ήθελα τη βοήθειά σου για να τα ξεδιαλύνω».

«Να μην αμφιβάλλεις ότι θα κάνω ό, τι μπορώ. Αλλά για πες μου, αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να δεις τον Αριστοτέλη; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα που θα σε βοηθήσουν να εξερευνήσεις την εποχή της παιδικής σου ηλικίας;»

«Έχω μάθει πως ο Σταγειρίτης Δάσκαλος εκτός από τη βαθιά του μόρφωση, είναι κάτοχος μιας μεγάλης παρακαταθήκης γνώσεων καταγραμμένων σε παπύρους και βιβλία. Ανάμεσά τους είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κείμενα που να αφορούν την ιστορία της πατρίδας μου, των Συρακουσών, την εποχή που ήμουν μικρός. Ναι, θα ήθελα να μάθω καλύτερα τι ακριβώς συνέβη εκείνη την περίοδο».

«Κι αυτό μόνο και μόνο για να είσαι καλύτερα ενημερωμένος για την ιστορία της πόλης σου; Ή υπάρχει κάτι άλλο που ψάχνεις;»

«Υπάρχει. Ψάχνω το όνομα του πατέρα μου, για να ολοκληρώσω το δικό μου: Οινοκράτης ο εκ των Συρακουσών, ο γιος του…;».

«Για πες μου σε παρακαλώ τι ακριβώς ξέρεις, για να δω για τι πρέπει να ψάξουμε μαζί και πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω…» του λέω, απορημένος.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb-et-17531640

Επειδή η φασαρία του δρόμου είναι όντως ενοχλητική, προτείνω στον Οινοκράτη να διακόψουμε τον περίπατο και να καθίσουμε σε ένα κυλικείο, εκεί λίγο παρά πάνω. Από το σημείο αυτό μπορεί να θαυμάσει κανείς όλο το βορειοδυτικό μέρος της πόλης, από τα μέγαρα του κέντρου, τα τείχη του Θεμιστοκλή, την πύλη του Διογένη ως και, στο βάθος, τις Αχαρνικές πύλες καθώς βάφονται με τις ιώδεις αποχρώσεις του δειλινού.

Συνεχίζουμε την κουβέντα μας μπροστά σε μια οινοχόη με οίνο κόκκινο και, φυσικά, κεκραμένο. Έτσι, ανάμεσα σε μια κύλικα και μια άλλη, μαθαίνω για την προγενέστερη ζωή του Οινοκράτη πράγματα που δεν ήξερα ή που δε θυμόμουνα, γιατί ποτέ δε είχε χρειαστεί να τα προσέξω ιδιαίτερα.  

Μαθαίνω λοιπόν ότι ο ικανός συνεργάτης μου έχει γεννηθεί σε έναν αποκλειστικά γυναικείο κρατικό οίκο που συντηρούσε δίπλα στα ανάκτορα ο Διονύσιος ο πρώτος, ο επί μακρύ χρονικό διάστημα τύραννος των Συρακουσών και όπου στεγάζονταν, λίγο πολύ μόνιμα και κατά κάποιο τρόπο κοινοβιακά, επιλεγμένες όμορφες γυναίκες, οι οποίες εκπαιδεύονταν ειδικά έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν -με διακριτικότητα- τις απαιτήσεις της ανεπίσημης πολιτικής του καθεστώτος. Ένα είδος επίλεκτες δημόσιες εταίρες, ωραίες και καλλιεργημένες όσο και οι ¨δικές μας¨, οι Αθηναίες, αλλά που τις επιδοτούσε και τις έλεγχε το κράτος, στο οποίο και έπρεπε να δίνουν αναφορά.

Ο Οινοκράτης βέβαια, έμαθε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο από πηγές κοντινές στην αντιπολίτευση και τους εχθρούς του Διονύσιου, αργότερα, μετά το θάνατο της μητέρας του. Η μητέρα του ήταν ένα από τα θύματα των μακρόχρονων αιματηρών επεισοδίων που συνόδεψαν τη διεκδίκηση της διαδοχής του τυράννου από τον γιό του και άλλους επίδοξους κυβερνήτες∙ πέθανε όταν ο μικρός ήταν περίπου δέκα χρονών χωρίς να προλάβει ή να θελήσει να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του.

 Αυτό που ο ίδιος θυμάται από τη νηπιακή του ηλικία είναι ένα ευχάριστο περιβάλλον γεμάτο τρυφερές γυναίκες και μερικά πιτσιρίκια, προεφηβικής ηλικίας σαν κι αυτόν, που κυκλοφορούσαν παίζοντας και ξεφωνίζοντας, στους πίσω χώρους και στους κήπους του μεγάρου.

Εκείνο που δεν θυμάται είναι την ύπαρξη ενήλικων ανδρών, αν εξαιρέσει κανείς κάποιους ευνούχους και κάποιους γέροντες γιατρούς και ιερείς που και αυτοί εμφανίζονταν αραιά και  που. Σπάνια έρχονταν στο μέγαρο και ορισμένοι επισκέπτες φέρνοντας δώρα σε συγκεκριμένες γυναίκες, καθώς και παιχνίδια και γλυκά για τα παιδιά. Έναν από αυτούς ο Οινοκράτης τον θυμάται και, κάτι του λέει, ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι αυτός ο υψηλόσωμος άνδρας με την επιβλητική γενειάδα που του τσίμπησε μια φορά το μάγουλο, αλλά που ο ίδιος δεν του πάτησε σε απάντηση το πόδι, γιατί του είχε φέρει ένα αλογάκι-τραμπάλα και μια μεγάλη πλάκα παστέλι. Ο άνδρας αυτός, που κατά κάποιο τρόπο είχε εντυπωσιάσει τον μικρό Οινοκράτη (που, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ονομαζόταν βέβαια τότε Οινοκράτης, αλλά που η μαμά του τον φώναζε χαϊδευτικά Τσίτσο – στη τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτι σαν ¨σπλάχνο¨) ήταν ντυμένος με τον τρόπο που, όπως ανακάλυψε αργότερα, ντύνονται οι άρχοντες της Αττικής.  Ή λοιπόν ήταν ένας πλούσιος κομψευόμενος Συρακούσιος που ακολουθούσε το συρμό, ή κάποιος εύπορος Αθηναίος επισκέπτης.

«Εσύ, πότε ακριβώς γεννήθηκες;» ρωτάω τον Οινοκράτη.

«Σύμφωνα με τις διηγήσεις της μητέρας μου όχι πολύ μετά το θάνατο του Διονύσιου του πρεσβύτερου και την αρχική ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του, τον Διονύσιο τον δεύτερο.

«Σε ‘ρωτώ γιατί θυμάμαι ορισμένα πράγματα για την ιστορία των Συρακουσών από τα μαθήματά μου στη σχολή του Ισοκράτη. Ο Διονύσιος ο πρώτος, ένας τύπος που έμοιαζε κάπως με τον Πεισίστρατο των Αθηνών, πέθανε ύστερα από καμιά σαρανταριά χρόνια άσκηση εξουσίας. Αν λοιπόν γεννήθηκες ένα ή δύο χρόνια μετά τη διαδοχή, πρέπει να είσαι τώρα περίπου τριάντα έξη ή τριανταεπτά χρονών».

«Τόσο υπολογίζω κι εγώ»

«Όμως, αν θυμάμαι καλά, ο Διονύσης ο νεότερος δεν είχε τις ικανότητες του πατέρα του και μερικά χρόνια αργότερα ανετράπη από έναν ντόπιο ευγενή ονόματι Δίωνα. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια άλλη ελληνική πόλη της περιοχής…»

«Πράγματι, στις αναταραχές εκείνης της εποχής σκοτώθηκε η μητέρα μου. Ο Διονύσης κατέφυγε στους Επιζεφύριους Λοκρούς, μια αποικία των Οζολών Λοκρών στην άκρη της ιταλικής χερσονήσου. Και μας πήρε μαζί του. Εννοώ πολλά από τα παιδιά και τις γυναίκες του  Μεγάρου. Μαζί τους κι εμένα που ήμουν τότε εννιά ή δέκα ετών. Εκεί συνέχισα τις βασικές σπουδές μου και απ’ ότι ξέρω σε αυτό βοήθησαν και κάποια χρήματα που έφταναν που και που για μένα από την τράπεζα ενός -αν θυμάμαι σωστά το όνομα- Ανδρομήδη από τις Συρακούσες. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι εγώ μεν μεγάλωνα, ο δε Διονυσάκης ο Μικρός, όπως τον αποκαλούσαν  πολλοί, ετοίμαζε στράτευμα προκειμένου να επιστρέψει και να ανακτήσει την εξουσία στις Συρακούσες, με εκπαίδευσαν περί τα στρατιωτικά.

Έτσι τελικά κατέληξα πεζοναύτης σε ένα από τα πλοία που περιπολούσαν στο Ιόνιο φροντίζοντας για την ασφάλεια της πλεύσης από και προς το λιμάνι των Επιζεφυρίων.

Δεν φτούρησα όμως εκεί. Σε μια απ’ τις πρώτες θαλάσσιες εξορμήσεις στις οποίες συμμετείχα, το πλοίο μου έπεσε σε παγίδα και αιχμαλωτίστηκε από Καρχηδόνιους πειρατές. Τελικά εγώ κατέληξα σ’ ένα δουλοπάζαρο του Πειραιά, ενώ την ίδια περίοδο ο Διονύσης επέστρεφε στις Συρακούσες και ανακτούσε -αλλά όχι για πολύ, απ’ ό, τι έμαθα- την εξουσία.

e4

«Από τότε που ήρθες στην Αθήνα δεν κατάφερες να μάθεις κάτι περισσότερο για την καταγωγή σου;»

«Από τη μια δεν μπορούσα, γιατί δεν είχα πια κανένα συγγενή εκεί. Μια φίλη της μητέρας μου που μου είχε συμπαρασταθεί για ένα διάστημα, πέθανε κι αυτή και κάποιοι ελάχιστοι φίλοι από το στράτευμα ήτανε πια δυσπρόσιτοι. Από την άλλη προσπαθούσα να αντιμετωπίσω την απώλεια της προσωπικής μου ελευθερίας δημιουργώντας μια δική μου ¨φιλοσοφία¨. Όμως δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ… Αυτή η ¨φιλοσοφία¨ απαιτούσε από μένα ψύχραιμη συμπεριφορά και μαζί κάποια αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, την οποία όμως έχανα κάθε φορά που αναπολούσα ή έψαχνα το παρελθόν».

«Καλά, όμως για αυτό το παρελθόν δεν έχεις κανένα άλλο σημείο αναφοράς; Κάποιο όνομα, ή κάποιο ενθύμιο…;»

«Έχω

«Τι;»

Ο Οινοκράτης έχωσε το δεξί του χέρι στο εσωτερικό του ιμάτιού του και μετά το ανέσυρε από κάποιο κρυφό εσωτερικό θυλάκιο με την παλάμη κλειστή. Άνοιξε τα νευρώδη, λεπτά του δάκτυλα και μου έδειξε το περιεχόμενο. Ένα δαχτυλίδι. Μάλλον χρυσό.    Μου το έδωσε. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, για αυτό σηκώθηκα και πήγα να το εξετάσω κοντά στον πλησιέστερο δαυλό. Ήταν πράγματι χρυσό και στην επάνω πλευρά είχε χαραγμένο ένα Άλφα. Επέστρεψα στο τραπέζι με τα ποτά και ξαναγέμισα τα ποτήρια. Του το επέστρεψα.

«Νομίζω πως είναι σημαντικό στοιχείο, Οινοκράτη. Σού το έδωσε η μητέρα σου;»

«Ναι, λίγο πριν πεθάνει. Αλλά ήταν βαριά τραυματισμένη και δε μπόρεσε να μου μιλήσει γι αυτό».

«Πριν λίγο μου ανάφερες έναν Ανδρομήδη… Αν δεν κάνω λάθος έλεγες πως ήταν τραπεζίτης και πως σου έστελνε χρήματα…»

«Τα χρήματα δεν έφταναν σε εμένα προσωπικά, αλλά στην καλή φίλη της μητέρας μου, πού όσο ζούσε με προστάτευε. Αυτή μου ανέφερε κάποτε αυτό το όνομα…»

«Που αρχίζει από Άλφα!»

«Ναι, αρχίζει από Αλφα και πάντα πίστευα ότι αν καταφέρω κάποτε να επιστρέψω πάλι πίσω στις Συρακούσες θα πρέπει ίσως να πάω να τον επισκεφτώ. Όμως στην πρόσφατη περιπέτειά μας με τους ¨τυραννοκτόνους¨, όπως ξέρεις, μου συνέβη κάτι το απρόσμενο. Ξανασυνάντησα έναν παλιό μου φίλο από την πατρίδα. Τον Φιλήμονα, τον κωμωδιογράφο. Σου τον γνώρισα και ‘σένα, θα τον θυμάσαι υποθέτω».

«Ναι, βέβαια, θυμάμαι για ποιον μιλάς».

«Τον ρώτησα λοιπόν για τον Ανδρομήδη…»

«Και; Τον γνωρίζει;».

«Χμμ… -σκέψου την ειρωνεία με την οποία μας αντιμετωπίζει καμιά φορά η Ειμαρμένη. Τον γνωρίζει, όντως.  Έχει τη σωστή ηλικία και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φυσικός μου πατέρας, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το επαληθεύσουμε από τον ίδιο.

«Γιατί; Πέθανε κι αυτός;»

«Μάλλον όχι, αλλά είναι κι αυτός αιχμάλωτος των Καρχηδονίων. Τον έπιασαν πρόσφατα, καθώς ταξίδευε συνοδεύοντας ένα φορτίο σιτηρά προς την Κηρύνη. Οι Αφρικανοί έχουν ζητήσει λύτρα, μου είπε ο Φιλήμονας, αλλά από ό, τι ξέρει απ’ την αλληλογραφία και τις επαφές του με την πατρίδα, οι συγγενείς και κληρονόμοι του τραπεζίτη σφυρίζουν αδιάφορα. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Υπάρχει και ένα άλλο σημείο που με προβληματίζει, σχετικά με τον Ανδρομήδη, αν και νομίζω πως δεν έχει αποφασιστική σημασία…»

«Τι πράγμα;»

«Από αυτά που ξέρει γι αυτόν ο Φιλήμονας, προκύπτει ότι, παρά την ιδιότητα του τραπεζίτη, ο Ανδρομήδης είναι φανατικός φιλολάκων. Ξέρεις, από εκείνους που θαυμάζουν τους Σπαρτιάτες όχι μόνο για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά και για τη γενικότερη νοοτροπία τους. Υπάρχουν αρκετοί φανατικοί αυτού του είδους. Αυτό, θα μου πεις, είναι ιδιαίτερα παράδοξο για έναν τραπεζίτη, δεδομένου ότι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν καν ένα νόμισμα της προκοπής και περιφρονούν τις χρηματικές συναλλαγές. Τουλάχιστον αυτό λέει η παράδοση, αν και τα τελευταία χρόνια πολλά παραδοσιακά πράγματα έχουν αρχίσει να χαλάνε… Σε κάθε περίπτωση, ένας φιλολάκων δεν θα φορούσε ποτέ αθηναϊκή φορεσιά. Εμένα μου φαίνεται πολύ απίθανο. Αλλά  εάν ο πατέρας μου είναι ο Ανδρομήδης, τότε ποιος ήταν εκείνος ο αθηνοφορεμένος που με εντυπωσίασε όταν ήμουν μικρός; Αποκλείω να ήταν κάποιος θαυμαστής των Λακεδαιμονίων».

Γελάω.

«Και έτσι, Οινοκράτη μου, να που έρχεται στο προσκήνιο και πάλι ο Αριστοτέλης, ή μάλλον το Άλφα του ονόματός του». Δεν χαμογελάει.

«Εντάξει του λέω, έχουμε αντιμετωπίσει δυσκολότερα αινίγματα. Ναι είσαι σίγουρος ότι δεν θα αφήσουμε άλυτο αυτό. Όσο για τον Αριστοτέλη, άσε να το χειριστώ πρώτα εγώ και εάν χρειαστεί τον βλέπουμε και μαζί». Αυτήν τη φορά χαμογελάει.

Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι. Τυπικά, χάνω έναν ικανό δούλο, αλλά στην ουσία κερδίζω κάτι πολύ πιο δυσεύρετο και πολύτιμο: έναν καλό φίλο.

…..%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

[1] Κοίλον: ο αμφιθεατρικός χώρος του αρχαίου θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄ Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης ζητά να δει τον Αριστοτέλη

Posted by vnottas στο 30 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

289_d

Κεφάλαιο δέκατο: Όπου ο Οινοκράτης θέλει να δει τον Δάσκαλο

 

Το σπίτι που νοικιάζει ο Αριστοτέλης βρίσκεται κι αυτό όπως και το δικό μας στους πρόποδες του Λυκαβηττού, όμως ο δάσκαλος με περιμένει απόψε στο Λύκειο, εδώ λίγο παρακάτω, πάντα έξω από τα τείχη της Πόλης, στο ύψος των πυλών του Διοχάρη.  Η απόσταση είναι μικρή και λέω να περπατήσω ως εκεί.

Μου είπαν ότι η Ακαδημία του Πλάτωνα (που τώρα διευθύνει ο Ξενοκράτης) έχει όλο και πιο πολλούς σπουδαστές και μοιάζει πια με μια μικρή πόλη κατοικημένη από νέους ανθρώπους, έξω από το περιτειχισμένο Άστυ, στον βόρειο ελαιώνα. Μια πόλη με πολλούς ελληνόφωνους νεαρούς άνδρες, όχι μόνο γηγενείς, αλλά και προερχόμενους από άλλες πόλεις και  πολύ λιγότερες νεαρές γυναίκες ντόπιες, συνήθως κόρες πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Το Λύκειο του Αριστοτέλη δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιες ποσότητες, ωστόσο μοιάζει κι αυτό με μια μικρή ¨αστική¨ νησίδα μέσα στην ειδυλλιακή ύπαιθρο που περιβάλλει την Αθήνα.

Το  κτίριο της σχολής είναι μια ανακαινισμένη παλιά πέτρινη κατασκευή, κοντά στον αρχαίο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, που λειτούργησε ως δημόσιο γυμνάσιο ήδη από την εποχή του Πεισίστρατου. Λέγεται ότι εδώ ερχόταν συχνά ο Σωκράτης, ενώ παλιότερα στο γύρω πλάτωμα γυμνάζονταν οι οπλίτες και οι ιππείς του Αθηναϊκού στρατού. Ο Δάσκαλος το νοίκιασε κι αυτό, αφού όντας μέτοικος δεν μπορεί να αγοράσει ακίνητα.  Το οίκημα, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας, περιλαμβάνει πλέον δύο στοές με πλούσια βιβλιοθήκη, ιερό των Μουσών, εργαστήρια, καθώς  και κοιτώνες και χώρους σίτισης για τους οικότροφους σπουδαστές.

Ο Σταγειρήτης μαθαίνω ότι βρίσκεται ολημερίς στους χώρους του Λυκείου, αν και είναι γνωστό ότι συχνά προτιμά να διδάσκει έξω, στην ύπαιθρο, σεργιανίζοντας με τους σπουδαστές στο άλσος που περιβάλει τη σχολή.

Λέγεται ότι το περιεχόμενο των μαθημάτων του δεν μοιάζει ούτε μ’ εκείνο του μακαρίτη του Ισοκράτη (που εστιαζόταν εν τέλει σε θέματα ρητορικής και διοίκησης)  ούτε μ’ εκείνο της Ακαδημίας (όπου κυριαρχεί η καλλιέργεια της Νόησης, η οποία θεωρείται ο μόνος δρόμος προς την Γνώση, που  με τη σειρά της οδηγεί στην Αρετή, η οποία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την Ευτυχία). Ούτε βέβαια έχει καμία σχέση με τους ακροβατισμούς ανάμεσα σε Αυτάρκεια, Εγκράτεια και Ηδονισμό που χαρακτηρίζει τελευταία το Κυνόσαργες. Στο Λύκειο, απ’ ότι φαίνεται, δεν επαφίενται όλα στην Νόηση, αλλά οι πληροφορίες που συλλέγονται από των αισθητό Σύμπαν θεωρούνται πολύτιμες και πρέπει να αναλύονται, να ανασυντίθενται και να ¨τακτοποιούνται¨ έτσι ώστε να μεταβάλλονται σε γνώσεις με απτές επιπτώσεις, ικανές να βελτιώσουν τον υπαρκτό Κόσμο.

Η διδακτική δραστηριότητα στη σχολή του Αριστοτέλη ασκείται  και από τους συνεργάτες, ακόλουθους και πρώην μαθητές του Δάσκαλου. Και επί πλέον υπάρχουν οι ¨Αναγνώστες¨ που αποδίδουν και επεξηγούν προφορικά τα κείμενα των συγγραμμάτων, αλλά και παρακολουθούν από κοντά τις επιδόσεις των φοιτητών. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας από τους ¨Αναγνώστες¨ της Ακαδημίας του Πλάτωνα και λέγεται μάλιστα   ότι ως εξεταστής της προόδου των σπουδαστών,  ήταν δεόντως αυστηρός.

Ο ίδιος ο Δάσκαλος αφιερώνει τις πρωινές του ομιλίες σε εισαγωγικά ή γενικά θέματα που για να γίνουν κατανοητά δεν απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση και μπορούν να τα παρακολουθήσουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ενώ οι απογευματινές του διαλέξεις (που πρέπει να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και που -μεταξύ μας- θα έδινα πολλά για να μπορέσω να παρακολουθήσω) αφορούν στα θέματα που ο ίδιος αποκαλεί ¨ακροαματικά¨ ή ¨εσωτερικά¨ και απευθύνονται αποκλειστικά προς επιλεγμένους, προχωρημένους φοιτητές.  

Υποθέτω ότι απόψε θα με δεχτεί μετά τη λήξη μιας τέτοιας  ¨ακροαματικής¨ διάλεξης.

kynos

Ο Οινοκράτης μου ζήτησε να τον πάρω μαζί μου απόψε. Τον ρώτησα πώς έτσι και μου απάντησε ότι θέλει να γνωρίσει τον μεγάλο σοφό.

Τον ρώτησα γιατί και μου είπε πως μια από αυτές τις μέρες, όταν θα μειωθεί η πίεση από τα άμεσα καθήκοντά μου, θέλει να μιλήσουμε και θα μου εξηγήσει.

Του είπα εντάξει, όποτε θέλει, αλλά  πως, ακόμη κι αν τον πάρω μαζί μου απόψε, τον ίδιο τον Αριστοτέλη μάλλον δεν θα τον δει. Θυμάμαι ότι κι εγώ την πρώτη φορά, πριν την αναχώρηση, είχα δυσκολευτεί να τον δω προσωπικά. Ο Δάσκαλος, σίγουρα, δεν είναι εύκολα προσιτός.

Βέβαια, τώρα δεν είναι ακριβώς όπως τότε. Εγώ έχω τώρα άλλη ιδιότητα και έχω επίσης συγκεκριμένα μηνύματα από υψηλούς αποστολείς γι αυτόν.

Αλλά κι εσύ, Οινοκράτη, του είπα, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να χειραφετηθείς και τυπικά. Μάλιστα ύστερα από το χθεσινό σου επίτευγμα, νομίζω ότι, εάν το επιθυμείς, μπορείς να επιδιώξεις -να επιδιώξουμε όλοι μαζί- να πάρεις την αθηναϊκή υπηκοότητα. Εγώ θα σε υποστηρίξω αμέριστα.

Θυμάμαι βέβαια τους ενδοιασμούς και τους φόβους που μου είχες εκφράσει στα Σούσα, αλλά θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι, κατά τα άλλα, η ζωή σου δεν θα αλλάξει δραστικά, εκτός εάν το επιθυμήσεις  εσύ. Μπορείς να παραμείνεις κοντά μου, αλλά όχι πλέον όχι ως δούλος, έστω εξειδικευμένος, αλλά ως ελεύθερος συνεργάτης.  Θα αμείβεσαι κανονικά από εμένα και την υπηρεσία και δε θα χρειάζεσαι την άδεια κανενός όταν θελήσεις, για παράδειγμα, να κάνεις οικογένεια.   Βέβαια, εάν προτιμάς να γίνεις ένας ελεύθερος υπήκοος της νέας μεγάλης πολιτικής οντότητας που θα προκύψει από την οριστική, τελική νίκη του Αλέξανδρου, αυτό είναι ακόμη πιο εύκολο.

Όσον αφορά στον Αριστοτέλη, τον οποίο σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά και μάλιστα σύντομα, σου υπόσχομαι ότι θα προετοιμάσω το έδαφος έτσι ώστε την προσεχή φορά να με συνοδέψεις κι εσύ. Και, εν τω μεταξύ, θα  έχουμε τον χρόνο να τα πούμε διεξοδικά. Λοιπόν; τι λες;

Εντάξει, μου απάντησε ο Συρακούσιος, εντάξει σε όλα.

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο Έβδομο και Όγδοο : Περί των εξαφανισμένων χάλκινων ηρώων

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία].

01_ceb1cf81cf87ceb1ceafceb1-ceb1ceb8ceaecebdceb1

Κεφάλαιο έβδομο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

Όταν άρχισε ο σαματάς, εγώ δεν είχα μιλήσει ακόμη. Όπως είχαμε συμφωνήσει θα έπαιρνα το λόγο τελευταίος, μετά τον Φωκίωνα και τον Δημοσθένη. Ο Φωκίωνας υπήρξε ολιγόλογος, ο δε Δημοσθένης, και να ήθελε να είναι σχοινοτενής, δεν πρόλαβε. Όταν άρχισε η φασαρία ήταν στην αρχή της ομιλίας του.

Εγώ τον παρακολουθούσα προσεκτικά ώστε να μπορέσω να καταλάβω, πέρα από τα ωραία ρητορικά του σχήματα, πού ακριβώς το πάει, αλλά όταν συνέβησαν τα απρόοπτα γεγονότα δεν είχε πει ακόμη αρκετά και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πει κάτι που να με εκπλήξει. Ήταν ο Δημοσθένης που περίμενα, με τη γνωστή του πολιτική και τη γνωστή λεκτική του δεινότητα.

Όμως, ξαφνικά τον είδα να σταματά και να κοιτάζει διερευνητικά το πλήθος. Θεώρησα ότι ήταν μια ηθελημένη σιγή που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του κοινού στα όσα θα έλεγε αμέσως μετά. Ωστόσο, η σιγή του ρήτορα παρατάθηκε και εκείνο που άρχισε να ακούγεται ήταν φωνές από το πλάτωμα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κόσμος.

Είδα τον Δημοσθένη να εγκαταλείπει το βήμα και να κατεβαίνει κάτω. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα.

Κοιτάζω προσεκτικότερα και βλέπω ότι η προσοχή του κόσμου έχει συγκεντρωθεί στα αγάλματα. Κάποιος έχει τραβήξει το σκοινί. Τα αγάλματα είναι τώρα ξεσκέπαστα. Ο Πανόπτης Ήλιος έχει βουτήξει για τα καλά στα νερά του Σαρωνικού, αλλά η ορατότητα είναι ακόμη καλή. Μου φάνηκε ότι η μία προτομή ξασπρίζει κάπως ανώμαλα, ενώ και η άλλη επίσης γυαλίζει περίεργα.

Μα τα κατάμαυρα δαιμόνια των Μεσοποτάμιων, αυτοί εδώ δεν είναι οι ¨τυραννοκτόνοι¨! Όχι τουλάχιστον αυτοί που παραδώσαμε εμείς χτες. Είναι άλλοι! Κάποιος έχει αποφασίσει να χλευάσει και εμάς και τις αρχές της Αθήνας αντικαθιστώντας τις γνήσιες προτομές με αυτές εδώ.

¨Πρόκειται μόνον γι αυτό;¨ αναρωτιέμαι, ¨ή απόψε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ θα προσθέσουν στα παλιά και νέα θύματα;»

Ακούγονται δυνατοί διθυραμβικοί ήχοι. Τύμπανα; Κύμβαλα; Μάλλον κι απ’ τα δυο. Ανάμεσα στο πλήθος εμφανίζονται μεγάλες αγριωπές μάσκες πάνω σε σώματα που, παρά τη ζέστη, φορούν δέρματα ζώων. Τα όντα αρχίζουν να κινούνται ρυθμικά, μαγνητίζοντας τα βλέμματα  του πλήθους.

111258

Σκέφτομαι ότι, εκτός από μένα, θα πρέπει να έχουν μπει σε συναγερμό κι οι άλλοι πάνω στην εξέδρα των επισήμων. Εκείνοι άλλωστε έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση του επεισοδίου. Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου σ’ αυτούς.

Ο πρώτος που συνέρχεται απ’ την έκπληξη είναι ο Λυκούργος. Ανταλλάσσει μόνον μια ματιά με τον γηραιό άρχοντα Φωκίωνα και μετά, με μία  αποφασιστική κίνηση βγάζει το ιερατικό άμφιο αποκτώντας έτσι και πάλι τη γνωστή δυναμική εικόνα του στρατηγού. Κάνει νόημα στον επικεφαλής της φρουράς, κι εκείνος πλησίαζει.

Πρέπει να πω ότι γύρω μας υπήρχαν διαφορετικά είδη ένοπλων ομάδων: το εφημερεύον τμήμα της Φρουράς της Πόλεως, μία ομάδα τοξοτών από τη Θράκη που αστυνόμευαν τον συνολικό χώρο της Αγοράς και το ειδικό άγημα με στολή τελετής για την απόδοση τιμών στους επισκέπτες και τ’ αγάλματα. Αν ήταν επαρκείς ή λίγοι θα εξαρτιόταν από τον αριθμό και την ποιότητα των τυχόν επιτιθέμενων, προς το παρόν άγνωστα και τα δύο.

Να πω επίσης, ότι με την ιδιότητα του τιμούμενων, είχαν παραταχθεί στη βάση της εξέδρας και τα μέλη της δικής μας ομάδας, εκείνης που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια των αγαλμάτων, απ’ την αναχώρηση απ’ τα Σούσα έως την παράδοσή τους, χτες το βράδυ,  στους Αθηναίους. Αυτοί είχαν αρχίσει να κινούν κάπως νευρικά τις όρθιες σάρισές τους, να επιδιώκουν την προσοχή μου και να με κοιτούν ερωτηματικά. Τους έκανα νεύμα να κάτσουν, προς το παρόν, στα αυγά τους.

images (7)

Ο επικεφαλής της φρουράς άκουγε τον Λυκούργο και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. Μιλούσαν με τις κοφτές φράσεις που απαιτούν οι έκτακτες περιστάσεις. Αν κατάλαβα καλά ο στρατηγός του είπε να επέμβει αμέσως και να συλλάβει τους ταραξίες, χωρίς όμως αιματοχυσία. Εκτός κι αν κάτω από τα δέρματα κρύβουν όπλα και επιτεθούν.

Ύστερα ο  αξιωματικός απομακρύνθηκε και άρχισε να μοιράζει εντολές στη φρουρά, στους Σκύθες χωροφύλακες, ακόμη και στο τιμητικό άγημα. Είδα τους βόρειους ξανθούς αστυνομικούς να εναποθέτουν τα τόξα τους στο φορτηγό όχημα ανεφοδιασμού (την περίφημη ¨σαύρα¨) που τους συνοδεύει πάντοτε και να προμηθεύονται από εκεί κοντές ξύλινες ράβδους.

Ο Δημοσθένης επέστρεψε στην εξέδρα. Ήταν ασυνήθιστα χλωμός και λαχανιασμένος. «Τα αγάλματα αναπαριστούν  Λακεδαιμόνιους βασιλείς, αλλά ποιος  είναι ο δάκτυλος που κινεί αυτούς τους δαίμονες εκεί κάτω, δεν μπορώ να πω».  Στράφηκε προς τον Φωκίωνα: «Πρέπει να μάθουμε, στρατηγέ! Σε κάθε περίπτωση διακυβεύεται το κύρος της Πόλης μας!»

Ο Φωκίωνας δείχνει ήρεμος∙ προφανώς κρίνει επαρκείς τις πρωτοβουλίες του Λυκούργου.

Ο Αισχίνης, αντίθετα,  μοιάζει πιο ανήσυχος απ’ όλους. «Να που οδηγεί η ¨ηπιότητα!¨» μασουλάει ανάμεσα στα δόντια του. Μου φάνηκε ότι τα έχει βάλει με τον Λυκούργο. «Φρόντισε ώστε να καλυφτεί η εξέδρα με ισχυρό κλοιό οπλιτών», του λέει. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι μασκοφόροι στασιαστές και να μας επιτεθούν όταν θεωρήσουν τη στιγμή κατάλληλη. Αν πρόκειται για Σπαρτιάτες, απελπισμένους μετά την πρόσφατη ήττα τους στη Μεγαλόπολη, θα δοθεί σίγουρα μάχη.  Ίσως θελήσουν να ξεμπερδεύουν μαζί μας μια και καλή. Πού θα ξαναβρούν ομού συγκεντρωμένη όλη την αθηναϊκή ηγεσία;». Κάνει μια μικρή παύση, αλλά στη φαρέτρα του έχει ακόμα ένα χτύπημα ουράς: «Αλλά δεν αποκλείω υπεύθυνοι να είναι οι δικοί μας, οι ¨αντιμακεδόνες¨, που θέλουν να χλευάσουν και να  υπονομεύσουν μια εκδήλωση φιλίας με τεράστια συμβολική σημασία∙ ή να πρόκειται ακόμη και για πράκτορες των Περσών!».

Ο Λυκούργος τον κοιτάζει, αλλά μάλλον έχει το νου του αλλού, προφανώς στους οπλίτες που παίρνουν θέση για να υλοποιήσουν τις εντολές του.

Όμως, φαίνεται ότι κάτι πήρε τ’ αυτί του Δημοσθένη εκεί παραδίπλα. Μάλλον τη λέξη ¨αντιμακεδόνες¨, οπότε  καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς του Αισχύνη για υποτιθέμενες ευθύνες της δικής του παράταξης και, για μια στιγμή, χάνει τη ψυχραιμία του.  «Ας σοβαρευτούν οι ρητορίσκοι», λέει οργισμένος.  «Ποιος Αθηναίος, αντάξιος αυτής της ιδιότητας, θα βεβήλωνε μια εκδήλωση προς τιμήν των ηρώων Τυραννοκτόνων;»

Προφανώς η ερώτησή του κρίθηκε ως ρητορική, γι αυτό κανείς δεν του απάντησε.

21519-123

Ο Οινοκράτης, όταν κατάλαβε ότι κάτι το ανώμαλο συμβαίνει και ότι η τελετή έχει διακοπεί, αντέδρασε ενστικτωδώς. Εγκατέλειψε τα σκαλοπάτια της Ποικίλης Στοάς και έτρεξε προς την εξέδρα προσπαθώντας να καταλάβει αν ο αφέντης του κινδυνεύει ή όχι. Όταν έφτασε κοντά και είδε ότι ήμουν σώος κούνησε εύχαρις και τα δύο του χέρια προς το μέρος μου.  Τον είδα, τον φώναξα, και πλησίασε στη βάση της εξέδρας.

«Αν οι τύποι που χοροπηδάνε είναι ένοπλοι θα έχουμε σύγκρουση κι αν πρόκειται για κλιμάκιο Σπαρτιατών ίσως και σφαγή, αλλά δεν το νομίζω», του είπα.  «Εάν όμως στο τέλος το βάλουν στα πόδια, έχω οδηγίες για σένα: Επίλεξε έναν από τους μασκοφόρους και παρακολούθησέ τον. Βρες που θα καταλήξει. Θυμήσου ότι ψάχνουμε για τα αγάλματα, τα γνήσια, αυτά εκεί είναι πλαστά. Πάρε ένα άλογο από τους δικούς μας, μπορεί να σου χρειαστεί. Μόλις βρεις οτιδήποτε χρήσιμο έλα αμέσως να με βρεις. Είτε εδώ είτε στο κυλικείο του Πρυτανείου ή όπου αλλού∙ ψάξε με».

Ο Οινοκράτης μου κλείνει ¨συνωμοτικά¨ το μάτι, χαμογελάει και απομακρύνεται βιαστικός.

images (8)*

Είναι ενδιαφέρον  να παρακολουθεί κανείς πως αντιδρά η υψηλή ηγεσία της Αθήνας, όταν (πράγμα όχι σύνηθες) βρίσκεται σε απαρτία, συμπολίτευση και αντιπολίτευση μαζί, απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση που εγκυμονεί, ενδεχομένως, σοβαρούς κινδύνους. Και επιπλέον, με το λαό αποκάτω, να μη ξέρει κανείς με σιγουριά με ποιον ενδέχεται να συμπαραταχθεί!  Περισσότερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε σχετική μελέτη και διατριβή. Ενδιαφέρον και ως απλό θέαμα-ακρόαμα.

Εκ των υστέρων, μπορώ να πω πως το απόλαυσα!

Πάντως -ευτυχώς για την αθηναϊκή ομόνοια- η φάση της μεγάλης έντασης δεν κράτησε πολύ ακόμη. Καθώς οι άνδρες της φρουράς συμπτύχθηκαν προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κραδαίνοντας τις σπάθες (από την πλατιά και όχι την κοφτερή μεριά) και καθώς οι Σκύθες παρατάχθηκαν εκατέρωθεν και περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης (χτυπώντας το ξύλινο ρόπαλο στη χούφτα του αριστερού χεριού), οι αγριωποί χορευτές κινούμενοι λες άπαντες από τα ίδια αόρατα νήματα, πέταξαν ταυτοχρόνως τα αυτοσχέδια κρουστά, έβγαλαν τα δέρματα που κάλυπταν τα σώματά τους, αλλά όχι τις μάσκες και, βάζοντας φτερά στα ποδάρια, άρχισαν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση.

images (5)

Εν τω μεταξύ οι θεατές, μετά την απροσδόκητη και μάλλον ¨ονειρική¨ εμφάνιση των χορευτών, έμοιαζαν να έχουν ξεπεράσει το αρχικό δέος που προκάλεσε η ¨ιερόσυλη εξαφάνιση των τυραννοκτόνων¨ και η αντικατάστασή τους. Τώρα θα έλεγα ότι είχαν αρχίσει να εισπράττουν το ενδόμυχα ¨τραγελαφικό¨ νόημα (ή μη-νόημα) της σκηνής. Έτσι δεν με παραξένεψε που, τελικά, δεν εμπόδισαν τους χοροπηδητές στη φυγή τους.

Η οποία φυγή δεν ήταν και τόσο τυχαία όπως είχε φανεί αρχικά, αλλά ήταν σοφά προσχεδιασμένη και βασισμένη σε πολύ καλή γνώση του εδάφους.  Ο κάθε φυγάς κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο της Αγοράς, όπου βρήκε συνένοχους που τον βοήθησαν να εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβα αν τους προμήθεψαν αλλιώτικα ρούχα, για να αναμειχθούν έτσι δήθεν ανέμελοι με τους θεατές, ή αν τους έδωσαν γρήγορα άτια  με τα οποία έγιναν καπνός στο σούρουπο. Το γεγονός είναι ότι λίγο αργότερα, αν εξαιρέσεις τους ¨τυραννοκτόνους¨ που εξακολουθούσαν να απουσιάζουν, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά!

images (17)

Η υψηλή εξέδρα παρακολούθησε τα γεγονότα με λιγότερο κέφι και περισσότερη αμηχανία από ό, τι ο κόσμος στο πλάτωμα. Αρχικά, βέβαια, η ανακούφιση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα. Βρέθηκε χρόνος να μου παρουσιάσουν επισήμως τον Δημοσθένη, με τον οποίο αντάλλαξα μια τυπική χειραψία. Κατέφτασε -καθυστερημένος- και ο ευτραφής ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος άρχισε να ρωτάει ανήσυχος στο γύρο, ¨τι γίνεται παίδες; Έχουμε κίνημα;¨.  Πάντως το ερώτημα που έπρεπε (εκ των πραγμάτων) να απαντηθεί ήταν: Και τώρα τι κάνουμε;

Σαφώς έπρεπε να περιμένουμε το αποτέλεσμα της εξόρμησης της φρουράς. Αν μπορούσαμε να ανακρίνουμε έστω και έναν από αυτούς τους περίεργους αμφισβητίες θα μαθαίναμε ασφαλώς ενδιαφέροντα πράγματα .

Όμως πήρε να σκοτεινιάζει και ουδείς συλληφθείς κατέφτανε στην εξέδρα.

Επί πλέον ο μαζεμένος κόσμος δεν έλεγε να διαλυθεί, παρά περίμενε να δει τι θα γίνει.

Ο Φωκίωνας ζήτησε τη γνώμη των παρόντων. Ο Δημοσθένης ήθελε να μετακινηθούμε -όχι όλοι, μόνο η αθηναϊκή ηγεσία- στους πάγιους χώρους αντιμετώπισης κρίσεων, στον Άρειο Πάγο. Εγώ, που έτυχε να βρίσκομαι πλάι του και ρωτήθηκα αμέσως μετά, είπα να αποτολμήσω να εκφέρω γνώμη, αν και  θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν είναι η διπλωματικότερη κίνηση.

Είπα ότι θα έπρεπε να μείνουμε εδώ, περιμένοντας να δούμε τι θα καταφέρει η φρουρά. Εν τω μεταξύ, χωρίς να μεγαλοποιούμε τα γεγονότα με πρόωρους λόγους προς το κοινό, θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα καλοψημένα πλέον σφάγια της θυσίας στον κόσμο.

Ο Δημάδης υπερθεμάτισε, ο Λυκούργος έδειξε μάλλον να συμφωνεί και ο Φωκίωνας κίνησε καταφατικά το δασύ λευκό του κεφάλι. Τα ψητά άρχισαν να μοιράζονται, και όσο για μας, οι υπηρέτες έφεραν αναψυκτικά και μεζέδες, ενώ οι μάγειροι του Πρυτανείου ειδοποιήθηκαν πως το δείπνο θα γινόταν μεν απόψε, αλλά με κάποια καθυστέρηση.

f2783012efaefa49f61bc6d7dfab9471--holidays-halloween-diy-halloween*

Ο Οινοκράτης δεν είχε καταλήξει ποιον θα παρακολουθούσε εν τέλει, μέχρι τη στιγμή που οι χοροπηδητές πέταξαν τις προβιές και τα άλλα δέρματα από πάνω τους. Τότε, με μία μόνη ματιά έκανε την επιλογή του. Δεν ήταν βέβαια τυχαίο πως η επιλογή αυτή διέθετε δύο εσπεριδοειδή στήθη και εξ ίσου ενδιαφέροντες γλουτούς. Το γεγονός ότι η κεφαλή της περιβαλλόταν από φίδια, μια και απεικόνιζε την Μέδουσα, ποσώς επηρέασε την απόφασή του.

Η ¨Μέδουσα¨ εκινείτο με εξαιρετική ταχύτητα, αλλά και χάρη. Χώθηκε στον δρόμο της Αγοράς στο οποίο έβλεπαν πολλά δημόσια κτίρια και τρύπωσε ανάμεσα στο παλιό και το νέο Βουλευτήριο. Στο πρώτο σκοτεινό σημείο που συνάντησε πέταξε το προσωπείο της Οφιούσας, το οποίο ο Οινοκράτης θεώρησε σωστό να περιμαζέψει ως ενθύμιο. Σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο προμηθεύτηκε (ως δια μαγείας) ένα πέπλο με το οποίο έκρυψε την κόμη της. Πρέπει να είναι ξανθιά, κατέληξε ο Οινοκράτης από ό, τι πρόλαβε να δει.

Είχαν φτάσει στο ύψος του Πρυτανείου δηλαδή του κτιρίου όπου στεγάζονται οι πρυτάνεις (οι πενήντα βουλευτές της φυλής που κάθε φορά  -για τριάντα πέντε περίπου μέρες- ασχολούνται όχι με τη ψήφιση των νόμων αλλά με την εφαρμογή τους και τη διοίκηση). Το κτίριο ονομάζεται και Θόλος εξ αιτίας του κυκλικού του σχήματος, ή (η) Σκιάς γιατί μοιάζει με κυκλικό σκίαστρο ή και με μεγάλο ψάθινο καπέλο. Εκεί ο Συρακούσιος έχασε την πεπλοφόρο ξανθή νέα.

Ο Οινοκράτης ανέβηκε στο άλογο που μέχρι τότε το έσερνε απ’ τα χαλινάρια και άρχισε να γυρίζει γύρω από το κυλινδρικό κτίριο. Ήταν μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία που, σε μια στιγμή, το μάτι του περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε, ότι μια μικρή σιδερένια πόρτα είχε μόλις ανοιγοκλείσει.  Η πόρτα αυτή δεν βρισκόταν πάνω στον καμπύλο τοίχο της Θόλου, αλλά σε ένα μικρότερο παράπλευρο χαμηλό κτίσμα προσαρτημένο στο Πρυτανείο.

αρχείο λήψης

Ο Οινοκράτης το ήξερε καλά αυτό το κτίσμα. Κάποιοι παλιοί του φίλοι που έτυχε να είναι ταυτόχρονα και πολύ καλοί μάγειροι, είχαν περάσει και θητεύσει εδώ. Γιατί εδώ βρίσκεται το περίφημο Μαγειρείο του Πρυτανείου. Η Πολιτεία των Αθηνών παρέχει εγγυημένα καλή τροφή στους πενήντα πρυτανεύοντες βουλευτές. Είναι κι αυτό ένα θέμα αρχής και κύρους. Εδώ διοργανώνονται και τα δημόσια γεύματα που η Πόλη προσφέρει σε επιφανείς φιλοξενούμενους.

Ο Οινοκράτης αφίππευσε και πήρε μια βαθειά εισπνοή… Ψάρι…! Η χαρακτηριστική οσμή τον πληροφόρησε ότι κάπου εδώ ετοιμάζεται, εκτός των άλλων,  μια υπέροχη λεμονάτη ψαρόσουπα. Ο Οινοκράτης ξεροκατάπιε, έδεσε τ’ άλογο σ’ ένα κάγκελο και έσπρωξε απαλά τη σιδερένια πόρτα. Αυτή έκανε πίσω χωρίς διαμαρτυρίες και τριξίματα.

images (14)

***

Κεφάλαιο όγδοο: Τελετή με εκπλήξεις ΙΙΙ

(Διηγείται ο Εύελπις)

F7
*

Εμείς, στην εξέδρα, περιμέναμε. Αν και οι περισσότεροι παρόντες είχαν κάπως χαλαρώσει και αντάλλασσαν μεταξύ τους υποθέσεις και ευφυολογήματα σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα, με θορυβοδέστερο -ποιον άλλο;- τον Δημάδη, παρατήρησα ότι ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης δεν μιλιόντουσαν καν και, όταν δεν αντάλλασσαν ματιές μίσους, αγνοούσαν επιδεικτικά ο ένας τον άλλον.

«Τι τρέχει με αυτούς του δύο;» ρώτησα τον πατέρα Ευρύνου, που δεν είχε πτοηθεί από τα συμβάντα  και έδειχνε ευδιάθετος, «πρόκειται για τη γνωστή αμοιβαία αντιπάθεια ή έχει προκύψει κάτι καινούργιο;»

Γέλασε. «Πρόκειται για τη δίκη», μου είπε. «Ή μάλλον για την ατελείωτη σειρά δικανικών διαξιφισμών και συγκρούσεων στους οποίους έχουν εμπλακεί με πάθος οι δύο τους και στην οποία δε διστάζουν να αναμίξουν και τρίτους. Έτσι καταφέρνουν να φθείρουν εαυτούς, αλλήλους, και κυρίως την πόλη. Την πόλη που, κατά τα άλλα, παρακολουθεί τη σύγκρουση με νοσηρή περιέργεια».

«Υπάρχει ακόμη εκκρεμούσα δίκη; Πώς και δεν άκουσα τίποτα σχετικά;»

«Άκουσες. Και μάλιστα κάμποσα. Πριν φύγεις για την εκστρατεία».

«Πριν φύγω!; Για ποιο πράγμα μιλάμε; Λες για την μήνυση του Δημοσθένη κατά του Αισχίνη. Πως δωροδοκήθηκε από τον Φίλιππο;»

«Βλέπω ότι, παρά το ότι ήσουν-δεν ήσουν τότε δέκα χρονών, παρακολουθούσες ήδη τα πολιτικά συμβάντα. Όμως όχι, δε μιλάω για εκείνην τη δίκη, την περίφημη δίκη ¨περί παραπρεσβείας¨, που με υποκίνηση του Δημοσθένη προκάλεσε η καταγγελία κατά του Αισχίνη κάποιου Τίμαρχου. Μιλάω για την μεταγενέστερη καταγγελία, του Αισχίνη αυτήν τη φορά, ενάντια σε έναν κολλητό του Δημοσθένη, τον Κτησιφώντα».

«Τώρα θυμάμαι! Ο Κτησιφώντας ζήτησε να τιμήσει ο Δήμος τον Δημοσθένη γιατί είχε κάνει καλά τη  δουλειά που του ανατέθηκε. Μιλάμε, αν δεν κάνω λάθος, για τα οχυρωματικά έργα  κατά του Φίλιππου. Αλλά, φυσικά, ο Αισχίνης είχε αντιρρήσεις. Μα καλά, μη μου πεις ότι αυτή η ιστορία εκκρεμεί ακόμη!»

«Ναι αγόρι μου, εκκρεμεί. ‘Η μάλλον επιστρέφει στις αίθουσες των δικαστηρίων αυτές τις μέρες. Και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα, η έκβασή της δεν αποκλείεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Τόσο σοβαρές που μπροστά τους η κλοπή των ¨τυραννοκτόνων¨ και τα χοροπηδήματα των αποψινών  μασκοφόρων θα μοιάζουν απλώς παιδιαρίσματα!»

Δίπλα μου κατέπλευσε ο πληθωρικός Δημάδης. Ο Ευρύνους πρόλαβε μόνο να προσθέσει στα όσα μου έλεγε πριν, τη φράση: «Να προσέχεις!»

Ο Δημάδης ήθελε να με ρωτήσει… για τον Βουκεφάλα! Ήθελε να μάθει τι κάνει αυτό το μυθικό πλέον άτι. Ή μάλλον ήθελε να μου πει ότι αγαπάει τα άλογα, ότι εκτρέφει και εκπαιδεύει ταχύτατους  τετράποδους δρομείς και  ότι, εάν προλάβει, σκοπεύει να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες στα φετινά  Μεγάλα Παναθήναια. Εάν δεν προλάβει, θα λάβει σίγουρα μέρος στους Ολυμπιακούς, του χρόνου, στην εκατοστή δέκατη τρίτη Ολυμπιάδα.

images (16)

Παρατήρησε ότι τον κοίταζα κάπως αφηρημένα και επιτέλους ήρθε στην ουσία: Ήθελε να επιβεβαιώσει εάν θα συναντηθούμε αύριο και πού. Του είπα ότι το απόγευμα θα επισκεπτόμουν τον Αριστοτέλη, αλλά θα μπορούσε να με επισκεφτεί στο σπίτι του Λυκαβηττού το πρωί, όχι πολύ νωρίς, ας πούμε γύρω στη δεύτερη πρωινή ώρα. Είπε εντάξει, μου έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και απομακρύνθηκε.

images (4)

Ο Οινοκράτης ξέρει τα κατατόπια. Καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του προσαρτημένου στη Θόλο οικήματος, αναρωτιέται εάν κάποιος από τους παλιούς του φίλους εργάζεται ακόμη εδώ. Για να το μάθει, δεν έχει παρά να ρωτήσει. Αποφασίζει: είναι εδώ γιατί ψάχνει έναν παλιό του φίλο. Βρήκε ανοιχτή τη πόρτα και μπήκε.

Υιοθετεί λοιπόν ύφος ανέμελο και προχωρεί προς τον κεντρικό χώρο των μαγειρικών εγκαταστάσεων, όπου μια πλειάδα ανδρών ποικίλης ηλικίας πλαισιωμένοι και από νεαρούς χειρώνακτες, ασκούν με εκφραστική, σχεδόν χορευτική αρμονία κινήσεων τη γαστρονομική τέχνη:  Ανακατεύουν, ψιλοκόβουν, τηγανίζουν, βράζουν, ψήνουν, ζυμώνουν πλάθουν, πλένουν, τεμαχίζουν, ξεπουπουλίζουν, μυρίζουν, δοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν (τις δημιουργίες τους), αποδοκιμάζουν (των αλλονών), αλατίζουν, αρωματίζουν, φυσάνε (ό, τι καίει πολύ), ξεφυσάνε (όταν ζορίζονται).

«Συγγνώμη κύριοι», λέει ο Σικελός. «Θα μπορούσατε να μου πείτε εάν ο Πολύκαρπος από τη Γέλα βρίσκεται ακόμη εδώ γύρω;» Οι μάγειροι τον προσέχουν και, όχι χωρίς κάποια ενόχληση, μερικοί κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά.  Όχι δε ξέρουν κανέναν τέτοιο.

«Δούλευε εδώ πριν τέσσερα χρόνια», επιμένει ο Οινοκράτης.

Εκείνοι εξακολουθούν να κουνάνε τα κεφάλια τους πέρα δώθε, ώσπου ένας πετιέται και λέει: «Ρε παιδιά, μήπως λέει τον Κάρπο; Νομίζω πώς καταγόταν από τη Σικελία. Εσύ ρε Φιλήμονα, που είσαι από εκείνα τα μέρη, δεν τον θυμάσαι; »

Ο εν λόγω Φιλήμονας ανασηκώνει ένα κεφάλι πλαισιωμένο με σγουρά μαύρα μαλλιά. «Δεν ήμουνα  εδώ πριν τέσσερα χρόνια. Δε είχα έρθει ακόμη». λέει. «Αλλά ναι, τον θυμάμαι τον Κάρπο, ήταν εδώ όταν ήρθα, αλλά έμεινε λίγο. Εκτός από μάγειρας, ήξερε και τα ναυτικά. Αυτό τον έκαψε. Ο αφέντης του τον πούλησε σε καλή τιμή σ’ έναν πλοιοκτήτη».

images

Ύστερα το βλέμμα του μελαχρινού τριαντάρη Φιλήμονα, συναντάει εκείνο του Οινοκράτη και σκαλώνει εκεί. Αλλά και ο Οινοκράτης μένει μια στιγμή ακίνητος προσπαθώντας να συνδυάσει εικόνες και λοιπές μνήμες από το απώτατο παρελθόν. Η αναγνώριση είναι αμοιβαία και ταυτόχρονη:

«Φιλήμονα;»

«Τσίτσο;»

Ο Οινοκράτης ανατριχιάζει. Δεν ξέρει αν φταίει το παλιό του παρατσούκλι, -έτσι τον φώναζε κι η μακαρίτισσα η μάνα του σε στιγμές μητρικής τρυφερότητας- ή η ξαφνική ανεύρεση, όχι αυτουνού που περίμενε, αλλά ενός άλλου φίλου απ’ τον παλιό καλό καιρό των Συρακουσών.

Αγκαλιάζονται.

«Σε αιχμαλώτισαν κι εσένα πειρατές;» ρωτάει ο Οινοκράτης.

«Όχι, ήρθα εθελοντικά. Σκέφτηκα πως αυτή η πόλη δε μπορεί παρά να ανέχεται καλύτερα την αγαπημένη μου τέχνη».

Ο Οινοκράτης χαμογελάει. Ξέρει ποια είναι η αγαπημένη τέχνη του Φιλήμονα.

Δεν είναι ο εμπνευσμένος συνδυασμός γεύσεων. Είναι το ευφυές ανακάτεμα των ιδεών, έτσι ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα ο εγγενής παραλογισμός της κάθε τάχα ¨γειωμένης¨ πραγματικότητας (τι είπα!). Με άλλα λόγια η κωμική ποίηση. Του δίνει δίκιο που ήρθε εδώ, στην Αθήνα. Η συγγραφή κωμωδιών δεν φτουράει ούτε στις  βασιλικές αυλές ούτε και σε εκείνες των τυράννων, ακόμη κι αν αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζονται μερικές φορές ¨φωτισμένοι¨ όσον αφορά σε άλλα είδη τέχνης. Η κωμωδία είναι εύθραυστο είδος που δεν σηκώνει πιέσεις. Άρα χρειάζεται την ανεκτικότητα των Αθηναίων. Το αττικόν άλας της κάνει καλό…

«Και πώς βρέθηκες στο Πρυτανείο;»

«Έχω προσληφθεί. Με μικρό μισθό, αλλά πες πως τα βγάζω πέρα. Ας είναι καλά οι ιταλικές συνταγές που είναι του συρμού στην Αθήνα, και εγώ που είμαι καλός στα ζυμαρικά όσο και στα άζυμα».

αρχείο λήψης (2)

Ο Οινοκράτης – Τσίτσος  σκέφτεται ότι η ώρα περνάει. Και ότι έχει μια αποστολή να εκτελέσει.

«Θα τα πούμε. Όλα. Και είναι πολλά…»,  λέει, «αλλά τώρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη».

«Ναι. Πες μου».

«Πριν από μένα πρέπει να μπήκε εδώ μέσα μια ξανθούλα. Την είδες;»

«Ασφαλώς λες για τη μικρή Ιππαρχία. Πρέπει να πέρασε για να πάρει τον αδελφό της τον Μητροκλή. Δουλεύει κι αυτός εδώ. Είναι πρόσφυγες από εκείνους που κατάφυγαν στην Αθήνα μετά τις καταστροφές που έκανε ο Φίλιππος στο Βορρά. Κανονικά θα έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο, αλλά σήμερα φαίνεται να υπάρχει πανικός στο μαγαζί και ίσως την εμπόδισαν. Όχι μόνο είχαμε εδώ αυτά τα άσχημα αγάλματα που ήρθαν από την Ανατολή, αλλά ετοιμάζουμε και ένα τσιμπούσι για τους μεταφορείς. Ευτυχώς προς ώρας αναβλήθηκε, γι αυτό και έχω την ευχέρεια να σου μιλάω τώρα, αλλά δυστυχώς δεν ματαιώθηκε».

«Τι ακριβώς κάνει ο αυτός ο Μητροκλής στο πρυτανείο;»

«Δουλεύει στη γραμματεία που βοηθά τους πρυτανεύοντες βουλευτές στο διοικητικό τους έργο».

«Άρα δουλεύει απάνω, στο κυρίως κτίσμα, στη Θόλο;»

«Ναι».

«Άρα η μικρή πήγε προς τα εκεί».

«Μάλλον».

«Άντε, πάμε να τη βρούμε».

«Τι έγινε; Τόσο σου γυάλισε η νεαρά; Δε λέω, είναι ομορφούλα, αλλά δυστυχώς είναι δεσμευμένη. Με έναν Θηβαίο, απ’ όσο ξέρω».

«Δε μ’ ενδιαφέρει ο Θηβαίος, δείξε μου από πού θα ανεβώ πάνω».

«Δεν θα σου το συμβούλευα. Απάνω υπάρχει φρουρά και ο επικεφαλής λοχαγός μου φάνηκε σήμερα ιδιαίτερα ευέξαπτος. Αλλά θα δεις πόσο νευρικός θα γίνει εάν ανακαλύψει ότι μπαινοβγαίνει κόσμος στο πρυτανείο χρησιμοποιώντας τις πόρτες του μαγειρείου».

«Πώς τον λένε το λοχαγό;»

«Τον λένε Φώκο και δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι γιος του γέρο Φωκίωνα».

Στο κούτελο του Οινοκράτη εμφανίζονται οριζόντιες γραμμές.

«Είναι πάντα νευρικός αυτός ο Φώκος;»

«Όχι, είναι καλό και πράο παιδί. Αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο είναι κάπως! Και ιδιαίτερα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου φταίνε αυτά τα κακομούτσουνα αγάλματα που μας έφεραν εδώ».

«Ξέρεις πού ακριβώς φιλοξενούσατε τα αγάλματα;»

«Όχι».

«Ξέρεις πού θα μπορούσε να κρύψει κανείς εδώ μέσα κάτι σε μέγεθος προτομής; Δύο προτομών σε φυσικό μέγεθος, για να είμαι ακριβέστερος».

«Υποθέτω στην αποθήκη ξερών τροφίμων ή στο σκευοφυλάκιο».

«Πάμε».

«Τον βλέπεις εκείνον με τις γαλατικές μουστάκες; Εκείνον εκεί τον τεράστιο, με τον μπαλτά, λέω. Εάν δεν μου τον έχει πετάξει ακόμη κατακέφαλα που έπιασα κουβέντα μαζί σου, είναι επειδή η ομάδα βρίσκεται τρόπον τινά σε αναμονή. Μόλις έρθει η εντολή ξαναβάζουμε μπροστά τις φωτιές, γιατί όπως λέμε και στην πατρίδα, το καλό φαί πρέπει να είναι απολύτως ζεστό. Και εγώ στις φωτιές είμαι ειδικός».

«Μη φοβάσαι Φιλήμονα. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έλα!»

αρχείο λήψης (3)

Στην αποθήκη ξηρών τροφίμων δε βρήκαν τίποτα. Στο δωμάτιο με τα σκεύη ούτε. Εκεί όμως υπήρχε μια χαμηλή πόρτα. Ο Φιλήμονας είπε πως εκεί πίσω βάζουν τα χαλασμένα σκεύη πριν τα παραδώσουν στους τεχνίτες για επισκευή. Καζάνια ξεγάνωτα και άλλα τέτοια. Ο Οινοκράτης παίρνει μαζί του μια κουτάλα και μπαίνουν σκυφτοί. Η κουτάλα χρησιμεύει για μια αυτοσχέδια δοκιμή ήχου. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως θετικό. Ο ήχος λέει ότι κάτω από τα αναποδογυρισμένα καζάνια υπάρχει πράγμα!

Όντως κάτω από το πρώτο καζάνι εμφανίζεται ο γενειοφόρος και κάτω από το διπλανό ο αμούστακος. Οι «τυραννοκτόνοι¨ έχουν επιστρέψει. Ο Οινοκράτης παίρνει μια βαθειά ανάσα ανακούφισης και δίνει μια επιβραβευτική κατραπακιά στη πλάτη του Φιλήμονα, που δεν πολυκαταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

«Έχω ένα άλογο έξω. Βοήθησέ με να τους βάλουμε σε δύο σάκους και να τους φορτώσουμε».

«Θα κλέψουμε τα αγάλματα; Είσαι καλά;»

«Όχι δα. Δεν τα κουβαλήσαμε από την Ασία για να τα κλέψουμε. Απλώς θα τα ξανα-παραδώσουμε στους ιδιοκτήτες. Έλα μαζί μου Φιλήμονα και να δεις πως θα σου βγει σε καλό. Τι θα έλεγες, ας πούμε, για μία διάκριση στον διαγωνισμό κωμωδίας στα προσεχή Λήναια; Ή προτιμάς τα ¨Διονύσια¨; Εντάξει!  Τί διάκριση… Ένα πρώτο βραβείο θα έλεγα!»

140

*

Στην εξέδρα ανεβαίνει ένας της Φρουράς και κατευθύνεται προς τον Λυκούργο. Η προσοχή όλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Ο φρουρός κάτι λέει ψιθυριστά στον Άρχοντα κι εκείνος αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα στους παρευρισκόμενους. Προφανώς κάποιον ψάχνει. Το βλέμμα του σταματάει πάνω μου. Μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω.

«Ένας που ισχυρίζεται πως είναι υπηρέτης σου, σε ζητάει επειγόντως» μου λέει.

«Ο Οινοκράτης!», λέω και στρέφω τη προσοχή μου στην άκρη του ευρύχωρου κλοιού που οι φρουροί έχουν σχηματίσει γύρω από την εξέδρα.

Ο φρουρός καταφάσκει. «Ναι, έτσι είπε ότι τον λένε».

Δεν έχει πια πολύ φως στο πλάτωμα, έχει σχεδόν νυχτώσει, αλλά τον βλέπω. Με το ένα χέρι υψωμένο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, ενώ με το άλλο κρατάει σφικτά τα χαλινάρια ενός γκρίζου αλόγου. «Είναι όντως ο υπηρέτης μου», λέω. «Κατεβαίνω».

Αφήνω τους υπόλοιπους, μάλλον δυσαρεστημένους που δεν πρόκειται για την αναμενόμενη σύλληψη κάποιου ταραξία και κατευθύνομαι προς τον δαιμόνιο Συρακούσιο. Πλησιάζοντας βλέπω ότι χαμογελάει από το ένα αυτί ως το άλλο. Είναι παραπάνω από προφανές ότι έχει καλά νέα.

Ευτυχώς προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σύντομος. Με τον τρόπο του!

«Ξέρεις τι έχω εδώ μέσα;» μου λέει και μου δείχνει δύο μεγάλους σάκους που κρέμονται εκατέρωθεν της πλάτης του ζωντανού.

Για να μη χάνουμε χρόνο του δίνω τη πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου.

«Βρήκες τα προσωπεία των άγριων διαδηλωτών», του λέω. «Μπράβο Οινοκράτη, είναι κι αυτό κάτι. Μήπως κατάφερες να δεις και τα πρόσωπά τους;»

 «Χα!» κάνει ενώ ταυτόχρονα λύνει το ένα σακί, το τοποθετεί στο έδαφος και το ανοίγει. Παίρνω έναν πυρσό από έναν οπλίτη εκεί δίπλα και τον πλησιάζω στο σκούρο όγκο που ήρθε στην επιφάνεια. Κοιτάζω προσεκτικά. Εάν δεν πρόκειται για αντικατοπτρισμό ή οφθαλμαπάτη, αυτός εδώ είναι ο ¨Αρμόδιος¨.

«Πού;» τον ρωτάω

«Στο Πρυτανείο. Συγκεκριμένα στα μαγειρεία. Εκεί με οδήγησε αυτός που παρακολούθησα. Πολύ κοντά στο σημείο όπου παραδώσαμε τα αγάλματα στους Αθηναίους».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά έχω κάποιες ιδέες που ίσως μας βοηθήσουν στην έρευνα».

«Έλα μαζί μου» του λέω, «αλλά μίλα μόνο αν σου δώσω το λόγο εγώ και πες μόνο όσα μου είπες ως τώρα. Για τις ιδέες σου θα μιλήσουμε διεξοδικά οι δυο μας. Αργότερα».

«Εννοείται», μου απαντάει. «Α, και κάτι άλλο, αυτός εκεί είναι ο παλιός μου φίλος ο Φιλήμονας, μελλοντικός διάσημος κωμικός ποιητής. Με βοήθησε στην ανάκτηση των αγαλμάτων και του εγγυήθηκα πλήρη κάλυψη απέναντι στα αφεντικά του. Δουλεύει εκεί, στο μαγειρείο της Θόλου».

Φωνάζω τους φρουρούς και έρχονται να βοηθήσουν.

Έτσι, μπροστά εγώ, πίσω μου οι προτομές στην αγκαλιά τεσσάρων γεροδεμένων οπλιτών, πιο πίσω περήφανος ο Οινοκράτης και ο -πως τον είπαμε; Φιλήμονας;-  να τα έχει κομμάτι χαμένα, και, ακόμη παρά πίσω, το γκρίζο άλογο που κανείς δε φρόντισε να δέσει κάπου, κατευθυνόμαστε, όλοι μαζί, προς την εξέδρα.

Ανεβαίνω στην εξέδρα μαζί με τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Οι χάλκινες προτομές, οι φρουροί και το άλογο μένουν στο έδαφος. Όπως είναι φυσικό, αισθάνομαι τώρα περισσότερη αισιοδοξία και το μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρο. Μαζεύονται όλοι γύρω μου. Εάν υπήρχε μία ιαχή ανακούφισης θεωρώ ότι θα μπορούσε να αναδυθεί τώρα. Επειδή δεν (νομίζω ότι) υπάρχει, ακούω μόνο μια αυξημένη διάχυτη βαβούρα. Επωφελούμαι από την έκπληξή τους και παίρνω αμέσως το λόγο. Τους εξηγώ τι συνέβη:

Ο υπηρέτης μου ακολούθησε έγκαιρα έναν από τους μεταμφιεσμένους, Δεν μπόρεσε να τον συλλάβει, δεν είχε άλλωστε την σχετική αρμοδιότητα. Τον είδε να κατευθύνεται στη Θόλο, αλλά εκεί έχασε τα ίχνη του. Επειδή είχε από παλιά κάποιους φίλους ανάμεσα στους μαγείρους, κατάφερε να μπει στο παράπλευρο κτίσμα, στο μαγειρείο, και να κάνει μια μικρή αλλά αποτελεσματική έρευνα. Σε μια δευτερεύουσα  αποθήκη, σκεπασμένες με παλιά καζάνια, βρήκε τις προτομές. Νάτες!» Τους δείχνω τα σκούρα χάλκινα αγάλματα που φωτίζονται τώρα από τους πυρσούς των φρουρών. «Είμαι σίγουρος ότι σήμερα ή αύριο η φρουρά θα καταφέρει να εντοπίσει όλους τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τα λοιπά αποψινά συμβάντα».

αρχείο λήψης

Δεν δείχνουν όλοι το ίδιο ενθουσιασμένοι με τις εξηγήσεις μου. Ο Δημοσθένης για παράδειγμα εξακολουθεί να είναι συνοφρυωμένος και στριφνός, αν και δεν ακούω με ακρίβεια όλα όσα λέει κάτω από τα μουστάκια του. Ο Δημάδης πάλι δείχνει πασίχαρης και δε σταματά τα φιλικά και επιβραβευτικά χτυπήματα στις πλάτες του Οινοκράτη και του Φιλήμονα. Ο κύριος λόγος -εικάζω- για τον οποίο ο Αισχίνης δεν γκρινιάζει αυτή τη στιγμή, είναι για να μη φανεί ότι συμφωνεί σε οτιδήποτε με τον Δημοσθένη.

Εμφανώς πιο αναπτερωμένος είναι πια κι ο γέρο -Φωκίωνας, ο οποίος και αναλαμβάνει ξανά τα ηνία. Αφού συνεννοηθεί  για λίγο με τον Λυκούργο, απευθύνεται στην ομήγυρη.

«Μετά από αυτή την αίσια εξέλιξη, θα πρέπει να επιστρέψουμε το γρηγορότερο στην ομαλότητα», λέει. «Οι προτομές μπαίνουν ήδη στη θέση τους και θα φρουρούνται για όσο χρειαστεί».

Κάνει μια παύση για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προσοχή και συνεχίζει: «Τα αποψινά γεγονότα δε πρέπει να μεγαλοποιηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες αυτών που τα προκάλεσαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Θεωρώ ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε, έστω με συνοπτικές διαδικασίες, την αποψινή τελετή. Άλλωστε οι ¨τυραννοκτόνοι¨ επέστρεψαν. Και όπως βλέπετε, ο λαός είναι ακόμη εδώ και, χάρη στα ψητά και τον οίνο που ευφραίνει γενικώς,  μου φαίνεται μάλλον ευτυχέστερος και πιο καλοπροαίρετος  από ό, τι πριν λίγο».

Στρέφεται προς τον Παιανέα: «Εάν ο ευπροσήγορος Δημοσθένης θέλει, νομίζω ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει, έστω και τώρα, την ομιλία που αναγκάστηκε να διακόψει προηγουμένως», και κοιτώντας έναν γύρο τους άλλους, προσθέτει: «Το επιβάλλουν οι αρχές της ισηγορίας που ισχύουν στην πόλη μας».

Ο Δημοσθένης όμως δεν θέλει. Διαφωνεί. Υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που τους έδωσα, ή μάλλον αυτές που μας προμήθεψε ο υπηρέτης μου και ο φίλος του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν τα γεγονότα. Όχι. Εκείνος θα μιλήσει την κατάλληλη ώρα. Όταν θα μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί και γιατί.

«Εντάξει», λέει ο Φωκίωνας, χωρίς να δείξει ότι τον λυπεί ιδιαίτερα η άρνηση του ρήτορα. Ύστερα απευθύνεται σε εμένα:

«Αγαπητέ Εύελπι, είσαι όχι μόνο το τιμώμενο πρόσωπο αλλά και εκείνος που συνετέλεσε στη επίλυση μιας δυσάρεστης -ας τη πούμε έτσι- κατάστασης. Νομίζω ότι δε θα αρνηθείς να πεις λίγα λόγια στον κόσμο, σύμφωνα πάντα με το αρχικό πρόγραμμα της εκδήλωσης, και να κλείσεις έτσι την τελετή».

Του έκανα νεύμα κουνώντας καταφατικά την κεφαλή, ότι δεν είχα αντίρρηση.

«Ωραία. Ας ηχήσει λοιπόν η σάλπιγγα και ας σε αναγγείλει ο κήρυκας. Αμέσως μετά, θα πάμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο για το καθιερωμένο σε αυτές τις περιπτώσεις δείπνο. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πούμε μεταξύ μας με μεγαλύτερη άνεση. Γιατί, μπορεί μεν να είμαι εγώ ο πρεσβύτερος και εκείνος που διαθέτει πολυθρόνα, αλλά καταλαβαίνω ότι κι εσείς, οι νεότεροι, πρέπει να έχετε πιαστεί καθισμένοι τόση ώρα σ’ αυτά τα άβολα έδρανα».

Έτσι η εκδήλωση ολοκληρώθηκε  με μια μικρή δική μου παρέμβαση, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Είπα λίγα. Τα αυτονόητα. Είπα δηλαδή ότι έρχομαι από το μέτωπο της εκστρατείας για να μεταφέρω την εκτίμηση του βασιλιά των Μακεδόνων στην πόλη της Παρθένου Αθηνάς και μαζί τα κειμήλια που έκλεψε παλιότερα ο Ξέρξης. Όμως δεν είμαι άγνωστος στους Αθηναίους, όπως δεν μου είναι άγνωστοι και εκείνοι. Ότι για πολλά χρόνια η οικογένειά μου ζει εδώ, μαζί τους, κάτω από τον ίδιο διαφανή αττικό ουρανό. Ότι η οικογένειά μου μετοίκησε εδώ γιατί πίστευε ανέκαθεν στην ανάγκη οι Έλληνες να είναι ενωμένοι και ισχυροί, αλλά μόνον εδώ μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα αυτές τις απόψεις. Η Αθήνα μας δέχτηκε χωρίς περιορισμούς και όρους και  πως, προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων γι αυτό.

Όσο αφορά στην αποψινή τελετή, τους είπα χαμογελώντας πως νομίζω ότι εν τέλει, οι θεοί, έχουν τρόπους για να δείχνουν τη θέλησή τους, έστω κι αν συνηθίζουν -και μάλλον τους αρέσει- να μας  υποβάλουν σε λογής λογής δοκιμασίες. Σήμερα, κάποιοι θέλησαν να μας διασκεδάσουν χοροπηδώντας μπροστά μας και εξαφανίζοντας (μόνο για λίγο) τις τιμώμενες εικόνες. Τώρα όμως οι προτομές είναι στη θέση τους, οι θεοί πρέπει να μας ατενίζουν με ευαρέσκεια, και εγώ απευθύνω στους Αθηναίους τις βαθιές και από καρδιάς ευχαριστίες μου για την υποδοχή.

Αυτά τους είπα.

Μετά πήγαμε όλοι μαζί στο Πρυτανείο. Ζήτησα την άδεια να κρατήσω κοντά μου τον Οινοκράτη και τον φίλο του. Μου δόθηκε ευχαρίστως. Και κάτι άλλο. Η ψαρόσουπα μου φάνηκε εξαιρετική!

images (13)

(συνεχίζεται)

 

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο πέμπτο: Η τελετή

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

αρχείο λήψης (1)

.

Κεφάλαιο πέμπτο. Τελετή (με εκπλήξεις) στο Λεωκόριο

Στο μέγαρο του βουλευτηρίου υπάρχει παραταγμένο άγημα υποδοχής, καθώς και λοφιοφόρος τελετάρχης που υποδέχεται τον Εύελπι και τον Ευρύνου και τους οδηγεί ως την λιτή αίθουσα-γραφείο του στρατηγού Φωκίωνα. 

Ο Εύελπις σημειώνει με ικανοποίηση ότι, αυτήν τη φορά, δεν υπήρξε καμιά ένσταση που να αφορά στην παρουσία του Ευρύνου στη συνάντηση.  Σε αντίθεση με τον επιφυλακτικό Λυκούργο χτες στη Ζέα, σήμερα, ο γηραιός ηγέτης Φωκίωνας χαιρετά πρώτα τον πατέρα Ευρύνου και συνοδεύει τον  χαιρετισμό με καλά λόγια για την ήρεμη συμβολή του ίδιου, αλλά και των λοιπών υποστηρικτών των ιδεών του αείμνηστου Ισοκράτη,   στην ήρεμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Αθήνα∙ και μάλιστα  σε μια εποχή αλλαγών και εύθραυστων ισορροπιών, όπως η σημερινή.

Έπειτα τον μακαρίζει για την ευτυχία που του επιφύλαξαν οι θεοί, να δει το γιο του να επιστρέφει νικητής από μια πανελλαδική εκστρατεία και μάλιστα φέροντας ως τρόπαιο πίσω στην Πόλη της Παλλάδας ένα από τα σύμβολα της ιδιαιτερότητάς της.

Ύστερα σφίγγει το χέρι του Εύελπι και τον ρωτάει αν θεωρεί ότι η υποδοχή υπήρξε μέχρι στιγμής ικανοποιητική, ή αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Μεγαρέας τον διαβεβαιώνει ότι όλα  μπορούν να θεωρηθούν άψογα.

Ο Φωκίωνας είναι ένας ψηλός καλοστεκούμενος γέροντας με φουντωτά γκρίζα φρύδια, λευκή γενειάδα και λιτή αμφίεση. Έχει πολεμήσει ως στρατηγός και ναύαρχος για τη δόξα της Πόλης των Αθηνών ενάντια στους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες, αλλά δεν υπέκυψε στις φιλοπολεμικές εξάρσεις των ρητόρων όταν θεώρησε ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν αρνητικός και ότι οι προτροπές τους θα κατέληγαν άσχημα για την Αθήνα. Με τη σημερινή ορολογία, σκέφτεται ο Εύελπις,  θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς μετριοπαθή φιλομακεδόνα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθής αντιμακεδόνας. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά χρήσιμες μεν, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βοηθητικές ετικέτες ¨γενικού προσανατολισμού¨. Η πραγματικότητα είναι πιο μπερδεμένη.

Και οι δυο ηγέτες θεωρούνται έντιμοι και αδιάφθοροι και διοικούν την Αθήνα, παρά την έντονη αντιπολίτευση της ομάδας του Δημοσθένη και παρά το ότι οι Αθηναίοι πολίτες δεν παύουν να τους κατακρίνουν και να τους βρίζουν για την αυστηρότητά τους, ενώ βέβαια, παραδόξως, τους υπερψηφίζουν και τους αναθέτουν τις βασικές ευθύνες της πόλης.

Phocion

Ο Εύελπις αποφασίζει να μεταφέρει με ευθύτητα το μήνυμα του Αλέξανδρου προς τον παλαίμαχο αθηναίο ηγέτη.

«Έχω εντολή σεβαστέ Φωκίωνα να σου μεταφέρω τους χαιρετισμούς του Αλέξανδρου, του βασιλέα των Μακεδόνων. Γνωρίζεις ήδη την εκτίμηση που τρέφει για σένα. Και επειδή ο βασιλεύς είναι περισσότερο άνθρωπος των έργων παρά των λόγων, έχω λάβει εντολή να σε ενημερώσω ότι έχει κατατεθεί στο ταμείο του Δελφικού Ναού του Απόλλωνα ένα ποσό εκατό ταλάντων που μπορείς να αναλάβεις και να διαχειριστείς με διακριτική ευχέρεια μόνον εσύ».

Ο Φωκίωνας συνοφρυώνεται περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπουν, από μόνα τους, τα πυκνά του φρύδια, και χαμηλώνει το βλέμμα σκεφτικός. Ύστερα κοιτάζει πάλι τον Εύελπι καταπρόσωπο.

«Θέλω να ευχαριστήσεις τον βασιλιά γι αυτή την γενναιόδωρη προσφορά. Αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα χρηματικό ποσό  που να μην ελέγχεται από επιτροπή εκλεγμένη από τη Βουλή. Είμαι υποχρεωμένος να συμπεριφερθώ έτσι από τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της Πόλης μου. Αν τους καταπατούσα είμαι βέβαιος ότι θα έχανα όχι μόνο την αξιοπιστία απέναντι στους συμπολίτες μου, αλλά και τη δική του εκτίμηση».

Μένει για λίγο σιωπηλός και μετά συνεχίζει. 

«Όμως δε θα ήθελα κατά κανένα τρόπο να τον λυπήσω με την άρνησή μου. Γι αυτό θέλω να του μεταφέρεις ότι θα του είμαι εξ ίσου ή και περισσότερο υπόχρεος αν φροντίσει να επιλυθεί σύντομα το θέμα των αθηναίων αιχμαλώτων. Ναι, αναγνωρίζω ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στο στράτευμα του Δαρείου,  αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να είναι αθηναίοι και είναι φυσικό η πατρίδα να ανησυχεί γι αυτούς.

Η ευμένεια απέναντί τους θα διευκολύνει την δημιουργία της νέας Ελλάδας που θα έχει πια ξεπεράσει τις ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Εγώ από τη μεριά μου εγγυώμαι ότι οι στρατιώτες αυτοί όχι μόνο θα ανανήψουν, αλλά και θα παίξουν στο μέλλον θετικό ρόλο στην εποχή που μόλις τώρα αρχίζει».

Ο Εύελπις διαβεβαιώνει τον στρατηγό ότι θα μεταφέρει το αίτημά του στον βασιλέα και πως ο ίδιος, προσωπικά, το θεωρεί θεμιτό.

240

Ύστερα από λίγο, συνοδευόμενοι από τους οπλίτες του αγήματος κατευθύνονται πεζοί λίγο παρακάτω, μπροστά στον Ναΐσκο του Λεωκόριου,  όπου δίπλα στα υψηλόκορμα και -ομολογουμένως πανέμορφα- αγάλματα των τυραννοκτόνων που έχουν εκπονήσει ο Κριτίας και ο Νησιώτης, είναι τοποθετημένα τα αυθεντικά πρωτότυπα ¨ομοιώματα¨, τα φιλοτεχνημένα από τον Αντήνορα. Αυτά τα τελευταία είναι  σκεπασμένα με υφασμάτινο κάλυμμα, έντεχνα στερεωμένο έτσι ώστε να μπορούν να αποκαλυφτούν με το τράβηγμα ενός μόνο σκοινιού.

 Κάτω από την υψηλή επίβλεψη του άρχοντα βασιλέα Λυκούργου, ο οποίος είναι ήδη εκεί (άλλωστε η έδρα του επιφορτισμένου για τα ιερατικά θέματα βασιλέα, η Βασίλειος Στοά, βρίσκεται κι αυτή εκεί, στην Αγορά, ακριβώς απέναντι από το Λεωκόριο) οι ιερείς ετοιμάζουν τις φωτιές που σε λίγο θα στείλουν στους θεούς τη τσίκνα από τα σφάγια που τόσο τους αρέσει. Εξ άλλου, η προοπτική μιας χορταστικής θυσίας έχει προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον ικανού αριθμού φτωχών κατοίκων του Άστεως που έχουν προστεθεί σε εκείνους που ενδιαφέρονται να δουν τους χάλκινους ήρωες ¨τυραννοκτόνους¨ και να γιορτάσουν την επιστροφή τους.

Lycurgus (1)

«Καλά», ρωτάει ο Εύελπις τον πατέρα του, «πότε ο Λυκούργος εγκατέλειψε την θητεία του ως υπεύθυνος για τα οικονομικά για να αναλάβει τα των Θεών; Πριν φύγω θυμάμαι ότι όλοι τον θεωρούσαν αυστηρό μεν, αλλά  επιτυχημένο διαχειριστή».

«Όντως», του απαντάει ο Ευρύνους, «υπήρξε και είναι καλός διαχειριστής των πόρων της Πόλης. Εν τούτοις έκανε μια απλή διαπίστωση: η θέση του υπεύθυνου για τα οικονομικά δεν πρέπει να ανήκει για πολύ καιρό στο ίδιο πρόσωπο γιατί έτσι αυξάνεται η πιθανότητα ο κάτοχος του αξιώματος να διαφθαρεί από τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Γι αυτό φρόντισε να ψηφιστεί  νόμος που να απαγορεύει σε οποιονδήποτε  να παραμένει σ’ αυτήν τη θέση για πάνω από δύο θητείες. Μετά, φυσικά, παραιτήθηκε».

«Και;» απορεί ο Εύελπις. «Ποιος είναι ο σημερινός διαχειριστής των ταμείων;»

«Ένας που εκλέχθηκε μετά από δική του υπόδειξη. Το όνομά του όμως έχει μικρή σημασία γιατί εκείνος του οποίου η άποψη μετράει για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα οικονομικής φύσεως είναι πάντοτε ο Λυκούργος. Διότι σ’ αυτόν εξακολουθούν να απευθύνονται οι Αθηναίοι πριν πάρουν τις σχετικές αποφάσεις». Ο Ευρύνους χαμογελάει κάτω από τα -ακόμη μαύρα- μουστάκια του. «Τυπική Αθηναϊκή λύση!» λέει. «Και να σημειώσεις ότι όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι».

«Και γιατί βασιλεύς;»

«Γιατί όπως ξέρεις η μόνη εξουσία που έχουν στην Αθήνα οι άρχοντες βασιλείς αφορά στην εποπτεία των θρησκευτικών θεμάτων. Λάβε υπ’ όψιν ότι ο Λυκούργος ανήκει στην ισχυρή ιερατική γενιά των Βουτάδων. Επομένως, μετά την τυπική απομάκρυνσή του από τα Ταμεία, η μάλλον τιμητική θέση του Βασιλέα κρίθηκε ιδεώδης γι αυτόν».

Πατέρας και γιος σταματούν τα ψιθυριστά τους σχόλια για να αντιχαιρετίσουν τον ενθουσιώδη ευπατρίδη με την πλούσια ενδυμασία που κατευθύνεται προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά. «Χαιρετώ τον άξιο συνέλληνα συμπολίτη μου Ευρύνου και τον αξιότιμο γιο του, ο οποίος αποδεικνύει πως η γνώση του Λόγου δεν αποτρέπει, αλλά μπορεί περίφημα να συνυπάρξει με την γενναιότητα των πράξεων»

«Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, άρχοντα Δημάδη», απαντά ο Ευρύνους και σφίγγει το χέρι του αθηναίου ρήτορα-πολιτικού.

«Τον θυμάμαι τόσον δα μικρούλη» συνεχίζει εκείνος δείχνοντας τον Εύελπι, «να ανακατεύεται στα πόδια των μεγάλων και να ενδιαφέρεται ήδη από τότε, τόσο για τα γράμματα, όσο και για τα σχετικά με την διοίκηση των πόλεων. Ο μακαρίτης ο Ισοκράτης έκανε γι αυτόν το μικρό πολλά κολακευτικά σχόλια».

demades

Ο Εύελπις θυμάται κι αυτός τις επισκέψεις του ρήτορα Δημάδη στη σχολή του Ισοκράτη. Εδώ που τα λέμε δύσκολα θα μπορούσε να ξεχάσει, αν όχι την πληθωρική και συνήθως κεφάτη συμπεριφορά του, τουλάχιστον την μόνιμα εντυπωσιακή του αμφίεση.

«Θα πρέπει να βρεθούμε», συνεχίζει απευθυνόμενος στον Εύελπι ο ρήτορας. Ο τόνος του είναι ανέμελος, αλλά το βλέμμα του είναι διεισδυτικό και έντονο.

«Και βέβαια», απαντά ο νεότερος Μεγαρέας. «Ίσως και αύριο…», αλλά ο Δημάδης τον διακόπτει αγγίζοντάς τον στο μανίκι και δείχνοντας του έναν άλλο γνωστό Αθηναίο, που τους πλησιάζει βιαστικά.

«Είμαι σίγουρος ότι καταφτάνει ακόμη ένα αίτημα για επείγουσα συνάντηση…» χαμογελάει. Ύστερα δείχνοντας τον νεοφερμένο στους Μεγαρείς, τον αναγγέλλει: «Ιδού, λοιπόν ο πασίγνωστος Αισχίνης, φίλος των Μακεδόνων και ακραιφνής αντίπαλος του Παιανέα Δημοσθένη!»

«Μη με αναγκάζεις», λέει εκείνος κάνοντας ένα δυσαρεστημένο μορφασμό, «να ακούω ονόματα που μου χαλάνε τη διάθεση, και μάλιστα τη στιγμή που είμαι έτοιμος να χαιρετίσω έναν συμπολίτη που συμμετέχει στην εκστρατεία, και μάλιστα σε στρατηγική θέση». Ο Αισχίνης είναι γκρίζος στα μαλλιά, στο γένι, στα φρύδια, και πιθανότατα στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον ¨άνετο¨ Δημάδη μοιάζει νευρώδης και συντηρητικός. Ο νεοφερμένος χαιρετά τον Ευρύνου και τον Εύελπι.

«Τον δικό σου δεν τον είδα ακόμη», επιμένει κάπως περιπαικτικά ο Δημάδης. «Ήρθε ή θέλει να μας κάνει να τον περιμένουμε;»

«Ο Φωκίωνας δεν πρόκειται να περιμένει κανέναν. Τον ξέρεις».

«Έχεις δίκιο. Άλλωστε να ‘τος κι ο Παιανεύς. Βλέπω το αμάξι του να καταφτάνει». Ύστερα απευθυνόμενος στον Εύελπι: «Τον συνάντησες ήδη τον Δημοσθένη;»

Δημοσθένης

«Όχι. Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τον ξέρω εκ φήμης και εξ όψεως από τότε που ήμουν παιδάκι, γιατί ήδη τότε ήταν διάσημος και αρκετά δημοφιλής σε ορισμένους κύκλους. Θυμάμαι επίσης ότι ο Ισοκράτης τον ανέφερε συχνά ως πρώην μαθητή του που όμως είχε διαφοροποιηθεί από το πνεύμα της Σχολής.  Υποθέτω πάντως ότι θα μου τον παρουσιάσουν επισήμως ή τώρα, ή στο δείπνο μετά την τελετή».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τη γενική προσοχή τραβάει ο Λυκούργος, ο οποίος όρθιος μπροστά στον βωμό και φορώντας πλέον τα ιερατικά του άμφια, υψώνει τα χέρια επιβάλλοντας την γενική ¨ιερή σιγή¨ που προβλέπει το τελετουργικό. Ύστερα από λίγο τα κατεβάζει, υψώνει τη κεφαλή προς τον υπερκείμενο Παρθενώνα και απευθύνεται προς τους Θεούς αρχίζοντας από την πολιούχο Αθηνά, αλλά χωρίς να παραβλέψει την λοιπή ιεραρχία των Αθανάτων.

Με γλώσσα απλή τους εξηγεί ότι οι Αθηναίοι δεν είναι αγνώμονες, αλλά αντίθετα αγαπούν τους θεούς που εισακούουν τις εκκλήσεις και τις προσευχές τους. Και πως ξέρουν ότι εάν η Αθήνα ευημερεί, ίσως περισσότερο από όσο της αξίζει, αν κρίνει κανείς από την ασυνέπεια αρκετών πολιτών σχετικά με τις υποχρεώσεις τους- αυτό οφείλεται στην αγάπη και την εύνοια των Θεών απέναντι στην πόλη της παρθένου Αθηνάς. Σήμερα οι Αθηναίοι είναι εδώ για να ευχαριστήσουν την Θεά  που επιτρέπει στην πολιτεία να επιβιώνει με τιμή και αξιοπρέπεια, αλλά και να υποσχεθούν στους Θεούς ότι και στο μέλλον θα είναι αντάξιοι της επιείκειάς τους.

Ο Λυκούργος κάνει νεύμα προς τους βοηθούς των ιερέων και αυτοί φέρνουν κοντά τα επιλεγμένα σφάγια, με επικεφαλής ένα καλοθρεμμένο κριάρι που τα κέρατά του είναι βαμμένα χρυσαφιά. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός φέρνει τη λεκάνη με το αγιασμένο νερό (τη χέρνιβα) και μια κόρη το καλάθι με τους απαραίτητους κριθαρόσπορους. Ο Βασιλέας ο επί των Θεών παίρνει μια δέσμη από κλαδιά ελιάς που μαζί με την ιερή μάχαιρα είναι τοποθετημένη απ’ την αρχή της τελετής πάνω στο τραπέζι δίπλα στο βωμό, την εμβαπτίζει στην χέρνιβα και ραντίζει πρώτα το (ακόμη) ζωντανό και μετά τους γύρω του παρευρισκόμενους. Ύστερα τους ραίνει με τους σπόρους του κριθαριού και, μετά, παίρνει από τον βωμό το καλοακονισμένο μαχαίρι, κόβει από το ζώο μια τούφα μαλλί και το ρίχνει στην μικρή συμβολική φωτιά που καίει πάνω στον βωμό (παραδίπλα έχουν ήδη φουντώσει οι φωτιές που σε λίγο, προς τέρψιν -και θρέψιν- θεών και πιστών, θα ψήσουν όλα τα ζώα της θυσίας).

Τέλος, ο Λυκούργος -με μια αστραπιαία κίνηση, που δείχνει πόσο καλός στρατιώτης υπήρξε- κόβει το λαιμό του κριαριού.

.

234

Ο Οινοκράτης ξαναβάζει το (ορνιθοσκαλισμένο) λεύκωμα και το καρβουνάκι μεσ’ στο δισάκι και το βλέμμα του εστιάζεται στην τελετή που έχει ήδη αρχίσει. 

Το περιστύλιο στο οποίο έχει  καταφύγει περιβάλλει ένα υπερυψωμένο δημόσιο κτίριο και του εξασφαλίζει καλή θέα στα τεκταινόμενα στο πλάτωμα μπροστά στο Λεωκόριο. Συγκεκριμένα, ο Οινοκράτης βρίσκεται κάτω από τους δωρικούς κίονες που περιβάλλουν την στοά του Πεισιάνακτα, την αποκαλούμενη και Ποικίλη, εξ αιτίας των εικόνων που έχουν φιλοτεχνήσει εδώ διάσημοι ζωγράφοι.

Την επόμενη φορά, σκέφτεται, πρέπει να φέρει εδώ τον Χοντρόη για να του δείξει τις σκηνές από τη μάχη του Μαραθώνα, όπως τις έχει απεικονίσει ο Πολύγνωτος από τη Θάσο. Ή τη μάχη  με τις Αμαζόνες, ή την άλωση της Τροίας…   Και εάν του Χοντρόη δεν του αρέσει η ζωγραφική, θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν όμορφο στεγασμένο χώρο ¨πολλαπλών χρήσεων¨ από τους πιο αγαπημένους των Αθηναίων. Κρίμα που σήμερα δε μπόρεσε να πάρει τον Πέρση μαζί του. Την προσεχή φορά θα τον ανεβάσει στον Παρθενώνα να του δείξει τις περσικές ασπίδες του αναθήματος του Αλέξανδρου στην Παρθένο και μετά θα τον φέρει εδώ, να δει τι σημαίνει Αγορά.

image005

Σήμερα, βέβαια, αν τον είχε εδώ, θα μπορούσε να παρακολουθήσει και πως γίνεται μια δημόσια θυσία στην Ελλάδα. Δε πειράζει, σύντομα θα υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες∙ το μήνα αυτό -που δεν τον αποκαλούν τυχαία Εκατομβαιώνα- από θυσίες άλλο τίποτα!

Σήμερα πάντως ο κόσμος είναι μεν πολύς, αλλά η συγκέντρωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πάνδημη. Ο Συρακούσιος θυμάται ότι στο παρελθόν έχει δει άλλες, με πολύ μεγαλύτερη προσέλευση. Εκείνο πάντως που του κάνει κάποια εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στους παρόντες υπάρχουν πολλοί νεαροί αθηναίοι. ¨Αυτοί, πριν τέσσερα χρόνια, όταν φύγαμε από την Αθήνα θα πρέπει να ήσαν ακόμη παιδιά νιάνιαρα¨, σκέφτεται.

Η προσοχή του Οινοκράτη αποσπάται από τους οσμηρούς καπνούς που αναδύονται απ’ το πλάτωμα και στρέφεται προς τέσσερεις γεροδεμένους σκλάβους που καταφτάνουν μεταφέροντας ένα πολυτελές φορείο. Οι βαστάζοι σταματούν εκεί κοντά του και εναποθέτουν το φορείο στο έδαφος, αφού πρώτα κατεβάσουν τα στηρίγματα που θα το κρατήσουν στέρεα υπερυψωμένο, σε ικανή απόσταση από τη γη. Μετά παρατάσσονται γύρω του. Ο Οινοκράτης το παρατηρεί προσεκτικότερα, διακρίνει την επιβάτιδα και χαμογελάει. Αυτό το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, η κυρά Φρύνη αποφάσισε να βγει από το μέγαρό της και να μη χάσει το θέαμα. Ωστόσο προτίμησε να μη πλησιάσει τους επίσημους, στο κέντρο, αλλά να παρακολουθήσει την εκδήλωση κάπως ¨εκ του μακρόθεν¨ και κάπως ¨αφ’ υψηλού¨.

Την στιγμή εκείνη προσέχει ότι στην περιφέρεια του συγκεντρωμένου κόσμου, καταφτάνει ακόμη ένα όχημα, αυτή τη φορά ένα κλειστό σκεπασμένο κάρο, που το σέρνουν δύο άλογα και στο οποίο οι ανοιχτές μπροστινές θέσεις του ηνίοχου και του συνοδού του καλύπτονται από πλατύ σκίαστρο φτιαγμένο από ψίαθο. Οι δυσδιάκριτοι οδηγοί φορούν κι αυτοί ψάθινες καυσίες μακεδονικού τύπου, που, απ’ ό, τι φαίνεται, τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει του συρμού[1] και στην Αθήνα.  Το όχημα σταματάει πίσω από μια γέρικη ελιά, η οποία το κρύβει κάπως από το πλάτωμα, όχι όμως και από την υπερυψωμένη θέση του Συρακούσιου. Το βλέμμα του θα προσπερνούσε αδιάφορα το νεοφερμένο κάρο, εάν από τα πλαϊνά του ανοίγματα, δεν άρχιζαν να βγαίνουν κάτι πλάσματα ακαθόριστου περιγράμματος που αφήνουν τον Οινοκράτη άναυδο!

¨Τι είναι πάλι αυτά τα τέρατα;¨, απορεί και, ταυτόχρονα, αρχίζει να ανησυχεί.

.ph6

Ο γέρο-Φωκίωνας είναι στρατιωτικός και όχι ρήτορας. Επί πλέον είναι γνωστό ότι θαυμάζει τους Λακεδαιμόνιους, όχι μόνο επειδή ξέρουν να χειρίζονται τα όπλα, αλλά και επειδή δεν συνηθίζουν να πλειοδοτούν στα λόγια.  Όταν είναι αναγκασμένος να μιλήσει δημόσια, όλοι ξέρουν ότι θα είναι επιγραμματικός και συγκεκριμένος. Στην Αθήνα τέτοιοι ομιλητές, αυτήν την εποχή, είναι μάλλον σπάνιοι άρα συνήθως καλοδεχούμενοι. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Καθώς ο Πρυτανεύων παίρνει το λόγο, η βαβούρα του πλήθους μειώνεται, αν και κάποιες ασυντόνιστες φωνές, αδιευκρίνιστου περιεχόμενου εξακολουθούν να αναδύονται από τα άκρα της συγκέντρωσης.

Ο Φωκίωνας, με κοφτές φράσεις, χωρίς σχήματα λόγου και με λιγοστά έως καθόλου επίθετα απευθύνεται επισήμως στον Εύελπι, ως απεσταλμένο από το μέτωπο της Κοινής Πανελλαδικής Εκστρατείας  κατά των Περσών, αλλά είναι φανερό ότι στην ουσία απευθύνεται στο λαό των Αθηνών. Ευχαριστεί τον Αλέξανδρο για την απόφαση, αλλά και τον Μεγαρέα για την υλοποίηση, της επιστροφής των ιστορικών κειμηλίων και, κοιτάζοντας τον Λυκούργο που (ως αρμόδιος επί των Θεών) κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, καθησυχάζει τους Αθηναίους ότι η θεά Νέμεση δεν παραμελεί τα καθήκοντά της.

Ύστερα υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει ο αθηναϊκός στόλος στην στήριξη και τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων ξηράς και ολοκληρώνει λέγοντας ότι είναι βέβαιος ότι αυτός ο αποφασιστικός ρόλος θα αναγνωριστεί πλήρως και ότι μελλοντικά ο έλεγχος των θαλασσών δεν θα αφεθεί ούτε στους Φοίνικες που επί αιώνες υπήρξαν σύμμαχοι και εντολοδόχοι των Περσών, αλλά ούτε και σε πόλεις όπως η Ρόδος ή άλλες, που έως πρόσφατα συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι επιδοκιμασίες που ακολουθούν τον λόγο του Φωκίωνα είναι λίγες και συμμαζεμένες. Ο ίδιος δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδράσεις του πλήθους και επιστρέφει στην πολυθρόνα του, στο κέντρο της εξέδρας των επισήμων, ενώ στο βήμα ανεβαίνει ο Δημοσθένης.

Ο Δημοσθένης δε μοιάζει να έχει αλλάξει καθόλου αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σκέφτεται ο Εύελπις. Είναι πάντα λεπτός και η  ηλικία του, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμη. Απόψε φοράει έναν ποδήρη θερινό χιτώνα που τον κάνει να φαίνεται ψηλότερος από όσο πραγματικά είναι. Το πρόσωπό του δείχνει περισσότερα: Έναν άνθρωπο θεληματικό, επίμονο, συστηματικό, όσο κανένας άλλος από τους σημερινούς ρήτορες-πολιτικούς της Αθήνας. Δεν έχει ίσως τον αυθορμητισμό και την ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, όπως για παράδειγμα ο Δημάδης,  αλλά κάτι τέτοιο θα του ήταν άχρηστο, αφού κάθε φορά που παίρνει το λόγο είναι πλήρως προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει και πως θα το πει. Και εκείνο που κυρίως δείχνει να ξέρει καλά είναι ότι η γλώσσα και ο λόγος μπορούν να ασκήσουν εξουσία περισσότερο αποτελεσματικά απ’ όσο οι σπάθες και τα δόρατα. Τουλάχιστον στην εκλεπτυσμένη δημοκρατική Αθήνα.

Να ’τος λοιπόν ο ¨υπ’ αριθμόν ένα¨ εχθρός των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο!

Ή μήπως ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός, όπως άλλωστε αρκετά από τα επιχειρήματά του;  Μήπως άραγε δεν είναι οι Σπαρτιάτες εκείνοι που έμπρακτα αντιτάχθηκαν στη μακεδονική επεκτατικότητα και που θα μπορούσαν επάξια να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο; Αυτοί δεν είναι που ηγήθηκαν της πρόσφατης εξέγερσης στην Πελοπόννησο και μάλιστα ύστερα από εξακριβωμένες επαφές με τους Πέρσες; Ή, πιο μπροστά, οι Θηβαίοι, που το πλήρωσαν εξ άλλου πολύ ακριβά;

Θα είχαμε ίσως μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα  εάν γνωρίζαμε τα ακριβή κίνητρα και τις απώτερες προθέσεις του Δημοσθένη, σκέφτεται ο Μεγαρέας. Πατριωτισμός; Ιδιοτέλεια; Ξεροκεφαλιά;

.

Ο Δημοσθένης ξέρει πως σήμερα μιλάει στο λαό και όχι στους βουλευτές και έχει προσαρμόσει το ύφος του ανάλογα. Η γλώσσα του είναι πιο απλή και πιο επιγραμματική.

Αρχίζει μιλώντας για την Πόλη και τα περασμένα της μεγαλεία. Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έφτασε ψηλά γιατί αντιμετώπισε και νίκησε την τυραννία ή οποία άλλωστε, όπως όλοι ξέρουν, ως καθεστώς δεν έχει πολλές διαφορές από τη βασιλεία. Κατηγορεί τους Αθηναίους πως δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε στα ρεύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και να υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα. «Όμως», σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα σκεπασμένα ομοιώματα των τυραννοκτόνων, «ξέρουμε όλοι καλά ποια είναι η τελική μοίρα των τυράννων!»

Τότε συμβαίνει κάτι το απρόσμενο. Κάποιο αόρατο χέρι κόβει το σκοινί που κρατάει σκεπασμένα τα αγάλματα του Αντίνορα. Το πανί πέφτει. Ο Δημοσθένης δείχνει έκπληκτος. Ξέρει ότι η αποκάλυψη των αγαλμάτων προβλέπεται να γίνει μετά το τέλος των ομιλιών και ότι θα την κάνει ο ίδιος ο Φωκίωνας στο όνομα του συνολικού αθηναϊκού λαού. Σκέφτεται ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος από τους χειριστές και ότι το ύφασμα είχε στερεωθεί ελαττωματικά. Ξεπερνά πάντως με ψυχραιμία την προσωρινή έκπληξη και ετοιμάζεται να συνεχίσει το λόγο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι από το συγκεντρωμένο πλήθος αρχίζουν να εκφέρονται κραυγές δυσνόητες, που όμως φανερώνουν στην αρχή έκπληξη και μετά οργή!

Στρέφει κι αυτός την προσοχή του προς τα αποκαλυφθέντα αγάλματα, προς τα οποία κοιτάζει και το πλήθος που φωνασκεί. Τι συμβαίνει άραγε; Δεν αρέσουν στο πλήθος; Τι περίμεναν να δουν; Αφού τα γνήσια πρωτότυπα αγάλματα δεν τα έχει ξαναδεί ποτέ κανένας από τους παρόντες. Όταν τα ¨απήγαγε¨ ο Ξέρξης εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κανείς τους δεν είχε ακόμη γεννηθεί.

Ο Δημοσθένης στενεύει τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα πάνω στους σκούρους όγκους των αγαλμάτων. Πρόκειται για προτομές. Η μια του είναι άγνωστη, ή άλλη όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ανά το Πανελλήνιο, αν όχι άλλο, από την χαρακτηριστική σπαρτιάτικη περικεφαλαία. Πρόκειται για τον γνωστότερο Λακεδαίμονα στρατηλάτη: τον Λεωνίδα τον εκ των Αγιαδών, βασιλέα της Σπάρτης. Με άλλα λόγια τον Λεωνίδα της μάχης των Θερμοπυλών!

image002 (1)

Ο Δημοσθένης ξέρει ότι οποιαδήποτε απρόβλεπτη κρίση μπορεί να την χειριστεί καλύτερα αν βρίσκεται επί του βήματος των ομιλητών, παρά μακριά από αυτό. Γι αυτό διστάζει να εγκαταλείψει την προνομιούχο θέση, αλλά εν τέλει δεδομένου ότι κανείς δε του δίνει πλέον σημασία, παρά όλοι φωνάζουν, και δεδομένου επίσης ότι ανάμεσα στους επίσημους επικρατεί μάλλον γενικευμένη απορία και προσωρινή αδράνεια, τελικά κατεβαίνει στο πλάτωμα και προσπαθεί να παραμερίσει τον κόσμο και να πλησιάσει στις προτομές, πράγμα αρκετά δύσκολο.

«Ποιος είναι ο άλλος» ρωτάει έναν φωνασκούντα διαμαρτυρόμενο.

«Ο άλλος είναι ο αδελφός του! Ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, ο βασιλιάς Κλεομένης! Έτσι γράφει από κάτω».

 Ο Δημοσθένης προσπαθεί να κάνει ακόμη μερικά βήματα προς τις προτομές, αλλά τότε συμβαίνει ακόμη κάτι το αναπάντεχο.

Ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας μπαστούνια, χτυπώντας χάλκινα κύμβαλα και χοροπηδώντας  κυκλικά γύρω από τις προτομές με άτεχνο πρωτόγονο τρόπο, εμφανίζονται  ορισμένες τρομακτικές μορφές, σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για να απεικονίσουν τους χειρότερους εφιάλτες των μυθικών ηρώων.

(συνεχίζεται)

Βασίλειος Στοά(1)

 

[1] Συρμός: Συμπεριφορά ή τάση που ¨σέρνεται¨ ανάμεσα σε αλληλομιμούμενους πολίτες

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος ΣΤ΄, Κεφάλαιο δεύτερο: Η Κυρά Φρύνη απορεί…

Posted by vnottas στο 3 Ιουλίου, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

agora market

Μέρος ΣΤ΄Κεφάλαιο δεύτερο: Οινοκράτης προς Πουλχερίδιον (Η κυρά Φρύνη απορεί…)

Αγαπητό Πουλχερίδιο, αυτή τη φορά δεν έχω να σου διηγηθώ περιπετειώδεις και εναγώνιες ιστορίες. Ωστόσο κάτι μου λέει ότι, τόσο εσύ, όσο και η κυρά σου η Θαίδα που κατάγεται από αυτά εδώ τα μέρη, θα πρέπει να βρείτε ενδιαφέροντα τα παρακάτω νέα από τη καθημερινή, ¨ανθρώπινη¨ ζωή σε αυτή τη τόσο ζωντανή μεγάλη πόλη όπου μόλις επιστρέψαμε.

Ας αρχίσω λοιπόν αξιέραστο Πουλχερίδιο,   λέγοντάς σου ότι για την επιστροφή μας είχε οργανωθεί μεγάλο γλέντι στον οίκο του αφέντη Ευρύνου.  

Όπως ευχόμουνα από καρδιάς, η οικογένεια είναι καλά και, μάλιστα, έχει αυξηθεί. Η Δανάη, η κόρη του πρεσβύτερου αφέντη -μικρό κοριτσάκι μου φαινόταν όταν ξεκινήσαμε για την εκστρατεία- είναι πια μια όμορφη μικροπαντρεμένη κυρά.  Ένα παλικάρι ονόματι Αθηνογένης, παλιός παιδικός φίλος του κυρίου μου του Εύελπι -μολονότι ακραιφνής αθηναίος,  την είχε ζητήσει σε γάμο πέρυσι. Ο Ευρύνους, κατά βάθος ξέρω ότι θα προτιμούσε να κάνει γαμπρό έναν Δωριέα, αλλά, έχοντας ανέκαθεν πάρει θέση ενάντια σε αυτού του είδους τις διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη ζωηρή επιθυμία της μοναχοκόρης του, είχε συναινέσει. Εμείς, στην Ασία (εγώ κι ο κύριος Εύελπις) τα είχαμε, βέβαια, μάθει όλα αυτά κι είχαμε χαρεί, αλλά άλλο είναι να συμμετέχεις σε μια τέτοια χαρά από μακριά και άλλο να την ζεις μαζί με τους πρωταγωνιστές της.

Επειδή ο Αθηνογένης είναι ορφανός από μητέρα, το νεαρό ζευγάρι θα παραμείνει μέχρι τον τοκετό και την περίοδο της λοχείας σε εμάς, κάτω από τις φροντίδες της κυράς Άνθεμης της συμβίας και μητέρας των νόμιμων κληρονόμων του Ευρύνου, που διοικεί με ικανότητα και αρχοντιά τον οίκο των Μεγαρέων στην Αθήνα.

Φαντάζεσαι λοιπόν σε τι πελάγη ευτυχίας πλέει τώρα ο γέρο Ευρύνους και η κυρά  Άνθεμη: Επιστροφή του μοναχογιού και έλευση ενός επιγόνου!

Αγαπητό Πουλχερίδιο, ξέρω πως κατάγεσαι από την Ιωνία, αλλά δεν ξέρω αν έχεις επισκεφτεί την Αθήνα κι αν γνωρίζεις τα κατατόπια. Εγώ, που όπως ξέρεις κατάγομαι από τις Συρακούσες, μια αδιαμφισβήτητα όμορφη πόλη της Δύσης, δεν διστάζω να αναγνωρίσω ότι η Αθήνα με γοητεύει. Και μπορώ να πω ότι αυτήν την έλξη της πόλης πάνω μου τη συνειδητοποίησα σαφέστερα τώρα που επέστρεψα εδώ ύστερα από μακρόχρονη απουσία.

Θα σου πω λοιπόν ότι ένιωσα ανυπόκριτη χαρά διασχίζοντας και πάλι το άστυ χθες, πρώτη μέρα της επιστροφής, έστω κι αν ο αττικός ουρανός είχε πάρει να σκουραίνει και δεν διέκρινα πολλά πράγματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Ευρύνου είχε βραδιάσει για τα καλά. Η ευρύχωρη έπαυλη που του έχει παραχωρηθεί και που βρίσκεται λίγο έξω από τα τείχη του άστεως, στους πρόποδες του κωνικού δασωμένου λόφου που  ονομάζεται Λυκαβηττός, έλαμπε από δεκάδες φανούς, δαυλούς και κεριά. Γείτονες και φίλοι είχαν φτάσει από νωρίς και μας περίμεναν στη δροσιά του κήπου.

Δύσκολο να σου περιγράψω τη χαρά, τη συγκίνηση, τις αγκαλιές, τα δάκρια, τα ενθουσιώδη λογύδρια, τις πανηγυρικές φωνές, το ελαφρό, αρωματικό, ρετσινάτο κρασί, τη μουσική και τα τραγούδια από τους κιθαρωδούς που πλαισίωναν αυτή τη ξεχωριστή βραδιά. Να σου πω μόνο ότι το προσωπικό του Οίκου, είχε ζητήσει την άδεια να ετοιμάσει ξεχωριστή γιορτή για μένα, μια άλλη μέρα, αλλά η κυρά Άνθεμη τους είχε εξηγήσει ότι η γιορτή που η ίδια προετοίμασε θα είναι εξ ίσου αφιερωμένη στο γιό της τον Εύελπι και στον πιστό και αφοσιωμένο Οινοκράτη.  Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον Εύελπι και μένα που ήμασταν οι τιμώμενοι και ούτως ή άλλως κάπως συνεπαρμένοι απ’ τη συγκίνηση του νόστου, εκείνος που έμοιαζε κατ’ εξοχήν να  χαίρεται και να απολαμβάνει τη γιορτή, μιλώντας μάλιστα ακατάσχετα (και ανενδοίαστα) τα ιδιότυπα ελληνικά του, ήταν ο φίλτατος Χονδρόης, που όλα αυτά του φαίνονταν συμπαθητικά, αξιοπερίεργα και, βεβαίως, κάπως εξωτικά.

Όταν η γιορτή τέλειωσε και οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν, ζήτησα από τους φίλους μου του υπηρετικού προσωπικού να μου στρώσουν για απόψε έξω, σε μια γωνιά του πίσω κήπου. Ήθελα πριν αποκοιμηθώ να κοιτάξω τα σπινθηροβόλα αστέρια και να ξανακούσω το τραγούδι των γρύλων των Αττικών.

.

Την επόμενη μέρα, πέρασα σχεδόν όλο το πρωί απαντώντας στις ασταμάτητες ερωτήσεις της κυράς Άνθεμης και της μικρής κυρίας Δανάης σχετικά με τα γεγονότα και τη ζωή στην εκστρατεία∙ ύστερα, όταν ο αφέντης Εύελπις ξύπνησε, μου υπενθύμισε ότι έπρεπε να περάσω από τον οίκο του Παλαμήδη στη συνοικία του Κεραμικού και να τον συνοδέψω στην επίσκεψή του στη κυρά Φρύνη που το μέγαρό της βρίσκεται κοντά στην Οδό των Τριπόδων κάτω από την Ακρόπολη. Να μη ξεχάσω επίσης να της υποβάλω τα σέβη του Εύελπι, τους χαιρετισμούς που μέσω εκείνου της στέλνει η Θαϊδα και να προσθέσω ότι θα την επισκεφτεί και ο ίδιος μια από τις επόμενες μέρες, μόλις ξεμπερδέψει με τα επείγοντα καθήκοντά του.  

Στο σπίτι του Παλαμήδη, αγαπητό Πουλχερίδιο, επικρατούσε ανάλογη κατάσταση με το δικό μας, δηλαδή μεθεόρτια. Αν και η σύζυγος και τα παιδιά του βετεράνου βρίσκονταν χτες στη Ζέα και είχαν λάβει μέρος όλοι μαζί στην ευχαριστήρια θυσία και τις χοές που είχε τελέσει αυτοπροσώπως ο Άρχων Βασιλέας Λυκούργος, επιστρέφοντας πίσω στον Κεραμικό, βρήκαν μια ακόμη εορταστική υποδοχή από συγγενείς, γείτονες και φίλους.  Επομένως η νύχτα υπήρξε μακρά, αλλά ο αγουροξυπνημένος Παλαμήδης ήταν ευδιάθετος ή μάλλον ευτυχής και αφού με κέρασε τα δέοντα, διαφημίζοντάς τα ως εξαιρετικές μαγειρικές δημιουργίες της συζύγου και των θυγατέρων του, έδωσε εντολή να ετοιμάσουν το υποζύγιο και το όχημα με το οποίο ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης.

Ξέρω πως το να συναντήσεις την Κυρά Φρύνη δεν είναι εύκολο πράγμα και ότι απαιτεί υπομονή, καθώς ο κατάλογος των επίδοξων επισκεπτών της είναι μακρύς και γεμάτος ονόματα διάσημων και εύπορων Αθηναίων. Ωστόσο, όταν αναγγείλαμε ότι είμαστε φορείς μιας επιστολής της Θαΐδας, (πες το αυτό στην κυρά σου, θα χαρεί) η αναμονή υπήρξε ελάχιστη και σύντομα βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το αρχοντικό προϊόν της πιο εύχαρης ονειροφαντασίας των θεών, στο οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο για να αποφευχθεί  κάθε κίνδυνος αθέλητης βασκανίας, δόθηκε το όνομα ενός βάτραχου[1].

Τον βετεράνο πολεμιστή Παλαμήδη, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ξέρω ότι παθιάζεται εύκολα με τα παιχνίδια της τύχης και της συγκυρίας, αλλά, κατά τα άλλα, είναι ένας πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Δε πίστευα λοιπόν ότι θα έμενε με το στόμα ανοιχτό να παρατηρεί ενεός τις αεράτες κινήσεις του πανέμορφου κορμιού της Κυράς, κάτω από το λεπτό πολύπτυχο φόρεμά της, καθώς μας υποδεχόταν χαμογελαστή.

Τέλος πάντων, μόλις ξεπεράσαμε την πρώτη αθέλητη ταραχή, ο Παλαμήδης έβγαλε από το δισάκι του τον κύλινδρο που περιείχε το γράμμα της Θαΐδας και τον παρέδωσε στην Φρύνη. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά δεν άνοιξε τη συσκευασία, παρά την τοποθέτησε στο ανάκλινδρο δίπλα της, προφανώς για να διαβάσει την επιστολή αργότερα, με την ησυχία της. Ύστερα, αφού μας ρώτησε τα τυπικά για το ταξίδι και τα αυτονόητα για την πορεία των μαχών στην μακρινή Ασία (και εμείς την διαβεβαιώσαμε ότι οι μάχες εξακολουθούν να είναι για εμάς νικηφόρες και μόνο νικηφόρες!)  έδειξε ότι υπήρχε ένα θέμα που την απασχολούσε κάπως ιδιαίτερα και για το οποίο θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες.

«Δεν ξέρω αν μου γράφει σχετικά η Θαίδα, αλλά εάν η επιστολή της καθυστέρησε στα Σούσα και στην Τύρο, όπως μου είπατε, μάλλον τα γεγονότα συνέβησαν μετά… και δε θα πρόλαβε να τα σχολιάσει…»

Την κοιτάξαμε και οι δύο ερωτηματικά.

«Λέω για την πυρπόληση της Περσέπολης, για την οποία τα νέα έφτασαν εδώ πρόσφατα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλές και αντιφατικές φήμες. Εσείς μάλλον θα ξέρετε καλύτερα τι συνέβη».

Και εδώ τα ίδια, σκέφτηκα. Ύστερα μέσα μου ξύπνησε ξαφνικά και πάλι ο διερευνητικός, ανιχνευτικός και φιλομαθής Οινοκράτης και έτσι, αντί να απαντήσω, όπως θα ήταν κόσμιο, ότι ούτε εγώ ούτε ο Παλαμήδης ήμασταν στην Περσέπολη όταν έγινε το κακό, την ρώτησα με τη σειρά μου:

«Τι ακριβώς λένε οι φήμες;»

«Εξαρτάται. κυκλοφορούν όπως σας είπα πολλών λογιών σχόλια.  Εσείς λείπετε τέσσερα χρόνια, αλλά η κατάσταση εδώ, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Κυριαρχεί πάντοτε η διένεξη ανάμεσα στους φίλους των Μακεδόνων και τους ενάντιους. Το περίεργο είναι ότι και μέσα σ’ αυτά τα δύο ¨στρατόπεδα¨ για το θέμα της φωτιάς στην Περσέπολη κυκλοφορούν  διαφορετικές εκδοχές. Μερικοί φιλομακεδόνες υποστηρίζουν ότι η Περσέπολη κάηκε -και ¨καλά τους κάνανε¨ – από τον Αλέξανδρο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι επιεικής απέναντι στην Περσική αυτοκρατορία, τουλάχιστον όσο ο Δαρείος είναι  ζωντανός και αντιστέκεται. Άλλοι πάλι, από το ίδιο πολιτικό ρεύμα, λένε πως ο Αλέξανδρος σκοπεύει να ενσωματώσει Πέρσες και Μακεδόνες σε μια νέα μικτή αυτοκρατορία και ότι η Θαίδα, ενεργώντας κάτω από εντολές αθηναϊκής προέλευσης παρακίνησε τους Μακεδόνες να κάψουν την πρωτεύουσα πόλη των Περσών, για να υπονομευτεί μια τέτοια πολιτική. Αλλά αυτή η ενέργεια, λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη, αν όχι ολέθρια, και μπορεί, το λιγότερο, να στοιχίσει στην Αθήνα τις τωρινές καλές σχέσεις με τον βασιλέα».

Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Τώρα και οι δύο την κοιτούσαμε, όχι μόνον ερωτηματικά, αλλά και με θαυμασμό που δεν οφειλόταν πια στο τέλειο παρουσιαστικό, ούτε στη βαθειά μουσικότητα της φωνής της, αλλά στην ευχέρεια με την οποία συνέθετε και παρουσίαζε την περιπλεγμένη πολιτική ζωή των Αθηναίων.  Η Φρύνη μας κοίταξε κι αυτή για λίγο με τα ελκυστικά γαλάζια μάτια της. Ήταν φανερό ότι της άρεσε να μιλάει για τα πολιτικά και ότι ήξερε, θα έλεγα, περισσότερα από όσα εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς ότι ξέρει.

«Αλλά και οι ενάντιοι στην μακεδονική επιρροή, οι κλασικοί αθηναίοι πατριώτες, δεν έχουν μια ενιαία εκδοχή για τα γεγονότα της Περσέπολης», συνέχισε η Φρύνη. «Μερικοί, οι πιο φανατικοί ας πούμε, είδαν μόνο την ευκαιρία να αναδείξουν μια ακόμη ηρωίδα των καιρών. Την Θαίδα που εκδικείται! Οι Μακεδόνες δεν μετράνε σ’ αυτή την εκδοχή. Η παρτίδα παίχτηκε ανάμεσα στους Πέρσες και την Ελληνοπούλα! Εκείνη γκρέμισε τα παλάτια τους και, ασφαλώς, ¨καλά τους έκανε¨. Οι Αθηναίοι είναι εξαιρετικά καλοί στο να φτιάχνουν ήρωες όταν τους χρειάζονται». Χαμογέλασε πάλι, σα να ζητούσε την κατανόησή μας. «Άλλοι αθηνοκεντρικοί πάλι, λένε ότι η πυρπόληση και η καταστροφή για λόγους εφήμερης σκοπιμότητας δεν  ανήκει στις Αρχές και τις Αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Ιστορία, λένε, μας έχει δώσει τα μαθήματά της και όλοι αισθανόμαστε ακόμη το άγος της Μήλου. Επομένως κανένας αθηναίος δημοκράτης δεν θα διανοείτο ποτέ να προξενήσει μιαρές καταστάσεις, έστω έμμεσα και έστω κι αν μιλάμε για απομακρυσμένες περιοχές της υφηλίου. Εσείς που ήσασταν εκεί, στην εκστρατεία, πείτε μου: ποιοι έχουν περισσότερο δικιο;»

Πήρα το λόγο πρώτος για να αποτρέψω ενδεχόμενες υποκειμενικές εξομολογήσεις του Παλαμήδη.

«Θελκτική και αγαπημένη των Αθηναίων Φρύνη, δυστυχώς όταν συνέβη ο εμπρησμός ούτε ο ευπατρίδης Παλαμήδης από ‘δω, ούτε ο υποφαινόμενος δούλος σου Οινοκράτης βρισκόταν στην Περσέπολη. Ήμασταν και οι δύο στα Σούσα, όπου τα όσα κυκλοφόρησαν για τα γεγονότα της Περσέπολης είναι εξ ίσου ποικίλα με εκείνα που μόλις ανέφερες. Όμως ήταν εκεί ο κύριός μου ο Εύελπις του Ευρύνου. Θεωρώ  ότι όταν -μια από τις επόμενες μέρες- θα σε επισκεφτεί, θα μπορέσει ίσως να σε διαφωτίσει σχετικά. Τώρα θα θέλαμε να μας επιτρέψεις να αναχωρήσουμε γιατί σε λίγο, στην Αγορά, θα γίνει τελετή για την επανεγκατάσταση των αγαλμάτων των τυραννοκτόνων και ο Παλαμήδης από δω έχει το καθήκον να είναι παρόν.

«Είναι τελετή ή συνεδρίαση που θα εκδώσει ψήφισμα; Θέλω να πω είναι για όλο το λαό ή μόνο για τους άρρενες;»

«Απ’ ότι ξέρω, είναι παλλαϊκή γιορτή».

«Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. ίσως αργότερα περάσω κι εγώ από εκεί»

Θυμήθηκα ότι είχα μάθει και κάτι άλλο που την αφορά.

«Α, και κάτι άλλο, ωραιότατη Φρύνη. Παραλίγο να το ξεχάσω. Από ό, τι έμαθα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, από φίλους μου της ημεροδρομικής υπηρεσίας, ανάμεσα στα δέματα που μετέφεραν τα πλοία, υπάρχει και ένα για σένα. Αποστολέας είναι και σ’ αυτό η κυρά Θαΐδα. Υποθέτω ότι όπου να ‘ναι θα σε ειδοποιήσουν σχετικά».

«Σε ευχαριστώ αγαπητέ Οινοκράτη και εσένα αγαπητέ Παλαμήδη, μας χαμογέλασε η Ωραία και εγώ σκέφτηκα ότι είναι όμορφο να ακούς το όνομά σου -έστω το παρατσούκλι σου, από ένα τέτοιο στόμα..

  .

«Πόσων χρονών την κάνεις;» με ρώτησε ο Παλαμήδης, καθώς κατεβαίναμε την μαρμάρινη εξωτερική σκάλα του μεγάρου.

«Δεν την κάνω. Ξέρω πόσων χρονών είναι ακριβώς!»

«Πώς έτσι, σου εκμυστηρεύτηκε την ηλικία της η ίδια;»

«Ας πούμε ότι έχω πρόσβαση σε κάποιες παραπανίσιες πληροφορίες που δεν είναι για όλους».

«Ε, λοιπόν πόσο είναι;»

«Επειδή κρίνω ότι δεν διακυβεύεται τίποτα το εξαιρετικά σημαντικό για τη δημόσια ασφάλεια», γέλασα, «θα σου πω».

«Λοιπόν;»

«Το ισοδύναμο δέκα ολυμπιάδων συν ένα. Με άλλα λόγια ετών τεσσαράκοντα ένα».

«Μα τους αρχιδαιμόνους αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ τη γυναίκα μου!»

«Είναι ο Κρόνος Χρόνος που παίζει τα παιχνίδια του», τον παρηγόρησα.

«Λες; Είναι κι αυτό θέμα τύχης;»

«Έτσι φαίνεται, αλλά και θέμα καλλυντικών ουσιών. Το πεσκέσι που στέλνει η Θαίδα, απ’ όσο ξέρω, περιέχει τέτοιες ουσίες. Εσύ έφερες ανάλογα δώρα στη συμβία σου;»

«Γαμώτο, όχι».

«Τότε μη παραπονιέσαι και κοίτα να επανορθώσεις».

.

Πήραμε την  Οδό των Τριπόδων, ύστερα την κεντρική λαοφόρο οδό των Παναθηναίων και μαζί με δεκάδες πολιτών που έκαναν την ίδια διαδρομή, κατηφορίσαμε προς τον Ηριδανό ή, πιο συγκεκριμένα, προς το σημείο εκείνο όπου ο παραπόταμος του Ιλισού έχει υπογειοποιηθεί από τον καιρό του Πεισίστρατου, για να περάσει από πάνω η οδός της τελετουργικής παρέλασης. Εκεί ο δρόμος των  Παναθηναίων διασταυρώνεται με την οδό της Αγοράς σχηματίζοντας οξεία γωνία και, εκτός από τα αγάλματα των δώδεκα θεών, υπάρχει το Λεωκόρειο, δηλαδή ο ναΐσκος προς τιμή του αρχαίου βασιλιά Λεώ, που είχε θυσιάσει τις κόρες του για το καλό της πόλης (κάτι τέτοια τα συνήθιζαν οι βασιλιάδες άλλοτε). Στο σημείο αυτό οι τυραννοκτόνοι είχαν καθαρίσει τον Ίππαρχο και εκεί βρίσκονταν τα γνήσια χάλκινα ομοιώματά τους πριν τα αρπάξει ο Ξέρξης.  

Πρέπει να πω ότι καταλαβαίνω την περιέργεια των αθηναίων που θέλουν να δουν πώς είχαν απεικονιστεί οι περίφημοι τυραννοκτόνοι, από εκείνους που τους είχαν δει ζωντανούς, γιατί όλοι ξέρουν ότι τα όμορφα αγάλματα που έχουν αντικαταστήσει τα πρωτότυπα στην αγορά, είναι εκδοχές δεόντως εξωραϊσμένες.

.

Ο ήλιος έπλεε προς τα δυτικά (όπως το συνηθίζει) και η περίεργη ξερή, αρωματισμένη αττική δροσιά απλωνόταν στο γύρο. Όπου να ‘ναι η τελετή η αφιερωμένη στην ανάκτηση των χάλκινων ¨φονέων των τυράννων¨ θα άρχιζε.

Ο Παλαμήδης, πολίτης νομιμόφρων  και τυπικός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία με άφησε για να πλησιάσει τους φίλους της φυλής του (ανήκει στη Λεοντίδα φυλή, με επώνυμο ήρωα τον Λεώ που λέγαμε παραπάνω).

Εγώ βρήκα έναν αναπαυτικό πάγκο σε ένα γειτονικό περιστύλιο, και περιμένω γιατί θέλω ν’ ακούσω το χαιρετισμό που θα απευθύνει στον Αθηναϊκό λαό ο Εύελπις. Μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, και ενώ άρχισαν να αγορεύουν οι λοιποί επίσημοι, ο νους μου ταξιδεύει σ’ σένα αγαπητό Πουλχερίδιο. Έβγαλα λοιπόν απ’ το δισάκι μου ένα λεπτό λεύκωμα[1] και με το καρβουνάκι μου άρχισα να ορνιθοσκαλίζω τις σκέψεις μου προς εσένα. Αύριο κιόλας θα σου τις στείλω. Α, ναι, να θυμηθώ να βάλω και ένα υστερόγραφο: Θα σου γράψω:

ΥΓ Θέλω να ελπίζω αγαπητό μου Πουλχερίδιο ότι η επιστολή μου θα φτάσει ως εσένα σε χρόνο ελάχιστο. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχω επικαλεστεί σχετικά (και πλουσιοπάροχα) τον αγγελιοφόρο Ερμή, και τη μικρή θεά Ίριδα, αλλά και επειδή κάποιες υπηρεσίες μου εκτιμήθηκαν δεόντως τελευταία, και μου αποδόθηκαν μερικά προνόμια. Ανάμεσά τους και κάποια προτεραιότητα στην υπηρεσία των Ημεροδρόμων.

Ο εσαεί πιστός θαυμαστής σου, Οινοκράτης.

300px-cottabos_player_louvre_ca1585

[1] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Μνησαρέτη από τις Θεσπιές αποκλήθηκε Φρύνη επειδή το δέρμα της ήταν λείο και διάφανο όπως του ομώνυμου βάτραχου (φρύνος).

[2] Λεύκωμα: ξύλινη, κατά κανόνα, επιφάνεια, βαμμένη λευκή όπου μπορούσε κανείς να γράψει με διάφορα μέσα.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή (και μια σημείωση)

Posted by vnottas στο 1 Ιουνίου, 2017

Σημείωση για τους φίλους που παρακολουθούν τις αναρτήσεις με το (υπό εκπόνηση) ιστορικό μυθιστόρημα

images (2)

Λέω να κάνω κάποιες αλλαγές στη δομή του (υπό διαδικασία συγγραφής) ιστορικού μυθιστορήματος και θα ήθελα να ενημερώσω σχετικά όσους παρακολουθούν αυτό το συγγραφικό παιχνίδι.

α. Το Πέμπτο Μέρος είχα πρόθεση να το αφιερώσω στις περιπέτειες των ηρώων κατά την παραμονή τους στην Αθήνα του 330 πΧ, όμως η εξιστόρηση, όπως είδατε, σκάλωσε κάπως στην Τύρο, με αποτέλεσμα να είμαστε ήδη στο ένατο κεφάλαιο και μόλις που έχουμε αντικρύσει, στο βάθος, τους Αθηναϊκούς λόφους.  Επομένως μου φαίνεται σωστό να αυτονομήσω αυτά τα εννιά κεφάλαια ως πέμπτο (ταξιδιωτικό) μέρος, και να ανοίξω ένα αυτοτελές έκτο με τα (πάντοτε υπό επινόηση/συγγραφή) αθηναϊκά δρώμενα.

β. Από τα εννέα κεφάλαια του ταξιδιού της επιστροφής στην Αθήνα των ηρώων (και των χάλκινων τυραννοκτόνων),  σας έχω ήδη κοινοποιήσει τα οκτώ και σήμερα δημοσιεύω το ένατο. Όμως προτίθεμαι στη τελική εκδοχή το ένατο να αλλάξει θέση με το όγδοο και επομένως το τρέχον Ε΄ μέρος να καταλήγει με τα σχόλια και τις επεξηγήσεις του Οινοκράτη καθώς ενημερώνει περί των Αθηνών τον Χονδρόη. Μόνο που χρειάστηκε να προσθέσω μια μικρή παράγραφο στο (νυν όγδοο και από δω και μπρος ένατο και τελευταίο) κεφάλαιο του Ε΄ μέρους, όπου ο Οινοκράτης προειδοποιεί τον φίλο του πώς στην Αθήνα θα προσπαθήσουν να λύσουν πολλά μυστήρια, μερικά από τα οποία τον αφορούν (τον Οινοκράτη) προσωπικά.

γ. Το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα (θα μπει στη θέση του νυν όγδοου ως το προτελευταίο του Ε΄μέρους), αφηγείται τις σκέψεις του Εύελπι καθώς η νηοπομπή πλησιάζει στον Πειραιά,. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια να ενημερωθεί κάπως ο αναγνώστης σχετικά με το (κυρίως πολιτικό) σκηνικό που θα βρουν οι ήρωές μας με το που θα (ξανά) πατήσουν το πόδι τους στην Αττική.

*

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

  images (7)

 Κεφάλαιο όγδοο: Επιστροφή. (Οι προβληματισμοί του Εύελπι…)

 Περίεργα, αλλόκοτα συναισθήματα με διαπερνούν. Επιστρέφω. Άγνωστο για πόσο, αλλά σε λίγο θα είμαι πάλι στην Αθήνα. Ήδη μου φαίνεται πως νιώθω τις μυρουδιές της. Είναι αξιοθαύμαστο πώς διαδίδονται οι μυρουδιές στην Αττική! Και πώς μαζί τους κουβαλάνε, όσο τίποτα άλλο, δονήσεις και αισθήματα απ’ το παρελθόν.

Πόσο μακριά βρίσκεται αυτό το παρελθόν; Δεν ξέρω. Οι χρονογραφές των ιερέων καταγράφουν τέσσερα μόλις χρόνια από τότε που ξεκίνησα, άμαθος και γεμάτος αισιοδοξία από το λιμάνι του Πειραιά, αλλά για μένα τα όσα συνέβησαν από τότε θα μπορούσαν να έχουν διαρκέσει πολύ περισσότερο. Εκεί που βρισκόμουν εγώ αυτά τα χρόνια, ο κόσμος άλλαζε κι εξακολουθεί να αλλάζει καταιγιστικά και τώρα σκέφτομαι – όχι χωρίς κάποια ανησυχία: άραγε έχει αλλάξει εξ ίσου και η Αθήνα;

Εγώ ναι, έχω αλλάξει αρκετά. Υποθέτω ότι τώρα είμαι πιο σοφός, υποθέτω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τα κίνητρα των ανθρώπων και διακρίνω διαυγέστερα τα νήματα που πλέκουν τις ιστορίες τους. Αλλά η ωρίμανση, η σοφία, η επίγνωση, μήπως μου έχουν μειώσει την ικανότητα να ευτυχώ με  τα απλά πράγματα που με συγκινούσαν και με ενθουσίαζαν άλλοτε;

Θέλοντας και μη οι σκέψεις μου γυρνούν για μια στιγμή στην εκστρατεία και τα όσα εξακολουθούν να ρέουν και να διαμορφώνονται εκεί. Το καταπονημένο αλλά ήρεμο πρόσωπο του Καλλισθένη, η αποφασιστική νευρώδης φιγούρα του Ευμένη, τα ανδραγαθήματα, οι πολιτικοί ελιγμοί, οι σκευωρίες, όλα όσα διακυβεύονται στην αχανή Ασία, ενώ οι πολεμιστές επελαύνουν και καθώς νέοι τρόποι σκέψης και  νέοι τρόποι διοίκησης αναδύονται από το καζάνι όπου οι παλιοί ανακατεύονται, κοχλάζουν και ανασυντίθενται.   

Όμως δε θα ήμουν ειλικρινής με εμένα τον ίδιο, αν δεν παραδεχόμουν ότι πίσω από όλα αυτά στο νου μου κυριαρχεί μια άλλη μορφή. Όμορφη όσο ποτέ κι όμως με κάνει να μελαγχολώ. Προς τι να το κρύψω όταν ακόμη και ο Οινοκράτης το έχει καταλάβει και ανησυχεί; 

Είναι η μορφή εκείνης-που-εξακολουθεί-να-με-παιδεύει. Εκείνη, η προικισμένη με όλες τις χάρες, εκείνη που ξαφνικά και εκεί που δεν το περίμενα, έγινε προσιτή… και αμέσως ύστερα και πάλι απρόσιτη. Εγώ έπρεπε να φύγω, είχε αποφασιστεί. Δεν είχα το χρόνο να αντιδράσω στην άρνησή της να με ακολουθήσει.

Μαζί της πίσω στην Αθήνα θα ήταν σαν να μου είχαν προσφέρει ένα δώρο οι θεοί. Δεν μου παραχωρήθηκε. Μαζί της οπουδήποτε θα ήταν μια ανέλπιστη ευτυχία. Όμως ούτε κι αυτό προβλεπόταν για μένα. Τώρα ταξιδεύω ανάμεσα σε γλυκόπικρες σκέψεις, χωρίς αυτήν… κι όμως σχεδόν κάθε στιγμή, θελημένα ή άθελα, μαζί της.

images (24)

Από τα άλλα πλοία της νηοπομπής φτάνουν ως τα εδώ οι φωνές των απόμαχων πολεμιστών, ανακατεμένες με τα τριξίματα των κουπιών, τα πλαταγίσματα των πανιών και τα κρωξίματα απ’ τα θαλασσοπούλια. Οι ερέτες κωπηλατούν και τραγουδούν συγκινητικά παλιά αθηναϊκά άσματα του νόστου. Όπως αυτοί έτσι κι εγώ χαίρομαι που, όπου να ‘ναι, θα δω τους δικούς μου και χαίρομαι, ακόμα, με τη χαρά που θα πάρουν κι εκείνοι βλέποντάς με.  

Ως και οι πρέσβεις, δείχνουν ευχαριστημένοι και έχουν πάψει να μουρμουρίζουν διατυπώνοντας τις γνωστές, συνήθεις αν όχι πάγιες ¨διπλωματικές¨  επιφυλάξεις τους. Όταν δεν προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις προθέσεις μου για το τι ακριβώς θα κάνω στην Αθήνα (πράγμα, όπως και να το κάνουμε, συμβατό με τα διπλωματικά τους καθήκοντα) ή να με κολακέψουν ως ¨σχεδόν Αθηναίο¨ που έχει τη σπάνια ευκαιρία να συμβάλει στην απονομή ιστορικής δικαιοσύνης προς την πόλη της Παλλάδας, αφιερώνονται σε ανώδυνους υπολογισμούς και προβλέψεις.

Υπολογίζουν ότι είμαστε στο μήνα  Σκιροφοριώνα κι ότι, ακόμα κι αν χάσουν τους ιππικούς αγώνες που γίνονται κάθε τέτοιο μήνα και είναι αφιερωμένοι στον Δία, σίγουρα θα βρισκόμαστε στο Άστυ καθώς θα μπαίνει ο Εκατομβαιώνας και μαζί του το νέο έτος. Επομένως έχουμε μπροστά μας Παναθήναια και μάλιστα τα Μεγάλα, τα ανά τετραετία, που πάει να πει  Παναθηναϊκούς αγώνες, ανοιχτούς σε αθλητές, καλλιτέχνες  και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Με ρωτούν αν συμφωνώ, και εγώ τους λέω ότι έτσι είναι, έχουν δίκιο, τίποτα δεν είναι σαν τα αθηναϊκό καλοκαίρι, ιδίως όταν, κάθε τέσσερα χρόνια,  περιλαμβάνει τις γιορτές των Μεγάλων Παναθηναίων. Δεν αναφέρω καθόλου τις ανταγωνιστικές Ολυμπιακές γιορτές (οι τελευταίοι πανελλήνιοι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν πριν τρία χρόνια) κι έτσι δε τους χαλάω τον ενθουσιασμό.

images (9)

Ο Παλαμήδης, ο βετεράνος πολεμιστής που, ύστερα από θερμή παράκληση του Οινοκράτη, ταξιδεύει στο ίδιο πλοίο με μας, είναι καλή παρέα.

Διαπίστωσα ότι έχει άποψη για ό, τι συμβαίνει στην εκστρατεία και πέρασα πολλές ώρες του ταξιδιού συζητώντας μαζί του για όσα διακυβεύονται στην Ασία.  Μου μίλησε και για κάποια προβλήματα των πολεμιστών, που απ’ ότι φαίνεται δεν είναι επαρκώς γνωστά στην ηγεσία. Πολλοί οπλίτες, ικανοί και άξιοι στο πεδίο της μάχης, είναι αντίθετα άμαθοι και αφελείς σε ό, τι έχει να κάνει με το χρήμα και τις συναλλαγές. Κάποιοι επιτήδειοι (συνακολουθούντες ή και ντόπιοι ασιάτες) εκμεταλλεύονται αυτήν την απειρία και απομυζούν σκοτεινά κέρδη -νομίσματα και λάφυρα- φτιάχνοντας μεγάλες αν και αφανείς περιουσίες. Θυμήθηκα ότι κάτι μου είχε αναφέρει σχετικά ο Οινοκράτης (ή μήπως ήταν ο Ευρυμέδοντας;)  πριν την αναχώρηση, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα της προετοιμασίας δεν είχα δώσει επαρκή σημασία. Τώρα βλέπω ότι ο Παλαμήδης ενδέχεται να έχει δίκιο και καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε τη κατάσταση προτού πολλοί οπλίτες βρεθούν ξαφνικά καταχρεωμένοι.

Τα λόγια του βετεράνου με έκαναν να θυμηθώ τα όσα μου είπε ο Ευμένης για την επιθυμία του Αλέξανδρου να μάθει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στρατεύματος, προκειμένου να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη συνέχιση ή όχι της προέλασης  (μετά την -προβλεπόμενη- εξουδετέρωση του Δαρείου).  Σκέφτομαι ότι αν επιχειρηθεί μια τέτοια διερεύνηση είναι πιθανό να έρθουν στην επιφάνεια πολλές απρόβλεπτες πτυχές της κατάστασης που επικρατεί στη βάση της στρατιάς. Αποφασίζω ότι θα είναι καλό να αναφέρω τις διαπιστώσεις του απόμαχου στον Καλλισθένη στην επόμενη επιστολή μου.

Με τον Παλαμήδη μιλάμε και για ο Άστυ των Αθηνών. Λείπει κι αυτός από κει πάνω-κάτω όσο κι εγώ. Όπως κι εγώ, προσπαθεί να ξαναμπεί κάπως στο κλίμα της πόλης για να μη φανεί απληροφόρητος κι αποξενωμένος όταν ξεμπαρκάρει. Γι αυτό, κάθε τόσο, ζητάει από τους πρέσβεις πληροφορίες για τα όσα έχουν συμβεί στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

Οι πρέσβεις δεν ξανοίγονται ιδιαίτερα και τηρούν την διπλωματική τους επιφυλακτικότητα, προπαντός όταν η κουβέντα αφορά στις πολύπλοκες πολιτικές ισορροπίες της Αττικής και όταν οι ίδιοι βρίσκονται σε πλήρη νηφαλιότητα. Που πάει να πει ότι  γίνονται κάπως πιο ομιλητικοί σε δυο περιπτώσεις: Όταν τυχαίνει η συζήτηση να συνοδεύεται από υγρά κατασκευάσματα βακχικής προέλευσης και Οινοκρατικής παρασκευής και, βέβαια,  όταν τα θέματα αφορούν στα καλλιτεχνικά και τα αθλητικά δρώμενα…

Από αυτά που ήδη ξέρω, λόγω της μακρόχρονης παραμονής μου στην πόλη της Παλλάδας, αλλά και έχοντας ενημερωθεί όσο γίνεται πιο αναλυτικά από τους προϊστάμενούς μου και τις υπηρεσίες, πριν την αναχώρηση, καθώς και από αυτά που συμπεραίνω  από τα υπαινικτικά σχόλια που ξεφεύγουν από τους πρέσβεις, η κατάσταση που, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρω στην Αθήνα άμα τη αφίξει, σε γενικές γραμμές, έχει ως εξής:

Πρώτα η γενική πολιτική κατάσταση.

Η εξουσία στην Αττική, βέβαια, εξακολουθεί να ασκείται με βάση την αθηναϊκή επινόηση του ¨αρχηγεύοντος Δήμου¨ που αποκαλείται ¨Δημοκρατία¨ και  που αποτελεί βασική συνιστώσα του πανελλήνιου γοήτρου  των Αθηνών, ενώ κάποιες παραλλαγές της εφαρμόζονται και στις πόλεις που τελούν κάτω από την Αθηναϊκή επιρροή.

Στο κυρίαρχο όργανο αυτού του πολιτεύματος, τη Συνέλευση των Πολιτών, (ή Εκκλησία του Δήμου, όπως την αποκαλούν οι Αθηναίοι) οι συσπειρώσεις, εδώ και καιρό, δεν είναι πια εκείνες του παρελθόντος. Δεν είναι πια διακριτοί, όσο άλλοτε, οι ¨ολιγαρχικοί¨ σε αντιπαράθεση με τους ¨δημοκρατικούς¨, ή, ας πούμε, οι ¨παράλιοι (ναυτικοί, έμποροι)¨ κόντρα στους ¨μεσόγειους¨ (κτηματίες), ή τους ¨ορεινούς¨ (φτωχοί αγρότες και κτηνοτρόφοι)  ή τους κατοίκους του κεντρικού άστεως, τους επιλεγόμενους και ¨αστούς¨ (όπου συγχρωτίζονται οι διοικητικοί με τους βιοτέχνες, τους καλλιτέχνες  και αδιευκρίνιστους άλλους).  Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, -σημεία των καιρών- στη Συνέλευση έχουν σχηματιστεί δύο κυρίαρχες ομάδες: από τη μια μεριά οι φίλοι των Μακεδόνων και από την άλλη οι κεντρομόλοι Αθηνοκεντρικοί. Δίπλα σε αυτά τα δύο ¨κόμματα¨υπάρχουν (αν και -εκ των πραγμάτων- σε  κρίση), οι μικρότερες ομάδες των κρυπτο-λακωνιζόντων και, πιθανώς να επιβιώνουν ακόμη και κάποιοι κρυπτο-μυδίζοντες.

Πολλούς από όλους αυτούς τους γνωρίζω από παλιά. Ίσως όμως την τελευταία τετραετία να αναδείχτηκαν στη δημόσια ζωή της πολιτείας και άλλα, νέα πρόσωπα,  που να μην τα ξέρω και τα οποία  έχουν διαφύγει της προσοχής των υπηρεσιών  που παρακολουθούν τις εξελίξεις απ’ τους μακρινούς σταθμούς της ασιατικής εκστρατείας

Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι ότι, εδώ που τα λέμε, στην πολιτική ζωή, -της κατά τα άλλα καινοτόμου Αθήνας- κυριαρχούν οι γηραιοί (εξηντάρηδες και βάλε), ενώ η ηγεσία της εκστρατείας αποτελείται ως επί το πλείστον από νέους κάτω των τριάντα ετών. Πάντως τίποτα δεν αποκλείει οι ¨παλιοί¨ των Αθηνών να έχουν αναπροσαρμόσει τις απόψεις τους,  γιατί αυτή η τελευταία τετραετία έχει φέρει τα πάνω κάτω σε ολόκληρη την υφήλιο.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει έγκυρα να διαπιστώσω πόσο ειλικρινής είναι φιλία εκείνων που αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του Αλέξανδρου στην ελληνική επέκταση (και τους νέους συσχετισμούς που προκύπτουν από αυτήν) και εάν εκείνοι που εκπροσωπούν αυτή την τάση είναι πρόσωπα αξιόλογα και αξιοσέβαστα ή αν έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις τους οι συνήθεις αφερέγγυοι καιροσκόποι.  Δηλαδή θα πρέπει να εξακριβώσω ποιοι ακολουθούν τους Μακεδόνες επειδή θεωρούν πως είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα όσα είχε οραματιστεί για τους Έλληνες ο δάσκαλος Ισοκράτης και ποιοι, αντίθετα, τους υποστηρίζουν απλά και μόνο επειδή επωφελούνται από το να είναι με τους ισχυρότερους, είτε αυτοί είναι Μακεδόνες, είτε Λακεδαιμόνιοι είτε Πέρσες.

Πριν την θριαμβευτική εξόρμηση του Αλέξανδρου προς ανατολάς, οι κύριοι εκπρόσωποι των φιλικά διακείμενων προς τους μακεδόνες βασιλείς στην Αθήνα, πέρα από τον ειρηνιστή Εύβουλο που όντας πλέον πάνω από εβδομήντα πέντε ετών,  έχει αποσυρθεί από τα κοινά, και τον Φιλοκράτη (εκείνον της ομώνυμης ¨ειρήνης¨, που βρίσκεται ακόμη αυτοεξόριστος με μια θανατική ποινή που δεν έχει ακόμα αρθεί, να επικρέμεται στην κεφαλή του), ήταν -και απ’ ό, τι φαίνεται εξακολουθούν να είναι- ο Αισχίνης από το δήμο των Κοθωκιδών και ο Δημάδης από την Παιανία.

Οι δυο τους διαφέρουν στην ηλικία κατά μία δεκαετία, (πάνω κάτω εξηντάρης σήμερα ο Αισχίνης, πενηντάρης ο Δημάδης) και κατάγονται και οι δύο από τα φτωχά στρώματα του Αθηναϊκού πληθυσμού. Ο πατέρας του Αισχύνη ήταν εγγράμματος δούλος που χειραφετήθηκε πολεμώντας για την Αθηναϊκή Δημοκρατία, ενώ του Δημάδη ήταν βαρκάρης. Μοιάζουν επίσης στο ότι και οι δυο, στην αρχή της πολιτικής τους ζωής, αντιμετώπισαν την μακεδονική επέκταση ως κίνδυνο για την Αθήνα, όμως αργότερα άλλαξαν γνώμη, διαφοροποιήθηκαν από τον πολυπράγμονα, αλλά συνεπή αντιμακεδόνα Δημοσθένη και ηγήθηκαν της παράταξης των φιλομακεδόνων. Κατά τα άλλα μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο Αισχύνης, μοιάζει συνεπής στις αρχές που τώρα διακηρύσσει, ενώ τον Δημάδη οι περισσότεροι τον θεωρούν καιροσκόπο και θηρευτή πολιτικών (και οικονομικών) ευκαιριών.

όπλα

Όμως, πιο σημαντική από την τη διερεύνηση των προσκείμενων, είναι η ανάλυση της επιρροής των ενάντιων, δηλαδή εκείνων που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Αθήνα, παρά τις ήττες και τις απώλειες των πρόσφατων χρόνων, μπορεί ακόμη να αποτελέσει την ηγέτιδα δύναμη των ελλήνων.

Εγώ που επιστρέφω από μια εκστρατεία που ανατρέπει και εξαρθρώνει βασίλεια και αυτοκρατορίες, αν δεν γνώριζα από κοντά τις αθηναϊκές ιδιομορφίες, θα απορούσα με την ανθεκτικότητα και την επιμονή με την οποία η Αθήνα εξακολουθεί να διεκδικεί όχι μόνο αυτονομία αλλά και ηγετικό ρόλο στις τρέχουσες εξελίξεις. Εγώ όμως ξέρω ότι οι Αθηναίοι είναι μαθημένοι όχι μόνο να συμμετέχουν στη διοίκηση της πόλης τους, αλλά και η πόλη τους να παίζει αποφασιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Επομένως πολύ δύσκολα θα ανεχθούν μία παγκόσμια τάξη στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται σε κάποιο απομακρυσμένο αυτοκρατορικό  κέντρο. Ξέρω, επίσης ότι ανάμεσα στους αντιμακεδόνες υπάρχουν ορισμένα σπινθηροβόλα πνεύματα.

Επικεφαλής τους βρίσκεται ο πασίγνωστος πλέον ρήτορας Δημοσθένης, που πρέπει να είναι πλέον περίπου πενήντα τεσσάρων ή πενήντα πέντε ετών. Μαζί του ο γηραιότερος (πρέπει να ‘χει πατήσει τα εξήντα), ευπατρίδης   Λυκούργος, από την ιερατική γενιά των Βουτάδων, ικανός διαχειριστής των οικονομικών που, παρά ταύτα, δεν έχει χάσει την φήμη του ¨υπεράνω χρημάτων¨. Στην ίδια περίπου ηλικία και ο παλιός μαθητής του Ισοκράτη, ο πλούσιος και καλοζωισμένος ρήτορας Υπερίδης. Ίσως, κατα τη διάρκεια της απουσίας μου από την Αθήνα να έχουν αναδειχτεί και ανάμεσα στους αντιμακεδόνες, άλλα, νεότερα στελέχη.

Πάντως, από ότι φαίνεται, ο κυριότερος, από τους αθηναίους ηγέτες αυτή τη στιγμή είναι ο ικανός τηρητής ισορροπιών, (γηραιός κι αυτός, πάνω από εβδομήντα) στρατηγός Φωκίωνας, που συνδυάζει τις εξής αντιφατικές ιδιότητες: Αφενός (όντας παλιός ολιγαρχικός και φιλολάκων) μοιάζει να είναι ένας από τους λιγότερο δημοφιλείς πολιτικούς της Δημοκρατίας, ο οποίος όμως, παρά την αντιδημοτικότητά του, εξακολουθεί να εκλέγεται αδιάκοπα σε καίριες θέσεις και να επηρεάζει αποφασιστικά τα τεκταινόμενα. Αφετέρου, όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα σπάνιο δείγμα (τουλάχιστο για τη σημερινή αθηναϊκή δημοκρατία) αδιάφθορου και ανυστερόβουλου πολιτικού ηγέτη. Ο Αλέξανδρος τον εκτιμά ιδιαίτερα και η υπηρεσία μού έχει αναθέσει ειδική μεταχείριση σε ό, τι τον αφορά.

Παράλληλα με την αξιολόγηση των καταστάσεων και των χαρακτήρων που επικρατούν στην πολιτική ζωή της πόλης της Παλλάδος, θα πρέπει να διερευνήσω, με άκρα διακριτικότητα, πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της Αθήνας με τον αντιβασιλέα Αντίπατρο. Είναι αναμενόμενο ότι ο Μακεδόνας στρατηγός, μόλις συνέλθει από την επώδυνη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη, θα ασχοληθεί ειδικότερα με τους Αθηναίους. Μέχρι στιγμής δεν έχει ενημερώσει την ηγεσία για τις ακριβείς προθέσεις του, και πιθανώς θεωρεί πλεοναστικό ή και περιττό να ζητήσει κατευθυντήριες γραμμές από το επιτελείο της εκστρατείας, αλλά είναι εξ ίσου πιθανό να έχει κατ’ ευθείαν επαφή με τον Αλέξανδρο. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο Βασιλιάς επιθυμεί συμπληρωματική πληροφόρηση για τη δράση του αντιβασιλέα. Ο Ευμένης θεωρεί ότι οι ανησυχίες του Αλέξανδρου για τη συμπεριφορά του Αντίπατρου οφείλονται σε καταγγελίες της βασιλομήτορος Ολυμπιάδας, η οποία είναι γνωστό ότι αντιπαθεί τον στρατηγό που αντικαθιστά το γιο της στο βασίλειο της  Μακεδονίας.

Ο Ευμένης ήταν αρκετά σαφής σχετικά με αυτό το θέμα. Θα πρέπει να εξακριβώσω εάν ο Αντίπατρος έχει ήδη διεισδύσει ¨αυτόνομα¨ στους κύκλους της Αθηναϊκής ηγεσίας ή όχι, καθώς επίσης πώς τον αντιμετωπίζουν γενικότερα οι έλληνες του νότου.

5greca

Όμως δεν ξεχνώ ότι ο βασικός λόγος που είμαι εδώ, ο λόγος για τον οποίο ο Καλλισθένης με πρότεινε για αυτήν την αποστολή, είναι η αποκατάσταση της επαφής της ομάδας μας με τον δάσκαλο Αριστοτέλη. Η κρισιμότητα των καιρών που διανύουμε, η αναγκαιότητα να ληφθούν οσονούπω αποφάσεις που θα επηρεάσουν τον απώτερο βίο των Ελλήνων και παράλληλα η ανάπτυξη στην αυλή του Αλέξανδρου οργανωμένων ανταγωνιστικών ομάδων με απρόβλεπτη επιρροή, καθιστούν αναγκαία και επείγουσα μια διαβούλευση εκείνων που δρουν στο μέτωπο της Εξόρμησης με τους Σοφούς που μπορούν να συμβάλουν έστω από τα μετόπισθεν. Δηλαδή (επί της ουσίας) με τον εγκυρότερο σημερινό φιλόσοφο: τον Αριστοτέλη.  Επί πλέον η αλληλογραφία με τους σοφούς των μετόπισθεν θα πρέπει να επανα-κωδικοποιηθεί έτσι ώστε να  προφυλαχτεί από τις παρεμβάσεις και τις υποκλοπές των -όλο και πιο επικίνδυνων- ¨άλλων¨

Ο Σταγειρήτης όχι μόνο έχει άποψη για την εκστρατεία, αλλά και ξέρει καλά πρόσωπα και πράγματα. Πέρα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που τρέφει για τον ¨πνευματικό του πατέρα¨ ιδιαίτερη εκτίμηση αν όχι αγάπη, τον υπολογίζουν και τον σέβονται πολλοί από τους νεαρούς μακεδόνες στρατηγούς που υπήρξαν κι αυτοί μαθητές του.  Εάν αυτήν τη στιγμή είναι καθοριστικής σημασίας κάποιος να συμβουλέψει τον βασιλιά, έτσι ώστε το Μεγάλο Επίτευγμα να μην συρρικνωθεί σε μια σειρά αιματηρών συγκρούσεων προς άγραν χρυσού και επιβολής, δεν υπάρχει ιδεωδέστερος από τον Αριστοτέλη.

Ο Καλλισθένης θα επιθυμούσε να μιλήσει ο ίδιος με τον Δάσκαλο, όμως ο τραυματισμός του απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να αναλάβω εγώ έναν μεσολαβητικό ρόλο.

Immagine19

Να ‘μαι λοιπόν να πλέω με την πλώρη στραμμένη προς τα λιμάνια του Πειραιά και να αναλογίζομαι πως θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα.

Και… δεν είναι μόνο αυτά… (χαμογελάω). Είναι και η εκδούλευση που έχω υποσχεθεί στον Άρπαλο, καθώς και οι χαιρετισμοί που πρέπει να μεταφέρω από την Θαϊδα στη κυρά – Φρύνη.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο ένατο. Στο βάθος: αι Αθήναι

Posted by vnottas στο 17 Απρίλιος, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

212643

Κεφάλαιο όγδοο: Στο βάθος Αθήναι

Είναι μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα, πρωί. Η νηοπομπή έχει πάρει το τριγωνικό σχήμα της αιχμής του βέλους και στοχεύει τη στεριά που έχει φανεί στο βάθος, βορειοδυτικά. Το άσπρο σημάδι πάνω στη κορυφή των βράχων δε μπορεί παρά να είναι ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Η εμφάνισή του σημαίνει ότι ο Ιχθυόφιλος Τριαινοφόρος τους έχει συμπαρασταθεί ως το τέλος και ότι, όπου να ‘ναι, το ταξίδι ολοκληρώνεται αισίως.

Η πρώτη επιτροπή υποδοχής που συναντούν μπαίνοντας στον Σαρωνικό κόλπο είναι μια παρέα γλάροι, ασυντόνιστοι και ατομικιστές, που παίρνουν να στριφογυρίζουν  ανάμεσα στους ιστούς και τα, στραβοφουσκωμένα απ’ το βορειοδυτικό αεράκι,  ιστία. Οι κρωγμοί τους καλύπτουν  για μια στιγμή τους παφλασμούς των κυμάτων πάνω στα σκάφη και το ρυθμικό ήχο των κουπιών που βυθίζονται στα γαλάζια νερά για να βοηθήσουν κι αυτά την πλεύση. Τα κρωξίματα συναγωνίζονται για λίγο, με τρόπο χλευαστικό θα ‘λεγε κανείς, τους ήχους των τυμπανιστών που παροτρύνουν και συντονίζουν τους κωπηλάτες και μετά, οι γλάροι, ο ένας μετά τον άλλο, απομακρύνονται ακολουθώντας ένα κοπάδι σαρδέλες που κατευθύνεται προς τις ακτές της Αίγινας.

Ύστερα από λίγο στρίβουν και τα πλοία για να πάρουν πορεία παράλληλη με την νοτιοδυτική ακτή της Αττικής χερσονήσου.

δ

Ο Οινοκράτης είναι καθισμένος πάνω σε μια κουλούρα καραβίσιο σκοινί και επιθεωρεί την ακτή που παρελαύνει.

«Δεν φαίνεται από εδώ», λέει στον Χοντρόη, «αλλά πίσω από το ναό του Ποσειδώνα βρίσκεται ο τόπος στον οποίο οι Αθηναίοι οφείλουν πολλά, και κυρίως τον στόλο τους».

Ο Πέρσης είναι ακουμπισμένος στην κουπαστή και ατενίζει κι αυτός τη στεριά. «Εστί ουν εκεί δάσος πιπυκνόν και δένδρα υψηλόκορμα;» ρωτάει με θαυμασμό. «Αρέσκομαι των δασών, προποτιμητέα των ερημικών εκτάσεων ταύτα εισίν!»

«Όχι, δεν έχει δάσος. Την ξυλεία για την κατασκευή των σκαφών την παίρνουν  από τα δασωμένα βουνά της Αττικής ή την εισάγουν από αλλού∙ εκεί πίσω έχει κάτι πολυτιμότερο. Εκεί, σε μικρή απόσταση από το ναό, βρίσκονται τα περίφημα δημόσια μεταλλεία του Λαυρίου. Ασήμι και μόλυβδος! Από εκεί προέρχονται οι δημοφιλείς αθηναϊκές δραχμές και από εκεί χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό οι ναυπηγήσεις των πλοίων της Δημοκρατίας.

«Τι ουν εστί ¨δημόσια¨ μεταλλεία;» ξαναρωτάει ο ασιάτης.

«Το ¨δημόσια¨ σε μπερδεύει; Καταλαβαίνω, εσείς δεν έχετε τέτοια. Σε σας τα πάντα ανήκουν σε κάποιον και ο, τι περισσεύει ανήκει στο Μεγάλο Βασιλέα, έτσι δεν είναι; Ή μάλλον δεν το είπα καλά, διορθώνω: Όλα ανήκουν στο Μεγάλο Βασιλέα και αυτός ό, τι του περισσεύει μπορεί να το παραχωρεί στους ιδιώτες». Ο Οινοκράτης χαμογελάει. «Εδώ δεν είναι ακριβώς έτσι. Εδώ ό, τι δεν ανήκει στους ιδιώτες ανήκει σε όλους. Όταν λέμε ¨όλοι¨ εννοούμε βεβαίως τους ελεύθερους πολίτες, οι οποίοι αποτελούν το Δήμο. Ό, τι ανήκει στο Δήμο είναι Δημόσιο. Τα μεταλλεία του Λαυρίου, εκεί πίσω είναι ένα καλό παράδειγμα».

«Και οίτινες εκεί εργάζονται τι θέλει εισίν;» απορεί ο Χοντρόης.

«Στα λατομεία έχει απ’ όλα. Από φτωχούς αλλά ελεύθερους πολίτες που εργάζονται με μισθό, κυρίως ως επόπτες, έως ανελεύθερους που δουλεύουν στις στοές. Από αυτούς τους τελευταίους άλλοι ανήκουν στο δημόσιο και άλλοι σε ιδιώτες που έχουν αναλάβει συγκεκριμένα έργα σε σύμβαση με την πολιτεία. Και οι μεν και οι δε είναι οι πιο τυραννισμένοι δούλοι. Περισσότερο και από τους ερέτες και τους υπ’ ερέτες  στα εμπορικά πλοία, οι οποίοι υποφέρουν μεν αλυσοδεμένοι, αλλά μπορούν τουλάχιστον να χαρούν το φώς της ημέρας».

«Άρα ουκ επ’ αγαθώ τω δημοσίω ανήκειν;».

«Εξαρτάται. Υπάρχουν περιπτώσεις που είναι πολύ καλύτερα να ανήκεις στην κοινότητα παρά σε έναν οποιονδήποτε ιδιώτη. Για παράδειγμα πάρε τους τοξότες -θα τους γνωρίσεις σύντομα, είναι κάτι θεόρατοι ξανθοί Θράκες- που οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν για την επιτήρηση της εφαρμογής των νόμων και των κανόνων στο κέντρο της πόλης. Αυτοί, ανάμεσα στα άλλα προνόμια που έχουν, οπλοφορούν κιόλας (με αυτά τα ¨δόλια όπλα¨, όπως αποκαλούν τα τόξα οι Δωριείς κύριοί μου). Πρέπει να ξέρεις ότι η οπλοφορία είναι απαγορευμένη, όχι μόνο στους δούλους αλλά και στους απελεύθερους και, συχνά, ακόμη και στους μέτοικους, οι οποίοι μπορούν μερικές φορές να φέρουν όπλα, αλλά μόνον κατ’ εξαίρεση και με ειδική άδεια. Βέβαια σε περίπτωση που η πόλη βρίσκεται σε θανάσιμη απειλή, όπως όταν είχαν εισβάλει οι δικοί σας, τότε τα όπλα δίνονται σε όλους».

minoan_410_310_8

Ο Χοντρόης έχει ένα σωρό απορίες,  και ο Οινοκράτης ανασύρει από το παρελθόν τις γνώσεις και τις εμπειρίες του από τη γη των Αθηναίων και του απαντάει ευχαρίστως.

«Αι λευκαί εν ταις παπαραλίαις γραμμαί τινί τρόπω γεγόνασιν;»

«Τι στην ευχή, δενς έχεις ξαναδεί αλυκές; Αλλά έχεις δίκιο, εσείς το αλάτι το βγάζετε από τη γή, ως ορυκτό, και μετά το πουλάτε πανάκριβο. Ποιο ακριβό κι από τα ινδικά καρυκεύματα… Εμείς εδώ το βγάζουμε από τη θάλασσα. Όμως, αν μείνουμε αρκετά εδώ, θα έχεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις ότι το ¨αττικόν άλας¨ δεν είναι μόνο ευχάριστο στη γεύση, αλλά κάνει καλό και στο πνεύμα…»

Ο Χοντρόης τον κοιτάζει ερωτηματικά.

«Άσε» λέει ο Οινοκράτης «κάθε πράγμα στην ώρα του». Ύστερα συνεχίζει τη ξενάγηση: «Οι δύο πύργοι που βλέπεις πίσω από τις αλυκές ανήκουν στο ναό του Απόλλωνα Ζωστήρα,  σε λίγο θα δούμε και το μεγάλο άγαλμα του Απόλλωνα που είναι στημένο ανάμεσά τους. Τώρα που τους κοιτάμε, σίγουρα μας παρατηρούν κι αυτοί, δηλαδή οι ιερείς που εδρεύουν εκεί, γιατί εκτός των άλλων, δουλειά τους είναι να επιτηρούν τη κίνηση στο Σαρωνικό.

Τις ξέρες μπροστά από ναό τις βλέπεις; Ξέρεις τι λένε οι Αθηναίοι γι αυτές; Λένε ότι ο στόλος του Μεγάλου Βασιλιά σας, ύστερα από την ήττα στη Σαλαμίνα, είχε τέτοιο φόβο που νόμιζε ότι τα βράχια ήταν αθηναϊκά πλοία που τους κυνηγούσαν…»

scan0033

Έχει μεσημεριάσει, τα πλοία πλέουν ανεμπόδιστα και οι κωπηλάτες με τη βοήθεια του αυλητή έχουν  πιάσει ένα παλιό θαλασσινό τραγούδι.

Ο Οινοκράτης δείχνει τα στρογγυλά υψώματα στο βάθος, «Αυτό το καταπράσινο βουνό που άρχισε να υψώνεται στα δεξιά μας το λένε Υμηττό. Όταν θα είμαστε στο Άστυ, θα βλέπουμε τον ήλιο να ανατέλλει από την κορυφή του. Εκείνο εκεί το κτίσμα που ξεχωρίζει στην ακτή είναι ένα από τα πιο παλιά θέατρα της Αττικής. Είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο και ανήκει στο δήμο του Ευωνύμου. Ξέρεις τι είναι τα θέατρα, έτσι δεν είναι;»

«Ο ημέτερος τέως κύριος, ο εξ Ελλάδος, ο παπάσχων το άλγος του νόστου, σφόδρα τα επεπεθύμει»

«Το πιστεύω και τον κατανοώ. Τέλος πάντων, αφού φτάσαμε ως εδώ σημαίνει ότι όπου να ‘ναι θα είμαστε στο Φάληρο, τον παλιό λιμάνι της Αθήνας. Αλλά απ’ ότι ξέρω δε θα αποβιβαστούμε εκεί. Οι Αθηναίοι έχουν ειδοποιηθεί για την άφιξή μας και μια επιτροπή θα μας περιμένει στο λιμάνι της Ζέας, ένα από τα λιμάνια του Πειραιά.  Αλλά για κοίταξε προς τα εκεί…»

Ο Οινοκράτης δείχνει προς τα βορειοδυτικά. «Τα βλέπεις τα υψώματα που διαγράφονται στο βάθος; Ε, ναι, το τριγωνικό είναι ο λόφος του Λυκαβηττού,  το άλλο, πιο αριστερά, είναι ο Λόφος των Μουσών, αλλά οι λάμψεις που βλέπεις στη κορυφή του προέρχονται από τον Παρθενώνα που βρίσκεται πάνω στην Ακρόπολη, ακριβώς από πίσω.

Ο Χοντρόης γυρίζει προς τα κει και προσπαθεί να διακρίνει τον περίφημο ναό της παρθένου Αθηνάς.

«Καλά, μη ξελαιμιαστείς κιόλας», του λέει ο Οινοκράτης «Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σε πάω να τον δεις από κοντά».

Το σκέφτεται για λίγο και μετά προσθέτει:

 «Και όχι μόνον εκεί. Θα τα εξερευνήσουμε για τα καλά τα αθηναϊκά πεδία οι δυο μας Χοντρόη. Έχουμε να διαλευκάνουμε πολλών λογιών μυστήρια: εκείνα που θα μας αναθέσουν και άλλα, που μας τα φόρτωσε η ζωή. Μη με κοιτάς με ανησυχία όταν λέω ¨μας¨, εμένα εννοώ, αλλά να είσαι σίγουρος ότι όλα τα κουβάρια θα τα ξεμπλέξουμε.  Εσύ αρκεί να είσαι εν τάξει με τον φίλο σου τον Οινοκράτη κι όλα θα πάνε κατ’ ευχή. Να δεις που τελικά η Αθήνα θα σου αρέσει. Ε, τι λες αείκυκλε και πεπεριστρεφόμενε;» ρωτάει ο Οινοκράτης και γελάει. «Συμφωνείς;»

«Μετ’ επιπιτάσεως!», συμφωνεί ο Χοντρόης… και ανησυχεί: «Εξεφράσθην ορθώς;»

«Η ¨επίταση[1]¨ πάει μια χαρά, και η ¨πρόταση¨ και η ¨κατάστασ稻, απαντά ο Οινοκράτης καθώς ο νους του σκαλώνει στους όρους ανάλυσης της θεατρικού δράματος με την οποία είχε ασχοληθεί για κάποιο διάστημα κατά το απώτερο νεανικό συρακούσιο παρελθόν του. «Αρκεί, ευτραφέστατε, να αποφύγουμε την ¨καταστροφή¨».

****

[1] επίτασις: ένα από τα πέντε μέρη στα οποία αναλύεται η πλοκή του κλασσικού αρχαίου δράματος: Πρόλογος, πρόταση, επίταση, κατάσταση, καταστροφή ή λύση. Οι Συρακούσες θεωρούνται πόλη πρωταρχικού ενδιαφέροντος για όποιον ασχολείται με την ιστορία του Θεάτρου αλλά και της Ρητορικής

88dd190597615cb4264c0b8a76a336b1

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έβδομο: Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός!  

Posted by vnottas στο 8 Απρίλιος, 2017

 

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

images (2)

Κεφάλαιο έβδομο. Και να που ο Οινοκράτης γράφει κι αυτός

Ο Οινοκράτης αντιμετωπίζει αυτό το ταξίδι με την συνήθη ¨φιλοσοφική¨ του διάθεση. Ωστόσο η ζωή του έχει μπει τον τελευταίο καιρό σε νέα καλούπια, καθώς η ανέλπιστη προοπτική χειραφέτησης έχει φανεί στον ορίζοντα. Κατά συνέπεια μέσα του έχουν αρχίσει κάποιες διεργασίες που, όσο κι αν δεν τις συνειδητοποιεί πλήρως, παράγουν νέες σκέψεις και νέες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, νοιώθει την ανάγκη να αλληλογραφήσει κι αυτός με κάποιον -κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν- και έτσι να έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί (και στον εαυτό του τον ίδιο)  τα όσα γίνονται γύρω και μέσα του. Καταγραμμένη σε μια επιστολή, η πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο οικεία, ερμηνεύσιμη, και αποδεκτή. Η καταγραφή είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθήσει να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Για την επιλογή του αποδέκτη των επιστολών του δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα.  Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο νοιώθει ήδη μια διαπιστωμένη έλξη και το οποίο βρίσκεται αλλού: Το μικρό γοητευτικό Πουλχερίδιο.

Ή μήπως όλα τα παραπάνω (τα περί φιλοσοφίας της Ζωής, τα περί επανατοποθέτησής του απέναντι στον Κόσμο και τα επιχειρήματα υπέρ των θεραπευτικών ιδιοτήτων της Γραφής) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναζήτηση μιας αφορμής, προκειμένου να υλοποιήσει την επιθυμία του να έρθει σε επαφή με τη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα που τον έχει καταφανώς γοητεύσει; Δε ξέρουμε. Θα δείξει.

Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο Οινοκράτης έχει ήδη δημιουργήσει μια σχέση   ¨δι’ αλληλογραφίας¨    και εδώ παρακάτω υπάρχει το κείμενο της δεύτερης επιστολής του προς  το Πουλχερίδιον.

sagittarius_hev2

Αγαπητό Πουλχερίδιο χαίρε

Όπου να ‘ναι αποπλέουμε από το νησί της Τύρου με προορισμό την πατρώες χώρες των Ελλήνων και πριν αφεθούμε και πάλι στις βουλές του Ποσειδώνα σου στέλνω αυτή τη γραφή για να σου αφηγηθώ, όπως σου υποσχέθηκα, τις πιο πρόσφατες περιπέτειες του ταξιδιού.

Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει αυτό που μου εξομολογήθηκες, ότι δηλαδή από τότε που η κυρά σου, η Θαίδα, φρόντισε ώστε να γίνεις κάτοχος της τέχνης της ανάγνωσης και της γραφής, έχεις λατρέψει τη χαρά που μπορούν να προσφέρουν τα αφηγήματα. Για χάρη σου λοιπόν μετατρέπομαι σε αυτοσχέδιο συγγραφέα και σου στέλνω την παρούσα δεύτερη επιστολή με τα νεότερα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη διαδρομή επιστροφής στην πατρίδα.

Αυτή τη φορά δεν έχω να σου περιγράψω ερήμους, οάσεις, εξωτικά παζάρια, αλλόκοτες ενδυμασίες και επιβλητικά μνημεία, όπως στην πρώτη γραφή που σου έστειλα, αλλά δυσκολίες και κινδύνους που παραλίγο να ανατρέψουν την πορεία μας, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Αυτά συνέβησαν όταν φτάσαμε στο νησί της Τύρου, όπου οι Αρχές μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και γενναιοδωρία,  αλλά όπου τα πλοία που θα κατέφταναν από την Κύπρο και με τα οποία θα διασχίζαμε την εσωτερική θάλασσα, όχι μόνο δεν ήταν ήδη εδώ, αλλά και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να καταπλεύσουν.

Και όχι μόνο: και η τελευταία νηοπομπή που ξεκίνησε από το νησί προκειμένου να μεταφέρει απόστρατους και τραυματίες πίσω στις ελληνικές πολιτείες, προτού προλάβει να απομακρυνθεί από τις ασιατικές ακτές, είχε πέσει σε πειρατική ενέδρα και είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει άρον άρον στην ασφάλεια του λιμένα του νησιού. Όπως κι εμείς, περίμεναν τώρα και οι απόστρατοι να καταφτάσουν τα πλοία που θα τους ενίσχυαν ώστε να ξαναπάρουν το δρόμο του επαναπατρισμού.

Εμένα προσωπικά, αξιαγάπητο Πουλχερίδιο, δεν είναι ότι με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή η καθυστέρηση, όμως ο κύριός μου, ο Εύελπις, είχε κάπως δυσαρεστηθεί γιατί ήθελε να εκτελέσει τις εντολές του  μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, άσε δε που οι Αθηναίοι πρέσβεις είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν γιατί επιθυμούσαν να είναι εγκαίρως παρόντες στις μεγάλες θερινές αθηναϊκές γιορτές. Όσον αφορά τον κύριό μου θα πρέπει ίσως να σου πω ότι έτσι κι αλλιώς είναι κάπως τεντωμένος και παράξενος. Προφανώς κάτι του λείπει αυτή την περίοδο και το ταξίδι δεν αρκεί για να τον αποσπάσει από τις μελαγχολικές σκέψεις που φαίνεται πως τον πολιορκούν.

Τέλος πάντων, ενώ η ανησυχία για τη συνέχιση του ταξιδιού εντεινόταν, για μια στιγμή φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση, τουλάχιστο σχετικά με την προώθηση της δικής μας αποστολής προς την Αθήνα: Εδώ και λίγες μέρες είχε καταφτάσει στο λιμάνι μια εμπορική αποστολή από την μακρινή πόλη της Απώτερης Δύσης, την Καρχηδόνα, που όπως ίσως ξέρεις έχει χτιστεί από αποίκους της Τύρου, έτσι όπως κι εμείς οι Συρακούσιοι είμαστε απόγονοι αποίκων από την Κόρινθο. Οι έμποροι λοιπόν, οι οποίοι διέθεταν δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά πλοία, δηλαδή επαρκή χώρο και για εμάς, προσφέρθηκαν να μας πάρουν μαζί τους μέχρι τον Πειραιά.

Αυτή την πρόταση συζητούσαν στο Διοικητήριο, μόλις προχθές το απόγευμα, ο κύριός μου ο Εύελπις και οι  Αθηναίοι πρέσβεις που είχαν κληθεί να πουν τη γνώμη τους, ενώ ήταν επίσης παρών και ο Μένης ο Πελλαίος, ο νεοδιορισμένος Ύπαρχος για όλες τις χώρες εδώ γύρω. Και, αγαπητό μου Πουλχερίδιο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι θα αποφάσιζαν να αποδεχτούν την πρόταση των εμπόρων, εάν εκεί που συνεδρίαζαν προβληματισμένοι, δεν κατέφταναν ασθμαίνοντας απ’ το τρέξιμο τρία άτομα, τα οποία έφερναν νέες πληροφορίες που ανέτρεπαν την όλη κατάσταση.

Αυτά τα τρία πρόσωπα δεν σου είναι άγνωστα ω αξιαγάπητο Πουλχερίδιον. Το ένα είναι ένας φίλος της κυράς σου, εκείνος που έχει αναλάβει να μεταφέρει της επιστολή της στην κυρά Φρύνη των Αθηνών, ο Αθηναίος Παλαμήδης. Θα τον θυμάσαι υποθέτω, τον είχαμε συναντήσει στα Σούσα και του παράδωσες την επιστολή της Θαίδας όταν βρισκόσουν εκεί. Και το δεύτερο πρόσωπο πρέπει να το θυμάσαι γιατί κι αυτό το γνώρισες όταν επισκέφτηκες τα Σούσα: είναι ο αποκαλούμενος Χοντρόης, εκείνος ο ολοστρόγγυλος Πέρσης με την αξιοπερίεργη προφορά. Το τρίτο πρόσωπο άλλο δεν ήταν παρά ο υπογράφων φίλος και θαυμαστής σου: ο αποκαλούμενος και Οινοκράτης.

Σου εξηγώ τι είχε συμβεί: Προχτές το πρωί, ενώ σεργιάνιζα μαζί με τον Χοντρόη στα στενά του λιμανιού, χρειάστηκε να βοηθήσουμε έναν άνδρα στον οποίο είχαν επιτεθεί τρεις ντόπιοι μαχαιροβγάλτες. Ύστερα από μια επική συμπλοκή κατά την οποία στη σπάθα του  αμυνόμενου προστέθηκαν τα αυτοσχέδια όπλα (βαριά κατσαρολικά) που χρησιμοποιήσαμε με επιδεξιότητα και επιτυχία εγώ και ο παχουλός μου φίλος, οι ντόπιοι το έβαλαν στα πόδια. Ύστερα, με αρκετή έκπληξη ανακάλυψα ότι ο άνδρας που βοηθήσαμε δεν ήταν άλλος από τον Αθηναίο ευπατρίδη, τον Παλαμήδη.

Απ’ ό, τι μας είπε είχε χάσει την προηγούμενη, προτελευταία, αποστολή απόμαχων πίσω στην Ελλάδα  γιατί απ’ ό, τι φαίνεται κάπου είχε μπλέξει -αν κατάλαβα καλά πρέπει να έκοβε βόλτες στη γειτονιά με τους οίκους των τυχερών παιχνιδιών- αλλά είχε προλάβει την τελευταία. Ήταν λοιπόν παρών στη ναυμαχία με τους πειρατές, όμως κατά τη σύγκρουση είχε καταλήξει στη θάλασσα. Κολυμπώντας είχε καταφέρει να φτάσει στην ασιατική ακτή  και ενώ προσπαθούσε να προσανατολιστεί, είχε ανακαλύψει κρυμμένο σε έναν παρακείμενο όρμο έναν ολόκληρο στόλο από εχθρικά σκάφη.

Προχτές το πρωί λοιπόν, ύστερα από περιπετειώδη διαδρομή ημερών, καβάλα σε έναν ημίονο που προμηθεύτηκε από τους ψαράδες ενός παράκτιου χωριού, κατάφερε να επιστρέψει στην Τύρο. Όταν τον συναντήσαμε ετοιμαζόταν να παρουσιαστεί στις αρχές και να αναφέρει την ύπαρξη αυτών των περίεργων πλοίων που δεν είχαν αναρτημένα σημάδια που να καταδείχνουν την προέλευσή τους, αλλά που είχαν ήδη δείξει τις εχθρικές τους προθέσεις. Όμως η επίθεση των νεαρών ίσως και να ‘χε μοιραία αποτελέσματα για τον γενναίο αθηναίο, αν δεν βρισκόμαστε κι εμείς οι δύο εκεί, εντελώς τυχαία.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζαμε όλοι μαζί  κατά μήκος της προκυμαίας κατευθυνόμενοι προς το διοικητήριο, ό Παλαμήδης πρόσεξε ακόμη κάτι το σημαντικό: ένα από τα πλοία των Καρχηδόνιων ¨εμπόρων¨ που ήταν δεμένο εκεί, ανήκε -το αναγνώρισε αμέσως- στον περίεργο στόλο που είχε εντοπίσει!

01

Κατάλαβες λοιπόν αγαπητό μου Πουλχερίδιο; Εάν ο φίλος και θαυμαστής σου, ο υποφαινόμενος Οινοκράτης και, βεβαίως, ας μη τον ξεχνάμε κι αυτόν: ο παχουλός πλην όμως γενναίος Χοντρόης, δεν είχαν ¨ανακαλύψει¨ και βοηθήσει τον επίσης γενναίο Αθηναίο ευπατρίδη, ίσως αυτή την ώρα θα ήμασταν, εμείς και ολόκληρη η ¨αποστολή των ¨τυραννοκτόνων¨ -έτσι μας αποκαλούν εδώ και ομολογώ ότι μ’ αρέσει η προσωνυμία-  το λιγότερο αιχμάλωτοι των Καρχηδονίων και σήμερα, αντί για την Αθήνα, θα ταξιδεύαμε ως λάφυρα προς τη μακρινή αφρικανική τυρινή αποικία που, απ’ ό, τι ξέρω, τον τελευταίο καιρό μεγαλοπιάνεται.

Άσε που -μεταξύ μας- μπορεί και ο Αθηναίος που πάλευε μεν με γενναιότητα αλλά μόνο με το ευώνυμο χέρι, όντας τραυματισμένος στο δεξί, να μη τα κατάφερνε να εξουδετερώσει από μόνος του τους τρεις νεαρούς μαχαιροβγάλτες και να μας άφηνε χρόνους προτού προλάβει να ειδοποιήσει τις Αρχές και έτσι η πόλη-νησί να έπεφτε απροετοίμαστη στα χέρια του ακατονόμαστου τάχα πειρατικού  στόλου και του δήθεν ¨εμπορικού¨ του δούρειου ίππου.

Χάρη όμως στην παρέμβασή μας, αλλά και στα μέτρα που έλαβε αμέσως ο Μένης ο Ύπαρχος, όλα αυτά αποσοβήθηκαν. Μια ομάδα από ικανούς και καλο-οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν μέλη της στρατιωτικής συνοδείας των ¨τυραννοκτόνων¨, δηλώνοντας ότι πρέπει να επιθεωρήσει τους χώρους πριν την επιβίβαση, μπήκε με άνεση στο πλοίο του αρχηγού των εμπόρων και συνέλαβε τον καπετάνιο και το πλήρωμα χωρίς να χυθεί αίμα, τουλάχιστον όχι πολύ. Την ίδια τύχη είχαν και τα πληρώματα των άλλων πλοίων της ¨εμπορικής¨ αποστολής.

Παράλληλα ο Μένης έδωσε εντολή τα τραβήξουν την χοντρή αλυσίδα που έκλεινε και ασφάλιζε το λιμάνι, έτσι ώστε να εμποδιστεί τυχόν αιφνιδιαστική επίθεση του ξένου στόλου. Δε χρειάστηκε όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί εκείνη την ώρα στο βάθος στα νοτιοδυτικά φάνηκαν επιτέλους τα ελληνικά πλοία που περιμέναμε. 

Κανένας βέβαια δεν περίμενε να φανούν από αυτή την κατεύθυνση, κανονικά έπρεπε να φτάσουν παραπλέοντας τις ασιατικές ακτές από τα βόρια, οπότε και θα είχαν αναπόφευκτα συναντηθεί με τα εχθρικά σκάφη που καραδοκούσαν εκεί. Προφανώς τα πλοία που ανακάλυψε ο Παλαμήδης γνώριζαν ότι περιμένουμε ενισχύσεις από τους ναυστάθμους της Κύπρου και είχαν στήσει ενέδρα για να τις εξουδετερώσουν και μετά να επιτεθούν ανενόχλητοι στη πόλη-νησί.

 Όμως φέτος οι πρόδρομοι ετήσιοι θερινοί βόρειοι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και τα πλοία μας είχαν αναγκαστεί να παρεκκλίνουν από τη συνήθη διαδρομή. Οι άνεμοι τα παράσυραν προς τα νότια σχεδόν ως την Αίγυπτο, και χρειάστηκε να περιμένουν να αποδυναμωθεί η ισχύς τους για να μπορέσουν να ξαναβρούν  την παράκτια πορεία, αυτή τη φορά από τα νότια, προς την Τύρο.

Όταν τα πλοία των ενισχύσεων έδεσαν στο λιμάνι έπεφτε ήδη η νύχτα. Μία και μόνη νύχτα για να ξεκουραστούν τα πληρώματα και να ανεφοδιαστούν τα σκάφη. Και αυτό γιατί η ηγεσία, ύστερα από νυχτερινή σύσκεψη, αποφάσισε ότι καμιά αποστολή δεν μπορούσε να ξεκινήσει από το νησί προς την Ελλάδα, πριν εξουδετερωθούν τα πλοία που εντόπισε ο Παλαμήδης. Έτσι λοιπόν χτες το πρωί, ένα ισχυρό ναυτικό σώμα, απαρτιζόμενο από τα καλύτερα απ’ τα αφιχθέντα πλοία και ενισχυμένο με σκάφη και πεζοναύτες από τις τοπικές δυνάμεις, ξεκίνησε προς τα βόρεια για να ξετρυπώσει και να διαλύσει τον εχθρικό στόλο. Παράλληλα, ένα σώμα ιππικού ξεκινούσε προς το σημείο που υπέδειξε στους χάρτες ο Αθηναίος, προκειμένου να καλύψει τη ναυτική σύγκρουση από τη μεριά της στεριάς και να αποτρέψει οποιαδήποτε αποβίβαση των εχθρών στις ακτές.

Αυτά, αγαπητό Πουλχερίδιο, συνέβησαν χτες, αλλά τα νέα για την έκβαση των επιχειρήσεων έφτασαν μόλις σήμερα. Τα νέα δεν είναι άσχημα, άλλα ούτε τόσο καλά όσο ελπίζαμε. Από ό, τι φαίνεται οι Καρχηδόνιοι είχαν άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στο νησί.  Γι αυτό, όταν έμαθαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αιφνιδιάσουν κανένα, ότι η καλυμμένη εμπροσθοφυλακή των ¨εμπόρων¨ είχε αποκαλυφτεί και ότι εναντίον τους κινιόταν ισχυρή ναυτική δύναμη μαζί με  τμήματα του ιππικού, προτίμησαν να αποπλεύσουν επειγόντως. Ο επικεφαλής ναύαρχος των δικών μας πλοίων ζήτησε την έγκριση να τους καταδιώξει, αλλά ο Μένης προτίμησε να δώσει εντολή να επιστρέψουν. Έτσι η μεν Ιστορία έχασε την ευκαιρία να καταγράψει μια ακόμη μεγάλη θαλασσινή σύγκρουση, εμείς όμως ¨η αποστολή των τυραννοκτόνων¨, καθώς και οι απόστρατοι με τους οποίους θα συνταξιδέψουμε, αποκτήσαμε μια αξιόλογη συνοδεία ικανή να αποτρέψει οποιοδήποτε κίνδυνο. 

Τα πλοία αναμένεται να επιστρέψουν το απομεσήμερο και η αναχώρησή μας προβλέπεται για αύριο το πρωί. Έτσι βρήκα τον απαραίτητο χρόνο για να σου γράψω αυτές τις αράδες που ελπίζω και εύχομαι να σε βρουν υγιή και ευτυχισμένη. Όπως εύχομαι ολόκαρδα να βρεις και εσύ το χρόνο και τον τρόπο να μου στείλεις λίγες γραμμές για το τι κάνεις και τι σκέφτεσαι αυτόν τον καιρό. Δε σου κρύβω ότι όλα όσα σε αφορούν με ενδιαφέρουν

Ο αφοσιωμένος σου φίλος, ο και Οινοκράτης αποκαλούμενος.

*

Υστερόγραφο. Μπορείς να καθησυχάσεις την κυρία σου. Ο Παλαμήδης ανέκτησε όλες του τις αποσκευές, συμπεριλαμβανόμενης της επιστολής της προς την Φρύνη. Θα υπάρξει, εκ των πραγμάτων, μια κάποια καθυστέρηση, αλλά η επιστολή θα παραδοθεί αμέσως μόλις φτάσουμε στην Πόλη των Αθηνών.   

15

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο έκτο: Λίγο παρακάτω…

Posted by vnottas στο 7 Μαρτίου, 2017

[Προσωρινός τίτλος: Κύλικες και δόρατα.

Προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λόγιου στην ακολουθία του Αλέξανδρου του Γ΄ του Μακεδόνα, κατά την μεγάλη ασιατική εκστρατεία.]

Triremi

6. Λίγο παρακάτω…

Στην κεντρική προκυμαία του λιμανιού, λίγο παρακάτω από το σημείο όπου ο Παλαμήδης, ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης τα λένε καταναλώνοντας αρακομεζέδες, τα πράγματα εξελίσσονται ως εξής: Ο Μένης και ο Εύελπις, χωρίς τους εθιμοτυπικούς πλεονασμούς που απαιτεί το αξίωμα του πρώτου και συνοδευμένοι μόνον από δύο φρουρούς, έχουν φτάσει στα πλοία των Καρχηδονίων εμπόρων και έχουν ζητήσει να μιλήσουν με τον επικεφαλής.

Οι ναύτες τους οδηγούν σε ένα μικρό αλλά καλοεξοπλισμένο σκάφος, από εκείνα που συνοδεύουν τα στρογγυλά φορτηγά πλοία, -το οποίο, απ’ ό, τι φαίνεται, είναι η έδρα του αρχηγού της αποστολής- αλλά, ¨θα πρέπει να έχουν την καλοσύνη να περιμένουν λίγο¨, γιατί ο επικεφαλής ¨βρίσκεται αυτή τη στιγμή στις αποθήκες του λιμανιού και επιβλέπει την αγορά των τελευταίων προμηθειών για το επικείμενο  ταξίδι επιστροφής¨. Στέλνουν να τον ειδοποιήσουν  και εκείνος, ένας βραχύσωμος αλλά γεροδεμένος  άνδρας με σκαμμένο πρόσωπο, καταφτάνει λίγο αργότερα μαζί μ’ έναν ντόπιο προύχοντα, έναν απ’ εκείνους που είχαν επισκεφτεί χτες τον Μένη.

Ο Καρχηδόνιος και ο Τύριος υποκλίνονται με τον βαθύ ανατολίτικο τρόπο και εκφράζουν τη χαρά τους για την επίσκεψη. Ο γηγενής διευκρινίζει ότι βοηθούσε τον Καρχηδόνιο στις αγορές των εφοδίων και ότι τον συνόδεψε ως εδώ προκειμένου να χρησιμέψει ως μεταφραστής.

Ο Εύελπις ρωτάει απ’ ευθείας: προς τι αυτό το ενδιαφέρον; Προσπαθεί να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την προσφορά βοήθειας που του φαίνεται τόσο απροσδόκητη όσο και περίεργη.

«Τίποτα το παράξενο», απαντά ο επικεφαλής των εμπόρων και ένα είδος χαμόγελου χαράζει το κάτω μέρος του προσώπου του, «δεν είναι για μας κάτι το δύσκολο: η Αθήνα βρίσκεται στη ρότα μας κι έτσι κι αλλιώς θα προσεγγίσουμε το λιμάνι του Πειραιά, όπου  σκοπεύουμε να ανταλλάξουμε ορισμένα απ’ τα εμπορεύματα που φορτώσαμε εδώ, με άλλα, καταλληλότερα για την αγορά της Καρχηδόνας. Χώρος για λίγες δεκάδες επιβάτες υπάρχει στα πλοία, μόνο που, εάν συμφωνήσουμε, θα πρέπει να φροντίσετε για τα επιπλέον τρόφιμα που θα χρειαστούν».

Ο Εύελπις θέλει επίσης να μάθει τα ανταλλάγματα που θα πρέπει να καταβάλει η ελληνική διοίκηση για αυτή την εξυπηρέτηση. Ο Καρχηδόνιος γίνεται πιο διπλωματικός και προσπαθεί να εξηγήσει  ότι, για την πόλη του, η εξακολούθηση των εμπορικών ανταλλαγών με την μητρόπολη Τύρο είναι σημαντική, και ελπίζει πως μια χειρονομία καλής θέλησης από μέρους τους θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων σχέσεων με τη νέα διοίκηση της πόλης. Επί πλέον, τα λογικά κόμιστρα που ζητούν, σίγουρα θα αποσβέσουν μέρος των εξόδων αυτού του εμπορικού ταξιδιού.

Ο Μένης και ο Εύελπις ανταλλάσσουν βλέμματα που δείχνουν ότι δεν έχουν πλήρως πεισθεί για την σκοπιμότητα της προσφοράς και μετά ο Μεγαρέας λέει στον επικεφαλής ότι θα έχει μια απάντηση μέχρι τη δύση του ήλιου. Εκείνος ξαναυποκλείνεται και παρακαλεί ταπεινοφρόνως να μην υπάρξει καθυστέρηση, γιατί από τη μεριά τους είναι έτοιμοι για τον απόπλου και οι οιωνοί προβλέπουν ότι οι ευνοϊκοί άνεμοι δεν πρόκειται να κρατήσουν πολύ.

images (19)

*

Πάντα στην προκυμαία της Τύρου, λίγο παραπάνω αυτή τη φορά, ο Παλαμήδης σηκώνεται όρθιος απότομα.

«Μα τα κακομούτσουνα δαιμόνια, ξεχάστηκα», λέει. «Όμως τώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Δε μένει παρά να προμηθευτώ καναδυό πιο ευπαρουσίαστα ιμάτια. Πρέπει να παρουσιαστώ στις Αρχές και να αναφέρω τα όσα συνέβησαν». Κάνει νόημα στον σερβιτόρο να ‘ρθει να πληρωθεί. Ο Οινοκράτης για μια στιγμή σκέφτεται να προτείνει να πληρώσει εκείνος, αφού ο Παλαμήδης διαθέτει μόνο ό, τι του απέφερε το κρυμμένο δακτυλίδι κι έχει να κάνει και ψώνια,  αλλά επειδή γνωρίζει πια αρκετά καλά τους ηπειρωτικούς Έλληνες, δεν το διακινδυνεύει. Ξέρει ότι ο Αθηναίος ευπατρίδης σίγουρα θα προσβληθεί∙ τον βοήθησαν ανυστερόβουλα και γι αυτό τα πίνει τώρα μαζί τους και τους εξομολογείται τις περιπέτειές του, αλλά όχι και να τον κεράσουν αυτοί. Αυτό σηκώνει έως και χειροδικία!

Αυτά σκέφτεται ο Σικελός και δε λέει τίποτα, παρά μόνο δείχνει προς τα παραλιακά καταστήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν κάμποσα που ξεχωρίζουν από τα χρωματιστά υφαντά, ρουχισμό και στρωσίδια, που κρέμονται μπροστά από τους πάγκους τους.

Έτσι, λίγο αργότερα οι τρεις τους, ο βετεράνος πολεμιστής περιβεβλημένος από μια αστραφτερή καινούργια πορφυρή χλαμύδα και εκατέρωθεν οι δύο επικουρικοί, περπατούν και πάλι με βήμα ταχύ και αισιόδοξο στην πλακόστρωτη προκυμαία, με κατεύθυνση, αυτή τη φορά, προς το κεντρικό της τμήμα, εκεί όπου καταλήγει κάθετα η κεντρική οδός με τα κυβερνητικά κτίρια.

images (18)

Ξαφνικά ο Παλαμήδης ακινητοποιείται.

«Αυτό το πλοίο!» λέει.

«Ποιο;» ρωτάει ο Οινοκράτης που βρίσκεται ήδη δυο βήματα μπροστά και σταματάει κι αυτός.

«Πιποίον;» ρωτάει και ο Χοντρόης, γιατί θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Αυτό», δείχνει ο Παλαμήδης

«Α, αυτό, είναι ένα από τα συνοδευτικά πλοία μιας καρχηδονικής εμπορικής αποστολής. Και το διπλανό επίσης, καθώς και εκείνα τα δύο στο βάθος, τα στρογγυλά, που μεταφέρουν τα εμπορεύματα», εξηγεί ο ενημερωμένος Οινοκράτης.

«Όχι». λέει κοφτά ο Πολεμιστής. «Αυτό το πλοίο είναι εκείνο από το οποίο ξέφυγα τις προάλλες. Το αναγνωρίζω από το στράβωμα της κουπαστής. Σε αυτή την κόγχη είχα ακινητοποιηθεί προτού βουτήξω στη θάλασσα. Σκεφτόμουν ότι η ζωή μου μπορεί και να τελείωνε εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έβλεπα τι υπήρχε γύρω μου. Κοιτούσα με μεγάλη προσοχή. Έψαχνα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάτι τι που θα με βοηθούσε να ανατρέψω την κατάσταση».  

Σκέφτεται για μια στιγμή και προσθέτει κτυπώντας τον μέσο δάκτυλο πάνω στη βάση του αντίχειρα σε ένδειξη ξαφνικής κατανόησης: «Είναι μαζί με τα δύο εμπορικά είπες; Επομένως είναι ένα από τα πέντε πλοία: τα δύο φορτηγά και τα τρία συνοδευτικά που είδα, από τον λόφο, να αφήνουν τον άγνωστο στόλο και να κατευθύνονται νότια».

Οι επόμενες (και παρεπόμενες) εικασίες καταφτάνουν -αλυσιδωτές- αμέσως μετά:

«Άρα έχουν έρθει για να δουν τι κατάσταση επικρατεί στην πόλη», λέει το Παλαμήδης.

«Για ανίχνευση, δηλαδή για κατασκοπία», διαπιστώνει και ο ειδήμων πλέον Οινοκράτης.

«Και προσποιούνται ότι είναι έμποροι!»

«Ενώ οι υπόλοιποι ετοιμάζονται για εισβολή!»

«Προφανώς συνεννοημένοι με κάποιους από τους ντόπιους».

«Μα βέβαια η Τύρος είναι η μητρόπολη των Καρχηδονίων και η Καρχηδόνα έχει γίνει πια μεγάλη δύναμη. Κάτι ξέρουμε και εμείς οι Συρακούσιοι γι αυτό», λέει ο Οινοκράτης. Και συμπληρώνει: «Απ’ ότι άκουσα, αυτοί εδώ έχουν δηλώσει ότι φεύγουν αύριο. Άρα, αν αποτελούν το Δούρειο ίππο του στόλου που είδες, το συμπέρασμα είναι ότι η εισβολή θα γίνει…»

«Κατά την σήμερον εσπεπεπέραν ή εν τη προποσεχή νυκτί!»  αποφαίνεται και ο Χοντρόης γιατί, όπως είπαμε, θέλει να είναι μέσα στη συζήτηση.

«Στο Αρχηγείο λοιπόν! Φτερά στα ποδάρια μας», εισηγείται ο Οινοκράτης, ωθώντας την  πλάτη του Παλαμήδη και τραβώντας ταυτόχρονα πίσω του τον κυκλικό Πέρση.

navigare il mediterraneo

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Κύλικες και δόρατα. Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο. Ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

Posted by vnottas στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

Μέρος Ε’. Κεφάλαιο πέμπτο

Όπου ο Παλαμήδης αφηγείται τις περιπέτειές του

 hqdefault

Ο ήλιος έχει ξεσκαλώσει από τις κορυφές των βουνών κι έχει ανεβεί ψηλά πάνω από το λιμάνι της Τύρου. Το φως του αντανακλάται τώρα έντονο πάνω στην ανατολική πλευρά των άσπρων κτισμάτων του νησιού. Στη δυτική τους πλευρά οι σκιές έχουν πια κοντύνει, αλλά υπάρχουν τριγύρω δέντρα και χρωματιστές τέντες που  φτιάχνουν σκιερά καταφύγια. Σε αυτές τις δροσερές νησίδες οι κυλικειούχοι και οι εστιάτορες της παραλίας έχουν τοποθετήσει πάγκους και τραπέζια για τους μεσημεριανούς τους πελάτες. 

Σε ένα από αυτά τα τραπέζια, στο κέντρο της προκυμαίας, απέναντι στα αραγμένα πλοία και την έντονα κυανή θάλασσα, είναι τώρα καθισμένος ο βετεράνος πολεμιστής Παλαμήδης, πλαισιωμένος από τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Στο κέντρο της τάβλας, μία  λήκυθος με άρακ (αφού το κρασί που διαθέτει το μαγαζί μοιάζει περισσότερο με ξύδι) και μία  με νερό για το αραίωμα, προμηθεύουν τις κύλικες των συμποτών που κάνουν τις πρώτες ευχητήριες σπονδές περιμένοντας τους θαλασσινούς μεζέδες που έχουν ήδη παραγγείλει.

«Όπως σας είπα, το ξεκίνημά μας ήταν ομαλό», λέει ο Παλαμήδης που απ’ ό, τι φαίνεται η επίθεση που υπέστη δεν του έχει κόψει τη διάθεση να αφηγηθεί τις περιπέτειές του. «Η χερσαία κάθοδος από τα Σούσα ίσαμε την εσωτερική θάλασσα δεν έκρυβε παγίδες και βρισκόμασταν όλοι, αυτοί που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και οι τραυματίες σαν κι εμένα, σε μια κατάσταση ευχάριστης διέγερσης. Μια διέγερση φτιαγμένη από το άλγος του νόστου ανακατεμένο με το όραμα της επανόδου στην πατρίδα, που δε θα αργούσε να υλοποιηθεί. Το είχαμε πάρει πια απόφαση ότι για μας η εκστρατεία τελείωσε και χαιρόμασταν που ήμασταν ζωντανοί και νικητές.

mom-aggeio

Μερικοί από εμάς, είχαν ρευστοποιήσει τα λάφυρα που τους αντιστοιχούσαν και το αντίτιμο, μαζί με τους εξοικονομημένους μισθούς, τα είχαν δώσει σε έγκριτους εκπροσώπους των μεγάλων ιερών ταμείων, προσθέτοντας και μια γενναιόδωρη προσφορά  προς τις  προστάτιδες θεότητες. Έτσι δεν χρειαζόταν να μεταφέρουν παρά το έγγραφο, υπογραμμένο από αξιόπιστους μάρτυρες, το οποίο πιστοποιούσε την κατάθεση και θα εξασφάλιζε την ανάληψη αντίστοιχου ποσού νομισμάτων στους Δελφούς ή στη Δήλο ή στην Ολυμπία… Μαζί τους είχαν μόνον τον οπλισμό και τα απολύτως απαραίτητα για το ταξίδι.

Ακόμη κι εγώ, παρά το ότι αντιπαθώ τους αργυραμοιβούς και τους τραπεζίτες, άφησα τελικά ένα τμήμα της αμοιβής μου στον εκπρόσωπο του ταμείου του Ιερού Παρθενώνα -τον εμπιστεύτηκα γιατί τον ήξερα από παλιά, ήταν ένας παιδικός μου φίλος από το Φάληρο. Ύστερα αγόρασα έναν ημίονο και έναν γεροδεμένο αχθοφόρο για να διευκολύνουν την μεταφορά των υπόλοιπων πραγμάτων μου. Και οι δυο τα κατάφεραν μια χαρά στη στεριανή διαδρομή. 

Όλα λοιπόν πήγαν καλά μέχρι την Τύρο.

Αλλά κι εδώ δεν συναντήσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες: η μοίρα του στόλου που θα μας οδηγούσε πίσω στην πατρίδα ήταν ήδη παρούσα στον λιμένα και η ιδέα του θαλάσσιου ταξιδιού κάθε άλλο παρά μας τρόμαζε. Η θάλασσα, να το ξέρετε, τρομάζει ελάχιστους Έλληνες, κι αυτούς συνήθως απ’ εκείνους που κατάγονται από τις μεσόγειες περιοχές».

Ο Οινοκράτης έδειξε ότι συμφωνεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.

images-32

«Πρώτος ενδιάμεσος σταθμός μας θα ήταν η Μεγαλόνησος της Αφροδίτης», συνέχισε ο Παλαμήδης. «Ξέραμε ότι εκεί είχαν καταπλεύσει και άλλοι οπλίτες που επιστρέφουν από την ασιατική εκστρατεία. Από εκεί, με ενισχυμένη ναυτική συνοδεία, θα διασχίζαμε διαγώνια το Πέλαγος του Αιγαία,  ως την Αττική Γη.

Όμως κάναμε λάθος, ίσως εξ αιτίας της  παραπανίσιας αισιοδοξίας μας.

Ήταν το πρωί της τρίτης μόλις μέρας του ταξιδιού και παραπλέαμε την ασιατική ακτή με πρόθεση να στρίψουμε προς τα  δυτικά μόλις θα φτάναμε στο σημείο όπου το ακροδάκτυλο της Κύπρου απέχει το λιγότερο από την Ασία, όταν μας επιτέθηκαν.

Τη προηγούμενη νύχτα είχαμε δειπνήσει και διανυκτερεύσει σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο ναυτικής στήριξης και ανεφοδιασμού, φτιαγμένο πάνω στις εγκαταστάσεις ενός παλιότερου ελληνικού ¨εμπορίου¨[1] και ίσως και να είχαμε λίγο υπερβάλει σε ευθυμία και σε σπονδές. Βλέπετε, ο αυλητής της μοιραρχίδας δεν ήταν μόνο καλός στο να δίνει ρυθμό στους ερέτες, ήταν καλός και στα νοσταλγικά τραγούδια… Άσε που μαζί με τους  τυμπανιστές των άλλων πλοίων κατάφερνε να παίξει μουσικούς ρυθμούς που σου γαργαλούσαν τις πατούσες.

Όμως, αυτό το -μετά χορών και ασμάτων- αυτοσχέδιο γλέντι εκείνης της νύχτας, δεν εμπόδισε τον Μοίραρχο να βάλει τις σάλπιγγες να μας ξυπνήσουν τ’ άγρια χαράματα για την επανεπιβίβαση. Ξεκινήσαμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν είμαστε και εντελώς ξύπνιοι, όταν, μέσα στο ημίφως της πρωινής ομίχλης, πίσω από ένα γειτονικό ακρωτήρι ξεπρόβαλαν ξαφνικά τα πειρατικά.  

images-37

Με άλλα λόγια, στην αρχή τουλάχιστον, μας αιφνιδίασαν.  Και μην πάει ο νους σας σε τίποτα μικρές ακάτους με ερασιτέχνες πειρατές από τις γύρω παραλίες, όχι, αυτά που ξεπρόβαλαν μέσα απ’ την ομίχλη ήταν -σας το λέει κάποιος που ξέρει από θάλασσα- κάτι παράξενα στην όψη, αλλά καλοεξοπλισμένα πλοία με ύπουλα έμβολα και ναύτες έμπειρους στις μανούβρες.

Εγώ βρισκόμουν σε ένα από τα σκάφη που έπλεαν στα πρόσω της νηοπομπής, που πάει να πει στο πρώτο που προσπάθησαν να εμβολίσουν οι πειρατές. Ο εμβολισμός απέτυχε, αλλά το πειρατικό πλοίο κατάφερε να πλευρίσει το δικό μας και οι ναύτες του έριξαν γάντζους και επιχείρησαν ρεσάλτο βγάζοντας ακατανόητες κραυγές και βρυχηθμούς.

Ωστόσο, πλήρωμα και επιβάτες, παρά τον αιφνιδιασμό, καταφέραμε να συνταχθούμε και αντισταθήκαμε γενναία. Ίσως και λίγο παραπάνω απ’ ό, τι έπρεπε.

Αυτό το λέω κάνοντας κριτική στον εαυτό μου, γιατί ήμουν εκείνος που έχοντας εξουδετερώσει έναν θηριώδη μαυριδερό που πήδησε πάνω μου κραδαίνοντας μια κυρτή σπάθα, θεώρησα καλό να εμπιστευτώ τα κουρασμένα μου κόκαλα και να πηδήσω με τη σειρά μου πάνω στο κατάστρωμα του πειρατικού. Λάθος μου. Γιατί στο μεταξύ ένα κύμα ή ένα σπρώξιμο από τα συγκρουόμενα σκάφη ώθησε το πλοίο των πειρατών προς τα πίσω χωρίζοντάς το από το δικό μας.

Εν τω μεταξύ, τα αθηναϊκά σκάφη που ακολουθούσαν, συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση και όλα έδειχναν ότι θα ακολουθήσει μακελειό.

images-36

Παρακαλούσα τους Ουράνιους και τους Ενάλιους θεούς, ό, τι είναι να γίνει να γίνει γρήγορα, γιατί από μόνος μου, καθώς ήμουν στριμωγμένος με τη πλάτη στη κουπαστή του ξένου πλοίου και με τους μαυριδερούς να με τριγυρίζουν απειλητικά, είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να τη βγάλω καθαρή.

Και οι θεοί με άκουσαν!

Τώρα θα πρέπει να σας πω ότι εάν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που συνέβαιναν, θα έπρεπε να είχα ήδη απορήσει που δεν έλεγε να ξημερώσει. Πράγματι, αντί η γκριζάδα να διαλυθεί και να πάρει να φωτίζει, το σκοτάδι είχε γίνει βαθύτερο. Η αιτία ήταν κάτι χοντρά νέφη – μελανίες που κατέβηκαν και πήραν τη θέση της ομίχλης. Ακολούθησαν αστροπελέκια και βροντές και, καθώς κάποιος από τους ασκούς του Αιόλου λύθηκε ξαφνικά εκεί κοντά, ένα ανατρεπτικό ρεύμα βροχής και αέρα πήρε να μαστιγώνει και να ταρακουνάει τα ανισόρροπα πλοία.

images-39

Δεν μου έμεναν πολλές επιλογές. Κατέβασα τη σπάθα με την οποία κρατούσα τους πειρατές σε μια κάποια απόσταση, την έφερα στα πλευρά μου και κατάφερα με μία μόνη κίνηση να κόψω τα λουριά με τα οποία, λίγο πριν την συμπλοκή, είχα προλάβει να δέσω πάνω μου έναν βαρύ ορειχάλκινο θώρακά. Ύστερα λύγισα λίγο τα γόνατά και μετά τα τέντωσα με όλη μου τη δύναμη. Αυτά, ως εκ θαύματος, ανταποκρίθηκαν! Έτσι πέτυχα να τιναχτώ πάνω από τη κουπαστή και, γέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω όσο μπορούσα, έκανα μια ανάποδη βουτιά, κατευθείαν στη φουσκωμένη θάλασσα.

Στο φώς των αστραπών είδα τα πλοία μας να απομακρύνονται.  Δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω τι ακριβώς γινόταν. Ήταν ο ξαφνικός ανεμοστρόβιλος που τα έσπρωχνε ή προτίμησαν να υποχωρήσουν κρίνοντας ότι ο εχθρός προς το παρόν υπερτερούσε; Περίμενα μια νέα δέσμη κεραυνών για να εντοπίσω από ποια πλευρά μου βρισκόταν η στεριά και κολύμπησα προς τα ‘κει.

«Και ύστερα;» ρώτησε ο Οινοκράτης, συνεπαρμένος από την αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι έσπρωχνε το σαγόνι του Χοντρόη, έτσι ώστε να το στόμα του να πάψει να χάσκει ορθάνοιχτο.

%ce%b5%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85

«Ήμουν εξαντλημένος όταν έφτασα στην ακτή. Ευτυχώς αυτή η -όπως και να το κάνουμε, σωτήρια- καταιγίδα τέλειωσε σύντομα, ο ουρανός ξαστέρωσε και ο ήλιος με ζέστανε και με στέγνωσε. Πριν να φτάσει για τα καλά το μεσημέρι, συνήλθα.

Πλοία δεν φαίνονταν πια στον ορίζοντα. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα, όχι πολύ μακριά απ’ το σημείο που βρισκόμουν, έναν παραθαλάσσιο λόφο που θα μπορούσε να μου δώσει καλύτερη οπτική. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει, και σκαρφάλωσα ως την κορυφή του. Είδα δυο τουλάχιστον σημαντικά πράγματα …»

Ο Παλαμήδης σταμάτησε την αφήγηση, αφενός για να πάρει μια βαθειά ανάσα και αφετέρου γιατί έκρινε ότι η παύση θα όξυνε κι άλλο το ενδιαφέρον των ακροατών του, που έτσι κι αλλιώς τον παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι. 

«Τι;» ρώτησε ο Οινοκράτης.

«Οια η εκείθεν θεωρία;» αναρωτήθηκε κι  ο Χοντρόης, ξανανοίγοντας τα σαγόνια του.

images-24

Ο Παλαμήδης κατάπιε μια γερή γουλιά άρακ. «Πρώτα απ’ όλα, κοιτάζοντας προς τα νότια έψαξα για το μικρό ναύσταθμο όπου είχαμε αγκυροβολήσει την προηγούμενη νύχτα, αλλά δεν τον είδα. Πρέπει να είχαμε απομακρυνθεί περισσότερο από όσο νόμιζα. Ωστόσο, λίγο παρακάτω. είδα κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση των πιο άμεσων προβλημάτων μου. Δηλαδή, έναν μικρό οικισμό ψαράδων, όπου θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια στο όνομα του Ξένιου Δία, που ήμουν σίγουρος ότι θα πρέπει να ‘χει περάσει από εδώ και ότι οι παραινέσεις του θα είναι γνωστές στους περίοικους…»

«Ήταν;»

«Όχι και τόσο. Αλλά μη βιάζεσαι Σικελέ, περίμενε να σου τα πω με τη σειρά. Γιατί το άλλο που είδα από ψηλά ήταν σημαντικότερο από το ψαροχώρι».

«Δηλαδή;»

«Πίσω από το λόφο, σε έναν μικρό όρμο που σχηματιζόταν εκεί, ήταν στριμωγμένος ένας ολόκληρος στόλος. Ήταν τα παράξενα πλοία που μας επιτέθηκαν χτες. Δεν είχαν αναρτημένα εμβλήματα και δε μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια εθνότητα ανήκαν. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν πειρατές, όπως νόμιζα μέχρι τότε. Ήταν πολλοί και πολύ οργανωμένοι για να είναι ληστές της θάλασσας».

«Λοιπόν;»

«Δεν έμεινα πολύ στο λόφο γιατί είδα ότι είχαν τοποθετήσει σκοπιές στα ψηλά σημεία γύρω από τον όρμο, ίσως και στο ύψωμα όπου ήμουν σκαρφαλωμένος, και ήταν πιθανότατο να με εντοπίσουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν υποχωρήσω προσεκτικά προς τις καλαμιές της ακτής πρόλαβα να δω μια μικρή ομάδα πλοίων να αποσπάται από την αγκυροβολημένη αρμάδα και να κατευθύνεται νότια. Μου έκανε εντύπωση ότι δύο τουλάχιστον από αυτά έμοιαζαν κοντόχοντρα εμπορικά σκάφη».

«Είδον σε; Ουκ είδον σε;» ανησύχησε ο Χοντρόης.

«Δε με είδαν. Κρυμμένος ανάμεσα στα καλάμια ακολούθησα μια ρεματιά που κατευθυνόταν προς το χωριό.  Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν μια καλή ιδέα, γιατί δεν ήταν διόλου απίθανο οι ψαράδες να είναι ενημερωμένοι για την άφιξη του παράξενου στόλου εκεί κοντά, ακόμη και να είναι υποστηρικτές ή σύμμαχοι των δήθεν πειρατών. Όμως δε πρόλαβα να το καλοσκεφτώ, γιατί με ανακάλυψαν κάτι πιτσιρικάδες, που τριγύριζαν στο ρέμα παίζοντας πόλεμο, οπλισμένοι με τόξα και ψευτο-βέλη από καλάμι. Τους άφησα λοιπόν να με πιάσουν τάχα ¨αιχμάλωτο¨ και να με οδηγήσουν στο χωριό.

images-30

Οι ντόπιοι, παράτησαν τα δίχτυα που διόρθωναν και μαζεύτηκαν γύρω μου. Ευτυχώς δεν φαίνεται να είχαν επαφές με τους ¨πειρατές¨ ή να γνώριζαν την παρουσία τους στην ακτή. Αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι οι τάχα πειρατές είχαν φτάσει εκεί πολύ πρόσφατα… ίσως μόλις τη χθεσινή νύχτα.

Οι ψαράδες, μιλούσαν μια ντόπια διάλεκτο γεμάτη με δασέα φωνήεντα, αλλά μερικοί μασούσαν και λίγα ελληνικά. Στην αρχή με πέρασαν για άμαθο ναυαγό, προϊόν της χθεσινής καταιγίδας και άρχισαν να παζαρεύουν τη βοήθειά που τους ζήτησα. Είχαν σκοπό να με βάλουν να τους κάνω διάφορα θελήματα πριν μου δώσουν τα απαραίτητα. Όταν όμως κατάλαβαν ότι ήμουν ¨Γιουνάν¨ και ότι ήξερα πως κάπου παρακάτω υπάρχει ελληνικό ναυτικό φυλάκιο, έγιναν ιδιαίτερα, ίσως υπερβολικά, εξυπηρετικοί. Εγώ πάλι, βιαζόμουν να φτάσω στον μικρό ναύσταθμο και από εκεί εδώ στη Τύρο και δεν έδωσα πολλή σημασία  στη συμπεριφορά τους.

Για να μη σας τα πολυλογώ, μου έδωσαν το ένα από τα δύο μουλάρια που διέθετε ο οικισμός τους, καθώς και δύο πεζούς συνοδούς για να με οδηγήσουν ως τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Όμως…»

Έφτασε ένας ντόπιος σερβιτόρος κρατώντας με ακροβατική επιδεξιότητα άφθονα μικρά πινάκια με θαλασσομεζέδες και τα άπλωσε πάνω στην τάβλα.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

«Εν τούτοις;» ρώτησε ο Χοντρόης.

«Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο φυλάκιο που είχε ήδη φανεί στην ακτή στα δεξιά μας, κατέφτασαν καβάλα  πάνω σε έναν ασθμαίνοντα ημίονο (προφανώς τον δεύτερο που διέθετε το χωριό) δύο ακόμη νεαροί, οπλισμένοι με μακριά αιχμηρά κοντάρια. Οι δύο τύποι, αφού μας προσπέρασαν, μας έκοψαν το δρόμο και πήραν παράμερα τους συνοδούς μου. Άρχισαν λοιπόν, που λέτε, να τους μιλάνε έντονα στην περίεργη χασματική γλώσσα τους .

Ψυλλιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Προφανώς οι ψαράδες είχαν αλλάξει γνώμη. Για να επιβεβαιώσω εγκαίρως αυτή μου την υποψία υπήρχε μόνον ένας τρόπος.

«Σας ευχαριστώ και να υγιαίνετε», τους είπα, χτύπησα με τα πόδια μου τα πλευρά του μουλαριού μου  και  τράβηξα τα ηνία προς τα αριστερά, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση και να αρχίσει να τρέχει. Καθώς το μουλάρι μου έστριβε, πλησίασε στο μουλάρι των ψαράδων κι έτσι επωφελήθηκα και του έδωσα ένα γερό λάκτισμα στα καπούλια. Έτσι, ενώ εγώ έτρεχα προς τη μία μεριά (δυστυχώς τη λανθασμένη γιατί απομακρυνόμουν από το φυλάκιο), άρχισε κι αυτό να τρέχει προς την άλλη κατεύθυνση παίρνοντας μαζί του και τον έναν από τους δύο νεοφερμένους ψαράδες, που ήταν ακόμα καβάλα απάνω του».

«Λοιπόν τους ξέφυγες τελικά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλλά μου είχαν κόψει το δρόμο προς τον μικρό ναύσταθμο …και αισθανόμουν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει το κυνήγι. Έτσι δε μου έμενε άλλο παρά να συνεχίσω την πορεία προς το νότο, εγκαταλείποντας όμως τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Σιδώνα προς την Τύρο και ακολουθώντας μικρά και άβολα παράπλευρα μονοπάτια που με δυσκόλευαν και με καθυστερούσαν.

Κατάφερα να φτάσω στην παλιά Τύρο σήμερα το πρωί. Αισθάνθηκα ανακούφιση όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε ηρεμία και ότι ο στόλος-φάντασμα δεν είχε επιτεθεί στις εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής ακτής ούτε απέναντι, στη Νέα Τύρο. Λίγο αργότερα, μια μικρή βάρκα με μετέφερε εδώ, στο νησί».

«Και στα εσωτερικά σοκάκια όπου σε συναντήσαμε, πώς βρέθηκες;» απόρησε ο Οινοκράτης

myth_adis

Ο Παλαμήδης τράβηξε το σκαμνί του προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα, με μια εμφαντική κίνηση των γεροδεμένων του χεριών, τού έδειξε τα σκισμένα και σκονισμένα του ρούχα.

«Εσύ που, αν θυμάμαι καλά, έχεις ζήσει στην Αθήνα και δε μπορεί παρά  να ξέρεις τα στοιχειώδη από κοσμιότητα, για πες μου: πιστεύεις ότι ένας αθηναίος ευπατρίδης, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικών φρονημάτων όπως εγώ, μπορεί να παρουσιαστεί σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στους τοπικούς άρχοντες; Όχι βεβαίως!

Πρέπει οπωσδήποτε να δω τις αρχές και να τις ενημερώσω για όσα συνέβησαν, αλλά πριν συμβεί αυτό, θεώρησα καλό να ανακτήσω, όχι μόνο τις στοιχειώδεις δυνάμεις μου, αλλά και την προσωπική μου αξιοπρεπή εμφάνιση.  Βέβαια δεν είχα πια απάνω μου τίποτα εκτός από ένα δαχτυλίδι, κρυμμένο -για κάθε ενδεχόμενο- μέσα σ’ αυτήν εδώ την πλατιά δερμάτινη ζώνη  κι έτσι, μόλις έφτασα στο νησί έψαξα να βρω κάποιον ενεχυροδανειστή. Βρήκα έναν εκεί ακριβώς που με βρήκατε. Πήρα μερικά χρήματα, μόνο που δεν πρόλαβα να προμηθευτώ τον κατάλληλο ιματισμό, γιατί μου επιτέθηκαν τα ζόρικα παλικάρια που είδατε…»

¨Αχ, αυτοί οι αθηναίοι και η μανία τους για το φαίνεσθαι… αλλά και για την κοσμιότητα…¨,  σκέφτηκε ο Οινοκράτης με μια μικρή δόση νοσταλγίας για την εξεζητημένη ατμόσφαιρα της Πόλης των Αθηνών.

images-26

……

[1] Εμπόρια, δηλαδή εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των ανταλλαγών των ελλήνων ¨εμπόρων¨ με τους γηγενείς κατοίκους, υπήρχαν κατά μήκος των ακτών σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Εύξεινο πόντο, ήδη αιώνες πριν από τους χρόνους κατά τους οποίους διαδραματίζεται η αφήγησή μας.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο τέταρτο. Στο λιμάνι της Τύρου

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3

Μέρος Ε΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Στο λιμάνι της Τύρου

Ο Οινοκράτης είναι πολύ ευχαριστημένος που ο Εύελπις του επέτρεψε να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Χοντρόη. Ο πολυπράγμονας σικελός και ο  ολοστρόγγυλος γλωσσομαθής (;) πέρσης έχουν πλέον ¨δέσει¨ μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού κυκλοφορούν αχώριστοι, όπου πάει ο ένας πάει κι ο άλλος. Έτσι και σήμερα κόβουν μαζί βόλτες, κάτω από τον πρωινό ζεστό ήλιο, στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού της Τύρου, εκείνου που ¨βλέπει προς την Σιδώνα¨.  

Περπατούν ή κοντοστέκονται σχολιάζοντας τις εξωτικές ενδυμασίες των εμπόρων και των ναυτικών που κυκλοφορούν εκεί, χαζεύουν τα παράξενα σκαριά των πλοίων των νότιων εσωτερικών θαλασσών και -κυρίως- αγναντεύουν την είσοδο του λιμανιού, όπου θα πρέπει -αργά ή γρήγορα- να φανούν επιτέλους τα αθηναϊκά πλοία με τα οποία θα συνεχιστεί το ταξίδι τους  προς την Πόλη της Παλλάδας.

Αυτά τα πλοία έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα και ο Εύελπις, οι πρέσβεις και η υπόλοιπη ομάδα των ταξιδιωτών ανησυχεί. Ο Οινοκράτης όχι τόσο. Μετά τις αρχικές του επιφυλάξεις, έχει τελικά αποφασίσει να απολαύσει το ταξίδι χωρίς να επιτρέψει σε αναποδιές, δυσθυμίες και πλεοναστικές ανησυχίες να χαλάσουν αυτή την ¨αποφασισμένη¨ καλή του διάθεση. Πολύ περισσότερο που, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής στην Τύρο, οι φιλοξενία που τους επιφυλάσσει η τοπική διοίκηση είναι άψογη και μάλιστα η περιποίηση αφορά σε όλα τα μέλη της αποστολής, ακόμη και τα επικουρικά, προσφέροντάς τους έτσι κάποιον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο για βόλτες και περιηγήσεις.

images-25

Ο Οινοκράτης εισπνέει μια γερή δόση θαλασσινού αέρα, πράγμα που ενισχύει την πρωινή αισιοδοξία του.

«Εν τάξει», λέει, «έχουνε γούστο όλοι αυτοί οι παράταιροι εδώ πέρα». Ύστερα αλλάζει θέμα: «Είναι περίεργο, αλλά η ατμόσφαιρα μου θυμίζει κάπως, όχι τόσο τον Πειραιά, όσο μάλλον την βαβούρα του λιμανιού των Συρακουσών. Ξέρεις Χοντρόη πως η πόλη που γεννήθηκα είναι κι αυτή χτισμένη πάνω σε ένα νησάκι, δίπλα στη στεριά όπως αυτό εδώ;…» Κοντοστέκεται… «Όμως, πριν συνεχίσουμε τον περίπατο, τι θα έλεγες να δοκιμάσουμε τι τρώνε για πρωινό οι ντόπιοι;… Απ’ ό, τι θυμάμαι έχει πολλά εστιατόρια στα στενά πίσω απ’ την προκυμαία».

Ο Χοντρόης ανασηκώνει τον αφράτο κύλινδρο που χρησιμοποιεί ως δεξί χέρι και δείχνει προς τα δυτικά, εκεί όπου η ευδιάκριτη οριζόντια γραμμή ξεχωρίζει τη θάλασσα από τον πρωινό ουρανό.

«Όρα ω Οίνον Εκράτα… Στίγματα τινά εν τω ορίζοντι ενεφάνησαν. Νήες δε ταύτα έσονται ει απαπαπατώμαι ουκ. Δοκείς ταύτα έσοιντο οιτινα ημείς αναμένομεν;

«Χοντρόη, μου φαίνεται ότι δε ξέρεις τίποτα από μεγάλα λιμάνια. Στα μεγάλα λιμάνια μπαινοβγαίνουν συνεχώς πλοία. Μικρά και μεγάλα. Πάντως αυτά που μου δείχνεις είναι πολύ μακριά. Μπορεί να στρίψουν προς τα εδώ, μπορεί και να συνεχίσουν για παρακάτω. Θα δούμε. Αλλά μέχρι να γίνει αντιληπτή η πορεία τους έχουμε καιρό… Προλαβαίνουμε να κάνουμε έναν γύρο στα πέριξ. Άντε πάμε», αποφασίζει ο Συρακούσιος και στρίβει εγκαταλείποντας την προκυμαία και παρασύροντας μαζί του τον Πέρση προς τα ενδότερα.

21010707-antica-nave-da-guerra-romana-archivio-fotografico

Στα εσωτερικά σοκάκια υπάρχουν πολυποίκιλα εμπορικά καταστήματα, εργαστήρια και βέβαια πολυάριθμοι χώροι εστίασης όπου οι γηγενείς και οι διερχόμενοι μπορούν να βρουν ό, τι χρειάζεται για να καταλαγιάσουν την πείνα και την δίψα τους.

Τα στενά, δεν είναι ακόμη φίσκα γεμάτα κόσμο, πράγμα που θα συμβεί σίγουρα λίγο αργότερα, όταν η ημέρα θα ωριμάσει, αλλά είναι ήδη γεμάτα από γαργαλιστικές μυρουδιές, καθώς τα εστιατόρια αρχίζουν την παρασκευή των μεσημεριανών εδεσμάτων.

Οι οσμές αυτές ασκούν ισχυρή έλξη στους δύο περιηγητές, οι οποίοι προτού επιλέξουν που θα καθίσουν, θέλουν να επιθεωρήσουν τις πολυάριθμες προσφορές κι έτσι, προχωρώντας από τσίκνα (τηγανιτή) σε τσίκνα (ψητή), απομακρύνονται βαθμηδόν από τα πιο πολυσύχναστα εξωτερικά δρομάκια, σε άλλα, πιο απομακρυσμένα, πιο εξωτικά και εδώ που τα λέμε πιο επικίνδυνα μέρη του λιμανιού.

Έχουν μόλις μπει σε ένα περίεργο στενό, σκοτεινό, καλυμμένο με υφασμάτινο στέγαστρο, από όπου αναδύεται έντονη μυρουδιά ανατολίτικων καρυκευμάτων, όταν ο Οινοκράτης σταματάει απότομα και αρπάζοντας το μανίκι του Χοντρόη  τον εμποδίζει κι αυτόν να προχωρήσει. Και καθώς μια  ερωτηματική έκφραση απλώνεται στο πρόσωπο του Ασιάτη, ο Οινοκράτης του κάνει νόημα να  μην κάνει θόρυβο, αλλά να προσέξει την αντήχηση από τους μεταλλικούς ήχους που προέρχονται από το βάθος του σκιερού στενού. Ο Χοντρόης απαντάει στην νοηματική την οποία κατέχει εξ ίσου καλά με την γλώσσα των Δαναών, ότι εντάξει, κατάλαβε ότι οι ήχοι συμπεριλαμβάνουν τις κλαγγές διασταυρούμενων (αγρίως) σπαθιών.

Και καθώς η έμφυτη περιέργεια (εξ ίσου καλά εγκατεστημένη και στους δύο), υπερτερεί της απαιτούμενης σωφροσύνης, οι δύο φίλοι προχωρούν προσεκτικά στο εσωτερικό του σκιερού στενού για να δουν τι τρέχει και προς τι αυτός ο σαματάς. Μια δυο στροφές παρακάτω θα χρειαστεί να σκύψουν για να αποφύγουν μερικά ιπτάμενα αντικείμενα που, αμέσως μετά, βλέπουν πως εκτοξεύονται από έναν αμυνόμενο άνδρα, ο οποίος στριμωγμένος δίπλα στον πάγκο ενός ¨τραπεζίτη¨ (προφανώς ειδικευμένου σε ¨σκοτεινές συναλλαγές¨ μια που έχει εγκατασταθεί ακριβώς στο βάθος του σκιερού στενού), προσπαθεί να αποκρούσει μια ομάδα από τρεις – τέσσερεις μικρόσωμους, πλην όμως γεροδεμένους νεαρούς, οπλισμένους με μαχαίρια και κοντά σπαθιά. Ό ίδιος χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα επίσης κοντό ξίφος, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρούσει τους επιτιθέμενους πετώντας εναντίον τους ό, τι μπορεί από τις πλάκες αργίλου και τα αγαλματίδια που βρίσκονται πάνω στον πάγκο. Ο ιδιοκτήτης του τραπεζιού δεν είναι ορατός αυτή τη στιγμή, αλλά μάλλον είναι αυτός που ακούγεται να στριγγλίζει απελπισμένα κρυμμένος κάπου ανάμεσα στα υφασμάτινα παραπετάσματα του καταστήματος.

polyeres

Ο Οινοκράτης δε μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του αμυνόμενου, αλλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι το μη συνηθισμένο στον τρόπο που κινείται. Το εντοπίζει. Τίποτα το εξαιρετικά ανακόλουθο: ο αμυνόμενος είναι αριστερόχειρας. Όμως αυτή η παρατήρηση βάζει σε κίνηση μια σειρά συνειρμούς που οδηγούν τον οξυδερκή Σικελό σε μια άμεση (παρεμβατική) απόφαση.  Κάνει νόημα στον Πέρση, δείχνοντάς του μια σειρά από μεγάλα τηγάνια που τυχαίνει να είναι κρεμασμένα (προς πώληση) ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνος αντιλαμβάνεται και (ευτυχώς) αποφεύγει να σχολιάσει την υπονοούμενη παρότρυνση.

Παίρνουν λοιπόν ανά χείρας από ένα βαρύ σιδηρούν τηγάνι έκαστος.

Εκείνο που θα αλλάξει την πορεία της σύγκρουσης στο απομακρυσμένο σκιερό στενό, δεν είναι βέβαια το ότι στην πλευρά του αμυνόμενου αριστερόχειρα προστέθηκαν δύο τηγανοφόροι, όσο το ότι αυτό συνέβη αρκούντως ξαφνικά και απροσδόκητα και κυρίως στο ότι η μη αναμενόμενη εμπλοκή τους προέρχεται από τις πλάτες των επιτιθέμενων.    Και έτσι (τοιουτοτρόπως) μερικές καλοζυγιασμένες τηγανιές αρκούν για να αποτραπεί η επίθεση των νεαρών, όσοι από τους οποίους δεν βυθίζονται άμεσα σε καρουμπαλοφόρα κώματα, αποχωρούν επισπευσμένα  προς άγνωστους προορισμούς.

«Εσάς κάπου σας έχω ξαναδεί…» είναι τα πρώτα λόγια του διασωθέντος προς τους αναπάντεχους, αν όχι σωτήρες, τουλάχιστον ενισχυτές και απρόσμενους συμπαραστάτες του.

«Ημείς παπαρομοίως»,  επιβεβαιώνει ο Χοντρόης.

«Μόνο που δε περιμέναμε να σε συναντήσουμε εδώ», συμπληρώνει ο Οινοκράτης.

«Μάλλον εν ταις Αθήναις, το πιπιθανότερον…» διευκρινίζει ο κυκλικός Ανατολίτης

Ο αριστερόχειρας πολεμιστής τους κοιτάζει προσεκτικότερα, από κοντά.

«Μα ναι, μα ναι, οι απεσταλμένοι της Θαίδας στα Σούσα», θυμάται ξαφνικά.

«Όχι ακριβώς αυτοί, αλλά εκείνοι που τους συνόδευαν. Και εσύ επομένως -είχα δίκιο- είσαι ο τραυματίας πολεμιστής, ο Παλαμήδης ο Αθηναίος. Δε σε αναγνώρισα αμέσως, αλλά θυμόμουν ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι και αυτό ήταν η βασική αιτία που επέστρεφες στην Ελλάδα. Μου ήρθε στο νου καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που αντιμετώπιζες τους ληστές. Το εξάσκησες βλέπω μια χαρά το ευώνυμο… Μα καλά, δε θα έπρεπε να είσαι ήδη στην Αθήνα…;»

«Πάμε να σας προσφέρω από μια κύλικα οίνο κεκραμένο, και θα σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του ταξιδιού μου ως εδώ. Μόνο ας πάμε προς ένα πιο πολυσύχναστο μέρος γιατί εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά και δε ξέρει κανείς από πού πρέπει να φυλαχτεί…» είπε ο πολεμιστής μαζεύοντας τα όπλα και τον ταξιδιωτικό του σάκο.

images-23

Εν τω μεταξύ, το ίδιο εκείνο πρωί, στο βαρύρρυθμο διοικητικό Μέγαρο που κυριαρχεί στην πλατεία του Αγηνορείου, ο Ύπαρχος Μένης από την Πέλλα και ο λόγιος Εύελπις ο Μεγαρεύς, συζητούν προσπαθώντας να βρουν μια λύση που θα επιτρέψει τη συνέχιση του ταξιδιού των κειμηλίων και της ομάδας που τα συνοδεύει προς την πατρίδα τους: το περίφημο, αλλά ακόμη μακρινό Ένδοξο (κλεινόν) Άστυ των Αθηνών. Τα πλοία που θα μεταφέρουν τους χάλκινους ¨τυραννοκτόνους¨ και την συνοδεία τους, αν και θα έπρεπε να είναι ήδη εδώ, ακόμη καθυστερούν με τρόπο ανεξήγητο και δυσοίωνο.

«Όχι, δεν υπάρχουν ακόμη νέα από τη έκτακτη Μοίρα του στόλου που περιμένουμε», επαναλαμβάνει ο Μένης θωπεύοντας αφηρημένα το κοντό κοκκινωπό του γένι.   «Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι αποτελείται από τέσσερα αθηναϊκά  πλοία που απέπλευσαν από την Κύπρο αμέσως μόλις έλαβαν το μήνυμά μας. Ξέρω επίσης ότι τα πληρώματα είναι έμπειρα και ο μοίραρχος ένας ικανός πειραιώτης ναυτικός. Έφτασαν βέβαια νέα ότι τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν καταιγίδες στην νότια εσωτερική θάλασσα. Ελπίζω η κακοθυμία του Ποσειδώνα απλά να τους καθυστερεί κι όπου να ΄ναι να καταπλεύσουν στον λιμένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η πειρατική επίθεση για την οποία σου μίλησα δεν θα ανησυχούσα καθόλου, αλλά και πάλι είμαι αισιόδοξος».

«Εάν όμως η αισιοδοξία σου, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επαληθευτεί;» ρωτάει στα ίσια ο Εύελπις. «Ξέρεις  ότι το ταξίδι μας πρέπει να ακολουθήσει ένα χρονοδιάγραμμα που δεν έχει πολλά περιθώρια υπέρβασης».  

«Μην ανησυχείς. Αν τα πλοία δεν φτάσουν έγκαιρα, η διοίκηση της Τύρου θα αναλάβει την πλήρη οργάνωση του υπόλοιπου ταξιδιού σας ως την Αθήνα. Όμως θα προτιμούσα να σας συνοδεύσουν τα αθηναϊκά πλοία, γιατί έχω φτάσει πρόσφατα εδώ και δεν είμαι σε θέση να ξέρω με απόλυτη σιγουριά σε ποιον μπορώ να έχω εμπιστοσύνη και σε ποιον όχι. Πάντως εξετάζω και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τα ντόπια πλοία».

images-22

Ο Μένης έστειλε το βλέμμα του στο μεγάλο παράθυρο κι από εκεί στον μακρινό δυτικό ορίζοντα. Έπειτα στράφηκε πάλι προς τον Μεγαρέα. «Επί τη ευκαιρία ήθελα να σε ενημερώσω ότι χτες το βράδυ είχα μια απρόσμενη πρόταση σχετική με το θέμα μας…»

«Δηλαδή;» απόρησε ο Εύελπις.

«Με επισκέφτηκε μια αντιπροσωπεία από γηγενείς. Ήταν ενήμεροι για το ταξίδι σας, πράγμα άλλωστε που δεν κρατήσαμε κρυφό, μια που η επιστροφή των κειμηλίων είναι μια πράξη δικαιοσύνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται γνωστό σε όλους. Παρατήρησαν, μου είπαν, ότι αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνέχιση του ταξιδιού και προσφέρθηκαν να βοηθήσουν…»

«Με ποιο τρόπο;»

«Έφτασε πρόσφατα στο λιμάνι μια εμπορική νηοπομπή  από την Καρχηδόνα, ξέρεις, την ισχυρή δυτική αποικία της Τύρου με την οποία συγκρούονται συχνά οι έλληνες της Σικελίας. Σε δείγμα καλής θέλησης και εν όψει μιας ενδεχόμενης συνεργασίας μαζί μας, προσφέρονται επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, να σας μεταφέρουν εκείνοι στον Πειραιά, έναντι βέβαια μιας συμβολικής αμοιβής. Τι λές;»

«Πότε αναχωρούν;»

«Σήμερα ολοκληρώνουν την φόρτωση, μου είπαν. Από αύριο μπορούν να αποπλεύσουν».

«Εσύ τι λες;»

«Σου είπα ήδη ότι δεν γνωρίζω ακόμη καλά πόσο αξιόπιστοι είναι οι ντόπιοι. Ακόμη και οι πληροφοριοδότες μας είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη μεριά οι Καρχηδόνιοι είναι γνωστοί για την εμπορική τους πολυπραγμοσύνη, αλλά δρουν στην άπω Δύση και δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να διερευνήσουμε άμεσα τις προθέσεις τους».

  «Πόσα πλοία;»

Δύο φορτηγά και τρία συνοδευτικά, μικρότερα και ευέλικτα, ανάλογα με τις δικές μας τριήρεις. Υπάρχει χώρος, μου είπαν, γιατί ο όγκος των εμπορευμάτων με τα οποία επιστρέφουν είναι μικρότερος από τον όγκο εκείνων που μετέφεραν στην Τύρο από την Καρχηδόνα.

«Είναι αραγμένοι εδώ ή στο νότιο λιμένα, τον ¨Προς την Αίγυπτο¨;»

«Εδώ. Αν πας ως το παράθυρο θα διακρίνεις τα χοντρά φορτηγά στην πρώτη προκυμαία».

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κάνω μια βόλτα ως τα εκεί», απάντησε ο Εύελπις και σηκώθηκε.

«Περίμενε, θα έρθω μαζί σου», τον πρόλαβε ο Μένης, ενώ παράλληλα έκανε νόημα στους δύο φρουρούς που έστεκαν στην είσοδο της αίθουσας να τους ακολουθήσουν.

images-20

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Ε΄, κεφάλαιο δεύτερο: Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

Posted by vnottas στο 26 Οκτώβριος, 2016

1

Μέρος Ε  Αποστολή στην Αθήνα

Κεφάλαιο 2ο  Ο Οινοκράτης και το ταξίδι

 

Δεν είναι πως ο Οινοκράτης δεν ξέρει από ταξίδια. Ξέρει.

Έχει μάλιστα ζήσει ταξίδια ζόρικα, όπως εκείνο με το δουλεμπορικό που τον μετέφερε αλυσοδεμένο από τις θάλασσες της Σικελίας ως το λιμάνι του Πειραιά. Είναι σίγουρος ότι δύσκολα θα αντιμετωπίσει ξανά μια μετακίνηση κάτω από τόσο εφιαλτικές συνθήκες, όσο τότε.

Άλλωστε και η ίδια η εκστρατεία τον έχει γεμίσει ταξιδιωτικές εμπειρίες. Κατά βάθος του αρέσει να σκέφτεται (και η ιδέα αυτή κάπως τον παρηγορεί) ότι η εκστρατεία στην οποία θέλει δε θέλει συμμετέχει, άλλο δεν είναι  παρά ένα μεγάλο διηπειρωτικό ταξίδι: συναρπαστικό, γεμάτο με κυριολεκτικά πρωτόγνωρες περιπέτειες, αλλά και αρκετά διδακτικό, κυρίως σε σχέση με τα παθήματα και κάποιες δυσάρεστες  εκπλήξεις που περιέχει.

Επομένως, η μετακίνηση που διαγράφεται τώρα μπροστά του, δεν είναι ότι τον φοβίζει.

Σιγά τα λάχανα! Αυτό εδώ είναι ένα ταξίδι οργανωμένο από τις Αρχές, θα διεξαχθεί παρέα με πρέσβεις και αξιωματούχους, θα πλαισιώνεται από επιλεγμένη φρουρά ενάντια σε οποιαδήποτε επιβουλή μπορεί να παρουσιαστεί καθ’ οδόν και θα διαθέτει ειδικό έγγραφο που αφενός θα πιστοποιεί ότι οι ταξιδιώτες εκτελούν εντολές του  άνακτα και αφετέρου θα περιέχει κέλευσμα προς κάθε παραλήπτη να τους εξυπηρετήσει με απόλυτη προτεραιότητα.

Για να μη πούμε για τη διατροφή (σίγουρα εγγυημένης ποσότητας) και τις διανυκτερεύσεις (μάλλον ανεκτής ποιότητας).

Και δεν είναι μόνον οι παραπάνω εξαιρετικές συνθήκες, είναι ελκτικός και ο προορισμός του ταξιδιού. Μπορεί βέβαια να μην πρόκειται για τις γενέθλιες Συρακούσες,  πάντως είναι ένας τόπος με τον οποίο ο Οινοκράτης έχει -όπως και να το κάνουμε- δεθεί, ένας τόπος που πολλοί από τους αυτοαποκαλούμενους ¨ελεύθερους¨ όλης της οικουμένης, δίνουν πολλά (και θα έδιναν σίγουρα περισσότερα) για να μπορέσουν να ζήσουν έστω για ένα μικρό χρονικό διάστημα: ο προορισμός είναι η απαράμιλλη Αττική Γη.

Εδώ που τα λέμε, ταξίδι με τέτοιες προϋποθέσεις δεν έχει ξανακάνει, δεν ξέρει πως ακριβώς είναι, αλλά όλα μοιάζουν να προοιωνίζονται ευνοϊκά και ο Οινοκράτης δεν έχει καμία εκ των προτέρων αντίρρηση.

Εάν δεν χοροπηδάει από τη χαρά του, είναι γιατί αυτή η απόφαση, που του ανακοινώνει τώρα ο αφέντης του, τού φαίνεται υπερβολικά ξαφνική. Και μάλιστα παρμένη απρόσμενα, την ώρα που ο ίδιος μόλις άρχιζε να εγκαταλείπει κάποιες σκεπτικιστικές αμφισβητήσεις που τον θωράκιζαν ως τα τώρα και να προσαρμόζεται στη νέα προοπτική: εκείνη που θα του δώσει και πάλι κάποιες ¨επίσημες¨ ελευθερίες και υπευθυνότητες, από αυτές που έχει ξεχάσει ηθελημένα.

 Ο Συρακούσιος χαίρεται που ο Εύελπις γύρισε στα Σούσα συντομότερα του αναμενόμενου, αλλά εκεί που περίμενε ότι οι δυο τους θα αντιμετωπίσουν πλέον από κοινού κάθε δολοπλοκία και επιβουλή εδώ στα Σούσα, μαθαίνει ότι θα πρέπει να τα παρατήσει όλα και να φύγει ταξίδι -ευτυχώς μαζί με  τον νεαρό Μεγαρέα τον οποίο θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να ακολουθεί και να προστατεύει. Το νέο του έρχεται κάπως απότομα, τώρα, που ως νεοφώτιστο μεν, αλλά με αρκετή δόση καλής διάθεσης μέλος των Υπηρεσιών, προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα του καθήκοντα.

Αυτές οι μάλλον ανεπαίσθητες ανησυχίες του, καταλαγιάζουν οριστικά μόνον όταν ο Εύελπις τον διαβεβαιώνει ότι η αποστολή στην Αθήνα είναι σημαντική και ότι αναμφίβολα θα έχει την δυνατότητα να ασκήσει και εκεί, τόσο τις ήδη γνωστές ικανότητές του, όσο και τις νέες του αρμοδιότητές.

Ανακουφισμένος ο Οινοκράτης χαμογελάει πλατιά και διηγείται αναλυτικά στον Εύελπι τι έχει προλάβει να κάνει όσο εκείνος έλειπε στην Πόλη των Περσών.

Μετά την αναχώρηση του κυρίου του για την Περσέπολη και σύμφωνα με τα όσα του είχε ζητήσει εκείνος πριν φύγει, είχε προσπαθήσει να ξαναβρεί τα ίχνη του Άρπαλου και παιδεύτηκε αρκετά μέχρι να ανακαλύψει ότι ο ιδιόρρυθμος μακεδόνας άρχοντας είχε εγκαταλείψει την Πόλη των Κρίνων σχεδόν ταυτόχρονα με τον Εύελπι, κατευθυνόμενος κι αυτός προς τα ανατολικά.

Ύστερα άρχισε  να επισκέπτεται τον βαβυλώνιο νομομαθή λόγιο Μαρτούκη, (εκείνον που είχε ομολογήσει ότι συμμετείχε στις δραστηριότητες των σκοτεινών κύκλων), αλλά ο βαβυλώνιος καλαμαράς (όντως εδώ στη Μεσοποταμία χρησιμοποιούν πολύ το καλάμι στο γράψιμο) ή το έπαιζε σκληρό καρύδι και δεν έλεγε τίποτα, ή όντως η δράση των  συνωμοτών έχει μεταφερθεί σε άλλη περιοχή της αυτοκρατορίας. Ο Οινοκράτης δεν πτοήθηκε από την επιφυλακτικότητα του βαβυλώνιου και είχε σκοπό να μην τον αφήσει σε χλωρό κλαρί.

Στο μεταξύ, βρήκε κι άλλα πράγματα να κάνει, και όντως τα έκανε με ερασιτεχνική επιμέλεια (και μια που δεν του είχαν δώσει άλλα σημεία αναφοράς, περίμενε την επιστροφή του κυρίου του για να αναφέρει σε εκείνον): Κατέγραφε με επιμέλεια φωνές και ψιθύρους που κυκλοφορούσαν στην Αγορά και στους στρατώνες την πόλης των Κρίνων, φρόντιζε να μαθαίνει τι σχολιάζουν οι εταίρες στις μεταξύ τους, φαινομενικά ανώδυνες, κουβεντούλες και ακόμη (επιστρατεύοντας τις -απαράμιλλες- γλωσσικές ικανότητες του Χοντρόη) τι λέγεται ανάμεσα στους γηγενείς -ιδιαίτερα τους υπηρέτες όσων διατήρησαν τα αξιώματα τους, όπως ο Αβουλίτης- σχετικά με τα καμώματα και  τις προθέσεις των αφεντικών τους.

Ο Οινοκράτης παρατήρησε με ανακούφιση το ικανοποιημένο χαμόγελο του Εύελπι, όμως το χαμόγελο αυτό έσβησε σύντομα και ο Σικελός σκέφτεται πάλι ότι ο κύριός του τού φαίνεται κάπως διαφορετικός μετά την επιστροφή. Λιγότερο ενθουσιασμένος; λιγότερο ονειροπόλος; λιγότερο εύθυμος; πιο προβληματισμένος ίσως; Κάτι πρέπει να του συνέβη στην Περσέπολη, αλλά τι;  

Είχε ήδη μάθει ότι εκεί συνέβησαν πολλά. Ο ίδιος Εύελπις του είχε πει ότι η εντολή για το ταξίδι προερχόταν από τον Αλέξανδρο, άρα πιθανότατα είχε συναντήσει προσωπικά τον Ύπατο Αρχηγό, όπως του είχε πει επίσης, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, ότι είχε διασταυρωθεί καθ’ οδόν με τον Άρπαλο. Επιπλέον ο Οινοκράτης ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Εύελπις είχε συναντηθεί με την Θαϊδα.  Είναι μία από αυτές τις συναντήσεις ή μήπως το βάρος της νέας αποστολής που τον έκανε να είναι ¨κάπως¨ μετά την επιστροφή. Φταίει άραγε η σαγηνευτική Θαίδα ή μήπως είναι η θλίψη για την πυρκαγιά και τις απώλειες των συγγραμμάτων στα οποία τόσο αυτός όσο και ο προϊστάμενός του ο Καλλισθένης έχουν τόσο μεγάλη αδυναμία;

Ο πιστός Οινοκράτης θα έχει το νου του και θα μάθει. Κι έτσι θα ξέρει με ποιο τρόπο θα μπορέσει να βοηθήσει τον Εύελπι να ξεπεράσει  ό, τι κι αν είναι αυτό που τον στεναχωρεί.

30fe7-6a0168e53be7ff970c01a511bd202b970c-pi

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο Όγδοο: Η μύηση του Οινοκράτη

Posted by vnottas στο 20 Μαΐου, 2016

 

οο

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο όγδοο. Ο Οινοκράτης και η μυητική τελετή

Εάν ο Οινοκράτης δεν είχε δει τον τελευταίο καιρό όνειρα, όνειρα από εκείνα που εξελίσσονται κάπου ανάμεσα σ’ ένα ασαφές υπερβατικό σκηνικό και σε μια θολή γήινη πραγματικότητα, ίσως δεν θα είχε μέτρο σύγκρισης προκειμένου να περιγράψει την εμπειρία της ημέρας εκείνης. Ωστόσο, καταλήγει ότι αυτήν την αίσθηση, την κάπως περίεργη, την κάπως ανησυχητική, την με κάποια έξαρση, την με κάποιο κατακάθι,  την είχε ¨εν τινι μέτρω¨ ξανααισθανθεί μόνον σε αυτά τα αλλόκοτα όνειρα που   τον κατακλύζουν τελευταία.

Είχαν έρθει να τον πάρουν δύο εντυπωσιακοί παιδαράδες οπλίτες, ντυμένοι με την καλή τους στολή, που είναι και οι τελευταίοι των οποίων είδε τα πρόσωπα εκείνη τη μέρα.  Αυτοί, χωρίς περιττά λόγια, -για να είμαστε πιο ακριβείς, χωρίς να βγάλουν μιλιά –  περιορίστηκαν στο να του δέσουν τα μάτια με ένα μαλακό μαύρο ύφασμα και, μετά, να τον επιβιβάσουν σε μια κλειστή άμαξα.

Καλπασμός, τίκι τάκα πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων των Σούσων και μετά σούρσιμο πάνω σε χωματόδρομους ποιος ξέρει που.

Χλιμίντρισμα, σταμάτημα κάπου, ή κάπου αλλού!

Κάποιος να τον τραβάει για να κατεβεί απ’ την άμαξα.

Κάποιος να του δίνει την άκρη ενός μπαστουνιού. Κάποιος, που κρατάει την άλλη άκρη, να τον τραβάει προς τα κάπου.

Περπάτημα. Στροφές. Μυρωδιά υγρασίας, ίσως μούχλας.

Σκαλοπάτια ανηφορικά. Σκαλοπάτια κατηφορικά, γλιστερά.

Αντήχηση. Για να φτιάχνει τέτοια αντήχηση, ο χώρος πρέπει να είναι κλειστός και ψηλοτάβανος, ίσως θολωτός.

Τον στήνουν όρθιο σε κάποιο σημείο. Μυρωδιές μυστηριώδεις, απροσδιόριστης προέλευσης, που αιωρούνται…

Τώρα επικρατεί απόλυτη σιγή!

ο

Έξαφνα, μια συγχρονισμένη χορωδιακή βοή αρχίζει υπόκωφα και ανελίσσεται αστραπιαία σε οξύτατη ιαχή.

Ο Οινοκράτης τρομάζει, όπως θα τρόμαζε οποιοσδήποτε που θα του έκαναν ξαφνικά και απροειδοποίητα ¨μπαμ¨ πίσω από τ’ αφτί∙ για να τα λέμε όλα: ίσως και λίγο περισσότερο.

Η ιαχή καταλαγιάζει και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή μουρμούρα. Ο Οινοκράτης ηρεμεί και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς λένε. Δεν τα καταφέρνει.

Παύση. Δονούμενη ανησυχητική σιγή.

Κάποιος του βάζει ένα κουτάλι ανάμεσα στα δόντια. Κατάποση εκ των πραγμάτων στραβή. Γεύση γλυκόπικρη!

Παύει να είναι ακριβώς ξύπνιος ή ακριβώς εν υπνώσει, αλλά αρχίζει να καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάει το μουρμουρητό που ξαναρχίζει.

Πρόκειται για μια θεϊκή ιστορία!

Άγνωστη;

Όχι. Γνωστή!

Prometheus-Hercules

Ζωντανεύει ο ¨μύθος¨ του τιτάνα Προμηθέα, εκείνου που ¨πρώτα σκέφτεται¨. Του γιού του Ιαπετού και της Θέμιδας, της μητέρας προστάτιδας της ανθρώπινης τάξης και των θεσμών.

Του Προμηθέα που μεγαλώνει αλλιώτικος από τους άλλους τιτάνες και αλλιώτικος κι από τους Ολύμπιους.

Του Προμηθέα που αγαπάει τους θνητούς σε βαθμό που να αποπειραθεί, για χάρη τους, να ξεγελάσει τους θεούς.

Του Προμηθέα που μπάζει τους θνητούς στο θεϊκό παιχνίδι, χαρίζοντάς τους καινούργια μυστήρια όπλα!

Του Προμηθέα που δρα κρυφά για το κοινό ανθρώπινο καλό.

Του Προμηθέα που δρα κρυφά, αλλά χαρίζει τη Γνώση!

Του Προμηθέα που παρακούει, αλλά ¨προμηθεύει¨ την φωτιά της κατασκευής και της κάθαρσης!

Του Προμηθέα που θα διωχθεί, θα βασανιστεί!

Του Προμηθέα που θα δικαιωθεί τελικά χάρη στην παρέμβαση του ημίθεου προγόνου: του μαχητή Ηρακλή!

Μία φωνή, μόνη, αναρωτιέται:

«Είναι ένοχος για όλα αυτά ο Προμηθέας;»

«Όχι», απαντούν εν χορώ πολλές φωνές. «Είναι αθώος!»

«Είναι αθώος», ψελλίζει και ο Οινοκράτης, πεισμένος μεν, αλλά με βαριά βλέφαρα.

Πρέπει κάπου να υπάρχει ένα κύμβαλο με ήχο βαθύ. Ηχεί και η αφήγηση ολοκληρώνεται.

Κάποιος πλησιάζει και αφαιρεί τον μαύρο επίδεσμο από τα μάτια του Οινοκράτη.

Η ορατότητα δεν βελτιώνεται. Η αίθουσα είναι μαύρη. Η οροφή δεν διακρίνεται, ούτε οι περιμετρικοί τοίχοι. Οι παρόντες είναι τυλιγμένοι στο ανεπαρκές ημίφως λίγων και ασθενικών επικρεμάμενων καντηλιών και σε μελανές τηβέννους. Και φορούν μάσκες που μοιάζουν με εκείνες των ηθοποιών στις τραγωδίες.

greek11

Ένας απ’ αυτούς κάνει δυο βήματα μπροστά και ρωτάει υψηλόφωνα.

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ο Οινοκράτης δεν είναι σε θέση να απαντήσει και κατά συνέπεια δεν απαντά. Βρίσκεται ακόμη στον Καύκασο και παρακολουθεί με δέος την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον Ηρακλή τον ροπαλοφόρο, κάτω από τις επευφημίες των θνητών που έτυχε να είναι ζωντανοί εκείνη την ηρωική-θεϊκή περίοδο.

Ένας καταρράκτης από ψυχρό νερό που προέρχεται από κάπου ψηλά, τον κατάμουσκεύει και τον επαναφέρει στην (αλλοιωμένη) πραγματικότητα.

«Εσύ ποιος είσαι;», επαναλαμβάνει η Φωνή.

«Ο Οινοκράτης», λέει ο Οινοκράτης με επιφύλαξη.

«Και τι θέλεις;» επιμένει η Φωνή.

«Να υπηρετήσω», απαντά ο Σικελός που για αυτή την ερώτηση είναι κατάλληλα δασκαλεμένος.

«Στο όνομα ποίου;» ρωτάει μια άλλη φωνή.

«Του προστάτη της Γνώσης. Του Προμηθέα».

«Για ποιον;»

«Για την πατρίδα, τον βασιλέα,  την εκστρατεία».

«Και ποίος ο ανάδοχος;» ακούγεται μια ακόμη φωνή.

Ευτυχώς σε αυτή την ερώτηση απαντούν από μόνοι τους και από κοινού οι υπόλοιποι, γιατί ο Οινοκράτης νόμιζε ότι ανάδοχος ήταν ο αφέντης του.

«Ο φέρων το Κάλλος του Σθένους!» χορ-ωδούν οι φωνές έμπλεες σεβασμού.

οοο

Του έγιναν κι άλλες ερωτήσεις, περισσότερο για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του τελετουργικού, παρά για να μάθουν κάτι καινούργιο οι μασκοφόροι, γιατί ο Οινοκράτης είχε ήδη καταθέσει γραπτά τις βασικές απαντήσεις στα πιο εύλογα ερωτήματα των υπηρεσιών, ακολουθώντας τις συμβουλές που του είχε δώσει ο Εύελπις πριν φύγει.

Όταν οι ερωτήσεις τελείωσαν, του ζητούν να μπει μέσα σε μια ξύλινη κάσα που βρίσκεται  ακουμπισμένη εκεί κοντά, αν και δε την είχε παρατηρήσει πρωτύτερα. Μπαίνει και ξαπλώνει μέσα της, ενώ οι μασκοφόροι αποχωρούν ένας ένας, προφανώς για να πάνε να συσκεφτούν και να βγάλουν την τελική ετυμηγορία.

Κάποιος, πριν φύγει, καρφώνει το καπάκι του κιβώτιου που εγκυμονεί πλέον Οινοκράτη σε κατάσταση ημιεγρήγορσης. Ευτυχώς οι σανίδες του κουτιού έχουν μεταξύ τους κενά απ’ όπου ο υγρός αέρας της αίθουσας μπορεί να φτάσει ως τα ρουθούνια του -συμβολικά νεκρού- μουσκεμένου επίδοξου κρατικού λειτουργού

ξξ

Στη κοιλιά της κάσας το υποψήφιο μέλος των υπηρεσιών περιμένει… Ώρες, που του φαίνονται ατέλειωτες. Φτερνίζεται. ¨Πάλι καλά που μου κάνουν τη συντομευμένη διαδικασία… Πού και να μου κάνανε την ΄αναλυτική΄¨, σκέφτεται (καθώς σιγά σιγά ανακτά την γνωστή του θυμοσοφία)  και παρηγοριέται.

 

Κάποτε ακούγονται και πάλι ήχοι προσέλευσης. Ένας ξεκαρφωτής ανοίγει την κάσα, ενώ οι λοιποί μασκοφόροι επιδίδονται σε άσματα μάλλον πανηγυρικού χαρακτήρα.

Ο Οινοκράτης βγαίνει με δυσκολία από το κιβώτιο και προσπαθεί να ξεαγκυλωθεί και να στηθεί όρθιος. Ίσως και να τα κατάφερνε, εάν δεν τον πλησίαζε ένας, με τραγική έκφραση (στη μάσκα) και δεν τού έλεγε με εγκάρδια ιλαρότητα: «Συγχαρητήρια νέε! Τα κατάφερες!», ενώ παράλληλα του καταφέρει ισχυρή κατραπακιά οικειότητας στην πλάτη. Ο Οινοκράτης παραπαίει.

«Είσαι πλέον εις εξ ημών», τον διαβεβαιώνει ένας άλλος, με μια κατραπακιά που, προερχόμενη από την άλλη του πλευρά, τον βοηθάει να ξαναβρεί μια στοιχειώδη ισορροπία, πριν πλακώσουν ενθουσιασμένοι και οι υπόλοιποι.

Τελικά του ξαναδένουν τα μάτια και του δίνουν πάλι το μπαστούνι.

Όχι πολύ αργότερα από ¨σε λίγο¨ θα βρεθεί και πάλι μπροστά στην πόρτα της οικίας  που έχει παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Εύελπι και τον πιστό του (τέως υπηρέτη, νυν συνεργάτη και, κυρίως – πλέον- μέλος των αφανών υπηρεσιών) Οινοκράτη  (τον πρώτο, μεταξύ άλλων, στη σύνθεση ευεργετικών αφεψημάτων).

αρχείο λήψης